Subscribe via RSS Feed

Τίποτα το «φεμινιστικό» στην υπεράσπιση της πορνογραφίας

pornography debate

της Caitlin Roper

Όπως δήλωσε η επιζήσασα και ακτιβίστρια του σεξουαλικού εμπορίου Rachel Moran, «δεν υπάρχει, ούτε υπήρξε ποτέ, οποιοδήποτε φεμινιστικό επιχείρημα για την εμπορευματοποίηση των γυναικών».

Θα έπρεπε να είναι προφανές ότι ως φεμινίστριες – υποστηρίκτριες ενός κοινωνικού και πολιτικού κινήματος για την απελευθέρωση των γυναικών από την ανδρική καταπίεση – δεν είμαστε στην ίδια πλευρά με τα μέσα ενημέρωσης και τα θεσμικά όργανα που κακοποιούν τις γυναίκες προς απόλαυση των ανδρών. Δεν θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο που το λέμε. Αλλά στις μέρες μας οι φεμινίστριες που επικρίνουν την πορνογραφία έρχονται αντιμέτωπες με μια αρκετά στάνταρ απάντηση: «Γιατί; Τι πρόβλημα έχεις με το σεξ;»

Το γεγονός ότι ο οποιοσδήποτε αντίλογος σε πορνογραφικό υλικό χαρακτηρίζεται ως αντι-σεξουαλικός πουριτανισμός αποτυπώνει πόσο αποτελεσματική έχει υπάρξει η βιομηχανία της πορνογραφίας στην ευθυγράμμιση του προϊόντος της με τη σεξουαλική απελευθέρωση και όχι με τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Οι πορνογράφοι χρησιμοποιούν εξουσιαστικές συμπεριφορές, βάναυση μεταχείριση και κακοποίηση και τις αποκαλούν σεξ. Η βιομηχανία έχει διεισδύσει τόσο σχολαστικά στις έννοιές μας περί σεξ και σεξουαλικότητας, που ακόμη και ορισμένες αυτοπροσδιοριζόμενες φεμινίστριες αγκαλιάζουν την πορνογραφία ως ενδυνάμωση.

Τη δεκαετία του ‘70 και του ‘80 οι φεμινίστριες του δεύτερου κύματος αντιλήφθηκαν σαφώς την πορνογραφία ως αντικειμενοποίηση και σεξουαλική υποταγή των γυναικών, πηγαίνοντας κόντρα σε νταβατζήδες και πορνογράφους. Μόλις κάποιες δεκαετίες αργότερα οι φιλελεύθερες φεμινίστριες προωθούν την πορνογραφία ως προοδευτική, απελευθερωτική και επιλογή της γυναίκας. Η κριτική ανάλυση της πορνογραφίας στα δημοφιλή φεμινιστικά μέσα ενημέρωσης περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στο «έι, ό,τι σου κάνει κέφι», με τις γυναίκες να ενθαρρύνονται να ενσωματώσουν την πορνογραφία στις ερωτικές τους σχέσεις και να παινεύουν τον εαυτό τους που είναι τόσο κουλ και ανοιχτόμυαλες.

Αυτό όμως που απουσιάζει ιδιαίτερα είναι μια ουσιαστική ανάλυση των επιπτώσεων της πορνογραφίας στις γυναίκες στο σύνολό τους και του τρόπου με τον οποίο οι γυναίκες πλήττονται τόσο στην παραγωγή όσο και στην κατανάλωση της πορνογραφίας – για παράδειγμα, τί ακριβώς σημαίνει αυτό για τις γυναίκες συνολικά όσον αφορά τις ερωτικές σχέσεις, τις δυνατότητές τους και την επίτευξη της έμφυλης ισότητας, όταν η κυρίαρχη μορφή της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης μας απεικονίζει ως ένα απλό σύνολο από τρύπες που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι άντρες;

Αυτό υποτίθεται ότι αποτελεί πρόοδο;

Είναι αδύνατο να σκεφτεί κανείς τις πραγματικότητες της πορνογραφίας και να συμπεράνει ότι προωθεί τη θέση των γυναικών. Η μέινστριμ πορνογραφία κυριαρχείται από πράξεις σεξουαλικής βίας, κυρίως από άνδρες ενάντια σε γυναίκες. Οι βασικές σεξουαλικές πράξεις στην πορνογραφία περιλαμβάνουν τσιμπούκια μέχρι σημείου που η γυναίκα πνίγεται, ετεροφυλόφιλο πρωκτικό σεξ, εκσπερμάτιση στο πρόσωπο και το στήθος των γυναικών και πολλαπλές διεισδύσεις. Οι γυναίκες αποκαλούνται στοργικά σκύλες, πόρνες, τσούλες και «χυσοδοχεία» από άντρες που βιάζουν το σώμα τους για την απόλαυση άλλων ανδρών που το βλέπουν από το σπίτι τους.

Η πορνογραφία λέει ότι οι γυναίκες υπάρχουν για σεξουαλική χρήση από τους άνδρες, ότι δεν τρέχει τίποτα να αντιμετωπίζονται σαν τσούλες, να υποτιμώνται και να κακοποιούνται και ότι τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες βρίσκουν ευχαρίστηση στη σεξουαλική υποτίμηση των γυναικών. Ποια πιθανή δικαιολογία μπορεί να υπάρξει για αυτού του είδους τη μεταχείριση των γυναικών;

Οι υπερασπιστές της πορνογραφίας υποστηρίζουν ότι οι γυναίκες επιλέγουν να συμμετάσχουν σε ταινίες σεξουαλικής κακοποίησης που είναι η πορνογραφία και, επομένως, εφόσον οι ίδιες συναινέσουν σε αυτή τη σεξουαλική βία ή αν πληρωθούν για αυτήν, δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί σεξουαλική βία. Υπό αυτούς τους όρους οι άνδρες μπορούν να συνεχίσουν να επωφελούνται ή να διεγείρονται σεξουαλικά από τη σεξουαλικοποίηση της κακοποίησης και της ταπείνωσης των γυναικών χωρίς να χρειάζεται να νιώθουν αηδία για αυτό. Όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας Robert Jensen στο «Τέλος της Πατριαρχίας», η υπεράσπιση της «επιλογής» επιτρέπει στους άνδρες και σε μερικές γυναίκες να αποφεύγουν να θέτουν οποιαδήποτε άβολα ερωτήματα στον εαυτό τους «εκτροχιάζοντας κάθε κάλεσμα για κριτική σκέψη σχετικά με τη χρήση της πορνογραφίας».

Ωστόσο, ακόμη και οι έννοιες της επιλογής και της συγκατάθεσης (αν υπάρχουν κατά τρόπο ουσιαστικό) δεν καθιστούν την κριτική ανάλυση περιττή ως διά μαγείας. Δεν μετασχηματίζουν μια βιομηχανία που βασίζεται στον ανθρώπινο πόνο σε μια ηθική επιχείρηση. Πρέπει άραγε να δεχτούμε το επιχείρημα ότι η εκμετάλλευση σε εργοστάσια δεν αποτελεί θέμα, επειδή κάποιοι άνθρωποι με πολύ περιορισμένες επιλογές «επιλέγουν» να δουλέψουν σε αυτά; Ή ότι ο θεσμός της δουλείας είναι κάτι καλό, επειδή δεν ένιωθαν όλοι οι σκλάβοι εκμεταλλευόμενοι; Ότι υπάρχουν γυναίκες που απλά αξίζουν ή επιλέγουν να βιαστούν;

Ο σκόπιμος συγκερασμός της πορνογραφίας με τη σεξουαλική απελευθέρωση επιτρέπει σε όσους/ες την χρησιμοποιούν ή επωφελούνται από αυτήν να φιμώσουν τις αντιτιθέμενες φωνές. Αν η πορνογραφία αντιπροσωπεύει τη σεξουαλική ελευθερία, τότε η αντίθετη άποψη πρέπει να θεωρηθεί ως επιχείρημα για τη σεξουαλική καταστολή. Οι φιλελεύθερες φεμινίστριες που υποστηρίζουν την πορνογραφία έχουν χάψει αυτό το ψέμα, συγχέοντας τη σεξουαλική απελευθέρωση με την απελευθέρωση των γυναικών Όπως επεσήμανε η Sheila Jeffreys, η πλήρης σεξουαλική ελευθερία των ανδρών να κυριαρχούν και να κακοποιούν τις γυναίκες με το πρόσχημα του «σεξ» δεν είναι απελευθερωτικό για τις γυναίκες.

Σε οποιοδήποτε άλλο μέσο, το βίαιο, σεξιστικό και ρατσιστικό περιεχόμενο που είναι χαρακτηριστικό της μέινστριμ πορνογραφίας θα δικαιολογούσε την οργή, αλλά στην πορνογραφία ένα τέτοιο περιεχόμενο έχει το ελεύθερο διότι οποιαδήποτε εξέταση ή ανάλυση σεξουαλικών πρακτικών εξομοιώνεται με καταστολή. Οι γυναίκες που μιλάνε για την πραγματικότητα της πορνογραφίας χλευάζονται ανοιχτά και λοιδορούνται από φιλελεύθερες φεμινίστριες που κάνουν άθελά τους τη δουλειά των πορνογράφων για αυτούς. Το έχω δει να συμβαίνει αμέτρητες φορές και έχω υπάρξει κιόλας σε αυτή τη θέση. Αν και είναι αποκαρδιωτικό, δεν μπορώ να πω ότι με εκπλήσσει ιδιαίτερα όταν οι άνδρες υπερασπίζονται την πορνογραφία. Αλλά όταν το κάνουν οι γυναίκες, οι «θετικές στο σεξ» φεμινίστριες που μας λένε ότι «χρειαζόμαστε μόνο ένα καλό ****», τότε πραγματικά πονάει η ψυχή μου.

Η Andrea Dworkin έχει να πει κάποια επικριτικά λόγια για αυτές τις γυναίκες:

«Όποιες κι αν είναι, ό, τι κι αν νομίζουν ότι κάνουν, το αξιοσημείωτο είναι ότι αγνοούν όσες γυναίκες έχουν κακοποιηθεί, στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν τους νταβατζήδες που ασκούν αυτήν την κακοποίηση. Είναι συνεργάτιδες, όχι φεμινίστριες …

Ασφαλώς η ελευθερία των γυναικών πρέπει να σημαίνει περισσότερα για εμάς από ότι η ελευθερία των νταβατζήδων».

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Huffington Post και μπορείτε να το βρείτε εδώ

μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

 

Διαβάστε ακόμα

Οι πορνοπελάτες-φαντάσματα της Λάρισας έχουν ευθύνη

Ανοιχτό γράμμα από επιζήσασες σεξεμπορίου στις διοργανώτριες της πορείας γυναικών της Washington

Η αγορά του σεξ δεν θα έπρεπε να είναι νόμιμη

 

Share

Tags: ,

Category: Απόψεις-Πολεμική

Comments are closed.