Subscribe via RSS Feed

Category: Αναλύσεις

Διάρθρωση έμφυλου λόγου και άυλη εργασία: η περίπτωση του fashion vlogging

gender and technology4

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

του Ηρακλή Βογιατζή και της Ελένης Γρηγοριάδη 

Έμφυλος Λόγος

Η σχέση λόγου ή/και γλώσσας και φύλου έχει αποτελέσει (και ακόμα φυσικά αποτελεί) σημαντικό πεδίο προβληματισμού και μελέτης για πολλούς τομείς όπως η ανθρωπολογία, η κοινωνιολογία, η ψυχολογία καθώς επίσης και για το φεμινιστικό κίνημα. Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι είχαμε δυο μεγάλες προσεγγίσεις: η μια δίνει έμφαση στο πώς το φύλο αναπαρίσταται από τη γλώσσα και η άλλη μελετά τον τρόπο με τον οποίο τα υποκείμενα (γυναίκες και άντρες) χρησιμοποιούν τη γλώσσα. Με βάση κυρίως αυτούς τους άξονες έχουν διατυπωθεί διαφορετικές προσεγγίσεις κάθε μια από τις οποίες επικεντρώνεται σε μια διαφορετική πτυχή του ζητήματος. Οι κυρίαρχες προσεγγίσεις του φεμινισμού για το ζήτημα αυτό είναι τέσσερις (S.A.Speer, 2005): η σεξιστική γλώσσα, η κοινωνιογλωσσολογική αλληλεπίδραση και η εθνογραφία της επικοινωνίας, κριτικές προσεγγίσεις που αντλούν πληροφορίες από θεωρήσεις όπως ο μεταδομισμός ή η ψυχανάλυση και προσεγγίσεις που αντλούν το περιεχόμενό τους από την εθνομεθοδολογία (Ethnomethodology or EM) και την αναλυτική της συζήτησης (Conversation Analytic or CA).  Πλέον αυτές οι δυο γραμμές θεωρούνται σαν μια και το βάρος έχει δοθεί στον λόγο (discourse) και όχι απλά στη γλώσσα και στις μεμονωμένες λέξεις. Οι δυο πρώτες κατηγορίες αναπτύχθηκαν υπό το φως του πρώτου διαχωρισμού ενώ στη νέα θεώρηση του λόγου (discourse) τοποθετούνται οι δυο τελευταίες.

Λίγο πιο συγκεκριμένα για τις τέσσερις κατηγορίες που αναφέραμε:

1) Σεξιστική Γλώσσα

Η προσέγγιση αυτή έχει σαν αφετηρία τη θεώρηση ότι η γλώσσα αποτελεί ουσιαστικά ένα ιδεολογικό φίλτρο για τον κόσμο, όπως διατυπώθηκε από τους Ehrlich and King (1994) και έχει ως βασικό άξονα μελέτης το πώς το φύλο αναπαρίσταται στη γλώσσα. Σε αυτήν την περίπτωση, στη γλώσσα αντανακλάται μια σεξιστική και ετεροφυλόφιλη μορφή της πραγματικότητας και παράλληλα διαιωνίζεται μέσω αυτής.

2) Κοινωνιογλωσσολογική αλληλεπίδραση και εθνογραφία της επικοινωνίας

Η γραμμή μελέτης εδώ βρίσκεται στο πώς τα υποκείμενα χρησιμοποιούν τη γλώσσα. Η έμφαση δίνεται στη σχέση φύλου, γλώσσας και πολιτισμού και έχει τις ρίζες της στην ανθρωπολογία και στη γλωσσολογία. Η διαφορά στη χρήση της γλώσσας οφείλεται, σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, σε δημογραφικά και μακροκοινωνικά χαρακτηριστικά όπως η τάξη, το φύλο και το πλαίσιο στο οποίο γίνεται η εκφορά μιας πρότασης. Συμπληρωματικά, η εθνογραφία της επικοινωνίας παίρνει ως βασικά χαρακτηριστικά για την κατανόηση της χρήσης της γλώσσας την εθνικότητα, την κοινωνική τάξη και το πλαίσιο εκφοράς. Οι μελετητές εδώ, εστιάζουν είτε σε πολιτισμικές ομάδες εκτός του δυτικού πολιτισμού είτε σε ομάδες του δυτικού πολιτισμού οι οποίες αποτελούνται από μειονότητες.

3) Κριτικές προσεγγίσεις που αντλούν πληροφορίες από θεωρήσεις όπως ο μεταδομισμός ή η ψυχανάλυση

Γενικά πρόκειται για μια πολιτικά προσανατολισμένη (αριστερή ή σοσιαλιστική κατά κύριο λόγο) και «από πάνω προς τα κάτω» ιδεολογία. Οι μελετητές που την ασπάζονται επικεντρώνονται στις έννοιες της εξουσίας, της ιδεολογίας και του εαυτού, με τις έρευνές τους να διεξάγονται σε ευρεία κοινωνικά συστήματα. Δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη συστατική δύναμη του λόγου (constitutive power of discourse) και βασικός στόχος τους είναι ο προσδιορισμός των ευρύτερων συστημάτων νοήματος (broad meaning systems).

4) Προσεγγίσεις που αντλούν το περιεχόμενό τους από την εθνομεθοδολογία και την αναλυτική της συζήτησης

Αυτή η προσέγγιση πρόκειται για ένα συνδυασμό της εθνομεθοδολογίας και της αναλυτικής της συζήτησης (conversation analytic). Η εθνομεθοδολογία έχει σαν κύριο συστατικό μελέτης τις μεθόδους των μελών (members’ methods) τις οποίες θεωρεί ως συγκεκριμένες (και αλγοριθμοποιημένες θα λέγαμε) διαδικασίες τις οποίες ακολουθούν τα δρώντα υποκείμενα προκειμένου να φέρουν εις πέρας τις διάφορες υποθέσεις της καθημερινής ζωής στις οποίες εμπλέκονται. Οι μελετητές που υιοθετούν αυτήν την άποψη θεωρούν πως η κοινωνική τάξη επιτυγχάνεται εξαιτίας του ότι τα δρώντα υποκείμενα ενεργούν σύμφωνα με ένα εσωτερικό σύστημα περιορισμού των κοινωνικών κανονικοτήτων. Σε αντίθεση με αυτή την οπτική, η αναλυτική της συζήτησης επικεντρώνεται στην in situ οργάνωση της επαφής των υποκειμένων και στην τοπική παραγωγή της τάξης. Οι υποστηρικτές αυτής της ανάλυσης θεωρούν τα υποκείμενα ως ενεργά μέλη τα οποία μάλιστα παράγουν και καθορίζουν την τάξη καθώς αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.

Όλα αυτά επικρατούσαν μέχρι και τα τέλη του 20ου αιώνα όπου οι κριτικές ή/και αναλύσεις γίνονταν υπό το πρίσμα των φεμινιστικών θεωριών κατά κύριο λόγο. Στο σήμερα όμως, φαίνεται να έχει διαφοροποιηθεί αρκετά ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο φεμινισμός από ένα μεγάλο κοινωνικό σύνολο, και ένα νέο ‘φαινόμενο’ που καλείται «μεταφεμινισμός» έχει αναδυθεί. Η σύστασή του είναι εξαιρετικά ετερόμορφη μιας και μπορεί κανείς να βρει τελείως διαφορετικές, έως και αντιφατικές ίσως, απόψεις. Ο μεταφεμινισμός μπορεί να ανιχνευθεί και να κατανοηθεί καλύτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα οποία έχουν πλέον κυρίαρχο ρόλο στη ζωή πολλών ανθρώπων. Μεταξύ άλλων, ένα χαρακτηριστικό που μπορεί να μελετηθεί είναι ο λόγος που υιοθετείται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και στην περίπτωσή μας πώς οι fashion vloggers χρησιμοποιούν τις λέξεις στα διάφορα video που ανεβάζουν. Λίγο πιο αναλυτικά:

Μεταφεμινισμός στα μέσα

Σύμφωνα με την Gill, ο μεταφεμινιστικός λόγος που πλέον κυριαρχεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χαρακτηρίζεται τόσο από φεμινιστικές όσο και από αντιφεμινιστικές θέσεις, γεγονός που θα μπορούσε να πει κανείς ότι δημιουργεί μια σύγχυση, το λιγότερο. Πρόκειται για ένα λόγο ο οποίος δομείται, συνυπάρχει και προωθεί ανισότητες οι οποίες εντοπίζονται στην εθνικότητα, την τάξη, τη φυλή, την ηλικία αλλά και φυσικά το φύλο (Gill, 2007). Η θηλυκότητα πλέον προωθείται ως μια σωματική ιδιότητα και όχι ως μια κοινωνική ή ψυχολογική κατασκευή. Ένα σέξι γυναικείο σώμα παρουσιάζεται κάτι που κάθε σύγχρονη γυναίκα οφείλει να έχει. Πρόκειται για ένα μέσο επιβολής δύναμης, βρίσκεται σε συνεχή επιτήρηση και κριτική και ως εκ τούτου οφείλει να εναρμονίζεται με τα πρότυπα που προωθούνται. Αυτό φυσικά δεν συμβαίνει με το αντρικό σώμα. Παράλληλα, η σεξουαλικοποίηση του πολιτισμού παίζει νευραλγικό ρόλο στην παραπάνω θεώρηση. Πολλά περιοδικά για παράδειγμα, παρουσιάζουν τις γυναίκες ως πλάσματα που έχουν ανάγκη για συνεχή προσοχή, φροντίδα και που το μόνο πράγμα που τις απασχολεί είναι πώς θα γίνουν ποθητές για τον άντρα. Η εικόνα που δημιουργείται για τις γυναίκες αποτελείται από συνεχή αναζήτηση για ηδονή και φυσικά πρόκειται για ετερόφυλα υποκείμενα που επιδιώκουν την σεξουαλική ικανοποίηση του άντρα ενώ παράλληλα πρέπει να είναι υπεύθυνες οι ίδιες για την αντισύλληψη και την πρόληψη για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Η γυναίκα δεν είναι πλέον ένα αντικείμενο με παθητικό ρόλο αλλά η δράση της είναι πιο ενεργή μιας και η ίδια φαίνεται να προωθεί τον εαυτό της όπως περιγράφηκε παραπάνω. Ακόμη, θα πρέπει να αναφέρουμε πως μέσα από τα μέσα φαίνεται πως όλα τα παραπάνω αποτελούν ελεύθερες ατομικές επιλογές της γυναίκας και οι οποίες μάλιστα της προσδίδουν ένα είδος δύναμης. Βέβαια, αυτές οι ελεύθερες ατομικές επιλογές έρχονται με κάποιο κόστος. Το κόστος είναι η αυτοεπιτήρηση, η αυτοπαρακολούθηση και η αυτοπειθαρχία στις οποίες υποχρεώνονται πλέον οι γυναίκες. Όλα αυτά συνιστούν απαραίτητα συστατικά για μια επιτυχημένη θηλυκότητα. Οι γυναίκες πρέπει να ελέγχουν συνεχώς το μακιγιάζ τους, τις θερμίδες που καταναλώνουν προκειμένου να μένουν στο ‘κανονικό’ τους βάρος, ακόμη πρέπει να ακολουθούν τις συμβουλές για το πώς θα μαγειρέψουν το τέλειο φαγητό, ‘τα πέντε απλά βήματα για να αποκτήσουν τον άντρα των ονείρων τους’ και πολλά άλλα που μπορεί κανείς να βρει σε πληθώρα άρθρων τόσο σε περιοδικά όσο και σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Όπως έχει τονιστεί ήδη στο κείμενο, η θηλυκότητα είναι μια σωματική ιδιότητα και η οποία θα πρέπει να ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένες νόρμες. Αυτό συνεπάγεται τη δημιουργία μιας ανάγκης για αλλαγή· μια ολοκληρωτική αλλαγή (extreme makeover). Πολλές τηλεοπτικές σειρές φτιάχνονται με σκοπό να αλλάξουν ριζικά την εμφάνιση της γυναίκας. Η αλλαγή περιλαμβάνει την ενδυμασία, το μακιγιάζ, τα μαλλιά ακόμα και το βάρος ορισμένες φορές. Το γεγονός αυτό ενισχύει ή/και προωθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο θηλυκότητας στο οποίο οι γυναίκες θα πρέπει να προσαρμοστούν.

Οι γυναίκες είναι πλέον ίσες με τους άντρες μιας και πλέον ψηφίζουν, δουλεύουν και γενικά μπορούν να κάνουν ό,τι και ένας άντρας. Ο μεταφεμινισμός αφαιρεί κατά κάποιον τρόπο από το κίνημα κάθε είδους πολιτική συνιστώσα μιας και η έμφαση πλέον δίνεται στην ατομικότητα και όχι στη συλλογικότητα (βασικό συστατικό κάθε πολιτικής θεώρησης) καθώς επίσης και η ισότητα έχει πια επιτευχθεί. Φυσικά αυτό συμβαίνει σε συνδυασμό με το γεγονός πως δε γίνεται κάποια ουσιαστική αναφορά στην πολιτική διάσταση του φαινομένου παρά μόνο τονίζεται η θηλυκότητα ως ιδιότητα του σώματος και τίποτα παραπάνω και την οποία μάλιστα οφείλει να έχει κάθε γυναίκα εντός ορισμένου πλαισίου πάντα. Παράλληλα το στοιχείο της ειρωνείας που διαποτίζει οποιαδήποτε έκφραση σεξισμού ή/και ομοφοβίας καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την αναγνώριση αυτών αφενός και την αντίδραση αφετέρου. Θεωρείται τρόπον τινά δεδομένο πως οι γυναίκες έχουν κερδίσει τον αγώνα τους, κανείς δεν τις αμφισβητεί και η οποιαδήποτε υποτιμητική αναφορά σε αυτές είναι απλώς ‘πλάκα’.

Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε την ενίσχυση του δίπολου άντρας – γυναίκα / αρρενωπότητα – θηλυκότητα με όρους τόσο φυλετικούς όσο και φυσικούς, κάτι το οποίο μας πηγαίνει πίσω αρκετές δεκαετίες. Σε αυτό καταλυτικό ρόλο έχει παίξει η ραγδαία ανάπτυξη της εξελικτικής ψυχολογίας από τη μια και η εμφάνιση της γενετικής επιστήμης από την άλλη. Το αποτέλεσμα είναι ότι πλέον έχουμε στραφεί στην ύπαρξη και σημασία διαφόρων γονιδίων που καθορίζουν τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων. Επιπλέον, υπάρχει μια (άλλοτε σιωπηρή και άλλοτε εμφανής) υποτίμηση της διαμάχης μεταξύ αντρών και γυναικών μέσω της υποτίμησης του φεμινισμού. Πολλοί αναρωτιούνται προς τι αυτή η διαμάχη  μεταξύ των δυο φύλων από τη στιγμή που το φεμινιστικό κίνημα είναι ισχυρό και μάλιστα έχει καταφέρει πολλά; Η απάντηση είναι φυσικά πολύ απλή και βρίσκεται στην εκ γενετής διαφορά των δυο φύλων η οποία είναι φυσικά αδύνατο να αλλάξει. Έτσι αντί να την αρνούμαστε αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να τη δεχτούμε (Gill 2006, 2007).

Θα μπορούσε να πει κανείς πως ο φεμινισμός βρίσκεται παντού στα μέσα. Μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας δεν έχει πρόσβαση στο φεμινιστικό λόγο πέραν των μέσων και ως εκ τούτου καταλήγουν να συνεισφέρουν σε μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση άποψης γύρω από το ζήτημα. Για όλους του λόγους που αναλύθηκαν παραπάνω ο φεμινισμός φαίνεται να δέχεται επίθεση ουσιαστικά από τον ίδιο του τον εαυτό. Ο μεταφεμινισμός μοιάζει να αποτελείται από ένα φεμινιστικό περιτύλιγμα με αντιφεμινιστικό περιεχόμενο κάτι το οποίο εκδηλώνεται ιδιαίτερα στα μέσα.

Δουλεύοντας στο YouTube

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες αναπτύσσεται ένα σώμα ιδεών, το οποίο ασχολείται με τις αλλαγές που επιφέρει η ψηφιακότητα στην εργασία. Μια από τις βασικές έννοιες ανάλυσης, αυτής της συζήτησης για την φύση των μετά- βιομηχανικών κοινωνιών είναι αυτή της άυλης εργασίας. Στη παρούσα εργασία θα χρησιμοποιήσουμε, κριτικά, την έννοια της άυλης εργασίας του Maurizzio Lazzarato επεκτείνοντας την με την ανάλυση των Mark Cote και Jeniffer Pybus για την Άυλη Εργασία 2.0 στη νέα συνθήκη του Παγκόσμιου Ιστού, προκειμένου να προσεγγίσουμε την περίπτωση των fashion vloggers. Οι ακαδημαϊκοί διάλογοι περί άυλης εργασίας είναι εκτενείς, όμως δεν είναι σκοπός αυτής της εργασίας η ανάλυση τους. Παρά τις κριτικές που έχουν δεχθεί οι έννοιες αυτές, κατά την γνώμη μας, θεμελιώνουν ένα θεωρητικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορούμε να αναλύσουμε τα χαρακτηριστικά της εργασίας των vloggers καθώς και τη συναισθηματική και οικονομική σχέση που δομούν με το κοινό, χρησιμοποιώντας τον έμφυλο λόγο.

Μια νέα μορφή εργασίας η οποία αναδύεται μέσα στα δίκτυα του Παγκόσμιου Ιστού είναι αυτή των fashion vloggers. Στην συνέχεια θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο οι fashion vloggers δουλεύουν και παράγουν το περιεχόμενο τους, το οποίο δεν είναι άλλο από το Youtube. Η πλατφόρμα του Youtube συνιστά το κατεξοχήν εργαλείο για την δημιουργία vlog και αποτελεί τον χώρο μέσα στον οποίο παράγουν, διαμοιράζουν και τελικά μετατρέπουν σε αξία, τα ιστολόγια τους οι vloggers. Οι τρόποι με τους οποίους οι δημιουργοί μετατρέπουν σε εισόδημα τις προτιμήσεις, τα γούστα και τις συναισθηματική οικειότητα που δημιουργούν με το κοινό τους αφορούν την σφαίρα της διαφήμισης. Οι fashion vloggers έχουν τρεις πηγές εσόδων 1. τις διαφημίσεις του Youtube 2. τη χρηματοδότηση από συγκεκριμένες εταιρίες για την προώθηση των προϊόντων τους 3. έσοδα από σειρές προϊόντων που φέρουν την επωνυμία τους και τα οποία πωλούν. Τα έσοδα των διαφημίσεων δεν είναι σταθερά και εξαρτώνται από διαφορετικούς παράγοντες. Σημαντικό είναι να τονίσουμε πως δεν υπολογίζονται με βάση τις επισκέψεις των βίντεο. Πολλές επισκέψεις στο βίντεο ή πολλοί συνδρομητές στο κανάλι ενός vlogger δεν μεταφράζονται αυτόματα σε πολλά χρήματα γι’ αυτούς.

Θα παρουσιάσουμε πολύ συνοπτικά την πολιτική οικονομία του Youtube (Wasko&Erickson 2009) και τους όρους με τους οποίους καλούνται οι fashion vloggers να εργαστούν. Το σύστημα είναι απλό και συγκροτείται από ένα τρίπτυχο, τους διαφημιστές, τους vloggers και το YouTube, το οποίο διαιτητεύει τις συναλλαγές. Ο κάθε διαφημιστής πληρώνει για να προβάλλει τις διαφημίσεις με βάση μια μονάδα μέτρησης: το Κόστος ανά Χιλιάδα (Cost Per Mille ή CPM). Το CPM είναι το ποσό που πληρώνει ο διαφημιστής ανά χίλιες εντυπώσεις της διαφήμισης στο βίντεο. «Εντύπωση» ονομάζεται μια πλήρης προβολή διαφήμισης (Pinsky 2014). Συνήθως οι διαφημίσεις έχουν τη μορφή μικρών βίντεο διάρκειας 30 δευτερολέπτων, τα οποία προβάλλονται πριν την έναρξη του περιεχομένου που θέλει να δει ο χρήστης ή παρεμβάλλονται στο περιεχόμενο που ήδη παρακολουθεί. Το ύψος του CPM εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, για παράδειγμα αυξάνεται τις περιόδους των διακοπών, όταν οι αγορές είναι εντονότερες. Επίσης το CPM εξαρτάται από το είδος του προϊόντος, για παράδειγμα το CPM για διαφημίσεις σπιτιών είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο για φαγητό. Μια μέση τιμή, χωρίς να είναι ενδεικτική, που προέκυψε από την έρευνα μας στο διαδίκτυο είναι περίπου $7,68 ανά CPM

Όμως, ένα μικρό ποσοστό των χρηστών του περιεχομένου δημιουργεί «εντυπώσεις», μόλις το 15% δεν επιλέγει να αποφύγει τις διαφημίσεις. Οι παραγωγοί περιεχομένου προκειμένου να υπολογίσουν τα έσοδα τους χρησιμοποιούν μια διαφορετική μονάδα μέτρησης το eCPM (effective CPM). Το αποτελεσματικό Κόστος Ανά Χιλιάδα είναι το ποσό χρημάτων που λαμβάνουν ανά 1000 προβολές του βίντεο που έχουν δημιουργήσει (Pinsky 2014). Η τιμές των CPM και eCPM, τα τελευταία χρόνια, έχουν πτωτικές τάσεις καθώς όσο περισσότεροι vloggers μπαίνουν στην «αγορά» τόσο απλώνεται το διαθέσιμο κεφάλαιο. Η λύση για να ανταπεξέλθουν οι παραγωγοί περιεχομένου σε αυτή την πτωτική τάση είναι όλο και πιο εντατικοί ρυθμοί εργασίας, όλο και πιο συχνά και ποιοτικά βίντεο (Calacanis 2013). Οι υπολογισμοί και οι πληρωμές γίνονται αυτόματα όταν ο vlogger εγγραφεί στην υπηρεσία AdSense, η οποία διαχειρίζεται τις διαφημίσεις. Το ποσό που «παράγουν» οι διαφημίσεις μοιράζεται ανάμεσα στα δύο εμπλεκόμενα μέρη. O παραγωγός του περιεχομένου παίρνει 68% του ποσού των διαφημίσεων. Για κάθε 100$ που παράγει ο vlogger λαμβάνει τα 68$ (Google 2017).

Από το 2012 η εταιρία έθεσε σε χρήση ένα απλούστατο μοντέλο διεπαφής παραγωγών περιεχομένου και διαφημιστών, το οποίο προκάλεσε τον «πυρετό του χρυσού» στο Youtube: Οι δημιουργοί με το πάτημα ενός κουμπιού αποδέχονται την προβολή διαφημίσεων στο περιεχόμενο τους με αντάλλαγμα ποσοστό επί των κερδών. Σύμφωνα με τους New York Times εκατομμύρια τέτοιοι συνεργάτες προσπαθούν να εργαστούν ως vloggers: «από μεγάλες επιχειρήσεις με αποθήκες μέχρι ερασιτέχνες μάγειροι σε μικρές κουζίνες στην Βραζιλία» (Kaufman 2014). Η Google στέλνει το μήνυμα: ελάτε στο youtube, προσελκύστε το κοινό και βγάλτε χρήματα. Στην κορυφή αυτού του σχήματος βρίσκονται διάσημοι vloggers όπως η Ζoella που τον Ιούλιο του 2017 είχε 11 εκατομμύρια εγγεγραμμένους ακολούθους στο κανάλι της ή ο PewDiePie με 56 εκατομμύρια, με τα έσοδα τους να ξεπερνούν τα 4 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο. Δεν θα ήταν υπερβολή να παρομοιάσουμε τη έξαψη του κινήματος των vloggers με τον πυρετό του χρυσού στην μετεμφυλιακές Η.Π.Α στα τέλη του 19ου αιώνα. Youtubers απ’ όλο τον κόσμο συρρέουν στην πλατφόρμα προκειμένου να εξασφαλίσουν γρήγορα από το σαλόνι του σπιτιού τους, μεγάλα εισοδήματα. Η πραγματικότητα όμως δεν είναι τόσο αστραφτερή για όλους. Όπως η Καλιφόρνια δεν έγινε η γη της επαγγελίας για του φτωχούς Αμερικανούς που συνέρρεαν σε αυτή- το αντίθετο μάλιστα έγινε τόπος μόχθου- έτσι και το youtube λειτουργεί ως πλατφόρμα που εκατομμύρια vloggers δουλεύουν ατελείωτες εργατοώρες όμως ελάχιστοι μπορούν όντως να βιοποριστούν από αυτή την εργασία. Η ίδια η εταιρία παραδέχεται πως ανάμεσα στα εκατομμύρια κανάλια μόνο μερικές χιλιάδες μπορούν να φτάσουν εξαψήφιο νούμερο στα κέρδη τους (Kaufman 2014).

 

 

Share

21 Γενάρη: δύο πορείες, δύο κόσμοι

6

του Φύλου Συκής

Αν σας έχουν πεταχτεί τα μάτια έξω από την παρέλαση τόσων μακεδονομάχων στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης με αφορμή την ονομασία της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, ρίξτε μια ματιά στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, όπου δεκάδες χιλιάδες γυναίκες και σύμμαχοί τους έδωσαν το παρόν στη μεγάλη διαδήλωση για τον ένα χρόνο από την ορκομωσία του Τραμπ στην Ουάσινγκτον, καθως και σε πολλές άλλες πόλεις. Από τη μια σκοταδισμός, ματσίλα και εθνικισμός (και κακογουστιά εδώ που τα λέμε) και από την άλλη ανεκτικότητα και ελπίδα.

Οπότε αν κι εσάς μαγκώνεται η καρδιά σας αντικρίζοντας αυτές τις εικόνες…

This slideshow requires JavaScript.

 

… ρίξτε μια ματιά παρακάτω να ισιάξετε:

This slideshow requires JavaScript.

Share

My dress is not a yes! Η Sabbat απαντά στο μισογύνικο άρθρο του Βίδου

my dress is not a yes

Μια οφειλόμενη απάντηση

Ο Κοσμάς Βίδος, που από την στήλη του στο ΒΗΜΑgazino κατακεραύνωνε την επιλογή των γυναικών να φορέσουν ζεστά παπούτσια το χειμώνα και τις καλούσε να κυκλοφορούν με γόβες -προσεκτικά καθαρισμένες ώστε να μη φαίνεται η λάσπη από την βροχή, βρίσκει φιλόξενο απάγκιο σε όλα τα έντυπα του νεοφιλελευθερισμού και του νεοσυντηριτικού χιπστερισμού. Σε πρόσφατο άρθρο του στο Protagon αυτός ο διαβόητος μισογύνης πήρε τη θέση που περιμέναμε και στην υπόθεση των αποκαλύψεων των περιστατικών σεξουαλικής παρενόχλησης στο Hollywood, δίνοντας μαθήματα mansplaining για ακόμη μία φορά.

Στο συγκεκριμένο άρθρο υποστηρίζει ότι το δικαίωμα – ή όχι – των ηθοποιών του Hollywood να καταγγείλουν την σεξιστική βία και παρενόχληση εξαρτάται από το πόσο μέτρα ύφασμα φοράνε, αν το ντεκολτέ τους είναι βαθύ και αν είναι τα τακούνια τους ψηλά. Φαίνεται, λοιπόν, πως οι γυναίκες έχουν δικαίωμα να μιλάνε υπό προϋποθέσεις. Σύμφωνα με τον Βίδο, αν μια γυναίκα ντύνεται, κατά αυτόν, “προκλητικά” αποδέχεται το ρόλο της ως σεξουαλικό αντικείμενο και τίποτα παραπάνω, και άρα δεν έχει δικαίωμα να μιλήσει. Μα και εκείνες που μίλησαν βρέθηκαν κατηγορούμενες στο χαοτικό και κυριαρχικό πατριαρχικό του ντελίριο γιατί δεν μίλησαν εγκαίρως. Τελικά, κύριε Βίδο, υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε καλά ή καλά θα κάνουμε να σωπάσουμε επιτέλους;

Απαντώντας κωδικά – καθώς δεν του αξίζει ούτε ένα λεπτό παραπάνω από τον πολύτιμο χρόνο μας.

My dress is not a yes!

Μία από τις πλέον βασικές πλευρές της κουλτούρας του βιασμού και του σεξισμού είναι η αντίληψη πως οι γυναίκες που ντύνονται “προκλητικά”, σύμφωνα με τα θρησκευτικά και πατριαρχικά ήθη -γιατί στην πραγματικότητα δεν έχει τίποτα το προκλητικό το γυμνό ανθρώπινο σώμα, είναι “τσούλες” και άρα τα “γυρεύει ο κώλος τους”. Στο άρθρο αναπαράγεται με τον πιο χυδαίο τρόπο η αντίληψη αυτή που υποστηρίζει ότι η σεξουαλικότητα της γυναίκας υποβιβάζει την αξία της ως ον. Για να έχει δικαίωμα να ακουστεί πρέπει να ευθυγραμίζεται με τις στυλιστικές και ηθικές απόψεις του κάθε Κοσμά Βίδου. Με την ίδια λογική, βέβαια, είναι το μήκος της φούστας μας ο κυρίαρχος παράγοντας για το αν θα πέσουμε θύματα βιασμού ή σεξουαλικής παρενόχλησης και στο κάτω κάτω φταίμε εμείς για τον σεξισμό που δεχόμαστε, και όχι το σύστημα που τον αναπαράγει.

Δεν δεχόμαστε υποδείξεις από τους (εν δυνάμει) δράστες των παραβιαστικών, σεξιστικών συμπεριφορών ως προς το πότε και πως θα μιλήσουμε!

Οι δολοφονημένες από άντρες, πατεράδες και συντρόφους αδερφές μας, οι κακοποιημένες με χίλιους τρόπους αδερφές μας, δεν σας το επιτρέπουν. Το πλαίσιο της πατριαρχίας επιβάλλει και ενισχύει το νόμο της σιωπής γύρω από την καταπάτηση του συνόλου των δικαιωμάτων των γυναικών, σιωπή από την οποία κομίζει οφέλη το κεφάλαιο και οι άντρες. Η βία που ασκείται στα σώματα και στη σκέψη μας είναι καθημερινή και παγκόσμια. Για να σπάσουμε τη σιωπή και να μιλήσουμε είναι αναγκαία η δύναμη που αντλούμε από τη συλλογικότητα. Η επάνοδος των φεμινισμών, που διεκδικεί ξανά και ξανά την απελευθέρωση και τη χειραφέτηση του μισού πληθυσμού των ανθρώπων, προσφέρει το πλαίσιο για την άρνηση της καταπίεσης.

Το γνωρίζουμε ότι απειλούνται τα προνόμια σας, κύριε Βίδο. Προνόμια που πηγάζουν από το φύλο σας, τη φυλή σας και την τάξη σας. Και σας διαβεβαιούμε ότι θα απολαύσουμε την ημέρα που δεν θα έχετε κανένα.

Sabbat – Burn the Rich not the Witch.

Στο link το επίμαχο άρθρο (εδώ). Η απάντησή μας έχει σταλεί στο protagon με την απαίτηση να δημοσιευτεί.

Πηγή: Sabbat – Burn the Rich not the Witch

 

 

Share

Εμπειρίες γυναικών: η χρήση της γυναικολογικής καρέκλας

gender and technology3

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

της Αντιγόνης Λαζοπούλου

Σε μια προσπάθεια κατανόησης του γυναικείου βιώματος κατά την γυναικολογική εξέταση, επιλέξαμε να εστιάσουμε στην μελέτη της γυναικολογικής καρέκλας, την οποία στο σύνολο της εργασίας την προσεγγίζουμε ως τέχνημα. Θέτοντας ως βασικό σημείο αναφοράς τις μεθοδολογικές και θεωρητικές αφετηρίες των Σπουδών Επιστήμης, Τεχνολογίας, Κοινωνίας αλλά και της Κοινωνιολογίας της επιστημονικής γνώσης και τις προσεγγίσεις της Κοινωνικής Κατασκευής της Τεχνολογίας, η αναζήτηση του νοήματος του τεχνήματος της γυναικολογικής καρέκλας θα αναζητηθεί στην ετερογένεια των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων και στις κοινωνικότητες που αυτό εγγενώς εμπεριέχει.

Ο L. Winner στο άρθρο του «Do artifacts have politics», χρησιμοποιώντας ως μεθοδολογία την μελέτη περιπτώσεων από το πεδίο της ιστορίας της τεχνολογίας, επιχειρηματολογεί ότι τα τεχνουργήματα περιέχουν εγγενώς πολιτικές ποιότητες, δηλαδή συγκεκριμένες μορφές εξουσίας και ισχύος, με σκοπό να καταδείξει τα κοινωνικοοικονομικά συστήματα τα οποία εγγράφουν στο εσωτερικό τους καθώς και τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώθηκε ο σχεδιασμός, η ανάπτυξη αλλά και η χρήση τους. Με τον όρο τεχνολογία, εννοεί οποιοδήποτε μοντέρνο πρακτικό τεχνούργημα, διάταξη και σύστημα, ενώ με τον όρο πολιτική τις διαπραγματεύσεις εξουσιών και ισχύος.

Σκοπός λοιπόν της παρούσας μελέτης, είναι η ανίχνευση και ανάδειξη των κοινωνικοτήτων και κοινωνικών σχέσεων που αποτυπώνονται στον σχεδιασμό και χρήση της γυναικολογικής καρέκλας και καθορίζουν και νοηματοδοτούν το γυναικείο βίωμα. Έτσι σε ένα πρώτο επίπεδο, θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε συνοπτικά την σχετική συζήτηση όπως αυτή προκύπτει από την σύγχρονη διεθνή βιβλιογραφία, στην συνέχεια θα εστιάσουμε στην ανάδειξη της σχέσης  του σχεδιασμού της γυναικολογικής καρέκλας και της επιτελεστικότητας του φύλου, ενώ στο τελευταίο μέρος, θα συζητήσουμε τα αποτελέσματα της περιορισμένης έρευνας μέσω ερωτηματολογίου που πραγματοποιήσαμε κατά την συγγραφή της εργασίας.

Μέρος Α’

Στο άρθρο «Women’s Experiences of Pelvic Examination: An Interview Study» (Oscarsson M. et. al.: 2009) παρατίθεται το ζήτημα της έκθεσης του γυναικείου σώματος κι η δυσκολία της γυναίκας να αποχωρήσει από τη γυναικολογική καρέκλα ακόμη κι όταν νιώθει άβολα και πρέπει να υπερασπιστεί το σώμα της απέναντι στην κριτική του γιατρού. Ένα εξίσου σημαντικό σημείο πέρα από το φύλο του γιατρού, το οποίο παίζει καθοριστικό ρόλο, είναι η διαδικασία στην οποία υποβάλλεται η γυναίκα πριν την επίσκεψη, όπου καλείται να καθαρίσει το σώμα της εξ αιτίας της επερχόμενης εξέτασης και να επιλέξει συγκεκριμένα ρούχα που θα εξυπηρετήσουν το γυναικολογικό έλεγχο. H επίσκεψη στο γυναικολόγο μετατρέπει το γυναικείο σώμα σε πρόβλημα που μπορεί να λυθεί, να αναλυθεί και να αξιολογηθεί αντικειμενικά, γεγονός που καθιστά το βίωμα των γυναικών «προβληματικό», ενώ ταυτόχρονα η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ ασθενή – γιατρού αναδεικνύεται σε παράγοντα κομβικής σημασίας.

Στο άρθρο «Women’s experiences of the gynecologic examination: factors associated with discomfort» (Hilden M. et. al.: 2003) γίνεται σαφές πως ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα και τις σεξουαλικές εμπειρίες των ασθενών αλλάζει και διαμορφώνεται η εμπειρία της επίσκεψης. Το αίσθημα άγχους και ντροπής συνδέεται τις περισσότερες φορές είτε με ανατομικές ιδιαιτερότητες ή έλλειψη εμπειρίας από τη συγκεκριμένη διαδικασία, είτε με περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης τα οποία οι ασθενείς δε συζητούν με το γιατρό. Ταυτόχρονα στη μελέτη αυτή επαναδιατυπώνεται ο φόβος για την κριτική που μπορεί να υποστεί η ασθενής από το γιατρό για το σώμα της ή/και τη σεξουαλική της ζωή.

Τέλος, στο άρθρο με τίτλο: «Gender and the Gynecological Examination: Women’s Identities in Doctors’ Narratives» (Galasinski D. et. al.: 2007) οι συγγραφείς υπογραμμίζουν πως η βιβλιογραφία δίνει έμφαση στο φύλο του γιατρού, δεν δίνεται όμως έμφαση στο φύλο της ασθενούς. Φαίνεται μάλιστα πως δεν υπάρχει καθόλου χώρος στο ιατρείο για το φύλο κι οι γυναίκες φαίνεται συστηματικά να απο-σεξουαλικοποιούνται κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Το βασικό επιχείρημα του άρθρου είναι ότι το φύλο της ασθενούς όχι μόνο απουσιάζει αλλά κατασκευάζεται από τον άντρα γυναικολόγο την ίδια στιγμή που αυτός κατασκευάζει το δικό του.

Μέρος Β’

Το αρνητικό βίωμα των γυναικών στη διάρκεια της γυναικολογικής εξέτασης έχει συσχετιστεί στην βιβλιογραφία και με το σχεδιασμό της γυναικολογικής καρέκλας. Στο άρθρο «The Androchair: Performing Gynaecology through the Practice of Gender Critical Design» (Ehrnberger K. et. al.:2017) συσχετίζουν το βίωμα και την καρέκλα με την επιτελεστικότητα του φύλου, καθώς και μια διατύπωση εναλλακτικής μορφής του τεχνουργήματος, τονίζοντας πως παρά τις συνεχείς απαιτήσεις στο πεδίο του design το συγκεκριμένο τεχνούργημα δεν έχει αμφισβητηθεί εδώ και 100 χρόνια.

Ξεκινώντας από την παραδοχή ότι η επιστήμη της γυναικολογίας είναι εγγενώς έμφυλη πρακτική καθώς βασίζεται στην εξουσία των αντρών πάνω στα γυναικεία σώματα υιοθετούμε την θέση των συγγραφέων ότι το design της καρέκλας οφείλει να προσληφθεί ως μία συνεχής κοινωνική διαδικασία που φτάνει πέρα από την υλικότητα και εγγράφει αφηγήσεις σχετικές με το ποιος έχει εξουσία και ποιος όχι.

Οι έννοιες του doing genderκαι της επιτελεστικότητας του φύλου όπως προτείνεται από την Butler, αποτελούν βασικά στοιχεία του επιχειρήματος των συγγραφέων σχετικά με το φύλο, την γυναικολογική εξέταση και το τεχνούργημα. Μέσω αυτών προσεγγίζεται η έννοια του φύλου όχι ως κάτι που «είναι», αλλά ως κάτι που κατασκευάζεται, διατηρείται και μετασχηματίζεται κοινωνικά. Παράλληλα η έννοια της επιστελεστικότητας του φύλου παρέχει έναν τρόπο κατανόησης των άκαμπτων ρυθμιστικών πλαισίων που καθοδηγούν τις πράξεις του υποκειμένου. Η τακτική επίσκεψη στο γυναικολόγο είναι μία πράξη κατά την οποία επιτελείται το φύλο. Καθώς η υλικότητα κατευθύνει τις πράξεις και τις σκέψεις μας, η γυναικολογική καρέκλα είναι μία υλικότητα που συμβάλλει στο κανονιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δρούμε ως υποκείμενα. Έτσι, εάν η γυναικολογική εξέταση αντιμετωπιστεί ως μία παράσταση που αποτελείται από την ασθενή, τις υλικότητες (καρέκλα, εργαλεία), το σκηνικό του γυναικολογικού γραφείο, μπορούμε να φανταστούμε ότι οι πολλαπλές αλληλεπιδράσεις των παραπάνω μπορούν να καταλήξουν σε πολλαπλές αφηγήσεις.

Οι συγγραφείς εστιάζουν στα βιώματα των γυναικών που σχετίζονται με την χρήση της καρέκλας διαβάζοντας το design ως οπτική γλώσσα, με σκοπό την αποδόμησή του και την ανάδειξη των ιεραρχικών και έμφυλων αξιών που το συγκροτούν. Η μεθοδολογία που ακολουθούν βασίζεται στις συνεντεύξεις χρηστών της γυναικολογικής καρέκλας, δηλαδή γυναίκες ασθενείς και ιατρικό προσωπικό. Ταυτόχρονα, παίρνουν συνεντεύξεις από άντρες ασθενείς κι ιατρικό προσωπικό αναζητώντας την εμπειρία εκείνη που θα μπορούσε να συγκριθεί με την γυναικολογική εξέταση.

Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η εξέταση αυτή είναι η εξέταση για τον προστάτη, και κατασκευάζουν μία καρέκλα Androchair που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εξέταση αυτή. Η καρέκλα, είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να μεταφέρει στον ασθενή τις δυσάρεστες εμπειρίες που έχουν αναφέρει οι ερωτηθείσες γυναίκες, όπως είναι η δυσκολία ισορροπίας στην άκρη της καρέκλας, ο περιορισμός των κινήσεων κι η αδυναμία παρέμβασης κατά τη διάρκεια της εξέτασης.

Τα αποτελέσματα της έρευνας καθώς κι η ίδια η καρέκλα παρουσιάστηκαν σε ένα σεμινάριο του Swedish Centre for Architecture and Design στη Στοκχόλμη, στις 8 Μάρτη 2013. Σκοπός της παρουσίασης αυτής ήταν να ξεπεράσει η συζήτηση σχετικά με την γυναικεία εμπειρία στο γυναικολόγο τα ακαδημαϊκά όρια και να εισέλθει στο δημόσιο χώρο. Η κατασκευή της Androchair συνέβαλε στο να γίνουν ορατά τα βιώματα των γυναικών από την καρέκλα του γυναικολόγου, καθώς υπέδειξε τις νόρμες που η γυναικολογική καρέκλα ενσωματώνει. Η αντιμετώπιση του design ως έμφυλη πρακτική, χρησιμοποιήθηκε ως βάση για την αναζήτηση εναλλακτικών σχεδίων, που δεν θα ακολουθούν κανονικότητες και απαιτήσεις για το πώς πρέπει να είναι ένα γυναικείο σώμα ενώ ταυτόχρονα δεν θα ενσωματώνουν ιεραρχικές σχέσεις μεταξύ εξεταστή/εξετάστριας –εξεταζόμενου/ης.

Μέρος Γ’

Τα ερωτηματολόγια απαντήθηκαν από 140 γυναίκες ηλικίας 15-40+. Ακολουθούν επιγραμματικά τα αποτελέσματα-συμπεράσματα.

  • Τουλάχιστον μία φορά το χρόνο επισκέπτεται το γυναικολόγο το 80% των ερωτηθέντων, υπογραμμίζοντας το γεγονός πως η διαδικασία αυτή έχει ενσωματωθεί στην καθημερινότητα της γυναίκας που ζει στην Ελλάδα το 2017, δεδομένου ότι το 85% των γυναικών δεν έχει κάποιο διαγνωσμένο πρόβλημα που να επιτάσσει την τακτική και συχνή επίσκεψη στο γιατρό.
  • Ένα τέταρτο μόνο των γυναικών έχουν γυναίκα γυναικολόγο, ενώ το συντριπτικό 75% έχει άντρα. Ταυτόχρονα το 65% δεν έχει προτίμηση στο φύλο του/της γιατρού.
  • Η αξιολόγηση της επίσκεψης βαθμολογήθηκε κατά μέσο όρο με 3,6 (1-εξαιρετικά άβολη, 5-εντελώς άνετη). Όμως, το 15% των ερωτηθέντων έχουν βαθμολογήσει την επίσκεψη με 1 και 2. Έτσι συμπεραίνουμε πως για πολλές γυναίκες που δεν αρνούνται και επαναλαμβάνουν την εξέταση χωρίς αντίσταση, αποτελεί αρνητικό βίωμα.
  • Στην ερώτηση αν η καρέκλα του γυναικολόγου αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της γυναικολογικής εξέτασης, απαντήθηκε θετικά κατά 75% και αρνητικά κατά 25%. Η ανάγνωση αυτού του αποτελέσματος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η γυναικολογική εξέταση συνδέεται με ένα τεχνούργημα και για μεγάλο ποσοστό γυναικών, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτό.
  • Η εμπειρία της χρήσης της γυναικολογικής καρέκλας (αξιολόγηση όπως πριν 1-5) αξιολογήθηκε με μέσο όρο 2,9, δηλαδή άβολη. Αξίζει να αναφέρουμε ότι 17 από τις 140 γυναίκες νιώθουν εξαιρετικά άβολα όταν χρησιμοποιούν την καρέκλα και άλλες 40 αρκετά άβολα.
  • Αντίστοιχα με την χρήση της καρέκλας ζητήσαμε να αξιολογηθεί η διαδικασία που απαιτείται πριν την τοποθέτηση του γυναικείου σώματος πάνω σε αυτή (απογύμνωση του σώματος από την μέση και κάτω, τοποθέτηση καλύμματος που να καλύπτει το γυμνό σώμα, διάνυση κάποιας, μικρής συνήθως, απόστασης μέχρι να βρεθεί η γυναίκα μπροστά στην καρέκλα, ανέβασμα σε αυτήν), παίρνει βαθμολογία 3. Ο συνδυασμός των δύο τελευταίων απαντήσεων, δείχνει πως όχι μόνο το να βρίσκεται η γυναίκα πάνω στην καρέκλα, αλλά κι η διαδικασία που απαιτείται από το ίδιο το τεχνούργημα ώστε να καταστεί αυτό λειτουργικό, αποτελούν μία δυσάρεστη εμπειρία.
  • Στην ερώτηση εάν πιστεύουν πως η καρέκλα θα μπορούσε να έχει άλλη μορφή, το 41,4% απάντησε ναι, το 28,6% όχι και το 30% δεν μπορώ να απαντήσω. Η πλειοψηφία των γυναικών πιστεύουν πως η μορφή που έχει σήμερα η καρέκλα είναι η μοναδική δυνατή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει πως 42 από τις 140 πιστεύουν ότι δεν μπορούν να απαντήσουν την ερώτηση.
  • Η τελευταία ερώτηση αφορά το εάν θα μπορούσε να έχει η γυναικολογική καρέκλα μορφή που θα βελτίωνε την εμπειρία της επίσκεψης. Έχοντας ήδη απαντήσει στη συντριπτική πλειοψηφία τους πως η καρέκλα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της επίσκεψης, είναι πολύ σημαντικό για να σκιαγραφήσουμε πως εκλαμβάνουν οι ίδιες οι χρήστριες τις δυνατότητες του τεχνουργήματος, το συμπέρασμα από αυτή την τελευταία ερώτηση. Το 52,9% απάντησε ναι, θα μπορούσε η καρέκλα να έχει μορφή που θα βελτίωνε την εμπειρία τους, το 22,1% όχι και το 25% δεν μπορεί αν απαντήσει στην ερώτηση.

Αναλύοντας τα αποτελέσματα ανά ηλικία, σημειώνει ενδιαφέρον ότι οι γυναίκες που ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 15-25, έχουν προτίμηση στο φύλο του/της γυναικολόγου τους, σε αντίθεση με τις ηλικίες 30-40+ που μόνο σε ποσοστό 18,4% έχουν τέτοια προτίμηση.

Επίσης, οι γυναίκες ηλικίας 30-40+ θεωρούν σε ποσοστό χαμηλότερο του γενικού (36,8%) πως η γυναικολογική καρέκλα θα μπορούσε να έχει άλλη μορφή σε αντίθεση με τις γυναίκες ηλικίας 15-25% έδωσαν καταφατική απάντηση σε ποσοστό 46,4%. Επιπλέον, οι ηλικίες 15-25 απαντούν σε ποσοστό 57,1% πως μία διαφορετική μορφή καρέκλας θα μπορούσε να βελτιώσει την εμπειρία της επίσκεψης, ενώ οι ηλικίες 30-40+ έδωσαν αυτή την απάντηση σε ποσοστό 44,7%.

Κλείνοντας θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι η μελέτη αυτή αποτελεί περισσότερο σημείο εκκίνησης, καθώς προσπαθεί να εντοπίσει και να θέσει τις προβληματικές, παρά μια ολοκληρωμένη προσπάθεια παρουσίασης του πολύπλοκου ζητήματος του γυναικείου βιώματος σε σχέση με την γυναικολογική εξέταση. Επιπλέον, θεωρούμε απαραίτητο να τονίσουμε ότι από την μελέτη απουσιάζει η ανάδειξη της σχέσης φύλου, τεχνολογίας και αναπηρίας, παρότι θεωρούμε εξαιρετικής σημασίας τα ζητήματα προσβασιμότητας και ανάλογου σχεδιασμού της γυναικολογικής καρέκλας. Παρά το γεγονός ότι στο ερωτηματολόγιο μας δε συμπεριλάβαμε τέτοιου τύπου ερωτήσεις, υπήρξε ένας μικρός αριθμός συμμετοχής γυναικών με περιορισμένη κινητικότητα που ανέδειξε αυτά τα θέματα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ehrnberger, K., Räsänen, M., Börjesson, E., Hertz, A., Sundbom, C., (2017), The Androchair: Performing Gynaecology through the Practice of Gender Critical Design, The Design Journal, An International Journal for all Aspects of Design, 20(2), pp. 181-198

Galasinski, D., Ziolokowska, J., (2007), Gender and the Gynecological Examination, Women’s Identities in Doctors’ Narratives , Qual Helath Res, 17(4), pp. 477-488

Hilden, M., Sidenius, K., Langhoff-Roos, J., Wijma, B., Schei, B., (2003), Women’s experiences of the gynecologic examination: factors associated with discomfort, Acta Obstetricia et Gynecologica Scandinavica, 82(11), pp. 1030-1036

Oscarsson, M., Benzein, E. (2002),Women’s Experiences of Pelvic Examination: An Interview Study, Journal of Psychosomatic Obstetrics & Gynecology, 23(1), pp. 17-25

Winner,L., (1986),The whale and the reactor: a search for limits in an age of high technology, University of Chicago Press

 

Share

Έμφυλη τεχνολογία και τηλεοπτική διαφήμιση

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

της Φραντζέσκας Παπανίκα

Τα έμφυλα χαρακτηριστικά στην προώθηση της «λευκής» τεχνολογίας  που απευθύνεται στη «νοικοκυρά»: η περίπτωση του πλυντηρίου ρούχων στην ελληνική τηλεοπτική διαφήμιση κατά την περίοδο 1980-1999.

Η διαφήμιση, όπως θα διερευνηθεί μέσω της εξέτασης σχετικού οπτικοακουστικού υλικού, υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο  διαμορφώνεται συστηματικά ο έμφυλος διαχωρισμός κατά την προβολή της δημόσιας εικόνας της τεχνολογίας πλύσης, του πλυντηρίου ρούχων, ειδικότερα μέσω των τηλεοπτικών διαφημίσεων. Βάσει των παρατηρήσεων αυτών, εξετάζονται τηλεοπτικές διαφημίσεις στη Ελλάδα κατά τη χρονική περίοδο 1980-1999.

Share

Οι Οικιακές Τεχνολογίες και η περίπτωση της προώθηση τους στην Ελλάδα την περίοδο του μεσοπολέμου

gender and technology1

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

της Γεωργίας Μάρκου

Η κυρίαρχη άποψη σε ότι άφορα τις οικιακές τεχνολογίες είναι πως μείωσαν τον χρόνο των οικιακών καθηκόντων και έκαναν το έργο της νοικοκυράς πιο ξεκούραστο. Στις διαφημίσεις ηλεκτρικών συσκευών βλέπουμε συνήθως να απεικονίζονται όμορφες και ξεκούραστες νεαρές νοικοκυρές, οι οποίες με το πάτημα κουμπιών εκτελούν άνετα τις εργασίες τους. Μάλιστα τα κουμπιά αυτά στις διαφημίσεις  πολύ συχνά  αναφέρονται ως μαγικά. Πίσω όμως από αυτές τις εικόνες της άνεσης και της εξοικονόμησης χρόνου που θεωρητικά προσφέρει η οικιακή τεχνολογία, μπορούμε να διακρίνουμε την αόρατη γυναικεία εργασία.

Οι ηλεκτρικές οικιακές συσκευές άρχισαν να χρησιμοποιούνται ευρέως στην Αμερική τη δεκαετία του 1920. Η μελέτη της Cowan για την οικιακή τεχνολογία στην Αμερική την περίοδο αυτή, υπήρξε διαφωτιστική. Στο άρθρο της με τίτλο Η Βιομηχανική Επανάσταση στο Σπίτι: Οικιακές Τεχνολογίες και οι Κοινωνικές Αλλαγές του 20ου αιώνα που κυκλοφόρησε το 1976[1], αναλύει τις βαθιές αλλαγές που συντελέστηκαν στα σπίτια στις αρχές του 20ου αιώνα  με την εισαγωγή διαφόρων τεχνολογιών. Αλλαγές που άλλαξαν όλη τη δομή του νοικοκυριού, καθώς η  χρήση οικιακών τεχνολογιών εντατικοποίησε τη γυναικεία εργασία στο σπίτι, ενώ συμπεριέλαβε και το αίτημα για αύξηση της αποδοτικότητας. Ο όρος αποδοτικότητα κέρδιζε συνεχώς έδαφος στις αρχές του 20ου αιώνα  και ήταν εμπνευσμένος από τις ιδέες του Τέιλορ γύρω από το επιστημονικό μάνατζμεντ και το αίτημα για εξορθολογισμό στη ροή της εργασίας. Τα προτάγματα αυτά αρχίζουν να εφαρμόζονται πέρα από το χώρο του εργοστασίου και στο σπίτι, στη διαχείριση του νοικοκυριού, όπου οι γυναίκες καλούνται να εγκαταλείψουν τις ακατάστατες συνήθειες εργασίας και να ταυτιστούν με τη σταθερή κανονικότητα της αυτόματης συσκευής. Πολύ χαρακτηριστικά αξίζει να αναφέρουμε  το βιβλίο της Christine Frederick The New Housekeeping: Efficiency Studies in Home Management, το οποίο κυκλοφορεί το 1914.  Σε ένα απόσπασμα στο βιβλίο της η Frederick γράφει: «George» είπα στον άνδρα μου, «μου φαίνεται πως αυτή η ‘αποτελεσματικότητα’ που έχει γίνει της μόδας τελευταία, έχει μεγάλη σχέση με το σύγχρονο νοικοκυριό. Ξέρεις, λέω να εφαρμόσω τις αρχές εδώ στο σπίτι μας. Δε θα κάτσω να βλέπω εσάς τους άντρες να ασχολείστε με όλα τα σπουδαία πράγματα. Θα κοιτάξω να βρω πως κάνουν τις έρευνές τους αυτοί οι ειδικοί και όλα τα άλλα, και μετά θα μπορώ να τα εφαρμόσω κι εγώ στο εργοστάσιό μου, στην επιχείρηση μου, στο σπιτικό μου».

Αυτό που τελικά συντελέστηκε με την εισαγωγή της οικιακής τεχνολογίας ήταν πως ο χρόνος των οικιακών καθηκόντων δεν μειώθηκε, απλά έγινε διαφορετικός καταμερισμός τους.[2] Η μηχανοποίηση δημιούργησε μια νέα σειρά εργασιών που, αν και δεν ήταν σωματικά απαιτητικές, ήταν εξίσου χρονοβόρες με τις εργασίες που αντικατέστησαν. Αυτή η αλλαγή στη δομή του νοικοκυριού συνοδεύτηκε και από αλλαγές στην ιδεολογία περί νοικοκυροσύνης. Η ανάπτυξη την εποχή αυτή της επιστήμης της οικοκυρικής, η επιστημονική μητρότητα και οι διάφορες θεωρίες περί μικροβίων και αρρώστιας, οδήγησαν σε νέα απαιτητικά πρότυπα γύρω από το νοικοκυριό και τη φροντίδα των παιδιών. Τέλος η μηχανοποίηση αυτή  είχε μικρή επίδραση, διότι είχε συντελεστεί σε ιδιωτικό πλαίσιο και για το νοικοκυριό μιας μόνο οικογένειας.

Η περίπτωση της Ελλάδας

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ξεκινά τη λειτουργία της η Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών Πειραιώς (ΗΕΑΠ). Από την αρχή της ίδρυσής της η εταιρεία δίνει μεγάλα βαρύτητα στην επέκταση της χρήσης του ηλεκτρισμού στην ιδιωτική ζωή, καθώς μέχρι  τότε η οικιακή χρήση περιοριζόταν μόνο σε λάμπες φωτισμού. Ωστόσο η ΗΕΑΠ, από το πρώτο έτος της λειτουργίας της προπαγανδίζει τη χρήση του ηλεκτρισμού για την κάλυψη πρόσθετων οικιακών αναγκών.

Από πολύ νωρίς η εταιρεία βάζει στην ατζέντα της την εντατική προώθηση ηλεκτρικών συσκευών. Διαφημίσεις της εταιρείας φιλοξενούνται σε εφημερίδες και περιοδικά, εισάγει το οικονομικό τιμολόγιο T3, που παρέχει τη δυνατότητα στους χρήστες ηλεκτρικών συσκευών να πληρώνουν πολύ χαμηλότερο ηλεκτρικό ρεύμα, έχει σταθερές και μόνιμες εκθέσεις ηλεκτρικών ειδών σε περιοχές της Αθήνας και των προαστείων. Προωθεί το σύστημα πωλήσεων με δόσεις και, τέλος, δίνει τη δυνατότητα δωρεάν εγκατάστασης και δοκιμαστικής χρήσης ηλεκτρικών συσκευών. Σε μια περίοδο λοιπόν με χαμηλά ποσοστά κατανάλωσης ρεύματος για ιδιωτική χρήση, η ΗΕΑΠ προωθεί πολύ εντατικά τις ηλεκτρικές συσκευές προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο ομοιόμορφη κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος καθόλη τη διάρκεια της ημέρας.

Η επιχειρηματολογία της εταιρείας σε ότι αφορά το γιατί οι γυναίκες έπρεπε να υιοθετήσουν τις νέες τεχνολογίες βασίζεται κυρίως σε τρεις πτυχές. Πρώτον, η αντικατάσταση των παλαιών οικοκυρικών μεθόδων από τις νέες τεχνολογίες ήταν απαραίτητη καθώς συνέβαλε στην οικιακή υγιεινή και κατά συνέπεια στην ευδαιμονία όλης της οικογένειας. Δεύτερον, οι οικιακές τεχνολογίες μείωναν το χρόνο του νοικοκυριού, καθώς επίσης το έκαναν και πιο ευχάριστο, με αποτέλεσμα οι μητέρες να έχουν στην διάθεσή τους περισσότερο χρόνο για να αφιερώσουν στη φροντίδα και ανατροφή των παιδιών τους. Τέλος, ένα σπίτι το οποίο διέθετε ηλεκτρικές συσκευές ήταν ένα μοντέρνο σπίτι, όπου τα πάντα γίνονταν απλά με το πάτημα μαγικών κουμπιών και χωρίς καθόλου κόπο. Να αναφέρουμε πως η έννοια  του μοντέρνου υπήρξε πολύ κεντρική σε όλη αυτή την περίοδο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Βλέπουμε από την παραπάνω επιχειρηματολογία πως οι ηλεκτρικές συσκευές συμβάλλουν στο να κατασκευαστεί μια νέα εικόνα για το νοικοκυριό το οποίο μεταβάλλεται από απεχθές έργο σε μια εργασία ευχάριστη και εύκολη, σε ένα «συναισθηματικό ταξίδι» όπως λέει η Cowan, καθώς η γυναίκα μέσο του νοικοκυριού της εκφράζει την στοργή και την φροντίδα της προς την οικογένειά της.

Η καμπάνια της χρήσης ηλεκτρικών συσκευών είχε ευρεία απεύθυνση, ωστόσο την περίοδο αυτή μόνο κάποιες αστικές οικογένειες είχαν την ευχέρεια να αποκτήσουν ηλεκτρικές συσκευές. Από τα αρχεία του Βελισσάριου Φρέρη[3], ο οποίος διετέλεσε μάνατζερ της εταιρείας την περίοδο 1937-1939 και επιμόρφωνε το προσωπικό σε θέματα διαφήμισης, μαθαίνουμε πως η ΗΕΑΠ εισήγαγε το 1931 την πρώτη ηλεκτρική κουζίνα, η οποία ήταν άγνωστη ως συσκευή στην Αθήνα ως τότε και ήταν κουζίνες των εταιρειών ΑEG και Magnet. Σε έγγραφο του λέει «το 1931, δηλαδή κατά το πρώτο έτος της εφαρμογής του ειδικού αυτού τιμολογίου, του γνωστού πλέον σήμερον Τιμολογίου Τ3, εγκατεστάθησαν στας Αθήνας και τον Πειραιά 124 ηλεκτρικές κουζίνες. Εις το τέλος της επόμενης διετίας ο αριθμός των έφθασε τας 738, εις το τέλος του 1935 έφθασεν τας 1966, εις το τέλος του 1938 ανήλθεν εις τας 7193 και την στιγμήν που τυπώνεται το βιβλιαράκι αυτό περισσότερες από…». Από το παραπάνω απόσπασμα του Βελισσάριου Φρέρη βλέπουμε πως η χρήση ηλεκτρικών συσκευών υπήρξε αρκετά περιορισμένη. Από την πλευρά της εταιρείας, το ενδιαφέρον εστιαζόταν σε μεγάλο βαθμό πέρα από την βραχυπρόθεσμη χρήση  ηλεκτρικών συσκευών, στην μακροπρόθεσμη καθιέρωση της χρήσης τους και στην μετατροπή τους από αγαθά πολυτελείας που ήταν αρχικά σε αγαθά πρώτης ανάγκης. Να σημειώσουμε πως την περίοδο αυτή, οι ηλεκτρικές συσκευές αποτελούν είδη πολυτελείας ενώ από την δεκαετία του 1960 και ύστερα άρχισε να διευρύνεται σημαντικά η χρήση τους.

Σε ότι αφορά τις χρήστριες της οικιακής τεχνολογίας στην Ελλάδα, ήδη από την δεκαετία του 1920 ξεκινά να γίνεται λόγος  για τη χρήση ηλεκτρικών συσκευών στο σπίτι.  Έτσι, με αφορμή μια έκθεση ηλεκτρικών ειδών στη Νέα Υόρκη το 1924,  το περιοδικό Ελληνίς φιλοξενεί άρθρο  υπό τον τίτλο Το ηλεκτρικό σπίτι, όπου η συγγραφέας αναφέρεται στο παράδειγμα των Αμερικανίδων οι οποίες έχουν στη διάθεση τους μηχανές οικιακής χρήσης αγορασμένες με δόσεις και μπορούν να κάνουν εύκολα τις δουλειές τους χωρίς την ανάγκη υπηρέτριας.[4]

Οι γυναίκες οι οποίες ανοίγουν τη συζήτηση που αφορά στη μηχανοποίηση του σπιτιού  προέρχονται κατά βάση από την αστική τάξη και είναι ενταγμένες στο φεμινιστικό κίνημα της περιόδου. Το φεμινιστικό κίνημα του μεσοπολέμου αποτελείται κυρίως από δυο οργανώσεις.  Τον Σύνδεσμο για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και το Εθνικό Συμβούλιο των Ελληνίδων. Πρόκειται για ένα κίνημα ταξικά και χωρικά οριοθετημένο. Από τα περιοδικά των δυο αυτών οργανώσεων, βλέπουμε πως η επιστημονικοποίηση του νοικοκυριού και εισαγωγή της οικιακής τεχνολογίας είναι κοινός τόπος[5] καθώς θεωρούν πως τα δυο αυτά συμβάλλουν στην αποτελεσματικότερη διαχείριση του. Το σημείο στο οποίο διαφοροποιούνται είναι το γιατί επιθυμούν την χρήση ηλεκτρικών συσκευών. Στο περιοδικό του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της γυναίκας φιλοξενούνται άρθρα για την εισαγωγή στο νοικοκυριό κανόνων τύπου μανατζμεντ και τη χρήση ηλεκτρικών συσκευών προκειμένου να μπορέσει η γυναίκα να συνδυάσει την οικιακή εργασία με την εξωοικιακή. Προτάσσουν μια πιο δίκαιη κοινωνική πολιτική και προκρίνουν το μοντέλο των εργατικών κατοικιών της Ευρώπης οι οποίες διαθέτουν δημόσιες παροχές όπως δημόσια πλυντήρια και  οι οποίες απαλλάσσουν τις εργαζόμενες από τα δύσκολα οικιακά τους καθήκοντα. Κύριο μέλημα τους είναι το δικαίωμα όλων των γυναικών στην εργασία, ανεξαρτήτου κοινωνικής τάξης ως μέσο κοινωνικής καταξίωσης και βλέπουν στις οικιακές τεχνολογίες το μέσο για να συνδυαστεί η οικιακή εργασία με το επάγγελμα.

Το Εθνικό  Συμβούλιο αντίθετα, προτάσσει έναν συντηρητικό λόγο και διαβάζει την οικιακή τεχνολογία και την επιστημονικοποίηση του νοικοκυριού ως μέσο για την καλύτερη φροντίδα της οικογένειας και την ανύψωση της νοικοκυράς μέσα στο σπίτι της, μέσο της αναβάθμισης των οικιακών της καθηκόντων. Η νοικοκυρά ανυψώνεται καθώς το οικιακό έργο παύει να είναι ταπεινό και γίνεται μια «πολύπλοκος επιστήμη». Σε ότι μάλιστα αφορά την γυναικεία  εργασία εκτός του σπιτιού  θωρείται επιθυμητή μόνο εφόσον συμβάλλει στην ευημερία της οικογένειας. Εφόσον όμως οι γυναίκες επιθυμούν να διεισδύουν σε παραδοσιακά αντρικές σφαίρες όπως είναι η ενασχόληση με την πολιτική και την κοινωνία, τότε λειτουργούν επιβαρυντικά για την οικογένεια και το έθνος τους. Χαρακτηριστικά σε τεύχος του περιοδικού Ελληνίς του έτους  1921 διαβάζουμε «Το ταπεινό νοικοκυριό  που περικλείει δια κάθε γυναίκα το βασίλειο της συνεχούς δράσεως της, έγεινεν αντικείμενον παρατηρήσεως και μελέτης, από ιατρούς, υγιεινολόγους, χημικούς, ιστορικούς, κοινωνιολόγους, καλλιτέχνας κτλ και έδωκεν αφορμήν εις όλους να ιδούν, ότι το «Νοικοκυριό» εκείνο που δεν στηρίζεται εις τα επιστημονικά θεμέλια χωλαίνει και έτσι ως επι το πλείστον η γυναίκα ή το εγκαταλείπει και φεύγει ζητώσα έξω την εργασίαν και την ευχαρίστησην η δι έλλειψιν γνώσεων του παρεμποδίζει την αποτελεσματικήν λειτουργίαν του. Και τότε εμφανίζεται η άθλια εικών , το Νοικοκυριό, το ανοικοκύρευτο, το ακάθαρτο που μαζεύει και μεταδίδει την αρρώστια, την φυματίωση, τον αλκοολισμό και θνησιμότητα των παιδιών, ή το ασυλλόγιστο που προδίδει μια άγονη προσπάθεια, όχι σπάνια εκείνο που μεταδίδει την σπατάλη και τον εκφυλισμό.»

Οι διαφορετικές αυτές τάσεις νοηματοδοτούν διαφορετικά και την κοινωνική σημασία της οικιακής τεχνολογίας. Υπάρχει μια ερμηνευτική ευελιξία ως προς το πώς αντιλαμβάνονταν  οι ίδιες οι γυναίκες την οικιακή εργασία και την οικιακή τεχνολογία. Ωστόσο αν κάνουμε ένα βήμα παραπέρα θα δούμε πως η χρήση ηλεκτρικών συσκευών στο σπίτι ουδέποτε αμφισβήτησε ότι ο χώρος της γυναίκας μέσα στο σπίτι είναι η κουζίνα. Αντίθετα, αυτό που έγινε είναι πως οργανώθηκε η απομονωμένη και απλήρωτη γυναικεία εργασία σαν να ήταν βιομηχανική. Ο επιστημονικός εξ ορθολογισμός πρόσθεσε στην οικιακή εργασία μια επαγγελματική διάσταση που εξωράιζε την εικόνα της. Οι οικιακές τεχνολογίες έχουν έναν έμφυλο χαρακτήρα, ο οποίος διαβάζεται και πάνω στα ίδια τα τεχνουργήματα. Είναι γυναικείες τεχνολογίες που συνέβαλλαν στο να ισχυροποιηθεί ο ρόλος της γυναίκας ως νοικοκυράς και να ορισθεί το σπίτι ως ο τόπος εργασίας των γυναικών και ως ο τόπος χαλάρωσης των αντρών.  Η απόδοση επιστημονικών χαρακτηριστικών στην οικιακή εργασία, ήταν μια νέα ματιά πάνω στους παραδοσιακούς θεσμούς της, ήταν ο εκμοντερνισμός της παράδοσης.

 

[1] The ‘’Industrial Revolution’’ in the Home: Household Technology And the Social Change in the 20th Century, Ruth Schwartz Cowan, Technology and Culture, Vol. 17, N.1 (Jan., 1976), pp.1-23

[2] Time spent in Housework, Vanek, Joann, Scientific American, Vol.231, Issue 5 (Nov., 1974)

[3] Αρχείο ΕΛΙΑ

[4] Αγνή Στικούδη, «Το ηλεκτρικό σπίτι», Ελληνίς Δ’8-9(1924)

[5] Αβδελά, Ε., Ψαρρά, Α., Ο Φεμινισμός στην Ελλάδα του μεσοπολέμου, εκδ. Γνώση 1985

 

Share

Χώρος και έμφυλοι ρόλοι: η ελάχιστη κατοικία και «ορθολογική» κουζίνα της Margarete Lihotzky

gender and technology

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

του Λουκά Φρέρη

Εισαγωγή

Στην παρούσα εργασία θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τη σχέση που έχει ο σχεδιασμός της κατοικίας με τον καθορισμό των έμφυλων ρόλων. Πιο συγκεκριμένα, θα μελετήσω το παράδειγμα του οικιστικού προγράμματος των κοινωνικών κατοικιών της Φρανκφούρτης, που υλοποιήθηκε την περίοδο του μεσοπολέμου. Μέσα από τη μελέτη του χώρου της κουζίνας, που είχαν αυτές οι κατοικίες, θα επιχειρήσω να αναδείξω σε ποιο βαθμό τα χωρικά χαρακτηριστικά συμμετέχουν στην κατασκευή ή/και στην ενίσχυση των έμφυλων διαχωρισμών και ταυτόχρονα πώς οι ίδιες έμφυλες σχέσεις επηρεάζουν τελικά τον σχεδιασμό της κατοικίας.

Από τον «Κύκλο της Βιέννης» στο Bauhaus

Το φιλοσοφικό ρεύμα του Λογικού Θετικισμού[1] ήταν ουσιαστικά η απόρροια των συζητήσεων και των αναζητήσεων μιας ομάδας φιλοσόφων στη Βιέννη (Κύκλος της Βιέννης), κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Τα µέλη του πρώτου πυρήνα, ήδη πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ο φυσικός Philipp Frank (1884-1966), οι μαθηματικοί Hans Hahn (1879-1934) και Richard von Mises (1883-1953) και ο οικονομολόγος και κοινωνικός επιστήμονας Otto Neurath (1882-1945).

Το 1926 στην ομάδα προστέθηκε ο Rudolf Carnap (1891-1970) και το 1929 ο Herbert Feigl (1902-1988). Η μοναδική γυναίκα στις συναντήσεις αυτές ήταν η Olga Hahn-Neurath. «Η άνοδος του ναζισμού και ο συνακόλουθος πόλεμος διέλυσε τη φιλοσοφική κοινότητα στην Αυστρία και στη Γερμανία, αναγκάζοντας τα περισσότερα μέλη της να μεταναστεύσουν στις ελεύθερες αγγλόφωνες χώρες και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ»[2].

Οι λογικοί θετικιστές είχαν ως πρότυπο τις φυσικές επιστήμες, τη λογική και τα μαθηματικά και προσδοκούσαν πως, εφαρμόζοντας τις μεθόδους τους, θα μπορούσαν να επιτύχουν στη φιλοσοφία, τη σαφήνεια, την ακρίβεια και τη βεβαιότητα που αυτές έχουν. Απώτερος στόχος τους ήταν να εξαλείψουν τη διάκριση μεταξύ φυσικών επιστημών και επιστημών του πνεύματος φτάνοντας στην ενιαία επιστήμη. Αυτή η τάση για εξορθολογισμό φαίνεται και πιο παραστατικά στην Bauhaus αρχιτεκτονική.

Το κίνημα του Bauhaus αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της βαθιάς επιρροής που άσκησε η τεχνολογία και η επιστήμη στη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης[3]. Βασική αρχή του κινήματος, αποτελούσε η λειτουργικότητα, η αποτελεσματικότητα και ορθολογισμός στη κατασκευή. Το Bauhaus ιδρύθηκε ως μία σχολή εφαρμοσμένων τεχνών στην Βαϊμάρη της Γερμανίας το 1919. Οι διευθυντές ήταν: ο Walter Gropius ως το 1925, ο Hannes Meyer έως το 1932 και ο Ludwig Mies van der Rohe έως το 1933 όπου η σχολή θα παύσει οριστικά τη λειτουργία της μετά από τις πιέσεις των ναζί.

Μετά το 1922, το Bauhaus αναζήτησε λύσεις στα προβλήματα της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας με έναν ορθολογικό και άμεσο τρόπο. Η έμφαση στη διακόσμηση και τη λεπτομέρεια αντικαταστάθηκε από έναν λειτουργικό σχεδιασμό. Αυτή η νέα τάση μπορεί να φανεί και στο ίδιο τη κτήριο που στέγαζε τις δραστηριότητες του Bauhaus, το κτίριο στο Dessau, το οποίο σχεδίασε ο Walter Gropius. Η έντονη σχέση, τόσο σε φιλοσοφικό όσο και διαπροσωπικό επίπεδο, που είχαν τα μέλη του κύκλου της Βιέννης με αυτά του Bauhaus φαίνεται και από το ότι στα εγκαίνια του κτηρίου αυτού μίλησε ο Feigl ενώ προσκλήθηκαν επανειλημμένα και έδωσαν ομιλίες ο Neurath, ο Carnap, ο Frank και ο Reichenbach[4].

Το 1928 τον Gropius διαδέχθηκε ο Hannes Meyer.

«Στόχος του Meyer, με βάση το πολιτικό και ιδεολογικό του υπόβαθρο, ήταν η μεγάλη αύξηση της παραγωγής. Επιθυμούσε να παραχθούν αντικείμενα φθηνά και εύχρηστα, για τις ανάγκες του λαού».[5]

Αντίστοιχα, ο Neurath, του κύκλου της Βιέννης, πίστευε ότι το Bauhaus θα μπορούσε να συμβάλλει σε μία ευρύτερη «επανάσταση» προς μία καλύτερη ζωή, όχι για την «ελίτ» αλλά για τους «πολλούς». Η αίσθηση λοιπόν ότι η βελτίωση των συνθηκών ζωής μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα από την ορθολογικοποίηση ήταν κοινή και για τα δύο κινήματα[6].

«Ο κύκλος της Βιέννης απέδωσε μια αύρα επιστημονικότητας στο Bauhaus και το Bauhaus απέδωσε μια εικόνα προοδευτισμού και μεταπολεμικής μεταρρύθμισης στον Κύκλο της Βιέννης».

Η τυπική λογική δηλαδή ήταν το επιστημονικό υπόβαθρο του Bauhaus. Ταυτόχρονα, οι λιτές γραμμές και ο λειτουργικός-ορθολογικός χαρακτήρας των κτιρίων της Bauhaus αρχιτεκτονικής ήταν η απόδειξη που χρειάζονταν οι θετικιστές φιλόσοφοι ότι η θεωρία τους είναι άμεσα εφαρμόσιμη.

Το οικιστικό πρόγραμμα του Ernst May και η κουζίνα της Φρανκφούρτης

Μετά το τέλος του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, οι γερμανικές πόλεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με έντονη φτώχεια καθώς και με ένα μεγάλο στεγαστικό ζήτημα. Εκείνη την εποχή, κατοχυρώθηκε το συνταγματικό καθήκον του κράτους να παρέχει σε κάθε Γερμανό πολίτη υγειονομική περίθαλψη καθώς και κατοικία που θα ήταν συμμορφωμένη, με τους τότε κανόνες υγιεινής[7]. Υπό αυτές τις συνθήκες ο Δήμος της Φρανκφούρτης ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Ernst May (1885-1970), την εντατική κατασκευή κοινωνικών κατοικιών, ο οποίος μέσα από ένα δεκαετές πρόγραμμα, έχτισε περίπου 10.000 κοινωνικές κατοικίες.

Ο May δημιούργησε την «γειτονιά» Römerstadt βορειοδυτικά της Φρανκφούρτης. Σύνδεσε την πόλη με τον νέο οικισμό μέσω ηλεκτροκίνητων τραμ, λεωφορείων και τρένων. Υπήρξε επίσης μελέτη για τη δημιουργία σχολείων, νοσοκομείων, καθώς και για την ταυτόχρονη ενίσχυση της τοπικής βιομηχανίας και κατ’ επέκταση της τοπικής οικονομίας[8].

Την εποχή εκείνη παράλληλα εμφανίστηκε στην Ευρώπη και στην Αμερική το φεμινιστικό ιδεατό της «Νέας Γυναίκας» (New Woman). Η «Νέα Γυναίκα» ήταν εργαζόμενη, μητέρα, διεκδικούσε ανώτερη εκπαίδευση και οικονομική ανεξαρτησία. Στην περίοδο 1890 με 1920, εμφανίστηκαν γυναίκες που έμπαιναν σε, μέχρι τότε, αυστηρά ανδρικά επαγγέλματα. Η μεγάλη αυτή αλλαγή μπορεί να γίνει πιο κατανοητή λαμβάνοντας υπόψιν τα στοιχεία που λένε ότι μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι γυναίκες που φοιτούσαν στα πανεπιστήμια υπερέβαιναν τους άνδρες κατά 2,5 εκατομμύρια. Τόσο οι σοσιαλδημοκράτες όσο και οι πιο συντηρητικοί πολιτικοί πίστευαν ότι το νέο αυτό «μοντέλο γυναίκας» αντιπροσωπεύει μια δύναμη αλλαγής που θα κατέστρεφε την οικογένεια και μαζί της τον ηθικό ιστό της χώρας, οδηγώντας στην οικονομική και πνευματική καταστροφή της Γερμανίας[9].

Για την αντιμετώπιση αυτής την νέας κατάστασης, το κράτος άσκησε μια πολιτική που ονομάστηκε «επανένταξη των γυναικών στο σπίτι» (female redomestication).[10] Η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης δηλαδή, επιδίωξε να ανασυντάξει τη «γυναικεία σφαίρα». Το ιεραρχικό σύστημα των «χωριστών σφαιρών» (separate spheres) συγκροτείται βάσει ενός δυισμού. Έχουμε δηλαδή από τη μία την «ανδρική σφαίρα», τον κυρίαρχο ανδρικό κόσμο της παραγωγής (η πόλη), και τη «γυναικεία σφαίρα» από την άλλη, έναν υποδεέστερο ιδιωτικό κόσμο της αναπαραγωγής (το σπίτι)[11].

Στα πλαίσια αυτού του προγράμματος, οι αντιπρόσωποι του κράτους και η Φιλελεύθερη πτέρυγα του γυναικείου κινήματος διαμόρφωσαν ένα ιδεώδες νοικοκυριού, ως «επαγγελματικό χώρο των γυναικών», που έχρηζε αντίστοιχης έρευνας με αυτή που γινόταν για τον επαγγελματικό χώρο των ανδρών, όσον αφορά την παραγωγικότητα και την τυποποίηση. Ο σκοπός ήταν να καταστήσουν το σπίτι μια προέκταση του (Φορντικού) εργοστασίου. Στο σχολικό πρόγραμμα προστέθηκε το υποχρεωτικό μάθημα οικιακής οικονομίας για τα κορίτσια και ιδρύθηκαν επαγγελματικά γυμνάσια θηλέων, στα οποία οι μαθήτριες εκπαιδεύονταν πάνω στον τομέα «παροχής οικιακών υπηρεσιών»[12].

Σε αυτό το κοινωνικό υπόβαθρο πραγματοποιήθηκε και ο σχεδιασμός της κοινωνικής κατοικίας. Ένας από τους σημαντικότερους στόχους του μοντερνιστικού κινήματος ήταν μέσα από τον ορθολογικό σχεδιασμό να περιοριστεί ο οικιακός μόχθος. Ο περιορισμός αυτός στόχευε τόσο στην μείωση του χρόνου που θα περνούσε μια νοικοκυρά κάνοντας δουλειές όσο και στην ελαχιστοποίηση της σωματικής κόπωσης που χρειάζονταν οι δουλειές αυτές. Ένας δεύτερος στόχος ήταν το κάθε σπίτι να πληροί μια σειρά από προϋποθέσεις που αφορούσαν στις συνθήκες «σωστής» διαβίωσης. Οι απαραίτητες προϋποθέσεις ήταν ο ηλιασμός, ο αερισμός και οι εγκαταστάσεις υγιεινής καθώς και, η θερμομόνωση, η ηχομόνωση και η ασφάλεια της ιδιοκτησίας.

Για την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών εισήχθη η ιδέα της «ελάχιστης κατοικίας». Η «ελάχιστη κατοικία» ήταν μία από τις προτάσεις του Bauhaus και επιδίωκε την οικονομία και τον ορθολογισμό στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, ούτως ώστε η ικανοποιητική διάταξη της κατοικίας να συνδυαστεί με την ανάγκη μείωσης του κόστους παραγωγής. Το  διαμέρισμα μιας εργατικής – κοινωνικής κατοικίας δεν θα ήταν δυνατό να προκύψει απλά ως μικρογραφία του διαμερίσματος της αστικής κατοικίας καθώς οι ανάγκες και τα ζητούμενα ήταν τελείως διαφορετικά. Η απάντηση που έδωσε το μοντερνιστικό αρχιτεκτονικό κίνημα αποτυπώθηκε σχεδιαστικά στη μετατόπιση του κέντρου του σπιτιού. Ενώ δηλαδή στις παλαιότερες προβιομηχανικές περιόδους, η «καρδιά του σπιτιού» ήταν η κουζίνα – τραπεζαρία, τώρα το βάρος πέφτει σε έναν ευρύ χώρο διημέρευσης για όλη την οικογένεια (καθιστικό), και η κουζίνα περιορίζεται στον κύριο λειτουργικά ρόλο της, αποκλειστικά δηλαδή στην ετοιμασία και διαχείριση του φαγητού[13].

Το μεγάλο πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας το οποίο εφαρμόστηκε στη Φρανκφούρτη, και υλοποιήθηκε κάτω από την εποπτεία του Ernst May, ήταν από τις πλέον χαρακτηριστικές εφαρμογές της «ελάχιστης κατοικίας». Το σχεδιασμό της κουζίνας στις κατοικίες αυτού του προγράμματος ανέλαβε το 1925 η Margarete Schütte – Lihotzky, η μοναδική γυναίκα αρχιτέκτων στην ομάδα του May. Στην πρώτη της εκδοχή, η κουζίνα της Lihotzky, είχε εμβαδό επιφάνειας 6.43 τ.μ., το οποίο μειώθηκε σε 5.50 τ.μ. στην πορεία του προγράμματος κοινωνικών κατοικιών.

Η κουζίνα στο μοντέρνο κίνημα σχεδιάστηκε, περισσότερο από κάθε άλλο μέρος της κατοικίας, με βάση τον ορθολογισμό και τον λειτουργισμό της μηχανής. Στην κουζίνα δηλαδή εγγράφονται σε πολύ μεγάλο ποσοστό οι απαιτήσεις των λογικιστών και των Bauhaus αρχιτεκτόνων. Τα μοντέλα κουζίνας που χρησιμοποίησε η Lihotzky ως πρότυπα ήταν μακριά από τις παραδοσιακές κουζίνες και γενικότερα εκτός της οικιακής σφαίρας: την ενέπνευσαν τα μαγειρεία πλοίων, η τροχήλατη κουζίνα, η τραπεζαρία των τρένων, και το βαγόνι γεύματος.[14] Οι κατεξοχήν χώροι δηλαδή, που ενσωματώνουν εξολοκλήρου το πρόταγμα του λειτουργισμού και του ορθολογισμού.

Η κουζίνα της Φρανκφούρτης, στην πιο διαδεδομένη εκδοχή της είχε διαστάσεις 1,96Χ3,44 τ.μ., ήταν φωτεινή και αεριζόταν καλά, αντίθετα με την κλασική κουζίνα των κατοικιών της εργατικής τάξης. Ο φούρνος τοποθετήθηκε στη μία γωνία και ο νεροχύτης στη άλλη. Το τραπέζι του φαγητού, που ήταν έξω από την κουζίνα – εργαστήριο, δεν έπρεπε να απέχει πάνω από τρία μέτρα από τον πάγκο της κουζίνας. Η νέα κουζίνα παρέπεμπε σε βιομηχανική κατασκευή και ουσιαστικά ήταν η πραγματοποίηση της κουζίνας ως μηχανή. Όλη η διάταξη είχε προκύψει μετά από συγκεκριμένες μετρήσεις και χωρομετρικούς υπολογισμούς. Για παράδειγμα, η Lihotzky υπολόγισε ότι σε μια παλιά εργατική κουζίνα, η συνολική απόσταση που θα έπρεπε να κάνει μια νοικοκυρά για να μεταφέρει τα πιάτα από την τραπεζαρία στον νεροχύτη και από εκεί στα ντουλάπια ήταν 19 μέτρα. Η ίδια απόσταση στην κουζίνα της Φρανκφούρτης υπολογίστηκε 8 μέτρα[15].

Η κουζίνα της Lihotzky υπερτερούσε σε σχέση με κάθε άλλη Bauhaus κουζίνα για δύο λόγους. Κατ’ αρχάς ικανοποιούσε περισσότερο από όλες τις άλλες κουζίνες την απαίτηση για τον εξορθολογισμό των οικιακών εργασιών. Επίσης η Lihotzky έδωσε στην κουζίνα το στάτους ενός προϊόντος προς κατανάλωση.[16] Δημιούργησε έναν προκατασκευασμένο θαλαμίσκο, η τοποθέτηση του οποίου γινόταν με γερανό στο χώρο της κουζίνας. Δημιουργήθηκαν περίπου 10000 τέτοιες προκατασκευασμένες κουζίνες. Με λίγα λόγια η Lihotzky κατάφερε να θέσει σε λειτουργία μια γραμμή παραγωγής «κουζίνας».

Μια ακόμη καινοτομία της κουζίνας αυτής, που συνδέεται και με την γενικότερη τάση των κρατών για εκσυγχρονισμό στην περίοδο του μεσοπολέμου, ήταν η άμεση «εξάρτηση» της κουζίνας από τις νέες τεχνολογίες. Στη Φρανκφούρτη υπήρχε η ικανότητα να παραχθεί ενέργεια, πολύ μεγαλύτερη από τις ανάγκες της υπάρχουσας αγοράς. Η υπερκάλυψη αυτή ισορροπήθηκε από την εισαγωγή όλων αυτών των νέων εξ-ηλεκτρισμένων κατοικιών του οικιστικού προγράμματος.[17]

Η λειτουργικότητα και ο ορθολογισμός στον σχεδιασμό υποτίθεται ότι θα βοηθούσαν τις γυναίκες να αποδεσμευτούν από την ολοήμερη φροντίδα του σπιτιού. Παρατηρούμε όμως τελικά ότι ο σαφής διαχωρισμός της κουζίνας από το υπόλοιπο σπίτι σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη ταύτιση της «γυναικείας σφαίρας» με τον χώρο της κουζίνας, οδήγησε τη νοικοκυρά στην απομόνωση. Μέσα στην κατοικία, η σφαίρα της γυναίκας εμποδιζόταν να εισβάλλει στην ηρεμία των άλλων σφαιρών, για να μην διαταράσσει, με τις θορυβώδεις δραστηριότητες, την ισορροπία του υπόλοιπου σπιτιού. Οι οικιακές εργασίες δηλαδή καθίστανται αόρατες και εσωτερικές, σε αντίθεση με τα εξωτερικά καθήκοντα του συζύγου.

Μέσα από αυτόν τον απόλυτο διαχωρισμό του χώρου της κουζίνας από τους υπόλοιπους χώρους του σπιτιού παρατηρούμε ότι η νοικοκυρά – εργάτρια «εντοιχίζεται» μαζί με τα έπιπλα της κουζίνας της Φρανκφούρτης, της πρώτης εντοιχισμένης κουζίνας. Έξω από την κουζίνα υπάρχει η σύζυγος, η μητέρα, η φίλη. Μέσα στην κουζίνα υπάρχει η νοικοκυρά – εργάτρια του σπιτιού. Η κουζίνα δηλαδή στις εργατικές κατοικίες της Φρανκφούρτης είναι ένα «μαύρο κουτί»,[18] όπου κάθε διαδικασία που συμβαίνει εντός του, παρουσιάζεται ως συντελεσμένο αποτέλεσμα δίχως αναφορά στις διαδικασίες παραγωγής του. Ό,τι συμβαίνει στην κουζίνα, αρχίζει και τελειώνει εντός της.

Επίλογος

Είδαμε ότι η ορθολογική οργάνωση και η οικονομία του χώρου επιχείρησαν να καταστήσουν, ως μέτρο του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού της κατοικίας, τις δυνατότητες και τις ανάγκες του ίδιου του ανθρώπου. Η οργάνωση της κατοικίας ως ένα ενιαίο σύνολο αλλά και κάθε επιμέρους χώρου, με γνώμονα τις διαστάσεις και τις βιολογικές ανάγκες των κατοίκων (ελάχιστη κατοικία), για την περίοδο του μεσοπολέμου ήταν περισσότερο από μια απλή καινοτομία. Ήταν ουσιαστικά η υλοποίηση των επιδιώξεων μιας ολόκληρης εποχής, που αποκρυσταλλώθηκε στη φιλοσοφία του «Κύκλου της Βιέννης». Οι αρχιτέκτονες του Bauhaus προσπάθησαν μέσα από την επιστημονικοποίηση της αρχιτεκτονικής, να εδραιώσουν έναν λειτουργικό σχεδιασμό ο οποίος στόχευε στο κοινό, το τυπικό και το καθολικά εφαρμόσιμο.

Μελετώντας το παράδειγμα της κουζίνας της Φρανκφούρτης είδαμε πως ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός καθορίζει τις έμφυλες σχέσεις και διαφορές, και ταυτόχρονα πως τα έμφυλα πρότυπα καθορίζουν τον σχεδιασμό της κατοικίας. Η λειτουργικότητα και ο ορθολογισμός, έννοιες που αποτέλεσαν την ιδεολογική βάση του σχεδιασμού της ελάχιστης κατοικίας την περίοδο του μεσοπολέμου, επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της οικογένειας και τον μετασχηματισμό της οικιακής εργασίας σε απομονωμένη, αναπαραγωγική, απλήρωτη εργασία.[19] Ταυτόχρονα οι αρχιτέκτονες, ταυτίζοντας την διαχείριση των οικιακών εργασιών με τη «γυναικεία φύση», διαίρεσαν την κατοικία με βάση τη θεωρία των «χωριστών σφαιρών», αντιστοιχίζοντας τον χώρο της κουζίνας με τη «γυναίκεια σφαίρα». Η «ανδρική σφαίρα» δεν «χωρούσε» πλέον στην μικρή κουζίνα της Φρανκφούρτης. Ο σχεδιασμός αυτός λοιπόν κατέστησε τις οικιακές εργασίες αόρατες και εσωτερικές, σε αντίθεση με τα εξωτερικά ανδρικά καθήκοντα.

 

Βιβλιογραφία

[1] Galison, P., Aufbau/Bauhaus: Logical Positivism and Architectural Modernism, στο: Critical Inquiry, Vol. 16, No. 4, Summer, 1990.

[2] Henderson, S., A revolution in the woman’s sphere: Grete Lihotzky and the Frankfurt Kitchen, στο Coleman, D., Danze, E., Henderson, C., (ed.), Architecture and Feminism, New York: Princeton Architectural Press, 1996.

[3] Heßler, Μ., The Frankfurt Kitchen: The Model of Modernity and the “Madness” of Traditional Users, 1926 to 1933, στο Oldenziel, R., Zachmann, K., (ed.), Cold War Kitchen: Americanization, Technology, and European Users, Massachusetts: MIT Press, 2009.

[4] Roberts, Μ., Living in a Man-Made World: Gender Assumptions in Modern Housing Design, [ελεύθερη μετάφραση των κεφαλαίων 2 έως 8 του βιβλίου από τη Σαλώμη Χατζηβασιλείου, λέκτορα στο Ε.Μ.Π., διαθέσιμη στο http://iktinos2.arch.ntua.gr], London: Routledge 1991.

[5] Αλεξάκη, O., Γούβαλη, O., Ο ρόλος των έμφυλων σχέσεων στον σχεδιασμό της κατοικίας Παραδείγματα από το Μοντέρνο Κίνημα, αδημοσίευτη διάλεξη, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών – Τομέας Ι, Αθήνα: ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: http://www.arch.ntua.gr/lectures, 2012.

[6] Γκιοτσαλίτης, Κ., Οι προσφυγικές πολυκατοικίες του ’30, αδημοσίευτη διάλεξη, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Αθήνα: ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: http://www.arch.ntua.gr/lectures, 2013.

[7] Κιντή, Β., Από τον προοδευτικό Κύκλο της Βιέννης στον αντιδραστικό Λογικό Θετικισμό, Cogito 07, 2007.

[8] Λαδά, Σ., Μύθοι και πραγματικότητες, το ‘ιδανικό σπίτι’, ο ρόλος της κατοικίας στην κατά φύλα διαίρεση του χώρου, στο: Λαδά, Σ., (επιμ.),  Μετα-τοπίσεις: Φύλο, διαφορά και αστικός χώρος, Αθήνα: future, 2009.

[9] Μπαλτάς, Α., Πρόλογος στην ελληνική έκδοση, στο: Ρεντετζή, Μ., (επιμ.),  Ο χώρος του Επιστημονικού εργαστηρίου, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 2011.

[10] Πανουτσόπουλος, Γ., Επιστήμη, Τεχνολογία και Νεορομαντισμός στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, αδημοσίευτη διπλωματική εργασία, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, Αθήνα: ΕΚΠΑ, ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: https://uoa.academia.edu/GrigorisPanoutsopoulos, 2011.

[11] Τσιαμπάος, Κ., H αρχιτεκτονική επιστήμη: Η επίδραση του λογικού θετικισμού στην ελληνική πολεοδομία και αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα, (μεταδιδακτορική έρευνα), Αθήνα: ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: https://ntua.academia.edu/KostasTsiambaos, 2011.

[12] Τσιτσάνης, Δ., Η κοντινή μας Βαϊμάρη: Τέχνη και πολιτική στο Bauhaus, [άρθρο στο διαδίκτυο], διαθέσιμο στο: https://akea2011.com/2011/10/03/ikontinimasvaimari/, 2011.

 

Σημειώσεις:

[1] Τα ιστορικά στοιχεία για τον Κύκλο της Βιέννης και τον Λογικό Θετικισμό τα δανείζομαι από την Κιντή, 2007, σελ. 78-82.

[2] Μπαλτάς, 2011, σελ. xiii.

[3] Πανουτσόπουλος, 2013 σελ. 59.

[4] Galison, 1990, σελ. 709.

[5] Τσιτσάνης, 2011, http://akea2011.wordpress.com/2011/10/03/ikontinimasvaimari/.

[6] Τσιαμπάος, σελ. 15, επίσης Galison, 1990, σελ. 716.

[7] https://en.wikipedia.org/wiki/Weimar_Constitution

[8] Αλεξάκη, Γούβαλη, 2012, σελ. 27.

[9] Henderson, 1996, σελ. 221-223.

[10] Ό.π, σελ. 223.

[11] Λαδά, 2009, σελ. 18-19.

[12] Henderson, 1996, σελ. 227.

[13] Γκιοτσαλίτης, 2013, σελ. 89-91.

[14] Henderson, 1996, σελ. 235.

[15] Heßler, 2009, σελ. 171.

[16] Ό.π, 171-172.

[17] Henderson, 1996, σελ. 239.

[18] Το «μαύρο κουτί» χρησιμοποιείται όπως ορίζει την έννοια  ο Bruno Latour στο έργο του Science in Action. Σύμφωνα με τον Latour, ένα «μαύρο κουτί» είναι ουσιαστικά το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας χωρίς να γίνεται αναφορά στον τρόπο που αυτή παράχθηκε.

[19] Λαδά, 2009, σελ. 26.

 

Διαβάστε ακόμα

Η κομμουνίστρια που επινόησε την εντοιχισμένη κουζίνα

 

Share

Ένας φόνος που αν δεν τον έκαναν μπορεί να μη ζούσαν οι ίδιες*

φιλιππα

της Φιλίππας Διαμάντη

*Το κείμενο αυτό αποτελεί μέρος της εισήγησής μου από τις εκδηλώσεις για τη γυναικεία αυτοάμυνα που πραγματοποιήθηκαν στις 21/10/2017 στη Θεσσαλονίκη στο Μικρόπολις και στις 10/11/2017 στην Αθήνα στο Nosotros.

Εισαγωγή

Ξεκινώντας, θέλω να αυτοπροσδιοριστώ ως προς την ταυτότητα φύλου μου, μιας και πολύ επίκαιρη η συζήτηση για τις ταυτότητες φύλου. Αυτοπροσδιορίζομαι, λοιπόν, ως cis γυναίκα, δηλαδή, το φύλο που μου αποδόθηκε κατά τη γέννησή μου ταυτίζεται με την εξωτερική μου εμφάνιση και συμπεριφορά (η λέξη cis προέρχεται από το cisgender και είναι το αντίθετο του transgender). Είναι πολιτική επιλογή μου να προσδιορίσω δημόσια την ταυτότητα φύλου μου και το κάνω σε κάθε εκδήλωση που καλούμαι ως ομιλήτρια, διότι θέλω να δώσω ορατότητα στις διάφορες ταυτότητες φύλου, όπως τα τρανς άτομα, στα άτομα με διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά φύλου, όπως τα ίντερσεξ, καθώς και σε όσα άτομα δεν χωράνε στο δίπολο «αρσενικό»/«θηλυκό». Ταυτόχρονα, δεν θέλω να θεωρείται αυτονόητη η cis κατάσταση. Να διευκρινίσω πως όλα τα περιστατικά έμφυλης βίας στα οποία θα αναφερθώ σήμερα αφορούν cis γυναίκες και όπου αναφέρομαι σε άντρες, εννοώ cis στρέιτ άνδρες.

Το περιστατικό

Στις 23 Ιουνίου 2016, πληροφορηθήκαμε από τον Τύπο[1] πως μια 22χρονη, που βρισκόταν παρέα με μια 17χρονη, σκότωσε στη μέση του δρόμου με ένα μαχαίρι έναν 46χρονο άνδρα στην Κόρινθο. Στη συνέχεια, όπως έγραψε ο Τύπος, τα κορίτσια φυγαδεύτηκαν και κρύφτηκαν στο σπίτι φίλων. Παρόλο που σχεδόν όλα τα ηλεκτρονικά άρθρα άφηναν υπονοούμενα για τη γνωριμία της 22χρονης με τον νεκρό άνδρα και πως ίσως ο φόνος αφορούσε ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, παντού αναφερόταν ο ισχυρισμός της κοπέλας πως παρενοχλήθηκε σεξουαλικά και για αυτό τον σκότωσε. Οι κυρίαρχοι τίτλοι ήταν: «Η 22χρονη που μαχαίρωσε τον 46χρονο στην Κόρινθο, ισχυρίζεται ότι την παρενόχλησε σεξουαλικά».[2]

Βλέποντας αυτά τα δημοσιεύματα, μια ομάδα γυναικών από την Αθήνα με εμπειρία αλληλεγγύης σε γυναίκες που δέχονται έμφυλη βία μπόρεσαν να δουν πως ήταν αρκετά ξεκάθαρο πως επρόκειτο για περίπτωση αυτοάμυνας. Βρήκαν τα στοιχεία της 22χρονης κοπέλας, ήρθαν σε επαφή με τον δικηγόρο της, πήγαν στο σπίτι της οικογένειάς της στην Κόρινθο και επισκέφτηκαν την ίδια στον Κορυδαλλό, όπου είχε προφυλακιστεί.

Αυτή η 22χρονη είναι η Παναγιώτα. Τι συνέβη λοιπόν εκείνο το βράδυ; Ένα βράδυ αργά, η Παναγιώτα και η 17χρονη φίλη της κάθονται οι δυο τους σ’ ένα παγκάκι στον πεζόδρομο. Τους πλησιάζει ένας μεθυσμένος άντρας, αρκετά μεγαλύτερός τους, κοντά στα πενήντα. Δεν τον ξέρουν. Στέκεται μπροστά τους και με απειλητική διάθεση αφήνει σεξουαλικά υπονοούμενα. Λέει στη μικρότερη κοπέλα: «εσένα σε ξέρω, που μένεις και τους γονείς σου». «Θα σας γαμήσω», τους λέει και πιάνει τα στήθη της μικρής. Εκείνες αντιδράνε. Πιάνει την Παναγιώτα από τα μαλλιά. Πάει να βγάλει κάτι από την κωλότσεπή του. «Κρατάει μαχαίρι», φωνάζει η μικρότερη κοπέλα. Τότε η Παναγιώτα βγάζει από τη μικρή άσπρη τσάντα που κρατούσε ένα μαχαίρι. Τον χτυπά με αυτό. Πανικοβάλλονται. Φεύγουν τρέχοντας. Πετούν το μαχαίρι λίγα μέτρα παρακάτω. Ο άντρας πέθανε.

Η Παναγιώτα θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε γυναίκα από εμάς, η οποία ένιωσε κίνδυνο βλέποντας έναν άγνωστο άνδρα να πλησιάζει τόσο κοντά τους, να τις παραβιάζει με τα χέρια του και να τις απειλεί με τα σεξιστικά λόγια του. Βίωσε σωματική βία όταν την άρπαξε από τα μαλλιά, και φοβήθηκε από το θράσος του. Γιατί όμως φοβήθηκε;

Οι γυναίκες γαλουχούμαστε από πολύ μικρές με τον φόβο του βιασμού. Οι γυναίκες αποφεύγουμε τους σκοτεινούς δρόμους, κοιτάμε διαρκώς πίσω μας αν μας ακολουθεί κανείς, αποφεύγουμε τα ασανσέρ με αγνώστους, περπατάμε πιο γρήγορα όταν μας κορνάρουν μέσα στη νύχτα, κουκουλωνόμαστε για να μην φανεί πως είμαστε γυναίκες καθώς επιστρέφουμε σπίτι, αγχωνόμαστε όταν μπαίνουμε μόνες σε ταξί, ειδοποιούμε πως φτάσαμε ασφαλείς. Οι γυναίκες έχουμε στο νου μας να μη μας ρίξουν κάτι στο ποτό, αποφεύγουμε να κάνουμε οτοστόπ, προσπαθούμε να μην ταξιδεύουμε μόνες μας, δεν συχνάζουμε σε μοναχικές παραλίες. Αυτά και άλλα πολλά τα κάνουμε οι γυναίκες διότι φοβόμαστε τι; Φοβόμαστε μήπως βιαστούμε.

Όταν μια γυναίκα βιάζεται κάθε λίγα λεπτά παγκόσμια, γνωρίζουμε πολύ καλά πώς είναι να σκέφτεσαι κάθε μέρα, κάποια στιγμή της ημέρας ότι ίσως κληθείς να αποτρέψεις τον βιασμό σου. Η βία είναι η πρώτη αιτία θανάτου των γυναικών παγκόσμια.[3] Πρώτα η βία και έπεται ο καρκίνος. Άρα τι μπορεί να φοβήθηκε η Παναγιώτα και έβγαλε μαχαίρι εκείνο το βράδυ; Ότι θα τη βιάσει, ότι θα τη σκοτώσει.

Το προφίλ της Παναγιώτας

Πέρα όμως από την αυτοπροστασία της Παναγιώτας και της φίλης της από ένα βιασμό ή μια γυναικοκτονία, η Παναγιώτα έχει και κάποια άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Η Παναγιώτα ζει στα παγκάκια στην Κόρινθο. Έχει φύγει από το σπίτι της γιατί ο πατέρας της δέρνει τη μητέρα της και η Παναγιώτα δεν αντέχει άλλο αυτή την κατάσταση. Πάντα μπαίνει στη μέση για να τους χωρίσει και τις τρώει. Ο πατέρας άνεργος και αλκοολικός. Η μητέρα άνεργη με καρκίνο. Δεν τολμάει να φύγει από το σπίτι της. Όλο το σπίτι είναι σπασμένο, δεν έχει αφήσει ούτε ποτήρι όρθιο ο πατέρας. Η Παναγιώτα έχει ελαφρά νοητική στέρηση. Κατάφερε όμως να φτάσει μέχρι και το γυμνάσιο. Δεν είχε βοήθεια από πουθενά. Μερικές φορές ζητούσε χρήματα από την εκκλησία για να πάρει να φάει. Κάποιες άλλες, έκανε μεροκάματα στα καλαμπόκια. Είχε μια κολλητή φίλη λίγο μικρότερή της. Μερικές φορές τριγυρνούσαν μαζί τα βράδια. Κυκλοφορούσε με μαχαίρι στην τσάντα διότι φοβόταν τα βράδια που έμενε έξω.

Η μητέρα της Παναγιώτας κακοποιούνταν από τον πατέρα της και η Παναγιώτα έμπαινε στη μέση για να τους χωρίσει. Ξέρουμε τι παθαίνουν τα παιδιά που μπαίνουν στη μέση για να προστατέψουν την μητέρα τους; Πριν δέκα περίπου μέρες, ένας δεκαοχτάχρονος μπήκε στη μέση για να προστατέψει τη μητέρα του που απειλούνταν με μαχαίρι, το μαχαίρι κάρφωσε τον γιο και πέθανε.[4] Στις αρχές Σεπτέμβρη, μια δεκαοχτάχρονη κοπέλα στέλνει μήνυμα στη μητέρα της που είχε φύγει από το σπίτι επειδή κακοποιούνταν: ««Μαμά, μην γυρίσεις στον μπαμπά. Δεν θα διορθωθεί ποτέ» μαμά μη γυρίσεις, ο μπαμπάς δεν θα διορθωθεί ποτέ». Βλέποντας αυτό το μήνυμα ο πατέρας, νευρίασε με την κόρη, προσπάθησε να τη στραγγαλίσει και της έβαλε φωτιά, η κοπέλα πέθανε στο νοσοκομείο.[5] Γνωρίζοντας έστω και λίγα από ψυχολογία, είναι ξεκάθαρο πως το περιστατικό της αυτοάμυνας της Παναγιώτας είναι μια περίπτωση μετάθεσης. Μια Παναγιώτα που πάντα προστάτευε τη μητέρα της και έμπαινε στη μέση, προστατεύει τώρα την κολλητή και μπαίνει και πάλι στη μέση. Δεν μπορούσε να αμυνθεί στον πατέρα της διότι τον φοβάται επειδή είναι ο πατέρας της, που έχει κάθε δικαίωμα πάνω σε αυτή και τη μητέρα της, όπως έχουμε διδαχθεί αυτόν το ρόλο, αλλά μπορεί να αμυνθεί απέναντι στον άγνωστο άντρα.

«Πρόεδρος: Γιατί δεν χτυπήσατε ποτέ τον πατέρα σας που σας κακοποιούσε;

Παναγιώτα: Τον φοβόμουν. Τον τρέμω τον πατέρα μου.»

Εδώ να πω πως μέχρι τελευταία στιγμή ο πατέρας της την απειλούσε να μην πει στο δικαστήριο πως τις χτυπούσε για να μην τον κάνουν ρεζίλι δημόσια. Η Παναγιώτα ακόμη και λίγο πριν το δικαστήριο ήταν χάλια ψυχολογικά, διότι δέχονταν τις απειλές του πατέρα της πως δεν θα επιτρέψει στη μητέρα της να καταθέσει υπέρ της. Τελικά, για μια «καλύτερη» ποινή της κόρης του, πείστηκε να καταθέσει την αλήθεια, δηλαδή ότι τις κακοποιούσε.

Χωρίς αμφιβολία, το σύστημα της πατριαρχίας κληροδοτεί στους άντρες την νομιμοποίηση της εξουσίας πάνω στο γυναικείο σώμα, όμως αυτός που τελικά έχει την ευθύνη είναι ο φορέας της πατριαρχίας, αυτός που επιλέγει να την εφαρμόζει και αυτός είναι ο πατέρας της Παναγιώτας. Ο νεκρός Νίκος Ζαφειρόπουλος, ο επίδοξος βιαστής της Παναγιώτας και της φίλης της, υπήρξε άλλο ένα σεξιστικό αρσενικό, μια παράπλευρη απώλεια της αυτοάμυνας.

Έχει ιδιαίτερη σημασία, όμως, να δούμε πως πιθανότατα η Παναγιώτα δεν θα κοιμόταν στο δρόμο, δεν θα κρατούσε μαχαίρι, δεν θα πανικοβαλλόταν, δεν θα μαχαίρωνε, αν δεν είχε συσσωρεύσει όλη αυτή τη βία από τον πατέρα της και δεν απαντούσε με τόσο έντονη αντιβία. Μπορεί να φώναζε ή να έφευγε, μπορεί και όχι. Αυτός, όμως, που σίγουρα θα έπρεπε να δικαστεί, δεν είναι η Παναγιώτα αλλά ο πατέρας της.

κα

Δυο μύθοι για τη βία κατά των γυναικών

Εδώ θέλω να σταθώ σε δυο σημεία. Το πρώτο είναι πως κάποιοι μπορεί να πέσουν στην παγίδα να αναρωτηθούν μήπως και ο πατέρας της Παναγιώτας ήταν ένα κακοποιημένο παιδί που αναπαρήγαγε τη βία που βίωσε στο σπίτι του. Πολλές φορές, αυτό χρησιμοποιείται σαν επιχείρημα για τη δικαιολόγηση του κακοποιητή. Το αντεπιχείρημα είναι ότι αυτό που παρατηρείται στην πράξη είναι πως τα υποκείμενα που δέχονται βία και κακοποίηση και που έχουν κατώτερη θέση ιεραρχικά στην κοινωνία –παιδιά, γυναίκες, μετανάστριες-ες, γκέι, τρανς, σκλάβες του σεξ– είναι πολύ σπάνιο να ασκήσουν βία προς κάποιον άλλον επειδή ακριβώς έχουν βιώσει στο πετσί τους τον πόνο και το τραύμα της βίας. Μπορεί να χρησιμοποιήσουν τη βία ως εργαλείο αντιβίας και αυτοάμυνας, αλλά δεν θα την ασκήσουν άκριτα. Για παράδειγμα, πάντα είχα την απορία γιατί δεν οργανώνονται αντιφασιστικές περιπολίες από τους ίδιους τους μετανάστες, οι οποίες αποτελούνται κυρίως από cis στρέιτ αρσενικά; Η επιλογή της βίας ως πολιτικό εργαλείο από υποκείμενα που έχουν υποστεί βία λόγω της κοινωνικής τους θέσης είναι μια δύσκολη επιλογή, διότι τα υποκείμενα καλούνται να επανοικειοποιηθούν ένα εργαλείο που τα έχει τραυματίσει.

Το δεύτερο σημείο που θέλω να σταθώ είναι ο αλκοολισμός και η χρόνια ανεργία του πατέρα της Παναγιώτας. Πάλι αυτά τα δυο χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα που δικαιολογούν τους άντρες που ασκούν βία. Στο δικαστήριο ήταν συγκλονιστικό πως όταν κατέθετε η μητέρα της Παναγιώτας πως κακοποιούνταν από το σύζυγό της, μέσα από τα λεγόμενά της δικαιολογούσε το σύζυγό της επειδή έπινε και ήταν άνεργος. Πολλές γυναίκες υιοθετούν και οι ίδιες τις σεξιστικές θέσεις που υπάρχουν στην κοινωνία και γίνονται φορείς τους. Όμως αντί να τις κατηγορούμε πως αυτές φταίνε που μένουν σε μια τέτοια σχέση, μπορούμε να τις αφυπνίσουμε και να τους εξηγήσουμε πως η βία του συζύγου δεν είναι κάτι το «φυσιολογικό» σε καμία συνθήκη. Σίγουρα υπάρχουν πολλές γυναίκες άνεργες και αλκοολικές, όμως δεν επιλέγουν να ξυλοφορτώνουν τους συζύγους τους ή να τους βιάζουν. Να θυμίσω και το σύνθημα: «δεν είναι το αλκοόλ, δεν είναι η ανεργία, το χέρι του σήκωσε η πατριαρχία».

Λίγα λόγια για τη δίκη

Δεν θέλω να αναφερθώ σε λεπτομέρειες της δίκης, γράφτηκαν και αρκετά άρθρα που την παρουσίασαν με λεπτομέρειες. Κάθε φορά που πρόκειται να βρεθούμε σε ένα δικαστήριο για κάποιο περιστατικό έμφυλης βίας, μας είναι οικεία η σεξιστική ρητορική με την οποία ερχόμαστε αντιμέτωπες. Το δικαστήριο έκρινε πως η Παναγιώτα δεν κινδύνευσε και δεν αναγνώρισε πως βρισκόταν σε αυτοάμυνα. Μάλιστα, η εισαγγελέας στην αγόρευσή της ανέφερε πως η Παναγιώτα δεν μπορεί να αντιληφθεί την αξία της ανθρώπινης ζωής όπως εμείς που είμαστε «άλλου μορφωτικού επιπέδου» και ότι «δεν σέβεται τη ζωή μπροστά στο ένστικτο επιβίωσης». Η εισαγγελέας πρότεινε το ελαφρυντικό των μη ταπεινών κριτηρίων, καθώς ενήργησε με βάση τον αξιακό της κώδικα και δεδομένου ότι στο θύμα βρέθηκαν όλα τα προσωπικά του αντικείμενα και η πράξη δεν συνδέεται με κλοπή, όπως είπε.[6]

Ο συνήγορος της πολιτικής αγωγής στην αγόρευσή του ανέφερε πως από τη στιγμή που δεν υπήρχαν ίχνη πάλης, δεν υπάρχει και απόπειρα βιασμού και πως όπως χαρακτηριστικά είπε: «αν το σενάριο του βιασμού είναι αληθές, τα δυο έννομα αγαθά, της λεκτικής κακοποίησης και της ανθρωποκτονίας είναι αναντίστοιχα».

 

Η ρητορική της δίκης

Σε σχέση με τη ρητορική της δίκης έχει ενδιαφέρον να δούμε ότι κατακερματίζει τη σεξουαλικοποιημένη επίθεση – εδώ επίτηδες χρησιμοποιώ τον όρο σεξουαλικοποιημένη και όχι σεξουαλική, διότι σκοπός του βιαστή δεν είναι η σεξουαλική ικανοποίηση αλλά πρωτίστως η επιβολή της εξουσίας στο γυναικείο υποκείμενο. Μια τέτοια επιβολή μπορεί να περιλαμβάνει από προσβολές, απειλές, ακινητοποίηση, αγγίγματα, τράβηγμα μαλλιών, εξαναγκασμό σε στοματικό, καλλιέργεια φόβου, παρακολούθηση, υποτίμηση, κυνήγι, διείσδυση ή και όλα αυτά και άλλα. Αυτό που είδαμε, λοιπόν, είναι πως η σεξιστική ρητορική του δικαστηρίου αντιμετωπίζει διαφορετικά τη λεκτική παρενόχληση, τη σεξουαλική παρενόχληση, την απόπειρα βιασμού και τον βιασμό. Αυτή η κυρίαρχη θέση έχει ως απόρροια να θεωρείται βιασμός μόνο η διείσδυση του φαλλού και όλες οι υπόλοιπες εκφάνσεις του βιασμού να υποτιμώνται.

«Σεξ ίσον φαλλική διείσδυση, άρα βιασμός ίσον φαλλική διείσδυση». Και εδώ κάνουμε μεγάλο αγώνα ενάντια σε αυτή την κυρίαρχη αντίληψη για να καταρρίψουμε αυτό το πατριαρχικό κατάλοιπο που ταυτίζει το σεξ με τη διείσδυση και περιορίζει κατά πολύ την έννοια του βιασμού, αποδίδοντας μάλιστα και διαφορετικές ποινές ανάλογα με τον αν υπήρξε διείσδυση ή όχι. Επίσης, γυναίκες που έχουν βιώσει τον τρόμο του βιασμού, (από προσωπική επιλογή επιλέγω να μη χρησιμοποιώ τον όρο απόπειρα βιασμού, διότι πάλι σαν έννοια υποτιμά όλες τις διαφορετικές εκφάνσεις του βιασμού), το βίωμά τους ήταν τόσο ισχυρό, που πραγματικά δεν υπάρχει διαφοροποίηση στο αν τελικά τις έπιασε ο βιαστής, τις ακούμπησε ή υπήρξε διείσδυση. Οτιδήποτε παραβιάζει το χώρο ενός υποκειμένου, με λόγια, πράξεις, βλέμματα, άσκηση βίας ή εξουσίας αποτελεί βιασμό. Το να ανανοηματοδοτήσουμε την έννοια του βιασμού και τον επανορίσουμε θα μας βοηθήσει πολύ στις δίκες βιασμών, ώστε να μην απαλλάσσονται οι βιαστές ή να πέφτουν στα μαλακά, αλλά και στην ανάδειξη του γυναικείου προσωπικού βιώματος.

Και εδώ να υπενθυμίσω πως οι περισσότεροι βιασμοί λαμβάνουν χώρα μέσα στη σχέση ή στον γάμο, καθώς και μέσα στην οικογένεια από φιλικά και συγγενικά πρόσωπα, απλά σήμερα αναφέρθηκα πιο πολύ στον βιασμό στο δημόσιο χώρο.

Ένα ακόμη σημείο που αναφέρθηκε στη δίκη ήταν πως από τη στιγμή που δεν υπήρχαν ίχνη πάλης, δεν υπήρξε απόπειρα βιασμού. Αυτό είναι ένα επιχείρημα που συναντάμε σε πάρα πολλές δίκες βιασμού. Αφού δεν αντιστάθηκες, δεν έχεις εκδορές, αμυχές κλπ, «άρα τα ήθελες και ήταν συναινετικό σεξ». Αυτό όμως που συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις βιασμού είναι η ψυχολογική αντίδραση του παγώματος λόγω φόβου ή τρόμου. Η γυναίκα παγώνει, δεν αντιδρά και αποστασιοποιείται ψυχικά για να αντέξει τον πόνο. Είναι μια αντίδραση που την έχουν πολλά άτομα που έχουν βιώσει κακοποίηση και πολύ συχνά τα παιδιά. Η ψυχική αποστασιοποίηση στη διάρκεια μιας επίθεσης μπορεί να χρησιμεύσει ως άμυνα όταν, μετά το αρχικό πάγωμα, κάποια μπορεί σκεφτεί ότι δεν μπορεί να γλιτώσει από μια απειλητική κατάσταση.[7] Αυτή η ψυχολογική άμυνα είναι μια καταλυτική παράμετρος που σχεδόν ποτέ δεν λαμβάνεται υπόψη στα δικαστήρια, με αποτέλεσμα να κατηγορείται και πάλι η γυναίκα που δεν αντιστάθηκε στο βιασμό της.

Η Παναγιώτα καταδικάστηκε από το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο του Ναυπλίου στις 27 Σεπτεμβρίου, ομόφωνα σε 15 χρόνια κάθειρξης για το κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, 6 μήνες φυλάκιση για το πλημμέλημα της οπλοφορίας και 6 μήνες για αυτό της οπλοχρησίας (τελική ποινή κατά συγχώνευση 15 χρόνια και 4 μήνες). Το δικαστήριο της έδωσε το δικαίωμα έφεσης.

-Το δικαστήριο έκρινε πως η Παναγιώτα δεν κινδύνευσε ούτε να βιαστεί ούτε κινδύνευσε η ζωή της με κάποιο τρόπο. Μάλιστα, η εισαγγελέας ανέφερε πως «ο Ζαφειρόπουλος είπε απλά κάτι παραπάνω».

-Δεν έλαβε υπόψη του τη νοητική στέρηση της Παναγιώτας και τον διαφορετικό τρόπο που μπορεί να αντιλήφθηκε τον κίνδυνο.

-Δεν έλαβε υπόψη ότι η Παναγιώτα εκείνο το βράδυ βίωσε μια δευτερογενή κακοποίηση, η πρώτη ήταν από τον χρόνια κακοποιητικό της πατέρα

Συνολικά καταδίκασε το δικαίωμα μιας γυναίκας να αντιδράσει, να υπερασπιστεί την εαυτή της, να αμυνθεί, να μη βιαστεί. Στο πρόσωπο της Παναγιώτας το ελληνικό δικαστήριο καταδίκασε όλες τις γυναίκες που αντιδρούν στην έμφυλη βία.

κα1

Κινήσεις Αλληλεγγύης στην Π.

Να πω πως η Παναγιώτα από την αρχή της φυλάκισής της είχε αλληλεγγύη από το φεμινιστικό-κουήρ κίνημα. Μια γυναίκα την επισκεπτόταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα στη φυλακή και είχαν τηλεφωνική επικοινωνία, είχε αλληλογραφία με μια άλλη γυναίκα, μαζεύτηκαν χρήματα για τα έξοδά της στο κυλικείο της φυλακής και ρούχα. Παράλληλα, η ομάδα αλληλεγγύης προς την Παναγιώτα αποφάσισε την αλλαγή δικηγόρου και προτίμησαν μια γυναίκα που είχε εμπειρία σε παρόμοιες δίκες, την Ιωάννα Σφεντούμη. Καθώς πλησίαζε η δίκη, κοινοποιήθηκε η ανάγκη συγκέντρωσης χρημάτων για τα δικαστικά έξοδα και για αλληλεγγύη. Τα αντανακλαστικά ήταν άμεσα. Δημιουργήθηκε ένα συντονιστικό αλληλεγγύης στην Αθήνα και ένα στη Θεσσαλονίκη. Έγιναν αναρτήσεις πανό και αφισοκολλήσεις σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πάτρα. Μαζεύτηκαν χρήματα για οικονομική ενίσχυση από κουήρ στέκια και καταλήψεις, πραγματοποιήθηκαν καφενεία αλληλεγγύης στα πανεπιστήμια. Υπήρξε πολλή σημαντική παρουσία αλληλέγγυου κόσμου στο δικαστήριο από πολλές πόλεις της Ελλάδας, όπου και αναρτήθηκαν τρία πανό. Παράλληλα, γράφτηκαν πάρα πολλά κείμενα αλληλεγγύης και υπήρξε μεγάλη δημοσιοποίηση της απόφασης.

Τι θέλει να πει η ίδια

Αυτή τη στιγμή η Παναγιώτα βρίσκεται ακόμη στον Κορυδαλλό και θα μεταφερθεί στις γυναικείες φυλακές της Θήβας. Ψυχολογικά δεν είναι καλά. Ήδη και πριν τη δίκη είχε κάνει κάποιες απόπειρες αυτοτραυματισμού χαράζοντας τα χέρια της. Οπότε τα πράγματα είναι γενικά δύσκολα για εκείνη. Η αλήθεια είναι πως δεν είχε συνειδητοποιήσει πως θα ξαναπάει φυλακή και επειδή θεωρούσε πως ήταν ατύχημα και πως δεν κατάλαβε πως έγινε, πίστευε πως θα αθωωθεί. Η δική της δήλωση μετά την ποινή ήταν: «Θέλω να επαναλάβω ότι λυπάμαι που η προσπάθεια να αντισταθώ στην επίθεση εναντίον εμένα και της φίλης μου εκείνη τη νύχτα είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του ανθρώπου. Δεν ήθελα να τον σκοτώσω, και λυπάμαι πολύ για αυτό που έγινε. Δεύτερον, θέλω να ευχαριστήσω όλες τις γυναίκες που μου συμπαραστέκονται και αισθάνομαι δυνατή γι’ αυτό. Τέλος, μου βάζουν 15 χρόνια φυλακή, ενώ εγώ περίμενα μια καλύτερη απόφαση, περίμενα να βγω από τη φυλακή όπου βρίσκομαι εδώ και πολύν καιρό. Θα παλέψω για μια καλύτερη απόφαση».

Κλείνοντας, να πω πως είναι ελπιδοφόρο το ότι υπάρχει ένα δίκτυο αλληλεγγύης προς γυναίκες που έχουν δεχτεί έμφυλη κακοποίηση, το οποίο εξαπλώνεται σε διάφορες πόλεις με τη δημιουργία φεμινιστικών και κουήρ ομάδων που έχουν τη δυναμική των ομάδων της δεκαετίας του ’80.

Προτάσεις

Παράλληλα με το ταμείο αλληλεγγύης σε διωκόμενες γυναίκες σε αυτοάμυνα για το οποίο θα μας μιλήσει η Άννα, έχουμε πολλή δουλειά ώστε να χτίσουμε αυτοοργανωμένες υποστηρικτικές δομές για τις γυναίκες που έχουν κακοποιηθεί, ώστε να νιώθουν ένα ασφαλές, υποστηρικτικό και φροντιστικό πλαίσιο και να μπορούν να μιλήσουν για τον βιασμό τους και την κακοποίηση τους. Με αυτοργανωμένη ομάδα ψυχολόγων που θα προσφέρουν δωρεάν υπηρεσίες γιατί είναι απαραίτητη η προσωπική φροντίδα του τραύματος του βιασμού, με δικηγόρους που θα έχουν φεμινιστική παιδεία και αναφορές, θα μπορούν να σταθούν στα δικαστήρια αντιπαλεύοντας τα σεξιστικά επιχειρήματα, με ταμείο αλληλεγγύης για τα θύματα βιασμού για όλη την δικαστική διαδικασία, αλλά και για αυτές που βρίσκονται στη φυλακή λόγω αυτοάμυνας, με δίκτυο φιλοξενίας γυναικών που μπορεί να κακοποιούνται μέσα στη σχέση ή στον γάμο. Όλα αυτά μπορεί να ακούγονται μεγαλεπήβολες προτάσεις, όμως αν δεν χτίσουμε σιγά σιγά ένα κίνημα έμπρακτης αλληλεγγύης στους ανθρώπους που καταγγέλλουν τον βιασμό τους και μιλούν για την κακοποίησή τους, δεν μπορούμε να απαιτούμε να τα καταγγείλουν. Το κίνημα έχει πολλή δουλειά ακόμη να κάνει στα ζητήματα του αντισεξισμού, ώστε αυτά να ενταχθούν στην ήδη υπάρχουσα αντιφασιστική ατζέντα και να μην αντιμετωπίζονται ως ειδικά θέματα.

Σε σχέση με το ταμείο αλληλεγγύης διωκόμενων γυναικών, είναι σημαντικό αυτές οι γυναίκες που κατηγορούνται επειδή αμύνθηκαν για να υπερασπιστούν τις εαυτές τους να νιώθουν πως δεν τις ξεχνάμε, πως τις στηρίζουμε και πως θέλουμε να τις βοηθήσουμε να απαλλαχθούν από την κοινωνική κατακραυγή που τις φορτώνει με ενοχές για ένα φόνο που, αν δεν τον έκαναν, μπορεί να μη ζούσαν οι ίδιες.

[1] http://www.cnn.gr/news/ellada/story/36747/agrio-egklima-stin-korintho-22xroni-skotose-46xrono-sti-mesi-toy-dromoy

[2] http://www.mixanitouxronou.gr/22chroni-macherose-sti-mesi-tou-dromou-46chrono-ischirizete-oti-tin-parenochlise-sexoualika/

[3] http://newpost.gr/ellada/454267/h-bia-einai-h-prwth-aitia-thanatoy-twn-gynaikwn-pagkosmiws

[4] http://www.gazzetta.gr/plus/koinwnia/article/1147877/nekros-18hronos-sto-peristeri-apo-ta-heria-toy-patera-toy

[5] https://www.thepressroom.gr/ellada/thrinos-stin-petroypoli-pethane-i-18hroni-poy

[6] Περιγραφή της δίκης https://omniatv.com/6278

[7] http://www.kathimerini.gr/921908/article/epikairothta/episthmh/tonikh-akinhsia-giati-ta-8ymata-viasmoy-den-antistekontai

Share

Και πάνω από 40 και μόνη και χωρίς παιδιά

motherhood

της Ιουλίας Λειβαδίτη

«Και τι έγινε;», θα ήταν η πιθανότερη συνέχεια ενός φεμινιστικού ή μάλλον και ψευδοφεμινιστικού ποστ. Γυναικεία ενδυνάμωση, αυτά έχουν ξεπεραστεί, η γυναίκα δεν χρειάζεται να έχει σύντροφο ή παιδιά για να είναι πλήρης, το ξέρουμε όλοι πια. Αντίστροφα, σε ένα μισογυνιστικό ποστ, η συνέχεια θα ήταν «να πως ο φεμινισμός έχει καταστρέψει τις γυναίκες».

Όμως για τις πολλές (περισσότερες από κάθε προηγούμενη γενιά) γυναίκες που βρίσκονται στη θέση να είναι πάνω από 40 και μόνες και χωρίς παιδιά, η αλήθεια δεν βρίσκεται σε καμία από τις δυο αφηγήσεις.

Ας πιάσουμε την πρώτη, δήθεν φεμινιστική αφήγηση: αν στενοχωριέσαι που δεν έχεις σύντροφο ή παιδιά, είσαι γκρινιάρα χωρίς λόγο ή και προδότρια του κινήματος. Αφού είμαστε οι εαυτές μας, η αξία μας δεν ορίζεται πια μέσω των συντρόφων ή των παιδιών μας. Όντως πλέον δεν ετεροκαθοριζόμαστε (τόσο έντονα όσο παλιά) και αυτό είναι καλό. Αλλά εκτός από κάποιες γυναίκες που είχαν την τύχη να έχουν μεγαλώσει ή να ζουν σε κάποια καλλιτεχνική, ακαδημαϊκή ή και ακτιβιστική φούσκα, οι περισσότερες από μας ζουν στη μέση ελληνική πραγματικότητα. Εκεί όπου, αν όχι το επιθυμητό, τότε σίγουρα το «φυσιολογικό» είναι να παντρευτείς και να κάνεις παιδιά. Μεγαλώνοντας, οι γυναίκες «μιας ορισμένης ηλικίας» που γνωρίζαμε ήταν σχεδόν αποκλειστικά παντρεμένες μητέρες. Αυτό υπήρχε γύρω μας, αυτό ήταν οι μανάδες μας, οι θείες μας, οι μαμάδες των συμμαθητριών μας, οι οικογενειακές φίλες. Η σπάνια περίπτωση μιας γυναίκας ανύπαντρης και χωρίς παιδιά ήταν πάντα η εξαίρεση, και σχολιάζονταν πάντα αρνητικά, είτε επιθετικά, είτε με λύπηση. Όταν βρήκαμε δουλειά, ξέραμε πολύ καλά ποιά ήταν η ατάκα με την οποία άντρες και γυναίκες μιλούσαν για ορισμένες συναδέλφισσες: «ε, τι περιμένεις, είναι ανύπαντρη/ δεν έχει παιδιά». Γεροντοκόρη, αγάμητη, τρελή, επιπόλαια, ωραιοπαθής, τσούλα, ψηλομύτα, να βρεθεί κάποιος να την πηδήξει να ησυχάσουμε, από όλα έχει ο μπαξές για την γυναίκα που είναι πάνω από 40, άτεκνη και μόνη. Πώς λοιπόν, όταν έχεις μεγαλώσει και συνεχίζεις να ζεις σε αυτή την κοινωνία, να βιώσεις αυτή την κατάσταση ως θετική ή έστω ως ουδέτερη; Όποια το καταφέρνει της βγάζω το καπέλο, πρέπει να έχει μεγάλη αυτοπεποίθηση (ή να ζει σε κάποια από τις προαναφερθείσες φούσκες).

Μετά υπάρχει και το άλλο άκρο, αυτές που αρνούνται να δούνε τη δυσκολία του να μεγαλώνεις, να γερνάς ουσιαστικά -για να λέμε και πράγματα με το ονομά τους- και να περνάς τη ζωή σου εντελώς μόνη… «Μην το λες, δεν είσαι μεγάλη, η Χ φίλη μου έκανε παιδί στα 50». «Η Ψ βρήκε σύντροφο στα 45». «Κι εγώ που παντρεύτηκα τι κατάλαβα;», «Δεν χαίρεσαι που δεν έχεις παιδιά και έχεις χρόνο και χρήματα να κάνεις ό,τι γουστάρεις;». Οι περισσότερες νομίζουν ότι είσαι φαντασιοπλήκτη που νιώθεις περιθωριοποιημένη: «έχεις κόμπλεξ», «δεν τα έχεις βρει με τον εαυτό σου», «αν ήσουν ικανοποιημένη δεν θα σε πείραζε τι λένε οι άλλοι», «αν είσαι μίζερη θα είσαι πάντα με παιδιά ή χωρίς», «μα ποιοί σχολιάζουν αρνητικά τις μόνες χωρίς παιδιά, δεν το πιστεύω!».

Όλα αυτά τα ωραία ουσιαστικά, είτε με «θετικό» είτε με αρνητικό τρόπο, προσωποποιούν ένα κοινωνικό θέμα, την πίεση που ασκεί η κοινωνία με άπειρους τρόπους στις γυναίκες να συμμορφωθούν, να παντρευτούν και να τεκνοποιήσουν. Το θέμα όμως δεν είναι αν κάποια έχει τα ψυχικά αποθέματα να αντιμετωπίζει το μπαράζ υποτιμητικών / συγκαταβατικών σχολίων από την τηλεόραση, τους φίλους, το ίντερνετ, το γραφείο, την οικογένεια. Τις αφόρητες πιέσεις για να καταψύξεις τα ωάρια σου, να κάνεις κάπως παιδιά ή να παντρευτείς κάποιον τέλος πάντων. Πράγματα που πολλοί ειλικρινά θεωρούν ότι θα σε κάνουν ευτυχισμένη και θα λύσουν το μεγαλύτερο μέρος των προβλημάτων σου. Μιλάμε για μια πίεση που είναι ακόμα πολύ πραγματική και πολύ έντονη, αν και ευτυχώς λιγότερη από παλιά. Υπάρχει όμως και πρέπει να την αναγνωρίσουμε, αν θεωρούμε το πρόβλημα ως ανύπαρκτο ή προσωπικό ζήτημα των γυναικών που το υφίστανται δεν θα το λύσουμε ποτέ.

Ούτε βγάζει πουθενά να αυτολογοκρινόμαστε επειδή είμαστε φεμινίστριες. Νομίζω πρέπει να είναι ΟΚ να πεις και εντός ενός φεμινιστικού πλαισίου ότι σε απασχολεί που δεν έχεις σύντροφο και παιδιά. Δεν είναι η αρχή και το τέλος των πάντων, αλλά είναι σημαντικό να μπορείς να εκφράσεις αυτή τη θλίψη. Είναι μια υπαρκτή ανθρώπινη ανάγκη. Υπάρχουν γυναίκες που ποτέ δεν ήθελαν παιδιά, το γνώριζαν από πάντα και είναι σίγουρες για την επιλογή τους αυτή. Αυτό δεν το αμφισβητώ σε καμιά περίπτωση. Όπως και υπάρχουν γυναίκες που θέλουν αλλά δεν μπορούν να κάνουν παιδιά και περνάνε εξαιρετικά δύσκολα –αλλά αυτό είναι θέμα για άλλη ανάρτηση. Εκτός όμως από αυτές που πάντα ήθελαν να κάνουν παιδιά και αυτές που ποτέ δεν ήθελαν να κάνουν, υπάρχουμε κι εμείς που βρεθήκαμε σε αυτή τη θέση, επειδή αυτό ακριβώς, βρεθήκαμε.

Δεν έγινε ούτε επειδή, όπως το θέλουν διάφοροι σεξιστές, πηδιόμασταν ασύστολα ή ήμασταν οι σούπερ καριερίστριες μέχρι που «πέρασε η μπογιά μας», άρχισε να «χτυπάει το βιολογικό μας ρόλοι», αλλά τότε πια όλοι οι καλοί άντρες που φτύναμε παλιά ήταν πιασμένοι. Όχι ότι είναι κακό να είσαι η σούπερ πηδούκλω ή καριερίστα, αλλά ρε γαμώτο, εγώ δεν ήμουν τίποτα από τα δύο. Μακάρι να  είχα να επιδείξω κάποιο εντυπωσιακό επίτευγμα στον ερωτικό ή επαγγελματικό στίβο, αλλά δεν έχω! Δεν ήταν μια συνειδητή επιλογή να μην κάνω παιδιά, επειδή ήθελα να μεγαλουργήσω κάπου. Ούτε βέβαια ήταν ποτέ και όνειρο ζωής μου να κάνω. Απλώς ζούσα τη ζωή μου, όπως όλος ο κόσμος. Το θέμα είναι ότι οι περισσότερες γυναίκες της ηλικίας μου, συνειδητά ή υποσυνείδητα είχαμε φανταστεί τη ζωή μας, ως παντρεμένες με παιδιά. Και τώρα που (μάλλον) δεν θα παντρευτείς και δεν θα κάνεις παιδιά, πώς θα είναι η ζωή σου; Δεν υπάρχει προσχέδιο, δεν ξέρουμε πώς θα μοιάζει αυτή η ζωή στα 50, στα 60 και στα 70. Να βιαστούμε και να παντρευτούμε κάποιον, να κάνουμε παιδιά με δότη ή να υιοθετήσουμε για να προλάβουμε έστω και την τελευταία στιγμή; Ναι, υπάρχει ένα τελευταίο παραθυράκι ευκαιρίας να είσαι σαν την συντριπτική πλειοψηφία των γύρω σου, να γίνεις και εσύ πλήρες μέλος της κοινωνίας… Ή να το αφήσουμε, δεν υπάρχουν λεφτά, δεν υπάρχουν δυνάμεις, πώς θα φέρεις τώρα όλη τη ζωή σου πάνω κάτω; Και ο άγνωστος δρόμος μπροστά ανοιχτός, είτε για φανταστικές περιπέτειες, είτε για αφόρητη μοναξιά -οι περιπέτειες μπορεί να γίνουν μια επανάληψη που δεν συγκινεί… Τι από αυτά θα γίνει, αποφάσισε τώρα, γιατί σε δυο-τρία χρόνια σίγουρα δεν θα μπορείς πλέον.

Και το σημαντικότερο, δεν ξέρουμε καν γιατί το περνάμε όλο αυτό. Επειδή η πατριαρχική κοινωνία μας έχει μάθει ότι ως γυναίκες η οικογένεια είναι η ολοκλήρωσή μας -για τους  άντρες η οικογένεια είναι μόνο ένας από τους πολλούς τρόπους να πραγματώσουν το δυναμικό τους- ή επειδή στα αλήθεια είναι κάτι που θέλουμε; Ζούμε μια υπαρξιακή μοναξιά που δεν φαίνεται να έχει κανείς τη διάθεση να αναγνωρίσει ουσιωδώς. Μεταξύ εύκολων προοδευτικών αφορισμών ότι «δεν τρέχει τίποτα στην τελική» και συντηρητικών επικρίσεων του τύπου «ποιος ξέρει τι παραξενιές κουβαλάει αυτή», δεν υπάρχει χώρος για εμάς.

 

 

Share

Νέα σεξ ρομπότ με ρύθμιση «Ψυχρή» επιτρέπουν στους άντρες να αναπαραστήσουν βιασμό

The assembly line at Realbotix, in San Marcos, Calif., June 1, 2015. Matt McMullen, the creator of the RealDoll line of life-sized sex dolls, has assembled a team of engineers working on animating the dolls. (Zackary Canepari/The New York Times)

της Beth Timmins

Φαίνεται πως ακόμα ένα σύνορο ξεπεράστηκε στον ταχύτατο κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης, ασχέτως όμως του πόσο γρήγορα μπορεί να εξελίσσεται η τεχνολογία, ακόμα μπορεί να κατηγορηθεί για ηθική οπισθοδρόμηση.

Αυτό είναι το αντικείμενο συζητήσεων μετά την πρόσφατη διαφήμιση της «Roxxxy TrueCompanion», ενός ρομπότ που κυκλοφορεί στο εμπόριο και μιμείται το βιασμό με μια απλή ρύθμιση.

Μια από τις προγραμματισμένες προσωπικότητες του ρομπότ είναι η «Frigid Farrah» («Ψυχρή Farrah»), που περιγράφεται ως «συνεσταλμένη και ντροπαλή» στην ιστοσελίδα της εταιρείας True Company. Όπως και με τη «Wild Wendy» και την «S&M Susan», των οποίων τα χαρακτηριστικά είναι προκαθορισμένα, η ιστοσελίδα αναφέρει για τη Frigid Farrah ότι αν την αγγίξεις «στα προσωπικά της μέρη, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα εκτιμήσει τις κινήσεις σου».

Σύμφωνα με την περιγραφή στην ιστοσελίδα, από το μοντέλο απουσιάζει η προσπάθεια να αναπαράγει τη συναίνεση του πραγματικού κόσμου και η εταιρεία αναφέρει πως τα ρομπότ τους «επιτρέπουν στον καθένα να πραγματοποιήσει τα πιο ιδιωτικά σεξουαλικά τους όνειρα».

Μια άλλη προγραμματισμένη προσωπικότητα που έχει επικριθεί πολύ είναι αυτή της «Young Yoko», που περιγράφεται ως «τόσο νέα (μετά βίας 18) και περιμένει εσένα να τη διδάξεις».

Η Roxxxy είναι η 9η εκδοχή των ρομπότ για σεξ της εταιρείας, που κατασκεύασε την πρώτη της «Trudy» ήδη στη δεκαετία 1990 και η εμπορεία των ρομπότ για σεξ έχει ήδη εξελιχθεί αρκετά. Η New York Times αναφέρει ότι η εταιρεία Abyss Creations με έδρα στην Καλιφόρνια αποστέλλει ετησίως έως και 600 υπέρ του δέοντος ρεαλιστικά ρομπότ σε όλο τον κόσμο.

Μια νέα έκθεση του Ιδρύματος για Υπεύθυνη Ρομποτική (Foundation for Responsible Robotics) επίσης προειδοποιεί για τις πολλές ηθικές επιπτώσεις στο σεξουαλικό μας μέλλον με ρομπότ.

«Ανακαλύψαμε ότι υπάρχουν μια σειρά από εταιρείες που τα κατασκευάζουν και έχουν αρχίσει να αποστέλλουν παραγγελίες, οπότε σκεφτήκαμε να το κοιτάξουμε πιο προσεκτικά», ανέφερε σε δημοσιογράφους την Τρίτη ένας από τους συγγραφείς της έκθεσης και καθηγητής τεχνητής νοημοσύνης, Noel Sharkey.

Σύμφωνα με μια έκθεση που δημοσιεύτηκε από τη Βρετανική εταιρεία καινοτομίας Nesta τον περασμένο Ιούνη, πάνω από το ένα τέταρτο των νέων που συμμετείχαν ευχαρίστως θα έβγαινε με ένα ρομπότ.

Ο καθηγητής Sharkey ξεκίνησε τη λειτουργία του ινστιτούτου πριν από 18 μήνες με σκοπό να διερευνήσει αμφιλεγόμενες πτυχές, όπως τα ερωτήματα που περιβάλλουν το πώς τα ρομπότ μπορούν να επηρεάσουν τα σεξουαλικά εγκλήματα.

«Κάποιοι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι είναι καλύτερα να βιάζουν ρομπότ παρά πραγματικούς ανθρώπους. Άλλοι άνθρωποι υποστηρίζουν ότι αυτό θα ενθαρρύνει τους βιαστές ακόμα περισσότερο» εξηγεί.

«Τα ίδια τα ρομπότ δεν έχουν κανενός είδους συναίσθημα. Οι άνθρωποι δένονται με τα ρομπότ, είναι όμως μονόπλευρο. Αγαπάς ένα κατασκεύασμα που δεν μπορεί να ανταποδώσει την αγάπη σου και αυτό είναι που το καθιστά στενάχωρο» συμπληρώνει.

Η Laura Bates, ιδρύτρια του Everyday Sexism Project, καταδίκασε το προϊόν «Frigid Farrah» στη New York Times, γράφοντας ότι «ο βιασμός δεν είναι μια πράξη σεξουαλικού πάθους. Είναι ένα βίαιο έγκλημα».

«Δεν θα πρέπει να ενθαρρύνουμε βιαστές να βρίσκουν έναν υποτιθέμενα ασφαλή τρόπο εκτόνωσης, όπως δεν θα διευκολύναμε δολοφόνους δίνοντας τους να μαχαιρώσουν ρεαλιστικές κούκλες που πετάνε αίμα», συμπλήρωσε.

Τα ρομπότ της εταιρείας True Companion θέτουν το θέμα των επιπτώσεων της κανονικοποίησης των σεξουαλικών εγκλημάτων. Σύμφωνα με την οπτική της Bates, τα προϊόντα της εταιρείας θολώνουν και επιδεινώνουν την ήδη αρκετά μη-κατανοημένη έννοια της συναίνεσης.

Εκπρόσωπος της εταιρείας True Companion δήλωσε στην Independent: «συμφωνούμε απόλυτα με τη Laura Bates… H Roxxxy σε καμία περίπτωση δεν είναι προγραμματισμένη να συμμετάσχει σε σενάρια βιασμού και αυτό αποτελεί καθαρή εικασία άλλων.

«Δε θα φιλούσατε αμέσως με πάθος έναν άνθρωπο με τον οποίο μόλις έχετε βγει πρώτο ραντεβού. Κατά τον ίδιο τρόπο, αν προσπαθούσατε να κινηθείτε πολύ γρήγορα η Frigid Farrah θα σας έλεγε πως μόλις σας γνώρισε», δήλωσε ο εκπρόσωπος.

«Ο βιασμός δεν υποστηρίζεται σαν ρύθμιση από την Roxxxy, ούτε είναι κάτι που ζητάνε οι πελάτες μας» συμπλήρωσε.

Εν αντιθέσει η Bates συμπληρώνει ότι «οι δημιουργοί τους πουλάνε κάτι περισσότερο από ένα άψυχο σεξουαλικό βοήθημα. Αναπαράγουν αποτελεσματικά πραγματικές γυναίκες, πλήρεις και με τα όλα τους, εκτός της αυτονομίας».

 

μετάφραση: Δήμητρα Σπανού

Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύτηκε στο The Independent

Share

Τίποτα το «φεμινιστικό» στην υπεράσπιση της πορνογραφίας

pornography debate

της Caitlin Roper

Όπως δήλωσε η επιζήσασα και ακτιβίστρια του σεξουαλικού εμπορίου Rachel Moran, «δεν υπάρχει, ούτε υπήρξε ποτέ, οποιοδήποτε φεμινιστικό επιχείρημα για την εμπορευματοποίηση των γυναικών».

Θα έπρεπε να είναι προφανές ότι ως φεμινίστριες – υποστηρίκτριες ενός κοινωνικού και πολιτικού κινήματος για την απελευθέρωση των γυναικών από την ανδρική καταπίεση – δεν είμαστε στην ίδια πλευρά με τα μέσα ενημέρωσης και τα θεσμικά όργανα που κακοποιούν τις γυναίκες προς απόλαυση των ανδρών. Δεν θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο που το λέμε. Αλλά στις μέρες μας οι φεμινίστριες που επικρίνουν την πορνογραφία έρχονται αντιμέτωπες με μια αρκετά στάνταρ απάντηση: «Γιατί; Τι πρόβλημα έχεις με το σεξ;»

Το γεγονός ότι ο οποιοσδήποτε αντίλογος σε πορνογραφικό υλικό χαρακτηρίζεται ως αντι-σεξουαλικός πουριτανισμός αποτυπώνει πόσο αποτελεσματική έχει υπάρξει η βιομηχανία της πορνογραφίας στην ευθυγράμμιση του προϊόντος της με τη σεξουαλική απελευθέρωση και όχι με τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Οι πορνογράφοι χρησιμοποιούν εξουσιαστικές συμπεριφορές, βάναυση μεταχείριση και κακοποίηση και τις αποκαλούν σεξ. Η βιομηχανία έχει διεισδύσει τόσο σχολαστικά στις έννοιές μας περί σεξ και σεξουαλικότητας, που ακόμη και ορισμένες αυτοπροσδιοριζόμενες φεμινίστριες αγκαλιάζουν την πορνογραφία ως ενδυνάμωση.

Τη δεκαετία του ‘70 και του ‘80 οι φεμινίστριες του δεύτερου κύματος αντιλήφθηκαν σαφώς την πορνογραφία ως αντικειμενοποίηση και σεξουαλική υποταγή των γυναικών, πηγαίνοντας κόντρα σε νταβατζήδες και πορνογράφους. Μόλις κάποιες δεκαετίες αργότερα οι φιλελεύθερες φεμινίστριες προωθούν την πορνογραφία ως προοδευτική, απελευθερωτική και επιλογή της γυναίκας. Η κριτική ανάλυση της πορνογραφίας στα δημοφιλή φεμινιστικά μέσα ενημέρωσης περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στο «έι, ό,τι σου κάνει κέφι», με τις γυναίκες να ενθαρρύνονται να ενσωματώσουν την πορνογραφία στις ερωτικές τους σχέσεις και να παινεύουν τον εαυτό τους που είναι τόσο κουλ και ανοιχτόμυαλες.

Αυτό όμως που απουσιάζει ιδιαίτερα είναι μια ουσιαστική ανάλυση των επιπτώσεων της πορνογραφίας στις γυναίκες στο σύνολό τους και του τρόπου με τον οποίο οι γυναίκες πλήττονται τόσο στην παραγωγή όσο και στην κατανάλωση της πορνογραφίας – για παράδειγμα, τί ακριβώς σημαίνει αυτό για τις γυναίκες συνολικά όσον αφορά τις ερωτικές σχέσεις, τις δυνατότητές τους και την επίτευξη της έμφυλης ισότητας, όταν η κυρίαρχη μορφή της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης μας απεικονίζει ως ένα απλό σύνολο από τρύπες που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι άντρες;

Αυτό υποτίθεται ότι αποτελεί πρόοδο;

Είναι αδύνατο να σκεφτεί κανείς τις πραγματικότητες της πορνογραφίας και να συμπεράνει ότι προωθεί τη θέση των γυναικών. Η μέινστριμ πορνογραφία κυριαρχείται από πράξεις σεξουαλικής βίας, κυρίως από άνδρες ενάντια σε γυναίκες. Οι βασικές σεξουαλικές πράξεις στην πορνογραφία περιλαμβάνουν τσιμπούκια μέχρι σημείου που η γυναίκα πνίγεται, ετεροφυλόφιλο πρωκτικό σεξ, εκσπερμάτιση στο πρόσωπο και το στήθος των γυναικών και πολλαπλές διεισδύσεις. Οι γυναίκες αποκαλούνται στοργικά σκύλες, πόρνες, τσούλες και «χυσοδοχεία» από άντρες που βιάζουν το σώμα τους για την απόλαυση άλλων ανδρών που το βλέπουν από το σπίτι τους.

Η πορνογραφία λέει ότι οι γυναίκες υπάρχουν για σεξουαλική χρήση από τους άνδρες, ότι δεν τρέχει τίποτα να αντιμετωπίζονται σαν τσούλες, να υποτιμώνται και να κακοποιούνται και ότι τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες βρίσκουν ευχαρίστηση στη σεξουαλική υποτίμηση των γυναικών. Ποια πιθανή δικαιολογία μπορεί να υπάρξει για αυτού του είδους τη μεταχείριση των γυναικών;

Οι υπερασπιστές της πορνογραφίας υποστηρίζουν ότι οι γυναίκες επιλέγουν να συμμετάσχουν σε ταινίες σεξουαλικής κακοποίησης που είναι η πορνογραφία και, επομένως, εφόσον οι ίδιες συναινέσουν σε αυτή τη σεξουαλική βία ή αν πληρωθούν για αυτήν, δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί σεξουαλική βία. Υπό αυτούς τους όρους οι άνδρες μπορούν να συνεχίσουν να επωφελούνται ή να διεγείρονται σεξουαλικά από τη σεξουαλικοποίηση της κακοποίησης και της ταπείνωσης των γυναικών χωρίς να χρειάζεται να νιώθουν αηδία για αυτό. Όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας Robert Jensen στο «Τέλος της Πατριαρχίας», η υπεράσπιση της «επιλογής» επιτρέπει στους άνδρες και σε μερικές γυναίκες να αποφεύγουν να θέτουν οποιαδήποτε άβολα ερωτήματα στον εαυτό τους «εκτροχιάζοντας κάθε κάλεσμα για κριτική σκέψη σχετικά με τη χρήση της πορνογραφίας».

Ωστόσο, ακόμη και οι έννοιες της επιλογής και της συγκατάθεσης (αν υπάρχουν κατά τρόπο ουσιαστικό) δεν καθιστούν την κριτική ανάλυση περιττή ως διά μαγείας. Δεν μετασχηματίζουν μια βιομηχανία που βασίζεται στον ανθρώπινο πόνο σε μια ηθική επιχείρηση. Πρέπει άραγε να δεχτούμε το επιχείρημα ότι η εκμετάλλευση σε εργοστάσια δεν αποτελεί θέμα, επειδή κάποιοι άνθρωποι με πολύ περιορισμένες επιλογές «επιλέγουν» να δουλέψουν σε αυτά; Ή ότι ο θεσμός της δουλείας είναι κάτι καλό, επειδή δεν ένιωθαν όλοι οι σκλάβοι εκμεταλλευόμενοι; Ότι υπάρχουν γυναίκες που απλά αξίζουν ή επιλέγουν να βιαστούν;

Ο σκόπιμος συγκερασμός της πορνογραφίας με τη σεξουαλική απελευθέρωση επιτρέπει σε όσους/ες την χρησιμοποιούν ή επωφελούνται από αυτήν να φιμώσουν τις αντιτιθέμενες φωνές. Αν η πορνογραφία αντιπροσωπεύει τη σεξουαλική ελευθερία, τότε η αντίθετη άποψη πρέπει να θεωρηθεί ως επιχείρημα για τη σεξουαλική καταστολή. Οι φιλελεύθερες φεμινίστριες που υποστηρίζουν την πορνογραφία έχουν χάψει αυτό το ψέμα, συγχέοντας τη σεξουαλική απελευθέρωση με την απελευθέρωση των γυναικών Όπως επεσήμανε η Sheila Jeffreys, η πλήρης σεξουαλική ελευθερία των ανδρών να κυριαρχούν και να κακοποιούν τις γυναίκες με το πρόσχημα του «σεξ» δεν είναι απελευθερωτικό για τις γυναίκες.

Σε οποιοδήποτε άλλο μέσο, το βίαιο, σεξιστικό και ρατσιστικό περιεχόμενο που είναι χαρακτηριστικό της μέινστριμ πορνογραφίας θα δικαιολογούσε την οργή, αλλά στην πορνογραφία ένα τέτοιο περιεχόμενο έχει το ελεύθερο διότι οποιαδήποτε εξέταση ή ανάλυση σεξουαλικών πρακτικών εξομοιώνεται με καταστολή. Οι γυναίκες που μιλάνε για την πραγματικότητα της πορνογραφίας χλευάζονται ανοιχτά και λοιδορούνται από φιλελεύθερες φεμινίστριες που κάνουν άθελά τους τη δουλειά των πορνογράφων για αυτούς. Το έχω δει να συμβαίνει αμέτρητες φορές και έχω υπάρξει κιόλας σε αυτή τη θέση. Αν και είναι αποκαρδιωτικό, δεν μπορώ να πω ότι με εκπλήσσει ιδιαίτερα όταν οι άνδρες υπερασπίζονται την πορνογραφία. Αλλά όταν το κάνουν οι γυναίκες, οι «θετικές στο σεξ» φεμινίστριες που μας λένε ότι «χρειαζόμαστε μόνο ένα καλό ****», τότε πραγματικά πονάει η ψυχή μου.

Η Andrea Dworkin έχει να πει κάποια επικριτικά λόγια για αυτές τις γυναίκες:

«Όποιες κι αν είναι, ό, τι κι αν νομίζουν ότι κάνουν, το αξιοσημείωτο είναι ότι αγνοούν όσες γυναίκες έχουν κακοποιηθεί, στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν τους νταβατζήδες που ασκούν αυτήν την κακοποίηση. Είναι συνεργάτιδες, όχι φεμινίστριες …

Ασφαλώς η ελευθερία των γυναικών πρέπει να σημαίνει περισσότερα για εμάς από ότι η ελευθερία των νταβατζήδων».

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Huffington Post και μπορείτε να το βρείτε εδώ

μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

 

Διαβάστε ακόμα

Οι πορνοπελάτες-φαντάσματα της Λάρισας έχουν ευθύνη

Ανοιχτό γράμμα από επιζήσασες σεξεμπορίου στις διοργανώτριες της πορείας γυναικών της Washington

Η αγορά του σεξ δεν θα έπρεπε να είναι νόμιμη

 

Share

Οι γυναίκες του 1917

RR

Διαδήλωση γυναικών κατά μήκος της Nevskii Prospekt στην Αγ. Πετρούπολη για τη Μέρα της Γυναίκας, 23 Φλεβάρη 1917

της Megan Trudell

Την παγκόσμια μέρα εορτασμού της γυναίκας το 1917, οι εργάτριες της υφαντουργίας στην περιφέρεια Βίμποργκ του Πέτρογκραντ ξεκίνησαν απεργία, παράτησαν τα εργοστάσια και κατά εκατοντάδες πήγαιναν από εργοστάσιο σε εργοστάσιο, καλώντας τους εργάτες σε απεργία και συμμετέχοντας σε  βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία και τα στρατεύματα.

Ανειδίκευτες, χαμηλά αμειβόμενες, δουλεύοντας δώδεκα ή δεκατρείς ώρες την μέρα, σε βρώμικες και ανθυγιεινές συνθήκες, οι γυναίκες ζητούσαν την αλληλεγγύη των εργατών και επέμεναν στη κοινή δράση με τους άνδρες, ιδιαίτερα αυτές που εργάζονταν στη βιομηχανία και τα εργοστάσια μετάλλου οι οποίες θεωρούνταν οι πιο συνειδητοποιημένες πολιτικά και οι πιο δυναμικές ανάμεσα στο εργατικό δυναμικό της πόλης. Οι γυναίκες πετούσαν ξύλα, πέτρες, χιονόμπαλες στα παράθυρα των εργοστασίων, εισέβαλλαν στους χώρους εργασίας και απαιτούσαν να μπει ένα τέλος στον πόλεμο καθώς και να επιστρέψουν οι άντρες από το μέτωπο.

Σύμφωνα με σύγχρονους ερευνητές και ιστορικούς, αυτές οι γυναίκες που  διαδήλωναν για «το ψωμί» χρησιμοποιώντας παλαιομοδίτικες και πρωτόγονες μεθόδους διαμαρτυρίας, στο πλαίσιο καθαρά οικονομικών αιτημάτων, κινούνταν περισσότερο συναισθηματικά και όχι τόσο μέσα από κάποια θεωρητική προετοιμασία – άθελά τους όμως, κινητοποίησαν την καταιγίδα που έκανε στην άκρη τον Τσαρισμό πριν εξαφανιστούν πάλι πίσω από τις μεγάλες μάχες των ανδρών εργατών και των ανδροκρατούμενων πολιτικών κομμάτων.

Από όταν ξεκίνησαν οι απεργίες του Φλεβάρη, τα πολιτικά συνθήματα ενάντια στον πόλεμο αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των κινητοποιήσεων. Η τόλμη των γυναικών, η αποφασιστικότητα και οι μέθοδοί τους φανέρωναν ότι αντιλαμβάνονταν τη ρίζα των προβλημάτων τους, την ανάγκη για την ενότητα των εργατών καθώς και τη σημασία που είχε, να κερδίσουν τους φαντάρους που θα έπαυαν έτσι  να προστατεύουν τον τσαρισμό και θα υποστήριζαν την επανάσταση. Σύμφωνα με την μετέπειτα μαρτυρία του Τρότσκι[i]:

«Σε αυτές τις συναντήσεις ανάμεσα σε στρατιώτες και εργάτες, οι εργάτριες παίζουν αποφασιστικό ρόλο. Πιο θαρρετά από τους άντρες, προχωρούν προς τις γραμμές του στρατού, γαντζώνονται από τα τουφέκια, ικετεύουν και σχεδόν διατάζουν: «Βγάλτε τις ξιφολόγχες, σμίξτε μαζί μας». Οι στρατιώτες συγκινούνται, νιώθουν σαν ντροπιασμένοι, κοιτάζει ο ένας τον άλλο με αγωνία, διστάζουν ακόμα. Ένας από αυτούς τέλος, αποφασίζει πριν από τους άλλους και οι ξιφολόγχες ανασηκώνονται σε κίνηση μεταμέλειας πάνω από τους ώμους των πολιορκητών».

Μέχρι το τέλος του Φλεβάρη, είκοσι τρεις φαντάροι που φρουρούσαν τους σταθμούς των τραμ είχαν πειστεί από τις εργάτριες που δούλευαν εκεί να τις βοηθήσουν και έτσι τα τραμ μετατράπηκαν σε οδοφράγματα ενάντια στην αστυνομία. Το γεγονός ότι οι γυναίκες έπαιρναν με το μέρος τους φαντάρους δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο της αυξανόμενης δυσαρέσκειας που προκαλούσε ο πόλεμος στα στρατεύματα, ούτε οφειλόταν μόνο στον μεταδοτικό «αυθορμητισμό» των διαδηλώσεων. Οι γυναίκες που εργάζονταν στα υφαντουργεία από το 1905 ακόμη συναναστρέφονταν με ένα μεγάλο αριθμό, κυρίως αγροτών φαντάρων από το Πέτρογκραντ. Οι άντρες στους στρατώνες και οι γυναίκες που δούλευαν στα εργοστάσια και κατάγονταν από τις ίδιες περιοχές με αυτούς συζητούσαν μεταξύ τους, δημιουργούσαν ουσιαστικές σχέσεις και έσπαγαν τις μέχρι πρότινος διαχωριστικές γραμμές μεταξύ εργατριών και φαντάρων. Έτσι οι γυναίκες είχαν συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της  ένοπλης στήριξης.

Οι εργάτριες βρίσκονταν σταθερά στην πρώτη γραμμή της Επανάστασης του Φλεβάρη η οποία οδήγησε στην καταστροφή του τσαρισμού. Δεν ήταν απλά «η σπίθα» αλλά η ίδια η κινητήρια δύναμη που τη συνέχισε – παρά την αρχική καχυποψία πολλών εργατών και επαναστατών.

Η Επανάσταση του Φλεβάρη συχνά περιγράφεται ως «αυθόρμητη» και κατά μία έννοια αυτό είναι αλήθεια: ούτε είχε σχεδιαστεί ούτε είχε εφαρμοστεί από  κάποιους επαναστάτες. Όμως ο αυθορμητισμός δεν σήμαινε έλλειψη πολιτικής συνείδησης. Η εμπειρία των γυναικών που εισέβαλαν σαν ανεμοστρόβιλος στα εργοστάσια του Πέτρογκραντ, ιδιαίτερα σε συνθήκες που οι ίδιες ως εργάτριες αλλά και ως υπεύθυνες για το νοικοκυριό περίμεναν στις ουρές για ώρες για να ταΐσουν τις οικογένειες τους, διέλυσε το διαχωρισμό μεταξύ των οικονομικών αιτημάτων για το ψωμί και των πολιτικών αιτημάτων για τερματισμό του πολέμου. Έτσι η υλική πραγματικότητα υπέδειξε τους πραγματικούς υπεύθυνους για τη πείνα και τη φτώχεια – δηλαδή τον πόλεμο και τους πολιτικούς που οδήγησαν σε αυτόν. Αυτά τα αιτήματα δεν θα μπορούσε παρά να συνοδευτούν από συγκλονιστικές πολιτικές αλλαγές.

Επιπλέον οι γυναίκες μέλη του Μπολσεβίκικου κόμματος έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην απεργία, είχαν παλέψει για χρόνια έτσι ώστε να οργανώσουν τις ανειδίκευτες γυναίκες, παρά το γεγονός ότι αυτό μέσα στο κόμμα θεωρούνταν αποπροσανατολισμός από τον αγώνα ενάντια στον Τσαρισμό ή στη χειρότερη πιστευόταν ότι θα οδηγούσε τις γυναίκες έξω από την ταξική πάλη και θα τις έκανε υποχείρια των αστών φεμινιστριών.

Πολλοί άνδρες μέσα στο επαναστατικό κίνημα θεωρούσαν ότι οι διαδηλώσεις για την Παγκόσμια Μέρα των Γυναικών ήταν ανώριμες και πρόωρες και ότι οι γυναίκες θα έπρεπε να «συγκρατηθούν» μέχρι οι ειδικευμένοι εργάτες να είναι έτοιμοι για την αποφασιστική δράση. Ήταν οι γυναίκες μέλη, μια μειοψηφία μέσα στο κόμμα, που πρότειναν τη διεξαγωγή μιας συνάντησης στην περιφέρεια Βίμποργκ με στόχο  οι εργάτριες να συζητήσουν για τον πόλεμο και τον πληθωρισμό. Μια από αυτές ήταν η Αναστασία Ντεβιάτκινα, μέλος των Μπολσεβίκων και εργάτρια που μετά την επανάσταση του Φλεβάρη έστησε ένα σωματείο για τις συζύγους των φαντάρων.

Από τον Φλεβάρη και μετά, από τις περισσότερες μαρτυρίες οι γυναίκες απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό από την ιστορία για το πώς εξελίχθηκε το 1917, πέρα από κάποιες εξέχουσες προσωπικότητες όπως η Αλεξάνδρα Κολλοντάϊ, η Ναντέζντα Κρούπσκαγια και η Ινέσσα Αρμάντ, που πολλές φορές μνημονεύονται περισσότερο για την προσωπική τους ζωή ως σύζυγοι και ερωμένες και λιγότερο για την πρακτική δράση και τη θεωρητική τους συνεισφορά.

Οι γυναίκες ήταν κυρίως απούσες από τα όργανα διοίκησης που αναδύθηκαν μέσα από τις στάχτες του Τσαρισμού. Λίγες εκπροσωπούνταν στα επαρχιακά συμβούλια ως αντιπρόσωποι στη Συνταγματική Συνέλευση ή ως αντιπρόσωποι στα Σοβιέτ. Οι εκλογές στις εργοστασιακές επιτροπές κυριαρχούνταν από άντρες ακόμα και στα εργοστάσια όπου οι εργάτριες ήταν περισσότερες. Ο λόγος ήταν διπλός: Οι γυναίκες συνέχιζαν να έχουν το καθήκον, σε αντίξοες συνθήκες, να θρέφουν τις οικογένειες τους και επιπλέον δεν είχαν την αυτοπεποίθηση και την παιδεία, ούτε και τον χρόνο, να διεκδικήσουν ρόλους ή να έχουν υψηλά ποσοστά πολιτικής δραστηριότητας. Έτσι το γεγονός ότι οι γυναίκες ζούσαν με ένα συγκεκριμένο τρόπο για πολλούς αιώνες, καθώς και η υλική πραγματικότητα της καταπίεσής τους, δεν επέτρεψε να συνδυάσουν την αδιαμφισβήτητη αύξηση της πολιτικής τους συνείδησης με ένα υψηλό επίπεδο δραστηριότητας.

Η Ρωσία το 1917 ήταν πρωτίστως μια κοινωνία χωρικών. Η απόλυτη εξουσία του Τσάρου κατοχυρωνόταν και ενισχυόταν από την εκκλησία ενώ αντανακλούσε και  στο θεσμό της οικογένειας. Ο γάμος και το διαζύγιο ήταν υπό θρησκευτικό έλεγχο, οι γυναίκες ήταν νομικά κατώτερες, θεωρούνταν περισσότερο ιδιοκτησία και λιγότερο άνθρωποι. Κάποιες από τις πιο γνωστές ρώσικες παροιμίες περιλάμβαναν απόψεις όπως «Νόμισα πως είδα δύο ανθρώπους, αλλά τελικά ήταν μόνο ένας και η γυναίκα του».

Η αντρική κυριαρχία στο σπίτι ήταν ολοκληρωτική και το σύνηθες ήταν οι γυναίκες να υπομένουν το ζυγό παρά τις βάρβαρες συνθήκες, να αλλάζουν απλά χέρια και να περνούν από πατέρα σε σύζυγο. Πολύ συχνά ήταν αποδέκτες μιας νομικά κατοχυρωμένης βίας. Οι χωρικές και οι εργάτριες αντιμετώπιζαν τιμωρίες, έπρεπε να τα βγάλουν πέρα με ιδιαίτερα  κοπιαστικές δουλειές στα χωράφια και τα εργοστάσια, έχοντας το επιπλέον βάρος της ανατροφής των παιδιών και του νοικοκυριού σε μια εποχή που οι γέννες ήταν δύσκολες και επικίνδυνες, η αντισύλληψη ανύπαρκτη και το ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας υψηλό.

Παρόλα αυτά, η πολιτική εμπλοκή των γυναικών το 1917 δεν προέκυψε από το πουθενά. Η Ρωσία ήταν μια χώρα με αντιφάσεις: μαζί με την βαθιά φτώχεια, την καταπίεση και την τυραννία που υπέμεναν οι περισσότεροι άνθρωποι, η Ρώσικη οικονομία είχε εκτιναχθεί τις δεκαετίες πριν το 1905. Τεράστια μοντέρνα εργοστάσια παρήγαγαν όπλα και ρούχα, σιδηρόδρομοι συνέδεαν τις ραγδαία αναπτυσσόμενες πόλεις, την ίδια στιγμή που οι επενδύσεις και η τεχνογνωσία που εισαγόταν από την Ευρώπη οδηγούσε σε τεράστιες αυξήσεις σε σίδερο και παραγωγή πετρελαίου.

Αυτές οι τρομερές οικονομικές αλλαγές οδήγησαν σε έναν πολύ μεγάλο κοινωνικό μετασχηματισμό τα χρόνια πριν τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο. Όλο και περισσότερες αγρότισσες εξαναγκάστηκαν από τη φτώχεια και τους εργοδότες να δουλέψουν στα εργοστάσια των αστικών κέντρων. Τα αφεντικά μέσα από την εκβιομηχάνιση οδήγησαν σε αύξηση της  ανειδίκευτης εργασίας και βέβαια προτιμούσαν να έχουν «υπάκουους» εργαζόμενους, γεγονός που οδήγησε σε μεγάλη αύξηση των γυναικών που δούλευαν σε υφαντουργεία, κεραμοποιεία και εργοστάσια χαρτιού.

Οι γυναίκες είχαν ήδη από το 1896 εμπλοκή στις απεργίες στα υφαντουργεία, συμμετείχαν σε διαμαρτυρίες ενάντια στην επιστράτευση πριν ακόμα από τον Ρωσο-Ιαπωνικό πόλεμο και είχαν πολύ κρίσιμο ρόλο στην επανάσταση του 1905, κατά τη διάρκεια της οποίας ανειδίκευτες εργάτριες στα υφάσματα, τον καπνό και τα εργοστάσια ζάχαρης, μαζί με οικιακές εργάτριες και πλύστρες, απέργησαν και προσπάθησαν να ιδρύσουν τα δικά τους σωματεία, αποτελώντας έτσι μέρος μιας μαζικής επανάστασης.

Οι επιπτώσεις του Α’ παγκοσμίου Πολέμου επέδρασαν καθοριστικά στην αύξηση της οικονομικής και πολιτικής δύναμης των γυναικών. Ο πόλεμος διέλυσε τις οικογένειες και αναστάτωσε τις ζωές των γυναικών. Εκατομμύρια άνδρες απουσίαζαν στο μέτωπο, πληγωμένοι ή σκοτωμένοι, αναγκάζοντας τις γυναίκες να δουλεύουν μόνες τους στη γη, να κρατούν τα σπιτικά και να ενταχθούν στο αστικό εργατικό δυναμικό. Οι γυναίκες αποτελούσαν το  26.6 % του εργατικού δυναμικού το 1914 και σχεδόν το μισό (43,4%) το 1917. Ακόμα και σε εξειδικευμένους τομείς, η γυναικεία συμμετοχή αυξήθηκε δραματικά. Το 1914 αποτελούσαν μόνο το 3% των εργατών μετάλλου ενώ το 1917 είχαν αυξηθεί φτάνοντας το 18%.

Στη δυαδική κατάσταση εξουσίας που ακολούθησε την Επανάσταση του Φλεβάρη, οι γυναικείες διαδηλώσεις δεν εξαφανίστηκαν αλλά αποτέλεσαν μέρος της κίνησης των εργατών που μετατόπισαν τη στήριξη τους, από την κυβέρνηση στα Σοβιέτ και μέχρι το Σεπτέμβρη από την ηγεσία των μετριοπαθών  Μενσεβίκων-Σοσιαλεπαναστατών στους Μπολσεβίκους.

Οι προσδοκίες των εργατριών και των εργατών για βελτίωση της ζωής τους μετά την πτώση του Τσάρου, διαλύθηκαν από το γεγονός ότι η κυβέρνηση και η Σοβιετική ηγεσία συνέχισαν τη διεξαγωγή του πολέμου. Μέχρι τον Μάη οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις οδήγησαν στη διάλυση της πρώτης προσωρινής κυβέρνησης και οι Μενσεβίκοι-Σοσιαλεπαναστάτες σχημάτισαν κυβέρνηση συμμαχίας με τους φιλελεύθερους που ήταν ακόμα αφοσιωμένοι στον πόλεμο. Η απογοήτευση των εργατών οδήγησε σε καινούριες απεργίες, και πάλι καθοδηγούμενες από γυναίκες. Γύρω στις σαράντα χιλιάδες πλύστρες, μέλη ενός συνδικάτου που καθοδηγούνταν από το μέλος των Μπολσεβίκων, Σοφία Γκοντσάρσκαγια, απέργησαν για μεγαλύτερο μεροκάματο, οχτάωρο και καλύτερες συνθήκες εργασίας: συνθήκες υγιεινής, παροχές μητρότητας (ήταν σύνηθες οι εργάτριες να κρύβουν την εγκυμοσύνη τους μέχρι να γεννήσουν στο πάτωμα του εργοστασίου), καθώς και το τέλος της σεξουαλικής παρενόχλησης.

Όπως περιγράφουν οι ιστορικοί Τζέιν ΜακΝτέρμιτ και Άννα Χάιλγιερ:

Μαζί με άλλες ακτιβίστριες του συνδικάτου, η Γκοντσάρσκαγια, πήγαινε από το ένα πλυντήριο στο άλλο πείθοντας τις γυναίκες να συμμετάσχουν στην απεργία. Γέμιζαν κουβάδες με κρύο νερό για να σβήσουν τους φούρνους. Σε ένα πλυντήριο ο ιδιοκτήτης επιτέθηκε στην Γκοντσάρσκαγια, με έναν λοστό. Σώθηκε από τις πλύστρες που τον ακινητοποίησαν.

Τον Αύγουστο αντιμέτωπες με τις απόπειρες του στρατηγού Κορνίλοφ, να τσακίσει την επανάσταση, οι γυναίκες διαδήλωσαν για να υπερασπιστούν το Πέτρογκραντ, στήνοντας οδοφράγματα και οργανώνοντας τις πρώτες βοήθειες. Τον Οκτώβρη, οι γυναίκες του Μπολσεβίκικου Κόμματος, ασχολούνταν με την παροχή ιατρικής βοήθειας καθώς και με τις κρίσιμες επικοινωνίες μεταξύ των διαφόρων περιοχών, μερικές είχαν την ευθύνη να συντονίζουν διαφορετικές περιοχές του Πέτρογκραντ, ενώ υπήρχαν και γυναίκες μέλη των ερυθροφρουρών. Οι ΜακΝτέρμιτ και Χάιλγιερ περιγράφουν την εμπλοκή ακόμα μιας γυναίκας μέλους των Μπολσεβίκων που έδρασε τον  Οκτώβρη:

Η οδηγός του τραμ A.E. Ροντιόνοβα είχε κρύψει 42 τουφέκια και διάφορα άλλα είδη οπλισμού στην αποθήκη της, όταν η Προσωρινή Κυβέρνηση είχε προσπαθήσει να αφοπλίσει τους εργάτες μετά από τις μέρες του Ιούλη. Τον Οκτώβρη ανέλαβε να οργανώσει δύο τραμ τα οποία θα έφευγαν από το σταθμό για να κατευθυνθούν προς την έφοδο στα Χειμερινά Ανάκτορα κουβαλώντας όπλα. Έπρεπε να φροντίσει για τη λειτουργία του τραμ τη νύχτα της 25ης προς 26η Οκτώβρη, έτσι ώστε η ίδια να βοηθήσει στην κατάληψη της εξουσίας και να περιπολήσει τα πόστα του Ερυθρού Στρατού μέσα στην πόλη.

Η επανάσταση μεγάλωσε το χάσμα ανάμεσα στις εργαζόμενες γυναίκες, για τις οποίες ο πόλεμος ήταν η αιτία των δεινών και οι οποίες έκαναν όλο και περισσότερα καλέσματα για την ειρήνη, και τις φεμινίστριες που συνέχισαν να στηρίζουν την αιματοχυσία. Για την πλειοψηφία των αστών-φεμινιστριών που διεκδικούσαν ισότητα απέναντι στο νόμο, εκπαίδευση και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, αυτά τα αιτήματα θα μπορούσαν να κερδηθούν μόνο εάν έμεναν πιστές στη νέα κυβέρνηση και στήριζαν τον πόλεμο. Το να αποδείξουν τον πατριωτισμό τους ήταν μέρος της προσπάθειας τους να συμμετάσχουν στη λήψη αποφάσεων και να κερδίσουν μια θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Η Επανάσταση του Φλεβάρη, είχε οδηγήσει σε μια επανεκκίνηση της καμπάνιας των φεμινιστριών για καθολική ψήφο, και αποτέλεσε  ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, μέχρι τον Ιούλιο που το αίτημα αυτό τελικά υλοποιήθηκε. Όμως για τις περισσότερες γυναίκες το δικαίωμα στη ψήφο δεν άλλαξε ουσιαστικά τη ζωή τους, αφού συνέχιζαν να υποφέρουν από τις ελλείψεις τροφίμων, τις πολλές ώρες εργασίας, την ίδια στιγμή που πάλευαν να κρατήσουν τις οικογένειές τους ενωμένες. Όπως έγραφε η Κολλοντάϊ το 1908[ii]:

Όσο φαινομενικά ριζοσπαστικά και αν είναι τα αιτήματα των φεμινιστριών, δεν πρέπει να χάνουμε από τα μάτια μας, το γεγονός ότι οι φεμινίστριες δεν μπορούν λόγω της ταξικής τους θέσης, να δώσουν τη μάχη για τον ριζικό οικονομικο-κοινωνικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, μετασχηματισμό ο οποίος δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς την απελευθέρωση των γυναικών.

Για τις περισσότερες εργάτριες και αγρότισσες, τα ζητήματα καταπίεσης και ισότητας δεν ετίθεντο αφηρημένα, αλλά αναδύονταν συγκεκριμένα μέσα από τις διαδικασίες της πάλης για την βελτίωση της ζωής τους, καθώς και των συζύγων και των παιδιών τους. Όσες γυναίκες ήταν πιο ανοιχτές πολιτικά και είχαν περισσότερη αυτοπεποίθηση ήταν συχνά μέλη του Μπολσεβίκικου κόμματος, όμως τα χαρακτηριστικά τους αυτά,  ήταν  το αποτέλεσμα της δικής τους συλλογικής δράσης  ενάντια στον πόλεμο και τους πολιτικούς. Οι δράσεις τους ήταν κυρίως επικεντρωμένες στα ζητήματα της πείνας, του πολέμου και της ιδιοκτησίας  γης. Όπως υποστηρίζει ο Ρόμπερτ Σέρβις[iii] :

Το πολιτικό πρόγραμμα των Μπολσεβίκων αποδεικνυόταν όλο και πιο ελκυστικό για την πλειοψηφία των εργατών, των φαντάρων και των χωρικών, όσο η κοινωνική αναταραχή και η οικονομική καταστροφή έφτανε σε κλιμάκωση στα τέλη του φθινοπώρου. Χωρίς αυτό δεν θα υπήρχε η Επανάσταση του Οκτώβρη.

Όλη η αυτή η κατάσταση είχε βιωθεί έντονα τόσο από τις εργάτριες, τις αγρότισσες και τις γυναίκες των φαντάρων  όσο και από τους άντρες συνάδελφούς τους. Χωρίς την υποστήριξη της πλειοψηφίας των ανειδίκευτων εργατών στο Πέτρογκραντ, στην πλειοψηφία τους γυναίκες, η Οκτωβριανή εξέγερση δεν θα είχε πετύχει.

Η στήριξη στους Μπολσεβίκους δεν ήταν τυφλή αλλά ήταν το αποτέλεσμα, με τα λόγια του Τρότσκι, «μιας επιφυλακτικής και οδυνηρής ανάπτυξης συνειδήσεων», από εκατομμύρια εργάτες, άνδρες και γυναίκες. Μέχρι τον Οκτώβρη όλα τα άλλα σενάρια είχαν δοκιμαστεί: Η προσωρινή κυβέρνηση και οι Μενσεβίκοι είχαν προδώσει το λαό, οι διαδηλώσεις είχαν προκαλέσει είτε καταστολή είτε κάποιες περιορισμένες κατακτήσεις που πλέον δεν ικανοποιούσαν τις ελπίδες για μια καλύτερη ζωή. Το πιο κρίσιμο ζήτημα όμως ήταν ότι  το πραξικόπημα του Κορνίλοφ είχε θέση με σαφήνεια τα διακυβεύματα: «Η θα προχωρήσουμε ή θα διαλυθούμε». Ένας εργάτης το έθεσε ως εξής: «Οι Μπολσεβίκοι πάντα έλεγαν: «Δεν είμαστε εμείς αυτοί που θα σε πείσουν, αλλά η ζωή η ίδια». Και τώρα οι Μπολσεβίκοι θριάμβευσαν γιατί η ζωή απέδειξε ότι η ταχτική τους ήταν σωστή».

Ήταν προς τιμή των Μπολσεβίκων το γεγονός ότι είχαν λάβει τόσο σοβαρά υπόψη το γυναικείο ζήτημα και παρόλο που με τα σημερινά δεδομένα οι γυναίκες τότε ήταν τραγικά υπό-εκπροσωπούμενες, πράγματι είχαν γίνει σοβαρές προσπάθειες για την οργάνωση και την ενίσχυση των εργατριών. Το γεγονός ότι οι Μπολσεβίκοι έκαναν περισσότερα από άλλα σοσιαλιστικά κόμματα για να σχετιστούν με τις εργάτριες δεν έγινε αναγκαία λόγω κάποιας μεγαλύτερης δέσμευσης τους ως προς  τα δικαιώματα των γυναικών.

Τόσο οι  Μενσεβίκοι όσο και οι  Μπολσεβίκοι κατανοούσαν την ανάγκη στράτευσης των γυναικών και απεύθυνσης προς αυτές αφού τις αντιλαμβάνονταν ως μέρος της εργατικής τάξης, αλλά οι Μπολσεβίκοι μπορούσαν να εντάξουν τον αγώνα για ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών σε μια στρατηγική βασισμένη στην ταξική πάλη ενάντια στην κυβέρνηση και τον πόλεμο, ενώ τα κόμματα που είχαν εμπλακεί στη συνέχιση του πολέμου και σε συμφωνίες με προνομιούχα αφεντικά, λίγα μπορούσαν να κάνουν πέρα από κάποια ρεπορτάζ για τις απεργίες των γυναικών και κάποιες ομιλίες για τα πολιτικά δικαιώματα, χωρίς όμως να προτείνουν συγκεκριμένες λύσεις για τις υλικές πιέσεις που βάραιναν στη ζωή των γυναικών.

Οι Μπολσεβίκοι όλο και περισσότερο αναλάμβαναν την οργάνωση και την πολιτικοποίηση των γυναικών, εν μέρει μαθαίνοντας από τα πρώτα ξεσπάσματα του Φλεβάρη και εν μέρει λόγω της  επιμονής των ίδιων των γυναικών μελών τους.

Ηγετικές μπολσεβίκες όπως η Κολλοντάϊ, η Κρούπσκαγια, η Ινέσσα Αρμάντ, η Κονκόρδια Σαμοϊλοβνα και η Βέρα Σλούτσκαγια, μεταξύ άλλων, αρκετό καιρό πριν υποστήριζαν ότι το κόμμα έπρεπε να κάνει ιδιαίτερες προσπάθειες για να οργανώσει τις εργάτριες και να συμβάλει στην πολιτική τους εκπαίδευση. Πάλευαν για να πείσουν τους άντρες συντρόφους τους ότι οι ανειδίκευτες εργάτριες είχαν πολύ κομβικό ρόλο και δεν ήταν ένα παθητικό, συντηρητικό και «οπισθοδρομικό» εμπόδιο για την επανάσταση. Η Μπολσεβίκικη εφημερίδα Ραμπότνιτσα (η εργάτρια), που πρωτοεκδόθηκε το 1914 και ξανακυκλοφόρησε τον Μάη του 1917, περιλάμβανε άρθρα για βρεφοκομεία, βρεφονηπιακούς σταθμούς και νομικό πλαίσιο προστασίας στους εργασιακούς χώρους για τις γυναίκες και επανειλημμένα υπογράμμιζε ότι η ανάγκη για ισότητα καθώς και για τα «γυναικεία ζητήματα» ήταν υπόθεση όλων των εργατών.

Ο ρόλος των εργατριών τον Φλεβάρη και η σημασία που είχε η δράση τους ως μέρος του εργατικού δυναμικού του Πέτρογκραντ συνέβαλαν στο να αλλάξει η οπτική ανάμεσα στους μπολσεβίκους άντρες που θεωρούσαν ότι η επικέντρωση στα γυναικεία ζητήματα έδινε έδαφος στο φεμινισμό και ότι η επανάσταση θα καθοδηγούνταν από τους πιο ειδικευμένους  και πολιτικά συνειδητοποιημένους (άντρες) εργαζόμενους. Παρ όλα αυτά ο αγώνας ήταν σκληρός και ο δρόμος ανηφορικός. Όταν η Κολλοντάϊ τον Απρίλη πρότεινε να δημιουργηθεί γυναικείο τμήμα είχε απομονωθεί πολύ, παρόλο που είχε τη στήριξη του Λένιν, του οποίου οι θέσεις του Απρίλη δεν είχαν γίνει αποδεκτές με μεγάλο ενθουσιασμό από την ηγεσία των Μπολσεβίκων, και αντίστροφα-η Κολλοντάϊ ήταν η μοναδική υποστηρίχτρια του Λένιν στην Κεντρική Επιτροπή.

Στους μήνες που ακολούθησαν παρόλα αυτά, ήταν ολοφάνερη η σημασία τόσο του επιχειρήματος του Λένιν για το «όλη η εξουσία στα σοβιέτ», όσο και η κατανόηση της Κολλοντάϊ για τον κομβικό ρόλο των γυναικών στη δυναμική και το προχώρημα της επανάστασης.

Πέρα από την Ραμπότνιτσα, άρχισαν και άλλες μπολσεβίκικες εφημερίδες να υποστηρίζουν ότι οι κυρίαρχες σεξιστικές συμπεριφορές έβαζαν σε κίνδυνο την ταξική ενότητα και το κόμμα ασχολήθηκε ιδιαίτερα έτσι ώστε οι γυναίκες να εκπροσωπούνται στις εργοστασιακές επιτροπές, προσπαθώντας να πείσει τους άντρες να ψηφίζουν γυναίκες, ιδιαίτερα στις βιομηχανίες που οι τελευταίες αποτελούσαν την πλειοψηφία των εργαζομένων. Οι προσπάθειες του κόμματος προκαλούσαν τις αντιδράσεις των ανδρών που θεωρούσαν τις εργάτριες  απειλή για τις θέσεις εργασίας.

Έξι βδομάδες μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο γάμος είχε αντικατασταθεί με μια απλή πολιτική καταχώρηση  και το διαζύγιο παραχωρούνταν εύκολα, μόνο με την αίτηση του ενός εκ των δύο συντρόφων. Αυτά τα μέτρα περιλήφθηκαν ένα χρόνο αργότερα στον οικογενειακό κώδικα, και έκαναν τις γυναίκες ίσες απέναντι στο νόμο. Ο θρησκευτικός έλεγχος καταργήθηκε αφαιρώντας αιώνες θεσμικής καταπίεσης με μια μόνο κίνηση. Το διαζύγιο μπορούσε να δοθεί σε οποιονδήποτε από τους δύο συντρόφους χωρίς δηλωμένο λόγο, οι γυναίκες  είχαν το δικαίωμα να κερδίζουν τα δικά τους  χρήματα και κανείς σύντροφος δεν είχε το δικαίωμα στην περιουσία του άλλου. Η φράση «νόθο παιδί» εξαφανίστηκε – αν μια γυναίκα δεν ήξερε ποιος ήταν ο πατέρας τους παιδιού της, όλοι οι προηγούμενοι σύντροφοί της αναλάμβαναν τη συλλογική ευθύνη του παιδιού. Το 1920 η Ρωσία έγινε η πρώτη χώρα που νομιμοποίησε την έκτρωση κατόπιν αιτήματος.

Το 1917, η επανάσταση ξεκίνησε και συνεχίστηκε από τις γυναίκες και κατά τη διάρκεια των πρώτων  χρόνων, πολλές παλιομοδίτικες αντιλήψεις που θεωρούσαν τις γυναίκες κατώτερες, ιδιοκτησία των ανδρών, παθητικές, οπισθοδρομικές, συντηρητικές, χωρίς αυτοπεποίθηση και αδύναμες όταν τις προκαλούσαν, αν και δεν εξαλείφθηκαν, τουλάχιστον κλονίστηκαν από τη δράση των γυναικών και την αφοσίωσή τους στην πολιτική.

Όμως η Ρώσικη Επανάσταση δεν εξάλειψε την αντρική κυριαρχία, ούτε απελευθέρωσε τις γυναίκες. Οι καταστροφικές συνέπειες του εμφυλίου πολέμου και οι μεταγενέστερες στρεβλώσεις της σοβιετικής κυβέρνησης δεν έκαναν εφικτές αυτές τις δυνατότητες. Οι ανισότητες παρέμειναν. Λίγες γυναίκες κατείχαν αξιώματα, λίγες είχαν εκλεχτεί σε όργανα διοίκησης και οι σεξιστικές ιδέες δεν μπορούσαν απλά να εξαφανιστούν στις ακραίες συνθήκες που ακολούθησαν του Οκτώβρη.

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, οι γυναίκες δεν συμμετείχαν ισότιμα με τους άντρες, ούτε συμμετείχαν τόσο στα υψηλότερα επίπεδα των πολιτικών διαδικασιών, αλλά παρ όλους τους περιορισμούς της ζωής τους, ξεπέρασαν κάθε προσδοκία και καθόρισαν την κατεύθυνση της επανάστασης. Όπως λένε οι  ΜακΝτέρμιτ και Χάιλερ[iv]:

Πράγματι, ο διαχωρισμός εργασίας ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες παρέμεινε, αντί όμως να φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες απέτυχαν να κλονίσουν την αντρική κυριαρχία, μπορούμε να εστιάσουμε στο πως ελίχθηκαν μέσα στην παραδοσιακή τους σφαίρα και τι σημασία είχε αυτό τελικά για την επαναστατική διαδικασία.

Οι γυναίκες αποτελούν μέρος της επανάστασης του 1917, έγραψαν ιστορία μαζί με τους άντρες, όχι ως παθητικοί θεατές ή σαν ασήμαντες προσωπικότητες αλλά ως γενναίες συμμετέχουσες, των οποίων η δέσμευση μετρούσε πολύ αφού σηματοδοτούσε μια συνολική απόρριψη της κυρίαρχης καταπίεσης τους. Βλέποντας την επανάσταση μέσα από τα μάτια των γυναικών, μας δίνεται η δυνατότητα μιας πλούσιας ανάγνωσης αυτού του γεγονότος που μέχρι σήμερα παραμένει η πιο μετασχηματιστική ιστορική στιγμή στη ζωή των γυναικών.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Jacobin

Μετάφραση: Κατερίνα Σεργίδου

Πηγή: Rproject

 

ΣτΜ:

[i]  Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο,  Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης  του Λέων Τρότσκι. Για τη μετάφραση χρησιμοποιήθηκε η  ελληνική έκδοση, Παρασκήνιο, 2006.

[ii] Πρόκειται για απόσπασμα  από ομιλία της Αλεξάνδρα Κολλοντάϊ σε ένα φεμινιστικό συνέδριο του 1908 που  δημοσιεύτηκε το 1909 με τον τίτλο: « Η κοινωνική βάση του γυναικείου ζητήματος» (The Social Basis of the Woman Question)  . Το κείμενο περιλαμβάνεται στο Selected Writings of Alexandra Kollontai, Allison & Busby, 1977 και δεν έχει μεταφραστεί μέχρι τώρα στα ελληνικά.

[iii] Ο Robert Service είναι Ιστορικός και έχει ασχοληθεί  επισταμένα με την ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης. Το απόσπασμα  που αναφέρεται στο άρθρο είναι από το βιβλίο  The Russian Revolution, 1900-1927  , Humanities Press International, 1986

[iv] Οι Anna Hillyar and Jane McDermid είναι ιστορικοί της Ρώσικης Επανάστασης και έχουν συγγράψει βιβλία για το ρόλο των γυναικών στην επανάσταση.

Share

Όταν οι ομοφυλόφιλοι και οι Μαύροι Πάνθηρες ενώθηκαν

gays_black_panthers

του Noel Halifax

Τον Αύγουστο του 1970 ο Χιούι Νιούτον έγραψε στην εφημερίδα των Μαύρων Πανθήρων μια «Επιστολή προς τους Επαναστάτες Αδελφούς και Επαναστάτριες Αδελφές για την Απελευθέρωση των Γυναικών και την Απελευθέρωση των Ομοφυλοφίλων», υποστηρίζοντας ότι ήταν σύμμαχα επαναστατικά κινήματα και ζητώντας τη δέσμευση των Πανθήρων ότι θα υποστηρίξουν την απελευθέρωση των ομοφυλοφίλων.

Αυτό ήταν ασυνήθιστο για μια εποχή, όπως τη δεκαετία του 1970 κατά την οποία ο σταλινισμός και ο μαοϊσμός που κυριαρχούσαν στην αριστερά, ειδικά στις ΗΠΑ, έβλεπαν και οι δύο την ομοφυλοφιλία σαν μια αστική παρέκκλιση – ένα χόμπι για τις παρακμιακές ανώτερες τάξεις. Λοιπόν, πώς προέκυψε αυτό;

Την άνοιξη του 1970, οι Μαύροι Πάνθηρες βρίσκονταν σε δύσκολη κατάσταση. Είχαν δημιουργηθεί το 1966 στις μαύρες γειτονιές. Μετά τις πολιτικές εκρήξεις του 1968 το κράτος των ΗΠΑ και το ειδικά FBI αποφάσισαν να τους βγάλουν απ’ τη μέση.

Δολοφονούνταν, διώκονταν και δέχονταν επιθέσεις σε τέτοιο σημείο, που βρίσκονταν σε κίνδυνο κατάρρευσης. Ο Μπόμπι Σιλ, φυλακισμένος από το 1968, περίμενε τη δεύτερη δίκη του. Είκοσι πάνθηρες συνελήφθησαν στη Νέα Υόρκη για συνωμοσία εναντίον της χώρας τους (ανάμεσά τους και η  Ερίκα Χάγκινς που επρόκειτο να γεννήσει στη φυλακή τον ράπερ Τούπακ Σακούρ) και η εγγύηση που τους ζητήθηκε ήταν 2,1 εκατομμύρια δολάρια.

Ο Έλντριτζ Κλίβερ, φοβούμενος τη δολοφονία ή τη σύλληψη, είχε καταφύγει στην Κούβα και στη συνέχεια, στην Αλγερία. Οι Μαύροι Πάνθηρες αντιμετώπιζαν τεράστια νομικά έξοδα, ενώ την ίδια στιγμή ένα μεγάλο μέρος της προηγούμενης υποστήριξή τους από την αριστερά είχε στερέψει. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες ο Γάλλος συγγραφέας Ζαν Ζενέ δέχτηκε ένα τηλεφώνημα. Ο Μαύρος Πάνθηρας Ντέιβιντ Χίλλιαρντ απευθύνθηκε στον Ζαν Ζενέ για να ζητήσει τη βοήθεια και την υποστήριξή του.

Η απάντηση του Ζενέ ήταν άμεση: ρώτησε τι θα μπορούσε να κάνει και μέσα σε μια βδομάδα βρισκόταν σε περιοδείες στις πανεπιστημιουπόλεις και τις μεγάλες πόλεις των ΗΠΑ για να συγκεντρωθούν χρήματα. Έκανε επίσης σκληρή κριτική στην αριστερά, και ιδιαίτερα στο SDS (Φοιτητές για μια Δημοκρατική Κοινωνία, η κύρια οργάνωση των αριστερών φοιτητών), επειδή δεν ήταν περισσότερο αποφασιστική στην αλληλεγγύη της προς τους Πάνθηρες.

Η περιοδεία τριών μηνών ήταν αξιοσημείωτη και για τον λόγο, ότι ο Ζενέ βρισκόταν στις ΗΠΑ παράνομα. Του είχαν αρνηθεί βίζα για να μπει στις ΗΠΑ επειδή είχε καταδικαστεί πολλές φορές ως εγκληματίας και ήταν ένας από τους πιο διαβόητους ομοφυλόφιλους στον κόσμο, για να μην αναφέρουμε τις σχέσεις του με την επαναστατική αριστερά στη Γαλλία. Έτσι ταξίδεψε στον Καναδά, πέρασε κρυφά τα σύνορα και εμφανίστηκε να μιλάει σ’ αυτή τη μεγάλη περιοδεία ενώ τον παρακολουθούσε σε όλη τη διαδρομή το FBI. Τέτοια ήταν η φήμη του, που ποτέ δεν συνελήφθη.

Ο Ζαν Ζενέ ήταν ένα ορφανό αγνώστου πατέρα που το εγκατέλειψε η πόρνη μητέρα του και μεγάλωσε στο φοβερό ημι-στρατιωτικό σύστημα των ορφανοτροφείων της Γαλλίας στη δεκαετία του 1910. Μεγάλωσε σαν κλέφτης, πόρνη τραβεστί, διαρρήκτης και αλήτης, ζώντας στους δρόμους των πόλεων της Γαλλίας και της Ισπανίας της δεκαετίας του 1930. Απεχθανόταν την αξιοσέβαστη γαλλική κοινωνία.

gays_black_panthers2

Φυλακή

Το 1948 βρισκόταν στη φυλακή σε ισόβια κάθειρξη. Έγραψε κάτω από τις πιο άθλιες συνθήκες, συχνά σε χαρτί τουαλέτας. Ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν Πολ Σαρτρ και άλλοι στην αριστερά είδαν τα κείμενά του και ενδιαφέρθηκαν για την περίπτωσή του. Μετά από μια εκστρατεία που έκαναν του δόθηκε χάρη και αποφυλακίστηκε. Το πρώτο του μυθιστόρημα εκδόθηκε λίγο μετά τον πόλεμο και ακολούθησαν πολλά, καθώς και θεατρικά έργα, τη δεκαετία του ’50 και του ’60.

Ήταν υπόδειγμα Γάλλου υπαρξιστή συγγραφέα, χωρίς ντροπή για την ομοφυλοφιλία του. Έγραψε λεπτομερείς περιγραφές και συναισθηματικά δράματα για την ομοφυλόφιλη σεξουαλικότητα σε μια εποχή που η ομοφυλοφιλία ήταν παράνομη και έξω από τους κύκλους των μποέμ, θεωρούνταν στην καλύτερη περίπτωση ασθένεια.

Το ενδιαφέρον του Ζενέ για τους Μαύρους Πάνθηρες ήταν έντονο και τους υποστήριξε από την αρχή. Το 1958 έγραψε το θεατρικό έργο Les Negres, που μεταφράστηκε το 1960 στα αγγλικά ως The Blacks [στα ελληνικά: Οι Νέγροι]: μια παντομίμα, ένα έργο με κατάμαυρο καστ και ένα θέμα εκδίκησης ενάντια στους καταπιεστές.

Πρωτοπαίχτηκε στη Νέα Υόρκη το 1961 και επρόκειτο να παίζεται μέχρι το 1963, όταν μεταφέρθηκε στο Μόντρεαλ. Ήταν ένα καθοριστικό έργο για την ανάπτυξη του μαύρου θεάτρου στην Αμερική και πρωταγωνίστησαν αυτοί και αυτές που θα γινόταν η αφρόκρεμα του μαύρου αμερικανικού θεάτρου, ανάμεσά τους ο Τζέιμς Ερλ Τζόουνς και η Μάγια Αγγέλου.

Εξαιτίας αυτού του έργου ο Ζενέ απέκτησε κύρος στη μαύρη Αμερική. Όπως είπε η Άντζελα Ντέιβις, εξαιτίας αυτού του έργου ο Ζαν Ζενέ θεωρήθηκε σύμμαχος. Ήταν επίσης διάσημος επειδή υποστήριξε την Αλγερία εναντίον της χώρας του, καταγγέλλοντας τον γαλλικό και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Η μοναδική προηγούμενη φορά που ο Ζενέ βρέθηκε στις ΗΠΑ ήταν τον Αύγουστο του 1968, όταν πήρε μέρος στη συγκέντρωση της αριστεράς και στη μεγάλη κινητοποίηση ενάντια στο Εθνικό Συνέδριο των Δημοκρατικών στο Σικάγο. Έζησε από πρώτο χέρι τα γεγονότα και ήταν εδώ που μίλησε με τους συγγραφείς Μπάροουζ και Άλλαν Γκίνσμπεργκ και συναντήθηκε για πρώτη φορά με τους Μαύρους Πάνθηρες.

Η Άντζελα Ντέιβις ήταν μεταφράστρια του Ζενέ στην περιοδεία του 1970 και περιγράφει τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Μαύροι Πάνθηρες να πείσουν τους διστακτικούς λευκούς ριζοσπάστες να τους υποστηρίξουν. Στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες είχε ανακοινωθεί ότι θα ερχόταν να μιλήσει ο Ζαν Ζενέ, αλλά δεν ανέφθηκε ότι ήταν εκεί για να υποστηρίξει τους Μαύρους Πάνθηρες. Εμφανίστηκε ένα τεράστιο, σε μεγάλο βαθμό λευκό κοινό, αλλά όταν έγινε σαφές ότι ο Ζενέ δεν θα μιλούσε για το έργο του αλλά μόνο για τους Μαύρους Πάνθηρες, περισσότεροι απ’ τους μισούς έφυγαν.

Η Ντέιβις θυμάται, επίσης, ότι κατά τη διάρκεια της περιοδείας του, όχι μόνο δεν κράτησε μυστική την ομοφυλοφιλία του, αλλά προκάλεσε σκόπιμα συζήτηση – μία φορά ντυμένος drag – και τσακώθηκε με τους Πάνθηρες για την ομοφοβία τους και τη χρήση λέξεων, όπως πούστης. Πιστεύει ότι η λογομαχία οδήγησε αργότερα στο άρθρο του Χιούι Νιούτον στην εφημερίδα των Μαύρων Πανθήρων το οποίο υποστήριζε την απελευθέρωση των ομοφυλοφίλων.

Σήμερα το LGBT κίνημα είναι αξιοσέβαστο, κυριαρχούμενο από τη λευκή μεσαία τάξη, με τις ετήσιες πορείες υπερηφάνειας με τον έλεγχο των εταιρειών και με τις περισσότερες από τις πολιτικές του να είναι άχρωμες. Αυτό δεν ίσχυε πάντα. Και οι θαρραλέες προσπάθειες του Ζαν Ζενέ δεν ήταν ο μόνος λόγος που οι Πάνθηρες υποστήριξαν την απελευθέρωση των ομοφυλοφίλων.

gays_black_panthers3

Κίνημα

Ένα βασικό πρόσωπο στο κέντρο της εξέγερσης στο Stonewall Inn το 1969 ήταν η Σύλβια Ριβέρα. Όπως το περιγράφει η ίδια, μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα, από τι αποτελούνταν το ομοφυλοφιλικό κίνημα με το οποίο σχετίστηκαν οι Πάνθηρες:

«[οι μπάτσοι] μας οδήγησαν έξω από το μπαρ και μας πήγαν όλους στις αστυνομικές κλούβες. Οι μπάτσοι μας έσπρωχναν στα κάγκελα και τους φράκτες. Ο κόσμος άρχισε να πετάει κέρματα στους μπάτσους. Και ύστερα άρχισε να πετάει μπουκάλια… Δεν μπορούσαμε να ανεχτούμε άλλο αυτά τα σκατά.

Στο δρόμο βρίσκονταν γκέι μπροστά από το Village – άστεγοι άνθρωποι που ζούσαν στο πάρκο της πλατείας Σέρινταν έξω από το μπαρ – και ύστερα drag queens πίσω τους και όλοι πίσω μας. Οι τηλεφωνικές γραμμές του Stonewall Inn κόπηκαν και μείναμε στο σκοτάδι.»

Είναι σαφές ότι πολλοί από τους εξεγερμένους ήταν Λατινοαμερικάνοι σαν τη Σύλβια Ριβέρα ή μαύροι όπως  η φίλη και σύντροφος της Marsha P Johnson. Από την εξέγερση ιδρύθηκε το Gay Liberation Front (GLF) με το δικό του πρόγραμμα που καλούσε  σε επανάσταση. Η Σύλβια και η Μάρσα βοήθησαν επίσης να ιδρυθεί το STAR (Street Transvestites Action Revolutionaries), καταλαμβάνοντας ένα άδειο κτίριο για να γίνει μια βάση για τις νέες άστεγες τραβεστί του δρόμου.

Στη Λαϊκή Επαναστατική Συνέλευση στην Φιλαδέλφεια το 1971 η Σύλβια συναντήθηκε με τον Χιούι Νιούτον. Η ίδια λέει ότι ο Χιούι Νιούτον συμφώνησε ότι τέτοιες ομάδες όπως το GLF και το STAR ήταν επαναστατημένος λαός.

Ενώ οι Μαύροι Πάνθηρες πείστηκαν να υποστηρίξουν την απελευθέρωση των ομοφυλόφιλων, πολλές άλλες αριστερές ομάδες που προέρχονταν από ένα σταλινικό ή μαοϊκό πλαίσιο εξακολουθούσαν ακόμα να βλέπουν το κίνημα των ομοφυλοφίλων ως «παρακμιακό». Αλλά και η φιλελεύθερη αριστερά διακωμώδησε το GLF. Η εφημερίδα Village Voice, εκείνη την περίοδο μια ριζοσπαστική και αριστερή εφημερίδα, έκανε πλάκα ότι η εξέγερση του Stonewall συνέβη πιθανώς επειδή οι βασίλισσες ήταν αναστατωμένες για το θάνατο της Τζούντι Γκάρλαντ.

Το γεγονός ήταν ότι οι Μαύροι Πάνθηρες και το πρώιμο γκέι κίνημα, ήταν κινήματα από την ίδια τάξη, και τα δυο από το δρόμο, και συχνά στους ίδιους δρόμους και τα μπαρ. Ο Malcolm X, πριν γίνει ο Malcolm X, ήταν ένας μικοαπατεώνας του δρόμου, το βαποράκι Malcolm Little, που άραζε σε ένα μπαρ στη Βοστώνη παρόμοιο με το Stonewall Inn της Νέας Υόρκης, μαζί με ντραγκ βασίλισσες, εμπόρους ναρκωτικών και ανθρώπους του δρόμου και, όπως φαίνεται, είχε ομοφυλόφυλους εραστές και ένα πλούσιο λευκό αγόρι.

Το μαύρο επαναστατικό κίνημα της δεκαετίας του 1960 και το γκέι κίνημα είχαν ένα πολύ σημαντικό κοινό στοιχείο – την τάξη, όχι τη βιομηχανική, οργανωμένη εργατική τάξη, αλλά την ανοργάνωτη εργατική τάξη του δρόμου. Και τα δυο κινήματα  προέρχονταν από τους δρόμους και τα αντίστοιχα γκέτο τους, τα οποία αποκάλυψαν η Σύλβια Ριβέρα και η Μάρσα Τζόνσον δεν ήταν κλειστά κιβώτια. Η Σύλβια ήταν ενεργή στο γκέι Greenwich Village στο κέντρο της πόλης και στο ισπανικό Χάρλεμ, ήταν μέλος του STAR, του GLF και του εθνικού κινήματος Young Lords των Πορτορικανών.

Επιφανειακά ήταν πολύ διαφορετικές οργανώσεις καταπιεσμένων, σε σχέση με την καταπιεζόμενη ομάδα, αλλά οργανώνονταν από τους ίδιους δρόμους και γειτονιές. Και η Μάρσα ήταν κι αυτή ενεργή στο GLF και στο STAR, αλλά και στο Χάρλεμ. Πίσω από τις διαφορές των ποικίλων μορφών καταπίεσης υπήρχαν οι ομοιότητες της τάξης.

gays_black_panthers4

Άστεγοι

Αυτά τα κινήματα χτίστηκαν από και για τους δρόμους – έξω απ’ τις ντουλάπες και στους δρόμους, όπως ήταν το σύνθημα. Οι άστεγοι και οι περιπλανώμενοι, οι νέοι άνθρωποι που ξέφευγαν από τα καταπιεστικά περιβάλλοντα, συνδέθηκαν με ένα τεράστιο αριθμό ανυπότακτων.

Την εποχή εκείνη οι ΗΠΑ έκαναν επιστράτευση και οι εκατοντάδες χιλιάδες των φτωχών, οι οποίοι δεν μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά να εξαγοράσουν την θητεία τους, ξέφευγαν πηγαίνοντας στο περιθώριο. Εδώ υπήρχε ένας δυναμικός στρατός δυσαρεστημένων νέων ανδρών και γυναικών στις μεγάλες πόλεις, αποξενωμένων από την υπόλοιπη κοινωνία, λόγω επιστράτευσης και ανοικτών στην επαναστατική πολιτική.

Οι πολιτικές του ΛΟΑΤ και του μαύρου κινήματος έχουν από καιρό απομακρυνθεί από τις αρχικές τους ρίζες στις πολιτικές αυτής της επαναστατικής αλλά ασταθούς τάξης. Η ροζ οικονομία και η μαύρη μεσαία τάξη έχουν διαγράψει τις αντίστοιχες καταγωγές τους εδώ και δεκαετίες.

Πρόσφατα, ωστόσο, κάποιες από αυτές τις επαναστατικές ρίζες ξαναβγήκαν στην επιφάνεια με τις αναταραχές στις ΗΠΑ εναντίον των αστυνομικών που δολοφόνησαν νεαρούς μαύρους και με τις διαφωνίες στο Pride του Λονδίνου αυτής της χρονιάς.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Socialist Review, τεύχος 404, Ιούλιος/Αύγουστος 2015.

Μετάφραση: e la libertà

 

Επιστολή προς τους Επαναστάτες Αδελφούς και Επαναστάτριες Αδελφές για την Απελευθέρωση των Γυναικών και την Απελευθέρωση των Ομοφυλοφίλων

του Huey Newton

Τα τελευταία χρόνια οι γυναίκες και οι ομοφυλόφιλοι έχουν αναπτύξει ισχυρά κινήματα ζητώντας την ελευθερία τους. Έχει δημιουργηθεί, όμως, μια αμφιβολία όσον αφορά το πώς θα συσχετιστούμε μ’ αυτά τα κινήματα.

Όποιες κι αν είναι οι προσωπικές σας αντιλήψεις και οι ανασφάλειές σας για την ομοφυλοφιλία και τα διάφορα απελευθερωτικά κινήματα των ομοφυλόφιλων και των γυναικών (και αναφέρομαι στους ομοφυλόφιλους και τις γυναίκες ως καταπιεσμένες ομάδες) πρέπει να προσπαθήσουμε να ενωθούμε μαζί τους σε μια επαναστατική κατεύθυνση. Λέω «όποιες κι είναι οι ανασφάλειές σας» γιατί όπως ξέρουμε πολύ καλά, καμιά φορά θέλουμε ενστικτωδώς να χτυπήσουμε κάποιον ομοφυλόφιλο στη μούρη, και να πούμε σε μια γυναίκα να βγάλει το σκασμό. Θέλουμε να του σπάσουμε τη μούρη επειδή φοβόμαστε ότι ίσως είμαστε κι εμείς ομοφυλόφιλοιˑ και θέλουμε να χτυπήσουμε μια γυναίκα ή να την κάνουμε να σκάσει γιατί φοβόμαστε ότι μπορεί να μας ευνουχίσει, ή να μας στερήσει τον ανδρισμό που μπορεί να μην έχουμε καν.

Πρέπει να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη στους εαυτούς μας, κι επομένως να αποκτήσουμε σεβασμό και αισθήματα για όλους τους καταπιεσμένους ανθρώπους. Δεν πρέπει να αναπαράγουμε τη ρατσιστική συμπεριφορά που οι Λευκοί ρατσιστές χρησιμοποιούν εναντίον των ανθρώπων μας επειδή είναι Μαύροι και φτωχοί. Πολλές φορές ο πιο φτωχός Λευκός είναι και ο πιο ρατσιστής γιατί φοβάται ότι μπορεί να χάσει κάτι, ή να ανακαλύψει κάτι που δεν έχει. Έτσι, είστε κάτι σαν απειλή γι αυτόν. Αυτό το είδος ψυχολογίας τίθεται σε λειτουργία όταν βλέπουμε καταπιεσμένους ανθρώπους και είμαστε θυμωμένοι μαζί τους εξαιτίας της ιδιαίτερης συμπεριφοράς τους, ή της ιδιαίτερης απόκλισής τους από την κυρίαρχη νόρμα.

Θυμηθείτε, δεν έχουμε εγκαθιδρύσει ένα επαναστατικό αξιακό σύστημαˑ δεν είμαστε παρά μόνο στη διαδικασία εγκαθίδρυσής του. Δεν θυμάμαι να έχουμε δημιουργήσει τίποτα αξίες που να λένε ότι ένας επαναστάτης πρέπει να εκτοξεύει προσβολές εναντίον των ομοφυλόφιλων, ή ότι ένας επαναστάτης πρέπει να σιγουρευτεί ότι οι γυναίκες δεν θα μιλάνε άφοβα για τον τρόπο που καταπιέζονται. Για την ακρίβεια, ισχύει το ακριβώς αντίθετο: λέμε ότι αναγνωρίζουμε το δικαίωμα των γυναικών να είναι ελεύθερες. Δεν έχουμε πει τίποτα όσον αφορά τους ομοφυλόφιλους αλλά πρέπει να αποκτήσουμε σχέση με το κίνημα των ομοφυλόφιλων γιατί αποτελεί ένα πραγματικό διακύβευμα. Και ξέρω τόσο μέσα από το διάβασμα όσο και από την προσωπική μου εμπειρία και την παρατήρηση ότι σ’ αυτήν την κοινωνία στους ομοφυλόφιλους δεν έχει δοθεί καμιά ελευθερία από κανένα. Πιθανόν να είναι τα πιο καταπιεσμένα άτομα της κοινωνίας.

Και τι είναι αυτό που τους έκανε ομοφυλόφιλους; Ίσως είναι ένα φαινόμενο που δεν το καταλαβαίνω πλήρως. Κάποιοι λένε ότι είναι η παρακμή του καπιταλισμού. Δεν ξέρω αν είναι αυτή η απάντηση. Μάλλον αμφιβάλλω. Αλλά όποια κι αν είναι η απάντηση, αυτό που ξέρουμε είναι ότι η ομοφυλοφιλία αποτελεί μια υπαρκτή συνθήκη και πρέπει να την κατανοήσουμε στην πιο αγνή της μορφή: η οποία είναι ότι ένα άτομο πρέπει να έχει την ελευθερία να κάνει το σώμα του ό,τι θέλει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να δεχτούμε πτυχές της ομοφυλοφιλίας που δεν τις θεωρούμε επαναστατικές. Αλλά κανείς δεν μπορεί να πει ότι ένας ομοφυλόφιλος δεν μπορεί να είναι επίσης και επαναστάτης. Και ίσως να εκφράζω κάπως τις προκαταλήψεις μου λέγοντας ότι «ακόμα κι ένας ομοφυλόφιλος μπορεί να είναι επαναστάτης». Το αντίθετο μάλιστα, ίσως ένας ομοφυλόφιλος θα μπορούσε να είναι ο πιο επαναστάτης.

Όταν έχουμε επαναστατικά συνέδρια, συλλαλητήρια και διαδηλώσεις, πρέπει να υπάρχει πλήρης συμμετοχή των κινημάτων για την απελευθέρωση των ομοφυλόφιλων και των γυναικών. Κάποιες ομάδες μπορεί να είναι πιο επαναστατικές από άλλες. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε τεχνηέντως τις ενέργειες κάποιων λίγων για να πούμε ότι είναι όλοι αντιδραστικοί και αντεπαναστάτες, γιατί δεν είναι.

Πρέπει να αποκτήσουμε σχέσεις μ’ αυτές τις οργανώσεις, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που σχετιζόμαστε με οποιαδήποτε άλλη ομάδα ή κόμμα που ισχυρίζεται ότι είναι επαναστατικό. Πρέπει να κρίνουμε με κάποιο τρόπο κατά πόσο αυτές οι οργανώσεις λειτουργούν με έναν ειλικρινή επαναστατικό τρόπο και από μια πραγματικά καταπιεσμένη θέση. Και θα συμφωνήσουμε ότι εάν είναι γυναίκες μάλλον είναι καταπιεσμένες. Αν κάνουν πράγματα που δεν είναι επαναστατικά ή είναι αντεπαναστατικά, τότε ασκήστε τους κριτική. Αν πιστεύουμε ότι το πνεύμα μιας ομάδας συνεπάγεται και μια επαναστατική πρακτική αλλά δεν ερμηνεύουν σωστά την επαναστατική φιλοσοφία, ή δεν αντιλαμβάνονται τη λειτουργία της διαλεκτικής των κοινωνικών δυνάμεων, σ’ αυτό είναι που πρέπει να ασκήσουμε κριτική κι όχι να κριτικάρουμε τις ίδιες γιατί είναι γυναίκες που προσπαθούν να είναι ελεύθερες. Και το ίδιο ισχύει και για τους ομοφυλόφιλους. Ποτέ δεν πρέπει να λέμε ότι ένα ολόκληρο κίνημα είναι αφερέγγυο όταν εκ των πραγμάτων προσπαθεί να εμπνεύσει εμπιστοσύνη. Απλώς κάνουν καλοπροαίρετα λάθη. Στους φίλους επιτρέπονται τα λάθη. Στον εχθρό είναι που δεν επιτρέπονται τα λάθη, γιατί η ίδια του ύπαρξη είναι ένα λάθος από το οποίο και υποφέρουμε. Αλλά το μέτωπο για την απελευθέρωση των γυναικών και των ομοφυλόφιλων είναι φίλοι μας, εν δυνάμει σύμμαχοί μας και χρειαζόμαστε όσο πιο πολλούς συμμάχους γίνεται.

Πρέπει να είμαστε θετικά διακείμενοι να συζητάμε για τις ανασφάλειες που πολλοί έχουν για την ομοφυλοφιλία. Κι όταν λέω «ανασφάλειες», εννοώ το φόβο ότι αποτελούν κάποιο είδος απειλής για τον ανδρισμό μας. Μπορώ να καταλάβω αυτό το φόβο. Εξαιτίας μιας διαρκούς συνθήκης που δημιουργεί ανασφάλεια στον Αμερικάνο άνδρα, η ομοφυλοφιλία ίσως μας δημιουργεί σοβαρές επιφυλάξεις. Κι εγώ ο ίδιος έχω επιφυλάξεις για την ανδρική ομοφυλοφιλία, αλλά απ’ την άλλη, δεν έχω καμιά επιφύλαξη για την γυναικεία ομοφυλοφιλία. Κι αυτό είναι ένα ζήτημα από μόνο του. Πιστεύω ότι είναι έτσι επειδή η ανδρική ομοφυλοφιλία είναι απειλή για μένα ενώ η γυναικεία όχι.

Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν χρησιμοποιούμε λέξεις που διώχνουν τους φίλους μας. Οι όροι «αδερφή» και «λούγκρα» πρέπει να διαγραφούν από το λεξιλόγιό μας, και κυρίως δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε λέξεις που αρχικά χρησιμοποιήθηκαν για τους ομοφυλόφιλους σε άνδρες που είναι εχθροί του λαού, όπως ο Nixon ή ο Mitchel. Οι ομοφυλόφιλοι δεν είναι εχθροί του λαού.

Πρέπει να δημιουργήσουμε μια πραγματική συμμαχία με τις οργανώσεις για την απελευθέρωση των γυναικών και των ομοφυλόφιλων. Πρέπει πάντα να χειριζόμαστε τις κοινωνικές δυνάμεις με τον πιο κατάλληλο τρόπο.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Περιοδική αντιφασιστική έκδοση, 30 Σεπτεμβρίου 2015.

Πηγή των κειμένων: elaliberta

gays_black_panthers5

 

Share

Mια φεμινίστρια αναρωτιέται για το @

sexist language

της Ιουλίας Λειβαδίτη

Έχω να εξομολογηθώ κάτι: είμαι φεμινίστρια και δεν αντέχω το @ (παπάκι) ως μέθοδο αντιμετώπισης του σεξισμού στη ελληνική γλώσσα.

Δεν ήταν πάντα έτσι: το παπάκι το πρωτοείδα όταν ζούσα στην Ισπανία και μου φάνηκε έξυπνο, πανέξυπνο. Και είναι για τα ισπανικά, όπου η μόνη διαφορά μεταξύ αρσενικού και θηλυκού είναι το a ή το o. Βάλε ένα παπάκι που μάλιστα οπτικά μοιάζει σαν είναι ένας συνδυασμός του a με το o, και καθάρισες. Το χρησιμοποιούσα ακόμα και σε email της δουλειάς: querid@s amig@s και ήμουν πολύ ευχαριστημένη με τον εαυτό μου που ενσωμάτωνα ένα αντισεξιστικό στοιχείο στην επαγγελματική μου επικοινωνία.

Δεν είχα σκεφτεί ούτε μια στιγμή ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και στα ελληνικά, αλλά  τα τελευταία χρόνια το βλέπω όλο και πιο συχνά σε φεμινιστικούς και λοατ χώρους. Μου φαινόταν πάντα πολύ άβολο και ψεύτικο στα ελληνικά, που η διαφορά μεταξύ θηλυκού και αρσενικού δεν είναι ένα γράμμα, αλλά συλλαβές ολόκληρες, οι οποίες μάλιστα κλίνονται. Πως μπορεί ένα γράμμα να αντικαθιστά μισή λέξη και τις γραμματικές τροποποιήσεις της; Αυτό είναι ένα «γκτουπ» στη μέση μιας λέξης, δεν έχει καμία οργανική σχέση με τα ελληνικά. Και χωρίς να θέλω να κάνω την παντογνώστρια – προφήτη της καταστροφής, νομίζω οτιδήποτε δεν δένει οργανικά σε μια γλώσσα, δεν πρόκειται ποτέ να υιοθετηθεί μαζικά, όση εκπαίδευση και προσπάθεια να γίνει και όσο και αν η γλώσσα είναι κάτι ζωντανό που εξελίσσεται.

Για όλα αυτά, μου άρεσε και με ένιωσα ότι με κάλυπτε το σχετικό κείμενο του Λύο Καλοβυρνά. Και εγώ επίσης προκρίνω τη δική του λύση, να χρησιμοποιείται εναλλακτικά ή αναπάντεχα το θηλυκό σε ένα κείμενο.

Μετά όμως διάβασα την απάντηση των Καμένων Σουτιέν στο παραπάνω κείμενο και η αλήθεια είναι ότι προβληματίστηκα. Θα αρχίσω με αυτά με τα οποία διαφωνώ: Εξακολουθώ πιστεύω ότι αν πραγματικά απευθυνόμαστε σε όλον τον κόσμο και όχι στους μυημένους στα φεμινιστικά και λοατ θέματα θα πρέπει να δουλέψουμε με αυτό που έχουμε και αν θέλουμε να εισάγουμε κάτι καινούριο, αυτό θα πρέπει να είναι συμβατό με το πώς χρησιμοποιούμε τη γλώσσα στον προφορικό λόγο και στην καθημερινότητά μας. Το ότι το παπάκι προφέρεται «άου» ή κάπως έτσι, αν κατάλαβα καλά, δεν μου λέει και πολλά. Έχει πει καμία, από μέσα της ή απέξω της διαβάζοντας π.χ. το «εργαζομεν@», «εργαζομενάου»; Ή κάτι άλλο: πως θα μάθουμε στα παιδιά να διαβάζουν το παπάκι; Το λέω γιατί από την επαφή που έχω με μικρά παιδιά βλέπω ότι πλύση εγκεφάλου για τους έμφυλους ρόλους αρχίζει από τα μηδέν σχεδόν και είναι πανίσχυρη σε κάθε, μα κάθε έμφαση της καθημερινότητας τους.  Είναι πολύ σημαντικό να έχουμε κάτι να αντιτάξουμε στον κατακλυσμό έμφυλων στερεοτύπων που δέχονται τα παιδιά. Με το «άου» και το παπάκι θα αντιληφθούν ότι και οι γυναίκες πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στη γλώσσα;

Ούτε συμφωνώ ότι  το παπάκι σε κάνει να σταματήσεις και να σκεφτείς, νομίζω ότι σε σταματά και τέλος, χωρίς τίποτα παραπέρα. Αν κάτι σε κάνει να σταματάς και να σκεφτείς  τις γυναίκες είναι η χρήση του θηλυκού εκεί που περίμενες το αρσενικό, το να λέμε «η  εργαζόμενη» σε ένα κείμενο που μιλάει για τις εργαζόμενες και τους εργαζόμενους. Γιατί να είναι συμπεριληπτικό το αρσενικό και να μην είναι το θηλυκό; Διάβασα στα Κ.Σ. ότι κάποιοι άντρες δεν αισθάνονται ότι συμπεριλαμβάνονται στο θηλυκό. Ναι, και; Αυτό  ακριβώς δεν θέλουμε να αλλάξουμε; Το ότι το αρσενικό είναι συμπεριληπτικό και γενικευτικό είναι ένα προνόμιο που έχουν οι άντρες, τρανς και σις, σε σχέση με τις γυναίκες, τρανς και σις, και αν θέλουν να είναι σύμμαχοι θα πρέπει να δουλέψουν προς την κατάργηση αυτού το προνομίου. Όλες πρέπει να βάλουμε κατά καιρούς στην άκρη προσωπικές μας δυσαρέσκειες όταν επιδιώκουμε έναν κοινό στόχο. Αυτή τη στιγμή, οι άντρες είναι απίστευτα προνομιούχοι ως προς τη γλωσσική τους ταυτότητα και αυτό είναι πολύ σημαντικό να αλλάξει.

Ένα θέμα στο οποίο δεν έχω απάντηση όμως είναι το τι γίνεται με τα ιντερσεξ, ή genderfluid άτομα. Γενικώς με όσες δεν θέλουν να προσδιορίζονται με βάση το έμφυλο δίπολο. Και αυτό με οδηγεί στο τελικό μου επιχείρημα: Παρόλο που δεν συμφωνώ με τη χρήση του παπακίου, θεωρώ ότι ο προβληματισμός των Κ.Σ. αγγίζει ένα ευρύτερο, ουσιαστικό  θέμα: θέλουμε μια γλώσσα που να συμπεριλαμβάνει ξεκάθαρα και δυνατά και τις γυναίκες ή θέλουμε μια γλώσσα ουδέτερη ως προς το φύλο; Αυτό νομίζω ότι τελικά είναι το μεγάλο ερώτημα και νομίζω ότι από εκεί πρέπει να ξεκινήσουμε.

Η δική μου άποψη είναι  ότι ο μεγάλος χαμένος της γλώσσας μας είναι το θηλυκό γένος. Αυτό θεωρείται μερικευτικό αντί για συμπεριληπτικό, αυτό αγνοείται συστηματικά, αυτό έχει υποτιμητικές αποχρώσεις, με ότι συνέπειες έχει αυτό για τη μισή περίπου ανθρωπότητα που έχει γυναικεία έμφυλη ταυτότητα. Πολλές φορές νομίζω ότι αυτή η τάση να παρακάμπτουμε πράγματα που αφορούν τις γυναίκες και το θηλυκό μέσω μιας «κατάργησης του φύλου»,  παρόλο που μπορεί να φαίνεται ριζοσπαστική καταρχήν, είναι τελικά συντηρητική, με την έννοια ότι δεν αλλάζει πραγματικά τα πράγματα. Μου κάνει λίγο στρίβειν δια του μεταμοντέρνου αρραβώνος.  Μια γλώσσα που γίνεται ουδέτερη ως προς το φύλο, μπορεί να μας εξασφαλίσει ότι τελικά οι γυναίκες, ως κοινωνική κατηγορία συμπεριλαμβάνονται ρητά, ακομπλεξάριστα και ισότιμα σε αυτή; Ποιος μας λέει ότι σε αυτό το ουδέτερο, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν τοποθετούν το αρσενικό, αφήνοντας για ακόμα μια φορά το θηλυκό στην αφάνεια; Δεν ξέρω. Μου αρέσει η ιδέα ενός μέλλοντος που το φύλο δεν θα έχει καμία σημασία, αλλά να το καταργήσουμε στη γλώσσα, μου φαίνεται ότι απλώς συσκοτίζει τις πολύ σημαντικές κοινωνικές διακρίσεις που ακόμα υπάρχουν εις βάρος των γυναικών.

Εν κατακλείδι: δεν θεωρώ ότι η χρήση του παπακίου είναι κάποιο τρομερό λάθος που πάει πίσω το φεμινιστικό κίνημα. Είμαι σίγουρη ότι το έχω χρησιμοποιήσει και εγώ ως shorthand στα σόσιαλ. Απλώς δεν μου αρέσει αισθητικά, με μπερδεύει νοηματικά σε μεγάλα κείμενα και κυρίως, δεν θεωρώ ότι λύνει το ζήτημα. Και πιστεύω ότι πρέπει να συζητάμε για αυτό ανοιχτά και να συνεχίζουμε να αναζητούμε έξυπνες, μαζικά εφαρμόσιμες λύσεις. Θα με ενδιέφερε τι έχουν να πουν για αυτό γλωσσολόγοι και μη gender-conforming άτομα. Επίσης δεν έχω φυσικά καμία απόδειξη για όλα αυτά που λέω, εκτός από τη δική μου προσωπική γνώμη και την αίσθησή μου ότι η συνεχής χρήση θηλυκού σε ένα κείμενο σοκάρει και εκνευρίζει το μέσο Έλληνα / τη μέση Ελληνίδα πολύ περισσότερο από το παπάκι.

 

 

Share

Αι σωφρατζέτ: αναγνώσματα δια κυρίας

Suffragettes

Το Φεβρουάριο του 1908 οι “σωφρατζέτ” μεταξύ των οποίων και η Emily Pankhurst προσπάθησαν να μπουν στην αγγλική Βουλή και  δώσουν ένα ψήφισμα διαμαρτυρίας για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών στον τότε Πρωθυπουργό H. Asquith. Η ίδια η Pankhurst συνελήφθη για πρώτη φορά, και όπως και πολλές άλλες “σωφρατζέτ”, καταδικάστηκε σε έξι μήνες φυλάκισης για παρεμπόδιση. Η φυλάκιση τους υπήρξε και η αφορμή για να αρχίσει πλέον το κίνημα να παίρνει δημοσιότητα και το αίτημα τους να γίνεται γνωστό.

ΤΡΙΤΗ 5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1908

“ΑΘΗΝΑΙ”

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΔΙΑ ΚΥΡΙΑΣ

ΑΙ ΣΩΦΡΑΤΖΕΤ

Μα είνε να τας λησμονή κανείς; Πάλιν νέας ειδήσεις αγγέλλουν τα αγγλικά φύλλα. Αι σωφρατζέτ πάλιν έκαμαν πραγματικωτάτην και επιστημονικήν έφοδον κατά του Αγγλικού Κοινοβουλίου προ πέντε ημερών επί τω τέλει να επιδώσουν έστω και διά της βίας μίαν αναφοράν εις τον Πρόεδρον αυτού. Ολίγω προ της 4 μ.μ. ώρας ο κόσμος είδε να σταματούν κοντά εις μίαν από τας μεγάλας πύλας του Βουλευτηρίου, δύο τεράστια κάρρα της μετακομίσεως κεκαλυμμένα.

Αιφνιδίως αι θυρίδες ήνοιξαν και τριάκοντα περίπου γυναίκες εξεπήδησαν, ως λύκαιναι δε πεινασμέναι επέπεσαν κατά της πύλης.

Η έφοδος αυτή, καίτοι δεν ανεμένετο – που να υποθέση κανείς ότι αι σωφρατζέτ θα μετεχειρίζοντο δια την άλωσιν του Κοινοβουλίου δύο Δουρείους ίππους – απεκρούσθη εν τούτοις μετά πολλής δραστηριότητος· μερικαί όμως από τας εφορμήσασας κατώρθωσαν να διαφύγουν από τας χείρας των συλλαβόντων αυτάς και να διαβούν το κατώφλιον του Κοινοβουλίου. Αλλ’ οι θυρωροί κατώρθωσαν ταχέως ν’ ανακτήσουν το απολεσθέν έδαφος.

Οι διαβάται οι σπεύσαντες εις τας κραυγάς εγιουχάϊσαν σαρκαστικώτατα την πομπήν των ηττημένων. Τούτο δε εξηρέθισε τας σωφρατζέτ αι οποίαι στραφείσαι εκ νέου εφώρμησαν κατά του Βουλευτηρίου ως λυσσιασμέναι.

Τέλος οι προσδραμόντες αστυφύλακες τας συνέλαβον, τας έδεσαν και τας απήγαγον. Αι συλληφθείσαι ανέρχονται εις πεντήκοντα και τέσσαρας.

Και πάλιν όμως δεν ησύχασαν αι άλλαι σωφρατζέτ, διότι περί την 7 μ.μ. ώραν νέα έφοδος 100 περίπου σωφρατζέτ εγένετο, αλλά και άλλαι είκοσι συλλήψεις επηκολούθησαν. Εάν εξακολουθήσουν αι έφοδοι αυταί θα φθάση η στιγμή κατά την οποίαν θηλυκή γάτα δεν θα μείνη έξω των φυλακών.

Ψηφιοποίηση: Λίνα Φιλοπούλου

σουφραζέτες

Share

Συνέντευξη: η Nancy Fraser για το αριστερό σχέδιο και την κρίση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας

Nancy Fraser

της Ιουλίας Λειβαδίτη

H Nancy Fraser είναι Καθηγήτρια Φιλοσοφίας και Πολιτικής στο New School for Social Research της Νέας Υόρκης και θεωρείται μια από τις κορυφαίες πολιτικές φιλόσοφους της εποχής μας.  Τα ενδιαφέροντά της επικεντρώνονται στην κοινωνική και πολιτική θεωρία, τη φεμινιστική θεωρία και τη σύγχρονη γαλλική και γερμανική σκέψη.

Το βιβλίο Redistribution or Recognition?: A Political-Philosophical Exchange (Αναδιανομή ή αναγνώριση; Μια πολιτική-φιλοσοφική ανταλλαγή, 2004, Verso) στο οποίο αυτή και o Axel Honneth διαπραγματεύονται το ζήτημα της οικονομικής αναδιανομής σε σχέση με την πολιτικό-κοινωνική αναγνώριση, έχει καθιεωρθεί ως απαραίτητο ανάγνωσμα για όσες ενδιαφέρονται για την κοινωνική δικαιοσύνη. Πρόσφατες δημοσιεύσεις της περιλαμβάνουν τα βιβλία Scales of Justice: Reimagining Political Space in a Globalizing World (2008), Fortunes of Feminism: From State-Managed Capitalism to Neoliberal Crisis (2013) και Contradictions of capital and care (New Left Review, 2016). Η τρέχουσα έρευνά της περιλαμβάνει ένα βιβλίο σε εξέλιξη με τίτλο Abnormal Justice το οποίο πραγματεύεται «πώς οι αγώνες για δικαιοσύνη οργανώνονται, ή μάλλον αποδιοργανώνεται, σε μια περίοδο κατά την οποία δεν μπορούμε να βασιζόμαστε σε μια γραμματική της δικαιοσύνης που θα μπορούσε να αναγνωριστεί ως ηγεμονική».

Η καθηγήτρια Fraser είχε έρθει στην Ελλάδα προσκεκλημένη από το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, προκειμένου να παραδώσει την 10η ετήσια Διάλεξη στη μνήμη του Νίκου Πουλαντζά με τίτλο «Οι κρίσεις της φροντίδας: Οι αντιφάσεις της κοινωνικής αναπαραγωγής στην εποχή του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού» και μίλησε στο Rethinking Greece* σχετικά με το τι συνιστά ένα βιώσιμο Αριστερό όραμα για τον 21ο αιώνα, το οικοδόμημα της ΕΕ, το ζήτημα της αλληλεγγύης τόσο διεθνώς όσο και στην Ευρώπη, και την κρίση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας παγκοσμίως. «Πολιτικές κατά της λιτότητας σε μια χώρα μόνο είναι αδύνατο να εφαρμοστούν» λέει η Fraser σχολιάζοντας την ελληνική πολιτική πραγματικότητα, προσθέτοντας ότι «μια οπισθοδρόμηση εδώ ή εκεί δεν σημαίνει ότι ήρθε το τέλος του σχέδιου της Αριστεράς». Σχολιάζει επίσης την πρόσφατη εκλογή Trump στις ΗΠΑ, τη δημιουργία  των σχημάτων που ονομάζει «αντιδραστικό λαϊκισμό» και «προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό», καθώς και τον κίνδυνο μετατροπής των κοινωνικών κινημάτων σε «ομάδες συμφερόντων» όταν αποποιούνται τις αντικαπιταλιστικές, ριζοσπαστικές ρίζες τους. Η Fraser τονίζει τέλος πόσο σημαντικά είναι τα ζητήματα της κοινωνικής αναπαραγωγής και της κοινωνικής προστασίας σε διεθνές επίπεδο, καθώς και την ανάγκη να εξετάσoυμε το ενδεχόμενο «μη-καπιταλιστικών ή μετα-καπιταλιστικών» λύσεων για την αντιμετώπισή τους.

 

Τα κοινωνικά κινήματα που αναπτύχθηκαν στην Ελλάδα μετά το 2011 φαίνεται να έχουν ατονήσει μετά και την υπογραφή του 3ου μνημονίου το 2015, το Podemos στην Ισπανία δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει το δυναμικό του, ενώ ο δεξιός εθνικισμός είναι σε άνοδο σε όλη την Ευρώπη. Νομίζετε ότι η Ευρωπαϊκή Αριστερά έχει χάσει την ικανότητά της να εμπνεύσει μαζικά κινήματα;

Νομίζω ότι αυτά τα πράγματα αναπτύσσονται ακανόνιστα, με εξάρσεις και διακοπές, και όχι σε μια ευθεία γραμμή. Για αυτό και εγώ δεν θα θεωρούσα ότι μια οπισθοχώρηση εδώ ή εκεί σημαίνει το τέλους του Αριστερού σχεδίου. Είχαμε τα κινήματα Occupy και Αγανακτισμένων σε όλο τον κόσμο, και θα ήθελα να πω ότι η Ισπανία και η Ελλάδα ήταν πραγματικά οι μόνες χώρες, τουλάχιστον στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, οι οποίες κατάφεραν να φτιάξουν κάτι από αυτά τα κινήματα: οι άνθρωποι βρήκαν έναν τρόπο να θεσμοθετήσουν, έστω και προσωρινά, αυτή την ενέργεια, αντί να την αφήσουν να εξαφανιστεί εντελώς. Αυτό είναι κάτι θετικό, αλλά είναι ένα διαφορετικό θέμα το κατά πόσο μια κυβέρνηση μπορεί να ικανοποιήσει το σύνολο των απαιτήσεων και των προσδοκιών όσων συμμετείχαν σε αυτές τις κινήσεις, ή γενικότερα, των πολιτών.

Ειλικρινά, το θλιβερό κομμάτι της ελληνικής εμπειρίας ήταν η αποτυχία της Αριστεράς των άλλων ευρωπαϊκών χωρών να κινητοποιηθεί με αλληλέγγυο τρόπο, να ασκήσει πίεση στις κυβερνήσεις ώστε να αλλάξει την πολιτική της ΕΕ, και να επιμείνει ότι η Τρόικα πρέπει να κάνει πίσω για να δώσει στην Ελλάδα λίγο χώρο για να αναπνεύσει. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλά που θα μπορούσαν να έχουν γίνει μέσα σε μια χώρα. Παλιότερα μιλούσαμε για «σοσιαλισμό σε μία χώρα», λοιπόν ούτε η αντι-λιτότητα σε μια χώρα είναι κάτι εύκολο όταν έχεις όλο το διακρατικό επενδυτικό οικοδόμημα, την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία και τις κεντρικές τράπεζες να σου ασκούν πίεση. Πιστεύω λοιπόν ότι μακροπρόθεσμα, η μόνη πραγματική απάντηση είναι μια ευρύτερη, διεθνής αλληλεγγύη της Αριστεράς. Και αυτό θα πάρει κάποιο χρόνο, αυτό είναι σίγουρο.

Κάτι άλλο που θα έλεγα είναι ότι όλοι αγωνιζόμαστε να ορίσουμε ένα βιώσιμο και ελκυστικό όραμα και σχέδιο την  Αριστερά του 21ου αιώνα. Οι περισσότεροι έχουν εγκαταλείψει την ιδέα μιας κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας με τη σοβιετική έννοια. Υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για την απο-ανάπτυξη και τα κοινά, την αλληλεγγύη και την κοινωνική οικονομία. Αλλά δεν πιστεύω ότι κάτι από αυτά ανάγεται σε ένα πραγματικά βιώσιμο σχέδιο για την Αριστερά. Το πιο σημαντικό πράγμα είναι ότι υπάρχει τώρα μια μεγάλη κρίση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας: στη μια χώρα μετά την άλλη, κατά κύματα, οι άνθρωποι απορρίπτουν αυτό το σύστημα. Δεν έχουν απαραίτητα ένα βιώσιμο και εύλογο σχέδιο για το με τι πρέπει να αντικατασταθεί. Είμαστε στην αρχή μιας μακράς διαδικασίας. Αυτά τα πράγματα δεν λύνονται γρήγορα.

Τι πιστεύετε ότι σημαίνουν το Brexit και η ψηφοφορία στην Ιταλία για το μέλλον του οικοδομήματος της ΕΕ;

Το οικοδόμημα της ΕΕ φαίνεται αρκετά επισφαλές αυτή τη στιγμή, και μια πιθανότητα αντίδρασης είναι οι ελίτ να αποφασίσουν να αμβλύνουν τις πολιτικές λιτότητας και να πραγματοποιήσουν περισσότερες δαπάνες κεϋνσιανού τύπου. Μπορεί ακόμα και ο Donald Trump να κάνει κάτι τέτοιο στις ΗΠΑ. Ήταν μια από τις προτάσεις τις προεκλογικής του εκστρατείας, αν θα την πραγματοποιήσει δεν ξέρω. Θα μπορούσε λοιπόν να αμβλυνθεί  το σημερινό καθεστώτος λιτότητας, αλλά το μεγάλο ερώτημα για μένα είναι η μετεγκατάσταση της παραγωγής από τις ευρωπαϊκές και βορειοαμερικανικές χώρες του πυρήνα στην ημι-περιφέρεια. Δεν νομίζω ότι η παραγωγή θα επιστρέψει, και αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ένα μεγάλο ερωτηματικό όσον αφορά το θέμα των θέσεων εργασίας, και μιλάω τώρα για θέσεις εργασίας που έχουν κάποια ασφάλεια και πληρώνουν ένα αξιοπρεπή μισθό.

Η μεγαλύτερη πρόκληση για όποιον βρίσκεται στην εξουσία, είτε πρόκειται για μια ευρωπαϊκή ελίτ που έχει πάρει το μάθημά της και ενώ ήταν νεοφιλελεύθερη αποφασίζει ότι η ΕΕ είναι σε κίνδυνο και μετατοπίζει ελαφρά τη θέση της, είτε πρόκειται για ένα Αριστερό ή Δεξιό λαϊκίστικό κόμμα, είναι οι θέσεις εργασίας και η κοινωνική προστασία, η στήριξη της κοινωνικής αναπαραγωγής. Αυτό απαιτεί τεράστιες δαπάνες, δαπάνες που σημαίνουν δημοσιονομικό έλλειμμα. Και το ερώτημα είναι, πρώτα από όλα, πώς να βγούμε από τον έλεγχο των κεντρικών τραπεζών και των αγορών ομολόγων που ανεβάζουν τα επιτόκια δανεισμού στον ουρανό; Μια πολύ σημαντική ιδέα για την Αριστερά είναι η δημιουργία ενός νέου τρόπου οργάνωσης της χρηματοδότησης. Η πίστωση είναι απαραίτητη σε κάθε οικονομία, οποιασδήποτε πολυπλοκότητας, αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να είναι μια βιομηχανία κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Έτσι, μία ιδέα που έχουν αναπτύξει κάποιοι άνθρωποι, είναι να σκεφτούμε πώς να μετατρέψουμε τα χρηματοπιστωτικό ιδρύματα σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, όπως η ηλεκτρική ενέργεια για παράδειγμα. Θα μπορούσε να καθιερωθεί κάποιος δημοκρατικός τρόπος διοίκησης, όπου οι πιστώσεις και τα δάνεια για έργα θα διατίθενται χωρίς ο στόχος να είναι το μέγιστο κέρδος των μετόχων και των επενδυτών.

Όλα αυτά είναι αλληλένδετα: η χρηματοπιστωτική πολιτική, η πολιτική της απασχόλησης, της φορολογίας και το πως κατανέμεται η φορολογία. Τα τελευταία 20-30 χρόνια οι πλούσιοι και οι επιχειρήσεις πραγματοποιούν μια σημαντική «φορολογική απεργία», και δεν πληρώνουν σχεδόν καθόλου φόρους. Στις ΗΠΑ και σε πολλές χώρες της βόρειας Ευρώπης υπήρξε μια τεράστια αντιστροφή των ρυθμίσεων της σοσιαλδημοκρατικής εποχής, όταν οι εταιρίες κατέβαλλαν σημαντικούς φόρους. Δεν το κάνουν πια, και αυτό είναι μέρος των αποτελεσμάτων του νεοφιλελευθερισμού. Αυτό δημιουργεί τεράστιους περιορισμούς σχετικά με το τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν οι κυβερνήσεις. Δεν έχουν τα έσοδα για κοινωνική πολιτική. Δεν μπορούν να τα αποσπάσουν από τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι στη με τη σειρά τους πραγματοποιούν μια «φορολογική επανάσταση» και ψηφίζουν κόμματα της δεξιάς που υπόσχονται μηδέν φόρους. Και όταν οι κυβερνήσεις προσπαθούν, σε μεμονωμένες χώρες και πάλι, να αυξήσουν σημαντικά τους φόρους των εταιρειών, τότε το αποτέλεσμα είναι η φυγή των κεφαλαίων και η ισοπέδωση των μισθών προς τα κάτω. Συνεπώς, αυτό είναι μια άλλη ένδειξη ως προς το γιατί πρέπει κανείς να σκεφτεί σε διεθνές επίπεδο αυτά τα ζητήματα.

Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι ο Donald Trump κέρδισε τις εκλογές επειδή το Δημοκρατικό Κόμμα έδωσε υπερβολική έμφαση στις πολιτικές της ταυτότητας (φυλή, φύλο) και όχι αρκετή σε οικονομικά ζητήματα. Συμφωνείτε με αυτή την εκτίμηση;

Εν μέρει. Πιστεύω ότι σε αυτές τις εκλογές, τη στιγμή της ψήφου, οι ψηφοφόροι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια επιλογή μεταξύ Trump και Clinton, δυο εναλλακτικές τις οποίες θα αποκαλούσα ‘αντιδραστικό λαϊκισμό’ και ‘προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό’ αντίστοιχα. Όσον αφορά τον Trump, το λαϊκίστικό κομμάτι εντοπίζεται στην επιθυμία των πολιτών να έχουν μια κυβέρνηση που τους προστατεύει, που κάνει ό,τι μπορεί για να διασφαλίσει ότι θα έχουν σταθερές θέσεις εργασίας, εισόδημα και οικογενειακή ζωή. Στο μυαλό μου, αυτή είναι μια εντελώς δικαιολογημένη και θεμιτή προσδοκία. Αλλά ήταν συνυφασμένη με το αντιδραστικό κομμάτι, αυτή τη τάση να εφευρίσκουμε αποδιοπομπαίους τράγους: για όλα φταίνε οι μετανάστες, οι μαύροι, οι μουσουλμάνοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι φεμινίστριες. Έτσι βλέπεις νόμιμες αξιώσεις για κοινωνική προστασία, κοινωνική ασφάλεια και οικονομική ευημερία αναμεμιγμένες με τη στοχοποίηση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων.

Στη συνέχεια, από την πλευρά της Clinton, σε αυτό που αποκαλώ προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό, έχουμε αντιθέτως θετικές αξιώσεις για την ένταξη των μαύρων, των μουσουλμάνων, των ομοφυλόφιλων, των ΛΟΑΤ, των γυναικών· αξιώσεις ότι δεν πρέπει να οργανώνουμε την κοινωνική ζωή με βάση τον αποκλεισμό και την υποταγή αυτών των ομάδων. Αυτό είναι το προοδευτικό κομμάτι της πλευράς Clinton, το οποίο όμως δεν συνδέεται με κάποια πολιτική κοινωνικής προστασίας, όπως είχε η πλευρά Trump. Αντί για αυτό, συνδέεται με τους δυναμικούς κλάδους της οικονομίας μας, δηλαδή τον χρηματοπιστωτικό τομέα, την πληροφορική, τα μέσα ενημέρωσης και τη ψυχαγωγία, τομείς που υποστηρίζουν την πολιτική των λεγόμενων ελεύθερων συναλλαγών, τα ανοικτά σύνορα, όλες τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και την απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Έτσι, έχουμε αυτές τις δύο παράξενες ομάδες. Αν θέλετε να το σκεφτούμε με όρους αναδιανομής και την αναγνώρισης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι από την πλευρά της Clinton έχουμε προοδευτική αναγνώριση και οπισθοδρομική αναδιανομή, ενώ από την πλευρά του Trump, έχουμε οπισθοδρομική αναγνώριση, συν κάτι πιο κοντά σε ένα οιονεί σοσιαλδημοκρατικό ενδιαφέρον για την κοινωνική ασφάλιση και κοινωνική προστασία. Και αυτό είναι μια μεγάλη αναδιάταξη των πολιτικών πραγμάτων. Στην εποχή του New Deal υπήρχε ένα προοδευτικό στοιχείο τόσο στην αναδιανομή όσο και στην αναγνώριση. Τώρα έχει δημιουργηθεί ένα ρήγμα μεταξύ αναδιανομής και αναγνώρισης.

Νιώθω ότι ο τρόπος με τον οποίον η Hilary Clinton έτρεξε την καμπάνια της, ειδικά στα τελευταία στάδια, επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά σε ένα είδος ηθικής καταδίκης της προσωπικής αχρειότητας του Trump: λέει αυτά τα πράγματα για τις γυναίκες, για τα άτομα με αναπηρία, για τους μουσουλμάνους, είναι ένας προκατειλημμένος, ανίδεος άνθρωπος. Το σύνολο της εκστρατείας της περιστρεφόταν γύρω από αυτόν, και στην πορεία αμαύρωσε τη βάση των υποστηρικτών του, αποκαλώντας τους «ένα μάτσο ελεεινών». Δεν πιστεύω ότι όλοι, ή ακόμη ούτε καν η πλειοψηφία των υποστηρικτών του Trump είναι ρατσιστές και ομοφοβικοί. Είναι πολύ απογοητευμένοι και ίσως δεν είναι καλά εκπαιδευμένοι στα πολιτικά θέματα. Στις ΗΠΑ η πολιτική κουλτούρα είναι φτωχή, δεν υπάρχει μια αρκετά ισχυρή Αριστερή φωνή που να δίνει στους ανθρώπους την αίσθηση ότι υπάρχουν και άλλες δυνατότητες. Δεδομένων των εναλλακτικών που είχαν στη διάθεσή τους, είναι απολύτως κατανοητό ότι ψήφισαν όπως ψήφισαν. Η Clinton σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τρέξει μια καμπάνια βασισμένη αποκλειστικά σε μια εξαιρετικά ηθικόλογη εκδοχή της αναγνώρισης. Και όπως αποδείχθηκε, πήρε μεν πολλές ψήφους, αλλά όπως λειτουργεί το σύστημά μας, δεν ήταν μια στρατηγική νίκης.

Νομίζετε ότι η νίκη του Trump σηματοδοτεί μια στροφή του εκλογικού σώματος προς την άκρα δεξιά;

Όπως είπα και στην αρχή, τα πράγματα είναι πάρα πολύ ρευστά τώρα, δεν πρόκειται για ένα διευθετημένο θέμα. Το εκλογικό σώμα θα μπορούσε να πάει προς πολύ πιο δεξιές και εθνικιστικές κατευθύνσεις, αλλά θα μπορούσε επίσης να προχωρήσει σε μια πιο αριστερή κατεύθυνση. Στις ΗΠΑ αυτό αποτυπώνεται στην επιτυχία της εκστρατείας του Bernie Sanders, ο οποίος έφτασε πολύ κοντά στο να πάρει το χρίσμα από τη Hilary. Το σύνολο της γραφειοκρατίας και των μηχανισμών του Δημοκρατικού Κόμματος υποστήριζε την Clinton, ήταν ουσιαστικά η χρισμένη διάδοχος του Obama, όλοι πίστευαν ότι το αποτέλεσμα ήταν τετελεσμένο. Και αυτός ο τύπος έρχεται από το πουθενά και ξαφνικά εμπνέει εκατομμύρια και εκατομμύρια ανθρώπων. Αυτό για μένα αντανακλά το πνεύμα του Occupy, όχι μόνο τους νέους στις πλατείες, αλλά και την ευρεία υποστήριξη, πέρα από τις πλατείες, που είχε το Occupy, η οποία ήταν  γύρω στο 60%-70% σε εθνικό επίπεδο, σύμφωνα με τις τότε δημοσκοπήσεις.

Αυτό δείχνει ότι στη χώρα υπάρχει ένα δημόσιο αίσθημα το οποίο σε κάποιο επίπεδο συμφωνεί με τη γλώσσα του Occupy, με το σύνθημα: «είμαστε το 99% και είναι το 1%». Αυτό ήταν ένα πολύ ισχυρό σύνθημα, άγγιξε μια χορδή. Οι άνθρωποι ήξεραν τι σήμαινε αυτό, και αισθάνθηκαν πολύ έντονα ότι ήταν αλήθεια και κάτι που πρέπει να αλλάξει. Η εκδοχή του Sanders ήταν να χρησιμοποιήσει τη λέξη “στημένο”. Έχουμε μια «στημένη» οικονομία, ένα “στημένο” πολιτικό σύστημα. Αυτός ήταν ένας άλλος τρόπος για να πεις ότι υπάρχει μια βαθιά δομική αδικία στην κοινωνία και ο κόσμος πραγματικά ανταποκρίθηκε σε αυτό.

Αργότερα ο Trump αντέγραψε αυτή τη γλώσσα από Sanders και άρχισε και ο ίδιος να μιλάει για το στημένο σύστημα, προσθέτοντας τη φράση ότι «κανείς δεν θα μπορούσε να το διορθώσει καλύτερα» από ότι αυτός, γιατί αυτός ήξερε πως λειτουργεί το σύστημα από τα μέσα. Μίλησε για το πώς οι άνθρωποι που διοικούν τις τράπεζες, την κυβέρνηση και τις μεγάλες εταιρείες είναι «δολοφόνοι». Αυτός είναι ένα καταπληκτικός τρόπος για να μιλήσουμε για την εταιρική ελίτ. Είναι αλήθεια, αλλά κανείς δεν λέει αυτά τα πράγματα. Συνολικά, νομίζω ότι είναι πολύ πιθανό ότι o Trump ως πρόεδρος θα απογοητεύσει πολλούς από τους ανθρώπους που τον ψήφισαν, και θα υπάρξουν κι άλλοι αγώνες για αυτά τα θέματα, αυτό δεν είναι το τέλος. Αυτό το δημόσιο αίσθημα που ανέφερα παραπάνω είναι ατελές, δεν είναι πλήρως σχηματισμένο, και μπορεί να αρθρωθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.

Έχετε γράψει ότι οι χειραφετητικές αξιώσεις των φεμινιστικών, αντι-ρατσιστικών και LGTB κινημάτων έχουν υφαρπαγεί από το νεοφιλελευθερισμό και επαναπροσδιοριστεί  σύμφωνα με τους όρους της αγοράς. Μπορείτε να μας μιλήσετε περισσότερο γι ‘αυτό;

Είμαι από τη γενιά του 1968, και συμμετείχα στη Νέα Αριστερά και στα κινήματα που προέκυψαν κατά ένα πολύ άμεσο τρόπο από τη Νέα Αριστερά, συμπεριλαμβανομένου του πρώιμου δεύτερου φεμινιστικού κύματος, του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων και το αντιπολεμικό κίνημα κατά του πολέμου του Βιετνάμ. Σε αυτή την περίοδο, υπήρχε ένα είδος ήθους στην ατμόσφαιρα, ότι όλοι ήταν αντι-καπιταλιστές. Και ο καθένας κατανοούσε ότι όλα τα ζητήματα, είτε ήταν η εξωτερική πολιτική, είτε η έμφυλη υποταγή, είτε η φυλετική καταπίεση ήταν δομικά ζητήματα που έπρεπε να αντιμετωπιστούν στη ρίζα. Και η ρίζα είχε να κάνει με τον καπιταλισμό. Καθώς έσβηνε η Νέα Αριστερά, αυτή η ατμόσφαιρα άλλαξε και αυτό που συνέβη στη συνέχεια συνέβη είναι ότι η κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα επανήλθε δυναμικά. Η κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα στις ΗΠΑ είναι ο πλουραλισμός των ομάδων συμφερόντων, ο μεριτοκρατικός ατομικισμός και η ιδέα ότι τα άτομα διαφέρουν ως προς τα ταλέντα τους, άρα κάποιοι μπορούν να πηγαίνουν πιο μπροστά από άλλους. Αυτή είναι η νόρμα, έχουμε μια κουλτούρα βολονταρισμού που λέει ότι το πόσο καλά θα τα πάτε στη ζωή σας είναι μόνο θέμα θέλησης και του πόσο σκληρά είστε πρόθυμοι να εργαστείτε, να εξοικονομήσετε χρήματα κ.λπ.

Αυτή η κουλτούρα λοιπόν δεν αλλάζει, εκτός από πολύ ιδιαίτερες, σχεδόν επαναστατικές περιόδους ή περιόδους κρίσης. Αλλά υπό κανονικές συνθήκες, αυτή είναι η νοοτροπία και κάθε θέμα φιλτράρεται μέσα από αυτές τις παραδοχές. Χρειάζεται μια σχεδόν ηρωική, επίμοχθη προσπάθεια ενάντια στο ρεύμα για να αμφισβητήσεις αυτή τη νοοτροπία, για να αναπτύξεις και να διατηρήσεις μια κοσμοθεωρία που επιμένει πολύ στις βαθιές δομικές ρίζες των ζητημάτων και επιχειρεί να συνδέσει συγκεκριμένες εμπειρίες και αδικίες με ευρύτερα διαρθρωτικά ζητήματα. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι στις ΗΠΑ, υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε κοινωνικό κίνημα τα τελευταία 30 ή 40 χρόνια ολίσθησε προς μια μορφή φιλελευθερισμού. Φιλελεύθερος φεμινισμός, φιλελεύθερος αντι-ρατσισμός, φιλελεύθερες ΛΟΑΤ πολιτικές.

Τα παραπάνω κινήματα ασχολούνται βασικά με την κατάργηση των εμποδίων που δεν αφήνουν τους ανθρώπους να ανελιχθούν. Να ανελιχθούν στην εταιρική ιεραρχία ή ακόμα και στην στρατιωτική ιεραρχία. Ένα από τα πρώτα ΛΟΑΤ αιτήματα στις ΗΠΑ, πριν από την ισότητα στο γάμο, ήταν να υπηρετούν οι ομοφυλόφιλοι στο στρατό. Και φυσικά αυτό είναι ένα δίκαιο αίτημα, αλλά σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις οι άνθρωποι παίρνουν ως δεδομένο ότι ζούμε σε μια ιεραρχική κοινωνία και δεν αμφισβητούν αυτή την ιεραρχία, αλλά απλά επιδιώκουν να αφαιρεθούν μερικά εμπόδια, έτσι ώστε οι ταλαντούχοι μαύροι, οι ταλαντούχες γυναίκες, οι ταλαντούχοι μουσουλμάνοι, ομοφυλόφιλοι και λεσβίες να μπορούν και αυτοί να ανελιχθούν στο υπάρχον πλαίσιο.

Τα αποκαλούμε κοινωνικά κινήματα, αλλά δεν νομίζω ότι είναι κοινωνικά κινήματα, νομίζω ότι τώρα πια είναι ομάδες συμφερόντων: στην πραγματικότητα δεν κατεβαίνουν στους δρόμους πολύ συχνά, μόνο περιστασιακά. Μία εξαίρεση είναι το κίνημα «Black Lives Matter», το οποίο είναι νέο, και αυτό είναι ένα πραγματικό κίνημα που έχει δυνητικά πολύ πιο ριζοσπαστικό προσανατολισμό και στόχους. Αλλά νομίζω ότι ο φεμινισμός έχει κανονικοποιηθεί στις ΗΠΑ.

Βασικά αυτό που έχει συμβεί είναι ότι αυτά τα κινήματα, ή ομάδες συμφερόντων, έχουν καταφέρει να κερδίσει τη μάχη για τη «σωστή σκέψη». Οι άνθρωποι ξέρουν ότι δεν θα έπρεπε να λένε πράγματα σαν αυτά λέει ο Donald Trump. Έτσι έχουμε από τη μία πλευρά μια ιδεολογική, πολιτισμική μετατόπιση αξιών και πολλά μέσα ενημέρωσης αντανακλούν τη μεταστροφή αυτή. Για παράδειγμα, σε τηλεοπτικές σειρές ή ταινίες του Χόλυγουντ βλέπουμε συχνά φεμινιστικές ανατροπές με την αγοραία έννοια του όρου, ή βλέπουμε πάντα μαύρους σε θέσεις εξουσίας. Αυτό συμβαίνει σε ένα επίπεδο, αλλά η πραγματική κατάσταση της μεγάλης πλειοψηφίας των Αφρο-Αμερικανών, των Λατίνων και των γυναικών επιδεινώνεται. Η μετεγκατάσταση βιομηχανικών θέσεων εργασίας από την Αμερική σε άλλες χώρες, υπό το καθεστώς της νέας οικονομίας, ήταν ένα ιδιαίτερα σοβαρό πλήγμα για τους Αφρο-Αμερικανούς. Έτσι δεν είναι ότι η οικονομική τους κατάσταση είναι καλύτερη, θα έλεγα μάλιστα ότι είναι χειρότερα από ότι πριν από το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων. Το βιοτικό επίπεδο όλων επιδεινώθηκε, εκτός από ένα, ας πούμε 10%, ανθρώπων που τα πηγαίνουν καλά.

Έτσι, η ιδεολογική νίκη των λεγόμενων κοινωνικών κινημάτων είναι μια αρκετά περίπλοκη υπόθεση από μόνη της. Είναι προφανώς κάτι θετικό, αλλά επειδή αυτό γίνεται αντιληπτό, και δικαίως σε κάποιο βαθμό, ως αναπόσπαστο μέρος του νεοφιλελευθερισμού, του ανοίγματος προς τον κόσμο, του κοσμοπολιτισμού και της «κουλτούρας», κατανοείται από ανθρώπους που θεωρούν τους εαυτούς ως χαμένους της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού, ανθρώπους που υποφέρουν στο Rust Belt ή σε άλλες υποβαθμισμένες περιοχές στην Αμερικής, ως προσβολή, ωσάν να τους κάνουν κήρυγμα, να τους υποτιμούν και να τους παραμελούν, ενώ άλλοι ευνοούνται.

H εργασία κοινωνικής αναπαραγωγής (η φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, η συντήρηση του νοικοκυριού κλπ), υποτιμάται (δεν πληρώνεται / κακοπληρώνεται) ενώ την ίδια στιγμή είναι απολύτως απαραίτητη για την επιβίωση του καπιταλισμού. Αυτό το έχετε εντοπίζει ως μια δομική αντίφαση του καπιταλισμού, που γίνεται ακόμη οξύτερη τώρα. Πιστεύετε ότι μπορεί να λυθεί στο πλαίσιο του καπιταλισμού;

Πρώτα απ’ όλα, θα έλεγα ότι ο καπιταλισμός έχει επιδείξει μια εκπληκτική ικανότητα να επανεφευρίσκει τον εαυτό του, και δεν νομίζω ότι μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα ότι αυτό θα ξανασυμβεί. Και πάλι, υπό ποια μορφή και ποιες νέες πολιτικές ευθυγραμμίσεις ή άλλες δυνάμεις θα ευνοούσαν κάτι τέτοιο, είναι λίγο ασαφές. Την εποχή του New Deal / της σοσιαλδημοκρατίας, είχε βρεθεί μια προσωρινή λύση στο θέμα της κοινωνικής αναπαραγωγής, παρά το γεγονός ότι δεν λειτούργησε για όλους. Αυτή η λύση είχε βασιστεί σε αποκλεισμούς διαφόρων ειδών, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε ότι για ένα σημαντικό αριθμό εργατικής τάξης στις πλουσιότερες χώρες του καπιταλιστικού κόσμου, υπήρχε ένας τρόπος εξισορρόπησης της αμειβόμενης εργασίας και της μη αμειβόμενης κοινωνικής αναπαραγωγικής δραστηριότητας. Αυτή λοιπόν ήταν μια προσωρινή λύση, τουλάχιστον για ορισμένους.

Αν σκεφτούμε προς αυτή την κατεύθυνση, και πώς θα μπορούσαμε τώρα να κάνουμε κάτι αντίστοιχο, αλλά με έναν τρόπο που να ξεπερνά τις προηγούμενες εξαιρέσεις και αδικίες, τότε θα πρέπει να σκεφτούμε σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν εννοώ ένα είδος παγκόσμιου κράτους, εννοώ κάτι σαν αυτό που ακούγεται στην ΕΕ για εναρμόνιση των κοινωνικών πολιτικών, αλλά όχι μόνο στο εσωτερικό της Ευρώπης, πολύ ευρύτερα. Γιατί τώρα, ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο νεοφιλελευθερισμός προσπαθεί να λύσει αυτό το πρόβλημα είναι εισάγοντας μετανάστριες που παρέχουν ιδιαίτερα χαμηλά αμειβόμενη, επισφαλή και έντονα εποπτευόμενη οικιακή εργασία στην μεσαία και την ανώτερη-μεσαία τάξη επαγγελματιών. Γι’ αυτό και η λύση πρέπει να είναι κάτι παγκόσμιο· επίσης δεν μπορεί να βασίζεται πλέον στο μοντέλο γυναίκα-νοικοκυρά / άντρας-κουβαλητής, θα πρέπει να περιλαμβάνει μη-ετερόφυλες οικογένειες και να ξεπερνάει τις φυλετικές / εθνοτικές διαιρέσεις της εργασίας που αναθέτουν τις πιο βρώμικες και λιγότερο καλά-αμειβόμενες μορφές φροντίδας (όπως π.χ. η εργασία σε γηροκομεία) στους μαύρους και σκούρους ανθρώπους.

Νομίζω ότι ένα τέτοιο μοντέλο είναι το καλύτερο που θα μπορούσε να προσφέρει ο καπιταλισμός, και δεν ξέρω αν μπορεί να το κάνει. Αλλά νομίζω ότι θα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε μια αγνωστικιστική προσέγγιση. Δηλαδή, αυτό θα έπρεπε να έχουμε, να κρατήσουμε ένα ανοικτό μυαλό: αν ο καπιταλισμός μπορεί να μας το δώσει, τόσο το καλύτερο, τόσο το χειρότερο για τον καπιταλισμό. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε τώρα πώς να είναι. Μπορούμε να ασκήσουμε πιέσεις προς αυτή την κατεύθυνση, και καθώς τα κινήματα αναπτύσσονται και ριζοσπαστικοποιούνται θα πρέπει να αρχίσουν να σκέφτονται ποια είναι τα εμπόδια στην υλοποίηση αυτού  του στόχου. Ο διεθνής χρηματοπιστωτικός τομέας θα είναι ένα από τα εμπόδια, και υπάρχει επίσης ένα οικολογικό ζήτημα που είναι πολύ πιεστικό, γιατί ένα πράγμα είναι σαφές: αν παγκοσμιοποιούσαμε τον καταναλωτικό, υψηλoύ ανθρακικού αποτυπώματος τρόπο ζωής των μεσαίων τάξεων της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής σε όλο τον πλανήτη, θα ερχόμασταν αντιμέτωποι με μια κατάσταση εντελώς μη-βιώσιμη από οικολογικής πλευράς. Θα πρέπει να σκεφτούμε πώς όλα τα κομμάτια του παζλ ταιριάζουν μεταξύ τους, και στη συνέχεια και πάλι να δούμε αν υπάρχει μια καινούρια μορφή καπιταλισμού που θα μπορούσε να εφευρεθεί. Δεν υπάρχει τώρα, κανείς ακόμα δεν ξέρει ακριβώς με τι θα μοιάζε. Θα δούμε. Αλλά εν τω μεταξύ, θα πρέπει επίσης να σκεφτόμαστε και μη-καπιταλιστικές ή μετα-καπιταλιστικές δυνατότητες.

Η συνέντευξη πρωτοδημοσιεύθηκε στα αγγλικά στο Rethinking Greece

 

Διαβάστε ακόμα

«Η Κλίντον ενσαρκώνει ένα νεοφιλελεύθερο είδος φεμινισμού που ωφελεί κυρίως τις προνομιούχες γυναίκες»

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

Share

Τα ποτά, οι γυναίκες και ο σεξισμός που όλους μας ενώνει

lessBullshit

της Ιουλίας Λειβαδίτη

Σύμφωνα με τον Γερούν Νταϊσελμπλουμ οι “Νότιοι Ευρωπαίοι σπατάλησαν τα χρήματά τους σε γυναίκες και ποτά”.

Αναρωτιέται κανείς, εκτός από τον εμφανέστατο διχαστικό και οριενταλιστικό* χαρακτήρα της δήλωσης και πέρα από το ερώτημα αν οι Νότιοι Ευρωπαίοι σπατάλησαν και πού τα λεφτά τους, πού είναι οι Νότιες Ευρωπαίες σε αυτή την φράση;

Προφανώς, “τρώγανε” τα λεφτά των Νοτιοευρωπαίων; Νομίζω η δήλωση του Νταϊσελμπλουμ, ενός Ολλανδού (δηλαδή πολίτη μιας χώρας από αυτές που είναι κάτι σαν το Ελ Ντοράδο του φεμινισμού, υποτίθεται) δείχνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο πως οι γυναίκες, ακόμα και στις πιο προηγμένες κοινωνίες, στο μυαλό των περισσοτέρων εξαιρούνται από τον ρόλο του πολίτη.

Όταν λέμε Ευρωπαίοι, εννοείται ότι μιλάμε για άντρες. Οι οποίοι ξόδεψαν τα λεφτά ΤΟΥΣ (γιατί τα λεφτά φυσικά είναι των αντρών) στα εξής δύο αντικείμενα: αντικείμενο ένα, γυναίκες, αντικείμενο δύο, ποτό.

Οι γυναίκες σύμφωνα με τον Νταϊσελμπλουμ δεν συμμετέχουν στο πολιτικο-οικονομικό γίγνεσθαι παρά μόνο ως αντικείμενα κατανάλωσης, και επιζήμια κιόλας (αφού να ξοδεύεις λεφτά σε αυτές είναι “σπατάλη” αντίστοιχη του να ξοδεύεις λεφτά σε ποτό). Πέρα από την άρνηση του ρόλου των γυναικών, αν όχι ως πολιτών, έστω και ως καταναλωτών (αυτές δηλαδή πού σπατάλησαν τα λεφτά που απέσπασαν από τους άντρες;; να υποθέσω σε ρούχα και κοσμήματα και στα κομμωτήρια; ή ότι οι Νοτιοευρωπαίες είναι πλούσιες;;) αναπαράγεται και η ιδέα ότι οι γυναίκες πουλάνε μαζικά σεξ και οι άντρες αγοράζουν. Το ότι είσαι αναγκασμένος να πληρώσεις για το σεξ με τις γυναίκες είναι από τα πιο άσχημα στερεότυπα που υπάρχουν αλλά ας μην ξεχνάμε ότι είναι και ιδιαίτερα διαδεδομένο στη χώρα μας. Αυτό  φάνηκε και από τις αντιδράσεις στα σόσιαλ που κυμαίνονταν βασικά στο κόνσεπτ “Φαίνεται ο Νταϊσελμπλουμ έχει καιρό να γαμήσει”.

Το σκεπτικό ότι οι γυναίκες βασικά ανταλλάσσουν το σεξ με χρήματα θα ήταν σχεδόν αστείο με τον αναχρονισμό του, σαν κάτι από ένα ρεμπέτικο του 1920, αν δεν ήταν τόσο βλαπτικές οι προεκτάσεις που έχει στην καθημερινότητα των γυναικών. Από το slut-shaming, στην ιδέα ότι χρωστάς σεξ αν κάποιος σε κεράσει, στην ιδέα ότι εσύ δεν έχεις επιθυμίες αλλά είσαι μόνο αντικείμενο επιθυμιών, στην καταναγκαστική πορνεία και το τράφικινγκ, στην συνολική αντίληψη ότι το σεξ είναι ένα όπλο που ως γυναίκα, (παρα)κρατείς.

Άσχετα αν μας ενοχλεί που το λέει για εμάς, στην Ελλάδα του σήμερα υπάρχει πλήρης αποδοχή των άλλων τριών προϋποθέσεων της πρότασης του Νταϊσελμπλουμ, ότι δηλαδή όταν λέμε Ευρωπαίοι πολίτες εννοούμε τους άντρες, ότι οι γυναίκες είναι αντικείμενα προς κατανάλωση και ότι το σεξ είναι κάτι που θέλουν οι άντρες και οι γυναίκες το προσφέρουν μόνο ως αντάλλαγμα σε κάτι άλλο.

*Πιστεύω ότι είναι λίγο προβληματικό να χρησιμοποιούμε τον όρο “οριενταλισμός” -που αναφέρεται συγκεκριμένα στον τρόπο που αντιμετωπίζει η “Δύση” την “Ανατολή”- για τον τρόπο που αντιμετωπίζει η Βόρεια την Νότια Ευρώπη. Είναι πολύ διαφορετικές όλες οι παράμετροι. Στην περίπτωση της Ελλάδας θα ήταν πιο σωστό το “νεοαποικιοκρατικος” λόγος, μιας και υπήρξε ουσιαστικά αποικία / προτεκτοράτο των Ευρωπαίων για πολλά χρόνια. Επειδή όμως ο Νταϊσελμπλουμ μιλούσε για όλη την  Νότια Ευρώπη, και για την Ισπανία και την Ιταλία δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπήρξαν ποτέ ευρωπαϊκές αποικίες (το αντίθετο μάλιστα), και μέχρι να έχει εφευρεθεί ακόμα ο κατάλληλος όρος χρησιμοποιώ τη λέξη οριενταλισμός, με επιφυλάξεις.

Share

Διεθνής Απεργία Γυναικών: Πώς η οργή μετατρέπεται σε δράση

unnamed_92

της Κικής Σταματόγιαννη

Από τις ΗΠΑ ως την Αυστραλία. Από την Ινδονησία, την Ταϊλάνδη, τις Φιλιππίνες, την Ινδία και το Πακιστάν ως την Ιαπωνία. Από τον Βορρά ως το Νότο της Ευρώπης.

Η υπο­α­μει­βό­με­νη ερ­γα­σία, η ανερ­γία σε συ­ντρι­πτι­κά πο­σο­στά, το ψα­λί­δι­σμα του κοι­νω­νι­κού κρά­τους, οι πε­ρι­κο­πές στη δη­μό­σια υγεία, η επέμ­βα­ση κρά­τους και εκ­κλη­σί­ας στα σώ­μα­τα των γυ­ναι­κών με την απα­γό­ρευ­ση της άμ­βλω­σης, η εκλο­γή στην ανώ­τε­ρη κυ­βερ­νη­τι­κή θέση στις ΗΠΑ ενός μι­σο­γύ­νη που -όπου βρε­θεί κι όπου στα­θεί- καυ­χιέ­ται με χυ­δαιό­τη­τα για τη σε­ξι­στι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά του, η σε­ξουα­λι­κή πα­ρε­νό­χλη­ση, η κα­κο­ποί­η­ση, ο βια­σμός και οι γυ­ναι­κο­κτο­νί­ες. Υπε­ραρ­κε­τοί λόγοι για να βγουν στους δρό­μους οι γυ­ναί­κες σε πε­ρισ­σό­τε­ρες από 40 χώρες στον πλα­νή­τη, συ­ντο­νι­σμέ­να έστω για μία ημέρα.

Εκα­τομ­μύ­ρια γυ­ναί­κες απεί­χαν από τη δου­λειά τους και πήραν μέρος στις κι­νη­το­ποι­ή­σεις σε μια 8η Μάρτη πολύ δια­φο­ρε­τι­κή σε σχέση με πολ­λές άλλες των τε­λευ­ταί­ων δε­κα­ε­τιών. Σε πολ­λές χώρες οι συ­γκε­ντρώ­σεις πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν έξω από τις αμε­ρι­κα­νι­κές πρε­σβεί­ες, με το γυ­ναι­κείο κί­νη­μα -που προ­σπα­θεί να γεν­νη­θεί εκ νέου- να δεί­χνει την ξε­κά­θα­ρη αντί­θε­σή του στην πο­λι­τι­κή του Τραμπ.

Στην Ιρ­λαν­δία και στην Πο­λω­νία κυ­ριάρ­χη­σαν τα συν­θή­μα­τα ενά­ντια στη σχε­δια­ζό­με­νη -σχε­δόν κα­θο­λι­κή- απα­γό­ρευ­ση της άμ­βλω­σης. Στην Ιτα­λία οι επί­ση­μες στα­τι­στι­κές είναι κα­τα­πέλ­της: 100 γυ­ναί­κες κάθε χρόνο δο­λο­φο­νού­νται από αι­τί­ες που σχε­τί­ζο­νται με το γε­γο­νός και μόνο ότι είναι γυ­ναί­κες, ενώ 3.500 πέ­φτουν θύ­μα­τα σε­ξουα­λι­κής πα­ρε­νό­χλη­σης (από τις οποί­ες μόνο το 22% προ­βαί­νει σε κα­ταγ­γε­λία του συμ­βά­ντος). Στη Ρου­μα­νία ανα­γνώ­στη­κε δη­μό­σια ο θλι­βε­ρός κα­τά­λο­γος των γυ­ναι­κών που δο­λο­φο­νή­θη­καν από τους συ­ντρό­φους/συ­ζύ­γους τους. Στη Ρωσία κατά τη διάρ­κεια των συ­γκε­ντρώ­σε­ων, ένα πανό έξω από τους τοί­χους του Κρεμ­λί­νου στά­θη­κε αφορ­μή για να προ­σα­χθούν 7 άν­θρω­ποι (με­τα­ξύ των οποί­ων 2 δη­μο­σιο­γρά­φοι και ένας φω­το­γρά­φος). Σε Αγ­γλία, Γερ­μα­νία, Γαλ­λία συν­θή­μα­τα κατά του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, που εξα­θλιώ­νει τις ζωές εκα­τομ­μυ­ρί­ων γυ­ναι­κών στην Ευ­ρώ­πη.

Στην Τουρ­κία με­γά­λες ήταν οι συ­γκε­ντρώ­σεις από τις Κούρ­δισ­σες στο Ντι­γιάρ­μπα­κιρ, ενώ με­γα­λειώ­δης ήταν η πο­ρεία στην Ισταν­μπούλ (10.000 και πλέον κό­σμου, στη συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία γυ­ναί­κες) και με αντι­κυ­βερ­νη­τι­κά συν­θή­μα­τα κατά του τούρ­κου προ­έ­δρου “Τρέξε, τρέξε, Ερ­ντο­γάν, ερ­χό­μα­στε”.

Στη Νι­γη­ρία κυ­ριαρ­χού­σαν τα συν­θή­μα­τα κατά της ακραί­ας φτώ­χειας και της αδυ­να­μί­ας αντι­με­τώ­πι­σης ασθε­νειών που εύ­κο­λα προ­λαμ­βά­νο­νται και θε­ρα­πεύ­ο­νται σε άλλα μέρη του πλα­νή­τη, καθώς και για την ανι­σο­τι­μία πρό­σβα­σης των γυ­ναι­κών στην εκ­παί­δευ­ση.

Στη Σε­νε­γά­λη ξα­να­κού­σα­με με συ­γκί­νη­ση το οι­κου­με­νι­κής ση­μα­σί­ας σύν­θη­μα «Η αλ­λη­λεγ­γύη είναι το όπλο μας», στον Λί­βα­νο οι γυ­ναί­κες βγή­καν να κα­ταγ­γεί­λουν δη­μό­σια πε­ρι­πτώ­σεις βα­σα­νι­στη­ρί­ων, εξα­φα­νί­σε­ων και δο­λο­φο­νιών γυ­ναι­κών, στο Αφ­γα­νι­στάν υψώ­θη­καν φωνές που απαι­τού­σαν σε­βα­σμό στα αν­θρώ­πι­να δι­καιώ­μα­τα. Στην Υε­μέ­νη, που βιώ­νει άγριο εμ­φύ­λιο πό­λε­μο και συ­νε­χείς βομ­βαρ­δι­σμούς από την αε­ρο­πο­ρία της Σα­ου­δι­κής Αρα­βί­ας, η συ­γκέ­ντρω­ση έγινε για συμ­βο­λι­κούς λό­γους έξω από τα γρα­φεία του ΟΗΕ.

Στη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή κυ­ρί­αρ­χα ήταν τα συν­θή­μα­τα ενά­ντια στη δο­λο­φο­νι­κή βία που υφί­στα­νται οι γυ­ναί­κες, καθώς μόνο στην Αρ­γε­ντι­νή οι γυ­ναι­κο­κτο­νί­ες έχουν αυ­ξη­θεί κατά το εφιαλ­τι­κό πο­σο­στό του 78% μέσα στην τε­λευ­ταία οκτα­ε­τία. Στη Βρα­ζι­λία συ­γκε­ντρώ­σεις και πο­ρεί­ες σε 60 σχε­δόν πό­λεις, ενά­ντια στον Πρό­ε­δρο Temer, που σκο­πεύ­ει να θέσει εκτός νόμου το “χάπι της επό­με­νης μέρας”. Θλι­βε­ρή ει­ρω­νεία: τη μέρα αυτή που χι­λιά­δες γυ­ναί­κες στη χώρα έβγαι­ναν δια­δη­λώ­νο­ντας στους δρό­μους, μια τρανς γυ­ναί­κα έχανε τη ζωή της, χτυ­πη­μέ­νη και δο­λο­φο­νη­μέ­νη άγρια.

Στις Φι­λιπ­πί­νες οι δια­δη­λώ­τριες στρέ­φο­νταν κατά των νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρων πο­λι­τι­κών επι­λο­γών, κατά της κυ­βέρ­νη­σης που δεν έχει τη­ρή­σει τις προ­ε­κλο­γι­κές υπο­σχέ­σεις της να υπάρ­χει έστω «φα­γη­τό στο τρα­πέ­ζι» και δεν δεί­χνει κα­νέ­να σε­βα­σμό στα αν­θρώ­πι­να δι­καιώ­μα­τα, ενώ στην Ινδία κυ­ριαρ­χού­σε το αί­τη­μα για ερ­γα­σια­κά δι­καιώ­μα­τα (κα­λύ­τε­ρες συν­θή­κες δου­λειάς, ίση αμοι­βή σε σχέση με τους άντρες, αντι­με­τώ­πι­ση του φαι­νο­μέ­νου της σε­ξουα­λι­κής πα­ρε­νό­χλη­σης στον χώρο ερ­γα­σί­ας), για την ανε­πάρ­κεια του κρά­τους πρό­νοιας ή  για επι­δό­μα­τα μη­τρό­τη­τας.

“Η υπο­μο­νή μας στε­ρεύ­ει” φώ­να­ζαν στο Τόκιο, ενώ ακόμα και στη Νότια Κορέα, όπου οι διορ­γα­νώ­τριες εκτι­μού­σαν ότι λόγω της ερ­γα­τι­κής νο­μο­θε­σί­ας δύ­σκο­λα οι γυ­ναί­κες θα συμ­με­τεί­χαν σε απερ­γία, τις εν­θάρ­ρυ­ναν σε έν­δει­ξη αλ­λη­λεγ­γύ­ης με το κί­νη­μα πα­γκο­σμί­ως να φο­ρέ­σουν στη δου­λειά τους συμ­βο­λι­κά για μία ημέρα κόκ­κι­νο χρώμα, το πα­ρα­δο­σια­κό χρώμα της αρι­στε­ράς πα­γκο­σμί­ως.

Ακόμα και στον Κα­να­δά όπου ο πρω­θυ­πουρ­γός Justin Trudeau προ­βάλ­λει αρ­κε­τά “προ­ο­δευ­τι­κός” σε μια σειρά από θέ­μα­τα (πχ ευ­νοϊ­κός απέ­να­ντι στη λο­ατ­κι ατζέ­ντα), οι γυ­ναί­κες που βγή­καν στους δρό­μους στις 8 Μάρτη ζη­τού­σαν εξη­γή­σεις για τις πε­ρί­που 4.000 ιθα­γε­νείς γυ­ναί­κες που έχουν εξα­φα­νι­στεί ή δο­λο­φο­νη­θεί τις τε­λευ­ταί­ες τρεις δε­κα­ε­τί­ες, χωρίς να έχει γίνει καμία σο­βα­ρή έρευ­να σχε­τι­κά με αυτό.

Σε κά­ποιες πο­λι­τεί­ες των ΗΠΑ (Μέ­ρι­λαντ, Β. Κα­ρο­λί­να, Βιρ­τζί­νια) κά­ποια σχο­λεία έμει­ναν κλει­στά λόγω έλ­λει­ψης εκ­παι­δευ­τι­κού προ­σω­πι­κού, καθώς οι εκ­παι­δευ­τι­κοί -γυ­ναί­κες στη συ­ντρι­πτι­κή τους πλειο­ψη­φία- είχαν δη­λώ­σει ότι θα πά­ρουν μέρος στην απερ­γία/κι­νη­το­ποί­η­ση.

Στο Λος Άν­τζε­λες πρω­το­στα­τού­σε το αί­τη­μα για το μι­σθο­δο­τι­κό χάσμα, για τις πε­ρι­κο­πές στις δα­πά­νες για τη δη­μό­σια υγεία και για τη δια­κο­πή χρη­μα­το­δό­τη­σης στα συμ­βου­λευ­τι­κά κέ­ντρα και στις κλι­νι­κές που προ­χω­ρούν σε αμ­βλώ­σεις. Και φυ­σι­κά το αντι­κυ­βερ­νη­τι­κό σύν­θη­μα που κο­ντεύ­ει να γίνει κλα­σι­κό “Stop Trump”, “Στα­μα­τή­στε τον Τραμπ”.

Πέρα από τις συμ­βο­λι­κές ενέρ­γειες, όπως ήταν ο συμ­βο­λι­κός φω­τι­σμός κά­ποιων δη­μό­σιων κτι­ρί­ων (όπως στο Empire State Building) αυτό που μένει, πη­γαί­νει πολύ πιο πέρα από τον συμ­βο­λι­σμό: στο ου­σια­στι­κό γε­γο­νός ότι οι γυ­ναί­κες αντι­λαμ­βά­νο­νται πως η θλίψη, η αγα­νά­κτη­ση ή η οργή τους θα πρέ­πει να με­τα­τρα­πεί σε ορ­γα­νω­μέ­νη δράση αν θέ­λουν να αλ­λά­ξει ρι­ζι­κά η άσχη­μη κα­τά­στα­ση στην οποία δια­βιούν. Και για να γίνει αυτό δεν αρκεί η αμυ­ντι­κή στάση απέ­να­ντι στις κυ­βερ­νη­τι­κές επι­λο­γές όπου γης: Χρειά­ζε­ται μια αντε­πί­θε­ση που θα στρέ­φε­ται συ­νο­λι­κά απέ­να­ντι στο σύ­στη­μα που γεν­νά­ει την κα­τα­πί­ε­σή τους.

Μια κα­θη­γή­τρια μέσης εκ­παί­δευ­σης στη Ν. Υόρκη το συ­νο­ψί­ζει εξαι­ρε­τι­κά: «Οι εκλο­γές του πε­ρα­σμέ­νου Νο­εμ­βρί­ου με έκα­ναν να συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω ότι η ψήφος δεν είναι πλέον αρ­κε­τή».

Και κάπως έτσι κλεί­νε­ται μέσα σε μια φράση όλο αυτό που πάει να γεν­νη­θεί αυτή τη στιγ­μή πα­γκό­σμια.

Πηγή: RProject

 

Διαβάστε ακόμα

Καλέσματα για την απεργία γυναικών από όλο τον κόσμο

Η φετινή 8η Μάρτη επιστρέφει στις ανατρεπτικές της ρίζες

Εμείς στις 8 Μάρτη δεν γιορτάζουμε, αγωνιζόμαστε, το 2017 και κάθε χρόνο

Πέρα από το νεοφιλελεύθερο φεμινισμό: Για ένα φεμινισμό του 99% και μια Διεθνή Αγωνιστική Απεργία στις 8 Μάρτη  

 

Share

8 Μαρτίου: μια γυναικεία ιστορία αγώνα

image1

της Esra Dogan

Σήμερα είναι 8 του Μάρτη, η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας. Είναι η ημέρα κατά την οποία οι περισσότερες από εμάς τις γυναίκες θα λάβουν προσφορές σε καλλυντικά, ρούχα, οικιακές συσκευές από τις εταιρείες που θα κάνουν ουρά για να μας κάνουν να νιώσουμε ξεχωριστές και η ημέρα στην οποία θα λάβουμε φιλιά και λουλούδια από τους άντρες γύρω μας που θέλουν να νιώσουμε ότι μας σέβονται.

Όμως τι σημαίνει η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας και γιατί γιορτάζεται στις 8 Μαρτίου; Αμφιβάλλω εάν πέρα από λίγες/οι γνωρίζουν τη σημαντικότητα της προέλευσης της συγκεκριμένης ημέρας, η οποία βασίζεται σε παραπάνω από ένα ιστορικά γεγονότα και αμέτρητο αριθμό γυναικών παγκοσμίως που αγωνίστηκαν για τα δικαιώματά  τους.

Για την ακρίβεια, η καθιέρωση της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας, υπήρξε η αποκορύφωση πάνω από ενός αιώνα αγώνων γυναικών μέσα στα σοσιαλιστικά, φεμινιστικά κι ενάντια στη δουλεία κινήματα. Εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες που δημιούργησαν και συμμετείχαν σε σωματεία, που κατέβηκαν σε απεργίες που διήρκησαν εβδομάδες, που βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για τα δικαιώματά τους. Υπήρξαν γυναίκες των οποίων η αποφασιστικότητα να αντιταχθούν στον πόλεμο σε αλληλεγγύη με γυναίκες σε όλο τον πλανήτη, πυροδότησε την έναρξη μίας Επανάστασης. Υπήρξαν οι γυναίκες που συνελήφθησαν από την αστυνομία ή εξορίστηκαν λόγω της προσπάθειάς τους να κινητοποιήσουν τις μάζες. Πίσω από την 8η Μαρτίου βρίσκονται γυναίκες των οποίων τα ονόματα δεν πρέπει να ξεχάσουμε, καθώς κι αυτές των οποίων τα ονόματα δεν θα γνωρίσουμε ποτέ. Παρόλα αυτά, θα πρέπει να θυμόμαστε συνεχώς ότι το θάρρος τους ήταν που διαμόρφωσε την ιστορία του αγώνα μας.

Μακάρι να γινόταν να αναφέρω στο άρθρο αυτό τις ιστορίες όλων αυτών των γυναικών με λεπτομέρεια, αλλά είναι προτιμότερο να σας παρουσιάσω σύντομα την ιστορία του αγώνα των γυναικών, την οποία τείνουμε να υπονομεύουμε, και να σας ενθαρρύνω να μάθετε περισοτερα για τις γυναίκες που βρίσκονται πίσω από τα δικαιώματα που απολαμβάνουμε σήμερα και πίσω από την μάχη μας για ισότητα.

Η πρώτη Ημέρα της Γυναίκας στις Η.Π.Α. το 1909

Οπότε, ας ξεκινήσουμε από τις αρχές του 20ου αιώνα, στη Νέα Υόρκη, όπου η πρώτη καταγεγραμμένη Ημέρα της Γυναίκας διοργανώθηκε από τις Αμερικανίδες σοσιαλίστριες στις 28 Φεβρουαρίου 1909, οι οποίες είχαν προβεί σε διαμαρτυρίες υποστηρίζοντας το δικαίωμα των γυναικών να ψηφίζουν στις εκλογές. Αυτή η μέρα, η οποία είχε επιλεγεί προς τιμή των απεργιακών κινητοποιήσεων των εργατριών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, δεν απείχε πολύ χρονικά από τις κινητοποιήσεις του 1908 του International Ladies Garment Workers Union (Παγκόσμιου Σωματείου Γυναικών Εργατριών Ενδυμασίας), στις οποίες 15.000 γυναίκες είχαν διαδηλώσει υπέρ της οικονομικής ασφάλειας, υψηλότερων μισθών και λιγότερων ωρών εργασίας.

Χωρίς αμφιβολία, πίσω από το αλληλέγγυο κίνημα των γυναικών, μέσα στο οποίο τελικά δημιουργήθηκε η έμπνευση για την Ημέρα της Γυναίκας, βρίσκονται οι ρίζες του εργατικού κινήματος. Με την άνοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού, όλο και περισσότερες γυναίκες εισήχθησαν στο εργατικό δυναμικό, ιδιαίτερα στη βιομηχανία της κλωστοϋφαντουργίας, αυξάνοντας σημαντικά τη γυναικεία παρουσία στο εργατικό κίνημα. Παρόλο που οι συγκεκριμένες γυναίκες απελευθερώνονταν από τα δεσμά των σπιτιών τους και αποκτούσαν οικονομική ανεξαρτητοποίηση, αντιτασσόμενες στον πατριαρχικό τρόπο ζωής που τους είχε επιβληθεί, γίνονταν θύματα στυγνής εκμετάλλευσης από τους καπιταλιστές που τις θεωρούσαν φτηνά εργατικά χέρια και πειθήνιες σε επισφαλείς συνθήκες εργασίας.

Καθόλου περίεργο που πολλές εξ’ αυτών που διαδήλωσαν στη Νέα Υόρκη για τα εργατικά τους δικαιώματα το 1908 ήταν νέες γυναίκες μετανάστριες από την Ευρώπη που είχαν φτάσει στις Η.Π.Α. για ένα καλύτερο μέλλον. Υποστήριζαν ενεργά τη σοσιαλιστική ατζέντα για δικαίωμα ψήφου των γυναικών σε παγκόσμιο επίπεδο και για εργατικά δικαιώματα που θα συμπεριλαμβάνουν τις γυναίκες.

Η εξέγερση των 20.000 το 1909 και η Πυρκαγιά στη Triangle Waist Company το 1911

Οι γυναίκες στο εργατικό κίνημα είχαν ένα αρκετά σημαίνοντα ρόλο στην ιστορία των σωματείων. Για παράδειγμα, η συντονισμένη απεργία που ξεκίνησε όταν οι μετανάστριες γυναίκες εργάτριες της Triangle Shirtwaist Company στη Νέα Υόρκη, αποχώρησαν από το εργοστάσιο το Νοέμβριο του 1909, διήρκησε 14 εβδομάδες και είναι γνωστή ως η Εξέγερση των 20.000, με τη συμμετοχή χιλιάδων που οργανώθηκαν ενάντια στις σκληρές συνθήκες των sweatshops στα οποία εργάζονταν. Η απεργία καταστάλθηκε βίαια, και παρότι  ήταν μόνο μερικώς πετυχημένη σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις των εργατριών, ήταν έμπνευση για όλα τα κινήματα που ακολούθησαν.

Δυστυχώς, η Triangle Shirtwaist Company είναι γνωστή περισσότερο για την τραγωδία που διαδραματίστηκε λιγότερο από 2 χρόνια αργότερα, όταν το κτίριο έπιασε φωτιά στις 25 Μαρτίου 1911, αφήνοντας 146 νεκρούς ανθρώπους, όλοι τους μετανάστες, 123 εκ των οποίων ήταν γυναίκες. Αποκαλύπτοντας τις φρικιαστικές συνθήκες εργασίας, αυτό το τραγικό περιστατικό όχι μόνο συνέβαλε στη παρουσία άνω των 100.000 ατόμων στη νεκρική πομπή των θυμάτων, αλλά και συνετέλεσε στην ψήφιση νομοθετικών αλλαγών στη Νέα Υόρκη που απαιτούσαν συγκεκριμένα μέτρα προστασίας και ασφάλειας για τον εργασιακό χώρο, θεσμοθέτηση κατώτατου μισθού για το εργατικό προσωπικό και παροχές για τους άνεργους.

image3Η Πρώτη Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας το 1911

Εντωμεταξύ, στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, το εργατικό κίνημα ηγούμενο από τις γυναίκες στην κλωστοϋφαντουργία της Βόρειας Αμερικής, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τις Ευρωπαίες γυναίκες σοσιαλίστριες για να οργανωθούν οι γυναίκες παγκοσμίως, προωθώντας την ιδέα μίας ετήσιας Ημέρας της Γυναίκας που θα προκηρυσσόταν παγκοσμίως. Το 1910, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Συνεδρίου των Σοσιαλιστριών στην Κοπεγχάγη, οι Γερμανίδες πολιτικοί του Εργατικού κόμματος Clara Zetkin και Luise Ziets, πρότειναν τη εγκαθίδρυση μίας Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας εις μνήμη των γυναικών που μάχονταν για ισότητα. Αν και δεν είχε επιλεγεί κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία, υποστηρίχθηκε η αρχή της μαζικής κινητοποίησης γυναικών σε συμφωνία με το ταξικά συνειδητοποιημένο εργατικό κίνημα των προλετάριων.

Εδώ πρέπει να ανοίξω μία παρένθεση και να μιλήσω για την Clara Zetkin, η οποία δικαίως θεωρείται ως η αρχιτέκτονας της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας. Η Zetkin, μία Γερμανίδα θεωρητική Μαρξίστρια, ακτιβίστρια και δημοσιογράφος, η οποία είχε ζήσει σχεδόν μία δεκαετία στο Παρίσι στην εξορία τη δεκαετία του 1880, αφού επέστρεψε στη Γερμανία, είχε γίνει μία από τις κύριες φιγούρες του αριστερού κόμματος SPD, μαζί με τη Rosa Luxemburg, και ήταν αυτή που ανέπτυξε το σοσιαλιστικό δημοκρατικό κίνημα των γυναικών στη Γερμανία. Η Zetkin ως γυναίκα που πίστευε ταυτόχρονα στην επαναστατική σοσιαλιστική ατζέντα, όσο και στα δικαιώματα των γυναικών, θεωρούσε τη γυναίκα της εργατικής τάξης ως την κινητήρια δύναμη στη μάχη για την απόκτηση ψήφου σε παγκόσμιο επίπεδο και την ισότητα για όλες και όλους. Οπότε, εξέφραζε ανοιχτά και ενεργά την ένταξη του γυναικείου κινήματος στο σοσιαλιστικό κίνημα της εργατικής τάξης, με βάση τα κοινά αιτήματα και στόχους, ενώ παράλληλα αρνείτο έντονα τη συμμαχία με φεμινίστριες της αστικής τάξης της εποχής, οι οποίες ενώ απαιτούσαν το δικαίωμα ψήφου, εθελοτυφλούσαν στην προαπαίτηση κατοχής τίτλου ιδιοκτησίας για την δυνατότητα ψήφου.

Συμπερασματικά, η κινητοποίηση των γυναικών εντός του εργατικού κινήματος, σύμφωνα με τις ιδέες της Zetkin και άλλων σοσιαλιστριών γυναικών στο συνέδριο της Κοπεγχάγης, ήταν το χαρακτηριστικό της πρώτης Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας, η οποία έλαβε χώρα στις 19 Μαρτίου 1911 στην Αυστρία, στη Δανία, στη Γερμανία και στην Ελβετία, όπου πάνω από ένα εκατομμύριο γυναίκες και άντρες παρευρέθηκαν, απαιτώντας το τέλος στη διάκριση βάσει φύλου στον εργασιακό χώρο και στο δικαίωμα ψήφου.

Με την έναρξη του Α’ Π.Π, η άνοδος τάσεων υπέρ του πολέμου εντός του σοσιαλιστικού κόμματος που έφερε ρήξη με τους εργάτες που ήταν συνδεδεμένοι με την Τρίτη Διεθνή είχε σημαντικές συνέπειες στην συνέχιση της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας. Η ύπαρξη και σημασία της όμως αναβίωσε με τις μετέπειτα εξελίξεις.

image4

Η Απεργία των Γυναικών στην Αγ. Πετρούπολη και η Ρωσική Επανάσταση του 1917

Όντως, το 1913 η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας αποτέλεσε το μηχανισμό για τα ειρηνευτικά κινήματα σε όλη την Ευρώπη, όπου οι γυναίκες διαδήλωναν ενάντια στον πόλεμο (Α’ Π.Π.) και εξέφραζαν παγκόσμια αλληλεγγύη με άλλες/ους ειρηνικές/ούς ακτιβίστριες/ιστές. Η χρονιά αυτή επίσης σηματοδότησε την οργάνωση της πρώτης Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας από Ρωσίδες που είχαν αναπτύξει μία αντιπολεμική πλατφόρμα. Την επόμενη χρονιά, οι διαδηλώσεις της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας στη Γερμανία έγιναν στις 8 Μαρτίου, επειδή συμπτωματικά ήταν Κυριακή. Όμως η ημέρα απέκτησε τη σημασία της το 1917, όταν Ρωσίδες εργάτριες της κλωστοϋφαντουργίας στο Πέτρογκαρντ (Αγία Πετρούπολη) προχώρησαν σε μαζική απεργία για “Ψωμί και Ειρήνη”, την τελευταία Κυριακή του Φεβρουαρίου σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο που τότε ακόμη χρησιμοποιούσε η Ρωσία (που αντιστοιχούσε με την 8η Μαρτίου στο Γρηγοριανό ημερολόγιο).

Η εξέγερση χιλιάδων γυναικών στο Πέτρογκαρντ που βγήκαν στους δρόμους για να γιορτάσουν την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας και να απαιτήσουν ένα τέλος στον πόλεμο και στον τσαρισμό, σύντομα γιγαντώθηκε, ανάβοντας τη σπίθα που οδήγησε στη Ρωσική Επανάσταση του Φλεβάρη του 1917, με το Ιουλιανό ημερολόγιο της Ρωσίας. Μόλις τέσσερις μέρες αργότερα, ο Τσάρος αναγκάστηκε να υποκύψει και η προσωρινή κυβέρνηση παραχώρησε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Αργότερα, η 8η Μαρτίου κηρύχθηκε ως εθνική εορτή στη Σοβιετική Ρωσία το 1917, και μετά το τέλος τους Β’ Π.Π. γιορταζόταν επίσημα στις σοσιαλιστικές χώρες ως η Παγκόσμια Ημέρα των Εργαζόμενων Γυναικών.

image2

Η αναγνώριση της Ημέρας της Γυναίκας από τον Ο.Η.Ε. το 1977

Εν τω μεταξύ, στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη, η αναβίωση της 8ης Μαρτίου, η οποία γιορταζόταν περιστασιακά για περίπου μισό αιώνα, είναι συνδεδεμένη ουσιαστικά με την ανάπτυξη του δεύτερου κύματος του φεμινισμού τη δεκαετία του 1960 στη Βόρεια Αμερική και την παγκόσμια άνθιση του γυναικείου κινήματος τη δεκαετία του 1970, που επιζητούσε να επαναφέρει την καθιέρωση της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας στη μνήμη των αγώνων των γυναικών εντός του κινήματος της εργατικής τάξης. Τελικά Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 1977 προσκάλεσε τα μέλη της να διακηρύξουν την 8η Μαρτίου ως την Ημέρα των Γυναικείων Δικαιωμάτων και της Παγκόσμιας Ειρήνης.

Ας επιστρέψουμε λοιπόν πίσω στο παρόν, στις 8 Μαρτίου 2017, τη μέρα που θα σημαδέψει η Παγκόσμια Απεργία των Γυναικών, στην οποία γυναίκες από πάνω από 40 χώρες θα ενώσουν τις φωνές τους, σηματοδοτώντας τη μεγαλύτερη πλατφόρμα αλληλεγγύης των γυναικών παγκοσμίως, είτε με την απεργία, είτε με την αποχή από έμμισθες ή άμισθες εργασίες, είτε με το να κατεβούν στους δρόμους, είτε με όποιο άλλο τρόπο μπορούν να δείξουν τη συμπαράστασή τους.

Σήμερα θα αντιταχθούμε στην προσπάθεια του καπιταλιστικού συστήματος και της πατριαρχικής κοινωνίας που προσπαθούν να παραμορφώσουν το νόημα αγώνων αιώνων από γυναίκες, ριζωμένες στο κίνημα της εργατικής τάξης, σε μία ημέρα εκπτώσεων, προσφορών καλλυντικών και δώρων λουλουδιών στις γυναίκες. Σήμερα δε θα γιορτάσουμε, αλλά θα τιμήσουμε αυτό τον αμέτρητο αριθμό γυναικών των οποίων οι αγώνες σηματοδότησαν την ιστορία της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας. Και θα συνεχίσουμε να γράφουμε ιστορία με τους αγώνες μας μέχρι την ημέρα που θα γιορτάσουμε τη νίκη μας.

Τα καλέσματα για τις πορείες σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Ηράκλειο

 

image5

 

Share

Ένας φεμινισμός που θα μας αγκαλιάζει όλες

niunamenos

της Δήμητρας Σπανού

Στις 8 Μάρτη σε πολλά μέρη του κόσμου οι γυναίκες ετοιμάζονται να κατέβουν στους δρόμους. Στις ΗΠΑ, στην Πολωνία, σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, στην Τουρκία και αλλού, έχουν ήδη εξαγγελθεί απεργίες γυναικών.

Αυτό που έστρωσε το δρόμο ήταν η εντυπωσιακή απεργία των γυναικών στην Πολωνία τη «Μαύρη Δευτέρα» στις αρχές Οκτώβρη, ενάντια στην πρόταση της κυβέρνησης για καθολική απαγόρευση των αμβλώσεων. Η επιτυχία της προκάλεσε το ερώτημα στις Πολωνές φεμινίστριες «και μετά τι;». Εν τω μεταξύ, μερικές εβδομάδες αργότερα, στις 19 Οκτώβρη, τη σκυτάλη πήρε η Αργεντινή, όπου δεκάδες χιλιάδες διαδήλωσαν ενάντια στην έμφυλη βία με αφορμή τον άγριο βιασμό και δολοφονία της δεκαεξάχρονης Lucia Perez, με κάλεσμα της ομάδας Ni Una Menos και άλλων συλλογικοτήτων. Δεν ήταν η πρώτη φορά, ενώ παρόμοιες κινητοποιήσεις είχαμε πρόσφατα και σε άλλες χώρες της περιοχής. Δυστυχώς στη Λατινική Αμερική αυτό μοιάζει να είναι ένας θλιβερός κανόνας. Στην Αργεντινή μια γυναίκα δολοφονείται κάθε 30 ώρες. Στο Μεξικό 7 γυναίκες δολοφονούνται τη μέρα και στη Βραζιλία 15. Κάπου εκεί γεννήθηκε μεταξύ φεμινιστριών στη Λατινική Αμερική η ιδέα για μια κοινή μέρα δράσης, με «αποχή» κάθε γυναικείας δραστηριότητας ή «απεργία». Και η ιδέα εξαπλώθηκε. Η διοργάνωση κινητοποιήσεων για τις 25 Νοέμβρη σε πολλές πόλεις ανά τον κόσμο έδωσε νέα πνοή, καθώς αποτέλεσε αφορμή για να στηθούν συνελεύσεις και κανάλια επικοινωνίας, που σε πολλές περιπτώσεις ξεπέρασαν τοπικά και εθνικά όρια. Αυτό αποδείχτηκε στις πορείες που οργανώθηκαν με αφορμή την ορκωμοσία του Τραμπ τον Γενάρη, που όχι μόνο ξεπέρασαν κάθε προσδοκία των εκεί διοργανωτριών, αλλά εξαπλώθηκαν σε όλες τις ηπείρους, σε μια επίδειξη διεθνιστικής αλληλεγγύης και συντροφικότητας.

Μέσα σε αυτό τον αναβρασμό, αυτό που είδαμε να κερδίζει έδαφος είναι ένας φεμινιστικός λόγος με συνολικότερο όραμα. Παρά τις όποιες αντιφάσεις και τα ακόμα άλυτα ζητήματα, στην εποχή της κρίσης και των πολιτικών λιτότητας που ευνοούν τους λίγους και υφαρπάζουν από τις/τους πολλές/ους, τα νέα φεμινιστικά κινήματα αντλούν τη δύναμή τους από τη συνάρθρωση των διαφορετικών αγώνων. Πρώτα από όλα, ο φεμινιστικός λόγος που εκφράστηκε στις ανά τον κόσμο κινητοποιήσεις συνέδεσε τα κινήματα γυναικών με εκείνα για λοατ δικαιώματα, για υπεράσπιση των μεταναστών/τριών, των μη λευκών ομάδων και εντέλει όλων των καταπιεσμένων ενάντια στις πολλές μορφές που παίρνει η εκμετάλλευση από άνθρωπο σε άνθρωπο. Έπειτα, η αναγνώριση της σημασίας τόσο των διαφορετικών εμπειριών αντίστασης όσο και της βιωμένης καθημερινότητας με τα μικρά ή μεγάλα προβλήματα και τις προκλήσεις της, απέδειξε οριστικά πως η ιεράρχηση των καταπιέσεων και η αδιαφορία για κάποιες από αυτές αποτελούν αγκυλώσεις του παρελθόντος. Αυτό που κατεβάζει κόσμο στο δρόμο για την υπεράσπιση της ζωής του μπορεί να είναι εξίσου τα εργασιακά δικαιώματα και ο φόβος να γυρίσεις μόνη στο σπίτι το βράδυ. Η ανάδειξη μιας συνέχειας ανάμεσα σε αυτές –και άλλες βέβαια!- μορφές καταπίεσης είναι που στρώνει το δρόμο για τη συνολικότερη αμφισβήτηση του κυρίαρχου καπιταλιστικού, ρατσιστικού και πατριαρχικού συστήματος.

Η απεργία που καλείται για τις 8 Μάρτη αποτυπώνει ακριβώς τη συνολικότητα των αιτημάτων: αποχή τόσο από την αμειβόμενη όσο και τη μη αμειβόμενη εργασία. Πρόκειται για καλέσματα σε ολικό σταμάτημα κάθε γυναικείας δραστηριότητας, σε κλασική απεργία, ακόμα και σε αποχή από την κατανάλωση. Αφορά τόσο εργασιακούς χώρους όσο και το νοικοκυριό, τις εργαζόμενες εκτός σπιτιού και τις άνεργες, αυτές που έχουν έγγραφα αλλά και εκείνες που τα στερούνται, τις φοιτήτριες και τις συνταξιούχες. Όλες. Αφορά τόσο τη σεξουαλική βία, τις παρενοχλήσεις και τα αναπαραγωγικά δικαιώματα όσο και την ελαστικοποίηση της εργασίας, τη μισθολογική ανισότητα και τη διάλυση των παροχών πρόνοιας. Αφορά κάθε πτυχή της ζωής μας.

Αυτό που έχει ξεκινήσει δεν φαίνεται να σταματάει στην 8η Μάρτη, είναι μόνο η αρχή. Στην Ιταλία οι γυναίκες δηλώνουν χαρακτηριστικά: «Από παλίρροια σε ωκεανό. Είμαστε μια καταιγίδα. Και καμιά πλαγιά δεν μπορεί να μας σταματήσει».

 

Διαβάστε ακόμα

Πέρα από το νεοφιλελεύθερο φεμινισμό: Για ένα φεμινισμό του 99% και μια Διεθνή Αγωνιστική Απεργία στις 8 Μάρτη  

Εμείς στις 8 Μάρτη δεν γιορτάζουμε, αγωνιζόμαστε, το 2017 και κάθε χρόνο

 

Share