Subscribe via RSS Feed

Category: Ιστορία-Θεωρία

Διάρθρωση έμφυλου λόγου και άυλη εργασία: η περίπτωση του fashion vlogging

gender and technology4

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

του Ηρακλή Βογιατζή και της Ελένης Γρηγοριάδη 

Έμφυλος Λόγος

Η σχέση λόγου ή/και γλώσσας και φύλου έχει αποτελέσει (και ακόμα φυσικά αποτελεί) σημαντικό πεδίο προβληματισμού και μελέτης για πολλούς τομείς όπως η ανθρωπολογία, η κοινωνιολογία, η ψυχολογία καθώς επίσης και για το φεμινιστικό κίνημα. Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι είχαμε δυο μεγάλες προσεγγίσεις: η μια δίνει έμφαση στο πώς το φύλο αναπαρίσταται από τη γλώσσα και η άλλη μελετά τον τρόπο με τον οποίο τα υποκείμενα (γυναίκες και άντρες) χρησιμοποιούν τη γλώσσα. Με βάση κυρίως αυτούς τους άξονες έχουν διατυπωθεί διαφορετικές προσεγγίσεις κάθε μια από τις οποίες επικεντρώνεται σε μια διαφορετική πτυχή του ζητήματος. Οι κυρίαρχες προσεγγίσεις του φεμινισμού για το ζήτημα αυτό είναι τέσσερις (S.A.Speer, 2005): η σεξιστική γλώσσα, η κοινωνιογλωσσολογική αλληλεπίδραση και η εθνογραφία της επικοινωνίας, κριτικές προσεγγίσεις που αντλούν πληροφορίες από θεωρήσεις όπως ο μεταδομισμός ή η ψυχανάλυση και προσεγγίσεις που αντλούν το περιεχόμενό τους από την εθνομεθοδολογία (Ethnomethodology or EM) και την αναλυτική της συζήτησης (Conversation Analytic or CA).  Πλέον αυτές οι δυο γραμμές θεωρούνται σαν μια και το βάρος έχει δοθεί στον λόγο (discourse) και όχι απλά στη γλώσσα και στις μεμονωμένες λέξεις. Οι δυο πρώτες κατηγορίες αναπτύχθηκαν υπό το φως του πρώτου διαχωρισμού ενώ στη νέα θεώρηση του λόγου (discourse) τοποθετούνται οι δυο τελευταίες.

Λίγο πιο συγκεκριμένα για τις τέσσερις κατηγορίες που αναφέραμε:

1) Σεξιστική Γλώσσα

Η προσέγγιση αυτή έχει σαν αφετηρία τη θεώρηση ότι η γλώσσα αποτελεί ουσιαστικά ένα ιδεολογικό φίλτρο για τον κόσμο, όπως διατυπώθηκε από τους Ehrlich and King (1994) και έχει ως βασικό άξονα μελέτης το πώς το φύλο αναπαρίσταται στη γλώσσα. Σε αυτήν την περίπτωση, στη γλώσσα αντανακλάται μια σεξιστική και ετεροφυλόφιλη μορφή της πραγματικότητας και παράλληλα διαιωνίζεται μέσω αυτής.

2) Κοινωνιογλωσσολογική αλληλεπίδραση και εθνογραφία της επικοινωνίας

Η γραμμή μελέτης εδώ βρίσκεται στο πώς τα υποκείμενα χρησιμοποιούν τη γλώσσα. Η έμφαση δίνεται στη σχέση φύλου, γλώσσας και πολιτισμού και έχει τις ρίζες της στην ανθρωπολογία και στη γλωσσολογία. Η διαφορά στη χρήση της γλώσσας οφείλεται, σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, σε δημογραφικά και μακροκοινωνικά χαρακτηριστικά όπως η τάξη, το φύλο και το πλαίσιο στο οποίο γίνεται η εκφορά μιας πρότασης. Συμπληρωματικά, η εθνογραφία της επικοινωνίας παίρνει ως βασικά χαρακτηριστικά για την κατανόηση της χρήσης της γλώσσας την εθνικότητα, την κοινωνική τάξη και το πλαίσιο εκφοράς. Οι μελετητές εδώ, εστιάζουν είτε σε πολιτισμικές ομάδες εκτός του δυτικού πολιτισμού είτε σε ομάδες του δυτικού πολιτισμού οι οποίες αποτελούνται από μειονότητες.

3) Κριτικές προσεγγίσεις που αντλούν πληροφορίες από θεωρήσεις όπως ο μεταδομισμός ή η ψυχανάλυση

Γενικά πρόκειται για μια πολιτικά προσανατολισμένη (αριστερή ή σοσιαλιστική κατά κύριο λόγο) και «από πάνω προς τα κάτω» ιδεολογία. Οι μελετητές που την ασπάζονται επικεντρώνονται στις έννοιες της εξουσίας, της ιδεολογίας και του εαυτού, με τις έρευνές τους να διεξάγονται σε ευρεία κοινωνικά συστήματα. Δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη συστατική δύναμη του λόγου (constitutive power of discourse) και βασικός στόχος τους είναι ο προσδιορισμός των ευρύτερων συστημάτων νοήματος (broad meaning systems).

4) Προσεγγίσεις που αντλούν το περιεχόμενό τους από την εθνομεθοδολογία και την αναλυτική της συζήτησης

Αυτή η προσέγγιση πρόκειται για ένα συνδυασμό της εθνομεθοδολογίας και της αναλυτικής της συζήτησης (conversation analytic). Η εθνομεθοδολογία έχει σαν κύριο συστατικό μελέτης τις μεθόδους των μελών (members’ methods) τις οποίες θεωρεί ως συγκεκριμένες (και αλγοριθμοποιημένες θα λέγαμε) διαδικασίες τις οποίες ακολουθούν τα δρώντα υποκείμενα προκειμένου να φέρουν εις πέρας τις διάφορες υποθέσεις της καθημερινής ζωής στις οποίες εμπλέκονται. Οι μελετητές που υιοθετούν αυτήν την άποψη θεωρούν πως η κοινωνική τάξη επιτυγχάνεται εξαιτίας του ότι τα δρώντα υποκείμενα ενεργούν σύμφωνα με ένα εσωτερικό σύστημα περιορισμού των κοινωνικών κανονικοτήτων. Σε αντίθεση με αυτή την οπτική, η αναλυτική της συζήτησης επικεντρώνεται στην in situ οργάνωση της επαφής των υποκειμένων και στην τοπική παραγωγή της τάξης. Οι υποστηρικτές αυτής της ανάλυσης θεωρούν τα υποκείμενα ως ενεργά μέλη τα οποία μάλιστα παράγουν και καθορίζουν την τάξη καθώς αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.

Όλα αυτά επικρατούσαν μέχρι και τα τέλη του 20ου αιώνα όπου οι κριτικές ή/και αναλύσεις γίνονταν υπό το πρίσμα των φεμινιστικών θεωριών κατά κύριο λόγο. Στο σήμερα όμως, φαίνεται να έχει διαφοροποιηθεί αρκετά ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο φεμινισμός από ένα μεγάλο κοινωνικό σύνολο, και ένα νέο ‘φαινόμενο’ που καλείται «μεταφεμινισμός» έχει αναδυθεί. Η σύστασή του είναι εξαιρετικά ετερόμορφη μιας και μπορεί κανείς να βρει τελείως διαφορετικές, έως και αντιφατικές ίσως, απόψεις. Ο μεταφεμινισμός μπορεί να ανιχνευθεί και να κατανοηθεί καλύτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα οποία έχουν πλέον κυρίαρχο ρόλο στη ζωή πολλών ανθρώπων. Μεταξύ άλλων, ένα χαρακτηριστικό που μπορεί να μελετηθεί είναι ο λόγος που υιοθετείται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και στην περίπτωσή μας πώς οι fashion vloggers χρησιμοποιούν τις λέξεις στα διάφορα video που ανεβάζουν. Λίγο πιο αναλυτικά:

Μεταφεμινισμός στα μέσα

Σύμφωνα με την Gill, ο μεταφεμινιστικός λόγος που πλέον κυριαρχεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χαρακτηρίζεται τόσο από φεμινιστικές όσο και από αντιφεμινιστικές θέσεις, γεγονός που θα μπορούσε να πει κανείς ότι δημιουργεί μια σύγχυση, το λιγότερο. Πρόκειται για ένα λόγο ο οποίος δομείται, συνυπάρχει και προωθεί ανισότητες οι οποίες εντοπίζονται στην εθνικότητα, την τάξη, τη φυλή, την ηλικία αλλά και φυσικά το φύλο (Gill, 2007). Η θηλυκότητα πλέον προωθείται ως μια σωματική ιδιότητα και όχι ως μια κοινωνική ή ψυχολογική κατασκευή. Ένα σέξι γυναικείο σώμα παρουσιάζεται κάτι που κάθε σύγχρονη γυναίκα οφείλει να έχει. Πρόκειται για ένα μέσο επιβολής δύναμης, βρίσκεται σε συνεχή επιτήρηση και κριτική και ως εκ τούτου οφείλει να εναρμονίζεται με τα πρότυπα που προωθούνται. Αυτό φυσικά δεν συμβαίνει με το αντρικό σώμα. Παράλληλα, η σεξουαλικοποίηση του πολιτισμού παίζει νευραλγικό ρόλο στην παραπάνω θεώρηση. Πολλά περιοδικά για παράδειγμα, παρουσιάζουν τις γυναίκες ως πλάσματα που έχουν ανάγκη για συνεχή προσοχή, φροντίδα και που το μόνο πράγμα που τις απασχολεί είναι πώς θα γίνουν ποθητές για τον άντρα. Η εικόνα που δημιουργείται για τις γυναίκες αποτελείται από συνεχή αναζήτηση για ηδονή και φυσικά πρόκειται για ετερόφυλα υποκείμενα που επιδιώκουν την σεξουαλική ικανοποίηση του άντρα ενώ παράλληλα πρέπει να είναι υπεύθυνες οι ίδιες για την αντισύλληψη και την πρόληψη για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Η γυναίκα δεν είναι πλέον ένα αντικείμενο με παθητικό ρόλο αλλά η δράση της είναι πιο ενεργή μιας και η ίδια φαίνεται να προωθεί τον εαυτό της όπως περιγράφηκε παραπάνω. Ακόμη, θα πρέπει να αναφέρουμε πως μέσα από τα μέσα φαίνεται πως όλα τα παραπάνω αποτελούν ελεύθερες ατομικές επιλογές της γυναίκας και οι οποίες μάλιστα της προσδίδουν ένα είδος δύναμης. Βέβαια, αυτές οι ελεύθερες ατομικές επιλογές έρχονται με κάποιο κόστος. Το κόστος είναι η αυτοεπιτήρηση, η αυτοπαρακολούθηση και η αυτοπειθαρχία στις οποίες υποχρεώνονται πλέον οι γυναίκες. Όλα αυτά συνιστούν απαραίτητα συστατικά για μια επιτυχημένη θηλυκότητα. Οι γυναίκες πρέπει να ελέγχουν συνεχώς το μακιγιάζ τους, τις θερμίδες που καταναλώνουν προκειμένου να μένουν στο ‘κανονικό’ τους βάρος, ακόμη πρέπει να ακολουθούν τις συμβουλές για το πώς θα μαγειρέψουν το τέλειο φαγητό, ‘τα πέντε απλά βήματα για να αποκτήσουν τον άντρα των ονείρων τους’ και πολλά άλλα που μπορεί κανείς να βρει σε πληθώρα άρθρων τόσο σε περιοδικά όσο και σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Όπως έχει τονιστεί ήδη στο κείμενο, η θηλυκότητα είναι μια σωματική ιδιότητα και η οποία θα πρέπει να ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένες νόρμες. Αυτό συνεπάγεται τη δημιουργία μιας ανάγκης για αλλαγή· μια ολοκληρωτική αλλαγή (extreme makeover). Πολλές τηλεοπτικές σειρές φτιάχνονται με σκοπό να αλλάξουν ριζικά την εμφάνιση της γυναίκας. Η αλλαγή περιλαμβάνει την ενδυμασία, το μακιγιάζ, τα μαλλιά ακόμα και το βάρος ορισμένες φορές. Το γεγονός αυτό ενισχύει ή/και προωθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο θηλυκότητας στο οποίο οι γυναίκες θα πρέπει να προσαρμοστούν.

Οι γυναίκες είναι πλέον ίσες με τους άντρες μιας και πλέον ψηφίζουν, δουλεύουν και γενικά μπορούν να κάνουν ό,τι και ένας άντρας. Ο μεταφεμινισμός αφαιρεί κατά κάποιον τρόπο από το κίνημα κάθε είδους πολιτική συνιστώσα μιας και η έμφαση πλέον δίνεται στην ατομικότητα και όχι στη συλλογικότητα (βασικό συστατικό κάθε πολιτικής θεώρησης) καθώς επίσης και η ισότητα έχει πια επιτευχθεί. Φυσικά αυτό συμβαίνει σε συνδυασμό με το γεγονός πως δε γίνεται κάποια ουσιαστική αναφορά στην πολιτική διάσταση του φαινομένου παρά μόνο τονίζεται η θηλυκότητα ως ιδιότητα του σώματος και τίποτα παραπάνω και την οποία μάλιστα οφείλει να έχει κάθε γυναίκα εντός ορισμένου πλαισίου πάντα. Παράλληλα το στοιχείο της ειρωνείας που διαποτίζει οποιαδήποτε έκφραση σεξισμού ή/και ομοφοβίας καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την αναγνώριση αυτών αφενός και την αντίδραση αφετέρου. Θεωρείται τρόπον τινά δεδομένο πως οι γυναίκες έχουν κερδίσει τον αγώνα τους, κανείς δεν τις αμφισβητεί και η οποιαδήποτε υποτιμητική αναφορά σε αυτές είναι απλώς ‘πλάκα’.

Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε την ενίσχυση του δίπολου άντρας – γυναίκα / αρρενωπότητα – θηλυκότητα με όρους τόσο φυλετικούς όσο και φυσικούς, κάτι το οποίο μας πηγαίνει πίσω αρκετές δεκαετίες. Σε αυτό καταλυτικό ρόλο έχει παίξει η ραγδαία ανάπτυξη της εξελικτικής ψυχολογίας από τη μια και η εμφάνιση της γενετικής επιστήμης από την άλλη. Το αποτέλεσμα είναι ότι πλέον έχουμε στραφεί στην ύπαρξη και σημασία διαφόρων γονιδίων που καθορίζουν τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων. Επιπλέον, υπάρχει μια (άλλοτε σιωπηρή και άλλοτε εμφανής) υποτίμηση της διαμάχης μεταξύ αντρών και γυναικών μέσω της υποτίμησης του φεμινισμού. Πολλοί αναρωτιούνται προς τι αυτή η διαμάχη  μεταξύ των δυο φύλων από τη στιγμή που το φεμινιστικό κίνημα είναι ισχυρό και μάλιστα έχει καταφέρει πολλά; Η απάντηση είναι φυσικά πολύ απλή και βρίσκεται στην εκ γενετής διαφορά των δυο φύλων η οποία είναι φυσικά αδύνατο να αλλάξει. Έτσι αντί να την αρνούμαστε αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να τη δεχτούμε (Gill 2006, 2007).

Θα μπορούσε να πει κανείς πως ο φεμινισμός βρίσκεται παντού στα μέσα. Μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας δεν έχει πρόσβαση στο φεμινιστικό λόγο πέραν των μέσων και ως εκ τούτου καταλήγουν να συνεισφέρουν σε μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση άποψης γύρω από το ζήτημα. Για όλους του λόγους που αναλύθηκαν παραπάνω ο φεμινισμός φαίνεται να δέχεται επίθεση ουσιαστικά από τον ίδιο του τον εαυτό. Ο μεταφεμινισμός μοιάζει να αποτελείται από ένα φεμινιστικό περιτύλιγμα με αντιφεμινιστικό περιεχόμενο κάτι το οποίο εκδηλώνεται ιδιαίτερα στα μέσα.

Δουλεύοντας στο YouTube

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες αναπτύσσεται ένα σώμα ιδεών, το οποίο ασχολείται με τις αλλαγές που επιφέρει η ψηφιακότητα στην εργασία. Μια από τις βασικές έννοιες ανάλυσης, αυτής της συζήτησης για την φύση των μετά- βιομηχανικών κοινωνιών είναι αυτή της άυλης εργασίας. Στη παρούσα εργασία θα χρησιμοποιήσουμε, κριτικά, την έννοια της άυλης εργασίας του Maurizzio Lazzarato επεκτείνοντας την με την ανάλυση των Mark Cote και Jeniffer Pybus για την Άυλη Εργασία 2.0 στη νέα συνθήκη του Παγκόσμιου Ιστού, προκειμένου να προσεγγίσουμε την περίπτωση των fashion vloggers. Οι ακαδημαϊκοί διάλογοι περί άυλης εργασίας είναι εκτενείς, όμως δεν είναι σκοπός αυτής της εργασίας η ανάλυση τους. Παρά τις κριτικές που έχουν δεχθεί οι έννοιες αυτές, κατά την γνώμη μας, θεμελιώνουν ένα θεωρητικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορούμε να αναλύσουμε τα χαρακτηριστικά της εργασίας των vloggers καθώς και τη συναισθηματική και οικονομική σχέση που δομούν με το κοινό, χρησιμοποιώντας τον έμφυλο λόγο.

Μια νέα μορφή εργασίας η οποία αναδύεται μέσα στα δίκτυα του Παγκόσμιου Ιστού είναι αυτή των fashion vloggers. Στην συνέχεια θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο οι fashion vloggers δουλεύουν και παράγουν το περιεχόμενο τους, το οποίο δεν είναι άλλο από το Youtube. Η πλατφόρμα του Youtube συνιστά το κατεξοχήν εργαλείο για την δημιουργία vlog και αποτελεί τον χώρο μέσα στον οποίο παράγουν, διαμοιράζουν και τελικά μετατρέπουν σε αξία, τα ιστολόγια τους οι vloggers. Οι τρόποι με τους οποίους οι δημιουργοί μετατρέπουν σε εισόδημα τις προτιμήσεις, τα γούστα και τις συναισθηματική οικειότητα που δημιουργούν με το κοινό τους αφορούν την σφαίρα της διαφήμισης. Οι fashion vloggers έχουν τρεις πηγές εσόδων 1. τις διαφημίσεις του Youtube 2. τη χρηματοδότηση από συγκεκριμένες εταιρίες για την προώθηση των προϊόντων τους 3. έσοδα από σειρές προϊόντων που φέρουν την επωνυμία τους και τα οποία πωλούν. Τα έσοδα των διαφημίσεων δεν είναι σταθερά και εξαρτώνται από διαφορετικούς παράγοντες. Σημαντικό είναι να τονίσουμε πως δεν υπολογίζονται με βάση τις επισκέψεις των βίντεο. Πολλές επισκέψεις στο βίντεο ή πολλοί συνδρομητές στο κανάλι ενός vlogger δεν μεταφράζονται αυτόματα σε πολλά χρήματα γι’ αυτούς.

Θα παρουσιάσουμε πολύ συνοπτικά την πολιτική οικονομία του Youtube (Wasko&Erickson 2009) και τους όρους με τους οποίους καλούνται οι fashion vloggers να εργαστούν. Το σύστημα είναι απλό και συγκροτείται από ένα τρίπτυχο, τους διαφημιστές, τους vloggers και το YouTube, το οποίο διαιτητεύει τις συναλλαγές. Ο κάθε διαφημιστής πληρώνει για να προβάλλει τις διαφημίσεις με βάση μια μονάδα μέτρησης: το Κόστος ανά Χιλιάδα (Cost Per Mille ή CPM). Το CPM είναι το ποσό που πληρώνει ο διαφημιστής ανά χίλιες εντυπώσεις της διαφήμισης στο βίντεο. «Εντύπωση» ονομάζεται μια πλήρης προβολή διαφήμισης (Pinsky 2014). Συνήθως οι διαφημίσεις έχουν τη μορφή μικρών βίντεο διάρκειας 30 δευτερολέπτων, τα οποία προβάλλονται πριν την έναρξη του περιεχομένου που θέλει να δει ο χρήστης ή παρεμβάλλονται στο περιεχόμενο που ήδη παρακολουθεί. Το ύψος του CPM εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, για παράδειγμα αυξάνεται τις περιόδους των διακοπών, όταν οι αγορές είναι εντονότερες. Επίσης το CPM εξαρτάται από το είδος του προϊόντος, για παράδειγμα το CPM για διαφημίσεις σπιτιών είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο για φαγητό. Μια μέση τιμή, χωρίς να είναι ενδεικτική, που προέκυψε από την έρευνα μας στο διαδίκτυο είναι περίπου $7,68 ανά CPM

Όμως, ένα μικρό ποσοστό των χρηστών του περιεχομένου δημιουργεί «εντυπώσεις», μόλις το 15% δεν επιλέγει να αποφύγει τις διαφημίσεις. Οι παραγωγοί περιεχομένου προκειμένου να υπολογίσουν τα έσοδα τους χρησιμοποιούν μια διαφορετική μονάδα μέτρησης το eCPM (effective CPM). Το αποτελεσματικό Κόστος Ανά Χιλιάδα είναι το ποσό χρημάτων που λαμβάνουν ανά 1000 προβολές του βίντεο που έχουν δημιουργήσει (Pinsky 2014). Η τιμές των CPM και eCPM, τα τελευταία χρόνια, έχουν πτωτικές τάσεις καθώς όσο περισσότεροι vloggers μπαίνουν στην «αγορά» τόσο απλώνεται το διαθέσιμο κεφάλαιο. Η λύση για να ανταπεξέλθουν οι παραγωγοί περιεχομένου σε αυτή την πτωτική τάση είναι όλο και πιο εντατικοί ρυθμοί εργασίας, όλο και πιο συχνά και ποιοτικά βίντεο (Calacanis 2013). Οι υπολογισμοί και οι πληρωμές γίνονται αυτόματα όταν ο vlogger εγγραφεί στην υπηρεσία AdSense, η οποία διαχειρίζεται τις διαφημίσεις. Το ποσό που «παράγουν» οι διαφημίσεις μοιράζεται ανάμεσα στα δύο εμπλεκόμενα μέρη. O παραγωγός του περιεχομένου παίρνει 68% του ποσού των διαφημίσεων. Για κάθε 100$ που παράγει ο vlogger λαμβάνει τα 68$ (Google 2017).

Από το 2012 η εταιρία έθεσε σε χρήση ένα απλούστατο μοντέλο διεπαφής παραγωγών περιεχομένου και διαφημιστών, το οποίο προκάλεσε τον «πυρετό του χρυσού» στο Youtube: Οι δημιουργοί με το πάτημα ενός κουμπιού αποδέχονται την προβολή διαφημίσεων στο περιεχόμενο τους με αντάλλαγμα ποσοστό επί των κερδών. Σύμφωνα με τους New York Times εκατομμύρια τέτοιοι συνεργάτες προσπαθούν να εργαστούν ως vloggers: «από μεγάλες επιχειρήσεις με αποθήκες μέχρι ερασιτέχνες μάγειροι σε μικρές κουζίνες στην Βραζιλία» (Kaufman 2014). Η Google στέλνει το μήνυμα: ελάτε στο youtube, προσελκύστε το κοινό και βγάλτε χρήματα. Στην κορυφή αυτού του σχήματος βρίσκονται διάσημοι vloggers όπως η Ζoella που τον Ιούλιο του 2017 είχε 11 εκατομμύρια εγγεγραμμένους ακολούθους στο κανάλι της ή ο PewDiePie με 56 εκατομμύρια, με τα έσοδα τους να ξεπερνούν τα 4 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο. Δεν θα ήταν υπερβολή να παρομοιάσουμε τη έξαψη του κινήματος των vloggers με τον πυρετό του χρυσού στην μετεμφυλιακές Η.Π.Α στα τέλη του 19ου αιώνα. Youtubers απ’ όλο τον κόσμο συρρέουν στην πλατφόρμα προκειμένου να εξασφαλίσουν γρήγορα από το σαλόνι του σπιτιού τους, μεγάλα εισοδήματα. Η πραγματικότητα όμως δεν είναι τόσο αστραφτερή για όλους. Όπως η Καλιφόρνια δεν έγινε η γη της επαγγελίας για του φτωχούς Αμερικανούς που συνέρρεαν σε αυτή- το αντίθετο μάλιστα έγινε τόπος μόχθου- έτσι και το youtube λειτουργεί ως πλατφόρμα που εκατομμύρια vloggers δουλεύουν ατελείωτες εργατοώρες όμως ελάχιστοι μπορούν όντως να βιοποριστούν από αυτή την εργασία. Η ίδια η εταιρία παραδέχεται πως ανάμεσα στα εκατομμύρια κανάλια μόνο μερικές χιλιάδες μπορούν να φτάσουν εξαψήφιο νούμερο στα κέρδη τους (Kaufman 2014).

 

 

Share

Εμπειρίες γυναικών: η χρήση της γυναικολογικής καρέκλας

gender and technology3

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

της Αντιγόνης Λαζοπούλου

Σε μια προσπάθεια κατανόησης του γυναικείου βιώματος κατά την γυναικολογική εξέταση, επιλέξαμε να εστιάσουμε στην μελέτη της γυναικολογικής καρέκλας, την οποία στο σύνολο της εργασίας την προσεγγίζουμε ως τέχνημα. Θέτοντας ως βασικό σημείο αναφοράς τις μεθοδολογικές και θεωρητικές αφετηρίες των Σπουδών Επιστήμης, Τεχνολογίας, Κοινωνίας αλλά και της Κοινωνιολογίας της επιστημονικής γνώσης και τις προσεγγίσεις της Κοινωνικής Κατασκευής της Τεχνολογίας, η αναζήτηση του νοήματος του τεχνήματος της γυναικολογικής καρέκλας θα αναζητηθεί στην ετερογένεια των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων και στις κοινωνικότητες που αυτό εγγενώς εμπεριέχει.

Ο L. Winner στο άρθρο του «Do artifacts have politics», χρησιμοποιώντας ως μεθοδολογία την μελέτη περιπτώσεων από το πεδίο της ιστορίας της τεχνολογίας, επιχειρηματολογεί ότι τα τεχνουργήματα περιέχουν εγγενώς πολιτικές ποιότητες, δηλαδή συγκεκριμένες μορφές εξουσίας και ισχύος, με σκοπό να καταδείξει τα κοινωνικοοικονομικά συστήματα τα οποία εγγράφουν στο εσωτερικό τους καθώς και τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώθηκε ο σχεδιασμός, η ανάπτυξη αλλά και η χρήση τους. Με τον όρο τεχνολογία, εννοεί οποιοδήποτε μοντέρνο πρακτικό τεχνούργημα, διάταξη και σύστημα, ενώ με τον όρο πολιτική τις διαπραγματεύσεις εξουσιών και ισχύος.

Σκοπός λοιπόν της παρούσας μελέτης, είναι η ανίχνευση και ανάδειξη των κοινωνικοτήτων και κοινωνικών σχέσεων που αποτυπώνονται στον σχεδιασμό και χρήση της γυναικολογικής καρέκλας και καθορίζουν και νοηματοδοτούν το γυναικείο βίωμα. Έτσι σε ένα πρώτο επίπεδο, θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε συνοπτικά την σχετική συζήτηση όπως αυτή προκύπτει από την σύγχρονη διεθνή βιβλιογραφία, στην συνέχεια θα εστιάσουμε στην ανάδειξη της σχέσης  του σχεδιασμού της γυναικολογικής καρέκλας και της επιτελεστικότητας του φύλου, ενώ στο τελευταίο μέρος, θα συζητήσουμε τα αποτελέσματα της περιορισμένης έρευνας μέσω ερωτηματολογίου που πραγματοποιήσαμε κατά την συγγραφή της εργασίας.

Μέρος Α’

Στο άρθρο «Women’s Experiences of Pelvic Examination: An Interview Study» (Oscarsson M. et. al.: 2009) παρατίθεται το ζήτημα της έκθεσης του γυναικείου σώματος κι η δυσκολία της γυναίκας να αποχωρήσει από τη γυναικολογική καρέκλα ακόμη κι όταν νιώθει άβολα και πρέπει να υπερασπιστεί το σώμα της απέναντι στην κριτική του γιατρού. Ένα εξίσου σημαντικό σημείο πέρα από το φύλο του γιατρού, το οποίο παίζει καθοριστικό ρόλο, είναι η διαδικασία στην οποία υποβάλλεται η γυναίκα πριν την επίσκεψη, όπου καλείται να καθαρίσει το σώμα της εξ αιτίας της επερχόμενης εξέτασης και να επιλέξει συγκεκριμένα ρούχα που θα εξυπηρετήσουν το γυναικολογικό έλεγχο. H επίσκεψη στο γυναικολόγο μετατρέπει το γυναικείο σώμα σε πρόβλημα που μπορεί να λυθεί, να αναλυθεί και να αξιολογηθεί αντικειμενικά, γεγονός που καθιστά το βίωμα των γυναικών «προβληματικό», ενώ ταυτόχρονα η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ ασθενή – γιατρού αναδεικνύεται σε παράγοντα κομβικής σημασίας.

Στο άρθρο «Women’s experiences of the gynecologic examination: factors associated with discomfort» (Hilden M. et. al.: 2003) γίνεται σαφές πως ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα και τις σεξουαλικές εμπειρίες των ασθενών αλλάζει και διαμορφώνεται η εμπειρία της επίσκεψης. Το αίσθημα άγχους και ντροπής συνδέεται τις περισσότερες φορές είτε με ανατομικές ιδιαιτερότητες ή έλλειψη εμπειρίας από τη συγκεκριμένη διαδικασία, είτε με περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης τα οποία οι ασθενείς δε συζητούν με το γιατρό. Ταυτόχρονα στη μελέτη αυτή επαναδιατυπώνεται ο φόβος για την κριτική που μπορεί να υποστεί η ασθενής από το γιατρό για το σώμα της ή/και τη σεξουαλική της ζωή.

Τέλος, στο άρθρο με τίτλο: «Gender and the Gynecological Examination: Women’s Identities in Doctors’ Narratives» (Galasinski D. et. al.: 2007) οι συγγραφείς υπογραμμίζουν πως η βιβλιογραφία δίνει έμφαση στο φύλο του γιατρού, δεν δίνεται όμως έμφαση στο φύλο της ασθενούς. Φαίνεται μάλιστα πως δεν υπάρχει καθόλου χώρος στο ιατρείο για το φύλο κι οι γυναίκες φαίνεται συστηματικά να απο-σεξουαλικοποιούνται κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Το βασικό επιχείρημα του άρθρου είναι ότι το φύλο της ασθενούς όχι μόνο απουσιάζει αλλά κατασκευάζεται από τον άντρα γυναικολόγο την ίδια στιγμή που αυτός κατασκευάζει το δικό του.

Μέρος Β’

Το αρνητικό βίωμα των γυναικών στη διάρκεια της γυναικολογικής εξέτασης έχει συσχετιστεί στην βιβλιογραφία και με το σχεδιασμό της γυναικολογικής καρέκλας. Στο άρθρο «The Androchair: Performing Gynaecology through the Practice of Gender Critical Design» (Ehrnberger K. et. al.:2017) συσχετίζουν το βίωμα και την καρέκλα με την επιτελεστικότητα του φύλου, καθώς και μια διατύπωση εναλλακτικής μορφής του τεχνουργήματος, τονίζοντας πως παρά τις συνεχείς απαιτήσεις στο πεδίο του design το συγκεκριμένο τεχνούργημα δεν έχει αμφισβητηθεί εδώ και 100 χρόνια.

Ξεκινώντας από την παραδοχή ότι η επιστήμη της γυναικολογίας είναι εγγενώς έμφυλη πρακτική καθώς βασίζεται στην εξουσία των αντρών πάνω στα γυναικεία σώματα υιοθετούμε την θέση των συγγραφέων ότι το design της καρέκλας οφείλει να προσληφθεί ως μία συνεχής κοινωνική διαδικασία που φτάνει πέρα από την υλικότητα και εγγράφει αφηγήσεις σχετικές με το ποιος έχει εξουσία και ποιος όχι.

Οι έννοιες του doing genderκαι της επιτελεστικότητας του φύλου όπως προτείνεται από την Butler, αποτελούν βασικά στοιχεία του επιχειρήματος των συγγραφέων σχετικά με το φύλο, την γυναικολογική εξέταση και το τεχνούργημα. Μέσω αυτών προσεγγίζεται η έννοια του φύλου όχι ως κάτι που «είναι», αλλά ως κάτι που κατασκευάζεται, διατηρείται και μετασχηματίζεται κοινωνικά. Παράλληλα η έννοια της επιστελεστικότητας του φύλου παρέχει έναν τρόπο κατανόησης των άκαμπτων ρυθμιστικών πλαισίων που καθοδηγούν τις πράξεις του υποκειμένου. Η τακτική επίσκεψη στο γυναικολόγο είναι μία πράξη κατά την οποία επιτελείται το φύλο. Καθώς η υλικότητα κατευθύνει τις πράξεις και τις σκέψεις μας, η γυναικολογική καρέκλα είναι μία υλικότητα που συμβάλλει στο κανονιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δρούμε ως υποκείμενα. Έτσι, εάν η γυναικολογική εξέταση αντιμετωπιστεί ως μία παράσταση που αποτελείται από την ασθενή, τις υλικότητες (καρέκλα, εργαλεία), το σκηνικό του γυναικολογικού γραφείο, μπορούμε να φανταστούμε ότι οι πολλαπλές αλληλεπιδράσεις των παραπάνω μπορούν να καταλήξουν σε πολλαπλές αφηγήσεις.

Οι συγγραφείς εστιάζουν στα βιώματα των γυναικών που σχετίζονται με την χρήση της καρέκλας διαβάζοντας το design ως οπτική γλώσσα, με σκοπό την αποδόμησή του και την ανάδειξη των ιεραρχικών και έμφυλων αξιών που το συγκροτούν. Η μεθοδολογία που ακολουθούν βασίζεται στις συνεντεύξεις χρηστών της γυναικολογικής καρέκλας, δηλαδή γυναίκες ασθενείς και ιατρικό προσωπικό. Ταυτόχρονα, παίρνουν συνεντεύξεις από άντρες ασθενείς κι ιατρικό προσωπικό αναζητώντας την εμπειρία εκείνη που θα μπορούσε να συγκριθεί με την γυναικολογική εξέταση.

Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η εξέταση αυτή είναι η εξέταση για τον προστάτη, και κατασκευάζουν μία καρέκλα Androchair που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εξέταση αυτή. Η καρέκλα, είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να μεταφέρει στον ασθενή τις δυσάρεστες εμπειρίες που έχουν αναφέρει οι ερωτηθείσες γυναίκες, όπως είναι η δυσκολία ισορροπίας στην άκρη της καρέκλας, ο περιορισμός των κινήσεων κι η αδυναμία παρέμβασης κατά τη διάρκεια της εξέτασης.

Τα αποτελέσματα της έρευνας καθώς κι η ίδια η καρέκλα παρουσιάστηκαν σε ένα σεμινάριο του Swedish Centre for Architecture and Design στη Στοκχόλμη, στις 8 Μάρτη 2013. Σκοπός της παρουσίασης αυτής ήταν να ξεπεράσει η συζήτηση σχετικά με την γυναικεία εμπειρία στο γυναικολόγο τα ακαδημαϊκά όρια και να εισέλθει στο δημόσιο χώρο. Η κατασκευή της Androchair συνέβαλε στο να γίνουν ορατά τα βιώματα των γυναικών από την καρέκλα του γυναικολόγου, καθώς υπέδειξε τις νόρμες που η γυναικολογική καρέκλα ενσωματώνει. Η αντιμετώπιση του design ως έμφυλη πρακτική, χρησιμοποιήθηκε ως βάση για την αναζήτηση εναλλακτικών σχεδίων, που δεν θα ακολουθούν κανονικότητες και απαιτήσεις για το πώς πρέπει να είναι ένα γυναικείο σώμα ενώ ταυτόχρονα δεν θα ενσωματώνουν ιεραρχικές σχέσεις μεταξύ εξεταστή/εξετάστριας –εξεταζόμενου/ης.

Μέρος Γ’

Τα ερωτηματολόγια απαντήθηκαν από 140 γυναίκες ηλικίας 15-40+. Ακολουθούν επιγραμματικά τα αποτελέσματα-συμπεράσματα.

  • Τουλάχιστον μία φορά το χρόνο επισκέπτεται το γυναικολόγο το 80% των ερωτηθέντων, υπογραμμίζοντας το γεγονός πως η διαδικασία αυτή έχει ενσωματωθεί στην καθημερινότητα της γυναίκας που ζει στην Ελλάδα το 2017, δεδομένου ότι το 85% των γυναικών δεν έχει κάποιο διαγνωσμένο πρόβλημα που να επιτάσσει την τακτική και συχνή επίσκεψη στο γιατρό.
  • Ένα τέταρτο μόνο των γυναικών έχουν γυναίκα γυναικολόγο, ενώ το συντριπτικό 75% έχει άντρα. Ταυτόχρονα το 65% δεν έχει προτίμηση στο φύλο του/της γιατρού.
  • Η αξιολόγηση της επίσκεψης βαθμολογήθηκε κατά μέσο όρο με 3,6 (1-εξαιρετικά άβολη, 5-εντελώς άνετη). Όμως, το 15% των ερωτηθέντων έχουν βαθμολογήσει την επίσκεψη με 1 και 2. Έτσι συμπεραίνουμε πως για πολλές γυναίκες που δεν αρνούνται και επαναλαμβάνουν την εξέταση χωρίς αντίσταση, αποτελεί αρνητικό βίωμα.
  • Στην ερώτηση αν η καρέκλα του γυναικολόγου αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της γυναικολογικής εξέτασης, απαντήθηκε θετικά κατά 75% και αρνητικά κατά 25%. Η ανάγνωση αυτού του αποτελέσματος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η γυναικολογική εξέταση συνδέεται με ένα τεχνούργημα και για μεγάλο ποσοστό γυναικών, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτό.
  • Η εμπειρία της χρήσης της γυναικολογικής καρέκλας (αξιολόγηση όπως πριν 1-5) αξιολογήθηκε με μέσο όρο 2,9, δηλαδή άβολη. Αξίζει να αναφέρουμε ότι 17 από τις 140 γυναίκες νιώθουν εξαιρετικά άβολα όταν χρησιμοποιούν την καρέκλα και άλλες 40 αρκετά άβολα.
  • Αντίστοιχα με την χρήση της καρέκλας ζητήσαμε να αξιολογηθεί η διαδικασία που απαιτείται πριν την τοποθέτηση του γυναικείου σώματος πάνω σε αυτή (απογύμνωση του σώματος από την μέση και κάτω, τοποθέτηση καλύμματος που να καλύπτει το γυμνό σώμα, διάνυση κάποιας, μικρής συνήθως, απόστασης μέχρι να βρεθεί η γυναίκα μπροστά στην καρέκλα, ανέβασμα σε αυτήν), παίρνει βαθμολογία 3. Ο συνδυασμός των δύο τελευταίων απαντήσεων, δείχνει πως όχι μόνο το να βρίσκεται η γυναίκα πάνω στην καρέκλα, αλλά κι η διαδικασία που απαιτείται από το ίδιο το τεχνούργημα ώστε να καταστεί αυτό λειτουργικό, αποτελούν μία δυσάρεστη εμπειρία.
  • Στην ερώτηση εάν πιστεύουν πως η καρέκλα θα μπορούσε να έχει άλλη μορφή, το 41,4% απάντησε ναι, το 28,6% όχι και το 30% δεν μπορώ να απαντήσω. Η πλειοψηφία των γυναικών πιστεύουν πως η μορφή που έχει σήμερα η καρέκλα είναι η μοναδική δυνατή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει πως 42 από τις 140 πιστεύουν ότι δεν μπορούν να απαντήσουν την ερώτηση.
  • Η τελευταία ερώτηση αφορά το εάν θα μπορούσε να έχει η γυναικολογική καρέκλα μορφή που θα βελτίωνε την εμπειρία της επίσκεψης. Έχοντας ήδη απαντήσει στη συντριπτική πλειοψηφία τους πως η καρέκλα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της επίσκεψης, είναι πολύ σημαντικό για να σκιαγραφήσουμε πως εκλαμβάνουν οι ίδιες οι χρήστριες τις δυνατότητες του τεχνουργήματος, το συμπέρασμα από αυτή την τελευταία ερώτηση. Το 52,9% απάντησε ναι, θα μπορούσε η καρέκλα να έχει μορφή που θα βελτίωνε την εμπειρία τους, το 22,1% όχι και το 25% δεν μπορεί αν απαντήσει στην ερώτηση.

Αναλύοντας τα αποτελέσματα ανά ηλικία, σημειώνει ενδιαφέρον ότι οι γυναίκες που ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 15-25, έχουν προτίμηση στο φύλο του/της γυναικολόγου τους, σε αντίθεση με τις ηλικίες 30-40+ που μόνο σε ποσοστό 18,4% έχουν τέτοια προτίμηση.

Επίσης, οι γυναίκες ηλικίας 30-40+ θεωρούν σε ποσοστό χαμηλότερο του γενικού (36,8%) πως η γυναικολογική καρέκλα θα μπορούσε να έχει άλλη μορφή σε αντίθεση με τις γυναίκες ηλικίας 15-25% έδωσαν καταφατική απάντηση σε ποσοστό 46,4%. Επιπλέον, οι ηλικίες 15-25 απαντούν σε ποσοστό 57,1% πως μία διαφορετική μορφή καρέκλας θα μπορούσε να βελτιώσει την εμπειρία της επίσκεψης, ενώ οι ηλικίες 30-40+ έδωσαν αυτή την απάντηση σε ποσοστό 44,7%.

Κλείνοντας θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι η μελέτη αυτή αποτελεί περισσότερο σημείο εκκίνησης, καθώς προσπαθεί να εντοπίσει και να θέσει τις προβληματικές, παρά μια ολοκληρωμένη προσπάθεια παρουσίασης του πολύπλοκου ζητήματος του γυναικείου βιώματος σε σχέση με την γυναικολογική εξέταση. Επιπλέον, θεωρούμε απαραίτητο να τονίσουμε ότι από την μελέτη απουσιάζει η ανάδειξη της σχέσης φύλου, τεχνολογίας και αναπηρίας, παρότι θεωρούμε εξαιρετικής σημασίας τα ζητήματα προσβασιμότητας και ανάλογου σχεδιασμού της γυναικολογικής καρέκλας. Παρά το γεγονός ότι στο ερωτηματολόγιο μας δε συμπεριλάβαμε τέτοιου τύπου ερωτήσεις, υπήρξε ένας μικρός αριθμός συμμετοχής γυναικών με περιορισμένη κινητικότητα που ανέδειξε αυτά τα θέματα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ehrnberger, K., Räsänen, M., Börjesson, E., Hertz, A., Sundbom, C., (2017), The Androchair: Performing Gynaecology through the Practice of Gender Critical Design, The Design Journal, An International Journal for all Aspects of Design, 20(2), pp. 181-198

Galasinski, D., Ziolokowska, J., (2007), Gender and the Gynecological Examination, Women’s Identities in Doctors’ Narratives , Qual Helath Res, 17(4), pp. 477-488

Hilden, M., Sidenius, K., Langhoff-Roos, J., Wijma, B., Schei, B., (2003), Women’s experiences of the gynecologic examination: factors associated with discomfort, Acta Obstetricia et Gynecologica Scandinavica, 82(11), pp. 1030-1036

Oscarsson, M., Benzein, E. (2002),Women’s Experiences of Pelvic Examination: An Interview Study, Journal of Psychosomatic Obstetrics & Gynecology, 23(1), pp. 17-25

Winner,L., (1986),The whale and the reactor: a search for limits in an age of high technology, University of Chicago Press

 

Share

Έμφυλη τεχνολογία και τηλεοπτική διαφήμιση

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

της Φραντζέσκας Παπανίκα

Τα έμφυλα χαρακτηριστικά στην προώθηση της «λευκής» τεχνολογίας  που απευθύνεται στη «νοικοκυρά»: η περίπτωση του πλυντηρίου ρούχων στην ελληνική τηλεοπτική διαφήμιση κατά την περίοδο 1980-1999.

Η διαφήμιση, όπως θα διερευνηθεί μέσω της εξέτασης σχετικού οπτικοακουστικού υλικού, υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο  διαμορφώνεται συστηματικά ο έμφυλος διαχωρισμός κατά την προβολή της δημόσιας εικόνας της τεχνολογίας πλύσης, του πλυντηρίου ρούχων, ειδικότερα μέσω των τηλεοπτικών διαφημίσεων. Βάσει των παρατηρήσεων αυτών, εξετάζονται τηλεοπτικές διαφημίσεις στη Ελλάδα κατά τη χρονική περίοδο 1980-1999.

Share

Οι Οικιακές Τεχνολογίες και η περίπτωση της προώθηση τους στην Ελλάδα την περίοδο του μεσοπολέμου

gender and technology1

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

της Γεωργίας Μάρκου

Η κυρίαρχη άποψη σε ότι άφορα τις οικιακές τεχνολογίες είναι πως μείωσαν τον χρόνο των οικιακών καθηκόντων και έκαναν το έργο της νοικοκυράς πιο ξεκούραστο. Στις διαφημίσεις ηλεκτρικών συσκευών βλέπουμε συνήθως να απεικονίζονται όμορφες και ξεκούραστες νεαρές νοικοκυρές, οι οποίες με το πάτημα κουμπιών εκτελούν άνετα τις εργασίες τους. Μάλιστα τα κουμπιά αυτά στις διαφημίσεις  πολύ συχνά  αναφέρονται ως μαγικά. Πίσω όμως από αυτές τις εικόνες της άνεσης και της εξοικονόμησης χρόνου που θεωρητικά προσφέρει η οικιακή τεχνολογία, μπορούμε να διακρίνουμε την αόρατη γυναικεία εργασία.

Οι ηλεκτρικές οικιακές συσκευές άρχισαν να χρησιμοποιούνται ευρέως στην Αμερική τη δεκαετία του 1920. Η μελέτη της Cowan για την οικιακή τεχνολογία στην Αμερική την περίοδο αυτή, υπήρξε διαφωτιστική. Στο άρθρο της με τίτλο Η Βιομηχανική Επανάσταση στο Σπίτι: Οικιακές Τεχνολογίες και οι Κοινωνικές Αλλαγές του 20ου αιώνα που κυκλοφόρησε το 1976[1], αναλύει τις βαθιές αλλαγές που συντελέστηκαν στα σπίτια στις αρχές του 20ου αιώνα  με την εισαγωγή διαφόρων τεχνολογιών. Αλλαγές που άλλαξαν όλη τη δομή του νοικοκυριού, καθώς η  χρήση οικιακών τεχνολογιών εντατικοποίησε τη γυναικεία εργασία στο σπίτι, ενώ συμπεριέλαβε και το αίτημα για αύξηση της αποδοτικότητας. Ο όρος αποδοτικότητα κέρδιζε συνεχώς έδαφος στις αρχές του 20ου αιώνα  και ήταν εμπνευσμένος από τις ιδέες του Τέιλορ γύρω από το επιστημονικό μάνατζμεντ και το αίτημα για εξορθολογισμό στη ροή της εργασίας. Τα προτάγματα αυτά αρχίζουν να εφαρμόζονται πέρα από το χώρο του εργοστασίου και στο σπίτι, στη διαχείριση του νοικοκυριού, όπου οι γυναίκες καλούνται να εγκαταλείψουν τις ακατάστατες συνήθειες εργασίας και να ταυτιστούν με τη σταθερή κανονικότητα της αυτόματης συσκευής. Πολύ χαρακτηριστικά αξίζει να αναφέρουμε  το βιβλίο της Christine Frederick The New Housekeeping: Efficiency Studies in Home Management, το οποίο κυκλοφορεί το 1914.  Σε ένα απόσπασμα στο βιβλίο της η Frederick γράφει: «George» είπα στον άνδρα μου, «μου φαίνεται πως αυτή η ‘αποτελεσματικότητα’ που έχει γίνει της μόδας τελευταία, έχει μεγάλη σχέση με το σύγχρονο νοικοκυριό. Ξέρεις, λέω να εφαρμόσω τις αρχές εδώ στο σπίτι μας. Δε θα κάτσω να βλέπω εσάς τους άντρες να ασχολείστε με όλα τα σπουδαία πράγματα. Θα κοιτάξω να βρω πως κάνουν τις έρευνές τους αυτοί οι ειδικοί και όλα τα άλλα, και μετά θα μπορώ να τα εφαρμόσω κι εγώ στο εργοστάσιό μου, στην επιχείρηση μου, στο σπιτικό μου».

Αυτό που τελικά συντελέστηκε με την εισαγωγή της οικιακής τεχνολογίας ήταν πως ο χρόνος των οικιακών καθηκόντων δεν μειώθηκε, απλά έγινε διαφορετικός καταμερισμός τους.[2] Η μηχανοποίηση δημιούργησε μια νέα σειρά εργασιών που, αν και δεν ήταν σωματικά απαιτητικές, ήταν εξίσου χρονοβόρες με τις εργασίες που αντικατέστησαν. Αυτή η αλλαγή στη δομή του νοικοκυριού συνοδεύτηκε και από αλλαγές στην ιδεολογία περί νοικοκυροσύνης. Η ανάπτυξη την εποχή αυτή της επιστήμης της οικοκυρικής, η επιστημονική μητρότητα και οι διάφορες θεωρίες περί μικροβίων και αρρώστιας, οδήγησαν σε νέα απαιτητικά πρότυπα γύρω από το νοικοκυριό και τη φροντίδα των παιδιών. Τέλος η μηχανοποίηση αυτή  είχε μικρή επίδραση, διότι είχε συντελεστεί σε ιδιωτικό πλαίσιο και για το νοικοκυριό μιας μόνο οικογένειας.

Η περίπτωση της Ελλάδας

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ξεκινά τη λειτουργία της η Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών Πειραιώς (ΗΕΑΠ). Από την αρχή της ίδρυσής της η εταιρεία δίνει μεγάλα βαρύτητα στην επέκταση της χρήσης του ηλεκτρισμού στην ιδιωτική ζωή, καθώς μέχρι  τότε η οικιακή χρήση περιοριζόταν μόνο σε λάμπες φωτισμού. Ωστόσο η ΗΕΑΠ, από το πρώτο έτος της λειτουργίας της προπαγανδίζει τη χρήση του ηλεκτρισμού για την κάλυψη πρόσθετων οικιακών αναγκών.

Από πολύ νωρίς η εταιρεία βάζει στην ατζέντα της την εντατική προώθηση ηλεκτρικών συσκευών. Διαφημίσεις της εταιρείας φιλοξενούνται σε εφημερίδες και περιοδικά, εισάγει το οικονομικό τιμολόγιο T3, που παρέχει τη δυνατότητα στους χρήστες ηλεκτρικών συσκευών να πληρώνουν πολύ χαμηλότερο ηλεκτρικό ρεύμα, έχει σταθερές και μόνιμες εκθέσεις ηλεκτρικών ειδών σε περιοχές της Αθήνας και των προαστείων. Προωθεί το σύστημα πωλήσεων με δόσεις και, τέλος, δίνει τη δυνατότητα δωρεάν εγκατάστασης και δοκιμαστικής χρήσης ηλεκτρικών συσκευών. Σε μια περίοδο λοιπόν με χαμηλά ποσοστά κατανάλωσης ρεύματος για ιδιωτική χρήση, η ΗΕΑΠ προωθεί πολύ εντατικά τις ηλεκτρικές συσκευές προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο ομοιόμορφη κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος καθόλη τη διάρκεια της ημέρας.

Η επιχειρηματολογία της εταιρείας σε ότι αφορά το γιατί οι γυναίκες έπρεπε να υιοθετήσουν τις νέες τεχνολογίες βασίζεται κυρίως σε τρεις πτυχές. Πρώτον, η αντικατάσταση των παλαιών οικοκυρικών μεθόδων από τις νέες τεχνολογίες ήταν απαραίτητη καθώς συνέβαλε στην οικιακή υγιεινή και κατά συνέπεια στην ευδαιμονία όλης της οικογένειας. Δεύτερον, οι οικιακές τεχνολογίες μείωναν το χρόνο του νοικοκυριού, καθώς επίσης το έκαναν και πιο ευχάριστο, με αποτέλεσμα οι μητέρες να έχουν στην διάθεσή τους περισσότερο χρόνο για να αφιερώσουν στη φροντίδα και ανατροφή των παιδιών τους. Τέλος, ένα σπίτι το οποίο διέθετε ηλεκτρικές συσκευές ήταν ένα μοντέρνο σπίτι, όπου τα πάντα γίνονταν απλά με το πάτημα μαγικών κουμπιών και χωρίς καθόλου κόπο. Να αναφέρουμε πως η έννοια  του μοντέρνου υπήρξε πολύ κεντρική σε όλη αυτή την περίοδο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Βλέπουμε από την παραπάνω επιχειρηματολογία πως οι ηλεκτρικές συσκευές συμβάλλουν στο να κατασκευαστεί μια νέα εικόνα για το νοικοκυριό το οποίο μεταβάλλεται από απεχθές έργο σε μια εργασία ευχάριστη και εύκολη, σε ένα «συναισθηματικό ταξίδι» όπως λέει η Cowan, καθώς η γυναίκα μέσο του νοικοκυριού της εκφράζει την στοργή και την φροντίδα της προς την οικογένειά της.

Η καμπάνια της χρήσης ηλεκτρικών συσκευών είχε ευρεία απεύθυνση, ωστόσο την περίοδο αυτή μόνο κάποιες αστικές οικογένειες είχαν την ευχέρεια να αποκτήσουν ηλεκτρικές συσκευές. Από τα αρχεία του Βελισσάριου Φρέρη[3], ο οποίος διετέλεσε μάνατζερ της εταιρείας την περίοδο 1937-1939 και επιμόρφωνε το προσωπικό σε θέματα διαφήμισης, μαθαίνουμε πως η ΗΕΑΠ εισήγαγε το 1931 την πρώτη ηλεκτρική κουζίνα, η οποία ήταν άγνωστη ως συσκευή στην Αθήνα ως τότε και ήταν κουζίνες των εταιρειών ΑEG και Magnet. Σε έγγραφο του λέει «το 1931, δηλαδή κατά το πρώτο έτος της εφαρμογής του ειδικού αυτού τιμολογίου, του γνωστού πλέον σήμερον Τιμολογίου Τ3, εγκατεστάθησαν στας Αθήνας και τον Πειραιά 124 ηλεκτρικές κουζίνες. Εις το τέλος της επόμενης διετίας ο αριθμός των έφθασε τας 738, εις το τέλος του 1935 έφθασεν τας 1966, εις το τέλος του 1938 ανήλθεν εις τας 7193 και την στιγμήν που τυπώνεται το βιβλιαράκι αυτό περισσότερες από…». Από το παραπάνω απόσπασμα του Βελισσάριου Φρέρη βλέπουμε πως η χρήση ηλεκτρικών συσκευών υπήρξε αρκετά περιορισμένη. Από την πλευρά της εταιρείας, το ενδιαφέρον εστιαζόταν σε μεγάλο βαθμό πέρα από την βραχυπρόθεσμη χρήση  ηλεκτρικών συσκευών, στην μακροπρόθεσμη καθιέρωση της χρήσης τους και στην μετατροπή τους από αγαθά πολυτελείας που ήταν αρχικά σε αγαθά πρώτης ανάγκης. Να σημειώσουμε πως την περίοδο αυτή, οι ηλεκτρικές συσκευές αποτελούν είδη πολυτελείας ενώ από την δεκαετία του 1960 και ύστερα άρχισε να διευρύνεται σημαντικά η χρήση τους.

Σε ότι αφορά τις χρήστριες της οικιακής τεχνολογίας στην Ελλάδα, ήδη από την δεκαετία του 1920 ξεκινά να γίνεται λόγος  για τη χρήση ηλεκτρικών συσκευών στο σπίτι.  Έτσι, με αφορμή μια έκθεση ηλεκτρικών ειδών στη Νέα Υόρκη το 1924,  το περιοδικό Ελληνίς φιλοξενεί άρθρο  υπό τον τίτλο Το ηλεκτρικό σπίτι, όπου η συγγραφέας αναφέρεται στο παράδειγμα των Αμερικανίδων οι οποίες έχουν στη διάθεση τους μηχανές οικιακής χρήσης αγορασμένες με δόσεις και μπορούν να κάνουν εύκολα τις δουλειές τους χωρίς την ανάγκη υπηρέτριας.[4]

Οι γυναίκες οι οποίες ανοίγουν τη συζήτηση που αφορά στη μηχανοποίηση του σπιτιού  προέρχονται κατά βάση από την αστική τάξη και είναι ενταγμένες στο φεμινιστικό κίνημα της περιόδου. Το φεμινιστικό κίνημα του μεσοπολέμου αποτελείται κυρίως από δυο οργανώσεις.  Τον Σύνδεσμο για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και το Εθνικό Συμβούλιο των Ελληνίδων. Πρόκειται για ένα κίνημα ταξικά και χωρικά οριοθετημένο. Από τα περιοδικά των δυο αυτών οργανώσεων, βλέπουμε πως η επιστημονικοποίηση του νοικοκυριού και εισαγωγή της οικιακής τεχνολογίας είναι κοινός τόπος[5] καθώς θεωρούν πως τα δυο αυτά συμβάλλουν στην αποτελεσματικότερη διαχείριση του. Το σημείο στο οποίο διαφοροποιούνται είναι το γιατί επιθυμούν την χρήση ηλεκτρικών συσκευών. Στο περιοδικό του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της γυναίκας φιλοξενούνται άρθρα για την εισαγωγή στο νοικοκυριό κανόνων τύπου μανατζμεντ και τη χρήση ηλεκτρικών συσκευών προκειμένου να μπορέσει η γυναίκα να συνδυάσει την οικιακή εργασία με την εξωοικιακή. Προτάσσουν μια πιο δίκαιη κοινωνική πολιτική και προκρίνουν το μοντέλο των εργατικών κατοικιών της Ευρώπης οι οποίες διαθέτουν δημόσιες παροχές όπως δημόσια πλυντήρια και  οι οποίες απαλλάσσουν τις εργαζόμενες από τα δύσκολα οικιακά τους καθήκοντα. Κύριο μέλημα τους είναι το δικαίωμα όλων των γυναικών στην εργασία, ανεξαρτήτου κοινωνικής τάξης ως μέσο κοινωνικής καταξίωσης και βλέπουν στις οικιακές τεχνολογίες το μέσο για να συνδυαστεί η οικιακή εργασία με το επάγγελμα.

Το Εθνικό  Συμβούλιο αντίθετα, προτάσσει έναν συντηρητικό λόγο και διαβάζει την οικιακή τεχνολογία και την επιστημονικοποίηση του νοικοκυριού ως μέσο για την καλύτερη φροντίδα της οικογένειας και την ανύψωση της νοικοκυράς μέσα στο σπίτι της, μέσο της αναβάθμισης των οικιακών της καθηκόντων. Η νοικοκυρά ανυψώνεται καθώς το οικιακό έργο παύει να είναι ταπεινό και γίνεται μια «πολύπλοκος επιστήμη». Σε ότι μάλιστα αφορά την γυναικεία  εργασία εκτός του σπιτιού  θωρείται επιθυμητή μόνο εφόσον συμβάλλει στην ευημερία της οικογένειας. Εφόσον όμως οι γυναίκες επιθυμούν να διεισδύουν σε παραδοσιακά αντρικές σφαίρες όπως είναι η ενασχόληση με την πολιτική και την κοινωνία, τότε λειτουργούν επιβαρυντικά για την οικογένεια και το έθνος τους. Χαρακτηριστικά σε τεύχος του περιοδικού Ελληνίς του έτους  1921 διαβάζουμε «Το ταπεινό νοικοκυριό  που περικλείει δια κάθε γυναίκα το βασίλειο της συνεχούς δράσεως της, έγεινεν αντικείμενον παρατηρήσεως και μελέτης, από ιατρούς, υγιεινολόγους, χημικούς, ιστορικούς, κοινωνιολόγους, καλλιτέχνας κτλ και έδωκεν αφορμήν εις όλους να ιδούν, ότι το «Νοικοκυριό» εκείνο που δεν στηρίζεται εις τα επιστημονικά θεμέλια χωλαίνει και έτσι ως επι το πλείστον η γυναίκα ή το εγκαταλείπει και φεύγει ζητώσα έξω την εργασίαν και την ευχαρίστησην η δι έλλειψιν γνώσεων του παρεμποδίζει την αποτελεσματικήν λειτουργίαν του. Και τότε εμφανίζεται η άθλια εικών , το Νοικοκυριό, το ανοικοκύρευτο, το ακάθαρτο που μαζεύει και μεταδίδει την αρρώστια, την φυματίωση, τον αλκοολισμό και θνησιμότητα των παιδιών, ή το ασυλλόγιστο που προδίδει μια άγονη προσπάθεια, όχι σπάνια εκείνο που μεταδίδει την σπατάλη και τον εκφυλισμό.»

Οι διαφορετικές αυτές τάσεις νοηματοδοτούν διαφορετικά και την κοινωνική σημασία της οικιακής τεχνολογίας. Υπάρχει μια ερμηνευτική ευελιξία ως προς το πώς αντιλαμβάνονταν  οι ίδιες οι γυναίκες την οικιακή εργασία και την οικιακή τεχνολογία. Ωστόσο αν κάνουμε ένα βήμα παραπέρα θα δούμε πως η χρήση ηλεκτρικών συσκευών στο σπίτι ουδέποτε αμφισβήτησε ότι ο χώρος της γυναίκας μέσα στο σπίτι είναι η κουζίνα. Αντίθετα, αυτό που έγινε είναι πως οργανώθηκε η απομονωμένη και απλήρωτη γυναικεία εργασία σαν να ήταν βιομηχανική. Ο επιστημονικός εξ ορθολογισμός πρόσθεσε στην οικιακή εργασία μια επαγγελματική διάσταση που εξωράιζε την εικόνα της. Οι οικιακές τεχνολογίες έχουν έναν έμφυλο χαρακτήρα, ο οποίος διαβάζεται και πάνω στα ίδια τα τεχνουργήματα. Είναι γυναικείες τεχνολογίες που συνέβαλλαν στο να ισχυροποιηθεί ο ρόλος της γυναίκας ως νοικοκυράς και να ορισθεί το σπίτι ως ο τόπος εργασίας των γυναικών και ως ο τόπος χαλάρωσης των αντρών.  Η απόδοση επιστημονικών χαρακτηριστικών στην οικιακή εργασία, ήταν μια νέα ματιά πάνω στους παραδοσιακούς θεσμούς της, ήταν ο εκμοντερνισμός της παράδοσης.

 

[1] The ‘’Industrial Revolution’’ in the Home: Household Technology And the Social Change in the 20th Century, Ruth Schwartz Cowan, Technology and Culture, Vol. 17, N.1 (Jan., 1976), pp.1-23

[2] Time spent in Housework, Vanek, Joann, Scientific American, Vol.231, Issue 5 (Nov., 1974)

[3] Αρχείο ΕΛΙΑ

[4] Αγνή Στικούδη, «Το ηλεκτρικό σπίτι», Ελληνίς Δ’8-9(1924)

[5] Αβδελά, Ε., Ψαρρά, Α., Ο Φεμινισμός στην Ελλάδα του μεσοπολέμου, εκδ. Γνώση 1985

 

Share

Χώρος και έμφυλοι ρόλοι: η ελάχιστη κατοικία και «ορθολογική» κουζίνα της Margarete Lihotzky

gender and technology

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

του Λουκά Φρέρη

Εισαγωγή

Στην παρούσα εργασία θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τη σχέση που έχει ο σχεδιασμός της κατοικίας με τον καθορισμό των έμφυλων ρόλων. Πιο συγκεκριμένα, θα μελετήσω το παράδειγμα του οικιστικού προγράμματος των κοινωνικών κατοικιών της Φρανκφούρτης, που υλοποιήθηκε την περίοδο του μεσοπολέμου. Μέσα από τη μελέτη του χώρου της κουζίνας, που είχαν αυτές οι κατοικίες, θα επιχειρήσω να αναδείξω σε ποιο βαθμό τα χωρικά χαρακτηριστικά συμμετέχουν στην κατασκευή ή/και στην ενίσχυση των έμφυλων διαχωρισμών και ταυτόχρονα πώς οι ίδιες έμφυλες σχέσεις επηρεάζουν τελικά τον σχεδιασμό της κατοικίας.

Από τον «Κύκλο της Βιέννης» στο Bauhaus

Το φιλοσοφικό ρεύμα του Λογικού Θετικισμού[1] ήταν ουσιαστικά η απόρροια των συζητήσεων και των αναζητήσεων μιας ομάδας φιλοσόφων στη Βιέννη (Κύκλος της Βιέννης), κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Τα µέλη του πρώτου πυρήνα, ήδη πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ο φυσικός Philipp Frank (1884-1966), οι μαθηματικοί Hans Hahn (1879-1934) και Richard von Mises (1883-1953) και ο οικονομολόγος και κοινωνικός επιστήμονας Otto Neurath (1882-1945).

Το 1926 στην ομάδα προστέθηκε ο Rudolf Carnap (1891-1970) και το 1929 ο Herbert Feigl (1902-1988). Η μοναδική γυναίκα στις συναντήσεις αυτές ήταν η Olga Hahn-Neurath. «Η άνοδος του ναζισμού και ο συνακόλουθος πόλεμος διέλυσε τη φιλοσοφική κοινότητα στην Αυστρία και στη Γερμανία, αναγκάζοντας τα περισσότερα μέλη της να μεταναστεύσουν στις ελεύθερες αγγλόφωνες χώρες και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ»[2].

Οι λογικοί θετικιστές είχαν ως πρότυπο τις φυσικές επιστήμες, τη λογική και τα μαθηματικά και προσδοκούσαν πως, εφαρμόζοντας τις μεθόδους τους, θα μπορούσαν να επιτύχουν στη φιλοσοφία, τη σαφήνεια, την ακρίβεια και τη βεβαιότητα που αυτές έχουν. Απώτερος στόχος τους ήταν να εξαλείψουν τη διάκριση μεταξύ φυσικών επιστημών και επιστημών του πνεύματος φτάνοντας στην ενιαία επιστήμη. Αυτή η τάση για εξορθολογισμό φαίνεται και πιο παραστατικά στην Bauhaus αρχιτεκτονική.

Το κίνημα του Bauhaus αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της βαθιάς επιρροής που άσκησε η τεχνολογία και η επιστήμη στη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης[3]. Βασική αρχή του κινήματος, αποτελούσε η λειτουργικότητα, η αποτελεσματικότητα και ορθολογισμός στη κατασκευή. Το Bauhaus ιδρύθηκε ως μία σχολή εφαρμοσμένων τεχνών στην Βαϊμάρη της Γερμανίας το 1919. Οι διευθυντές ήταν: ο Walter Gropius ως το 1925, ο Hannes Meyer έως το 1932 και ο Ludwig Mies van der Rohe έως το 1933 όπου η σχολή θα παύσει οριστικά τη λειτουργία της μετά από τις πιέσεις των ναζί.

Μετά το 1922, το Bauhaus αναζήτησε λύσεις στα προβλήματα της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας με έναν ορθολογικό και άμεσο τρόπο. Η έμφαση στη διακόσμηση και τη λεπτομέρεια αντικαταστάθηκε από έναν λειτουργικό σχεδιασμό. Αυτή η νέα τάση μπορεί να φανεί και στο ίδιο τη κτήριο που στέγαζε τις δραστηριότητες του Bauhaus, το κτίριο στο Dessau, το οποίο σχεδίασε ο Walter Gropius. Η έντονη σχέση, τόσο σε φιλοσοφικό όσο και διαπροσωπικό επίπεδο, που είχαν τα μέλη του κύκλου της Βιέννης με αυτά του Bauhaus φαίνεται και από το ότι στα εγκαίνια του κτηρίου αυτού μίλησε ο Feigl ενώ προσκλήθηκαν επανειλημμένα και έδωσαν ομιλίες ο Neurath, ο Carnap, ο Frank και ο Reichenbach[4].

Το 1928 τον Gropius διαδέχθηκε ο Hannes Meyer.

«Στόχος του Meyer, με βάση το πολιτικό και ιδεολογικό του υπόβαθρο, ήταν η μεγάλη αύξηση της παραγωγής. Επιθυμούσε να παραχθούν αντικείμενα φθηνά και εύχρηστα, για τις ανάγκες του λαού».[5]

Αντίστοιχα, ο Neurath, του κύκλου της Βιέννης, πίστευε ότι το Bauhaus θα μπορούσε να συμβάλλει σε μία ευρύτερη «επανάσταση» προς μία καλύτερη ζωή, όχι για την «ελίτ» αλλά για τους «πολλούς». Η αίσθηση λοιπόν ότι η βελτίωση των συνθηκών ζωής μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα από την ορθολογικοποίηση ήταν κοινή και για τα δύο κινήματα[6].

«Ο κύκλος της Βιέννης απέδωσε μια αύρα επιστημονικότητας στο Bauhaus και το Bauhaus απέδωσε μια εικόνα προοδευτισμού και μεταπολεμικής μεταρρύθμισης στον Κύκλο της Βιέννης».

Η τυπική λογική δηλαδή ήταν το επιστημονικό υπόβαθρο του Bauhaus. Ταυτόχρονα, οι λιτές γραμμές και ο λειτουργικός-ορθολογικός χαρακτήρας των κτιρίων της Bauhaus αρχιτεκτονικής ήταν η απόδειξη που χρειάζονταν οι θετικιστές φιλόσοφοι ότι η θεωρία τους είναι άμεσα εφαρμόσιμη.

Το οικιστικό πρόγραμμα του Ernst May και η κουζίνα της Φρανκφούρτης

Μετά το τέλος του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, οι γερμανικές πόλεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με έντονη φτώχεια καθώς και με ένα μεγάλο στεγαστικό ζήτημα. Εκείνη την εποχή, κατοχυρώθηκε το συνταγματικό καθήκον του κράτους να παρέχει σε κάθε Γερμανό πολίτη υγειονομική περίθαλψη καθώς και κατοικία που θα ήταν συμμορφωμένη, με τους τότε κανόνες υγιεινής[7]. Υπό αυτές τις συνθήκες ο Δήμος της Φρανκφούρτης ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Ernst May (1885-1970), την εντατική κατασκευή κοινωνικών κατοικιών, ο οποίος μέσα από ένα δεκαετές πρόγραμμα, έχτισε περίπου 10.000 κοινωνικές κατοικίες.

Ο May δημιούργησε την «γειτονιά» Römerstadt βορειοδυτικά της Φρανκφούρτης. Σύνδεσε την πόλη με τον νέο οικισμό μέσω ηλεκτροκίνητων τραμ, λεωφορείων και τρένων. Υπήρξε επίσης μελέτη για τη δημιουργία σχολείων, νοσοκομείων, καθώς και για την ταυτόχρονη ενίσχυση της τοπικής βιομηχανίας και κατ’ επέκταση της τοπικής οικονομίας[8].

Την εποχή εκείνη παράλληλα εμφανίστηκε στην Ευρώπη και στην Αμερική το φεμινιστικό ιδεατό της «Νέας Γυναίκας» (New Woman). Η «Νέα Γυναίκα» ήταν εργαζόμενη, μητέρα, διεκδικούσε ανώτερη εκπαίδευση και οικονομική ανεξαρτησία. Στην περίοδο 1890 με 1920, εμφανίστηκαν γυναίκες που έμπαιναν σε, μέχρι τότε, αυστηρά ανδρικά επαγγέλματα. Η μεγάλη αυτή αλλαγή μπορεί να γίνει πιο κατανοητή λαμβάνοντας υπόψιν τα στοιχεία που λένε ότι μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι γυναίκες που φοιτούσαν στα πανεπιστήμια υπερέβαιναν τους άνδρες κατά 2,5 εκατομμύρια. Τόσο οι σοσιαλδημοκράτες όσο και οι πιο συντηρητικοί πολιτικοί πίστευαν ότι το νέο αυτό «μοντέλο γυναίκας» αντιπροσωπεύει μια δύναμη αλλαγής που θα κατέστρεφε την οικογένεια και μαζί της τον ηθικό ιστό της χώρας, οδηγώντας στην οικονομική και πνευματική καταστροφή της Γερμανίας[9].

Για την αντιμετώπιση αυτής την νέας κατάστασης, το κράτος άσκησε μια πολιτική που ονομάστηκε «επανένταξη των γυναικών στο σπίτι» (female redomestication).[10] Η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης δηλαδή, επιδίωξε να ανασυντάξει τη «γυναικεία σφαίρα». Το ιεραρχικό σύστημα των «χωριστών σφαιρών» (separate spheres) συγκροτείται βάσει ενός δυισμού. Έχουμε δηλαδή από τη μία την «ανδρική σφαίρα», τον κυρίαρχο ανδρικό κόσμο της παραγωγής (η πόλη), και τη «γυναικεία σφαίρα» από την άλλη, έναν υποδεέστερο ιδιωτικό κόσμο της αναπαραγωγής (το σπίτι)[11].

Στα πλαίσια αυτού του προγράμματος, οι αντιπρόσωποι του κράτους και η Φιλελεύθερη πτέρυγα του γυναικείου κινήματος διαμόρφωσαν ένα ιδεώδες νοικοκυριού, ως «επαγγελματικό χώρο των γυναικών», που έχρηζε αντίστοιχης έρευνας με αυτή που γινόταν για τον επαγγελματικό χώρο των ανδρών, όσον αφορά την παραγωγικότητα και την τυποποίηση. Ο σκοπός ήταν να καταστήσουν το σπίτι μια προέκταση του (Φορντικού) εργοστασίου. Στο σχολικό πρόγραμμα προστέθηκε το υποχρεωτικό μάθημα οικιακής οικονομίας για τα κορίτσια και ιδρύθηκαν επαγγελματικά γυμνάσια θηλέων, στα οποία οι μαθήτριες εκπαιδεύονταν πάνω στον τομέα «παροχής οικιακών υπηρεσιών»[12].

Σε αυτό το κοινωνικό υπόβαθρο πραγματοποιήθηκε και ο σχεδιασμός της κοινωνικής κατοικίας. Ένας από τους σημαντικότερους στόχους του μοντερνιστικού κινήματος ήταν μέσα από τον ορθολογικό σχεδιασμό να περιοριστεί ο οικιακός μόχθος. Ο περιορισμός αυτός στόχευε τόσο στην μείωση του χρόνου που θα περνούσε μια νοικοκυρά κάνοντας δουλειές όσο και στην ελαχιστοποίηση της σωματικής κόπωσης που χρειάζονταν οι δουλειές αυτές. Ένας δεύτερος στόχος ήταν το κάθε σπίτι να πληροί μια σειρά από προϋποθέσεις που αφορούσαν στις συνθήκες «σωστής» διαβίωσης. Οι απαραίτητες προϋποθέσεις ήταν ο ηλιασμός, ο αερισμός και οι εγκαταστάσεις υγιεινής καθώς και, η θερμομόνωση, η ηχομόνωση και η ασφάλεια της ιδιοκτησίας.

Για την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών εισήχθη η ιδέα της «ελάχιστης κατοικίας». Η «ελάχιστη κατοικία» ήταν μία από τις προτάσεις του Bauhaus και επιδίωκε την οικονομία και τον ορθολογισμό στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, ούτως ώστε η ικανοποιητική διάταξη της κατοικίας να συνδυαστεί με την ανάγκη μείωσης του κόστους παραγωγής. Το  διαμέρισμα μιας εργατικής – κοινωνικής κατοικίας δεν θα ήταν δυνατό να προκύψει απλά ως μικρογραφία του διαμερίσματος της αστικής κατοικίας καθώς οι ανάγκες και τα ζητούμενα ήταν τελείως διαφορετικά. Η απάντηση που έδωσε το μοντερνιστικό αρχιτεκτονικό κίνημα αποτυπώθηκε σχεδιαστικά στη μετατόπιση του κέντρου του σπιτιού. Ενώ δηλαδή στις παλαιότερες προβιομηχανικές περιόδους, η «καρδιά του σπιτιού» ήταν η κουζίνα – τραπεζαρία, τώρα το βάρος πέφτει σε έναν ευρύ χώρο διημέρευσης για όλη την οικογένεια (καθιστικό), και η κουζίνα περιορίζεται στον κύριο λειτουργικά ρόλο της, αποκλειστικά δηλαδή στην ετοιμασία και διαχείριση του φαγητού[13].

Το μεγάλο πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας το οποίο εφαρμόστηκε στη Φρανκφούρτη, και υλοποιήθηκε κάτω από την εποπτεία του Ernst May, ήταν από τις πλέον χαρακτηριστικές εφαρμογές της «ελάχιστης κατοικίας». Το σχεδιασμό της κουζίνας στις κατοικίες αυτού του προγράμματος ανέλαβε το 1925 η Margarete Schütte – Lihotzky, η μοναδική γυναίκα αρχιτέκτων στην ομάδα του May. Στην πρώτη της εκδοχή, η κουζίνα της Lihotzky, είχε εμβαδό επιφάνειας 6.43 τ.μ., το οποίο μειώθηκε σε 5.50 τ.μ. στην πορεία του προγράμματος κοινωνικών κατοικιών.

Η κουζίνα στο μοντέρνο κίνημα σχεδιάστηκε, περισσότερο από κάθε άλλο μέρος της κατοικίας, με βάση τον ορθολογισμό και τον λειτουργισμό της μηχανής. Στην κουζίνα δηλαδή εγγράφονται σε πολύ μεγάλο ποσοστό οι απαιτήσεις των λογικιστών και των Bauhaus αρχιτεκτόνων. Τα μοντέλα κουζίνας που χρησιμοποίησε η Lihotzky ως πρότυπα ήταν μακριά από τις παραδοσιακές κουζίνες και γενικότερα εκτός της οικιακής σφαίρας: την ενέπνευσαν τα μαγειρεία πλοίων, η τροχήλατη κουζίνα, η τραπεζαρία των τρένων, και το βαγόνι γεύματος.[14] Οι κατεξοχήν χώροι δηλαδή, που ενσωματώνουν εξολοκλήρου το πρόταγμα του λειτουργισμού και του ορθολογισμού.

Η κουζίνα της Φρανκφούρτης, στην πιο διαδεδομένη εκδοχή της είχε διαστάσεις 1,96Χ3,44 τ.μ., ήταν φωτεινή και αεριζόταν καλά, αντίθετα με την κλασική κουζίνα των κατοικιών της εργατικής τάξης. Ο φούρνος τοποθετήθηκε στη μία γωνία και ο νεροχύτης στη άλλη. Το τραπέζι του φαγητού, που ήταν έξω από την κουζίνα – εργαστήριο, δεν έπρεπε να απέχει πάνω από τρία μέτρα από τον πάγκο της κουζίνας. Η νέα κουζίνα παρέπεμπε σε βιομηχανική κατασκευή και ουσιαστικά ήταν η πραγματοποίηση της κουζίνας ως μηχανή. Όλη η διάταξη είχε προκύψει μετά από συγκεκριμένες μετρήσεις και χωρομετρικούς υπολογισμούς. Για παράδειγμα, η Lihotzky υπολόγισε ότι σε μια παλιά εργατική κουζίνα, η συνολική απόσταση που θα έπρεπε να κάνει μια νοικοκυρά για να μεταφέρει τα πιάτα από την τραπεζαρία στον νεροχύτη και από εκεί στα ντουλάπια ήταν 19 μέτρα. Η ίδια απόσταση στην κουζίνα της Φρανκφούρτης υπολογίστηκε 8 μέτρα[15].

Η κουζίνα της Lihotzky υπερτερούσε σε σχέση με κάθε άλλη Bauhaus κουζίνα για δύο λόγους. Κατ’ αρχάς ικανοποιούσε περισσότερο από όλες τις άλλες κουζίνες την απαίτηση για τον εξορθολογισμό των οικιακών εργασιών. Επίσης η Lihotzky έδωσε στην κουζίνα το στάτους ενός προϊόντος προς κατανάλωση.[16] Δημιούργησε έναν προκατασκευασμένο θαλαμίσκο, η τοποθέτηση του οποίου γινόταν με γερανό στο χώρο της κουζίνας. Δημιουργήθηκαν περίπου 10000 τέτοιες προκατασκευασμένες κουζίνες. Με λίγα λόγια η Lihotzky κατάφερε να θέσει σε λειτουργία μια γραμμή παραγωγής «κουζίνας».

Μια ακόμη καινοτομία της κουζίνας αυτής, που συνδέεται και με την γενικότερη τάση των κρατών για εκσυγχρονισμό στην περίοδο του μεσοπολέμου, ήταν η άμεση «εξάρτηση» της κουζίνας από τις νέες τεχνολογίες. Στη Φρανκφούρτη υπήρχε η ικανότητα να παραχθεί ενέργεια, πολύ μεγαλύτερη από τις ανάγκες της υπάρχουσας αγοράς. Η υπερκάλυψη αυτή ισορροπήθηκε από την εισαγωγή όλων αυτών των νέων εξ-ηλεκτρισμένων κατοικιών του οικιστικού προγράμματος.[17]

Η λειτουργικότητα και ο ορθολογισμός στον σχεδιασμό υποτίθεται ότι θα βοηθούσαν τις γυναίκες να αποδεσμευτούν από την ολοήμερη φροντίδα του σπιτιού. Παρατηρούμε όμως τελικά ότι ο σαφής διαχωρισμός της κουζίνας από το υπόλοιπο σπίτι σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη ταύτιση της «γυναικείας σφαίρας» με τον χώρο της κουζίνας, οδήγησε τη νοικοκυρά στην απομόνωση. Μέσα στην κατοικία, η σφαίρα της γυναίκας εμποδιζόταν να εισβάλλει στην ηρεμία των άλλων σφαιρών, για να μην διαταράσσει, με τις θορυβώδεις δραστηριότητες, την ισορροπία του υπόλοιπου σπιτιού. Οι οικιακές εργασίες δηλαδή καθίστανται αόρατες και εσωτερικές, σε αντίθεση με τα εξωτερικά καθήκοντα του συζύγου.

Μέσα από αυτόν τον απόλυτο διαχωρισμό του χώρου της κουζίνας από τους υπόλοιπους χώρους του σπιτιού παρατηρούμε ότι η νοικοκυρά – εργάτρια «εντοιχίζεται» μαζί με τα έπιπλα της κουζίνας της Φρανκφούρτης, της πρώτης εντοιχισμένης κουζίνας. Έξω από την κουζίνα υπάρχει η σύζυγος, η μητέρα, η φίλη. Μέσα στην κουζίνα υπάρχει η νοικοκυρά – εργάτρια του σπιτιού. Η κουζίνα δηλαδή στις εργατικές κατοικίες της Φρανκφούρτης είναι ένα «μαύρο κουτί»,[18] όπου κάθε διαδικασία που συμβαίνει εντός του, παρουσιάζεται ως συντελεσμένο αποτέλεσμα δίχως αναφορά στις διαδικασίες παραγωγής του. Ό,τι συμβαίνει στην κουζίνα, αρχίζει και τελειώνει εντός της.

Επίλογος

Είδαμε ότι η ορθολογική οργάνωση και η οικονομία του χώρου επιχείρησαν να καταστήσουν, ως μέτρο του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού της κατοικίας, τις δυνατότητες και τις ανάγκες του ίδιου του ανθρώπου. Η οργάνωση της κατοικίας ως ένα ενιαίο σύνολο αλλά και κάθε επιμέρους χώρου, με γνώμονα τις διαστάσεις και τις βιολογικές ανάγκες των κατοίκων (ελάχιστη κατοικία), για την περίοδο του μεσοπολέμου ήταν περισσότερο από μια απλή καινοτομία. Ήταν ουσιαστικά η υλοποίηση των επιδιώξεων μιας ολόκληρης εποχής, που αποκρυσταλλώθηκε στη φιλοσοφία του «Κύκλου της Βιέννης». Οι αρχιτέκτονες του Bauhaus προσπάθησαν μέσα από την επιστημονικοποίηση της αρχιτεκτονικής, να εδραιώσουν έναν λειτουργικό σχεδιασμό ο οποίος στόχευε στο κοινό, το τυπικό και το καθολικά εφαρμόσιμο.

Μελετώντας το παράδειγμα της κουζίνας της Φρανκφούρτης είδαμε πως ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός καθορίζει τις έμφυλες σχέσεις και διαφορές, και ταυτόχρονα πως τα έμφυλα πρότυπα καθορίζουν τον σχεδιασμό της κατοικίας. Η λειτουργικότητα και ο ορθολογισμός, έννοιες που αποτέλεσαν την ιδεολογική βάση του σχεδιασμού της ελάχιστης κατοικίας την περίοδο του μεσοπολέμου, επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της οικογένειας και τον μετασχηματισμό της οικιακής εργασίας σε απομονωμένη, αναπαραγωγική, απλήρωτη εργασία.[19] Ταυτόχρονα οι αρχιτέκτονες, ταυτίζοντας την διαχείριση των οικιακών εργασιών με τη «γυναικεία φύση», διαίρεσαν την κατοικία με βάση τη θεωρία των «χωριστών σφαιρών», αντιστοιχίζοντας τον χώρο της κουζίνας με τη «γυναίκεια σφαίρα». Η «ανδρική σφαίρα» δεν «χωρούσε» πλέον στην μικρή κουζίνα της Φρανκφούρτης. Ο σχεδιασμός αυτός λοιπόν κατέστησε τις οικιακές εργασίες αόρατες και εσωτερικές, σε αντίθεση με τα εξωτερικά ανδρικά καθήκοντα.

 

Βιβλιογραφία

[1] Galison, P., Aufbau/Bauhaus: Logical Positivism and Architectural Modernism, στο: Critical Inquiry, Vol. 16, No. 4, Summer, 1990.

[2] Henderson, S., A revolution in the woman’s sphere: Grete Lihotzky and the Frankfurt Kitchen, στο Coleman, D., Danze, E., Henderson, C., (ed.), Architecture and Feminism, New York: Princeton Architectural Press, 1996.

[3] Heßler, Μ., The Frankfurt Kitchen: The Model of Modernity and the “Madness” of Traditional Users, 1926 to 1933, στο Oldenziel, R., Zachmann, K., (ed.), Cold War Kitchen: Americanization, Technology, and European Users, Massachusetts: MIT Press, 2009.

[4] Roberts, Μ., Living in a Man-Made World: Gender Assumptions in Modern Housing Design, [ελεύθερη μετάφραση των κεφαλαίων 2 έως 8 του βιβλίου από τη Σαλώμη Χατζηβασιλείου, λέκτορα στο Ε.Μ.Π., διαθέσιμη στο http://iktinos2.arch.ntua.gr], London: Routledge 1991.

[5] Αλεξάκη, O., Γούβαλη, O., Ο ρόλος των έμφυλων σχέσεων στον σχεδιασμό της κατοικίας Παραδείγματα από το Μοντέρνο Κίνημα, αδημοσίευτη διάλεξη, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών – Τομέας Ι, Αθήνα: ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: http://www.arch.ntua.gr/lectures, 2012.

[6] Γκιοτσαλίτης, Κ., Οι προσφυγικές πολυκατοικίες του ’30, αδημοσίευτη διάλεξη, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Αθήνα: ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: http://www.arch.ntua.gr/lectures, 2013.

[7] Κιντή, Β., Από τον προοδευτικό Κύκλο της Βιέννης στον αντιδραστικό Λογικό Θετικισμό, Cogito 07, 2007.

[8] Λαδά, Σ., Μύθοι και πραγματικότητες, το ‘ιδανικό σπίτι’, ο ρόλος της κατοικίας στην κατά φύλα διαίρεση του χώρου, στο: Λαδά, Σ., (επιμ.),  Μετα-τοπίσεις: Φύλο, διαφορά και αστικός χώρος, Αθήνα: future, 2009.

[9] Μπαλτάς, Α., Πρόλογος στην ελληνική έκδοση, στο: Ρεντετζή, Μ., (επιμ.),  Ο χώρος του Επιστημονικού εργαστηρίου, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 2011.

[10] Πανουτσόπουλος, Γ., Επιστήμη, Τεχνολογία και Νεορομαντισμός στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, αδημοσίευτη διπλωματική εργασία, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, Αθήνα: ΕΚΠΑ, ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: https://uoa.academia.edu/GrigorisPanoutsopoulos, 2011.

[11] Τσιαμπάος, Κ., H αρχιτεκτονική επιστήμη: Η επίδραση του λογικού θετικισμού στην ελληνική πολεοδομία και αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα, (μεταδιδακτορική έρευνα), Αθήνα: ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: https://ntua.academia.edu/KostasTsiambaos, 2011.

[12] Τσιτσάνης, Δ., Η κοντινή μας Βαϊμάρη: Τέχνη και πολιτική στο Bauhaus, [άρθρο στο διαδίκτυο], διαθέσιμο στο: https://akea2011.com/2011/10/03/ikontinimasvaimari/, 2011.

 

Σημειώσεις:

[1] Τα ιστορικά στοιχεία για τον Κύκλο της Βιέννης και τον Λογικό Θετικισμό τα δανείζομαι από την Κιντή, 2007, σελ. 78-82.

[2] Μπαλτάς, 2011, σελ. xiii.

[3] Πανουτσόπουλος, 2013 σελ. 59.

[4] Galison, 1990, σελ. 709.

[5] Τσιτσάνης, 2011, http://akea2011.wordpress.com/2011/10/03/ikontinimasvaimari/.

[6] Τσιαμπάος, σελ. 15, επίσης Galison, 1990, σελ. 716.

[7] https://en.wikipedia.org/wiki/Weimar_Constitution

[8] Αλεξάκη, Γούβαλη, 2012, σελ. 27.

[9] Henderson, 1996, σελ. 221-223.

[10] Ό.π, σελ. 223.

[11] Λαδά, 2009, σελ. 18-19.

[12] Henderson, 1996, σελ. 227.

[13] Γκιοτσαλίτης, 2013, σελ. 89-91.

[14] Henderson, 1996, σελ. 235.

[15] Heßler, 2009, σελ. 171.

[16] Ό.π, 171-172.

[17] Henderson, 1996, σελ. 239.

[18] Το «μαύρο κουτί» χρησιμοποιείται όπως ορίζει την έννοια  ο Bruno Latour στο έργο του Science in Action. Σύμφωνα με τον Latour, ένα «μαύρο κουτί» είναι ουσιαστικά το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας χωρίς να γίνεται αναφορά στον τρόπο που αυτή παράχθηκε.

[19] Λαδά, 2009, σελ. 26.

 

Διαβάστε ακόμα

Η κομμουνίστρια που επινόησε την εντοιχισμένη κουζίνα

 

Share

Οι γυναίκες του 1917

RR

Διαδήλωση γυναικών κατά μήκος της Nevskii Prospekt στην Αγ. Πετρούπολη για τη Μέρα της Γυναίκας, 23 Φλεβάρη 1917

της Megan Trudell

Την παγκόσμια μέρα εορτασμού της γυναίκας το 1917, οι εργάτριες της υφαντουργίας στην περιφέρεια Βίμποργκ του Πέτρογκραντ ξεκίνησαν απεργία, παράτησαν τα εργοστάσια και κατά εκατοντάδες πήγαιναν από εργοστάσιο σε εργοστάσιο, καλώντας τους εργάτες σε απεργία και συμμετέχοντας σε  βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία και τα στρατεύματα.

Ανειδίκευτες, χαμηλά αμειβόμενες, δουλεύοντας δώδεκα ή δεκατρείς ώρες την μέρα, σε βρώμικες και ανθυγιεινές συνθήκες, οι γυναίκες ζητούσαν την αλληλεγγύη των εργατών και επέμεναν στη κοινή δράση με τους άνδρες, ιδιαίτερα αυτές που εργάζονταν στη βιομηχανία και τα εργοστάσια μετάλλου οι οποίες θεωρούνταν οι πιο συνειδητοποιημένες πολιτικά και οι πιο δυναμικές ανάμεσα στο εργατικό δυναμικό της πόλης. Οι γυναίκες πετούσαν ξύλα, πέτρες, χιονόμπαλες στα παράθυρα των εργοστασίων, εισέβαλλαν στους χώρους εργασίας και απαιτούσαν να μπει ένα τέλος στον πόλεμο καθώς και να επιστρέψουν οι άντρες από το μέτωπο.

Σύμφωνα με σύγχρονους ερευνητές και ιστορικούς, αυτές οι γυναίκες που  διαδήλωναν για «το ψωμί» χρησιμοποιώντας παλαιομοδίτικες και πρωτόγονες μεθόδους διαμαρτυρίας, στο πλαίσιο καθαρά οικονομικών αιτημάτων, κινούνταν περισσότερο συναισθηματικά και όχι τόσο μέσα από κάποια θεωρητική προετοιμασία – άθελά τους όμως, κινητοποίησαν την καταιγίδα που έκανε στην άκρη τον Τσαρισμό πριν εξαφανιστούν πάλι πίσω από τις μεγάλες μάχες των ανδρών εργατών και των ανδροκρατούμενων πολιτικών κομμάτων.

Από όταν ξεκίνησαν οι απεργίες του Φλεβάρη, τα πολιτικά συνθήματα ενάντια στον πόλεμο αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των κινητοποιήσεων. Η τόλμη των γυναικών, η αποφασιστικότητα και οι μέθοδοί τους φανέρωναν ότι αντιλαμβάνονταν τη ρίζα των προβλημάτων τους, την ανάγκη για την ενότητα των εργατών καθώς και τη σημασία που είχε, να κερδίσουν τους φαντάρους που θα έπαυαν έτσι  να προστατεύουν τον τσαρισμό και θα υποστήριζαν την επανάσταση. Σύμφωνα με την μετέπειτα μαρτυρία του Τρότσκι[i]:

«Σε αυτές τις συναντήσεις ανάμεσα σε στρατιώτες και εργάτες, οι εργάτριες παίζουν αποφασιστικό ρόλο. Πιο θαρρετά από τους άντρες, προχωρούν προς τις γραμμές του στρατού, γαντζώνονται από τα τουφέκια, ικετεύουν και σχεδόν διατάζουν: «Βγάλτε τις ξιφολόγχες, σμίξτε μαζί μας». Οι στρατιώτες συγκινούνται, νιώθουν σαν ντροπιασμένοι, κοιτάζει ο ένας τον άλλο με αγωνία, διστάζουν ακόμα. Ένας από αυτούς τέλος, αποφασίζει πριν από τους άλλους και οι ξιφολόγχες ανασηκώνονται σε κίνηση μεταμέλειας πάνω από τους ώμους των πολιορκητών».

Μέχρι το τέλος του Φλεβάρη, είκοσι τρεις φαντάροι που φρουρούσαν τους σταθμούς των τραμ είχαν πειστεί από τις εργάτριες που δούλευαν εκεί να τις βοηθήσουν και έτσι τα τραμ μετατράπηκαν σε οδοφράγματα ενάντια στην αστυνομία. Το γεγονός ότι οι γυναίκες έπαιρναν με το μέρος τους φαντάρους δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο της αυξανόμενης δυσαρέσκειας που προκαλούσε ο πόλεμος στα στρατεύματα, ούτε οφειλόταν μόνο στον μεταδοτικό «αυθορμητισμό» των διαδηλώσεων. Οι γυναίκες που εργάζονταν στα υφαντουργεία από το 1905 ακόμη συναναστρέφονταν με ένα μεγάλο αριθμό, κυρίως αγροτών φαντάρων από το Πέτρογκραντ. Οι άντρες στους στρατώνες και οι γυναίκες που δούλευαν στα εργοστάσια και κατάγονταν από τις ίδιες περιοχές με αυτούς συζητούσαν μεταξύ τους, δημιουργούσαν ουσιαστικές σχέσεις και έσπαγαν τις μέχρι πρότινος διαχωριστικές γραμμές μεταξύ εργατριών και φαντάρων. Έτσι οι γυναίκες είχαν συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της  ένοπλης στήριξης.

Οι εργάτριες βρίσκονταν σταθερά στην πρώτη γραμμή της Επανάστασης του Φλεβάρη η οποία οδήγησε στην καταστροφή του τσαρισμού. Δεν ήταν απλά «η σπίθα» αλλά η ίδια η κινητήρια δύναμη που τη συνέχισε – παρά την αρχική καχυποψία πολλών εργατών και επαναστατών.

Η Επανάσταση του Φλεβάρη συχνά περιγράφεται ως «αυθόρμητη» και κατά μία έννοια αυτό είναι αλήθεια: ούτε είχε σχεδιαστεί ούτε είχε εφαρμοστεί από  κάποιους επαναστάτες. Όμως ο αυθορμητισμός δεν σήμαινε έλλειψη πολιτικής συνείδησης. Η εμπειρία των γυναικών που εισέβαλαν σαν ανεμοστρόβιλος στα εργοστάσια του Πέτρογκραντ, ιδιαίτερα σε συνθήκες που οι ίδιες ως εργάτριες αλλά και ως υπεύθυνες για το νοικοκυριό περίμεναν στις ουρές για ώρες για να ταΐσουν τις οικογένειες τους, διέλυσε το διαχωρισμό μεταξύ των οικονομικών αιτημάτων για το ψωμί και των πολιτικών αιτημάτων για τερματισμό του πολέμου. Έτσι η υλική πραγματικότητα υπέδειξε τους πραγματικούς υπεύθυνους για τη πείνα και τη φτώχεια – δηλαδή τον πόλεμο και τους πολιτικούς που οδήγησαν σε αυτόν. Αυτά τα αιτήματα δεν θα μπορούσε παρά να συνοδευτούν από συγκλονιστικές πολιτικές αλλαγές.

Επιπλέον οι γυναίκες μέλη του Μπολσεβίκικου κόμματος έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην απεργία, είχαν παλέψει για χρόνια έτσι ώστε να οργανώσουν τις ανειδίκευτες γυναίκες, παρά το γεγονός ότι αυτό μέσα στο κόμμα θεωρούνταν αποπροσανατολισμός από τον αγώνα ενάντια στον Τσαρισμό ή στη χειρότερη πιστευόταν ότι θα οδηγούσε τις γυναίκες έξω από την ταξική πάλη και θα τις έκανε υποχείρια των αστών φεμινιστριών.

Πολλοί άνδρες μέσα στο επαναστατικό κίνημα θεωρούσαν ότι οι διαδηλώσεις για την Παγκόσμια Μέρα των Γυναικών ήταν ανώριμες και πρόωρες και ότι οι γυναίκες θα έπρεπε να «συγκρατηθούν» μέχρι οι ειδικευμένοι εργάτες να είναι έτοιμοι για την αποφασιστική δράση. Ήταν οι γυναίκες μέλη, μια μειοψηφία μέσα στο κόμμα, που πρότειναν τη διεξαγωγή μιας συνάντησης στην περιφέρεια Βίμποργκ με στόχο  οι εργάτριες να συζητήσουν για τον πόλεμο και τον πληθωρισμό. Μια από αυτές ήταν η Αναστασία Ντεβιάτκινα, μέλος των Μπολσεβίκων και εργάτρια που μετά την επανάσταση του Φλεβάρη έστησε ένα σωματείο για τις συζύγους των φαντάρων.

Από τον Φλεβάρη και μετά, από τις περισσότερες μαρτυρίες οι γυναίκες απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό από την ιστορία για το πώς εξελίχθηκε το 1917, πέρα από κάποιες εξέχουσες προσωπικότητες όπως η Αλεξάνδρα Κολλοντάϊ, η Ναντέζντα Κρούπσκαγια και η Ινέσσα Αρμάντ, που πολλές φορές μνημονεύονται περισσότερο για την προσωπική τους ζωή ως σύζυγοι και ερωμένες και λιγότερο για την πρακτική δράση και τη θεωρητική τους συνεισφορά.

Οι γυναίκες ήταν κυρίως απούσες από τα όργανα διοίκησης που αναδύθηκαν μέσα από τις στάχτες του Τσαρισμού. Λίγες εκπροσωπούνταν στα επαρχιακά συμβούλια ως αντιπρόσωποι στη Συνταγματική Συνέλευση ή ως αντιπρόσωποι στα Σοβιέτ. Οι εκλογές στις εργοστασιακές επιτροπές κυριαρχούνταν από άντρες ακόμα και στα εργοστάσια όπου οι εργάτριες ήταν περισσότερες. Ο λόγος ήταν διπλός: Οι γυναίκες συνέχιζαν να έχουν το καθήκον, σε αντίξοες συνθήκες, να θρέφουν τις οικογένειες τους και επιπλέον δεν είχαν την αυτοπεποίθηση και την παιδεία, ούτε και τον χρόνο, να διεκδικήσουν ρόλους ή να έχουν υψηλά ποσοστά πολιτικής δραστηριότητας. Έτσι το γεγονός ότι οι γυναίκες ζούσαν με ένα συγκεκριμένο τρόπο για πολλούς αιώνες, καθώς και η υλική πραγματικότητα της καταπίεσής τους, δεν επέτρεψε να συνδυάσουν την αδιαμφισβήτητη αύξηση της πολιτικής τους συνείδησης με ένα υψηλό επίπεδο δραστηριότητας.

Η Ρωσία το 1917 ήταν πρωτίστως μια κοινωνία χωρικών. Η απόλυτη εξουσία του Τσάρου κατοχυρωνόταν και ενισχυόταν από την εκκλησία ενώ αντανακλούσε και  στο θεσμό της οικογένειας. Ο γάμος και το διαζύγιο ήταν υπό θρησκευτικό έλεγχο, οι γυναίκες ήταν νομικά κατώτερες, θεωρούνταν περισσότερο ιδιοκτησία και λιγότερο άνθρωποι. Κάποιες από τις πιο γνωστές ρώσικες παροιμίες περιλάμβαναν απόψεις όπως «Νόμισα πως είδα δύο ανθρώπους, αλλά τελικά ήταν μόνο ένας και η γυναίκα του».

Η αντρική κυριαρχία στο σπίτι ήταν ολοκληρωτική και το σύνηθες ήταν οι γυναίκες να υπομένουν το ζυγό παρά τις βάρβαρες συνθήκες, να αλλάζουν απλά χέρια και να περνούν από πατέρα σε σύζυγο. Πολύ συχνά ήταν αποδέκτες μιας νομικά κατοχυρωμένης βίας. Οι χωρικές και οι εργάτριες αντιμετώπιζαν τιμωρίες, έπρεπε να τα βγάλουν πέρα με ιδιαίτερα  κοπιαστικές δουλειές στα χωράφια και τα εργοστάσια, έχοντας το επιπλέον βάρος της ανατροφής των παιδιών και του νοικοκυριού σε μια εποχή που οι γέννες ήταν δύσκολες και επικίνδυνες, η αντισύλληψη ανύπαρκτη και το ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας υψηλό.

Παρόλα αυτά, η πολιτική εμπλοκή των γυναικών το 1917 δεν προέκυψε από το πουθενά. Η Ρωσία ήταν μια χώρα με αντιφάσεις: μαζί με την βαθιά φτώχεια, την καταπίεση και την τυραννία που υπέμεναν οι περισσότεροι άνθρωποι, η Ρώσικη οικονομία είχε εκτιναχθεί τις δεκαετίες πριν το 1905. Τεράστια μοντέρνα εργοστάσια παρήγαγαν όπλα και ρούχα, σιδηρόδρομοι συνέδεαν τις ραγδαία αναπτυσσόμενες πόλεις, την ίδια στιγμή που οι επενδύσεις και η τεχνογνωσία που εισαγόταν από την Ευρώπη οδηγούσε σε τεράστιες αυξήσεις σε σίδερο και παραγωγή πετρελαίου.

Αυτές οι τρομερές οικονομικές αλλαγές οδήγησαν σε έναν πολύ μεγάλο κοινωνικό μετασχηματισμό τα χρόνια πριν τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο. Όλο και περισσότερες αγρότισσες εξαναγκάστηκαν από τη φτώχεια και τους εργοδότες να δουλέψουν στα εργοστάσια των αστικών κέντρων. Τα αφεντικά μέσα από την εκβιομηχάνιση οδήγησαν σε αύξηση της  ανειδίκευτης εργασίας και βέβαια προτιμούσαν να έχουν «υπάκουους» εργαζόμενους, γεγονός που οδήγησε σε μεγάλη αύξηση των γυναικών που δούλευαν σε υφαντουργεία, κεραμοποιεία και εργοστάσια χαρτιού.

Οι γυναίκες είχαν ήδη από το 1896 εμπλοκή στις απεργίες στα υφαντουργεία, συμμετείχαν σε διαμαρτυρίες ενάντια στην επιστράτευση πριν ακόμα από τον Ρωσο-Ιαπωνικό πόλεμο και είχαν πολύ κρίσιμο ρόλο στην επανάσταση του 1905, κατά τη διάρκεια της οποίας ανειδίκευτες εργάτριες στα υφάσματα, τον καπνό και τα εργοστάσια ζάχαρης, μαζί με οικιακές εργάτριες και πλύστρες, απέργησαν και προσπάθησαν να ιδρύσουν τα δικά τους σωματεία, αποτελώντας έτσι μέρος μιας μαζικής επανάστασης.

Οι επιπτώσεις του Α’ παγκοσμίου Πολέμου επέδρασαν καθοριστικά στην αύξηση της οικονομικής και πολιτικής δύναμης των γυναικών. Ο πόλεμος διέλυσε τις οικογένειες και αναστάτωσε τις ζωές των γυναικών. Εκατομμύρια άνδρες απουσίαζαν στο μέτωπο, πληγωμένοι ή σκοτωμένοι, αναγκάζοντας τις γυναίκες να δουλεύουν μόνες τους στη γη, να κρατούν τα σπιτικά και να ενταχθούν στο αστικό εργατικό δυναμικό. Οι γυναίκες αποτελούσαν το  26.6 % του εργατικού δυναμικού το 1914 και σχεδόν το μισό (43,4%) το 1917. Ακόμα και σε εξειδικευμένους τομείς, η γυναικεία συμμετοχή αυξήθηκε δραματικά. Το 1914 αποτελούσαν μόνο το 3% των εργατών μετάλλου ενώ το 1917 είχαν αυξηθεί φτάνοντας το 18%.

Στη δυαδική κατάσταση εξουσίας που ακολούθησε την Επανάσταση του Φλεβάρη, οι γυναικείες διαδηλώσεις δεν εξαφανίστηκαν αλλά αποτέλεσαν μέρος της κίνησης των εργατών που μετατόπισαν τη στήριξη τους, από την κυβέρνηση στα Σοβιέτ και μέχρι το Σεπτέμβρη από την ηγεσία των μετριοπαθών  Μενσεβίκων-Σοσιαλεπαναστατών στους Μπολσεβίκους.

Οι προσδοκίες των εργατριών και των εργατών για βελτίωση της ζωής τους μετά την πτώση του Τσάρου, διαλύθηκαν από το γεγονός ότι η κυβέρνηση και η Σοβιετική ηγεσία συνέχισαν τη διεξαγωγή του πολέμου. Μέχρι τον Μάη οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις οδήγησαν στη διάλυση της πρώτης προσωρινής κυβέρνησης και οι Μενσεβίκοι-Σοσιαλεπαναστάτες σχημάτισαν κυβέρνηση συμμαχίας με τους φιλελεύθερους που ήταν ακόμα αφοσιωμένοι στον πόλεμο. Η απογοήτευση των εργατών οδήγησε σε καινούριες απεργίες, και πάλι καθοδηγούμενες από γυναίκες. Γύρω στις σαράντα χιλιάδες πλύστρες, μέλη ενός συνδικάτου που καθοδηγούνταν από το μέλος των Μπολσεβίκων, Σοφία Γκοντσάρσκαγια, απέργησαν για μεγαλύτερο μεροκάματο, οχτάωρο και καλύτερες συνθήκες εργασίας: συνθήκες υγιεινής, παροχές μητρότητας (ήταν σύνηθες οι εργάτριες να κρύβουν την εγκυμοσύνη τους μέχρι να γεννήσουν στο πάτωμα του εργοστασίου), καθώς και το τέλος της σεξουαλικής παρενόχλησης.

Όπως περιγράφουν οι ιστορικοί Τζέιν ΜακΝτέρμιτ και Άννα Χάιλγιερ:

Μαζί με άλλες ακτιβίστριες του συνδικάτου, η Γκοντσάρσκαγια, πήγαινε από το ένα πλυντήριο στο άλλο πείθοντας τις γυναίκες να συμμετάσχουν στην απεργία. Γέμιζαν κουβάδες με κρύο νερό για να σβήσουν τους φούρνους. Σε ένα πλυντήριο ο ιδιοκτήτης επιτέθηκε στην Γκοντσάρσκαγια, με έναν λοστό. Σώθηκε από τις πλύστρες που τον ακινητοποίησαν.

Τον Αύγουστο αντιμέτωπες με τις απόπειρες του στρατηγού Κορνίλοφ, να τσακίσει την επανάσταση, οι γυναίκες διαδήλωσαν για να υπερασπιστούν το Πέτρογκραντ, στήνοντας οδοφράγματα και οργανώνοντας τις πρώτες βοήθειες. Τον Οκτώβρη, οι γυναίκες του Μπολσεβίκικου Κόμματος, ασχολούνταν με την παροχή ιατρικής βοήθειας καθώς και με τις κρίσιμες επικοινωνίες μεταξύ των διαφόρων περιοχών, μερικές είχαν την ευθύνη να συντονίζουν διαφορετικές περιοχές του Πέτρογκραντ, ενώ υπήρχαν και γυναίκες μέλη των ερυθροφρουρών. Οι ΜακΝτέρμιτ και Χάιλγιερ περιγράφουν την εμπλοκή ακόμα μιας γυναίκας μέλους των Μπολσεβίκων που έδρασε τον  Οκτώβρη:

Η οδηγός του τραμ A.E. Ροντιόνοβα είχε κρύψει 42 τουφέκια και διάφορα άλλα είδη οπλισμού στην αποθήκη της, όταν η Προσωρινή Κυβέρνηση είχε προσπαθήσει να αφοπλίσει τους εργάτες μετά από τις μέρες του Ιούλη. Τον Οκτώβρη ανέλαβε να οργανώσει δύο τραμ τα οποία θα έφευγαν από το σταθμό για να κατευθυνθούν προς την έφοδο στα Χειμερινά Ανάκτορα κουβαλώντας όπλα. Έπρεπε να φροντίσει για τη λειτουργία του τραμ τη νύχτα της 25ης προς 26η Οκτώβρη, έτσι ώστε η ίδια να βοηθήσει στην κατάληψη της εξουσίας και να περιπολήσει τα πόστα του Ερυθρού Στρατού μέσα στην πόλη.

Η επανάσταση μεγάλωσε το χάσμα ανάμεσα στις εργαζόμενες γυναίκες, για τις οποίες ο πόλεμος ήταν η αιτία των δεινών και οι οποίες έκαναν όλο και περισσότερα καλέσματα για την ειρήνη, και τις φεμινίστριες που συνέχισαν να στηρίζουν την αιματοχυσία. Για την πλειοψηφία των αστών-φεμινιστριών που διεκδικούσαν ισότητα απέναντι στο νόμο, εκπαίδευση και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, αυτά τα αιτήματα θα μπορούσαν να κερδηθούν μόνο εάν έμεναν πιστές στη νέα κυβέρνηση και στήριζαν τον πόλεμο. Το να αποδείξουν τον πατριωτισμό τους ήταν μέρος της προσπάθειας τους να συμμετάσχουν στη λήψη αποφάσεων και να κερδίσουν μια θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Η Επανάσταση του Φλεβάρη, είχε οδηγήσει σε μια επανεκκίνηση της καμπάνιας των φεμινιστριών για καθολική ψήφο, και αποτέλεσε  ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, μέχρι τον Ιούλιο που το αίτημα αυτό τελικά υλοποιήθηκε. Όμως για τις περισσότερες γυναίκες το δικαίωμα στη ψήφο δεν άλλαξε ουσιαστικά τη ζωή τους, αφού συνέχιζαν να υποφέρουν από τις ελλείψεις τροφίμων, τις πολλές ώρες εργασίας, την ίδια στιγμή που πάλευαν να κρατήσουν τις οικογένειές τους ενωμένες. Όπως έγραφε η Κολλοντάϊ το 1908[ii]:

Όσο φαινομενικά ριζοσπαστικά και αν είναι τα αιτήματα των φεμινιστριών, δεν πρέπει να χάνουμε από τα μάτια μας, το γεγονός ότι οι φεμινίστριες δεν μπορούν λόγω της ταξικής τους θέσης, να δώσουν τη μάχη για τον ριζικό οικονομικο-κοινωνικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, μετασχηματισμό ο οποίος δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς την απελευθέρωση των γυναικών.

Για τις περισσότερες εργάτριες και αγρότισσες, τα ζητήματα καταπίεσης και ισότητας δεν ετίθεντο αφηρημένα, αλλά αναδύονταν συγκεκριμένα μέσα από τις διαδικασίες της πάλης για την βελτίωση της ζωής τους, καθώς και των συζύγων και των παιδιών τους. Όσες γυναίκες ήταν πιο ανοιχτές πολιτικά και είχαν περισσότερη αυτοπεποίθηση ήταν συχνά μέλη του Μπολσεβίκικου κόμματος, όμως τα χαρακτηριστικά τους αυτά,  ήταν  το αποτέλεσμα της δικής τους συλλογικής δράσης  ενάντια στον πόλεμο και τους πολιτικούς. Οι δράσεις τους ήταν κυρίως επικεντρωμένες στα ζητήματα της πείνας, του πολέμου και της ιδιοκτησίας  γης. Όπως υποστηρίζει ο Ρόμπερτ Σέρβις[iii] :

Το πολιτικό πρόγραμμα των Μπολσεβίκων αποδεικνυόταν όλο και πιο ελκυστικό για την πλειοψηφία των εργατών, των φαντάρων και των χωρικών, όσο η κοινωνική αναταραχή και η οικονομική καταστροφή έφτανε σε κλιμάκωση στα τέλη του φθινοπώρου. Χωρίς αυτό δεν θα υπήρχε η Επανάσταση του Οκτώβρη.

Όλη η αυτή η κατάσταση είχε βιωθεί έντονα τόσο από τις εργάτριες, τις αγρότισσες και τις γυναίκες των φαντάρων  όσο και από τους άντρες συνάδελφούς τους. Χωρίς την υποστήριξη της πλειοψηφίας των ανειδίκευτων εργατών στο Πέτρογκραντ, στην πλειοψηφία τους γυναίκες, η Οκτωβριανή εξέγερση δεν θα είχε πετύχει.

Η στήριξη στους Μπολσεβίκους δεν ήταν τυφλή αλλά ήταν το αποτέλεσμα, με τα λόγια του Τρότσκι, «μιας επιφυλακτικής και οδυνηρής ανάπτυξης συνειδήσεων», από εκατομμύρια εργάτες, άνδρες και γυναίκες. Μέχρι τον Οκτώβρη όλα τα άλλα σενάρια είχαν δοκιμαστεί: Η προσωρινή κυβέρνηση και οι Μενσεβίκοι είχαν προδώσει το λαό, οι διαδηλώσεις είχαν προκαλέσει είτε καταστολή είτε κάποιες περιορισμένες κατακτήσεις που πλέον δεν ικανοποιούσαν τις ελπίδες για μια καλύτερη ζωή. Το πιο κρίσιμο ζήτημα όμως ήταν ότι  το πραξικόπημα του Κορνίλοφ είχε θέση με σαφήνεια τα διακυβεύματα: «Η θα προχωρήσουμε ή θα διαλυθούμε». Ένας εργάτης το έθεσε ως εξής: «Οι Μπολσεβίκοι πάντα έλεγαν: «Δεν είμαστε εμείς αυτοί που θα σε πείσουν, αλλά η ζωή η ίδια». Και τώρα οι Μπολσεβίκοι θριάμβευσαν γιατί η ζωή απέδειξε ότι η ταχτική τους ήταν σωστή».

Ήταν προς τιμή των Μπολσεβίκων το γεγονός ότι είχαν λάβει τόσο σοβαρά υπόψη το γυναικείο ζήτημα και παρόλο που με τα σημερινά δεδομένα οι γυναίκες τότε ήταν τραγικά υπό-εκπροσωπούμενες, πράγματι είχαν γίνει σοβαρές προσπάθειες για την οργάνωση και την ενίσχυση των εργατριών. Το γεγονός ότι οι Μπολσεβίκοι έκαναν περισσότερα από άλλα σοσιαλιστικά κόμματα για να σχετιστούν με τις εργάτριες δεν έγινε αναγκαία λόγω κάποιας μεγαλύτερης δέσμευσης τους ως προς  τα δικαιώματα των γυναικών.

Τόσο οι  Μενσεβίκοι όσο και οι  Μπολσεβίκοι κατανοούσαν την ανάγκη στράτευσης των γυναικών και απεύθυνσης προς αυτές αφού τις αντιλαμβάνονταν ως μέρος της εργατικής τάξης, αλλά οι Μπολσεβίκοι μπορούσαν να εντάξουν τον αγώνα για ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών σε μια στρατηγική βασισμένη στην ταξική πάλη ενάντια στην κυβέρνηση και τον πόλεμο, ενώ τα κόμματα που είχαν εμπλακεί στη συνέχιση του πολέμου και σε συμφωνίες με προνομιούχα αφεντικά, λίγα μπορούσαν να κάνουν πέρα από κάποια ρεπορτάζ για τις απεργίες των γυναικών και κάποιες ομιλίες για τα πολιτικά δικαιώματα, χωρίς όμως να προτείνουν συγκεκριμένες λύσεις για τις υλικές πιέσεις που βάραιναν στη ζωή των γυναικών.

Οι Μπολσεβίκοι όλο και περισσότερο αναλάμβαναν την οργάνωση και την πολιτικοποίηση των γυναικών, εν μέρει μαθαίνοντας από τα πρώτα ξεσπάσματα του Φλεβάρη και εν μέρει λόγω της  επιμονής των ίδιων των γυναικών μελών τους.

Ηγετικές μπολσεβίκες όπως η Κολλοντάϊ, η Κρούπσκαγια, η Ινέσσα Αρμάντ, η Κονκόρδια Σαμοϊλοβνα και η Βέρα Σλούτσκαγια, μεταξύ άλλων, αρκετό καιρό πριν υποστήριζαν ότι το κόμμα έπρεπε να κάνει ιδιαίτερες προσπάθειες για να οργανώσει τις εργάτριες και να συμβάλει στην πολιτική τους εκπαίδευση. Πάλευαν για να πείσουν τους άντρες συντρόφους τους ότι οι ανειδίκευτες εργάτριες είχαν πολύ κομβικό ρόλο και δεν ήταν ένα παθητικό, συντηρητικό και «οπισθοδρομικό» εμπόδιο για την επανάσταση. Η Μπολσεβίκικη εφημερίδα Ραμπότνιτσα (η εργάτρια), που πρωτοεκδόθηκε το 1914 και ξανακυκλοφόρησε τον Μάη του 1917, περιλάμβανε άρθρα για βρεφοκομεία, βρεφονηπιακούς σταθμούς και νομικό πλαίσιο προστασίας στους εργασιακούς χώρους για τις γυναίκες και επανειλημμένα υπογράμμιζε ότι η ανάγκη για ισότητα καθώς και για τα «γυναικεία ζητήματα» ήταν υπόθεση όλων των εργατών.

Ο ρόλος των εργατριών τον Φλεβάρη και η σημασία που είχε η δράση τους ως μέρος του εργατικού δυναμικού του Πέτρογκραντ συνέβαλαν στο να αλλάξει η οπτική ανάμεσα στους μπολσεβίκους άντρες που θεωρούσαν ότι η επικέντρωση στα γυναικεία ζητήματα έδινε έδαφος στο φεμινισμό και ότι η επανάσταση θα καθοδηγούνταν από τους πιο ειδικευμένους  και πολιτικά συνειδητοποιημένους (άντρες) εργαζόμενους. Παρ όλα αυτά ο αγώνας ήταν σκληρός και ο δρόμος ανηφορικός. Όταν η Κολλοντάϊ τον Απρίλη πρότεινε να δημιουργηθεί γυναικείο τμήμα είχε απομονωθεί πολύ, παρόλο που είχε τη στήριξη του Λένιν, του οποίου οι θέσεις του Απρίλη δεν είχαν γίνει αποδεκτές με μεγάλο ενθουσιασμό από την ηγεσία των Μπολσεβίκων, και αντίστροφα-η Κολλοντάϊ ήταν η μοναδική υποστηρίχτρια του Λένιν στην Κεντρική Επιτροπή.

Στους μήνες που ακολούθησαν παρόλα αυτά, ήταν ολοφάνερη η σημασία τόσο του επιχειρήματος του Λένιν για το «όλη η εξουσία στα σοβιέτ», όσο και η κατανόηση της Κολλοντάϊ για τον κομβικό ρόλο των γυναικών στη δυναμική και το προχώρημα της επανάστασης.

Πέρα από την Ραμπότνιτσα, άρχισαν και άλλες μπολσεβίκικες εφημερίδες να υποστηρίζουν ότι οι κυρίαρχες σεξιστικές συμπεριφορές έβαζαν σε κίνδυνο την ταξική ενότητα και το κόμμα ασχολήθηκε ιδιαίτερα έτσι ώστε οι γυναίκες να εκπροσωπούνται στις εργοστασιακές επιτροπές, προσπαθώντας να πείσει τους άντρες να ψηφίζουν γυναίκες, ιδιαίτερα στις βιομηχανίες που οι τελευταίες αποτελούσαν την πλειοψηφία των εργαζομένων. Οι προσπάθειες του κόμματος προκαλούσαν τις αντιδράσεις των ανδρών που θεωρούσαν τις εργάτριες  απειλή για τις θέσεις εργασίας.

Έξι βδομάδες μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο γάμος είχε αντικατασταθεί με μια απλή πολιτική καταχώρηση  και το διαζύγιο παραχωρούνταν εύκολα, μόνο με την αίτηση του ενός εκ των δύο συντρόφων. Αυτά τα μέτρα περιλήφθηκαν ένα χρόνο αργότερα στον οικογενειακό κώδικα, και έκαναν τις γυναίκες ίσες απέναντι στο νόμο. Ο θρησκευτικός έλεγχος καταργήθηκε αφαιρώντας αιώνες θεσμικής καταπίεσης με μια μόνο κίνηση. Το διαζύγιο μπορούσε να δοθεί σε οποιονδήποτε από τους δύο συντρόφους χωρίς δηλωμένο λόγο, οι γυναίκες  είχαν το δικαίωμα να κερδίζουν τα δικά τους  χρήματα και κανείς σύντροφος δεν είχε το δικαίωμα στην περιουσία του άλλου. Η φράση «νόθο παιδί» εξαφανίστηκε – αν μια γυναίκα δεν ήξερε ποιος ήταν ο πατέρας τους παιδιού της, όλοι οι προηγούμενοι σύντροφοί της αναλάμβαναν τη συλλογική ευθύνη του παιδιού. Το 1920 η Ρωσία έγινε η πρώτη χώρα που νομιμοποίησε την έκτρωση κατόπιν αιτήματος.

Το 1917, η επανάσταση ξεκίνησε και συνεχίστηκε από τις γυναίκες και κατά τη διάρκεια των πρώτων  χρόνων, πολλές παλιομοδίτικες αντιλήψεις που θεωρούσαν τις γυναίκες κατώτερες, ιδιοκτησία των ανδρών, παθητικές, οπισθοδρομικές, συντηρητικές, χωρίς αυτοπεποίθηση και αδύναμες όταν τις προκαλούσαν, αν και δεν εξαλείφθηκαν, τουλάχιστον κλονίστηκαν από τη δράση των γυναικών και την αφοσίωσή τους στην πολιτική.

Όμως η Ρώσικη Επανάσταση δεν εξάλειψε την αντρική κυριαρχία, ούτε απελευθέρωσε τις γυναίκες. Οι καταστροφικές συνέπειες του εμφυλίου πολέμου και οι μεταγενέστερες στρεβλώσεις της σοβιετικής κυβέρνησης δεν έκαναν εφικτές αυτές τις δυνατότητες. Οι ανισότητες παρέμειναν. Λίγες γυναίκες κατείχαν αξιώματα, λίγες είχαν εκλεχτεί σε όργανα διοίκησης και οι σεξιστικές ιδέες δεν μπορούσαν απλά να εξαφανιστούν στις ακραίες συνθήκες που ακολούθησαν του Οκτώβρη.

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, οι γυναίκες δεν συμμετείχαν ισότιμα με τους άντρες, ούτε συμμετείχαν τόσο στα υψηλότερα επίπεδα των πολιτικών διαδικασιών, αλλά παρ όλους τους περιορισμούς της ζωής τους, ξεπέρασαν κάθε προσδοκία και καθόρισαν την κατεύθυνση της επανάστασης. Όπως λένε οι  ΜακΝτέρμιτ και Χάιλερ[iv]:

Πράγματι, ο διαχωρισμός εργασίας ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες παρέμεινε, αντί όμως να φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες απέτυχαν να κλονίσουν την αντρική κυριαρχία, μπορούμε να εστιάσουμε στο πως ελίχθηκαν μέσα στην παραδοσιακή τους σφαίρα και τι σημασία είχε αυτό τελικά για την επαναστατική διαδικασία.

Οι γυναίκες αποτελούν μέρος της επανάστασης του 1917, έγραψαν ιστορία μαζί με τους άντρες, όχι ως παθητικοί θεατές ή σαν ασήμαντες προσωπικότητες αλλά ως γενναίες συμμετέχουσες, των οποίων η δέσμευση μετρούσε πολύ αφού σηματοδοτούσε μια συνολική απόρριψη της κυρίαρχης καταπίεσης τους. Βλέποντας την επανάσταση μέσα από τα μάτια των γυναικών, μας δίνεται η δυνατότητα μιας πλούσιας ανάγνωσης αυτού του γεγονότος που μέχρι σήμερα παραμένει η πιο μετασχηματιστική ιστορική στιγμή στη ζωή των γυναικών.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Jacobin

Μετάφραση: Κατερίνα Σεργίδου

Πηγή: Rproject

 

ΣτΜ:

[i]  Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο,  Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης  του Λέων Τρότσκι. Για τη μετάφραση χρησιμοποιήθηκε η  ελληνική έκδοση, Παρασκήνιο, 2006.

[ii] Πρόκειται για απόσπασμα  από ομιλία της Αλεξάνδρα Κολλοντάϊ σε ένα φεμινιστικό συνέδριο του 1908 που  δημοσιεύτηκε το 1909 με τον τίτλο: « Η κοινωνική βάση του γυναικείου ζητήματος» (The Social Basis of the Woman Question)  . Το κείμενο περιλαμβάνεται στο Selected Writings of Alexandra Kollontai, Allison & Busby, 1977 και δεν έχει μεταφραστεί μέχρι τώρα στα ελληνικά.

[iii] Ο Robert Service είναι Ιστορικός και έχει ασχοληθεί  επισταμένα με την ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης. Το απόσπασμα  που αναφέρεται στο άρθρο είναι από το βιβλίο  The Russian Revolution, 1900-1927  , Humanities Press International, 1986

[iv] Οι Anna Hillyar and Jane McDermid είναι ιστορικοί της Ρώσικης Επανάστασης και έχουν συγγράψει βιβλία για το ρόλο των γυναικών στην επανάσταση.

Share

Όταν οι ομοφυλόφιλοι και οι Μαύροι Πάνθηρες ενώθηκαν

gays_black_panthers

του Noel Halifax

Τον Αύγουστο του 1970 ο Χιούι Νιούτον έγραψε στην εφημερίδα των Μαύρων Πανθήρων μια «Επιστολή προς τους Επαναστάτες Αδελφούς και Επαναστάτριες Αδελφές για την Απελευθέρωση των Γυναικών και την Απελευθέρωση των Ομοφυλοφίλων», υποστηρίζοντας ότι ήταν σύμμαχα επαναστατικά κινήματα και ζητώντας τη δέσμευση των Πανθήρων ότι θα υποστηρίξουν την απελευθέρωση των ομοφυλοφίλων.

Αυτό ήταν ασυνήθιστο για μια εποχή, όπως τη δεκαετία του 1970 κατά την οποία ο σταλινισμός και ο μαοϊσμός που κυριαρχούσαν στην αριστερά, ειδικά στις ΗΠΑ, έβλεπαν και οι δύο την ομοφυλοφιλία σαν μια αστική παρέκκλιση – ένα χόμπι για τις παρακμιακές ανώτερες τάξεις. Λοιπόν, πώς προέκυψε αυτό;

Την άνοιξη του 1970, οι Μαύροι Πάνθηρες βρίσκονταν σε δύσκολη κατάσταση. Είχαν δημιουργηθεί το 1966 στις μαύρες γειτονιές. Μετά τις πολιτικές εκρήξεις του 1968 το κράτος των ΗΠΑ και το ειδικά FBI αποφάσισαν να τους βγάλουν απ’ τη μέση.

Δολοφονούνταν, διώκονταν και δέχονταν επιθέσεις σε τέτοιο σημείο, που βρίσκονταν σε κίνδυνο κατάρρευσης. Ο Μπόμπι Σιλ, φυλακισμένος από το 1968, περίμενε τη δεύτερη δίκη του. Είκοσι πάνθηρες συνελήφθησαν στη Νέα Υόρκη για συνωμοσία εναντίον της χώρας τους (ανάμεσά τους και η  Ερίκα Χάγκινς που επρόκειτο να γεννήσει στη φυλακή τον ράπερ Τούπακ Σακούρ) και η εγγύηση που τους ζητήθηκε ήταν 2,1 εκατομμύρια δολάρια.

Ο Έλντριτζ Κλίβερ, φοβούμενος τη δολοφονία ή τη σύλληψη, είχε καταφύγει στην Κούβα και στη συνέχεια, στην Αλγερία. Οι Μαύροι Πάνθηρες αντιμετώπιζαν τεράστια νομικά έξοδα, ενώ την ίδια στιγμή ένα μεγάλο μέρος της προηγούμενης υποστήριξή τους από την αριστερά είχε στερέψει. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες ο Γάλλος συγγραφέας Ζαν Ζενέ δέχτηκε ένα τηλεφώνημα. Ο Μαύρος Πάνθηρας Ντέιβιντ Χίλλιαρντ απευθύνθηκε στον Ζαν Ζενέ για να ζητήσει τη βοήθεια και την υποστήριξή του.

Η απάντηση του Ζενέ ήταν άμεση: ρώτησε τι θα μπορούσε να κάνει και μέσα σε μια βδομάδα βρισκόταν σε περιοδείες στις πανεπιστημιουπόλεις και τις μεγάλες πόλεις των ΗΠΑ για να συγκεντρωθούν χρήματα. Έκανε επίσης σκληρή κριτική στην αριστερά, και ιδιαίτερα στο SDS (Φοιτητές για μια Δημοκρατική Κοινωνία, η κύρια οργάνωση των αριστερών φοιτητών), επειδή δεν ήταν περισσότερο αποφασιστική στην αλληλεγγύη της προς τους Πάνθηρες.

Η περιοδεία τριών μηνών ήταν αξιοσημείωτη και για τον λόγο, ότι ο Ζενέ βρισκόταν στις ΗΠΑ παράνομα. Του είχαν αρνηθεί βίζα για να μπει στις ΗΠΑ επειδή είχε καταδικαστεί πολλές φορές ως εγκληματίας και ήταν ένας από τους πιο διαβόητους ομοφυλόφιλους στον κόσμο, για να μην αναφέρουμε τις σχέσεις του με την επαναστατική αριστερά στη Γαλλία. Έτσι ταξίδεψε στον Καναδά, πέρασε κρυφά τα σύνορα και εμφανίστηκε να μιλάει σ’ αυτή τη μεγάλη περιοδεία ενώ τον παρακολουθούσε σε όλη τη διαδρομή το FBI. Τέτοια ήταν η φήμη του, που ποτέ δεν συνελήφθη.

Ο Ζαν Ζενέ ήταν ένα ορφανό αγνώστου πατέρα που το εγκατέλειψε η πόρνη μητέρα του και μεγάλωσε στο φοβερό ημι-στρατιωτικό σύστημα των ορφανοτροφείων της Γαλλίας στη δεκαετία του 1910. Μεγάλωσε σαν κλέφτης, πόρνη τραβεστί, διαρρήκτης και αλήτης, ζώντας στους δρόμους των πόλεων της Γαλλίας και της Ισπανίας της δεκαετίας του 1930. Απεχθανόταν την αξιοσέβαστη γαλλική κοινωνία.

gays_black_panthers2

Φυλακή

Το 1948 βρισκόταν στη φυλακή σε ισόβια κάθειρξη. Έγραψε κάτω από τις πιο άθλιες συνθήκες, συχνά σε χαρτί τουαλέτας. Ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν Πολ Σαρτρ και άλλοι στην αριστερά είδαν τα κείμενά του και ενδιαφέρθηκαν για την περίπτωσή του. Μετά από μια εκστρατεία που έκαναν του δόθηκε χάρη και αποφυλακίστηκε. Το πρώτο του μυθιστόρημα εκδόθηκε λίγο μετά τον πόλεμο και ακολούθησαν πολλά, καθώς και θεατρικά έργα, τη δεκαετία του ’50 και του ’60.

Ήταν υπόδειγμα Γάλλου υπαρξιστή συγγραφέα, χωρίς ντροπή για την ομοφυλοφιλία του. Έγραψε λεπτομερείς περιγραφές και συναισθηματικά δράματα για την ομοφυλόφιλη σεξουαλικότητα σε μια εποχή που η ομοφυλοφιλία ήταν παράνομη και έξω από τους κύκλους των μποέμ, θεωρούνταν στην καλύτερη περίπτωση ασθένεια.

Το ενδιαφέρον του Ζενέ για τους Μαύρους Πάνθηρες ήταν έντονο και τους υποστήριξε από την αρχή. Το 1958 έγραψε το θεατρικό έργο Les Negres, που μεταφράστηκε το 1960 στα αγγλικά ως The Blacks [στα ελληνικά: Οι Νέγροι]: μια παντομίμα, ένα έργο με κατάμαυρο καστ και ένα θέμα εκδίκησης ενάντια στους καταπιεστές.

Πρωτοπαίχτηκε στη Νέα Υόρκη το 1961 και επρόκειτο να παίζεται μέχρι το 1963, όταν μεταφέρθηκε στο Μόντρεαλ. Ήταν ένα καθοριστικό έργο για την ανάπτυξη του μαύρου θεάτρου στην Αμερική και πρωταγωνίστησαν αυτοί και αυτές που θα γινόταν η αφρόκρεμα του μαύρου αμερικανικού θεάτρου, ανάμεσά τους ο Τζέιμς Ερλ Τζόουνς και η Μάγια Αγγέλου.

Εξαιτίας αυτού του έργου ο Ζενέ απέκτησε κύρος στη μαύρη Αμερική. Όπως είπε η Άντζελα Ντέιβις, εξαιτίας αυτού του έργου ο Ζαν Ζενέ θεωρήθηκε σύμμαχος. Ήταν επίσης διάσημος επειδή υποστήριξε την Αλγερία εναντίον της χώρας του, καταγγέλλοντας τον γαλλικό και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Η μοναδική προηγούμενη φορά που ο Ζενέ βρέθηκε στις ΗΠΑ ήταν τον Αύγουστο του 1968, όταν πήρε μέρος στη συγκέντρωση της αριστεράς και στη μεγάλη κινητοποίηση ενάντια στο Εθνικό Συνέδριο των Δημοκρατικών στο Σικάγο. Έζησε από πρώτο χέρι τα γεγονότα και ήταν εδώ που μίλησε με τους συγγραφείς Μπάροουζ και Άλλαν Γκίνσμπεργκ και συναντήθηκε για πρώτη φορά με τους Μαύρους Πάνθηρες.

Η Άντζελα Ντέιβις ήταν μεταφράστρια του Ζενέ στην περιοδεία του 1970 και περιγράφει τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Μαύροι Πάνθηρες να πείσουν τους διστακτικούς λευκούς ριζοσπάστες να τους υποστηρίξουν. Στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες είχε ανακοινωθεί ότι θα ερχόταν να μιλήσει ο Ζαν Ζενέ, αλλά δεν ανέφθηκε ότι ήταν εκεί για να υποστηρίξει τους Μαύρους Πάνθηρες. Εμφανίστηκε ένα τεράστιο, σε μεγάλο βαθμό λευκό κοινό, αλλά όταν έγινε σαφές ότι ο Ζενέ δεν θα μιλούσε για το έργο του αλλά μόνο για τους Μαύρους Πάνθηρες, περισσότεροι απ’ τους μισούς έφυγαν.

Η Ντέιβις θυμάται, επίσης, ότι κατά τη διάρκεια της περιοδείας του, όχι μόνο δεν κράτησε μυστική την ομοφυλοφιλία του, αλλά προκάλεσε σκόπιμα συζήτηση – μία φορά ντυμένος drag – και τσακώθηκε με τους Πάνθηρες για την ομοφοβία τους και τη χρήση λέξεων, όπως πούστης. Πιστεύει ότι η λογομαχία οδήγησε αργότερα στο άρθρο του Χιούι Νιούτον στην εφημερίδα των Μαύρων Πανθήρων το οποίο υποστήριζε την απελευθέρωση των ομοφυλοφίλων.

Σήμερα το LGBT κίνημα είναι αξιοσέβαστο, κυριαρχούμενο από τη λευκή μεσαία τάξη, με τις ετήσιες πορείες υπερηφάνειας με τον έλεγχο των εταιρειών και με τις περισσότερες από τις πολιτικές του να είναι άχρωμες. Αυτό δεν ίσχυε πάντα. Και οι θαρραλέες προσπάθειες του Ζαν Ζενέ δεν ήταν ο μόνος λόγος που οι Πάνθηρες υποστήριξαν την απελευθέρωση των ομοφυλοφίλων.

gays_black_panthers3

Κίνημα

Ένα βασικό πρόσωπο στο κέντρο της εξέγερσης στο Stonewall Inn το 1969 ήταν η Σύλβια Ριβέρα. Όπως το περιγράφει η ίδια, μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα, από τι αποτελούνταν το ομοφυλοφιλικό κίνημα με το οποίο σχετίστηκαν οι Πάνθηρες:

«[οι μπάτσοι] μας οδήγησαν έξω από το μπαρ και μας πήγαν όλους στις αστυνομικές κλούβες. Οι μπάτσοι μας έσπρωχναν στα κάγκελα και τους φράκτες. Ο κόσμος άρχισε να πετάει κέρματα στους μπάτσους. Και ύστερα άρχισε να πετάει μπουκάλια… Δεν μπορούσαμε να ανεχτούμε άλλο αυτά τα σκατά.

Στο δρόμο βρίσκονταν γκέι μπροστά από το Village – άστεγοι άνθρωποι που ζούσαν στο πάρκο της πλατείας Σέρινταν έξω από το μπαρ – και ύστερα drag queens πίσω τους και όλοι πίσω μας. Οι τηλεφωνικές γραμμές του Stonewall Inn κόπηκαν και μείναμε στο σκοτάδι.»

Είναι σαφές ότι πολλοί από τους εξεγερμένους ήταν Λατινοαμερικάνοι σαν τη Σύλβια Ριβέρα ή μαύροι όπως  η φίλη και σύντροφος της Marsha P Johnson. Από την εξέγερση ιδρύθηκε το Gay Liberation Front (GLF) με το δικό του πρόγραμμα που καλούσε  σε επανάσταση. Η Σύλβια και η Μάρσα βοήθησαν επίσης να ιδρυθεί το STAR (Street Transvestites Action Revolutionaries), καταλαμβάνοντας ένα άδειο κτίριο για να γίνει μια βάση για τις νέες άστεγες τραβεστί του δρόμου.

Στη Λαϊκή Επαναστατική Συνέλευση στην Φιλαδέλφεια το 1971 η Σύλβια συναντήθηκε με τον Χιούι Νιούτον. Η ίδια λέει ότι ο Χιούι Νιούτον συμφώνησε ότι τέτοιες ομάδες όπως το GLF και το STAR ήταν επαναστατημένος λαός.

Ενώ οι Μαύροι Πάνθηρες πείστηκαν να υποστηρίξουν την απελευθέρωση των ομοφυλόφιλων, πολλές άλλες αριστερές ομάδες που προέρχονταν από ένα σταλινικό ή μαοϊκό πλαίσιο εξακολουθούσαν ακόμα να βλέπουν το κίνημα των ομοφυλοφίλων ως «παρακμιακό». Αλλά και η φιλελεύθερη αριστερά διακωμώδησε το GLF. Η εφημερίδα Village Voice, εκείνη την περίοδο μια ριζοσπαστική και αριστερή εφημερίδα, έκανε πλάκα ότι η εξέγερση του Stonewall συνέβη πιθανώς επειδή οι βασίλισσες ήταν αναστατωμένες για το θάνατο της Τζούντι Γκάρλαντ.

Το γεγονός ήταν ότι οι Μαύροι Πάνθηρες και το πρώιμο γκέι κίνημα, ήταν κινήματα από την ίδια τάξη, και τα δυο από το δρόμο, και συχνά στους ίδιους δρόμους και τα μπαρ. Ο Malcolm X, πριν γίνει ο Malcolm X, ήταν ένας μικοαπατεώνας του δρόμου, το βαποράκι Malcolm Little, που άραζε σε ένα μπαρ στη Βοστώνη παρόμοιο με το Stonewall Inn της Νέας Υόρκης, μαζί με ντραγκ βασίλισσες, εμπόρους ναρκωτικών και ανθρώπους του δρόμου και, όπως φαίνεται, είχε ομοφυλόφυλους εραστές και ένα πλούσιο λευκό αγόρι.

Το μαύρο επαναστατικό κίνημα της δεκαετίας του 1960 και το γκέι κίνημα είχαν ένα πολύ σημαντικό κοινό στοιχείο – την τάξη, όχι τη βιομηχανική, οργανωμένη εργατική τάξη, αλλά την ανοργάνωτη εργατική τάξη του δρόμου. Και τα δυο κινήματα  προέρχονταν από τους δρόμους και τα αντίστοιχα γκέτο τους, τα οποία αποκάλυψαν η Σύλβια Ριβέρα και η Μάρσα Τζόνσον δεν ήταν κλειστά κιβώτια. Η Σύλβια ήταν ενεργή στο γκέι Greenwich Village στο κέντρο της πόλης και στο ισπανικό Χάρλεμ, ήταν μέλος του STAR, του GLF και του εθνικού κινήματος Young Lords των Πορτορικανών.

Επιφανειακά ήταν πολύ διαφορετικές οργανώσεις καταπιεσμένων, σε σχέση με την καταπιεζόμενη ομάδα, αλλά οργανώνονταν από τους ίδιους δρόμους και γειτονιές. Και η Μάρσα ήταν κι αυτή ενεργή στο GLF και στο STAR, αλλά και στο Χάρλεμ. Πίσω από τις διαφορές των ποικίλων μορφών καταπίεσης υπήρχαν οι ομοιότητες της τάξης.

gays_black_panthers4

Άστεγοι

Αυτά τα κινήματα χτίστηκαν από και για τους δρόμους – έξω απ’ τις ντουλάπες και στους δρόμους, όπως ήταν το σύνθημα. Οι άστεγοι και οι περιπλανώμενοι, οι νέοι άνθρωποι που ξέφευγαν από τα καταπιεστικά περιβάλλοντα, συνδέθηκαν με ένα τεράστιο αριθμό ανυπότακτων.

Την εποχή εκείνη οι ΗΠΑ έκαναν επιστράτευση και οι εκατοντάδες χιλιάδες των φτωχών, οι οποίοι δεν μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά να εξαγοράσουν την θητεία τους, ξέφευγαν πηγαίνοντας στο περιθώριο. Εδώ υπήρχε ένας δυναμικός στρατός δυσαρεστημένων νέων ανδρών και γυναικών στις μεγάλες πόλεις, αποξενωμένων από την υπόλοιπη κοινωνία, λόγω επιστράτευσης και ανοικτών στην επαναστατική πολιτική.

Οι πολιτικές του ΛΟΑΤ και του μαύρου κινήματος έχουν από καιρό απομακρυνθεί από τις αρχικές τους ρίζες στις πολιτικές αυτής της επαναστατικής αλλά ασταθούς τάξης. Η ροζ οικονομία και η μαύρη μεσαία τάξη έχουν διαγράψει τις αντίστοιχες καταγωγές τους εδώ και δεκαετίες.

Πρόσφατα, ωστόσο, κάποιες από αυτές τις επαναστατικές ρίζες ξαναβγήκαν στην επιφάνεια με τις αναταραχές στις ΗΠΑ εναντίον των αστυνομικών που δολοφόνησαν νεαρούς μαύρους και με τις διαφωνίες στο Pride του Λονδίνου αυτής της χρονιάς.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Socialist Review, τεύχος 404, Ιούλιος/Αύγουστος 2015.

Μετάφραση: e la libertà

 

Επιστολή προς τους Επαναστάτες Αδελφούς και Επαναστάτριες Αδελφές για την Απελευθέρωση των Γυναικών και την Απελευθέρωση των Ομοφυλοφίλων

του Huey Newton

Τα τελευταία χρόνια οι γυναίκες και οι ομοφυλόφιλοι έχουν αναπτύξει ισχυρά κινήματα ζητώντας την ελευθερία τους. Έχει δημιουργηθεί, όμως, μια αμφιβολία όσον αφορά το πώς θα συσχετιστούμε μ’ αυτά τα κινήματα.

Όποιες κι αν είναι οι προσωπικές σας αντιλήψεις και οι ανασφάλειές σας για την ομοφυλοφιλία και τα διάφορα απελευθερωτικά κινήματα των ομοφυλόφιλων και των γυναικών (και αναφέρομαι στους ομοφυλόφιλους και τις γυναίκες ως καταπιεσμένες ομάδες) πρέπει να προσπαθήσουμε να ενωθούμε μαζί τους σε μια επαναστατική κατεύθυνση. Λέω «όποιες κι είναι οι ανασφάλειές σας» γιατί όπως ξέρουμε πολύ καλά, καμιά φορά θέλουμε ενστικτωδώς να χτυπήσουμε κάποιον ομοφυλόφιλο στη μούρη, και να πούμε σε μια γυναίκα να βγάλει το σκασμό. Θέλουμε να του σπάσουμε τη μούρη επειδή φοβόμαστε ότι ίσως είμαστε κι εμείς ομοφυλόφιλοιˑ και θέλουμε να χτυπήσουμε μια γυναίκα ή να την κάνουμε να σκάσει γιατί φοβόμαστε ότι μπορεί να μας ευνουχίσει, ή να μας στερήσει τον ανδρισμό που μπορεί να μην έχουμε καν.

Πρέπει να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη στους εαυτούς μας, κι επομένως να αποκτήσουμε σεβασμό και αισθήματα για όλους τους καταπιεσμένους ανθρώπους. Δεν πρέπει να αναπαράγουμε τη ρατσιστική συμπεριφορά που οι Λευκοί ρατσιστές χρησιμοποιούν εναντίον των ανθρώπων μας επειδή είναι Μαύροι και φτωχοί. Πολλές φορές ο πιο φτωχός Λευκός είναι και ο πιο ρατσιστής γιατί φοβάται ότι μπορεί να χάσει κάτι, ή να ανακαλύψει κάτι που δεν έχει. Έτσι, είστε κάτι σαν απειλή γι αυτόν. Αυτό το είδος ψυχολογίας τίθεται σε λειτουργία όταν βλέπουμε καταπιεσμένους ανθρώπους και είμαστε θυμωμένοι μαζί τους εξαιτίας της ιδιαίτερης συμπεριφοράς τους, ή της ιδιαίτερης απόκλισής τους από την κυρίαρχη νόρμα.

Θυμηθείτε, δεν έχουμε εγκαθιδρύσει ένα επαναστατικό αξιακό σύστημαˑ δεν είμαστε παρά μόνο στη διαδικασία εγκαθίδρυσής του. Δεν θυμάμαι να έχουμε δημιουργήσει τίποτα αξίες που να λένε ότι ένας επαναστάτης πρέπει να εκτοξεύει προσβολές εναντίον των ομοφυλόφιλων, ή ότι ένας επαναστάτης πρέπει να σιγουρευτεί ότι οι γυναίκες δεν θα μιλάνε άφοβα για τον τρόπο που καταπιέζονται. Για την ακρίβεια, ισχύει το ακριβώς αντίθετο: λέμε ότι αναγνωρίζουμε το δικαίωμα των γυναικών να είναι ελεύθερες. Δεν έχουμε πει τίποτα όσον αφορά τους ομοφυλόφιλους αλλά πρέπει να αποκτήσουμε σχέση με το κίνημα των ομοφυλόφιλων γιατί αποτελεί ένα πραγματικό διακύβευμα. Και ξέρω τόσο μέσα από το διάβασμα όσο και από την προσωπική μου εμπειρία και την παρατήρηση ότι σ’ αυτήν την κοινωνία στους ομοφυλόφιλους δεν έχει δοθεί καμιά ελευθερία από κανένα. Πιθανόν να είναι τα πιο καταπιεσμένα άτομα της κοινωνίας.

Και τι είναι αυτό που τους έκανε ομοφυλόφιλους; Ίσως είναι ένα φαινόμενο που δεν το καταλαβαίνω πλήρως. Κάποιοι λένε ότι είναι η παρακμή του καπιταλισμού. Δεν ξέρω αν είναι αυτή η απάντηση. Μάλλον αμφιβάλλω. Αλλά όποια κι αν είναι η απάντηση, αυτό που ξέρουμε είναι ότι η ομοφυλοφιλία αποτελεί μια υπαρκτή συνθήκη και πρέπει να την κατανοήσουμε στην πιο αγνή της μορφή: η οποία είναι ότι ένα άτομο πρέπει να έχει την ελευθερία να κάνει το σώμα του ό,τι θέλει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να δεχτούμε πτυχές της ομοφυλοφιλίας που δεν τις θεωρούμε επαναστατικές. Αλλά κανείς δεν μπορεί να πει ότι ένας ομοφυλόφιλος δεν μπορεί να είναι επίσης και επαναστάτης. Και ίσως να εκφράζω κάπως τις προκαταλήψεις μου λέγοντας ότι «ακόμα κι ένας ομοφυλόφιλος μπορεί να είναι επαναστάτης». Το αντίθετο μάλιστα, ίσως ένας ομοφυλόφιλος θα μπορούσε να είναι ο πιο επαναστάτης.

Όταν έχουμε επαναστατικά συνέδρια, συλλαλητήρια και διαδηλώσεις, πρέπει να υπάρχει πλήρης συμμετοχή των κινημάτων για την απελευθέρωση των ομοφυλόφιλων και των γυναικών. Κάποιες ομάδες μπορεί να είναι πιο επαναστατικές από άλλες. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε τεχνηέντως τις ενέργειες κάποιων λίγων για να πούμε ότι είναι όλοι αντιδραστικοί και αντεπαναστάτες, γιατί δεν είναι.

Πρέπει να αποκτήσουμε σχέσεις μ’ αυτές τις οργανώσεις, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που σχετιζόμαστε με οποιαδήποτε άλλη ομάδα ή κόμμα που ισχυρίζεται ότι είναι επαναστατικό. Πρέπει να κρίνουμε με κάποιο τρόπο κατά πόσο αυτές οι οργανώσεις λειτουργούν με έναν ειλικρινή επαναστατικό τρόπο και από μια πραγματικά καταπιεσμένη θέση. Και θα συμφωνήσουμε ότι εάν είναι γυναίκες μάλλον είναι καταπιεσμένες. Αν κάνουν πράγματα που δεν είναι επαναστατικά ή είναι αντεπαναστατικά, τότε ασκήστε τους κριτική. Αν πιστεύουμε ότι το πνεύμα μιας ομάδας συνεπάγεται και μια επαναστατική πρακτική αλλά δεν ερμηνεύουν σωστά την επαναστατική φιλοσοφία, ή δεν αντιλαμβάνονται τη λειτουργία της διαλεκτικής των κοινωνικών δυνάμεων, σ’ αυτό είναι που πρέπει να ασκήσουμε κριτική κι όχι να κριτικάρουμε τις ίδιες γιατί είναι γυναίκες που προσπαθούν να είναι ελεύθερες. Και το ίδιο ισχύει και για τους ομοφυλόφιλους. Ποτέ δεν πρέπει να λέμε ότι ένα ολόκληρο κίνημα είναι αφερέγγυο όταν εκ των πραγμάτων προσπαθεί να εμπνεύσει εμπιστοσύνη. Απλώς κάνουν καλοπροαίρετα λάθη. Στους φίλους επιτρέπονται τα λάθη. Στον εχθρό είναι που δεν επιτρέπονται τα λάθη, γιατί η ίδια του ύπαρξη είναι ένα λάθος από το οποίο και υποφέρουμε. Αλλά το μέτωπο για την απελευθέρωση των γυναικών και των ομοφυλόφιλων είναι φίλοι μας, εν δυνάμει σύμμαχοί μας και χρειαζόμαστε όσο πιο πολλούς συμμάχους γίνεται.

Πρέπει να είμαστε θετικά διακείμενοι να συζητάμε για τις ανασφάλειες που πολλοί έχουν για την ομοφυλοφιλία. Κι όταν λέω «ανασφάλειες», εννοώ το φόβο ότι αποτελούν κάποιο είδος απειλής για τον ανδρισμό μας. Μπορώ να καταλάβω αυτό το φόβο. Εξαιτίας μιας διαρκούς συνθήκης που δημιουργεί ανασφάλεια στον Αμερικάνο άνδρα, η ομοφυλοφιλία ίσως μας δημιουργεί σοβαρές επιφυλάξεις. Κι εγώ ο ίδιος έχω επιφυλάξεις για την ανδρική ομοφυλοφιλία, αλλά απ’ την άλλη, δεν έχω καμιά επιφύλαξη για την γυναικεία ομοφυλοφιλία. Κι αυτό είναι ένα ζήτημα από μόνο του. Πιστεύω ότι είναι έτσι επειδή η ανδρική ομοφυλοφιλία είναι απειλή για μένα ενώ η γυναικεία όχι.

Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν χρησιμοποιούμε λέξεις που διώχνουν τους φίλους μας. Οι όροι «αδερφή» και «λούγκρα» πρέπει να διαγραφούν από το λεξιλόγιό μας, και κυρίως δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε λέξεις που αρχικά χρησιμοποιήθηκαν για τους ομοφυλόφιλους σε άνδρες που είναι εχθροί του λαού, όπως ο Nixon ή ο Mitchel. Οι ομοφυλόφιλοι δεν είναι εχθροί του λαού.

Πρέπει να δημιουργήσουμε μια πραγματική συμμαχία με τις οργανώσεις για την απελευθέρωση των γυναικών και των ομοφυλόφιλων. Πρέπει πάντα να χειριζόμαστε τις κοινωνικές δυνάμεις με τον πιο κατάλληλο τρόπο.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Περιοδική αντιφασιστική έκδοση, 30 Σεπτεμβρίου 2015.

Πηγή των κειμένων: elaliberta

gays_black_panthers5

 

Share

Αι σωφρατζέτ: αναγνώσματα δια κυρίας

Suffragettes

Το Φεβρουάριο του 1908 οι “σωφρατζέτ” μεταξύ των οποίων και η Emily Pankhurst προσπάθησαν να μπουν στην αγγλική Βουλή και  δώσουν ένα ψήφισμα διαμαρτυρίας για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών στον τότε Πρωθυπουργό H. Asquith. Η ίδια η Pankhurst συνελήφθη για πρώτη φορά, και όπως και πολλές άλλες “σωφρατζέτ”, καταδικάστηκε σε έξι μήνες φυλάκισης για παρεμπόδιση. Η φυλάκιση τους υπήρξε και η αφορμή για να αρχίσει πλέον το κίνημα να παίρνει δημοσιότητα και το αίτημα τους να γίνεται γνωστό.

ΤΡΙΤΗ 5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1908

“ΑΘΗΝΑΙ”

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΔΙΑ ΚΥΡΙΑΣ

ΑΙ ΣΩΦΡΑΤΖΕΤ

Μα είνε να τας λησμονή κανείς; Πάλιν νέας ειδήσεις αγγέλλουν τα αγγλικά φύλλα. Αι σωφρατζέτ πάλιν έκαμαν πραγματικωτάτην και επιστημονικήν έφοδον κατά του Αγγλικού Κοινοβουλίου προ πέντε ημερών επί τω τέλει να επιδώσουν έστω και διά της βίας μίαν αναφοράν εις τον Πρόεδρον αυτού. Ολίγω προ της 4 μ.μ. ώρας ο κόσμος είδε να σταματούν κοντά εις μίαν από τας μεγάλας πύλας του Βουλευτηρίου, δύο τεράστια κάρρα της μετακομίσεως κεκαλυμμένα.

Αιφνιδίως αι θυρίδες ήνοιξαν και τριάκοντα περίπου γυναίκες εξεπήδησαν, ως λύκαιναι δε πεινασμέναι επέπεσαν κατά της πύλης.

Η έφοδος αυτή, καίτοι δεν ανεμένετο – που να υποθέση κανείς ότι αι σωφρατζέτ θα μετεχειρίζοντο δια την άλωσιν του Κοινοβουλίου δύο Δουρείους ίππους – απεκρούσθη εν τούτοις μετά πολλής δραστηριότητος· μερικαί όμως από τας εφορμήσασας κατώρθωσαν να διαφύγουν από τας χείρας των συλλαβόντων αυτάς και να διαβούν το κατώφλιον του Κοινοβουλίου. Αλλ’ οι θυρωροί κατώρθωσαν ταχέως ν’ ανακτήσουν το απολεσθέν έδαφος.

Οι διαβάται οι σπεύσαντες εις τας κραυγάς εγιουχάϊσαν σαρκαστικώτατα την πομπήν των ηττημένων. Τούτο δε εξηρέθισε τας σωφρατζέτ αι οποίαι στραφείσαι εκ νέου εφώρμησαν κατά του Βουλευτηρίου ως λυσσιασμέναι.

Τέλος οι προσδραμόντες αστυφύλακες τας συνέλαβον, τας έδεσαν και τας απήγαγον. Αι συλληφθείσαι ανέρχονται εις πεντήκοντα και τέσσαρας.

Και πάλιν όμως δεν ησύχασαν αι άλλαι σωφρατζέτ, διότι περί την 7 μ.μ. ώραν νέα έφοδος 100 περίπου σωφρατζέτ εγένετο, αλλά και άλλαι είκοσι συλλήψεις επηκολούθησαν. Εάν εξακολουθήσουν αι έφοδοι αυταί θα φθάση η στιγμή κατά την οποίαν θηλυκή γάτα δεν θα μείνη έξω των φυλακών.

Ψηφιοποίηση: Λίνα Φιλοπούλου

σουφραζέτες

Share

8 Μαρτίου: μια γυναικεία ιστορία αγώνα

image1

της Esra Dogan

Σήμερα είναι 8 του Μάρτη, η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας. Είναι η ημέρα κατά την οποία οι περισσότερες από εμάς τις γυναίκες θα λάβουν προσφορές σε καλλυντικά, ρούχα, οικιακές συσκευές από τις εταιρείες που θα κάνουν ουρά για να μας κάνουν να νιώσουμε ξεχωριστές και η ημέρα στην οποία θα λάβουμε φιλιά και λουλούδια από τους άντρες γύρω μας που θέλουν να νιώσουμε ότι μας σέβονται.

Όμως τι σημαίνει η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας και γιατί γιορτάζεται στις 8 Μαρτίου; Αμφιβάλλω εάν πέρα από λίγες/οι γνωρίζουν τη σημαντικότητα της προέλευσης της συγκεκριμένης ημέρας, η οποία βασίζεται σε παραπάνω από ένα ιστορικά γεγονότα και αμέτρητο αριθμό γυναικών παγκοσμίως που αγωνίστηκαν για τα δικαιώματά  τους.

Για την ακρίβεια, η καθιέρωση της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας, υπήρξε η αποκορύφωση πάνω από ενός αιώνα αγώνων γυναικών μέσα στα σοσιαλιστικά, φεμινιστικά κι ενάντια στη δουλεία κινήματα. Εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες που δημιούργησαν και συμμετείχαν σε σωματεία, που κατέβηκαν σε απεργίες που διήρκησαν εβδομάδες, που βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για τα δικαιώματά τους. Υπήρξαν γυναίκες των οποίων η αποφασιστικότητα να αντιταχθούν στον πόλεμο σε αλληλεγγύη με γυναίκες σε όλο τον πλανήτη, πυροδότησε την έναρξη μίας Επανάστασης. Υπήρξαν οι γυναίκες που συνελήφθησαν από την αστυνομία ή εξορίστηκαν λόγω της προσπάθειάς τους να κινητοποιήσουν τις μάζες. Πίσω από την 8η Μαρτίου βρίσκονται γυναίκες των οποίων τα ονόματα δεν πρέπει να ξεχάσουμε, καθώς κι αυτές των οποίων τα ονόματα δεν θα γνωρίσουμε ποτέ. Παρόλα αυτά, θα πρέπει να θυμόμαστε συνεχώς ότι το θάρρος τους ήταν που διαμόρφωσε την ιστορία του αγώνα μας.

Μακάρι να γινόταν να αναφέρω στο άρθρο αυτό τις ιστορίες όλων αυτών των γυναικών με λεπτομέρεια, αλλά είναι προτιμότερο να σας παρουσιάσω σύντομα την ιστορία του αγώνα των γυναικών, την οποία τείνουμε να υπονομεύουμε, και να σας ενθαρρύνω να μάθετε περισοτερα για τις γυναίκες που βρίσκονται πίσω από τα δικαιώματα που απολαμβάνουμε σήμερα και πίσω από την μάχη μας για ισότητα.

Η πρώτη Ημέρα της Γυναίκας στις Η.Π.Α. το 1909

Οπότε, ας ξεκινήσουμε από τις αρχές του 20ου αιώνα, στη Νέα Υόρκη, όπου η πρώτη καταγεγραμμένη Ημέρα της Γυναίκας διοργανώθηκε από τις Αμερικανίδες σοσιαλίστριες στις 28 Φεβρουαρίου 1909, οι οποίες είχαν προβεί σε διαμαρτυρίες υποστηρίζοντας το δικαίωμα των γυναικών να ψηφίζουν στις εκλογές. Αυτή η μέρα, η οποία είχε επιλεγεί προς τιμή των απεργιακών κινητοποιήσεων των εργατριών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, δεν απείχε πολύ χρονικά από τις κινητοποιήσεις του 1908 του International Ladies Garment Workers Union (Παγκόσμιου Σωματείου Γυναικών Εργατριών Ενδυμασίας), στις οποίες 15.000 γυναίκες είχαν διαδηλώσει υπέρ της οικονομικής ασφάλειας, υψηλότερων μισθών και λιγότερων ωρών εργασίας.

Χωρίς αμφιβολία, πίσω από το αλληλέγγυο κίνημα των γυναικών, μέσα στο οποίο τελικά δημιουργήθηκε η έμπνευση για την Ημέρα της Γυναίκας, βρίσκονται οι ρίζες του εργατικού κινήματος. Με την άνοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού, όλο και περισσότερες γυναίκες εισήχθησαν στο εργατικό δυναμικό, ιδιαίτερα στη βιομηχανία της κλωστοϋφαντουργίας, αυξάνοντας σημαντικά τη γυναικεία παρουσία στο εργατικό κίνημα. Παρόλο που οι συγκεκριμένες γυναίκες απελευθερώνονταν από τα δεσμά των σπιτιών τους και αποκτούσαν οικονομική ανεξαρτητοποίηση, αντιτασσόμενες στον πατριαρχικό τρόπο ζωής που τους είχε επιβληθεί, γίνονταν θύματα στυγνής εκμετάλλευσης από τους καπιταλιστές που τις θεωρούσαν φτηνά εργατικά χέρια και πειθήνιες σε επισφαλείς συνθήκες εργασίας.

Καθόλου περίεργο που πολλές εξ’ αυτών που διαδήλωσαν στη Νέα Υόρκη για τα εργατικά τους δικαιώματα το 1908 ήταν νέες γυναίκες μετανάστριες από την Ευρώπη που είχαν φτάσει στις Η.Π.Α. για ένα καλύτερο μέλλον. Υποστήριζαν ενεργά τη σοσιαλιστική ατζέντα για δικαίωμα ψήφου των γυναικών σε παγκόσμιο επίπεδο και για εργατικά δικαιώματα που θα συμπεριλαμβάνουν τις γυναίκες.

Η εξέγερση των 20.000 το 1909 και η Πυρκαγιά στη Triangle Waist Company το 1911

Οι γυναίκες στο εργατικό κίνημα είχαν ένα αρκετά σημαίνοντα ρόλο στην ιστορία των σωματείων. Για παράδειγμα, η συντονισμένη απεργία που ξεκίνησε όταν οι μετανάστριες γυναίκες εργάτριες της Triangle Shirtwaist Company στη Νέα Υόρκη, αποχώρησαν από το εργοστάσιο το Νοέμβριο του 1909, διήρκησε 14 εβδομάδες και είναι γνωστή ως η Εξέγερση των 20.000, με τη συμμετοχή χιλιάδων που οργανώθηκαν ενάντια στις σκληρές συνθήκες των sweatshops στα οποία εργάζονταν. Η απεργία καταστάλθηκε βίαια, και παρότι  ήταν μόνο μερικώς πετυχημένη σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις των εργατριών, ήταν έμπνευση για όλα τα κινήματα που ακολούθησαν.

Δυστυχώς, η Triangle Shirtwaist Company είναι γνωστή περισσότερο για την τραγωδία που διαδραματίστηκε λιγότερο από 2 χρόνια αργότερα, όταν το κτίριο έπιασε φωτιά στις 25 Μαρτίου 1911, αφήνοντας 146 νεκρούς ανθρώπους, όλοι τους μετανάστες, 123 εκ των οποίων ήταν γυναίκες. Αποκαλύπτοντας τις φρικιαστικές συνθήκες εργασίας, αυτό το τραγικό περιστατικό όχι μόνο συνέβαλε στη παρουσία άνω των 100.000 ατόμων στη νεκρική πομπή των θυμάτων, αλλά και συνετέλεσε στην ψήφιση νομοθετικών αλλαγών στη Νέα Υόρκη που απαιτούσαν συγκεκριμένα μέτρα προστασίας και ασφάλειας για τον εργασιακό χώρο, θεσμοθέτηση κατώτατου μισθού για το εργατικό προσωπικό και παροχές για τους άνεργους.

image3Η Πρώτη Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας το 1911

Εντωμεταξύ, στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, το εργατικό κίνημα ηγούμενο από τις γυναίκες στην κλωστοϋφαντουργία της Βόρειας Αμερικής, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τις Ευρωπαίες γυναίκες σοσιαλίστριες για να οργανωθούν οι γυναίκες παγκοσμίως, προωθώντας την ιδέα μίας ετήσιας Ημέρας της Γυναίκας που θα προκηρυσσόταν παγκοσμίως. Το 1910, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Συνεδρίου των Σοσιαλιστριών στην Κοπεγχάγη, οι Γερμανίδες πολιτικοί του Εργατικού κόμματος Clara Zetkin και Luise Ziets, πρότειναν τη εγκαθίδρυση μίας Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας εις μνήμη των γυναικών που μάχονταν για ισότητα. Αν και δεν είχε επιλεγεί κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία, υποστηρίχθηκε η αρχή της μαζικής κινητοποίησης γυναικών σε συμφωνία με το ταξικά συνειδητοποιημένο εργατικό κίνημα των προλετάριων.

Εδώ πρέπει να ανοίξω μία παρένθεση και να μιλήσω για την Clara Zetkin, η οποία δικαίως θεωρείται ως η αρχιτέκτονας της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας. Η Zetkin, μία Γερμανίδα θεωρητική Μαρξίστρια, ακτιβίστρια και δημοσιογράφος, η οποία είχε ζήσει σχεδόν μία δεκαετία στο Παρίσι στην εξορία τη δεκαετία του 1880, αφού επέστρεψε στη Γερμανία, είχε γίνει μία από τις κύριες φιγούρες του αριστερού κόμματος SPD, μαζί με τη Rosa Luxemburg, και ήταν αυτή που ανέπτυξε το σοσιαλιστικό δημοκρατικό κίνημα των γυναικών στη Γερμανία. Η Zetkin ως γυναίκα που πίστευε ταυτόχρονα στην επαναστατική σοσιαλιστική ατζέντα, όσο και στα δικαιώματα των γυναικών, θεωρούσε τη γυναίκα της εργατικής τάξης ως την κινητήρια δύναμη στη μάχη για την απόκτηση ψήφου σε παγκόσμιο επίπεδο και την ισότητα για όλες και όλους. Οπότε, εξέφραζε ανοιχτά και ενεργά την ένταξη του γυναικείου κινήματος στο σοσιαλιστικό κίνημα της εργατικής τάξης, με βάση τα κοινά αιτήματα και στόχους, ενώ παράλληλα αρνείτο έντονα τη συμμαχία με φεμινίστριες της αστικής τάξης της εποχής, οι οποίες ενώ απαιτούσαν το δικαίωμα ψήφου, εθελοτυφλούσαν στην προαπαίτηση κατοχής τίτλου ιδιοκτησίας για την δυνατότητα ψήφου.

Συμπερασματικά, η κινητοποίηση των γυναικών εντός του εργατικού κινήματος, σύμφωνα με τις ιδέες της Zetkin και άλλων σοσιαλιστριών γυναικών στο συνέδριο της Κοπεγχάγης, ήταν το χαρακτηριστικό της πρώτης Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας, η οποία έλαβε χώρα στις 19 Μαρτίου 1911 στην Αυστρία, στη Δανία, στη Γερμανία και στην Ελβετία, όπου πάνω από ένα εκατομμύριο γυναίκες και άντρες παρευρέθηκαν, απαιτώντας το τέλος στη διάκριση βάσει φύλου στον εργασιακό χώρο και στο δικαίωμα ψήφου.

Με την έναρξη του Α’ Π.Π, η άνοδος τάσεων υπέρ του πολέμου εντός του σοσιαλιστικού κόμματος που έφερε ρήξη με τους εργάτες που ήταν συνδεδεμένοι με την Τρίτη Διεθνή είχε σημαντικές συνέπειες στην συνέχιση της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας. Η ύπαρξη και σημασία της όμως αναβίωσε με τις μετέπειτα εξελίξεις.

image4

Η Απεργία των Γυναικών στην Αγ. Πετρούπολη και η Ρωσική Επανάσταση του 1917

Όντως, το 1913 η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας αποτέλεσε το μηχανισμό για τα ειρηνευτικά κινήματα σε όλη την Ευρώπη, όπου οι γυναίκες διαδήλωναν ενάντια στον πόλεμο (Α’ Π.Π.) και εξέφραζαν παγκόσμια αλληλεγγύη με άλλες/ους ειρηνικές/ούς ακτιβίστριες/ιστές. Η χρονιά αυτή επίσης σηματοδότησε την οργάνωση της πρώτης Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας από Ρωσίδες που είχαν αναπτύξει μία αντιπολεμική πλατφόρμα. Την επόμενη χρονιά, οι διαδηλώσεις της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας στη Γερμανία έγιναν στις 8 Μαρτίου, επειδή συμπτωματικά ήταν Κυριακή. Όμως η ημέρα απέκτησε τη σημασία της το 1917, όταν Ρωσίδες εργάτριες της κλωστοϋφαντουργίας στο Πέτρογκαρντ (Αγία Πετρούπολη) προχώρησαν σε μαζική απεργία για “Ψωμί και Ειρήνη”, την τελευταία Κυριακή του Φεβρουαρίου σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο που τότε ακόμη χρησιμοποιούσε η Ρωσία (που αντιστοιχούσε με την 8η Μαρτίου στο Γρηγοριανό ημερολόγιο).

Η εξέγερση χιλιάδων γυναικών στο Πέτρογκαρντ που βγήκαν στους δρόμους για να γιορτάσουν την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας και να απαιτήσουν ένα τέλος στον πόλεμο και στον τσαρισμό, σύντομα γιγαντώθηκε, ανάβοντας τη σπίθα που οδήγησε στη Ρωσική Επανάσταση του Φλεβάρη του 1917, με το Ιουλιανό ημερολόγιο της Ρωσίας. Μόλις τέσσερις μέρες αργότερα, ο Τσάρος αναγκάστηκε να υποκύψει και η προσωρινή κυβέρνηση παραχώρησε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Αργότερα, η 8η Μαρτίου κηρύχθηκε ως εθνική εορτή στη Σοβιετική Ρωσία το 1917, και μετά το τέλος τους Β’ Π.Π. γιορταζόταν επίσημα στις σοσιαλιστικές χώρες ως η Παγκόσμια Ημέρα των Εργαζόμενων Γυναικών.

image2

Η αναγνώριση της Ημέρας της Γυναίκας από τον Ο.Η.Ε. το 1977

Εν τω μεταξύ, στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη, η αναβίωση της 8ης Μαρτίου, η οποία γιορταζόταν περιστασιακά για περίπου μισό αιώνα, είναι συνδεδεμένη ουσιαστικά με την ανάπτυξη του δεύτερου κύματος του φεμινισμού τη δεκαετία του 1960 στη Βόρεια Αμερική και την παγκόσμια άνθιση του γυναικείου κινήματος τη δεκαετία του 1970, που επιζητούσε να επαναφέρει την καθιέρωση της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας στη μνήμη των αγώνων των γυναικών εντός του κινήματος της εργατικής τάξης. Τελικά Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 1977 προσκάλεσε τα μέλη της να διακηρύξουν την 8η Μαρτίου ως την Ημέρα των Γυναικείων Δικαιωμάτων και της Παγκόσμιας Ειρήνης.

Ας επιστρέψουμε λοιπόν πίσω στο παρόν, στις 8 Μαρτίου 2017, τη μέρα που θα σημαδέψει η Παγκόσμια Απεργία των Γυναικών, στην οποία γυναίκες από πάνω από 40 χώρες θα ενώσουν τις φωνές τους, σηματοδοτώντας τη μεγαλύτερη πλατφόρμα αλληλεγγύης των γυναικών παγκοσμίως, είτε με την απεργία, είτε με την αποχή από έμμισθες ή άμισθες εργασίες, είτε με το να κατεβούν στους δρόμους, είτε με όποιο άλλο τρόπο μπορούν να δείξουν τη συμπαράστασή τους.

Σήμερα θα αντιταχθούμε στην προσπάθεια του καπιταλιστικού συστήματος και της πατριαρχικής κοινωνίας που προσπαθούν να παραμορφώσουν το νόημα αγώνων αιώνων από γυναίκες, ριζωμένες στο κίνημα της εργατικής τάξης, σε μία ημέρα εκπτώσεων, προσφορών καλλυντικών και δώρων λουλουδιών στις γυναίκες. Σήμερα δε θα γιορτάσουμε, αλλά θα τιμήσουμε αυτό τον αμέτρητο αριθμό γυναικών των οποίων οι αγώνες σηματοδότησαν την ιστορία της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας. Και θα συνεχίσουμε να γράφουμε ιστορία με τους αγώνες μας μέχρι την ημέρα που θα γιορτάσουμε τη νίκη μας.

Τα καλέσματα για τις πορείες σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Ηράκλειο

 

image5

 

Share

Friend Zone: ένα προϊόν της πατριαρχίας

friendzoned

της Esra Dogan

Περίπου τρία χρόνια πριν, στις 23 Μαΐου 2014, στην περιοχή Isla Vista της Καλιφόρνια των ΗΠΑ, ένας νεαρός φοιτητής, ο Elliot Rodger, σκότωσε 6 άτομα, 4 άντρες και 2 γυναίκες, και τραυμάτισε 14, πριν αυτοκτονήσει. Στο βίντεο με τίτλο Elliot Rodger‘s Retribution που αναρτήθηκε στο Youtube, στο οποίο μίλησε για τα κίνητρα που τον οδήγησαν στην επίθεση, εξήγησε ότι ήταν 22 χρονών και ακόμα παρθένος και ήθελε να τιμωρήσει τις γυναίκες που τον απέρριπταν και τους σεξουαλικά ενεργούς άντρες που ζούσαν μια ζωή πιο διασκεδαστική από τη δική του. Η οργή και το μίσος του Rodger ενάντια στις γυναίκες επειδή δεν του προσέφεραν τη στοργή και τη σεξουαλική ευχαρίστηση που ένιωθε ότι δικαιούταν ως νεαρός φοιτητής, ήταν αναμφίβολα παράδειγμα μιας τρομακτικής μορφής ακραίου μισογυνισμού.

Θυμήθηκα σήμερα αυτό το φρικτό συμβάν, καθώς έπεσα πάνω σε ένα παλιό tweet που ήταν snapshot κάποιων tweet που αφορούσαν το συμβάν και στα οποία οι χρήστες εξέφραζαν τη συμπόνοια τους για την άσχημη συναισθηματική κατάσταση του δολοφόνου, ως αποτέλεσμα της συνεχούς απόρριψής του από τις γυναίκες. Κάποιοι μάλιστα είχαν γράψει ιδιαίτερα ενοχλητικά tweet, όπως για παράδειγμα:

– Βλέπετε κορίτσια, αυτά παθαίνετε όταν συμπεριφέρεστε σε ένα καλό παιδί σαν σκουπίδι.

– Πραγματικά τον λυπάμαι. Η απόρριψη είναι οδυνηρή.

– Κορίτσια, να το θυμάστε αυτό την επόμενη φορά που θα βάλετε κάποιον στη friend zone.

– Ελπίζω εσείς οι γυναίκες να πήρατε ένα μάθημα. Σταματήστε να είστε ψηλομύτες και καθίστε στο έρμο το παιδί.

Ανατρίχιασα όταν θυμήθηκα πόσες φορές εγώ κι άλλες φίλες μου ήμαστε δακτυλοδεικτούμενες επειδή αντιμετωπίζαμε τελείως φιλικά τους άντρες που ενδιαφέρονταν για εμάς. Αρκετές φορές μας κατηγόρησαν και για χειραγώγηση και για κατάχρηση της καλοσύνης των αντρών που μας φέρονταν τόσο ωραία. Τους επιτρέψαμε να μας βοηθήσουν όταν χρειαζόμασταν κάτι, είχαμε φιλική στάση αλλά απορρίπταμε τις προτάσεις τους για ερωτικές ή σεξουαλικές σχέσεις μαζί τους. Πώς τολμήσαμε να τους δώσουμε ελπίδες (!) και μετά να πούμε όχι; Πώς τολμήσαμε να ήμαστε φιλικές αλλά να τους απορρίψουμε βάζοντάς τους στη λεγόμενη «friend zone».

Η «friend zone» είναι μια αγγλική έκφραση που περιγράφει την εξής κατάσταση: μια φιλική σχέση που ο ένας θέλει να τη γυρίσει σε ερωτική ενώ ο άλλος όχι. Σε κοινωνικό επίπεδο χρησιμοποιείται κυρίως για να επισημάνει τα αρνητικά συναισθήματα του άντρα που απορρίπτεται ερωτικά από μια γυναίκα και τις περισσότερες φορές συνδέεται με το σύνδρομο του «καλού παιδιού».

Μάλλον σας έχει τύχει τουλάχιστον μια φορά να ακούσετε τα παράπονα ενός φίλου σας ότι είναι καλό παιδί αλλά η γυναίκα που τον ενδιαφέρει το παραβλέπει αυτό και τον βάζει στο «friend zone». Πολλοί από εμάς τείνουμε να λυπόμαστε και να συμπονούμε το καλό παιδί που δέχεται την απόρριψη και μειώνουμε και απεχθανόμαστε τη σκύλα που τον απέρριψε, ειδικά αν θέλει να είναι με κάποιον άλλο, ένα από τα «κακά παιδιά» που υπάρχουν εκεί έξω. Σε αυτές τις περιπτώσεις δημιουργείται η εντύπωση ότι ένα καλό παιδί πρέπει να λάβει σε αντάλλαγμα για την καλή του συμπεριφορά προς τις φίλες του σεξ ή μια ερωτική σχέση.

Όπως υποστηρίζουν οι φεμινίστριες, ο όρος χρησιμοποιείται με αρκετά μισογυνιστική έννοια και ενισχύει τα στερεότυπα φύλου, υπονομεύοντας τη σημασία της συναίνεσης από την πλευρά της γυναίκας και του δικαιώματός της να πει «ΟΧΙ». Με άλλα λόγια, ο όρος «friend zone» δομείται πάνω σε μια πατριαρχική και σεξιστική αντίληψη που ρίχνει το φταίξιμο στη γυναίκα επειδή βάζει τις επιθυμίες και τα θέλω της πάνω από τα συμφέροντα των αντρών.

Η φεμινίστρια blogger Amanda Marcotte αναφέρει ότι η έννοια «friend zone» προέρχεται από μια θεωρία σύμφωνα με την οποία στις γυναίκες δεν αρέσει και τόσο το σεξ, αλλά είναι ένας τρόπος γι’ αυτές ώστε να τραβούν την προσοχή, ενώ τείνουν να κάνουν σεξ μόνο με άντρες που τις παιδεύουν πριν τις προσέξουν και όχι με αυτούς που τους δίνουν την προσοχή τους «δωρεάν».  Κατά κάποιο τρόπο βασίζεται στον μύθο ότι οι γυναίκες κοιμούνται μόνο με τα κακά παιδιά, ενώ τα καλά παιδιά που τους δείχνουν ενδιαφέρον τα βλέπουν μόνο φιλικά. Όπως λέει η Amanda Marcotte:

«Απορρίπτεται η πιθανότητα να αρέσει σε μια γυναίκα η παρέα σας και να υποθέτει ότι και για εσάς ισχύει το ίδιο. Αγνοείται επιδεικτικά η πιθανότητα να σας απέρριψε ευγενικά κι εσείς απλά να συνεχίζετε να την προσεγγίζετε, εκμεταλλευόμενοι την ευγενική της απροθυμία να σας πει να την παρατήσετε ήσυχη».

Είναι αλήθεια ότι είναι πολύ στενάχωρο να έχετε πραγματικά αισθήματα για κάποιον/-α και αυτός/-ή να μην ανταποκρίνεται. Μου έχει συμβεί κι εμένα και μάλλον και στους περισσότερους από εσάς. Δεν ισχυρίζομαι ότι ένας άντρας που είναι λυπημένος επειδή η ανταπόκριση που λαμβάνει από τη γυναίκα που του αρέσει είναι μόνο φιλική είναι φρικτός και θα πρέπει να σταματήσει να στεναχωριέται. Ωστόσο, είναι απλά σεξιστικό και μισογυνιστικό να προσπαθεί να ταπεινώσει τη γυναίκα για την απόρριψή της, στηριζόμενος στην αντίληψη ότι είναι δικαίωμά του να κάνει σεξ ή να είναι σε σχέση μαζί της.

Κατ’ αρχάς, η αντρική αντίληψη του δικαιώματος σε μια σεξουαλική/ερωτική σχέση αγνοεί τελείως τα συναισθήματα και τις αποφάσεις της γυναίκας. Ωστόσο, η γυναίκα θα πρέπει να είναι ελεύθερη να πει « ΟΧΙ » στην πρόταση μιας σχέσης, όπως είναι και ελεύθερη να λέει « ΝΑΙ », για οποιονδήποτε λόγο θέλει εκείνη. Δεν είναι υποχρεωμένη να έλκεται σωματικά, σεξουαλικά ή/και συναισθηματικά από οποιονδήποτε ενδιαφέρεται για εκείνη. Ούτε είναι υποχρεωμένη να νιώθει ευγνωμοσύνη για την προσοχή που της δίνει ένας άντρας. Αν ένας άντρας φέρεται καλά σε μια γυναίκα, η γυναίκα δεν είναι υποχρεωμένη να του το ανταποδώσει ανταμείβοντάς τον σεξουαλικά.

Φυσικά, δεν χρειάζεται καν να εξηγήσουμε ότι μια τέτοια «δικαιωματική» στάση απέναντι στο γυναικείο σώμα προέρχεται από την επιβλαβή διάσταση της πατριαρχικής εξουσίας και της αντρικής κυριαρχίας, καθώς και της σεξουαλικής αντικειμενοποίησης των γυναικείων σωμάτων, σύμφωνα με την οποία ο μοναδικός ρόλος μιας γυναίκας είναι να είναι σεξουαλική και ερωτική σύντροφος. Θα μπορούσε μάλιστα να φτάσει κανείς στο σημείο να πει δεν αξίζει σε μια γυναίκα να είναι φίλη με κάποιον που τη βλέπει ερωτικά. Συνεπώς, η πρόθεσή της να αναπτύξει αληθινή φιλία με έναν άντρα υποτιμάται σε μεγάλο βαθμό σε σχέση με τις σεξουαλικές επιθυμίες του άντρα. Όταν τελικά η γυναίκα, είτε ανοιχτά είτε εμμέσως, δείχνει την απροθυμία της να έχει σεξουαλική σχέση με τον άντρα αυτόν, μπορεί να κατηγορηθεί ότι τον αφήνει επίτηδες να τριγυρίζει κοντά της ή ακόμα και ότι εκμεταλλεύεται το φαινομενικά φιλικό του ενδιαφέρον.

Η αλήθεια είναι ότι αν το μόνο κίνητρο ενός άντρα για να φέρεται καλά σε μια γυναίκα είναι η προσδοκία σεξουαλικού ή συναισθηματικού ανταλλάγματος, τότε δεν είναι η γυναίκα που επιχειρεί να εκμεταλλευτεί την κατάσταση αποδεχόμενη απλώς την προσοχή του αλλά είναι ο άντρας που περιμένει κάποιο αντάλλαγμα. Πρέπει να σταματήσουμε να αποκαλούμε τους άντρες αυτούς «καλά παιδιά» και να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι απλώς πατριάρχες που πιστεύουν ότι τους ανήκει δικαιωματικά το γυναικείο σώμα. Επίσης, πρέπει να σταματήσουμε επειγόντως να διαβάλουμε τις γυναίκες για τις αποφάσεις που αφορούν το ίδιο τους το σώμα.

 

Share

Vera Rubin, 1928-2016

verarubin4-1

της Γεωργίας Μανώλη

Η Vera Rubin, η αμερικανίδα αστρονόμος που επιβεβαίωσε την ύπαρξη της σκοτεινής ύλης μέσω της παρατήρησης γαλαξιών των οποίων η περιστροφή δεν συνέβαινε σύμφωνα με τις προβλεπόμενες αναλύσεις, πέθανε 88 ετών την Κυριακή των Χριστουγέννων.

Κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής της καριέρας εξέτασε 200 γαλαξίες! Και παρά την έρευνα της και τις ανακαλύψεις της δεν πήρε ποτέ Νόμπελ. Ήταν μόλις η δεύτερη γυναίκα αστρονόμος που εκλέχθηκε στην Αμερικάνικη Εθνική Ακαδημία των Επιστημών ενώ το 1993 είχε βραβευθεί με το Εθνικό Μετάλλιο Επιστήμης από τον τότε Προέδρο των Η.Π.Α., Bill Clinton. Ωστόσο όταν το 1948 προσπάθησε να κάνει διδακτορικό στο Princeton δεν έγινε δεκτή καθώς το μεταπτυχιακό πρόγραμμα αστροφυσικής δεν δεχόταν γυναίκες! Ολοκλήρωσε πολύ αργότερα το διδακτορικό της στο Georgetown και ενώ μεγάλωνε τα τέσσερα της παιδιά.

Στην ερευνητική της προσπάθεια συνάντησε απίστευτο σεξισμό. Για παράδειγμα, όταν πήγε σε συνάντηση με τον διακεκριμένο αστροφυσικό George Gamow και επόπτη της στο Georgetown αναγκάστηκε να συζητήσει μαζί του στην είσοδο αφού στα συγκεκριμένα γραφεία δεν επιτρέπονταν γυναίκες!! Έπρεπε να παλέψει για να είναι η πρώτη γυναίκα το 1965 που θα αποκτήσει πρόσβαση στο τηλεσκόπιο του Όρους Πάλομαρ στην Καλιφόρνια, το οποίο ανήκε από κοινού στο Ίδρυμα Επιστημών Carnegie, όπου δούλευε η Rubin και στο πανεπιστήμιο Kaltec. Όταν έφτασε εκεί διαπίστωσε ότι δεν είχε προβλεφθεί καν τουαλέτα για τις εργαζόμενες. Ήταν ένθερμη υποστηρίκτρια των φεμινιστικών διεκδικήσεων στο χώρο της αστρονομίας και της αστροφυσικής, ο οποίος ήταν απόλυτα ανδροκρατούμενος σχεδόν μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα. Αγωνίστηκε για την πρόσβαση γυναικών επιστημών στην έρευνα, όπως για παράδειγμα για να προσληφθούν περισσότερες γυναίκες ερευνήτριες στο Παρατηρητήριο  του San Diego, ενώ άσκησε πίεση στην ιστορική επιστημονική λέσχη της Washington, Cosmos, να καταργήσει την πολιτική της που δεν επέτρεπε γυναίκες-επιστήμονες ως μέλη. Όταν μάλιστα επρόκειτο να επισκεφτεί κάποιο Ίδρυμα ή Πανεπιστήμιο για κάποιο συνέδριο, εάν διαπίστωνε ότι δεν υπήρχαν γυναίκες ομιλήτριες, διαμαρτυρόταν στους διοργανωτές ότι αυτό είναι ένα πρόβλημα το οποίο πρέπει να διορθώσουν. Έχοντας συναντήσει τόσες δυσκολίες στην προσπάθεια της να γίνει αστρονόμος λόγω του φύλου της, πίστευε ότι ήταν ευθύνη της αλλά και προνόμιο να είναι μέντορας σε γυναίκες που αγωνιζόντουσαν να μπουν σε αυτό το χώρο και για αυτό δήλωνε “Είναι γνωστό ότι είμαι διαθέσιμη 24 ώρες το 24ωρο σε συναδέλφισσες αστρονόμους”.

Μερικά λινκ για τη ζωή και το έργο της (εδώ, εδώ και εδώ)

 

Share

Όταν έρχονταν οι Μάγισσες

tumblr_n0t1zaivwa1qdcvfso1_1280

Διαμαρτυρία μπροστά από το Ομοσπονδιακό Κτήριο στο Σικάγο, 31 Οκτώβρη 1969

της Δήμητρας Σπανού

Από όλες τις φεμινιστικές ομάδες του δεύτερου κύματος κατά τη δεκαετία 1960 και 1970, καμία ομάδα δεν φαίνεται να είχε περάσει τόσο ωραία όσο η ομάδα WITCH – Women’s International Terrorist Conspiracy from Hell· σε ελεύθερη απόδοση, Διεθνής Τρομοκρατική Συνωμοσία Γυναικών από την Κόλαση.

Στην πραγματικότητα δεν ήταν μια μόνο ομάδα, αλλά αρκετές μικρότερες, αυτόνομες και αλληλοσυνδεδεμένες, που είχαν ως στόχο να κάνουν δράσεις. Συγκροτήθηκαν ανήμερα του Halloween το 1968 στη Νέα Υόρκη. Προέρχονταν από τις σοσιαλίστριες φεμινίστριες, ήταν αντικαπιταλίστριες και επεδίωκαν τη σύνδεση με τα υπόλοιπα κινήματα της περιόδου. Ξεχώριζαν, λόγω της περιβολής και του τρόπου διαμαρτυρίας. Τα μέλη, ντυμένα με μαύρα κουστούμια του Halloween και βαμμένα άσπρα πρόσωπα, διαμαρτύρονταν ουρλιάζοντας και ρίχνοντας «κατάρες» στους εχθρούς των γυναικών και του λαού.

Η πρώτη τους δράση το 1968 ήταν μια πορεία ενάντια στη Wall Street, με σκοπό να «καταραστούν» τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Ακριβώς επειδή οι δράσεις τους ήταν εύκολες, δεν χρειάζονταν πολύ κόσμο και ήταν ταυτόχρονα διασκεδαστικές και πολιτικές, σύντομα δημιουργήθηκαν νέες ομάδες σε άλλες πόλεις. Οι στόχοι τους ποικίλαν, από καλλιστεία και εκθέσεις με νυφικά (σε μια από αυτές φώναζαν μεταξύ άλλων το αμίμητο «here comes the slaves/off to their graves» – «ιδού έρχονται οι σκλάβες/βαδίζουν προς τους τάφους τους») μέχρι και την ορκωμοσία του προέδρου Νίξον και διαμαρτυρίες μπροστά από κυβερνητικά κτήρια ή οικονομικά ιδρύματα.

This slideshow requires JavaScript.

Share

Ο έμφυλος διαχωρισμός της εργασίας στα ξενοδοχεία: “αυτές και οι άλλες” όλες τους αθέατες

hotel

Φωτό: Karen Robinson για την Observer

της Βαγγελιώς Σουμέλη

Είναι ακόμα καλοκαίρι. Κάποιες και κάποιοι από εμάς ίσως καταφέρουν να πάνε διακοπές, άλλες και άλλοι πάλι, όχι. Σε μία εποχή ολοκληρωτικής αποδόμησης της έννοιας της εργασίας αποδομείται και κάθε έννοια εργασιακού κεκτημένου, όπως του δικαιώματος σε διακοπές. Το άρθρο που ακολουθεί απευθύνεται σε όλες και όλους αλλά αφιερώνεται στις γυναίκες εργαζόμενες στην ξενοδοχειακή βιομηχανία, τις αθέατες εργάτριες που δίνουν αξία σε μία από τις σημαντικότερες οικονομικά βιομηχανίες παγκοσμίως, χωρίς καμία αναγνώριση. Το άρθρο βασίζεται σε πρόσφατη μελέτη του Ινστιτούτου Εργασίας Κύπρου αναφορικά με το “Χάσμα αμοιβών μεταξύ γυναικών και αντρών στα ξενοδοχεία στην Κύπρο”, της οποίας τα αποτελέσματα αναμένεται να εκδοθούν τον Οκτώβριο του 2016.

 

Ο έμφυλος διαχωρισμός της εργασίας στα ξενοδοχεία: “αυτές και οι άλλες” όλες τους αθέατες

Ο έμφυλος διαχωρισμός της εργασίας στα ξενοδοχεία έχει μία ποσοτική και μία ποιοτική διάσταση.

Η ποσοτική διάσταση αφορά τα υψηλά ποσοστά των γυναικών στον κλάδο της ξενοδοχειακής βιομηχανίας, μία επισήμανση που δεν ισχύει μόνο για τις χώρες της ΕΕ αλλά αντιπροσωπεύει μία παγκόσμια τάση. Οι γυναίκες μάλιστα υπερτερούν αριθμητικά στο σύνολο του τουριστικού τομέα (HORECA/Ξενοδοχεία, Εστιατόρια και Επισιτισμός), ενώ αποκλειστικά στον κλάδο των ξενοδοχείων, σε αρκετές περιπτώσεις, τα ποσοστά  της γυναικείας απασχόλησης είναι σημαντικά υψηλότερα από αυτά των αντρών. Σε χώρες μάλιστα του Ευρωπαϊκού Νότου, η συμμετοχή των γυναικών στα ξενοδοχεία, μπορεί να είναι  υψηλότερη όχι μόνο συγκριτικά με την απασχόληση των αντρών στο συγκεκριμένο κλάδο αλλά και σε σύγκριση με την απασχόληση των γυναικών σε άλλους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας. Στην Κύπρο για παράδειγμα, η συμμετοχή των γυναικών στη μισθωτή απασχόληση των ξενοδοχείων ανερχόταν το 2010 στο 54%, ενώ η αντίστοιχη των αντρών στο 46%.

Η ποιοτική διάσταση αφορά πρωτίστως τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών εργασίας τους.

Στο πλαίσιο των διαφορετικών θεωρητικών ερμηνειών του μισθολογικού χάσματος με αναφορά στο φύλο, η έννοια της ‘εμφυλοποίησης’ (gendering) εξηγεί μεγάλο μέρος του χάσματος. Παρότι είναι δύσκολο να μιλήσουμε για ένα ενιαίο θεωρητικό πλαίσιο, η  διεθνής βιβλιογραφία αποτελείται από πληθώρα θεωρητικών ερμηνειών και αναλύσεων που λειτουργούν άλλοτε συμπληρωματικά και άλλοτε αντιθετικά[1]. Σε όλες ωστόσο τις αναλύσεις, ακόμη και έμμεσα, προκύπτει ότι το μισθολογικό χάσμα σε βάρος των γυναικών είναι το αποτέλεσμα της άνισης πρόσβασης τους σε θέσεις εργασίας που απολαμβάνουν υψηλό κοινωνικό γόητρο και ταυτόχρονα παρέχουν στις εργαζόμενες καλύτερες συνθήκες εργασίας και όρους αμοιβής, συγκαταλέγοντας τον επαγγελματικό διαχωρισμό και την υποτίμηση της εργασίας των γυναικών μεταξύ των πρωταρχικών παραγόντων για τη διαμόρφωση του χάσματος.

Επαγγελματικός διαχωρισμός και υποτίμηση

Στη βιβλιογραφία ωστόσο δεν είναι ξεκάθαρο ποιος τύπος επαγγελματικού διαχωρισμού επηρεάζει περισσότερο το χάσμα. Σε άλλες για παράδειγμα μελέτες ο επαγγελματικός διαχωρισμός οριζόντιου τύπου (πρόσβαση σε κλάδους και επαγγέλματα) φαίνεται να επηρεάζει περισσότερο το χάσμα αμοιβών σε βάρος των γυναικών, ενώ σε άλλες, το χάσμα φαίνεται να επηρεάζεται περισσότερο από τον κάθετο επαγγελματικό διαχωρισμό (πρόσβαση στην ιεραρχία). Την ίδια στιγμή,  σε πολλές χώρες, ο οριζόντιος επαγγελματικός διαχωρισμός στα ξενοδοχεία θεωρείται πολύ πιο έντονος σε σύγκριση με τον κάθετο επαγγελματικό διαχωρισμό.

Μέσα από την ανασκόπηση σχετικών ερευνών αναφορικά με τον έμφυλο διαχωρισμό της απασχόλησης στον τουρισμό, τόσο από το χώρο των οικονομικών και κοινωνικών επιστημών όσο και των αναλύσεων ανθρωπολογικού χαρακτήρα, συναντούμε θεωρητικές έννοιες προσαρμοσμένες στο μοντέλο των “φαύλων κύκλων του επαγγελματικού διαχωρισμού”. Συγκεκριμένα, οι σχετικές μελέτες αναδεικνύουν μία έμφυλη κουλτούρα της απασχόλησης στον τουρισμό η οποία προωθείται και συντηρείται  μέσω της στρέβλωσης της εικόνας των γυναικών και των κατάλληλων για αυτές ρόλων στην εργασία. Στο πλαίσιο αυτό, η άνιση συγκέντρωση των γυναικών σε συγκεκριμένα επαγγέλματα και θέσεις εργασίας (χαμηλού κύρους, χαμηλής ειδίκευσης, ευέλικτης απασχόλησης κλπ.) δεν γίνεται αντιληπτή ως διάκριση αλλά ως επιλογή των ίδιων των γυναικών σύμφωνα με τις προτεραιότητες τους. Παρότι η συγκεκριμένη άποψη έχει αμφισβητηθεί ως προς την εγκυρότητα της στο πλαίσιο πολλών μελετών και αναλύσεων, δεν παύει να υφίσταται ακόμη και σήμερα (Ιωακείμογλου & Σουμέλη, 2012).

Υπό αυτή την έννοια, ο επαγγελματικός διαχωρισμός αφορά πρωτίστως την  εμπορευματοποίηση των δεξιοτήτων που αναπτύσσουν οι γυναίκες από την εργασία τους στο σπίτι, δεξιότητες που γίνονται αντιληπτές ως ‘θηλυκές’.  Στο βιβλίο του Novarra (1980) με τον χαρακτηριστικό τίτλο Αντρική και γυναικεία εργασία, επισημαίνεται ότι στο βαθμό που τα ξενοδοχεία προσφέρουν ‘ένα σπίτι μακριά από το σπίτι’ παρέχοντας πρωτίστως οικιακές υπηρεσίες φιλοξενίας (ύπνο, φαγητό κλπ.), η εργασία στα ξενοδοχεία ταυτίζεται με τη γυναικεία εργασία.

Ως αποτέλεσμα αυτών των αντιλήψεων, οι γυναίκες απασχολούνται σε ‘λειτουργικές’ κυρίως θέσεις εργασίας όπως καμαριέρες, καθαρίστριες, σερβιτόρες, βοηθοί κουζίνας και ανειδίκευτες μαγείρισσες. Σύμφωνα με σχετική έρευνα του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας (2013), αυτές οι θέσεις εργασίας είναι ωστόσο και οι πιο ευάλωτες, γεγονός που εκτός από τις χαμηλές αμοιβές, το χαμηλό κοινωνικό γόητρο και τις περιορισμένες ευκαιρίες ανέλιξης αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο της εργασιακής εκμετάλλευσης, της βίας, του εργασιακού άγχους και της σεξουαλικής παρενόχλησης.

Εκτός από τις ουσιαστικές διακρίσεις σε σχέση με τον προσδιορισμό των επαγγελμάτων και των ειδικοτήτων που θεωρούνται γυναικεία, στην ελληνική γλώσσα παρατηρείται και ένας έμφυλος λεκτικός ρατσισμός (Γιαννακούρου & Σουμέλη 2003, Παπαδοπούλου 2008). Το επάγγελμα για παράδειγμα της καμαριέρας, όπως και τα άλλα επαγγέλματα που θεωρούνται γυναικεία, διατυπώνεται σε γένος θηλυκό. Είναι εμφανές επομένως ότι τα επαγγέλματα αυτά είναι κατειλημμένα ή προορίζονται αποκλειστικά για γυναίκες, ενώ είναι και αυτά που αμείβονται λιγότερο.

Κοινωνική αναπαραγωγή και οικογενειακές υποχρεώσεις 

Οι φαύλοι κύκλοι του επαγγελματικού διαχωρισμού συνδέονται άμεσα με τον ρόλο/ ρόλους των φύλων στην κοινωνική αναπαραγωγή και ειδικότερα τις οικογενειακές υποχρεώσεις. Όπως παρατηρήθηκε και στο πλαίσιο της ανάλυσης αμοιβών μεταξύ αντρών και γυναικών στον ημικρατικό τομέα της Κύπρου, οι αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στην εργασιακή, την οικονομική και την οικογενειακή ζωή των γυναικών δεν συνοδεύτηκαν από αντίστοιχες ιδεολογικές μεταβολές, με αποτέλεσμα να μην αλλάξει ούτε ο καταμερισμός εργασίας στα νοικοκυριά ούτε και οι πολιτισμικές αντιλήψεις που προσδιορίζουν τις έμφυλες ταυτότητες. Στο πλαίσιο αυτό, παρότι υπάρχουν σαφείς τάσεις βελτίωσης που εν μέρει σχετίζονται και με την πρόοδο που συντελείται σε νομοθετικό επίπεδο, οι γυναίκες συναντούν φραγμό εισόδου σε πολλά επαγγέλματα, αξιοποιούν στο ελάχιστο τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους και έχουν εξαιρετικά λίγες ευκαιρίες ανέλιξης.

Αρκετές από τις εξειδικευμένες αναλύσεις που αναφέρονται αποκλειστικά στο χάσμα αμοιβών στα ξενοδοχεία, εστιάζουν στις επιπτώσεις διαφόρων κοινωνικών και δημογραφικών μεταβλητών, κυρίως της οικογενειακής κατάστασης των εργαζόμενων.  Σύμφωνα με τα αποτελέσματα αυτών των μελετών, τα εμπόδια που συναντούν οι γυναίκες είναι ακόμα μεγαλύτερα στο χώρο των ξενοδοχείων, λόγω της δομής, του τρόπου οργάνωσης και των λειτουργικών χαρακτηριστικών του κλάδου, κυρίως τριών βασικών χαρακτηριστικών της απασχόλησης στα ξενοδοχεία: της εποχικότητας, της γεωγραφικής μετακίνησης και των ωραρίων.

Σε γενικές γραμμές, μέσα από τη βιβλιογραφία, δεν προκύπτουν στοιχεία που να δείχνουν ότι η αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας συνοδεύεται από σημαντικές αλλαγές ως προς το σύνολο των ωρών που αφιερώνουν στις οικιακές εργασίες και την ανατροφή των παιδιών. Κατά αυτόν τον τρόπο, οι πραγματικές ώρες εργασίας των γυναικών φτάνουν τις 70-90 ώρες σε εβδομαδιαία βάση. Σε ότι αφορά αποκλειστικά την ύπαρξη παιδιών, σύμφωνα με τα αποτελέσματα διάφορων μελετών, η ύπαρξη παιδιών σε μία οικογένεια επηρεάζει αρνητικά τις αποδοχές των γυναικών, ενώ δεν επηρεάζει καθόλου, ούτε θετικά ούτε αρνητικά τις αποδοχές των ανδρών. Στις ίδιες μελέτες, το βασικό πρότυπο εργαζομένου σε συγκεκριμένα επαγγέλματα και θέσεις εργασίας, όπως αυτό της καμαριέρας, είναι γυναίκες που είναι μητέρες και εργάζονται για να συμπληρώσουν το οικογενειακό εισόδημα. Την ίδια στιγμή ενδιαφέρονται για ωράρια ευέλικτα και κυρίως συμβατά με τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις, είτε πρόκειται για τα παιδιά τους είτε πρόκειται για άλλα εξαρτώμενα μέλη της οικογένειας (άτομα με αναπηρίες, ηλικιωμένοι κλπ.). Συχνά, οι γυναίκες αυτές έχουν χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο, η επαγγελματική τους εμπειρία βασίζεται στην ανειδίκευτη εργασία χειρωνακτικής φύσης, ενώ η απασχόλησή τους στα ξενοδοχεία είναι περισσότερο τυχαία επιλογή και όχι μέρος ενός σχεδίου καριέρας.

Σε ότι αφορά αποκλειστικά το φαινόμενο της εποχικότητας και της προσωρινότητας που συνεπάγεται, οι περισσότερες μελέτες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι επηρεάζει πρωτίστως τις γυναίκες, τους νέους και τους ανειδίκευτους εργαζόμενους, δημιουργώντας μία κουλτούρα μέσα στην οποία συντηρείται ένας φαύλος κύκλος όπου τα υψηλά ποσοστά προσλήψεων και αποχωρήσεων οδηγούν σε χαμηλούς μισθούς και οι χαμηλοί μισθοί σε υψηλά ποσοστά προσλήψεων και αποχωρήσεων.

Μετανάστευση

Στο πλαίσιο των διαφορετικών θεωρητικών ερμηνειών των έμφυλων μισθολογικών ανισοτήτων, η συνήθης παράλειψη είναι ότι οι εργαζόμενες γυναίκες προσεγγίζονται ως ενιαία και ομοιογενής κατηγορία. Οι εργαζόμενες γυναίκες ωστόσο διαφέρουν σημαντικά τόσο ως προς την κοινωνική τους προέλευση και την οικογενειακή τους κατάσταση όσο και σε σχέση με το ανθρώπινο κεφάλαιο που διαθέτουν[2]. Στο πλαίσιο αυτό, μία χωρισμένη γυναίκα με παιδιά που έχει κατά τα άλλα τα ίδια ατομικά χαρακτηριστικά (ηλικία, εκπαιδευτικό επίπεδο, εθνοτική καταγωγή, προϋπηρεσία κλπ.) με μία παντρεμένη γυναίκα με παιδιά, ενδέχεται να βιώνει μία τελείως διαφορετική εργασιακή πραγματικότητα.

Στο σύστημα έμφυλων σχέσεων, από ποια θέση βιώνει κανείς τις ανισότητες είναι συχνά καθοριστικής σημασίας. Όταν το φύλο διαπλέκεται με άλλες παραμέτρους, οι ανισότητες είτε εντείνονται είτε εξομαλύνονται. Συχνά ωστόσο, η μελέτη της γυναικείας εργασίας τοποθετείται εκτός του ευρύτερου κοινωνικού και πολιτισμικού πλαισίου μέσα στο οποίο εμφανίζεται.

Σε κάθε περίπτωση, τα ξενοδοχεία αποτελούν ένα ετερόκλητο και ποικίλο εργασιακό περιβάλλον που δομείται γύρω από μία σειρά εργασιακών ρόλων οι οποίοι έχουν διαφορετικές προσδοκίες σε σχέση με το φύλο, την εθνοτική καταγωγή, την κοινωνική τάξη και άλλες παραμέτρους. Σε αυτό το περιβάλλον, οι εργαζόμενες γυναίκες δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως μία αδιαφοροποίητη κοινωνική κατηγορία αλλά ως μία ετερογενής κατηγορία με διαφορετικούς στόχους και διαφορετικούς περιορισμούς.

Στη βιβλιογραφία αναφορικά με τον έμφυλο διαχωρισμό της εργασίας στα ξενοδοχεία, η παράμετρος που διαπλέκεται περισσότερο με το φύλο συντελώντας στην περαιτέρω υποτίμηση της γυναικείας εργασίας είναι ο παράγοντας της εθνοτικής καταγωγής. Στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμο να αναφερθεί ότι μέχρι σχετικά πρόσφατα, η γυναίκα μετανάστρια ήταν σχεδόν αόρατη. Η παράμετρος του φύλου στην κατανόηση του μεταναστευτικού φαινομένου  απουσίαζε από τις σχετικές αναλύσεις εξαιτίας της έμφασης στην αντρική μετανάστευση, όπου οι γυναίκες, όταν ακολουθούσαν, συνόδευαν τους άνδρες (συζύγους, πατεράδες και συντρόφους) που μετακινούνταν για οικονομικούς λόγους. Στο ίδιο πλαίσιο που η κατά φύλο διαίρεση της οικιακής εργασίας, στηρίζεται ακόμη και σήμερα στο οικογενειακό πρότυπο του άνδρα κουβαλητή και της εξαρτημένης συζύγου. Αυτή είναι μία ενδιαφέρουσα επισήμανση αν λάβουμε υπόψη ότι σε πολλές χώρες της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων και των χωρών του Ευρωπαϊκού νότου, η σημαντική αύξηση στα ποσοστά γυναικείας απασχόλησης που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων 15 ετών, οφείλεται στην εργασία μεγάλου αριθμού μεταναστριών γυναικών που απασχολούνται στον τομέα της οικιακής οικονομίας.

Σε κάθε περίπτωση, η θέση των μεταναστών καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις προϋποθέσεις εισόδου και ένταξης στην αγορά εργασίας της χώρας υποδοχής. Στο πλαίσιο αυτό, οι όροι ένταξης όπως τα μειωμένα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα (μόνιμη παραμονή, οικογενειακή επανένωση κλπ.) οδηγούν σε μειωμένα εργασιακά δικαιώματα (χαμηλότερες αμοιβές, ανασφάλιστη εργασία κλπ.). Η παρατήρηση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική σε χώρες όπως η Κύπρος, όπου το κλειστό μοντέλο μεταναστευτικής πολιτικής που εφαρμόζεται από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 προσφέρει εξαιρετικά περιορισμένες προοπτικές τόσο ως προς την εύρεση εργασίας και το είδος της απασχόλησης όσο και ως προς τις προοπτικές επαγγελματικής ανέλιξης και κοινωνικής ενσωμάτωσης. Στο πλαίσιο αυτό, συντηρείται ένας φαύλος κύκλος όπου οι μετανάστες και οι μετανάστριες εγκλωβίζονται σε θέσεις ανειδίκευτης ή χαμηλής ειδίκευσης εργασίας και αμείβονται χαμηλά.

Η κατηγορία ωστόσο εργαζόμενοι μετανάστες, όπως και η κατηγορία εργαζόμενες γυναίκες δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ενιαία και ομοιογενής. Στα ξενοδοχεία, κυρίως στις μονάδες μεσαίου και μεγάλου μεγέθους, συνυπάρχουν διάφορες ταχύτητες και καθεστώτα μεταναστών (φοιτητές για πρακτική άσκηση, εποχιακοί εργαζόμενοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αδήλωτοι εργαζόμενοι κλπ.) που απολαμβάνουν και διαφορετικά καθεστώτα σε σχέση με τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησής τους. Επίσης, το καθεστώς μετανάστευσης λειτουργεί παρόμοια με το φύλο, ως βάση δηλαδή επαγγελματικού διαχωρισμού και διακρίσεων στην  εργασία, μέσα από μία διαδικασία φυσικοποίησης συγκεκριμένων δεξιοτήτων και χαρακτηριστικών που αποδίδονται σε συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων καθιστώντας τες πιο κατάλληλες για συγκεκριμένα επαγγέλματα. Αυτού του είδους μάλιστα οι κοινωνικές αναπαραστάσεις είναι αμφίδρομες και ανακατασκευάζονται, υπό συνθήκες, ακόμη και από τα ίδια τα υποκείμενα.

Σε όλες ωστόσο της περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ξενοδοχείων, ανεξάρτητα από το εάν ο επαγγελματικός διαχωρισμός στη βάση της εθνοτικής καταγωγής οδηγεί στην υπερεκπροσώπηση ή την υποεκπροσώπηση μεταναστών από συγκεκριμένες χώρες, οι γυναίκες μετανάστριες πλειοψηφούν αριθμητικά έναντι των αντρών μεταναστών συνεισφέροντας στον έμφυλο επαγγελματικό διαχωρισμό και τις έμφυλες διακρίσεις.

Όπως ωστόσο αναφέρεται και παραπάνω, οι εργαζόμενες γυναίκες δεν είναι ίδιες ούτε ίσες μεταξύ τους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η παρατήρηση της Adkins (1995), σύμφωνα με την οποία οι γυναίκες αφρικανικής καταγωγής υποεκπροσωπούνται στα ξενοδοχεία και γενικότερα στα τουριστικά επαγγέλματα που βασίζονται στο σέρβις διότι δεν μπορούν να αναπαρασταθούν ως σεξουαλικά ελκυστικές στους άντρες πελάτες που είναι στην πλειοψηφία τους λευκοί. Οι ευκαιρίες που έχουν λοιπόν οι γυναίκες να εργαστούν στα ξενοδοχεία περιορίζονται στα είδη εργασίας που αξιολογούνται ως πολιτισμικά κατάλληλα γι’ αυτές.

Η συσχέτιση του φύλου με την εθνοτική καταγωγή τοποθετεί τη συζήτηση του έμφυλου επαγγελματικού διαχωρισμού σε ένα άλλο επίπεδο, όπου η εργασία των γυναικών δεν γίνεται αντιληπτή απλά ως γυναικεία εργασία αλλά ως εργασία συγκεκριμένων γυναικών. Στο μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας, το επάγγελμα της καμαριέρας για παράδειγμα, είναι συνυφασμένο με την εργασία γυναικών μεταναστριών, συγκεκριμένης μάλιστα εθνοτικής καταγωγής (δηλ. ανατολικοευρωπαίες). Σε γενικές γραμμές, η βιβλιογραφία αναδεικνύει τη δημιουργία ενός φαύλου κύκλου όπου το προφίλ των εργαζόμενων γυναικών χαρακτηρίζει το επάγγελμα και το επάγγελμα στιγματίζει το υποκείμενο και την εργασία του (κοινωνικό στίγμα και φυσικό/ σωματικό στίγμα).

Αναφορές/ενδεικτική βιβλιογραφία

Adib, A., Guerrier, Y., 2003. The interlocking of gender with nationality, race, ethnicity and class: the narratives of women in hotel work. Gender, Work and Organisation 10 (4), 413–432.

Adkins, L. (1995) Gendered Work: Sexuality, Family and the Labour Market. Buckingham: Open University Press.

Baum, Th. (2013), International Perspectives on Women and Work in Hotels, Catering and Tourism, ILO Gender Work Papers 1/2013, Sector Working Papers No. 289.

Becker, G. (1957), The Economics of Discrimination, Chicago University Press

Novarra, V. (1980) Men’s Work, Women’s Work. London: Marion Boyars.

Γιαννακούρου, Στ., Σουμέλη, Ε. (2002), Ισότητα των αμοιβών μεταξύ γυναικών και αντρών στις συλλογικές συμβάσεις, ΚΕΘΙ.

Ιωακείμογλου, Η., Σουμέλη, Ε. (2012), Το χάσμα αμοιβών αντρών και γυναικών στον ημικρατικό τομέα της Κύπρου, Ινστιτούτο Εργασίας Κύπρου, Σειρά Μελετών 04.

Παπαδοπούλου, Α. (2008), Ισότητα Γυναικών και Αντρών στις Συλλογικές Συμβάσεις Ερ-γασίας, Παγκύπρια Εργατική Ομοσπονδία.

 

Σημειώσεις

[1] Για μία αναλυτική παρουσίαση των διαφορετικών θεωρητικών ερμηνειών των μισθολογικών ανισοτήτων και των έμφυλων διακρίσεων, ο αναγνώστης/στρια μπορεί να ανατρέξει στο Κεφάλαιο 3 της σχετι-κής έρευνας του ΙΝΕΚ-ΠΕΟ με θέμα Το χάσμα αμοιβών αντρών και γυναικών στον ημικρατικό τομέα της Κύπρου (2012: 93-106).

[2] Το ανθρώπινο κεφάλαιο βρίσκεται στο επίκεντρο της νεοκλασικής προσέγγισης του μισθολογικού χάσματος. Σύμφωνα με τη θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου, οι ατομικές διαφορές στις αμοιβές οφείλονται στις διαφορές παραγωγικότητας που απορρέουν από τις διαφορές στο ανθρώπινο κεφάλαιο που κατέχουν τα άτομα (Becker, 1957).

 

 

 

Share

Ο νεοφιλελευθερισμός έχει κυριαρχήσει στο λεξιλόγιό μας

Lowrys-Going-to-Work-1-008

της Ντορίν Μάσεΰ

Σε μια πρόσφατη έκθεση, είχα μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με μια από τις νεότερες εργαζόμενες στην γκαλερί. Καθώς γύρισε την πλάτη της είδα ότι στο πίσω μέρος του t-shirt έγραφε: «Εξυπηρέτηση πελατών». Έμεινα έκπληκτη. Ολόκληρη η συζήτηση φάνηκε να καταρρέει, η εμπειρία μου από αυτή υποβιβάστηκε σε ένα είδος εμπορικής συναλλαγής. Η σχέση μου με την γκαλερί και με αυτό το ελκυστικό άτομο μετατράπηκε σε μια εργαλειακή, αγοραία ανταλλαγή.

Το μήνυμα που υπογραμμίζει αυτή η χρήση του όρου «πελάτης» για τόσα πολλά διαφορετικά είδη ανθρώπινης δραστηριότητας είναι ότι σε σχεδόν όλες τις καθημερινές μας δραστηριότητες ενεργούμε ως καταναλωτές σε μια αγορά –και αυτή η αλήθεια δεν έχει προκύψει τυχαία, αλλά μέσω στρατηγικών των μάνατζερ  και τη ριζική αλλαγή της ονομασίας των θεσμικών πρακτικών.

Η υποχρεωτική άσκηση της «ελεύθερης επιλογής» -ενός προϊόντος, ενός νοσοκομείου, των σχολείων για τα παιδιά κάποιου– γίνεται τότε, ταυτόχρονα, ένα μάθημα για τις κοινωνικές ταυτότητες, επιβεβαιώνοντας κάθε φορά την ταυτότητά μας ως καταναλωτές.

Αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο του τρόπου με τον οποίο ο νεοφιλελευθερισμός έχει γίνει μέρος της κοινής λογικής κατανόησης της ζωής. Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούμε για να μιλήσουμε για την οικονομία είναι στην πραγματικότητα μια πολιτική κατασκευή, όπως έχουν υποστηρίξει ο Stuart Hall, ο Michael Rustin και εγώ στο Soundings manifesto.

Μια άλλη λέξη που ενισχύει τη νεοφιλελεύθερη κοινή λογική είναι η «ανάπτυξη», που επί του παρόντος θεωρείται ο συνολικός σκοπός της οικονομίας μας. Η παραγωγή ανάπτυξης και στη συνέχεια (ίσως) αναδιανομής μέρους αυτής, υπήρξε κοινός στόχος τόσο του νεοφιλελευθερισμού, όσο και της σοσιαλδημοκρατίας. Με μια πιο ωμή διατύπωση, αυτό συνεπάγεται τη δημιουργία συνθηκών ώστε η αγορά να παράγει ανάπτυξη, την αποδοχή ότι  αυτό θα οδηγήσει στην ανισότητα, και, στη συνέχεια, ότι η αναδιανομή ενός μέρους αυτής της ανάπτυξης θα συμβάλει στην αποκατάσταση της ανισότητας που έχει προκύψει από την παραγωγή της.

Ασφαλώς, αυτό δεν έχει σχέση με την αμφισβήτηση των μηχανισμών παραγωγής ανισότητας της ίδιας της αγοράς συναλλάγματος, και επίσης σημαίνει ότι οι κύριες γραμμές πάλης έχουν πολύ συχνά επικεντρωθεί κυρίως στα θέματα αναδιανομής. Επιπλέον, σήμερα ζούμε με τα απομεινάρια από τα περιορισμένα αναδιανεμητικά οφέλη που δημιουργήθηκαν από την εργασία στο πλαίσιο της σοσιαλδημοκρατίας. Παρόλα αυτά, η ανάπτυξη εξακολουθεί να θεωρείται ως απάντηση για τη λύση των προβλημάτων μας.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο η τρέχουσα αντίληψή μας για τη δημιουργία πλούτου και η δέσμευσή μας στην ανάπτυξή του, πρέπει να τεθεί σε αμφισβήτηση, έχει να κάνει με την σχέση μας με τον πλανήτη. Η περιβαλλοντική καταστροφή που επέφερε η επιδίωξη ανάπτυξης απειλεί να προκαλέσει μια καταστροφή της οποίας βλέπουμε ήδη τα αποτελέσματα. Και η τρίτη –και ίσως πιο σημαντική– ατέλεια αυτής της προσέγγισης είναι ότι ο αυξανόμενος πλούτος, κυρίως όπως μετράται σήμερα σε σταθερούς νομισματικούς όρους, έχει ελάχιστες πραγματικές συνέπειες για τα αισθήματα των ανθρώπων γύρω από την ευημερία,  από τη στιγμή που υπάρχει μια επάρκεια κάλυψης των βασικών αναγκών, όπως συμβαίνει στη Βρετανία. Στη διαδικασία της επιδίωξης «ανάπτυξης» με αυτούς τους όρους, ως μέσο για την επίτευξη στόχων και επιθυμιών της ζωής των ανθρώπων, οι οικονομίες επιδιώκουν μια χίμαιρα.

Αντί για μια αδιάκοπη αναζήτηση της ανάπτυξης, γιατί να μην μπορούσαμε να θέσουμε στο τέλος το ερώτημα: «τι είναι μια οικονομία;», «τι θέλουμε να παρέχει;».

Οι τρέχουσες φαντασιώσεις μας, προσδίδουν στην αγορά και τις παρεμφερείς μορφές της ένα ειδικό βάρος. Σκεφτόμαστε την «οικονομία» υπό το πρίσμα των φυσικών δυνάμεων, ως κάτι εντός του οποίου έχουμε κατά καιρούς παρέμβει,  και όχι κάτι ως που αφορά μια ολόκληρη ποικιλία κοινωνικών σχέσεων που χρειάζονται κάποιο είδος συντονισμού. Με αυτόν τον τρόπο, η «εργασία», για παράδειγμα, είναι κατανοητή με ένα πολύ περιορισμένο και εργαλειακό τρόπο. Όταν μόνο οι χρηματικές συναλλαγές αναγνωρίζονται ότι ανήκουν στην «οικονομία», το μεγαλύτερο μέρος της απλήρωτης εργασίας –όπως συμβαίνει στις οικογένειες και σε διάφορες τοπικές πραγματικότητες– δεν υπολογίζεται και δεν έχει αξία. Πρέπει να αμφισβητήσουμε  τη γνωστή κατηγοριοποίηση της οικονομίας ως ένα χώρο στον οποίο οι άνθρωποι εισέρχονται, προκειμένου να αναλάβουν απρόθυμα την ανεπιθύμητη και δυσάρεστη «εργασία», ανταλλάσσοντάς την με υλικά αγαθά που μπορούν να χρησιμοποιήσουν για κατανάλωση.

Αυτή είναι μια άποψη που παρερμηνεύει το σημείο στο οποίο η ευχαρίστηση και η ικανοποίηση βρίσκονται στις ανθρώπινες ζωές. Η εργασία είναι συνήθως –και ασφαλώς πρέπει να είναι – μια κεντρική πηγή νοήματος και ικανοποίησης στην ανθρώπινη ύπαρξη. Και έχει –ή θα μπορούσε να έχει– ηθικές και δημιουργικές (ή αισθητικές) αξίες στον πυρήνα της. Μια επανεξέταση της εργασίας θα μπορούσε να μας οδηγήσει να αντιμετωπίσουμε πιο δημιουργικά, τόσο τις κοινωνικές σχέσεις εργασίας, όσο και τον καταμερισμό εργασίας εντός της κοινωνίας  (συμπεριλαμβανομένης της καλύτερης κατανομής της κουραστικής εργασίας, καθώς και των δεξιοτήτων).

Υπάρχουν ένα σωρό άλλα παραδείγματα που σπάνια εξετάζονται σε σχέση με το οικονομικό τους λεξιλόγιο, για παράδειγμα η συγκεντρωμένη δέσμη όρων γύρω από την επένδυση και τις δαπάνες –όροι που κουβαλούν μαζί τους έμμεση ηθική χροιά. Η επένδυση συνεπάγεται μια δράση, ακόμα και μια θυσία, που πραγματοποιείται για ένα καλύτερο μέλλον. Αυτό προκαλεί ένα μελλοντικό θετικό αποτέλεσμα. Από την άλλη πλευρά, η δαπάνη φαίνεται ως κάτι εξωγενές, ένα κόστος, ένα βάρος.

Πάνω απ’ όλα, θα πρέπει να επαναφέρουμε στο οικονομικό λεξιλόγιο την πολιτική διαμάχη και να αμφισβητήσουμε τον ίδιο τον τρόπο που σκεφτόμαστε την οικονομία. Για να φανταστούμε κάτι νέο, πόσο μάλλον να γεννηθεί κάτι νέο, η τρέχουσα οικονομική «κοινή λογική» μας χρειάζεται να τεθεί ριζικά υπό αμφισβήτηση.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Guardian και μπορείτε να το βρείτε εδώ

Πηγή: Red notebook

Μετάφραση: Αιμιλία Κουκούμα

 

Διαβάστε ακόμα

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

.

Share

Ο μετασχηματισμός των γεωμετριών της εξουσίας. Ντορίν Μάσεϊ (3.1.1944-11.3.2016)

doreen

της Χιλαρυ Γουεϊνραϊτ

H Ντορίν Μάσεϊ, σοσιαλίστρια και φεμινίστρια, αφοσιωμένη γεωγράφος και δημόσια διανοούμενη με μεγάλη επίδραση, πέθανε τη νύχτα της 11ης Μαρτίου, στα 72 της. Τα κοινωνικά δίκτυα γέμισαν αφιερώσεις: «Τώρα καταλαβαίνουμε τι ένιωσε ο υπόλοιπος κόσμος όταν πέθανε ο Μπόουι», έγραψε κάποιος σε μια προσπάθεια να δείξει το μέγεθος της απώλειας. Το σώμα της Ντορίν μπορεί να έμοιαζε εκ κατασκευής εύθραυστο, αλλά το μυαλό της ήταν λαμπρό και αλύγιστο. Ως χαρακτήρας ήταν δυνατή, παθιασμένη, ξέχειλη από περιέργεια αλλά και μετριοφροσύνη κι ευγένεια. Ακτινοβολούσε πολιτική ενεργητικότητα και ανθρωπισμό, που τα συνδύαζε με ένα πνεύμα οξυδερκές και ασεβές.

Με μια σταθερή ροή βιβλίων (For Space, The anatomy of job loss, και Space, Place and Gender) και πολύτιμες συνεισφορές σε βιβλία άλλων όπως το Digging Deeper του Χιου Μπέινον (μια συλλογή άρθρων για τη μεγάλη απεργία των Βρετανών μεταλλωρύχων το 1984-85), δούλεψε μαζί με συναδέλφους της όπως ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ για να καθιερώσει τη γεωγραφία ως πολύτιμη διανοητική πηγή μιας ισχυρής και συνεκτικής κριτικής του αρπακτικού καπιταλισμού στην εποχή της κλιματικής αλλαγής και της ελεγχόμενης από τις πολυεθνικές παγκόσμιας αγοράς.

Η ακαδημαϊκή της βάση ήταν το Open University στο οποίο έμεινε μέχρι τέλους πιστή εκτιμώντας το πόσο ανοιχτό και προσβάσιμο ήταν σε όποιον είχε επιθυμία για γνώση. Απέρριψε δε επανειλημμένα προσφορές άλλων πανεπιστημίων, μεταξύ των οποίων και η Οξφόρδη, ακριβώς γιατί τα θεωρούσε πολύ κλειστά και ελιτίστικα για τη δική της ευρεία εκπαιδευτική αποστολή.

Ήταν περήφανη για το βραβείο Vautrin Lud (το «Νόμπελ της Γεωγραφίας») που της απονεμήθηκε το 1998 και μάλιστα το γιόρτασε, στο γνωστό ανοιχτό κοινωνικό της στιλ, με τον μεγάλο και πολυποίκιλο φιλικό της κύκλο. Αντίθετα, έφριξε όταν άκουσε ότι το κατεστημένο, που τόσο σφοδρά μισούσε σκόπευε να της απονείμει το Παράσημο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Θυμάμαι ότι με πήρε πανικόβλητη τηλέφωνο για να ζητήσει τα στοιχεία κάποιων άλλων γνωστών προσωπικοτήτων που είχαν αρνηθεί τις βασιλικές τιμές, όπως ο Κεν Λόουτς και ο Τζον Πάλμερ, προκειμένου να σχεδιάσει τον τρόπο με τον οποίο αυτή η άρνησή της θα είχε τον μέγιστο δυνατό αντι-βασιλικό αντίκτυπο.

Όλη της η πολιτική δράση στηριζόταν στο δυνατό ταξικό της αισθητήριο: αυτό καθοδηγούσε την ενεργή υποστήριξή της στις γυναίκες των κοινοτήτων των μεταλλωρύχων κατά τη διάρκεια της απεργίας του 1984-85 (είχαμε πάει μαζί στο Μπλίντγουορθ στο Νοτινχαμσάιρ για να προσφέρουμε όποια ηθική και πρακτική υποστήριξη μπορούσαμε στις τοπικές διαδηλώσεις των Γυναικών Κατά του Κλεισίματος των Ορυχείων), και γι’ αυτό ήταν τόσο ενθουσιασμένη με την εκλογή του Κόρμπιν στην αρχηγία των Εργατικών. Μάλιστα η τελευταία φορά που είδα την Ντορίν ήταν όταν, μαζί με τη Σαντάλ Μουφ, γειτόνισσα κι αυτή και καλή φίλη, συζητήσαμε τι θα μπορούσαμε να κάνουμε για να υποστηρίξουμε την εκλογή του Κόρμπιν.

Η Ντορίν Μάσεϊ μεγάλωσε στο Γουάιδενσο, ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα κατοικιών του Μάντσεστερ, και αυτή η εμπειρία της αποτέλεσε, όχι μόνο ένα σταθερό σημείο αναφοράς στις πολιτικές μας συζητήσεις αλλά και την καύσιμη ύλη της οργής που έτρεφε ενάντια στην ταξική εκμετάλλευση και την ταξική κυριαρχία, στη σύνθετη διαπλοκή τους με τις οικονομικές-γεωγραφικές ανισότητες και τις έμφυλες και φυλετικές διακρίσεις. Η βορειοδυτική Αγγλία παρέμεινε η εστία πολλών από τα ισόβια πάθη της. Έκανε άπειρες διαδρομές με το τρένο από το Γιούστον στο Λίβερπουλ για να επευφημήσει την αγαπημένη της ομάδα, στην οποία ήταν ένθερμος οπαδός, και μετά στο Άλβεστον, για να περάσει λίγες μέρες με τη λατρεμένη της αδελφή Χίλαρι, με την οποία έκανε μεγάλους περιπάτους και παρατήρηση πτηνών (άλλη μια από τις μακρόχρονες αγάπες της) στους όμορφους λόφους του Εθνικού Δρυμού του Lake District.

Ήταν επίσης παθιασμένη με το Λονδίνο, την πόλη που έμενε και που συχνά μελετούσε. Ήταν ενεργή αρχιτέκτονας μηχανικός του Συμβουλίου του Μείζονος Λονδίνου (Greater London Council – GLC) υπό τις οδηγίες του φίλου και γείτονά της στο Κίλμπουρν, του Κεν Λίβινστοουν. Έγινε μέλος της Επιχειρηματικής Επιτροπής του Μείζονος Λονδίνου (Greater London Enterprise Board – GLEB), στην οποία ο, επίσης συμμετέχων, Τζον Πάλμερ θυμάται πως «κατά την προετοιμασία των αναπτυξιακών σχεδίων της Επιτροπής, εκείνη διερευνούσε πάντα επίμονα τρόπους για να προωθηθούν μέσω αυτών τα δικαιώματα των γυναικών και των μειονοτήτων». Και ο Ρόμπιν Μάρεϊ, επίσης μέλος και Οικονομικός Σύμβουλος του GLC, περιγράφει πώς η Μάσεϊ «επέμενε ότι ο χώρος είναι κοινωνικός και όχι μόνο φυσικός: μιλούσε για έμφυλο χώρο, για ταξικό χώρο. Εισήγαγε στις συζητήσεις της GLEB αυτή την τόσο διαφωτιστική οπτική, καθώς προσπαθούσαμε να μεταφέρουμε τις αρχές του GLC στα συγκεκριμένα επιχειρηματικά σχέδια που εξετάζαμε».

Η Μάσεϊ εφάρμοσε αυτή της την ικανότητα να συνδυάζει τη θεωρητική καινοτομία με την πολιτική εμπλοκή και σε διεθνή κλίμακα, ιδίως στη Λατινική Αμερική. Μιλούσε άπταιστα ισπανικά και πέρασε ένα χρόνο στη Νικαράγουα, γράφοντας ένα βιβλίο για τη χώρα. Το διαρκές ενδιαφέρον της για τον χώρο και την εξουσία την οδήγησε σε μια μακρά ενασχόληση με την πολιτική αλλαγή στη Βενεζουέλα. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό της που η έννοια των «γεωμετριών εξουσίας» που επινόησε, χρησιμοποιήθηκε στην προσπάθεια επέκτασης της συμμετοχικής και κινηματικής δημοκρατίας στη χώρα. Ήταν επίσης μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του Revista Pos, του περιοδικού της Σχολής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας του Σάο Πάολο.

Εκτός από τη Λατινική Αμερική, η Μάσεϊ έδρασε και στη Νότια Αφρική, συνεργαζόμενη με ντόπιους ακτιβιστές. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής κυβέρνησης, συνεργάστηκε με τη Φρένε Γκινουάλα (που αργότερα έγινε το πρώτο έγχρωμο άτομο που εκλέχτηκε Πρόεδρος του Νοτιοαφρικανικού Κοινοβουλίου) σε ένα εργαστήριο για το φύλο και την απλήρωτη εργασία, σε μια εποχή που αυτά τα θέματα βρίσκονταν στο περιθώριο της οικονομικής συζήτησης.

Είμαστε τυχεροί που μέσω του συγκλονιστικού –αγαπημένη της λέξη αυτή– εύρους και βάθους του συγγραφικού της έργου, οι ιδέες της είναι ακόμα μαζί μας, αλλά μπορούμε να αυξήσουμε κι άλλο την επιρροή τους. Η ίδια θα ήθελε να κλείσω αυτό τον χαιρετισμό με ένα ηχηρό και οξύ πολιτικό σχόλιο, και η εισαγωγή του κειμένου της στο σάιτ του περιοδικού Soundings για την εκλογή Κόρμπυν κάνει μια χαρά τη δουλειά: από τότε που εκλέχτηκε ο Κόρμπιν, διάφοροι «ειδικοί» προβλέπουν για τους Εργατικούς την καταστροφή. Στην πραγματικότητα η καταστροφή τους είναι πιθανότερο να επέλθει αν ο κομματικός μηχανισμός δεν κινητοποιηθεί και εργαστεί ώστε η ηγεσία του Κόρμπιν να πετύχει. Αλλά ό,τι και να κάνει το κόμμα –και ειδικά η Κοινοβουλευτική του Ομάδα–, γνωρίζω πως οι φίλοι της Ντορίν, ένα ευρύ δίκτυο με μεγάλη επιρροή, θα κινητοποιηθούν και θα εργαστούν ώστε η μνήμη της και το αποφασιστικό της πνεύμα να μείνουν ζωντανά και, κυρίως, ώστε να διασφαλίσουν τη συνέχιση της επιρροής της μετασχηματιστικής και βαθιά ριζοσπαστικής πολιτικής της άποψης. Ζήτω, λοιπόν, η Ντορίν! Ζήτω ο μετασχηματισμός των γεωμετριών της εξουσίας! Ζήτω!

Η Hilary Wainwright είναι συνεκδότρια του «Red Pepper». Το κείμενο, με τίτλο «How we will miss that chuckle: my friend, Doreen Massey» (εδώ με περικοπές) δημοσιεύθηκε στο OpenDemocracy, στις 15.3.2016.

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου

Πηγή: ενθέματα 

 

Διαβάστε ακόμα

Πολλαπλοί χώροι της δημοκρατίας

.

Share

Η έμφυλη Λευκή Τρομοκρατία

fantasma1_0

Η εμφυλη βία ήταν η απάντηση στη χειραφέτηση των γυναικών μέσα από το ΕΑΜικό κίνημα | ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ, τ.Δ1

του Κώστα Κατσούδα*

Τα κορίτσια πούταν πρώτα στην Ε.Π.Ο.Ν. / πίνουν φάρμακα, πονάνε / και τον Στάλιν βλαστημάνε / που τις έβγαλε στο δρόμο τον κακόν

Χίτικη εκδοχή του τραγουδιού «Γιούπι-Για» (1945-46)

Eδώ και περίπου δεκαπέντε χρόνια η εμφύλια βία είχε αναχθεί σε κεντρικό ερμηνευτικό ζήτημα της δεκαετίας του ’40. Προκαλώντας έντονες συζητήσεις και υπερακοντίζοντας τα στενά όρια του ακαδημαϊκού διαλόγου, η μελέτη της βίας αναμφίβολα εμπλούτισε τον τρόπο που κατανοούμε όσα συνέβησαν στην πιο δραματική περίοδο της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας.

Ωστόσο, οι μεθοδολογικές προϋποθέσεις που τέθηκαν και οι ερευνητικές προτεραιότητες που πρυτάνευσαν, έφεραν μεν στο προσκήνιο διαστάσεις του φαινομένου που είχαν παραγνωριστεί, συσκότισαν όμως άλλες.

Το αξίωμα ότι ο φόνος είναι η απόλυτη μορφή βίας, μετρήσιμη ποσοτικά, οδήγησε στην υποτίμηση άλλων μη ανθρωποκτόνων μορφών βίας, ενώ η τάση για ποσοτικοποίηση υποβίβασε σε δεύτερη μοίρα ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά της βίας.

Η σιωπή των ιστορικών

fantasma23_0

Γυναίκες, θύματα της “Λευκής τρομοκρατίας” του 1945-46 | ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ, τ.Δ1

Η ιστοριογραφία έχει ελάχιστα καταπιαστεί με την έμφυλη διάσταση της βίας, ιδιαίτερα δε το φαινόμενο της σεξουαλικής βίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στις περισσότερες μελέτες που έχουν αναγάγει τη βία σε ερμηνευτικό κλειδί της Ιστορίας, απουσιάζει οποιαδήποτε σχετική μνεία.

Οχι μόνο φαίνεται να τις διατρέχει η λογική ότι η βία της περιόδου εξαντλείται στους φόνους, αλλά και να αγνοούν την προβληματική του φύλου, σαν το ζήτημα της εμφύλιας βίας να εξαντλούνταν στη θεώρηση ότι αφορά άνδρες που σκοτώνουν άνδρες.

Δεν λείπουν και οι συγγραφείς που διεκπεραιώνουν σε μια-δυο προτάσεις το ζήτημα της σεξουαλικής βίας κατά των γυναικών σαν μία από τις πολλές μορφές φυσική βίας, μια λεπτομέρεια της Ιστορίας του ελληνικού εμφύλιου πολέμου, την οποία επιπλέον εκλογικεύουν ως κατανοητή και επουσιώδη αντεκδίκηση απέναντι στην «κόκκινη βία».

Παρόμοιοι συνδυασμοί αποσιώπησης και έμμεσης δικαιολόγησης της σεξουαλικής βίας ανακαλούν τη σαρκαστική off the record απάντηση ηγητόρων του αμερικανικού στρατού στο Βιετνάμ, όταν ερωτούνταν για ανάλογες ωμότητες σε βάρος αμάχων:

«Δεν έγιναν ποτέ – και επιπλέον τους άξιζε».

Τέτοιες προσεγγίσεις πάσχουν πολλαπλώς. Οι φρικτές εμπειρίες των συγκρούσεων στη Βοσνία και τη Ρουάντα πυροδότησαν δεκάδες επιστημονικές μελέτες του φαινομένου του πολεμικού βιασμού, οι οποίες κατέδειξαν ότι η σεξουαλική βία δεν είναι μια απλή υποκατηγορία της μη ανθρωποκτόνου βίας (ο ξυλοδαρμός και ο βιασμός δεν είναι ομόλογα φαινόμενα) ούτε έχει αμελητέες συνέπειες.

Προκαλεί βαθιές και συχνά αθεράπευτες ψυχολογικές πληγές που δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν και να αποτυπωθούν σε μαθηματικά σχήματα.

Επιπλέον, μοιάζει να λησμονείται ότι ο βιασμός δεν είναι ποτέ αυτοάμυνα και πως, στην ελληνική περίπτωση, η σεξουαλική βία αψηφά τη βολική λογική της αναλογικότητας.

Ο ΕΛΑΣ και κατόπιν ο Δημοκρατικός Στρατός άσκησαν φυσική και συχνά φονική βία κατά γυναικών, όμως ήταν κεντρική οδηγία να αποφεύγονται οι προσβολές εναντίον της γενετήσιας ελευθερίας.

Πέρα από λόγους αρχής, όπως η επαγγελία ενός προγράμματος γυναικείας χειραφέτησης, πρακτικές μέριμνες, όπως η επιδίωξη να στρατολογηθούν αντάρτισσες, συνηγορούσαν στην αποτροπή τέτοιων ενεργειών.

Όσα τέτοια κρούσματα εκδηλώθηκαν, πατάχθηκαν με αμείλικτη σκληρότητα. Οι δικαστικές πηγές επιβεβαιώνουν τα παραπάνω.

Μετά τα Δεκεμβριανά, ΕΑΜίτες και ΕΛΑΣίτες κατηγορήθηκαν, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν για κάθε είδους αδικήματα, εκτός από σεξουαλικές επιθέσεις.

Το ίδιο φαίνεται ότι συνέβη και με τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Η ευθύνη για τη σεξουαλική βία δεν μπορεί να μοιραστεί ισομερώς μεταξύ των εμπολέμων.

Ηταν ασύμμετρο όπλο στα χέρια της μίας από τις αντιμαχόμενες παρατάξεις του εμφύλιου πολέμου.

Αποσιώπηση κι ατιμωρησία

fantasma8

Ένοπλες επονίτισσες στην Τριφυλλία (1944) | ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ, τ.Δ1

Οι μεθοδολογικές ή άλλες εμμονές εξηγούν μόνο εν μέρει την έλλειψη ενδιαφέροντος για το φαινόμενο της σεξουαλικής βίας. Υπάρχει το πρόβλημα των πηγών.

Οι σχετικές αναφορές είναι αρκετές, όμως είναι αποσπασματικές και από δεύτερο χέρι. Η αξιοπιστία τους είναι δύσκολο να διασταυρωθεί.

Ως προς την έκταση του φαινομένου, το μόνο που διαθέτουμε είναι οι καταγγελίες της δεξιάς βίας από τις ΕΑΜικές οργανώσεις.

Εκθεση της Εθνικής Αλληλεγγύης προς την Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ καταγράφει μόλις 165 βιασμούς μεταξύ Φεβρουαρίου 1945 και Μαρτίου 1946.

Το δε υπόμνημα του Δημοκρατικού Στρατού προς την Ερευνητική Επιτροπή του ΟΗΕ έναν χρόνο αργότερα, το οποίο πάντως καλύπτει μόνο τη μισή επικράτεια της χώρας, αναφέρει 211 βιασμούς.

Δεν διαθέτουμε στατιστικές για τη φάση κλιμάκωσης του εμφύλιου πολέμου από την άνοιξη του 1947 και μετά. Αλλά και οι προαναφερθέντες αριθμοί δεν αντανακλούν επ’ ουδενί τα πραγματικά μεγέθη για την κατ’ εξοχήν περίοδο της Λευκής Τρομοκρατίας.

Το ΕΑΜ επεξεργαζόταν στοιχεία από περιστατικά για τα οποία είχαν υποβληθεί μηνύσεις.

Αποτελούσαν ένα κλάσμα του συνόλου και προϋπέθεταν αξιοθαύμαστο προσωπικό θάρρος εκ μέρους των μηνυτριών.

Το κοινωνικό στίγμα, αλλά και ο φόβος μην επισύρουν χειρότερα αντίποινα, εξανάγκαζε τα περισσότερα θύματα σε σιωπή.

Ας σκεφτούμε ότι στη δική μας εποχή, όταν πια έχει συντελεστεί ραγδαία μεταβολή των νοοτροπιών και οι διωκτικοί μηχανισμοί έχουν ευαισθητοποιηθεί, ο βιασμός παραμένει το λιγότερο καταγγελλόμενο έγκλημα.

Οι εγκληματολόγοι εκτιμούν ότι λιγότεροι από έναν στους πέντε βιασμούς καταγγέλλονται στις Αρχές. Μπορούμε να υποψιαστούμε τι συνέβαινε πριν από εβδομήντα χρόνια, σε συνθήκες οξείας πολιτικής πόλωσης.

Σύμφωνα με ξένους ερευνητές, οι βιασμοί πάντα υποαντιπροσωπεύονται στις στατιστικές των εγκλημάτων πολέμου.

Κάποιοι από αυτούς μάλιστα προτείνουν να πολλαπλασιάζουμε τα καταγεγραμμένα κρούσματα επί είκοσι για να έχουμε μια κατά προσέγγιση αίσθηση των πραγματικών μεγεθών.

Πράγματι, σε περιπτώσεις που οι παθούσες συνδέονταν έστω και κατ’ ελάχιστον με το ΕΑΜικό κίνημα, βρίσκονταν αντιμέτωπες με ένα πυκνοδομημένο πλέγμα προκατάληψης:

➤ των κρατικών αρχών που απέρριπταν τέτοια διαβήματα ως «αποκυήματα νοσηράς φαντασίας»,

➤ των αστυνομικών οργάνων που, όταν καταδέχονταν να σημειώσουν τέτοια περιστατικά στα δελτία συμβάντων, φρόντιζαν να προσθέτουν ότι τα θύματα ήταν «κακής διαγωγής» (άρα, κατά το κοινώς λεγόμενο, «πήγαιναν γυρεύοντας»),

➤ των μαρτύρων υπεράσπισης στις δίκες, οι οποίοι ορκίζονταν ότι «οι εθνικιστές δεν κάνουν τέτοια» και δεν απέκλειαν τα θύματα να ενεπλάκησαν σε όργια με «συναγωνιστές» για να δυσφημίσουν άσπιλους πατριώτες,

➤ των συνηγόρων υπεράσπισης που τις καλούσαν να προσκομίσουν πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων για να διαπιστωθεί το ποιόν τους,

➤ των βασιλικών επιτρόπων που φιλοφρονούσαν τους κατηγορουμένους και ζητούσαν να αντιμετωπιστούν με επιείκεια λόγω των αντικομμουνιστικών τους διαπιστευτηρίων,

➤ των δικαστών που ελαφρά τη καρδία αποφαίνονταν ότι τα θύματα δεν είχαν υποστεί δα και κάποια σοβαρή σωματική βλάβη.

Μια εμπειρική έρευνα στα διαθέσιμα δικαστικά αρχεία δείχνει ότι υπήρξαν ελάχιστες καταδίκες.

Θύματα με μητρώο αριστερής δράσης δεν έβρισκαν δικαίωση σχεδόν ποτέ, ακόμη και αν η ακροαματική διαδικασία παρήγε συντριπτικά στοιχεία σε βάρος των κατηγορουμένων.

Σε κάποιες περιπτώσεις, οι αποφάσεις ήταν ιδιαίτερα προκλητικές (βλ. παράπλευρη στήλη). Η ατιμωρησία ήταν το εκτροφείο και της σεξουαλικής βίας.

Από τον «Θίασο» του Θ. Αγγελόπουλου…

This slideshow requires JavaScript.

Μια «τιμωρητική» πρακτική

Αν και δεν είναι πάντα απλό να ξεδιαλύνουμε τα όρια δημόσιου και ιδιωτικού, οι υπάρχουσες πηγές μάς επιτρέπουν να σκιαγραφήσουμε τυπολογίες του εμφυλιοπολεμικού βιασμού.

Η σεξουαλική βία της περιόδου 1945-1947 αναπαράγει εν πολλοίς το γνωστό μοτίβο βίας της Λευκής Τρομοκρατίας.

Είναι φαινόμενο κυρίως της υπαίθρου.
Ομάδες ενόπλων εισέβαλλαν τις μικρές ώρες της νύχτας σε σπίτια με την πρόφαση της έρευνας για κρυμμένα όπλα, της αναζήτησης καταζητούμενων ή του ελέγχου ταυτοτήτων και κατέληγαν να σέρνουν το θύμα τους στους αγρούς δήθεν για ανάκριση, στην πραγματικότητα για να βιαιοπραγήσουν σε βάρος του.

Ενώ στην περίπτωση των ανδρών επακολουθούσε ξυλοδαρμός, στην περίπτωση των γυναικών το ρεπερτόριο συχνά περιλάμβανε σεξουαλική κακοποίηση.

Αλλοτε οι δράστες αναζητούσαν κάποιον άνδρα και όταν δεν τον εντόπιζαν, ξεσπούσαν πάνω στις γυναίκες του σπιτιού. Σε άλλες περιστάσεις εξ αρχής στόχος τους ήταν οι γυναίκες, δηλαδή ο βιασμός ήταν προμελετημένος.

fantasma7Aιχμάλωτες αντάρτισσες κατά τη διαδικασία μεταγωγής τους στα «σημεία υψηλού κινδύνου» – ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ Ν.Ε. ΤΟΛΗ (Αθήνα 1998)

Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σε περιόδους κανονικότητας, οι βιασμοί εκείνης της εποχής ήταν συχνότατα ομαδικοί με έντονο το στοιχείο της σαδιστικής βίας.

Φαίνεται ότι επρόκειτο για ενσυνείδητη επιλογή.

Εγκληματολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί έχουν διαπιστώσει ότι τα θύματα ακραίων μορφών κακοποίησης υφίστανται σοβαρότερο ψυχικό κλονισμό και δυσκολεύονται περισσότερο να αποκαταστήσουν μια ισορροπία στη ζωή τους.

Μερικές φορές η κακοποίηση ολοκληρωνόταν με την εκτέλεση του θύματος.

Όταν βασικός στόχος ήταν ο βιασμός, ο φόνος ήταν ένας τρόπος για να καλυφθούν τα ίχνη των δραστών.

Οι νεκρές δεν μπορούν να μιλήσουν. Οταν είχε ληφθεί απόφαση για την εξόντωση του θύματος, η σεξουαλική κακοποίηση ήταν το μαρτυρικό πρελούδιο του προαποφασισμένου τέλους.

Τα παραπάνω συνιστούν ακόμα έναν λόγο που το αληθινό μέγεθος των βιασμών δεν θα μαθευτεί ποτέ. Αρκετοί κρύφτηκαν πίσω από φόνους και εξαφανίσεις.

Τα θύματα μπορούν να διακριθούν σε δύο κατηγορίες.

Κατ’ αρχάς ήταν σχετικά νεαρής ηλικίας γυναίκες που πολύ σχηματικά μπορούμε να περιγράψουμε ως ακτιβίστριες: ΕΠΟΝίτισσες, καθοδηγήτριες του ΕΑΜ κ.ά.

Αυτές συνήθως επιλέγονται και ως θύματα διαπομπεύσεων. Σε αντίθεση με τους βιασμούς που συνήθως λάμβαναν χώρα εν κρυπτώ, οι διαπομπεύσεις προϋπέθεταν τη δημόσια έκθεση.

Η γνωστότερη μορφή διαπόμπευσης υπήρξε το κούρεμα των μαλλιών.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με ακόμα μια ελληνική πρωτοτυπία: ενώ στην υπόλοιπη απελευθερωμένη Ευρώπη η βάναυση αυτή τιμωρία επιβλήθηκε σε γυναίκες που κατηγορήθηκαν για ερωτικές ή άλλες δοσοληψίες με τον κατακτητή, στη μεταπολεμική Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε σχεδόν αποκλειστικά εναντίον γυναικών που είχαν θητεύσει στην ΕΑΜική Αντίσταση.

Το κούρεμα των μαλλιών, συχνά μια ιδιαίτερα επώδυνη διαδικασία (μαρτυρίες μνημονεύουν εθνικόφρονες οπλαρχηγούς που προτιμούσαν να χρησιμοποιούν μαχαίρια αντί για ψαλίδια για να μεγιστοποιούν τον πόνο), συνιστούσε μια συμβολική πράξη εξάλειψης της ταυτότητας του θύματος.

fantasma6a_1Η “έκφυλη συμμορίτισσα”, όπως την έβλεπε το επίσημο περιοδικό της Υπηρεσίας Στρατιωτικού Τύπου (20/4/1948) Πηγή: ΑΣΚΙ

Αρκετές φορές είχε σεξουαλικό υπόβαθρο: σε κάποιες περιπτώσεις αντικομμουνιστικές συμμορίες χάραζαν στα μάγουλα των θυμάτων το γράμμα «Π» («Πόρνη»), άλλοτε παρέτειναν τον εξευτελισμό με έκθεση του γυμνού σώματος του θύματος σε κοινή θέα, ορισμένες φορές το χυδαίο τελετουργικό επιστεγαζόταν με βιασμό.

Βασικός στόχος τέτοιων πρακτικών φαίνεται να ήταν η συντριβή του φρονήματος γυναικών που αποτόλμησαν να παραβούν τα παραδοσιακά έμφυλα πρότυπα συμπεριφοράς.

Όμως, προτιμώμενοι στόχοι φαίνεται να ήταν γυναίκες που οι ίδιες μεν είχαν ελάχιστη πολιτική εμπλοκή, αλλά οι άνδρες συγγενείς τους είχαν διαδραματίσει ρόλο στο πρώτο αντάρτικο.

Αυτοί συνήθως απουσίαζαν από την οικογενειακή στέγη, επειδή φυγοδικούσαν ή κρατούνταν στις φυλακές.

Άλλοτε ήταν κι αυτοί παρόντες στο σπίτι και ενίοτε υποχρεώνονταν να παρακολουθήσουν το δράμα των προσφιλών τους προσώπων.

Ο πόνος προκαλούνταν στα θύματα, αλλά το μήνυμα απευθυνόταν προς τους άρρενες οικείους τους.

Εκφερόμενο στον παραδοσιακό κώδικα των πατριαρχικών αξιών, ήταν μια υπενθύμιση της ανημπόριας τους να προστατέψουν την τιμή των συζύγων, μανάδων, κορών και αδελφών τους.

Εάν βασικός στόχος της Λευκής Τρομοκρατίας ήταν η πολιτική αποστράτευση των οπαδών της Αριστεράς και η αποδιάρθρωση των οργανωτικών αρμών της ΕΑΜικής παράταξης, τότε η σεξουαλική βία δηλητηρίαζε τη σχέση των θυμάτων με τον άμεσο περίγυρό τους και διασπούσε τις κοινωνικές και οικογενειακές σχέσεις των αντιπάλων ως ατόμων.

Ο βιασμός στις παραδοσιακές κοινωνίες στιγματίζει περισσότερο το θύμα παρά τον θύτη.

Οι παθούσες εξαναγκάζονταν να αποτραβηχτούν στην οικιακή σφαίρα ή να εγκαταλείψουν τους τόπους διαμονής τους για να αποφύγουν την κοινωνική κατακραυγή.

Αναφέρονται και περιστατικά όπου χώρισαν ζευγάρια και μέλη οικογενειών ψυχράνθηκαν μεταξύ τους.

Υπάρχει η τάση να καταλογίζεται η διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων στην απειθαρχία ανεξέλεγκτων ομάδων που έψαχναν να προσποριστούν προσωπικές ανταμοιβές σε ένα περιβάλλον γενικευμένης βαρβαρότητας.

Αυτή η ερμηνεία δεν στερείται αληθοφάνειας, καθώς αφενός οι κύριοι αυτουργοί σεξουαλικών εγκλημάτων ήταν συμμορίες ιδιωτών, αφετέρου δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει ότι οι βιασμοί του ελληνικού εμφυλίου είχαν συστηματικό χαρακτήρα ή υπάκουαν σε άνωθεν διαταγές.

Παρ’ όλα αυτά, αξίζει να σημειωθεί ότι τα θύματα δεν ήταν τυχαία επιλεγμένα, αλλά στοχοποιούνταν εξαιτίας της πραγματικής ή υποτιθέμενης ένταξής τους στο αντίπαλο στρατόπεδο.

Επιπλέον, αν το κράτος ήταν αποφασισμένο να περιορίσει το φαινόμενο, τότε η παραστρατιωτικοποίηση των δεξιών ατάκτων, δηλαδή η υπαγωγή τους υπό στρατιωτικό έλεγχο στην ύστερη φάση της σύρραξης, θα συνεπαγόταν τη δραστική μείωση τέτοιων κρουσμάτων.

Ανοιχτά ερωτήματα

Τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν είναι αρκετά για να εκφέρουμε ολοκληρωμένη γνώμη για τις πρακτικές σεξουαλικής κακοποίησης το 1947-1949.

Από τη μια, υπάρχει πληθώρα αναφορών σε περιστατικά όπου κληρωτοί προστάτευσαν αιχμάλωτες αντάρτισσες από τις σαδιστικές παρορμήσεις παραστρατιωτικών, από την άλλη όμως συνάγεται ότι τα σημεία υψηλού κινδύνου για τη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων ήταν τα αυτοσχέδια προσωρινά κρατητήρια στα μετόπισθεν των επιχειρήσεων και τα στρατόπεδα αιχμαλώτων, δηλαδή χώροι που τελούσαν υπό την εποπτεία των ενόπλων δυνάμεων.

Η διενέργεια σεξουαλικοποιημένων βασανιστηρίων από άνδρες των σωμάτων ασφαλείας είναι επίσης κοινό μυστικό.

Η έκταση του φαινομένου είναι άγνωστη. Οι αιχμάλωτες, οι πολιτικές κρατούμενες και εξόριστες ήταν υποκείμενα που διαβιούσαν σε καθεστώς εξαίρεσης και συνεπώς αδυνατούσαν να κινήσουν νομικές διαδικασίες εναντίον των βασανιστών τους.

karagianni_2Η τραγική ιστορία της δασκάλας Πέπης Καραγιάννη είναι διδακτική: ο βασανισμός και ο βιασμός της από ασφαλίτες στην Αθήνα το 1946 παρουσιάστηκε από τις Αρχές ως ατύχημα που προκλήθηκε από δική της υπαιτιότητα.

Με λίγα λόγια, υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι το φαινόμενο της σεξουαλικής βίας στον ελληνικό εμφύλιο προσέλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις από αυτές που θέλουμε να πιστεύουμε.

Η ιστορική έρευνα μπορεί να γκρεμίσει τα τείχη της σιωπής και να φωτίσει περαιτέρω αθέατες πτυχές ενός από τα μεγάλα ταμπού της Ιστορίας της δεκαετίας του ’40.

Η αμνήστευση του «αντισυμμοριακού» βιασμού

Ένα ντοκουμέντο του 1948

fantasma5_0

Ένοπλοι παρακρατικοί στη Θεσσαλία (1947) Ένοπλοι παρακρατικοί στη Θεσσαλία (1947). | ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ Ν.Ε. ΤΟΛΗ (Αθήνα 1998)

Το ΚΘ’ Ψήφισμα «περί αμνηστείας παραδιδομένων στασιαστών κτλ.» της 14ης Σεπτεμβρίου 1947 ήταν η πολυδιαφημισμένη αμνηστία του πρωθυπουργού Θεμιστοκλή Σοφούλη.

Υποσχόταν την αμνήστευση κάθε είδους αδικημάτων που σχετίζονταν «με την συμμοριακήν ή αντισυμμοριακήν δράσιν» για όσους «στασιαστές» παρουσιάζονταν αυτοβούλως στις Αρχές εντός δίμηνης προθεσμίας.

Παρότι το νομοθέτημα απευθυνόταν ουσιαστικά στους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού, τα στοιχεία του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως δείχνουν ότι από τους περίπου 10.000 φυγόδικους που κατέθεσαν τα όπλα, τα δύο τρίτα ήταν μέλη αντικομμουνιστικών ομάδων.

Η αμνηστία έγινε «πλυντήριο» των εγκλημάτων της Λευκής Τρομοκρατίας και διευκόλυνε πολλούς άτακτους της Δεξιάς, αναβαπτισμένους πια, να συνεχίσουν τη μάχη κατά της «ανταρσίας» υπό τη σκέπη του κράτους, ως ΜΑΥδες και χωροφύλακες «άνευ θητείας».

Αρκετοί από όσους επικαλέστηκαν τις ευεργετικές διατάξεις του ΚΘ’ Ψηφίσματος επιζήτησαν την αμνήστευση πράξεων βιασμού.

Η στάση των δικαστηρίων δεν ήταν ομόφωνη. Συνήθως, πάντως, τέτοια αιτήματα απορρίπτονταν ως απαράδεκτα.

Το σκεπτικό των αποφάσεων κατά κανόνα υπογράμμιζε ότι ο βιασμός δεν μπορούσε να θεωρηθεί μέρος του «αντισυμμοριακού» αγώνα.

Σε άλλες περιστάσεις, τα δικαστήρια απέφευγαν να αποφασίσουν ώσπου να λάβουν διευκρινίσεις από τον Αρειο Πάγο.

Το κακό ήταν μικρό βέβαια: ακόμη κι αν δεν πετύχαιναν να αμνηστευτούν, οι κατηγορούμενοι τέτοιων πράξεων κατά κανόνα αθωώνονταν πανηγυρικά.

Σε περιπτώσεις που τα θύματα ανήκαν στην αντίπαλη πολιτική παράταξη, η ατιμωρησία των βιαστών ήταν περίπου εξασφαλισμένη.

Η δικαστική απόφαση που παρουσιάζουμε εδώ αποτελεί ένα ιδιαίτερα επαίσχυντο δείγμα της αντιμετώπισης της σεξουαλικής βίας από τις ελληνικές δικαστικές αρχές.

Στην προκειμένη υπόθεση, οι δράστες –Χίτες από την Ακαρνανία, που δεν μπήκαν καν στον κόπο να τιμήσουν τη διαδικασία με την παρουσία τους- αμνηστεύτηκαν.

Το Κακουργιοδικείο Λευκάδας έκρινε ότι ο φόνος ενός αριστερού στελέχους, αλλά και ο ομαδικός βιασμός της συζύγου του –από έξι άτομα, με το μαχαίρι στον λαιμό, πλάι στο πτώμα του άντρα της– αποτελούσαν σκέλη του πολέμου κατά του «εσωτερικού εχθρού».

Ας σημειωθεί ότι στον δολοφονηθέντα προσάπτεται post mortem η ηθική αυτουργία κατοχικών εγκλημάτων, αλλά και ότι αμφότερα τα θύματα περιγράφονται ψευδώς ως «συμμορίτες» του ΕΑΜ, παρότι ήταν άοπλα και το ΕΑΜ ήταν ένας νόμιμος πολιτικός συνασπισμός κομμάτων το 1946.

Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε από δημοσιευμένες μαρτυρίες για τον εμφύλιο πόλεμο στη Στερεά Ελλάδα, η εν λόγω γυναίκα είχε βιαστεί ξανά στο παρελθόν από παρακρατικούς που δεν εννοούσαν να αφήσουν τον σύζυγό της σε ησυχία.

Την πρώτη φορά η υπόθεση «θάφτηκε». Το αντρόγυνο υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το χωριό του για να μετοικήσει κοντά στο Αγρίνιο, αναζητώντας ματαίως ασφάλεια.

Οι διώκτες το εντόπισαν ξανά και ολοκλήρωσαν την κτηνωδία.

Αυτή τη φορά, η παθούσα χήρα είδε τους δολοφόνους του άντρα της και βιαστές της να δικαιώνονται ενώπιον δικαστηρίου.

≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈

Αριθ. 14

Το Δικαστήριον των εν Λευκάδι Συνέδρων

Συγκείμενον εκ των Δικαστών Μ.Α. Προέδρου, Δ.Κ. και Γ.Ψ.

Συνεδριάσαν δημοσίως εν τω ακροατηρίω του την 10 Μαρτίου 1948 παρουσία του τε Εισαγγελέως των ενταύθα Πλημμ/δικών Ε.Π. και του Γραμματέα των αυτών Πλημμ/δικών Σ.Α., ίνα αποφανθή εάν αι εις τους κατηγορουμένους 1) Δ.Ν., 2) Μ.Μ., 3) Γ.Ν., 4) Φ.Ν., 5) Ε.Μ. και 6) Ε.Ν.,… απόντας, αποδιδόμεναι πράξεις του φόνου, βιασμού και οπλοχρησίας, εμπίπτουσιν εις τας διατάξεις του ΚΘ’ Ψηφίσματος «περί αμνηστείας παραδιδομένων στασιαστών»…

[…]

Σκεφθέν κατά τον Νόμον

Επειδή κατά την αληθή έννοιαν της διατάξεως του άρθρου 1 του ΚΘ’ Ψηφίσματος “περί αμνηστείας των παραδιδομένων στασιαστών” και την γενομένην δήλωσιν του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, καταχωρισθείσαν εις τα επίσημα πρακτικά της Βουλής,… εις την δι’ αυτού παρεχομένην αμνηστείαν περιλαμβάνονται, συν τοις άλλοις, και οι εκνόμως δράσαντες, εφόσον η δράσις αυτών σχετίζεται οπωσδήποτε με την συμμοριακήν ή αντισυμμοριακήν δράσιν, ανεξαρτήτως των βαθυτέρων αιτιών, υφ’ ων εκινήθησαν οι δράσται και του δοθέντος εις το αδίκημα χαρακτηρισμού…

Επειδή εκ των εν τη δικογραφία ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων της κατηγορίας και λοιπών εγγράφων προκύπτει και το Δικαστήριον πείθεται ότι τα κατά των κατηγορουμένων 1) Δ.Λ.Ν., 2) Μ.Μ., 3) Γ.Ν., 4) Φ.Ν., 5) Ε.Π.Μ. και 6) Ε.Ν., εμφανισθέντων εμπροσθέτως και κατά τους όρους και προϋποθέσεις του ειρημένου ΚΘ’ Ψηφίσματος, κατά τας προσαγομένας εκθέσεις εμφανίσεώς των, αποδιδόμενα αδικήματα διά του υπ’ αριθ. 449/1946 βουλεύματος του Συμβουλίου των εν Αγρινίω Πλημμελειοδικών, ετελέσθησαν κατ’ Ιούλιον 1946 και αφορμήν είχον τον διεξαγόμενον και τότε αντισυμμοριακόν αγώνα των κατηγορουμένων τούτων κατά των συμμοριτών της οργανώσεως ΕΑΜ, μέλη της οποίας ετύγχανον οι παθόντες, εκ των οποίων μάλιστα ο Ν.Γ. υπεύθυνος ων της οργανώσεως ΕΑΜ εν τω χωρίω του εγένετο παραίτιος του φόνου υπ’ αυτής συγγενών προσώπων των κατηγορουμένων και άλλων Εθνικοφρόνων πολιτών, δι’ ους φόνους και είχε φυλακισθή ούτος, πλην αμνηστευθείς δυνάμει του Νόμου 753. Συνέπεται όθεν ότι και τα αδικήματα ταύτα των ειρημένων κατηγορουμένων, εμφανισθέντων εμπροσθέτως, ως ερρέθη, ημνηστεύθησαν κατά το άρθρον 1 του Ψηφίσματος και δέον να παύση πάσα κατ’ αυτών διαδικασία… επί τούτοις.

[…]

Δια ταύτα

Παύει πάσαν ποινικήν διαδικασία κατά των κατηγορουμένων 1) Δ.Λ.Ν. 2) Μ.Μ., 3) Γ.Ν., 4) Φ.Ν., 5) Ε.Π.Μ. και 6) Ε.Ν. …, επί τω ότι υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι συναπεφάσισαν την εκτέλεσιν των επομένων αξιοποίνων πράξεων και ένεκα τούτων συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαίαν συνδρομήν την νύκτα της 18ης προς την 19ην Ιουλίου 1946 εις θέσιν “Ζαπάντι” της Μεγάλης Χώρας Αγρινίου, εκ προμελέτης απεφάσισαν και εσκεμμένως εξετέλεσαν ανθρωποκτονίαν κατά του Ν.Γ. πλήξαντες αυτόν διά μαχαιρών αιχμηρών εις διάφορα του σώματός του μέρη, εξ ων πληγμάτων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος τω παθόντι, 2) κατά τον αυτόν ως άνω τόπον και χρόνον ηνάγκασαν εις ασέλγειαν την Β. χήραν Ν.Γ. μεταχειριζόμενοι κατ’ αυτής σωματικήν βίαν και απειλάς, ηνωμένας με επικείμενον κίνδυνον του σώματος και της ζωής της, ήτοι απειλούντες διά των ως άνω όπλων ότι θα φονεύσωσιν αυτήν, έρριψαν χαμαί και ησέλγησαν κατ’ αυτής και 3) των απηγορευμένων τούτων όπλων εποιήσαντο χρήσιν προς διάπραξιν του άνω κακουργήματος του φόνου, ήτις χρήσις δεν αποτελεί, κατ’ ειδικήν του νόμου διάταξιν, στοιχείον του αδικήματος.

[…]

Εκρίθη, απεφασίσθη και απηγγέλθη εν Λευκάδι τη 10 Μαρτίου 1948 δημοσία επ’ ακροατηρίου.

[Πηγή: Γενικά Αρχεία του Κράτους Ν. Αχαΐας, Αρχείο Εφετείου Πατρών, Αρχείο Κακουργιοδικείου Λευκάδας, ΑΒΕ: 310, ΑΕΕ (Δικαστικά): 27.2]

≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈

*υποψήφιος διδάκτορας Ιστορίας

Επιμέλεια: Τάσος Κωστόπουλος

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

 

Share

Καθένας με το ταίρι του 

Egon_Schiele_016

της Coral Herrera

Στοιχηθείτε ανά δύο παρακαλώ. Και αν είναι δυνατόν με άτομο του άλλου φύλου. Ευχαριστώ.

Η ιδέα του έρωτα που κληρονομήσαμε από την αστική τάξη του 19ου αιώνα θεμελιώνεται στον πιο αδίστακτο ατομικισμό: δεν είναι τυχαίο ότι από παιδιά μας γανώνουν το κεφάλι με την ιδέα ότι πρέπει να βρούμε ένα ταίρι. Η παρακμή των θρησκευτικών και πολιτικών ουτοπιών έφερε μια νέα ουτοπία, αυτή του ρομαντισμού, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα μας. Καθώς δεν πιστεύουμε πια ότι μπορούμε να σωθούμε όλοι μαζί, ως κοινωνία, ας περάσουμε τη ζωή μας ψάχνοντας να βρούμε κάποιον που να μας αγαπάει, και αφού μπήκαμε στη διαδικασία, κάποιον με τον οποίο να αναπαραχθούμε, να μοιραστούμε τους λογαριασμούς και να λύσουμε τα προβλήματά μας.

Ο πατριαρχικός ρομαντισμός βασίζεται στη φιλοσοφία “ο σώζον εαυτώ σωθήτω”, διαιωνίζεται από τα παραμύθια που μας διαβάζουν όταν είμαστε παιδιά, για να εγκατασταθεί στο υποσυνείδητό μας, εκεί που δεν φτάνει η λογική ανάλυση. Μέσα από ταινίες και τραγούδια, μέσα από τα στερεότυπα και τους πατριαρχικούς ρόλους που βλέπουμε παντού γύρω μας, απορροφούμε αυτή την ηγεμονική ιδεολογία. Με βάση αυτές τις αξίες χτίζουμε την αρρενωπότητα και τη θηλυκότητά μας και μιμούμαστε προκάτ μοντέλα ερωτικών σχέσεων. Το αποτέλεσμα της επικράτησης του “μαγικού ρομαντισμού” σε κάθε πτυχή της ζωής μας, είναι να πιστεύουμε τελικά ότι η αγάπη είναι η σωτηρία μας. Αλλά μόνο για τους εαυτούς μας, για σένα και για μένα, οι υπόλοιποι να κόψουν το λαιμό τους.

Η σύγχρονη ρομαντική αγάπη μας προσφέρει μια εξατομικευμένη λύση στα προβλήματα της πραγματικότητας. Όσο χτίζονται φωλίτσες αγάπης, τόσο αδειάζουν οι πλατείες γιατί εμείς ψάχνουμε το άλλο μας μισό καταναλώνοντας χάπι έντ. Ο ρομαντισμός του “ο σώζον εαυτώ σωθήτω” χρησιμεύει στο να υιοθετούμε ένα τρόπο ζωής βασισμένο στο ζευγάρι και την πυρηνική οικογένεια. Χρησιμεύει στο, κυρίως εμείς οι γυναίκες, να ξοδεύουμε τις οικονομίες μας, τον χρόνο και την ενέργειά μας, αναζητώντας το έτερο μας ήμισυ. Έτσι δεν αφοσιωνόμαστε σε άλλους στόχους, πιο δημιουργικούς ή χρήσιμους.

Ο καθένας (πνίγοντας τον πόνο του) με το ταίρι του. Οι πολιτιστικές και κτηματομεσιτικές βιομηχανίες μας πουλάνε ρομαντικούς παραδείσους για να κλειστούμε σε ευτυχισμένα σπιτικά. Νομίζω ότι αυτό αποτελεί μεγάλο μέρος της αιτίας που η πλειοψηφία του κόσμου παραμένουν κοιμισμένοι και αποδέχονται την απώλεια δικαιωμάτων και ελευθεριών, αποδίδοντας τα προβλήματά τους στην κακοτυχία ή διαμαρτυρόμενοι μέσα στα σπίτια τους μπροστά από την τηλεόραση, περιμένοντας να περάσει η μπόρα.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ποτέ δεν προωθούν την κοινωνική αγάπη, παρά μόνο όταν είναι να μας πουλήσουν Ολυμπιάδες ή ασφάλειες ζωής. Αν όλοι αγαπιόμασταν πολύ, το σύστημα θα κλονιζόταν, γιατί θα μπορούσαμε να οργανωθούμε για να υπερασπίσουμε τα δικαιώματά μας και να διαχειριστούμε τους πόρους μας, και αυτό θα ήταν επικίνδυνο. Για αυτό και προτιμούν να ενώνουμε τις ζωές μας δύο-δύο και όχι είκοσι-είκοσι: ένα ζευγάρι απογοητεύεται και παραιτείται πολύ πιο εύκολα από ότι μια μεγάλη ομάδα, είναι πιο εύκολο να αναπτυχθεί απογοήτευση  και παραίτηση σε ένα ζευγάρι παρά σε ομάδες ανθρώπων.

Το πρόβλημα του έρωτα είναι ότι τον αντιμετωπίζουμε σαν να είναι προσωπικό θέμα, παρόλο που κάνει εκατομμύρια άτομα στον κόσμο δυστυχισμένα. Αν έχεις βαρεθεί να είσαι μόνη, αν ο/η σύζυγός σου θέλει διαζύγιο, αν ερωτευτείς τρελά χωρίς ανταπόκριση, αν ανέχεσαι υποτιμητική συμπεριφορά και ταπεινώσεις, αν ο/η σύντροφός σου σε απατάει, είναι δικό σου το πρόβλημα.

Κι όμως, τα ίδια συμβαίνουν σε πολλά εκατομμύρια ανθρώπων. Αν το να υποφέρεις για τον έρωτα είναι κάτι παγκόσμιο, τότε δεν είναι ένα ατομικό πρόβλημα, αλλά συλλογικό. Για κάποιους ο έρωτας είναι πρόβλημα επειδή δεν τον έχουν και για άλλους επειδή πίστεψαν στον πατριαρχικό ρομαντισμό και έχτισαν σπιτικές κολάσεις με βάση τη λογική κυρίαρχου/κυριαρχούμενου. Αυτή η λογική κυριαρχίας και υποταγής δημιουργεί ανελέητες μάχες για εξουσία στο εσωτερικό τον σπιτιών και διαιρεί τους άντρες και τις γυναίκες σε δυο πλευρές που αντιπαρατίθενται ως την αιωνιότητα. Πρόκειται για καθημερινές μάχες των φύλων που μας εξαντλούν και επιδεινώνουν την ποιότητα ζωής μας: τη δική μας και των γύρω μας.

Το προσωπικό είναι πολιτικό και ο τρόπος που ερωτευόμαστε μας είναι πατριαρχικός, παρόλο που δεν θέλουμε να μιλήσουμε για αυτό, γιατί τα συναισθήματα μας δεν είναι “σοβαρό” θέμα για ασχοληθούν με αυτό συνέδρια και συνελεύσεις. Οι ερωτικές μας σχέσεις μας κάνουν να υποφέρουμε και είναι απίστευτα συγκρουσιακές: κι όμως, συνεχίζουμε αγκιστρωμένοι στα καθιερωμένα μοντέλα ερωτικής συμπεριφοράς, γιατί η πατριαρχία κυλάει στις φλέβες μας.

Κάνουμε αναλύσεις γύρω από την ελευθερία, την γενναιοδωρία, την ισότητα, τα δικαιώματα, την αυτονομία… αλλά στο κρεβάτι και στο σπίτι δεν είναι τόσο εύκολα τα πράγματα: δεν μπορούμε να μοιράσουμε ισότιμα τις δουλειές τους σπιτιού, να αντιμετωπίσουμε τη ζήλεια μας, να επικοινωνήσουμε με ειλικρίνεια, να αντιμετωπίσουμε τους φόβους μας, να χωρίσουμε με στοργή.  Πρέπει να τολμήσουμε να σπάσουμε τις παλιές συνήθειες για να μάθουμε να αγαπιόμαστε καλά, να δημιουργούμε όμορφες σχέσεις, να νοιαζόμαστε για πολλούς ανθρώπους και όχι μόνο για το ταίρι μας.

Για να αλλάξουμε ή να βελτιώσουμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε, πρέπει να αντιμετωπίσουμε πολιτικά το θέμα του έρωτα και δημιουργήσουμε δεσμούς στοργής πέρα από το ζευγάρι. Πρέπει να αποδομήσουμε και να ξανασκεφτούμε τον έρωτα για να βελτιώσουμε τις εργασιακές μας σχέσεις, τις σχέσεις μας με τους γείτονες, με τους φίλους μας, για να μπορέσουμε να φτιάξουμε πιο ισότιμες και διαφορετικές σχέσεις, για να βελτιώσουμε τη συνύπαρξη μεταξύ των λαών. Δείχνοντας εμπιστοσύνη στους άλλους, αλληλοεπιδρώντας στους δρόμους, φτιάχνοντας δίκτυα αλληλεγγύης και συνεργασίας. Δουλεύοντας ενωμένοι για να κτίσουμε μια ισότιμη, οριζόντια και πιο αγαπημένη κοινωνία.

Πρέπει λοιπόν, να δώσουμε περισσότερο χώρο στον έρωτα στη ζωή μας, να μην τον περιορίζουμε μέσα στο ζευγάρι, και να μάθουμε να αγαπάμε καλά και να αγαπάμε πολύ. Πόσο πολύ το χρειαζόμαστε…

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα el diario και μπορείτε να το βρείτε εδώ 

μετάφραση: Ιουλία Λειβαδίτη

 

 

Share

Η Πέπη Ρηγοπούλου γράφει για τα χρόνια της δικτατορίας

diktatoria

Απόσπασμα από το βιβλίο της αγωνίστριας του Πολυτεχνείου και καθηγήτριας Πανεπιστημίου Πέπης Ρηγοπούλου Θάλαμος ανανήψεως*

«Στα εφτά χρόνια της δικτατορίας ο λαός, ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος του, περιφρονούσε, απεχθανόταν, κορόιδευε αλλά και φοβόταν την Χούντα. Η Χούντα καλλιέργησε τον φόβο αυτόν με όλα τα μέσα που διέθετε, αλλά και οδήγησε τον λαό στην λησμονιά του θαυμαστού κόσμου της κατανάλωσης.

Έτσι ο κόσμος καταναλώνει αυτοκίνητα και τηλεοράσεις, το νέο μέσον που είχε μπει πρόσφατα στη ζωή του, επιδίδεται στον εσωτερικό ή και τον εξωτερικό τουρισμό, υιοθετεί όλο και πιο πολύ ως εθνικό ποτό το «ουισκάκι»: Όπως και τα χρόνια της καραμανλικής οκταετίας-και μάλιστα πολύ περισσότερο- η εφτάχρονη δικτατορία ήταν σε πείσμα πολλών αναλύσεων που ήθελαν τη χώρα να πεινά, μία περίοδος ευημερίας, πλην όμως επιτηρούμενης και σιδερόφραχτης,  και με το παρακτάτος να έχει γίνει η επίσημη ηγεσία της χώρας. Η κανονική και συχνά άνετη ζωή, που, τουλάχιστον στην επιφάνεια, ζούσαν τόσοι άνθρωποι, δεν διαταράσσονταν και πολύ από το γεγονός ότι κάποιες λίγες χιλιάδες άνθρωποι αντιστέκονταν, βασανίζονταν, φιλοξενούνταν στα ξερονήσια. Ενώ αρκετές χιλιάδες, αν όχι περισσότεροι Έλληνες, είχαν βρει ένα επάγγελμα με μέλλον: αυτό του χαφιέ.

Το πένθος για την απώλεια της δημοκρατίας δεν εμπόδιζε πολλές χιλιάδες λαού να γεμίζουν τα στάδια σε χουντικές γιορτές, παράτες και συγκεντρώσεις. Έστω κι αν κάποια πιτσιρίκια σκαρφάλωναν έξω από το Καλλιμάρμαρο στα δέντρα και γαύγισαν μιμούμενα τον τόνο της φωνής του δικτάτορα. Και είναι ένα από τα παράδοξα που βγάζουν άχρηστες πολλές κοινωνιολογικές αναλύσεις, το γεγονός ότι σε μεγάλο βαθμό αυτός ο λαός ήταν ο ίδιος που άλλες φορές κατέβηκε μαζικά στους δρόμους.

Την απόσταση αυτή ανάμεσα στην απώλεια που βιώναμε κάποιοι και στην κανονικότητα που ένιωθαν άλλοι, μπόρεσα γρήγορα να την διαπιστώσω και προσωπικά. Ανάμεσα μάλιστα και σε αυτούς τους άλλους, υπήρχαν και δικοί μου άνθρωποι.  Όπως ένα πραγματικά εξαιρετικό παιδί, ο πρώτος μου νεανικός έρωτας, που κάθε φορά που ξέσπαγα με οργή ή και με κλάματα εναντίον της δικτατορίας, με ρώταγε με μια ακαταμάχητη αθωότητα: «Μα τι έχεις επιτέλους; Τι σε νοιάζει τι κάνουν αυτοί; Εμείς δεν είμαστε καλά;»

Ένα πράγμα που ένιωθα αλλά δεν μπορούσα να ονομάσω εκείνα τα χρόνια είναι ότι κάποια βαθιά πράγματα της ζωής μας, που δεν είναι πάντα και τα καλύτερα, και που μπορεί να τα ονομάζουμε και λαϊκά ήθη, παράδοση, δεν αλλάζουν αυτόματα εξαιτίας των πολιτικών γεγονότων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αλλαγές στη ζωή μας στα χρόνια της δικτατορίας δεν υπήρξαν μεγάλες. Ηταν όμως συχνά πολύ λίγο ορατές, ίσως γιατί συνέβαιναν στο περιθώριο αυτού που ονομάζουμε πολιτικό. Στα χρόνια της χούντας, που εδώ συνέχισε τα έργα του καραμανλισμού, άλλαξε σε καθοριστικό βαθμό ο,τι είχε απομείνει από την φυσιογνωμία της πόλης μου, της Αθήνας. Η αύξηση του συντελεστή δόμησης έβαζε σταθερά τις βάσεις για την σημερινή κατάσταση.  Όχι απλή αντιπαροχή, που την είχε ήδη παραμορφώσει, αλλά ενισχυμένη. Οι «πύργοι των Αθηνών» που ακύρωσαν τους οπτικούς άξονες του αθηναϊκού τοπίου, η μετάλλαξη των κεντρικών και όχι μόνον περιοχών του Πειραιά, η αρχή της καταστροφής της ελληνικής γεωργίας, το ενδημικό κιτς και η ηθική αφασία της τηλεόρασης, είναι λίγα μόνο δείγματα αυτής της αλλαγής που παρέμεινε. Γιατί φαινόταν να εκδηλώνεται μέσα από αντικειμενικά γεγονότα και μάλιστα συνδεδεμένα με τα βήματα της προόδου, έννοιας θελκτικής ανεξαρτήτως ιδεολογίας.

Το χειρότερο ωστόσο είναι αυτό που συνέβη όχι στα κτίρια και τους δρόμους, αλλά στους κατοίκους της Αθήνας και των άλλων πόλεων: το σπάσιμο των ισχυρών ανθρώπινων δεσμών. Το μείγμα αυτό αμοιβαίας καταπίεσης μέσα σε κάθε γειτονιά, οικογένεια, αλλά και θερμού ενδιαφέροντος και αλληλεγγύης, που είχαν σφυρηλατηθεί μέσα από παλαιότερες δοκιμασίες του τόπου και επιβεβαιώθηκαν καθολικά από στην Κατοχή με την Αντίσταση χωρίς να μπορέσει να τους διαλύσει ούτε η φρίκη του Εμφυλίου.

Δεν είναι μόνο ότι οι άνθρωποι δεν ήξεραν ποιος είναι αυτός που χτυπά την πόρτα τους στις τέσσερις το πρωί. Είναι πως, αντίθετα με ο,τι γινόταν πριν την Χούντα, όταν άκουγαν να χτυπά η διπλανή πόρτα, πολλοί έκαναν πως δεν το ακούν. Ήταν από φόβο μην μολυνθούν και οι ίδιοι.

Ήταν όλοι οι άνθρωποι έτσι; Μια νύχτα κατάλαβα ότι κάπου υπήρχαν και οι άλλοι. Ένα βουητό ακούστηκε, από τη μεριά της σχολής Ευελπίδων, κάτι σαν κεραυνός, κάνοντας τα τζάμια να τρίξουν. Το πρωί μάθαμε. Κάποιοι είχαν βάλει βόμβα που ανατίναξε ένα στρατιωτικό φορτηγό Τζέιμς. Άργησα να μάθω ποιοί ήταν αυτοί οι κάποιοι, που μου έδωσαν μια ελπίδα πως η δικτατορία δεν ήταν παντοδύναμη. Και δεν μπορώ να πω τι θα έκανα, αν κάποιος από αυτούς, που αργότερα είδα τις φωτογραφίες στη δίκη τους, χτυπούσε την πόρτα μου. Εννοείται ότι αυτές οι πράξεις, ούτε εκείνες οι πιο μαζικές που ακολούθησαν, θα είχαν γίνει, αν κάποιοι δεν είχαν για λίγες μέρες, ώρες ή στιγμές ξεπεράσει τον φόβο.

Το ερώτημα ωστόσο παραμένει: τι είναι αυτό που μετρά στην ψυχή του καθενός μας, οι ώρες της εξέγερσης ή αυτές της υποταγής;»

* εκδόσεις Ταξιδευτής 

Πηγή: hitandrun

pepi_rigopoulou

 

 

Share

Επισφαλής Εργασία: Μια Φεμινιστική Οπτική

policia_acordona_Congreso_protesta_indignados

της Σίλβια Φεντερίτσι

H επισφαλής εργασία είναι μία θεωρητική έννοια που έχει αναπτυχθεί στο πλαίσιο κινηματικών συζητήσεων σχετικά με την καπιταλιστική αναδιοργάνωση της εργασίας στη σημερινή παγκόσμια οικονομία. Η Σίλβια Φεντερίτσι αναλύει τις προοπτικές και τα όρια αυτής της έννοιας ως αναλυτικό εργαλείο. Υποστηρίζει ότι η αναπαραγωγική εργασία είναι μια κρυφή ήπειρος εργασίας και αγώνα, την οποία το κίνημα πρέπει να αναγνωρίσει πολιτικά, αν θέλει να απαντήσει στα βασικά ερωτήματα που αντιμετωπίζουμε όταν οργανώνουμε μια εναλλακτική πρόταση στην καπιταλιστική κοινωνία. Πώς αγωνιζόμαστε για την αναπαραγωγική εργασία χωρίς να καταστρέφουμε τους εαυτούς μας  και τις κοινότητές μας; Πώς δημιουργούμε ένα αυτο-αναπαραγώμενο κίνημα; Πως ξεπερνούμε τις έμφυλες, φυλετικές και ηλικιακές ιεραρχίες που έχουν χτιστεί στην έμμισθη εργασία;

Αυτή η διάλεξη έλαβε χώρα στις 28 Οκτωβρίου του 2006 στο  BluestockingsRadicalBookstore στην Νέα Υόρκη, ως μέρος μίας σειράς διαλέξεων με τίτλο Αυτό είναι για Πάντα: Από την Ερώτηση στην Άρνηση.

Απόψε θα παρουσιάσω μια κριτική της θεωρίας της επισφαλούς εργασίας που έχει αναπτυχθεί από Ιταλούς αυτόνομους μαρξιστές, με ιδιαίτερες αναφορές στη δουλειά των Αντόνιο Νέγκρι, Πάολο Βίρνο και Μάικλ Χαρντ. Την αποκαλώ θεωρία, επειδή οι απόψεις που ο Νέγκρι και άλλοι έχουν διατυπώσει, πάνε πέρα από την περιγραφή των αλλαγών στην οργάνωση της εργασίας κατά τις δεκαετίας 1980 και 1990 στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Αλλαγές όπως η “επισφαλειοποίηση της εργασίας”, το γεγονός ότι οι εργασιακές σχέσεις γίνονται περισσότερο ασυνεχείς, η εισαγωγή του “ευέλικτου ωραρίου” και ο αυξανόμενος κατακερματισμός της εργασιακής εμπειρίας. Η άποψη αυτών των θεωρητικών για την επισφαλή εργασία είναι ενδεικτική μιας ολόκληρης αντίληψης για το τι είναι καπιταλισμός και ποια είναι η φύση του αγώνα σήμερα. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι αυτά δεν είναι απλά οι ιδέες λίγων διανοούμενων, αλλά θεωρίες που έχουν κυκλοφορήσει ευρέως στο ιταλικό κίνημα για αρκετά χρόνια και έχουν πρόσφατα αρχίσει να επηρεάζουν και τις ΗΠΑ· με αυτή την έννοια έχουν γίνει ακόμα πιο σημαντικές για εμάς.

Ιστορία και Προέλευση της Θεωρίας Επισφαλούς και Άυλης Εργασίας

H πρώτη μου θέση είναι ότι οπωσδήποτε το θέμα της επισφαλούς εργασίας πρέπει να είναι στην ατζέντα μας. Όχι μόνο η σχέση μας με την μισθωτή εργασία έχει γίνει πιο ασυνεχής, αλλά επιπλέον, μια συζήτηση για την επισφαλή εργασία είναι κρίσιμη ώστε να κατανοήσουμε πως μπορούμε να προχωρήσουμε πέρα από τον καπιταλισμό. Οι θεωρίες που συζητάω εδώ αποτυπώνουν σημαντικές όψεις των εξελίξεων που έχουν πραγματοποιηθεί στην οργάνωση της εργασίας, αλλά παράλληλα μας γυρίζουν πίσω σε μια ανδροκεντρική αντίληψη της εργασίας και των κοινωνικών αγώνων. Θα αναφερθώ στα στοιχεία αυτά της θεωρίας που είναι πιο σχετικά με την κριτική μου.

Μια σημαντική υπόθεση στην θεωρία των Ιταλών αυτόνομων μαρξιστών για την επισφαλή εργασία είναι ότι η επισφαλειοποίηση της εργασίας, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 έως σήμερα, αποτέλεσε την καπιταλιστική απάντηση στην ταξική πάλη της δεκαετίας του 1960, μια πάλη που επικεντρώθηκε στην άρνηση της εργασίας, όπως είχε εκφραστεί από το σλόγκαν “περισσότερα λεφτά -λιγότερη δουλειά”. Ήταν η απάντηση σε μια σειρά αγώνων που είχε αμφισβητήσει τον καπιταλιστικό έλεγχο στην εργασία, με την έννοια ότι έκανε πραγματικότητα την απόρριψη της καπιταλιστικής εργασιακής πειθαρχίας, την απόρριψη μιας ζωής οργανωμένης με βάση τις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής, μίας ζωής που περνούσε στο εργοστάσιο ή στο γραφείο.

Ένα άλλο κεντρικό θέμα είναι ότι η επισφαλειοποίηση της εργασίας έχει ρίζες και σε μια άλλη μετάβαση, η οποία οφείλεται στην αναδιάρθρωση της παραγωγής που ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Πρόκειται για τη μετάβαση από τη βιομηχανική εργασία, σε αυτό που οι Νέγκρι και Βίρνο ονομάζουν “άυλη εργασία”. Ο Νέγκρι και άλλοι έχουν επιχειρηματολογήσει ότι η αναδιάρθρωση της εργασίας το ‘80 και το ’90, ως απάντηση στους αγώνες του ’60, έθεσε σε κίνηση μια διαδικασία κατά την οποία η βιομηχανική εργασία αντικαθίσταται από ένα άλλο είδος εργασίας, όπως η βιομηχανική εργασία είχε αντικαταστήσει την αγροτική εργασία. Οι θεωρητικοί ονομάζουν αυτό το  νέο είδος εργασίας “άυλη εργασία” επειδή, όπως υποστηρίζουν, με τον υπολογιστή και την επανάσταση της πληροφορικής η κυρίαρχη μορφή εργασίας άλλαξε. Ως τάση, η κυρίαρχη μορφή εργασίας στον σύγχρονο καπιταλισμό δεν παράγει φυσικά αντικείμενα, αλλά πληροφορίες, ιδέες, καταστάσεις, σχέσεις.

Με άλλα λόγια, η βιομηχανική εργασία -που ήταν ηγεμονική κατά την προηγούμενη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης- χάνει τώρα πια τη σημασία της: δεν είναι η μηχανή της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στη θέση της βρίσκουμε την “άυλη εργασία”, που είναι στην ουσία πολιτιστική, γνωσιακή εργασία και πληροφοριακή εργασία.

Οι Ιταλοί αυτόνομοι μαρξιστές πιστεύουν ότι η επισφαλειοποίηση της εργασίας και η εμφάνιση της άυλης εργασίας εκπληρώνει την πρόβλεψη που έκανε ο Μαρξ στο Grundrisse, σε ένα διάσημο απόσπασμα για τις μηχανές. Σε αυτή την ενότητα ο Μαρξ διατυπώνει την άποψη ότι με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, η καπιταλιστική παραγωγή θα βασίζεται  όλο και λιγότερο στο εργατικό δυναμικό και όλο και περισσότερο στην επιστήμη, τη γνώσης και τη τεχνολογία ως κινητήριες δυνάμεις της συσσώρευσης Οι Βίρνο και Νέγκρι βλέπουν τη μετατόπιση προς την επισφαλή εργασία ως πραγματοποίηση αυτής της πρόβλεψης.  Συνεπώς, η σημασία της γνωσιακής εργασίας και της πληροφοριακής εργασίας σήμερα, έγκειται στο γεγονός ότι αποτελούν μέρος μιας ιστορικής τάσης του καπιταλισμού προς μείωση της εργασίας.

Η επισφάλεια της εργασίας είναι ενσωματωμένη στις νέες αυτές μορφές παραγωγής. Η μετάβαση στην άυλη εργασία προκαλεί την επισφαλειοποίηση των εργασιακών σχέσεων, επειδή η δομή της είναι διαφορετική από αυτή της βιομηχανικής, σωματικής εργασίας. Η γνωσιακή και πληροφοριακή εργασία βασίζονται λιγότερο στην συνεχόμενη φυσική παρουσία του εργαζόμενου σε αυτό που ήταν παραδοσιακά ο χώρος εργασίας. Οι ρυθμοί της άυλης εργασίας είναι πιο διακεκομμένοι, ρευστοί και ασυνεχείς.

Συνολικά, η ανάπτυξη της επισφαλούς εργασίας και η μετατόπιση στην άυλη εργασία δεν είναι για τον Νέγκρι και για άλλους αυτόνομους μαρξιστές ένα εντελώς αρνητικό φαινόμενο. Αντίθετα, το βλέπουν ως απάντηση στους ταξικούς αγώνες του ΄60, ως έκφραση μιας τάσης προς μείωση της εργασίας και άρα, προς μείωση της εκμετάλλευσης.

Αυτό σημαίνει ότι η δομή των παραγωγικών δυνάμεων σήμερα μας δίνει μια φευγαλέα εικόνα ενός κόσμου στον οποίο μπορούμε να υπερβούμε την εργασία, μπορούμε να απελευθερώσουμε τους ευατούς μας από την αναγκαιότητα της εργασίας και να μπούμε σε ένα νέο χώρο ελευθερίας.

Οι αυτόνομοι μαρξιστές πιστεύουν ότι αυτή η εξέλιξη δημιουργεί και ένα νέο είδους “κοινού αγαθού”, καθώς η άυλη εργασία αντιπροσωπεύει ένα άλμα προς στην κοινωνικοποίηση και την ομογενοποίηση της εργασίας. Η ιδέα είναι ότι οι διαφορές μεταξύ των τύπων εργασίας που παλιότερα ήταν πολύ σημαντικές (π.χ. παραγωγική / αναπαραγωγική εργασία,  αγροτική / βιομηχανική / ”συναισθηματική εργασία”) έχουν εξαλειφθεί και όλα τα είδη εργασίας αφομοιώνονται, εφόσον όλα έχουν αρχίσει να ενσωματώνονται στην γνωσιακή εργασία. Επιπλέον, καθώς η κοινωνία μετατρέπεται σε ένα τεράστιο εργοστάσιο, όλες οι δραστηριότητες όλο και περισσότερο εντάσσονται στο πλαίσιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όλες τίθενται στην υπηρεσία της συσσώρευσης. Έτσι εξαφανίζεται και η διάκριση μεταξύ παραγωγικής και μη-παραγωγικής εργασίας.

Αυτό σημαίνει ότι ο καπιταλισμός όχι μόνο μας οδηγεί πέρα από την εργασία, αλλά και δημιουργεί τις συνθήκες για την “συλλογικοποίηση” της εργασιακής εμπειρίας μας, καθώς οι διαφορές μεταξύ των διαφόρων τύπων εργασίας αρχίζουν να καταρρέουν.

Μπορούμε να καταλάβουμε γιατί αυτές οι θεωρίες έχουν γίνει δημοφιλείς. Έχουν ουτοπικά στοιχεία τα οποία είναι ιδιαίτερα ελκυστικά για τους γνωσιακούς εργαζόμενους -το “cognitariat” όπως τους ονομάζουν ο Νέγκρι και άλλοι Ιταλοί ακτιβιστές. Με τη νέα αυτή θεωρία έχει εφευρεθεί και ένα νέα λεξιλόγιο. Αντί για το προλεταριάτο έχουμε το cognitariat. Αντί για εργατική τάξη έχουμε το “Πλήθος”, καθώς η έννοια του Πλήθους υποτίθεται ότι αποκαλύπτει την ενότητα που δημιουργείται από την νέα κοινωνικοποίηση της εργασίας, εκφράζει την συλλογικοποίηση της εργασιακής διαδικασίας, την ιδέα ότι εντός της εργασιακής διαδικασίας οι εργαζόμενοι γίνονται πιο ομοιογενείς. Γιατί κάθε είδος εργασίας ενσωματώνει στοιχεία γνωσιακής, πληροφοριακής, επικοινωνιακής εργασίας και ούτω καθ’ εξής.

Όπως είπα, αυτή η θεωρία έχει αποκτήσει μεγάλη δημοτικότητα, καθώς υπάρχει μια νέα γενιά ακτιβιστών, οποίοι μετά από πολλά χρόνια εκπαίδευσης και πτυχία, εργάζονται πλέον επισφαλώς σε διάφορες θέσεις στην πολιτιστική βιομηχανία ή τη βιομηχανία παραγωγής γνώσης. Μεταξύ τους, αυτές οι θεωρίες είναι πολύ δημοφιλείς γιατί τους λένε ότι, παρά τη μιζέρια και την εκμετάλλευση, κινούμαστε προς ένα υψηλότερο επίπεδο παραγωγής και κοινωνικών σχέσεων. Πρόκειται για μια γενιά εργαζομένων  η οποία βλέπει την ρουτίνα του “9 με 5” σα φυλακή. Θεωρούν ότι η επισφάλεια της εργασίας τους τούς ανοίγει νέες προοπτικές. Και έχουν προοπτικές που οι γονείς τους δεν είχαν και ούτε καν είχαν ονειρευτεί. Οι νέοι άντρες του σήμερα (για παράδειγμα) δεν είναι τόσο πειθαρχημένοι όσο οι πατεράδες τους, οι οποίοι περίμεναν ότι η γυναίκα τους ή η σύντροφός τους θα εξαρτώταν από αυτούς οικονομικά. Τώρα οι άντρες μπορούν να βασιστούν σε σχέσεις που περιλαμβάνουν πολύ λιγότερη οικονομική εξάρτηση. Οι περισσότερες γυναίκες έχουν πλέον αυτόνομη πρόσβαση στο μισθό και συχνά αρνούνται να αποκτήσουν παιδιά.

Οπότε, αυτή η θεωρία είναι ελκυστική για μια νέα γενιά ακτιβιστών, οι οποίοι παρά τις δυσκολίες της επισφαλούς εργασίας, θεωρούν ότι έχουν κάποιες προοπτικές. Θέλουν να αρχίσουν από εκεί. Δεν τους ενδιαφέρει ο αγώνας για την πλήρη απασχόληση. Αλλά επίσης εδώ υπάρχει μια διαφορά μεταξύ της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Στην Ιταλία π. χ. υπάρχει εντός του κινήματος ένα αίτημα για εγγυημένο εισόδημα. Το ονομάζουν “ευελισφάλεια”. Λένε, είμαστε χωρίς δουλειά, είμαστε επισφαλείς γιατί ο καπιταλισμός χρειάζεται  να είμαστε, οπότε θα πρέπει να μας πληρώνει γι’ αυτό. Στο Μιλάνο, την Πρωτομαγιά αυτού του χρόνου, άνθρωποι του κινήματος βγάλανε για λιτανεία τον “Άγιο Πρεκάριο” (από το precario στα ιταλικά: “επισφαλής”), τον προστάτη Άγιο του επισφαλώς εργαζόμενου. Το ειρωνικό εικόνισμα αποτελεί μέρος πολλών διαδηλώσεων και κινητοποιήσεων για το θέμα της εργασιακής επισφάλειας.

Κριτική της Επισφαλούς Εργασίας

Τώρα θα ασκήσω την κριτική μου σε αυτές τις θεωρίες – μια φεμινιστική κριτική. Αναπτύσσοντας την κριτική μου, δεν θέλω να υποτιμήσω τη σημασία των θεωριών που συζητάω. Είναι το αποτέλεσμα έντονων πολιτικών ζυμώσεων και μιας προσπάθειας να κατανοήσουμε τις αλλαγές του τρόπου οργάνωσης της εργασίας, αλλαγές που έχουν επηρεάσει τη ζωή όλων μας. Στην Ιταλία, τα τελευταία χρόνια η επισφαλής εργασία ήταν ένα από τα κύρια πεδία λαϊκής κινητοποίησης, μαζί με τον αγώνα για τα δικαιώματα των μεταναστών.

Δεν θέλω να υποτιμήσω τη σημασία της δουλειάς που γίνεται όσον αφορά την εργασιακή επισφάλεια. Είναι εμφανές ότι κατά την τελευταία δεκαετία παρατηρούμε μια νέα μορφή αγώνα. Ένα νέο είδος πολιτικής οργάνωσης, το οποίο σπάει τα όρια του παραδοσιακού χώρου εργασίας. Εκεί που ο χώρος εργασίας ήταν το εργοστάσιο ή το γραφείο, τώρα βλέπουμε μια νέα μορφή αγώνα που βγαίνει έξω από το εργοστάσιο, στο «πεδίο», συνδέοντας διαφορετικούς χώρους εργασίας και οικοδομώντας νέα κινήματα και οργανώσεις. Οι θεωρίες της επισφαλούς εργασίας επιδιώκουν να εξηγήσουν τις καινούριες μορφές οργάνωσης εργασίας και αγώνα, προσπαθώντας να κατανοήσουν τους αναδυόμενους τρόπους πολιτικής οργάνωσης.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Παράλληλα όμως, πιστεύω ότι αυτό που ονόμασα θεωρία της επισφαλούς εργασίας έχει σοβαρές ελλείψεις, στις όποιες ήδη αναφέρθηκα ακροθιγώς. Θα τις επισημάνω και στη συνέχεια θα συζητήσω τις  εναλλακτικές προτάσεις σε αυτή τη θεωρία.

Η πρώτη κριτική μου είναι ότι αυτή η θεωρία βασίζεται σε μια προβληματική κατανόηση του πως λειτουργεί ο καπιταλισμός, καθώς βλέπει την καπιταλιστική ανάπτυξη ως μια γραμμική πρόοδο προς πιο εξελιγμένες μορφές παραγωγής και εργασίας. Στο Πλήθος οι Χαρντ και Νέγκρι γράφουν ότι η εργασία έχει γίνει πιο “έξυπνη”. Η υπόθεση τους είναι ότι η καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής και η καπιταλιστική ανάπτυξη έχουν ήδη αρχίσει να δημιουργούν τις συνθήκες που θα επιτρέψουν την υπέρβαση της εκμετάλλευσης. Υποθετικά, κάποια στιγμή ο καπιταλισμός, το κέλυφος που κρατάει την κοινωνία ενωμένη, θα διαρραγεί και οι δυνατότητες που έχουν αναπτυχθεί εντός του θα απελευθερωθούν. Υποτίθεται ότι αυτή η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει με την παρούσα κατανομή της εργασίας. Κατά την άποψή μου, αυτή η θεώρηση αποτελεί παρανόηση των αποτελεσμάτων που παράγει η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και η νεοφιλελεύθερη στροφή.

Αυτό που δεν βλέπουν οι Χαρντ και Νέγκρι είναι ότι το τεράστιο τεχνολογικό άλμα που απαιτήθηκε για την ψηφιοποίηση της εργασίας και την ενσωμάτωση της πληροφορικής στην οργάνωση της εργασίας έχει εφαρμοστεί με κόστος μια τεράστια αύξηση της εκμετάλλευσης στο άλλο άκρο της διαδικασίας. Υπάρχει μια συνέχεια μεταξύ της εργαζόμενης στην πληροφορική και της εργαζόμενης στο Κονγκό που σκάβει για κολτάνιο με τα χέρια της, προσπαθώντας να επιβιώσει από την φτωχοποίηση, την υφαρπαγή της γης και των φυσικών πόρων της κοινότητάς της που επέφεραν συνεχόμενα προγράμματα διαρθρωτικών προσαρμογών.

Η θεμελιώδης αρχή εδώ είναι ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη είναι πάντοτε ταυτόχρονα και διαδικασία υπανάπτυξης. Η Μαρία Μις την περιγράφει εύγλωττα στο έργο της: “αυτό που εμφανίζεται ως ανάπτυξη σε ένα μέρος του καπιταλιστικού κόσμου είναι υπανάπτυξη σε ένα άλλο”.

Αυτή η σύνδεση έχει παντελώς αγνοηθεί στη θεωρία της εργασιακής επισφάλειας· κατά βάση ολόκληρη η θεωρία διαπερνάται από την αυταπάτη ότι η διαδικασία της εργασίας μας φέρνει κοντά. Όταν οι Χαρντ και Νέγκρι μιλούν για τον μετασχηματισμό της εργασίας σε  κάτι κοινό για όλους και χρησιμοποιούν την έννοια του Πλήθους για να δείξουν πως αυτός ο κομουναλισμός οικοδομείται μέσω της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, πιστεύω ότι έχουν κλείσει τα μάτια τους στο τι πραγματικά συμβαίνει στο παγκόσμιο προλεταριάτο.

Έχουν κλείσει τα μάτια τους και δεν βλέπουν την καπιταλιστική καταστροφή της ανθρώπινης ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος. Δεν βλέπουν ότι η αναδιάρθρωση της παραγωγής έχει ως στόχο την αναδιάρθρωση και εμβάθυνση των διαχωρισμών εντός της εργατικής τάξης, όχι την εξάλειψή τους. Η ιδέα ότι η ανάπτυξη του μικροτσίπ δημιουργεί νέα κοινά αγαθά είναι παραπλανητική. Ο κομουναλισμός μπορεί να είναι μόνο προϊόν αγώνα και όχι προϊόν του καπιταλισμού.

Μια από τις κριτικές μου στους Χαρντ και Νέγκρι είναι ότι φαίνεται να πιστεύουν πως η καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής αποτελεί έκφραση ενός ανώτερου ορθολογισμού και είναι αναγκαία για τη δημιουργία των υλικών συνθηκών του κομμουνισμού. Αυτή η πεποίθηση βρίσκεται στο κέντρο της θεωρίας της επισφαλούς εργασίας. Σε αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να συζητήσουμε κατά πόσο αυτή η άποψη αντιστοιχεί στη σκέψη του Μαρξ. Σίγουρα το Κομμουνιστικό Μανιφέστο κάνει λόγο για τον καπιταλισμό με αυτούς τους όρους και το ίδιο ισχύει για κάποια κεφάλαια του Grundrisse. Αλλά δεν είναι σαφές ότι αυτό αποτελούσε κυρίαρχο θέμα στο έργο του Μαρξ, τουλάχιστον όχι στο Κεφάλαιο.

Επισφαλής εργασίας και αναπαραγωγική εργασία

Ένα άλλο της σημείο κριτικής μου στη θεωρία της επισφαλούς εργασίας είναι ότι παρουσιάζεται ουδέτερη ως προς το φύλο. Υποθέτει ότι η αναδιοργάνωση της παραγωγής εξαλείφει τις σχέσεις εξουσίας και τις ιεραρχίες που υπάρχουν εντός της εργατικής τάξης βάσει της φυλής, του φύλου και της ηλικίας. Συνεπώς, δεν ενδιαφέρεται να εξετάσει αυτές τις διακρίσεις, δεν έχει τα θεωρητικά και πολιτικά εργαλεία ώστε να σκεφτεί πώς να τις αντιμετωπίσει. Δεν υπάρχει καμία συζήτηση στους Νέγκρι, Βιρνό και Χαρντ για το πώς ο μισθός χρησιμοποιούνταν και συνεχίζει να χρησιμοποιείται ώστε να οργανώσει αυτές τις διακρίσεις και άρα πώς πρέπει να προσεγγίσουμε τους αγώνες για τους μισθούς, ώστε να μην μετατρέπονται σε εργαλείο για περαιτέρω διακρίσεις, αλλά να τις υπονομεύουν. Για εμένα αυτό είναι ένα από τα βασικά θέματα που πρέπει να εξετάσουμε στο κίνημα.

Η έννοια του “Πλήθους” υπονοεί ότι όλες οι διακρίσεις εντός της εργατικής τάξης εξαφανίστηκαν ή δεν έχουν πια πολιτική σημασία. Αλλά αυτό είναι φυσικά μια αυταπάτη. Μερικές φεμινίστριες έχουν επισημάνει ότι η επισφαλής εργασία δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Οι γυναίκες πάντα είχαν μια επισφαλή σχέση με τη μισθωτή εργασία. Αλλά η κριτική μου πάει ακόμα πιο μακριά.

Ο προβληματισμός μου είναι ότι η θεωρία του Νέγκρι για την επισφαλή εργασία αγνοεί και προσπερνά μια από τις βασικές συνεισφορές της φεμινιστικής θεωρίας και αγώνα, που είναι ο επαναπροσιοδρισμός της έννοιας της εργασίας και η αναγνώριση της απλήρωτης αναπαραγωγικής εργασίας των γυναικών ως βασική πηγή της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Επαναπροσδιορίζοντας τις οικιακές εργασίες ως ΕΡΓΑΣΙΑ, όχι ως μια προσωπική υπηρεσία, αλλά ως εργασία που παράγει και αναπαράγει την εργατική δύναμη, οι φεμινίστριες ξεσκέπασαν ένα νέο, θεμελιώδες πεδίο εκμετάλλευσης, το οποίο ο Μαρξ και η μαρξιστική θεωρία είχαν παντελώς αγνοήσει. Όλες οι σημαντικές πολιτικές ιδέες που περιέχονται σε αυτές τις αναλύσεις παραμερίζονται, σαν να μην έχουν καμία σχέση με την κατανόηση του σημερινού τρόπου οργάνωσης της παραγωγής.

Υπάρχει μια ασθενής αντήχηση της φεμινιστικής ανάλυσης -που μένει στα λόγια- με τη συμπερίληψη της αποκαλούμενης “συναισθηματικής εργασίας” στο εύρος των εργασιών που χαρακτηρίζονται ως “άυλη εργασία”. Παρόλα αυτά, το καλύτερο που οι Χαρντ και Νέγκρι μπόρεσαν να σκεφτούν είναι η περίπτωση των γυναικών που εργάζονται ως αεροσυνοδοί ή στον τομέα της εστίασης, τις οποίες αποκαλούν “εργαζόμενες του συναισθήματος” γιατί μέρος της δουλειάς τους είναι να χαμογελούν στους πελάτες.

Αλλά τι είναι “συναισθηματική εργασία”; Και γιατί αποτελεί μέρος της θεωρίας για την άυλη εργασία; Φαντάζομαι επειδή -υποτίθεται- η συναισθηματική εργασία δεν περιλαμβάνει απτά αποτελέσματα αλλά “καταστάσεις”, δηλαδή παράγει συναισθήματα. Πάλι, για να το θέσω ωμά, νομίζω ότι αυτό είναι ένα κόκκαλο που πετάνε στο φεμινισμό τώρα που είναι πλέον μια οπτική με κάποιο κύρος και κοινωνική απεύθυνση και δεν μπορεί να αγνοηθεί τελείως.

Αλλά η θεωρία της “συναισθηματικής εργασίας” απογυμνώνει τη φεμινιστική ανάλυση της οικιακής εργασίας από όλη την απομυθοποιητική της δύναμη. Στην ουσία, ξαναφέρνει την αναπαραγωγική εργασία πίσω στον κόσμο του μύθου, υποστηρίζοντας ότι η αναπαραγωγή ανθρώπων είναι ένα ζήτημα παραγωγής “συναισθημάτων”. Παλιά το λέγανε “έργο αγάπης” ο Χαρντ και Νέγκρι στη θέση της αγάπης ανακάλυψαν την έννοια του “συναισθήματος”.

Η φεμινιστική ανάλυση του έμφυλου καταμερισμού εργασίας, της λειτουργίας των έμφυλων ιεραρχιών, των τρόπων με τους οποίους ο καπιταλισμός έχει χρησιμοποιήσει τη μισθωτή σχέση εργασίας για να κινητοποιήσει την εργασία των γυναικών στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης -όλα αυτά χάνονται πίσω από την ταμπέλα της “συναισθηματικής εργασίας”.

Το ότι αυτή η φεμινιστική ανάλυση αγνοείται στη δουλειά των Χαρντ και Νέγκρι επιβεβαιώνει τις υποψίες μου ότι αυτή η θεωρία εκφράζει τα συμφέροντα μιας επιλεγμένης ομάδας εργαζομένων, αν και ισχυρίζεται ότι μιλάει σε όλους, συγχωνευμένους στο μεγάλο καζάνι του Πλήθους. Στην πραγματικότητα, η θεωρία της επισφαλούς και άυλης εργασίας αντιστοιχεί στην κατάσταση και τα συμφέροντα των εργαζόμενων που απασχολούνται στο υψηλότερο επίπεδο της καπιταλιστικής τεχνολογίας. Η αδιαφορία των θεωρητικών αυτών για την αναπαραγωγική εργασία και η υπόθεση τους ότι όλες οι μορφές εργασίας συνθέτουν ένα κοινό αγαθό αποκαλύπτει ότι ενδιαφέρονται για το πιο προνομιούχο τμήμα της εργατικής τάξης. Αυτό σημαίνει ότι πρόκεται για μια θεωρία που δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να χτίσουμε ένα πραγματικά αυτό-αναπαραγώμενο κίνημα .

Για αυτό, τα διδάγματα του φεμινιστικού κινήματος είναι ακόμα κρίσιμα σήμερα. Οι φεμινίστριες της δεκαετίας 1970 προσπάθησαν μα κατανοήσουν τις ρίζες της γυναικείας καταπίεσης, της εκμετάλλευσης των γυναικών και των έμφυλων ιεραρχιών. Τις περιγράφουν ως προερχόμενες από μια άνιση κατανομή εργασίας που υποχρεώνει τις γυναίκες να εργάζονται για την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης. Αυτή η ανάλυση ήταν η βάση μιας ριζοσπαστικής κοινωνικής κριτικής, της οποίας τα συμπεράσματα έχουν ακόμα πολύ δρόμο μέχρι να γίνουν πλήρως κατανοητά και να αναπτυχθούν σε όλο το εύρος τους.

Όταν είπαμε ότι η οικιακή εργασία είναι στην πραγματικότητα εργασία για το κεφάλαιο, ότι παρά το γεγονός ότι είναι απλήρωτη συνεισφέρει στη συσσώρευση κεφαλαίου, διαπιστώσαμε κάτι εξαιρετικά σημαντικό για τη φύση του καπιταλισμού ως σύστημα παραγωγής. Διαπιστώσαμε ότι ο καπιταλισμός έχει οικοδομηθεί σε μια τεράστια ποσότητα απλήρωτης εργασίας, ότι δεν έχει οικοδομηθεί αποκλειστικά ή πρωταρχικά σε συμβολαιακές σχέσεις· ότι η έμμισθη σχέση εργασίας κρύβει την άμισθη, με μορφή δουλείας, φύση μεγάλου μέρους της εργασίας πάνω στην οποία βασίζεται η συσσώρευση κεφαλαίου.

Επίσης, όταν είπαμε ότι τα οικιακά είναι εργασία που αναπαράγει όχι μόνο “τη ζωή” αλλά “την εργατική δύναμη”, αρχίσαμε να διαχωρίζουμε δύο διαφορετικές σφαίρες της ζωής και της εργασίας που έμοιαζαν άρρηκτα συνδεδεμένες. Μπορέσαμε να συλλάβουμε μια πάλη ενάντια στην οικιακή εργασία, κατανοητή πλέον ως αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, ως αναπαραγωγή του πιο σημαντικού αγαθού του καπιταλισμού: της “ικανότητας για εργασία” των εργαζόμενων, της ικανότητας των εργαζόμενων να γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης. Με άλλα λόγια, αναγνωρίζοντας ότι αυτό που αποκαλούμε “αναπαραγωγική εργασία” είναι ένα πεδίο καπιταλιστικής συσσώρευσης, άρα και ένα πεδίο εκμετάλλευσης, μπορέσαμε να αναγνωρίσουμε την αναπαραγωγή επίσης ως ένα πεδίο αγώνα και, πολύ σημαντικό, να συλλάβουμε έναν αντικαπιταλιστικό αγώνα ενάντια στην αναπαραγωγική εργασία που δεν θα κατέστρεφε εμάς ή τις κοινότητές μας.

Πώς παλεύεις ενάντια/για την αναπαραγωγική εργασία; Δεν είναι το ίδιο με το να αγωνίζεται στο παραδοσιακό εργοστάσιο, ενάντια για παράδειγμα στην ταχύτητα της αλυσίδας παραγωγής, γιατί στο άλλο άκρο του αγώνα βρίσκονται άνθρωποι και όχι αντικείμενα. Όταν λέμε ότι η αναπαραγωγική εργασία είναι πεδίο αγώνα, πρέπει πρώτα από όλα να απαντήσουμε πώς αγωνιζόμαστε χωρίς να καταστρέψουμε τους ανθρώπους για τους οποίους νοιαζόμαστε. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που οι μητέρες, οι δασκάλες και οι νοσοκόμες γνωρίζουν πολύ καλά.

Γι’ αυτό και είναι σημαντικό να μπορούμε να διαχωρίσουμε τη δημιουργία ανθρώπινων πλασμάτων από την αναπαραγωγή τους από εμάς ως εργατική δύναμη, ως μελλοντικούς εργαζόμενους, που θα πρέπει για να εκπαιδευτούν, όχι απαραίτητα σύμφωνα με τις ανάγκες και επιθυμίες τους, αλλά ώστε να πειθαρχούν και υπακούν σε ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής και εργασίας.

Ήταν σημαντικό για τις φεμινίστριες να δουν, για παράδειγμα, ότι ένα μεγάλο μέρος της οικιακής εργασίας και της ανατροφής των παιδιών μας ήταν η αστυνόμευση τους ώστε να συμμορφωθούν με μια συγκεκριμένη εργασιακή πειθαρχία. Αρχίσαμε έτσι να βλέπουμε ότι αρνούμενες να εκτελέσουμε μεγάλο μέρος των οικιακών εργασιών δεν απελευθερωνόμασταν μόνο οι ίδιες, αλλά θα μπορούσαμε να απελευθερώσουμε και τα παιδιά μας. Είδαμε ότι ο αγώνας μας δεν ήταν εις βάρος τους ανθρώπων για τους οποίους νοιαζόμασταν, αν και αμελήσαμε κάποια γεύματα ή το σκούπισμα. Στην πραγματικότητα, η άρνησή μας άνοιξε το δρόμο για την τη δική τους άρνηση και τη διαδικασία απελευθέρωσής τους.

Όταν είδαμε ότι αντί να αναπαράγουμε ζωή, συνεισφέραμε στην καπιταλιστική συσσώρευση κεφαλαίου και αρχίσαμε να ορίζουμε την αναπαραγωγική εργασία ως εργασία για το κεφάλαιο, ανοίξαμε και τη δυνατότητα μιας διαδικασίας ανασυγκρότησης μεταξύ των γυναικών.

Ας σκεφτούμε για παράδειγμα το κίνημα των εκδιδόμενων γυναικών, που τώρα αποκαλούμε κίνημα των “εργατριών του σεξ”. Στην Ευρώπη οι απαρχές του κινήματος μπορούν να ανιχνευθούν στο 1975, όταν κάποιες εργάτριες του σεξ στο Παρίσι κατέλαβαν μια εκκλησία ως διαμαρτυρία ενάντια σε έναν νέο πολεοδομικό κανονισμό, τον οποίο εξέλαβαν ως απειλή για την ασφάλειά τους. Υπήρξε μια ξεκάθαρη σχέση μεταξύ του αγώνα τους, που σύντομα εξαπλώθηκε στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, και της αμφισβήτησης της οικιακής εργασίας από το φεμινιστικό κίνημα. Η δυνατότητα του να πεις ότι η σεξουαλικότητα για τις γυναίκες έχει αποτελέσει εργασία, οδήγησε σε έναν νέο τρόπο σκέψης για στις σεξουαλικές σχέσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ομόφυλων σχέσεων. Εξαιτίας του φεμινιστικού και ΛΟΑΤ κινήματος έχουμε αρχίσει να σκεφτόμαστε τους τρόπους με τους οποίους ο καπιταλισμός έχει εκμεταλλευτεί τη σεξουαλικότητά μας και να την έχει καταστήσει “παραγωγική”.

Συμπερασματικά, το γεγονός ότι οι γυναίκες θα άρχιζαν να κατανοούν την απλήρωτη εργασία και την παραγωγή που λαμβάνει χώρα τόσο εντός, όσο και εκτός σπιτιού, ως αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, αποτέλεσε ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη. Επέτρεψε τον αναστοχασμό πάνω σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής – ανατροφή παιδιών,  σχέσεις μεταξύ αντρών και γυναικών, ομόφυλες σχέσεις, σεξουαλικότητα γενικά – σε σχέση με την καπιταλιστική εκμετάλλευση και συσσώρευση.

Δημιουργώντας αυτο-αναπαραγώμενα κινήματα

Κατανοώντας κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής υπό το πρίσμα  των χειραφετητικών δυνατοτήτων της, είδαμε και τους πολλαπλούς τρόπους με τους οποίους οι γυναίκες και οι αγώνες των γυναικών συνδέονται μεταξύ τους. Συνειδητοποιήσαμε τη δυνατότητα “συμμαχιών” που δεν είχαμε φανταστεί και με την ίδια λογική, τη δυνατότητα γεφύρωσης των διακρίσεων που έχουν δημιουργηθεί ανάμεσα στις γυναίκες λόγω ηλικίας, φυλής και σεξουαλικού προσανατολισμού

Δεν μπορούμε να χτίσουμε ένα βιώσιμο κίνημα αν δεν κατανοήσουμε αυτές τις σχέσεις εξουσίας. Χρειάζεται επίσης να μάθουμε από τη φεμινιστική ανάλυση της αναπαραγωγικής εργασίας, γιατί κανένα κίνημα δεν μπορεί να επιβιώσει, εκτός κι αν πράγματι ασχοληθεί με την αναπαραγωγή των μελών του. Αυτή είναι μια από τις αδυναμίες του κινήματος κοινωνικής δικαιοσύνης στις ΗΠΑ.

Πάμε στις πορείες, οργανώνουμε εκδηλώσεις, και αυτά μετατρέπονται στην αιχμή των αγώνων μας. Η ανάλυση όμως για το πώς αναπαράγουμε αυτά τα κινήματα, πώς αναπαράγουμε τους εαυτούς μας, δεν είναι στο κέντρο της οργάνωσης του κινήματος. Πρέπει να είναι. Πρέπει να πάμε πίσω στην ιστορική παράδοση της εργατική τάξης που οργάνωνε συστήματα “αμοιβαίας βοήθειας” και να αναστοχαστούμε αυτή την εμπειρία, όχι απαραίτητα γιατί θέλουμε να την αναπαράξουμε, αλλά για να αντλήσουμε έμπνευση για το παρόν.

Πρέπει να χτίσουμε ένα κίνημα που θα βάζει στην ατζέντα του την ίδια του την αναπαραγωγή. Η πάλη ενάντια στον καπιταλισμό πρέπει να δημιουργήσει μορφές υποστήριξης και να έχει τη δυνατότητα να χτίζει συλλογικά μορφές αναπαραγωγής.

Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι δεν αντιμετωπίζουμε το κεφάλαιο μόνο τη στιγμή της διαδήλωσης, αλλά ότι το αντιμετωπίζουμε συλλογικά σε κάθε στιγμή της ζωής μας. Αυτό που συμβαίνει διεθνώς αποδεικνύει ότι μόνο όταν έχεις αυτές τις μορφές συλλογικής αναπαραγωγής, όταν έχεις κοινότητες που αναπαράγονται συλλογικά, έχεις και αγώνες που κινούνται ριζοσπαστικά ενάντια στην καθεστηκυία τάξη, όπως για παράδειγμα ο αγώνας των ιθαγενών της Βολιβίας ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του νερού ή στο Εκουαδόρ ενάντια στην καταστροφή της γης των ιθαγενών από τις πετρελαϊκές εταιρείες.

Θέλω να κλείσω λέγοντας ότι αν κοιτάξουμε το παράδειγμα των αγώνων στην Οαχάκα, στη Βολιβία και στο Εκουαδόρ τότε βλέπουμε ότι οι πιο ριζοσπαστικές αναμετρήσεις δεν γίνονται από τους διανοούμενους ή όσους κάνουν διανοητική/γνωσιακή εργασία ή χάρη στο “κοινό αγαθό” που δημιουργεί το ίντερνετ. Αυτό που έδωσε δύναμη στους ανθρώπους στην Οαχάκα ήταν η βαθιά αλληλεγγύη που έδενε τον έναν με τον άλλο -η αλληλεγγύη που για παράδειγμα έκανε ιθαγενείς ανθρώπους από κάθε γωνιά της χώρας να έρθουν να στηρίξουν τους “maestros” (δασκάλους), τους οποίους αναγνώρισαν ως μέλη των κοινοτήτων τους. Στη Βολιβία επίσης, οι άνθρωποι που απέτρεψαν την ιδιωτικοποίηση του νερού είχαν μακρά παράδοση κοινοτικών αγώνων. Το χτίσιμο αυτής της αλληλεγγύης, η κατανόηση του πώς μπορούμε να ξεπεράσουμε τους διαχωρισμούς μεταξύ μας, είναι ένα στόχος που πρέπει να μπει στην ατζέντα. Ως συμπέρασμα λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι το βασικό πρόβλημα της θεωρίας της επισφαλούς εργασίας, είναι ότι δεν μας δίνει τα απαραίτητα εργαλεία για  να υπερβούμε τις διακρίσεις που υπάρχουν ανάμεσά μας. Αλλά αυτές οι διακρίσεις, που διαρκώς αναδημιουργούνται, είναι η βασική αδυναμία μας, όσον αφορά την ικανότητα μας να αντισταθούμε στην εκμετάλλευση και να δημιουργήσουμε μια ισότιμη κοινωνία.

μετάφραση: Ιουλία Λειβαδίτη και Δήμητρα Σπανού

Πηγή: in the middle of a whirlwind

 

Διαβάστε ακόμα

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

Πολλαπλοί χώροι της δημοκρατίας

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

 

Share

Το «γερμανικό εργασιακό θαύμα», του Κλάους Ντέρε

1

της Λίνας Φιλοπούλου

Από το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης το 2008–2009, η διαίρεση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης έχει βαθύνει. Χώρες που βρίσκονται σε κρίση,όπως η Ελλάδα και η Ισπανία, έχουν διανύσει μια πενταετή φάση ύφεσης της οικονομίας, τα ποσοστά ανεργίας συνεχίζουν να κινούνται πάνω από το όριο του 25% και η πλειονότητα του πληθυσμού ζει σε επισφαλείς συνθήκες. Διαφορετική είναι προς το παρόν η κατάσταση στις χώρες εκείνες που έχουν βγει κερδισμένες από την κρίση. Ειδικότερα η Γερμανία θεωρείται υπόδειγμα μαθήτριας. Αποτελεί, όμως, στην πραγματικότητα το «γερμανικό εργασιακό θαύμα» ένα μοντέλο για την Ευρώπη;

Ο Κλάους Ντέρε ρίχνει μια κριτική ματιά πίσω από τη βιτρίνα του «εργασιακού θαύματος» της Γερμανίας, η οποία έχει βγει κερδισμένη από την κρίση. Περιγράφει μια πολύ επιλεκτική ανταγωνιστική κοινωνία πλήρους, αλλά και επισφαλούς απασχόλησης, όπου η διεύρυνση των συνθηκών ανασφαλούς εργασίας και διαβίωσης θα επιβάλλει την πειθαρχία ακόμα και σε εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που βρίσκονται ακόμα σε σχετικά σταθερές συνθήκες. Μια κοινωνία όπου οι επισφαλώς εργαζόμενοι κι εργαζόμενες, οι κοινωνικά αποκλεισμένοι και αποκλεισμένες, οι άνεργοι και άνεργες πρέπει να πληρώσουν το τίμημα για ένα εξαγωγικό μοντέλο που ενισχύει τις ανισότητες στην Ευρώπη και έτσι καταστρέφει τα θεμέλια της ίδιας του της επιτυχίας.

Ακολουθούν αποσπάσματα από τη μπροσούρα του Κλάους Ντέρε Το «γερμανικό εργασιακό θαύμα» Μοντέλο για την Ευρώπη;, που επικεντρώνουν στην εργασία φροντίδας, την εποχή του παλιού κοινωνικού καπιταλισμού, χωρίς την οποία η πλήρης απασχόλη των ανδρών ήταν αδιανόητη, αλλά και στις υπηρεσίες φροντίδας στο πλαίσιο του σημερινού χρηματοπιστωτικού και ανταγωνιστικού καπιταλισμού. Οι τομείς φροντίδας, παρόλο που απασχολούν τόσα άτομα όσα και οι τομείς της μηχανουργίας και αυτοκινητοβιομηχανίας, που συνιστούν τη βιομηχανική καρδιά της γερμανικής οικονομίας, συμπιέζονται όλο και περισσότερο λόγω έλλειψης πραγματικής ζήτησης χρηματοδοτούμενης από το κράτος, ενώ μεταθέτουν την ευθύνη των υπηρεσιών φροντίδας πίσω στα νοικοκυριά. Σε έναν παραδοσιακά γυναικοκρατούμενο χώρο αναπαράγονται εδώ και χρόνια μηχανισμοί διακρίσεων λόγω φύλου, για να διατηρήσουν την κοινωνική υποτίμηση του εν λόγω τομέα και επομένως να μειώσουν το κόστος αναπαραγωγής.

 

«Το εξέχον επίτευγμα του [παλιού] κοινωνικού καπιταλισμού ήταν ότι κράτησε τη μισθωτή εργασία μέσα στο πλαίσιο του κράτους πρόνοιας. Το αποτέλεσμα ήταν αυτό που αναδρομικά χαρακτηρίστηκε ως κοινωνικά προστατευμένη κανονική ή τυπική σχέση εργασίας. Για τη μεγάλη πλειονότητα κυρίως των ανδρών μισθωτών, η διατήρηση της μισθωτής εργασίας στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους σήμαινε σχετική αποσύνδεση του εισοδήματος και της εργασιακής κατάστασης από τους κινδύνους της αγοράς. Ο κοινωνικός καπιταλισμός στηριζόταν ακόμη σε ταξικές ανισότητες και, ιδιαίτερα στη Δυτική Γερμανία, σε μια ασύμμετρη ενσωμάτωση των φύλων στην αγορά εργασίας. Έκανε διακρίσεις σε βάρος μεταναστών και μεταναστριών και λιγότερο εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Η πλήρης απασχόληση των ανδρών ήταν αδιανόητη χωρίς την εργασία φροντίδας, η οποία ήταν κυρίως απλήρωτη και γινόταν προπαντός από γυναίκες. Μετανάστες και μετανάστριες από τη νοτιοευρωπαϊκή περιφέρεια και την Τουρκία («γκασταρμπάιτερ») αναλάμβαναν κυρίως δουλειές μη ελκυστικές, κακοπληρωμένες και με μικρή αναγνώριση. Για την πλειονότητα όμως των εργατών και εργατριών, των υπαλλήλων και των οικογενειών τους, η αλλαγή παρουσιαζόταν ως μετάβαση σε ένα καθεστώς ενσωμάτωσης στην κοινωνική πολιτειότητα. Οι μισθωτοί και μισθωτές διέθεταν τώρα «κοινωνική ιδιοκτησία». Η φτώχεια και η επισφάλεια ήταν πάντοτε παρούσες, αλλά με τις προστατευμένες εσωτερικές αγορές εργασίας σπρώχνονταν στην άκρη της κοινωνίας των μισθωτών πλήρους απασχόλησης, γίνονταν αόρατες στην ιδιωτική σφαίρα και με αυτόν τον τρόπο έμπαιναν στο περιθώριο.[…]

Ένας από τους μύθους που περιστρέφονται γύρω από το υποτιθέμενο «θαύμα απασχόλησης» είναι ο ισχυρισμός ότι έχει δημιουργηθεί ένας νέος τύπος αμειβόμενης απασχόλησης. Αυτό είναι απολύτως αναληθές. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο όγκος των ολοκληρωμένων και πληρωμένων ωρών εργασίας μεταξύ 1991 και 2012 έχει μειωθεί εμφανώς περισσότερο από 10%. Ακόμα και μετά την κρίση του 2008–2009 ο αριθμός των εργαζομένων αυξήθηκε αρχικά γρηγορότερα από ό,τι ο όγκος των ωρών εργασίας. Αυτό καθεαυτό δεν θα ήταν πρόβλημα, αν η μείωση του όγκου εργασίας συνδεόταν με ισότιμη μείωση της εργασίας και μισθολογική προσαρμογή. Δεν έγινε όμως κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, ο υπάρχων όγκος εργασίας κατανέμεται σε όλο και περισσότερους και περισσότερες εργαζομένους κι εργαζόμενες, και κυρίως με ασύμμετρο τρόπο. Η αύξηση της απασχόλησης διαπιστώνεται όχι αποκλειστικά, αλλά σε μεγάλο βαθμό, στις επισφαλείς δουλειές, οι οποίες εκτελούνται σε δυσανάλογα υψηλό ποσοστό από γυναίκες σε επαγγέλματα παροχής υπηρεσιών φροντίδας. […]

Οι τομείς της φροντίδας των ηλικιωμένων, των παιδιών, των νέων και των ατόμων με αναπηρία απασχολούν τόσα άτομα όσα και οι τομείς της μηχανουργίας και αυτοκινητοβιομηχανίας, που συνιστούν τη βιομηχανική καρδιά της γερμανικής οικονομίας. Το παράδειγμα αυτό δείχνει ότι σε σχέση με τους υψηλά παραγωγικούς εξαγωγικούς κλάδους έχει αυξηθεί η σημασία του λιγότερο παραγωγικού τομέα, αλλά με εντατικοποίηση της εργασίας στις αμειβόμενες υπηρεσίες φροντίδας (στον οποίο περιλαμβάνονται όλες οι δραστηριότητες που εξυπηρετούν την «παραγωγή εργατικής δύναμης»). Από τη σκοπιά των εξαγωγών, αυτό μοιάζει προβληματικό ως προς το κόστος –τουλάχιστον με μικροοικονομικούς όρους– καθώς η αμειβόμενη εργασία στον τομέα της αναπαραγωγής χρηματοδοτείται σε μεγάλο βαθμό με κρατικές μεταβιβαστικές πληρωμές. Η κρατική πολιτική έχει σχεδιάσει την ανταλλαγή ανάμεσα στον τομέα των εξαγωγών και στις υπηρεσίες φροντίδας σαν ένα «μεταβολισμό» ανάμεσα στις αναβαθμισμένες εσωτερικές αγορές και στις υποτιμημένες εξωτερικές, επειδή δεν λειτουργούν σύμφωνα με την αρχή της ισοδύναμης ανταλλαγής. Μια δημοσιονομική πολιτική προσανατολισμένη στην ανταγωνιστικότητα, προορισμένη να εξασφαλίζει εισροή ρευστού κεφαλαίου, η οποία απαλλάσσει από τα βάρη κατέχοντες και επιχειρήσεις και μ’ αυτόν τον τρόπο προκαλεί προβλήματα στην είσπραξη των δημοσίων εσόδων, δεν επιτρέπει γενναιόδωρες χρηματοδοτήσεις γι’ αυτές τις παροχές ατομικών υπηρεσιών και τις υπηρεσίες φροντίδας. Οι υποχρεώσεις του κράτους πρέπει να χρηματοδοτούνται μέσω της ιδιωτικοποίησης της δημόσιας περιουσίας και μέσω δανεισμού. Όσο η ιδιωτική περιουσία μεγαλώνει και συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια, η δημόσια περιουσία «καίγεται». Συνεπώς, το κράτος δεν πρόκειται να χρηματοδοτήσει μια περαιτέρω ζήτηση σε υπηρεσίες φροντίδας. Η παροχή υπηρεσιών φροντίδας με τη μορφή δημόσιου αγαθού συμπιέζεται όλο και περισσότερο λόγω έλλειψης πραγματικής ζήτησης χρηματοδοτούμενης από το κράτος. Οι βασικοί παίκτες στο πεδίο αυτό αντιδρούν εφαρμόζοντας ένα συνδυασμό εμπορευματοποίησης, ανταγωνισμού, επισφαλειοποίησης των όρων εργασίας, καθώς και μετάθεσης πίσω στα νοικοκυριά της ευθύνης για τις υπηρεσίες φροντίδας. […]

Η γερμανική εξαγωγική οικονομία βασίζεται, μπορούμε να υποστηρίξουμε, στην καπιταλιστική προσάρτηση της παροχής ατομικών υπηρεσιών και των υπηρεσιών φροντίδας. Η προσάρτηση αυτή στην περίπτωση της Γερμανίας σημαίνει αύξηση της ανταγωνιστικότητας του εξαγωγικού τομέα με ταυτόχρονη απαξίωση των (αμειβόμενων) υπηρεσιών φροντίδας, οι οποίες καθίστανται έτσι επισφαλείς. Σε καμία περίπτωση δεν υπονοείται ότι αυτοί οι τομείς είναι ομοιογενείς μονάδες με ανταγωνιστικά συμφέροντα. Ακόμη και στον εξαγωγικό τομέα θα δούμε μια πολιτειότητα βασισμένη στην «κοινωνική ιδιοκτησία» να παραβιάζεται, θα βρούμε επίσης επισφαλώς εργαζομένους κι εργαζόμενες και πειθάρχηση του μόνιμου προσωπικού. Στην περίπτωση των υπηρεσιών φροντίδας η κοινωνική πολιτειότητα υπάρχει, αλλά δεν θεσμοθετείται καν, ή μόλις και μετά βίας. Σε έναν παραδοσιακά γυναικοκρατούμενο χώρο αναπαράγονται εδώ και χρόνια μηχανισμοί διακρίσεων λόγω φύλου, για να διατηρήσουν την κοινωνική υποτίμηση του εν λόγω τομέα και επομένως να μειώσουν το κόστος αναπαραγωγής. […]

Οι καπιταλιστικές οικονομίες δεν μπορούν πια να υπάρχουν με «καθαρή» μορφή. Εξαρτώνται από το πόσο ικανοποιητικά θα λειτουργήσουν ορισμένοι τομείς, οι οποίοι δεν υπακούν ούτε στις επιταγές της οικονομικής μεγέθυνσης ούτε στο κίνητρο του κέρδους. Αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό για τους τομείς που αναφέρθηκαν παραπάνω, για τους τομείς της διατροφής, της ανατροφής, της εκπαίδευσης, των υπηρεσιών περίθαλψης και φροντίδας. Για τους παραπάνω τομείς, που συνήθως είναι γυναικοκρατούμενοι, μια συγκεκριμένη μορφή ανάπτυξης, η οποία συνεπάγεται την εκλογίκευση και την κατάργηση της ανθρώπινης εργασίας, αποβαίνει αναπόφευκτα εις βάρος της ποιότητας της εργασίας και της παροχής υπηρεσιών.»

 

Η μπροσούρα κυκλοφορεί στα ελληνικά και διατίθεται δωρεάν από το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ. Μπορείτε να τη βρείτε στην ιστοσελίδα του Ιδρύματος εδώ

 

 

Share
Page 1 of 41234