Subscribe via RSS Feed

Category: Ιστορία-Θεωρία

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

«Θα μπορούσαμε να σπάσουμε την επίπλαστη σχέση μεταξύ της κριτικής μας για τον οικογενειακό μισθό και τον ευέλικτο καπιταλισμό, αγωνιζόμενες για μια μορφή ζωής που να βγάζει από το κέντρο της προσοχής μας την αμειβόμενη εργασία και να αναδεικνύει τις μη αμειβόμενες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της προσφοράς φροντίδας – και όχι μόνο». Φωτογραφία: Robert Convery / Alamy

της Nancy Fraser

Ως φεμινίστρια, πάντα υπέθετα ότι με τον αγώνα μου για τη χειραφέτηση των γυναικών βοηθούσα στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου – πιο ισότιμου, δίκαιου και ελεύθερου. Αλλά τον τελευταίο καιρό έχω αρχίσει να ανησυχώ ότι ιδανικά που καθιερώθηκαν από τις φεμινίστριες υπηρετούν πολύ διαφορετικούς σκοπούς. Ανησυχώ συγκεκριμένα ότι η κριτική μας για τον σεξισμό προσφέρει τώρα την αιτιολόγηση σε νέες μορφές ανισότητας και εκμετάλλευσης.

Σε τούτη την τραγική στροφή της τύχης, φοβάμαι ότι το κίνημα για την απελευθέρωση των γυναικών έχει εμπλακεί σε έναν επικίνδυνο συσχετισμό με τις νεοφιλελεύθερες προσπάθειες για την οικοδόμηση της κοινωνίας της ελεύθερης αγοράς. Αυτό μπορεί να εξηγήσει πώς έχει γίνει αποδεκτό οι φεμινιστικές ιδέες που κάποτε αποτελούσαν μέρος μιας ριζοσπαστικής κοσμοθεωρίας να εκφράζονται όλο και πιο πολύ με ατομικιστικούς όρους. Όταν οι φεμινίστριες επέκριναν κάποτε μια κοινωνία που προωθεί τον καριερισμό, σήμερα συμβουλεύουν τις γυναίκες να «κλίνουν προς αυτόν». Ένα κίνημα που κάποτε έδινε προτεραιότητα στην κοινωνική αλληλεγγύη, σήμερα επευφημεί τις γυναίκες επιχειρηματίες. Μια προοπτική που κάποτε έδινε αξία στην «προσφορά φροντίδας» και στην αλληλεξάρτηση, σήμερα ενθαρρύνει πλέον την ατομική εξέλιξη και την αξιοκρατία.

Πίσω από αυτή την μετατόπιση κρύβεται μια ριζική αλλαγή στον χαρακτήρα του καπιταλισμού. Η κρατική διαχείριση του καπιταλισμού της μεταπολεμικής εποχής έχει δώσει τη θέση της σε μια νέα μορφή καπιταλισμού – «ανοργάνωτη», παγκοσμιοποιημένη, νεοφιλελεύθερη. Το δεύτερο κύμα φεμινισμού αναδύθηκε ως μια κριτική της προηγούμενης μορφής καπιταλισμού, αλλά έχει γίνει η θεραπαινίδα της σημερινής μορφής του.

Με το πλεονέκτημα της ύστερης γνώσης, μπορούμε τώρα να δούμε ότι το κίνημα για την απελευθέρωση των γυναικών έδειχνε ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικά πιθανά μέλλοντα. Σύμφωνα με το ένα σενάριο, προανήγγειλε έναν κόσμο στον οποίο η χειραφέτηση των φύλων πήγαινε χέρι -χέρι με τη συμμετοχική δημοκρατία και την κοινωνική αλληλεγγύη. Σύμφωνα με το δεύτερο, υποσχόταν μια νέα μορφή φιλελευθερισμού, που να είναι σε θέση να προσφέρει στις γυναίκες όσο και στους άνδρες τα αγαθά της ατομικής αυτονομίας, αυξημένη επιλογή και αξιοκρατική εξέλιξη. Υπό αυτή την έννοια, το δεύτερο κύμα φεμινισμού ήταν αμφίσημο. Συμβατό με καθένα από τα δύο διαφορετικά οράματα της κοινωνίας, ήταν ευαίσθητο σε δύο διαφορετικές ιστορικές επεξεργασίες.

Όπως το βλέπω εγώ, η αμφιθυμία του φεμινισμού έχει επιλυθεί τα τελευταία χρόνια υπέρ του δεύτερου, φιλελεύθερου-ατομικιστικού σεναρίου – αλλά όχι επειδή ήμασταν παθητικά θύματα νεοφιλελεύθερων αποπλανήσεων. Αντίθετα, εμείς οι ίδιες συμβάλλαμε με τρεις σημαντικές ιδέες σε αυτή την εξέλιξη.

Μία συμβολή ήταν η κριτική μας για τον «οικογενειακό μισθό»: το ιδανικό μοντέλο της οικογένειας του άνδρα κουβαλητή – της γυναίκας νοικοκυράς που ήταν στο επίκεντρο του κρατικά οργανωμένου καπιταλισμού. Η φεμινιστική κριτική του μοντέλου αυτού εξυπηρετεί σήμερα τη νομιμοποίηση του «ευέλικτου καπιταλισμού». Άλλωστε, αυτή η μορφή του καπιταλισμού βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αμειβόμενη εργασία των γυναικών, ιδιαίτερα στη χαμηλά αμειβόμενη προσφορά υπηρεσιών και στην βιομηχανική κατασκευή, όπου απασχολούνται όχι μόνο νεαρές ανύπαντρες γυναίκες, αλλά και παντρεμένες γυναίκες, όπως και γυναίκες με παιδιά, όχι μόνο από φυλετικές μειονότητες, αλλά από γυναίκες σχεδόν όλων των εθνικοτήτων και εθνοτήτων. Καθώς οι γυναίκες έχουν ριχτεί στις αγορές εργασίας σε όλο τον κόσμο, το ιδανικό πρότυπο οικογενειακού μισθού για τον κρατικά οργανωμένο καπιταλισμό έχει αντικατασταθεί από το νεότερο, πιο σύγχρονο πρότυπο – που προφανώς εγκρίνεται από τον φεμινισμό – της οικογένειας των δύο εργαζόμενων.

Δεν πειράζει ότι η πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από το νέο ιδανικό πρότυπο είναι τα χαμηλά επίπεδα των μισθών, η μειωμένη ασφάλεια των θέσεων εργασίας, η μείωση του βιοτικού επιπέδου, η απότομη αύξηση των ωρών εργασίας για τους μισθωτούς ανά νοικοκυριό, η αύξηση της διπλής βάρδιας – τώρα συχνά τριπλής ή τετραπλής βάρδιας – και η αύξηση της φτώχειας, που παρατηρείται σε όλο και περισσότερες γυναίκες-αρχηγούς μονογονεϊκών οικογενειών. Ο νεοφιλελευθερισμός μετατρέπει το αυτί ενός γουρουνιού σε τσάντα από μετάξι, αξιοποιώντας με επιδέξιο τρόπο το παραμύθι της ενδυνάμωσης των γυναικών. Η επίκληση της φεμινιστικής κριτικής σχετικά με τον οικογενειακό μισθό, για να δικαιολογήσει την εκμετάλλευση, αξιοποιεί το όνειρο της χειραφέτησης των γυναικών στην μηχανή της συσσώρευσης κεφαλαίου.

Ο φεμινισμός έχει επίσης μια δεύτερη συνεισφορά στο νεοφιλελεύθερο ήθος. Στην εποχή του κρατικά οργανωμένου καπιταλισμού επικρίναμε δικαίως ένα στενόχωρο πολιτικό όραμα που ήταν με τόση προσήλωση επικεντρωμένο στην ταξική ανισότητα και που δεν μπορούσε να δει «μη οικονομικές» αδικίες όπως η ενδοοικογενειακή βία, η σεξουαλική κακοποίηση και η αναπαραγωγική καταπίεση. Απορρίπτοντας τον «οικονομισμό» και πολιτικοποιώντας το «προσωπικό», οι φεμινίστριες διεύρυναν την πολιτική ατζέντα για να αμφισβητήσουν τις κατεστημένες ιεραρχίες που βασίστηκαν σε πολιτισμικές κατασκευές των διαφορών ανάμεσα στα φύλα. Το αποτέλεσμα θα έπρεπε να ήταν η διεύρυνση του αγώνα για τη δικαιοσύνη να καλύπτει τόσο τον πολιτισμό όσο και την οικονομία. Όμως, το πραγματικό αποτέλεσμα ήταν μια μονόπλευρη έμφαση στην «ταυτότητα του φύλου» σε βάρος των θεμάτων αιχμής. Ακόμη χειρότερα, η φεμινιστική στροφή στις πολιτικές της ταυτότητας εναρμονίστηκε πολύ προσεγμένα με έναν αυξανόμενο νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος δεν επιθυμούσε τίποτα περισσότερο από το να καταστείλει κάθε ανάμνηση κοινωνικής ισότητας. Στην πραγματικότητα, έχουμε θεοποιήσει την κριτική του πολιτισμικού σεξισμού, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που οι περιστάσεις απαιτούσαν να πολλαπλασιάσουμε την εστίαση μας στην κριτική της πολιτικής οικονομίας.

Τέλος, ο φεμινισμός συνέβαλε με μια τρίτη ιδέα στον νεοφιλελευθερισμό: με την κριτική του πατερναλισμού του κράτους-πρόνοιας. Αναμφισβήτητα προοδευτική στην εποχή του κρατικά οργανωμένου καπιταλισμού, αυτή η κριτική έχει από τότε συγκλίνει με τον πόλεμο του νεοφιλελευθερισμού εναντίον του «κράτους-νταντά» και με τον πιο πρόσφατο κυνικό εναγκαλισμό των ΜΚΟ. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι «μικροπιστώσεις», το πρόγραμμα των μικρών τραπεζικών δανείων προς τις φτωχές γυναίκες στον παγκόσμιο Νότο. Αφού εφαρμόστηκαν ως μια εναλλακτική μορφή ενδυνάμωσης από κάτω προς τα επάνω, έναντι των από την κορυφή προς τα κάτω γραφειοκρατικών κρατικών προγραμμάτων, οι μικροπιστώσεις έχουν προβληθεί ως το φεμινιστικό αντίδοτο για τη φτώχεια και την υποταγή των γυναικών. Αυτό που έχει παραληφθεί όμως είναι μια ανησυχητική σύμπτωση: η μικρή πίστωση έχει ξεφυτρώσει ακριβώς τη στιγμή που τα κράτη έχουν εγκαταλείψει τις μακρο-διαρθρωτικές προσπάθειες για την καταπολέμηση της φτώχειας, προσπάθειες που ο δανεισμός μικρής κλίμακας δεν είναι δυνατόν να αντικαταστήσει. Και σε αυτή την περίπτωση, μια φεμινιστική ιδέα έχει κατακτηθεί από τον νεοφιλελευθερισμό. Μια προοπτική με στόχο αρχικά τον εκδημοκρατισμό της κρατικής εξουσίας για την ενδυνάμωση των πολιτών, τώρα χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει την εμπορευματοποίηση και την περιστολή του κράτους.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η αμφιθυμία του φεμινισμού έχει επιλυθεί υπέρ του (νεο) φιλελεύθερου ατομικισμού. Αλλά το έτερο, αλληλέγγυο σενάριο ίσως να είναι ακόμα ζωντανό. Η σημερινή κρίση δίνει την ευκαιρία να πιάσουμε το νήμα του για μια ακόμη φορά, επανασυνδέοντας το όνειρο της απελευθέρωσης των γυναικών με το όραμα μιας αλληλέγγυας κοινωνίας. Για τον σκοπό αυτό, οι φεμινίστριες πρέπει να διακόψουμε την επικίνδυνη σχέση μας με τον νεοφιλελευθερισμό και να διεκδικήσουμε ξανά τις τρεις «συνεισφορές» μας για τους δικούς μας σκοπούς.

Πρώτον, θα μπορούσαμε να σπάσουμε την επίπλαστη σχέση μεταξύ της κριτικής μας για τον οικογενειακό μισθό και τον ευέλικτο καπιταλισμό, αγωνιζόμενες για μια μορφή ζωής που να βγάζει από το κέντρο της προσοχής μας την αμειβόμενη εργασία και να αναδεικνύει τις μη αμειβόμενες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της προσφοράς φροντίδας – και όχι μόνο. Δεύτερον, μπορούμε να διακόψουμε τη δίοδο μέσα από την κριτική μας για τον οικονομισμό στις πολιτικές της ταυτότητας, ενσωματώνοντας τον αγώνα για την μεταβολή της τάξης των πραγμάτων που βασίζεται στις ανδροκρατικές πολιτισμικές αξίες, με την πάλη για οικονομική δικαιοσύνη. Τέλος, μπορούμε να αποκόψουμε τον ψευδή δεσμό μεταξύ της κριτική μας για την γραφειοκρατία και του φονταμενταλισμού της ελεύθερης αγοράς, διεκδικώντας ξανά τον μανδύα της συμμετοχικής δημοκρατίας ως μέσο για την ενίσχυση των κοινωνικών δυνάμεων που είναι αναγκαίες για τον περιορισμό του κεφαλαίου προς όφελος της (κοινωνικής) δικαιοσύνης.

Μετάφραση: Χριστίνα Κούρκουλα

Πηγή: the guardian

 

Διαβάστε ακόμα

Το σύνδρομο της κόπωσης των Λευκών φεμινιστριών

 

Share

Οι σχολές νυφών των Ναζί & η ναζιστική ιδεολογία για τις γυναίκες

 

«Πιάστε τηγάνι, φαράσι και σκούπα και παντρευτείτε έναν άνδρα». Αυτή η φράση θα μπορούσε να είχε γραφεί σε ένα συντηρητικό blog παραδοσιακών «μαμάδων» και θα κατακρινόταν από τις φεμινίστριες στο διαδίκτυο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μία από τις «Εννέα Εντολές για τον Αγώνα των Εργατών», του ηγετικού στελέχους των Ναζί, Χέρμαν Γκέρινγκ, οι οποίες δημοσιεύθηκαν και προωθήθηκαν σε όλη τη Γερμανία το 1934.

Πρόκειται για ένα βιβλίο κανόνων  (βρίσκεται στα ράφια του Ομοσπονδιακού Αρχείου της Γερμανίας) για την Reichsbräuteschule ή τη Σχολή Νυφών του Ράιχ, που συστάθηκε από τους Ναζί «για να φτιάξουν νοικοκυρές από τις γυναίκες γραφείου».

Το 1935, η Γκέρτρουντ Σσολτζ-Κλινκ, η γυναίκα που κατείχε την πιο υψηλόβαθμη θέση στο Τρίτο Ράιχ, συνιστούσε στις γυναίκες να αναλάβουν τον ρόλο τους: «Οι γυναίκες πρέπει να είναι οι πνευματικοί φροντιστές και οι κρυφές βασίλισσες του λαού μας, που έχουν κληθεί από τη μοίρα για αυτό τον ειδικό σκοπό!».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                        Η Γκέρντρουντ Σσολτζ-Κλινκ

 

Το 1936, ο Χάινριχ Χίμλερ σε συνεργασία με την Σσολτζ-Κλινκ, εξέδωσε διάταγμα απαιτώντας από τις γυναίκες που ήταν αρραβωνιασμένες με μέλη της Σουτσστάφφελ -δηλαδή των Ες-Ες που είχαν ήδη εξελιχθεί σε μια από τις μεγαλύτερες παραστρατιωτικές οργανώσεις της εποχής- να παρακολουθήσουν τα μαθήματα. Αυτό σήμαινε ρητή αφοσίωση στον Φύρερ και στον σκοπό του πάνω απ’ όλα. «Η γυναίκα είναι ένας μικρότερος κόσμος (σ.σ. κοινωνία, με την έννοια ίσως της οικογένειας)», είχε πει ο Χίτλερ σε μία συνάντηση του κόμματός του στη Νυρεμβέργη, κατά τη διάρκεια ομιλίας του στην Εθνικοσοσιαλιστική Λίγκα Γυναικών. «Όμως τι θα γινόταν με τον μεγαλύτερο κόσμο (κοινωνία), αν δεν υπήρχε κανείς να φροντίσει για τον μικρότερο; Πώς θα μπορούσε να επιβιώσει ο μεγαλύτερος κόσμος αν δεν υπήρχε κανείς να κάνει τη φροντίδα του μικρότερου κόσμου τον σκοπό της ζωής τους;»

Για την εκπαίδευση των γυναικών στη μικρότερη, όπως θεωρείτο, σφαίρα δράσης τους, χτίστηκε το 1937 μία βίλα στο νησί Schwanenwerder, στη λίμνη Βάνζεε του Βερολίνου. Σε αυτή την προσομοίωση νοικοκυριού, οι νέες γυναίκες –πολλές από αυτές έφηβες- θα ζούσαν σε ομάδες των είκοσι, περνώντας έξι εβδομάδες «κατά προτίμηση δύο εβδομάδες πριν από τον γάμο τους, ώστε να επανέλθουν σωματικά και πνευματικά, να ξεχάσουν τις καθημερινές έγνοιες που σχετίζονται με τα έως τώρα επαγγέλματά τους, να βρουν τον τρόπο να νιώσουν χαρά για τη νέα τους ζωή ως σύζυγοι».

Η Σσολτζ-Κλινκ βέβαια απέκλειε κάθε γυναίκα με εβραϊκή ή ρομά καταγωγή, με φυσική αναπηρία ή ψυχική ασθένεια, από το να λάβει μέρος. Το μάθημα κόστιζε 135 μάρκα του Ράιχ (περίπου 625 δολάρια σήμερα) και κάλυπτε τα πάντα, από τα ψώνια και το μαγείρεμα μέχρι την κηπουρική και τις κοινωνικές συζητήσεις, καθώς και από τη διακόσμηση του σπιτιού ως τα υποδήματα, τα στιλέτα κ.α.

Όμως, η δεξιοτεχνία στο νοικοκυριό και τις μαγειρικές τέχνες δεν ήταν ο βασικός σκοπός του «σχολείου» αυτού για τις νύφες των Ναζί. Είχε ως στόχο να εκπαιδεύσει τις γυναίκες αυτές στο ναζιστικό δόγμα, οι οποίες στο πλαίσιο του Νόμου για την Ενθάρρυνση του Γάμου, ουσιαστικά θα δελεάζονταν ή θα δωροδοκούνταν ώστε να παράγουν μωρά. Τα μαθήματα αυτά επέμεναν οι γυναίκες «να αποκτήσουν ειδική γνώση της ράτσας και της γενετικής» και πως μόνον όταν μία γυναίκα έχει αποκτήσει αυτή τη γνώση θα μπορούσε να κερδίσει πιστοποιητικά επιτευγμάτων (τα οποία επίσης βρίσκονται στο ομοσπονδιακό αρχείο της Γερμανίας).

Στις γυναίκες που δεν θα συμμορφώνονταν όχι μόνο δεν τους δινόταν το σχετικό πιστοποιητικό αλλά τους απαγορευόταν επίσης να παντρευτούν. Τα μαθήματα περιελάμβαναν επίσης τη δέσμευση των γυναικών μέχρι θανάτου στο ναζιστικό δόγμα όπως και τη δήλωση πίστης στον Φύρερ, που τοποθετούταν πάνω από τη θρησκευτική πίστη. Οι γάμοι έπρεπε να είναι νέο-παγανιστικές τελετές στις οποίες χοροστατούσαν μέλη του κόμματος και δεν γίνονταν σε εκκλησίες από κληρικούς. Τα παιδιά, δε, έπρεπε να μεγαλώσουν προσκυνώντας τον Χίτλερ και όχι τον Ιησού Χριστό.

Μέχρι το 1940 υπήρχαν στο Βερολίνο τουλάχιστον εννέα σχολές νυφών (Reichsbräuteschule) και περισσότερες ιδρύονταν σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ πλέον δέχονταν όχι μόνο τις μέλουσες συζύγους των Ες-Ες αλλά και όσες γυναίκες ήταν «φυλετικά κατάλληλες», δηλαδή ανώτερες κατά τη ναζιστική ιδεολογία. Στη διάρκεια του πολέμου προέκυψαν ελλείψεις στο εργατικό δυναμικό –ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η ναζιστική καταναγκαστική εργασία- και ο Χίλτερ αναγκάστηκε να επιτρέψει σε περισσότερες γυναίκες να δουλέψουν. Πάντως υπάρχουν ενδείξεις σύμφωνα με ιστορικούς πως οι σχολές νυφών συνέχισαν να λειτουργούν ως τον Μάιο του 1944.

Σύμφωνα με τη ναζιστική ιδεολογία, οι γυναίκες ανήκαν στην οικιακή σφαίρα, στη σφαίρα του σπιτιού. Αποκλείονταν από την ενασχόληση με την ιατρική, τον νόμο και τις δημόσιες υπηρεσίες.

Το ναζιστικό κόμμα απένειμε μάλιστα τον λεγόμενο «Σταυρό Τιμής της Γερμανίδας μητέρας», βραβείο που φοριόταν στον λαιμό. Ο χάλκινος σταυρός δινόταν σε «νόμιμες» μητέρες τεσσάρων ή πέντε παιδιών, ο αργυρός σε αυτές με έξι ή επτά και ο χρυσός στις μητέρες με οκτώ ή περισσότερα παιδιά.

Οι Ναζί χρησιμοποιούσαν ουσιαστικά τις γυναίκες -ακόμη και τις δικές τους- ως εργαλεία, μηχανές αναπαραγωγής «Αρίων». Επιβραβεύονταν για την γενετική και όχι για την πνευματική τους ικανότητα, καθώς και για την προπαγάνδιση του ναζιστικού δόγματος στα παιδιά τους, τους επίγονους της υποτιθέμενης ανώτερης φυλής. Ο λόγος που δεν θεωρούταν, ανοιχτά, κατώτερα όντα και δεν οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν η χρηστική τους λειτουργία και ούτε καν το συνανήκειν με τους άνδρες στην «άρια φυλή».

 

Αρχική πηγή: Newyorker.com

Απόδοση: Κατρίν Αλαμάνου

Πηγή: tvxs

 

Share

Γυναίκες και εκπαίδευση: μια σύντομη ιστορική αναδρομή

της Μαρίας Γκασούκα

Η επώδυνη πορεία των γυναικών προς την κατάκτηση της ισότητας στη μόρφωση δεν αποτελεί ελληνικό φαινόμενο. Είναι η επανάληψη -με καθυστέρηση λόγω των συγκεκριμένων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών και της μακραίωνης σκλαβιάς- γεγονότων και διαδικασιών που προηγήθηκαν σε άλλες χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική, απόδειξη της κοινότητας και της οικουμενικότητας των προβλημάτων, αλλά και των αγώνων των γυναικών, τα οποία συχνά υπερβαίνουν και εθνικά όρια και ταξικές διαρθρώσεις.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80 η πορεία αυτή, οι πολιτικές, κοινωνικές και πολιτιστικές συνθήκες που απηχούσε, δεν απασχόλησαν σοβαρά τους ιστορικούς, του κοινωνιολόγους κ.ά., άνδρες και γυναίκες, με τις φωτεινές εξαιρέσεις του Δ. Γληνού και του Α. Σβώλου. Ο ανδροκεντρικός επιστημονικός λόγος  πανηγύρισε συχνά για τη δημοκρατικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος του μετεπαναστατικού κράτους, το ίδιο συχνά με την «καθολικότητα» της ψήφου του ελληνικού λαού, την οποία εξασφάλιζαν τα πρώτα συντάγματα. Το ότι δεν αφορούσαν στις γυναίκες, στον μισό δηλαδή πληθυσμό και παραπάνω, πολύ μικρή σημασία είχε. Μόλις τα τελευταία χρόνια η εμμονή των φεμινιστριών επιστημόνων ανέδειξαν τις γυναικείες κοινωνικές αναζητήσεις και διεκδικήσεις κι έκαναν ορατές τις προσπάθειες των γυναικών τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια σφαίρα της ζωής.

Η στοιχειώδης εκπαίδευση, σε επίπεδο θεσμών πάντοτε, έγινε άμεσα προσιτή στα κορίτσια του νεοσύστατου Βασιλείου. Ιδρύθηκαν σχολεία πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και διορίστηκαν οι πρώτες δασκάλες. Το διάταγμα της 18ης  Φεβρουαρίου κατοχύρωσε τη συμμετοχή των κοριτσιών στο αλληλοδιδακτικό σχολείο. Πυροδότησε, όμως, παράλληλα, μια έντονη συζήτηση για την ορθότητα της ενέργειας, για τις πιθανές επιπτώσεις της στη ζωή των κοριτσιών, στη μελλοντική τους μητρότητα, στις οικογένειες που επρόκειτο να αποκτηθούν, στην υγεία τους. Δεν έλειψαν ακόμα οι αναφορές και οι υπαινιγμοί για τις επιπτώσεις της στην ηθική τους. Το γεγονός φαίνεται καθαρά στους δύο διαφορετικούς όρους που τα εκπαιδευτικά προγράμματα χρησιμοποιούν προκειμένου να προσδιορίσουν τους σκοπούς τους: για χα αγόρια η «εκπαίδευση» είναι το διαβατήριο για την κατάκτηση του δημοσίου χώρου, το μέσον για ένα καλύτερο μέλλον, αυτό που προσδοκά η οικογενειακή στρατηγική, όσον αφορά στα αρσενικά μέλη που επιλέγει -όχι χωρίς υστεροβουλία είναι αλήθεια- να μορφώσει. Για τα κορίτσια είναι η «ανατροφή», ένας παράγοντας ενισχυτικός της προίκας τους, συμβολή στη μελλοντική κοινωνική καταξίωση του συζύγου. Τα ίδια προγράμματα διαφοροποιούνται ως προς το περιεχόμενο τους ανάλογα με το Φύλο και τον προορισμό του. Έτσι η διδασκαλία της Γεωμετρίας και της Φυσικής, για παράδειγμα, αντικαθίσταται στην περίπτωση των κοριτσιών με τα οικοκυρικά και, μάλιστα, με τα εργόχειρα.

Το ποσοστό των αναλφάβητων γυναικών, αμέσως μετά της απελευθέρωση, ανέρχεται στο 98% και των ανδρών στο 91%. Στο τέλος του αιώνα αυτό διαμορφώνεται σε 93% για τις γυναίκες και 69% για τους άνδρες, απόδειξη της δυσπιστίας καν της απροθυμίας κυρίως των κατοίκων της υπαίθρου να στείλουν τα κορίτσια τους στο σχολείο. Η σχέση αγοριών — κοριτσιών στις σχολικές τάξεις είναι στην ύπαιθρο συντριπτική υπέρ των αγοριών. Βελτιώνεται, ωστόσο, αισθητά σε συγκεντρωμένους αστικούς πληθυσμούς, ενώ αγγίζει το 50% σε περιοχές με έντονες επιδράσεις της Δυτικής κουλτούρας. Αυτό συμβαίνει στην Ερμούπολη της Σύρου και άλλες πόλεις των Κυκλάδων, όπου υπάρχουν καθολικές οικογένειες και ανεπτυγμένες εμπορικές και πολιτιστικές σχέσεις με τη Δυτική Ευρώπη. Εντούτοις, παρά την όποια κρατική μέριμνα για την είσοδο των κοριτσιών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, η δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση αντιμετωπίσθηκαν από την Πολιτεία ως αποκλειστικό προνόμιο των αγοριών. Κι αν το έλλειμμα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καλύπτεται, σ’ ένα βαθμό, από την ιδιωτική πρωτοβουλία και τα καθολικά μοναχικά τάγματα, η κερκόπορτα των πανεπιστημίων θα μείνει ερμητικά κλειστή ως το 1890. Το άνοιγμα της θα βαφτεί από το αίμα μιας νεαρής κοπέλας που αυτοκτονεί γιατί απορρίφθηκε η αίτηση εγγραφής της. Γεγονός παραμένει, πάντως, η καθολική δυσπιστία και προκατάληψη κοινωνίας και πολιτείας, όσον αφορά στη μόρφωση των κοριτσιών αλλά και όσον αφορά στις ελάχιστες μορφωμένες γυναίκες της εποχής και, ιδιαίτερα, εκείνες που τολμούν να διεκδικήσουν ένα μικρό έστω κομμάτι της δημόσιας σφαίρας της ζωής. Κλασικό παράδειγμα η ζωγράφος Ελένη Αλταμούρα. Παρήγορη εξαίρεση η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου.

Εν πάσει περιπτώσει, η δευτεροβάθμια εκπαίδευση των κοριτσιών είναι ιδιωτική, λειτουργεί με βάση τα πρότυπα της Δύσης και τα πρώτα παρθεναγωγεία ιδρύονται από αλλοδαπούς/ές, αν και σύντομα στον τομέα αυτόν θα δραστηριοποιηθεί και η Ελληνική Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία. Σκέψεις και προτάσεις Υπουργών «περί ιδρύσεως ελληνικών σχολείων κορασίδων», ήδη από το 1840, συναντούν τη σθεναρή αντίδραση των πολιτειακών και ευρύτερα των κοινωνικών παραγόντων. Και είναι ενδιαφέρον ότι την περίοδο αυτή η Ελλάδα υπερηφανεύεται για το υψηλό ποσοστό φοίτησης μαθητών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση της σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Το ότι η συμμετοχή των κοριτσιών κυμαίνεται μόλις στο 3,5 – 6% δεν φαίνεται ούτε να ξαφνιάζει ούτε να ενοχλεί. Η Εκπαίδευση είναι γένους αρσενικού κι αυτό αποτελεί την επίσημη κρατική επιλογή. Άλλωστε, ο χώρος της εκπαίδευσης είναι περιοχή όπου το έμφυλο όριο παρουσιάζει μοναδική αντοχή και εξαιρετικά περιορισμένη ευλυγισία. Η παρεχόμενη εκπαίδευση στα παρθεναγωγεία είναι υποβαθμισμένη σε σχέση με αυτή των Ελληνικών Σχολείων και όσον αφορά στη χρονική της διάρκεια και όσον αφορά στο περιεχόμενο σπουδών. Αποτυπώνεται δε με σαφήνεια στον κανονισμό του Λυκείου και Παρθεναγωγείου που συντάσσει ο Β. Γεννηματάς- «να παρασκευάσωμεν τους μεν παίδας χρηστούς πολίτας, τα δε κοράσια φρονίμους δεσποινίδας και αρίστας μητέρας». Τα δευτεροβάθμια σχολεία θηλέων ιδρύονται σε αστικά κέντρα, είναι ιδιωτικά και ταξικά προσδιορισμένα. Φοιτούν σ’ αυτά κόρες εύπορων οικογενειών, αν και η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία τουλάχιστον, χορηγεί ικανό αριθμό υποτροφιών, γεγονός που επιτρέπει τη φοίτηση και σε κορίτσια μικροαστικών στρωμάτων. Η μόρφωση που παρέχεται είναι καλλιτεχνικοφιλολογική με έμφαση στις ξένες γλώσσες, τα οικοκυρικά και τα χειροτεχνήματα, ό,τι δηλαδή απαιτείται «δια να καταστήσουν τας παιδευομένας καλάς θυγατέρας και οικοδέσποινας». Τα εύπορα κορίτσια θα αξιοποιήσουν αυτή τη μόρφωση ως είδος προίκας. Τα μη εύπορα κορίτσια θα τη χρησιμοποιήσουν για Βιοπορισμό, αφού δύο είναι τα επαγγέλματα που -τις πρώτες δεκαετίες τουλάχιστον- μπορούν να ασκήσουν οι γυναίκες: Της υπηρέτριας και της δασκάλας (ή γκουβερνάντας).

Η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία ιδρύει -στο πλαίσιο πάντοτε των παρθεναγωγείων- Διδασκαλείο, υποβαθμισμένο χρονικά και ως προς το περιεχόμενο σπουδών σε σχέση με αυτό των δασκάλων. Πρωταρχικός του στόχος να ολοκληρώσει πρώτα την εκπαίδευση της οικοδέσποινας και δευτερευόντως να δημιουργήσει δασκάλες. Πάντως, ως το 1886 ενώ αποφοιτούν 2004 δασκάλες είναι διορισμένες μόλις 175. Διδάσκουν σε σχολεία θηλέων -καθώς ήδη από το 1852 έχει καταργηθεί το μεικτό αρχικό σχολείο- και θα χρειασθούν πολλές δεκαετίες για να μπορέσουν να προαχθούν και αυτές στο βαθμό του επιθεωρητή Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Η οικονομία του χρόνου δεν επιτρέπει εκτενή αναφορά στον κοινωνικό και εθνικό ρόλο των ελληνίδων διδασκαλισσών, αυτών των δεκατετράχρονων κοριτσιών με την υποβαθμισμένη μόρφωση. Αρκεί να θυμηθούμε πως στέλνονταν όχι μόνο σε ημιάγριες περιοχές της υπαίθρου, αλλά και σε υπόδουλες περιοχές, με έντονο το ελληνικό στοιχείο. Δεν ήταν λίγες εκείνες που πλήρωσαν με τη ζωή τους την πατριωτική τους δράση, την ίδια στιγμή που το ελληνικό κράτος τις αντιμετώπιζε, λόγω του φύλου τους, ως «δια βίου» ανήλικες και ανίκανες. Ταυτόχρονα, παραμένει άγνωστη η προσφορά τους στη διαμόρφωση της νεότερης ελληνικής κοινωνικής συνείδησης. Ειδικότερα, εμείς οι γυναίκες -όσες τουλάχιστον το γνωρίζουμε- στρέφουμε με ευγνωμοσύνη τη σκέψη προς αυτές, που δημιούργημα τους υπήρξε ο πρώτος και ο δεύτερος κύκλος του ελληνικού φεμινισμού. Με την ίδια ευγνωμοσύνη στεκόμαστε μπροστά στη συγκλονιστική κοινωνική – πατριωτική τους δράση που θα συνεχιστεί στη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης και της Ελεύθερης Ελλάδας, δράση που εξακολούθησε ως τις μέρες μας η Ελένη Φωκά στα κατεχόμενα της Κύπρου. Οφείλουμε, ωστόσο, να ομολογήσουμε πως δεν ήταν μόνες τους, καθώς υπάρχουν και οι υποστηρικτές της «γυναικείας παιδεύσεως», οι οποίοι, μάλιστα, αντλούν επιχειρήματα και από την ανάπτυξη της Μεγάλης Ιδέας. Προσδοκώντας τον Νέου Τύπου Έλληνα για την Ελλάδα που ονειρεύονται, ζητούν από τις Ελληνίδες να είναι έτοιμες και ικανές να τον αναθρέψουν με τα οράματα της Μεγάλης Ιδέας και να του μεταβιβάσουν την εθνική παράδοση και συνείδηση: «Ελληνίς η δεδιδαγμένη την ιστορίαν της πατρίδος της, η γνωρίζουσα το Αρχαίον μεγαλείον της Ελλάδος θα είναι προδήλως τελειότερα της απαιδεύτου, δυσκολότερον θα παρεκτρέπεται και θα κυβεύσει την υπόληψίν της»· Κορυφαίος υποστηρικτής αυτής της άποψης ο Κ. Παλαμάς, ποιήματα του οποίου αν δεν είναι «φεμινιστικά», όπως βιάστηκαν κάποιοι να τα χαρακτηρίσουν, είναι οπωσδήποτε βαθύτατα «φιλογυναικεία».

Η ελληνική πολιτεία σύρεται κυριολεκτικά στο να επιτρέψει την είσοδο των γυναικών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Άλλωστε, εκεί προς το τέλος του αιώνα, οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες έχουν οδηγήσει αρκετές χιλιάδες γυναικών στην αγορά εργασίας, κυρίως στη βιομηχανία-βιοτεχνία, έχουν ήδη διαμορφωθεί χώροι για την επαγγελματική τους κατάρτιση -προϊόντα γυναικείων και φιλανθρωπικών οργανώσεων- ενώ στην πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα οι γυναίκες εισέρχονται στις Δημόσιες Υπηρεσίες (Τηλεπικοινωνίες). Η πρώτη ελληνίδα φοιτήτρια είναι η Ιωάννα Στεφανόπολι. Οι λίγες τολμηρές κοπέλες που την ακολούθησαν -με κοινό χαρακτηριστικό τους εύπορους, μορφωμένους και «φωτισμένους» γονείς- αντιμετώπισαν την αδιαφορία της πολιτείας. Αντιμετώπισαν ακόμα την προκατάληψη των πανεπιστημιακών, τη χλεύη των μαγγουροφόρων συμφοιτητών τους και χρειάστηκαν μέγα ψυχικό σθένος για να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Αρκετές απ’ αυτές συνέχισαν σε ξένα πανεπιστήμια, κάποιες 2-3 θέλησαν να αξιοποιηθούν τους επιστημονικούς τους τίτλους προς όφελος του ελληνικού πανεπιστημίου. Αναγκάστηκαν να τραπούν σε άτακτη φυγή. Ίσως να τις παρηγόρησε το γεγονός ότι τις δέχθηκαν σε ξένα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.

Ο νέος αιώνας ανατέλλει ενθαρρυντικός, όσον αφορά στη στοιχειώδη εκπαίδευση των κοριτσιών, η συμμετοχή των οποίων φτάνει το 25% περίπου του μαθητικού πληθυσμού. Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν σημειώνεται ουσιαστικά βελτίωση και το ποσοστό μόλις που κυμαίνεται στο 4-4,5%, ενδεικτικό του αργού και Βασανιστικού τρόπου αλλαγής της συλλογικής συνείδησης, σε ό,τι αφορά στην εκπαίδευση των γυναικών. Απόηχοι αυτής της καθυστέρησης υπάρχουν και στις μέρες μας, αφού στην Ελλάδα εξακολουθούν να είναι αναλφάβητες περισσότερες από 300.000 γυναίκες.

 

Share

Femen παντού, φεμινισμός πουθενά

της Μονά Σολέ

«Οι μουσουλμάνοι φαίνεται να επιβεβαιώνουν ένα αίσθημα ανδρικής ισχύος καλύπτοντας τις γυναίκες τους και οι Δυτικοί αποκαλύπτοντάς τις» έγραψε η μαροκινή δοκιμιογράφος Φατέμα Μερνίσσι στο βιβλίο της «Το χαρέμι και η Δύση» (εκδόσεις Albin Michel, 2001). Ο ενθουσιασμός των γαλλικών ΜΜΕ για φιγούρες σαν των Femen ή της Αλίαα Ελ-Μάχντι, της αιγύπτιας φοιτήτριας που το 2011 είχε ποζάρει γυμνή στο μπλογκ της (1), δικαιώνει εκ νέου την παρατήρηση αυτή. Στις 5 Μαρτίου μπορούσε να δει κανείς στο κανάλι France 2 ένα ντοκυμανταίρ αφιερωμένο στην ουκρανικής καταγωγής κολεκτίβα που εγκαταστάθηκε στη Γαλλία εδώ και λιγότερο από ένα χρόνο (2), και ένα άλλο με τίτλο «Αλίαα, η γυμνή επαναστάτρια» στο Κανάλι της Βουλής (LCP) για τις 8 Μαρτίου, Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας.

Τόσο το χειρότερο για τις χιλιάδες γυναίκες που έχουν το κακό γούστο να παλεύουν για τα δικαιώματά τους εντελώς ντυμένες και/ή να προσφέρουν ένα θέαμα λιγότερο ευθυγραμμισμένο με τα κυρίαρχα πρότυπα νεότητας, κομψότητας, ομορφιάς και αποφασιστικότητας. «Φεμινισμός είναι αυτές οι γυναίκες που διαδήλωσαν στους δρόμους του Καΐρου, όχι οι Femen! Και γι’ αυτές τις γυναίκες βλέπω λίγα τηλεοπτικά ντοκυμανταίρ», εξανίσταται στο τουΐτερ στις 6 Φεβρουαρίου η ανταποκρίτρια του France Inter στην Αίγυπτο, Βανέσσα Ντεκουρώ. Στη Γαλλία, οι φεμινιστικές οργανώσεις βλέπουν ότι πιο συχνά ερωτώνται για το τι πιστεύουν για το ουκρανικό κίνημα, παρά για τις δραστηριότητές τους (3).

«Αν μου δείξεις τα βυζιά σου, θα επιστρέψω με το φωτογράφο μου»

Γυναίκες, θέλετε να ακουστείτε; Μία είναι η λύση: γδυθείτε! Τον Οκτώβριο του 2012 στη Γερμανία, οι πρόσφυγες που κατασκήνωσαν μπροστά στην Πύλη του Βραδεμβούργου, στο κέντρο του Βερολίνου, για να διαμαρτυρηθούν για τις συνθήκες ζωής τους, προσπαθούσαν να τραβήξουν την προσοχή των ΜΜΕ. Θυμωμένη, μια νεαρή γυναίκα που διαδήλωνε μαζί τους είπε σ’ έναν δημοσιογράφο της Bild: «Τί θέλεις δηλαδή; Να γδυθώ;» «Ο δημοσιογράφος έφυγε υποσχόμενος να επιστρέψει με το φωτογράφο του. Άλλοι δημοσιογράφοι το έμαθαν και να! Ένα πλήθος μαζεύτηκε γύρω από τις νεαρές γυναίκες που συμπαραστέκονταν στους πρόσφυγές. Δεν ήταν γυμνές, αλλά εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία για να καταγγείλουν την εντυπωσιοθηρία των ΜΜΕ (4)».

Όσο για τις Femen, αυτές υπήρξαν πιο πραγματίστριες. Σε μια από τις πρώτες τους πράξεις, στην Ουκρανία, το 2008, είχαν γράψει συνθήματα στις γυμνές τους πλάτες, αλλά οι φωτογράφοι δεν ενδιαφέρονταν παρά μόνο για τα στήθη τους. Αυτές λοιπόν μετέφεραν τα συνθήματα (5)… Αυτή η πραγματικότητα δεν προκάλεσε κάποιον προβληματισμό στην Ίννα Σεβτσένκο, την Ουκρανή που εξήγαγε τη μάρκα Femen στη Γαλλία: «Γνωρίζαμε τι έχουν ανάγκη τα ΜΜΕ», δήλωσε το Δεκέμβριο στον διαδικτυακό τόπο Rue89. «Σεξ, σκάνδαλα, προκλήσεις: Πρέπει να τους τα δώσουμε. Το να είσαι στις εφημερίδες σημαίνει ότι υπάρχεις (6)». Αλήθεια;

Σίγουρα η μαχητική φεμινίστρια Κλεμαντίν Ωταίν έχει δίκιο να μας θυμίζει ότι «το χάπενινγκ είναι κομμάτι της κουλτούρα μας. Από τη σουφραζέτα Υμπερτίν Ωκλέλ, που αναποδογύρισε τις κάλπες στις δημοτικές εκλογές του 1910, για να μπορέσουν οι εφημερίδες της Τρίτης Δημοκρατίας να έχουν τις τρας φωτογραφίες τους στο πρωτοσέλιδο, ως τις ακτιβίστριες του MLF που πετούσαν βοδινά πνευμόνια στις συναντήσεις κατά των εκτρώσεων στη δεκαετία του ’70, γνωρίζαμε επίσης να προκαλούμε (7)!» Αυτός ο τρόπος δράσης είναι επίσης αυτός της οργάνωσης Act Up στον αγώνα κατά του AIDS. Όμως, ακόμα και πίσω από τις προκλήσεις, υπήρχε ένα πολιτικό βάθος, στέρεο και προϊόν στοχασμού, που τις νοηματοδοτούσε. Στην περίπτωση των Femen είναι λίγο να πει κανείς ότι ο λόγος τους είναι ανακόλουθος, όταν δεν αποδεικνύεται πραγματικά καταστροφικός.

Ενάντια στις γριές που διαβάζουν βιβλία

Η μόνιμη αναγωγή των γυναικών στο σώμα και τη σεξουαλικότητά τους, η άρνηση των διανοητικών τους ικανοτήτων, το γεγονός ότι όσες αδυνατούν να ευχαριστήσουν τα ανδρικά βλέμματα είναι κοινωνικά αόρατες, αποτελούν τους ακρογωνιαίους λίθους του πατριαρχικού συστήματος. Το ότι ένα «κίνημα» -δεν είναι παρά καμιά εικοσαριά στη Γαλλία- που θέλει να ονομάζεται φεμινιστικό μπορεί να το αγνοεί μας αφήνει άναυδες. «Ζούμε κάτω από ανδρική κυριαρχία, και αυτός (η γύμνια) είναι ο μόνος τρόπος να τους προκαλέσουμε, να κερδίσουμε την προσοχή τους» δήλωσε η Ίννα Σεβτσένκο στον Guardian (8). Ένας φεμινισμός που υποκλίνεται στην ανδρική κυριαρχία. Θα έπρεπε να τον εφεύρουμε.

Η Σεβτσένκο όχι μόνο αποδέχεται αυτήν την τάξη πραγμάτων, αλλά την επιδοκιμάζει κιόλας. (Πάντα στον Guardian): «Ο κλασικός φεμινισμός δε λειτουργεί πια. Είναι περιθωριοποιημένος στον κόσμο των διαλέξεων και των βιβλίων». Έχει δίκιο! Κάτω οι γριές και άρρωστες, δεν είναι καν ευχάριστες στην όψη. Και τα βιβλία, είναι γεμάτα γράμματα και προκαλούν πονοκέφαλο, μπλιάχ! Συγγραφέας ενός εξαιρετικού βιβλίου σχετικά με τις χρήσεις του σώματος στην πολιτική (9), η Κλωντ Γκυιγιόν σχολιάζει: «Και ο πιο καλοπροαίρετος παρατηρητής θα έλεγε πως αυτή η φράση εκφράζει την οίηση και τη σκληρότητα των νιάτων. Πρέπει επίσης, δυστυχώς, να συμπληρώσουμε και για την περίσταση: και τη μεγάλη τους ηλιθιότητα! Όντως, και η Ίννα θα μπορούσε ίσως να το διαβάσει σε κάποιο βιβλίο,  η εικόνα της φεμινίστριας ως γριάς αποκομμένης από τον κόσμο (βλ. και από το εμπόριο σαρκός) είναι ένα παμπάλαιο αντιφεμινιστικό κλισέ, που είναι εκνευριστικό να το βλέπεις να επαναλαμβάνεται από μια ακτιβίστρια που υποτίθεται ότι θέλει να ανανεώσει το φεμινισμό (10)». Από τότε, οι γαλλίδες εκπρόσωποι της κολεκτίβας ένιωσαν την υποχρέωση να εκδώσουν ένα βιβλίο με συνεντεύξεις (11): «Στη Γαλλία πρέπει να εκδώσεις κείμενα για να είσαι αναγνωρισμένος, νομιμοποιημένος» λέει αναστενάζοντας μια από αυτές (Libération, 7 Μαρτίου 2013). Τι σκληρό!

Στο Rue89, η Σεβτσένκο συνοψίζει επίσης, το λόγο των νεαρών Γαλλίδων που θέλουν να γίνουν μέλη των Femen: «Μου λένε: “Τα ήδη υπάρχοντα φεμινιστικά κινήματα στη Γαλλία δεν είναι φτιαγμένα για νέες γυναίκες, αλλά για διανοούμενες που μοιάζουν με άντρες και αρνούνται τη σεξουαλικότητα, αυτό που κάνει τις γυναίκες θηλυκές”». Από αυτήν την άποψη, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι οι Femen, αναμφισβήτητα, έχουν σημειώσει πρόοδο. Όταν πρόκειται για μια πρόγονο, όπως η Σιμόν Ντε Μπωβουάρ, έπρεπε να περιμένουμε εκατό χρόνια από τη γέννησή της, το 2008, για να τη δούμε επιτέλους γυμνή: Πέρασε πολύς καιρός, αλλά η υπομονή του κόσμου ανταμείφθηκε: Διακριτικά, ο Nouvel Observateur (3 Ιανουαρίου 2008) δημοσίευσε στο εξώφυλλό του μια φωτογραφία που έδειχνε τη συγγραφέα του «Δεύτερου φύλου» γυμνή, με την πλάτη γυρισμένη, στο μπάνιο της (12). Οι Femen σαν καλά κορίτσια κάνουν τη δουλειά από μόνες τους (“femen” σημαίνει εξάλλου «μπούτι» στα λατινικά, αλλά δεν έχει να κάνει, άλλωστε διάλεξαν το όνομα «γιατί ακούγεται καλά»). Τέλος πάντων, ας μην είμαστε σεμνότυφες: Το να είσαι φεμινίστρια δε σημαίνει ότι για το λόγο αυτό δεν έχεις σώμα, αισθησιασμό και σεξουαλική ζωή. Μπορείς μόνο να θρηνείς που όλες αυτές –και αυτοί- που θέλουν να ευχαριστηθούν και το κωλαράκι του Ζαν-Πωλ Σαρτρ, πρέπει να περιμένουν ακόμα. Τι έκανε ο Nouvel Observateur; Οι μεγάλες διανοούμενες δεν είχαν κι αυτές σώμα, αισθησιασμό και σεξουαλική ζωή; Γιατί να μη βγάλουμε κέρδος κι απ’ αυτό; Γιατί να μην είναι κι αυτές ένα προϊόν, που μπορούμε να το επιδείξουμε και να το εμπορευματοποιήσουμε ανεξάρτητα από τη θέληση των ενδιαφερομένων;

«Ποπ φεμινισμός»

Αφού κέρδισαν την ευρεία συμπάθεια μετά την εις βάρος τους επίθεση από τους καθολικούς εξτρεμιστές της Civitas κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης ενάντια στο γάμο για όλους το Νοέμβριο του 2012, οι Femen προκάλεσαν όλο και περισσότερο την επιφυλακτικότητα και την αποδοκιμασία- για παράδειγμα εκ μέρους της φεμινιστικής κολεκτίβας Les TumulTueses ή της ηθοποιού και σκηνοθέτιδας Οβιντί. Δεχόμενες την κριτική για την προσοχή που δίνουν στην εικόνα του γυναικείου σώματος, όπως κατασκευάζεται από την διαφημιστική βιομηχανία, υπερασπίστηκαν τους εαυτούς τους δημοσιεύοντας φωτογραφίες κάποιων μελών τους που ξεφεύγουν απ’ τα πρότυπα αυτά. Το πρόβλημα είναι ότι αυτές δεν θα τις δούμε ποτέ στο εξώφυλλο του Inrockuptibles, τα πλαδαρά στήθη δεν ταιριάζουν με τον «ποπ φεμινισμό» που προωθεί το περιοδικό –ούτε στο Obsession, το ένθετο για τη μόδα και την κατανάλωση του Nouvel Observateur, για το οποίο οι Femen πόζαραν τον περασμένο Σεπτέμβριο. Και δεν μπορεί να αντιτείνει κανείς ότι αυτό δεν είναι δικό τους λάθος: Αν ήθελαν να είναι κατ’ ελάχιστον αξιόπιστες, θα έπρεπε να επιβάλλουν την παρουσία αυτών των μελών τους στη σειρά των φωτογραφήσεων. «Ποιο μπορεί να είναι το παραγόμενο αποτέλεσμα αυτής της φωτογραφίας (στο Inrockuptibles), για τις λιγότερο νέες γυναίκες ή τις λιγότερο ωφελημένες από τη γενετική τυχαιότητα;» αναρωτιέται η Κλωντ Γκυιγιόν. «Το ίδιο αποτέλεσμα με αυτό της εκδοτικής και σεξιστικής τρομοκρατίας, που ο φεμινισμός ποτέ δεν έπαψε να καταγγέλλει. Αυτή η φωτογραφία δε δίνει απλά λάθος μήνυμα, είναι μια πολιτική αντίφαση». Οι επαναλαμβανόμενες διαψεύσεις των μελών της κολεκτίβας δεν αρκούν, εξάλλου για να σβήσουν την υποψία για μια πολιτική ηθελημένης φωτογένειας. Στο βιβλίο Femen, μια από τις ουκρανές ιδρύτριες δηλώνει: «Οι κοπέλες μας πρέπει να είναι αθλητικές για να μπορούν να αντεπεξέλθουν στις δύσκολες δοκιμασίες και όμορφες για να χρησιμοποιούν το σώμα τους για έναν καλό σκοπό. Συνοψίζοντας, οι Femen ενσαρκώνουν την εικόνα της νέας γυναίκας: όμορφη, δραστήρια και εντελώς ελεύθερη». Ο φεμινισμός καλύτερος κι από ένα γιαούρτι με μπίφιντους. Μια γαλλίδα συντρόφισσά της επικαλείται «λάθος στη μετάφραση» (13)…

Όποια και νά ’ναι η πραγματική κατάσταση, δεν είναι σίγουρο ότι τα ΜΜΕ και το ευρύ κοινό μπορούν να κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στις Femen και την Τσιτσιολίνα για παράδειγμα –πρόδρομό τους ως προς το στεφάνι από λουλούδια στα ξανθά τους μαλλιά- ή το κορίτσι της σελίδας 3 της βρετανικής εφημερίδας The Sun. Ας ακούσουμε ξανά την Κλωντ Γκυιγιόν: «“Τουλάχιστον”, μου είπε μια νεαρή γυναίκα, “από τη στιγμή που γδύθηκαν, τις ακούνε!” Τι βλακείες! Τις κοιτάζουν, πρώτα και κύρια. Και όταν οι διευθυντές σύνταξης βαρεθούν τα γυμνά πρωτοσέλιδα (κάποτε θα τελειώσει χαζούλα!), δεν θα τις κοιτούν πια». Οι δημοσιογράφοι του Rue89 είναι και οι ίδιες προβληματισμένες μπροστά στην επιτυχία που έχει στο κοινό η κολεκτίβα: «Το πρώτο άρθρο που κάναμε για τις Femen ήταν με εικόνες. Δείξαμε απλά μια γυμνόστηθη φωτογραφία μιας από τις Femen μπροστά στο σπίτι του Ντομινίκ Στρως-Καν. Τη φωτογραφία συνόδευαν τρεις παράγραφοι. Το άρθρο συγκέντρωσε 69.500 επισκέψεις. Είναι πολλές». Στον καπνισμένο «σεξτρεμισμό» που προωθεί η ομάδα, μπορεί κάλλιστα να αντιτάξει κανείς ότι πρόκειται κυρίως για «σεξ» από αυτό που κάνει τη μηχανή των μέσων ενημέρωσης να λειτουργεί.

Έγιναν όλα τα ΜΜΕ φεμινιστικά;

Υπάρχει λοιπόν τόσο μεγάλη συναίνεση πάνω στον φεμινισμό σε σημείο να κάνει εξώφυλλα σε όλες τις εφημερίδες και να έχει την τιμή να γίνονται γι’ αυτόν τηλεοπτικά ντοκυμανταίρ με άφθονη προώθηση στον τύπο; Θα ’πρεπε να είναι κανείς αφελής για να το πιστέψει. Το ενδιαφέρον για τις Femen αποδεικνύεται απόλυτα συμβατό με τον πιο χοντροκομμένο αντιφεμινισμό. Έτσι, στις 7 Μαρτίου, η Libération τους αφιέρωσε ένα δισέλιδο, χωρίς αυτό να την εμποδίσει να δημοσιεύσει την επόμενη, για την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, ένα τεύχος-ανθολόγιο. Υπό τον τίτλο «Σεξ για όλους!» επέλεξε να αφιερώσει το πρωτοσέλιδο στην «σεξουαλική βοήθεια» για τα άτομα με αναπηρία. Η φωτογραφία του εξωφύλλου έδειχνε έναν ανάπηρο στο κρεβάτι με μία «βοηθό» (ξανθιά, χαμογελαστή, ενσάρκωση της γλυκύτητας και της αυταπάρνησης που εκφράζουν οι πραγματικές γυναίκες), και όχι το αντίστροφο: Είπαμε «σεξ για όλους», όχι «για όλες».

Για την εφημερίδα, αυτή η μάχη εντάσσεται στο πλαίσιο της πάγιας υπεράσπισης εκ μέρους της πορνείας. Τον περασμένο Ιανουάριο , δημοσίευσε το πορτραίτο ενός πολλαπλά ανάπηρου που αγωνιζόταν για το δικαίωμα στη «σεξουαλική βοήθεια». Όπως παρατήρησε στο μπλογκ του ο σκηνοθέτης Πατρίκ Ζαν (14), ο άνδρας αυτός είχε ήδη κατά τη διάρκεια της ζωής του δύο συντρόφους και μάλιστα και παιδιά, πράγμα που σχετικοποιούσε κάπως το επιχείρημα της ανικανότητας των ατόμων με αναπηρία να έχουν σεξουαλική ζωή. Για την ιστορία, για να συμπληρωθεί η εικόνα της γυναίκας σύμφωνα με τη Libération, το πορτραίτο της τελευταίας σελίδας ήταν αυτό της Μις Γαλλία.

Την ίδια αποστροφή νιώθει κανείς βλέποντας τη Charlie Hebdo, το προπύργιο του καθεστωτικού χιούμορ, της οποίας τα σκίτσα επαναλαμβάνουν κάθε βδομάδα ότι τι πιο δυσφημιστικό πράγμα που μπορεί να πάθει κανείς είναι να σοδομισθεί, να βρεθεί δηλαδή, σε θέση «θηλυκή» (15), να συνεργάζεται με τις Femen για το ειδικό τεύχος της 6ης Μαρτίου 2013. Στο εξώφυλλο, ένα σκίτσο του “Luz” επαναλαμβάνει μια διαφήμιση της ομάδας, που δείχνει τις ακτιβίστριές της να κραδαίνουν ένα ζευγάρι όρχεις. Το κλισέ των υστερικών φεμινιστριών που «θέλουν να μας κόψουν τα παπάρια», ταιριασμένο με τη διαφημιστική αισθητική: Μια ωραία σύνθεση σε παραγωγή Femen. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στην εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα, η Σεβτσένκο δηλώνει ότι επιθυμεί μια κοινωνία «όπου οι γυναίκες είναι πιο ισχυρές από τους άνδρες». Όμορφα…

Ένας ψευδο-φεμινισμός που προκαλεί τη λαιμαργία των πιο υπόπτων: Στη Γαλλία αυτό θυμίζει τη μιντιακή φούσκα γύρω από τις “Ni putes, ni soumises” (Ούτε πουτάνες ούτε υποταγμένες ΣτΜ), που έγιναν διάσημες στο μέτρο που αυτό επέτρεπε να ενδυναμωθεί ο στιγματισμός του Ισλάμ και του «αγοριού αραβικής καταγωγής (16)». Δυο πρώην ακτιβίστριες της ένωσης, η Λούμπνα Μελιάν –κοινοβουλευτική βοηθός του σοσιαλιστή βουλευτή Μάλεκ Μπουτίχ- και η Σάφια Λέμπντι ήταν άλλωστε από τις πρώτες που κατευθύνθηκαν προς τις Femen, πριν πάρουν τις αποστάσεις τους. Το γαλλικό τμήμα της οργάνωσης εγκαταστάθηκε στη Γκουτ Ντ’Ορ, μια γειτονιά του Παρισιού, όπου ζουν πολλοί μουσουλμάνοι και ανακοίνωσε την εγκατάστασή της με μια αφίσα στα εθνικά χρώματα, που θύμιζε περιέργως τα «απεριτίφ με λουκάνικα» που οργανώθηκαν στην ίδια περιοχή από την άκρα δεξιά.

«Αραβική νοοτροπία» στην Ουκρανία

Αν ο ριζοσπαστικός αντικληρικαλισμός της κολεκτίβας γίνεται εύκολα κατανοητός αν λάβουμε υπόψη το βάρος της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην ουκρανική δημόσια ζωή, οι εκπρόσωποί της έχουν την τάση να ξεπερνούν τα όρια όσον αφορά το Ισλάμ. Μια από τις ιδρύτριες της ομάδας, η Άννα Χούτσολ, φλερτάροντας με το ρατσισμό είχε πει ελεεινολογώντας την ουκρανική κοινωνία ότι στάθηκε ανίκανη να «ξεριζώσει την αραβική νοοτροπία προς τις γυναίκες (17)».

Το Μάρτιο του 2012, με σύνθημα «καλύτερα γυμνή, παρά με μπούρκα» οι Femen Γαλλίας οργάνωσαν μια «επιχείρηση αντι-μπούρκα» μπροστά στον Πύργο του Άιφελ. Τα μέλη της φώναζαν επίσης ότι «η γύμνια είναι ελευθερία» ή «Γαλλία, γδύσου!» Διαιώνιζαν έτσι μια αντίληψη βαθιά ριζωμένη στη δυτική κουλτούρα σύμφωνα με την οποία η σωτηρία δεν μπορεί να προκύψει παρά μόνον από τη μέγιστη έκθεση του σώματος, αρνούμενη να δει τη βία που μπορεί αυτή πολλές φορές να συμπεριλαμβάνει (18).

Πολλές φεμινίστριες είχαν την αντίρρηση ότι από την επιμονή στην ανωτερότητα της γύμνιας, θα ήταν μάλλον προτιμότερο να υπερασπιστούμε την ελευθερία των γυναικών να ντύνονται όπως επιθυμούν. Όμως, οι Femen είναι σίγουρες ότι κατέχουν την αλήθεια. «Δεν πρόκειται να προσαρμόσουμε το λόγο μας στις δέκα χώρες που είναι εγκατεστημένη η ομάδα. Το μήνυμά μας είναι οικουμενικό», μας διαβεβαιώνει η Σεβτσένκο στην εφημερίδα 20 minutes. Αυτό το μίγμα διανοητικής νωθρότητας και οίησης, αυτή η διάθεση να υπαγορεύσουν ποια είναι η μοναδική σωστή τοποθέτηση στις γυναίκες όλου του κόσμου, έγινε δεκτό μάλλον ψυχρά. Η ερευνήτρια Σάρα Σάλεμ είχε προσάψει στην αιγύπτια φοιτήτρια Αλίαα Ελ-Μάχντι τη συμμαχία της με τις Femen: «Αν η πράξη της να γδυθεί στο μπλογκ της θα μπορούσε να ειδωθεί σαν μέσο να προκαλέσει μια πατριαρχική κοινωνία, είναι προβληματικό το γεγονός ότι συνεργάζεται με μια ομάδα που θα μπορούσε να προσδιοριστεί ως αποικιοκρατικής νοοτροπίας (19)». Αλλά γιατί να αμφιβάλλετε όταν αρκεί να δείξετε τα στήθη σας για να εξασφαλίσετε το μέγιστο κοινό;

___________________________________________________________________________

(1) Υπό το φως της παρατήρησης της Μερνίσσι, η πράξη της Ελ-Μάχντι φέρει αναμφισβήτητο ανατρεπτικό βάρος μέσα στο αιγυπτιακό πλαίσιο. Της έχει εξάλλου κοστίσει αφόρητες απειλές. Αλλά το πρόβλημα είναι ότι η απολύτως ατομική πορεία της στέκεται ανίκανη να εξελίξει τις νοοτροπίες στην πατρίδα της. Αποδεικνύεται μάλιστα αντιπαραγωγική: Στη Δύση, η νεαρή γυναίκα υιοθετήθηκε πολιτικά από σχολιαστές των οποίων ο λόγος –ή οι σκέψεις στο πίσω μέρος του μυαλού τους- δεν είναι πάντοτε και τόσο καλοπροαίρετες απέναντι στη χώρα καταγωγής της.

(2) Nos seins, nos armes, de Caroline Fourest et Nadia El-Fani.

(3) «  Femen, la guerre des “sextrémistes”  », Libération, 7 mars 2013.

(4) «  “Si tu montres tes nichons, je reviens avec mon photographe”  », Seenthis, octobre 2012.

(5) «  Ukraine : le féminisme seins nus tisse sa toile dans le monde  », AFP, 7 mars 2013.

(6) «  Seins nus : les Femen, phénomène médiatique ou féministe  ?  », Rue89, 23 décembre 2012.

(7) «  Le féminisme à l’épreuve du sextrémisme  », M – Le magazine du Monde, 9 mars 2013.

(8) «  Femen’s topless warriors start boot camp for global feminism  », The Guardian, 22 septembre 2012.

(9) Claude Guillon, Je chante le corps critique, H&O, Paris, 2008.

(10) «  Quel usage politique de la nudité  ?  », Claude Guillon, 7 février 2013. Ajout du 13 mars : lire aussi «  “Sauvées par le gong”  ? Femen, suite et fin  » (12 mars).

(11) Femen, entretiens avec Galia Ackerman, Calmann-Lévy, Paris, 2013.

(12) Lire Sylvie Tissot, «  “Une midinette aux ongles laqués”  », Le Monde diplomatique, février 2008.

(13) «  Femen : “Notre message est universel”  », 20minutes.fr, 5 mars 2013.

(14) «  Prostitution : Libération remet le couvert  », Le blog de Patric Jean, 7 janvier 2013.

(15) Cf. Maïa Mazaurette, «  Une remarque au sujet des caricatures “humiliantes” dans Charlie Hebdo  », Sexactu, 20 septembre 2012.

(16) Nacira Guénif-Souilamas et Eric Macé, Les féministes et le garçon arabe, L’Aube, La Tour d’Aigues, 2004.

(17) «  Femen, Ukraine’s Topless Warriors  », TheAtlantic.com, 28 novembre 2012.

(18) Cf. «  Femen ou le fétichisme du dévoilement  », Seenthis, octobre 2012, et Alain Gresh, «  Jupe et string obligatoires  », Nouvelles d’Orient, Les blogs du Diplo, 20 mars 2011.

(19) Sara Salem, «  Femen’s Neocolonial Feminism : When Nudity Becomes a Uniform  », Al-Akhbar English, 26 décembre 2012.

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στη Le Monde diplomatique

μετάφραση: Καπυμπάρα

Πηγή: παραλληλογράφος

 

Διαβάστε ακόμα

Το σύνδρομο της ΡΕΤΑ: για τον μετά-φεμινιστικό ακτιβισμό, το φύλο και τον βεγκανισμό

4 Απριλίου Διεθνής Ημέρα της Γυμνόστηθης Τζιχάντ!

Οταν ο ακτιβισμός προτάσσει τα …στήθη του

 

 

Share

Η Γυναίκα ως παράγοντας ανάσχεσης της λεηλασίας της Φύσης

της Χριστίνας Κούρκουλα

Η λεηλασία της φύσης και οι συνακόλουθες επιπτώσεις της, η κλιματική αλλαγή, οι φυσικές καταστροφές, η ερημοποίηση και η εξάντληση των φυσικών πόρων πλήττουν μεν αδιάκριτα τις αναπτυσσόμενες και τις αναπτυγμένες χώρες σε όλη τη γη, σε δυσανάλογα μεγάλο βαθμό όμως πλήττουν τους φτωχούς πληθυσμούς που κυρίως είναι γυναίκες. Είναι πλέον ευρέως αποδεκτό ότι η κλιματική αλλαγή θα επηρεάσει και στο μέλλον τους φτωχούς επειδή είναι πιο ευάλωτοι και διαθέτουν λιγότερους πόρους για να προσαρμοστούν στις κλιματικές αλλαγές. Καθώς οι γυναίκες αποτελούν το 70% των ανθρώπων που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας σε παγκόσμια κλίμακα, αυτές θα επηρεάζονται δυσανάλογα από τις επιπτώσεις της περιβαλλοντικής υποβάθμισης.

Σύμφωνα με έρευνες (Peterson, K.) οι γυναίκες και τα παιδιά κινδυνεύουν με θάνατο 14 φορές περισσότερο από τους άνδρες στις φυσικές καταστροφές. Επίσης, έχει υπολογιστεί ότι οι γυναίκες αποτελούν έως και το 80% των προσφύγων και των εκτοπισμένων πληθυσμών παγκοσμίως, ενώ συνήθως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης το 70-80% αυτών που χρειάζονται βοήθεια είναι γυναίκες και παιδιά.

Παρόλα αυτά οι γυναίκες δεν είναι αδύναμες, οι διακρίσεις ανάμεσα στα φύλα καθορίζουν τον αυξημένο βαθμό των συνεπειών της περιβαλλοντικής υποβάθμισης γι’ αυτές. Σε μια μελέτη ανάλυσης των καταστροφών σε 141 χώρες διαπιστώθηκε ότι, όπου οι γυναίκες είχαν ίσα δικαιώματα, υπήρχε μικρή ή καμία διαφορά στον αριθμό των γυναικών ή των ανδρών που έχασαν τη ζωή τους, αλλά όπου τα δικαιώματα των γυναικών ήταν σε κίνδυνο, η γυναικεία θνησιμότητα ήταν υψηλότερη από εκείνη των ανδρών. Οι ερευνητές αναφέρουν επίσης περιπτώσεις όπου στην προσπάθεια διάσωσης επιζώντων δόθηκε προτεραιότητα στους άνδρες επιζώντες έναντι των γυναικών.[Neumayer, E., Plümper, T. (2007)]

Οι γυναίκες πολύ συχνά παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση, την προστασία και τη χρήση των φυσικών αποθεμάτων, ιδιαίτερα στις φτωχές αγροτικές κοινωνίες όπου έχουν ως πρωταρχική φροντίδα την ευθύνη της παραγωγής της τροφής για την οικογένεια τους και για την τοπική κοινότητα, την εξασφάλιση πόσιμου νερού και την εξεύρεση καύσιμης ύλης. Είτε εργάζονται σε μικρές γεωργικές εκτάσεις με οριακή απόδοση ή ως εργάτριες γης σε φυτείες, είναι πολύ πιθανό να επηρεαστούν από ακραία καιρικά φαινόμενα, από την επέκταση της καλλιέργειας σιτηρών για την παραγωγή βιοκαυσίμων και την εξάντληση του υδροφόρου ορίζοντα από την κατάχρηση της βιομηχανικής δραστηριότητας. Ενώ το 70% των εργατών γης σε όλο τον κόσμο είναι γυναίκες, μόλις το 2% κατέχει γη, έχοντας συχνά περιορισμένη πρόσβαση σε πληροφόρηση  και δομές λήψης αποφάσεων στην τοπική κοινότητα.

Οι γυναίκες όμως δεν είναι μόνο θύματα, είναι και φορείς αλλαγής καθώς εδώ και πολλά χρόνια έχουν μάθει να προσαρμόζονται στην κλιματική αλλαγή, ψάχνοντας αποτελεσματικούς τρόπους αντιμετώπισης των συνεπειών των φυσικών καταστροφών, για την εξασφάλιση του νερού, της ενέργειας και την προστασία της βιοποικιλότητας του τόπου τους. Έτσι, οργανώνονται σε τοπικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, παίρνουν πρωτοβουλίες, διαμαρτύρονται και αντιστέκονται στην καταστροφή της βιοποικιλότητας των ειδών και των οικοσυστημάτων από πολυεθνικούς γίγαντες που λειτουργούν με μόνο κριτήριο την αύξηση της παραγωγής τους και τη μεγιστοποίηση του κέρδους τους.

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η κλιματική αλλαγή επηρεάζει τις γυναίκες και τους άνδρες με διαφορετικό τρόπο, μια παράμετρος που πρέπει να λάβουν υπόψη τους οι κυβερνήσεις στη διαμόρφωση πολιτικών αντιμετώπισης των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής.

Σύμφωνα με τις πατριαρχικές αντιλήψεις του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος η φύση και η γυναίκα αποτελούν οντότητες υποδεέστερες, χειραγωγήσιμες και εκμεταλλεύσιμες. Η καπιταλιστική πατριαρχική θεώρηση του κόσμου αρνείται να εκτιμήσει σωστά τη γυναικεία εργασία και το περιβάλλον. Δεν είναι τυχαίο που στην σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση παρατηρείται αύξηση της βάναυσης κακοποίησης των γυναικών και της φύσης.

Και ενώ οι γυναίκες συμμετέχουν όλο και περισσότερο στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα που ευθύνεται για την κλιματική αλλαγή, ένας πολύ μικρός αριθμός κατέχει θέσεις επιρροής για να μπορούν να αμφισβητήσουν ή και να αλλάξουν καθιερωμένες καταστρεπτικές πρακτικές.

Μια ματιά στο φύλο αυτών που διευθύνουν τις πιο ρυπογόνες επιχειρήσεις του πλανήτη, με ελάχιστες προσπάθειες στο ενεργητικό τους να μειώσουν την συνεισφορά τους στην καταστροφή των οικοσυστημάτων, δείχνει ότι η απροθυμία των εταιρειών να μειώσουν το οικολογικό τους αποτύπωμα είναι γένους αρσενικού.

Σύμφωνα με συγκριτικά στοιχεία από τις 5 πιο ρυπογόνες βιομηχανίες στον κόσμο, οι επικεφαλείς είναι άνδρες, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των γυναικών είναι μικρότερο από το 15% και μάλιστα σε χαμηλής ευθύνης διευθυντικές θέσεις.

Από την άλλη πλευρά, πρόσφατη έρευνα στις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές οργανώσεις της Ευρώπης, δείχνει ότι όλοι οι εκπρόσωποι τους σε συμβουλευτική ομάδα για θέματα περιβάλλοντος παρά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι άνδρες, παρότι τα 2/3 των εργαζομένων σε εθελοντική βάση σε αυτές τις οργανώσεις είναι γυναίκες.

Ως εκ τούτου, στην οποιαδήποτε προσπάθεια διαμόρφωσης πολιτικών εμείς οι γυναίκες πρέπει να διεκδικήσουμε:

  • Να ενσωματωθεί η διάσταση του φύλου (gender mainstreaming) στις εθνικές και ευρωπαϊκές πολιτικές για το περιβάλλον, παίρνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες και τις δυνατότητες των γυναικών έναντι των ανδρών. Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει τις γυναίκες και τους άνδρες με διαφορετικό τρόπο, και οι κυβερνήσεις πρέπει να συνυπολογίσουν αυτή την παράμετρο στη διαμόρφωση πολιτικών αντιμετώπισης των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, γιατί οι πολιτικές που εμπεριέχουν τη διάσταση του φύλου, έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να είναι αποτελεσματικές.
  • Να υπάρχει μέριμνα για την πρόσβαση των γυναικών στην πληροφόρηση και την ισότιμη συμμετοχή τους στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων για την προστασία και διαχείριση του περιβάλλοντος, του υδάτινου πλούτου και των φυσικών πόρων.
  • Να αναγνωριστεί η συμβολή των γυναικών στην προστασία του περιβάλλοντος μέσα από διαχρονικές πρακτικές ορθής χρήσης του φυσικού πλούτου και να αξιοποιηθεί κατάλληλα η συσσωρευμένη εμπειρία τους στην εξοικονόμηση πόρων (ρωτήστε τις γυναίκες – ξέρουν καλύτερα).

Αν δεν υπάρξει συγκεκριμένη δέσμευση για την επίτευξη της ισότιμης συμμετοχής των φύλων στην διαμόρφωση πολιτικών για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και της δραματικής μείωσης της βιοποικιλότητας είναι πιθανό τα φαινόμενα αυτά να ενισχύσουν την ανισότητα των φύλων. Η ακραία φτώχεια και η πείνα που βιώνουν οι γυναίκες στον τρίτο κόσμο, αλλά και σε τμήματα πληθυσμού των αναπτυγμένων οικονομικά χωρών είναι πιθανό να αυξηθούν, τα κορίτσια θα έχουν μικρότερες πιθανότητες ακόμα και για την βασική εκπαίδευση, τα ποσοστά της παιδικής θνησιμότητας και η υγεία των μητέρων θα επιδεινωθούν, ενώ οι γυναίκες θα συνεχίσουν να επωμίζονται άνισα την διαχείριση της εξάντλησης των φυσικών πόρων του τόπου τους.

 

Πηγές:

Peterson, K. (no date) Gender Issues in Disaster Responses, cited in Soroptimist International of the Americas (2008) White Paper: Reaching out to women when disaster strikes. April 2008. Available: http://www.soroptimist.org/pdf/DisaterWhitePaper0408.pdf  [15 September 2009]

-Fouillet, A., Rey, G., Jougla, E., Frayssinet, P., Bessemoulin, P., Hémon, D. (2007) A predictive model relating daily fluctuation in summer temperatures and mortality rates. BMC Public Health 2007: 7: doi:10.1186/1471-2458-7-114

-Neumayer, E., Plümper, T. (2007) The gendered nature of natural disasters: the impact of catastrophic events on the gender gap in life expectancy, 1981–2002. Annals of the Association of American Geographers, 97 (3). pp. 551-566.

 

Share

Bella ciao

του Βασίλη Μουλόπουλου

Γνώρισα τη Φράνκα Ράμε στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Ρώμη, κινηματοθέατρο στην εργατική συνοικία Τιμπουρτίνα.

«Το φθινόπωρο του ’68 με τον Ντάριο αποφασίζουμε να εγκαταλείψουμε το παραδοσιακό θεατρικό κύκλωμα θέατρο επίσημα και να διαθέσει το έργο μας, τη ζωή μας -και δεν υπερβάλλω- στο κομμάτι εκείνο του κοινού που συνήθως αγνοείται από το επίσημο θέατρο: εργάτες, νοικοκυρές, φοιτητές, αγρότες. (…) Να τεθούμε στη διάθεση της τάξης στη οποία αισθανόμαστε ότι ανήκαμε. Στο προλεταριάτο. Τα έσοδα πήγαιναν συχνά σε κατειλημμένα εργοστάσια» (από το ημερολόγιο της Φράνκα Ράμε).

Εκείνη την ημέρα του ’70 τα έσοδα από την παράσταση θα πήγαιναν στην ελληνική αντίσταση και η Φράνκα αγωνιούσε για το ποσό που θα συγκεντρωνόταν.

Την παρατηρούσα πάνω στη σκηνή και έξω από τη σκηνή. Παθιασμένη, ειρωνική, μαγευτική, πλάι στον σύντροφο της “στη ζωή και στην τέχνη”.

Η Φράνκα Ράμε ήταν όμορφη με τον παραδοσιακό τρόπο. Ξανθιά, με καμπύλες και γεμάτο στήθος. Αλλά περιέφερε τα προσόντα της με μια σεμνότητα αλαζονική, τα χρησιμοποιούσε για να τα αντιστρέψει, για να διαλύσει τα γυναικεία στερεότυπα.

Με τη ευφυΐα της, την ευαισθησία της, την ειρωνεία της αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των γυναικών αλλά και όλων «της γης των κολασμένων».

«Οι γυναίκες αμείβονται πολύ λιγότερο από τους άνδρες και έχουν πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες να κάνουν καριέρα, εκτός και αν είναι πολύ νέες, έχουν στρογγυλά και μεγάλα βυζιά και κώλο που να ακουμπάει στους ώμους. Κάποια πονετική ψυχή μάς όρισε ως το άλλο μισό του ουρανού. Εγώ δεν αισθάνθηκα ποτέ έτσι, δεν θέλησα ποτέ τα πάντα για μένα. ‘Οοοοχι, κάτι τόσο πολύ μεγάλο. Νομίζω ότι για να αλλάξει αυτή η κοινωνία δεν αρκεί να είναι το μισό του ουρανού. Είναι απαραίτητο να μην χάνεις ποτέ την αξιοπρέπειά σου και τον σεβασμό των άλλων. Κυρίως των ανδρών. Να περπατάς με το χέρι στο χέρι του συντρόφου σου και, αν χρειάζεται, πού και πού, να τους τραβάς μια κλωτσιά στα δόντια και να τους δίνεις ένα φιλάκι στη μύτη». (Συνέντευξη στη Lara Rongoni).

Η Φράνκα Ράμε ήταν μια μαχητική φεμινίστρια και μια συντρόφισσα που ποτέ δεν συμβιβάστηκε, ποτέ δεν παραδόθηκε, πληρώνοντας σκληρά αυτή τη στάση της. Το 1973 μια ομάδα φασιστών την απήγαγε, τη βίασε και τη βασάνισε. Δεν λύγισε, χρησιμοποίησε τον βιασμό της ως όπλο κατά της βίας στις γυναίκες γράφοντας ένα θεατρικό έργο. Τον «Βιασμό».

“Ευχαριστώ, Franca” ήταν ο αποχαιρετισμός που ακούστηκε από χιλιάδες γυναίκες που τη συνόδευσαν στην τελευταία πορεία της, όπως γράφει ο ιταλικός Τύπος. Ευχαριστώ. Για τη δύναμη. Για την αξιοπρέπεια και το θάρρος να καταγγείλει, να διηγηθεί, να ουρλιάξει τον πόνο και την ταπείνωση του βιασμού.

Εγώ θέλω να την αποχαιρετήσω κρατώντας την εικόνα που ονειρεύτηκε η ίδια πρόσφατα στο ημερολόγιό της. “Σκέφτομαι την κηδεία μου και χαμογελάω. Γυναίκες, πολλές γυναίκες, όλες όσες βοήθησα, όλες όσες με βοήθησαν, φίλες και εχθρές… ντυμένες στα κόκκινα να τραγουδούν ‘bella ciao'”.

Πηγή: Αυγή

 

Περισσότερα

Πέθανε η ηθοποιός Φράνκα Ράμε

 

Share

Η υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος και οι επιπτώσεις στις γυναίκες

της Χριστίνας Κούρκουλα

Στις 5 Ιουνίου κάθε χρόνο γιορτάζουμε την Ημέρα του Περιβάλλοντος. Οι γυναίκες σε όλο τον πλανήτη και ιδιαίτερα οι γυναίκες του τρίτου κόσμου που βιώνουν με βίαιο συχνά τρόπο τις επιπτώσεις από την υπερθέρμανση του πλανήτη, την κλιματική αλλαγή, τις φυσικές καταστροφές και την σταδιακή εξάντληση των φυσικών πόρων λόγω της αλόγιστης κατανάλωσής τους από τον άνθρωπο, συνειδητοποιούν σταδιακά την ανάγκη της προστασίας της φύσης και της επιστροφής σε καταναλωτικά πρότυπα συμβατά και φιλικά προς το περιβάλλον. Οργανώνονται σε τοπικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, παίρνουν πρωτοβουλίες, διαμαρτύρονται και αντιστέκονται στην καταστροφή της βιοποικιλότητας των ειδών και των οικοσυστημάτων από πολυεθνικούς γίγαντες που λειτουργούν με μόνο κριτήριο την αύξηση της παραγωγής τους και τη μεγιστοποίηση του κέρδους τους. Γυναίκες όπως η Ινδή ακτιβίστρια Vandana Shiva που αγωνίζεται για τη διάσωση των παραδοσιακών σπόρων και κατά των μεταλλαγμένων, η διευθύντρια της GreenPeace στην Αργεντινή Eugenia Testa που βρίσκεται φυλακισμένη σε μπουντρούμι γιατί κατήγγειλε τη σύμπραξη της κυβέρνησης της Αργεντινής με την εταιρεία εξορύξεων Barrick Gold, οι γυναίκες στις Σκουριές της Χαλκιδικής, παλιότερα οι γυναίκες της Κερατέας και πολλές άλλες επώνυμες κι ανώνυμες γυναίκες σε όλο τον κόσμο υψώνουν το ανάστημά τους απέναντι στη βαρβαρότητα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης του φυσικού περιβάλλοντος, βαρβαρότητας που έχει συχνά άμεσες επιπτώσεις στις ίδιες, στα παιδιά τους και στις τοπικές κοινωνίες. Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται συνοπτικά τα αποτελέσματα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος στη ζωή των γυναικών του πλανήτη.

[Στοιχεία πίνακα από WEDO (WOMEN’S ENVIRONMENT AND DEVELOPMENT ORGANIZATION), 2012]

 

Διαφορές ανάμεσα στα φύλα διεθνώς Επιπτώσεις από την κλιματική αλλαγή Επιπτώσεις λόγω των ανισοτήτων ανάμεσα στα φύλα
ΦΤΩΧΕΙΑ – Περισσότερο από το 50% από το 1,5 δισεκατομμύριο των ανθρώπων που ζουν με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα είναι γυναίκες (πηγή:UNFPA-United Nations Population Fund) ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΟΔΕΙΑΣ Οι γυναίκες επωμίζονται αυξημένα βάρη εργαζόμενες στη γεωργία ενώ παράλληλα είναι υπεύθυνες και για την παραγωγή των τροφίμων της οικογένειάς τους.
ΝΕΡΟ– Κατά μέσον όρο οι γυναίκες και τα παιδιά σπαταλούν 8 τουλάχιστον ώρες την ημέρα για τη συλλογή νερού (πηγή: UN WOMEN) ΕΛΛΕΙΨΗ ΚΑΥΣΙΜΩΝ Πολλές γυναίκες στις αναπτυσσόμενες χώρες ξοδεύουν από 2 ως 9 ώρες καθημερινά για τη συλλογή καύσιμης ύλης και την προετοιμασία των οικογενειακών γευμάτων.
ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ – Σε παγκόσμιο επίπεδο οι γυναίκες υπουργοί κυβερνήσεων είναι το 16,7% , οι γυναίκες βουλευτές το 19,5% και οι γυναίκες αρχηγοί κρατών μόλις το 9% (πηγή: IPU – Inter-Parliamentary Union)

 

 

ΣΠΑΝΙΟΤΗΤΑ ΝΕΡΟΥ Οι αυξημένες υποχρεώσεις των γυναικών που διανύουν μεγάλες αποστάσεις για να εξασφαλίσουν την πρόσβαση σε πόσιμο νερό, υπονομεύουν την εκπαιδευτική και οικονομική τους αυτοτέλεια.
ΤΡΟΦΗ – Οι γυναίκες σε κάποιες χώρες παράγουν πάνω από το 60% των τροφίμων (πηγή:FAO)

 

 

ΦΥΣΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ Οι γυναίκες διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο θνησιμότητας στις φυσικές καταστροφές, όπως επίσης απειλούνται σε μεγαλύτερο βαθμό από σεξουαλική κακοποίηση.
ΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΣ – Τα δύο τρίτα από τα 774 εκατομμύρια των αναλφάβητων ενηλίκων διεθνώς είναι γυναίκες (πηγή: UNSTATS-United Nations Statistics)

 

 

ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ Ως πάροχοι φροντίδας οι γυναίκες συχνά επιβαρύνονται με την φροντίδα των μικρών παιδιών, των ασθενών και των ηλικιωμένων ενώ παράλληλα δεν έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες  ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.
ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ – Οι γυναίκες κατέχουν μόλις το 2% της γης για αγροτική εκμετάλλευση στον πλανήτη (πηγή: UN WOMEN) ΕΚΤΟΠΙΣΗ Η αναγκαστική μετανάστευση σε πολλές περιπτώσεις πολεμικών συγκρούσεων επιδεινώνει την ευπάθεια των γυναικών.
  ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ Ενώ οι άνδρες έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να τραυματιστούν ή να σκοτωθούν σε συρράξεις, οι γυναίκες κινδυνεύουν από άλλες επιπτώσεις πολεμικών εχθροπραξιών όπως βιασμό, κακοποίηση,  άγχος και κατάθλιψη.

 

 

 

Share

Έναν αιώνα μετά, οι σουφραζέτες εμπνέουν ακόμα

 Η διάσημη σουφραζέτα Κρίσταμπελ Πάνκχερστ, διεκδικεί το δικαίωμα ψήφου για τις γυναίκες, στην Πλατεία Ταφάλγκαρ του Λονδίνου, το 1908.

 

Καθώς διογκώνεται στις μέρες μας το κίνημα πολιτικής διαμαρτυρίας Femen, με τις γυμνόστηθες ακτιβίστριες να κάνουν αισθητή την παρουσία τους απ’ τον αραβικό κόσμο και την Ευρώπη μέχρι τη Ρωσία, οι ρίζες του φεμινισμού αποκαλύπτονται βαθιές και ανθεκτικές στο χρόνο. Έναν αιώνα μετά τον θάνατο της Έμιλι Ντέιβισον, μιας  από τις εμβληματικότερες σουφραζέτες που πέρασαν από τη Βρετανία και συνέβαλαν δραστικά στο αποκτήσουν οι Βρετανίδες δικαίωμα ψήφου, εκείνες οι ψυχωμένες «γιαγιάδες» φαίνεται να έχουν ακόμη πολλά να διδάξουν στην συνεχιζόμενη μάχη των γυναικών για ισότητα.

Περίπου τέτοιες μέρες πριν από 100 χρόνια, στις 4 Ιουνίου 1913, η Ντέιβισον τραυματίστηκε θανάσιμα προσπαθώντας να σταματήσει την άμαξα του βασιλιά της Αγγλίας για να του μιλήσει, μετά από μια ολόκληρη ζωή φεμινιστικού  αγώνα.

Σε ένα κίνημα που χαρακτηρίζεται από τολμηρές πράξεις, η γενναιότητα της Ντέιβισον ήταν εκπληκτική. Έναν αιώνα αργότερα, οι γυναίκες έχουν κερδίσει το δικαίωμα ψήφου στις περισσότερες χώρες, όμως η φεμινιστική επανάσταση συνεχίζεται. Ακτιβίστριες από ολόκληρο τον κόσμο μάχονται για ίση πολιτική εκπροσώπηση, για να τεθεί τέλος στην φτώχεια των γυναικών, για να γλιτώσουν από την σεξουαλική βία, για να αποκτήσουν έλεγχο επί του σώματός τους, και τελικά για να αναγνωριστούν οι γυναίκες ως ανθρώπινα όντα.

Συχνά, το γεγονός ότι οι γυναίκες στη δημόσια ζωή σπανίζουν συχνά αποδίδεται σε έλλειψη αυτοπεποίθησης και σε πολλές περιστάσεις οι σουφραζέτες αναγκάστηκαν να παλέψουν ενάντια στον φόβο του να μιλήσουν ενώπιον ενός εχθρικού κοινού και χρειάστηκε όχι μόνο να βρουν την φωνή τους, αλλά και να την χρησιμοποιήσουν. «Την πρώτη φορά που πούλησαν την εφημερίδα η «Ψήφος των Γυναικών» στο Πικαντίλι του Λονδίνου, ένιωθα ότι κάθε μάτι με τρυπούσε σαν στιλέτο και έλπιζα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Παρόλα αυτά, αυτή η αίσθηση αποδυναμώθηκε.», είχε δηλώσει η βρετανίδα σουφραζέτα Κίτι Μάριον.

Από την άλλη, οι σουφραζέτες χρειάστηκε να σπάσουν τα στεγανά του γυναικείου ιδεώδους της εποχής τους, που τους ζητούσε να είναι πειθήνιες, περιποιητικές και γλυκές. Όμως, όμως έγραψε το 1991 ο Φρεντ Πέθικ Λόρενς, ο οποίος πολεμούσε στο πλευρό της συζύγου του Έμελιν για το γυναικείο δικαίωμα στην ψήφο, «τίποτε δεν έχει καθυστερήσει περισσότερο την πρόοδο της ανθρώπινης φυλής από την εξύμνηση της υποχωρητικότητας  σε υψηλή και ευγενή αρετή».

Όποιος ή όποια διατηρεί ιστολόγιο σχετικά με τον φεμινισμό γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει να δέχεσαι λεκτική επίθεση και αυτό είναι σίγουρα κάτι που γνώριζαν οι σουφραζέτες, καθώς λάμβαναν  συχνά προσβλητικές επιστολές, αλλά και επιθέσεις. Ο μόνος τρόπος να  τις αντιπαρέλθουν ήταν να πάρουν δύναμη από τους επιτιθέμενους: ακριβώς η αντίδραση ενάντια στις φεμινίστριες είναι που δικαιώνει το φεμινιστικό κίνημα.

Ένα άλλο δίδαγμα από τις σουφραζέτες του περασμένου αιώνα είναι ότι η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς. Κατά τη διάρκεια της δράσης τους, περίπου 1,000 σουφραζέτες φυλακίστηκαν στη Βρετανία και πολλές κατέβηκαν σε απεργία πείνας, με αποτέλεσμα να υποστούν τις βάρβαρες τεχνικές της εποχής για αναγκαστική λήψη τροφής. Το 1913, εισήχθη στη Βρετανία μια νομοθεσία που όριζε ότι αν μια φυλακισμένη σουφραζέτα κατέβαινε σε απεργία πείνας, θα μπορούσε να συνεχίσει μέχρι του σημείου της «εξαΰλωσης», έπειτα απελευθερωνόταν για να ανανήψει στο σπίτι της και μόλις συνερχόταν θα επέστρεφε στη φυλακή για να εκτίσει το υπόλοιπο της θητείας της, μια πρακτική που θα μπορούσε να επαναληφθεί όσες φορές άντεχε η φυλακισμένη. Όμως οι σουφραζέτες, δεν κάμφθηκαν, συνέχισαν τον αγώνα τους, παρά τις αντιδράσεις και τις άμεσες συνέπειες.

Ένα όπλο αυτών των αναμφίβολα τολμηρών γυναικών, ήταν η δημιουργικότητά τους,  καθώς συνεχώς σκαρφίζονταν νέους τρόπους να τραβήξουν την προσοχή των πολιτικών και του κοινού.  Σε μία περίσταση, δύο γυναίκες «ταχυδρομήθηκαν» σαν ανθρώπινες επιστολές προς την Ντάουνινγκ Στριτ, σε μία άλλη ανέβηκαν σε ένα πλοίο και ξεκίνησαν για την προβλήτα του Κοινοβουλίου, όπου 800 άτομα ήταν συγκεντρωμένα και έπαιρναν το τσάι τους. Όταν έφτασαν αρκετά κοντά, αποκάλυψαν δύο πανό, το πρώτο με λεπτομέρειες από την επικείμενη διαδήλωσή τους και το δεύτερο έλεγε «Υπουργοί ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτοι».

Το βασικότερο δίδαγμα όμως, πέραν της αλληλεγγύης μεταξύ των μελών μας φεμινιστικής οργάνωσης, είναι απλώς ποτέ να μην αποδέχονται την αποτυχία και να μην υποκύπτουν στις αντιξοότητες.

Πηγή: Βήμα

 

Share

Απεβίωσε η Ελένη Παμπούκη

Πέθανε χθες η Ελένη Παμπούκη γνωστή για την πρωτοποριακή δραστηριότητά της όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών στη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Είχε δημιουργήσει τη «Σελάνα», το πρώτο βιβλιοπωλείο για γυναικεία θέματα. Εξέδιδε το Ημερολόγιο των Γυναικών. Συνεργάστηκε με το Β΄Πρόγραμμα του ραδιοφώνου για την παρουσίαση του παιδικού βιβλίου. Κείμενά της είχαν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Δώρισε μεγάλο μέρος του προσωπικού της αρχείου στη Γενική Γραμματεία Ισότητας, εμπλουτίζοντας σημαντικά το Ιστορικό Αρχείο της Βιβλιοθήκης Θεμάτων Ισότητας και Φύλου, καθώς και στο Αρχείο Γυναικών “Δελφύς”.

Η κηδεία της θα γίνει στο μέρος που γεννήθηκε, στην παραλία Ακράτας, την Τετάρτη 5 Ιουνίου, στις 17:30, στον Ι.Ν. Μεταμορφώσεως Σωτήρος.

 

Αναγγελία Θανάτου

Την πολυαγαπημένη μας μητέρα, γιαγιά, αδερφή Ελένη Παμπούκη κηδεύουμε την Τετάρτη 5/6/2013 στον Ι.Ν. Μεταμορφώσεως Σωτήρος στην Παραλία Ακράτας

Τα παιδιά Κωσταντής, Τάνια, Μαρία, Νικόλας, Μαρίνα, Γιώργος

Τα εγγόνια Ελένη, Γιάννος, Αλίκη

Η αδερφή Ουρανία

 

Παράκληση αντί στεφάνου τα χρήματα να διατεθούν για ευπαθείς κοινωνικές ομάδες όπως

Ξενώνας φιλοξενίας γυναικών ΦΟΙΒΗ Χολαργός τηλ : 2106521500

Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης,  Εθνική τράπεζα αριθ. λογαριασμού 06429603381

 

Share

Το σύνδρομο της ΡΕΤΑ: για τον μετά-φεμινιστικό ακτιβισμό, το φύλο και τον βεγκανισμό

Οι FEMEN έχουν προβληθεί πολύ διεθνώς, όμως από πολλές φεμινίστριες εκφράζεται ένας προβληματισμός για τις πρακτικές που υιοθετούν. Το παρακάτω κείμενο, ενώ εστιάζει στη δράση μιας άλλης οργάνωσης -της ΡΕΤΑ- που ασχολείται με την βαναυσότητα απέναντι στα ζώα, κινείται σε αυτή την κατεύθυνση, συνεισφέροντας εντέλει στον διάλογο για τον σύγχρονο φεμινισμό. 

Δ.Σ.

 

της Aphrodite Kocięda 

Είναι απλώς η εντύπωσή μου ή πίνουμε όλοι από το μετά-φεμινιστικό Kool-Aid?

Ξέρετε, μετά-φεμινισμός  –η ιδέα ότι οι γυναίκες είναι τόσο ενδυναμωμένες ώστε να διαβάζουν Playboy.

Δεν μπορώ παρά να αναρριγώ όταν βλέπω νέα ρεπορτάζ για τη σχετικά νέα ομάδα Ουκρανών “ακτιβιστριών” FEMEN – που απαρτίζεται από ελκυστικές, λεπτές, νέες γυναίκες που διαμαρτύρονται γυμνόστηθες.

Τι συμβαίνει; Η Meghan Murphy αναδεικνύει ότι οι γυναίκες δεν χρειάζεται να είναι sexy και γυμνές ώστε να χαίρουν της προσοχής των media (όμως το κάνουν) και ότι αυτό διαιωνίζει απλώς την ιδέα ότι οι γυναίκες είναι «για να τις κοιτάς». Γιατί οι γυναίκες (και όχι οι άντρες) χρειάζεται να χρησιμοποιούν τα “sexy” σώματα για να ευαισθητοποιήσουν σε κρίσιμα θέματα όπως η ομοφοβία, οι δικατορίες, ο σεξισμός και ο ρατσισμός;

Θα το ονομάσω «το σύνδρομο της ΡΕΤΑ» («PETA-complex»). Ίσως γνωρίζετε την οργάνωση (the People for the Ethical Treatment of Animals) – και όχι απαραίτητα για τη στάση τους ενάντια στην βάναυση συμπεριφορά απέναντι στα ζώα, αλλά εξαιτίας της επιστράτευσης γυμνών σταρ όπως η Khloe Kardashian και η Pamela Anderson που φαίνεται ότι αντιμετωπίζουν την εναντίωση στην βαναυσότητα απέναντι στα ζώα ως μια παράσταση. Ενώ δεν ισχυρίζομαι ότι η ΡΕΤΑ ξεκίνησε την μόδα επιστράτευσης γυναικείων σωμάτων για την «ευαισθητοποίηση» σε διάφορα θέματα, πιστεύω ότι η ΡΕΤΑ κανονικοποιεί αυτή την τάση χρησιμοποιώντας διασημότητες που είναι κεντρικές φιγούρες στην κουλτούρα μας  για να μας αποσπάσουν την προσοχή από το να διαπιστώσουμε την γελοιότητα της  χρήσης γυμνών γυναικείων σωμάτων για να φωτιστούν ηθικά ζητήματα.

Η ΡΕΤΑ διαιωνίζει τον μύθο πως, προκειμένου να αναδειχθεί οποιοδήποτε είδος ευαισθητοποίησης για ηθικά ζητήματα, χρειάζεται η αντικειμενοποίηση των γυναικών ώστε να υπάρχει σύνδεση με ένα είδος σεξ που αρέσει σε άντρες.

Το βλέπουμε παντού – στη διαφήμιση, σε ταινίες, ακόμα και σε καμπάνιες για την υγεία. Πρόσφατα, για παράδειγμα, υπήρξε μια καμπάνια στη σχολή μου (είμαι τελειόφοιτη) που χρησιμοποιούσε «σεξ» για να προωθήσει την κατανάλωση νερού… Η καμπάνια ονομαζόταν “SWALLOW” (= «κατάπιε»).

Δεν είναι όμως μόνο η διαφήμιση κορεσμένη με αυτή την μετά-φεμινιστική ιδεολογία, το ίδιο είναι και ο ακτιβισμός. Όλοι και όλες γνωρίζουμε τις σεξιστικές μαρκετινίστικες καμπάνιες που βασίζονται σε γυμνά γυναικεία σώματα ώστε να «σοκάρουν» τους αποδέκτες στο να «ενδιαφερθούν» για έναν σκοπό. Για παράδειγμα, οι διαφημίσεις κατά της γούνας της ΡΕΤΑ δείχνουν διάσημες που θα προτιμούσαν να είναι γυμνές παρά να φορέσουν γούνα, ακόμα κι αν κάποιες «διασημότητες» είναι πορνοστάρ που ήδη γδύνονται για τελείως άσχετους με την ΡΕΤΑ λόγους. Όχι ιδιαίτερα σοκαριστικό…

Τώρα η ΡΕΤΑ έχει ένα νέο σάιτ που λέγεται “Lettuce Ladies” (=οι «Κυρίες με τα Λάχανα») στο οποίο εμφανίζονται ελκυστικές (κυρίως λευκές) γυναίκες που φοράνε μπικίνι από λάχανο και συζητάνε για τα σεξουαλικά οφέλη του να γίνεις vegan. Αυτοαποκαλούνται “Vegan Vixens” (= «Vegan Στρίγγλες»). Τώρα η ΡΕΤΑ έχει συμμαχήσει με την βιομηχανία του σεξ, χρησιμοποιώντας την Playmate της χρονιάς 2008 Jayde Nicole ως μια από τις βασικές Lettuce Ladies. Έχουν δε δημιουργήσει και μια ενότητα όπου γυναίκες μπορούν από το σπίτι να ανεβάσουν φωτογραφίες τους με τα σπιτικά μπικίνι από λάχανο.

Οι εμφανιζόμενες Lettuce Ladies βγαίνουν στους δρόμους με τα μπικίνι τους από λάχανο και μοιράζουν χορτοφαγικά hot dogs με «σέξυ» συμπεριφορά. Αυτό που μας λέει αυτό είναι ότι το να είσαι σέξυ ΕΙΝΑΙ ακτιβιστική δουλειά για τις γυναίκες. Αυτή η αίσθηση είναι πασιφανής στην ιστοσελίδα των “Lettuce Ladies”, όπου κάθε μια μιλάει στο βίντεο για το γιατί έγινε vegan. Μια γυναίκα δηλώνει: «Δεν χρειάζεται ποτέ να ανησυχώ για το πώς θα διατηρήσω το σώμα μου…και για το ότι σκοτώνω ένα μάτσο ζώα». Η προτεραιότητα είναι στο να φαίνεται «καυτή» και μετά έρχεται η ανησυχία για την βαναυσότητα απέναντι στα ζώα.

Αυτή η «σέξυ» τακτική όχι μόνο αποξενώνει τους vegans που δεν είναι ή δεν θέλουν να είναι λεπτοί, αλλά επίσης και τις μη λευκές γυναίκες, καθώς γενικά δεν μας επιτρέπεται η είσοδος στις σφαίρες του «σέξυ» και της «θηλυκότητας» (όπως φαίνεται και από τα χαμηλά ποσοστά αμοιβών για τις έγχρωμες γυναίκες στην πορνογραφία).

Οπότε, τι συμπέρασμα βγάζουμε για οργανώσεις όπως οι FEMEN και η ΡΕΤΑ που κερδίζουν από τον μύθο ότι τα ελκυστικά σώματα λευκών γυναικών αυτόματα συνεπάγονται ευαισθητοποίηση και, κατά συνέπεια, ακτιβισμό; Πιστεύω ότι αυτές οι ομάδες προωθούν αντί-φεμινιστικές ιδέες στις γυναίκες – κυρίως ότι το να είσαι «όμορφη» και να προβάλλεις πόσο σέξυ είσαι ισοδυναμεί με πολιτική δουλειά.

Το χειρότερο είναι ότι αυτές οι ομάδες διαμαρτυρίας δεν ενδιαφέρονται να αμφισβητήσουν δομικά ζητήματα γύρω από αυτούς τους «-ισμούς». Η βία απέναντι στα ζώα δεν είναι διαχωρισμένη από την πατριαρχία, τον ρατσισμό, τον σεξισμό, την ταξική ανάλυση και άλλους «-ισμούς». Για αυτό άλλωστε τόσο πολλές από εμάς τις φεμινίστριες έχουμε γίνει vegan και vegetarian. Βλέπουμε πώς αυτά τα διαφορετικά είδη καταπίεσης που φαίνονται ασύνδετα τελικά συνδέονται μεταξύ τους δομικά – το να επιχειρείς να εξαλείψεις τον ρατσισμό χρησιμοποιώντας σεξισμό μοιάζει αρκετά αντιφατικό. Ομοίως, το να χρησιμοποιείς ειρωνικό σεξισμό για να εξαλείψεις τον σπισισμό είναι απλώς ανόητο και σημαίνει ότι πολλές φεμινίστριες και χορτοφάγοι αισθάνονται αποξενωμένες από τις καμπάνιες της ΡΕΤΑ.

Στην κουλτούρα μας τείνουμε να φεμινοποιούμε τα κινήματα του βεγκανισμού και της χορτοφαγίας. Στη διαφήμιση, το να τρως κρέας και άλλα «μη- θηλυκά» τρόφιμα αναπαριστάται ως μέρος της ανδρικής κουλτούρας. Η ομάδα Academic Abolitionist Vegan πρόσφατα μοιράστηκε ένα link που διαπραγματεύεται τον συσχετισμό μεταξύ των ημερών με αθλητικά «παιχνίδια» και της κατανάλωσης κρέατος. Φαντάζομαι ότι είμαστε όλες εξοικειωμένες με διαφημίσεις που προβάλλουν ρητά διατροφικές συνήθειες ανδρών σαν μια  ιδιαίτερα τραχειά-σκληρή απεικόνιση της γρήγορης και δύσκολης κατανάλωσης. Οι  διαφημίσεις του Hungry-Man, για παράδειγμα, προωθούν αυτή την ιδέα του φαγητού «σαν άντρας» ενώ την ίδια στιγμή ντροπιάζουν άντρες που δεν τρώνε έτσι με το να τους ταυτίζει με την θηλυκότητα.

Αντί να αμφισβητεί τις έμφυλες αναπαραστάσεις αντρικών προτύπων φαγητού, η ΡΕΤΑ τις ενσωματώνει στο μάρκετινγκ της. Η ΡΕΤΑ δεν θέλει να αμφισβητήσει την θηλυκοποίηση του βεγκανισμού, αντίθετα προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει τους άντρες χρησιμοποιώντας σέξυ γυναίκες με στρινγκ που αυνανίζονται με λαχανικά (λες και όλοι οι άντρες είναι νηπιακής νοημοσύνης, ετεροφυλόφιλοι, λεχρίτες που χρειάζονται ένα αιδοίο μες στα μούτρα για να απαγγείλουν το αλφάβητο).

Το 2008 ο Johnny Diablo άνοιξε το πρώτο «vegan» στριπτηζάδικο λέγοντας ότι προσφέρει «κρέας στον στύλο και όχι στο πιάτο». (Αξίζει να σημειωθεί ότι το Πορτλαντ είναι ένα κέντρο για την κουλτούρα των χίπστερ, η οποία τείνει να διαιωνίζει σεξιστικές απόψεις «ειρωνικά», που δεν αμφισβητούνται, καθώς δεν είναι κουλ στην κουλτούρα των χίπστερ να αμφισβητούν οτιδήποτε. Μπορώ να φανταστώ άνετα ένα μάτσο λευκούς άντρες και γυναίκες με τρέντυ γυαλιά και καπέλα να μπαίνουν σε ένα  vegan στριπτηζάδικο επειδή το θεωρούν κάπως κιτς ή ειρωνικό…)

Ορίστε! Έτσι, η vegan δίαιτα των αντρών μπορεί κατ’ αυτό τον τρόπο να υπάρξει χωρίς να συγκρούεται με την υπέρ-αρρενωπή τους ταυτότητα. Όμως αυτού του είδους ο βεγκανισμός δεν είναι οριστικός καθώς είναι πιο πιθανό ότι οι άντρες θα συρρεύσουν σε αυτά τα κλαμπ για να δουν γυναικεία σώματα, παρά για να φάνε vegan φαγητά.

Όταν δουλεύεις εντός πατριαρχικών δομών, το να έχεις vegan στριπτηζάδικα γίνεται μια πραγματικότητα. Η αποφυγή βαναυσότητας απέναντι στα ζώα με την κατανάλωση vegan φαγητού γίνεται αντιφατική όταν αυτή η ενέργεια τοποθετείται μέσα σε ένα στιπτηζάδικο που προορίζεται για να αντικειμενοποιεί τα γυναικεία σώματα, καθώς αυτές οι καταπιέσεις συνδέονται. Το να περιλαμβάνονται σέξυ γυμνές γυναίκες κάνει το πεδίο του βεγκανισμού ασφαλές για τους άντρες – οι άντρες μπορούν να είναι vegan με επιτυχία χωρίς να έρχονται αντιμέτωποι με τις σεξιστικές τους συμπεριφορές. Αυτή η λογική (αν θέλουμε κιόλας να την αποκαλέσουμε τέτοια) αγνοεί χονδροειδώς την βαναυσότητα απέναντι στα ζώα και όλες τις συνθήκες που συνεισφέρουν σε αυτή.

Οι τακτικές μάρκετινγκ της ΡΕΤΑ, όπως και των FEMEN, εκκινούν από την λανθασμένη ιδέα ότι όταν δουλεύεις μέσα σε ένα υπάρχον καταπιεστικό σύστημα και μάλιστα το αναπαράγεις μέσω των γυναικείων σωμάτων, μπορείς κιόλας να κάνεις άτομα που δεν έχουν απαραίτητα ενημερωθεί σχετικά να θελήσουν να διαλύσουν αυτό το καταπιεστικό σύστημα. Έτσι, η ΡΕΤΑ υποθέτει πως όταν οι άνθρωποι βλέπουν γυμνές διαδηλώτριες να μοιράζουν vegan hot dogs, θα κατανοήσουν αυτόματα γιατί δεν πρέπει να καταναλώνουν κρέας και να συνεχίζουν αυτή την παράδοση στα σπίτια τους. Απλώς δεν το βλέπω να λειτουργεί ιδιαίτερα.

Οι γυναίκες φαίνεται ότι χαίρονται το γεγονός πως είμαστε πιο δεμένες με τα σώματά μας από ποτέ άλλοτε. Αυτό δε σημαίνει ότι η χρησιμοποίηση του γυναικείου σώματος με δημιουργικούς τρόπους σε διαμαρτυρίες δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική. Απλώς δεν νομίζω ότι είμαστε δημιουργικές. Ακόμα τσιμπάμε με την ιδέα ότι οι γυναίκες πρέπει να σεξουαλικοποιούνται ώστε να γίνονται ορατές. Δεν καταλαβαίνω πώς το να επιστρατεύεται μια Playmate με μπικίνι από λάχανο για να μιλήσει για την βαναυσότητα στα ζώα είναι προοδευτικό ή λογικό. Δεν καταλαβαίνω πώς η επιστράτευση ελκυστικών, ξανθών, γυμνόστηθων γυναικών ενάντια σε δικτατορίες ή την πατριαρχία θα είναι αποτελεσματική. Περιορίζει τις δυνατότητες ακτιβισμού και περιορίζει τα σώματα που μπορούν να συμμετάσχουν. Ένας από τους λόγους που οι γυναίκες δεν θεωρούμαστε σοβαρές στην πατριαρχία είναι επειδή έχουμε περιοριστεί σε μονοδιάστατα, σεξουαλικοποιημένα σώματα για αντρική κατανάλωση. Το να χρησιμοποιούμε το ίδιο, ορισμένο από την πατριαρχία, σεξουαλικοποιημένο σώμα για να πολεμήσουμε την ίδια την πατριαρχία και άλλα καταπιεστικά συστήματα είναι ανόητο.

Πρέπει να εκφράσουμε εντονότερα τη διαφωνία μας, ανεξαρτήτως της κριτικής που μπορεί να δεχτούμε. Πρέπει να αμφισβητήσουμε την αντίληψη ότι η χρησιμοποίηση σεξουαλικοποιημένων γυναικείων σωμάτων είναι ο ΜΟΝΟΣ ή ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ τρόπος ευαισθητοποίησης για ένα θέμα. Με το να μην αμφισβητούμε τη λογική ότι «το σεξ πουλάει», την κάνουμε ακόμα πιο δυνατή. Αυτή η τακτική ξεκινάει από τον μύθο ότι είναι «φυσικό» να αντικειμενοποιούνται οι γυναίκες και φαίνεται ότι ως κουλτούρα το έχουμε πιστέψει. Μπορούμε να το δούμε σε αναρίθμητες ειδήσεις (εδώ, εδώ και εδώ) που προωθούν την αντίληψη ότι τα γυμνά γυναικεία σώματα είναι ένα εργαλείο που φέρνει ευαισθητοποίηση. Πρέπει να αρχίσουμε να αμφισβητούμε τον σεξισμό περισσότερο και να απαντάμε στην μετά-φεμινιστική πανηγυρική ρητορική που το μόνο που κάνει είναι να φετιχοποιεί την ατομικιστική ιδεολογία που είναι εγγενής στην κουλτούρα μας.

Η Ariel Levy, συγγραφέας του Θηλυκές Φαλλοκράτισσες, λέει:

Η πρόταση ότι το να έχεις τα πιο απλοϊκά, πιο πλαστικά στερεότυπα γυναικείας σεξουαλικότητας να επαναλαμβάνονται διαρκώς μέσα στην κουλτούρα μας αποδεικνύει με κάποιο τρόπο ότι είμαστε σεξουαλικά απελευθερωμένες και ενδυναμωμένες μας έχει προσφερθεί και την έχουμε αποδεχτεί. Αν όμως το καλοσκεφτούμε, ξέρουμε ότι απλώς δεν βγάζει νόημα. Είναι καιρός να σταματήσουμε να κουνάμε το κεφάλι και να χαμογελάμε με αμηχανία καθώς αγνοούμε την τρελή αίσθηση μέσα στο μυαλό μας και να παραδεχτούμε ότι ο αυτοκράτορας είναι γυμνός.

Πηγή: feminist current  

μετάφραση: Δήμητρα Σπανού

 

 

Share

Πέθανε η ηθοποιός Φράνκα Ράμε

Πάντα αριστερή, πάντα μαχητική

Πέθανε σήμερα στο Μιλάνο σε ηλικία 84 ετών η Ιταλίδα ηθοποιός Φράνκα Ράμε, σύζυγος του σκηνοθέτη, ηθοποιού και λογοτέχνη Ντάριο Φο, βραβευμένου με Νόμπελ λογοτεχνίας. Η Φράνκα Ράμε είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο τον Απρίλιο του 2012 και από τότε η κατάσταση της υγείας της παρέμενε κρίσιμη.

Καταγόμενη από ιστορική οικογένεια θεατρανθρώπων, με ιδιαίτερη κλίση στο κουκλοθέατρο και τις μαριονέττες, η Φράνκα Ράμε είχε πρωτοεμφανιστεί στο θέατρο το 1924,  σχεδόν νεογέννητη, παίζοντας τον ρόλο του βρέφους. Το 1954 παντρεύτηκε τον Ντάριο Φο και τέσσερα χρόνια αργότερα ίδρυσαν τον θίασό τους στο Μιλάνο. Με τον θίασο La Comune δεν ανέβαζαν μόνο έργα, όπως τον «Τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού» και το «Δεν πληρώνω-δεν πληρώνω!», αλλά συμμετείχαν και στο κίνημα της αντι-πληροφόρησης, προκαλώντας το «κοινό» μικροαστικό αίσθημα, την μήνι των αρχών και της χριστιανοδημοκρατίας, την δικαιοσύνη (μηνύθηκαν πάμπολλες φορές, παραστάσεις τους απαγορεύθηκαν). Η καλλιτεχνική δημιουργία συμβάδιζε πάντα με την πολιτική και κοινωνική προσφορά τους. Αγκάλιασαν το κίνημα του Μάη του 1968 και ασπάσθηκαν τις ιδέες και διεκδικήσεις του φεμινιστικού κινήματος.

Πάντα στο πλευρό του συζύγου της στην καλλιτεχνική αλλά και πολιτική του στράτευση, έδωσε πολλές μάχες, συμμετέχοντας έντονα τα τελευταία χρόνια στον αγώνα κατά των βιασμών των γυναικών. Η ίδια είχε πέσει θύμα βιασμού, από μέρους νεοφασιστών, τo 1973. Το έγκλημα δεν εξιχνιάστηκε ποτέ και παραγράφηκε με την πάροδο 25 ετών. Μάλιστα, είχε την δύναμη, από την εμπειρία της αυτή, να γράψει κι έναν μονόλογο («Ο βιασμός»).

Πηγή: REDNotebook

Share

Σαν σήμερα οι Ελληνίδες αποκτούν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι

Στις 28 Μαΐου 1952 ο νόμος 2159, κατοχυρώνει το δικαίωμα της γυναίκας όχι μόνο να εκλέγει, αλλά και να εκλέγεται στις Δημοτικές και Βουλευτικές εκλογές. Παρόλα αυτά, οι Ελληνίδες δεν μπορούν να ψηφίσουν στις εκλογές του Νοέμβρη που ακολουθεί, αφού δεν έχουν ενημερωθεί οι εκλογικοί κατάλογοι. Στις επαναληπτικές εκλογές, ωστόσο, λίγους μήνες αργότερα, εκλέγεται στη Θεσσαλονίκη πρώτη γυναίκα βουλευτής στην ιστορία της Ελλάδας, η Ελένη Σκούρα.

Το 1844 πραγματοποιείται η Α΄ Εθνοσυνέλευση και ψηφίζεται το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας, το οποίο ορίζει στο άρθρο 3 ότι « οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου», ξεχνώντας παντελώς να αναφέρει τον υπόλοιπο πληθυσμό, ήτοι τις Ελληνίδες, οι οποίες είχαν μάλιστα προσφέρει ουκ ολίγα στον πόλεμο για την ανεξαρτησία από τον οθωμανικό ζυγό. Έτσι, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘20 θεωρούνταν δεδομένο ότι μόνον οι άνδρες είχαν δικαίωμα να μετέχουν στις εκλογικές διαδικασίες, ενώ η γυναικεία ψήφος θεωρείτο «πράγμα επικίνδυνον, άρα αποκρουστέον».

Το 1921 ο πρωθυπουργός Γούναρης επαναφέρει στη Βουλή την πρόταση για ψήφο των γυναικών αλλά προκαλούνται βίαιες αντιδράσεις από πολλούς πολέμιους της ιδέας. Η πρόταση επιστρέφει εκ νέου το 1924 και μετά από ακόμα πέντε χρόνια διαμάχης, υπερψηφίζεται και με Προεδρικό Διάταγμα. Στις 5 Φεβρουαρίου 1930, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα (μόνο) του εκλέγειν για τις Ελληνίδες.

Δεν έλειπαν ωστόσο οι περιορισμοί, αφού το δικαίωμα ψήφου ίσχυε μόνο για τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές και αφορούσε μόνο στις εγγράμματες γυναίκες, που είχαν συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας τους. Έτσι, για πρώτη φορά οι γυναίκες ψήφισαν στις δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934. ΟΙ προκαταλήψεις, η μη εγγραφή στους καταλόγους και ο μεγάλος αριθμός αναλφάβητων γυναικών έχει ως αποτέλεσμα να ψηφίσουν μόλις 240 – 480 κυρίες.

Η Ελληνική Βουλή ψηφίζει το νόμο 2159 στις 28 Μαΐου 1952 ο οποίος παραχωρεί ίσα πολιτικά δικαιώματα στις γυναίκες. Ωστόσο δεν ασκείται το δικαίωμα στις προσεχείς εκλογές του Νοεμβρίου αφού δεν είχαν ενημερωθεί οι εκλογικοί κατάλογοι. Λίγους μήνες αργότερα, όμως, σε επαναληπτικές εκλογές που διεξήχθησαν στη Θεσσαλονίκη, εξελέγη η πρώτη γυναίκα βουλευτής. Πρόκειται για την Ελένη Σκούρα, του Ελληνικού Συναγερμού, η οποία μαζί με την Βιργινία Ζάννα, του Κόμματος Φιλελευθέρων, υπήρξαν οι πρώτες γυναίκες υποψήφιες για το βουλευτικό αξίωμα.

Σε βουλευτικές εκλογές, οι Ελληνίδες ψήφισαν για πρώτη φορά στις 19 Φεβρουαρίου 1956, οπότε η Λίνα Τσαλδάρη της ΕΡΕ και η Βάσω Θανασέκου της Δημοκρατικής Ένωσης κέρδισαν την είσοδό τους στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Μάλιστα η Λίνα Τσαλδάρη έγινε και η πρώτη γυναίκα υπουργός, αναλαμβάνοντας το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας στην κυβέρνηση Καραμανλή. Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια χρονιά εξελέγη και η πρώτη γυναίκα Δήμαρχος, η Μαρία Δεσύλλα στην Κέρκυρα. Πρέπει να περάσουν ακόμα δυο δεκαετίες, ώσπου το Σύνταγμα του 1975 να ορίσει επιτέλους ότι «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες είναι ίσοι».

Η Εφημερίδα Κυριών και η Καλλιρόη Παρρέν

Στον αγώνα για τη συμμετοχή των γυναικών στα πολιτικά πράγματα της χώρας, πρωτοστάτησε το φεμινιστικό κίνημα, με πιο σημαντική φωνή έκφρασης των διεκδικήσεων αυτήν της Καλλιρρόης Παρρέν, το γένος Σιγανού. Πρόκειται για την πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που δημοσιογράφησε και εξέδιδε από το 1887 και για 31 χρόνια την «Εφημερίδα των Κυριών». Η Εφημερίδα των Κυριών διατύπωνε από τον 19ο αι. το θαρραλέο σύνθημα «Ψήφος στη Γυναίκα» παρά τα ειρωνικά, υβριστικά, και απειλητικά σχόλια εναντίον της «αναρχικής» Καλλιρρόης Παρρέν από τον Τύπο της εποχής.

Η Καλλιρόη Παρρέν, αγωνίστηκε κατά της αμάθειας και των προλήψεων, εκφράζοντας έναν υγιή φεμινισμό που ζητούσε ισοτιμία των δύο φύλων και όχι αναστροφή ρόλων. Με την βοήθεια όμως κάποιων λιγοστών υποστηρικτών της, μεταξύ των οποίων και οι Κωστής Παλαμάς και Γρηγόρης Ξενόπουλος, η Παρρέν κατόρθωσε να επιβάλει τον διεκδικητικό λόγο της και να συνεχίσει τον αγώνα της για 31 συνεχή χρόνια, διακόπτοντας μόνον όταν το 1918 εξορίστηκε για περίπου 10 μήνες στην Ύδρα λόγω των πολιτικών της φρονημάτων.

Η Καλλιρόη Παρρέν, στην οποία ο Παλαμάς είχε αφιερώσει και ένα ποίημά του («Χαίρε γυναίκα της Αθήνας, Μαρία, Ελένη, Εύα. Να η ώρα σου. Τα ωραία σου φτερά δοκίμασε και ανέβα και καθώς είσαι ανάλαφρη και πια δεν είσαι σκλάβα προς τη μελλούμενη άγια γη πρωτύτερα εσύ τράβα και ετοίμασε τη νέα ζωή, μιας νέας χαράς υφάντρα και ύστερα αγκάλιασε, ύψωσε και φέρε εκεί τον άντρα…») εκπροσώπησε την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα την Ελλάδα σε διεθνή Συνέδρια Γυναικών στο Παρίσι, το Λονδίνο και το Σικάγο (1888, 1889, 1893, 1896, 1900).

Η Καλλιρόη Παρρέν, παρόλο που πέτυχε να πείσει τον πρωθυπουργό Δ. Γούναρη να τοποθετηθεί προσωπικά υπέρ την χορήγησης ψήφου στις γυναίκες, δεν πρόλαβε να δει την χορήγηση των ίσων εκλογικών δικαιωμάτων αφού πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 16 Ιανουαρίου 1940 στην Αθήνα. Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη στο 1ο Νεκροταφείο, όπου πέντε δεκαετίες αργότερα, στις 6 Ιουνίου 1992, έγιναν τα αποκαλυπτήρια προτομής της από τον Δήμο Αθηναίων.

Πηγή: tvxs

 

Share

Η ιστορία του «ροζ τριγώνου». Με αφορμή τις νεοναζιστικές επιθέσεις σε ομοφυλόφιλους στο κέντρο της Αθήνας

Το άρθρο δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβρη 2012. Σήμερα, παγκόσμια ημέρα κατά της ομοφοβίας το αναδημοσιεύουμε.

του Χρήστου Χρυσανθόπουλου

Το ναζιστικό κράτος, σύμφωνα με τα λόγια του Αδόλφου Χίτλερ, είχε σκοπό «να προωθήσει τη νίκη του καλύτερου και ισχυρότερου και να απαιτήσει την υποταγή των κατωτέρων και ασθενέστερων». Με βάση την «επιστήμη» της ευγονικής- η μελέτη για τη βελτίωση της κληρονομικότητας μέσω επιλεκτικής αναπαραγωγής- οι Ναζιστικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι έχουν νόμιμο δικαίωμα να αναλάβουν δράση εναντίων όσων θεωρούσαν ότι θα έβλαπταν την «Άρια» φυλή. Οι Ναζί χρεώνουν στην ομοφυλοφιλία, την αποδυνάμωση της Γερμανίας με διάφορους τρόπους. Κατηγορήθηκαν για τη μείωση των γεννήσεων και θεωρήθηκε ότι θα μπορούσαν να φέρουν σε δύσκολη θέση το κράτος για τους ιδιοτελής τους σκοπούς καθώς, επίσης ήταν επικίνδυνοι για τη δημόσια ηθική και συνέβαλαν στην παρακμή της κοινότητας. Οι ομοφυλόφιλοι αντιμετωπίζονταν ως μια μολυσματική επιδημία για τους ευάλωτους νέους του έθνους. Για το καλό του κράτους, λοιπόν, οι Ναζί υποστήριξαν με θέρμη θεωρητικά και πρακτικά την εξάλειψη της ομοφυλοφιλίας. Η ευγονική λογική των Ναζιστών, προσπάθησε να αξιοποιήσει όλα τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις σχετικά με την ομοφυλοφιλία ώστε να βρει λαϊκό έρεισμα αυτή η επίθεση.

Η γερμανική ομοφυλοφιλική κοινότητα ένιωσε τον αντίκτυπο του νέου καθεστώτος τις πρώτες κιόλας εβδομάδες μετά το διορισμό του Χίτλερ ως καγκελάριου. Το Φεβρουάριο του 1933 η αστυνομία με τη συνδρομή και του στρατού έκλεισε όλα τα ομοφυλοφιλικά μπαρ και απαγόρευσε την κυκλοφορία και πώληση εντύπων σεξουαλικού περιεχομένου. Τους επόμενους μήνες όλα τα σημεία συγκέντρωσης ομοφυλόφιλων ανδρών και γυναικών έκλεισαν διαταράσσοντας έτσι την δημόσια ζωή τους. Στις 6 Μαρτίου 1933 Ναζιστικές ομάδες φοιτητών και άλλοι υποστηρικτές τους λεηλάτησαν το Ινστιτούτο Magnus Hirschfeld που δραστηριοποιούνταν στη μελέτη της σεξουαλικής επιστήμης και ήταν το πλέον ορατό σύμβολο του Βερολίνου σχετικό με τη σεξουαλική μεταρρύθμιση. Ανθρωπιστικές και άλλες οργανώσεις για τα δικαιώματα των ανθρώπων διαφορετικής σεξουαλικότητας σταμάτησαν τις δράσεις τους. Το 1934 ιδρύθηκε στην Γκεστάπο ένα ειδικό τμήμα σχετικά με τους ομοφυλόφιλους και διέταξε να συγκροτηθούν «ροζ λίστες» για όλη τη Γερμανία.

Στις 28 Ιουλίου 1935 εκδόθηκε, και τέθηκε σε εφαρμογή την 1 Σεπτεμβρίου 1935, το νέο αναθεωρημένο άρθρο 175 του γερμανικού ποινικού κώδικα που τόνιζε ότι οι «άσεμνες περιπτύξεις» μεταξύ αντρών αποτελούσαν εγκληματική ενέργεια. Η αναθεώρηση του νόμου άνοιξε το δρόμο σε νέες δικαστικές ερμηνείες και στη γενική ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας. Μέχρι το 1938, τα γερμανικά δικαστήρια έκριναν ότι κάθε επαφή μεταξύ ανδρών θεωρείται σεξουαλική πρόθεση, ακόμη και το κοίταγμα ή το άγγιγμα θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για τη σύλληψη και την καταδίκη των εμπλεκομένων. Οι συλλήψεις, αρχικά, γίνονταν με επιλεκτικές εφόδους της αστυνομίας σε σπίτια ομοφυλοφίλων, που στη συνέχεια εξελίχθηκε σε μια ευρεία πρακτική. Οποιοσδήποτε ήταν ύποπτος για παράβαση του άρθρου 175 θα έπρεπε να ανακριθεί, πολύ συχνά με τη χρήση βίας και να φωτογραφηθεί. Κάτω από μεγάλη ψυχολογική και σωματική πίεση οι συλληφθέντες αναγκάζονταν να δώσουν ονόματα και διευθύνσεις άλλων γνωστών τους ομοφυλόφιλων. Συχνά μετά τις εφόδους της Γκεστάπο σε σπίτια υπόπτων, ο εντοπισμός μιας ατζέντας με ονόματα και διευθύνσεις ήταν αρκετό στοιχείο για να οδηγήσει αρκετό κόσμο στη φυλακή. Οι ομολογίες και οι δηλώσεις των υπόπτων γίνονταν ύστερα από εξαιρετική σωματική πίεση και δεδομένου ότι όλοι «ομολογούσαν» το έγκλημά τους, δεν είχαν το δικαίωμα δεύτερης ακρόασης ή μιας δίκαιης δίκης για την περίπτωση τους.

Μεταξύ 1933 και 1945 υπολογίζεται ότι 100.000 ομοφυλόφιλοι συνελήφθησαν και από αυτούς περίπου οι 50.000 καταδικάστηκαν. Οι περισσότεροι από αυτούς πέρασαν τα χρόνια τους στις φυλακές και περίπου 10.000 βρίσκονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Δεν γνωρίζουμε πόσοι από αυτούς εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης αλλά οι μελετητές εκτιμούν ότι το 60% των συγκεντρωμένων θανατώθηκαν. Όλοι οι κρατούμενοι των στρατοπέδων φορούσαν διακριτικά σύμβολα στις στολές τους. Οι καταδικασμένοι για ομοφυλοφιλία στην αρχή διακρίνονταν με μια μαύρη κουκίδα και την ένδειξη 175 στο πίσω μέρος των χιτωνίων τους και στη συνέχεια έκανε την εμφάνιση του το «ροζ τρίγωνο» πάνω στις στολές τους.  Οι συνθήκες διαβίωσης στα στρατόπεδα ήταν άθλιες και πολύ έχασαν τις ζωές τους από πείνα, εξάντληση, έκθεση στο κρύο και βάναυση μεταχείριση. Οι άντρες με τα ροζ τρίγωνα αντιμετωπίζονταν ιδιαίτερα αυστηρά από τους φύλακες αλλά και τους άλλους κρατούμενους των στρατοπέδων, εξαιτίας των ευρέως διαδεδομένων προκαταλήψεων σχετικά με αυτούς. Όπως ισχύει και με άλλους κρατούμενους πολλοί ομοφυλόφιλοι ήταν θύματα σκληρών ιατρικών πειραμάτων. Ο ιατρός Carl Vaernet, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ, δημιούργησε ένα πείραμα και πραγματοποιούσε εγχειρίσεις εισαγωγής μια κάψουλας τεστοστερόνης με σκοπό να μετατρέψει τις ομοφυλοφιλικές σεξουαλικές προτιμήσεις των κρατουμένων σε ετεροφυλοφιλικές. Πολλοί ομοφυλόφιλοι, επίσης, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού τους, ευνουχίστηκαν.

Στις αρχές του 1945, με τη σταδιακή ήττα και υποχώρηση του Ναζισμού στην Ευρώπη, εκατοντάδες χιλιάδες των κρατουμένων στρατοπέδων συγκέντρωσης απελευθερώθηκαν. Η Συμμαχική Στρατιωτική κυβέρνηση της Γερμανίας καταργεί πολλούς νόμους και διατάγματα. Αμετάβλητη, ωστόσο, έμεινε η από του 1935 ναζιστική αναθεώρηση του άρθρου 175. Κάποιοι ομοφυλόφιλοι συνέχισαν να βρίσκονται στις φυλακές, ανεξάρτητα από το χρόνο που ήταν έγκλειστοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η ναζιστική εκδοχή του άρθρου 175 παρέμεινε στα βιβλία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Δυτική Γερμανία), έως ότου ο νόμος αναθεωρήθηκε το 1969 για την αποποινικοποίηση των ομοφυλοφιλικών σχέσεων μεταξύ ανδρών άνω των 21 ετών.

Οι συνεχείς νομικές και κοινωνικές απαγορεύσεις κατά της ομοφυλοφιλίας στην Γερμανία παρεμπόδιζαν την αναγνώριση των Ναζιστικών ομοφυλόφιλων θυμάτων. Τον Ιούνιο του 1956, σύμφωνα με τον ομοσπονδιακό νόμο για τα θύματα του εθνικοσοσιαλισμού και την Αποκατάσταση της Δυτικής Γερμανίας  οι ομοφυλόφιλοι έγκλειστοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να λάβουν αποζημίωση. Η πρώτη δημόσια αναφορά στη μνήμη των ομοφυλόφιλων που δολοφονήθηκαν από τους Ναζί, πραγματοποιήθηκε στις 8 Μαΐου του 1985 στην ομιλία του Προέδρου της Δυτικής Γερμανίας, Richard von Weizscker, για την τεσσαρακοστή επέτειο από το τέλος του πολέμου. Τέσσερα χρόνια μετά την επανένωση, η Γερμανική Κυβέρνηση κατήργησε το άρθρο 175. Το Μάιο του 2002, το γερμανικό κοινοβούλιο συμπλήρωσε την νομοθεσία για την απονομή χάριτος σε όλους τους ομοφυλόφιλους που καταδικάστηκαν βάσει του άρθρου 175 κατά τη διάρκεια του Ναζισμού.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Beck, Gad, An Underground Life: Memoirs of a Gay Jew in Nazi Berlin, Madison: University of Wisconsin Press, 1999

Giles, Geoffrey J., «Legislating Homophobia in the Third Reich: The Radicalization of Prosecution against Homosexuality by the Legal Profession», German History 23, no. 3 (2005): 239-254

Giles, Geoffrey J., Why Bother About Homosexuals?: Homophobia and Sexual Politics in Nazi Germany, Washington, DC: United States Holocaust Memorial Museum, 2001

Herzog, Dagmar (ed), «Sexuality and German Fascism», Special issue, Journal of the History of Sexuality 11, nos. 1/2 (January/April 2002)

Hirschfeld, Magnus, The Homosexuality of Men and Women, Amherst, NY: Prometheus Books, 2000

Oosterhuis, Harry, Hubert Kennedy (ed), Homosexuality and Male Bonding in Pre-Nazi Germany: The Youth Movement, the Gay Movement, and Male Bonding before Hitler’s Rise: Original Transcripts from Der Eigene, the First Gay Journal in the World, New York: The Haworth Press, 1991

Plant, Richard, The Pink Triangle: The Nazi War Against Homosexuals, New York: H. Holt, 1986

Seifert, Dorthe. «Between Silence and License: The Representation of  The National Socialist Persecution of Homosexuality in Anglo-American Fiction and Film», History & Memory, 15, no. 2 (2003): 94-129

Steakley, James D., The Homosexual Emancipation Movement in Germany, Salem, NH: Ayer Company Publishers, 1975

Tamagne, Florence, A History of Homosexuality in Europe: Berlin, London, Paris, 1919-1939, Volume I & II, New York: Algora, 2006

Young, Ian, Gay Resistance: Homosexuals in the Anti-Nazi Underground, Toronto: Stubblejumper Press, 1985

 

Πηγή: Λέσχη

 

Share

Οι νοσοκόμες των ναζί: Επί το έργον για την Άρια φυλή

Νοσοκόμα κρατάει τα χέρια παιδιών που “βομβαρδίζονται” με ακτινοβολίες UV προκειμένου να γίνουν ξανθά

του Στέλιου Παπαναστασίου

Όπως όλες οι αδελφές νοσοκόμες εν καιρώ πολέμου, έτσι και αυτές της Ναζιστικής Γερμανίας απρόσκοπτα και ανιδιοτελώς περιέθαλψαν τραυματισμένους στρατιώτες κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες και σκληρές συνθήκες. Εκτός από αυτό όμως, στην προκειμένη περίπτωση οι νοσοκόμες των Ναζί είχαν και μία επιπρόσθετη μελανή αποστολή να φέρουν εις πέρας – αυτή της υποβοήθησης των «πειραμάτων Ευγονικής» του 3ου Ράϊχ. 

Πειράματα…

Αυτά περιελάμβαναν την ευθανασία όσων έπασχαν από νοητική στέρηση ή χαρακτηρίζονταν από το χιτλερικό καθεστώς ως «ανεπιθύμητοι» καθώς και την ανατροφή των νέων γενεών παιδιών της «Άριας φυλής». Μία συλλογή φωτογραφιών που έφερε στο φως η εφημερίδα Daily Mail αποκαλύπτει τις σκοτεινότερες πτυχές του νοσηλευτικού λειτουργήματος.

Τα πειράματα των Ναζιστών ιατρών έχουν ερευνηθεί σε βάθος, όμως οι πράξεις νοσηλευτριών και όσων συνέβαλαν με οποιοδήποτε τρόπο σε απαξιωτικές για τον άνθρωπο συμπεριφορές, είναι κάτι που συχνά περνάει απαρατήρητο.

Είτε ακολουθώντας διαταγές, είτε προσπαθώντας να βοηθήσουν και να συμβάλουν για τον σκοπό στον οποίο πίστευαν, αυτές οι γυναίκες υπήρξαν πολλάκις το αντι-πρότυπο της Μητέρας Τερέζας.

Στις φωτογραφίες διακρίνονται οι ευγονικές αντι-ηρωίδες να συμβάλουν κατά τη διάρκεια της ναζιστικής προέλασης σε ιδιαιτέρως προσβλητικά για την ανθρώπινη ύπαρξη προγράμματα, όπως αυτό του Λέμπενσμπορν, όπου βοηθούσαν τους εντεταλμένους από τον Χάϊνριχ Χίμλερ επιστήμονες να αναθρέψουν μία γενιά φυλετικά καθαρών Άριων παίδων που έπειτα θα ηγούνταν του Τρίτου Ράϊχ.

 Δημιουργώντας την Άρια φυλή στο Λέμπενσμπορν

Με βάση το πρόγραμμα αυτό, όσα παιδιά δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις στέλνονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Το 1939, οι Ναζί πήγαν ένα βήμα παραπέρα, κάνοντας ένα ιδιότυπο παιδομάζωμα στις κατακτημένες περιοχές, π.χ. στην Πολωνία, αιχμαλωτίζοντας εκατοντάδες παιδιά που σύμφωνα με τους ίδιους έφεραν «Άρια» χαρακτηριστικά.

Τα παιδιά μεταφέρονταν στο νοσοκομείο του Λέμπενσμπορν όπως «Γερμανοποιούνταν» και αμέσως μετά υιοθετούνταν από οικογένειες των SS. Όσα εξ αυτών αρνούνταν να προσαρμοστούν στα στεγανά της «Άριας φυλής» έπεφταν θύματα ξυλοδαρμών και συχνά στέλνονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου ο θάνατος ήταν σχεδόν βέβαιος.

 Αναγνώριση: O στρατηγός Ρόμελ ανταλάσσει χειραψία με νοσοκόμες το 1943

Μέσα σε αυτές τις κλινικές οι νοσοκόμες επιτηρούσαν και επέβλεπαν πειράματα «βελτιστοποίησης» κατά τα οποία παιδιά με καστανά μαλλιά βομβαρδίζονταν με ακτινοβολίες UV προκειμένου να γίνουν ξανθά.

Είτε εκτελώντας άνωθεν εντολές, είτε από αφοσίωση σε άρρωστους κοινούς σκοπούς, αυτές οι νοσοκόμες αποτέλεσαν παράδειγμα προς αποφυγή σε ένα επάγγελμα, προαπαιτούμενο του οποίου είναι η ανιδιοτέλεια και ο ανθρωπισμός.

Πηγή: The insider

 

Share

Σ.Υ.Δ.:«Καλό ταξίδι Λουκά…»

Το Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών (Σ.Υ.Δ.), στέκεται με σεβασμό και τιμά τη μνήμη του Λουκά Θεοδωρακόπουλου, κορυφαίου αγωνιστή για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, λεσβιών, αμφί και τρανς ατόμων.

Ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος υπήρξε συνιδρυτής του Απελευθερωτικού Κινήματος Ομοφυλόφιλων Ελλάδας (Α.Κ.Ο.Ε.) το 1976, και εκδότης του εμβληματικού περιοδικού της κοινότητάς μας «ΑΜΦΙ» κατά την περίοδο 1978-1984.

Υπήρξε σπουδαίος Ποιητής, από τους καταξιωμένους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και τα ποιήματά του κοσμούν πολλές έγκυρες ανθολογίες ελληνικής ποίησης, έξοχος πεζογράφος και μεταφραστής πολλών σπουδαίων συγγραφέων και στοχαστών.

Μα πάνω απ’ όλα θα μείνει στη θύμηση και τη καρδιά μας, ως ένας από τους πρώτους που άνοιξαν το δρόμο και πήραν πάνω τους βαρύ φορτίο στον αγώνα για την πραγματική απελευθέρωση.

Ιδιαίτερα για τα τρανς άτομα στάθηκε πάντα στο πλευρό τους και υπήρξε πάντα ακούραστος υποστηρικτής και ένθερμος συνοδοιπόρος.

Του χρωστούμε ευγνωμοσύνη.

Καλό σου ταξίδι Λουκά…

 

Share

Οι γυναίκες και η 25η Απρίλη

της Μαριάνα Ορνέλας*

Η 25η Απρίλη αυτού του έτους είναι μία ακόμα ημέρα ελευθερίας δημοκρατικής, κοινωνικής και πολιτιστικής. Η 25η Απρίλη ήταν ένα από τα πιο σημαντικά ιστορικά γεγονότα στη ζωή των Πορτογάλων, ανδρών και γυναικών. Με την επανάσταση ήρθε η ελευθερία, η δημοκρατία, αλλά όχι μόνο. Ήρθαν και τα δικαιώματα των εργαζόμενων, τα δικαιώματα των γυναικών, το εθνικό σύστημα υγείας, το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα, το δικαίωμα στη δικαιοσύνη, με λίγα λόγια, με την επανάσταση του Απρίλη γεννήθηκε το κράτος πρόνοιας.

Το Νέο Κράτος (Σ.τ.Μ.: η φασιστική δικτατορία) εγκαθιδρύθηκε στην Πορτογαλία το 1933 και έληξε στις 25 Απριλίου του 1974. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι ίσες ευκαιρίες μεταξύ των ανθρώπων απείχαν πολύ από ό, τι ισχύει σήμερα, και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι λόγω των συντηρητικών αντιλήψεων και παραδόσεων η ζωή των ανθρώπων ήταν δύσκολη ή εύκολη σύμφωνα με την οικονομική και κοινωνική κατάσταση, τις πολιτικές, θρησκευτικές ή ιδεολογικές πεποιθήσεις, την εκπαίδευση, τον τόπο καταγωγής, το σεξουαλικό προσανατολισμό, το φύλο…

Οι γυναίκες συνδέονταν με τον παραδοσιακό ρόλο της νοικοκυράς, της μητέρας και της συντρόφου, και τίποτε άλλο. Λίγες εργάζονταν και όσες είχαν δουλειά έβγαζαν περίπου 40% λιγότερα από τους άνδρες. Ο νόμος της ατομικής σύμβασης εργασίας προέβλεπε ότι ο σύζυγος μπορούσε να απαγορεύει στις γυναίκες να εργάζονται έξω από το σπίτι. Αν η γυναίκα συμμετείχε σε δραστηριότητες που επιφέρουν κάποιο κέρδος χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου της, αυτό θα μπορούσε να ακυρώσει τη σύμβαση εργασίας της με τον εργοδότη. Οι γυναίκες δεν είχαν πρόσβαση στους ακόλουθους κλάδους: των δικαστών, των διπλωματών, των στρατιωτικών και των αστυνομικών. Ορισμένα επαγγέλματα (όπως των νοσηλευτριών ή των αεροσυνοδών) προϋπέθεταν περιορισμό δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στο γάμο.

Το μοναδικό αποδεκτό μοντέλο οικογένειας ήταν ο γάμος ανάμεσα σε άνδρα και γυναίκα. Η γυναίκα, σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, θα μπορούσε να απορριφθεί από το σύζυγό της σε περίπτωση που δεν ήταν παρθένα πριν το γάμο. Ο καθολικός γάμος είχε ακατάλυτο χαρακτήρα (τα ζευγάρια δεν μπορούσαν να πάρουν διαζύγιο). Ο άνδρας ήταν ο κυρίαρχος της οικογένειας, αυτός ήταν ο μοναδικός διαχειριστής της συζυγικής περιουσίας. Σύμφωνα με το νόμο, «η γυναίκα ασχολείται με τη συζυγική ζωή και τη διαχείριση του σπιτιού». Υπήρχαν διακρίσεις μεταξύ νόμιμων και παράνομων παιδιών (που γεννήθηκαν εντός και εκτός γάμου): τα δικαιώματά τους ήταν διαφορετικά. Οι μητέρες δεν είχαν καμία νομική προστασία. Ο σύζυγος είχε το δικαίωμα να ανοίξει την αλληλογραφία της συζύγου του. Ο ποινικός κώδικας άφηνε το περιθώριο στο σύζυγο να σκοτώσει τη γυναίκα του σε περίπτωση μοιχείας (και την κόρη του σε περίπτωση διακόρευσης), στέλνοντάς τον εξορία μόνο για έξι μήνες. Μέχρι το 1969 οι γυναίκες δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν στο εξωτερικό χωρίς την άδεια του συζύγου ή του πατέρα τους.

Σε θέματα κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’60 οι γυναίκες μπορούσαν να ψηφίσουν μόνο αν είχαν ιδιοκτησία και κατείχαν πτυχία δευτεροβάθμιας ή ανώτερης εκπαίδευσης. Το 1968 καθιερώθηκε από την Εθνοσυνέλευση ο νόμος για το δικαίωμα ψήφου για όλους τους πολίτες που ήξεραν να διαβάζουν και να γράφουν. Το γεγονός ότι υπήρχε ένα υψηλό ποσοστό αναλφαβητισμού στην Πορτογαλία, το οποίο αφορούσε κυρίως τις γυναίκες, ήταν ο λόγος που το 1973 οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι ήταν το 24% . Οι γυναίκες μπορούσαν να ψηφίσουν μόνο στις εκλογές για τα Κοινοτικά Συμβούλια, εφόσον ήταν προστάτιδες οικογενειών (αν ήταν χήρες για παράδειγμα), και εφόσον μπορούσαν να παρουσιάσουν πιστοποιητικό ηθικής ακεραιότητας.

Σε σχέση με τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία, οι γιατροί δεν είχαν την εξουσιοδότηση να συνταγογραφούν αντισυλληπτικά χάπια. Οι αμβλώσεις τιμωρούνταν, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, με φυλάκιση 2-8 ετών. Περίπου το 43% των γεννήσεων γινόταν στο σπίτι, το 17% εκ των οποίων χωρίς ιατρική περίθαλψη. Πολλές περιοχές δεν είχαν καν μαιευτήρια. Η γυναίκα δεν είχε δικαίωμα να πάρει αντισυλληπτικά εάν δεν ήταν σύμφωνος ο σύζυγός της, καθώς αυτό θα μπορούσε να στηρίξει την υποβολή αίτησης διαζυγίου.

Αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα της δύσκολης κατάστασης των Πορτογαλίδων γυναικών, που διάρκεσε μέχρι τις 25 Απριλίου του 1974, τη μέρα που ήρθε στην Πορτογαλία η δημοκρατία. Σήμερα η γυναίκα έχει πια έναν πιο ενεργό ρόλο στην κοινωνία, έχουν αυξηθεί οι ίσες ευκαιρίες μεταξύ ανδρών και γυναικών και όλα αυτά χάρη στην Επανάσταση του Απρίλη (Σ.τ.Μ. Επανάσταση των Γαρυφάλων). Με αυτόν τον τρόπο, ως γυναίκα, θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους και όσες, άμεσα ή έμμεσα συνέβαλαν και συμμετείχαν στην Επανάσταση του Απρίλη και, συνεπώς, έχουν βελτιώσει τις ζωές όλων των γυναικών.

Καταλήγοντας και επειδή η ιστορία επαναλαμβάνεται, είναι αναγκαίο οι πολίτες και πολίτιδες που έχουν γεννηθεί μετά τις 25 Απριλίου του 1974 να έχουν επίγνωση αυτής της ιστορικής στιγμής και να συνεχίσουν με τη συνειδητοποίηση ότι οι δημοκρατικές κατακτήσεις και τα πλέον στοιχειώδη κοινωνικά δικαιώματα είναι ο καρπός αυτής της επανάστασης. Η κρίσιμη στιγμή που βιώνει η χώρα πρέπει να αξιοποιηθεί για την προώθηση της οικονομικής και υλικής κληρονομιάς και για να μην ξεχάσουμε την ιδεολογία της ισότητας. Η άγνοια για την ιστορία μας ταυτόχρονα με την παρούσα οικονομική κρίση μπορεί να αποφέρει ένα σοβαρό πλήγμα, πρωτοφανές και ενδεχομένως μη ανατρέψιμο.

Ψυχολόγος της UMAR (Σύνδεσμος για την ισότητα και τα δικαιώματα των γυναικών) – Αζόρες/ CIPA (Κέντρο Ενημέρωσης και Προώθησης Πολιτικών Ισότητας) – τμήμα της νήσου Τερσέιρα

Μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

Πηγή: IGUALDADE XXI

 

 

 

Share

Με το μάτι του εγγαστρίμυθου

της Άμπρα Πίρρι[1]

Η κατάργηση της καύσης των Ινδών γυναικών μαζί με τον νεκρό σύζυγό τους από τους Βρετανούς αποικιοκράτες· ο αμερικάνικος πόλεμος για την «απελευθέρωση» των Αφγανών γυναικών από τη μπούργκα· η απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας στη Γαλλία: Η σύγκρουση ανάμεσα στη Δύση και τον υπόλοιπο κόσμο στο εννοιολογικό και κριτικό λεξιλόγιο της Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ, μετααποικιοκρατικής φεμινίστριας, οργανικής διανοούμενης του πλανήτη.    

Η Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ, μετααποικιοκρατική φεμινίστρια και μελετήτρια της συγκριτικής λογοτεχνίας, μπορεί να μας βοηθήσει να στοχαστούμε γύρω από τα όσα συμβαίνουν σήμερα στη Δύση και στον υπόλοιπο κόσμο, ανάμεσα σε μας και τον Άλλον. Στο [..] βιβλίο της Death of a Discipline[2] [Θάνατος μιας Επιστήμης]  [..], η Σπίβακ με δύναμη προτείνει εκ νέου –όπως επισημαίνει η Τζούντιθ Μπάτλερ- «ένα εννοιολογικό πλαίσιο ριζοσπαστικά ηθικό ως προσέγγιση στη μελέτη της διαφορετικότητας». Γιατί, ίσως, δεν μας μένει παρά να καταφύγουμε στην ηθική, εάν πραγματικά θέλουμε να αποπειραθούμε να έχουμε μια σχέση με την Άλλη, με τον Άλλον. Η Σπίβακ, που γεννήθηκε και σπούδασε στην Ινδία και ποτέ δεν απαρνήθηκε την ινδική υπηκοότητα και, έχοντας πράσινη κάρτα, διαμένει μόνιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Νέα Υόρκη, όπου διδάσκει στο πανεπιστήμιο Κολούμπια, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί οργανική διανοούμενη του πλανήτη. Γι’ αυτό ακριβώς ξεκινά πάντα από τον διεθνή καταμερισμό εργασίας  και από την παγκοσμιοποίηση που, με τις σχέσεις της εξουσίας ανάμεσα στον Πρώτο και τον Τρίτο Κόσμο, έχει παγιδευτεί στην οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ιστορία του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας.

Η ανάλυση των πολιτισμικών και κοινωνικών επιπτώσεων της αποικιοκρατίας, στο παρελθόν και το παρόν, στα κράτη και στα αποικιοκρατούμενα υποκείμενα είναι ένας από τους στόχους των μετα-αποικιοκρατικών σπουδών. Αλλά, διαφέροντας από τους άλλους μετααποικιοκρατικούς διανοούμενους που αντιπροσωπεύουν τις Subaltern Studies [Σπουδές Υπεξουσίων Τάξεων], η Σπίβακ έχει στραμμένη την προσοχή της πάντα στο έμφυλο θηλυκό υποκείμενο που είναι διπλά περιθωριοποιημένο: από την οικονομία και από την υποβάθμιση του φύλου. Για να γίνει κατανοητή η έμφυλη διαφορά στο εσωτερικό ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου, η Σπίβακ χρησιμοποιεί ένα εννοιολογικό και κριτικό λεξικό που σχεδόν πάντα επινοεί η ίδια. Γεννιούνται έτσι σημαντικοί όροι όπως η epistemic violence, η βία που ο ιμπεριαλισμός επέβαλε στις μορφές της γνώσης και εξακολουθεί να επιβάλει στους κάποτε αποικιοκρατούμενους λαούς και ειδικά στις γυναίκες.

Η epistemic violence είναι η βίαιη ρήξη που συντελείται στο σύστημα των σημείων, των αξιών, στις αναπαραστάσεις του κόσμου, στον πολιτισμό, στην οργάνωση της ζωής και της κοινωνίας των χωρών που χθες ήταν αποικίες και που σήμερα είναι, όχι τυχαία, ο νότος του κόσμου. Εξαιτίας της epistemic violence, ο αποικιοκρατούμενος χώρος απεχθώς μετασχηματίστηκε με τρόπο τέτοιο, ώστε να μπορεί να μεταφερθεί στο εσωτερικό ενός κόσμου κατασκευασμένου από τον ευρωκεντρισμό. Αυτήν τη διαδικασία, μέσω της οποίας η Δύση εδραιώθηκε και συγκροτήθηκε ως κυρίαρχο υποκείμενο σε όλο τον πλανήτη γεμίζοντάς τον με το δικό της τρόπο μάθησης, με τις δικές της αναπαραστάσεις, με το δικό της σύστημα αξιών, η Σπίβακ την ονομάζει worlding of a world. Σε αυτήν τη διαδικασία, η Δύση δημιούργησε τους Άλλους της ως αντικείμενα προς ανάλυση, αναλαμβάνοντας έτσι  την εξουσία/γνώση να τους αναπαριστά και να τους ελέγχει. Αυτοί οι Άλλοι, υπενθυμίζει η Σπίβακ, δεν είναι πραγματικά ανθρώπινοι: κατασκευασμένοι ως κατώτεροι από τότε που η Ευρώπη κατέκτησε σχεδόν όλο τον κόσμο,  εξακολουθούν να είναι το ίδιο και σήμερα γιατί δεν θεωρούνται αρκετά αναπτυγμένοι ή αρκετά δημοκρατικοί. Υπάρχει ένα μοναδικό καθολικό υποκείμενο, και μάλιστα σχεδόν τέλειο, που αντιπροσωπεύει την κανονικότητα: ο λευκός άνδρας· και η Δύση είναι η μεγάλη επέκταση του.

Ότι ο Άλλος εξακολουθεί να κατασκευάζεται και να αναπαριστάται ως ένα κατώτερο ον, χωρίς ιστορία και πολιτισμό, στα όρια ανθρώπου και κτήνους, και με τον οποίο δεν υπάρχει λόγος να συνομιλούμε γιατί ο μόνος δυνατός  λόγος είναι η ταπείνωση ή η βία, ποτέ δεν ίσχυε περισσότερο. Μας το επανέλαβαν για μια ακόμη φορά, στην περίπτωση που δεν το είχαμε αντιληφθεί, εκείνοι οι άντρες κι εκείνες οι γυναίκες που τους είδαμε να γελούν, να καπνίζουν, να σηκώνουν τον αντίχειρα σε όρθια θέση, ενώ τραβούσαν φωτογραφίες του Άλλου, γυμνού με το λουρί του σκύλου δεμένο στο λαιμό του ή νεκρού από τα βασανιστήρια. Η Σπίβακ, σε μια συνέντευξη της, το 1984, ομολογεί στην Elisabeth Grosh ότι την συνεπήρε η σκέψη του Ντεριντά όταν ανακάλυψε ότι ο Γάλλος φιλόσοφος διέλυε από τα μέσα την παραδοσιακή δυτική φιλοσοφία, της οποίας ήρωας ήταν ο καθολικός άνθρωπος. «Σε μας –λέει η Σπίβακ, μιλώντας για το βρετανικό αποικιακό εκπαιδευτικό σύστημα– δίδασκαν ότι αν μπορούσαμε ν’ αρχίσουμε να μοιάζουμε με κείνο το καθολικό ανθρώπινο ον, τότε κι εμείς θα γινόμασταν ανθρώπινοι». Ανθρώπινοι, συνεπώς υποκείμενα. Ή, μάλλον, υποκείμενα και συνεπώς ανθρώπινοι. Αλλά είναι στ’ αλήθεια έτσι; Υποκειμενικότητα[3] και ανθρωπισμός[4] ταιριάζουν πράγματι μαζί και στην πράξη ή μόνο στη δυτική σκέψη;

Σε ένα κείμενο τού 1985, που θεωρείται το πιο διάσημο, πιο παρανοημένο αλλά και το πιο μνημονευμένο δοκίμιό της, το Can the Subaltern speak? [Μπορεί ο Υπεξούσιος να μιλήσει;], το οποίο ασκεί πολεμική  στην ομάδα των Subaltern Studies αλλά και σε μερικούς μεταδομιστές και μεταουμανιστές διανοούμενους (Φουκώ και Ντελέζ), η Σπίβακ επισημαίνει πώς το ενδιαφέρον των δυτικών διανοουμένων απέναντι στο υποκείμενο των αποικιών καταλήγει πάντα να είναι «ευμενές»· η στάση τους και η οπτική τους γωνία, τελικά, συμπίπτει με την ιμπεριαλιστική αφήγηση γιατί αυτό που υπόσχεται στους ιθαγενείς είναι η «απελευθέρωση». Σε αυτό το δοκίμιο, η Σπίβακ αναρωτιέται εάν η υπεξούσια γυναίκα μπορεί να μιλήσει και να ακουστεί ή εάν υπάρχει πάντα κάποιος που το κάνει στη θέση της και που την αναπαριστά με παραποιημένο τρόπο: οι Βρετανοί,  καταργώντας τον νόμο που επέβαλε οι χήρες να θανατώνονται στην πυρά με τον νεκρό σύζυγό τους (1827), ανέλαβαν την υποχρέωση να μιλούν για την καταπιεσμένη από την τοπική πατριαρχική κοινωνία ιθαγενή γυναίκα. Με αυτό τον τρόπο, νομιμοποίησαν τους εαυτούς τους ως απελευθερωτές και τον ιμπεριαλισμό ως αποστολή εκπολιτισμού.

Οι Βρετανοί απέδωσαν στην υπεξούσια γυναίκα μια ελεύθερη φωνή, τέτοια που να διεκδικεί την απελευθέρωσή της από τον λευκό άνδρα, από τον βρετανικό ιμπεριαλισμό. Από την άλλη μεριά, και ενάντια στη βρετανική αναπαράσταση, υπήρχε η τοπική πατριαρχική κοινωνία, ο ιθαγενής άνδρας που υποστήριζε ότι η χήρα ήταν ευτυχισμένη να ανέβει στην πυρά με το πτώμα τους άνδρα της. Κατά τη Σπίβακ, ούτε η μια ούτε η άλλη εκδοχή παρουσιάζει την «αληθινή» φωνή της υπεξούσιας γυναίκας: και στις δυο αφηγήσεις η φωνή της είναι «εγγαστριμυθοποιημένη» και η ίδια εξαφανίζεται μέσα σε αυτό το βίαιο πήγαινε-έλα, ανάμεσα στην παράδοση και την εκμοντερνοποίηση, ανάμεσα στην πατριαρχία και τον ιμπεριαλισμό. Να, λοιπόν, που η θέση του υποκειμένου της ιθαγενούς γυναίκας κατασκευάζεται από τη Δύση και χρησιμεύει μόνο για να ενδυναμώνει το γόητρο του ευμενούς-διανοουμένου-ερμηνευτή της υπεξούσιας λειτουργίας.

Ή χρησιμεύει για να ενδυναμώνει τις λαϊκές και εθνικιστικές αξίες του έθνους: είναι αυτό που συνέβη στη Γαλλία με την ισλαμική μαντήλα. Ξαφνικά, η πατρίδα, τόσο συμβατή με την πατριαρχία και τις μιλιταριστικές και  σεξιστικές της αξίες, μετατρέπεται σε φεμινιστική και χρησιμοποιεί τον φεμινισμό ενάντια στις άλλες κουλτούρες· πριν δυο χρόνια παρακολουθήσαμε το παράδοξο: τον πολέμιο των εκτρώσεων Μπους να βομβαρδίζει το Αφγανιστάν για να απελευθερώσει τις γυναίκες από τη μπούργκα,  και σήμερα έχουμε τον άλλον[5] στη Γαλλία που απελευθερώνει τις μουσουλμάνες από την μαντήλα. Είναι γεγονός ότι η μαντήλα εξακολουθεί να εξάπτει τις  διεγερμένες φαντασιώσεις του δυτικού άνδρα που δεν ανέχεται να τον κοιτάζουν αλλά να μη μπορεί να κοιτάζει ο ίδιος· μόνο αυτός έχει το δικαίωμα να παρατηρεί, να αναλύει, να αξιολογεί, να κρίνει.

Το «imperial I-eye» του δεν πρέπει να συναντά εμπόδια: η έκφραση, που παίζει με τους πανομοιότυπους στα αγγλικά ήχους, που σημαίνει τόσο το Εγώ όσο και το ιμπεριαλιστικό μάτι, είναι της μετααποικιοκρατικής μελετήτριας Mary Louise Pratt· περιγράφει το επίμονο βλέμμα του λευκού άνδρα που «απανθρωποποιεί, παραλύει και δολοφονεί», όπως έγραφε ο Φανόν[6] με αφορμή την Αλγερία, τη γαλλική αποικιοκρατία και τη μαντήλα. Στην Αλγερία, στη διάρκεια των 130 χρόνων κατοχής, οι Γάλλοι επιχείρησαν να «φανερώσουν» τις γυναίκες, να καταστήσουν το σώμα τους διαθέσιμο στο δυτικό I-eye, ως μέσο για να κατακτήσουν πολιτισμικά ολόκληρη τη χώρα. Να που η μαντήλα μετατρέπεται σε διακύβευμα μιας μεγαλειώδους μάχης ανάμεσα στη Δύση και τον Άλλον, ενώ η Άλλη χρησιμοποιείται ως σύμβολο και έδαφος προς κατάκτηση και από τις δυο πλευρές. Το να κατακτήσεις αυτήν σημαίνει να εκμηδενίσεις αυτόν. Το να της επιβάλεις ή να της απαγορεύσεις τη μαντήλα σημαίνει να την εγγράψεις σε μια πατριαρχική κοινωνία ή σε μια άλλη. Σήμερα, στην εποχή της γυναικείας χειραφέτησης –που ωστόσο λίγο ή και καθόλου έχει να κάνει με την απελευθέρωση των γυναικών–, μετατρέπεται στο αντίθετο-όμοιό της: αυτή, η δυτική, που τραβάει αυτόν, τον μουσουλμάνο, με το λουρί του σκύλου: η σεξουαλική μεταφορά, άνδρας-εξουσιαστής, είναι η ίδια.

Αλλά η Σπίβακ ασκεί κριτική και στον διεθνή φεμινισμό που εξακολουθεί να τοποθετεί στο κέντρο τη Δύση –ή ένα δυτικό πρόσωπο, σε αυτή την περίπτωση τη φεμινίστρια– που αυτοπροσδιορίζεται ως υποκείμενο γνώσης, σωτηρίας, βοήθειας, ακριβώς γιατί κατασκεύασε την Άλλη ως αντικείμενο της πεφωτισμένης συμπόνιας της. Το να αναπαριστούμε την Άλλη, από την άλλη πλευρά του κόσμου, ως μειονεκτική αδελφή χρησιμεύει στο να μας κάνει να αισθανόμαστε απελευθερωμένα υποκείμενα, να μας επιστρέφει μια εικόνα εμάς των ιδίων μεγεθυμένη. Έτσι είναι που γινόμαστε υποκείμενα, με την αντρική έννοια, κατασκευάζοντας ένα αντικείμενο, ένα υπεξούσιο Άλλο. Ο δυτικός φεμινισμός άσκησε κριτική στο κυρίαρχο αντρικό υποκείμενο αλλά, στη συνέχεια, κινδυνεύει να κάνει με τις γυναίκες του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου ακριβώς το ίδιο που έκαναν οι άντρες επί 2.500 χρόνια. Και εξακολουθεί να θέτει με εμμονή αυτάρεσκες ερωτήσεις όπως, για παράδειγμα, «τι μπορώ να κάνω εγώ γι’ αυτές;».

Εάν θέλουμε ν’ αποφύγουμε να ζημιώσουμε τις γυναίκες του Τρίτου Κόσμου, θα πρέπει ν αποφύγουμε να κοιτάζουμε τα πράγματα από την οπτική γωνία εκείνου που, ως υποκείμενο, κάνει την ανάλυση: θα πρέπει να αποφύγουμε το κέντρο να είναι καθορισμένο, διασαφηνισμένο –ως συνήθως– από την ερευνήτρια. Το υποκείμενο δεν μπορεί να αποκεντρωθεί, διαφορετικά δεν είναι πια υποκείμενο, αλλά αυτό το κέντρο θα πρέπει διαρκώς να κριτικάρεται και να αποδομείται: «Η αποδόμηση –ισχυρίζεται η Σπίβακ σε μια συνέντευξή της στον Alfred Arteaga τo 1993– δεν λέει ότι δεν υπάρχει  το υποκείμενο, ότι δεν υπάρχει η αλήθεια, ότι δεν υπάρχει η ιστορία: απλά θέτει σε αμφισβήτηση την προνομιακή μεταχείριση της ταυτότητας ως συνώνυμο της αλήθειας.  Η αποδόμηση δεν είναι η έκθεση ενός λάθους. Διαρκώς και επίμονα κοιτάζει τον τρόπο με τον οποίο έχει παραχθεί η αλήθεια. Να γιατί η αποδόμηση δεν λέει ότι ο λογοκεντρισμός[7] είναι παθολογία. Η αποδόμηση είναι, μεταξύ άλλων, μια διαρκής κριτική όσων κάποιος δεν μπορεί να μη θέλει». Τι είναι αυτό που κάποιος  δεν μπορεί  να μη θέλει (και που προέρχεται από τη Δύση);

Για παράδειγμα, η ίδια η υποκειμενικότητα ή ο φεμινισμός. Εάν, ωστόσο, δεν επιθυμεί να γίνει εκείνο το επιτελεστικό υποκείμενο που είναι (ήταν) ο λευκός άνδρας, η μόνη δυνατότητα είναι μια διαρκής κριτική στον τρόπο που τοποθετείται στο κέντρο της αφήγησης. Να έχουμε αυτεπίγνωση, να ασκούμε κριτική, να αποδομούμε: αυτή είναι η «διαδρομή» της σκέψης της Σπίβακ που, πράγματι, δεν πιστεύει στις μεγάλες θεωρητικές κατασκευές που εξηγούν τα πάντα και που θέλουν να είναι συνεπείς με την απαίτησή τους να αφηγηθούν την απόλυτη και οριστική αλήθεια. Η Σπίβακ δεν πιστεύει στις μεγάλες αφηγήσεις [master narratives], τις αφηγήσεις των Δασκάλων αλλά και των κυρίαρχων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μεγάλες αφηγήσεις πρέπει να δαιμονοποιούνται όταν κάποιος πιάνεται να αφηγείται: πρέπει να αποδεχτούμε την παρόρμηση να σκεφτούμε τα αίτια και τον σκοπό, να καταστρώσουμε προγράμματα κοινωνικής δικαιοσύνης, έχοντας επίγνωση, όμως, την ίδια στιγμή, ότι πρόκειται για μια δική μας ανάγκη, δεν πρόκειται για την πορεία προς την αλήθεια, ούτε αποτελεί «λύση των προβλημάτων του κόσμου».

Η προειδοποίηση για τις μεγάλες αφηγήσεις, που υπάρχει κίνδυνος να πάρουν το επάνω χέρι και να παρουσιαστούν σε μας σαν να ήταν πραγματικές, ισχύει και για τις λέξεις τις οποίες οι αφηγήσεις χρησιμοποιούν: η Σπίβακ τις αποκαλεί masterwords, λέξεις των δασκάλων αλλά και, πάλι, των κυρίαρχων. Λέξεις όπως «ο εργάτης» ή «η γυναίκα» είναι λέξεις παρακινδυνευμένες γιατί οδηγούν στο να δημιουργηθούν και, στη συνέχεια, να κατασκευαστούν μεγάλες αφηγήσεις: κι ωστόσο είναι λέξεις που δεν έχουν καμιά  κυριολεκτική αναφορά, γιατί δεν υπάρχουν «αληθινά» παραδείγματα του «αληθινού» εργάτη ή της «αληθινής» γυναίκας που είναι «αληθινά» έτοιμοι να παλέψουν για τα ιδανικά που εμείς κατασκευάσαμε και για τα οποία κινητοποιήθηκαν. Αυτές οι σκέψεις θα έπρεπε να μας βάλουν σε επιφυλακή σχετικά με τις παγκόσμιες απαιτήσεις, για παράδειγμα του μαρξισμού ή του δυτικού φεμινισμού,  στο να μιλούμε στο όνομα των μεν και των δε.

Και η δυτική φεμινιστική στράτευση με τον νότο του κόσμου συχνά καλύπτει μια πατερναλιστική ανωτερότητα στο όνομα των περισσότερο μειονεκτικών αδελφών μας (που τις κατασκευάζουμε, συνεπώς έτσι τις θεωρούμε). Θα πρέπει να πάψουμε να αισθανόμαστε σε προνομιακή θέση, κατά συνέπεια καλύτερες, λέει η Σπίβακ, η οποία έτσι «καταλαμβάνει μια ιδιαίτερη θέση»[8]· ριψοκινδυνεύει, δηλαδή, τα αναρίθμητα προνόμια της: το ότι είναι διανοούμενη μεγάλης αξίας της αμερικάνικης ακαδημαϊκής κοινότητας που εμπλέκεται στη νεοαποικιοκρατική παραγωγή, το ότι διδάσκει τους πιο εξασφαλισμένους και καλομαθημένους ανθρώπους της γης και  ζει στην πιο πλούσια και καταναλωτική πόλη του πλανήτη. Το να «καταλαμβάνω μια ιδιαίτερη θέση» σημαίνει να μην επιδιώκω την καθολικότητα, δηλαδή την ουσία, ακόμα κι όταν, ανεξάρτητα αν το αναγνωρίζουμε ή όχι, δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς καθολικεύσεις. Το σημαντικό είναι να είμαστε ενσυνείδητοι και να χρησιμοποιούμε τις καθολικεύσεις παρά να τις απορρίπτουμε: είναι αυτό που εκείνη αποκαλεί στρατηγική ουσιοκρατία [strategic essentialism] γιατί, σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από τους άνδρες, δεν είναι δυνατό να  αναλύουμε και να ασκούμε φεμινιστική πολιτική παρά μόνο –ακόμα και αν κινδυνεύουμε από την ουσιοκρατία-  «ως γυναίκες»

Ακόμα και το προνόμιο αποδομείται γιατί δεν εμπλέκει, πάντα και απαραίτητα, εξυπνάδα, κατανόηση και δυνατότητα σχέσης. Συχνά, μάλιστα, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η Σπίβακ μας παροτρύνει να «ξεμάθουμε τα προνόμια μας γιατί είναι χασούρα» [unlearn one’s privilege as one’s loss]. Ο ρατσισμός –για παράδειγμα–, μαθαίνουμε, είναι μια οπτική γωνία και μια συμπεριφορά επίκτητη μου μας εμποδίζει να βλέπουμε, να καταλαβαίνουμε και να επικοινωνούμε με όποιον είναι διαφορετικός από μας: αποδίδουμε στην/ον Άλλη/ον στερεότυπα, την/τον ερμηνεύουμε μέσω προκαταλήψεων ενώ, στην πραγματικότητα, σφαλίζουμε το μυαλό μας, την πιθανότητα που έχουμε να επικοινωνήσουμε, να μάθουμε, να ανταλλάξουμε και να σχετιστούμε: να που το προνόμιο μας –σε αυτήν την περίπτωση το να ανήκεις στη λευκή φυλή– μετατρέπεται σε αδυναμία, σε ανικανότητα. Το να ξεμάθουμε το προνόμιο μας σημαίνει να αρχίσουμε να έχουμε μια «ηθική σχέση» με την/ον Άλλη/ον. Είναι ένας τρόπος να σκεπτόμαστε, να αντιλαμβανόμαστε την ταυτότητα τη δική μας και της Άλλης διαφορετικά.

Όχι πλέον η Άλλη που, από την άλλη πλευρά του κόσμου, λειτουργεί ως καθρέφτης που μεγεθύνει την εικόνα μας, αλλά η δυνατότητα να επικοινωνούμε διαμέσου αδύνατων αποστάσεων και διαφορών. Είναι ένα εναγκάλισμα, μια πράξη αγάπης στο εσωτερικό της οποίας και τα δυο πρόσωπα έχουν τη δυνατότητα να μάθει το ένα από το άλλο.

 


[1]  Η Ambra Pirri  (Παλέρμο, 1949) σπούδασε κοινωνιολογία και εργάστηκε ως δημοσιογράφος  σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά  όπως Paese Sera, Rinascita, Indice del Libro, Il Manifesto, DWF κα. Μετά από ένα μάστερs στο Σαν Φραντσίσκο, στις Women Studies, τα τελευταία χρόνια  ασχολείται με την μετααποικιοκρατική κριτική από τη φεμινιστική σκοπιά ενώ έχει επιμεληθεί την ιταλική έκδοση βιβλίων της Γκαγιάτρι Σπίβακ καθώς και το Who Sings the Nation-State?, διάλογο ανάμεσα στην Γκαγιάρτι Σπίβακ και την Τζούντιθ Μπάτλερ (2009).

[2] Τίτλοι και όροι που είναι αγγλικά στο κείμενο διατηρούνται και εδώ –  σε αγκύλη αν υπάρχει δόκιμη μτφ.

[3] Υποκειμενικότητα: συνείδηση εαυτού σε σχέση με τον αντικειμενικό κόσμο – συνείδηση ότι εγώ δεν είμαι αντικείμενο, είμαι φορέας σκέψεων, συναισθημάτων, θυμικών καταστάσεων.

[4] Ανθρωπισμός: μια ιδεολογία περί του υποκειμένου που το αναδεικνύει ως το πρωτεύον σημείο αναφοράς για την κατανόηση του κόσμου. Ο ανθρωπισμός ως ιδεολογία της μοναδικότητας της υποκειμενικότητας δεν υπάρχει σε πολλούς  πολιτισμούς της Ανατολής, καθώς δεν υπάρχει το εγώ από μόνο του αλλά εντάσσεται σε ένα «όλο» που δεν συνιστά  υποκείμενο. 

[5] Εννοεί τον Νικολά Σαρκοζί, όταν αυτός ήταν υπουργός Εσωτερικών (2002-2004)

[6] Frantz Fanon (1925-1961): Ψυχίατρος, συγγραφέας, φιλόσοφος από τη Μαρτινίκα, εργάστηκε πολλά χρόνια στην Αλγερία. Διεισδυτικός διανοητής των φυλετικών μηχανισμών επηρέασε τις μετααποικιοκρατικές μελέτες. Πιο διάσημο βιβλίο του «Της γης οι κολασμένοι».

[7] «Η μεταφυσική πάντα απέδιδε μεγαλύτερη αξία στον προφορικό λόγο αντί στον γραπτό με το επιχείρημα ότι στην προφορική επικοινωνία δεν μεσολαβεί καμιά απόσταση μεταξύ ομιλητή, ακροατή και ομιλητικού ενεργήματος.[…] ομιλητής, ακροατής και προφορική εκφορά του λόγου συν-παρίστανται. […] Η δυνατότητα μιας “πλήρους“ επικοινωνίας και κατανόησης αντιστοιχεί, τελικά, σ’ ένα νόημα τέλεια παρόν στον εαυτό του και συνιστά, ως “ιδεώδες”, θεμέλιο της δυτικής σκέψης και του δυτικού πολιτισμού, ανεξάρτητα από την επίτευξη της “πληρότητας” και της “τελειότητας” της επικοινωνίας στην πράξη. Η αυτονόητη εκ μέρους μας αποδοχή και πίστη ενός τέτοιου “ιδεώδους”, είτε στον καθημερινό, είτε στο δυτικό μας λόγο (φιλοσοφία) συνιστά ό,τι ο Ντεριντά αποκαλεί λογοκεντρισμό».(Σημειώσεις μεταπτυχιακού μαθήματος Φιλοσοφία και Επιστήμες στον 20ο αιώνα. Ντεριντά, [σελ. 11]. Διδάσκων: Αριστείδης Μπαλτάς).

[8] Στα ιταλικά  situarsi: το να βρίσκεσαι «εν τόπω». Αποδόθηκε περιφραστικά προκειμένου να τονιστεί η αντίθεση της «ιδιαίτερης θέσης» της Σπίβακ με τη καθολίκευση/γενίκευση.

 

Μετάφραση: Σοφία Ξυγκάκη

Πηγή: meltemi editore 

 

 

 

Share

ΜΜΕ και γυναίκα

της Χριστίνας Τσουλφίδου*

Είναι ευρέως γνωστό ότι η παραγωγή των πληροφοριών δεν περιορίζεται στην απλή αναμετάδοση μιας σειράς από γεγονότα. Αντίθετα, αποτελεί δυναμική διαδικασία η οποία αφορμάται από την κοινωνική πραγματικότητα, θέτοντας ταυτόχρονα ερωτήματα και εξυπηρετώντας πολιτικές σκοπιμότητες. Το γεγονός παραδίδεται στη δημοσιότητα ήδη τυποποιημένο και ενταγμένο σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο που δύσκολα αλλάζει, καθώς έχει τη δυνατότητα να μετασχηματίζεται ώστε να συμπεριλαμβάνει τα στοιχεία εκείνα που βρίσκονται ακόμα και εκτός πλαισίου. Το ερώτημα όμως που θέτει και η συγκυρία της βαθιάς κρίσης και της πολιτικής αστάθειας είναι το πώς ο ρόλος των ΜΜΕ μετασχηματίζεται. Πλέον ο παρεμβατισμός τους είναι πολύ πιο έντονος, καθώς δεν περιορίζεται στην απλή στήριξη των πολιτικών˙ πολύ περισσότερο μπαίνουν στη διαδικασία να διαμορφώσουν τις πολιτικές τοποθετήσεις και προσλήψεις της κοινωνικής πραγματικότητας από την πλευρά του ακροατή. Ως φορείς άσκησης πολιτικής, όχι μόνο ενισχύουν την κυβερνητική ατζέντα αλλά είναι ταυτόχρονα σε θέση να την διαμορφώσουν σε πιο δεξιές κατευθύνσεις.

Δημόσιος και ιδιωτικός χώρος: η εισαγωγή της γυναίκας στη δημόσια σφαίρα

Από τα πρώτα κιόλας ερμηνευτικά σχήματα των έμφυλων σχέσεων υπήρχε η τάση ταύτισης του άντρα με τον δημόσιο χώρο και της γυναίκας με τον ιδιωτικό, τον χώρο δηλαδή που έχει συνδεθεί κατά κύριο λόγο με το σπίτι, την οικογένεια και την προσωπική ζωή. Αυτή η τάση δεν οφειλόταν μόνο στην πολύ πιο έντονη ανισότητα των φύλων στα πεδία της έρευνας, αλλά και στην ίδια την αντίληψη των ερευνητών που ήταν έντονα ανδροκεντρική. Ωστόσο, τα κινήματα του ’60 και του ’70, καθώς και το φεμινιστικό κίνημα, συνέδραμαν τόσο στο κοινωνικό επίπεδο, στην αλλαγή δηλαδή των ίδιων των κοινωνικών σχέσεων και του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας, όσο και σε θεωρητικό επίπεδο. Η γυναίκα πλέον γίνεται ορατή στον δημόσιο χώρο.

Παρ’ όλα αυτά, η εισαγωγή της στον δημόσιο χώρο δεν πραγματοποιήθηκε με έμφυλα ουδέτερους όρους. Ο δημόσιος χώρος παραμένει βαθιά ανδροκρατούμενος μέχρι και σήμερα. Η παρουσία της γυναίκας, παρά τις διεκδικήσεις και τη στοχοθεσία των κινημάτων, νομιμοποιήθηκε ταυτόχρονα ενσωματώνοντας μια σειρά κοινωνικά στερεότυπα αλλά και δημιουργώντας νέα, όπως τη γυναίκα καριέρας. Η δημιουργία των νέων κοινωνικών αναπαραστάσεων αποτελεί μια διαδικασία έντονα διαδραστική, κατά την οποία τα ΜΜΕ αρθρώνουν τον κυρίαρχο λόγο. Θα ήταν μεγάλη αμέλεια εκ μέρους μας να ισχυριστούμε τι ο λόγος του μιντιακού χώρου αποτελεί απλή αντανάκλαση των κοινωνικής πραγματικότητας.

Αντίθετα, θεωρούμε ότι τα ΜΜΕ, ως ένας βασικός φορέας αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας, καθορίζουν και διαμορφώνουν τα κοινωνικά στερεότυπα. Με αυτή την έννοια, η παρουσίαση της γυναίκας από τα μέσα αποτελεί μια ιδεολογική έγκλιση κατά την οποία το υποκείμενο οφείλει να ανταποκριθεί και να υιοθετήσει τα πρότυπα που του αποδίδονται. Τα ΜΜΕ, επομένως, συγκροτούν υποκείμενα και μάλιστα διπλά διαμεσολαβημένα. Τα πρότυπα που προβάλλει η συγκεκριμένη παρουσίαση της είδησης προκύπτουν ύστερα από την πρόσληψη του γεγονότος από την πλευρά του δημοσιογράφου, αλλά και ύστερα από την πρόσληψη, μέσω του τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού δέκτη, του αναπαριστώμενου γεγονότος από τη δέκτρια.

Οι αναπαραστάσεις της γυναίκας δεν ορίζονται ως κάτι ενιαίο και στατικό αλλά περισσότερο συνθέτουν εικόνες θραυσματικές, αντιφατικές και πολύσημες. Κάτι τέτοιο αφενός οφείλεται στην πολυσύνθετη κοινωνική πραγματικότητα και στην πολλαπλότητα των ταυτοτήτων, αφετέρου αξίζει να επικεντρωθούμε στο πώς η ίδια η πολλαπλότητα της έμφυλης ταυτότητας χρησιμοποιείται, διαμορφώνεται και αναπαράγεται από τα ιδία τα ΜΜΕ στον δημόσιο χώρο ανάλογα την πολιτική συγκυρία.

Αναπαραστάσεις της γυναίκας από τα μίντια

Ο ρόλος των μίντια στη διαμόρφωση στερεοτύπων είναι εξαιρετικά καθοριστικός. Η γυναικά στα διάφορα σίριαλ, talk shows ή reality παρουσιάζεται υποδεέστερη του άντρα, αφελής και εμμονική με την εμφάνιση της. Με αυτόν τον τρόπο αποσιωπώνται όχι μόνο οι διαφορετικοί λόγοι σεξουαλικότητας και έμφυλης ταυτότητας αλλά και η ίδια η καθημερινότητα των γυναικών. Η επίδραση των παραπάνω στερεοτύπων είναι εμφανής σε κάθε πτυχή της ζωής μας. Πιο συγκεκριμένα, στις διαφημίσεις εκφράζονται μηνύματα γυναικείας παθητικότητας και υποτέλειας, καθώς γίνεται συστηματική χρήση του γυναικείου σώματος για την προώθηση των προϊόντων.

Η εικόνα του γυναικείου σώματος, κατά προτίμηση το στήθος, τα πόδια και τα οπίσθια, πουλά από γιαούρτια έως κινητή τηλεφωνία. Το γυναικείο σώμα στις διαφημίσεις αποσπάται από το ίδιο το υποκείμενο στερώντας την ανθρώπινη υπόσταση του και κάνοντας τη γυναίκα αντικείμενο-εργαλείο. Συνέπεια όλων αυτών δεν είναι μόνο η ταύτιση της γυναίκας με σημεία του σώματός της, κάτι που οδηγεί σε μια αρνητική αντίληψη των ατελειών του σώματος, της ηλικίας ή του βάρους της, και κατά συνέπεια του ίδιου του εαυτού της, αλλά πολύ περισσότερο συνεπάγεται την αναπαράσταση της γυναίκας και του σώματος της ως αντικειμένου προς τέρψιν του αντρικού βλέμματος.

Όταν η γυναικεία ταυτότητα δεν σκιαγραφείται βάσει του παραπάνω μοντέλου, τότε βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τις περιπτώσεις οι οποίες προβάλλουν γυναίκες που ίσως «ξεφεύγουν» από τον κοινωνικό ρόλο που τους αποδίδεται. Μιλάμε, δηλαδή, για γυναίκες πολιτικούς, γυναίκες αθλήτριες και γυναίκες εγκληματίες. Στις δύο πρώτες περιπτώσεις είναι χαρακτηριστικό ότι τα υποκείμενα παρουσιάζονται περισσότερο ως σταρ της τηλεόρασης παρά με την επαγγελματική τους ιδιότητα. Τα άρθρα στις κοσμικές στήλες και οι μεσημεριανές εκπομπές ασχολούνται με την προσωπική τους ζωή, τον αν έχουν ή όχι σύζυγο, παιδιά κ.λπ. Παραδείγματα αυτής της τάσης αποτελεί ένα από τα τελευταία ρεπορτάζ του Star για τα «συνολάκια» της Βουλής, καθώς και η συστηματική παρουσία αθλητριών όπως η Κατερίνα Θάνου στο ελληνικό κόκκινο χαλί, αλλά και άρθρα του τύπου «Οι 36 πιο sexy αθλήτριες» κ.λπ.

Ειδικά στην περίπτωση των πολιτικών προσώπων έχει πολύ ενδιαφέρον το πώς παρουσιάζονται ανάλογα με την τοποθέτησή τους. Μια βουλευτής της Ν.Δ., για παράδειγμα, θα ενταχθεί στην κατηγορία των σοβαρών, ανεξάρτητων γυναικών με δυναμισμό, που παλεύουν για το μέλλον του τόπου και κυρίως των παιδιών τους. Αντίθετα, μια βουλευτής αριστερών σχηματισμών θα παρουσιαστεί περισσότερο ως γραφική, ακόμα και υστερική, έξω από το πλαίσιο του κοινωνικά αποδεκτού. Δεν είναι λίγες οι φορές που μπορεί να της στερηθεί ακόμα και η γυναικεία ιδιότητα. Είναι εμφανές, επομένως, ότι σε χώρους όπως η πολιτική και ο αθλητισμός, χώρους έντονα ανδροκρατούμενους, η γυναικεία παρουσία ενσωματώνεται και νομιμοποιείται με συγκεκριμένους και έντονα σεξιστικούς όρους.

Γυναίκα και ποιοτική στροφή στην παραγωγή της είδησης

Πέρα από τις πιο «διαχρονικές» κοινωνικές αναπαραστάσεις της έμφυλης ταυτότητας στη μιντιακή σφαίρα, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας ότι τα τελευταία δύο χρόνια έχει σημειωθεί σημαντική ποιοτική αλλαγή στη στρατηγική του δημόσιου λόγου. Η προσπάθεια απόσπασης συναίνεσης δεν επιχειρείται πλέον με την «ωραιοποίηση» των πολιτικών επιλογών των εκάστοτε κυβερνήσεων. Η οικονομική και κοινωνική κρίση παρουσιάζεται με όρους «φυσικής καταστροφής» και οι πολιτικές επιλογές των μνημονιακών κυβερνήσεων ως λύση έκτακτης ανάγκης, καθώς «δεν υπάρχουν εναλλακτικές ρεαλιστικές προτάσεις». Η νομιμοποίηση των κυβερνώντων και η διατήρηση της πολιτικής εξουσίας περνά μέσα από την καλλιέργεια και τη διαχείριση του φόβου στο ακροατήριο. Ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο οφείλουμε να εξετάσουμε πώς ακριβώς η έμφυλη ταυτότητα, και πιο συγκεκριμένα η γυναίκα ως θύμα ή ως εγκληματίας, χρησιμοποιείται από τα ΜΜΕ προκειμένου να αποσπαστεί η συναίνεση της ελληνικής κοινωνίας στις κυβερνητικές επιλογές.

Τον τελευταίο χρόνο έχουν βγει στη δημοσιότητα μια σειρά από γεγονότα έμφυλης βίας και γυναικείας εγκληματικότητας, τα οποία μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα με την πολιτική συγκυρία της ελληνικής κοινωνίας και ότι χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά και στρατηγικά από τα ΜΜΕ, τα οποία αποσκοπούσαν στη διαμόρφωση μιας πολύ συγκεκριμένης και αρραγούς αντίληψης από την πλευρά του ακροατηρίου. Το παράδειγμα της γυναικείας εγκληματικότητας, μάλιστα, χρήζει μεγαλύτερης ανάλυσης, καθώς η αναπαραστάσεις των γυναικών-εγκληματικών τείνουν στην αποδόμηση της κοινωνικά κυρίαρχης αντίληψης περί του τι συνιστά «κοινωνικά πρέπουσα συμπεριφορά» βάσει των στερεοτύπων της καλής γυναίκας, συζύγου, νοικοκυράς και μητέρας.

Η γυναικεία εγκληματικότητα αναπαριστάται ως ανατροπή της γυναικείας συμπεριφοράς, ως ένα γεγονός μη κοινωνικά προσδοκώμενο. Η γυναίκα εγκληματίας λειτουργεί παρά φύσιν κι αυτό γιατί στον κυρίαρχο λόγο ο έμφυλος χαρακτήρας της εγκληματικότητας είναι αντρικός. Η εγκληματική συμπεριφορά δεν είναι στη φύση της γυναίκας, γι’ αυτό άλλωστε και δεν χρειάστηκε ποτέ κάτι παραπάνω από έναν ήπιο κοινωνικό έλεγχο οικιακού τύπου. Παράλληλα, τα ποσοστά της γυναικείας εγκληματικότητας και συμμετοχής στον ποινικό πληθυσμό είναι αρκετά χαμηλά στις επίσημες στατιστικές. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι σταθερό ιστορικό δεδομένο αν λάβουμε υπόψη μας περιόδους με υψηλά ποσοστά γυναικών κατάδικων, καθώς και το γεγονός ότι τα ιδρύματα κράτησης γυναικών είχαν μάλλον χαρακτήρα αναμορφωτηρίου παρά φυλακής.

Στις περιπτώσεις λοιπόν που η γυναικεία εγκληματικότητα εμφανίζεται στον δημόσιο χώρο ως γεγονός μη κοινωνικά προσδοκώμενο, η εγκληματική πράξη σχετίζεται σχεδόν πάντα με έναν άντρα, τον οποίο η εγκληματίας αγαπούσε ή μισούσε παράφορα. Η εγκληματίας αναπαριστάται ως άτομο ελεύθερων ηθών, καταστροφικό, που έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τον άντρα και να τον θυματοποιεί. Συχνά αποδίδεται στο υποκείμενο ο χαρακτηρισμός «γυναίκα-αράχνη», μια κωδικοποίηση που αυτόματα δηλώνει ότι η γυναίκα-εγκληματίας ανατρέπει τον κοινωνικά προσδοκώμενο ρόλο της, ενσωματώνοντας χαρακτηριστικά του ανδρικού φύλου, όπως είναι η βία, ο έλεγχος και η εξουσία.

Τον Μάιο του 2012 δημοσιεύτηκαν φωτογραφίες οροθετικών γυναικών, που όπως διέδιδαν τα ΜΜΕ αποτελούσαν παγίδες θανάτου για χιλιάδες πολίτες και νοικοκυραίους. Η «υγειονομική βόμβα» που έσκασε την περίοδο των εκλογών αποσκοπούσε σε μια συντηρητική στροφή των Ελλήνων, καλλιεργώντας το φόβο για τις περιθωριακές ομάδες όπως οι τοξικομανείς και οι ιερόδουλες που «έχουν κατακλύσει το κέντρο της Αθήνας», σύμφωνα με τον κυρίαρχο λόγο. Η διαπόμπευση των γυναικών αυτών έδωσε την ευκαιρία στους κυβερνώντες να διαδραματίσουν το ρόλο του σωτήρα της απειλούμενης υγείας της ελληνικής οικογένειας από την μία, αλλά και το ρόλο των τιμωρών των γυναικών αυτών που δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από μιάσματα και ανθυγιεινά στοιχεία για τον εθνικό κορμό, από την άλλη. Η συμπεριφορά των Ελλήνων πελατών παράνομης πορνείας παρουσιάστηκε φυσιολογική και κοινωνικά αποδεκτή, ενώ η πορνεία και τα ναρκωτικά προβλήθηκαν ως φαινόμενα που σχετίζονταν με την αρρωστημένη ψυχοσύνθεση κάποιων γυναικών και ατόμων, και όχι ως φαινόμενα που γεννήθηκαν από τις έντονες κοινωνικές ανισότητες.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο χρονικό διάστημα των εκλογών εθνικής σωτηρίας ο κυρίαρχος λόγος μέσω αυτής της είδησης επιχείρησε να αναδείξει την οικογένεια ως βασικό πυλώνα του έθνους, ο οποίος δεν πρέπει μόνο να προστατεύεται από ανάλογες παγίδες θανάτου, αλλά και ως τέτοιος οφείλει να προσέρχεται στις κάλπες. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο δημόσιος λόγος σε περίοδο κρίσης επιλέγει συνειδητά να διαμορφώσει και να οξύνει το φαντασιακό δίπολο «εμείς (οι καλοί) και οι άλλοι (οι κακοί)», όπου οι «άλλοι» συνεχώς θα πληθαίνουν: Το εν λόγω σχήμα δεν είναι στατικό, με αποτέλεσμα ως «άλλοι» να νοούνται όλοι όσοι είναι ενάντια στην κυβερνητική πολιτική και τις νεοφιλελεύθερες αξίες. Τέλος, ένα σημαντικό στοιχείο το οποίο διαφαίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το συχνό ερώτημα για το ποια ζωή αξίζει να βιωθεί. Εδώ η ζυγαριά προφανώς γέρνει υπέρ του γνωστού προτύπου του δυτικού, λευκού, πλούσιου άντρα.

Το καλοκαίρι του 2012, τη στιγμή που η κυβέρνηση είχε δώσει εντολή για «εκκαθάριση» του κέντρου των πόλεων από τους μετανάστες, βγήκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας ο βιασμός μιας ανήλικης κοπέλας στην Πάρο από έναν μετανάστη πακιστανικής καταγωγής. Η ιστορία είχε ως εξής: Η έφηβη είχε πάει διακοπές με τους γονείς της. Κάποια στιγμή απομακρύνθηκε από αυτούς, με συνέπεια να βρεθεί αντιμέτωπη με τον «Δράκο της Πάρου». Η κοπέλα βιάστηκε, υπέστη άγριο ξυλοδαρμό και μεταφέρθηκε στην εντατική για πολλές μέρες. Οι φωτογραφίες του δράστη δημοσιεύτηκαν, και τα ΜΜΕ σε κρίση πανικού βάλθηκαν να παρουσιάσουν το ψυχολογικό προφίλ του κατηγορούμενου.

Το σημαντικό στοιχείο σε αυτή τη διαδικασία είναι ότι η ψυχοσύνθεση του βιαστή δεν αποτέλεσε τίποτα άλλο παρά «φυσική» συνέχεια της εθνικής του ταυτότητας. Εξάλλου ως στοιχείο αυτής της εθνικής ταυτότητας παρουσιάστηκε και το γεγονός ότι ο ίδιος επιχείρησε να αποκρύψει την πραγματική του ηλικία για να γλιτώσει την ποινή. Χωρίς να επιχειρείται κάποια προσπάθεια θυματοποίησης ενός βιαστή από μεριάς μας, οφείλουμε να εξετάσουμε το πώς ο κυρίαρχος λόγος έθεσε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο για το συγκεκριμένο βιασμό προκειμένου να αποσπάσει την κοινωνική συναίνεση υπέρ συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών.

Άλλο σημαντικό στοιχείο είναι και ο λόγος της Χρυσής Αυγής δια στόματος Η. Κασιδιάρη στη Βουλή. Χρησιμοποιώντας την παραπάνω συλλογιστική και αποκαλώντας το θύμα «κοριτσάκι 15 χρονών» και τον αλλοδαπό «σκουπίδι», ανάφερε ότι η Ελλάδα έχει καταντήσει «σκουπιδότοπος της Ευρώπης λόγω της εισβολής όλων αυτών των παράνομων στοιχείων που στόχο έχουν την κακοποίηση και την απαξίωση όλου του έθνους». Εδώ είναι μάλλον εμφανής ο έντονος παραλληλισμός μεταξύ του γυναικείου σώματος της κοπέλας-θύματος και της ίδιας της Ελλάδας, η οποία «βιάζεται» και «εμπαίζεται» καθημερινά από τους μετανάστες. Μια γενική αίσθηση που άφηνε η όλη αφήγηση του περιστατικού είναι πως ο βιασμός αποτελεί παράγωγο της κρίσης, πως τελικά ευθύνεται η κυβέρνηση που δεν έχει διώξει ακόμη όλους τους μετανάστες και πως, αν δεν γίνει κάτι γρήγορα, μόνο με βιασμούς, κλοπές και δολοφονίες θα ερχόμαστε αντιμέτωποι.

Ακόμη ένα περιστατικό έμφυλης βίας που απασχόλησε τα ΜΜΕ ήταν ο βιασμός της 34χρονης κοπέλας στην Ξάνθη από έναν Έλληνα, αυτή τη φορά, καταστηματάρχη. Μια συγκριτική προσέγγιση ανάμεσα στα δύο γεγονότα θα μας βοηθήσει να επεξεργαστούμε το πώς η έμφυλη ταυτότητα νοηματοδοτείται ανάλογα με την ηλικία του υποκειμένου-θύματος και το πώς δράστης ορίζεται σε σχέση με την εθνικότητα του. Σε αντίθεση με την περίπτωση της Πάρου, το πρώτο ερώτημα που έθεσαν τα ΜΜΕ ήταν το πώς σχετιζόταν η γυναίκα με τον βιαστή και το ποια περιθώρια δόθηκαν στον δράστη˙ το πώς προκάλεσε η 34χρονη το συγκεκριμένο γεγονός. Είναι, επομένως, ξεκάθαρο ότι μια ενήλικη γυναίκα δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως παιδί-θύμα όπως η 15χρονη. Ως εκ τούτου, το υποκείμενο δεν μπορεί να είναι τελείως αθώο και βάσει αυτής της συλλογιστικής πολύ πιθανόν να σχετιζόταν ερωτικά με τον βιαστή της. Σύμφωνα με τον κυρίαρχο λόγο, το θύμα όφειλε να γνωρίζει τα όρια της πρέπουσας γυναικείας συμπεριφοράς.

Αντίστοιχα, αν και η βιαιότητα του συγκεκριμένου βιασμού σόκαρε την ελληνική κοινωνία, η αντιμετώπιση του δράστη στη μιντιακή σφαίρα ήταν τελείως διαφορετική. Τα στοιχεία του δεν δημοσιεύτηκαν αμέσως και παρά το γεγονός ότι είχε υποστεί επανειλημμένως καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση, ο συγκεκριμένος άντρας εμφανίστηκε ως εξαίρεση του κανόνα. Ο βιασμός και η δολοφονία της 34χρονης ήταν απλώς ακόμη ένα έγκλημα πάθους που ξέφυγε σε επίπεδο βαρβαρότητας από τον μέσο όρο λόγω της άρρωστης ψυχοσύνθεσης του δράστη. Ως αποτέλεσμα, η πράξη αποσυνδέθηκε πλήρως από τις κοινωνικές σχέσεις που γεννούν τον σεξισμό και την ανισότητα.

Πτυχή του πώς αρθρώνεται ο κυρίαρχος λόγος στα ΜΜΕ αποτελεί, επίσης, η επιλογή του ποιο γεγονός αξίζει «να γίνει είδηση». Προφανώς, τα κριτήρια είναι πολιτικά και είναι λάθος να υιοθετούμε λογικές συνωμοσιολογίας, ωστόσο η αφήγηση ή μη ενός γεγονότος αποτελεί εργαλείο στα χέρια των ΜΜΕ και των κυβερνώντων. Ο άγριος ξυλοδαρμός και διαπόμπευση μιας γυναίκας στην Εύβοια από τον σύζυγο της επειδή τον απατούσε δημοσιεύτηκε στα τοπικά μέσα και στον αριστερόστροφο Τύπο. Δεν αντιμετωπίστηκε ως κάτι που μας αφορά όλους πανελλαδικά. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι κάτι τέτοιο μάλλον οφείλεται και στην πολιτική θέση του συζύγου, ο οποίος είναι μέλος της Χρυσής Αυγής. Μια τέτοια ανάλυση όμως είναι αρκετά κοντόφθαλμη, καθώς δεν λαμβάνει υπόψη ζητήματα όπως ότι η τιμή για τον άντρα στην ελληνική κοινωνία έχει ένα πολύ βαθύ έρεισμα και ότι η μοιχεία οδηγεί αυτόματα στην προσβολή και την απαξίωση του συζύγου.

Παράλληλα, η ίδια η μοιχεία είναι ένδειξη ότι η συγκεκριμένη γυναίκα δεν εκπληρώνει το ρόλο της ως καλής συζύγου και ότι εκθέτει την οικογένειά της ανεπανόρθωτα. Είναι, επομένως, υπεύθυνη, καθώς η ίδια προκάλεσε τον εξευτελισμό της. Συμπερασματικά, η πρακτική της διαπόμπευσης, αν και αποτελεί ακραία μορφή ψυχολογικής και σωματικής βίας, ήταν σε μεγάλο βαθμό νομιμοποιημένη από τη μέση αντίληψη των κατοίκων, των ΜΜΕ και της ελληνικής κοινωνίας. Πολύ πιθανόν τέτοιες εικόνες να μας φαίνονται βγαλμένες από ένα πολύ μακρινό παρελθόν της ελληνικής επαρχίας και ίσως ταυτόχρονα να υποπτευόμαστε πως για όλα αυτά ευθύνονται οι ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές των τελευταίων χρόνων, αλλά δυστυχώς οι πρακτικές έμφυλης βίας δεν είναι φαινόμενο της τελευταίας διετίας. Αντίθετα, έχουμε μετρήσει πολλές τέτοιες περιπτώσεις και στο παρελθόν.

Η έμφυλη ανισότητα και οι βίαιες πρακτικές που αυτή επιφέρει ενυπάρχει στην κυρίαρχη ιδεολογία και αναπαράγεται συστηματικά από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, όπως η εκπαίδευση και η οικογένεια. Παράγεται λοιπόν και αναπαράγεται από το ίδιο το σύστημα. Ίσως ένα διαχρονικό στοιχείο που αφορά τη γυναίκα στον δημόσιο χώρο είναι η απουσία του γυναικείου λόγου. Προφανώς, χρειάζεται να σημειώσουμε ότι ο γυναικείος λόγος είναι πολυδιάστατος και όχι ενιαίος, ότι δεν είναι εκ φύσεως φορέας φεμινισμού, και ότι θα ήταν λάθος να γενικεύουμε συμπεράσματα σε αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, θα ήταν χρήσιμο να δούμε πώς η απουσία ή, καλύτερα, η μερική απουσία του γυναικείου λόγου συντελεί στην κατασκευή των στερεότυπων και των κοινωνικών αναπαραστάσεων. Δηλαδή, πώς οι γυναικείες φωνές, αν και αρχικά μπορεί να βρίσκονται εκτός ερμηνευτικού πλαισίου στη δημόσια σφαίρα, ενσωματώνονται έντεχνα από τον κυρίαρχο λόγο προκειμένου ο ίδιος να παραμείνει ηγεμονικός.

Πολύ περισσότερο, μπορούμε να διακρίνουμε και ταξικά στοιχεία στο συγκεκριμένο ζήτημα, καθώς οι γυναίκες των ανώτερων στρωμάτων είχαν και έχουν πιο υπολογίσιμη τοποθέτηση σε θέματα που αφορούν τη θέση της γυναίκας (π.χ. το ζήτημα της μαντίλας). Ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, το θεωρητικό και πολιτικό σχήμα που αποδίδεται σε αυτές τις γυναίκες είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αυτό του πολίτη β΄ κατηγορίας. Από την άλλη, ποτέ δεν δόθηκε από τα ΜΜΕ ο αντίστοιχος χώρος για να τοποθετηθούν γυναίκες άνεργες, ομοφυλόφιλες, εγκληματίες, γυναίκες απολυμένες, γυναίκες που εργάζονται σε καθεστώς μερικής απασχόλησης, γυναίκες που έχουν υποστεί επανειλημμένως σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας τους, γυναίκες που πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα στην εγκυμοσύνη ή την απόλυση τους, γυναίκες μετανάστριες, θύματα βιασμών ή trafficking. Η συγκεκριμένη λίστα προφανώς είναι πολύ μεγαλύτερη.

Τελικά, η απάντηση στο ερώτημα αν οι πρακτικές έμφυλης βίας προϋπήρχαν της κρίσης ή γεννήθηκαν από αυτήν είναι σχετικά εύκολη, χωρίς να είναι απαραίτητα απλουστευτική. Αρκεί να θυμηθούμε την επίθεση στην Κωνσταντίνα Κούνεβα, το βιασμό της μαθήτριας στην Εύβοια, ακόμα και γεγονότα από την ίδια την καθημερινότητά μας. Ο σεξισμός και η βία –συμβολική ή φυσική– που αυτός επιφέρει σίγουρα οξύνθηκαν λόγω των κοινωνικών μεταβολών και της έντασης των κοινωνικών ανισοτήτων. Ωστόσο, ως αντιλήψεις ενυπήρχαν και αναπαράγονταν ήδη πριν από την κρίση στις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους.

Μια τέτοια κοινωνική πραγματικότητα δεν θα έπρεπε να μας γεμίζει αμηχανία και ούτε φυσικά να μας οδηγεί στην αδράνεια. Αν και αποτελεί κοινός τόπος η σχετική υποχώρηση του φεμινιστικού κινήματος στην Ελλάδα, οι απαντήσεις και οι διεκδικήσεις εκ μέρους του χώρου δίνονται και πρέπει να συνεχίσουν να δίνονται. Όχι μόνο επειδή δεν πρέπει να αφήνουμε έδαφος σε τέτοιες πρακτικές και στον ίδιο τον αντίπαλο, αλλά κυρίως γιατί μπορούμε να έχουμε υλικές νίκες σήμερα, με τρανό παράδειγμα την πρόσφατη αθώωση όλων των οροθετικών γυναικών.

Πηγές

Αφροδίτη Κουκουτσάκη, «Η γυναίκα εγκληματίας στον δημόσιο χώρο: αναπαραστάσεις της γυναικείας εγκληματικότητας» στο Μαριάννα Ψύλλα (επιμ.) Δημόσιος χώρος και φύλο, Αθήνα: Τυπωθήτω-Δαρδανός, 2009

Χριστίνα Κούρκουλα, «Η εικόνα της γυναίκας στα ΜΜΕ»

Δημήτρης Παπανικολάου, «Ομοφοβία, ρατσισμός και θανατοπολιτική»

Αλίκη Κοσυφολόγου, «Έμφυλη βία στο φόντο μιας πολύπλευρης κρίσης»

 

*Το κείμενο προέρχεται από την ομώνυμη εισήγηση στην εκδήλωση «Κρίση, έμφυλη βία και Αριστερά», η οποία πραγματοποιήθηκε στην πολιτική-πολιτιστική Λέσχη Εκτός Γραμμής το Σάββατο 16 Μαρτίου 2013. Στην εκδήλωση συμμετείχαν ως εισηγήτριες η  Ειρήνη Γαϊτάνου, διδακτορική φοιτήτρια Πολιτικών Επιστημών στο King’s College του Λονδίνου, η Έλενα Διαμαντοπούλου, εκπρόσωπος επικοινωνίας της Colour Youth-Κοινότητα LGBTQ νέων Ελλάδας, και η Χριστίνα Τσουλφίδου, απόφοιτος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Παντείου Πανεπιστημίου.

Πηγή: εκτός γραμμής

 

Share

Μαντώ Μαυρογένους

Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από τη βιογραφία της Μαντώς Μαυρογένους από τον Σπύρο Μελά, και παρουσιάστηκε σε διεθνή εκδήλωση της Παγκόσμιας Πορείας Γυναικών το 2008 για να τιμηθούν σημαντικές γυναίκες της ιστορίας, από την Αφροδίτη Σταμπουλή, και την Ομάδα Γυναικών Σερρών. Δυστυχώς το είχαμε μόνο στην αγγλική του μετάφραση, οπότε η επιστολή προς τον βασιλιά έχει ξαναμεταφραστεί προς τα Ελληνικά και άρα δεν έχει την πρωτότυπη γραφή της. 

Σ.Β.

Μια σπουδαία γυναίκα, ηρωίδα της ελληνικής επανάστασης ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία, για τη δημιουργία του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Υπέστη διακρίσεις επειδή ήταν γυναίκα, παρά τη μεγάλη της προσφορά στην επανάσταση.

Η Μαντώ Μαυρογένους ζούσε στην Τεργέστη, την οποία άφησε μαζί με τον πατέρα της για να μεταβεί στην Ελλάδα, στη Μύκονο, και να βοηθήσει στην ελληνική επανάσταση από την αρχή της, το 1821. Φόρεσε ανδρικά ρούχα και αρμάτωσε δύο πλοία με δικά της χρήματα. Πήρε προσωπικά μέρος σε πολλές μάχες και εργάστηκε γενικότερα για την στρατολόγηση Ελλήνων ανδρών και για την παροχή όπλων και εφοδίων για τον αγώνα. Έδωσε όλα τα χρήματά της για την επανάσταση.

Πολύ μετά την δημιουργία του σύγχρονου ελληνικού κράτους, το 1828, της παραχωρήθηκε ένα σπίτι στο Ναύπλιο (την πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας) ως ανταμοιβή για τον ηρωισμό της και της δόθηκε επίσης τιμητικά το αξίωμα της αντιστρατήγου. Αργότερα εξορίστηκε στο νησί της Μυκόνου και πέθανε το 1848, σε πλήρη ένδεια. Υπέστη αδικία από το κράτος που τόσο ηρωικά είχε αγωνιστεί για να δημιουργηθεί, επειδή ήταν γυναίκα. Αυτό φαίνεται από την επιστολή της στον βασιλιά που δημοσιεύουμε παρακάτω, με κάποιες επεξηγήσεις για τις προσπάθειές της.

Αναγκάστηκε να γράψει στον Βασιλικό Γραμματέα, μια αναφορά που συνοδευόταν από τα σχετικά έγγραφα, όπου εξηγούσε «τις στρατιωτικές προσφορές, τις χρηματικές προσφορές και τις χρηματικές θυσίες που πρόσφερε για την ανεξαρτησία της μητέρας πατρίδας». Ο Βασιλικός Γραμματέας διέταξε να γίνει δεκτή η αναφορά της Μαντώς, και να της δοθεί «ένα ικανό ποσόν ως ανταμοιβή και μια διάκριση». Αλλά η Μαντώ έπρεπε να περιμένει πολύ. Την χαρακτήριζαν ως χήρα και έφεδρη, και της έδωσαν μια μικρή σύνταξη.

Για έξι ολόκληρα χρόνια η Μαντώ περίμενε για την διόρθωση αυτής της αδικίας. Αλλά ματαίως. Τελικά αναγκάστηκε να πάει στην Αθήνα και να υποβάλει στον βασιλιά Όθωνα μια δεύτερη αναφορά:

«Υψηλότατε!

Είχα υποβάλει τα επίσημα έγγραφα στην Επιτροπή Ελέγχου στο Ναύπλιο, όπου έγραφα για τις στρατιωτικές προσφορές και τις χρηματικές θυσίες που πρόσφερα για την ανεξαρτησία της μητέρας πατρίδας. Η Βασιλική Γραμματεία του Στρατού, με το έγγραφό της της 30/1/1834 προς την αναφερόμενη επιτροπή,  διέταξε οι προσφορές και οι θυσίες μου να αξιολογηθούν, και συγκεκριμένα να προτείνει τα δικαιώματα που μου αποδόθηκαν ως ανταμοιβή.

Στην απόκρισή της η επιτροπή, όπως με διαβεβαίωσαν, πρότεινε να μου δοθεί ένα ικανό ποσό χρημάτων ή γη και μια διάκριση που η Μεγαλειότητά σας θα αποδεχόταν. Αλλά, από τότε δεν έλαβα ούτε διάκριση ούτε χρηματική ανταμοιβή ή γη, αλλά μόνο μια σύνταξη, που αρκεί μόνο να πληρώνω τον μηνιαίο μισθό της υπηρέτριάς μου.

Όσον αφορά την αναφερόμενη σύνταξη, η Γραμματεία με θεώρησε ως χήρα ή έφεδρη, αλλά δεν ήμουν ποτέ ούτε έφεδρη ούτε παντρεμένη ώστε να υπάρξει η πιθανότητα να καταστώ χήρα. Όπως λέει η ανωτέρω διαταγή, δεν συναινεί να μετέχω στα δικαιώματα των αξιωματικών του στρατού, ως οι δικές μου προσφορές να ήταν διαφορετικές από τις προσφορές των άλλων αξιωματικών, και ως εάν το έθνος, στις διακηρύξεις και αποφάσεις του έκανε ποτέ διάκριση μεταξύ γυναικών και ανδρών που υπηρέτησαν στρατιωτικά τη μητέρα πατρίδα ή θυσιάστηκαν άλλως γι’ αυτή. Η Γραμματεία θα έπρεπε να με θεωρήσει ως έχουσα προσωπικά αγωνιστεί εναντίον των εχθρών της μητέρας πατρίδας, και ως έχουσα θυσιάσει τεράστια ποσά προσωπικής χρηματικής περιουσίας, ως έχουσα στρατολογήσει στρατιώτες και εκστρατεύσει εναντίον των εχθρών της πατρίδας και ως έχουσα υπηρετήσει στρατιωτικά καθήκοντα, τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα, και εκ τούτου, φυσικά, δεν θα είχε ολισθήσει στο βαρύ σφάλμα να με θεωρήσει ως χήρα ή έφεδρη. Θα έπρεπε να έχει κρίνει η Βασιλική Δικαιοσύνη τις προσφορές και τις θυσίες μου, και τότε, εάν δεν μπορούσα να λάβω στρατιωτικό αξίωμα, αφού είμαι γυναίκα, τουλάχιστον θα έπρεπε να μου δοθεί η διάκριση που δικαιούμαι, που εγώ, επίσης, είμαι σε θέση να φέρω, και μια προσφορά, όπως αυτή που δίδεται στους αξιωματικούς, ώστε να μην είμαι εγώ η μόνη παραπονούμενη, μεταξύ των αγωνιστών για την μητέρα πατρίδα.

Αυτό είναι μια ανάγκη για την Βασιλική Δικαιοσύνη. Και προς την Υψηλότητά σας ξανά εκφράζω την ελπίδα ότι εσείς, Βασιλέα, θα αποφασίσετε να μου απονείμετε την διάκριση και την σχετική προσφορά προς τους στρατιωτικούς, ως ανταμοιβή για τις προσφορές και τις θυσίες μου».

Μετάφραση: Σίσσυ Βωβού

 

Share

Ομοφοβία, ρατσισμός και θανατοπολιτική

με οργή και σε πένθος

του Δημήτρη Παπανικολάου*

Στο πρόσφατο, θαυμάσιο, ντοκιμαντέρ How to survive a plague, που αφηγείται την ιστορία της ACT UP στη Νέα Υόρκη, βλέπεις εικόνες από γνωστές δράσεις της οργάνωσης που απαίτησε, στον δημόσιο χώρο, την αλλαγή της κρατικής πολιτικής για το AIDS στην Αμερική της δεκαετία του ’90. Μια από αυτές ήταν οι «πολιτικές κηδείες» για τα θύματα της ασθένειας. Τα φέρετρα περιφέρονταν στο Νότιο Μανχάταν, και η απόδοση τιμής μεταμορφωνόταν σε διαδήλωση — κάποια έφταναν μέχρι έξω από το προεκλογικό στρατηγείο του Μπους το ’92, με το μήνυμα «το αίμα μας πάνω σου». Μέσα από τον θάνατο, με μια ταυτότητα σε διακινδύνευση και σε στιγμή απόλυτου στιγματισμού της, κάποιοι τόλμησαν να αντιμιλήσουν. Σε μια συγκλονιστική σκηνή, ο ακτιβιστής Μπομπ Ράφσκι, έξω από το στρατηγείο του Μπους και μπροστά από το φέρετρο ενός συντρόφου του, σταματάει, γέρνει το κεφάλι, τα σημάδια της ασθένειας εμφανή στο πρόσωπό του, και φωνάζει: «Με οργή και σε πένθος, αυτή η μάχη δεν θα σταματήσει μέχρι να είμαστε όλοι μας ασφαλείς. ACT UP, αντεπιτεθείτε, πολεμήστε το AIDS».

Πιστεύω αξίζει να ξαναδεί κανείς αυτήν τη σκηνή, όπου ένας ακτιβιστής, καταδικασμένος σε θάνατο από μια κρατική πολιτική, παίρνει στα χέρια του την θανατο-εικόνα του και λέει «Αντεπιτεθείτε!». Και να τη δει στη σημερινή συγκυρία. Αξίζει να τη δει, για παράδειγμα, ως αντιστάθμισμα σε εκείνη την άλλη σκηνή, όπου ο βουλευτής της Χρυσής Αυγής Η. Παναγιώταρος φωνάζει «Γαμημένες αλβανικές κωλοτρυπίδες!» έξω από το Χυτήριο. Ή ως αντιστάθμισμα σε όλες εκείνες τις σκηνές που γεμίζουν την καθημερινότητά μας σήμερα και προσδιορίζουν επιθετικά τον φυλετικά, σεξουαλικά, ή κοινωνικά «Άλλον» ως οιονεί νεκρό. Όλες αυτές οι σκηνές συνδέονται, όσο κι αν δεν το καταλαβαίνουμε με την πρώτη.

Ας ξεκινήσω όμως από τα γνωστά. Πανθομολογείται σήμερα μια έξαρση της ομοφοβίας και του σεξουαλικού ρατσισμού, μαζί με τη γενικότερη έξαρση της μισαλλοδοξίας και του φυλετικού ρατσισμού. Η κλασική μας ανάγνωση γι’ αυτή την εξέλιξη ακολουθεί το σχήμα της βιοπολιτικής. Ζούμε σε μια εποχή έντονα βιοπολιτικής διακυβέρνησης, δηλαδή διαχείρισης πληθυσμών, οργάνωσης του πώς κάποιοι άνθρωποι (οι «δικοί μας») θα ζουν, και προγραφής όλων των άλλων, όσων αφήνονται, ουσιαστικά, να πεθάνουν. Η γενικότερη κατεύθυνση είναι, ως εκ τούτου, η κατεύθυνση της δημιουργίας «καθαρών», «κανονικών» σωμάτων — και η απορριμάτωση, η αποκειμενοποίηση όλων των άλλων. Μέσα σε αυτό το βιοπολιτικό σχήμα πρέπει να κατανοηθεί αρχικά η εκ νέου έμφαση στον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία, και την ομοφοβία.

Όμως θέλω να θυμίσω πόσο πολύ οι στρατηγικές αυτές λειτουργούν και σε μια παράλληλη της βιοπολιτικής οικονομία, αυτήν που ο Ακίλλε Μπέμπε ονομάζει necropolitics, και στα δικά μας συμφραζόμενα θα την ονόμαζα θανατοπολιτική. Παράλληλα λοιπόν με τη βιοπολιτική, βλέπουμε σήμερα να οργανώνεται όλο και περισσότερο μια ιδιότυπη θανατοπολιτική που δεν περιορίζεται, όσο κι αν προτυπώνεται, στις κινήσεις της Χρυσής Αυγής. Μιλάμε για μια ευρύτερη στρατηγική, κατά την οποία τα σώματα νεκρών παρελαύνουν επίσης γύρω μας, ορίζοντας τις ζωές των ζωντανών — είτε ως φόβητρο, είτε ως τακτική ξεκαθαρίσματος, είτε ως παράπλευρες απώλειες· με έμφαση στο αναπόφευκτο και τελεσίδικο της λέξης απώλεια.

Μια εικόνα θανάτου οργανώνεται γύρω μας: όχι μόνο τα φαντάσματα των νεκρών, αλλά και τα δηωμένα, τα χτυπημένα (και σαν νεκρά φωτοσοπαρισμένα), τα ακρωτηριασμένα, τα βιασμένα, τα νεκροζώντανα σώματα παρατίθενται προς συμμόρφωσιν, αλλά και προς γνώσιν.

Κι εδώ μια βασική πλέον διαφορά, μια καινούρια στιγμή της εποχής της κρίσης. Στο θέμα της ομοφοβίας φαίνεται ίσως πιο ξεκάθαρα: αν οι παλιές έμφυλες και σεξουαλικές ιεραρχίες στην Ελλάδα κατέληγαν στο τι δεν μπορεί να είναι ένας καλός Έλληνας/μια καλή Ελληνίδα (πούστης, λεσβία, γαμημένη κωλοτρυπίδα, πόρνη κ.ο.κ.), αν δηλαδή παλιότερα οι ιεραρχίες προέβαλλαν τα αποκείμενά τους ως εθνικώς διαγραμμένα, οι καινούριες τους επιβιώσεις τα φαντασιώνονται, όλο και περισσότερο, ως νεκρά. Σε αυτό, η νέα ομοφοβία και ο νέος φαλλοσεξισμός έρχονται να συναντήσουν το νέο ρατσισμό, που κι αυτος, την εποχή της κρίσης, (ξανα)δουλεύει όλο και περισσότερο όχι με εικόνες αποκλεισμένων ή διωγμένων Άλλων, αλλά νεκρών ή ζωντανόνεκρων. Σαν το νέο ρατσισμό, έτσι και η νέα ομοφοβία και ο νέος φαλλοσεξισμός «της κρίσης»: γίνονται, όλο και περισσότερο, όχι μόνο βιοπολιτικές στρατηγικές, αλλά και θανατοπολιτικές.

Έτσι, αν σήμερα ο εθνικισμός, ο μάτσο ανδρισμός, η εθνομαγκιά και η εθνοφοβία μανατζάρουν σώματα ανθρώπων στην υπηρεσία της εθνοβιοπολιτικής (μας λένε: «Κλειστείτε μέσα και όλα θα πάνε καλά»), η ομοφοβία, ο ρατσισμός και ο νεοσεξισμός, καλούνται να μανατζάρουν και την εικόνα οιωνεί νεκρών, στην υπηρεσία μιας αναγκαίας και παραπληρωματικής θανατοπολιτικής (μας λένε: «Εκεί έξω κυκλοφορούν ζόμπι»).

Κι ο μεγάλος κίνδυνος είναι ότι η θανατοπολιτική (όπως και η ομοφοβία και ο ρατσισμός που τη στηρίζει) δεν είναι μακριά και απ’ έξω μας. Κολακεύει δομές που έχουν βαθειά σκαλωθεί όχι μόνο σ’ αυτό που λέμε δημόσιο, αλλά και σ’ αυτό που ονομάζουμε ιδιωτικό· όχι μόνο σ’ αυτό που λέμε συντήρηση, αλλά και σ’ αυτό που αναγνωρίζουμε ως προοδευτικό. Σκεφτείτε το αυτό κάθε φορά που βλέπετε έναν μετανάστη και κάπου βαθειά χωμένη μέσα σας αισθάνεστε τη φοβία ότι μπορεί να έχει μια μεταδοτική θανατηφόρα ασθένεια· κάθε φορά που ακούτε ότι πέθανε ο γκέι γνωστός σας και ρωτάτε «από AIDS;»· κάθε φορά που βλέπετε μια γυναίκα με εμφανή σημάδια κακοποίησης και εξάρτησης, και σκέφτεστε ότι μπορεί να είναι ξένη, ή πόρνη, ή και τα δύο. Και κάθε φορά που θα θυμάστε τον παλιό –την εποχή του πάρτι– εαυτό σας, να έχει γελάσει με την επιγραφή «Προσεχώς Βουλγάρες» που έβγαζαν τα μπουζουκάδικα στην επαρχία.

Γιατί η θανατοπολιτική δεν είναι το έργο ενός φασίστα που ουρλιάζει κάτι αποκρουστικό. Είναι το έργο αυτού που χρησιμοποιεί μια σκηνή που ήδη έχεις σκεφτεί και απωθήσει, ως σκηνικό πολιτικής επιθυμίας.

Το πρόβλημα με την επίθεση στην Κωνσταντίνα Κούνεβα δεν ήταν τελικά μόνο η ολιγωρία της αστυνομίας ή η ένδειξη ότι πλήρωσε τη συνδικαλιστική της δράση· ήταν η διάθεση να δημιουργήσουν, με το παράδειγμά της, ένα σώμα οιονεί νεκρό. Το πρόβλημα με το προεκλογικό σκάνδαλο των «ιερόδουλων», δεν ήταν η πολιτική αναξιοπρέπεια της έκθεσής τους, αλλά η ρητορική προβολή αυτών των γυναικών ως οιονεί φορέων και διασπορέων θανάτου. Το πρόβλημα με τις «γαμημένες αλβανικές κωλοτρυπίδες» του Παναγιώταρου, δεν είναι ούτε η προσβολή, ούτε η ρητορική του βιασμού που ενδεχομένως φέρνει στο μυαλό, ούτε καν τα δικά του απωθημένα. Το πρόβλημα είναι ότι τη φράση αυτήν τη φωνάζει γιατί ξέρει ότι θα ακουστεί από ένα ποτισμένο εθνομοφοβία κοινό, για το οποίο, όπως λέει ο Λεό Μπερσανί, the rectum is the grave, το ορθό είναι τάφος, το ορθό σημαίνει θάνατο. Ή, για να το πω στα συμφραζόμενα του, ο Παναγιώταρος φωνάζει για να τον ακούσουν όσοι, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά, συντονίζονται στο ρυθμό της φράσης «η γαμημένη κωλοτρυπίδα θα γίνει ο τάφος σας».

Το πώς απαντάει κανείς σε όλα αυτά, είναι γνωστό, έχει τη γενεαλογία του, και συνδέεται απολύτως με τους τρόπους απάντησης στη βιοπολιτική γενικώς, αυτούς τους τρόπους που τόσο πολύ, τόσοι πολλοί, ιχνηλατούμε τον τελευταίο καιρό και σε αυτήν τη χώρα. Act Up, Fight Back, Fight Death.

Με οργή και σε πένθος, η μάχη αυτή δεν τέλειωσε ποτέ και ούτε τώρα έχει τελειώσει. Αφυπνισθείτε, αντισταθείτε, αμυνθείτε, αντεπιτεθείτε, πολεμήστε τη θανατοπολιτική, πολεμήστε το θάνατο, πολεμήστε τους τεχνουργούς του, πολεμήστε και τους λακέδες του.

*Το κείμενο είναι το δεύτερο μέρος διάλεξης που δόθηκε στο πλαίσιο των Κρίση-μων σεμιναρίων με θέμα “Σεξισμός και Ομοφοβία: ‘Παράπλευρες απώλειες’ της κρίσης;” στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων στις 26 Φεβρουαρίου.  Ολόκληρη η διάλεξη βρίσκεται εδώ

Πηγή: Ενθέματα

 

Δείτε Ακόμα

Σκέψεις για ορισμένες αθέατες όψεις του σεξισμού

 

 

Share