Subscribe via RSS Feed

Category: Ιστορία-Θεωρία

Πώς κατασκευάζονται οι ρόλοι στον ελληνικό κινηματογράφο του ’50 και του ’60: Δεσποινίς Διευθυντής

η Σοφία Ξυγκάκη ρωτά τη Γεωργία Ξανθοπούλου

Η Γεωργία Ξανθοπούλου γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα και, αφού τελείωσε το σχολείο και άφησε διαδοχικά δυο Σχολές στη μέση, το Χημικό και το Πανεπιστήμιο του Πειραιά, το 2007 έφυγε για τη Σκωτία για να σπουδάσει κινηματογράφο επειδή αυτό  επιθυμούσε πάντα να κάνει. Όταν ήρθε η ώρα να διαλέξει θέμα για την πτυχιακή της εργασία, κατάλαβε ότι μπορεί να συνδυάσει μια από τις αγαπημένες της ελληνικές ταινίες με κάποιες από τις πιο ενδιαφέρουσες θεωρίες με τις οποίες είχε έρθει σε επαφή κατά την διάρκεια των σπουδών της. Και έτσι γεννήθηκε η πτυχιακή της: πώς κατασκευάζονται οι ρόλοι των δύο φύλων μέσα από τον Ελληνικό κινηματογράφο του ’50 και ’60, παίρνοντας ως παράδειγμα την ταινία Δεσποινίς Διευθυντής του 1964. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα και γράφει για ένα αγγλόφωνο σάιτ που δημιούργησε η αδερφή της, και στο οποίο δημοσιεύει όποιος έχει πάθος με το σινεμά και θέλει να μοιραστεί την γνώμη του με άλλους ανθρώπους που ενδιαφέρονται για το ίδιο πράγμα/θέμα.

Γιατί επέλεξες αυτό το θέμα για την πτυχιακή σου;

Το συγκεκριμένο θέμα το επέλεξα πρώτα απ’ όλα γιατί καθ’ όλη τη διάρκεια των σπουδών μου ασχολιόμουν με θεωρίες που, τις περισσότερες φορές,  ήταν σχεδόν αδύνατο να εφαρμόσω στον Ελληνικό κινηματογράφο. Ήθελα να μιλήσω για το γεγονός ότι μερικές θεωρίες, ενώ ποζάρουν ως οικουμενικές, τελικά μπορούν να εφαρμοστούν σε ένα πολύ συγκεκριμένο κομμάτι του σινεμά: το Χόλυγουντ – και ότι, επίσης, οι κινηματογραφικές σχολές διαφόρων χωρών είναι επηρεασμένες απ’ αυτό. Άρα προσπάθησα να ορίσω τον Ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του ’60 ως διαφορετικό λόγω της πολύ ιδιαίτερης και ισχυρής κουλτούρας που, όμως, αρχίζει να επηρεάζεται εμφανώς απ’ την αμερικάνικη κινηματογραφική βιομηχανία. Μία απ’ τις πιο ενδιαφέρουσες θεωρίες ήταν αυτή της Judith Butler σύμφωνα με την οποία οι ρόλοι των δύο φύλων είναι απλά ρόλοι, που κατασκευάζονται από την κοινωνία και αυτό δεν ισχύει  μονάχα για τους κοινωνικούς ρόλους των δύο φύλων αλλά για όλους. Από τις δουλειές που θεωρούνται ανδρικές ή γυναικείες μέχρι τα κουσούρια, τις συνήθειες, τα ταλέντα, τις κλίσεις, τα γούστα και τη σεξουαλική προτίμηση που ταυτίζονται αντίστοιχα με το ανδρικό ή το γυναικείο φύλο. Δηλαδή το φύλο -sex- κάποιου είναι μόνο ανατομικό και ό,τι άλλο μπορεί να θεωρείται από τις δυτικές κοινωνίες ταυτόσημο με αυτό -gender- είναι κατασκεύασμα και όχι κάτι με το οποίο γεννιέται κανείς.

Γιατί επέλεξες ως παράδειγμα την ταινία «Δεσποινίς διευθυντής»;

Θεώρησα ότι  η Δεσποινίς Διευθυντής θα βοηθούσε πολύ στην συζήτηση αυτή, αφού είναι μια ταινία δημοφιλής, και παίζει πολύ έξυπνα με τον ρόλο της γυναίκας ως  κοινωνικό κατασκεύασμα. Μια ταινία γυρισμένη το 1964 η οποία, άθελά της, θίγει  το θέμα των προσδοκιών που οι κοινωνίες θέτουν  για τους άνδρες και για τις γυναίκες, αλλά και το πώς το εκλαμβάνουν και αντιδρούν όσοι/ες  δεν ανταποκρίνονται σε αυτές.

Τι ρόλο παίζει το γεγονός ότι η πρωταγωνίστρια κάνει «ανδρική» δουλειά;

Η Λίλα είναι πολιτικός μηχανικός που διαπρέπει σε έναν  ανδροκρατούμενο, για την εποχή, χώρο εργασίας, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό  γιατί όλοι  την αντιμετωπίζουν ως άνδρα και η ίδια δεν νοιώθει αρκετά γυναίκα, ώστε να μπορεί να πλησιάσει τον υφιστάμενό της Σαμιωτάκη με τον οποίο είναι ερωτευμένη. Άρα η θεωρητικά ανδρική φύση της Λίλας – αποτέλεσμα του ότι έχασε την μητέρα της μικρή και μεγάλωσε με τον πατέρα της-, την εμποδίζουν να εκπληρώσει τον σκοπό της ως γυναίκα: να σαγηνεύσει έναν άνδρα με στόχο να κάνει οικογένεια. Επίσης, η θέση της, ως διευθύντρια όλων των ανδρών της εταιρείας στην οποία δουλεύει, εμπνέει σεβασμό που μοιάζει ασυμβίβαστος με το φύλο της, αφού κανείς άνδρας δεν  περίμενε, εκείνη την εποχή, να έχει προϊσταμένη μια όμορφη και θελκτική γυναίκα την οποία  σε άλλη περίπτωση  θα έβλεπε ερωτικά. Το επάγγελμά της, η παιδεία της και η θέση της, ενώ για έναν άνδρα θα ήταν προτέρημα και θα ήταν περιζήτητος, για μία γυναίκα είναι τα εμπόδια που εμφανίζονται  στο να βρει ταίρι.

Το πιο ενδιαφέρον μέρος της ταινίας είναι ότι, ενώ ξεκινάει με  τρόπο τέτοιο που θεωρείς ότι κατακρίνει τη Λίλα ως χαρακτήρα και θα παρακολουθήσεις μια ταινία όπου στο τέλος η πρωταγωνίστρια θα έχει αλλάξει και θα έχει «ανακαλύψει» την παραδοσιακή γυναικεία πλευρά που σίγουρα κρύβει μέσα της, δεν γίνεται κάτι τέτοιο. Οι αντίστοιχες ταινίες του Χόλυγουντ παρουσιάζουν τις γυναίκες καριέρας ως καταπιεσμένες, συναισθηματικά και ερωτικά.  Σ’ αυτές τις ταινίες, ο έρωτας για έναν άνδρα  τις κάνει να αισθανθούν, να γελάσουν και να συνειδητοποιήσουν ότι η προηγούμενη κατάσταση -η οποία ταυτίζεται με την υπεροχή της γυναίκας στον επαγγελματικό τομέα- ήταν κάτι που δεν τους ταίριαζε πραγματικά, αφού νοιώθουν πολύ πιο χαλαρές ως ερωτευμένες παρά ως γυναίκες καριέρας. Ουσιαστικά, ορίζουν την καριέρα ως το αντίθετο του έρωτα, αλλά και της ίδιας της γυναικείας φύσης, αφού μια επιτυχημένη γυναίκα  και μάλιστα σ’ έναν, θεωρητικά, ανδρικό τομέα δεν μπορεί να αγαπηθεί, ούτε ν’ αγαπήσει.

Πώς ντύνεται η Λίλα;

Παρότι η Λίλα  παρουσιάζεται αυστηρή επειδή ντύνεται σοβαρά, με σκούρα χρώματα και δεν ξέρει καθόλου να φερθεί σαν «γυναίκα», δεν εμφανίζεται ως «αφύσικη», προτείνοντας έτσι μια διαφορετική ερμηνεία της γυναίκας καριέρας  από τις ταινίες του Χόλυγουντ που είπα παραπάνω. Αντιθέτως, οι υπόλοιπες παραδοσιακές γυναίκες σκιαγραφούνται ως αδύναμες, σαχλές και χαμηλότερης ηθικής.

Η Αθηνά, η ξαδέλφη  της, παρουσιάζεται ως κλασική «γυναικεία» αντίστιξη που προσπαθεί να διδάξει στη Λίλα την πρέπουσα συμπεριφορά..

Η Αθηνά που προσπαθεί να μάθει στην Λίλα πώς να είναι  «γυναίκα», είναι χρυσοθήρας και παντρεύεται μόνο για τα λεφτά. Με τη Λίλα τα πάνε καλά αλλά, αντί να την βοηθήσει, οι συμβουλές της πάνω σε «γυναικεία» θέματα SOS όπως φουστάνια, κους κους, χάλι γκάλι κλπ καταλήγουν να αποπροσανατολίζουν την Λίλα παρά να την βοηθάνε.

Και η ανταγωνίστρια;

Η αντίζηλος της Λίλας, Βίκυ, που τα έχει με τον Σαμιωτάκη, παρουσιάζεται ως χαζή και σαχλή  η οποία θέλει απλά να περνάει καλά. Σίγουρα  η ταινία δεν είχε κανένα σκοπό να κάνει κάποιο συνειδητό σχόλιο για τον ρόλο της γυναίκας ως κατασκεύασμα της πατριαρχικής κοινωνίας. Παρ όλα αυτά, ο χαρακτήρας της Λίλας είναι ένα ακούσιο σχόλιο για το πώς οι γυναίκες της εποχής πρέπει να δώσουν βάση στην μόρφωσή τους και την καριέρα τους μιας κι η Λίλα, τελικά, έτσι πάει μπροστά και στον έρωτα, αφού ο Σαμιωτάκης την ερωτεύεται και την θαυμάζει ακριβώς επειδή δεν είναι σαν τις άλλες.

Και πώς μας το δείχνει η ταινία αυτό;

Υπάρχει μια στιχομυθία στο τέλος της ταινίας που θίγει ακριβώς αυτό. Ο Σαμιωτάκης της λέει ότι θεωρούσε ότι η Λίλα στεκόταν ψηλά και ήθελε να ανέβει αυτός. Η Λίλα, λανθασμένα, πίστεψε ότι πρέπει να κατέβει αυτή. Η υπεροχή της στον επαγγελματικό τομέα, δηλαδή, παρουσιάζεται ως πρόβλημα. Αλλά  ένα πρόβλημα που δεν λύνεται,  εν τέλει, υποβιβάζοντας τη γυναίκα ώστε να διατηρηθεί η ισχύουσα ιεραρχία. Η Λίλα και ο Σαμιωτάκης φιλιούνται και αφήνει τον χαρτοφύλακα της, σύμβολο της θέσης της, να πέσει κάτω. Δεν υπάρχει, όμως, ούτε για ένα λεπτό  η υπόνοια ότι ο Σαμιωτάκης αποκτά τον έλεγχο της κατάστασης, όπως γίνεται στις αντίστοιχες ταινίες του Χόλυγουντ όπου η γυναίκα «δαμάζεται». Η Λίλα αλλάζει κατά τη διάρκεια της ταινίας,  αλλά όχι τόσο όσο ο Σαμιωτάκης, ο οποίος αρχίζει ως επιπόλαιος γυναικάς, συνεχίζει ως άνδρας  που, για να  κατακτήσει τη γυναίκα που θέλει, διαβάζει και κοπιάζει και καταλήγει να νοιώθει πια ότι μπορεί να την πλησιάσει για να της πει ότι του αρέσει όπως αυτή είναι. Η Λίλα  είναι τελικά πιο  «ανδρικός» χαρακτήρας από τον Σαμιωτάκη αλλά και από όλους τους άνδρες οι οποίοι παρουσιάζονται ως επιπόλαιοι ή μπερδεμένοι από τα «ανδρικά» τους καθήκοντα.

Στον εργασιακό χώρο πώς αντιμετωπίζει την πρωταγωνίστρια το  προσωπικό;

Οι περισσότεροι χαρακτήρες παρουσιάζονται στερεοτυπικά: οι γυναίκες σαχλές, έχοντας το νου τους μόνο στο φλερτ, ζηλεύουν τη Λίλα, οι άνδρες γελοιογραφίες των ανδρικών συμπεριφορών, του γλεντζέ ή του κολλημένου με τις γυναίκες μπερμπάντη, κανένας δεν ασχολείται με τη δουλειά του. Όλοι όμως μένουν άναυδοι με την ομορφιά και τις ικανότητες της Λίλας.

Η Λίλα δεν έχει μητέρα, μόνο πατέρα –  πώς παρουσιάζεται αυτός και η σχέση του μαζί της;

Ο πατέρας της είναι  γλύκας, έχει προσπαθήσει να την μεγαλώσει όσο πιο καλά μπορεί, αλλά η Λίλα είναι ο άνδρας του σπιτιού, όπως φαίνεται από την πρώτη σκηνή όπου ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος φοράει  ποδιά και μαγειρεύει για την Λίλα  που ετοιμάζεται να πάει στη δουλειά. Παρ όλα αυτά, δεν είναι ικανός να τη συμβουλέψει  για τα ερωτικά της αφού, ως πατέρας και άνδρας, δεν έχει καταλάβει τίποτα. Ο χαρακτήρας του πατέρα διακωμωδεί  μάλλον τον θεσμό της οικογένειας και την τάση των μελών της να ανακατεύονται σε κάθε πτυχή της ζωής του ατόμου. Οι ελληνικές κωμωδίες εκείνης της εποχής κάνουν μια μίξη της χολιγουντιανής και της ελληνικής κουλτούρας. Οι πρωταγωνιστές μιας αντίστοιχης ρομαντικής κομεντί του Χόλυγουντ  θα παρουσιάζονταν ως άτομα τελείως ανεξάρτητα και γι’ αυτό θα δυσκολεύονταν να σμίξουν,  αφού δεν θα ήθελαν να αποχωριστούν την ανεξαρτησία τους. Στην ελληνική εκδοχή, αντίθετα, τόσο ο πατέρας της Λίλας όσο και η μητέρα του Σαμιωτάκη μπλέκονται στην ζωή τους διαρκώς, δημιουργώντας παρεξηγήσεις, όπως όλοι οι γονείς στις ελληνικές ταινίες,  αν και χωρίς να παίζουν κάποιο άλλο ρόλο στην τελική ένωση του ζευγαριού.

Στο φιλικό περιβάλλον τι ρόλο παίζουν οι φίλοι του πρωταγωνιστή και το περίφημο πάρτι;

Το πάρτι είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες σκηνές αφού ίσως εδώ φαίνεται πιο καθαρά πώς η ταινία παρουσιάζει τους ανδρικούς χαρακτήρες σε σχέση με τους κοινωνικούς τους ρόλους: «αντρικοί» καβγάδες, μάτσο συμπεριφορές γιατί, υπονοείται, οι άντρες έτσι φέρονται. Ο ένας φίλος του πρωταγωνιστή υπάρχει μόνο και μόνο για να μπορούμε να ακούσουμε τις σκέψεις του πρωταγωνιστή, αφού μόνο σ’ αυτόν εκμυστηρεύεται τις απόψεις του για τη Λίλα, τη Βίκυ και τις γυναίκες γενικότερα, και δεν παίζει κάποιον άλλο ρόλο στην πλοκή της ταινίας, θεωρώ.

Με τι «χάπι εντ» κλείνει η ταινία;

Το  «χάπι εντ»  ενώνει τους δύο πρωταγωνιστές, αλλά  δεν δείχνει γάμο στο τέλος. Πιθανώς κι  εδώ ν’ ακολουθεί τις χολυγουντιανές σκρούμπολ κωμωδίες στις οποίες δεν ενδιέφερε τόσο η τελετή όσο το να σμίξει ένα φαινομενικά αταίριαστο ζευγάρι. Στον ελληνικό κινηματογράφο της εποχής, πάντως, ένα ζευγάρι που έσμιγε, παντρευόταν και ο γάμος ήταν, στην συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών, η τελευταία σκηνή της ταινίας. Η τελετή, που υπονοεί  την αρχή μιας οικογένειας και τον ερχομό ενός παιδιού, ήταν ουσιαστικά το  «χάπι εντ». Όχι τόσο η ένωση ενός ερωτευμένου ζευγαριού όσο η συνέχιση αυτού του παραδοσιακού δεσμού, πολύ βασικού για την ελληνική κουλτούρα, της οικογένειας. Η Λίλα και ο Αλέκος δεν παντρεύονται ον σκρην και θυμάμαι ότι, όταν το έβλεπα μικρή, ούτε τότε θεωρούσα ότι παντρεύονται. Η ταινία το αφήνει ανοιχτό. Η Λίλα και ο Αλέκος μιλάνε πια ως ίσοι. Και, παρότι η Λίλα έχει δεχτεί ένα πλήγμα στον εγωισμό της με το πάρτι  και παραιτείται από τη δουλειά της,  σε κανένα πλάνο της ταινίας δεν  υπονοείται ότι δεν θα δουλέψει και ότι θα αρκεστεί στο να είναι νοικοκυρά. Δεν ανακάλυψε αυτήν τη  «φύση» της κατά τη διάρκεια της ταινίας. Και αυτό είναι το  «χάπι εντ»!

 

 

Share

Σκέψεις για ορισμένες αθέατες όψεις του σεξισμού

της Ντίνας Βαΐου*

Όσο προχωράμε βαθύτερα στην κρίση, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι τα μέτρα της νεοφιλελεύθερης υποτιθέμενης «διάσωσής» μας είναι τελικά ο στόχος. Στο πλαίσιο που διαμορφώνει ο καταιγισμός αυτών των όλο και πιο επαχθών μέτρων, αφ’ ενός καθιερώνεται και ενδυναμώνεται ένας κυρίαρχος λόγος που εστιάζει αποκλειστικά στις μακροοικονομικές πλευρές της κρίσης, οι οποίες μάλιστα αποτελούν διακυβεύματα μεταξύ «ειδικών»/ τεχνοκρατών, αποκομμένα από τη σφαίρα της πολιτικής διαπραγμάτευσης. Αφ’ ετέρου νομιμοποιείται η ιδέα της μίας και μοναδικής οδού (νεοφιλελεύθερης) «διάσωσης» μέσα από τη λιτότητα, την ύφεση και την τιμωρητική ρύθμιση της φτώχειας και του αποκλεισμού που αυτή η ίδια η διάσωση παράγει. Τα δικαιώματα και οι διεκδικήσεις θεωρούνται «κατάλοιπα του παρελθόντος», αν όχι τρομοκρατικά διαβήματα, ενώ είναι περισσότερο από αισθητή μια αυξανόμενη συντηρητικοποίηση, μέρος της οποίας είναι και η υιοθέτηση και προβολή ακραίων έμφυλων προτύπων, συμπεριφορών και λόγου και η έξαρση του σεξισμού που θα συζητήσουμε στο σημερινό Κρίση-μο Σεμινάριο.

Πολλές εκφάνσεις του σεξισμού μπορεί να εντοπίσει κανείς στην πολύπλευρη βία κατά των γυναικών στον ιδιωτικό και το δημόσιο χώρο, στις συνθήκες και τους όρους πρόσβασης/αποκλεισμού από την αγορά εργασίας, στην περιθωριοποίηση κάθε έμφυλης διεκδίκησης εν ονόματι των «μεγάλων και γενικών» προβλημάτων της κοινωνίας, αλλά και στις καθημερινές πρακτικές και συζητήσεις. Σε όλα τα παραπάνω η επίδραση της κρίσης είναι καταλυτική. Ακόμη και η πιο επιπόλαιη περιήγηση στα ΜΜΕ (έντυπα και ηλεκτρονικά) δίνει πλούσιο υλικό για όλα τα παραπάνω, ενώ δεν λείπουν και οι τεκμηριωμένες αναλύσεις για τις έμφυλες επιπτώσεις της κρίσης στην εργασία, την ανεργία, τα ασφαλιστικά, την κακοποίηση, την παρενόχληση στην εργασία, τον σεξιστικό λόγο των πολιτικών, συνδικαλιστών, δημοσιογράφων κλπ (βλ. την αρθρογραφία  της Μαρίας Καραμεσίνη, τη δουλειά για τις συζυγοκτονίες στο feministnet, το fylosykis.gr και πολλές άλλες συνεισφορές, τα κείμενα της Α. Ψαρρά, της Ε. Αβδελά, της Α. Αθανασίου και πολλών άλλων).

Στη σύντομη παρουσίασή μου όμως θέλω θα αναφερθώ σε ορισμένες λιγότερο φανερές ή εντελώς αθέατες πλευρές του σεξισμού που συνδέονται με τις «λεπτομέρειες της καθημερινότητας». Θα χρησιμοποιήσω ως σημείο εκκίνησης την απλήρωτη εργασία και φροντίδα των ηλικιωμένων και τις αναδιαρθρώσεις της. Και θα εστιάσω σε όλες εκείνες τις πρακτικές που θεωρούνται ταπεινές, επαναλαμβανόμενες, αυτονόητες και σε κάθε περίπτωση ανάξιες θεωρητικού και πολιτικού προβληματισμού, ακόμη και στην Αριστερά. Η γενικευμένη σιωπή γύρω από τα ζητήματα αυτά απαξιώνει όχι μόνο τις ίδιες τις πρακτικές φροντίδας, αλλά και τα συγκεκριμένα εν-σώματα υποκείμενα που εμπλέκονται σε αυτές. Ταυτόχρονα όμως κανονικοποιεί και εμπεδώνει τον σεξισμό.

Ποιοι και πώς φροντίζουν;

Λίγα λόγια για τις αναδιαρθρώσεις της φροντίδας ηλικιωμένων – κι όχι μόνο – που προέρχονται από την εμπλοκή μου σε μια σειρά έρευνες για το φύλο της μετανάστευσης και από μια δουλειά σε εξέλιξη επαν-επίσκεψης ορισμένων από τις πληροφορήτριες των προηγούμενων ερευνών.

Στο τέλος της δεκαετίας 1990, το τότε Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας παραδεχόταν ότι η φροντίδα ηλικιωμένων στην Ελλάδα είναι μια «οικογενειακή υπόθεση». Αυτή η ρητή επιβεβαίωση ενός κοινού τόπου από επίσημα χείλη εμπεριείχε ταυτόχρονα και την απόκρυψη, κάτω από την ομπρέλλα της οικογένειας, μιας ακριβέστερης εικόνας: ο τεράστιος όγκος της εργασίας φροντίδας για τους ηλικιωμένους (κι όχι μόνο) πραγματοποιείται μέσα από την απλήρωτη εργασία των γυναικών μελών της, με δια-γεννεακούς καταμερισμούς εργασίας μεταξύ γυναικών, και, πιο πρόσφατα, μέσα από τη χαμηλά αμειβόμενη εργασία μεταναστριών, με εθνοτικούς καταμερισμούς εργασίας, και πάλι μεταξύ γυναικών.

Το λεγόμενο οικογενειοκεντρικό μοντέλο φροντίδας εμπεδώθηκε μετά τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο ως ένα καίριας σημασίας συστατικό των νοτιο-ευρωπαϊκών κρατών πρόνοιας, στο πλαίσιο του οποίου η φροντίδα ηλικιωμένων, παιδιών, ανήμπορων μελών επιτελείται από τις γυναίκες της οικογένειας – ως αγάπη, προσφορά και φροντίδα – ενώ το κράτος αποτελεί «τελική καταφυγή» (carer of last resort), συμβάλλει δηλαδή επιλεκτικά και μέσω χρηματικών μεταβιβάσεων (κυρίως συντάξεων και επιδομάτων) και οριακά μόνο μέσω παροχής υπηρεσιών.

Αυτό το μοντέλο μπαίνει σε κρίση από τη δεκαετία 1990, ως αποτέλεσμα ενός συνδυασμού δημογραφικών και οικονομικών εξελίξεων:

– έχουμε μια γενική άνοδο των εισοδημάτων – για την οποία 20  χρόνια αργότερα ενοχοποιούμαστε συλλογικά…

– το προσδόκιμο ζωής έχει ανέβει και οι ηλικιωμένοι άνω των 80 ετών αποτελούν μια ομάδα του πληθυσμού που διευρύνεται – πράγμα που αυξάνει τη ζήτηση για φροντίδα [ο πληθυσμός άνω των 80 ετών φτάνει το 29% του πληθυσμού 15-64 ετών ή το 3,6% του συνολικού πληθυσμού και παρουσιάζει αύξηση 43% μεταξύ 2000 και 2010]

– οι γυναίκες στην Ελλάδα, όπως και στις άλλες νοτιο-ευρωπαϊκές χώρες μπαίνουν δυναμικά στην εκπαίδευση και την αγορά εργασίας, ενώ με δημογραφικούς όρους το βάρος της φροντίδας πέφτει δυσανάλογα στις πλάτες γυναικών στην ηλικία 45 με 55 ετών που βρίσκονται στην ακμή της εργασιακής τους διαδρομής.

Έτσι, καταγράφεται ένα χρόνιο «έλλειμμα φροντίδας», που από τις αρχές της δεκαετίας 1990 καλύπτεται από μεγάλο αριθμό μεταναστριών, οι οποίες εν μέρει υποκαθιστούν την απλήρωτη εργασία των γυναικών της οικογένειας. Αυτό αποτελεί μια διευθέτηση κοινωνικά πιο αποδεκτή από την «εγκατάλειψη» ενός ηλικιωμένου σε οίκο ευγηρίας. Ταυτόχρονα συμβάλλει στην αναπαραγωγή του οικογενειοκεντρικού μοντέλου φροντίδας, καθώς η φροντίδα παραμένει στο πλαίσιο της οικογένειας και αποτελεί αντικείμενο καταμερισμού εργασίας μεταξύ γυναικών, αυτή τη φορά ντόπιων και μεταναστριών, ενώ και πάλι οι άνδρες, σύμφωνα με όλες τις έρευνες της δεκαετίας 2000, γενικά δεν εμπλέκονται.

Αυτή η προσαρμογή της φροντίδας, μεταξύ οικογένειας, αγοράς και κράτους, στηρίζεται σε δύο πυλώνες:

(α) από τη μια στις συντάξεις, που, αν και χαμηλές γενικά, διαμορφώνουν τις υλικές δυνατότητες αυτής της διευθέτησης και

(β) από την άλλη στη χαμηλά αμειβόμενη εργασία των μεταναστριών, με ή χωρίς χαρτιά, που κάνει τις υπηρεσίες τους προσβάσιμες ακόμη και σε χαμηλού-μεσαίου εισοδήματος νοικοκυριά σε όλη τη δεκαετία 1990 και 2000 και μέχρι την κρίση.

Η άφθονη προσφορά εργασίας από μετανάστριες συμβάλλει στην αύξηση της ζήτησης και μειώνει το έλλειμμα φροντίδας στην Ελλάδα (όπως και στην Ιταλία και την Ισπανία) – το μεταθέτει όμως στα νοικοκυριά των μεταναστριών, τόσο «εδώ», στην Ελλάδα, όσο και «εκεί», στους τόπους προέλευσης και οδηγεί σε δύσκολες και συχνά επώδυνες διευθετήσεις φροντίδας από απόσταση, σε δια-εθνικές προσαρμογές και καθημερινότητες που διαπερνούν τα εθνικά σύνορα.

Παράλληλα με τις αλλαγές που συμβαίνουν στον ιδιωτικό χώρο, από τη δεκαετία 1980 και ιδίως τη δεκαετία 1990, εντοπίζεται και μια διεύρυνση των υπηρεσιών προς ηλικιωμένους που προσφέρει το κράτος και/ή οι δήμοι: Φροντίδα στο σπίτι (1997) [αργότερα και πιλοτικά βοήθεια εξ αποστάσεως,  από το 2000], ΚΑΠΗ (από το 1984), αργότερα ΚΗΦΗ (για ηλικιωμένους που δεν είναι εντελώς αυτάρκεις και οι οικογένειες τους έχουν σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες 2000, 68 με 1534 εξυπηρετούμενους) και Λέσχες Φιλίας (Δήμος Αθηναίων – 24, με 5000 μέλη, με συμμετοχή 5 ευρώ το χρόνο). Οι σχετικές δομές προέβλεπαν αρχικά μια ευρεία γκάμα υπηρεσιών: υπηρεσίες πρωτοβάθμιας υγείας, κοινωνική και ψυχολογική στήριξη, φυσιοθεραπεία, βοήθεια στο σπίτι (για ηλικιωμένους που έμεναν μόνοι και δεν είχαν άλλη βοήθεια), οργανωμένες εκδρομές και ξεναγήσεις σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, εκπαιδευτικά προγράμματα κλπ.

Οι παροχές αυτές παρουσιάζουν σημαντικές γεωγραφικές διαφοροποιήσεις και ανισότητες, όπως και οι συγκεντρώσεις ηλικιωμένου πληθυσμού. Αλλά τα μεγαλύτερα ελλείμματα εντοπίζονται στις μεγάλες πόλεις και ιδιαίτερα στην Αθήνα και τις κεντρικές γειτονιές της, όπου έχει παραμείνει μεγάλος αριθμός ηλικιωμένων σε ιδιόκτητα διαμερίσματα, από τα οποία οι νεώτεροι έφυγαν σταδιακά (από τη δεκαετία 1980) προς τα προάστια.

Όμως η οργάνωση και χρηματοδότηση των σχετικών δομών προερχόταν από τα ΚΠΣ, η φροντίδα των ηλικιωμένων από το κράτος και τους δήμους ήταν δηλαδή ένα project με ημερομηνία λήξης, αφού η συνέχειά του δεν εξασφαλίστηκε από εθνικούς πόρους. Σταδιακές περικοπές προϋπολογισμών και προσωπικού, αύξηση των ενδιαφερόμενων (φτάνουν περίπου 146000 το 2012) και διοικητικές μετακινήσεις των αρμοδιοτήτων (από Υπουργείο σε Δήμους σε Υπουργείο) οδήγησαν τα περισσότερα ΚΑΠΗ σε μείωση των προσφερόμενων υπηρεσιών. Πάντως παραμένουν ιδιαίτερα δημοφιλή μεταξύ των ηλικιωμένων που συμμετέχουν, έστω και ως τόποι συνάντησης και οργάνωσης εορταστικών εκδηλώσεων και εκδρομών.

Στις συνθήκες της κρίσης, οι περικοπές μισθών και συντάξεων ήδη έχουν ανατρέψει τα δεδομένα της πρόσφατης εκδοχής του οικογενειοκεντρικού μοντέλου φροντίδας. Η χαμηλά αμειβόμενη εργασία των μεταναστριών δεν είναι πλέον γενικά προσιτή, η ανασφάλεια οδηγεί πολλά νοικοκυριά σε περικοπές δαπανών, συμπεριλαμβανόμενης και της βοήθειας για τη φροντίδα των ηλικιωμένων. Ταυτόχρονα, το κράτος και οι δήμοι περικόπτουν ακόμη πιο πολύ τις λιγοστές υπηρεσίες,  οδηγώντας στην ανεργία μεγάλο αριθμό γυναικών, μια και οι κοινωνικές υπηρεσίες από γυναίκες κυρίως στελεχώνονται  (βλ. και την πρόσφατη διαμαρτυρία των εργαζόμενων στη Φροντίδα στο Σπίτι -απλήρωτοι εδώ και μήνες – Η ΑΥΓΗ, 14/2/2013).

Έτσι, το βάρος της μοιάζει να επιστρέφει αποκλειστικά στην ποδιά των ντόπιων γυναικών και μάλιστα με πιο δυσμενείς όρους, καθώς η φροντίδα γίνεται πιο επαχθής σε συνθήκες ανέχειας και περικοπών στις οικογενειακές δαπάνες (ηλεκτρικό, θέρμανση, τηλέφωνο κλπ), αλλά και καθώς δυσκολεύει η πρόσβαση στη νοσοκομειακή και φαρμακευτική κάλυψη και σε όποιες υπηρεσίες επιβιώνουν από τις συγχωνεύσεις ασφαλιστικών ταμείων. Λίγοι άνδρες είναι πρόθυμοι να εμπλακούν, έστω κι αν η ανεργία έχει ανατρέψει τις καθημερινότητές τους.

Για τις μετανάστριες, οι περικοπές δαπανών από τα ντόπια νοικοκυριά δεν σημαίνουν μόνο ανεργία, αλλά και απώλεια των «χαρτιών» και έχουν δραματικές συνέπειες στις δυνατότητες φροντίδας της δικής τους οικογένειας, εντός και πέραν των συνόρων της ελληνικής επικράτειας. Μαζί με την άνοδο της ρατσιστικής βίας, η καθημερινότητα γεμίζει φόβο και ανασφάλεια.

Πού εντοπίζεται ο σεξισμός;

Τρία σημεία:

1.

Όπως γνωρίζουμε, τα ζητήματα ανεργίας, οι περικοπές σε μισθούς και συντάξεις και η κατεδάφιση των κοινωνικών υπηρεσιών βρίσκονται στο επίκεντρο των κοινωνικών διεκδικήσεων, αλλά και στο επίκεντρο της κριτικής που ασκείται από την Αριστερά στις μνημονιακές πολιτικές. Όμως η οργάνωση της φροντίδας, τα συγκεκριμένα σώματα και οι καταμερισμοί εργασίας που συνδέονται με αυτήν θεωρούνται τόσο αυτονόητα που δεν συγκαταλέγονται στις θεματικές των οικονομικών αναλύσεων.

Σε όλη την παρακαταθήκη αναλύσεων, που μάλιστα επικαιροποιούνται συνεχώς καθώς τα δεδομένα αλλάζουν με μεγάλες ταχύτητες, η υλικότητα και εν-σωμάτωση των αναδιαρθρώσεων της φροντίδας δεν αποτελούν καν αντικείμενο συζήτησης, εξαφανίζοντας έτσι από το πεδίο του αισθητού τα συγκεκριμένα ενσώματα υποκείμενα, τις μετανάστριες και ντόπιες γυναίκες που εμπλέκονται σε αυτήν.

2.

Η φροντίδα των ηλικιωμένων δεν συνάδει με τα ανδρικά [και γυναικεία?] πρότυπα που προβάλλονται, αναπαράγονται, εμπεδώνονται, μεταξύ άλλων και με τη δράση της ΧΑ και συμβάλουν στη σκλήρυνση έμφυλων ιεραρχιών. Οι μπρατσαράδες των γυμναστηρίων, έτοιμοι για καυγά, ξύλο και μαχαιρώματα, μπορεί να βοηθήσουν τον παππού να περάσει το δρόμο, αλλά μάλλον δεν γνωρίζουν καν, και σίγουρα δεν αναλαμβάνουν, το καθάρισμά του ούτε εμπλέκονται στις ιδιορρυθμίες της σύνθετης καθημερινότητάς του. Η φροντίδα δεν μπορεί όμως να συνδυαστεί ούτε με τη γοητεία του ξέκωλου και τα πρότυπα νεανικής και αψεγάδιαστης εμφάνισης των γυναικών που αποτελούν προσάρτημα των μπρατσαράδων. Ταυτίζεται μόνο με τις σιωπηλές μητέρες, αδελφές και συζύγους που σηματοδοτούν τις «οικογενειακές αξίες» και ταυτόχρονα τις επανανοημαδοτούν ως ανάχωμα στην κρίση και την «επέλαση» των ξένων.

3.

Οι αναδιαρθρώσεις της φροντίδας δεν αντιμετωπίζονται καν ως «παράπλευρη απώλεια» της κρίσης γιατί ο καταμερισμός στην απαιτούμενη υλική και συναισθηματική εργασία δεν τίθεται καν ως αίτημα. Η οικιακή εργασία και φροντίδα αποτελούσε κεντρικό ζήτημα φεμινιστικών αναλύσεων και διεκδικήσεων πριν 40+ χρόνια, ως μέρος της συζήτησης περί έμφυλων ιεραρχιών και ανισοτήτων. Περιέπεσε σε μερική τουλάχιστον απαξίωση, καθώς διαφορετικά ζητήματα απόκτησαν κεντρικότητα στον προβληματισμό. Ξαναήρθε στο προσκήνιο μέσα από τις μεταναστευτικές σπουδές, καθώς ένα μέρος της απλήρωτης εργασίας των γυναικών στο πλαίσιο της οικογένειας έγινε αμειβόμενη εργασία για τις μετανάστριες από τον παγκόσμιο νότο. Όμως και εδώ χρειάστηκε η τραγική ιστορία της Κ. Κούνεβα και οι συντονισμένες πιέσεις γυναικείων ομάδων, κινήσεων και πρωτοβουλιών για να τεθεί σε συζήτηση μία πλευρά της αθέατης αυτής εργασίας που, ως αμειβόμενη, είχε γίνει ορατή.

Η κρίση μοιάζει να ξαναφέρνει στο προσκήνιο παλιά ερωτήματα και οδηγεί αναγκαστικά στον επαναπροσδιορισμό τους. Όμως η κρίση εγγράφεται σε ένα προϋφιστάμενο και διαχρονικό υπόστρωμα σεξισμού και έμφυλων ανισοτήτων που δεν εξαλείφθηκαν ποτέ από την ελληνική κοινωνία, έστω και αν παροδικά περιορίστηκαν, τουλάχιστον στις πιο ακραίες μορφές τους. Τι δυναμικές θα τροφοδοτήσει η επάνοδος ακραίων μορφών σεξισμού, είναι ένα ανοιχτό ερώτημα, με όχι πολύ αισιόδοξες προοπτικές. Όμως η εκκωφαντική σιωπή, και της Αριστεράς, γύρω από τα ζητήματα που επιγραμματικά επιχείρησα να θίξω δεν βοηθάει στην κατανόηση σημαντικών πλευρών της κρίσης – και οικονομικών πλευρών. Κατά συνέπεια περιορίζει τις δυνατότητες συγκρότησης πολιτικών για την επιβίωση και ίσως το ξεπέρασμά της.

*Παρουσίαση στα ΚΡΙΣΗ-ΜΑ ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ, Σεξισμός και ομοφοβία: «παράλληλες απώλειες» της κρίσης; 26/2/2013

 

Share

Το φύλο της Ακρας Δεξιάς

της Μαρίας Λούκα

«Το κίνημα των “σκίνγκερλς” είναι σαγηνευτικό. Γνώρισα πολλές από αυτές. Τις γυναικείες σκιν οργανώσεις απασχολούν πολύ η έκτρωση, τα διαφυλετικά ζευγάρια και οι ομοφυλόφιλοι, γιατί κατά τη γνώμη τους η διακοπή της κύησης, η φυλετική επιμειξία και οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις είναι οι λόγοι για τους οποίους γεννιούνται όλο και λιγότερα παιδιά από τη λευκή, άρια, καθαρή φυλή. Διοργανώνουν συναυλίες και διαδηλώσεις, εκδίδουν βιβλία και περιοδικά, συμμετέχουν ακόμη και στις ένοπλες δυνάμεις, όπως ακριβώς και οι άνδρες» μου λέει ο πιο γνωστός, αλλά καθόλου αναγνωρίσιμος, ισπανός δημοσιογράφος, ο Αντόνιο Σάλας. Ο Αντόνιο κυκλοφορεί με μαύρη κουκούλα και λαμβάνει υψηλά μέτρα προστασίας. Έχει εντρυφήσει αρκετά στις γυναίκες της Άκρας Δεξιάς και ειδικά της πιο εξτρεμιστικής εκδοχής της – έζησε μαζί τους επί έναν χρόνο. Φανατικός οπαδός της συμμετοχικής δημοσιογραφίας, διείσδυσε σε μια ομάδα σκίνχεντ γύρω από τη Ρεάλ Μαδρίτης, κατέγραψε τη ζωή τους και στη συνέχεια εξέδωσε ένα βιβλίο, στη βάση του οποίου στοιχειοθετήθηκε ένα πολύ βαρύ κατηγορητήριο για αυτούς.

Στην Ισπανία, βλέπεις, οι απολογητές του φρανκισμού έχουν εκφραστεί κατά καιρούς σε διάφορες ακροδεξιές ομαδοποιήσεις, οι οποίες, συχνά και υπογείως, συνδέονται με σκληροπυρηνικές ομάδες σκίνχεντ, οργανωμένες μιλιταριστικά και με έντονο, βίαιο φορτίο. Ο Αντόνιο περιγράφει περιστατικά από επιθέσεις των νεοναζί σε ζευγάρια: « Όταν ομάδες ναζί ανδρών επιτίθενται σε ένα ζευγάρι ή μια κοπέλα, συνηθίζουν περιορίζονται στο να τους χτυπούν ή να τους χαράζουν στο πρόσωπο μια σβάστικα ή κάποιο γερμανικό σύμβολο. Αλλά υπάρχουν μεμονωμένα περιστατικά ανεξέλεγκτων ομάδων ναζί που επιτίθενται σε ένα ζευγάρι και, πάνω στη μεθυστική έξαψη της βίας, προχωρούν πιο πέρα από τον απλό ξυλοδαρμό, διαπράττοντας κάποιον βιασμό, ωστόσο αυτό δεν είναι το σύνηθες. Οι σκιν θεωρούν ότι είναι αυθεντικοί άνδρες, ακριβοδίκαιοι και ευγενείς, που αγωνίζονται για έναν δίκαιο σκοπό. Και το φυσιολογικό είναι οι άνδρες σκιν να επιτίθενται σε άνδρες και τις επιθέσεις σε γυναίκες να τις πραγματοποιούν οι γυναίκες σκιν». Σε μια άλλη έρευνά του για το τράφικινγκ, ο ίδιος εκτιμά ότι στα συμπεράσματα που έβγαλε καταγράφεται η επιτομή της υποκρισίας της Άκρας Δεξιάς: «Ανακάλυψα ότι οι ηγέτες πολιτικών κομμάτων της Άκρας Δεξιάς, όπως το España 2000, το Fuerza Nueva κτλ., τα οποία οργανώνουν την πολιτική τους ενάντια στη μετανάστευση, ήταν την ίδια στιγμή οι διευθύνοντες και υπεύθυνοι οργανώσεων όπως η ANELA (η ισπανική ομοσπονδία των οίκων ανοχής), στους οποίους σε ποσοστό 96% εργάζονται γυναίκες που εκδίδονται στην Ευρώπη και προέρχονται από τη Ν. Αμερική, την Αφρική, την Ασία κ.α. Για τις γυναίκες σκιν ήταν ιδιαίτερα σκληρό να ανακαλύψουν ότι οι πολιτικοί ηγέτες τους βασίζουν την ιδεολογία τους στον αγώνα ενάντια στους μετανάστες, την ίδια στιγμή που πλουτίζουν από τις μετανάστριες τις οποίες διακινούν στην Ευρώπη για τα μπουρδέλα τους».

Και αν αυτά ισχύουν στην ευρωπαϊκή περιφέρεια της κρίσης, στο διευθυντήριο της ευρωπαϊκής σταθερότητας τα πράγματα δεν είναι πιο ενθαρρυντικά. Στη Γερμανία το «σκίνγκερλ» εξελίσσεται σε μόδα. Υπολογίζεται, μάλιστα, ότι υπάρχουν περίπου 50 σχετικές μπουτίκ στη χώρα. Ούτως η άλλως, τα τελευταία χρόνια η συμμετοχή των γυναικών στις ακροδεξιές οργανώσεις έχει αυξηθεί, φθάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις το 20%-30% επί του συνόλου των μελών. Μαζί έχει αυξηθεί και η συμμετοχή τους σε ακροδεξιά εγκλήματα, που αγγίζουν το 6% σε εθνικό επίπεδο. Υπάρχουν πάρα πολλές οργανώσεις, με δεσπόζουσα βέβαια το NPD που διαθέτει δύο εκλεγμένους βουλευτές στη Σαξονία και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία. Πρόσφατα αναζωπυρώθηκε η συζήτηση για την απαγόρευσή του, μετά την αποκάλυψη μια σειράς δολοφονιών εννέα μεταναστών από ακροδεξιούς, οι οποίες υπάρχει η υπόνοια ότι σχετίζονταν με το κόμμα. Κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα Ελλάδας – Γερμανίας, επίσης, μια 19χρονη Ελληνογερμανίδα ξυλοκοπήθηκε άγρια και οι αρχές εκτιμούν ότι πίσω από την επίθεση κρύβεται το NPD.

O Ρενάτε Μπιτζάν, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν, αναλύει στην αρθρογραφία του τη διαρκώς αυξανόμενη εμπλοκή των γυναικών σε νεοναζιστικές οργανώσεις ως εξής: «Κάποιες έχουν ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς με τους παππούδες τους και εσωτερικεύουν την ιστορική εμπειρία των ναζί. Άλλες έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση και προβάλλουν το μίσος τους στους ξένους άνδρες μετανάστες και άλλες απλώς αποκτούν την αίσθηση του ανήκειν σε μια κοινότητα λευκών γερμανών». Το περιοδικό «Spiegel» σκιαγραφεί το πορτρέτο της Κάτια (το όνομα επελέγη από τους συντάκτες για λόγους ασφαλείας), η οποία εμπίπτει μάλλον στην πρώτη κατηγορία. Μεγάλωσε με τον παππού της που ήταν στρατιώτης στη Βέρμαχτ: «Με τις πολλές διηγήσεις, είχα την εντύπωση ότι ο πατέρας του έθνους (σ.σ.: Χίτλερ) ήταν θείος μου» λέει. Eμεινε επί 20 χρόνια σε μια ακροδεξιά οργάνωση. Εκεί γνώρισε τον μετέπειτα άνδρα της. Για κάθε παιδί που γεννούσαν, η οργάνωση τους έδινε ένα χρηματικό μπόνους. Σιγά σιγά, όμως, άρχισε να αμφιβάλλει: «Δεν μου άρεσε η βία γενικά ούτε η βία του συζύγου μου απέναντι σε εμένα και στα παιδιά. Μια φορά, έφθασε σε σημείο να κάψει το δέρμα της κόρης μου. Τις υπόλοιπες ώρες απλώς έβλεπε ντοκυμαντέρ για το Γ΄ Ράιχ ή ρεπορτάζ για τις αυτοκτονίες». Η Κάτια έφυγε από αυτόν τον χώρο, και σήμερα, έπειτα από αλλεπάλληλες μετακινήσεις υπό αυστηρά μέτρα ασφαλείας, ελπίζει ότι έχουν χάσει τα ίχνη της. Σε αυτή την πορεία στάθηκε δίπλα της η ΜΚΟ Exit Deutschland, η οποία έχει βοηθήσει πάνω από 300 ανθρώπους να εγκαταλείψουν νεοναζιστικές οργανώσεις.

Ο Μπερντ Βάγκνερ, επικεφαλής της Exit Deutschland, στην ηλεκτρονική μας αλληλογραφία επισημαίνει ότι «οι ακροδεξιές οργανώσεις αλλάζουν από ανδροκρατικές που ήταν παλαιότερα σε ανοιχτές στις γυναίκες δομές. Οι γυναίκες αποτελούν πλέον αριθμητικά πολύ δυναμικό κομμάτι του ακροδεξιού ιδεολογικού ρεύματος. Υπάρχει, δηλαδή, μια επέκταση του παραδοσιακού ρόλου της γυναίκας στον χώρο της Ακροδεξιάς, ενός ρόλου που πλέον επιτρέπει ακόμη και την ηγεσία στον χώρο αυτό – αν και αυτό το τελευταίο προκαλεί μερικές φορές αντιπαραθέσεις. Ολοένα και περισσότερο η ισότητα των φύλων αναγνωρίζεται και προπαγανδίζεται ανοιχτά από τον χώρο αυτόν, παρ’ ότι υπάρχουν εκεί και κάποια ακραία στοιχεία που προτιμούν να παίζουν τον παραδοσιακό ρόλο του άνδρα-αφέντη». Θεωρεί, όμως, ότι «πάντα ο σεξισμός και ο σοβινισμός είναι παρόντες στον κόσμο των ακροδεξιών αντιλήψεων και υποστηρίζονται στην πράξη από την καθημερινότητα της Ακροδεξιάς. Υπάρχει και ένα ακόμη πρόβλημα: η πολύ έντονη εξουσιαστική κυριαρχία επάνω στα παιδιά, που υποστηρίζεται από αυτόν τον χώρο, κυριαρχία που συχνά φθάνει στη διαστροφή». Δεν παραλείπει με τη σειρά του να εκφράσει την ανησυχία του για την άνοδο της Χρυσής Αυγής, στέλνοντας το μήνυμα πως «η έκφραση της οργής μπορεί, σε κάποιες περιστάσεις, να οδηγεί στην άνοδο των εξτρεμιστών ακροδεξιών ή των ναζιστών, αλλά σύντομα οδηγεί σε ένα αδιέξοδο, και πολιτικά και προσωπικά».

Στις περισσότερες μελέτες που αφορούν την Άκρα Δεξιά, αυτή προσεγγίζεται ως ένα κατά βάση ανδρικό ζήτημα – προσέγγιση προφανώς όχι άσχετη με τον μάλλον εγγενή σεξισμό του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου. Η οπτικοποίηση της Άκρας Δεξιάς, και στην Ευρώπη ως έναν βαθμό, αλλά κυρίως στην Ελλάδα, δεν είναι άλλη από αυτή του ξυρισμένου, γυμνασμένου, αρρενωπού, λευκού άνδρα. Ωστόσο, η γυναίκα, τόσο ως φορέας πολιτικών αντιλήψεων του δεξιού εξτρεμισμού, όσο και ως αντικείμενο της βίας που αυτός συχνά συνεπάγεται, είναι παρούσα, αν και όχι πάντα ορατή. Και όσο περισσότερο η Ακρα Δεξιά εδραιώνει τη θέση της στη Γηραιά Ήπειρο – απότοκο της αποτυχίας του πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις της παγκοσμιοποίησης -, τόσο υπάρχει ανάγκη να ξεπεραστεί η αμηχανία με τη γνώση και τον διερεύνηση του φαινομένου, ακόμη και των αθέατων πτυχών του.

Ξεκινώντας από την παραδοχή ότι η Άκρα Δεξιά κάθε άλλο παρά αποτελεί έναν ομοιογενή πολιτικό χώρο, από την εθνικιστική και ριζοσπαστική Δεξιά ως τη νεοναζιστική ή μεταφασιστική Δεξιά, εντοπίζονται πολλές διαφοροποιήσεις – όχι τόσο ισχυρές, όμως, ώστε να επισκιάσουν την κοινή μήτρα ιδεών που διασυνδέει τα μορφώματα αυτού του χώρου δικαιολογώντας τον συνωστισμό τους υπό την ομπρέλα της Άκρας Δεξιάς. Ο λαϊκισμός, ο αντικομματισμός, ο αντιπλουραλισμός, και γενικώς οι κουλτούρες του αντιδιαφωτισμού, είναι ορισμένες από αυτές τις ιδέες, συνοδευόμενες από έναν υπολανθάνοντα ανδρικό σοβινισμό. Αυτό προφανώς το στοιχείο είναι που κάνει και τις γυναίκες πιο επιφυλακτικές απέναντι στην Άκρα Δεξιά. Είναι εμπειρικά διαπιστωμένο ότι όλα τα κόμματα της Άκρας Δεξιάς, ακόμη και τα πιο μετριοπαθή, ανεξαρτήτως χώρας και χρονικής συγκυρίας, είναι λιγότερο διεισδυτικά στο γυναικείο κοινό. Από το 53 – 47 του FPO της Αυστρίας (ποσοστά ανδρών – γυναικών ψηφοφόρων) έως το 65 – 35 της Χρυσής Αυγής στις πρόσφατες εκλογές. Υπάρχει ένα «gender gap», το οποίο αμβλύνεται μεν, αλλά δεν εξαφανίζεται.

Η Βασιλική Γεωργιάδου, καθηγήτρια Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, μιλώντας στο ΒHmagazino εξηγεί ότι «στα κόμματα της Άκρας Δεξιάς υπάρχει μια διάκριση με βάση το φύλο, καθώς όλες οι αναλύσεις ψήφου δείχνουν ότι οι άνδρες ψηφοφόροι του είναι περισσότεροι. Βασικά, απευθύνονται σε ένα συντηρητικό κοινό και οι συντηρητικές γυναίκες διατηρούν ισχυρούς δεσμούς με την Εκκλησία. Αυτό τις κρατάει στον χώρο της παραδοσιακής Δεξιάς και λειτουργεί ως ανάχωμα για τη δεξιότερη μετακίνησή τους. Επειδή, όμως, τα λαϊκιστικά κόμματα βλέπουν ότι υστερούν στις γυναίκες, επιδιώκουν κάποιους συμβολισμούς, όπως η τοποθέτηση γυναικών στη θέση του επικεφαλής του κόμματος. Δεν θα έλεγα, όμως, ότι είναι σεξιστικά τα περισσότερα κόμματα, αλλά μάλλον συντηρητικά. Η γυναίκα για αυτούς είναι βασικά μάνα και όχι σεξουαλικό αντικείμενο».

Όντως, τα κόμματα της Άκρας Δεξιάς, ιδίως τα πιο προσαρμοστικά στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, έχουν αναδείξει γυναίκες σε επιτελικές θέσεις. Στη Γαλλία, στη Δανία, στη Νορβηγία και στην Ουγγαρία, οι γυναίκες έχουν τοποθετηθεί στην ηγεσία των αντίστοιχων κομμάτων και σε ορισμένες περιπτώσεις ο πολιτικός λόγος τους ωχριά μπροστά όχι απλώς σε αυτόν των ελλήνων πολιτικών της παραδοσιακής Δεξιάς, αλλά ίσως και της Σοσιαλδημοκρατίας. Η Πία Κγιαερσγκάαρντ είναι επικεφαλής του Λαϊκού Κόμματος της Δανίας, το οποίο στις εκλογές του 2011 απέσπασε ποσοστό 14%.

Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας, για ζητήματα-ταμπού, όπως αυτό της άμβλωσης ή της ομοφυλοφιλίας, απάντησε ως εξής: «Το DPP υποστηρίζει το δικαίωμα της γυναίκας να αποφασίζει ελεύθερα από μόνη της για τη διακοπή ή όχι της εγκυμοσύνης μέχρι τις 12 πρώτες εβδομάδες της κύησης. Αποδέχεται την ομοφυλοφιλία. Υποστηρίζουμε το δικαίωμα των γκέι και λεσβιακών ζευγαριών στην καταγεγραμμένη και νομικά κατοχυρωμένη συμβίωση, όπως επίσης το δικαίωμα των ζευγαριών αυτών να λαμβάνουν την ευλογία της Δανέζικης Εκκλησίας. Ωστόσο, δεν συμφωνούμε με τον νέο νόμο που πέρασε τον Ιούνιο, ο οποίος καθιστά δυνατό τον θρησκευτικό γάμο των ζευγαριών αυτών από την Εκκλησία της Δανίας». Η ίδια δηλώνει, πάντως, αντίθετη στην επιβολή ποσοστώσεων φύλου στην κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, σχολιάζοντας δηκτικά ότι «στη Βόρεια Ευρώπη τουλάχιστον οι άνδρες και οι γυναίκες θεωρούνται ίσοι μεταξύ τους. Αν, λοιπόν, πιστεύει κανείς πραγματικά στην ισότητα των φύλων, τότε αποδέχεται ταυτόχρονα ότι το φύλο, είτε έτσι είτε αλλιώς, δεν πρέπει να παίζει κανέναν ρόλο στην επιλογή ηγετών, βουλευτών ή οποιασδήποτε άλλης θέσης».

Μια γυναίκα, η Σιβ Γιένσεν, βρίσκεται στο τιμόνι του Κόμματος της Προόδου, δεύτερης πολιτικής δύναμης στη Νορβηγία, με ποσοστό 23%. Μέλος της νεολαίας του είχε διατελέσει για ένα διάστημα και ο αυτουργός του περυσινού μακελειού στη χώρα, Αντερς Μπρέιβικ. Η πετρελαιοπαραγωγός ευρωπαϊκή χώρα ταλαντεύτηκε από την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου, με την περιθωριοποίηση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα, το ερώτημα για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και την αύξηση του αριθμού των μεταναστών. Σε αυτό το πλαίσιο, το πρόγραμμα του Κόμματος της Προόδου αποτελεί έναν συγκερασμό του θατσερικού νεοφιλελευθερισμού με την παράλληλη διατήρηση του κοινωνικού κράτους, τον κοινωνικό αυταρχισμό, την αντιμεταναστευτική κουλτούρα, την αντίθεση στο φεμινιστικό πνεύμα, χωρίς όμως την οπισθοδρόμηση στην παράδοση. Η νεολαία του, για παράδειγμα, υποστηρίζει τη νομιμοποίηση των μαλακών ναρκωτικών. Μελετώντας τις περιπτώσεις αυτών των κομμάτων στη Δανία και στη Νορβηγία, αλλά και του κόμματος «Αληθινοί Φινλανδοί» της Φινλανδίας, μια πρόσφατη έρευνα του Παντείου Πανεπιστημίου έκανε λόγο για τη γέννηση τη δεκαετία του ’80 του τρίτου κύματος του ακροδεξιού σκανδιναβικού μοντέλου, βασισμένου στον «προνοιακό σοβινισμό», με βασικά συστατικά στοιχεία την αντίδραση στην υψηλή φορολογία, τον αντικομματισμό και την αντίθεση στην πολυπολιτισμικότητα.

Η πιο διάσημη γυναίκα, ωστόσο, στο στερέωμα της σύγχρονης ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, και αναμφισβήτητα κερδισμένη των γαλλικών προεδρικών εκλογών, είναι η 44χρονη ηγέτιδα του Εθνικού Μετώπου της Γαλλίας, και κόρη του ιδρυτή του, Ζαν Μαρί Λεπέν, η Μαρίν Λεπέν. Το περιοδικό «Time» την κατέταξε στις 100 προσωπικότητες με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο για το 2011. Λανσάροντας το πρότυπο μιας σύγχρονης γυναίκας με τρία παιδιά και δύο διαζύγια, επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από τη σκληρή ακροδεξιά ρητορική του πατέρα της, χωρίς όμως να αποποιηθεί τον εθνικισμό του. Έγινε έξαλλη με τη Μαντόνα, όταν κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας της πρόσθεσε μια σβάστικα σε φωτογραφία της. Είναι σύμβολο του ευρωσκεπτικισμού στη Γαλλία και τάσσεται υπέρ της εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη. Από εκεί και πέρα, όμως, η Μαρίν Λεπέν διατηρεί αρκετά από τα στοιχεία του παραδοσιακού συντηρητισμού: προκρίνει την απαγόρευση της μετανάστευσης, είναι κατά της ευθανασίας, αλλά υπέρ της θανατικής ποινής σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν καταδικάζει ευθέως την έκτρωση, αλλά τη χαρακτηρίζει ως «συχνά μοναδική επιλογή, αφού το κράτος δεν στηρίζει οικονομικά και κοινωνικά αυτές τις γυναίκες», είναι εναντίον του δικαιώματος των ομοφυλοφίλων στον γάμο και στην υιοθεσία, αλλά υπέρ ενός συμφώνου συμβίωσης για ζευγάρια ομοφυλοφίλων. Σε πρόσφατη συνέντευξή της στο ΒΗmagazino (τεύχος 607, 3 Ιουνίου 2012), χαρακτήριζε «ακραία εξτρεμιστικές και καταδικαστέες» τις ενέργειες της Χρυσής Αυγής και «ενδιαφέρουσες τις θέσεις των Ανεξάρτητων Ελλήνων».

Όσο κατεβαίνουμε, όμως, πιο νότια στον ευρωπαϊκό χάρτη, τόσο πιο δύσκολο φαίνεται το έργο της αναβάπτισης της Άκρας Δεξιάς. Ο Τζιανφράνκο Φίνι προσπάθησε να μετατοπίσει το νεοφασιστικό MSI του Αλμιράντε (από το οποίο προέρχονταν και οι υπαίτιοι σωρείας τρομοκρατικών ενεργειών, όπως η βομβιστική επίθεση στην Πιάτσα Φοντάνα το 1969) προς το κέντρο του δεξιού φάσματος, ενσωματώνοντας τη μετέπειτα «Εθνική Συμμαχία» στο ιταλικό πολιτικό σύστημα. Ωστόσο η βουλευτής και εγγονή του Ντούτσε, Αλεσάντρα Μουσολίνι, φαίνεται ότι δεν συμφωνούσε μαζί του και ήρθαν σε ανοιχτή ρήξη όταν ο Φίνι αποκήρυξε το Ολοκαύτωμα και ζήτησε συγγνώμη από την κυβέρνηση του Ισραήλ για όσα έγιναν επί Μουσολίνι.

Η Αλεσάντρα απασχολεί συχνά τον ιταλικό Τύπο με την πληθωρική και αντιφατική στάση της. Δικαιολόγησε τα εξώφυλλά της στο «Playboy» ως απόρροια μιας μάλλον αδιάφορης καλλιτεχνικής πορείας, διεκδίκησε όταν χώρισε να διατηρήσουν τα παιδιά της το δικό της επώνυμο, διέλυσε τη βραχύβια ευρωομάδα «Ταυτότητα, Παράδοση, Κυριαρχία», αφού με τη φράση της ότι «οι Ρουμάνοι είναι συνήθεις παραβάτες του νόμου» προξένησε την αποχώρηση των πέντε ρουμάνων ευρωβουλευτών, συνελήφθη από τον φωτογραφικό φακό να υπογράφει ασπρόμαυρες φωτογραφίες του παππού της και να τις δίνει στη βουλευτή της ξενοφοβικής «Λέγκας του Βορρά» Καρολιάν Λουσάνα.

Ενώ κατά καιρούς έχει αρθρώσει προοδευτικές θέσεις για ζητήματα όπως τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, το 2006 προσέβαλε την τρανς βουλευτή Βλαντιμίρ Λουξούρια, διατεινόμενη ότι «είναι προτιμότερο να είσαι φασίστας παρά κραγμένη». Η Κιάρα Μορόνι, όμως, βουλευτής με το κόμμα του Φίνι και επικεφαλής του γυναικείου τμήματος, συμμερίζεται την προσπάθεια ανοίγματος στο γυναικείο κοινό και συνδέει αυτό το εγχείρημα με την αναμόρφωση της ιταλικής οικονομίας: «Ο εκσυγχρονισμός της οικονομίας μας θα μπορούσε να ξεκινήσει από τη μεγαλύτερη εκπροσώπηση των γυναικών σε ηγετικές θέσεις. Το γυναικείο εργατικό δυναμικό της χώρας μας αντιπροσωπεύει μια τεράστια δύναμη οικονομικής ανάπτυξης και μεγέθυνσης. Και είναι αλήθεια ότι το ιταλικό ΑΕΠ θα είχε αυξηθεί κατά 7%, αν η απασχόληση των γυναικών στην Ιταλία είχε φθάσει το 60%. Για να δημιουργηθούν περισσότερες ευκαιρίες για τις γυναίκες στην Ιταλία, θα πρέπει να μεταρρυθμιστεί το ιταλικό σύστημα, επιτρέποντάς τους να ασκούν τα επαγγελματικά τους καθήκοντα χωρίς να πρέπει για αυτό να απαρνηθούν τον ρόλο τους στην οικογένειά τους».

Η Ελένη Ζαρούλια, η μοναδική εκλεγμένη γυναίκα βουλευτής με τον συνδυασμό της Χρυσής Αυγής (η Χρυσή Αυγή έχει το χαμηλότερο ποσοστό γυναικείας συμμετοχής στις κοινοβουλευτικές ομάδες, μόλις 5,56 %, σύμφωνα με τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Ισότητας) και σύζυγος του γενικού γραμματέα του κόμματος, Νίκου Μιχαλολιάκου, βρίσκεται στην οργάνωση από την ίδρυσή της, ξεκινώντας την πολιτική δράση της από την ΕΠΕΝ, «πνευματικός ηγέτης» της οποίας υπήρξε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος. Το ζευγάρι έχει μια κόρη, την Ουρανία, επίσης μέλος της Χρυσής Αυγής, η οποία προσήχθη στη ΓΑΔΑ κατά την προεκλογική περίοδο, έπειτα από περιστατικό ξυλοδαρμού μεταναστών. Η ίδια πλέον δεν εργάζεται και ασχολείται με την αξιοποίηση των ακινήτων που κληρονόμησε από τον πατέρα της.

Το ΒHmagazino επιδίωξε μια συνομιλία μαζί της, την οποία η ίδια αρνήθηκε, ευθυγραμμιζόμενη με την κατεύθυνση του πολιτικού φορέα να παραχωρεί συνεντεύξεις επιλεκτικά και σε μικρά Μέσα, όπως τουλάχιστον παραδέχτηκε σε δημόσια τοποθέτησή του ο εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος, Ηλίας Κασιδιάρης. Στις λιγοστές, πάντως, συνεντεύξεις που έχει δώσει, κυρίως σε περιφερειακά Μέσα, είναι αποκαλυπτική. Υπερασπιζόμενη την επίθεση του Ηλία Κασιδιάρη στη Λιάνα Κανέλλη και στη Ρένα Δούρου, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Καλά έκανε. Αυτή η κυρία ήταν θρασύς… δεν είμαι από τις φεμινίστριες με τρίχες στα πόδια και τις μασχάλες». Στην ίδια συνέντευξη, μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι είναι εξαδέλφη με τη Λιάνα Κανέλλη, κάτι που η τελευταία διέψευσε κατηγορηματικά.

Η Ελένη Ζαρούλια τάσσεται ρητά κατά των εκτρώσεων και προκρίνει «τη δίωξη των γιατρών που τις αναλαμβάνουν». Χαρακτηρίζει τον Αδόλφο Χίτλερ «έναν μεγάλο άνδρα». Σε άλλη συνέντευξή της, άσκησε κριτική στις τηλεοπτικές επιλογές των καναλιών να προβάλλουν τουρκικά σίριαλ, αλλά και στους τηλεοπτικούς αστέρες που αμείβονται καλύτερα από τους έλληνες στρατιωτικούς: «Ξέρω ότι ακριβοπληρώνονται όλες αυτές οι κυρίες και μου κάνει πολύ εντύπωση. Ειδικά από τη στιγμή που οι στρατιωτικοί που φυλάνε το έθνος μας – και είναι έτοιμοι να πεθάνουν και να χύσουν το αίμα τους για αυτόν τον λόγο – πένονται». Ως «παραδοσιακή» γυναίκα, δεν αμφισβητεί την αδιαφιλονίκητη κυριαρχία του συζύγου της: «Είναι ο αρχηγός μου σε όλες τις περιπτώσεις» λέει με καμάρι. Οι εμφανίσεις της και στις δύο ορκωμοσίες της Βουλής έκαναν εντύπωση. Στην πρώτη, φορούσε ένα μεγάλο δαχτυλίδι με έναν μαύρο σταυρό, γνωστό και ως «Σταυρό των Τευτόνων Ιπποτών», έμβλημα ραμμένο στις στολές των Ες Ες και υψηλό παράσημο της ναζιστικής Γερμανίας. Στη δεύτερη, απλώς έσπασε το τακούνι της.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικές είναι οι θέσεις του Μετώπου Γυναικών της Χρυσής Αυγής, έτσι όπως καταγράφονται στην επίσημη ιστοσελίδα τους. Απηχούν τον σκληρό πυρήνα της Άκρας Δεξιάς με την απλοποίηση των νοημάτων, την ταύτιση της μετανάστευσης με την εγκληματικότητα, την αναγνώριση της γυναίκας ως μηχανής αναπαραγωγής παιδιών. Διαβάζουμε: «Εμείς οι Ελληνίδες, μέλη του Λαϊκού Συνδέσμου, έχοντας βαθύτατη συναίσθηση της καταστροφής που επιφέρει το φεμινιστικό πνεύμα της εποχής μας, είμαστε ενάντια σε κάθε λογής διακηρύξεις για την ισότητα των δύο φύλων. Η υποτιθέμενη απελευθέρωση της γυναίκας την αποπροσανατόλισε και από την πραγματική ουσία του ύψιστου ρόλου της, τη Μητρότητα. Δηλαδή την υποχρέωση και την ύπατη τιμή να φέρει στον κόσμο και να αναθρέψει τα νέα βλαστάρια στον κορμό της Φυλής». Η άμβλωση, όπως θα μπορούσε εύκολα να φανταστεί κανείς, χαρακτηρίζεται «έγκλημα κατά της Φυλής». Οι κοινωνικές οργανώσεις που αναπολούν είναι αυτές της αρχαίας Σπάρτης και φυσικά, της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας. Ο λόγος τους κινείται συχνά μεταξύ φυσιολατρίας και παγανισμού, διανθισμένος με συντηρητικό ρομαντισμό. Κατά τα άλλα, παρέχουν μια σειρά από συμβουλές αισθητικής και μαγειρικής, ενώ στον εσωτερικό καταμερισμό της οργάνωσης φαίνεται να κατέχουν δευτερεύοντες ρόλους, όπως η ενασχόληση με το κοινωνικό παντοπωλείο – παράλληλα οργανώνουν και σεμινάρια αυτοάμυνας.

Εκφράζουν τον θαυμασμό τους για γυναικείες φυσιογνωμίες όπως η Σαβίτρι Ντέβι, θιασώτρια του εθνικοσοσιαλισμού και του φυλετικού ρατσισμού σε ένα διάχυτο παγανιστικό πλαίσιο, αλλά και η Σίτσα Καραϊσκάκη. Η τελευταία «νεαρά Ελληνίδα», όπως την αποκαλούσε ο Γκέμπελς, κατέληξε από συνεργάτιδα του περιοδικού «Νέοι Πρωτοπόροι» της ΟΚΝΕ (Κομμουνιστική Νεολαία) σύμβουλος στο υπουργείο Προπαγάνδας στη Γερμανία την εποχή της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία και σύμβουλος Τύπου και Διαφώτισης στη γερμανική πρεσβεία στην Ελλάδα επί Κατοχής. Ο Πανσέληνος καυτηρίασε αυτή τη μεταστροφή της με άρθρο του στο περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα»: «Αλλά η κυρία Σίτσα ανήκει στην οικογένεια των ανθρώπων που καμιάν άλλη φιλοδοξία δεν έχουν παρά μοναχά πώς θα πετύχουν με κάθε τρόπο. Ξεκίνησε για να γίνει μεγάλη και ξέπεσε γιατί ήταν μικρή. Ζήτησε την επιτυχία με όλα τα μέσα. Στην ποίηση, στην πολιτική και στην επιστήμη. Και απέτυχε σε όλα με τη σειρά, γιατί δεν είχε μέσα της κανένα ιδεώδες». Πράγματι, μόνο το βιβλίο της «Ο γιος της καλόγριας», που αναφερόταν στη ζωή του Γεωργίου Καραϊσκάκη, σημείωσε μια κάποια εκδοτική επιτυχία. Κατά τα άλλα, η ίδια θα μείνει στην αιωνιότητα ως συνεργάτιδα των ναζί, αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ερήμην δύο φορές σε θάνατο.

«Η δημόσια εικόνα της Χρυσής Αυγής χαρακτηρίζεται από ένα πρότυπο επιθετικής αρρενωπότητας, δυσανεξίας στην ετερότητα και αναπόλησης μιας εποχής νόμου και τάξης» λέει ο ψυχίατρος Γιώργος Νικολαΐδης, και συνεχίζει: «Είναι το πρότυπο του λευκού άνδρα, που αναπληρώνει την κοινωνική ανασφάλεια με την υπερπροβολή του ανδρισμού, ιδιαίτερα σε επίπεδο σωματικής διάπλασης, και με έναν λόγο βαθιά λαϊκιστικό και οργισμένο. Όλα αυτά δεν είναι παρά υποδηλωτικά της έντονης ανασφάλειας. Πρόκειται για αυτό που κωδικοποιήθηκε από τη σχολή της Φραγκφούρτης ως αυταρχική προσωπικότητα και έγκειται ακριβώς σε μια επιφανειακά εξουσιαστική συμπεριφορά, η οποία όμως δεν αποζητά τόσο το να άρχει, όσο το να άρχεται σε ένα αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο εκλαμβάνεται ως επιστροφή στη φύση των πραγμάτων. Και, φυσικά, όσο οι πολλαπλές συλλογικές και προσωπικές ματαιώσεις σκιάζουν την κοινωνία στην εποχή της κρίσης, τόσο η προβολική αυτή στάση θα βρίσκει απήχηση, ακόμη και σε άτομα του γυναικείου φύλου. Η γυναίκα σε αυτή τη νόρμα γίνεται αόρατη, αντιλαμβανόμενη ως δυνητική απειλή αν εγερθεί από την αφάνεια και μπορεί να νοηθεί μόνο ως συμπληρωματική-υποστηρικτική του ανδρικού αυτού προτύπου».

Αυτό που είναι προφανές, χωρίς ιδιαίτερες ασκήσεις οράσεως, είναι ναι μεν ότι τα νήματα που συνδέουν τις διάφορες εκδοχές της ευρωπαϊκής Ακρας Δεξιάς δεν έχουν ατονήσει εντελώς, ωστόσο η ένταση του εξτρεμισμού της και η απήχησή της σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με τις δομές της κοινωνίας στην οποία παρεμβαίνει, από την προοδευτικότητά της. Όπως υποστηρίζουν πολλοί πολιτικοί επιστήμονες και κοινωνιολόγοι, στην Ελλάδα, μια σειρά από δομές, που σχετίζονταν με την πρόσληψη της ετερότητας, τη γυναικεία χειραφέτηση, την ανεξαρτησία από την οικογένεια, την κατοχύρωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ποτέ δεν εκσυγχρονίστηκαν στα επίπεδα του ευρωπαϊκού δημοκρατικού κεκτημένου. Κατά την άποψή τους, πιο ανησυχητική από το χαστούκι που έδωσε ο Κασιδιάρης στην Κανέλλη είναι η επικρότησή του, όπως αποτυπώθηκε στα social media και στα καφενεία από μερίδα του ελληνικού πληθυσμού, ακόμη και από γυναίκες. Γιατί αν το κράτος δημοσιοποιεί φωτογραφίες οροθετικών γυναικών, τότε είναι πολύ πιθανό το παρακράτος να επιτίθεται σε όποιον διαφωνεί μαζί του. Αυτή η συσκοτισμένη πλευρά της ελληνικής κοινωνίας στα χρόνια της ανάπτυξης τώρα απογυμνώνεται και παλινδρομεί στον χειρότερο εαυτό της, αφήνοντας έδαφος για αντιδραστικές αφηγήσεις. Ο επίλογος στον Μάνο Χατζιδάκι: «Ποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά».

Η εμπειρία του εθνικοσοσιαλισμού

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, τη διαμάχη των ανδρών ιστορικών για τα χαρακτηριστικά του ναζιστικού καθεστώτος ακολούθησε η διαμάχη των γυναικών ιστορικών με επίκεντρο το παραμελημένο συχνά ζήτημα της σχέσης των γυναικών με τον ναζισμό. Κατ’ αρχάς, η αντιπαράθεση επικεντρώθηκε στο διχοτομικό σχήμα «θύτη-θύματος», το ερώτημα δηλαδή που κυριάρχησε ήταν αν οι γυναίκες συγκαταλέγονταν στα θύματα της ναζιστικής πραγματικότητας ή συμμετείχαν, ενεργά ή λιγότερο ενεργά, στην παραγωγή της. Βέβαια, με την πάροδο του χρόνου, αποδείχθηκε ότι η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο περίπλοκη και πολυμορφική και χρειαζόταν η υπέρβαση αυτού του διπολισμού.

Για παράδειγμα, ναι μεν οι γυναίκες αποτελούσαν θύματα της ναζιστικής πολιτικής των υποχρεωτικών στειρώσεων στο πλαίσιο του γεννητικού ελέγχου και της φυλετικής καθαρότητας και το 90% των ατόμων που πέθαναν στο χειρουργείο κατά τη στείρωση ήταν γυναίκες. Επίσης, γυναίκες κρατούμενες υπήρχαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ οι γυναίκες υπέστησαν και μια έντονη και καθ’ όλα αποσιωπημένη σεξουαλική βία από τα συμμαχικά στρατεύματα στη Γερμανία του 1945. Από την άλλη, όμως, 3.300.000 γυναίκες συμμετείχαν σε ναζιστικές γυναικείες οργανώσεις – μέχρι και στα Ες Ες συγκροτήθηκε γυναικείο τμήμα, το οποίο αποτελούνταν από 10.000 γυναίκες. Γυναίκες φύλακες υπήρχαν και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και ιδιαίτερα σημαντική είναι η συνδρομή γυναικών που στήριξαν τις ρατσιστικές πολιτικές του καθεστώτος στον τομέα της υγείας και της πρόνοιας. Μάλιστα, έτυχαν και πολύ ευνοϊκότερης μεταχείρισης στις δίκες που ακολούθησαν για τα εγκλήματα του ναζισμού.

Η αντίληψη, πάντως, που είχε το καθεστώς για τον ρόλο των γυναικών συνίσταται στην κεντρικότητα της μητρότητας. Αυτό αποκρυσταλλώνεται και στα λόγια ενός εκ των αρχιερέων του, του Γιόζεφ Γκέμπελς: «Μας κατηγορούν ότι δεν αναθέτουμε αξιώματα στις γυναίκες, γιατί δεν τις σεβόμαστε. Αυτό είναι σφάλμα. Δεν τους αναθέτουμε αξιώματα, επειδή, αντίθετα, τις σεβόμαστε υπερβολικά. Θεωρούμε τη γυναίκα όχι κατώτερη, αλλά φέρουσα μια τελείως ξεχωριστή αποστολή από τον άνδρα». Ετσι, παρά τη συμμετοχή τους στο καθεστώς, δεν ανέλαβαν ποτέ υψηλή δημόσια θέση. Εκείνη την περίοδο, οι στατιστικές δείχνουν αύξηση των γάμων και των γεννήσεων, αλλά και μείωση των γυναικών στο φοιτητικό πληθυσμό.

Στις διασημότερες γυναίκες του καθεστώτος συγκαταλέγονται η Χάνα Ράιτς, η πρώτη γυναίκα που ταξίδεψε στις Άλπεις με ένα ανεμοπλάνο, κορυφαία πιλότος, ένθερμη οπαδός του Χίτλερ και η μόνη γυναίκα που τιμήθηκε με τον Σιδηρούν Σταυρό. Ηταν παντρεμένη με τον τελευταίο στρατάρχη του Γ΄ Ράιχ, τον Ρόμπερτ Ρίτερ φον Γκράιμ, ο οποίος αυτοκτόνησε μόλις πληροφορήθηκε την αυτοκτονία του Χίτλερ. Η ίδια χαρακτηρίστηκε «υστερική» από τους Αμερικανούς που τη συνέλαβαν. Προσπάθησε να δικαιολογήσει τη συνεργασία της με το καθεστώς ως απλή βοήθεια στους πιλότους, παρ’ ότι τα ιστορικά ντοκουμέντα δείχνουν μια πιο βαθιά σχέση. Τελικά, το 1961 επισκέφθηκε τον Λευκό Οίκο ως προσκεκλημένη του προέδρου Τζον Κένεντι.

Επίσης, η Λένι Ρίφενσταλ, χορεύτρια και ηθοποιός που ο Χίτλερ διόρισε παραγωγό του ναζιστικού κόμματος, θα μπορούσε να μείνει στην ιστορία της 7ης Τέχνης για το ταλέντο της, αν δεν συνδεόταν τόσο ξεκάθαρα με την προπαγάνδα του ναζιστικού καθεστώτος. Το πιο γνωστό έργο της τη «Δύναμη της θέλησης» χαρακτηρίστηκε μνημείο χιτλερικής προπαγάνδας. Πολλοί τής αποδίδουν καιροσκοπισμό μέχρι του σημείου της εκμετάλλευσης ανδρών για την επαγγελματική της καταξίωση. Αναστάτωσε την ελληνική κοινωνία όταν, το 1936, στα περιθώρια των γυρισμάτων της ταινίας «Olympia», ερωτεύτηκε και απήγαγε τον κατά 15 χρόνια μικρότερο της λαμπαδηδρόμο Ανατόλ Ντομπριάνσκι. Μετά την πτώση του καθεστώτος, στις ανακρίσεις που πέρασε προσπάθησε να αποποιηθεί – αν όχι να παραχαράξει – το παρελθόν της. Παρ’ όλα αυτά, τα «Ημερολόγια του Γκέμπελς» δείχνουν τη στενή σχέση της με την ελίτ του ναζισμού και κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ότι για τα γυρίσματα του «Tiefland» χρησιμοποίησε κρατούμενους από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η πιο διάσημη γυναίκα, ωστόσο, του Γ΄ Ράιχ δεν ήταν άλλη από την Εύα Μπράουν, ερωμένη επί 13 χρόνια και σύζυγο επί ένα 24ωρο του Αδόλφου Χίτλερ, προσδιορισμός ο οποίος την στιγμάτισε, παρά το γεγονός ότι δεν φαίνεται να ασκούσε ιδιαίτερη επιρροή επάνω του. Αυτοκτόνησε μαζί του στις 30 Απριλίου 1945, στο μπούνκερ της καγκελαρίας.

Πηγή: ΒHmagazino

 

Σχετικά Άρθρα

Απόκρυφες πτυχές της μελανής ψήφου

Η θέση των γυναικών στη θεωρία, την πολιτική και την πράξη του φασισμού

 

 

Share

Η έννοια του φύλου: Μια κριτική γενεαλογία, Μνήμη Γιώργου Μαρνελάκη

Επιμελείται η Λέσχη

Ο Γιώργος Μαρνελάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και Αστικές και Πολιτισμικές Σπουδές στο Goldsmiths του Λονδίνου. Δίδαξε Σπουδές Φύλου και Πολιτισμική Γεωγραφία στο ΕΜΠ και στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 38 ετών και η κηδεία του έγινε σήμερα στις 25 Φλεβάρη του 2013. Στη μνήμη του αναρτούμε ένα από τα πολλά σημαντικά κείμενά του.

Καλό ταξίδι

 

Γιώργος Μαρνελάκης: Η έννοια του φύλου: Μια κριτική γενεαλογία

Το κείμενο αυτό επιχειρεί μια εισαγωγή στις μεταβαλλόμενες ιδέες για την έννοια του φύλου (gender), όπως αναπτύχθηκαν μέσα από πολλαπλές φεμινιστικές προσεγγίσεις. Αν και, πλέον, αποτελεί μια ευρύτατα διαδεδομένη έννοια στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες γενικώς, το φύλο θα μας απασχολήσει ειδικότερα εδώ ως μια κεντρικής σημασίας κατηγορία για τη φεμινιστική θεωρία. Το πρώτο σημείο, λοιπόν, που πρέπει να τονιστεί είναι ότι η εισαγωγή της έννοιας του φύλου στις φεμινιστικές θεωρίες και η παραγωγή γνώσης για το φύλο από τη συγκεκριμένη οπτική δε συνέβησαν λόγω κάποιας αθώας επιθυμίας για την ανακάλυψη της όποιας ‘αλήθειας’, ούτε απλώς και μόνο λόγω κάποιου υπερβάλλοντα ζήλου για μάθηση και κατανόηση. Και αυτό, βέβαια, καθόλου δεν αποτελεί αποκλειστικότητα των φεμινιστικών προσεγγίσεων για το φύλο. Αν προσπαθούσαμε να υποστηρίξουμε ότι υπάρχει κάποιο είδος γνώσης που παράγεται με τόσο αθώα και ουδέτερα κίνητρα, δε θα είχαμε κανέναν άλλο λόγο παρά να αποκρύψουμε συγκεκριμένα ενδιαφέροντα που πάντα υποκινούν κάθε απόπειρα παραγωγής γνώσης. Στην περίπτωσή μας, λοιπόν, η αναγκαιότητα θεωρητικής ενασχόλησης με την έννοια του φύλου προκύπτει, πρώτα και κύρια, ως ένα πολιτικό αίτημα το οποίο συνδέεται άμεσα με τις γενικότερες επιδιώξεις των φεμινιστικών κινημάτων. Παρακολουθώντας, επομένως, τις μεταλλαγές των ιδεών για την έννοια του φύλου, δε μπορεί παρά να παρακολουθούμε ταυτόχρονα ένα μέρος από τις ευρύτερες μεταλλαγές του ίδιου του φεμινισμού ως πολιτικού κινήματος.

Είναι απαραίτητο, επίσης, να διευκρινίσουμε ότι το παρόν κείμενο δε στοχεύει να στοιχειοθετήσει μια σφαιρική και συνεκτική ιστορία της έννοιας του φύλου, αλλά μάλλον ένα είδος γενεαλογίας. Η γενεαλογική προσέγγιση, θα μπορούσαμε πολύ σύντομα και σχηματικά να πούμε, δεν είναι ιστοριογραφία, αλλά απόπειρα διερεύνησης των συνθηκών που καθιστούν δυνατή τη γραφή της ιστορίας. Αν το χαρακτηριστικό της συνέχειας (και της ενότητας) αποτελεί το sine qua non μιας σφαιρικής ιστορίας, η γενεαλογία ενδιαφέρεται περισσότερο για τις ασυνέχειες, τις μεταβάσεις, τις μετατοπίσεις και τις τομές. Προσεγγίζοντας το θέμα μας μέσα από μια τέτοια λογική, θα αποφύγουμε να ψάξουμε για την ‘αρχική προέλευση’ των έμφυλων κατηγοριών και να παρουσιάσουμε τις ιδέες για το φύλο σε μια ενιαία και συνεχή γραμμική σειρά που νομιμοποιεί την εγκαθίδρυση μίας κυρίαρχης ιστορίας. Αυτό που θα επιχειρήσουμε είναι να διερευνήσουμε τις συνθήκες εγκαθίδρυσης και νομιμοποίησης κυρίαρχων αντιλήψεων περί φύλου, εξετάζοντας πώς συγκεκριμένες έμφυλες κατηγορίες που στην πραγματικότητα είναι το αποτέλεσμα κανονιστικών λόγων και πρακτικών εμφανίζονται ως αιτίες τους ή σημεία ‘αρχικής προέλευσής’ τους. Πιο συγκεκριμένα, θα εστιάσουμε σε δύο τομές/μετατοπίσεις στη φεμινιστική θεωρία που έχουν να κάνουν, αρχικά, με τη στροφή του ενδιαφέροντος από τη ‘γυναίκα’ στο ‘φύλο’ και, σε επόμενο στάδιο, με την τάση να συσχετισθούν αναλυτικά το φύλο και η σεξουαλικότητα.

Τρίτη και τελευταία εισαγωγική διευκρίνιση: Το πεδίο διερεύνησής μας θα είναι εδώ η αγγλόφωνη βιβλιογραφία, μια και η έννοια του φύλου (gender) που θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε, και η οποία πρωτίστως αναφέρεται στην κοινωνική οργάνωση των σχέσεων ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, προέρχεται από την αγγλική γλώσσα. Οι θεωρίες περί φύλου με τις οποίες θα ασχοληθούμε, λοιπόν, αναπτύσσονται κυρίως στη Βρετανία και στις ΗΠΑ. Στη φεμινιστική θεωρία της Ηπειρωτικής Ευρώπης, από την άλλη μεριά (και εδώ ανοίγουμε ένα μεγάλο θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε), η έννοια που έχει κατά κύριο λόγο χρησιμοποιηθεί, πρώτα από τις γαλλίδες φεμινίστριες θεωρητικούς, είναι αυτή της σεξουαλικής διαφοράς (la différence sexuelle). Αξίζει να σημειώσουμε ότι, ενώ η έννοια αυτή έχει εισαχθεί στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία (στα αγγλικά αποδίδεται με τον όρο sexual difference), εμπλουτίζοντας έτσι την αγγλοαμερικανική συζήτηση για το φύλο, ο όρος gender δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί με την ίδια σημασία στα γαλλικά (η αντίστοιχη γαλλική λέξη le genre χρησιμοποιείται συνήθως για να δηλώσει ολόκληρο το ‘ανθρώπινο είδος’), με αποτέλεσμα να είναι πιο δύσκολη η εισαγωγή του στη σχετική συζήτηση της Ηπειρωτικής Ευρώπης. Ο στόχος μας εδώ δεν είναι να εγκαθιδρύσουμε αυστηρά (γεωγραφικά και θεωρητικά) όρια ανάμεσα στις δύο παραδόσεις. Εφ’ όσον όμως, όπως θα δούμε, είναι δυνατό να αναγνωρίσουμε σημαντικές διαφορές στο θεωρητικό τους πλαίσιο, μας ενδιαφέρει να τις προσεγγίσουμε ως δύο διαφορετικές σχολές σκέψης, ή, χρησιμοποιώντας έναν όρο της Donna Haraway, ως δύο διαφορετικά ‘τοποθετημένες γνώσεις’ (situated knowledges), η καθεμιά με τα πλεονεκτήματα και τους περιορισμούς της. Έτσι, η παράλληλη αναφορά στην έννοια της σεξουαλικής διαφοράς θα γίνει για να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα την έννοια του φύλου που μας ενδιαφέρει εδώ και όχι για να αποφασίσουμε ποιο από τα δυο πλαίσια είναι το ‘καλύτερο’.

Από τη ‘γυναίκα’ στο ‘φύλο’

Η πρώτη τομή στην οποία, όπως είπαμε, θα εστιάσουμε τη διερεύνησή μας είναι η μετατόπιση στο ενδιαφέρον των φεμινιστικών θεωριών από τη ‘γυναίκα’ στο ‘φύλο’. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, τότε που εμφανίζονται τα πρώτα προγράμματα γυναικείων σπουδών (women’s studies) στα πανεπιστήμια της Βρετανίας και των ΗΠΑ, η έμφαση δίνεται στο να αποτυπωθούν ‘οι εμπειρίες των γυναικών’ (οι οποίες απουσιάζουν εντελώς από τις μέχρι τότε ανδροκεντρικές προσεγγίσεις όλων των τομέων της επιστήμης), να αποκαλυφθεί και να καταγραφεί το ιστορικό τους παρελθόν (το οποίο μέχρι τότε παρέμενε ‘κρυμμένο’ από αυτό που ονομάζεται ‘Ιστορία’) και να συγκροτηθούν θεωρητικά εργαλεία που θα βοηθήσουν στην κατανόηση και αντιμετώπιση των πολλαπλών φαινομένων καταπίεσης των γυναικών. Σε αυτές τις πρώιμες προσεγγίσεις, η κεντρική έννοια για τη φεμινιστική ανάλυση είναι η ‘γυναίκα’ και όχι το ‘φύλο’. Η εισαγωγή της έννοιας ‘φύλο’ συμπίπτει με την αρχή του λεγόμενου ‘δεύτερου κύματος’ του φεμινισμού (second wave feminism) και η ανάπτυξή της ως αναλυτική κατηγορία από τα μέσα της δεκαετίας του ‘70, σύμφωνα με τη Donna Haraway, στοχεύει κατ’ αρχήν στο να διερευνήσει τι μετράει ως ‘γυναίκα’, αλλά και να αμφισβητήσει απόψεις που για πολύ καιρό θεωρούνταν δεδομένες και αδιαμφισβήτητες και, τελικά, να ανασυγκροτήσει τι μετράει ως ‘άνθρωπος’ (human).

Αυτό που διακυβεύεται (επιστημονικά και πολιτικά) σε αυτή τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τη ‘γυναίκα’ στο ‘φύλο’ έχει τουλάχιστον τρεις διακριτές πτυχές. Κατά πρώτον, εισάγοντας στρατηγικά τη διάκριση ‘βιολογικό φύλο’/‘κοινωνικό φύλο’ (sex/gender)—με το πρώτο να θεωρείται ότι αποτελεί το ‘φυσικό’ υπόβαθρο πάνω στο οποίο κατασκευάζεται το δεύτερο (θα επανέλθουμε αναλυτικά σε αυτή τη διάκριση)—οι φεμινίστριες επιδιώκουν να δώσουν έμφαση, σε θεωρητικό αλλά και σε πολιτικό επίπεδο, στην έννοια του κοινωνικού φύλου, προκειμένου να τονίσουν το ρόλο των κοινωνικών και πολιτισμικών διαδικασιών και πρακτικών που κατασκευάζουν και οριοθετούν την έμφυλη ταυτότητα ‘γυναίκα’, προσπαθώντας, ταυτόχρονα, να υποβαθμίσουν και να μειώσουν τη σημασία και το ρόλο του λεγόμενου ‘βιολογικού φύλου’ —μια θέση που αρχικά διαμορφώνεται ως μια στρατηγική αντίστασης στην άποψη που θα υποστήριζε ότι ‘η βιολογία είναι πεπρωμένο’ (‘biology is destiny’).

Η στροφή της έμφασης από τη γυναίκα στο φύλο, κατά δεύτερον, είναι ενδεικτική της τάσης που θα επικρατήσει να μελετηθούν άνδρες και γυναίκες σε αλληλοσυσχετισμό μεταξύ τους. Το φύλο είναι μια σχετική έννοια, σύμφωνα με τη Joan Scott, και η χρήση του σαφώς υπονοεί ότι θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι για να κατανοήσουμε τις ‘γυναίκες’ πρέπει να τις μελετήσουμε αυτόνομα και ξεχωριστά από τους ‘άνδρες’. Εξ’ άλλου, η κοινή αντίληψή μας για το δίπολο άνδρας/γυναίκα (η αντίληψη δηλαδή ότι ‘ο άνδρας’ και ‘η γυναίκα’ είναι δύο διακριτά ‘όντα’ που συνδέονται μεταξύ τους με μια διχοτομική σχέση θετικού/αρνητικού—που το ένα, με άλλα λόγια, είναι ό,τι δεν είναι το άλλο) αποκαλύπτει ακριβώς ότι η έννοια ‘άνδρας’, για παράδειγμα, είναι αδύνατο να γίνει αντιληπτή, αδύνατο καν να συγκροτηθεί ως έννοια, χωρίς το απαραίτητο (αν και δομικά υποδεέστερο και υποβαθμισμένο) αρνητικό της, από το οποίο στην πραγματικότητα η ίδια αντλεί τα χαρακτηριστικά της.

Η έμφαση στην έννοια του φύλου, τρίτο και ίσως πιο σημαντικό σημείο, σημαίνει επίσης ότι οι φεμινιστικές σπουδές δεν είχαν ως σκοπό απλώς και μόνο να προσθέσουν ένα καινούργιο ‘αντικείμενο’ μελέτης (τη ‘γυναίκα’) στα ήδη υπάρχοντα, αλλά να προωθήσουν μια συγκεκριμένη οπτική, αναθεωρώντας ριζικά τα καθιερωμένα μοντέλα ανάλυσης και έρευνας. Θέτοντας ερωτήματα από τη σκοπιά του φύλου, ερωτήματα που δεν περνούσαν καθόλου από το μυαλό των τότε ερευνητών, διανοουμένων και ακαδημαϊκών, και άρα με κανένα τρόπο δε μπορούσαν να διερευνηθούν με τα διαθέσιμα θεωρητικά εργαλεία, οι φεμινιστικές σπουδές κατάφεραν να αποσταθεροποιήσουν τα όρια ανάμεσα στις διάφορες περιοχές της επιστήμης και να διαταράξουν, δημιουργικά και με πλούσια αποτελέσματα, τις ήδη καθιερωμένες διαδικασίες παραγωγής γνώσης στα πανεπιστήμια.

Η διάκριση ‘βιολογικού’ και ‘κοινωνικού φύλου’

Η διάκριση ‘βιολογικού’ και ‘κοινωνικού φύλου’ είναι αυτή που σηματοδοτεί με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τη γυναίκα στο φύλο την οποία συζητάμε. Η διάκριση αυτή εισάγεται ως θεωρητικό εργαλείο στη φεμινιστική ανάλυση στη δεκαετία του ’70 και έχει, όπως είπαμε, μια συγκεκριμένη πολιτική σκοπιμότητα. Θα μπορούσαμε όμως να υποστηρίξουμε ότι οι θεωρητικές καταβολές της διάκρισης αυτής μπορούν ήδη να ανιχνευθούν στην πρωτοποριακή για την εποχή της δουλειά της Simone de Beauvoir, και πιο συγκεκριμένα, στη διάσημη διατύπωσή της: ‘γυναίκα δε γεννιέσαι, αλλά γίνεσαι’. Παρά το ότι η Beauvoir δε χρησιμοποιεί τον όρο ‘κοινωνικό φύλο’, αυτό που μπορούμε να διαβάζουμε στη θέση της είναι ότι ένα ‘βιολογικά’ καθορισμένο σώμα, με συγκεκριμένα ‘ανατομικά’ χαρακτηριστικά (αυτό το οποίο ‘γεννιέσαι’), σταδιακά εξελίσσεται και διαμορφώνεται σε έμφυλο υποκείμενο (αυτό το οποίο ‘γίνεσαι’): από θηλυκό σε γυναίκα. Σε αυτή τη λογική λοιπόν, το ‘βιολογικό φύλο’, όπως ήδη αναφέραμε, μοιάζει να γίνεται αντιληπτό ως ένα είδος ‘φυσικού’ υποβάθρου πάνω στο οποίο διαμορφώνεται και κατασκευάζεται κοινωνικά και πολιτισμικά το κοινωνικό φύλο.

Στο σημείο αυτό, αρχίζει πλέον να γίνεται σαφής η αναλογία της διάκρισης ανάμεσα σε ‘βιολογικό’ και κοινωνικό φύλο με την άλλη, κεντρικής σημασίας στη δομική ανθρωπολογία, διάκριση μεταξύ ‘φύσης’ και ‘πολιτισμού’ (‘nature’/‘culture’). Ο γάλλος ανθρωπολόγος Claude Lévi-Strauss, σε μεγάλο μέρος της δουλειάς του, αλλά κυρίως στο βιβλίο του The Elementary Structures of Kinship, βασικό θέμα του οποίου αποτελεί η εν λόγω διάκριση, μοιάζει να αντιλαμβάνεται την αντίθεση ‘φύσης’ και ‘πολιτισμού’ ως αντίθεση ανάμεσα στο ‘ωμό’ και το ‘μαγειρεμένο’. Πολύ σύντομα και σχηματικά, ο ‘πολιτισμός’ γίνεται εδώ αντιληπτός ως ανθρώπινη επεξεργασία του ωμού και πρωτογενούς υλικού της ‘φύσης’ (culturalisation of nature), ως το σύνολο των ανθρώπινων υλικών και συμβολικών παρεμβάσεων στον κόσμο, παρεμβάσεις που υποτίθεται ότι ‘ξεκινάνε’ από εκεί ακριβώς όπου ‘τελειώνει’ η ‘φύση’. Σε πλήρη αντιστοιχία, το κοινωνικό φύλο γίνεται αντιληπτό από τις φεμινίστριες θεωρητικούς ως μια συγκεκριμένη κοινωνική και πολιτισμική επεξεργασία και ερμηνεία του ήδη από τη ‘φύση’ καθορισμένου ‘βιολογικού φύλου’. Το ‘βιολογικό φύλο’, με άλλα λόγια, θεωρείται ότι προηγείται, και λογικά και χρονολογικά, του κοινωνικού, το οποίο υποτίθεται ότι έπεται.

Η πιο πλήρης, ίσως, και ολοκληρωμένη θεωρητικά διατύπωση της διάκρισης ‘βιολογικού’ και κοινωνικού φύλου είναι αυτή της ανθρωπολόγου Gayle Rubin, στο περίφημο και με μεγάλη επιρροή άρθρο της ‘The Traffic in Women’. Η Rubin, παρά το ότι κατά τα λοιπά διατυπώνει μια ριζική κριτική στο στρουκτουραλισμό του Lévi-Strauss, μοιάζει να βασίζει την πολυσυζητημένη ιδέα της για το ‘σύστημα βιολογικού/κοινωνικού φύλου’ (‘sex/gender system’) ακριβώς σε κάποια σημεία της θεωρίας του Lévi-Strauss. Κάθε κοινωνική οργάνωση, γράφει η Rubin, έχει ένα ‘σύστημα βιολογικού/κοινωνικού φύλου’, μια σειρά δηλαδή από κανονιστικές αντιλήψεις, διαδικασίες και πρακτικές μέσω των οποίων το ‘βιολογικό φύλο’ και το ωμό υλικό της ανθρώπινης αναπαραγωγής μετασχηματίζεται και διαμορφώνεται μέσω της ανθρώπινης παρέμβασης σε κοινωνικό προϊόν. Σε αυτό το θεωρητικό σχήμα, παρά την ιδιαίτερη σημασία που έχει τη δεδομένη στιγμή η έμφαση στην κοινωνική κατασκευή του φύλου, οι έννοιες του ‘βιολογικού φύλου’ και του ‘σώματος’ παραμένουν ταυτισμένες με αυτό που μετράει ως ‘φύση’ —με αυτό δηλαδή που βρίσκεται ήδη ‘εκεί πέρα’, δοσμένο από πριν, προκαθορισμένο και αμετάβλητο —και άρα απλώς θεωρούνται δεδομένες, χωρίς να υπόκεινται σε καμιά θεωρητική επεξεργασία.

Τώρα, στο θεωρητικό πλαίσιο της Ηπειρωτικής Ευρώπης, η διάκριση ‘βιολογικού’ και κοινωνικού φύλου, πολύ απλά, δεν υπάρχει. Ο όρος ‘σεξουαλική διαφορά’ (sexual difference) μπορεί να θεωρηθεί ως ένας ενδιάμεσος όρος ανάμεσα στο ‘βιολογικό’ και το κοινωνικό φύλο, χωρίς να μπορεί ακριβώς να μειωθεί ούτε στο ένα ούτε στο άλλο. Η έννοια της σεξουαλικής διαφοράς, με άλλα λόγια, δεν αναφέρεται απλώς σε μια ‘βιολογική’ διαφορά, ούτε όμως και σε μια διαφορά που είναι αποκλειστικά προϊόν κοινωνικής κατασκευής. Η σωματικότητα (corporeality) και η λεγόμενη ‘βιολογική’ υπόσταση του υποκειμένου γίνονται εδώ κατανοητές —κυρίως μέσα από τη χρήση της ψυχαναλυτικής θεωρίας —με όρους σημειωτικούς και συμβολικούς, πράγμα που σημαίνει ότι το ‘βιολογικό’ και το ‘πολιτισμικό’ εντάσσονται σε ένα ενιαίο θεωρητικό πλαίσιο.

Η βασική διάκριση σε αυτό το σχήμα σκέψης είναι αυτή ανάμεσα στο ‘αρσενικό’ και το ‘θηλυκό’. Οι φεμινίστριες που δουλεύουν σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο υποστηρίζουν ότι η έννοια του φύλου, καθώς αναφέρεται με ισότιμο τρόπο τόσο στις γυναίκες όσο και στους άνδρες, ενδεχομένως να υπαινίσσεται μια ‘ψευδαίσθηση συμμετρίας’ ανάμεσά τους, ενώ με την έννοια της σεξουαλικής διαφοράς η έμφαση δίνεται στις δομικά ασύμμετρες θέσεις τις οποίες καταλαμβάνουν το ‘αρσενικό’ και το ‘θηλυκό’ στο επίπεδο του συμβολικού. Έτσι, σύμφωνα με τη Rosi Braidotti, το θεωρητικό πλαίσιο της ‘σεξουαλικής διαφοράς’ εστιάζει κυρίως στους τρόπους με τους οποίους εγκαθίσταται συμβολικά η υπεροχή και η κυριαρχία του ‘αρσενικού’. Σύμφωνα με τις ψυχαναλυτικές θεωρήσεις της σχολής του Lacan, ‘ο άνδρας’ είναι αυτός που υποτίθεται ότι κατέχει το φαλλό, το πλεονεκτικό σημαίνον, γι’ αυτό και αντιπροσωπεύει ένα αφηρημένο (abstract) και μη ενσώματο υποκείμενο. ‘Η γυναίκα’, από την άλλη μεριά, θεωρείται ότι καθορίζεται από την υποτιθέμενη ‘ιδιαιτερότητα’ της σωματικότητάς της, γι’ αυτό και αποτελεί το μη αντιπροσωπεύσιμο και ευνουχισμένο ‘άλλο’—είναι, δηλαδή, η ίδια ο φαλλός. Αυτή η ασύμμετρη σχέση θεωρείται ότι συγκροτεί μια ανέκκλητη διαφορά μεταξύ ‘αρσενικού’ και ‘θηλυκού’ που δεν επιδέχεται μείωση, μια θεμελιώδη διαφοροποίηση στη σφαίρα του συμβολικού, η οποία θέτει τις παραμέτρους για τις αντίστοιχες τοποθετήσεις ανδρών και γυναικών στο πεδίο του κοινωνικού.

Αυτή η ριζική διάκριση ‘συμβολικού’ και ‘κοινωνικού’ —οφειλόμενη, βέβαια, στη συστηματική χρήση της ψυχαναλυτικής θεωρίας —είναι, θα τολμούσαμε να πούμε, ένα από τα πλέον προβληματικά σημεία στο θεωρητικό πλαίσιο της ‘σεξουαλικής διαφοράς’. Από τη στιγμή που το ‘συμβολικό’ γίνεται αντιληπτό ως ένα στατικό πεδίο δομών που θέτει τα όρια για το τι είναι ανέκκλητο και τι δεν είναι, η ασύμμετρη θέση ανδρών και γυναικών στη σφαίρα του συμβολικού είναι απόλυτα αποσπασμένη από τις υπαρκτές κοινωνικές σχέσεις και πρακτικές (στις οποίες πρωτίστως αναφέρεται η έννοια του φύλου), με αποτέλεσμα να εγκαθίσταται η ‘σεξουαλική διαφορά’ ως θεμελιώδης και αμετάλλακτη, απογυμνωμένη από κάθε κοινωνικότητα. Σε αυτή τη βάση, η Λακανική ψυχανάλυση έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονης κριτικής από πολλές φεμινίστριες θεωρητικούς που εργάζονται στο θεωρητικό πλαίσιο του ‘φύλου’, θεωρώντας την ως μια κατ’ εξοχήν Ευρωκεντρική θεωρία —η οποία, αν και βασίζεται σε συγκεκριμένες, γεωγραφικά και ιστορικά προσδιορισμένες, εμπειρίες και πρακτικές, έχει αξιώσεις παγκόσμιας ισχύος —αλλά και, με τα λόγια της Rubin, ως μια από ‘τις πιο σοφιστικέ σεξιστικές ιδεολογίες που υπάρχουν’.

Από την άλλη μεριά όμως, η απουσία διάκρισης μεταξύ ‘βιολογικού’ και κοινωνικού φύλου επιτρέπει στις θεωρίες της ‘σεξουαλικής διαφοράς’ να εισαγάγουν με διαφορετικούς όρους την έννοια του σώματος. Αντί να αποτελεί μια οντότητα ήδη δοσμένη και ‘βιολογικά’ καθορισμένη —όπως υπαινίσσεται η διάκριση ‘βιολογικού’ και κοινωνικού φύλου —το σώμα συλλαμβάνεται εδώ ως ένας τόπος διασταύρωσης υλικών και συμβολικών δυνάμεων, και δε μπορεί, έτσι, να μειωθεί σε ένα ‘δεδομένο της φύσης’, αλλά νοείται ως ‘η πρωταρχική μας θέση στον κόσμο, η πρωταρχική μας τοποθέτηση στην πραγματικότητα’. Αντί να γίνεται αντιληπτό ως διακριτό από το ‘πνεύμα’ —όπως επίσης υπαινίσσεται η διάκριση ‘βιολογικού’ και κοινωνικού φύλου —το σώμα θεωρείται ως το καθαυτό ‘συστατικό’ του υποκειμένου και άρα είναι απαραίτητο, σύμφωνα με την Elizabeth Grosz, να συλληφθεί μέσω καινούργιων εννοιών όπως ‘ενσώματη υποκειμενικότητα’ (embodied subjectivity) και ‘ψυχική σωματικότητα’ (psychical corporeality), έννοιες που προσπαθούν να τονίσουν τον κεντρικό ρόλο του σώματος για τις ψυχικές διεργασίες συγκρότησης της υποκειμενικότητας.

Πριν από τη συνάντηση ‘φύλου’ και ‘σεξουαλικότητας’

Η δεύτερη μετατόπιση η οποία θα μας απασχολήσει έχει να κάνει, όπως ήδη αναφέρθηκε στην αρχή, με τη διερεύνηση των δυνατοτήτων για αναλυτικό συσχετισμό της έννοιας του ‘φύλου’ με την έννοια της ‘σεξουαλικότητας’, μια κίνηση που θα ανατρέψει δυναμικά προγενέστερες ιδέες για το φύλο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, η σχέση φύλου και σεξουαλικότητας παραμένει γενικώς θεωρητικά αδιερεύνητη, με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται δυο ξεχωριστά σώματα γνώσης, για το ‘φύλο’ και τη ‘σεξουαλικότητα’ αντίστοιχα, το καθένα από τα οποία εργάζεται με συγκεκριμένες παραδοχές και λαμβάνει ως δεδομένες συγκεκριμένες αντιλήψεις, είτε ρητά διατυπωμένες, είτε— συνηθέστερα —όχι. Από τη μια πλευρά, στη μέχρι τότε φεμινιστική συζήτηση για το φύλο κυριαρχεί η υπόθεση της ετεροφυλοφιλίας. Χωρίς αυτό να αποτελεί πάντα συνειδητά διατυπωμένη επιλογή, ο λόγος για τις ‘γυναίκες’ είναι κατά κανόνα λόγος για τις ‘ετεροφυλόφιλες γυναίκες’. Έτσι, μεγάλο μέρος της φεμινιστικής θεωρίας για τα θέματα φύλου λαμβάνει ως δεδομένη την ετεροφυλοφιλία, αποκλείοντάς την έτσι από το πεδίο διερεύνησής της.

Βέβαια, οι λεσβίες θεωρητικοί που εργάζονται στο πλαίσιο του λεσβιακού φεμινισμού —ένα επιμέρους τμήμα του φεμινιστικού κινήματος που αναπτύσσεται έντονα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές της δεκαετίας του ’80—είναι οι πρώτες που, ήδη από την εποχή αυτή, ασκούν μια κριτική στην υπόθεση της ετεροφυλοφιλίας που κυριαρχεί στις φεμινιστικές θεωρίες και ασχολούνται θεωρητικά με τη γυναικεία ομοφυλοφιλία. Παρόλα αυτά, ούτε κι εκείνες καταφέρνουν να διερευνήσουν ικανοποιητικά τη σχέση φύλου και σεξουαλικότητας. Όντας ενταγμένες πολιτικά στο ευρύτερο φεμινιστικό κίνημα, θεωρητικοποιούν τις λεσβίες πρώτα και κύρια ως γυναίκες, και θεωρούν, για παράδειγμα, την καταπίεση των λεσβιών αποκλειστικά ως γυναικεία καταπίεση, κατά κάποιο τρόπο υποτάσσοντας την αναλυτική κατηγορία ‘σεξουαλικότητα’ στην αναλυτική κατηγορία ‘φύλο’. Για παράδειγμα, η Adrienne Rich, σε ένα άρθρο-σταθμό για τις λεσβιακές σπουδές, ενώ από τη μια πλευρά ασκεί ριζική κριτική σε αυτό που η ίδια ονομάζει ‘αναγκαστική ετεροφυλοφιλία’ (compulsory heterosexuality)—στην άρρητη υπόθεση δηλαδή των φεμινιστικών θεωριών περί του δεδομένου της ετεροφυλοφιλίας —από την άλλη, για να προσεγγίσει θεωρητικά τη γυναικεία ομοφυλοφιλία, εισάγει την έννοια ‘λεσβιακό συνεχές’ (lesbian continuum), η οποία θεωρητικοποιεί το λεσβιασμό ως ένα τρόπο ύπαρξης, ως μια ‘βαθύτατα θηλυκή εμπειρία’ που έχει τη δυνατότητα, σύμφωνα με τη Rich, να ενώσει όλες τις γυναίκες εναντίον της πατριαρχίας και της ανδρικής καταπίεσης. Η Rich εδώ δεν απέχει πολύ από το να υποστηρίζει ότι όλες οι γυναίκες είναι κατ’ ουσία λεσβίες —ένα, θα λέγαμε, εξαιρετικά προβληματικό επιχείρημα —και αυτό συμβαίνει γιατί ο λεσβιασμός εδώ δεν αναλύεται ως μια μορφή σεξουαλικότητας, αλλά θεωρείται ως ένα ουσιώδες ‘φυσικό’ χαρακτηριστικό όλων των γυναικών, ως έμφυλο γνώρισμα. Η σεξουαλικότητα, με άλλα λόγια, δεν αναγνωρίζεται ως διακριτή αναλυτική κατηγορία, αλλά εμφανίζεται απλώς ως ‘φυσική’ απόρροια του φύλου.

Από την άλλη πλευρά, το σώμα γνώσης που παράγεται με αντικείμενο τη ‘σεξουαλικότητα’, και το οποίο συνδέεται πολιτικά με τα αντίστοιχα gay/ομοφυλοφιλικά κινήματα, είναι σε μεγάλο βαθμό ανδροκεντρικό. Στις μέχρι τότε σπουδές της σεξουαλικότητας, στο μεγαλύτερο μέρος τους επηρεασμένες από τον περίφημο πρώτο τόμο της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας του γάλλου φιλοσόφου Michel Foucault, χωρίς και πάλι αυτό να αποτελεί πάντα συνειδητά διατυπωμένη επιλογή, ο λόγος για τους ‘ομοφυλόφιλους’, είναι κατά κανόνα λόγος για τους ‘άνδρες ομοφυλόφιλους’. Οι μελέτες αυτές υποστηρίζουν γενικώς ότι η σεξουαλικότητα πρέπει να θεωρείται ως ένα κοινωνικά κατασκευασμένο χαρακτηριστικό και όχι ως ένα δεδομένο της ‘φύσης’. Για παράδειγμα, σε ένα σημαντικό άρθρο που δημοσιεύεται, μάλιστα, πριν το βιβλίο του Foucault, η Βρετανίδα κοινωνιολόγος Mary McIntosh διατυπώνει, ίσως για πρώτη φορά, μια θεωρία ‘κοινωνικής κατασκευής’ για την (ανδρική) ομοφυλοφιλία. Η McIntosh απορρίπτει την ιδέα ότι υπάρχουν δύο ειδών ‘όντα’ στον κόσμο (ετεροφυλόφιλοι και ομοφυλόφιλοι), εκτοπίζει το ‘προαιώνιο’ ερώτημα για το αν η ομοφυλοφιλία είναι ‘επίκτητο ή εκ γενετής χαρακτηριστικό’ και διατυπώνει τη θέση ότι αντί να θεωρούμε ότι ‘ο ομοφυλόφιλος’ βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη ‘κατάσταση’, πρέπει να θεωρούμε ότι αναλαμβάνει κάποιο συγκεκριμένο ‘κοινωνικό ρόλο’. Χωρίς να επεκταθούμε περισσότερο, αυτό που μας ενδιαφέρει να τονίσουμε εδώ είναι ότι οι θεωρίες αυτές δεν εισάγουν καθόλου το φύλο στην ανάλυσή τους, με αποτέλεσμα να ακολουθούν τη γνωστή τακτική: θεωρώντας ότι αναφέρονται στη σεξουαλικότητα γενικώς, στην πραγματικότητα αναφέρονται στην ανδρική σεξουαλικότητα. Έτσι, οι συσχετισμοί φύλου και σεξουαλικότητας εξακολουθούν να παραμένουν και εδώ αδιερεύνητοι.

Πέρα από τη διάκριση ‘βιολογικού’ και ‘κοινωνικού φύλου’: Η ‘ετεροφυλόφιλη μήτρα’ και η θεωρία της επιτελεστικότητας

Η στροφή προς τη διερεύνηση των δυνατοτήτων για αναλυτικό συσχετισμό φύλου και σεξουαλικότητας ξεκινάει από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και συνδέεται κατά κύριο λόγο με τη δουλειά της Αμερικανίδας φιλοσόφου Judith Butler, ιδιαίτερα στο πολυσυζητημένο βιβλίο της Gender Trouble. Η συμβολή της Butler ξεκινάει με μια παραγωγική και κριτική ‘αποδόμηση’ της διχοτομίας ‘βιολογικού’ και ‘κοινωνικού φύλου’, ενώ οι περαιτέρω επεξεργασίες της, τις οποίες θα συζητήσουμε αναλυτικά εδώ, αναδεικνύουν το σύνθετο δεσμό φύλου και σεξουαλικότητας.

Ξεκινώντας από τη Beauvoir, και από τη διατύπωσή της ότι ‘γυναίκα δε γεννιέσαι, αλλά γίνεσαι’, η Butler αναρωτιέται πώς είναι δυνατό να γίνεσαι γυναίκα, αν δεν ήσουν γυναίκα από την αρχή. Υπάρχουν άνθρωποι που γίνονται ένα συγκεκριμένο (κοινωνικό) φύλο σε κάποια στιγμή μέσα στο χρόνο, και μπορούμε να υποθέσουμε ότι πριν γίνουν ένα συγκεκριμένο φύλο δεν ήταν αυτό το συγκεκριμένο φύλο; Αν υποθέσουμε ότι γεννιέσαι με ένα συγκεκριμένο ‘βιολογικό φύλο’ (θηλυκό, για παράδειγμα) και σταδιακά ‘γίνεσαι’ το κοινωνικό σου φύλο (γυναίκα), τότε το κοινωνικό φύλο θα πρέπει, όπως ήδη έχουμε πει, να θεωρείται ως μια συγκεκριμένη ερμηνεία του ‘βιολογικού φύλου’, το οποίο προηγείται δοσμένο από τη ‘φύση’ και αποτελεί ένα παθητικό δέκτη των ερμηνειών που του αποδίδονται. Όμως, υποστηρίζει η Butler, η αντίληψή μας για το τι μετράει ως ‘βιολογικό φύλο’ διαμορφώνεται πάντα μέσα σε συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια. Έτσι, το ‘βιολογικό φύλο’ δεν προϋπάρχει ως δεδομένο της ‘φύσης’, πριν ορισθεί ως ‘βιολογικό’ ή πριν θεωρηθεί ως δεδομένο της ‘φύσης’, στα πλαίσια συγκεκριμένων κοινωνικά διαμορφωμένων λόγων και αντιλήψεων. Με άλλα λόγια, μπορούμε να συλλάβουμε και να ορίσουμε το τι μετράει ως ‘βιολογικό φύλο’, αλλά αυτό το κάνουμε πάντα έχοντας ήδη την εμπειρία του κοινωνικού φύλου. Αυτό που ονομάζουμε, λοιπόν, ‘βιολογικό φύλο’ είναι πάντα ήδη εμποτισμένο με συγκεκριμένες κοινωνικές αντιλήψεις και παραδοχές, πράγμα που σημαίνει ότι ένα ‘βιολογικό φύλο’ άθικτο από κοινωνικές και πολιτισμικές παρεμβάσεις δε μπορεί να βρεθεί και, άρα, δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπάρχει. Το θεωρούμενο ‘βιολογικό φύλο’ δηλαδή, σύμφωνα με τη Butler, δεν είναι το υπόβαθρο ή η βάση για την παραγωγή του κοινωνικού φύλου αλλά μάλλον το αποτέλεσμά του.

Τώρα, για τη Butler, η ριζική διάκριση ‘βιολογικού’ και κοινωνικού φύλου συνιστά ότι η κοινωνικά κατασκευασμένη έμφυλη ταυτότητα (άνδρας ή γυναίκα) είναι, ipso facto, ‘αφύσικη’, και άρα δεν είναι καθόλου απαραίτητο να ανταποκρίνεται στο αντίστοιχο ‘ανατομικά’ καθορισμένο σώμα (αρσενικό ή θηλυκό). Αυτό που κοινωνικά μετράει ως ‘άνδρας’, για παράδειγμα, μπορεί να αποτελεί τη συγκεκριμένη πολιτισμική ερμηνεία τόσο ενός ‘αρσενικού’, όσο κι ενός ‘θηλυκού’ σώματος. Κάνοντας ένα βήμα πιο πέρα (και είναι ακριβώς εδώ το σημείο στο οποίο αρχίζει να γίνεται σαφής ο δεσμός φύλου και σεξουαλικότητας), η Butler υποστηρίζει ότι για ένα ακέραιο και ευανάγνωστο ή καταληπτό (intelligible) έμφυλο υποκείμενο, πρέπει να εγκαθιδρύεται και να διατηρείται μια ενότητα και μια συνέχεια ανάμεσα στο βιολογικό φύλο, το κοινωνικό φύλο, αλλά και τη σεξουαλική επιθυμία. Η ‘αναγκαστική τάξη’ (compulsory order) για τη Butler δεν είναι απλώς ότι ‘γεννιέσαι θηλυκό και γίνεσαι γυναίκα’, αλλά ότι ‘γεννιέσαι θηλυκό, γίνεσαι γυναίκα και επιθυμείς άνδρες’. Η σεξουαλική επιθυμία εμφανίζεται να προκύπτει ως αποτέλεσμα του κοινωνικού φύλου, το οποίο με τη σειρά του εμφανίζεται να αποτελεί την αναμενόμενη συνέχεια του ‘βιολογικού φύλου’: ‘επιθυμείς άνδρες διότι είσαι γυναίκα, και είσαι γυναίκα διότι γεννήθηκες θηλυκό’. Εδώ η Butler κάνει μια σημαντική θεωρητική ανατροπή, αποσταθεροποιώντας την αιτιακή σειρά που υποτίθεται ότι ισχύει για τις έννοιες ‘βιολογικό φύλο’, κοινωνικό φύλο και σεξουαλική επιθυμία. Εισάγει την έννοια της ‘ετεροφυλόφιλης μήτρας’ (heterosexual matrix), η οποία περιγράφει ένα κανονιστικό και ρυθμιστικό σύστημα που εγκαθιδρύει, νομιμοποιεί και αναπαράγει την ετεροφυλοφιλία ως την αυτονόητα ‘φυσική’ και ‘κανονική’ μορφή σεξουαλικότητας. Αυτό το σύστημα της ‘αναγκαστικής ετεροφυλοφιλίας’, το οποίο υπάρχει ήδη εγκατεστημένο σε όλους τους τομείς των κοινωνικών και πολιτισμικών πρακτικών πριν από μας για μας, είναι που απαιτεί την ύπαρξη των δυο διακριτών και αντιθετικών φύλων, άνδρα και γυναίκας. Με άλλα λόγια, οι κοινωνικά διαμορφωμένες, έμφυλες ταυτότητες (άνδρας και γυναίκα), σύμφωνα με τη Butler, δεν είναι αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πολιτισμικής ερμηνείας του υποτιθέμενου ‘βιολογικού φύλου’ (αρσενικό και θηλυκό), αλλά είναι αποτέλεσμα των επιταγών αυτής της ‘ετεροφυλόφιλης μήτρας’. Η προϋπόθεση μιας συγκεκριμένης ‘κανονικής’ σεξουαλικότητας, λοιπόν, είναι αυτή που απαιτεί την παραγωγή των ‘κανονικών’ κοινωνικών φύλων με συγκεκριμένο τρόπο και όχι το αντίθετο. Αντιστρόφως, και συνακόλουθα, υποστηρίζει η Butler, μια ‘μη κανονική’ σεξουαλικότητα έχει τη δύναμη να αποσταθεροποιεί τα ‘κανονικά’ παραγόμενα φύλα.

Το (κοινωνικό) φύλο, λοιπόν, είναι ένα κατασκεύασμα και για τη Butler, όχι όμως ένα κατασκεύασμα που αποτελεί μια συγκεκριμένη ερμηνεία και επεξεργασία ενός προϋπάρχοντος ‘βιολογικού φύλου’. Η Butler απορρίπτει αυτή την έννοια της κοινωνικής κατασκευής, υποστηρίζοντας ότι αν το κοινωνικό φύλο παράγεται ως αποτέλεσμα μιας αμείλικτης κοινωνικής και πολιτισμικής νόρμας, τότε φτάνουμε σε ένα είδος κοινωνικο- πολιτισμικού ντετερμινισμού που δε διαφέρει και πολύ, στα αποτελέσματά του, από το ‘βιολογικό’ ντετερμινισμό που επιτάσσει ότι ‘η βιολογία είναι πεπρωμένο’. Στην περίπτωση αυτή, υποστηρίζει η Butler, ‘όχι η βιολογία, αλλά ο πολιτισμός (culture), γίνεται πεπρωμένο’.

Για να σκεφτεί το φύλο ως κατασκεύασμα, αποφεύγοντας αυτού του είδους το ντετερμινισμό, η Butler διατυπώνει την περίφημη θεωρία της επιτελεστικότητας του φύλου (gender performativity), με την οποία προχωρεί πέρα από το καθιερωμένο, μέχρι τότε, μοντέλο της ‘κοινωνικής κατασκευής’ για την ερμηνεία της συγκρότησης του φύλου. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, τα χαρακτηριστικά του (κοινωνικού) φύλου στο σύνολό τους, αντί να αποτελούν την έκφραση ή την εξωτερίκευση κάποιας προϋπάρχουσας ‘ουσίας’, συγκροτούνται σταδιακά, στην επιφάνεια του σώματος, μέσω μιας στυλιζαρισμένης επανάληψης κινήσεων και πράξεων. Τέτοιες επαναλαμβανόμενες κινήσεις, χειρονομίες, στάσεις και πράξεις παράγουν την εντύπωση μιας βαθύτερης και ‘αληθινής’ ή ‘αυθεντικής’ έμφυλης ταυτότητας, η οποία ενώ μοιάζει να είναι η γενεσιουργός τους αιτία, στην πραγματικότητα είναι το αποτέλεσμά τους. Με άλλα λόγια, για τη Butler, πέρα από αυτές τις επιτελεστικές πράξεις που δημιουργούν την ψευδαίσθηση μιας εσώτερης έμφυλης ουσίας, το φύλο δεν έχει καμία οντολογική υπόσταση. Δεν υπάρχει, με άλλα λόγια, έμφυλη ταυτότητα πέρα από τις έμφυλες εκφράσεις της. Αυτή η επιτελεστική διαδικασία, λοιπόν, παράγει τα χαρακτηριστικά του φύλου με ένα τελετουργικό τρόπο μέσα στο χρόνο. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες κινήσεις και πράξεις, αλλά για πράξεις που επαναλαμβάνονται και, μέσω ακριβώς της επανάληψης αυτής, συγκροτούν με επιτελεστικό (ή παραστασιακό) τρόπο τα έμφυλα χαρακτηριστικά, μέσα στην ήδη δοσμένη μήτρα της ‘αναγκαστικής ετεροφυλοφιλίας’. Το φύλο, σύμφωνα με αυτά, επιτελείται/παριστάται με συγκεκριμένους κανονιστικούς τρόπους, μέσω μιας διαδικασίας μίμησης κινήσεων και πράξεων που έχουν ήδη επαναληφθεί και επαναλαμβάνονται συνεχώς, με το αντικείμενο της μίμησης και της επανάληψης να είναι εδώ όχι κάποιο προϋπάρχον αυθεντικό ‘πρωτότυπο’, αλλά μάλλον η ίδια η ιδέα ενός εξιδανικευμένου πρωτοτύπου. Ως επιτελεστικά διαμορφωμένο, το φύλο αποκρύπτει τη διαδικασία παραγωγής του, κάνοντάς μας να θεωρούμε ότι αυτό που στην πραγματικότητα συγκροτείται υλικά στην επιφάνεια του σώματος είναι η εξωτερίκευση μιας βαθύτερης εσωτερικής υπόστασης και ουσίας. Το φύλο, λοιπόν, όπως το αντιλαμβάνεται η Butler, δεν αναφέρεται σε ένα ‘είναι’ (being), αλλά μάλλον σε ένα ‘πράττειν’ (doing), το οποίο είναι πάντα ήδη τοποθετημένο εντός των κανονιστικών πρακτικών της ‘ετεροφυλόφιλης μήτρας’.

Να διευκρινίσουμε ότι η έννοια της επιτελεστικότητας (performativity) είναι πολύ κοντά στην έννοια της (επι)τέλεσης ή παράστασης (performance), αλλά δεν είναι βέβαια το ίδιο πράγμα. Πρόκειται για μια λεπτή αλλά καίρια διάκριση, την οποίο πρέπει να τονίσουμε, για το λόγο ότι η σύγχυση των δύο αυτών εννοιών είναι που έχει συχνά οδηγήσει σε κάποιες ατυχείς αναγνώσεις και παρερμηνείες της θεωρίας της Butler. Κάποιες προσεγγίσεις έχουν υποστηρίξει ότι η επιτελεστικότητα του φύλου, όπως την επεξεργάζεται η Butler, υπονοεί κάποιο είδος ‘εθελοντισμού’ του έμφυλου υποκειμένου, το οποίο ‘επιλέγει’ κατά κάποιο τρόπο το φύλο του (όπως διαλέγουμε ένα ρούχο από τη ντουλάπα μας, ίσως;) και δίνει την αντίστοιχη παράσταση. Μια άλλη εκδοχή της κριτικής στη Butler υποστηρίζει ότι αν το φύλο δεν είναι θέμα του τι ‘είσαι’ αλλά του τι ‘κάνεις’, τότε με την ίδια άνεση και ευκολία που το ‘κάνεις’ μπορείς κάλλιστα να το αναιρέσεις (όπως λειτουργεί η εντολή undo στον υπολογιστή, ίσως;). Και οι δυο εκδοχές πέφτουν στην παγίδα να θεωρούν ότι υπάρχει ένα ήδη συγκροτημένο υποκείμενο που προηγείται του φύλου του και είναι τόσο θεληματικό ώστε να είναι σε θέση να ‘επιλέγει’ το φύλο του, να το ‘κάνει’ και να το αναιρεί. Η επιτελεστικότητα, όμως, για τη Butler, είναι μια διαδικασία που η ίδια συγκροτεί το έμφυλο υποκείμενο και άρα δεν είναι δυνατόν να το προϋποθέτει. Πολύ απλά, δεν υπάρχει υποκείμενο που δεν είναι ήδη έμφυλο υποκείμενο. Κάθε υποκείμενο υπάρχει μόνο ως έμφυλο υποκείμενο και το φύλο δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που το υποκείμενο το βρίσκει στην πορεία, μετά τη συγκρότησή του ως υποκείμενο. Το να μπει, λοιπόν, κανείς μέσα στην επιτελεστική διαδικασία δε μπορεί να προϋποθέτει κάποιο είδος ‘εθελοντισμού’, ούτε δύναται να είναι απλώς θέμα ‘επιλογής’, γιατί το ‘εγώ’ που θα ήταν το υποκείμενο αυτής της επιλογής είναι πάντα ήδη συγκροτημένο μέσα από αυτή τη διαδικασία. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι αυτή την επιτελεστική διαδικασία παραγωγής του φύλου μας δεν την αποφασίζουμε και δεν τη διενεργούμε απόλυτα εμείς. ‘Το φύλο είναι πάντα ένα πράττειν (doing)’, γράφει η Butler, ‘όχι όμως ένα πράττειν από ένα υποκείμενο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προϋπάρχει της πράξης (deed)’.

Στο πλαίσιο αυτό —με τη διάκριση ‘βιολογικού’ και κοινωνικού φύλου να έχει ριζικά αμφισβητηθεί —να σημειώσουμε ότι το ‘σώμα’ έρχεται στο προσκήνιο του φεμινιστικού προβληματισμού για τα θέματα φύλου, περνώντας από ένα δεδομένο και αμετάβλητο γεγονός της ‘φύσης’ σε ένα θεωρητικό πρόβλημα, μια κίνηση που φέρνει, εν μέρει, τη συζήτηση για το ‘φύλο’ πολύ κοντά σε αυτή της ‘σεξουαλικής διαφοράς’. Νεώτερες προσεγγίσεις θεωρούν το σώμα ως ένα σχεδίασμα (project), ένα κοινωνικό και πολιτισμικό παράγωγο, μια ρευστή υπόσταση που είναι συνεχώς υπό διαμόρφωση και (ανα)συγκρότηση. Η ‘υλικότητα’ (materiality) του σώματος δε θεωρείται πια ένα δεδομένο ‘φυσικό’ υπόβαθρο πάνω στο οποίο εγκαθιδρύονται διάφορες πολιτισμικές και κοινωνικές ερμηνείες —όπως υπαινίσσεται η διάκριση ‘βιολογικό’/κοινωνικό φύλο —αλλά αυτό που έρχεται να αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού είναι οι τρόποι με τους οποίους το σώμα ‘υλοποιείται’, συγκροτεί την υλικότητά του.

Τώρα, το ενδιαφέρον των συσχετισμών φύλου και σεξουαλικότητας που προτείνει η Butler δεν είναι και πάλι αποκλειστικά και μόνο θεωρητικό, αφού οι εν λόγω συσχετισμοί συμβάλλουν σε αντίστοιχες μετατοπίσεις στις φεμινιστικές πολιτικές για το φύλο. Από τη μια πλευρά, θα μπορούσαμε να βρούμε αντιστοιχίες με τη σχετικά πρόσφατη στροφή του φεμινισμού προς μια αντιουσιοκρατική αντίληψη για την πολιτική. Αντί οι έμφυλες ταυτότητες να θεωρούνται πλέον δεδομένες και διαμορφωμένες εκ των προτέρων, για τις οποίες πρέπει εκ των υστέρων να διεκδικηθεί ‘ισότητα’ ή να υποστηριχθούν ‘δικαιώματα’, αυτό που έρχεται στο επίκεντρο των φεμινιστικών πολιτικών είναι η ίδια η συγκρότηση των έμφυλων ταυτοτήτων ως καίριο πολιτικό ζήτημα. Από την άλλη πλευρά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτές οι θεωρητικές επεξεργασίες σχετίζονται και με μια γενικότερη διεύρυνση της κλασσικής έννοιας της πολιτικής. Εκτός από (και παράλληλα με) τη συλλογική δράση με τη μορφή της συσπείρωσης μαζικού αριθμού ατόμων υπέρ κάποιου ‘σκοπού’, αυτό που πλέον μοιάζει να αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη πολιτική σημασία είναι η έμφαση στην καθημερινή αναδιάρθρωση των έμφυλων σχέσεων μέσω ανατρεπτικών ή ‘ανώμαλων’ πρακτικών. Οι αναδιαρθρωτικές αυτές πρακτικές διαταράσσουν την κανονικότητα και διακόπτουν την ομαλή διαδοχή των καθιερωμένων μιμητικών διαδικασιών, ή τις εγκαθιδρύουν ξανά με άλλους όρους, εκθέτοντας έτσι την ενδεχομενική και αναστρέψιμη τάξη αυτών των κανονιστικών διαδικασιών και ανοίγοντας δρόμο για αλλαγή και αναθεώρηση των τρόπων με τους οποίους παράγονται τα σώματα και τα φύλα. Επίσης, δεδομένου του στενού δεσμού φύλου και σεξουαλικότητας που έχει αποκαλύψει η Butler, οι φεμινιστικές πολιτικές έρχονται πιο κοντά από ποτέ στις πολιτικές των κινημάτων της σεξουαλικότητας. Η ριζική κριτική και αμφισβήτηση του συστήματος της ‘αναγκαστικής ετεροφυλοφιλίας’ από τα κινήματα της σεξουαλικότητας —εισάγοντας, αφ’ ενός, την έννοια του queer, το οποίο έρχεται να αντιταχθεί όχι στην ‘ετεροφυλοφιλία’ καθαυτή, αλλά στην ‘κανονικότητα’ η οποία τη συνοδεύει, και μετατοπίζοντας, αφ’ ετέρου, την έμφαση από την ομοφοβία στον ετεροσεξισμό, αναδεικνύοντάς τον ως πανταχού παρούσα κανονιστική και ρυθμιστική διαδικασία —θέτει, ταυτόχρονα, υπό ριζική αμφισβήτηση και τις ίδιες τις έμφυλες κατηγορίες, αν δεχτούμε ότι οι τελευταίες πλάθονται και διαμορφώνονται πάντα μέσα στο πλαίσιο του προϋπάρχοντος συστήματος αυτής της ‘ετεροφυλόφιλης μήτρας’.

Ανοιχτά ερωτήματα για το φύλο.

Μετά από όλα αυτά, θα πρέπει να έχει γίνει σαφές ότι δεν είναι δυνατό να μιλάμε για το ‘φύλο’ θεωρώντας το ως ένα ήδη διαμορφωμένο, δεδομένο και αμετάβλητο χαρακτηριστικό, είτε δοσμένο από τη ‘φύση’, είτε κοινωνικά και πολιτισμικά κατασκευασμένο. Το γεγονός ότι οι ιδέες για το φύλο μεταλλάσσονται δε μπορεί παρά να σημαίνει ότι και οι πρακτικές που παράγουν με συγκεκριμένους τρόπους τις έμφυλες ταυτότητες υπόκεινται κι αυτές σε διαδικασίες αλλαγής και αναθεώρησης. Η βασική μας αποστολή, παρακολουθώντας τις μεταλλαγές των ιδεών για την έννοια του φύλου, είναι να καταδείξουμε αυτή τη δυνατότητα αλλαγής και αναθεώρησης, προωθώντας μια επανεξέταση των βασικών κατηγοριών μας, τις οποίες έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε δεδομένες. ‘Τι είναι το φύλο’, εξακολουθεί να αναρωτιέται η Butler, ‘πώς παράγεται και αναπαράγεται, ποιες είναι οι δυνατότητές του; Μια κριτική στάση απέναντι στα ερωτήματα αυτά, λοιπόν, δε θα ήταν να δώσουμε ολοκληρωμένες και μονοσήμαντες ‘απαντήσεις’, αλλά, θέτοντάς τα, να ανοίξουμε το πεδίο των δυνατοτήτων για διαφορετικούς τρόπους παραγωγής των φύλων, χωρίς να είμαστε σε θέση, ούτε όμως και να θέλουμε, να καθορίσουμε εκ των προτέρων ποιες ακριβώς θα είναι αυτές οι δυνατότητες.

Σημείωση: Δυστυχώς, δε διατίθενται προς το παρόν η βιβλιογραφία και οι παραπομπές. Ελπίζουμε ότι θα τα ανεβάσουμε σύντομα

Πηγή: Η Λέσχη

 

 

Share

Το όνομά του η ψυχή της; Βουλεύτριες, χορεύτριες και βουλευτίνες

της Αγγέλικας Ψαρρά

«Κύριοι βουλευταί! Πιστεύω ότι ερμηνεύω τα αισθήματα πάντων υμών, εκφράζων την βαθείαν χαράν του Σώματος, διότι υποδεχόμεθα […] την πρώτην βουλευτίδα των Ελλήνων». Ήταν Φεβρουάριος του 1953 και ο πρόεδρος της Βουλής Ι. Μακρόπουλος προσφωνούσε την Ελένη Σκούρα του Ελληνικού Συναγερμού, η οποία είχε αναδειχθεί νικήτρια στις επαναληπτικές εκλογές της Θεσσαλονίκης αφήνοντας στη δεύτερη θέση τον Ι. Πασαλίδη της ΕΔΑ και τη Β. Ζάννα της ΕΠΕΚ στην τρίτη. Από την πλευρά της, η πρώτη μητέρα του έθνους υποσχόταν, καταχειροκροτούμενη, να δικαιώσει τις προσδοκίες των Ελληνίδων και του Στρατάρχη Παπάγου.

Αυτομάτως, οι εξαιρετικά μακρόσυρτες όσο και επίπονες –για κάποιες, τουλάχιστον– διαδικασίες που οδήγησαν τις Ελληνίδες στις κάλπες και στα βουλευτικά έδρανα θα συρρικνώνονταν σε ένα άνευρο και ευθύγραμμο χρονικό, προσεκτικά αποκαθαρμένο από την ανυπακοή γένους θηλυκού που συνόδευσε κατά καιρούς τη διεκδίκηση της ψήφου. Αρχαϊκοί συμβολισμοί φρόντιζαν την τελευταία στιγμή να διασκεδάσουν τις όποιες ανδρικές ανησυχίες: οι γυναίκες γίνονταν δεκτές στο περίκλειστο ανδρικό άβατο στις 2 Φεβρουαρίου του 1953, ανήμερα της Υπαπαντής κατά την οποία οι «εθνικόφρονες» γυναικείες οργανώσεις γιόρταζαν την Ημέρα της Μητέρας. Πατρικό αντίδωρο κερδισμένο χάρη στη μητρική συνεισφορά τους στις πρόσφατες περιπέτειες του έθνους, η εκχώρηση της ψήφου μαρτυρούσε ότι τα δίκαια αιτήματά τους εισακούστηκαν, οι συνετοί αγώνες τους δικαιώθηκαν. Μοναδική προϋπόθεση της ισοπολιτείας η προσαρμογή τους σε κάποιες «θηλυκές» εκδοχές της ιδιότητας του πολίτη, η παραδοχή πως η «γυναικεία φύση» τους συνιστούσε την πρώτη ύλη από την οποία θα προέκυπτε η έννοια της πολίτισσας.

Εξήντα χρόνια μετά, την επέτειο προτίθεται να γιορτάσει η Βουλή των Ελλήνων (η μνεία και των Ελληνίδων, ως γνωστόν, πλεονάζει). Στο μεταξύ, εκπρόσωποι κομμάτων και γυναικείων οργανώσεων ανέλαβαν να την τιμήσουν σε συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ισότητας Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με τίτλο «Οι αγώνες των γυναικών για το δικαίωμα της ψήφου» (21.12.2012). Και την τίμησαν, αναμασώντας, οι περισσότερες τουλάχιστον, κοινοτοπίες, υποπίπτοντας σε ανακρίβειες, επιμένοντας στις απαραίτητες μυθολογικές απαρχές των γυναικείων κινημάτων (από το «Ολοκαύτωμα του Ζαλόγγου» ως την απεργία των εργατριών της Νέας Υόρκης στα 1857). Και σαν να μην έφταναν αυτά, την καταδίκη της «φοιτητικής φασίζουσας βίας» πρόταξε η πρόεδρος της επιτροπής Κατερίνα Παπακώστα προεξοφλώντας, και δικαίως, την πρόθυμη σύμπραξη όσων από τις παριστάμενες ασπάζονται τις πολιτικές των τριών κυβερνητικών κομμάτων.

Στο κλίμα αυτό, η παρέμβαση της Αφροδίτης Σταμπουλή, εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ, έμοιαζε εκτός τόπου και χρόνου. Όχι μόνο γιατί επιχείρησε να υπογραμμίσει την έμφυλη όσο και ταξική διάσταση της τρέχουσας οικονομικής κρίσης, αλλά και γιατί έβαλε στη συζήτηση ένα καίριο κατά την κρίση της ζήτημα ορολογίας: η συνεχιζόμενη χρήση του γραμματικά λανθασμένου τύπου η βουλευτής, υποστήριξε, οδηγεί στην αορατότητα των γυναικών που βρίσκονται στα έδρανα της Βουλής. Εντοπίζοντας μια κάποια σκωπτική χροιά στο βουλευτίνα, η Α. Σταμπουλή αναρωτήθηκε γιατί ο ορθός γραμματικά τύπος η βουλεύτρια συνάντησε εξαρχής τόσες αντιδράσεις. Δεν μας αρέσει ο σωστός θηλυκός όρος που αντιστοιχεί στο αξίωμα, σημείωσε, επειδή δεν μας αρέσει η πραγματικότητα: ότι, δηλαδή, άτομα γένους θηλυκού βρίσκονται σ’ αυτό το αξίωμα.

Παλιό το πρόβλημα, κουβαλά κι αυτό στην πλάτη του τα χρόνια της γυναικείας ψήφου. Κορεσμένη λίγο πολύ και η συζήτηση για τις εξωγλωσσικές αιτίες που δυσχεραίνουν, αν δεν απαγορεύουν, τη δημιουργία θηλυκών τύπων, όταν πρόκειται για τα περιβόητα επαγγελματικά ουσιαστικά «κύρους». Δεν έχει νόημα να επιμείνω: κοντά είκοσι πέντε χρόνια μετά, κι όσες απαντήσεις κι αν δόθηκαν κατά καιρούς στο καίριο ερώτημα της Άννας Φραγκουδάκη «γιατί δεν υπάρχουν βουλεύτριες παρά μόνο χορεύτριες;», πάμπολλες γυναικείες επαγγελματικές δραστηριότητες συνεχίζουν να βολεύονται με τον αρσενικό τύπο — να φοράνε «γλωσσικά μουστάκια», που θα έλεγε και ο Νίκος Σαραντάκος.

Την ώρα, πάντως, που η Ελένη Σκούρα περνούσε το κατώφλι της Βουλής, για την ονομασία του αξιώματός της έριζαν εφτά διαφορετικές εκδοχές, «περισσότερες και από τις υποψήφιες της Θεσσαλονίκης», όπως σημείωνε τότε ο Μ. Τριανταφυλλίδης: βουλευτής, βουλευτού, βουλευτίς, βούλευτις, βουλεύτρια, βουλεύτρα, βουλευτίνα. Το βουλευτίς προτιμούσε ο πρόεδρος της Βουλής Μακρόπουλος, το βουλευτίνα ο διευθυντής του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Α. Παπαδόπουλος, το βουλεύτρια ο Η. Τσιριμώκος και ο Σπ. Μαρινάτος: ως «εύηχο» και σύμφωνο με την «αττική παράδοση» το πρώτο, ως «γνήσιο δημοτικό τύπο» το δεύτερο, ως «ορθό γραμματικά» και ικανοποιητικό τόσο για δημοτικιστές όσο και για καθαρευουσιάνους το τρίτο. Στη σχετική διαμάχη, βέβαιος ότι δεν υπήρχε περίπτωση να επικρατήσει το η βουλευτής εμφανιζόταν ο Α. Παπαδόπουλος, ενώ σίγουρος για το βουλεύτρια δήλωνε ο Σπ. Μαρινάτος απορρίπτοντας ως ανδρωνυμικό το βουλευτίνα (=η γυναίκα του βουλευτή). Παρεμβαίνοντας στη συζήτηση, ο Τριανταφυλλίδης υποστήριζε τη λύση η βουλευτίνα, θεωρώντας θεμιτή σε ορισμένες περιστάσεις και τη χρήση της λέξης βουλευτής ως κατηγορούμενο (=γυναίκες βουλευτές).

Στο μεταξύ, οι εφημερίδες έδειχναν ήδη την προτίμησή τους στους δύο τύπους που σύντομα θα επικρατούσαν: η βουλευτής και η βουλευτίνα. Από την πλευρά τους, οι γυναικείες οργανώσεις της εποχής δεν έμοιαζαν διατεθειμένες να ασχοληθούν συστηματικά με το θέμα: την πρώτη Ελληνίδα βουλευτή τίμησαν στο πρόσωπο της Ελένης Σκούρα, ενώ ως «εκπρόσωπο του γυναικείου κόσμου της Ελλάδος» επέλεξε να την προσφωνήσει η Λίνα Τσαλδάρη σε εκδήλωση του Λυκείου Ελληνίδων. Τρία μόλις χρόνια αργότερα, ο Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας φρόντιζε να συγχαρεί θερμά τη Βάσω Θανασέκου για την ανάδειξή της «ως βουλευτού Αθηνών».

Από τότε η συζήτηση γνώρισε κάμποσες κατά καιρούς αναζωπυρώσεις. Περιορίζομαι να θυμίσω πως τη βουλεύτρια υποστήριξε στο τέλος της δεκαετίας του ’70 ο Αγαπητός Τσοπανάκης, τη βουλευτίνα αντιπρότεινε λίγα χρόνια αργότερα ο Εμμανουήλ Κριαράς. Και πως ο Τσοπανάκης μίλησε για τη «διαφορά ήθους» που διακρίνει τους δύο τύπους — το κύρος της βουλεύτριας, την οικειότητα ή την έλλειψη σεβασμού που μαρτυρεί το βουλευτίνα. Δεν θα σταθώ στη νεότερη φουρνιά που πήρε στη συνέχεια τη σκυτάλη: οι πιο πρόσφατες προτάσεις είναι λίγο πολύ γνωστές, ενώ σημαντικό μέρος τους είναι προσιτό στο διαδίκτυο. Είναι βέβαιο ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, βασικό μέλημα της συνομιλίας παραμένει η εξομάλυνση των θηλυκών επαγγελματικών σύμφωνα με το γλωσσικό σύστημα της δημοτικής. Μολαταύτα, δεν λείπουν και προσεγγίσεις που, προκειμένου να κατανοήσουν τη γραμματική αυτή παραδοξότητα, παίρνουν υπόψη τους τα ευρήματα πρόσφατων αναλύσεων σχετικών με τον γλωσσικό σεξισμό ή, καλύτερα, με την τόσο δυσερμήνευτη διαπλοκή της γλώσσας με το φύλο.

Όπως και να έχει, το ζήτημα μοιάζει να έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο, καθώς εδραιώνεται πια η αρσενική κατάληξη που δανείστηκαν –, υποτίθεται– πάμπολλα θηλυκά επαγγελματικά ουσιαστικά. Πρόκειται, κατά κοινή ομολογία, για τη χειρότερη δυνατή εξέλιξη. Ασφαλώς και δεν προσβλέπω στη συγκρότηση ενός αντισεξιστικού γλωσσικού οδηγού. Διόλου δεν με γοητεύει το όραμα μιας άνωθεν επιβεβλημένης «καθαρής» γλώσσας. Μήπως, ωστόσο, έφτασε η ώρα να παραδεχτούμε ότι κάποια λύση πρέπει επιτέλους να δοθεί στις τόσες επαγγελματικές ιδιότητες γένους θηλυκού που παραμένουν δίχως όνομα;

Εξήντα χρόνια μετά την είσοδο της Ε. Σκούρα στο Κοινοβούλιο, οι γυναίκες που τη διαδέχτηκαν –και είναι πια πολλές– αυτοαποκαλούνται συνήθως βουλευτές, ενώ οι άλλοι τις αποκαλούν συνήθως βουλευτίνες. Όχι, δεν έχει πρόβλημα το βουλευτίνες. Μόνο που διαιωνίζει, φοβάμαι, εκείνο το άθλιο η βουλευτής. Και το ενισχύει: γιατί, όσο κι αν δεν μας αρέσει, οι συνδηλώσεις του ενός (το κύρος της βουλευτού) τροφοδοτούν και τροφοδοτούνται από τις συνδηλώσεις του άλλου (την έλλειψη γοήτρου της βουλευτίνας).

Δεν τρέφω αυταπάτες: αρκετές γυναίκες –και όχι μόνο στο Κοινοβούλιο– αισθάνονται μια χαρά με την αρσενική εκδοχή του επαγγέλματός τους. Δεν την υφίστανται, την επιλέγουν. Αντιλαμβάνομαι ακόμη πως το βουλεύτρια ξενίζει∙ ελάχιστες το αποτόλμησαν ίσαμε σήμερα. Ανάμεσά τους μετρημένες στα δάχτυλα πολιτικοί, η Φεμινιστική Πρωτοβουλία για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών και ο ιστότοπος fylosykis.gr, ενώ μια κάπως παλιότερη σχετική πρωτοβουλία του Περικλή Κοροβέση δεν πρέπει να είχε συνέχεια. Μολαταύτα, η πρόταση της Αφροδίτης Σταμπουλή συνιστά μιαν ενδιαφέρουσα πρόκληση: πόσες άραγε από τις άμεσα ενδιαφερόμενες θα δέχονταν σήμερα να διεκδικήσουν συλλογικά τη γλωσσική ορατότητα της επαγγελματικής τους ιδιότητας;

Πηγή: Ενθέματα

 

 

Share

Για του Αγίου Βαλεντίνου

της Ελένης Καρασαββίδου

H γιορτή του Aγίου Βαλεντίνου που εορτάζεται κάθε 14 Φεβρουαρίου αποτελεί όχι μόνο παγκόσμια ημέρα των ερωτευμένων και της καταναλωτικής αντίληψης του έρωτα, αλλά και κατάλοιπο αρχαίων ρωμαϊκών εθίμων: Πιο συγκεκριμένα της γιορτής της γονιμότητας που γιόρταζαν οι Ρωμαίοι κατά την ίδια περίοδο (14-15 Φεβρουαρίου), τα περίφημα Λουπερκάλια, προς τιμή της Θεάς Γιούνο, αντίστοιχης της ελληνικής Θεάς Ήρας και πιθανής «νονάς» σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς/λαογράφους του «Ιανουαρίου». Ήταν η αρχαιότερη ρωμαϊκή γιορτή και γιορταζόταν αρκετά χρόνια προ Χριστού. Την ημέρα εκείνη τα νέα κορίτσια έριχναν σε μια κληρωτίδα το όνομα τους και τα αγόρια επέλεγαν στην τύχη την κοπέλα με την οποία θα περνούσαν το σύνολο της γιορτής. Κάτι που είχε υπερβολική βαρύτητα εκείνη την εποχή αφού οι ζωές των ανδρών και των γυναικών στην εφηβεία ήταν αυστηρά διαχωρισμένες…

Όταν ο Χριστιανισμός αναγορεύτηκε σε επίσημη θρησκεία, οι χριστιανοί προσπάθησαν να καταργήσουν αυτήν τη γιορτή κι αφού δεν τα κατάφεραν, την εγκόλπωσαν ως χριστιανική γιορτή του αγίου Βαλεντίνου, όπως αναφέρει η Σκούταρη, παρόλο που δεν μνημονεύεται στα επίσημα εορτολόγια. Χαρακτηριστική είναι και η αλλαγή φύλου του αγίου συμβόλου, αφού κυρίως (αν και όχι μόνο) η γυναίκα στερήθηκε σώματος στη νέα θρησκεία (όπως η διαδρομή από τα γυμνά αγάλματα στους μακριούς χιτώνες υποβάλλει) και δεν μπορούσε να ηγηθεί του έρωτα…

Μάλιστα, κατά τα νεότερα χρόνια, η γιορτή του αγίου Βαλεντίνου «έχει επικρατήσει παγκόσμια ως γιορτή των ερωτευμένων, μια γιορτή συρμού κι εμπορικότητας» (ό.π.) Στην Ελλάδα η γιορτή καθιερώθηκε επίσημα το 1977, και είναι από τις ελάχιστες φορές που το χριστεπώνυμο πλήθος (στο σύνολο του και παρά τις επιμέρους αντιδράσεις «αντιδυτικών» κύκλων) αποδέχθηκε έναν καθολικό Άγιο, αφού η ρομαντική επένδυση που αγγίζει -λιγότερο ή περισσότερο- όλους/ες τους ανθρώπους «νομιμοποίησε» τα αγοραία, καταναλωτικά «μεγέθη» αυτής της απόφασης. Χαρακτηριστικό των κοινωνικών, και οικονομικών παραμέτρων που τόσο συχνά κρύβονται πίσω από «ενοποιητικές» ιεροτελεστίες που -«καθαγιασμένες»- αφήνουν στο περιθώριο όσους κι όσες τις αμφισβητούνε…

 

 

Share

Έφυγε πρόσφατα από τη ζωή η Έλια Κολοκυθά.

της Άννας Κοντοθανάση

Η τυπική της ιδιότητα ήταν νομικός, διδάκτορας του Συγκριτικού Δικαίου, Αντιπρόεδρος επί σειρά ετών στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας.

Ακούραστη υπεύθυνη από το 1977 του Τμήματος Νομικής Συμβουλευτικής του Συνδέσμου, χάρισε στήριξη νομική αλλά και ψυχολογική σε χιλιάδες γυναίκες που ζήτησαν τη συνδρομή της.

Ακόμη με μελέτες και άρθρα της σε πολλά περιοδικά αλλά και στον Αγώνα της Γυναίκας, το περιοδικό του ΣΓΤΔΤΓ, υποστήριξε όλες τις απαραίτητες νομοθετικές αλλά και γενικότερες κοινωνικές αλλαγές που απαιτούνται για την απόκτηση της πραγματικής ισοτιμίας γυναικών και ανδρών.

Για όσες τη γνωρίσαμε πιο ουσιαστικά, η Έλια ήταν μία ψυχή που παλλόταν ενάντια στο άδικο, ενάντια στις κάθε μορφής διακρίσεις και ιδιαίτερα στις διακρίσεις και τη βία κατά των γυναικών.

Βαθιά δημοκρατική και μαχητική, πάλεψε σε όλη της τη ζωή για τα ιδανικά της, υποστηρίζοντας τις γυναίκες όχι μόνο σ το Τμήμα Νομικής Συμβουλευτικής, αλλά ακόμη και στο σπίτι της, καθημερινά, ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας, ποτέ δεν έπαψε να προσφέρει ανιδιοτελώς και ακούραστα τις γνώσεις και τη μέριμνά της.

Οραματιζόταν για τις γυναίκες ένα δίκαιο που το ονόμαζε «Δίκαιο της Στοργής», δηλαδή ένα δίκαιο ισότιμο αλλά και με καρδιά και τόλμη για την άρση των διακρίσεων.

Share

Πολλαπλοί χώροι της δημοκρατίας

Η Doreen Massey* μιλάει για τα κινήματα των πλατειών, την άμεση και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τη Λατινική Αμερική, την γκραμσιανή έννοια της ηγεμονίας, το πλήθος των Χαρντ-Νέγκρι, το κίνημα Οccupy, τη συνεταιριστική οικονομία.

Η γεωγράφος Doreen Massey, ομότιμη καθηγήτρια στο Open University του Ηνωμένου Βασιλείου, βρέθηκε τον Νοέμβριο στην Αθήνα, με την ευκαιρία της αναγόρευσή της σε επίτιμη διδάκτορα του Τμήματος Γεωγραφίας του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου. Επισκεφθήκαμε μαζί της χώρους κοινωνικής αυτοδιαχείρισης, τον Ελεύθερο Κοινωνικό Χώρο «Βοτανικός Κήπος» στην Πετρούπολη και το καφενείο του «Ευρωπαϊκού Χωριού» στην Ακαδημία Πλάτωνος. Μας μίλησε για το ενδιαφέρον της για τα αυτοδιαχειριστικά εγχειρήματα, για την ελπιδοφόρα πολιτικοκοινωνική κατάσταση στη Λατινική Αμερική, για το διαρκές ερώτημα της δημοκρατίας.

Για την πραγματοποίηση της συζήτησης με τη Doreen Massey και την επιμέλεια του άρθρου συνεργάστηκαν οι μεταπτυχιακοί φοιτητές και υποψήφιοι διδάκτορες του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου και του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου: Γιώργος Βελεγράκης, Χάρης Κωνσταντάτος, Δημήτρης Μπαλαμπανίδης, Παναγιώτης Πάντος, Ίρις Πολύζου, Γεωργία Σολδάτου, Αγάπη Τσίκλη, Ευαγγελία Χατζηκωνσταντίνου.

 

Tελευταία ζήσαμε τα κινήματα «των πλατειών», όπου ξανατέθηκε το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας. Παράλληλα, η κρίση της πολιτικής εκπροσώπησης ανοίγει ξανά το θέμα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Πιστεύετε ότι πρόκειται για δύο ανταγωνιστικές μορφές δημοκρατίας ή μπορούν να λειτουργήσουν μαζί;

Βρέθηκα πρόσφατα στη Λατινική Αμερική και θα σας μεταφέρω την εμπειρία μου, που συνδέεται με το ερώτημά σας. Η δύναμη της Δεξιάς εκεί είναι ακόμα τεράστια. Παράλληλα, υπάρχει φοβερή πίεση από την Αριστερά καθώς επίσης από τα χαμηλά εισοδήματα και τους αυτόχθονες πληθυσμούς, που νιώθουν αποκομμένοι από τις αλλαγές που συντελούνται. Πιστεύω ότι, για να προχωρήσει μια αλλαγή, οι διαδικασίες είναι μακροχρόνιες και επίπονες. Αυτό όμως που έχει ενδιαφέρον είναι ένα συνολικότερο αίσθημα μιας ηπείρου που βρίσκεται στον αντίποδα της σημερινής Ευρώπης. Μολονότι για πολλούς από εμάς η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε ως δυνατότητα μιας σοσιαλδημοκρατικής εναλλακτικής απέναντι στις ΗΠΑ, αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι η αποκρυστάλλωση ενός ουσιώδους κομματιού του μονοπολικού νεοφιλελεύθερου κόσμου μας. Αντίθετα, στη Λατινική Αμερική προσπαθούν να αμφισβητήσουν το νεοφιλελευθερισμό και να χτίσουν νέες μορφές δημοκρατίας. Παράλληλα, καλούνται να αντιμετωπίσουν αρκετά προβλήματα, όπως αυτό της διαφθοράς. Αυτός είναι ένας λόγος που ο Τσάβες, ο Μοράλες κ.ά. ενθαρρύνουν μορφές συμμετοχικής άμεσης δημοκρατίας. Στη Βενεζουέλα, κάθε 400 νοικοκυριά δικαιούνται να οργανώσουν κοινοτικά συμβούλια (consejos comunales), που χρηματοδοτούνται από το κράτος για να διαχειρίζονται το χώρο τους, να σχεδιάζουν και να υλοποιούν προγράμματα δράσης. Πιστεύω ότι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Άνθρωποι που δεν είχαν φωνή, που δεν ένιωθαν κομμάτι της πόλης, τώρα εισέρχονται στον πολιτικό χάρτη. Βέβαια, οι δομές αυτές έχουν τις δικές τους αντιφάσεις, μιας και η χρηματοδότησή τους έρχεται από το κράτος, το οποίο αντιπροσωπεύει έναν συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Χωρίς την κρατική βοήθεια, τα συμβούλια δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν, όμως η σύνδεσή τους με το κράτος δημιουργεί εντάσεις.

 

Τι πιστεύετε ότι μας δείχνει, πιο συγκεκριμένα, η εμπειρία των χωρών της Λατινικής Αμερικής;

Το παράδειγμα των χωρών αυτών δείχνει τη σχεδόν απαραίτητη ένταση μεταξύ της αντιπροσωπευτικής και της άμεσης δημοκρατίας. Η πρώτη εγείρει την κλασική αντιπαράθεση με τη Δεξιά και η δεύτερη παράγει πολιτικά υποκείμενα. Aρκετές μελέτες δείχνουν ότι άνθρωποι που δεν συμμετείχαν στα κοινά έχουν τώρα εμπλακεί ενεργά και μαζικά. Συγκεκριμένα, γυναίκες μέσης ηλικίας, που ποτέ δεν ήταν ορατές σε αυτές τις δομές, για πρώτη φορά αναπτύσσουν μια αίσθηση δημόσιας συμμετοχής και αναγνώρισης. Όταν δεν υφίστανται συμμετοχικές δομές, τότε εμπλέκονται μόνο ορισμένοι και μόνο οι λεγόμενες «δυνατές φωνές» ακούγονται. Πάντα υπάρχουν αυτές οι αντιπαραθέσεις, καμία μορφή δημοκρατίας δεν λειτουργεί χωρίς αυτές και, από την εμπειρία της Λατινικής Αμερικής, ελπίζω ότι μπορούν να λειτουργήσουν από κοινού.

Για κάποια ιδεατή μορφή δημοκρατίας δεν έχω να σας δώσω απάντηση, πιστεύω όμως ότι καμία από τις δύο μορφές δεν μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα. Έχω σοβαρές φιλοσοφικές και πολιτικές αντιρρήσεις με την ιδέα ότι η άμεση δημοκρατία είναι η μόνη αληθινή μορφή δημοκρατίας. Δεν πιστεύω ότι η άμεση, συμμετοχική και συναινετικού τύπου δημοκρατία μπορεί να είναι η μόνη δυνατή, καθώς εντέλει υπάρχουν διαρκώς αντίπαλοι, με τους οποίους δεν μπορούμε πάντα να επιτυγχάνουμε συναίνεση . Με άλλα λόγια, πρέπει να θέτουμε πολιτικά σύνορα και να αντιμαχόμαστε την απέναντι πλευρά. Τελικά, ακολουθώ περισσότερο τον Γκράμσι, πιστεύοντας ότι πρέπει να παλεύουμε για την ηγεμονία, σε αντίθεση με την ιδέα ότι αυτή θα προκύψει μέσα από την κοινή μας συγκατάθεση, όπως πιστεύει ο Νέγκρι.

 

Ποιες πιστεύετε ότι είναι οι ουσιώδεις διαφορές μεταξύ της νεγκριανής και της γκραμσιανής θεώρησης;

Έμαθα αρκετά διαβάζοντας τους Χαρντ και Νέγκρι, όμως πιστεύω ότι η ιδέα του πλήθους, όπως τη θέτουν, είναι εντέλει α-πολιτική, μια και συνδέεται με την υπόθεση ότι στο τέλος μπορούμε όλοι να συμφωνήσουμε. Για παράδειγμα, στο κίνημα Occupy του Λονδίνου, όπου συμμετείχα, κάθε βράδυ γινόταν συνέλευση. Οι διοργανωτές είχαν την πεποίθηση ότι τελικός στόχος ήταν να υπάρξει συναίνεση. Εδώ υπονοούνταν δύο βασικές υποθέσεις: είτε θεωρούσαν ότι μόνο όσοι συμφωνούν είναι παρόντες, το οποίο συνεπάγεται ότι πρόκειται για έναν κλειστό χώρο, είτε θεωρούσαν ότι πρόκειται για έναν πραγματικά ανοιχτό χώρο στον οποίο όλοι μπορούν να συμμετάσχουν και τελικά να συμφωνήσουν. Τότε όμως θα μπορούσαμε να δώσουμε τα χέρια και με τους τραπεζίτες, τον χρηματοπιστωτικό τομέα, τις εταιρείες αγροτικής καλλιέργειας και τελικά να καταλήξουμε σε συναίνεση. Με αυτό δεν συμφωνώ. Αντιθέτως, πιστεύω ότι πάντα υπάρχει αντιπαράθεση και, για να είμαστε δημοκρατικοί, πρέπει να επιτρέπουμε τη δυνατότητα θεμελιώδους σύγκρουσης. Η έννοια της συναίνεσης πρέπει λιγάκι να μας ανησυχεί, διότι τι θα γίνει εάν μια κοινωνική ομάδα δεν συμφωνεί; Μου φαίνεται ότι αυτή η λογική καταλήγει να είναι η άλλη όψη του νεοφιλελευθερισμού, που υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει εναλλακτική.

Σε τοπικό επίπεδο βλέπετε ότι υπάρχουν διάφορες μορφές δημοκρατίας. Το Occupy ήταν ένα τοπικό κίνημα, με την έννοια του πολιτικά αυτοπροσδιορισμένου χώρου, που είχε τη δυνατότητα να συναινεί. Από την άλλη, τα κοινοτικά συμβούλια στη Βενεζουέλα δεν προσδιορίζονται από μία πολιτική συμφωνία αλλά από τον κοινό χώρο στον οποίο λειτουργούν. Εκεί υπάρχουν αντιπαραθέσεις και πολιτικός ανταγωνισμός και η συναίνεση δεν είναι πάντα δεδομένη. Δεν πρέπει να είμαστε ιδεαλιστές, διότι πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που δεν συμφωνούν, και αυτό δεν πρέπει να οδηγεί σε αποκλεισμούς. Το τοπικό επίπεδο αποτελεί προνομιακό πεδίο άσκησης πολιτικής. Εκεί μπορούμε να μάθουμε εντέλει να είμαστε πολίτες, πολιτικά υποκείμενα. Να προσθέσω όμως ότι, παράλληλα, έχει μεγάλη σημασία και η κατανόηση του παγκόσμιου πλαισίου μέσα στο οποίο διαμορφώνονται άλλης κλίμακας δομές εξουσίας, ιδιαίτερα περίπλοκες. Η διαμόρφωσή τους με έναν τρόπο διαφορετικό από τον σημερινό αποτελεί κατά τη γνώμη μου επίσης πολιτική προτεραιότητα.

 

 Ένα άλλο θέμα είναι πώς, μέσα στην κρίση, μπορούμε να προχωρήσουμε σε συνεργατικές μορφές εργασίας και παραγωγής, που εμπλέκονται όμως στις αντιφάσεις του καπιταλισμού. Πώς μπορεί εδώ η Αριστερά να κινηθεί πέρα από το κράτος και την αγορά;

Δεν θα έθετα το κράτος και την αγορά στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ο εκδημοκρατισμός της οικονομίας. Και, ενώ ομολογούμε ότι είναι απολύτως θεμελιώδες, πολλές φορές το αφήνουμε εκτός της προβληματικής μας. Οι συνεταιριστικές μορφές τουλάχιστον θέτουν αυτό το ερώτημα. Αποτελούν βήμα προς τα εμπρός αλλά, αν θα πρέπει να ανταγωνίζονται μεταξύ τους λειτουργώντας μέσα στο ευρύτερο καπιταλιστικό σύστημα, μπορεί να είναι πολύ προβληματικές.

Εκεί είναι που συναντάμε «μεγάλες δομές», όπως το κράτος. Προσωπικά δεν θα χρησιμοποιούσα την έκφραση «πέρα από το κράτος». Για μένα, το κράτος είναι μια αρένα πάλης, δεν είναι απαραίτητα καλό ή κακό. Γεννήθηκα παιδί της εργατικής τάξης και με πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Ως παιδί δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς το κράτος πρόνοιας. Είναι πραγματικά σοβαρό πώς κατασκευάζουμε ιδέες συναφείς με το κράτος, την ιδέα του δημοσίου, της συλλογικότητας.

Ένας τρόπος για την παραγωγή της ιδέας της συλλογικότητας είναι μέσα από το κράτος. Σήμερα το κράτος δεν θυμίζει κάτι τέτοιο, αλλά δεν ήταν πάντα έτσι. Τη δεκαετία του 1950 η λέξη «δημόσιο» αποτύπωνε κάτι καλό ενώ η λέξη «ιδιωτικό» κάτι κακό. Μπορεί να υπήρχε πάντα κριτική, αλλά οι δημόσιες επενδύσεις θεωρούνταν κάτι καλό. Η εκπαίδευση δεν νοούνταν ως κόστος, όπως συμβαίνει στο νεοφιλελευθερισμό, αλλά ως επένδυση, που δείχνει έναν πολύ διαφορετικό τρόπο σκέψης. Αν μπορούν να αλλάξουν αυτές οι θεωρήσεις, τότε μπορεί να αλλάξει και η σχέση του ατόμου με το κράτος ή το τι μπορεί να κάνει ένα κράτος. Συνεπώς, δεν θα ήθελα απλά να αποκλείσω οποιαδήποτε μορφή κρατικής δομής.

Προσωπικά, πιστεύω πως μπορεί να συνδυάζεται ένα προοδευτικό κράτος με έναν μεγάλο αριθμό αυτόνομων κινημάτων. Η αίσθησή μου είναι ότι αυτό επιχειρείται στη Λ. Αμερική σήμερα και είναι ένα τεράστιο πείραμα, επικίνδυνο αλλά και ελπιδοφόρο. Και αισθάνομαι απολύτως αλληλέγγυα σ’ αυτό.

 

Μιλήσατε πριν για ανταγωνισμό μεταξύ των συνεταιρισμών. Είναι απαραίτητα αυτός ο ανταγωνισμός κακός; Για παράδειγμα, η ανταλλαγή υπηρεσιών μεταξύ συνεταιρισμών δεν είναι κάτι θετικό;

Η ισότιμη ανταλλαγή, φυσικά. Για κάτι τέτοιο, όμως, χρειαζόμαστε μια ολόκληρη αλλαγή είτε της παραγωγής είτε συγκεκριμένων τομέων που θα λειτουργούν συνεταιριστικά. Αν δεν δομήσουμε μια διαφορετική οικονομία, οι συνεταιρισμοί θα χτυπηθούν κυρίως από τις δυνάμεις εκτός του συνεταιριστικού τομέα. Κάτι που βρίσκω ενδιαφέρον είναι πως η Λατινική Αμερική χτίζει μια ένωση που δεν είναι μόνο οικονομική. Υπάρχουν πολλές συμμαχίες (UNASUR, ALBA, Petrocaribe) που δεν έχουν να κάνουν με το ελεύθερο εμπόριο, αλλά με την αλληλοβοήθεια. Το ίδιο θα μπορούσε να γίνει και αλλού.

Στο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, κάθε χώρα πρέπει να ανταγωνίζεται τις άλλες, κάθε περιφέρεια τις άλλες περιφέρειες, κάθε πόλη τις άλλες πόλεις. Πρόκειται για ένα είδος «γεωγραφικοποίησης του ανταγωνισμού», που αποτελεί βασικό σχήμα της νεοφιλελεύθερης οικονομίας: σαν να λέμε ότι όλοι οι χώροι πρέπει να συμπεριφέρονται σαν να ήταν ανταγωνιζόμενα υποκείμενα. Η Λατινική Αμερική σήμερα επιχειρεί να δείξει ότι οι χώρες μπορούν να μην ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Ενώ ο νεοφιλελευθερισμός προσπαθεί να αιχμαλωτίσει τη φαντασία μας, εμείς μπορούμε και πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά.

Πηγή: Ενθέματα

*Η Ντορήν Μάσσεϋ, είναι μια διεθνώς γνωστή γεωγράφος, φεμινίστρια και αριστερή διανοούμενη. Ομότιμη καθηγήτρια του Ανοικτού Πανεπιστημίου του Ηνωμένου Βασιλείου, με τεράστια συμβολή στο χώρο της ριζοσπαστικής γεωγραφίας. Μεταξύ άλλων, μέσα στο έργο της υποστηρίζει ότι η ταυτότητα ενός τόπου είναι ένα αποτέλεσμα σχέσεων, που ξεπερνούν τα όριά του, ασκώντας κριτική σε παραδοσιακές αντιλήψεις που την ταυτίζουν με υποθέσεις μοναδικότητας, αυθεντικότητας και περιχαράκωσης. Απορρίπτοντας δηλαδή προσεγγίσεις εθνικιστικές, τοπικιστικές και ρατσιστικές. Είναι γνωστή για τις προσεγγίσεις της στα ζητήματα της χωρικής διάρθρωσης της εργασίας, της άνισης ανάπτυξης, της ταυτότητας του τόπου και της φεμινιστικής γεωγραφίας. Παράλληλα με την ερευνητική της δουλειά, εργάζεται ως σύμβουλος σε θέματα τοπικής και περιφερειακής ανάπτυξης σε διάφορα μέρη, όπως στο Λονδίνο, στη Νικαράγουα το 1980, στη Νότια Αφρική το 1994 και εσχάτως, το 2007, στη Βενεζουέλα, ενώ παρεμβαίνει στο δημόσιο διάλογο στη χώρα της, από μια αριστερή/φεμινιστική σκοπιά. Βρίσκεται σε επαφή με τα κινήματα και αντλεί υλικό από έρευνες πεδίου και την καθημερινότητα, αντί να βασίζεται αποκλειστικά σε επίσημες στατιστικές φορέων.

Δημ.Σπ.

Share

Περιδιαβάζοντας τον Περιοδικό Τύπο: Από τη Σκούπα στο Κοσμοπόλιταν

της Μαρίας Λούκα

«Τι κάνεις την πρώτη μέρα της single ζωής σου: Ανοίγεις προφίλ στο Compare Hotness του Facebook και ψηφίζεις δέκα άνδρες για το sexapeal τους. Στατιστικά, αν χτυπήσεις 10 πόρτες, η μία θα ανοίξει… Είναι γνωστό ότι οι άνδρες δεν τρελαίνονται για το υπερβολικό μακιγιάζ, προτιμούν γυναίκες που είναι ανεπιτήδευτα όμορφες. Και να ξέρεις ότι όσο πιο κουνιστή περπατάς στο δρόμο , τόσο πιο έντονοι είναι οι οργασμοί σου»

Cosmopolitan, 2010

«Να μιλήσουμε εμείς οι γυναίκες για το κορμί μας σημαίνει να μιλήσουμε για τον τόπο αφετηρίας και συμπύκνωσης του γυναικείου προβλήματος. Ο λόγος για το κορμί δεν περιορίζεται σ΄αυτό, απλώνεται και περιλαμβάνει όλα τα θέματα που αφορούν τη γυναίκα. Έτσι μιλώντας για το κορμί μας, μιλάμε για μας , για το χώρο που μας περιβάλλει, για τον τρόπο που είμαστε, για το πώς γινόμαστε όπως είμαστε»

Σκούπα για το γυναικείο ζήτημα, 1979

 

Μια γυναίκα νέα, όμορφη, σεξουαλική, χαριτωμένη, έξυπνη όχι απαραίτητα, πολιτικοποιημένη ούτε κατά διάνοια, με αστραφτερό χαμόγελο αλλά ποτέ έντονο γέλιο, που δε μυρίζει άσχημα, δεν αφήνει καν την υπόνοια ότι μπορεί να εκπληρώνει βασικές βιολογικές ανάγκες σε καλεί απ’ το εξώφυλλο του περιοδικού για να σε ξεναγήσει στον κόσμο των celebrities (είναι κι αυτές οι αγωνίες που δε σ’ αφήνουν να κοιμηθείς), να σε μυήσει στα μυστικά τη μόδας, να σου δώσει συμβουλές ομορφιάς αλλά και να σε βοηθήσει να τον κατακτήσεις ή να ξεπεράσεις το χωρισμό σου με τις μεθόδους του shopping therapy (δύσκολα πράγματα την εποχή του ΔΝΤ) ή του shopping a new man (ευκολότερο). Είναι η γυναίκα που δεν είσαι αλλά θα ήθελες να είσαι και γι’ αυτό ανταποκρίνεσαι στο κάλεσμα της.

Στο απέναντι εξώφυλλο υπάρχει ένας άνδρας γοητευτικός, αποφασιστικός, πολυάσχολος, με θέσεις κοινωνικής ευθύνης (καμία σχέση δηλαδή με το Μήτσο που βλέπεις κάθε πρωί), με πολιτική άποψη, απορροφημένος ανάμεσα στις επαγγελματικές του προοπτικές και τη μπάλα, bon viveur που ξέρει να διαλέγει τα πιο απολαυστικά πούρα αλλά και τα πιο σύγχρονα gadgets. Απ’ τους πρίγκιπες  που όταν τους φιλάς γίνονται βάτραχοι. Περιτριγυρισμένος από «κουνελάκια στον κήπο των playboys» «ψηφίζει τις 50 πιο sexy Ελληνίδες». Και δυστυχώς δεν είσαι μια απ’ αυτές.

Είναι τα εξώφυλλα των γυναικείων και ανδρικών περιοδικών, αυστηρώς ταξινομημένων στα πλαίσια του περιοδικού τύπου στην πληθωρική ελληνική αγορά των media. Απευθύνονται σε εξειδικευμένα ακροατήρια στη βάση του φύλου με αξιώσεις καταγραφής της κοινωνικής πραγματικότητας, ακόμα κι αν συνήθως πρόκειται για πλαστογραφία. Η σύγχρονη ακαδημαϊκή αναζήτηση που αμφισβητεί το σκληρό δίπολο «άνδρας» – «γυναίκα» και μιλάει για την πολυπλοκότητα των φύλων, όχι απλώς δε βρέθηκε αλλά μάλλον δεν αναζητήθηκε καν.

Σύμφωνα με τα στοιχεία των πρακτορείων διανομής Τύπου αυτή την περίοδο κυκλοφορούν 15 γυναικεία περιοδικά πανελλαδικής εμβέλειας και επιπλέον ακόμη 4 ως μηνιαία ένθετα σε εκδόσεις κυριακάτικών εφημερίδων, με τις πωλήσεις τους να προσεγγίζουν κατά μέσο όρο τις 400.000 μηνιαίως. Σ΄αυτά δεν συνεκτιμώνται τα περιοδικά γάμου, τα εφηβικά περιοδικά ή αυτά που απευθύνονται σε γονείς παρόλο που συναντούν προνομιακή απήχηση στο γυναικείο κοινό. Από την άλλη, τα αμιγώς προσδιοριζόμενα ως ανδρικά περιοδικά δεν υπερβαίνουν τα 7 και οι πωλήσεις τους κυμαίνονται στις 70.000 σε μηνιαία βάση.

Δε χρειάζονται ειδικές ασκήσεις οράσεως για να είναι σαφής ο διαχωρισμός των εντύπων ως προς τη θεματολογία, τη φυσιογνωμία, τη διαφήμιση ακόμη και τη γραφιστική πλαισίωση. Αρκεί η απλή φυλλομέτρηση. Στα γυναικεία έντυπα η μόδα και η ομορφιά προεξέχουν αποσυνδεδεμένες από αισθητικές αντιλήψεις αλλά με κριτήρια αρκούντως καταναλωτικά και εμπορικά. Ο έρωτας και η σεξουαλικότητα καθορίζονται από το ανδρικό βλέμμα. Οι συνεντεύξεις προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από το χώρο του θεάματος. Ενώ η σύγχρονη πραγματικότητα της εργαζόμενης γυναίκας προσαρμόζεται στο παραδοσιακό σύστημα της οικογένειας και της μητρότητας, μετατρέποντας την σε πολυεργαλείο. Τα κάνει όλα και συμφέρει. Τα λιγοστά κοινωνικά θέματα – ως απαραίτητη ασυνέχεια στο συνεχές του lifestyle – είναι δοσμένα από το πρίσμα μιας προσωπική ιστορίας με δραματοποιημένο τόνο για την πρόκληση αβίαστων συγκινησιακών φορτίσεων. Οι διάφορες  στήλες συμβουλευτικής δεν έχουν σε τίποτα να ζηλέψουν τις μεσημεριανές τηλεοπτικές εκπομπές. Ως προς τη διαφήμιση, αν αυτή αποτελούσε το μοναδικό δείκτη για την καταναλωτική συμπεριφορά των γυναικών, τότε θα προέκυπτε το συμπέρασμα ότι στην Ελλάδα για παράδειγμα οι γυναίκες δεν αγοράζουν αυτοκίνητα, παρά μόνο στέκονται δίπλα τους με αισθησιασμό για να προσελκύσουν τους άνδρες αγοραστές.

Τα ανδρικά περιοδικά μπορούν να επιμεριστούν σε εκείνα που το γραπτό κείμενο επιτελεί μια λειτουργία διακοσμητικής υποστήριξης στις ηδονοβλεπτικές απεικονίσεις της γυναίκας και σ’ αυτά που επιχειρούν μια καλύτερη κατανομή μεταξύ σπορ, showbiz, θεάματος και γυμνών φωτογραφιών. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν απουσιάζει ένα editorial που να σχολιάζει κάποια πτυχή – κατά προτίμηση την πιο ανώδυνη – της κοινωνικοπολιτικής συγκυρίας. Δεν πρόκειται βέβαια για κάποιο εγχειρίδιο πολιτικής φιλοσοφίας αλλά περισσότερο για μια μεταφορά συζητήσεων που διεξάγονται σε μπαρ (χωρίς να υπάρχει τίποτα το μεμπτό σ’ αυτές τις συζητήσεις αλλά στην έπαρση αυτού που αναλαμβάνει τη γραπτή μεταφορά). Κατά τ’ άλλα το ύφος είναι πιο στιβαρό, χωρίς να αφήνει χαραμάδες για συναισθηματισμούς που θα παραβίαζαν τα ματσό χαρακτηριστικά της ανδρικής νόρμας. Μ’ αυτή την έννοια απουσιάζουν και οι στήλες συμβουλευτικής και αστρολογίας.

Ο λόγος τόσο στα γυναικεία όσο και στα ανδρικά περιοδικά είναι μαζικός και λαϊκός. Τα πρωτογενή ρεπορτάζ και τα ερευνητικά άρθρα είναι δυσεύρετα. Οι φωτογραφίες πάλι πλεονάζουν και είναι επικεντρωμένες στο σώμα και δη το καλλίγραμμο. Η ετεροφυλοφιλία προβάλλεται ως μοναδική σεξουαλική επιλογή, αφού η ομοφυλοφιλία παραμένει αόρατη ή ενσωματώνεται ως καρικατούρα. Η μετανάστρια που καθαρίζει το σπίτι δε χωράει σ’ αυτές τις σελίδες, ούτε ο πρόσφυγας αφήνει κηλίδες αίματος στο Αστυνομικό Τμήμα της Ομόνοιας. Δε χωράει ακόμα το άγχος των νέων που το μοναδικό ταμείο με το οποίο έχουν προοπτικές να έρθουν σε επαφή είναι αυτό του ΟΑΕΔ. Δε χωράει ούτε η φεμινίστρια που μιλά για την καθημερινή συμβολική βία, ούτε ο ακτιβιστής που προσπαθεί να σπάσει το θαλάσσιο αποκλεισμό της Γάζας. Όλα εξαντλούνται στο μικρόκοσμο του θεάματος.

Αν ισχύει όμως η παραδοχή της σημειωτικής ότι τα Μέσα δεν είναι  ένας απλός καθρέφτης της κοινωνίας αλλά συμβάλλουν στη διαμόρφωση των συνειδήσεων και των ταυτοτήτων, άλλο τόσο ισχύει ότι τα Μέσα δεν είναι κλειστά συστήματα αλλά τροφοδοτούνται σ’ ένα βαθμό μ’ αυτό που συμβαίνει έξω. Απ’ αυτήν την άποψη η πρόσφατη ιστορία του περιοδικού τύπου συμπυκνώνει και την ίδια την ιστορία των κοινωνικών κινημάτων και εν προκειμένω του φεμινιστικού κινήματος. Μια ιστορία που εγγράφει εξάρσεις και υποχωρήσεις, διεκδικήσεις και ενσωματώσεις, νίκες και ήττες.

       

Τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης στα περίπτερα και τα βιβλιοπωλεία της χώρας υπήρχαν αναρτημένα περιοδικά με κεντρικό σύνθημα «δεν είμαι του πατρός μου, δεν είμαι του ανδρός μου, είμαι ο εαυτός μου». Έντυπα όπως η Σκούπα ή η Κατίνα που μιλούσαν για τη γυναικεία σεξουαλικότητα, για την ενδοοικογενειακή βία, για την άμβλωση, την πολιτική ή την τέχνη.  Ο αέρας ριζοσπαστικοποίησης εκείνης της περιόδου αποτυπώθηκε και στην έκδοση φεμινιστικών εντύπων. «Το φεμινιστικό κίνημα εκείνη την περίοδο αγγίζει τις ιδιωτικές πτυχές της καταπίεσης. Αυτό δεν αντανακλάται μόνο στα φεμινιστικά έντυπα αλλά και στα γυναικεία περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας» μας λέει η Μαρία Ρεπούση, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης που συμμετείχε σ’ αυτές τις προσπάθειες.

Εμπορικά γυναικεία περιοδικά όπως το Πάνθεον τη δεκαετία του ‘70 κάνουν καμπάνιες για την αντισύλληψη και εκπονούν έρευνες για την πορνογραφία, το βιασμό και την ομοφυλοφιλία. Η εξομολόγηση της επί χρόνια αρχισυντάκτριας του Πόλυ Μηλιώρη στο βιβλίο «από το Ρομάντσο στο Πάνθεον» είναι ενδεικτική του κλίματος της περιόδου «Οι γυναικείες οργανώσεις ήταν σύμμαχοι πρώτης γραμμής. Η τροφοδότηση μου μας έκαναν σε υλικό και ιδέες ήταν πολυτιμότατη» και συνεχίζοντας παρατηρεί ότι «από το 1990 και μετά δε βλέπω στα γυναικεία περιοδικά άλλη ιδεολογία απ’ αυτήν της κατανάλωσης, της αστρολογίας και της κυριαρχίας του σεξ»

Όντως η δεκαετία του 90 συνιστά καμπή για τον Περιοδικό Τύπο. Την υποχώρηση των γυναικείων αγώνων ακολουθεί η αναστολή των εκδοτικών φεμινιστικών εγχειρημάτων αλλά και η σταδιακή εδραίωση της παντοκρατορίας του life style στα εμπορικά έντυπα. «Η θεσμική ενσωμάτωση από το ΠΑΣΟΚ αλλά η απουσία εναλλακτικών ως προς την οικογένεια δομών συνέτειναν σ΄αυτό το αποτέλεσμα. Οι γυναίκες εγκλωβίστηκαν ανάμεσα στο φεμινιστικό αίτημα και την πραγματικότητα της ζωής τους» εξηγεί η Μαρία Ρεπούση. Σ’ αυτή την άνιση αναμέτρηση το φεμινιστικό πρόταγμα ακόμα κι αν δεν έχει βγει νοκ άουτ, προς το παρόν χάνει σίγουρα στα σημεία.

«Σήμερα τα έντυπα επιστρέφουν στη φυσικοποίηση των γυναικών. Οι γυναίκες είναι φυσικά όντα και όχι ιστορικά υποκείμενα, ενώ οι άνδρες κοινωνικά όντα. Ακόμα κι αν αυτό δε λέγεται ρητά, αναπαρίσταται», σχολιάζει ολοκληρώνοντας η συνομιλήτρια μας. Είναι προφανές ότι και τα περιοδικά ευθυγραμμίζονται με τον κυρίαρχο λόγο που βρίθει από στερεότυπα και προκρίνει κυρίως τη Τζούλια και όχι την Κωνσταντίνα Κούνεβα.  Αυτό όμως δε σημαίνει ότι τα ΜΜΕ λειτουργούν ως απλός ιμάντας μεταβίβασης της κυρίαρχης ιδεολογίας σ’ ένα παθητικό κοινό. Στο εσωτερικό τους ανταγωνίζονται διαφορετικοί λόγοι και εναλλακτικές οπτικές, ακόμα κι αν αυτές δεν είναι ισότιμες. Απευθύνονται σε ενεργούς ανθρώπους που έχουν δυνατότητες αποκωδικοποίησης, έστω κι αν αυτές έχουν ναρκοθετηθεί σ’ ένα επίπεδο από την ίδια την κωδικοποίηση.

Τα περιοδικά είναι τμήμα της λαϊκής κουλτούρας με τη γοητεία και τις αντιφάσεις που αυτή έχει.  Δεν έχει νόημα να τα εξετάζει κανείς  «ως επιθεωρητής του υγειονομικού που χώνει τη μύτη του στις ζωές των ανθρώπων για να διαπιστώσει αν το περιβάλλον που ζουν είναι υγιεινό». Νόημα έχουν οι διαπραγματεύσεις και οι ρωγμές στο τοίχος της ακαμψίας, όπως είναι τα εκδοτικά εγχειρήματα που δε μοιάζουν με αποστειρωμένα εργαστήρια αλλά εμπνέονται από τα βιώματα των ανθρώπων.  Η δημιουργική συνομιλία με την κοινωνία, που περιλαμβάνει την καθημερινότητα αλλά και τα συλλογικά οράματα, την ιστορία και τους σύγχρονους κοινωνικούς πειραματισμούς. Εν τέλει τα εξώφυλλα που αναφέρονται   στις γυναίκες και τους άνδρες που είμαστε με τους φόβους, τις ανασφάλειες , τα όνειρα και τους αγώνες μας. Νόημα έχουν τα παράθυρα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια κι αυτά δεν είναι άμεσα μετρήσιμα από τα πρακτορεία διανομής.

Μια ματιά στην ιστορία του φεμινιστικού έντυπου

Τα φεμινιστικά έντυπα μετρούν πλέον πάνω από 1 αιώνα ζωής. Μέσα απ’ αυτά οι γυναίκες διαμόρφωσαν τις συνθήκες ορατότητας τους, μιλώντας οι ίδιες για τα βιώματα, τις αντιστάσεις και τους αγώνες τους. Θα παραθέσουμε ορισμένους κόμβους αυτής της διαδρομής ζητώντας εκ των προτέρων συγνώμη για τις όσες παραλείψεις προέκυψαν από τις ασκούπιστες γωνιές αυτής της ιστορίας.

  • Η Εφημερίς των Κυριών, πρωτοεμφανίζεται το Μάρτιο του 1887 με εκδότρια μια εμβληματική φυσιογνωμία του ελληνικού γυναικείου κινήματος, την Καλλιρόη Παρρεν.  Λειτουργεί για 20 χρόνια ως εβδομαδιαίο περιοδικό και άλλα 10 ως δεκαπενθήμερο με το αναγνωστικό του κοινό να φτάνει τις 5000. Είναι στην πραγματικότητα η πρώτη εκδοτική προσπάθεια στον ελλαδικό χώρο που αναλύει την κοινωνική θέση των γυναικών και επεξεργάζεται διεκδικήσεις.
  • Το Δελτίον των Ελληνίδων κυκλοφορεί στην Αθήνα το 1909 από την Ελένη Ρουσόπουλου και το Πανελλήνιον το 1913 με εκδότρια την Ελένη Κομνηνο – Πλατανιά. Και τα δυο αυτά έντυπα εκδίδονται και απευθύνονται αποκλειστικά σε γυναίκες σε μια μεταβατική φάση για τη συγκρότηση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.
  • Η Ελληνική Επιθεώρηση από το 1907 έως το 1942 με την Ευγενία Ζωγράφου στη διεύθυνση. Ξεχωρίζει για τη μακροβιότητα του αν και δε μπορεί να θεωρηθεί αμιγώς γυναικείο περιοδικό αλλά καταγράφεται σ’ αυτά καθώς υιοθετεί μια μετριοπαθή φεμινιστική οπτική.
  • Η Ελληνίς, εκδίδεται από το 1921 έως το 1940 ως μηνιαίο περιοδικό του Εθνικού Συμβουλίου Ελληνίδων με τις συνθήκες ζωής των γυναικών να τίθενται πλέον στο επίκεντρο.
  • Ο Αγώνας της Γυναίκας, εκδίδεται πρώτη φορά το 1923 έως το 1936 από το Σύνδεσμο για τα Δικαιώματα της Γυναίκας με προεξέχουσα την Αύρα Θεοδωροπούλου. Η εργασία των γυναικών, η διεκδίκηση ψήφου και ένταξης στην πολιτική, η ανάγκη εκπαίδευσης και επιστημονικής κατάρτισης των γυναικών αποτελούν τα βασικά επίδικα του εντύπου. Ο Σύνδεσμος επανιδρύεται το 1974 με πρόεδρο την Αλίκη Γιωτοπούλου – Μαραγκοπούλου και το περιοδικό επανεκδίδεται το 1979 και διατηρεί μια περιοδικότητα έως και τις μέρες μας.
  • Η Σοσιαλιστική Ζωή, λειτουργεί ως μηνιαίο όργανο του Σοσιαλιστικού Ομίλου Γυναικών για τα χρόνια 1928 – 1935 επιχειρώντας τη σύζευξη του γυναικείου ζητήματος και των σοσιαλιστικών ιδεών.
  • Η Φεμινιστική, εμφανίζεται στη Θεσσαλονίκη το 1930 ως δεκαπενθήμερη επιθεώρηση της Φεμινιστικής Ένωσης Μακεδονίας – Θράκης
  • Οι Ελληνίδες, αποτέλεσαν από το Μάρτιο του 1946 το περιοδικό της Πανελλήνιας Ένωσης Γυναικών. Το περιοδικό είναι εμπνευσμένο από την εαμική παράδοση και ασχολείται με παραδοσιακούς γυναικείους τομείς όπως η οικογένεια δίνοντας έμφαση στη γυναικεία συμμετοχή στους εθνικούς αγώνες.
  • Για την Απελευθέρωση των Γυναικών, έντυπο που εκδίδεται το Φεβρουάριο του 1978 από την Κίνηση για την Απελευθέρωση των Γυναικών – την πρώτη αυτόνομη φεμινιστική ομάδα. Οικειοποιείται τα συνθήματα του γαλλικού φεμινισμού όπως «το προσωπικό είναι πολιτικό» και επικεντρώνεται στην ιδιωτική σφαίρα της γυναικείας καταπίεσης.
  • Η Σύγχρονη Γυναίκα, δημιουργείται το 1978 από την Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδας που διάκειται θετικά προς το ΚΚΕ. Αρχικά κράτησε μια απόσταση από τις φεμινιστικές αναζητήσεις της εποχής και ασχολήθηκε κυρίως με ζητήματα εργασίας και δημοκρατίας μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 80 που άρχισε να αμφισβητεί δημόσια την κομματική γραμμή.
  • Η Σκούπα για το γυναικείο ζήτημα, κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1979 υπό εννεαμελή συντακτική επιτροπή. Παρόλο που εξέδωσε μόλις 5 τεύχη, αποτελεί ίσως την πρώτη συστηματική προσπάθεια θεωρητικής εμβάθυνσης και άρθρωσης μιας ανατρεπτικής θεωρίας για το φύλο. Εκφράζει ριζοσπαστικές θέσεις και γίνεται σημείο αναφοράς του φεμινιστικού κινήματος.
  • Η Σφίγγα, φεμινιστικά και άλλα, εκδίδει ένα μόνο τεύχος τον Ιούλιο του 1980 με τη συμμετοχή γυναικών που ορισμένες προέρχονται από την Κίνηση για την Απελευθέρωση των Γυναικών. Πιστή στο ριζοσπαστικό φεμινισμό υπερασπίζεται την αυτονομία του γυναικείου κινήματος.
  • Η Κατίνα, σε αντίστοιχο μήκος κύματος, κυκλοφορεί στη Θεσσαλονίκη την περίοδο 1987 – 1992 από την Αυτόνομη Ομάδα Γυναικών Θεσσαλονίκης
  • Η Δίνη, ξεκινά της πορεία της το Δεκέμβριο του 1986 ως φεμινιστικό περιοδικό που διευθύνεται από 17μελή συντακτική επιτροπή, στην οποία συμμετέχουν και μέλη από την έκδοση της Σκούπας. Ο αρχικός του προσανατολισμός είναι πολιτικός και κινηματικός. Από το 1993 όμως μετατρέπεται σε επιστημονικό περιοδικό για τα ζητήματα του φύλου.

 

Διαβάστε:

ΜΜΕ και Κοινωνία, Jean Curran και Michael Gurevitch, εκδόσεις Πατάκη, 2008

Από το Ρομαντσο στο Πάνθεον, Πόλυ Μηλιώρη, εκδόσεις Οδυσσέας, 1995

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 198, Σεπτέμβριος 1988

 

Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο έντυπο περιοδικό w/e της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας

 

Share

Διαφορές Φύλου στη Φροντίδα Ασθενών

της Ουρανίας Γκοβίνα

Η σύγχρονη οικογένεια εξακολουθεί να είναι δομημένη με βάση τη διχοτόμηση δημόσιου χώρου, που θεωρείται γένους αρσενικού και ιδιωτικού χώρου, που θεωρείται γένους θηλυκού. Η φροντίδα των εξαρτημένων ατόμων της οικογένειας αποτελεί γυναικείο καθήκον και εντάσσεται στις μη αμειβόμενες εργασίες. Η ταύτιση της φροντίδας με τις γυναίκες και η έμφυλη κατανομή των ρόλων στην ιδιωτική ζωή αποτελεί ένα πολιτισμικό φαινόμενο. Το «φύλο της φροντίδας» κατασκευάζεται κοινωνικά από παλιά και συνδέεται με την υποδεέστερη θέση που οι γυναίκες εξακολουθούν να έχουν στην αγορά εργασίας. Η οικιακή εργασία παραμένει γυναικεία υπόθεση, εξωθώντας τις γυναίκες στο «διπλό ωράριο εργασίας», γεγονός που δημιουργεί μεγάλη σωματική και ψυχική επιβάρυνση. Οι μελέτες που διεξήχθησαν στη χώρα μας δείχνουν ότι, παρά τις τάσεις αλλαγής των παραδοσιακών στερεοτύπων στον οικιακό τομέα, η συμμετοχή των ανδρών στην καθημερινή οικογενειακή ζωή παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Στη νότια κυρίως Ευρώπη που κυριαρχεί η δημόσια παροχή κοινωνικών υπηρεσιών, η ευθύνη για τη φροντίδα των ανήμπορων εξακολουθεί να βαρύνει σε μεγάλο βαθμό την οικογένεια και κυρίως τις γυναίκες. Σύμφωνα με κάποιες μελέτες, οι διαφορές που εμφανίζονται στα δύο φύλα οφείλονται εν μέρει στην ευαισθησία των γυναικών για τις ανάγκες των άλλων, η οποία οδηγεί στην ανάληψη της ευθύνης της φροντίδας, δίνοντας προσοχή σε άλλες «φωνές» και άλλες απόψεις. Οι γυναίκες όχι μόνο καθορίζουν τους εαυτούς τους σε ένα πλαίσιο ανθρώπινων σχέσεων, αλλά επίσης κρίνουν τους εαυτούς τους από την ικανότητά τους να ενδιαφέρονται. Η θέση της γυναίκας στον ανδρικό κύκλο ζωής είναι αυτή του ατόμου που γαλουχεί, που συμπαραστέκεται και που φροντίζει, δημιουργώντας ένα υποστηρικτικό πλαίσιο στο οποίο και η ίδια με τη σειρά της στηρίζεται. Και ενώ οι γυναίκες φροντίζουν με αυτό τον τρόπο τους άνδρες, το παράδοξο είναι ότι οι άνδρες τείνουν να υποτιμούν αυτή τη φροντίδα.

Οι θεωρίες του φύλου έχουν αυξηθεί κατά τη δεκαετία του 1980 και προήλθαν από τη φεμινιστική έρευνα που έχει τις ρίζες της στο πλαίσιο κοινωνικοποίησης του φύλου και της οπτικής του κοινωνικού ρόλου. Η κοινωνικοποίηση του φύλου υποστηρίζει ότι οι ρόλοι του φύλου είναι ενδογενείς ως σταθερά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και απορρέουν από διαφορές του φύλου στην κοινωνικοποίηση κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Αντίθετα, η οπτική του κοινωνικού ρόλου εξηγεί τις διαφορές φύλου ως προς τη συμπεριφορά σαν αποτέλεσμα της συνεχούς οικοδόμησης των κοινωνικών σχέσεων του ατόμου και των σχετικών απαιτήσεων του ρόλου από αυτές τις σχέσεις. Χρησιμοποιώντας το εννοιολογικό πλαίσιο της κοινωνικοποίησης του φύλου για την κατανόηση των φυλετικών διαφορών στην παροχή φροντίδας, θα περίμενε κάποιος η πρώιμη κοινωνικοποίηση του ρόλου και παράγοντες της προσωπικότητας να συνδέονται με μεγαλύτερη ανάμιξη των γυναικών σε καθήκοντα φροντίδας. Σε αντίθεση, μια προοπτική κοινωνικού ρόλου θα υπέθετε ότι οι γυναίκες είναι περισσότερο εμπλεκόμενες από τους άνδρες σε δραστηριότητες φροντίδας γιατί οι γυναίκες έχουν λιγότερους εναλλακτικούς ρόλους σαν αποτέλεσμα της περιορισμένης πρόσβασης σε διαφορετικούς κοινωνικούς τομείς. Όμως, η σχετική με το φύλο έρευνα έχει απομακρυνθεί από αυτές τις δύο απόψεις και έχει επικεντρωθεί σε ζητήματα σχετικά με την αδικία και την ταυτότητα. Αυτή η αντιμετώπιση οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι οι γυναίκες εκτελούν περισσότερα καθήκοντα φροντίδας από τους άνδρες και εκφράζουν περισσότερο στρες. Ευδιάκριτοι στρεσσογόνοι παράγοντες επηρεάζουν τις γυναίκες φροντιστές και τις κάνουν πιο ευάλωτες στο στρες. Γενικά, ο φεμινισμός δεν προωθεί την άποψη της φροντίδας σαν ένα παγκόσμιο στοιχείο της ταυτότητας των γυναικών ή σαν ανθρώπινη ποιότητα, ξέχωρα από τις πολιτισμικές και δομικές περιστάσεις που την πλαισιώνουν. Σύμφωνα με το φεμινισμό, η φροντίδα είναι μια διαδικασία που συντηρεί και διορθώνει τον κόσμο μας και επομένως, μια διαδικασία που θα έπρεπε να είναι υψηλής αξίας μέσα σε αυτόν.

Το φύλο του φροντιστή είναι σπουδαίος μεσολαβητικός παράγοντας στην αντίληψη της επιβάρυνσης, δεδομένου ότι αυτή εμφανίζεται να βιώνεται διαφορετικά από άνδρες και από γυναίκες κατά την παροχή φροντίδας. Εξαιτίας των σταθερών διαφορών στο ρόλο του φύλου και το μεγαλύτερο προσδόκιμο επιβίωσης των γυναικών, οι γυναίκες είναι πιο πιθανό από τους άνδρες να παρέχουν άμεση φροντίδα. Η σχέση ανάμεσα στο φύλο και την επιβάρυνση είναι συνηθισμένη στις διάφορες μελέτες. Η μεγαλύτερη επιβάρυνση που αντιλαμβάνονται οι  γυναίκες φροντιστές έχει περιγραφεί με τους όρους «γυναίκες μέσης ηλικίας» και «γενιά σάντουιτς», οι οποίοι αναφέρονται στους πολλαπλούς ρόλους των γυναικών ως μητέρες, εργαζόμενες, διαχειρίστριες σπιτιού και παροχείς βασικής συναισθηματικής υποστήριξης. Οι διαφορές του φύλου σε σχέση με την επιβάρυνση του φροντιστή μπορούν να καθοριστούν ως αποτέλεσμα κοινωνικοποίησης του ρόλου. Σε όλες τις μελέτες η πλειοψηφία των φροντιστών είναι γυναίκες (από 47-80%) και είναι εκείνες που  αντιλαμβάνονται μεγαλύτερη επιβάρυνση από αυτή των ανδρών. Ωστόσο, υπάρχουν έρευνες που υποστηρίζουν ότι τόσο η ηλικία όσο και το φύλο είναι πιθανό να μη συνδέονται με τις αρνητικές επιπτώσεις της φροντίδας. Όσον αφορά το φύλο, η βιβλιογραφία δεν είναι τόσο πειστική στις διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών. Υπάρχει όμως πλούσια έρευνα που υποστηρίζει ότι πιθανόν να υπάρχουν κάποιες διαφορές. Στις περισσότερες μελέτες το γυναικείο φύλο συνδέεται με μεγαλύτερη επιβάρυνση εξ αιτίας της φροντίδας, ενώ υπάρχουν κάποιες μελέτες που αναφέρουν μεγαλύτερη επιβάρυνση για τους άνδρες. Σε ελληνική μελέτη των Οικονόμου και συνεργατών, οι γυναίκες φροντιστές εμφανίστηκαν περισσότερο επηρεασμένες ψυχολογικά από τη νόσο και τη φροντίδα από ότι οι άνδρες, ίσως επειδή είναι πιο ευάλωτες και παραδοσιακά θεωρούνται οι φροντιστές που αναλαμβάνουν τα περισσότερα καθήκοντα φροντίδας.

Γενικότερα, θεωρείται όμως, ότι οι γυναίκες είναι προθυμότερες να αναφέρουν συμπτώματα από τους άνδρες, επειδή η «αδυναμία» θεωρείται κοινωνικά πιο αποδεκτή γι’ αυτές. Οι άνδρες σύζυγοι συζητούν ευκολότερα για την πίεση που αισθάνονται όντας άνδρες, επειδή παραδοσιακά οι υπευθυνότητες φροντίδας μέσα στην οικογένεια θεωρούνται καταλληλότερες για γυναίκες. Οι γυναίκες είναι πιθανότερο να συμμορφώνονται περισσότερο με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίων, από τους άνδρες που ίσως είναι ολιγότερο διαθέσιμοι ή αρνούνται να παραδεχτούν ότι είναι επιβαρυμένοι ψυχολογικά. Οι διαφορές στην ψυχολογική καταπόνηση που παρατηρείται μεταξύ ανδρών και γυναικών μπορεί να βασίζονται βιολογικά στις ορμονικές διαφορές των φύλων, αλλά ενισχύονται μέσα από την κοινωνικοποίηση. Στην Ευρώπη, εξαιτίας παραδοσιακών κοινωνικών ρόλων που σχετίζονται με το φύλο, οι άνδρες εκλαμβάνονται σαν επιθετικοί και αποφασιστικοί, ενώ οι γυναίκες παθητικές, φιλικές και συναισθηματικές.  Η διαφορά μπορεί να εξηγείται από το γεγονός ότι, ενώ οι άνδρες φροντιστές μπορεί να βιώνουν την ίδια ψυχολογική καταπόνηση με τις γυναίκες, πιθανά δεν την αναγνωρίζουν γι’ αυτό και δεν την αναφέρουν. Μπορεί ακόμα οι άνδρες να αντλούν περισσότερη ικανοποίηση και αυτοεκτίμηση από την παροχή φροντίδας, επειδή εκπληρώνουν ένα ρόλο που δεν είναι κοινωνικά αναμενόμενος, ενώ οι γυναίκες που παραδοσιακά είναι φροντιστές, απλώς κάνουν το πρέπον. Επιπλέον, οι γυναίκες φροντιστές έχουν περισσότερες πιθανότητες από γυναίκες μη φροντιστές να αναφέρουν σοβαρά προβλήματα υγείας που απαιτούν ιατρική φροντίδα και δύο φορές περισσότερες πιθανότητες από τους άνδρες να βιώσουν συναισθηματικό στρες και σωματικό νόσημα. Οι γυναίκες που εργάζονται και οι γυναίκες σύζυγοι εμφανίζονται να υποφέρουν από μεγαλύτερη συναισθηματική καταπόνηση κατά την παροχή φροντίδας σε ασθενείς με καρκίνο από άνδρες που επίσης εργάζονται. Γενικότερα, μια από τις αιτίες της εξουθένωσης μπορεί να είναι η τάση της μεγαλύτερης εμπιστοσύνης των ασθενών σε γυναίκες φροντιστές για τους βασικούς και εντατικούς τύπους φροντίδας, εξαιτίας της «γυναικείας φύσης της φροντίδας». Οι άνδρες φροντιστές είναι πιθανότερο να αναζητήσουν βοήθεια και από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, ακόμα και όταν αναλαμβάνουν «βασικές» υπευθυνότητες φροντίδας. Εξάλλου, το ευρύτερο φάσμα ρόλων που οι γυναίκες αναλαμβάνουν κατά την πορεία της ζωής τους, όπως εργασία, ανατροφή παιδιών, διαχείριση σπιτιού κ.λ.π. μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη καταπόνηση.

Η ανεπίσημη φροντίδα εξασφαλίζει στις ανεπτυγμένες χώρες μεγάλη οικονομία κοινωνικών δαπανών, δεδομένου ότι υπηρεσίες ανεπίσημης φροντίδας που ευρέως φέρονται εις πέρας από γυναίκες, θα είχαν πολύ υψηλή αγοραστική αξία. Επομένως, η εγκατάσταση προγραμμάτων υποστήριξης που θα εγγυηθούν τη συνέχιση της ανεπίσημης φροντίδας και θα έχουν σαν άξονα τη «φροντίδα για τους φροντιστές» είναι απαραίτητη.

Το φύλο του φροντιστή μπορεί σε κάποιο βαθμό να καθορίσει το είδος των στρατηγικών που θα χρησιμοποιηθούν. Οι άνδρες πιθανά χρησιμοποιούν πιο ενεργητικές, αποτελεσματικές και μειωμένης έντασης συμπεριφορές αντιμετώπισης, ενώ οι γυναίκες προτιμούν να χρησιμοποιούν την κοινωνική υποστήριξη καθώς και συναισθηματικές συμπεριφορές αντιμετώπισης. Όμως, άλλη μελέτη σχετικά με την αντιμετώπιση καθημερινών στρεσσογόνων παραγόντων δεν έδειξε διαφορές ως προς το φύλο.

Σύμφωνα με ερευνητικά δεδομένα από το Χονγκ Κονγκ, οι φροντιστές πλέον στερούνται υποστήριξης λόγω μείωσης των συγγενικών δεσμών και μείωση της ποσότητας της διαθέσιμης υποστήριξης από τις οικογένειες οι οποίες είναι πλέον πυρηνικές. Τα ευρήματα έδειξαν ότι τα άτομα που φρόντιζαν ασθενείς είχαν μόνο ευκαιριακά συναισθηματική και πρακτική υποστήριξη από την οικογένεια και τους φίλους, αλλά αφειδώς ελάμβαναν υποστήριξη σε τομείς πληροφόρησης και εκπαίδευσης από κοινοτικούς νοσηλευτές. Η κοινωνικο-συναισθηματική υποστήριξη επομένως μπορεί και πρέπει να αποτελεί σημαντικό κλινικό στόχο νοσηλευτικών παρεμβάσεων εστιασμένων στην οικογένεια.

Συμπερασματικά, δοθέντος ότι η επιβάρυνση αποτελεί συνηθισμένο πεδίο έρευνας στην ανεπίσημη φροντίδα, η γνώση των διαστάσεών της και των προδιαθεσικών και μεσολαβητικών παραγόντων που την επιτείνουν μπορεί να συνεισφέρει στην πρόληψη ή στην έγκαιρη ανίχνευσή της προς όφελος των ασθενών, των φροντιστών και του συστήματος φροντίδας υγείας γενικότερα. Με τη μείωση της παραμονής στα ιδρύματα και την εναπόθεση της φροντίδας στην οικογένεια, το θέμα της επιβάρυνσης γίνεται υψίστης προτεραιότητας. Είναι γεγονός ότι η νοσοκομειακή φροντίδα του ασθενή μειώνεται, αλλά είναι πιθανό να δημιουργούνται άλλου είδους προβλήματα για το σύστημα φροντίδας υγείας, τα οποία προκύπτουν από την οικογενειακή επιβάρυνση, καθιστώντας αναγκαία την ανάπτυξη προγραμμάτων υποστήριξης.

 

Βιβλιογραφία

  1. Μαράτου-Αλιπράντη, Λ. (2000). «Οι ρόλοι των δυο φύλων στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία: Καταμερισμός ή συνέργεια;» Δομές και σχέσεις εξουσίας στη σημερινή Ελλάδα. Αθήνα: Ίδρυμα Σ. Καράγιωργα, σελ. 482-498.
  2. Συμεωνίδου, Χ. (2006). «Η κατανομή της απασχόλησης στην αγορά εργασίας και στο νοικοκυριό: αποτελέσματα Πανελλήνιας έρευνας». Σ. Κονιόρδος, Λ. Μαράτου-Αλιπράντη, Ρ. Παναγιωτοπούλου (επιμ.), Κοινωνικές Εξελίξεις στη Σύγχρονη Ελλάδα. Αθήνα: εκδ. Σάκκουλα. σελ. 413-448.
  3. Τσαούσης, Δ., (1984), Χρηστικό Λεξικό Κοινωνιολογίας, Αθήνα: Gutenberg.
  4. Iconomou G, Viha A, Kalofonos H, Kardamakis D (2001). Impact of cancer on primary caregivers of patients receiving radiation therapy. Acta Oncologica 40 (6), 766-771.
  5. Γκοβίνα Ο. (2009). Η επιβάρυνση της οικογένειας από τη φροντίδα ασθενή με καρκίνο προχωρημένου σταδίου. Διδακτορική Διατριβή

 

Share

Η σφαγή του Μόντρεαλ. Οι φεμινίστριες του Καναδά θυμούνται

της  Julie Bindel

μετάφραση: Ντίνα Τζουβάλα

Πρέπει να αντέξουμε. Πρέπει να δημιουργήσουμε. Πρέπει να αντισταθούμε

Το 1989 ένας οπλισμένος άντρας σκότωσε 14 φοιτήτριες στο Μόντρεαλ. Αυτή την εβδομάδα  οι Καναδές φεμινίστριες θα θυμηθούν ένα γεγονός που τρόμαξε την χώρα- και ενίσχυσε τον ριζοσπαστισμό τους.

Ήταν μια κρύα βροχερή μέρα στις 6 Δεκεμβρίου του 1989, όταν ένας νεαρός άνδρας κραδαίνοντας ένα πυροβόλο όπλο όρμησε σε μια αίθουσα της École Polytechnique στο Μόντρεαλ του Καναδά. Οι περίπου 60 φοιτητές είχαν λίγο χρόνο να αντιδράσουν πριν ο άνδρας τους διατάξει να βγουν από την αίθουσα και να αρχίσει να πυροβολεί τις γυναίκες. Έξι  φοιτήτριες  σκοτώθηκαν αμέσως και τρεις τραυματίστηκαν.

Ο δολοφόνος, ο 25χρονος  Marc Lépine, ήταν οπλισμένος με ένα νομίμως αποκτηθέν όπλο Mini-14 και με ένα κυνηγετικό μαχαίρι. Είχε πει νωρίτερα στον μαγαζάτορα πως θα πήγαινε για ένα «μικρό παιχνίδι». Ο Lépine είχε προηγουμένως απορριφθεί από μια δουλειά και ήταν αναστατωμένος, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, επειδή οι γυναίκες δούλευαν πλέον σε θέσεις τις οποίες παραδοσιακά κατείχαν άνδρες.  Πριν ανοίξει πυρ ο Lépine φώναξε: «Είστε όλες ένα μάτσο φεμινίστριες και μισώ τις φεμινίστριες». Μια φοιτήτρια, η Nathalie Provost, διαμαρτυρήθηκε:  «Δεν είμαι φεμινίστρια. Δεν πολέμησα ποτέ τους άνδρες».  Ο Lépine την πυροβόλησε έτσι κι αλλιώς.

Κατόπιν, ο ένοπλος άνδρας  διέσχισε τους διαδρόμους του κολλεγίου, την καφετέρια και άλλη μια αίθουσα, στοχεύοντας ειδικά γυναίκες. Μέχρι τη στιγμή που ο  Lépine έστρεψε το όπλο στον εαυτό του, 14 γυναίκες ήταν νεκρές και άλλες 10 τραυματισμένες. Τέσσερις άνδρες τραυματίστηκαν ακούσια από τα πυρά.

Η Francine Pelletier, μια φεμινίστρια ακτιβίστρια και αρθρογράφος στην εφημερίδα του Μόντρεαλ, περιγράφει πως ένιωσε «εντελώς συντετριμμένη» ακούγοντας για την σφαγή, αλλά τίποτα δεν την είχε προετοιμάσει για την ανακάλυψη πως και η ίδια ήταν σε μια λίστα που βρέθηκε από την αστυνομία στην τσέπη του δολοφόνου. «Σχεδόν πέθαναν σήμερα»,  έλεγε το σημείωμα. «Η έλλειψη χρόνου-γιατί ξεκίνησα πολύ αργά- επέτρεψε σ΄ αυτές τις ριζοσπάστριες φεμινίστριες να επιβιώσουν»

Αμέσως μετά τους πυροβολισμούς, αρκετοί σχολιαστές των ΜΜΕ -αυτοσχέδιοι ψυχολόγοι διακήρυξαν πως ο Lépine ήταν τρελός, πως οι γυναίκες απλώς έτυχε να βρεθούν στον δρόμο του, κι ότι δεν στόχευε ειδικά σε αυτές.  Ένας ψυχίατρος στο νοσοκομείο  Hôtel-Dieu του Κεμπέκ είπε  στην  εφημερίδα La Presse οτι ήταν «τόσο αθώος όσο τα θυματά του, υπήρξε και ο ίδιος θύμα μιας όλο και πιο ανελέητης κοινωνίας».  «Αυτή ήταν μια περίοδος σημαντικής ανάπτυξης ομάδων για τα δικαιώματα των ανδρών», λέει ο Martin Dufresne,  ιδρυτής του Άνδρες ενάντια στον Σεξισμό. «Αλλά η κοινή γνώμη ένιωθε υπερβολικά άβολα με μια πολιτική ερμηνεία της επίθεσης».

Η αστυνομία αρνήθηκε να δημοσιοποιήσει το σημείωμα της αυτοκτονίας του δολοφόνου, λέγοντας,  σε μια συνέντευξη τύπου, πως θα μπορούσε να εμπνεύσει μιμητές-δολοφόνους.  Ήταν αυτή η συνειδητή υποβάθμιση των πραγματικών κινήτρων του Lépine που πείσμωσε την Pelletier να το βρει. Μήνες αργότερα, της στάλθηκε ανωνύμως ένα αντίγραφο με το ταχυδρομείο.

«Θα ήθελα να σημειώσετε πως αν αυτοκτονήσω σήμερα δεν θα είναι για οικονομικούς λόγους, αλλά για πολιτικούς», έλεγε. «Επειδή έχω αποφασίσει να στείλω τις φεμινίστριες, που πάντα μου κατέστρεφαν τη ζωή, στον Δημιουργό τους. Έχω αποφασίσει να βάλω ένα τέλος σ αυτές τις κάργιες».

Η Mélissa Blais, λέκτορας και διδακτορική φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο του Κεμπέκ , είναι η σημαντικότερη καναδή ειδική στο θέμα της σφαγής και του αντι-φεμινιστικού πλαισίου της. Πήρε συνεντεύξεις από μια σειρά γυναικών που ήταν ενεργές φεμινίστριες το 1989, για την ερευνά της, και διαπίστωσε πως πολλές ένιωθαν υπεύθυνες γι΄ αυτό που έγινε στο Μόντρεαλ. «Μετά από τη σφαγή διάλεξαν τη σιωπή, για να αποφύγουν περαιτέρω επιθέσεις».

«Όταν έγινα φεμινίστρια, γύρω στο 2000, είδα με απορία πως κάποιοι ήταν ακόμα διστακτικοί στο να μιλήσουν με πολιτικούς όρους για την επίθεση. Φαινόταν πως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να απορρίψει κανείς την φεμινιστική εξήγηση ήταν να αναγάγει τα πάντα στην ψυχολογία ενός και μόνου τρελού άνδρα».

Η Pelletier συμφωνεί πως η πράξη του Lépine ήταν έντονα πολιτική και πιστεύει πως ήξερε ακριβώς τί έκανε εκείνη τη μέρα. «Πάντα ένιωθα πως αυτές οι γυναίκες πέθαναν για μένα. Κάποιες από αυτές δεν ήταν καν φεμινίστριες, πιθανότατα», λέει, «απλά είχαν το κουράγιο να πιστεύουν πως ήταν συνάδελφοι  και όχι κατώτερες των ανδρών συμφοιτητών τους».

Το κίνημα υπέρ του δικαιώματος στην έκτρωση ενδυναμωνόταν τον καιρό της σφαγής. Έξι μήνες νωρίτερα, μια γυναίκα απ το Κεμπέκ,  η Chantale Daigle, είχε επιτύχει μια σημαντική νίκη ανατρέποντας μια απαγορευτική εντολή, την οποία είχε πάρει ο βίαιος πρώην συντροφός της, στο Καναδικό ανώτατο δικαστήριο, η οποία της απαγόρευε να θέσει τέρμα στην εγκυμοσύνη της. Περισσότερες απο 10 χιλιάδες γυναίκες διαδήλωσαν στο Μόντρεαλ υπέρ της   Daigle.

Η σφαγή έδωσε ώθηση σε πολλές καμπάνιες για να σταματήσει η ανδρική βία και υπήρξε έντονη διεθνής αλληλεγγύη. Υπήρξα κομμάτι μιας ομάδας που οργάνωσε μια ολονυχτία, δυο μέρες αργότερα, στην Πλατεία Τραφάλγκαρ. Όμως, λέει η Pelletier,  «οι συνέπειες στο κίνημα των γυναικών στον Καναδά ήταν βαθιές».

«Ήμουν μια φεμινίστρια χωρίς αυταπάτες στις 6 Δεκεμβρίου. Ήταν όλα υπερβολικά εύκολα», λέει. «Αυτό που συνειδητοποιήσαμε μετά την σφαγή ήταν πως είχε υπάρξει μια  σιωπηλή και αυξανόμενη δυσαρέσκεια πολλών ανδρών προς τις φεμινίστριες, και για εμάς υπήρξε ένα τεράστιο τίμημα να πληρώσουμε για όσα είχαμε πετύχει».

Πέρασα πρόσφατα κάμποσο καιρό στο Μόντρεαλ και συνάντησα ένα ζωντανό και αναπτυσσόμενο φεμινιστικό κίνημα, με τις μεγαλύτερες γυναίκες αποφασισμένες να καθοδηγήσουν τις νεότερες γενιές και να ενθαρρύνουν μια επιστροφή στον ριζοσπαστισμό που ήταν χαρακτηριστικός του καναδικού φεμινισμού πριν το 1989. Τότε, το φεμινιστικό κίνημα χαρακτηριζόταν από την δημιουργία των οργανώσεων δικαιωμάτων των πατέρων και από την άρνησή τους να δεχθούν πως οι άνδρες είχαν θεσμοποιημένη ισχύ και προνόμια έναντι των γυναικών.

Στον Καναδά, η 6η Δεκεμβρίου είναι μια Ημέρα Μνήμης και Δράσης για την Βία κατά των Γυναικών και η 23η επέτειος της θηριωδίας. Θα υπάρξουν διαδηλώσεις, εκδηλώσεις και δάκρυα, ενώ ενθυμούμαστε τις νεκρές. Όπως είπε η σύγχρονή φεμινίστρια συγγραφέας  Andrea Dworkin: «Είναι υποχρέωση της καθεμίας μας να είμαστε η γυναίκα που ο Marc Lépine ήθελε να σκοτώσει. Πρέπει να ζούμε με αυτή την τιμή. Πρέπει κάνουμε έξωση στον φόβο. Πρέπει να ζήσουμε με αυτή την τιμή, αυτό το κουράγιο. Πρέπει να αντέξουμε. Πρέπει να δημιουργήσουμε. Πρέπει να αντισταθούμε».

Πηγή: rednotebook

Share

Η εικόνα της γυναίκας στα Μ.Μ.Ε.

Της Χριστίνας Κούρκουλα

Η γυναίκα και το σώμα της έχουν αποτελέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τότε που εφευρέθηκαν τα μαζικά μέσα ενημέρωσης και καθιερώθηκε η διαφήμιση ως μέσο προώθησης προϊόντων. Η φεμινιστική οπτική είναι αυτή που τα τελευταία χρόνια έχει εντοπίσει και μελετήσει την καθοριστική επίδραση της εικόνας του φύλου όπως αυτή διαμορφώνεται και διαχέεται από τα ΜΜΕ προς την κοινωνία. Τα διάφορα έντυπα, το ραδιόφωνο, το διαδίκτυο και κυρίως η τηλεόραση προωθούν έναν κυρίαρχο λόγο που είναι κατασκευασμένος σύμφωνα με την εικόνα της γυναίκας, όπως αυτή υπάρχει στο μυαλό των ανδρών και όχι σύμφωνα με την πραγματική ζωή της καθημερινής γυναίκας. Ιδιαίτερα ανησυχητικός είναι ο τρόπος που χρησιμοποιείται το γυναικείο σώμα, όταν γίνεται το αντικείμενο του ανδρικού βλέμματος ακόμα και για να τονίσει την ετεροφιλία του άνδρα, ή γίνεται το αντικείμενο των φαντασιώσεων του αρσενικού θεατή. Η γυναικεία εικόνα στα ΜΜΕ και στη διαφήμιση συχνά προβάλλεται ως εικόνα υποταγής, σιωπής και παθητικότητας. Είναι η εικόνα της όμορφης, αλλά όχι ιδιαίτερα έξυπνης περσόνας σε διαφημίσεις και σίριαλ στην τηλεόραση, η νεαρή που συνευρίσκεται ερωτικά με το σαμπουάν της, και άλλα παρόμοια περιστατικά σε έναν ατέλειωτο κατάλογο απαξίωσης της γυναικείας νοημοσύνης και υποβιβασμού του γυναικείου σώματος.

Όλες αυτές οι διεργασίες που μετατρέπουν τη γυναίκα σε αντικείμενο, αποσπούν το σώμα της από την ίδια και τη διαιρούν στα μέρη του σώματος της, όχι μόνο της στερούν την ανθρώπινη υπόστασή της αλλά οδηγούν στην αιτιολόγηση της βίαιης συμπεριφοράς εναντίον της. Πολλές έρευνες μέχρι σήμερα έχουν δείξει ότι η συνεχής προβολή βίαιων εικόνων από τα ΜΜΕ κάνει το μέσο άνθρωπο λιγότερο ευαίσθητο σε θέματα βίαιης συμπεριφοράς, πολύ περισσότερο δε σε περιπτώσεις βίαιης συμπεριφοράς με θύμα γυναίκα, όταν αυτός ήδη έχει αποδεχτεί υποσυνείδητα την απαξίωση της γυναίκας ως οντότητας ισότιμης με τον άνδρα. Στην πραγματικότητα, πολλά εγκλήματα με θύματα γυναίκες καθρεφτίζουν μηνύματα που προβάλλονται από τα ΜΜΕ.

Η τηλεόραση στις μέρες μας έχει αποκτήσει τεράστια δύναμη καθώς χρησιμοποιείται πλέον από την οικογένεια ως φορέας όχι μόνο ψυχαγωγίας και πληροφόρησης αλλά και κοινωνικοποίησης και εκπαίδευσης των μελών της και κυρίως των παιδιών και των νέων. Επιπλέον βρίσκεται μέσα σε κάθε σπίτι, σε κάθε γωνιά της χώρας. Σαν αποτέλεσμα, ο ρόλος της στη διαμόρφωση προτύπων και στερεότυπων είναι πλέον καθοριστικός. Μέσα από τα διάφορα τηλεοπτικά σίριαλ, τα talk shows και τις εκπομπές τύπου reality η γυναίκα εμφανίζεται ως άβουλη, αφελής, υποδεέστερη του άνδρα, με πρωταρχικό μέλημά της την εμφάνισή της. Οι πρωινές και οι μεσημεριανές εκπομπές – που ευτυχώς μειώθηκαν δραστικά λόγω κρίσης – και δημοφιλή σίριαλ της ελληνικής τηλεόρασης προβάλλουν τη χαζή, ξανθιά, γυναίκα-κούκλα, τη γυναίκα-αντικείμενο του πόθου, τη γυναίκα-συμπλήρωμα του άνδρα, χωρίς δική της αυτόνομη υπόσταση, αδιαφορώντας για το μυαλό της, για την προσωπικότητά της.

Η τηλεόραση μπορεί να έχει διευρύνει τα γυναικεία πρότυπα που προβάλλει, όμως εξακολουθεί να μας περνάει μηνύματα αρνητικά για την εμφάνισή μας, τις ατέλειες του σώματός μας, την ηλικία μας, το βάρος μας. Τα μηνύματα που εκπέμπει μας λένε ότι εκατομμύρια γυναίκες κάθε ηλικίας πρέπει να μοιάσουμε σε λίγα ψιλόλιγνα μοντέλα και τηλεοπτικές διασημότητες που σπαταλούν το χρόνο τους σε ατέρμονες δίαιτες, γυμναστήρια, οίκους μόδας και ινστιτούτα αισθητικής για να παρουσιαστούν ως οι τέλειες γυναίκες. Ένας κόσμος εξωπραγματικός και πολυδάπανος σε χρόνο και χρήμα που το μόνο που καταφέρνει είναι να κάνει τις γυναίκες, ιδιαίτερα τις νεότερες που αντλούν από αυτόν τα πρότυπα ομορφιάς, να νιώθουν απογοήτευση και ανασφάλεια. Δεν είναι τυχαίο που διεθνώς αυξάνονται οι περιπτώσεις σοβαρών διατροφικών διαταραχών λόγω εξαντλητικής δίαιτας μεταξύ των πολύ νέων γυναικών προσπαθώντας να μοιάσουν στα ινδάλματά τους.

[Δεν υπάρχουν δυστυχώς αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία στην Ελλάδα για το μέγεθος του προβλήματος, καθώς αποτελεί θέμα ταμπού που αποφεύγουν να δημοσιοποιούν οι παθούσες και το οικογενειακό τους περιβάλλον. Όμως έρευνα της Μονάδας Εφηβικής Υγείας της Β’ Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών – νοσοκομείου παίδων Α.Κυριακού ανάμεσα σε 529 έφηβους 15 ετών στην Αττική από το 12, 66% των εφήβων με χαμηλό βάρος και το 6% με πολύ χαμηλό (παθολογικό), το 78% ήταν κορίτσια].

Μηνύματα γυναικείας παθητικότητας και υποταγής εκφράζονται και μέσα από τις διαφημίσεις, και μόνο με τη στάση του γυναικείου σώματος. Η έκφραση του προσώπου, η στάση του σώματος, η θέση της γυναίκας στο χώρο και σε σχέση με τον άνδρα που πιθανά συμμετέχει σε μια διαφήμιση στέλνουν το μήνυμα της γυναίκας-αντικειμένου. Αυτή η υποβίβαση της γυναίκας στα μέρη του σώματός της προς τέρψιν του άνδρα, σύμφωνα με τους ψυχολόγους, καταστρέφει τη γυναικεία αυτοεκτίμηση. Η διαφήμιση είναι το παντοδύναμο εργαλείο της επιβολής της εξουσίας στις γυναίκες γιατί έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει το υποσυνείδητο εκατομμυρίων ανθρώπων με μια μόνο εικόνα! Βρίσκεται παντού. Στην τηλεόραση, στα έντυπα, στο δρόμο, στα μαζικά μέσα μεταφοράς. Κι ενώ πιστεύουμε ότι αγνοώντας τα μηνύματα που εκπέμπει μένουμε ανεπηρέαστοι, στην πραγματικότητα αυτά τα μηνύματα μέσα από την εικόνα επιδρούν αποφασιστικά στις αξίες μας, στις επιλογές μας και στις συμπεριφορές μας. Στην Αμερική υπολογίζεται ότι ένα άτομο εκτίθεται καθημερινά σε πάνω από 2.000 διαφημίσεις, κάτι αντίστοιχο σε μικροκλίμακα συμβαίνει και στη χώρα μας.

Κύριο εργαλείο της διαφήμισης, το γυναικείο σώμα. Η εικόνα του γυναικείου σώματος πουλάει τα πάντα. Η γυναίκα και τα μέρη του σώματος της, κατά προτίμηση το στήθος, τα πόδια και τα οπίσθια, πωλούν από γιαούρτια έως κινητή τηλεφωνία. Χρησιμοποιώντας τα μέρη του γυναικείου σώματος ξεχωριστά από το υπόλοιπο σώμα για διαφημιστικούς λόγους, το μήνυμα που προσλαμβάνει ο θεατής είναι ότι όχι μόνο η συγκεκριμένη γυναίκα, αλλά και κάθε γυναίκα είναι μόνο στήθη ή πόδια ή οπίσθια. Ταυτίζοντας τη γυναίκα με τα μέρη του σώματός της κατ’ επιλογή, η διαφήμιση απογυμνώνει τη γυναίκα από την ανθρώπινη αξία της, κάνοντας την αντικείμενο-εργαλείο για την προώθηση των προϊόντων που διαφημίζει. Την μετατρέπει έτσι σε κάτι απρόσωπο, στην ουσία σε πράγμα, κάτι που δεν συμβαίνει με τον άνδρα, τον οποίο σχεδόν πάντα τον αντιμετωπίζει ως οντότητα.

Η απαξιωτική αυτή εικόνα της γυναίκας όπως έχει διαμορφωθεί στα διεθνή αλλά και στα ελληνικά ΜΜΕ εξακολουθεί να κυριαρχεί χωρίς ενδείξεις βελτίωσης, τουναντίον πληθαίνουν τα δείγματα εκμετάλλευσης του γυναικείου σώματος από τη διαφήμιση, παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες και τα διαβήματα των γυναικείων οργανώσεων. Επιπλέον, με τα στερεότυπα γυναικείων συμπεριφορών που προβάλλουν στο κοινό συντελούν, έστω και χωρίς πρόθεση, στην αύξηση των κρουσμάτων βίας, όπως έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας εναντίον γυναικών.

Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει στην Ελλάδα νομοθετική ρύθμιση για τη διαφήμιση που θα απαγορεύει την εκμετάλλευση του γυναικείου σώματος και την προώθηση σεξιστικών μηνυμάτων που μειώνουν την αξιοπρέπεια της γυναίκας. Και ενώ η αρχή του gender mainstreaming έχει θεσμοθετηθεί και στην Ελλάδα μετά το ψήφισμα του Συμβουλίου των υπουργών των κρατών μελών της ΕΕ στις 5/10/1995, δεν έχει εφαρμοστεί στο ελάχιστο στα ΜΜΕ με αποτέλεσμα, όχι μόνο να βελτιώνονται τα προβαλλόμενα στερεότυπα ανδρών και γυναικών σύμφωνα με τις αρχές της ισότητας των φύλων, αλλά να βιώνουμε μια συντονισμένη παλινδρόμηση σε αρχές και αξίες που αφορούν στις σχέσεις των φύλων, ξεπερασμένες εδώ και δεκαετίες.

Παρόμοια αμέλεια παρατηρείται και στη θεσμοθέτηση της επιμόρφωσης των εργαζομένων στα ΜΜΕ για την ευαισθητοποίησή τους σχετικά με τα θέματα ισότητας των φύλων και για την καλύτερη αποτύπωση της κοινωνικής πραγματικότητας.

Η επέλαση της οικονομικής κρίσης εκτός ότι χρησιμοποιείται ως αδιαμφισβήτητη αιτία για την ματαίωση μέτρων και πολιτικών που θα άμβλυναν τα σεξιστικά στερεότυπα που επικρατούν στα ΜΜΕ και στη συνέχεια διαχέονται στην κοινωνία, αποτελεί και καθοριστικό μέτρο αξιολόγησης των προτεραιοτήτων της πολιτείας στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής. Και φαίνεται πως το ζήτημα της ισότητας μεταξύ των φύλων φαντάζει ως πολυτέλεια σε καιρούς ισχνών αγελάδων.

Φωτογραφίες: http://www.madking.gr , www.genderAds.com

Share

Τι είναι ο σεξισμός?

Τελευταία έχουν ακουστεί πολλές περιφρονητικές λέξεις και εκφράσεις για τις γυναίκες, την αξία τους και τα δικαιώματά τους. Με την δυσάρεστη αυτή ευκαιρία δημοσιεύουμε έναν ορισμό του σεξισμού που μας έστειλε η Μαρία Βλαχοπούλου, επιμελήτρια κειμένων,  κάνοντας μια περίληψη από τη “φυλοτέλεια” και το λεξικό του Δημητρούλια. Κάθε προσφορά για μια διαφορετική ερμηνεία ή συμπλήρωση είναι δεκτή, περιμένουμε απαντήσεις. Έτσι, γιατί καλό είναι καμιά φορά να ξαναθυμόμαστε τα βασικά.

 

Σεξισμό ονομάζουμε το σύνολο των προκαταλήψεων και συμπεριφορών που πηγάζουν από τη βίαιη -δηλαδή, αυθαίρετα άνιση-  δυιστϊκή ιδεολογία, η οποία βασίζεται στο διαχωρισμό των φύλων σε αρσενικό και θηλυκό.

Έτσι το ένα εκ των δύο φύλων θεωρείται βιολογικά, ηθικά, διανοητικά και πνευματικά υποδεέστερο του άλλου, επιτρέποντας, ή και θεσμοθετώντας,  τις εναντίον του συστηματικές διακρίσεις, αρνητικές ή φοβικές κρίσεις, φυσικούς περιορισμούς ή και εκδηλώσεις μίσους.

Ο σεξισμός αφορά στις πεποιθήσεις που οδηγούν σε αυθαίρετες διακρίσεις κατά των γυναικών, με βάση τα στερεότυπα του φύλου τους και μόνο, στo πλαίσιo της πατριαρχικής κοινωνίας, όπως αυτή πραγματώνεται με διάφορες μορφές ανά τον κόσμο. Η πατριαρχική κοινωνία δε -το είδος της κοινωνίας που στηρίζεται στην ιδέα της «φυσικής» ανωτερότητας του άνδρα και ιεραρχεί τις κοινωνικές, οικονομικές και ηθικές δομές της με γνώμονα την πρωτοκαθεδρία του αρσενικού ενάντια στο θηλυκό και την ανδροκρατία της εξουσίας-  αποτελεί και το γενεσιουργό πλαίσιο για τις σεξιστικές ιδεολογίες και συμπεριφορές, αλλά και το αποτέλεσμα του συνόλου των πρακτικών αυτών στη διάρκεια των αιώνων.

Ο σεξισμός εκδηλώνεται πιο απτά μέσα από κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές διακρίσεων που θεωρούν εκ προοιμίου τη γυναίκα «ασθενές φύλο» και μπορούν να πάρουν, μεταξύ άλλων, τις εξής μορφές:

Στο σπίτι: παραδοσιακός διαχωρισμός των ρόλων των φύλων, με τον άνδρα να αναλαμβάνει την κερδοφόρα και κοινωνικά αναγνωρισμένη εξωτερική εργασία και τη γυναίκα να περιορίζεται στον εσωτερικό χώρο του σπιτιού και της οικογένειας, με μη αναγνώριση του κοινωνικού ρόλου και της εργασίας της εκεί απλήρωτη και κρατικά ανασφάλιστη εργασία στα οικιακά και στη μητρότητα, διακρίσεις και έλλειψη μέριμνας για ανύπαντρες μητέρες και παιδιά χωρίς αναγνωρισμένο πατέρα.

Στο χώρο εργασίας: χαμηλότεροι μισθοί για τις γυναίκες, υψηλότερα ποσοστά ανεργίας και διακρίσεις στις προσλήψεις, εχθρικό εργασιακό περιβάλλον με εκδηλώσεις μίσους ή άσκηση σεξουαλικών πιέσεων, απολύσεις ή διακρίσεις κατά των εγκύων γυναικών, έλλειψη βρεφονηπιακής φροντίδας για μητέρες, πρακτικές «γυάλινης οροφής», ανομολόγητο αλλά υπαρκτό όριο που εμποδίζει τις γυναίκες καριέρας από την πρόσβαση στα ανώτερα κλιμάκια της εργασιακής ιεραρχίας.

Στην εκπαίδευση: εκδίωξη εγκύων κοριτσιών από το σχολείο, απαγόρευση μόρφωσης στις γυναίκες, εμπόδια στο δρόμο των κοριτσιών προς την εκπαίδευση (κυρίως τα ανώτερα κλιμάκια), εχθρικό περιβάλλον στην τάξη με διακρίσεις ή και βία (λεκτική, σωματική) κατά των κοριτσιών, διάδοση πεποιθήσεων πως ορισμένα επαγγέλματα -κυρίως μαθηματικά ή επιστήμες-  δεν είναι για γυναίκες, επειδή δεν είναι τόσο λογικές, συγκεντρωμένες ή έξυπνες όσο οι άνδρες, χαμηλότερη ποσόστωση γυναικών στα ανώτατα εκπαιδευτικά αξιώματα.

Στις ένοπλες δυνάμεις: μερικός ή ολικός αποκλεισμός των γυναικών από τα ένοπλα σώματα ή ορισμένες ανώτερες βαθμίδες τους.

Στη θρησκεία: στιγματισμός των γυναικών ως «κατώτερων», «αμαρτωλών» και «ακάθαρτων», θεσμική υποταγή τους στο αρσενικό, μερικός ή ολικός αποκλεισμός τους από το ιερατείο και ορισμένους χώρους της εκκλησίας (άβατα, ιερά).

Στην επιστήμη: στρέβλωση ή αποσιώπηση θεμάτων που αφορούν στις γυναίκες, πατριαρχικές εκ προοιμίου προκαταλήψεις που διαμορφώνουν τα ερευνητικά αντικείμενα, μεθόδους και αποτελέσματα, νοοτροπία αποκλεισμού των γυναικών από τις φυσικές επιστήμες ως «ακατάλληλες» για το είδος της ευφυΐας τους.

Στη γλώσσα: χρήση αρνητικά χρωματισμένου λόγου (π.χ. «κάνεις σαν γυναικούλα») ή χρήση του αρσενικού μέρους ως γνώμονα ή συνώνυμου για ένα σύνολο (π.χ., «ο άνθρωπος»), σεξιστικά ανέκδοτα και παροιμίες, σύνδεση του άνδρα με την έλλογη γλώσσα  και το νου, και της γυναίκας με την άναρθρη βιολογική ύπαρξη. Η συνεχής χρήση και εφαρμογή μιας γλώσσας που αγνοεί ή απαξιώνει το θηλυκό φύλο.

Στη δημόσια ζωή: «γυάλινη οροφή» για τις γυναίκες λειτουργούς ή διεκδικητές ανώτερων ή ανώτατων δημοσίων αξιωμάτων, ελλειμματική εκπροσώπηση των γυναικών στα διάφορα σώματα εξουσιών, αποσιώπηση των γυναικείων θεμάτων, δυο μέτρα και δύο σταθμά όσον αφορά σε γυναικείες και αντρικές δράσεις, ή και ως προς τα δικαιώματά τους ως πολιτών.
Στα σεξουαλικά δικαιώματα: θεωρούμενη ως «φυσική» η εκμετάλλευση της γυναικείας σεξουαλικότητας στην πορνογραφία, στην πορνεία και την παράνομη διακίνηση γυναικών, ο στιγματισμός της γυναικείας σεξουαλικότητας ως αποσιωπητέου θέματος ή ως ανέκδοτου, δύο μέτρα και σταθμά όσον αφορά σε παρόμοιες σεξουαλικές συμπεριφορές ανδρών και γυναικών (π.χ. «ψυχρή/ κύριος»).

Στα ανθρώπινα δικαιώματα: μερική ή και ολική άρνηση ανθρώπινης υπόστασης ή αυτονομίας στις γυναίκες, έκθεση των γυναικών σε περισσότερες πιθανότητες και μορφές βίας (π.χ., κλειτοριδεκτομή. «εθνικές εκκαθαρίσεις»), δύο μέτρα και σταθμά όσον αφορά στην αξία ανδρών και γυναικών απέναντι στο νόμο (π.χ., ήπιες τιμωρίες ή απαλλαγές για βιασμούς και πράξεις βίας που βαφτίζονται «εγκλήματα πάθους» ή «τιμής»).

Share

Από τις αδερφές Mirabal στην 25η Νοεμβρίου

Ακτιβίστριες του λατινοαμερικάνικου φεμινιστικού κινήματος, σε συνάντησή τους, το 1981, ανέδειξαν την 25η Νοεμβρίου ως Ημέρα ενάντια στη βία κατά των γυναικών. Σ’ αυτή τη συνάντηση, τα φεμινιστικά κινήματα κατήγγειλαν συστηματικά την άσκηση βίας λόγω φύλου, διακρίνοντας την ενδοοικογενειακή βία, τον βιασμό και τη σεξουαλική παρενόχληση, μέχρι την κρατική βία, τα βασανιστήρια και την κακοποίηση των γυναικών πολιτικών κρατουμένων. Το 1999, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών όρισε τη συγκεκριμένη ημερομηνία Ημέρα Εξάλειψης της Βίας κατά των Γυναικών. Στην πραγματικότητα, η μέρα αυτή τιμά τη μνήμη των δολοφονημένων το 1960 αδερφών Mirabal το 1960. Οι τρεις αδερφές, πολιτικές ακτιβίστριες της Δομινικανής Δημοκρατίας, δολοφονήθηκαν από τον δικτάτορα Rafael Trujillo. Η μέρα χρησιμοποιήθηκε για την παγκόσμια αναγνώριση της έμφυλης βίας.

Από την καμπάνια των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών:

Η βία κατά των γυναικών παίρνει πολλές μορφές: φυσική, σεξουαλική, ψυχολογική και οικονομική. Αυτές οι μορφές βίας σχετίζονται μεταξύ τους και επηρεάζουν τις γυναίκες πριν τη γέννηση και μέχρι τις προχωρημένες ηλικίες. Μερικοί τύποι βίας, όπως το trafficking, διαπερνούν τα διεθνή σύνορα.

Οι γυναίκες που βιώνουν τη βία υποφέρουν από διάφορα προβλήματα υγείας και η δυνατότητά τους να συμμετέχουν στη δημόσια ζωή ελαττώνεται.[…] Η βία κατά των γυναικών δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένη κουλτούρα, θρησκεία ή χώρα ή σε συγκεκριμένες ομάδες γυναικών στην κοινωνία. Οι ρίζες της βίας κατά των γυναικών βρίσκονται στην εξακολουθητική διάκριση εις βάρος των γυναικών. 70% των γυναικών βιώνουν βία κάποια στιγμή στη ζωή τους.

Βία από στενό σύντροφο

Η πιο κοινή μορφή βίας που βιώνουν οι γυναίκες παγκοσμίως είναι η σωματική βία που ασκείται από στενό σύντροφο, με τις γυναίκες χτυπημένες, εξαναγκασμένες σε σεξ ή κακοποιημένες με άλλο τρόπο. Μελέτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) σε 11 χώρες ανέδειξε ότι το ποσοστό των γυναικών που εκτέθηκαν σε σεξουαλική βία από τον σύντροφό τους ποικίλλει από 6% στην Ιαπωνία μέχρι 59% στην Αιθιοπία. Στην Αυστραλία, τον Καναδά, το Ισραήλ, τη Νότια Αφρική και τις ΗΠΑ, 40-70% των γυναικείων θυμάτων φόνων σκοτώθηκαν από τους συντρόφους τους.

Σεξουαλική βία

Υπολογίζεται ότι, παγκοσμίως, 1 στις 5 γυναίκες θα υπάρξει θύμα βιασμού ή απόπειρας βιασμού κάποια στιγμή στη ζωή της.[…]

Σεξουαλική βία σε διενέξεις

Η σεξουαλική βία σε διενέξεις είναι μια σοβαρή, σύγχρονη κτηνωδία που επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους, κυρίως γυναίκες και κορίτσια. Συχνά αποτελεί συνειδητή στρατηγική που υιοθετούν σε μεγάλη κλίμακα ένοπλες ομάδες για να ταπεινώσουν τους αντιπάλους, να τρομοκρατήσουν τα άτομα και να καταστρέψουν τις κοινωνίες. Οι γυναίκες και τα κορίτσια μπορεί επίσης να υπόκεινται σε σεξουαλική εκμετάλλευση από αυτούς που έχουν εντολή να τις προστατέψουν.[…]

Βία και ιός HIV/AIDS

Οι γυναίκες που χτυπιούνται από τους συντρόφους τους έχουν 48% μεγαλύτερη πιθανότητα να μολυνθούν με τον HIV/AIDS. Οι νεαρές γυναίκες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στο καταναγκαστικό σεξ και αυξάνεται ο αριθμός όσων προσβάλλονται από τον ιό. Πάνω από τις μισές νέες μολύνσεις HIV παγκοσμίως λαμβάνουν χώρα μεταξύ νεαρών ατόμων των ηλικιών 15-24 και περισσότερο από το 60% της οροθετικής νεολαίας είναι γένους θηλυκού.

[…]

Εμπόριο ανθρώπων

Μεταξύ 500.000 και 2.000.000 είναι οι άνθρωποι – θύματα εμπορίου ετησίως, συμπεριλαμβανομένων της πορνείας, της καταναγκαστικής εργασίας, της σκλαβιάς. Οι γυναίκες και τα κορίτσια είναι το 80% των εντοπισμένων θυμάτων.

Βία κατά την εγκυμοσύνη

Η βία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης έχει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία της μητέρας και του παιδιού. Οδηγεί σε κυήσεις υψηλού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των αποβολών, των πρόωρων γεννήσεων και του χαμηλού βάρους στη γέννα.

Διακρίσεις και βία

Πολλές γυναίκες αντιμετωπίζουν πολλαπλά προβλήματα διακρίσεων και υψηλού κινδύνου βίας. Ντόπιες γυναίκες στον Καναδά είναι 5 φορές πιο πιθανό από άλλες γυναίκες της ίδιας ηλικίας να πεθάνουν λόγω ασκούμενης βίας. Στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Αυστραλία, πάνω από τις μισές γυναίκες με αναπηρία έχουν βιώσει σωματική κακοποίηση, όπως και το 1/3 των μη ανάπηρων γυναικών.

Σύμφωνα με δεδομένα της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι γυναίκες των ηλικιών 15-44 έχουν μεγαλύτερο ρίσκο βιασμού και ενδοοικογενειακής βίας, παρά καρκίνου, τροχαίου ατυχήματος, πολέμου και μαλάριας.

Mετάφραση: Χρυσάνθη Χειμώνα

Πηγή: Αυγή

Share

Συγνώμη της Αυστραλιανής πολιτείας σε παιδιά ανύπαντρων μητέρων, παράνομα υιοθετημένων

της Χριστίνας Κούρκουλα

Πριν από λίγες ημέρες, ο  πρωθυπουργός της Βικτώριας στην Αυστραλία, Τεντ Μπέιλιου, ζήτησε συγγνώμη από 250.000 βρέφη που υιοθετήθηκαν, παρά τη θέληση των βιολογικών τους γονέων, μεταξύ 1950-1970, επειδή οι μητέρες τους ήταν ανύπαντρες, σύμφωνα με τα αποτελέσματα επίσημης κυβερνητικής έρευνας.

Όπως έγραψε στη συνέχεια ο «Νέος Κόσμος», αρκετές από τις μητέρες αυτές που έχασαν τα παιδιά τους ήταν ελληνικής καταγωγής. Μερικές βρήκαν το θάρρος και μίλησαν σήμερα για εκείνες τις τραυματικές εμπειρίες.

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Ντάνιελ Άντριους, σημείωσε ότι «μια ολόκληρη γενιά ατόμων έχουν στερηθεί τους βιολογικούς τους γονείς. Οι μητέρες τους ήταν δεμένες σε κρεβάτια και τα πρόσωπά τους ήταν κρυμμένα από τις νοσοκόμες με μαξιλάρια για να μη δουν τα παιδιά τους».

Τα τελευταία χρόνια γίνεται σε διάφορες χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, αναψηλάφιση των συνθηκών κάτω από τις οποίες έγιναν υιοθεσίες παιδιών μεταξύ 1950-1970 με προορισμό τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και κάποιες ευρωπαϊκές χώρες του Βορρά (π.χ. Ολλανδία).

Το 2010 προβλήθηκε και μια αγγλική ταινία με τον τίτλο «Πορτοκάλια στον ήλιο» (Oranges and Sunshine) που αναφέρεται στην πραγματική ιστορία μιας επίμονης βρετανίδας κοινωνικής λειτουργού η οποία μετά από έρευνες διαπίστωσε ότι χιλιάδες παιδιά ανύπαντρων μητέρων προωθήθηκαν στην Αυστραλία – συχνά με τη συνδρομή παρα-θρησκευτικών οργανώσεων – και χρησιμοποιήθηκαν σε καταναγκαστικά έργα, χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς τους, γεγονός το οποίο οδήγησε σε μια σειρά από δικαστικές διεκδικήσεις κατά της Αυστραλιανής πολιτείας.

Παρακάτω παραθέτουμε μερικές συγκλονιστικές μαρτυρίες:

«Αν γράψεις, θα τα πεις όπως τα λέω. Μας άρπαξαν στα νοσοκομεία της Μελβούρνης τα παιδιά μέσα από την κοιλιά. Αν είχαν στόμα οι τοίχοι να μιλήσουν θα έφριττε η οικουμένη»

«Ζήτησα να μιλήσω για να μάθει ο κόσμος ακριβώς πώς έχουν τα πράγματα. Όλα μέχρι τώρα ήταν κουκουλωμένα. Κι ας βούιζε ο τόπος από τα κλάματα και τις φωνές των γυναικών που δεν είδαν ούτε μια φορά τα παιδιά τους. Ούτε την ώρα που τα γέννησαν. Μόνο τη μέρα που πήγα εγώ στο νοσοκομείο με τους πόνους της γέννας, ήταν άλλες τρεις ετοιμόγεννες Ελληνίδες. Ίσως και μικρότερές μου, τρομοκρατημένες, ολομόναχες, όπως κι εγώ. Αυτό μπορείς να το πεις.

Στην Αυστραλία ήλθα το ’64 με το “Πατρίς”. Μ’ έφερε ο αδελφός μου ο οποίος ήταν ήδη παντρεμένος με μια συγχωριανή μας, λίγο πιο μεγάλη από μένα. Εγώ ήμουν τότε 18 χρόνων.

Την ίδια ηλικία είχε κι εκείνος που συνταξιδεύαμε. Αγαπηθήκαμε και χωρίς να το καταλάβουμε η σχέση μας προχώρησε έως εκεί που δεν έπρεπε. Όταν φτάσαμε στο λιμάνι, ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Εκείνος με το τρένο στην Μπονεγκίλα κι εγώ στο σπίτι του αδελφού μου. Με πέταξε στο δρόμο, μόλις του είπα ότι είμαι έγκυος. “Δεν ήλθες εδώ για να με ρεζιλέψεις. Να, πάρε αυτά και δεν θέλω να σε ξέρω”. Μου πέταξε ένα μάτσο λεφτά, θα πρέπει να ήταν ένα ολόκληρο βδομαδιάτικο και μου έδειξε την πόρτα. “Έλα φύγε, πριν γυρίσει σπίτι η Λίτσα απ’ τη δουλειά”».

«Τη Ρούλα μου τη γέννησα τον Οκτώβρη του 1965 στο Queen Victoria. Για την ακρίβεια, 20 του μήνα. Ήταν μια εποχή που το νοσοκομείο ήταν στις δόξες του. Οι θάλαμοι ήταν γεμάτοι κρεβάτια με λεχώνες και ετοιμόγεννες. Ελληνίδες παντού. Έβριθε ο τόπος. Τότε έζησα μια από τις πιο συνταρακτικές εμπειρίες της ζωής μου. Είχα γάλα μπόλικο, περίσσιο και μού έφεραν να θηλάσω μωρά που προορίζονταν για υιοθεσία. Για υποχρεωτική υιοθεσία, όπως γινόταν τον καιρό αυτό, με παιδιά νόθα που οι μάνες τους δεν είχαν δικαίωμα να τα κρατήσουν».

«Ξέρεις τα προσωπάκια των παιδιών, τα αθώα ματάκια τους, όπως με κοίταζαν, την ώρα που τα θήλαζα, δεν μ’ εγκαταλείπουν, κι ας πέρασε σχεδόν μισός αιώνας. Στην αρχή δεν ήξερα γιατί μου έφερναν να θηλάσω μωρά άλλων. Μετά η Μαρία, μια κοπέλα 17 χρόνων, λεχώνα κι αυτή, θα μου πει “όλα αυτά τα καροτσάκια που βλέπεις είναι νόθα”. Στην πραγματικότητα χρησιμοποίησε τη λέξη “μούλικα” και θυμάμαι την αποπήρα. Το χειρότερο, το λέω και ανατριχιάζω, είχαν ταμπελίτσες στα καροτσάκια με ονόματα ράτσες σκυλιών, όπως Labrador, poodle, collie, maltese, Australian shepherd. Οι νοσοκόμες αυστηρές, δεν μας έδιναν το δικαίωμα να κάνουμε ερωτήσεις. Η δουλειά τους, μου έδιναν την εντύπωση, ήταν να βρουν λεχώνες με περίσσιο γάλα για να θηλάσουν τα μωράκια αυτά που τα ‘παιρναν από τη μάνα τους αμέσως μόλις τα γεννούσε. Ούτε καν είχε την ευκαιρία να δει το προσωπάκι τους».

Οι μητέρες που υποχρεώνονταν να δώσουν τα παιδιά τους για υιοθεσία, ήταν σε χωριστούς θαλάμους. Όχι για να παρηγορεί η μια την άλλη, αλλά για να μην έχουν επαφή με τις άλλες μητέρες, τις έγγαμες ή τις ελάχιστες που τις στήριζε η οικογένειά τους, αδιαφορώντας για τα σχόλια της κοινωνίας.

Μια άλλη Ελληνίδα, η κ. Ζωή, 24 ετών, μετά από μια απρόοπτη αιμορραγία, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Queen Victoria, όπου με τη βοήθεια του καθηγητή, Carl Wood, έφερε στον κόσμο δίδυμα. Ωστόσο, μετά από μια ώρα, τους είπαν ότι πέθανε το ένα. Προς το βράδυ, όταν έφτασαν οι συγγενείς για την καθιερωμένη επίσκεψη, η νοσοκόμα τους ανήγγειλε ότι πέθανε και το δεύτερο.

«Με τακτοποίησαν -χωρίς να το ζητήσω, σε ιδιωτικό δωμάτιο. Ζήτησα να δω τον γιατρό μου και μου το αρνήθηκαν. Η διερμηνέας προσπάθησε να μας πει να μη στεναχωριόμαστε και αφού είχαμε ήδη άλλα δυο παιδιά, δεν πειράζει που χάσαμε τα δίδυμα και άλλα πολλά. Επιπλέον, μας διαβεβαίωσε, ότι το νοσοκομείο θα αναλάμβανε τα έξοδα και τα διαδικαστικά της κηδείας, χωρίς καμιά επιβάρυνση από μέρους μας. Ήμαστε μόνο 4 χρόνια στην Αυστραλία και τα αγγλικά μας λιγοστά. Έτσι επιστρέψαμε στο σπίτι χωρίς τα μωρά», θυμάται η κ. Ζωή.

Φυσικά, δεν έλαβαν πιστοποιητικό θανάτου, ούτε γνωρίζουν σε ποια Γειτονιά των Αγγέλων τα έθαψαν. Πολύ αργότερα και με δική τους πρωτοβουλία, αποτάθηκαν στο Ληξιαρχείο (Registry Office) και έλαβαν το πιστοποιητικό γέννησης.

«Έχουν περάσει είκοσι τέσσερα χρόνια και στην ψυχή μου υπάρχει ένα κενό. Πολλά τα ερωτηματικά και το τοπίο θαμπό. Αν ζουν, πού άραγε να βρίσκονται; Είναι εκτός Αυστραλίας; Περνούν καλά με τους θετούς τους γονείς; Τα βάφτισαν; Έχουν οικογένειες;».

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Share

Η θέση των γυναικών στη θεωρία, την πολιτική και την πράξη του φασισμού

της Σίσσυς Βωβού*

Αρχίζοντας την ομιλία μου για τη θέση των γυναικών στην ιδεολογία και την πρακτική του φασισμού, εν όψη της αυριανής αντιφασιστικής επετείου, θα ήθελα να αναφέρω ότι υπάρχουν δύο νέες γυναίκες που εκτελέστηκαν στη γειτονιά μας το 1944.  η Ηρώ Κωνσταντοπούλου και η Ιουλία Μπίμπα, λόγω της συμμετοχής τους σε σημαντικές αντιστασιακές πράξεις.

Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου, γεννήθηκε στις 16 Ιουλίου 1927 και εκτελέστηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1944 σε ηλικία 17 χρονών, στη συνοικία μας, στο Κουκάκι.

Ήταν μαθήτρια Γυμνασίου και οργανωμένη στην ΕΠΟΝ, όπου είχε αναπτύξει έντονη δράση, παρά το νεαρό της ηλικίας της. Μιλούσε τέσσερις γλώσσες και όταν τη βασάνιζαν οι χιτλερικοί στην οδό Μέρλιν, όπου βρισκόταν το αρχηγείο της Κομαντατούρ, αναφέρεται ότι τους “μαστίγωνε” στη γλώσσα τους.

Λίγο πριν την αποχώρηση των Γερμανών, συμμετέχει στην ανατίναξη ενός τρένου που μετέφερε πυρομαχικά και ξανά συλλαμβάνεται στις 31 Ιουλίου 1944. Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1944, οδηγήθηκε μαζί με άλλους 49 κρατούμενους, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Η ζωή της έγινε ταινία το 1981 με τίτλο “17 σφαίρες για έναν άγγελο, η αληθινή ιστορία της Ηρώς Κωνσταντοπούλου”

Η Ιουλία Μπίμπα ή «Ξανθούλα», συμμετείχε στην ανατίναξη των γραφείων της «Εθνικοσοσιαλιστικής Πατριωτικής Οργάνωσης ΕΣΠΟ» το 1942, στην γωνία Πατησίων και Γλάδστωνος, όπου τα γραφεία αυτά ήταν στο ίδιο κτίριο με την Κομαντατούρ.  Νεκροί: 39 μέλη της ΕΣΠΟ, κι ο αρχηγός τους, και 43 γκεσταπίτες. Τραυματίες: 27 της ΕΣΠΟ και 55 Γερμανοί. (Λυπάμαι, βέβαια, να μιλάω για νεκρούς).

Συνελήφθησαν και εκτελέσθηκαν στην Καισαριανή, για αντίποινα, οι: Κώστας Περρίκος, απότακτος αξιωματικός της αεροπορίας, Θανάσης Σκούρας (της γνωστής κινηματογραφικής οικογένειας), Γιάννης Κατεβάτης, Διονύσης Παπαδόπουλος, Δημήτρης Λόης.

Η Ιουλία Μπίμπα μεταφέρθηκε σε άγνωστο στρατόπεδο της Γερμανίας, Πολωνίας ή Βουλγαρίας και την αποκεφάλισαν με τσεκούρι. Ο Αντώνης Μυτιληναίος δραπέτευσε, πέθανε πρόσφατα, ο Σπύρος Γαλάτης απελευθερώθηκε από φυλακή της Γερμανίας.

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ

Πολλά ακούστηκαν και προβλήθηκαν αυτές τις μέρες για το φασισμό και τον πόλεμο, περισσότερα από κάθε άλλη φορά θα έλεγα, επειδή στις μέρες μας στη χώρα μας ζούμε την άνοδο του φασιστικού φαινομένου με επίκεντρο τους μετανάστες και μετανάστριες, τους «άλλους» της δικης μας εποχής, τους δικούς μας «Εβραίους» που υφίστανται καθημερινά διώξεις άτυπες και βάρβαρες, οι οποίες εκβαρβαρίζουν και δηλητηριάζουν την κοινωνία μας. Το μεγαλύτερο μερίδιο της καταστολής των μεταναστών έχει το κράτος, υπό δύο εκδοχές: Η μια είναι η άρνηση της νομιμότητας και της αποδοχής τους ως ισότιμων συμπολιτών, η συμπλήρωση είναι η καταστολή, η ηθική, πνευματική και φυσική κακοποίησή τους. Υπάρχει μια αλυσίδα αντίδρασης προς τους μετανάστες, η οποία αρχίζει από το κράτος, προχωρά στις εγκληματικές συμμορίες, και μετά στην υποστήριξη αυτών των πράξεων από μικρό μέρος της κοινωνίας και την αποδοχή από μεγαλύτερο, όχι από το μεγαλύτερο.

Εμείς είμαστε εδώ για να διακηρύξουμε μια άλλη πολιτική, αυτή της ισότητας των πολιτών και της πολυεθνικής κοινωνίας η οποία αποτελεί πραγματικότητα που βλέπουμε στον τόπο μας και βλέπουμε σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης.

Κοινωνική ιεραρχία

Η καταστολή και συνεπώς στρατιωτικοποίηση και αποκλεισμός του «διαφορετικού» αποτελεί τον πυρήνα της φασιστικής πολιτικής, αλλά είναι ανατριχιαστικό να την βλέπουμε σε μικρότερες δόσεις και συνθέσεις σε κάθε άλλη πολιτική, δημοκρατική, αριστερή, δεξιά, μεσαία.

Μιλώντας για τη θέση των γυναικών λοιπόν στο φασιστικό φαινόμενο του τότε και του τώρα, θέλουμε απλώς να επισημάνουμε πόσο αυτή η ιδεολογία πλήττει την πορεία εμάς των γυναικών προς την αυτονομία, τη συμμετοχή στο δημόσιο χώρο και την πολιτική, πόσο δημιουργεί μεγαλύτερη εξάρτηση και πόσο έντονα μεταφέρει στον ιδιωτικό χώρο την ανδρική εξουσία που υπάρχει στο δημόσιο χώρο. Η στέρηση δικαιωμάτων και συμμετοχής των γυναικών βρίσκεται στο σκληρό πυρήνα της φασιστικής ιδεολογίας και πολιτικής, γι’ αυτό και εμείς οι γυναίκες έχουμε κάθε πρόσθετο λόγο να αντιταχθούμε στο φασιστικό φαινόμενο.

Και τι σημασία έχει η αυτονομία σας, ακούμε συχνά, μπροστά στα μνημόνια για παράδειγμα, μπροστά στην καταστολή, και πολύ περισσότερο μπροστά στο θάνατο που έσπειρε ο φασισμός σε όλη την Ευρώπη; Η απάντηση είναι ότι όλοι και όλες υποκείμεθα στις κεντρικές πολιτικές της κάθε εξουσίας, αλλά η έμφυλη διάστασή της είναι εγγενές συστατικό της μέρος, παράγει υπεραξία γι’ αυτήν, αν δεν ξεχνάμε ότι οι γυναίκες είναι το μισό του πληθυσμού. Ιδιαίτερα στα φασιστικά καθεστώτα δυναμώνει την εξουσία, δημιουργεί τον «καταμερισμό» σ’ αυτούς που θα παράγουν πολιτική και αυτές που θα την υφίστανται, δημιουργεί αδυναμία και εξάρτηση για τις γυναίκες, και συνεπώς περισσότερη ανοχή για τις μεγάλες μάζες τους, που αδυνατούν μέσα στις συνθήκες που τους επιβάλλονται να αντισταθούν και να επαναστατήσουν.

Αν και ο φασισμός-ναζισμός είχε μεγάλη απήχηση στις γυναίκες, λόγω των συνθηκών ζωής που τους επέβαλε ήταν, και φυσικά είναι, μια πολιτική αντιγυναικεία ως προς τους στόχους της συμμετοχής των γυναικών και της αυτονομίας τους, όσο περιορισμένη και αν ήταν σε άλλα συστήματα εξουσίας.

Είναι κοινό χαρακτηριστικό στις περισσότερες εικόνες της τότε εποχής, ότι την περίοδο του Μουσολίνι και του Χίτλερ, οι γυναίκες μπορούσαν να έχουν τη συμμετοχή τους στο πλήθος, αλλά σπάνια τους επιτρεπόταν να εμφανιστούν στο βήμα. Ένα από τα κίνητρα του φασισμού ήταν πάντα να αρνούνται στις γυναίκες το ρόλο του φορέα που διαμορφώνει τη ζωή τους.

Στην Ιταλία, ο Μουσολίνι έκανε εκστρατεία για την επιστροφή των γυναικών στην οικογένεια, για να αυξηθεί η «χαμηλή» γεννητικότητα. Η αντισύλληψη ήταν απαγορευμένη και ο «φεμινισμός» περιγραφόταν ως «εβραϊκή» εφεύρεση. Στο κόμμα του Χίτλερ, οι γυναίκες αποτελούσαν το 6 ή 8 τοις εκατό (εξαρτάται απο τις μετρήσεις) των μελών. Η Βρετανική Ένωση Φασιστών (British Union of Fascists) της εποχής, μπορεί να είχε μεγαλύτερη αποδοχή στις γυναίκες απ’ ότι τα αδελφά κόμματα που αναφέρθηκαν, και μια μειοψηφία των συγγραφέων του αποδεχόταν ότι οι γυναίκες θα μπορούσαν να έχουν και το δικαίωμα στην εργασία. Πάντως, όπως αποδέχονταν οι υποστηρικτές του φασισμού, το κόμμα συνολικά είχε την φιλοσοφία της ευγονικής, ήταν στοχοπροσηλωμένο στην αύξηση των γεννήσεων και αντιτασσόταν στην ανεξαρτησία των γυναικών.

Στην προ-φασιστική Γερμανία της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η κοινωνία ήταν πιο φιλική προς τα δικαιώματα των γυναικών, θετικό παράδειγμα σχετικής ισότητας, όπου η απελευθέρωση των γυναικών σήμαινε περισσότερα από το δικαίωμα στην ψήφο. Στην πολιτιστική άνθιση της εποχής, ενυπήρχε η υπόσχεση για σεξουαλική και καλλιτεχνική έκφραση.

Στην εξουσία, το κόμμα του Χίτλερ προσπάθησε να απαγορεύσει την επαγγελματική ενασχόληση για τις γυναίκες. Τα μέτρα που εισάχθηκαν ταίριαζαν με τη ναζιστική ιδεολογία, που διακήρυσσε την ανάγκη να αυξάνονται οι ευκαιρίες των ανδρών για εύρεση εργασίας. (Σήμερα, μας λένε ότι αν φύγουν οι μετανάστες θα βρουν δουλειές οι Έλληνες. Αύριο, θα μας πουν ότι αν βγουν από την παραγωγή οι γυναίκες θα βρουν δουλειά οι άνδρες. Το γαϊτανάκι των απαγορεύσεων και των αποκλεισμών δεν έχει τέλος). Το κράτος εισήγαγε δάνεια για το γάμο, που εξαρτώντο τόσο από την πολιτική τοποθέτηση της οικογένειας όσο και από τη συναίνεση της γυναίκας να εγκαταλείψει την πληρωμένη απασχόληση. Και φυσικά, ο ρατσισμός του ναζισμού έδινε ιδιαίτερη αποστολή στις γυναίκες, να μεγαλώσουν τη νέα φυλή των Γερμανών, την καθαρή φυλή. Η εφαρμογή της ευγονικής σήμαινε μεγάλη επιτήρηση του κράτους στην γέννηση των παιδιών. Οι ηλικιωμένες ήταν περιττές σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εποχής. Οι νεότερες απλώς έπρεπε να ελπίζουν οτι το παιδί τους δεν θα περιλαμβανόταν στα 100.000 γερμανάκια που φονεύθηκαν εν ψυχρώ  λόγω κληρονομικής αναπηρίας. Και μέσα σ’ αυτό το χορό, οι ίδιες οι ναζιστικές γυναικείες οργανώσεις της εποχής, υποστήριζαν ότι οι γυναίκες έπρεπε να επιστρέψουν στο σπίτι, γιατί η σκληρότητα της πολιτικής «είναι ξένη προς τη γυναικεία φύση».

Χαρακτηριστικό απόσπασμα από ομιλία την Πρωτοχρονιά του 1935 της αρχηγού της γυναικείας οργάνωσης του NSDAP, GERTRUD SCHOLTZ-

«Το Εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα βλέπει τον άνδρα και τη γυναίκα ως ισάξιους κομιστές του μέλλοντος της Γερμανίας. Ζητά, όμως, περισσότερα απ’ ότι το παρελθόν: ο καθένας θα πρέπει πρώτα να εκπληρώσει πλήρως τα καθήκοντα που αρμόζουν στην φύση του… Η γυναίκα, πέρα από την φροντίδα των δικών της παιδιών, θα πρέπει πρώτιστα να νοιάζεται για αυτούς που χρειάζονται την βοήθεια της ως μητέρα του Έθνους».

Τον Ιανουάριο του 1943, φυσικά λόγω της εξέλιξης του πολέμου, το καθεστώς έβγαλε διάταξη όλες οι γυναίκες στις ηλικίες μεταξύ 17 και 45 να γραφτούν στην υπηρεσία ανεργίας, για να βρουν δουλειά. Και όμως, από τις 3.1 εκατομμύρια γυναίκες που εγγράφηκαν, μόνο το 1,2 εκατομμύρια θεωρήθηκαν κατάλληλες για εργασία.

Παρόμοιες ιδέες ευγονικής και πολιτικής γεννήσεων προωθήθηκαν από το καθεστώς Μουσολίνι στην Ιταλία. Δημιουργήθηκε εθνικός οργανισμός για την ρύθμιση μητρότητας και βρεφικής ηλικίας. Δόθηκαν δάνεια στις πιο παραγωγικές γυναίκες, με κριτήριο παραγωγής τον αριθμό των παιδιών που είχαν γεννήσει. Έγινε ολόκληρη δημογραφική καμπάνια για αύξηση γεννητικότητας (η οποία απέτυχε). Οι γυναίκες ωθούνταν να εγκαταλείψουν την πληρωμένη απασχόληση τόσο για να «επιστρέψουν» τις θέσεις εργασίας στους άνδρες, αλλά επίσης για να επιστρέψουν στον φυσικό τους ρόλο, ως φύλακες του σπιτιού. Με την αντιγραφή του αντι-σημιτισμού του Χίτλερ από τον Μουσολίνι, ο αντιφεμινισμός με τον ρατσισμό αναμείχθηκαν. Δόθηκε εντολή στις λευκές γυναίκες να γεννούν, και αν δεν ακολουθούσαν την εντολή αυτή, τις κατηγορούσαν ότι έφεραν τη μνήμη του «εβραϊκού» φεμνισμού. Η διαφορά στην ιταλική περίπτωση, ήταν ο βαθιά ριζωμένος μισογυνισμός της καθολικής εκκλησίας, που ενδυνάμωσε τον μισογυνισμό του καθεστώτος, την ώρα που επέσειε τις αξίες της παραδοσιακής Ιταλίας για να δικαιολογήσει όλο αυτό το σχήμα.

Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε και στο παράδειγμα της δικτατορίας του Μεταξά, το οποίο είχε πολλά φασιστικά στοιχεία, της «κλασικής» περιόδου, αν και του έλειπαν άλλα. Ενώ βρίσκουμε αρκετά παρόμοια στοιχεία με τα προαναφερθέντα, αξίζει να αναφέρουμε την οργάνωση της Νεολαίας του Μεταξά, η οποία ιδρύθηκε το 1937 και απέκτησε 1.250.000 μέλη, τα οποία όπως γνωρίζουμε καλά ήταν καταναγκασμένα σχεδόν, αλλιώς υπήρχαν κυρώσεις για τα παιδιά και τις οικογένειες. Εκεί συνυπήρχαν αγόρια και κορίτσια. Οι στόχοι της νεολαίας, πριν από τον πόλεμο, ήταν οι εθελοντικές κοινωνικές εργασίες (μια από αυτές να χαφιεδίζουν τους αντιφρονούντες στη δικτατορία, ακόμα και τους γονείς τους), ενώ η εκπαίδευση ήταν ότι τα αγόρια θα προορίζονταν για τον πόλεμο, ενώ τα κορίτσια για τα μετόπισθεν και για νοσοκόμες. Η οργάνωση διαλύθηκε μετά την είσοδο του ναζιστικού στρατού στην Ελλάδα, και ευτυχώς το άμεσο μέλλον της νεολαίας της εποχής έμελλε να είναι η ΕΠΟΝ, στην οποία συσπειρώθηκαν μαζικά και με ενθουσιασμό εκατοντάδες χιλιάδες νέοι και νέες.

Και κάποια θεωρητική τοποθέτηση:

Φεμινιστικές κολλεκτίβες στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Βρετανία, οι οποίες ανέπτυξαν ιδεολογική και πολιτική δράση πάνω στο ζήτημα αυτό όταν υπήρχε άνοδος του φασιστικού φαινομένου, τη δεκαετίες του 70-80, υποστήριζαν ότι το φασιστικό κόμμα δεν πρέπει να ιδωθεί πρωταρχικά ως ρατσιστικό κίνημα, αλλά ως κόμμα που ήταν σεξιστικό και ομοφοβικό. Με τα δικά τους λόγια «Ο φασισμός απευθύνεται στις γυναίκες ως γυναίκες – ή καλύτερα υπό την ιδιότητά τους ως συσύγων και μητέρων, που εκπαιδεύουν τη φυλή και το έθνος – και προσπαθεί να κερδίσει υποστήριξη σ’ αυτή τη βάση. Ο φασισμός επίσης απευθύνεται στους άνδρες – βλέπει τον εαυτό του ως προσωποποιημένη ανδροπρέπεια και θεωρεί το φιλελευθερισμό ως «θηλυκό» ή «γυναικωτό». ( Αρκετές από τις ιστορικές πληροφορίες του παρόντος, από dkrenton.co.uk). 6/2/2008

ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Μιλώντας όμως για το φασισμό, το μεγάλο έπος, όπως εμφανίστηκε από τους άλλους ομιλητές, είναι η αντίσταση και η προσδοκία για μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας. Όπως έλεγε και το τραγούδι «Θέλουμε πανανθρώπινη τη λευτεριά». Δυστυχώς, αλλιώς εξελίχτηκαν τα πράγματα στην Ελλάδα.

Μεγάλη ήταν η συμμετοχή των γυναικών στην αντίσταση κατά του φασισμού και για την κοινωνική απελευθέρωση, βέβαια σε μεγάλο βαθμό με βάση τους γνωστούς ρόλους των δύο φύλων. Πάντως, πολλές ήταν οι γυναίκες που συμμετείχαν στην πρώτη γραμμή όσο και στον αντάρτικο στρατό, και λίγες ήταν και βαθμοφόροι. Η πατριαρχία, όπως είπαμε και στην αρχή, δεν γνωρίζει ιδεολογίες, αλλά, είναι γεγονός ότι οι πιο ακραίες εκδοχές των επιταγών της αγκαλιάζονται από ακραία και αυταρχικά καθεστώτα.

Η Κυβέρνηση του Βουνού, δηλαδή η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), έδωσε για πρώτη φορά στις γυναίκες το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι.

Στις 23 Απρίλη 1944 έγιναν εκλογές για την ανάδειξη του Εθνικού Συμβουλίου και εκλέχτηκαν πέντε γυναίκες εθνοσύμβουλοι, η Χρύσα Χατζηβασιλείου, η Καίτη Ζεύγου, η Μαρία Σβώλου, η Φωτεινή Φιλιππίδου και η Μάχη Μαυροειδή.

Στις 20.7.1944 με την Πράξη 42 θεσμοθετείται επίσης η ισότητα των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών. (Η εργατική νομοθεσία της μεταπολεμικής περιόδου πρόβλεπε άνιση αμοιβή για γυναίκες και άνδρες, ενώ η ισότητα αμοιβών, έστω και τυπική, επανήλθε μόνο το 1975, από την κυβέρνηση Καραμανλή).

Σε πολλές πόλεις και χωριά της Ελεύθερης Ελλάδας εκλέχτηκαν γυναίκες δήμαρχοι και κοινοτάρχισσες καθώς και λαϊκές δικαστίνες. Η πρώτη δήμαρχος στην Ελλάδα ήταν η Μαρίκα Μπότση-Τσαπαλίρα στην Αμαλιάδα το 1944.

Στο ΨΗΦΙΣΜΑ Α’ του Εθνικού Συμβουλίου της ΠΕΕΑ, το άρθρο 5 αναφέρει: «Όλοι οι Έλληνες, άντρες και γυναίκες, έχουν ίσα πολιτικά και αστικά δικαιώματα».

ΔΥΣΤΥΧΩΣ, ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

Γυρνώντας στη σύγχρονη φασιστική ιδεολογία που εκπαιδεύει νέες γενιές γυναικών, διαβάζουμε μεταξύ άλλων στα εμπνεόμενα από τον εθνικοσοσιαλισμό κάθε είδους φασιστοσάιτ της Χρυσής Αυγής:

«Η έννοια του Καθήκοντος είναι αυτό που κάνει τον φεμινισμό απορριπτέο άνευ συζητήσεως, γιατί το πρώτιστο Καθήκον που πράττει κάποιος για το Έθνος του είναι αυτό που έχει ορίσει η Φύση και για τα δύο φύλα, δηλαδή η τεκνοποιία και την σωστή διαπαιδαγώγηση των τέκνων αυτών. Δύο οι βασικοί πυλώνες του Εθνικοσοσιαλισμού η Αξιοκρατία και η Φύση ή μάλλον μόνο ένας η Φύση, αφού οι δύο προηγούμενοι ουσιαστικά είναι ένας. Ούτε στο παρελθόν, ούτε στο μέλλον πρόκειται να προδοθεί η Φύση και το Έθνος προκειμένου να εξυπηρετηθούν φεμινιστομαρξιστικά εκτρώματα»

Σε άλλο σημείο: «Εμείς οι Ελληνίδες, μέλη του Λαϊκού Συνδέσμου, έχοντας βαθύτατη συναίσθηση της καταστροφής που επιφέρει το φεμινιστικό πνεύμα της εποχής μας, είμαστε ενάντια σε κάθε λογής διακηρύξεις για την ισότητα των δύο φύλων. Για εμάς δεν τίθεται πρόβλημα ισότητας ή υπεροχής ανάμεσα στον άνδρα και την γυναίκα, αφού πιστεύουμε ότι αποτελούν δύο διαφορετικές υποστάσεις, που έχουν ταχθεί από την Φύση να αλληλοσυμπληρώνονται, έχοντας να επιτελέσουν ο καθένας το δικό του ξεχωριστό Χρέος απέναντι στην Ζωή».

Είναι φυσικό επακόλουθο στην ιστοσελίδα τους να παραπέμπουν στην οργάνωση για την προστασία του αγέννητου παιδιού, ενώ εκφράζουν ανοιχτό αίτημα για την κατάργηση του δικαιώματος στην επιλογή αν μια γυναίκα θέλει να κάνει παιδί ή όχι, και ζητούν την ακύρωση του νόμου για την έκτρωση.

Επίσης, εκμεταλλευόμενες αρνητικά στοιχεία της σημερινής πραγματικότητας για τη γυναίκα αντικείμενο και παίρνοντας δάνεια από τις τρισκατάρατες φεμινίστριες, λένε: «Η ύπαρξη της γυναίκας δεν παύει να υφίσταται αν δεν είναι όμορφη, χειραφετημένη, καριερίστρια, μορφωμένη, περιποιημένη και όλα αυτά που μας βομβαρδίζουν τα περιοδικά. Η ύπαρξη της γυναίκας θα πάψει όμως να υφίσταται αν χαθούν οι ρόλοι που την διαχωρίζουν από τον άντρα, και αυτοί δεν σχετίζονται μόνο με την εμφάνιση… Σχετίζονται με τον ρόλο της γυναίκας σαν μητέρα, οικοδέσποινα, σύντροφο, αλλά και γενικότερα ενός ιδιαίτερου μέλους της κοινωνίας που έχει την δυνατότητα και την υποχρέωση να υπερασπιστεί, με τον δικό του τρόπο, τα ιδανικά του, τις αξίες του, τους θεσμούς, τις παραδόσεις του και όλα τα κεκτημένα που τείνουν να εξαφανισθούν. Τέτοιου είδους γυναίκες έβγαζε πάντα η Ελλάδα και όχι ψεύτικες κούκλες χωρίς περιεχόμενο…»

Γενικότερα μιλώντας για τον φασισμό, τόσο τον σημερινό όσο και τον ιστορικό, μπορούμε να πούμε ότι όλα τα ιδεολογικά καλούπια είχαν ως στόχο τον περιορισμό των γυναικών, αλλά ξεχείλωναν κατά το δοκούν ανάλογα με τις πολιτικές ανάγκες των φασιστικών κυβερνήσεων ή κινημάτων. Αυτό έγινε στον τομέα της εργασίας, της οικογένειας, της συμμετοχής των γυναικών και των ρόλων που επιβάλλονταν. Π.χ. το ελληνικό φασιστικό κίνημα στρατιωτικοποιεί τις γυναίκες, τους επιτρέπει να γίνονται μαχαιροβγάλτριες και τις επιβραβεύει γι’ αυτό (περίπτωση Σκορδέλη που είναι υπόδικη για βαρύ τραυματισμό Αφγανού) ζητά την υιοθέτηση στρατιωτικής θητείας 14 μηνών, διδάσκει ομάδες αυτοάμυνας (κάλυμμα για την ετεροεπίθεση), διδάσκει τη χρήση όπλων όπως άναυδες βλέπουμε στο u-tube χωρίς καθόλου να ενοχληθεί το επίσημο κράτος. Είναι το ίδιο κίνημα που προπαγανδίζει υπέρ της επιστροφής των γυναικών στο σπίτι και στηλιτεύει κάθε έννοια φεμινισμού ή ισότητας των δύο φύλων.

Οι ομάδες των ταγμάτων εφόδου που ήδη έχουν δημιουργηθεί, με μεγάλη επιθετικότητα απέναντι στους μετανάστες και μετανάστριες, είναι φοβισμένα και δειλά ανθρωπάκια που δεν τολμούν να περπατήσουν μόνα τους στο δρόμο, γιατί γνωρίζουν ότι το κίνημα δεν τους φοβάται, αλλά το φοβούνται. Πάντως το κίνημα χρειάζεται να αναπτύξει τις ομάδες περιφρούρησης από τις εγκληματικές συμμορίες..

Προς το παρόν η συμμετοχή των γυναικών στις επιθετικές ομάδες είναι μικρή αλλά δυστυχώς υπαρκτή, ίσως γιατί τα μηνύματα της ειρήνης έχουν πιο ευήκοα ώτα στις γυναίκες. Ίσως γιατί οι γυναίκες καταλαβαίνουν ότι κάθε πυγμή όπως αυτή των φασιστών θα στραφεί εναντίον τους στον ιδιωτικό τους χώρο. (Και μετά θα απευθύνονται στις φεμινίστριες να τις συμβουλεύσουν γιατί έφαγαν ξύλο από τον άντρα τους, και μάλιστα χωρίς ιδεολογικό κάλυμμα).

Τέλος, σας καλώ στο εξής, κάθε φορά που κάποιος ή κάποια θα μιλά εναντίον του φεμινισμού, να αναρωτιέται πώς και βρίσκεται σε ιδεολογική αντιστοιχία με τον φασισμό του χθες και του σήμερα.

Ομιλία σε εκδήλωση στο Κουκάκι, 27-10-2012

 

 

.

Share

Ταυτότητες / ετερότητες γυναικών στην πόλη

της Ντίνας Βαΐου,

Η πόλη, και η δική μας πόλη η Αθήνα, ήταν και είναι πάντα τόπος συνάντησης και συγκρότησης διαφορετικών ταυτοτήτων. Έχει όμως ποικίλους τρόπους και μέσα να «κρύβει» ή να απωθεί στο περιθώριο τις ετερότητες/ό,τι ξεφεύγει από τη νόρμα των κυρίαρχων κοινωνικών εμπειριών και ομάδων, όπως αυτές ορίζονται στη βάση ποικίλων κοινωνικών χαρακτηριστικών. Η συγκρότηση «κοινωνικών περιφερειών» – που μάλιστα δεν ταυτίζονται με τις γεωγραφικές περιφέρειες, δηλαδή με τις παρυφές της πόλης, όπως μας μάθαινε εδώ και δεκαετίες ο Henri Lefebvre – είναι μια διαδικασία πιο εμπεδωμένη στη συνείδηση όσων ασχολούνται με τη μελέτη της πόλης. Τι γίνεται όμως με πιο λεπτές και υπόρρητες μορφές περιθωριοποίησης, μορφές που συγκροτούνται στη βάση διαφορετικών αξόνων κυριαρχίας και υποτέλειας και διαμορφώνουν συνεχώς όρια και διπολικές οριοθετήσεις;

Στο άρθρο αυτό προσεγγίζω μία από αυτές τις μορφές κατασκευής/ταξινόμησης του «άλλου» ή της ετερότητας, που συγκροτείται στη βάση του φύλου και σε σχέση με το χώρο της πόλης. H σχέση με το χώρο θέτει δύσκολα ερωτήματα, καθώς το φύλο είναι μια κοινωνική κατηγορία διάχυτη και χωρίς προφανείς συσχετίσεις με το χώρο, σε αντίθεση με άλλες που (συν)διαμορφώνονται με, ή έχουν και, μία χωρική αναφορά. Χρησιμοποιώ λοιπόν τρεις εικόνες από την καθημερινότητα διαφορετικών γυναικών σε γειτονιές της Αθήνας, που βοηθούν να κατανοήσουμε την κατασκευή του άλλου/ξένου, μέσα από τη διαπλοκή του φύλου με άλλους άξονες καταπίεσης, όπως η κοινωνική τάξη, η σεξουαλικότητα, η εθνότητα, και με συγκεκριμένη χωρική αναφορά. Οι εικόνες αυτές προέρχονται από μια σειρά αφηγήσεων ζωής γυναικών, μέσω των οποίων προσπαθώ, τα τελευταία 20 χρόνια, να (ανα)συγκροτήσω πλευρές της ανάπτυξης της μεταπολιτευτικής Αθήνας από μια φεμινιστική οπτική.

1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις για τον τόπο και την ταυτότητα

Είναι αναγκαία η διευκρίνηση από την αρχή ότι οι γυναίκες, όπως και οι άνδρες, δεν αποτελούν μια ενιαία κοινωνική ομάδα, αντίθετα οι πολλαπλές γυναικείες ταυτότητες διαμορφώνονται με βάση μια πληθώρα από άξονες που συγκροτούν ετερότητες μέσα στην ίδια την κατηγορία φύλου. Κάθε γυναίκα (και άνδρας) είναι σημείο τομής πολλαπλών αξόνων κυριαρχίας και υποτέλειας – κάποιοι από τους οποίους αποκτούν συγκυριακά μεγαλύτερη βαρύτητα από άλλους. Οι άξονες αυτοί δεν μπορούν να εξεταστούν κάτω από μια ενιαία οπτική φύλου χωρίς να ολισθήσουμε στο παιχνίδι της κυριαρχίας των προκαθορισμένων και σταθερών ταυτοτήτων, όπου οι κυρίαρχες ταυτότητες δεν χρειάζεται καν να κατονομάζονται, απότελούν τον κανόνα (νόρμα), ενώ οι αποκλίνουσες ταυτότητες οφείλουν να προσδιορίζονται, ως «άλλο». Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα που ακολουθεί:

«Θυμάμαι μια Λευκή γυναίκα να με ρωτάει πώς αποφάσισα τι να είμαι – Μαύρη ή γυναίκα – και πότε. Σαν εκείνη να μην είχε χρειαστεί να αποφασίσει τι να είναι, Λευκή ή γυναίκα, και πότε. Σαν να υπήρχε κάποια στιγμή που δεν ήταν Λευκή. Μου το ρωτάει αυτό γιατί βλέπει μόνο το δέρμα μου, τη φυλή και όχι το φύλο μου. Με ρωτάει γιατί βλέπει το δικό της φύλο και θεωρεί τη φυλή της ως ‘κανονική’»

(WGSG 1997: 77, μετάφραση δική μου)

Η αρχική αυτή επισήμανση εισάγει μια διάσταση ρευστότητας στη συζήτηση για την ταυτότητα, παραπέμπει δηλαδή σε μια έννοια ταυτότητας εν-τω-γίγνεσθαι, που είναι συνεκτική και σταθερή μόνο στιγμιαία και σε ορισμένο τόπο. Στην αντίληψη αυτή το φύλο συνδιαμορφώνεται με την κοινωνική τάξη, τη φυλή, την εθνότητα, τη σεξουαλικότητα κοκ, συγκροτώντας μια πληθώρα από μεταβαλλόμενες θηλυκότητες και ανδρικότητες (WGSG 1997). Έτσι, η παραγωγή νοήματος απομακρύνεται από διπολικές δομές ταυτότητας/ετερότητας (λευκή/μαύρη, άνδρας/γυναίκα, ντόπιος/ξένος, αστός/προλετάριος, πολιτισμένη/βάρβαρη, πόλη/φύση, ετεοφυλόφιλος/ομοφυλόφιλος κοκ), όπου η «/» αντιπροσωπεύσει μια βαθιά τομή: το πρώτο μέρος του δίπολου είναι κυρίαρχο και κατασκευάζει το άλλο ως υποδεέστερο, μέσω της αντίθεσης ή έλλειψης (βλ. και Massey 2001, Golding 1997).

Η ρευστότητα των ατομικών ταυτοτήτων, όμως, δεν σημαίνει ανυπαρξία προσδιορισμένων κατηγοριών φύλου, οι οποίες διαμορφώνονται μέσα από θεσμούς και αξιακά συστήματα[1] και αποτελούν έκφραση συστημάτων κυριαρχίας. Αυτές επηρεάζουν ατομικές επιλογές και στρατηγικές, που αφορούν, μεταξύ άλλων, και τις διαδικασίες με τις οποίες καθορίζεται ο «εαυτός» και ο «άλλος» και η μεταξύ τους αλληλόδραση (βλ. και Πετρονώτη 1998). Τέτοιου τύπου αναζητήσεις βρίσκονται στο προσκήνιο της συζήτησης που διεξάγεται, κυρίως από τις αρχές της δεκαετίας 1990, στο πλαίσιο της ανθρωπογεωγραφίας, όπου εντάσσονται και οι σκέψεις που αναπτύσσονται σε τούτο το άρθρο. Στο πεδίο αυτό, οι διατυπώσεις για θέματα ταυτότητας/ετερότητας συναρτώνται με τον προβληματισμό για τη συγκρότηση του τόπου και τη χωρικότητα των κοινωνικών σχέσεων (βλ.πχ Keith, Pile 1993).

Ο χώρος και ο τόπος στο πιο πάνω πλαίσιο δεν εξαντλείται στην υλική του υπόσταση ή στα γεωμετρικά του χαρακτηριστικά. Περιλαμβάνει, και συνδιαμορφώνεται με, ένα ιδιαίτερο σύνολο, έναν αστερισμό, κοινωνικών σχέσεων, που λειτουργούν και αλληλεπιδρούν σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία (Lefebvre 1974). Ένας τέτοιος τόπος δεν είναι ποτέ αθώο πλαίσιο ή σκηνικό. Διαφοροποιείται δε ριζικά από μια ρητορική ορίων και οριοθετήσεων ενός «μέσα» και ενός «έξω», καθαρότητας και αποκλεισμού του ξένου και του διαφορετικού, κοινής ιστορίας και ρίζας – διαφοροποιείται δηλαδή από ένα αντιδραστικό λεξιλόγιο για τον τόπο και την ταυτότητα. Ο τόπος εδώ είναι ανοιχτός σε αμφισβήτηση και σε πολλαπλές αναγνώσεις από άτομα και ομάδες με διαφορετικές προελεύσεις και εμπειρίες και όχι οριοθετημένος, καθορισμένος και στατικός.

Έτσι, η ταυτότητα και μοναδικότητα του τόπου συγκροτούνται από την ιδιαιτερότητα των αλληλεπιδράσεων, καθώς και από τις διασυνδέσεις των κοινωνικών σχέσεων με ευρύτερες διαδικασίες, που μπορεί να εκτείνονται πολύ πέρα από τον τόπο (Massey 1994, 2005). Από την άποψη αυτή η ταυτότητα είναι και εδώ μια ατελής διαδικασία, στηρίζεται σε μια στιγμή αυθαίρετου κλεισίματος που ειναι ταυτόχρονα αληθινό και ψευδές (Keith, Pile 1993). Η θεώρηση αυτή δεν αποκλείει μορφές ένταξης και αποκλεισμού με διαφορετικούς όρους, όπου η οριοθέτηση και υπεράσπιση των ορίων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ούτε εμποδίζει να αναπτυχθούν χωρο-χρονικές σταθερότητες, μέσα από επαναλαμβανόμενους ρυθμούς και κύκλους κοινωνικής συναναστροφής, ή και πρόσδεση στον τόπο, καμμιά φορά και οριοθετημένο, όπου οι άνθρωποι εργάζονται, καταναλώνουν, μεγαλώνουν παιδιά, διαμαρτύρονται, αγωνίζονται, διαμορφώνουν και ζουν δηλαδή ποικίλες καθημερινότητες (Simonsen 2003, Crang 2001). Άλλωστε, παραμένει ερώτημα αν η ρευστότητα και η αποφυγή οριοθετήσεων του τόπου και της ταυτότητας μπορεί να αφορά απειλούμενες ταυτότητες και άτομα ή ομάδες που είναι «εκτός τόπου» σε χώρους οι οποίοι κατασκευάζονται, πραγματικά και συμβολικά, για τον αποκλεισμό τους.

2. Καθημερινότητες γυναικών και συγκρότηση της πόλης

Οι πιο πάνω προκαταρκτικές παρατηρήσεις σκιαγραφούν το πλαίσιο ανάγνωσης των εικόνων που ακολουθούν από την καθημερινότητα τριών γυναικών σε τρεις διαφορετικές γειτονιές της Αθήνας. Το φύλο, η κοινωνική τάξη, η σεξουαλικότητα, η εθνότητα δεν αντιμετωπίζονται εδώ ως προκαθορισμένες κατηγορίες ταυτότητας, στις οποίες ερχονται να ενταχθούν οι συγκεκριμένες γυναίκες. Αντίθετα, αναζητούνται ο όροι με τους οποίους αυτοί οι άξονες καταπίεσης διαμορφώνονται αμοιβαία και διαμορφώνουν τόπους, συγχρονικά και διαχρονικά.

Πέραμα: ένας ανδρικός κόσμος;

Το Πέραμα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας ιστορίας αστικοποίησης μέσω αυθαίρετης εκτός σχεδίου δόμησης στην περιφέρεια της πόλης. Η ανάπτυξη της περιοχής, από τα τέλη της δεκαετίας 1920, συνδέεται με την ανάπτυξη της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης του Πειραιά. Πρόκειται για μια μεγάλη συγκέντρωση επιχειρήσεων που προσφέρουν θέσεις ειδικευμένης εργασίας για άνδρες. Η τοπική ιστορία αρθρώνεται γύρω από μία ανδρικη κουλτούρα αγώνων στο χώρο εργασίας και ευρύτερων αιτημάτων για το δικαίωμα στην κατοικία. Τα τελευταία έφτασαν στο ζενίθ στα μέσα της δεκαετίς 1970, με ένα ενεργητικό κίνημα που διεκδικούσε νομιμοποίηση των αυθαιρέτων, αναγνώριση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και ένταξη στο σχέδιο, δηλαδή υψηλότερη εκμετάλλευση της γης και παροχή υποδομών. Συγκρούσεις με την αστυνομία, διαπραγματεύσεις με τοπικούς πολιτευτές, έντονη παρουσία αρχιτεκτόνων-πολεοδόμων έφεραν το Πέραμα στην επικαιρότητα της εποχής (Δάνου, Παντόπουλος 1975, Μαντουβάλου 1975, Πολυχρονιάδης κ.ά 1988, ΑΝΔΗΠ 1997). Το πιο κάτω απόσπασμα συνέντευξης με την Μ. αλλάζει αισθητά την εικόνα.

«…ήρθα στο Πέραμα το 1953. Ήρθα για να πάω σχολείο και πήγα στο 3ο γυμνάσιο που ήταν τότε στο Κερατσίνι, γιατί εδώ δεν είχε γυμνάσιο τότε. Όταν ήρθα εγώ στο Πέραμα … ήταν μια παραγκούπολη … Οι παράγκες ήταν πάντα ξύλινες. Όταν λέμε ξύλινες δεν εννοούμε όπως αυτά τα λυόμενα που είναι τώρα. Τότε ήτανε τελείως ξύλα, ό,τι βρίσκαμε τα συναρμολογούσαμε και τα ντύναμε από μέσα… Η μητέρα μου όταν ήρθε από την Ικαρία είχα προβλημα υγείας. Έμαθε τότε ότι εδώ καταπατούσαν οικόπεδα, ήρθε και καταπάτησε τότε ένα οικοπεδάκι. Ο κόσμος που ήρθε εδώ ήθελε να βάλει τα παιδιά του σε ένα δωμάτιο μέσα. Ξεκινούσαμε με μια παράγκα που ήταν πιο εύκολο το χτίσιμό της και συμπληρώναμε ο καθένας ένα ένα δωμάτιο … αυτό γινότανε με έναν αγώνα και πάντοτε με την απειλή της αστυνομίας ότι «θα ‘ρθω και θα σας το γκρεμίσω». [Η μητέρα μου] επειδή ήταν μοδίστρα μπόρεσε στο διάστημα που καλυτέρευσε λίγο η υγεία της και πήγε και εργάστηκε στην ΚΟΠΗ σαν ράφτρα. Οι γυναίκες ως επί το πλείστον δεν είχαν δραστηριότητες γιατί έρχονταν από τα χωριά τους και έπρεπε να καθίσουν αυτές με την οικογένεια και να βρει ο σύζυγος δουλειά… Σε μας τότε δεν υπήρχε ούτε καν πάγος. Αργότερα ήρθε ο πάγος για να μπορέσουμε να διατηρήσουμε τα τρόφιμα. Είχαμε στην αρχή ένα «φανάρι», όπως το λέγαμε…Το νερό μας το έβαλαν αργότερα, επί δημαρχίας του Μιχάλη του Δημητριάδη [περίπου το 1974 και μετά]. Μέχρι τότε μας το έφερνε ο νερουλάς μέσα σε βαρέλια ή σε δεξαμενές που είχαμε κάνει εμείς και τις γεμίζαμε. Είχε ένα προκαθορισμένο ωράριο και ημέρα συγκεκριμένη κι ερχότανε και μας έβαζε νερό… Στην αρχή βέβαια το κουβαλάγαμε το νερό. Ειδικά στα Ικαριώτικα, όταν πρωτοήρθα εγώ το κουβαλάγαμε από τέρμα Αγίας Λαύρας και Καραϊσκάκη μέχρι το βουνό επάνω, σε ένα δρομάκι που οι ντενεκέδες που κρατούσαμε ακουμπάγανε στις πέτρες… Με τις λάμπες πετρελαίου να διαβάζουμε, να καθόμαστε».

[Μ. 62 ετών το 2001 που έδωσε συνέντευξη, χήρα, με τρία μεγάλα παιδιά]

Η διαδεδομένη εικόνα του Περάματος πρόβαλε, και σε μικρότερο βαθμό εξακολουθεί να προβάλει, πλευρές της ανάπτυξης της πόλης που καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από ταξικούς αγώνες στο χώρο εργασίας, πλευρές που ταίριαζαν πολύ στο μεταπολιτευτικό κλίμα έντονης πολιτικοποίησης. Στο κλίμα εκείνο ήταν αδύνατο να αναγνωριστεί η σκληρή και χειρωνακτική οικιακή εργασία των γυναικών και ο αγώνας τους να τα φέρουν βόλτα σε μια περιοχή που, όπως πολλές άλλες, συγκροτείται χωρίς στοιχειώδεις εξυπηρετήσεις. Τα μικρά και επαναλαμβανόμενα γεγονότα της καθημερινότητάς τους, αν και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της συγκρότησης του τόπου, χάνονται από την τοπική ιστορία, διαμορφώνουν μια ετερότητα που η ιστορία αυτή τοποθετεί στην ιδιωτική σφαίρα και αποκρύπτει, καθώς εστιάζει σε εικόνες ανδρικότητας, ταξικής συγκρότησης και αντίστοιχα σκληρής χειρωνακτικής δουλειάς στα ναυπηγεία.

Ηλιούπολη: δημόσιος χώρος και εγκλεισμός στη «ντουλάπα» (closet)

Η Ηλιούπολη άρχισε να αναπτύσσεται ως περιοχή κατοικίας στην ανατολική πλευρά του πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας από τα μέσα της δεκαετίας 1920. Σε αντίθεση με τις περισσότερες αστικές επεκτάσεις, εδώ συντάχθηκε σχέδιο πριν από την έναρξη των αγοραπωλησιών οικοπέδων. Το σχέδιο, του αρχιτέκτονα Α. Βάλβη, ακολουθούσε τις αρχές των κηπουπόλεων, αλλά, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας 1960, είχε υλοποιηθεί μόνον αποσπασματικά. Τα χαρακτηριστικά του παρέπεμπαν σε πρότυπα διαβίωσης των ανώτερων τάξεων, πρακτικά όμως η μη πραγματοποίησή τους στο έδαφος κρατούσε τις τιμές χαμηλά και έκανε την Ηλιούπολη προσιτή για μεσαία και χαμηλά εισοδήματα που επεδίωκαν να αποκτήσουν ιδιόκτητη κατοικία (Vaiou 1992). Μετά το 1970, σε συνδυασμό και με ευρύτερες αναδιαρθρώσεις στο πολεοδομικό συγκρότημα, η ύπαρξη ενός σχεδίου με φαρδείς δρόμους- βουλεβάρτα, πράσινο και χαμηλότερες πυκνότητες αποτέλεσαν προσόν για την περιοχή και συνέβαλαν στην άνοδο των τιμών των ακινήτων. Η αύξηση των συντελεστών δόμησης και η «αξιοποίηση» των οικοπέδων οδήγησαν σε αύξηση των πυκνοτήτων, ενώ η διάνοιξη του άξονα που οδηγούσε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού προσέλκυσε μεγάλο αριθμό λειτουργιών που άλλαξαν το χαρακτήρα του δημόσιου χώρου. Ταυτόχρονα αποτέλεσαν αντικείμενο δημόσιας ανησυχίας, καθώς αλλοίωναν/ουν το χαρακτήρα του προαστείου-καταφυγίου από τους έντονους ρυθμούς της πόλης (Αντωνόπουλος κ.ά 1995). Όμως οι εξελίξεις αυτές δεν είχαν την ίδια σημασία για όλες και όλους τους κατοίκους, όπως υπογραμμίζει το απόσπασμα από σύνεντευξη με την Α. που ακολουθεί.

«Όταν τέλειωσα το Λύκειο έπιασα δουλειά στο …. [ένα από τα καινούργια τότε μαγαζιά] στην πλατεία Όλγας. Ήταν βολικό, κοντά. Όμως ο μισθός ήταν πολύ μικρός – δεν μπορούσα να φύγω από το σπίτι [των γονιών]. Μένοντας εκεί, έπρεπε να είμαι προσεκτική, να κρύβομαι συνέχεια: στο σπίτι, στη δουλειά, στην καφετέρια, όπου πήγαινα – κάποιος γνωστός μπορούσε να με δει και να με «καρφώσει» στους γονείς. Οι φίλες μου ήταν απλά φίλες…. Αργότερα βρήκα καλύτερη δουλειά, στους Καλογήρους. Έπιασα και διαμέρισμα εκεί κοντά. Αποφασίσαμε να συγκατοικήσουμε με τη Σ. Στους γονείς αυτό δεν έβαζε πρόβλημα – ήταν μια φίλη, μοιραζόμασταν και το νοίκι …. Στην πλατεία, στις καφετέριες, στο δρόμο πάλι προσέχαμε να μη δείχνουμε τι μας δένει. Έξω από το σπίτι μας, μόνο σε σπίτια μερικών φίλων και σε κάτι μπαράκια ονοματισμένα μπορρούσαμε να είμαστε ζευγάρι, αλλιώς είμαστε απλά δυο φίλες και συγκάτοικοι …. Σε μια στιγμή αδυναμίας, όταν χώρισα με τη Σ. και ήμουν λιώμα, ξαναγύρισα στους γονείς – τους μίλησα για τη σχέση μας – πως η Σ. ήταν κάτι παραπάνω από φίλη μου (τη λέξη «λεσβία» δεν μπορούσα να την ξεστομίσω – και τώρα ακόμη με προσπάθεια). Σοκαρίστηκαν, αλλά και πάλι, αφού αυτή δεν ήταν μια «κανονική σχέση», δεν μπορούσε κι ο χωρισμός να είναι τόσο φοβερός όσο τους έλεγα. Η έγνοια τους ήταν πιο πολύ «να μη μαθευτεί», μια και τέλειωσε πια. Λες και η σεξουαλική μου προτίμηση ήταν κάτι παροδικό, μια τρέλα περαστική….Υπάρχουν μέρη σ’ αυτή την περιοχή όπου να αισθάνομαι άνετα σαν λεσβία; Όπου να μπορώ να φανερωθώ, να αγκαλιάσω τη φίλη μου; Δεν ξέρω, μάλλον όχι θα σου πω, καθώς σκέπτομαι την πλατεία και τα μαγαζιά γύρω. Πάντως με τους γονείς δεν ξανασυγκατοίκησα – τουλάχιστον να έχω το σπίτι μου…».

[Α. 27 ετών το 1989 που έδωσε συνέντευξη, ιδιωτική υπάλληλος]

Η διαδεδομένη εικόνα της Ηλιούπολης προβάλλει τα περιβαλλοντικά προτερήματα της περιοχής και τα καλά της διαβίωσης στο προάστειο, μακριά από το θορυβώδες κέντρο της πόλης. Πίσω από μια τέτοια εικόνα βρίσκεται η αντίληψη της κατοικίας και της γειτονιάς ως «καταφύγιο», πράγμα που αντιστοιχεί σε μια κοινωνική εμπειρία «κανονικών οικογενειών», η οποία δρα απαγορευτικά για κάθε άλλη επιλογή ζωής. Η αφήγηση της Α αναδεικνύει τις απαγορεύσεις, τους περιορισμούς και τις προσαρμογές της καθημερινής ζωής και της προσωπικής έκφρασης στις οποίες υποχρεώθηκε, καθώς βρισκόταν «εκτός τόπου», αφού δεν ενέπιπτε στο πρότυπο. Μια τόσο σημαντική πλευρά της ταυτότητάς της, η σεξουαλικότητα, χρειάζεται να εγκλειστεί στην «ντουλάπα», στον ιδιωτικό χώρο μιας προσωπικής κατοικίας. Σε ένα (δημόσιο) χώρο διαποτισμένο με τα μυνήματα της ετεροφυλόφιλης κανονικότητας κατασκευάζεται εν τέλει η ετερότητα (και) μέσα από τον τρόπο που έχει διαμορφωθεί και λειτουργεί η πόλη.

Κυψέλη: η κρυφή γοητεία του κέντρου

Η Κυψέλη είναι μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες γειτονιές του Δήμου της Αθήνας και μια από τις πρώτες όπου παρατηρήθηκε έξαρση της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης με πολυκατοικίες της αντιπαροχής, που έφεραν στην περιοχή ένα μεγάλο φάσμα νέων πληθυσμιακών ομάδων και λειτουργιών. Σύμφωνα με όλες τις πολεοδομικές μελέτες, πρόκειται για μια από τις πιο προβληματικές γειτονιές του Δήμου, με υψηλές πυκνότητες, ρύπανση, προβλήματα κυκλοφορίας και στάθμευσης, ελάχιστους ελεύθερους χώρους και ανεπαρκείς υποδομές (βλ. για παράδειγμα ΤΕΑΜ 4 1996, Οικονόμου 2001). Η γειτονιά άρχισε να αλλάζει με γρήγορους ρυθμούς μετά το 1990, με την άφιξη μεταναστών από τα Βαλκάνια, την Αφρική και άλλες περιοχές του πλανήτη. Τα νοικοκυριά των μεταναστών κατοίκησαν, αρχικά τουλάχιστον, στα υπόγεια και ισόγεια διαμερίσματα πολυκατοικιών, των οποίων οι πάνω όροφοι κατοικούνταν ακόμη από ντόπια νοικοκυριά μεσαίων και υψηλών εισοδημάτων, συνήθως ιδιοκτήτες, ενώ οι μεσαίοι όροφοι είχαν σταδιακά καταληφθεί από ιδιωτικά γραφεία, φοιτητές και χαμηλότερα εισοδήματα (Βασενχόβεν 2003). Στη γειτονιά αυτή με τις τόσο αρνητικές αναπαραστάσεις, και μέσα σε ένα μωσαϊκό μεταναστευτικών ομάδων, οι μετανάστριες συγκροτούν σταδιακά, ή υπόκεινται σε, ένα πλέγμα από ταυτότητες/ετερότητες και σχέσεις με τον τόπο, όπως δείχνει το απόσπασμα συνέντευξης με τη Ντ. που ακολουθεί.

«Εκεί δεν είχαμε δουλειά. Όταν έφυγε ο Χότζα δεν υπήρχε δουλειά. Ήθελα να φύγω, για τα παιδιά, για μια καλύτερη ζωή….Πρώτα πήγα να μείνω με φίλους του άντρα μου [στον Πειραιά]. Έμεινα δύο μήνες και μετά ήρθα σ’ αυτή τη γειτονιά. Έμεινα ένα μήνα με την ξαδέρφη μου και έψαχνα για σπίτι. Δεν μπορούσα να πληρώσω πολλά. Ήταν δύσκολο, βρήκα ένα πολύ μικρο σπίτι στην ταράτσα και μείναμε ένα χρόνο – χωρίς θέρμανση, χωρίς ασανσέρ….Ένα χρόνο δεν είχα δουλειά. Ο νοικοκύρης με βοήθησε να βρω δουλειά, άλλη μια μέρα τη βδομάδα. Και μετά σιγά-σιγά, πολύ σιγά, άρχισα να δουλεύω κάθε μέρα. Και πήγαμε σε μεγαλύτερο διαμέρισμα….Η Κυψέλη είναι ωραία, κοντά στην Ομόνοια – έχει τόσα μαγαζιά, βρίσκεις όλα τα πράγματα φτηνά …. Το κέντρο είναι πιο καλό για τους φτωχούς – έξω από το κέντρο δεν είναι για ‘μας …. Δύσκολα πολύ – να βρω σπίτι, να φτιάξω σπίτι, να καθαρίζω, να μαγειρεύω, να δω να πάνε τα παιδιά στο σχολείο – και πώς να τα βοηθήσω. Ο άντρας δεν μπορεί καθόλου που εγώ έχω τη δουλειά κάθε μέρα – και τα λεφτά …. Και πού να πάω πίσω; Εκεί δεν έχω δουλειά και πρέπει να μείνω εδώ. Τι να κάνω εκεί; Όλοι ψάχνουν για μια θέση [στην αγορά] για να πουλάνε πράγματα – και ποιος να αγοράσει;»

[Ντ., αλβανίδα, 32 ετών το 2001 που έδωσε συνέντευξη, οικιακή βοηθός, παντρεμένη, με δύο παιδιά]

Οι κοινότυπες αναπαραστάσεις της Κυψέλης υπογραμμίζουν μόνο τις αρνητικές πλευρές των κεντρικών γειτονιών της Αθήνας. Αυτές οι πλευρές όμως έχουν προκύψει από διαδικασίες αστικοποίησης που οδήγησαν σε ένα αστικό περιβάλλον ζωντανό και κοινωνικά ανάμικτο, όπου διαδοχικά κύματα εσωτερικών μεταναστών βρήκαν τρόπους ένταξης στη ζωή της πόλης. Για τους σημερινούς μετανάστες και μετανάστριες από άλλες χώρες, ιστορικά διαμορφωμένα χαρακτηριστικά όπως η εγγύτητα, η προσπελασιμότητα, η ανάμιξη χρήσεων, λειτουργιών και τύπων κατοικίας αποτελούν θετικές παραμέτρους. Η αφήγηση της Ντ., που προσπαθεί να στήσει μια νέα ζωή, για μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα, αποκαλύπτει ένα σύνθετο πλέγμα διαδικασιών που την προσελκύουν, αλλά και την τοποθετούν «εκτός τόπου»: στον τόπο της νέας της εγκατάστασης, ως μετανάστρια από έναν τόπο που δαιμονοποιείται στη συνείδηση των ντόπιων, αλλά και ως γυναίκα μετακινούμενη, απέναντι στην κυρίαρχη αντίληψη περί σταθερής σχέσης των γυναικών με την οικογενειακή εστία. στον τόπο προέλευσης, όπου δεν έχει πια «τι να κάνει», έχει αρχίσει να αισθάνεται λίγο ξένη. και μέσα στην ίδια της την οικογένεια, όπου «ο άντρας δεν μπορεί καθόλου» τις νέες παραμέτρους της δικής του ταυτότητας/ετερότητας.

3. Από το περιθώριο στο κέντρο της εικόνας;;

Οι αφηγήσεις ζωής των γυναικών περιέχουν πολύ πλούσιο υλικό που ορισμένες φορές ενδυναμώνει και άλλες είναι επώδυνο στην επεξεργασία και οργάνωσή του σύμφωνα με τις ανάγκες ενός επιστημονικού επιχειρήματος, χωρίς να το αδικεί κανείς υπερβολικά (βλ. και Vaiou 2004). Αυτές οι αφηγήσεις έχουν δικές τους γεωγραφίες, άμεσες και τοπικές, αλλά και μακρυνές και υπερτοπικές, γεωγραφίες που συχνά υπονοούνται στην αφήγηση, αλλά τέμνονται με ιστορίες αστικής ανάπτυξης και με χωρικότητες της κοινωνικής ζωής στην πόλη γενικότερα. Παράλληλα αποκαλύπτουν διαδικασίες μέσα από τις οποίες το φύλο, καθώς διαπλέκεται και συνδιαμορφώνεται με άλλους άξονες καταπίεσης, συμβάλλει στην κατανόηση  πλευρών της κατασκευής ταυτότητας/ετερότητας στην πόλη.

Στο πρώτο παράδειγμα, αποκαλύπτεται ο τεράστιος όγκος εργασίας που επένδυσαν οι γυναίκες της εργατικής τάξης στη συγκρότηση της γειτονιάς, χωρίς τον οποίο θα ήταν αδύνατη η κατοίκηση στην περιοχή. Η εργασία όμως αυτή δεν εντάχθηκε ποτέ στην τοπική ιστορία, ούτε αποτιμήθηκε η σημασία της. Έτσι, και οι γυναίκες ως φορείς της, τοποθετήθηκαν «στο περιθώριο της ιστορίας», θεωρήθηκαν το αδιαφοροποίητο «άλλο», στον τόπο και την τάξη τους. Αλλά και οι ίδιες παρέμειναν, σε μεγάλο βαθμό, μέσα σ’ αυτό το πλέγμα σχέσεων που τις τοποθετούσε «έξω», συνήθως με άρρητους τρόπους.

Στο δεύτερο παράδειγμα, οι εικόνες οικογενειακής ζωής που συνδέονται με το κηπο-προάστειο, το διαμορφώνουν σε απαγορευμένο τόπο για την ομοφυλόφιλη γυναίκα. Η (ετεροφυλόφιλη) ταυτότητα του τόπου δεν της αφήνει περιθώρια ύπαρξης. Έξω από το χώρο της προσωπικής της κατοικίας, προσλαμβάνει τον  εαυτό της ως «εκτός τόπου». Η γειτονιά γίνεται χώρος επιτήρησης και πειθάρχισης παραβατικών, σύμφωνα με τις κυρίαρχες αντιλήψεις, σωμάτων και συμπεριφορών. Όμως οι χώροι έκφρασης της ετερότητας «είναι εκεί, αν ξέρεις για τι πράγμα ψάχνεις» (Bell, Valentine 1995: 6): κατοικία ομοφυλόφιλων γυναικών σε κεντρική-απόκεντρη γειτονιά, που μαθαίνεται από στόμα σε στόμα.

Στο τρίτο παράδειγμα, η γεμάτη ρύπανση, θόρυβο και κίνηση γειτονιά του κέντρου εκτιμάται με πολύ διαφορετικούς όρους από τη μετανάστρια. Επισημαίνει τα πλεονεκτήματα του να κατοικεί σε μια κεντρική, ζωντανή και κοινωνικά ανάμικτη γειτονιά, αλλά αφήνει να διαφανούν και οι μηχανισμοί που διαμορφώνουν τη μεταβαλλόμενη ετερότητα/ταυτότητά της, μέσα στον περίγυρο των ντόπιων, όπως και στη μεταναστευτική κοινότητα. Ταυτόχρονα, χωρίς να το επισημαίνει ρητά, είναι και η ίδια μέρος της διαδικασίας μεταβολής της γειτονιάς και της πόλης.

Οι αφηγήσεις ζωής των τριών γυναικών αποκαλύπτουν πλευρές της εμπλοκής τους με την συγκρότηση και αλλαγή της πόλης. Αν και αυτή η εμπλοκή είναι ιδιαίτερα σημαντική, παραμένει έξω από όσα συνήθως μαθαίνουμε για την αστική ανάπτυξη. H αποκάλυψή της προϋποθέτει μια προσέγγιση της πόλης ως τόπου που κατοικείται και έχει φύλο (Simonsen, Vaiou 1996), αλλά και μια προτεραιότητα στις οπτικές των γυναικών, στις πρακτικές, τις συνεισφορές και τις σημασίες που αποδίδουν στην πόλη και μέσα από τις οποίες διαμορφώνουν προσωπικές και συλλογικές ταυτότητες/ετερότητες. Οι ταυτότητες αυτές δεν αποτελούν σταθερές κατασκευές που περιμένουν να αποκαλυφθούν, αλλά μάλλον σημεία τομής πολλαπλών αξόνων κυριαρχίας και υποτέλειας, που παραπέμπουν σε αντιλήψεις για την ταυτότητα ως κάτι προσωρινό, μεταβαλλόμενο και μόνο στιγμιαία συνεκτικό.

Οι πολλαπλοί άξονες του μέσα και του έξω, του καταπιεστή και καταπιεζόμενου, του ίδιου και του άλλου, υπογραμμίζουν τη διασύνδεση όσο και τη διάκριση. Κατασκευάζουν ετερότητες ως το αντίθετο του ισχυρού, του κανονικού, εκείνου που δεν (θεωρεί ότι) χρειάζεται να προσδιορίζει κάθε φορά τα χαρακτηριστικά της ταυτότητάς του. Οι γυναίκες των παραδειγμάτων βρίσκονται «εκτός τόπου» σε συγκεκριμένους χώρους και χρόνους. Ταυτόχρονα παράγουν ένα χώρο μέσα στον οποίο οι ταυτότητες, και οι ταυτότητες φύλου ανάμεσά τους, στιγμιαία πιστοποιούνται ως αυθεντικές, αλλά ατελείς διαδικασίες. Αφηγήσεις που θα ήταν αλλιώς ασύνδετες έρχονται σε επαφή, ενώ διαφορετικές χρονικότητες πρέπει να βρουν τόπους συνύπαρξης.

Τόποι και ταυτότητες, όπως φαίνεται και από τη συζήτηση που προηγήθηκε, είναι ανοιχτοί/ές και σε διαδικασία διαρκούς (ανα)κατασκευής – σε μια επαναλαμβανόμενη σειρά οριοθετήσεων, υιοθέτησης και αμφισβήτησης. Όμως, σε ποιο βαθμό η ρευστότητα και ο διαρκής (επανα)προσδιορισμός, η χαλαρότητα των ορίων και οι συγκυριακές συγκεκριμενοποιήσεις τους αποτελούν ανοιχτή επιλογή και για εκείνες τις ταυτότητες και εκείνους τους τόπους που οι κυρίαρχες κοινωνικές δυνάμεις κατασκευάζουν ως «άλλο»;  Σε ποιο βαθμό στον λευκό, ανδρικό, ετεροφυλόφιλο και ταξικά προσδιορισμένο κόσμο μας, όπου κυριαρχεί η (και γεωγραφικά προσδιορισμένη) επιθετικότητα του νεοφιλελευθερισμού, μπορούν να μην υπερασπίζονται τα όρια (τόπων και ταυτοτήτων) όσες και όσοι βρίσκονται «εκτός τόπου»;

 

«all identities are fictions, albeit ‘necessary fictions’»

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

ΑΝΔΗΠ (Αναπτυξιακή Εταιρεία Δήμων Πειραιά) 1997, Τοπικό Αναππτυξιακό Πρόγραμμα Περάματος, αδημοσίευτη έκθεση, Δήμος Περάματος

Αντωνόπουλος, Α., Πολυχρονιάδης, Α., Τότσικας, Π. 1995, Τοπικό Αναπτυξιακό Σχέδιο Ηλιούπολης, αδημοσίευτη έκθεση (2 τόμοι), Δήμος Ηλιούπολης

Βασενχόβεν, Μ. 2003, Η γενεαλογία της Κυψέλης, στο αφιέρωμα Κυψέλη. Το αστικό χθες, το πολύχρωμο σήμερα, Καθημερινή – Επτά ημέρες, 23-2-2003, σελ. 4-13

Bell, D., Valentine, G. 1995, Introduction: Orientations, in D. Bell and G. Valentine (eds) mapping desire, London: Routledge, σελ. 1-27

Crang, Μ. 2001, Rythms of the city: temporalised space and motion, in J. May and N. Thrift (eds) Timespace- Geographies of Temporality, London: Routledge, σελ. 187-207

Δάνου, Ι., Παντόπουλος, Θ. 1975, Πέραμα. Τα γεγονότα, Δελτίο του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, 1, σελ. 55-72

Golding, S. 1997, Α word of warning, in S. Golding (ed) the eight technologies of otherness, London: Routledge, σελ. xi-xiv

Keith, M., Pile, S. (eds) 1993, Place and the politics of Identity, London: Routledge

Lefebvre, H. 1974, La production de l’ espace, Paris: Anthropos

Μαντουβάλου, Μ. 1975, Το ζήτημα της κατοικίας στο Πέραμα, Δελτίο του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, 1, σελ. 73-83

Massey, D. 1994, Space. Place and Gender, Oxford: Polity

Massey, D. 2001, Φιλοσοφία και πολιτικές της χωρικότητας, Αθήνα: Τμήμα Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ και Παπασωτηρίου

Massey, D. 2005, For Space, London: Sage

Οικονόμου, Δ. 2001, Επικαιροποίηση του ΡΣΑ, αδημοσίευτη έκθεση, ΥΠΕΧΩΔΕ και Πανεπιστήμιο Θεσσαλία

Πετρονώτη, Μ., με τη συμμετοχή της Κ. Ζαρκιά 1998, Το πορτραίτο μιας διαπολιτισμικής σχέσης. Κρυσταλλώσεις, ρήγματα, ανασκευές, Αθήνα: UNESCO/EKKE, Πλέθρον

Πολυχρονιάδης, Α., Μαυρής, Γ., Τότσικας, Π. 1988, Τοπικό Αναππτυξιακό Πρόγραμμα Περάματος, αδημοσίευτη έκθεση, Δήμος Περάματο

Simonsen, K. 2003, Urban life between mobility and place, Nordisk Samhallsgeografisk Tidskrift, 36, σελ. 27-44

Simonsen, K., Vaiou, D. 1996, Women’s lives in the making of the city. Experiences from ‘North’ and ‘South’ of Europe, International Journal of Urban and Regional Research, 20:3, σελ. 444-465

ΤΕΑΜ 4 1996, Σχέδιο Ανάπλασης για το 6ο Διαμέρισμα του Δήμου Αθηναίων, αδημοσίευτη έκθεση, ΥΠΕΧΩΔΕ

Vaiou, D. 1992, Gender divisions in urban space. Beyond the rigidity of dualist classifications, Antipode, 24:4, σελ. 247-262stories, in G. Cortesi, F. Cristaldi and J. Droogleever Fortuijn (eds) Gendered Cities: Identities, Activities, Networks. A life-course approach, Roma: Società Geografica Italiana

Vaiou, D. 2004, (Re)constituting the urban through women’s life h

WGSG (Women and Geography Study Group) 1997, Feminist Geographies. Explorations in diversity and difference, London: Longman

 

Πηγή: περιοδικό Ίνδικτος, τ. 21 (σελ. 171-183)




[1] Για παράδειγμα, νόμοι, αλλά και κοινωνικές συνήθειες, αξίες και πεποιθήσεις, που διέπουν μια πληθώρα εκφράσεων της καθημερινής ζωής και των διαπροσωπικών σχέσεων, επηρεάζουν ή/και καθορίζουν τι σημαίνει «άνδρας» ή «γυναίκα» σ’ έναν συγκεκριμένο τόπο μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, χωρίς αυτά να αντιστοιχούν ή να ταυτίζονται με συγκεκριμένα πρόσωπα.


Share

Η κρίση ως πρόκληση για τις φεμινίστριες

της Μαρίας Καραμεσίνη*

Ζούμε στην Ευρώπη τη μεγαλύτερη από το 1929 δομική κρίση του αναπτυγμένου καπιταλισμού, οι δε λαοί των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας τη ζουν με ιδιαίτερα δραματικό τρόπο. Αυτή η κρίση είναι ακόμη σε εξέλιξη, εφόσον τα δομικά της αίτια δεν έχουν αντιμετωπιστεί ακόμα. Ανάμεσα στους κύριους πόλους της παγκόσμιας οικονομίας, η ΕΕ αποτελεί το κύριο προπύργιο της μονεταριστικής και νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας. Μετά από μία διετία μεγάλης ύφεσης 2008-2009 και μία σύντομη περίοδο ανάκαμψης, οι πολιτικές λιτότητας και διάλυσης του κοινωνικού κράτους, που εφαρμόζονται σήμερα στις περισσότερες χώρες μέλη της, έχουν βυθίσει την ΕΕ σε νέα ύφεση από το τέλος του 2011. Η επανεμφάνιση της ύφεσης έχει ως αποτέλεσμα την άνοδο της ανεργίας, την επιδείνωση της κρίσης χρέους και τον κλυδωνισμό της ευρωζώνης που κινδυνεύει με διάλυση.

Στο πλαίσιο αυτό, η ορθότητα της συνταγής της δημοσιονομικής εξυγίανσης αμφισβητείται όχι μόνο από τους πληττόμενους λαούς και τα κοινωνικά κινήματα, αλλά από έναν ολοένα αυξανόμενο αριθμό διανοοουμένων και πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο. Πουθενά η αποτυχία της συνταγής και η ανάγκη για πολιτική εναλλακτική λύση δεν είναι πιο εμφανής από ό, τι στην Ελλάδα, με το τεράστιο κοινωνικό κίνημα διαμαρτυρίας των δύο τελευταίων χρόνων και το θεαματικό αποτέλεσμα του ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες εκλογές. Η ανάγκη για προοδευτική εναλλακτική λύση υπαγορεύεται επίσης – με αρνητικό τρόπο – από την απειλητική εκλογική άνοδο της ναζιστικής άκρας δεξιάς.

Ένα εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο εξόδου από την κρίση δεν διαπνέεται εξ ορισμού από ένα όραμα για μια κοινωνία ισότητας των φύλων και γυναικείας απελευθέρωσης από όλες τις μορφές ανδρικής καταπίεσης στην ιδιωτική και δημόσια σφαίρα. Ούτε εμπεριέχει οπωσδήποτε προτάσεις άμεσου ή μακροπρόθεσμου πολιτικού, ιδεολογικού, οικονομικού και κοινωνικού μετασχηματισμού προς αυτή την κατεύθυνση. Για παράδειγμα, η φεμινιστική οπτική έλειψε από το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ στις δύο πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις, για λόγους που συνδέονται με την υποβάθμιση της ισότητας των φύλων και της απελευθέρωσης των γυναικών μεταξύ των στόχων του πολιτικού σχεδίου της ριζοσπαστικής αριστεράς και με την περιθωριοποίηση των φεμινιστριών στους κόλπους του.

Σε τί μας χρησιμεύει η οπτική του φύλου για την ανάλυση της κρίσης; Ποιες είναι οι διαφορετικές επιπτώσεις της ελληνικής κρίσης σε άνδρες και γυναίκες; Ποιες είναι οι προκλήσεις της εποχής μας για τις φεμινίστριες γενικά και τις αριστερές φεμινίστριες της Ευρώπης ειδικότερα; Αυτά είναι τα ζητήματα που θα επιχειρήσω να προσεγγίσω στη συνέχεια.

Ελληνική κρίση και διάσταση/οπτική του φύλου

Από τον Μάιο 2010, η Ελλάδα εφαρμόζει το πιο αυστηρό πρόγραμμα οικονομικής και δημοσιονομικής προσαρμογής στην ΕΕ και ένα από τα πιο αυστηρά που έχει ποτέ επιβάλει το ΔΝΤ στην ιστορία του. Η «θεραπεία σοκ» έχει οδηγήσει σε σωρευτική μείωση του ΑΕΠ κατά 17% μέσα σε δυόμισι χρόνια. Η ανεργία έχει φτάσει το 24,5% (επίσημα στοιχεία), οι ονομαστικοί μισθοί στον ιδιωτικό τομέα έχουν ήδη μειωθεί κατά περίπου 20%, ενώ στο δημόσιο τομέα κατά 35% περίπου, ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων δεν καλύπτεται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και υπηρεσίες υγείας και δεν ασφαλίζεται για σύνταξη και υγεία, η επισφαλής κατάσταση των μεταναστών έχει χειροτερέψει δραματικά – όχι μόνο από οικονομική άποψη – ενώ η φτώχεια επεκτείνεται ραγδαία.

Πριν την κρίση, η ανεργία των γυναικών ανέρχονταν στο 12%. Σήμερα έχει φθάσει στο 28%. Το ανδρικό ποσοστό ανεργίας ανέβηκε από το 5% στο 22%. Η ανεργία στις νέες γυναίκες 15-24 ετών ανέρχεται σήμερα στο 61% έναντι 46,5% στους νεαρούς άνδρες. Μια πραγματική κοινωνική καταστροφή, ενώ η ελληνική νεολαία συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει μέλλον γι ‘αυτήν στη χώρα. Η ανεργία των γυναικών δεν τροφοδοτείται μόνο από απολύσεις. Πολύ μεγάλος αριθμός γυναικών, στις ηλικίες των 30, 40 και 50, που προηγουμένως δεν αναζητούσαν εργασία, μπήκαν στην αγορά εργασίας για να ενισχύσουν το συρρικνούμενο οικογενειακό εισόδημα. Οι περισσότερες εντάχθηκαν τις στρατιές των ανέργων.

Όσον αφορά την καταστροφική εξέλιξη της απασχόλησης, ενώ η κρίση ξεκίνησε από την οικοδομή και τη μεταποίηση, με πρώτο θύμα την ανδρική απασχόληση,  η τεράστια μείωση των εισοδημάτων που προέκυψε από την άνοδο ανεργίας και τις πολιτικές άγριας λιτότητας, περικοπών και φορολόγησης οδήγησε στη συρρίκνωση του τομέα των υπηρεσιών, που συγκέντρωνε το 79% των εργαζόμενων γυναικών πριν την έναρξη της κρίσης. Αυτή η συρρίκνωση έβαλε τη γυναικεία απασχόληση στο μάτι του κυκλώνα. Στο δημόσιο τομέα, οι απολύσεις συμβασιούχων έπληξαν πολύ περισσότερο τις γυναίκες απ’ ότι τους άνδρες, ο δραστικός περιορισμός των προσλήψεων έθαψε τις επαγγελματικές προοπτικές χιλιάδων νέων μορφωμένων γυναικών που επικρατούσαν έναντι των ανδρών στις προσλήψεις κατά τη δεκαετία του 2000, ενώ οι αλλαγές στο συνταξιοδοτικό σύστημα ώθησαν πρόωρα στη σύνταξη πολλές γυναίκες υπαλλήλους μέσης ηλικίας.

Η γυναικεία απασχόληση έχει μειωθεί κατά 14% από την αρχή της κρίσης, ενώ το ποσοστό του γυναικείου πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας που απασχολείται από 49% σε 42%. Αν και οι αντίστοιχες μειώσεις στους άνδρες ήταν ακόμα μεγαλύτερες, αυτό που έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία να τονίσουμε είναι ότι η τρέχουσα κρίση στην Ελλάδα και οι καταστροφικές πολιτικές που ακολουθούνται από το 2010 στο όνομα της εξόδου απ’ αυτήν όχι μόνο έχουν αντιστρέψει την τάση διαρκούς ποσοτικής και ποιοτικής βελτίωσης της συμμετοχής των γυναικών στην αμειβόμενη εργασία, που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, αλλά έχουν οδηγήσει σε ραγδαία οπισθοδρόμηση. Όσον αφορά τις μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις, οι άνδρες πλήττονται περισσότερο από τις μειώσεις στις υψηλές κλίμακες, ενώ οι γυναίκες από τις μειώσεις στις κατώτατες κλίμακες όπως και από τις θεσμικές αλλαγές που ρυθμίζουν τις κατώτατες αποδοχές: μείωση κατώτατου μισθού και βασικών μισθών συλλογικών συμβάσεων, αναστολή της επέκτασης συλλογικών συμβάσεων σε μη συνδικαλισμένους κλπ.

Διαφορετικές επιπτώσεις ανά φύλο παρατηρούνται επίσης και στις θεσμικές αλλαγές και περικοπές στους τομείς της ασφάλισης, της υγείας, της κοινωνικής φροντίδας. Ο κύριος στόχος της τελευταίας μεταρρύθμισης του συστήματος συντάξεων ήταν η αντιμετώπιση της οικονομικής του κατάρρευσης, με τη δραστική περικοπή των δικαιωμάτων των συνταξιούχων. Ενώ αυτές οι περικοπές αφορούν και τα δύο φύλα, η αύξηση της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης θα είναι πολύ μεγαλύτερη στις γυναίκες, ενώ το νέο σύστημα υπολογισμού του ύψους της σύνταξης με βάση τις αποδοχές ολόκληρου του εργάσιμου βίου τις τιμωρεί περισσότερο, διότι αυτές έχουν κατά μέσο όρο πολύ βραχύτερο ιστορικό εργασίας και ασφάλισης από τους άνδρες (υψηλότερος κίνδυνος και μεγαλύτερης διάρκειας ανεργίας, αποχωρήσεις από το εργατικό δυναμικό λόγω ανατροφής παιδιών, μεγαλύτερη συμμετοχή στην ανασφάλιστη εργασία κλπ.). Οι αναθεωρήσεις της λίστας φαρμάκων και διαγνωστικών εξετάσεων και της συμμετοχής των ασφαλισμένων είχαν σημαντικές επιπτώσεις για τις γυναίκες. Για παράδειγμα, η συμμετοχή των εγκύων στις εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου αυξήθηκε από 0% στο 25% και όλων των γυναικών για υπέρηχο μαστού και μικροβιολογικές εξετάσεις κολπικού υγρού από 0% στο 100%.

Από την άλλη, τα αλλεπάλληλα πακέτα μέτρων υπονομεύουν τη διαθεσιμότητα, προσβασιμότητα και ποιότητα των κοινωνικών υπηρεσιών για μια σειρά από λόγους: μειωμένη χρηματοδότηση, δραστικός περιορισμός του αριθμού των συμβασιούχων παντού, των αναπληρωτών και ωρομισθίων καθηγητών στα σχολεία, μη αντικατάσταση των μονίμων υπαλλήλων που βγαίνουν στη σύνταξη,  συγχωνεύσεις δημόσιων σχολείων και νοσοκομείων, καθυστέρηση πληρωμής προμηθευτών ιατρικού και υγειονομικού υλικού στα νοσοκομεία, περικοπή εφημεριών γιατρών κλπ. Οι δημόσιες υπηρεσίες φροντίδας παιδιών απειλούνται λόγω της δραστικής περικοπής των οικονομικών πόρων των δήμων, σε μια εποχή όπου οι μεσαίου εισοδήματος οικογένειες δεν μπορούν πλέον να αγοράσουν ιδιωτικές υπηρεσίες φροντίδας και αναζητούν μια θέση σε δημόσιο βρεφονηπιακό σταθμό ή νηπιαγωγείο. Μετατόπιση της κοινωνική ζήτησης από ιδιωτικές σε δημόσιες υπηρεσίες παρατηρείται και στον τομέα της εκπαίδευσης και της υγείας.

Η μείωση του εισοδήματος των μεσαίων τάξεων έχει αρνητικές επιπτώσεις και στην απασχόληση των γυναικών μεταναστριών ως καθαρίστριες και φροντίστριες παιδιών και ηλικιωμένων, ενώ είναι βέβαιο ότι οι υπηρεσίες υποκαθίστανται με απλήρωτη οικιακή εργασία και ότι το μεγαλύτερο μέρος της το επωμίζονται οι γυναίκες. Οι ίδιες κυρίως καλούνται να τα φέρουν βόλτα με το μειωμένο οικογενειακό εισόδημα και να απορροφήσουν τις τριβές, εντάσεις και την ενδοοικογενειακή βία που προκύπτουν από τη μακροχρόνια ανδρική ανεργία και την κρίση που αυτή επιφέρει στην ανδρική ταυτότητα. Ως εκ τούτου, η κρίση ενισχύει τη σημασία της καθολικής πρόσβασης στη δημόσια υγεία, εκπαίδευση και κοινωνική φροντίδα ως καθοριστικό δίχτυ προστασίας των φτωχότερων και των υπό εκπτώχευση κοινωνικών στρωμάτων από όλα τα αρνητικά επακόλουθα της δραστικής μείωσης των εισοδημάτων.

Αξίζει να θυμίσουμε ότι η ισότητα στην εκπαίδευση και την αμειβόμενη εργασία, η απασχόληση στο δημόσιο τομέα και η κοινωνική φροντίδα αποτέλεσαν ιστορικά και συνεχίζουν να αποτελούν κοινές για όλες τις χώρες προϋποθέσεις για την οικονομική ανεξαρτησία και την απελευθέρωση των γυναικών από την ανδρική εξουσία και καταπιεστικούς κοινωνικούς ρόλους και πρότυπα. Οι κατακτήσεις αυτές δεν ήταν το φυσιολογικό προϊόν μιας γενικής κοινωνικής εξέλιξης και των κοινωνικών αγώνων αλλά αποτέλεσμα μακρόχρονων αγώνων του γυναικείου κινήματος και των ίδιων των γυναικών για αλλαγή νοοτροπιών, εξουσιαστικών πρακτικών και καταπιεστικών θεσμών. Η σημερινή καταστροφική πορεία της απασχόλησης και η συντελούμενη διάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων, του δημόσιου τομέα και του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα δεν προκαλεί μόνο γενική κοινωνική οπισθοδρόμηση. Υπονομεύει και τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίχθηκε τα τελευταία χρόνια η πρόοδος των γυναικών ως προς την οικονομική ανεξαρτησία και τον αυτοπροσδιορισμό.

Όπως και στην Ελλάδα, έτσι και στις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. η οικονομική κρίση έχει μέχρι σήμερα πλήξει περισσότερο την ανδρική απασχόληση, αλλά οι γυναίκες εξακολουθούν να βρίσκονται σε πολύ χειρότερη θέση στην αγορά εργασίας απ’ ότι οι άνδρες. Επίσης, παντού, η κρίση αντέστρεψε την τάση συνεχούς βελτίωσης της θέσης των γυναικών στην αγορά εργασίας, που παρατηρήθηκε τις προηγούμενες δεκαετίες. Οι γυναίκες κατά κανόνα πληρώνουν περισσότερο από τους άνδρες τις περικοπές στο κοινωνικό κράτος και τη συρρίκνωση της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα, ενώ η ενδοοικογενειακή βία εις βάρος τους αυξάνεται – φαινόμενο γνωστό και από προηγούμενες κρίσεις

Προκλήσεις για τις φεμινίστριες

Αν ο φεμινισμός ως κίνημα στοχεύει στην ανατροπή των εξουσιαστικών σχέσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών και της εκμετάλλευσης, καταπίεσης και υποτίμησης που υφίστανται οι γυναίκες μέσα στις ανδροκεντρικές-πατριαρχικές κοινωνίες, η σύγχρονη φεμινιστική σκέψη είχε ενσκήψει τις τελευταίες δεκαετίες στη μελέτη της διαπλοκής φύλου-τάξης-φυλής/εθνικής προέλευσης και των διαφορετικών εμπειριών καταπίεσης, εκμετάλλευσης και υποτίμησης που έχουν οι διαφορετικές ομάδες γυναικών από την ιδιωτική και δημόσια πατριαρχία. Η τρέχουσα παγκόσμια κρίση, προϊόν της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, οξύνοντας στο έπακρο τις ταξικές αντιθέσεις, τείνει να υπαγάγει τις αντιθέσεις φύλου στις τελευταίες.  Αποτελεί μία νέα πρόκληση όχι μόνο για τη φεμινιστική σκέψη αλλά και τη φεμινιστική πρακτική.

Στην τρέχουσα κρίση, η επίθεση στο δημόσιο τομέα και το κοινωνικό κράτος απειλεί καίρια της κατακτήσεις των γυναικών στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στις χώρες που εφαρμόζουν τις πιο σκληρές πολιτικές λιτότητας. Με αφορμή την κρίση χρέους της χώρας της, η αργεντίνα φεμινίστρια οικονομολόγος Βαλέρια Εσκιβέλ έγραφε ότι, σε συνθήκες δομικής κρίσης, θα πρέπει πρώτα να δημιουργηθεί ο αναγκαίος «πολιτικός χώρος» και «χώρος πολιτικής» ώστε οι όποιες εναλλακτικές λύσεις να καταστούν εφικτές. Εννοούσε ότι μόνο η κοινωνική και πολιτική παρέμβαση των μαζών μπορεί να διευρύνει τα κατεστημένα όρια άσκησης πολιτικής και να εκβάλει σε ριζοσπαστικές λύσεις. Το ερώτημα είναι αν φεμινίστριες στην Ευρώπη είναι σήμερα πρόθυμες να συμμετάσχουν, μαζί με άλλα προοδευτικά κοινωνικά κινήματα και πολιτικές δυνάμεις, στη δημιουργία αυτών των χώρων και στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων.

Η πρόκληση για τις αριστερές φεμινίστριες είναι να δείξουν ότι σε καιρούς δομικής κρίσης του καπιταλισμού, δεν μπορεί να υπάρξει μέλλον για την ισότητα των φύλων και τη γυναικεία απελευθέρωση εν απουσία ενός εναλλακτικού σχεδίου εξόδου από αυτήν. Είναι επίσης πρόκληση να πείσουν ότι αυτή η εναλλακτική λύση θα πρέπει να περιλαμβάνει την πλήρη αναδιοργάνωση όχι μόνο της παραγωγής, αλλά και της κοινωνικής αναπαραγωγής, καθώς και την αναμόρφωση των σχέσεων των δύο φύλων, των ρόλων φύλου και των αξιών στην οικογένεια, την οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική ώστε η εναλλακτική λύση να είναι προς όφελος γυναικών και ανδρών.

Ήδη, πέραν της καταγγελίας των καταστροφών που προκαλούν οι νεοφιλελεύθερες συνταγές εξόδου από την κρίση, πάρα πολλές φεμινίστριες διεθνώς συγκλίνουν στην ανάγκη ενσωμάτωσης στα εναλλακτικά προγράμματα εξόδου από την κρίση της πρότασης δημιουργίας μιας «οικονομίας φροντίδας» μέσα από δημόσιες επενδύσεις στις κοινωνικές υποδομές. Ιδέα που θεμελιώνεται στην αρχή της «οικονομίας των αναγκών» και έρχεται να αντιμετωπίσει τις αυξανόμενες ανάγκες φροντίδας των ηλικιωμένων σε κοινωνίες με γρήγορη δημογραφική γήρανση. Άλλες φεμινίστριες εργάζονται πάνω στο τρόπο που προώθηση της «πράσινης οικονομίας» θα ευνοεί εξίσου άνδρες και γυναίκες. Όπως και τα υπόλοιπα κινήματα, στη κρίση που ζούμε, το φεμινιστικό κίνημα αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις. Η μεγαλύτερη είναι να δείξει ότι η ισότητα των φύλων δεν είναι είδος πολυτελείας για καιρούς οικονομικής άνθησης, αλλά απαράγραπτος στόχος πάλης στο σήμερα, στο όνομα των αρχών που θέλουμε να διέπουν την κοινωνία που επιδιώκουμε να οικοδομήσουμε.

*Ευρωπαϊκή Αριστερά, Θερινό Πανεπιστήμιο
Πορταριά, 17 -22 Ιουλίου 2012
Ημέρα για το Φύλο: Εναρκτήρια Ομιλία – 17 Ιουλίου 2012
Share

Γυναίκες και περιβάλλον – μια διαχρονικά αρμονική σχέση


της Χριστίνας Κούρκουλα

Από μια πρώτη ματιά η σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον φαίνεται να είναι ανεξάρτητη από το φύλο ή την κοινωνική τάξη και να επηρεάζει αδιακρίτως τη ζωή όλων. Όμως, μια πιο προσεκτική διαχρονική εξέταση των πρακτικών και της καθημερινότητας των γυναικών σε διάφορες περιοχές του κόσμου δείχνει πως, από τότε που εμφανίστηκε ο άνθρωπος στον πλανήτη, οι γυναίκες έχουν συμβάλλει δυναμικά στην προστασία, τη διαχείριση και την ορθή χρήση των περιβαλλοντικών αγαθών. Πολλοί μελετητές έχουν αναλύσει ιστορικά τη σπουδαιότητα του ρόλου της γυναίκας–τροφοσυλλέκτη για την εξασφάλιση της τροφής και την ασφάλεια της κοινότητας, σε σύγκριση με τον άνδρα-κυνηγό.

Σε αρκετές περιοχές του πλανήτη, οι γυναίκες εξακολουθούν μέχρι σήμερα να διαχειρίζονται με σεβασμό και αγάπη την αγροτική γη, τα φυτά, τα ζώα, τα δάση, το νερό και τα άλλα περιβαλλοντικά αγαθά του τοπικού οικοσυστήματος, αφιερώνοντας χρόνο, ενέργεια και γνώση με σκοπό την επιβίωσή της οικογένειάς τους και της κοινότητας. Οι συσσωρευμένες εμπειρίες που μεταφέρονται από τη μητέρα στις κόρες αναδεικνύει τις γυναίκες σε πολύτιμη πηγή γνώσης και τεχνογνωσίας σε ό,τι αφορά τη διαχείριση και τη συνετή χρήση του περιβαλλοντικού πλούτου της περιοχής τους.

Όμως, οι γυναίκες αυτών των περιοχών πλήττονται πολύ περισσότερο συγκριτικά με άλλους πληθυσμούς της γης από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και της συρρίκνωσης της τοπικής βιοποικιλότητας, αν συνυπολογίσουμε την άνιση προσβασιμότητα σε αυτά τα περιβαλλοντικά αγαθά και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων για τη διαχείρισή τους, μαζί με την περιορισμένη δυνατότητα τους να μετακινούνται από περιοχή σε περιοχή για την εξεύρεση νέων πόρων (γεγονός που συμβαίνει κατά κανόνα στις φτωχές αγροτικές περιοχές του πλανήτη).

Στο πεδίο της βιοποικιλότητας θα βρούμε πολυάριθμα δείγματα της γυναικείας γνώσης του τοπικού οικοσυστήματος και των ειδών του και της αφοσίωσης των γυναικών στη διατήρησή του μέσα από την καθημερινή πρακτική τους. Η βιοποικιλότητα παίζει καθοριστικό ρόλο στην προσαρμογή και τον μετριασμό ή την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής που βιώνουμε στις μέρες μας με δραματικό τρόπο και σε παγκόσμια κλίμακα. Οι άνθρωποι που ζουν σε αγροτικές περιοχές, ιδιαίτερα σε αναπτυσσόμενες χώρες, είναι περισσότερο ευάλωτοι γιατί εξαρτώνται για την επιβίωσή τους από τους εγχώριους φυσικούς πόρους. Η εξάλειψη πολλών από τα είδη της τοπικής χλωρίδας και πανίδας έχει δυσανάλογα βαριές επιπτώσεις στους φτωχούς πληθυσμούς αυτών των χωρών. Όσοι είναι επιφορτισμένοι με την ευθύνη να διασφαλίσουν αποθέματα νερού, τροφίμων και καύσιμης ύλης για την παρασκευή της τροφής και τη θέρμανση – που στη συντριπτική πλειοψηφία είναι γυναίκες κάθε ηλικίας – αντιμετωπίζουν ακόμα πιο οξυμένες τις δυσκολίες διασφάλισης αυτών των πόρων.

Συχνά, οι δυνατότητες παραγωγής και αναπαραγωγής από τις γυναίκες απειλούνται από την υποβάθμιση των τοπικών οικοσυστημάτων και την περιβαλλοντική μόλυνση, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται ο φόρτος δουλειάς είτε στα οικιακά ή στα επαγγελματικά τους καθήκοντα, καθώς και η υγεία και η ποιότητα ζωής των ίδιων των γυναικών, των παιδιών τους και των οικογενειών τους. Οι παράγοντες αυτοί λειτουργούν ανασταλτικά στη δυνατότητα των γυναικών να έχουν πρόσβαση και έλεγχο στους φυσικούς πόρους.

Βέβαια, όταν αναφερόμαστε στις γυναίκες, δεν σημαίνει ότι τις αντιλαμβανόμαστε ως μια ομοιογενή ομάδα, καθώς ένας αριθμός παραμέτρων όπως η κοινωνική τάξη, η εθνικότητα, η εκπαίδευση δημιουργούν σημαντικές διαφοροποιήσεις. Όμως σε γενικές γραμμές, για τις γυναίκες η κοινωνική σφαίρα και η περιβαλλοντική πρακτική συνδέονται μέσα από την καθημερινή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον.

Οι ευθύνες των γυναικών στο οικογενειακό νοικοκυριό και στην τοπική κοινότητα ως διαχειρίστριες του οικογενειακού εισοδήματος και των περιορισμένων φυσικών πόρων της κοινότητάς τους τις βοηθούν να αναπτύσσουν στρατηγικές προσαρμοσμένες στην μεταβαλλόμενη περιβαλλοντική πραγματικότητα, ενώ παράλληλα αποτελούν γι’ αυτές σοβαρούς λόγους για την κινητοποίησή τους ενάντια στους παράγοντες που προκαλούν την περιβαλλοντική υποβάθμιση και τις αποστερούν είτε από τα φυσικά αγαθά για την ικανοποίηση των βασικών τους αναγκών, όπως συμβαίνει με τις γυναίκες των χωρών του Τρίτου κόσμου, είτε συνδέονται με την κατάχρηση των φυσικών πόρων και την ποιοτική υποβάθμιση του περιβάλλοντος, που πλήττεται από την ατμοσφαιρική ρύπανση, την ανεξέλεγκτη χρήση φυτοφαρμάκων και την παραγωγή γενετικά τροποποιημένων ειδών, προβλήματα που απασχολούν τις χώρες του Πρώτου κόσμου.

Οι γυναίκες, αν και είναι πιο ευάλωτες στις κλιματικές αλλαγές που πλήττουν τις περιοχές που ζουν, ταυτόχρονα είναι και αποτελεσματικοί φορείς ή παράγοντες μετριασμού της έντασης των κλιματικών αλλαγών και προσαρμογής σε αυτές. Συχνά κατέχουν αρκετή γνώση και εμπειρία που μπορεί να χρησιμεύσει στην άμβλυνση της κλιματικής αλλαγής, στη μείωση των καταστροφών και στην εφαρμογή των κατάλληλων στρατηγικών προσαρμογής στην περιβαλλοντική κρίση.

Έτσι, σε πολλές περιοχές της γης οι δράσεις των γυναικών προβάλλουν παράλληλα αιτήματα που συνδέουν την υγεία με την οικολογία, την ειρήνη με το περιβάλλον, τα ανθρώπινα δικαιώματα με τα μέσα βιώσιμης διαβίωσης.

Η ενεργοποίηση των γυναικών και η προβολή θέσεων από την οπτική του φύλου ενάντια στην περιβαλλοντική υποβάθμιση έχει συχνά βοηθήσει στη διαμόρφωση πολιτικών που εξασφαλίζουν τη συμμετοχή των γυναικών σε θεσμικά όργανα και φορείς για την προώθηση της προστασίας του περιβάλλοντος, και στην αναγνώριση της ανάγκης να ενσωματωθεί η διάσταση του φύλου σε αποφάσεις και πολιτικές που αφορούν το περιβάλλον.

Από την δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα έχουν δημιουργηθεί διεθνείς, περιφερειακές, εθνικές και τοπικές περιβαλλοντικές οργανώσεις με πρωτοβουλία γυναικών, συχνά στο περιθώριο διεθνών συνδιασκέψεων για το κλίμα, οι οποίες έχουν λειτουργήσει καταλυτικά στην ενδυνάμωση των γυναικών και στην ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στην προσπάθεια τοπικών κοινωνιών για βιώσιμη ανάπτυξη (π.χ. The Women’s Action Agenda for a Peaceful and Healthy Planet 2015, Gender and Water Alliance, The Gender and Climate Change Network, Diverse Women for Diversity, WOCAN – professional women agriculture and natural resource management, Women Leaders for the Environment, WEDO – Women’s Environment and Development Organization, κ. ά)

Γυναίκες σε όλο τον κόσμο διεκδικούν την ισότητα πρόσβασης στα περιβαλλοντικά αγαθά και στη λήψη αποφάσεων που αναφέρονται στο φυσικό περιβάλλον.

Η ισότητα των φύλων δεν είναι μόνο θέμα κοινωνικής δικαιοσύνης, είναι και η βασική παράμετρος στις οικονομίες των χωρών για την επιτυχία βιώσιμων αναπτυξιακών πρωτοβουλιών. Όπως έχουν τονίσει εμπειρογνώμονες σε θέματα ανάπτυξης, η βιώσιμη ανάπτυξη δεν είναι εφικτή αν δεν υπάρχει ισότητα στην κοινωνία.

Πρέπει λοιπόν να διαμορφωθούν στρατηγικές που να εμπεριέχουν τη διάσταση του φύλου στην αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών και ανθρωπιστικών κρίσεων που πλήττουν ιδιαίτερα τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς της γης.

 

Πηγές

  • UN Women Watch 2009: Fact sheet – Women, Gender Equality and Climate Change
  • Women: Agents of Change for a Healthy Environment

by Irene Dankelman

  • Earthcare – women and the environment, by Carolyn Merchant
Share