Subscribe via RSS Feed

Category: Απόψεις-Πολεμική

Βαθύ κόκκινο ή Σεξισμός βαθύς;

revolution_fem

του Φύλου Συκής

Πουριτανή χωρίς το “ρι”, δηλαδή πουτάνα αποκάλεσε μια αναγνώστρια με την οποία διαφωνούσε περί ενός θρησκευτικού άρθρου που είχε ανεβάσει στην ιστοσελίδα του, ο διαχειριστής της ιστοσελίδας “Βαθύ Κόκκινο” Γιώργος Γιαννακέλλης (εδώ το λινκ για το ποστ στις 19 Αυγούστου). Αυτή τη φορά χρήστριες/ες του φέησμπουκ δεν άφησαν αναπάντητη τη σεξιστική συμπεριφορά του διαχειριστή που δηλώνει κατά τ’ άλλα αριστερός και επαναστάτης.

Όταν μάλιστα του είπε κάποιος απλώς να ζητήσει συγνώμη για τον χαρακτηρισμό, αντί να τα μαζέψει και να κάνει αυτοκριτική, απέδωσε την κριτική σε… ψυχανωμαλία.

Όχι μόνο σεξιστής δηλαδή, αλλά και ψυχοφοβικός.

Να ανοίξουμε γι’ άλλη μια φορά το θέμα της πουτάνας; Σοβαρά, ακόμα να λυθεί εντός της Αριστεράς αυτό;

Ως πότε θα γίνονται ανεκτές σεξιστικές πρακτικές, όπως του δημόσιου σεξιστικού λόγου από ανθρώπους που συστήνονται ως αριστεροί;

 

Share

Το hashtag #FatSideStories ενθαρρύνει τις γυναίκες να μιλήσουν για το Body shaming

Fat-Fem

της Esra Dogan

Είτε είμαστε χοντρές ή λεπτές, ψηλές ή κοντές, ως γυναίκες καλούμαστε να συμμορφωνόμαστε συνεχώς με τα πρότυπα ομορφίας. Άμα δεν καταφέρουμε να φέρουμε το σώμα μας στην αποδεκτή μορφή, θα υπάρξει η σίγουρη συνέπεια της αποδοκιμασίας. Αναμφισβήτητα αυτές που πλήγωνται περισσότερο –κυριολεκτικά, μιας και σχεδόν πάντα υπάρχουν ψυχολογικές, κοινωνικές και καμιά φορά ακόμα και οικονομικές επιπτώσεις- είναι οι πιο παχιές γυναίκες. Έχουμε άραγε ακούσει αρκετές από τις πολλές ιστορίες αυτών των γυναικών, που ακούνε συνεχώς ότι πρέπει να αδυνατίσουν προκειμένου να ικανοποιήσουν την αισθητική τρίτων;

Τις δύο τελευταίες βδομάδες, χιλιάδες γυναίκες παγκοσμίως χρησιμοποιούν τα social media και το hashtag #FatSideStories για να μοιραστούν τις ιστορίες τους, φωτίζοντας την καθημερινή συλλογική εμπειρία του fatshaming, που σπάνια συζητιέται. Το hashtag ξεκίνησε η χρήστρια του twitter Your Fat Friend (@yrfatfriend), καλώντας τις «έτερες χοντρές» να μοιραστούν εμπειρίες από τις σχέσεις τους και την ερωτική τους ζωή.

Έκτοτε, μέσω του #FatSideStories, έχει ανοίξει μια ειλικρινής συζήτηση για το πως η ιδιότητα τους ως παχιές ή χοντρές, έχει επηρεάσει γυναίκες τόσο στις σεξουαλικές και συναισθηματικές τους σχέσεις όσο και σε όλα σχεδόν τα πεδία της ζωής τους. Σχόλια που άκουσαν σε ραντεβού, από φίλους, συγγενείς, συναδέλφους, ακόμα και από γιατρούς αποκαλύπτουν την σκληρότητα που αντιμετωπίζουν και την μάχη τους με καταπιεστικές συμπεριφορές αστυνόμευσης του γυναικείου σώματος.

fatphobia

Ακολουθούν κάποια από αυτά τα tweets, με τα οποία όλες μπορούμε να ταυτιστούμε κάπου:

Το να σου λένε «δεν είσαι χοντρή, είσαι όμορφη», λες και το ένα αποκλείει το άλλο (Payton Quinn)

Το να μην μπορείς να σταματήσεις να σκέφτεσαι πως όποτε κάποιος/α σου δείχνει ερωτικό ενδιαφέρον, το κάνει ως αστείο εις βάρος σου (Mensa)

Ένας ωραίος άντρας που σου λέει ότι σε θέλει αλλά δεν μπορεί να είναι μαζί σου γιατί είσαι χοντρή και δεν θέλει να το μάθουν οι φίλοι του(Kitty Rambles A Lot)

Όταν κάποιος σου λέει «μ αρέσουν τα παχιά κορίτσια», λες και πρέπει να τον χειροκροτήσεις;;; (Alysse Dalessandro)

Όταν ο σύντροφος σου σου λέει πως δεν μπορείς να είσαι από πάνω στο σεξ γιατί είσαι χοντρή και θα τον σκοτώσεις (a+j&j)

Να μου λένε ότι «έπιασα την καλή» επειδή ο άντρας μου είναι αδύνατος κι ωραίος και κατά κάποιο τρόπο τον «εγκλώβισα» επειδή είμαι χοντρή (Kitty Rambles A Lot)

Να περιμένουν όλοι ότι θα λέω πάντα ναι επειδή το να είσαι χοντρή σημαίνει πως δεν σε παίρνει να έχεις κριτίριο (Hayden)

Ο πατέρας μου μού λέει στην ψύχρα ότι κανείς δεν θα με αγαπήσει αν δεν αδυνατίσω. (Mean fat girl)

Το να χρειάζεσαι μια ολόκληρη μέρα να προετοιμαστείς ψυχολογικά πριν φορέσεις σορτσάκι ή φούστα. (Vidushi)

«Είσαι μακράν η καλύτερη ηθοποιός που ‘χω δει αλλά δεν θα σε προσλάβω. Μην ξανάρθεις αν δεν χάσεις 10kg» (Donna Lynne Champlin)

Μου είχε πει ένα παλιό αφεντικό πως πρέπει να φροντίσω την εμφάνιση μου αλλιώς δεν θα πάρω προαγωγή (Amy Gaskins)

Το να φοβάσαι να φας μπροστά σε κόσμο σε δημόσιους χώρους (ambs)

Γελάνε όταν τρως σαλάτα («ποιόν πας να κοροϊδέψεις;») και γελάνε όταν τρως μπέργκερς («άραγε πως κατάντησε έτσι;») (Mary Sweet)

Ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για την υγεία σου, γιατί όταν χάνεις βάρος λένε «είσαι ωραία» κι όχι «τώρα είσαι υγειής» (Azula)

Το να αναβάλεις ιατρικά ραντεβού επειδή δεν αντέχεις ν ακούσεις άλλο κήρυγμα για το βάρος σου (Steph Brown)

Πήγα στον γιατρό με βήχα και δύσπνοια, μου ‘πε πως φταίει που είμαι χοντρή. Τελικά είχα βρογχίτιδα (MistyNC)

Πηγαίνεις σε ψυχοθεραπευτή για ζήτημα ψυχικής υγείας… «Έχεις σκεφτεί να χάσεις βάρος;» (bad gal teetee ariel)

Το να αναφέρεται το πάχος μου ακόμα και στον δερματολόγο (olivia)

Έχασα 15kg λόγω κατάθλιψης και πνευμονίας. Ο γιατρός μου είπε να συνεχίσω έτσι (Teresa Walstrum)

Λοιπόν, αυτό μάλλον είναι το πιο προβοκατόρικο πράγμα που tweetάρω αυτή τη βδομάδα. Δεν.Πειράζει.Αν.Είσαι.Χοντρή  (@sweden / Ellen)

 

Ναι, το body-shaming μας επηρεάζει όλες, ανεξαρτήτως βιολογικού και κοινωνικού φύλου, παρόλα αυτά δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την έντονη μισογύνικη τάση του να στρέφεται κυρίως εναντίον παχύτερων γυναικών. Στην πραγματικότητα είναι ξεκάθαρο πως στα πλαίσια μιας πατριαρχικής κοινωνίας, που χωρίς ενδοιασμούς παρουσιάζει το γυναικείο σώμα σαν αγαθό προς κατανάλωση και τέρψη των αντρών, το bodyshaming δεν είναι τίποτα λιγότερο από άλλο ένα όργανο καταπίεσης και ελέγχου των γυναικών. Δεν είναι τα γυναικεία σώματα πολύ μεγάλα, αλλά ο μισογυνισμός της κοινωνίας μας.

 

Διαβάστε ακόμα

Σημείωση για τον μήνα Ιούλιο ή Πόσα κιλά ζυγίζει η καταπίεση;

Share

Ναι είσαι σεξιστής, όχι δεν είσαι ήρωας

kruger_hero

Παγκόσμια Ημέρα Εθελοντικής Αιμοδοσίας σήμερα και το διαβόητο σποτ του Ε.ΚΕ.Α έπαιζε τις προηγούμενες μέρες στην τηλεόραση ως μια προσπάθεια να προωθήσει υποτίθεται ακριβώς αυτό, την εθελοντική αιμοδοσία. Στο «Μπορείς και εσύ να γίνεις ήρωας» παρελαύνουν ξανθιές νοσηλεύτριες με το αντίστοιχο βαθύ ντεκολτέ, υπερφίαλοι και ατσαλάκωτοι γιατροί, ναυαγοσώστες-μοντέλα που σώζουν ζωές μοντέλων μπροστά σε μοντέλα-λουόμενες και μάλιστα με μια σχεδόν μια πορνογραφική αισθητική ενώ ο ηθοποιός Μάκης Παπαδημητρίου ως ο μέσος άνθρωπος παρακολουθεί ψάχνοντας την ευκαιρία να γίνει και αυτός ήρωας. Οι αντιδράσεις στο σποτ υπήρξαν άμεσες και από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Δημόσια Νοσοκομεία, την Ένωση Εργαζομένων του Βενιζέλειου Νοσοκομείου,  την Ένωση Νοσηλευτών Ελλάδας με εξώδικα, δελτία τύπου κ.ά. Αλλά και στα social media αντίστοιχα υπήρξαν μαζικά επικριτικά σχόλια χαρακτηρίζοντας το βίντεο ως άκρως φτηνό, σεξιστικό και κατάπτυστο. Ουσιαστικά το σποτ φαίνεται να απευθύνεται αποκλειστικά σε αιμοδότες και να αποκλείει τις αιμοδότριες. Αυτό που μάλλον αδυνατεί να καταλάβει το Ε.ΚΕ.Α είναι ότι η αναπαραγωγή των στερεοτύπων αυτών δεν πολεμάει ούτε βοηθάει να αλλάξουν τα στερεότυπα αντίθετα τα επιβεβαιώνει ξανά και ξανά. Και ίσως το χειρότερο στερεότυπο που προβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση είναι αυτό του ηρωικού άνδρα που στην προκειμένη περίπτωση είναι παχουλός, καραφλός μεσήλικας με ξελιγωμένο ύφος άρα κυριολεκτικά το πρότυπο του αντί-ήρωα δηλαδή αυτό που επιβεβαιώνει όμως ακριβώς ότι από την άλλη πλευρά υπάρχουν τα κλασσικά ηρωικά στερεότυπα π.χ. του μοντέλου ναυαγοσώστη. Στερεότυπα που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν καταρρίπτονται αλλά προωθούνται.

Ωστόσο απ’ ότι φαίνεται όλες αυτές οι αντιδράσεις δεν είναι για το Ε.ΚΕ.Α παρά η παρερμηνεία της διαφήμισης από «ευτυχώς μια μειοψηφία της ελληνικής κοινής γνώμης» καθώς το 70% της κοινής γνώμης «έχει αντιληφθεί τη διαχωριστική γραμμή» ανάμεσα στη σάτιρα και την πραγματικότητα». Αδυνατούμε να καταλάβουμε πώς σε δύο μέρες το Ε.ΚΕ.Α έβγαλε μια τέτοια στατιστική αφενός και αφετέρου ότι εξακολουθεί και μετά όλες αυτές τις αντιδράσεις να υπερασπίζεται το σποτ αυτό με ένα δελτίο τύπου το οποίο κατά κάποιο τρόπο είναι πιο προσβλητικό και αλαζονικό και από το ίδιο το σποτ! Όσες δεν έχουμε αντιληφθεί αυτή τη διαχωριστική γραμμή προφανώς δεν έχουμε αίσθηση του χιούμορ. Επιπλέον το Ε.ΚΕ.Α δεν φαίνεται να προβληματίζεται από αυτή την «κοινή γνώμη» και τα εμετικά ΜΜΕ που αναφέρονται στο σποτ ως «οι καυτές και σέξι νοσοκόμες του Ε.ΚΕ.Α που γίνονται viral». Η αποδόμηση, την οποία επικαλείται με πάθος το Ε.ΚΕ.Α είναι στην πραγματικότητα επιφανειακή και ψευδής αφού  η προβολή των στερεοτύπων είναι και η αποδοχή ότι τελικά εκεί έξω υπάρχουν οι σέξι νοσηλεύτριες και οι damsels in distress, αλλά ακόμη και αν δεν ανήκεις σε αυτές τις κατηγορίες και είσαι παχουλός με φαλάκρα μπορείς να γίνεις και εσύ ήρωας με το να δώσεις αίμα και να σώσεις το κορίτσι, να γίνεις και εσύ σαν όλους τους άνδρες δηλαδή που φαντάζεσαι. Το σποτ αυτό όχι μόνο απαξιώνει και προσβάλλει αλλά καταφέρνει να αποπροσανατολίσει τελείως την κοινή γνώμη σχετικά με την εθελοντική αιμοδοσία και την 14η Ιουνίου, Παγκόσμια Ημέρα Εθελοντικής Αιμοδοσίας. Αυτό που θα πρέπει να αναρωτηθεί το Ε.ΚΕ.Α είναι αν τελικά αυτό το σποτ προωθεί όντως την εθελοντική αιμοδοσία ή το μότο «το σεξ πουλάει».

 

Share

EURO 2016: Για μια «γιορτή του ποδοσφαίρου» χωρίς σεξισμό και σεξουαλική εκμετάλλευση των γυναικών

mouvementdunid1

της Λίνας Φιλοπούλου

Εν μέσω απεργιακών κινητοποιήσεων ενάντια στην εργασιακή νομοθεσία η Γαλλία ετοιμάζεται να υποδεχτεί εκατομμύρια θεατές στα γήπεδα που θα παρακολουθήσουν, μεταξύ 10 Ιουνίου και 10 Ιουλίου, τους συνολικά 51 αγώνες στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου Euro 2016.

Έχουν περάσει σχεδόν δύο μήνες από τότε που η Γαλλική Εθνοσυνέλευση ψήφισε τον νόμο που ενισχύει τον αγώνα ενάντια στο σύστημα της πορνείας, ποινικοποιώντας τον πορνοπελάτη και απαλλάσσοντας την εκδιδόμενη γυναίκα από το στίγμα του «εγκλήματος» και της παραβατικότητας (εδώ). Η Γαλλία κατατάσσεται με αυτόν τον τρόπο ανάμεσα στις χώρες με προοδευτική νομοθεσία για την ισότητα των φύλων (σκανδιναβικό μοντέλο). Χωρίς πελάτες δεν υπάρχει πορνεία, χωρίς πελάτες δεν υπάρχει τράφικινγκ. Σε αυτά τα αποτελέσματα έχει οδηγήσει τουλάχιστον ο αντίστοιχος νόμος που εφαρμόζεται στη Σουηδία εδώ και πάνω από μια δεκαετία, σε αντίθεση με τις επιπτώσεις από τη νομιμοποίηση της πορνείας σε Γερμανία και Ολλανδία (αύξηση του τράφικινγκ και της βίας κατά των εκδιδόμενων γυναικών).

Για πολλές γαλλικές φεμινιστικές οργανώσεις η διοργάνωση του Euro 2016 αποτελεί ιδανική στιγμή για μια καμπάνια που θα αποτρέπει τους άντρες από την αγορά του σεξ και τη βία κατά των γυναικών ενημερώνοντάς τους επίσης ότι, με βάση τον πρόσφατα ψηφισθέντα νόμο, ο πορνοπελάτης διαπράττει ποινικό αδίκημα και θα του επιβάλλεται χρηματικό πρόστιμο. Γιατί ο ποδοσφαιρικός κόσμος είναι κυρίως ένας κόσμος ανδρών. Και γιατί οι μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις προσελκύουν φιλάθλους-σεξοτουρίστες.

Ας θυμηθούμε λίγο και την περίπτωση της Αθήνας το 2004 όπου εκτός από τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων έπρεπε να υπάρξει μέριμνα και για τη φιλοξενία και ικανοποίηση των σεξοτουριστών. Γι’ αυτό το λόγο ο Δήμος Αθηναίων είχε προχωρήσει σε «επέκταση» των ρυθμίσεων του νόμου για την πορνεία, δίνοντας δυνατότητα λειτουργίας οίκων ανοχής σε ξενοδοχεία ή άλλους ανάλογους χώρους σύμφωνα με τα ισχύοντα σε ξένες χώρες, ώστε να διευκολυνθεί η παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών στους χώρους στους οποίους θα κινούνται και θα διαμένουν οι άνδρες επισκέπτες (εδώ).

Ας θυμηθούμε και τη διοργάνωση του Παγκόσμιου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου το 2006 στη Γερμανία. Αν και νομιμοποιημένη η πορνεία στη Γερμανία, ήδη από το 2002, υπήρξε αύξηση της εμπορίας ανθρώπων με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες των σεξοτουριστών οι Γερμανοί προχώρησαν στην κατασκευή ενός ογκώδους πορνείου 3.000 τ.μ. στο Βερολίνο (εδώ), του μεγαλύτερου της Ευρώπης, μερικές δεκάδες μόνον μέτρα από το στάδιο όπου φιλοξενήθηκε ο τελικός, ενώ παράλληλα επέτρεψαν την είσοδο σε 40.000 γυναίκες από χώρες της A. Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής. Αλλά και η περίπτωση της Βραζιλίας κατά τη διάρκεια του Παγκόσμιου Κυπέλλου της FIFA το 2014, όπου υπήρξε έξαρση της παιδικής πορνείας καθώς πολλά παιδιά οδηγήθηκαν στα αστικά κέντρα προκειμένου να αντεπεξέλθουν στην αυξημένη ζήτηση των ξένων ποδοσφαιρόφιλων.

Φεμινιστικές οργανώσεις και οργανώσεις για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανά τον κόσμο εκφράζουν πάντα την ανησυχία τους για την αυξημένη ζήτηση της πορνείας – και της παιδικής πορνείας – και των σεξουαλικών υπηρεσιών που παρατηρείται κατά τη διάρκεια Ολυμπιακών Αγώνων ή μεγάλων αθλητικών διοργανώσεων. Είναι γεγονός ότι η εκδιδόμενη είναι αυτή που ζει καθημερινά με τη βία και το φόβο. Μια γυναίκα στην πορνεία αποτελεί λεία για εκατοντάδες κερδοσκόπους. Ανήκει στις πιο ευάλωτες ομάδες, που υπερεκπροσωπούνται στην πορνεία. Στη ζωή της μόνο ο δήμιός της λαμβάνει ικανοποίηση. Έχει ενδιαφέρον λοιπόν να δούμε τι αντίκτυπο θα έχει αυτός ο νέος νόμος στη Γαλλία, όχι μόνο κατά τη διάρκεια του EURO 2016, αλλά και μετέπειτα.

mouvementdunid

 

 

 

Share

Πόσο κοντά είναι η Βραζιλία;

we are all bleeding

της Άννας Σιγαλού

«Με νάρκωσαν και ήμουν πολύ μεθυσμένη. Ήταν πολλά άτομα με όπλα, πολλοί νέοι άνδρες που γελούσαν και μιλούσαν» ανέφερε η νεαρή και συνέχισε: «Δεν με τραυμάτισαν μόνο. Πλήγωσαν την ψυχή μου. Γιατί οι άνθρωποι με έκριναν, προσπάθησαν να ρίξουν το φταίξιμο σε μένα για κάτι που δεν ήταν δικό μου λάθος. Με ‘έκλεψαν’. Όχι με την έννοια των υλικών αγαθών…αλλά ‘σωματικά’».

Την περασμένη βδομάδα στο Ρίο ντε Τζανέιρο μια 16χρονη βιάστηκε από περισσότερους από 30 άντρες, οι οποίοι μάλιστα δεν δίστασαν να ανεβάσουν το βίντεο και φωτογραφίες από τον ομαδικό βιασμό στο twitter. Το βίντεο αυτό διαδόθηκε ευρέως συμπεριλαμβάνοντας πληθώρα σεξιστικών και μισογυνικών σχολίων για το θύμα.

Η κοινή γνώμη συγκλονίζεται για ακόμα μια φορά από ένα ακραίο, ασυνήθιστο περιστατικό. Ή και όχι.

Μήπως το πως καταλήγει κανείς σε κάτι τέτοιο είναι απλά η αποτύπωση του πόσο βίαιη είναι η καθημερινότητα για τις γυναίκες; Ας θυμηθούμε ελάχιστα απ’ τα πολλά περιστατικά που «συγκλόνισαν» τους τελευταίους μήνες την ελληνική και παγκόσμια κοινή γνώμη:

  • ο βιασμός φοιτήτριας εντός campus στις ΗΠΑ, για τον οποίο το πανεπιστήμιο δεν πήρε σαφή θέση υπέρ της
  • η –πρόσφατη- επίθεση σε γυναίκα με ατμοσίδερο σε ελληνική επαρχιακή πόλη
  • η διαρροή γυμνών φωτογραφιών διασημοτήτων στις ΗΠΑ
  • βιασμός και απαγχονισμός ανήλικης στην Ινδία
  • η δολοφονία γυναίκας στον Βελβεντό από τον άντρα της

Γιατί άραγε μας συγκλονίζουν τόσο αυτά τα περιστατικά; Επειδή είναι ακραίες εκφάνσεις βίας; Επειδή η «κοινή γνώμη» διψάει για δράμα και αίμα; Και γιατί όσο σοκάρεται με αυτά, όχι μόνο μένει εντυπωσιακά απαθής μπροστά στην καθημερινή βία αλλά αντιμετωπίζει με μια σχεδόν ηδονοβλεπτική έκπληξη τα παραπάνω γεγονότα; Στην καθημερινή βία που δεν σκοτώνει πάντα, δεν χτυπάει πάντα και δεν αφήνει πάντα σημάδια στο σώμα. Που όταν χτυπάει αλλά δεν σκοτώνει υποτιμάται, απαξιώνεται κι αμφισβητείται. Τα γυναικεία σώματα φαίνεται να αποκτούν δικαιώματα και σημασία μόνο όταν είναι πλέον αργά.

Η καθημερινή, συστηματική βία είναι κάτι που συνηθίζει κανείς, ειδικά όταν έχει γεννηθεί και μεγαλώσει μέσα στην κοινωνία που την γεννά: αν είσαι γυναίκα, είναι φυσιολογικό να σε κοιτάνε σαν να ‘σαι κομμάτι κρέας στον δρόμο, είναι κομπλιμέντο να σε λένε «γλυκιά μου», «κούκλα», «μουνάρα» και λοιπές εμετικές αηδίες. Άρα γιατί να είναι πρόβλημα το να σε χουφτώσουν λιγάκι; Γιατί να κάνεις έτσι αν σου κολλάει ο άλλος λιγάκι παραπάνω;

Και γιατί να σπαταλάς το χρόνο των άλλων με την ιστορία σου για το πως άπλωσε χέρι ο θείος ή το αφεντικό; Γιατί να φέρνεις την παρέα σε δύσκολη θέση με τα μηνύματα-απειλές του τύπου που απέρριψες; Αφού όλα αυτά είναι καθημερινότητα χρόνια, δεκαετίες, αιώνες τώρα, δεν είναι κάποια ανωμαλία, έτσι είναι ο κόσμος.

Μέχρι που, μια στις τόσες, βγαίνει στην επιφάνεια κάποιο περιστατικό σαν αυτό της Βραζιλίας και ίσως ακούς πιο καθαρά τις φωνές της γυναίκας απ’ την δίπλα πολυκατοικία που την δέρνει ο γκόμενος. Βλέπεις πιο καθαρά το άγχος και τον φόβο των γυναικών γύρω σου όταν πέφτουν πάνω τους ανεπιθύμητα βλέμματα, σχόλια και χέρια. Και βλέπεις πιο καθαρά κι εσένα κι εκείνο το περιστατικό τότε, πριν λίγα χρόνια, μήνες ή μέρες και νιώθεις πιο καθαρά την αηδία και την ανατριχίλα, συνειδητοποιείς -σαν να τρως χαστούκι- ότι κι εσύ έχεις παρενοχληθεί, απλά τότε όλα φαίνονταν να λένε πως είναι κάτι που συμβαίνει φυσιολογικά και πρέπει να μάθεις να ζεις με αυτό τέλος πάντων.

Μόνο που δεν υπάρχει τίποτε το φυσιολογικό σε μια οργανωμένη κοινωνία: είναι όπως την φτιάχνεις. Και δεν υπάρχουν μεμονωμένα περιστατικά. Η συνεχής υποτίμηση και απαξίωση των πιο «λάιτ» περιστατικών είναι η καθημερινή υπενθύμιση ότι οι γυναίκες βρισκόμαστε διαρκώς στο στόχαστρο, ότι η παρουσία μας στον δημόσιο και στον ιδιωτικό χώρο συνοδεύεται από υποχρέωση (παντός τύπου) απέναντι στους άντρες. Και είναι επίσης το εξαιρετικά πρόσφορο έδαφος όπου καλλιεργείται η ανοχή ολόκληρων κοινωνιών.

Το να αντιμετωπίζουμε τέτοια περιστατικά ως εντελώς αναπάντεχα είναι πολύ επικίνδυνο. Δίνει τη λάθος εντύπωση: ότι όλα βαίνουν καλώς με περιστασιακές εξαιρέσεις.

Αν η κοινή γνώμη γουστάρει αίμα ας δει σαπουνόπερες, δεν πρέπει να περιμένουμε την επόμενη Βραζιλία για να θυμηθούμε ότι η βία κατά των γυναικών είναι υπαρκτή. Καιρός να μάθουμε να θυμόμαστε και να επεμβαίνουμε γιατί ο κόσμος είναι πολύ μικρός κι η Βραζιλία είναι κοντά.

2016-06-01 13

Share

Σεξισμοί, κιτρινισμοί και “ίσες αποστάσεις”

nate

ή πως μία καταγγελία ενδοοικογενειακής βίας γίνεται πάλι η αφορμή να ξεδιπλωθούν όλα τα σεξιστικά μας ένστικτα.

*trigger warning: περιέχονται αποσπάσματα κακοποιητικού λόγου*

 

Αγαπημένες συν-ΠΤΕ,

Σήμερα είδαμε στη Lifo (ηλεκτρονική και έντυπη έκδοση) αυτό το “άρθρο”. Αν θέλετε να κάνετε λίγο εμετούλη μέσα στο στόμα σας, μπορείτε να το διαβάσετε κι εσείς. Αν όχι, αφήστε το καλύτερα. Εμείς πάντως το διαβάσαμε και κάποια από εμάς τόλμησε να σχολιάσει το σεξισμό και μισογυνισμό του άρθρου και του ίδιου του αρθρογράφου. Λίγες ώρες μετά το σχόλιο είχε σβηστεί και η συν-πτε είχε μπλοκαριστεί από τη σελίδα της Lifo (μάλλον η “ελευθερία της έκφρασης” της σελίδας εξαντλείται στο να κρατάει ομοφοβικά, τρανσφοβικά, σεξιστικά και ρατσιστικά σχόλια. Όταν θίγονται οι φωτισμένοι αρθρογράφοι της ξεχνιέται…)

Το συγκεκριμένο άρθρο έρχεται να προστεθεί στους τόνους κειμένων αυτών των ημερών, που προσπαθούν να υπερασπιστούν τον Johhny Depp από τα “λαϊκά δικαστήρια” που τον έχουν καταδικάσει, θεωρώντας άδικο να τασσόμαστε υπέρ μιας γυναίκας που κακοποιείται και να επιλέγουμε να την πιστεύουμε σε μια κοινωνία που αρνείται πάντα να το κάνει.

Ο αρθρογράφος μας λέει, λίγο-πολύ, ότι τόσον καιρό τον ενοχλούσε η υπερεκτιμημένη φήμη του Johnny Depp, αλλά τώρα που είναι στη θέση του θύτη, θέλει να τον υπερασπιστεί, γιατί οι κακές ταινίες στο μυαλό του, είναι λόγος ενόχλησης, η ενδοοικογενειακή βία πάλι όχι. Και με ποιον τρόπο επιλέγει ο αρθρογράφος να υπερασπιστεί τον Johnny Depp; Σας παραθέτουμε κομμάτια του άρθρου:

”Άσε που έχω την αίσθηση ότι μέρος της κατακραυγής έχει να κάνει με το ότι είναι πλέον μεσήλικας (52), οπότε δεν του επιτρέπεται πια το rock ‘n’ roll lifestyle και οι παρελκόμενες ακρότητες και καφρίλες”

Δηλαδή αν ήταν μικρότερος και ”άγριο νιάτο” θα ήμασταν οκ, γιατί έτσι κάνουν οι σταρ; Ενώ τώρα που ”μεγάλωσε” βρήκαμε ευκαιρία οι ξενέρωτες να τον κατηγορήσουμε; Από πότε η ενδοοικογενειακή βία δικαιολογείται και η ανδρική επιθετικότητα φυσικοποιείται, ως αναπόφευκτο στοιχείο του “rock ‘n’ roll lifestyle”; Και από πότε ένα τόσο σοβαρό και συχνό θέμα βαφτίζεται ως “καφρίλα”;

Επίσης:

“Δεν μιλάμε για ακραίες περιπτώσεις, όπως αυτή του Μπιλ Κόσμπι, όπου το κατηγορητήριο είναι βαρύ, συντριπτικό και σε βάθος χρόνου, και θα τον στείλει στην αιωνιότητα με τη στάμπα του μανιακού, επιθετικού σεξομανή, σβήνοντας ολόκληρη τη συνεισφορά του στην κωμωδία.”

Εδώ ένας κατά συρροήν βιαστής βαφτίζεται “σεξομανής” . Γιατί στην πατριαρχία είναι ίδιο πράγμα το σεξ και ο βιασμός άλλωστε

Στην πλήρη απο-πολιτικοποίηση μιας αναγκαίας συζήτησης έρχεται να προστεθεί και μια δόση λάσπης στις γυναίκες – αποδέκτες αυτής της βίας:

“Ας πρόσεχε, δεν περνάνε τέτοιες συμπεριφορές πια, ασχέτως του αν είναι βέβαιο ότι κάποια από τα θύματά του δεν προέβησαν σε εξομολογήσεις και αποκαλύψεις μόνο για να βρουν επιτέλους το δίκιο τους αλλά και για να εξασφαλίσουν μια σημαντική οικονομική αποζημίωση”. Εδώ είναι το σημείο που απογειώνεται το άρθρο. Γιατί στην αρχή διαβάζοντάς το σκέφτεσαι, ότι ο αρθρογράφος μπορεί απλά να μην ξέρει τι λέει. Αλλά φτάνοντας εδώ καταλαβαίνουμε, ότι μια χαρά ξέρει. Απλά ο άνθρωπος είναι σεξιστής και μισογύνης. Γιατί πόσο σίχαμα παίζει να είναι ένας αρθρογράφος που μιλάει έτσι για θύματα βιασμού? Και χρηματικές αποζημιώσεις δικαιούνται τα θύματα και ο Cosby πρέπει να βρίσκεται στη φυλακή.

Μαθαίνουμε λοιπόν πως είναι κακό να πας κάποιον που σε κακοποίησε στα δικαστήρια, ζητώντας αποζημίωση. Είναι κακό να βρεις το θάρρος και να δημοσιοποιήσεις τη σωματική, σεξουαλική ή ψυχολογική βία που υφίστασαι, παροτρύνοντας ίσως και άλλα θύματα βίας να μιλήσουν γι’ αυτό το θέμα. Είναι κακό να ζητήσεις μία – έστω υλική – αποζημίωση για την βία που έχεις υποστεί, τόσο κακό και ύποπτο, που έχουμε μπροστά μας ένα βιαστή, αλλά η πρώτη μας σκέψη είναι να “εξισορροπήσουμε” τη συζήτηση λέγοντας “κι αυτή πήρε λεφτά”. (Παρόλ’ αυτά το θύμα υφίσταται καχυποψία και αμφιβολίες και αν *δεν* μιλήσει. Στην πατριαρχία ζούμε άλλωστε.)

Κάθε συζήτηση για την οικογενειακή βία με αφορμή αυτό το περιστατικό ακυρώνεται, όχι μόνο με την υποτίμηση της βίας ως κάτι που συμβαίνει συνέχεια στο Hollywood, αλλά και με την αμφισβήτηση των κινήτρων των θυμάτων που τολμάνε να μιλήσουν. Κι ενώ τα περισσότερα άρθρα και σχόλια αυτές τις μέρες κατηγορούν την Amber Heard ως χρυσοθήρα και bi μέγαιρα (για τις φυλλάδες η αμφιφυλοφιλία ισούται με έλλειψη αξιοπιστίας) και αθωώνουν τον Depp, το άρθρο τον υπερασπίζεται ενάντια σε κάποια φανταστική και άδικη κατακραυγή. Παίρνει δηλαδή την κλασική, “ουδέτερη” στάση που λέει “ας αφήσουμε τη δικαιοσύνη να αποφασίσει”, αγνοώντας επιλεκτικά το γεγονός πως τόσο η δικαιοσύνη, όσο και τα μίντια και η κοινή γνώμη, ουδέποτε έδειξαν εμπιστοσύνη και στήριξη στα θύματα βιασμού και ενδοοικογενειακής βίας που πήραν την απόφαση να δημοσιοποιήσουν τις ιστορίες τους.

Δεν υπάρχει ουδέτερη στάση όταν μιλάμε για υποθέσεις όπου η μία πλευρά ιστορικά και συστημικά θεωρείται αναξιόπιστη και αναγκάζεται συνεχώς να αποδεικνύει ότι δεν είναι ελέφαντας. Τέτοια (συνειδητά και με τόνο περηφάνιας) αντιδραστικά άρθρα δεν εξισορροπούν καμία τάση κατακραυγής του θύτη, διότι αυτή δεν υπάρχει. Η πλειοψηφία του κόσμου έχει ήδη αθωώσει τον Depp και τον κάθε Depp. Σε μια τέτοια κοινωνία ο μόνος τρόπος να αλλάξουμε τα πράγματα είναι να δείξουμε επιτέλους στις γυναίκες την εμπιστοσύνη που τους αξίζει, όταν μπαίνουν στην δύσκολη θέση να μιλήσουν για την κακοποίησή τους.

υ.γ.(1) Πήραμε την απόφαση να γράψουμε αυτό το κείμενο, παρακολουθώντας έξαλλες τις τελευταίες μέρες όλο αυτό τον κανιβαλισμό εναντίον μιας γυναίκας που κατήγγειλε ότι έπεσε θύμα ενδοοικογενειακής βίας. Αυτό το άρθρο ήταν το αποκορύφωμα μίας σειράς εμετικών ποστ.

υ.γ.(2) Εννοείται ότι θεωρούμε τη Lifo πολιτικά προβληματική σε πολλά σημεία. Αλλά επειδή είναι ένα free press που μεγάλο ποσοστό της lgbt κοινότητας το θεωρεί σύμμαχο, αρκετ@ είχαν περισσότερες προσδοκίες. Για να είμαστε ειλικρινείς τέτοιες απόψεις μας εξέπληξαν κι εμάς. Ναι οκ, περιμέναμε μια απολιτίκ μπουρδολογία “ίσων αποστάσεων”, αλλά όχι τέτοια απενοχοποίηση του θύτη Δε γίνεται να λες ότι υπερασπίζεσαι τα ανθρώπινα δικαιώματα και να έχεις τέτοια ακραία σεξιστικά άρθρα, στο βωμό της “ελευθερίας της έκφρασης”. Πόσο “σύμμαχοι” μας είναι τελικά τέτοια έντυπα? Η υποστήριξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τελειώνει για τη Lifo εκεί που τελειώνουν οι προσωπικές ευαισθησίες των μελών της. Η πρόφαση της αντιομοφοβικής προσέγγισης και η φιλελέ ανοιχτομυαλιά σταματάει εκεί που τα ρατσιστικά σχόλια παραμένουν ως “ελευθερία του λόγου” και η κριτική του σεξισμού θεωρείται μπανάλ και μπλοκάρεται (εδώ δεν ισχύει μάλλον η ελευθερία του λόγου).

 

Το παραπάνω άρθρο στάλθηκε στο inbox μας από τη σελίδα ΠΤΕ – Πόρνες του Ελέους reborn from the ashes, όπου και πρωτοδημοσιεύτηκε

 

Share

«Η Κλίντον ενσαρκώνει ένα νεοφιλελεύθερο είδος φεμινισμού που ωφελεί κυρίως τις προνομιούχες γυναίκες»

Martha-Rosler-Photo-Op

Martha Rosler ‘Photo Op’ από τη σειρά ‘Bringing the War Home: House Beautiful’, 2004

του Álvaro Guzmán Bastida

Η Nancy Fraser (Βαλτιμόρη, 1947) υπήρξε στην πρώτη γραμμή των φεμινιστικών αγώνων και της κριτικής θεωρίας από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Η κριτική αυτού που αποκαλεί «νεοφιλελεύθερο φεμινισμό» και οι θεωρίες της σχετικά με την αναγνώριση και την αναδιανομή ως προϋπόθεση για την κατανόηση των κοινωνικών ανισοτήτων έχουν ασκήσει τεράστια επίδραση. Τη συναντήσαμε στο γραφείο της στο τμήμα Φιλοσοφίας της Νέας Σχολής Κοινωνικών Ερευνών στο Μανχάταν, για να συζητήσουμε για την επικράτηση των πολιτικών ταυτότητας στην εποχή μας, τη σημασία του Μπέρνι Σάντερς, του Ντόναλντ Τραμπ και της Χίλαρι Κλίντον, και για ποιο λόγο ένιωσε υποχρεωμένη να εισαγάγει μια τρίτη έννοια – αυτή της «εκπροσώπησης» – στο τελευταίο της βιβλίο (Περιουσίες του φεμινισμού), προκειμένου να εξηγήσει τι είναι αυτό που ταλανίζει τη σύγχρονη κοινωνία, αλλά και πού θα πρέπει να επικεντρωθούν οι αγώνες για να το διορθώσουμε.

Πριν από δεκαπέντε χρόνια γράψατε για έναν όρο που δανειστήκατε από τον Χέγκελ, την «αναγνώριση», λέγοντας ότι ήταν η λέξη-κλειδί εκείνης της περιόδου που ετίθεντο τα ζητήματα της διαφοράς και της ταυτότητας. Πώς τον κατανοούσε ο Χέγκελ και γιατί είναι σημαντικός;

Στον Χέγκελ έχουμε ουσιαστικά δύο δρώντες που συναντιούνται ο ένας με τον άλλο και ο καθένας είναι υποκείμενο, αλλά για να είναι πλήρες υποκείμενο, πρέπει ο καθένας να αναγνωρίζεται από τον άλλο. Καθένας επιβεβαιώνει τον άλλο ως υποκείμενο καθαυτό, που είναι ταυτόχρονα ίσο και διαφορετικό από μένα. Αν και οι δύο άνθρωποι μπορούν να το επιβεβαιώνουν, τότε έχουμε μια αμοιβαία ισότιμη, συμμετρική διαδικασία αναγνώρισης. Αλλά, ως γνωστόν, στη διαλεκτική κυρίου και δούλου αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο με εξαιρετικά ασύμμετρους, άνισους όρους, τους όρους της κυριαρχίας ή υποταγής. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε μη αμοιβαία αναγνώριση.

Γιατί είναι τόσο στη μόδα από τις αρχές της δεκαετίας του 2000;

Έχει σχέση με αυτό που τότε αποκαλούσα μετα-σοσιαλιστική κατάσταση. Αυτή ήταν μια στιγμή στην ιστορία των μεταπολεμικών κοινωνιών, κατά την οποία η προβληματική της διανεμητικής δικαιοσύνης είχε χάσει την ηγεμονική της ικανότητα να οργανώνει τις συντριπτικά μεγαλύτερες πλειοψηφικές μερίδες των κοινωνικών αγώνων και συγκρούσεων. Μέχρι αυτό το σημείο, στη μεταπολεμική περίοδο, αυτό το αναδιανεμητικό παράδειγμα ήταν ηγεμονικό, και σχεδόν όλη η κοινωνική συζήτηση και διαμάχη είχε οργανωθεί με αυτούς τους όρους. Αυτό σήμαινε ότι πολλά ζητήματα ήταν δύσκολο να εισακουστούν. Πολλοί ισχυρισμοί μπήκαν στο περιθώριο επειδή δεν ταίριαζαν με τη διανεμητική γραμματική. Βασικά, αυτό που τώρα μπορούμε να δούμε εκ των υστέρων είναι ότι η άνοδος της πολιτικής της αναγνώρισης συμπίπτει με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός εκτοπίζει στην πράξη το σοσιαλδημοκρατικό φαντασιακό και επιτίθεται στην εξισωτική διανεμητική δικαιοσύνη, ώστε ολόκληρο το σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο, αν δεν καταρρέει πλήρως, τουλάχιστον ξεφτίζει, παραπαίει, χάνει την ικανότητά του να οργανώνει τον πολιτικό χώρο και συζήτηση, με αποτέλεσμα να δημιουργείται χώρος για διάφορες διεκδικήσεις και αγώνες αναγνώρισης.

Μας δίνετε μερικά παραδείγματα;

Μετά το 1989, μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού και ολόκληρου του σοβιετικού μπλοκ, τι έχουμε; Πολύ σύντομα, την άνοδο του θρησκευτικού ανταγωνισμού, του εθνικού ανταγωνισμού – τώρα πια βρισκόμαστε στο πεδίο της αναγνώρισης, παλιότερα αυτές οι διεκδικήσεις αποκλείονταν. Υπήρξε λοιπόν μια κομμουνιστική εκδοχή της διανεμητικής συζήτησης, η οποία έχει πλέον καταστραφεί. Στη Δύση είναι η απώλεια της σοσιαλδημοκρατικής ηγεμονίας, κάτι που δεν σχετίζεται μόνο με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και με αυτό που συνέβη στα νέα κοινωνικά κινήματα που είχαν ξεπηδήσει τη δεκαετία του 1960. Η Νέα Αριστερά είχε μια ριζοσπαστική, θα μπορούσε μάλιστα να πει κάποιος και αντικαπιταλιστική ηθική, γι’ αυτό επικεντρώθηκε και στην αναδιανομή και την αναγνώριση, θα έλεγα με πολύ ριζοσπαστικούς τρόπους. Αλλά καθώς περνούσαν οι δεκαετίες και το είδος του ριζοσπαστικού αντικαπιταλιστικού πνεύματος της Νέας Αριστεράς άρχισε να ξεθωριάζει, αυτό που έμεινε, τα διάδοχα κινήματα – ένα νέο είδος φεμινισμού, ένα νέο είδος αντιρατσισμού, η πολιτική της σεξουαλικότητας των ΛΟΑΤ κινημάτων – έτειναν  να αγνοούν την οπτική της πολιτικής οικονομίας και να επικεντρώνονται σε ζητήματα τα οποία θα ανέλυα με όρους στάτους ή αναγνώρισης.

Συνδέετε αυτά τα ζητήματα με τις πολιτικές ταυτότητας. Σε ποιο βαθμό είναι υποτιμητικός ο όρος;

Μέρος αυτού που επιχείρησα να κάνω μέσω της ανάλυσής μου ήταν να διαχωρίσω μια πολύ εύκολη ταύτιση μεταξύ πολιτικών ταυτότητας και πολιτικών αναγνώρισης. Έχω προσπαθήσει να πω ότι οι πολιτικές αναγνώρισης αποτελούν μια απολύτως θεμιτή διάσταση της δικαιοσύνης και ότι οι διεκδικήσεις για την υπέρβαση αυτών των αδικιών είναι σημαντικές. Δεν μπορούν απλώς να αναχθούν σε διεκδικήσεις αναδιανομής όπως θα ήθελε ο χυδαίος μαρξισμός. Ήθελα να υπερασπιστώ τη σημασία, τη νομιμότητα, τη σχετική αυτονομία των διεκδικήσεων αναγνώρισης. Όμως, θέλω να δηλώσω ότι υπάρχουν περισσότεροι από ένας τρόποι για να τις κατανοήσουμε – δεν χρειάζεται να είναι μέσω των πολιτικών ταυτότητας. Στην πραγματικότητα, συχνά οι διεκδικήσεις αναγνώρισης παίρνουν τη μορφή των πολιτικών ταυτότητας. Αυτό είναι ατυχές, κατά την άποψή μου. Δημιουργεί ένα σωρό προβλήματα  και συνήθως είναι καλύτερα να αναζητούμε μια μη-ταυτοτική κατανόηση του τι σημαίνει να αγωνιζόμαστε για αναγνώριση.

Τι θα έπρεπε να σημαίνει;

Αυτό για το οποίο θα έπρεπε να αγωνίζεται ένα κίνημα όπως ο φεμινισμός, δεν είναι η ιδέα ότι υπάρχει κάποια ξεχωριστή ταυτότητα ή ηθική της θηλυκότητας που χρειάζεται θετική αναγνώριση, έτσι ώστε να είναι ίση με την αρρενωπότητα. Όχι, θα έλεγα ότι οι πολιτικές αναγνώρισης σε ένα φεμινιστικό κίνημα θα έπρεπε να είναι ένας αγώνας ενάντια στις μορφές άνισου στάτους που συνδέονται με όρους φύλου. Και αυτό αφήνει αρκετά ανοικτό το εάν θα πρέπει να επανεκτιμηθεί «το θηλυκό» ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Γι’ αυτό προσπαθώ να διαχωρίσω τις πολιτικές αναγνώρισης από τις πολιτικές ταυτότητας.

Κοιτάζοντας πίσω, έχω την αίσθηση ότι – διορθώστε με αν πρόκειται για λανθασμένη ανάλυση – έχει υπάρξει μεγάλη πρόοδος σε θέματα αναγνώρισης στις ΗΠΑ, ισότητας στο γάμο και ούτω καθεξής, ακόμη και σε θέματα ορατότητας, για παράδειγμα έχοντας έναν μαύρο πρόεδρο. Υπήρξε πάρα πολύ αναγνώριση και πολύ λίγη έμφαση στην αναδιανομή; Ζούμε σε πολύ άνισες εποχές και αυτό δεν φαίνεται να βελτιώνεται.

Δεν είναι ζήτημα πάρα πολύ ή πολύ λίγο, αλλά το γεγονός ότι δεν έχει υπάρξει ισορροπία. Υπήρξε μια ανισορροπία και μια μονομέρεια. Για παράδειγμα, το gay κίνημα, το ΛΟΑΤ κίνημα, επικεντρώνεται στην ισότητα στο γάμο και την πρόσβαση στη στρατιωτική θητεία. Τώρα, αυτά δεν θα αποτελούσαν την πρώτη μου επιλογή για να αγωνιστώ. Ωστόσο, και τα δύο, κατά έναν ενδιαφέροντα τρόπο, έχουν ένα διανεμητικό στοιχείο. Ο στρατός είναι μία από τις λίγες οδούς για πληρωμένη πανεπιστημιακή εκπαίδευση στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, οπότε υπάρχουν οικονομικά οφέλη σε αυτό. Και το δικαίωμα στο γάμο εμπεριέχει τόσο οικονομικά και κοινωνικά, όσο και συμβολικά οφέλη, όπως αυτό της αναγνώρισης.

Ποιες εναλλακτικές οδούς θα προτιμούσατε;

Λοιπόν, εγώ θα προτιμούσα έναν αγώνα ώστε κάποιες βασικές κοινωνικές παροχές να γίνουν απλώς τα κοινωνικά δικαιώματα όλων των ατόμων, ανεξάρτητα από την οικογενειακή τους κατάσταση, θα προτιμούσα μια κοινωνία που δεν δίνει έμφαση στο ποιος είναι παντρεμένος και ποιος δεν είναι. Αντί να λέμε, «θέλουμε κι εμείς να παντρευτούμε!» γιατί να μην πούμε «θέλω να έχω παροχές υγείας, φορολογικές και όλες τις απαραίτητες παροχές απλώς επειδή είμαι άτομο, πολίτης, κάτοικος που ζει στη χώρα»;

Επειδή θέματα όπως ο γάμος έχουν αναδιανεμητική διάσταση, αλλά δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο στάτους. Αυτός είναι ο λόγος;

Ναι, και η ιστορία με την ισότητα στο γάμο εισάγει τις δικές της επαχθείς συγκρίσεις στάτους, ανάμεσα σε εκείνους που είναι παντρεμένοι και σε εκείνους που δεν είναι και ούτω καθεξής. Δεν χρειάζεται να το ενισχύσουμε αυτό.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 γράφατε σχετικά με το πρόβλημα της «μετατόπισης», διαδικασία κατά την οποία «ζητήματα αναγνώρισης χρησιμοποιούνταν ώστε να περιθωριοποιηθούν και να αποκλειστούν  οι αναδιανεμητικές διεκδικήσεις». Πάλι, έχουν περάσει σχεδόν δύο δεκαετίες από τότε– Ποιος είναι ο απολογισμός σας γι’ αυτή την περίοδο;

Το τοπίο των κοινωνικών συγκρούσεων και διεκδικήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες, τουλάχιστον, είναι πολύ διαφορετικό από όταν έγραφα. Η πιο δραματική απεικόνιση είναι η τρέχουσα προκριματική αναμέτρηση για τις προεδρικές εκλογές, όπου από τη μία πλευρά έχουμε τον Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι ένας «δημοκρατικός  σοσιαλιστής» και ουσιαστικά προτάσσει μια ισχυρή ταξική γραμμή, επικεντρωμένη κυρίως στην αναδιανομή. Υποστηρίζει, παράλληλα τους αξιόλογους προοδευτικούς αγώνες αναγνώρισης, αλλά το πραγματικό κέντρο βάρους είναι το ζήτημα της τάξης των δισεκατομμυριούχων, το ένα τοις εκατό και ούτω καθεξής.

Σας προκαλεί έκπληξη που μπόρεσε να προχωρήσει τόσο πολύ στον προκριματικό κύκλο, δίνοντας έμφαση στο ταξική διάσταση;

Ναι! Είναι απίστευτα αναπάντεχο. Είμαι πολύ χαρούμενη γι ‘αυτό, ποτέ δεν θα το είχα προβλέψει και μου δείχνει, πρώτα απ’ όλα, πόσο έχουμε προχωρήσει από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Το γεγονός ότι μπορείς να χρησιμοποιήσεις τον όρο σοσιαλισμός χωρίς να κουβαλάει αυτό το φορτίο ή να εμπνέει το ίδιο είδος «κόκκινου πανικού» και τρέλας, είναι ενδιαφέρον. Από την άλλη, στην πλευρά του Ντόναλντ Τραμπ, εκεί υπάρχει σίγουρα ένα συγκεκριμένο είδος δεξιού αυταρχικού εθνικιστικού λαϊκισμού, ο οποίος κατά κάποιον τρόπο αναφέρεται στην ταξική προβληματική, αλλά τη  χρωματίζει με έναν ελιτίστικο, σχεδόν ρατσιστικό και σίγουρα εθνικιστικό τρόπο. Έτσι αυτές οι δύο φιγούρες, ενώ διαφέρουν πολύ έντονα όσον αφορά τις πολιτικές αναγνώρισης –καθώς επίσης και στις προγραμματικές τους θέσεις– από την άλλη, και οι δύο εκφράζουν αυτή τη νέα δυναμική που έχει αποκτήσει  το ζήτημα της διανομής. Αυτό είναι κάτι καινούριο, όταν έγραφα στα μέσα της δεκαετίας του 1990 γι ‘αυτό, το θέμα της διανομής ήταν στο περιθώριο και τα πάντα ήταν η αναγνώριση, η αναγνώριση, η αναγνώριση. Δεν ισχύει αυτό πια. Η αναγνώριση δεν εξαφανίζεται και δεν πρέπει να εξαφανιστεί, αλλά νομίζω ότι αναγνώριση και διανομή βρίσκονται πλέον σε μια διαφορετική ισορροπία.

Μιας και αναφέρατε τις εκλογές –Τι γνώμη έχετε για την άλλη υποψήφια στη δημοκρατική πλευρά, την Χίλαρι Κλίντον; Πολλές δευτεροκυματικές φεμινίστριες, όπως η Γκλόρια Στέινεμ, διατείνονται ότι οι γυναίκες θα πρέπει να την υποστηρίξουν γιατί και η ίδια είναι γυναίκα και είναι η φεμινίστρια υποψήφια. Είναι πράγματι;

Μάλλον θα διαφωνήσω. Αλλά συμβαίνει κάτι πολύ ενδιαφέρον. Η Κλίντον είναι γνωστή ως φεμινίστρια εδώ και δεκαετίες, ξεκίνησε την καριέρα της υπερασπιζόμενη παιδιά και γυναίκες, είναι διάσημη για την ομιλία της στα Ηνωμένα Έθνη για το ότι τα γυναικεία δικαιώματα είναι ανθρώπινα δικαιώματα, είναι με συνεπή τρόπο υπέρ της άμβλωσης και ούτω καθεξής. Έτσι, αν όλα αυτά ταιριάζουν με τις διεκδικήσεις αναγνώρισης, αυτή είναι εκεί, και μάλιστα με έναν πιο σαφή και εμφανή τρόπο από ότι ο Σάντερς. Αλλά, από την άλλη πλευρά, τι είδους φεμινισμός είναι αυτός; Η Κλίντον ενσωματώνει ένα συγκεκριμένο είδος νεοφιλελεύθερου φεμινισμού που εστιάζει στο σπάσιμο της γυάλινης οροφής με έξυπνο και ευέλικτο τρόπο, σύμφωνα και με την ιδέα του “lean in” της Σέρυλ Σάντμπεργκ. Αυτή η λογική εστιάζει στην άρση των εμποδίων που αποτρέπουν τις μάλλον προνομιούχες, υψηλού μορφωτικού επιπέδου γυναίκες, με ήδη υψηλό ποσοστό πολιτιστικού και άλλων μορφών κεφαλαίου, να ανέλθουν στις ιεραρχίες της κυβέρνησης και των επιχειρήσεων.

Αυτός είναι ένας φεμινισμός, του οποίου οι κύριες δικαιούχοι είναι μάλλον προνομιούχες γυναίκες, των οποίων η ικανότητα να ανέλθουν βασίζεται κατά μία έννοια στην τεράστια δεξαμενή πολύ χαμηλά αμειβόμενης και επισφαλούς εργασίας φροντίδας, εργασία η οποία είναι συχνά φυλετικοποιημένη και κατά κύριο λόγο γυναικεία.

Και την ίδια στιγμή η Χίλαρι Κλίντον, όπως και ο σύζυγός της, εμπλέκεται με την Wall Street, με την οικονομική απορρύθμιση, και με όλη αυτή την νεοφιλελευθεριοποίηση της οικονομίας. Έτσι, το είδος του φεμινισμού που αντιπροσωπεύει ο Σάντερς έχει καλύτερη πιθανότητα να είναι ο φεμινισμός για όλες τις γυναίκες, για τις φτωχές γυναίκες, για τις μαύρες γυναίκες, για τις γυναίκες της εργατικής τάξης και ούτω καθεξής, και να είναι πιο κοντά στο δικό μου είδος φεμινισμού.

Παρουσιάζεται έναν τρίτο όρο στο βιβλίο σας, όπου δεν μιλάτε μόνο για την αναγνώριση και την αναδιανομή, αλλά προσφέρετε και την εκπροσώπηση. Γιατί αισθάνεστε την ανάγκη να το κάνετε αυτό;

Επειδή θεματοποιεί την ιδέα με σαφή τρόπο ότι εκτός από τα ζητήματα της οικονομικής διανομής από τη μία πλευρά και τα ζητήματα στάτους και αναγνώρισης, από την άλλη, υπάρχουν ένα σωρό άλλα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ίδια την πολιτική ως μια θεμελιώδη διάσταση της κοινωνίας. Και πιστεύω ότι στην εποχή μας, το όλο ζήτημα του ποιος έχει πολιτική ισχύ, σε έναν κόσμο προσφύγων, αιτούντων άσυλο, ανθρώπων χωρίς χαρτιά, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Δεν αφορά ειδικά στην αναγνώριση ή την αναδιανομή, παρόλο που διασταυρώνεται σίγουρα με αυτές τις θεματικές. Αφορά και τη δυνατότητα να έχει κανείς πολιτική φωνή.

Σε ποιο βαθμό αυτά τα ζητήμα υπερβαίνουν τα σύνορα;

Όταν σκέφτομαι την πολιτική φωνή και ποιος την έχει και ποιος δεν την έχει, νομίζω ότι κάποιος πρέπει να σκεφτεί όχι μόνο την περιορισμένη πολιτική κοινότητα ενός συγκεκριμένου έθνους-κράτους, όπως οι ΗΠΑ ή οποιοδήποτε άλλο, αλλά και σε ευρύτερο διεθνές, διακρατικό, παγκόσμιο πλαίσιο. Υπάρχει επίσης το ζήτημα ενός κόσμου στον οποίο τα κράτη έχουν πολύ άνιση εξουσία. Έτσι, ας υποθέσουμε ότι είστε πολίτης, ας πούμε, της Σομαλίας, και έχετε, αν όχι ένα αποτυχημένο κράτος, ένα πολύ αδύναμο κράτος, υπό τον σχεδόν πλήρη έλεγχο μεγάλων παγκόσμιων δυνάμεων ή παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως το ΔΝΤ και ούτω καθεξής – υπάρχουν μεγάλα ζητήματα σχετικά με την πολιτική φωνή που έχουν να κάνουν με αυτό το ευρύτερο επίπεδο· όχι μόνο εντός ενός  κράτος, αλλά στο παγκόσμιο σύστημα ως τέτοιο. Και νομίζω ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε αυτά τα ζητήματα είναι μέσα από την έννοια της εκπροσώπησης. Έτσι, η ιδέα τώρα θα ήταν να σκεφτούμε για τρεις διαστάσεις της δικαιοσύνης – τρεις διαφορετικές μορφές αδικίας, αν θέλετε, την άνιση διανομή, την μη-αναγνώριση και τη στρεβλή ή μη-εκπροσώπηση, ή αλλιώς, τη λανθασμένη πλαισίωση των ζητημάτων της πολιτικής.

Οπότε πως το θα εξηγούσατε αυτό με όρους κοινωνικών κινημάτων ή πολιτικής; Σκέφτομαι την Ευρώπη, για παράδειγμα – Υπάρχει μια συζήτηση σχετικά με το πώς αρθρώνονται οι πολιτικές υποκειμενικότητες, για το αν αυτό μπορεί να συμβεί χωρίς οι πολιτικές ταυτότητας να μπουν σε αναμονή ούτε και να πάρουν τον έλεγχο. Επειδή εισάγετε την έννοια της αναπαράστασης ή της διεθνικότητας, μπορεί κανείς να χτίσει μια συλλογική δύναμη σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο χωρίς να δώσει έμφαση στην ταυτότητα, αλλά δίνοντας έμφαση, για παράδειγμα, στην εκπροσώπηση; Πώς προτείνετε ότι θα μπορούσε να συμβεί;

Λοιπόν νομίζω, για παράδειγμα, ότι η όλη δομή και το πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι εν μέρει ζήτημα εκπροσώπησης. Απλώς και μόνο δυνάμει του γεγονότος ότι τώρα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, στο πλαίσιο της λεγόμενης Τρόικας, έχουν τεράστια εξουσία, τόσο μεγάλη, που είναι σε θέση, μέσω της επιβολής της λιτότητας και ούτω καθεξής, να ακυρώνουν τις εκλογές. Μπορούν να πουν στους Έλληνες, «Δεν με νοιάζει ποιον ψηφίσατε! Δεν μπορείτε να εφαρμόσετε αυτές τις πολιτικές!». Άρα, τα βασικά ζητήματα σχετικά με το που βρίσκεται η πολιτική εξουσία και η πολιτική φωνή, εντοπίζονται στη δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη σχέση της με την παγκόσμια οικονομική τάξη. Αυτά τα θέματα είναι πάνω και πέρα από τα προβλήματα ή ας πούμε ότι εναλλάσσονται με τα προβλήματα της αναγνώρισης και της διανομής. Επειδή υπάρχουν θέματα που έχουν να κάνουν με την αναγνώριση στην Ευρώπη, όταν οι πλουσιότερες χώρες του Βορρά κοιτάνε περιφρονητικά τα PIGS – τις χώρες του Νότου, επειδή τάχα είναι τεμπέληδες και φοροδιαφεύγουν, κ.λπ. Πρόκειται για μια παλιά γνωστή ιστορία αναγνώρισης. Αλλά το σημείο που την καθιστά πραγματικά θανάσιμη είναι το σημείο όπου διασταυρώνεται με το δομικό πρόβλημα της ΕΕ, έτσι ώστε – και φυσικά αυτό έχει να κάνει με τη δημιουργία του ίδιου του Ευρώ – βλέπουμε ότι μπορούν να επιβάλλονται μέτρα λιτότητας ενάντια στη δημοκρατική έκφραση.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο CTXT

Μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

 

Διαβάστε ακόμα

Ο φεμινισμός που το να είσαι “έξυπνη και ευέλικτη” σημαίνει να πατάς πάνω στις άλλες

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

 

Share

Ο αγώνας των καθαριστριών: Όταν η καθαριότητα «βγαίνει στην πόλη»

kathistiki-diamarturia-katharistries-ypoik-638x330

της Δήμητρας Σπανού

Κοντεύει σχεδόν ένας χρόνος από την επίσημη λήξη του αγώνα των καθαριστριών του Υπουργείου Οικονομικών. Πρόκειται για έναν αγώνα που απέκτησε μεγάλη προβολή και συζητήθηκε πολύ στο δημόσιο λόγο, τόσο από το συμμαχικό όσο και από το αντίπαλο στρατόπεδο, γιατί άγγιζε μια σειρά από ζητήματα που απασχολούσαν ανέκαθεν την ελληνική κοινωνία, με χαρακτηριστικότερο εκείνο της μονιμότητας στο δημόσιο. Ταυτόχρονα, αποτέλεσε έναν από εκείνους τους αγώνες που χαρακτήρισαν μια περίοδο κινηματικών αντιστάσεων ενάντια στην εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών, που συνδέεται και με την άνοδο του συριζα στην εξουσία. Το ιδιαίτερο του αγώνα των καθαριστριών ήταν ότι μοιάζει να προέκυψε από το πουθενά. Μερικές γυναίκες από το πιο αόρατο κομμάτι των εργαζομένων και χωρίς προηγούμενη σημαντική συνδικαλιστική εμπειρία διεξήγαγαν έναν εργατικό αγώνα με πρωτόγνωρο πείσμα και αποφασιστικότητα για δύο χρόνια. Αυτές οι ιδιότητές τους, το ότι ήταν γυναίκες, μεγάλες σε ηλικία, καθαρίστριες, συγκέντρωσε μεγάλο θαυμασμό από μεγάλη μερίδα του κινήματος, όπως και τα βέλη των αντιπάλων βέβαια, που απ’ ότι φαίνεται είδαν έναν σε μια χούφτα γυναικών έναν εύκολο στόχο.

Στο συμπυκνωμένο πολιτικό χρόνο της μνημονιακής πραγματικότητας, φαντάζει δυστυχώς δύσκολο να βρεθεί εκείνη η στιγμή που θα μπορούμε να σταθούμε και να πάρουμε μια ανάσα για να αναστοχαστούμε πάνω σε αυτά που έχουν γίνει. Έτσι και στον αγώνα των καθαριστριών, πολλά πράγματα έμειναν να περιμένουν κάποια κατάλληλη στιγμή στο ασαφές μέλλον για να τεθούν. Μια από τις λιγότερο συζητημένες, αλλά μεγάλης σημασίας κατά τη γνώμη μου πτυχές του είναι το ότι έβγαλε από την αφάνεια μια κατά κανόνα αόρατη εργασία, την καθαριότητα, και την τοποθέτησε στο επίκεντρο, όχι μόνο της συζήτησης, αλλά και της ίδιας της πόλης. Η διαρκής παρουσία στο δημόσιο χώρο έφερε στο προσκήνιο το υποκείμενο αυτής της εργασίας, το οποίο έχει φύλο, τάξη, ηλικία, καθώς και ανάγκες, επιθυμίες και προσδοκίες. Εν ολίγοις, η κατάληψη του πεζοδρομίου μπροστά στην πόρτα του Υπουργείου αποκάλυψε μια αρχετυπική γυναικεία εργασία που ακόμα και στις μέρες μας παραμένει αγνοημένη, αόρατη και υποτιμημένη.

Με βάση αυτή την αρκετά γενική παρατήρηση σαν αφετηρία συνομίλησα με κάποιες από τις ίδιες τις πρωταγωνίστριες[1]. Παρότι δεν θεωρώ ότι αυτές οι συζητήσεις έχουν ολοκληρωθεί, θεώρησα σκόπιμο να καταθέσω αυτούς τους προβληματισμούς, όπως σχηματοποιούνται μέσα από τις αφηγήσεις των ίδιων των πρωταγωνιστριών που έστησαν και έφεραν εις πέρας αυτό τον αγώνα. Σε μια συγκυρία που οι έμφυλες επιπτώσεις της κρίσης είναι ορατές –στους δείκτες ανεργίας, στη βία, στο σεξιστικό λόγο- οι γυναίκες δεν το βάζουν κάτω. Βγαίνουν δυναμικά στο προσκήνιο, πολιτικοποιούνται, ριζοσπαστικοποιούνται και διεκδικούν χώρο. Εκεί που θεωρούνταν λιγότερο ενεργές πολιτικά, αρχίζουν πια να αποκτούν ορατότητα στη δημόσια σφαίρα και να οικειοποιούνται το χώρο της πόλης, αναπτύσσοντας πρωτοβουλίες διεκδίκησης και αναλαμβάνοντας δράση για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους. Ίσως ο αγώνας των 595 Καθαριστριών του Υπουργείου Οικονομικών να είναι το χαρακτηριστικότερο ανάμεσα στα πολλά παραδείγματα ενεργούς δράσης των γυναικών. Όλο αυτό δεν έγινε όμως αναίμακτα. Για τις γυναίκες που συμμετείχαν η παραμονή στο δημόσιο χώρο για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα σήμαινε την ανάγκη υπέρβασης ή έστω διαχείρισης μιας σειράς από δυσκολίες και προβλήματα, από τα πολύ απλά μέχρι τα πιο περίπλοκα, που συνδέονται με την ταυτότητά τους ως γυναίκες καθαρίστριες. Παρόλα αυτά, ο χώρος της πόλης προσέφερε αυτές τις δυνατότητες συνεύρεσης και ώσμωσης, χωρίς τις οποίες δεν είναι και τόσο σίγουρο ότι ο αγώνας θα είχε αυτή την επιτυχή έκβαση. Επιπλέον, είναι σε αυτές τις συνθήκες που και οι ίδιες οι πρωταγωνίστριες και οι αλληλέγγυοι/ες που τις πλαισίωσαν ήρθαν σε επαφή βουτώντας στα βαθιά, «έχτισαν χαρακτήρα» και επαναπροσδιόρισαν τις ζωές και τις τροχιές τους.

katharistries

Καθαριότητα, μια αόρατη εργασία

Η καθαριότητα αποτελεί μια από εκείνες τις υπηρεσίες που είναι απολύτως απαραίτητες για τη διατήρηση της καθημερινής ζωής στις σύγχρονες πόλεις. Υπηρεσίες καθαρισμού θα βρούμε σε όλους τους δημόσιους χώρους, σε κάθε κτήριο δημόσιας υπηρεσίας, εμπορίου, αναψυχής και γραφείων, καθώς και σε ιδιωτικούς, σε σπίτια των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων. Παρότι όμως η καθαριότητα αποτελεί «τη μισή αρχοντιά», ως εργασία θεωρείται απαξιωτική και καλύπτεται από έναν αόρατο μανδύα που κρύβει την εκμεταλλευτική φύση της. Αυτή η υποτίμηση αντανακλά τη συσχέτισή της με συγκεκριμένες προκαταλήψεις και στερεότυπα για τον έμφυλο καταμερισμό εργασίας, τη χαμηλή αξία που αποδίδεται στις εργασίες που σχετίζονται με το σπίτι και το νοικοκυριό, καθώς και κοινωνικά στερεότυπα για την ίδια τη φύση της.

Όπως έχει καταδείξει το φεμινιστικό κίνημα, η καθαριότητα είναι ένα από εκείνα τα καθήκοντα που έχουν χαρακτηριστεί ως «αναπαραγωγική εργασία» ή «εργασία φροντίδας» – μαζί με άλλα παρόμοια, όπως τη φροντίδα των παιδιών ή ηλικιωμένων κ.λπ.. Ως τέτοια έχουν συσχετιστεί ιστορικά με το νοικοκυριό, τις γυναίκες και τη «γυναικεία φύση» και έχουν θεωρηθεί «μη παραγωγική» εργασία, σε αντίθεση με την «παραγωγική» αμειβόμενη εκτός σπιτιού. Η αμφισβήτηση από το φεμινιστικό κίνημα της διάκρισης μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας, καθώς και της ύπαρξης παγιωμένων έμφυτων ρόλων για τα φύλα οδήγησε στη σταδιακή άρση αρκετών κοινωνικών φραγμών σχετικά με την εργασία των γυναικών και τη θέση τους στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, παρά τις σημαντικές βελτιώσεις κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, τόσο στην αγορά εργασίας όσο και στα στερεότυπα για τα φύλα στη Δύση γενικότερα και στην Ελλάδα ειδικότερα, παραδοσιακές αντιλήψεις για τον έμφυλο καταμερισμό εργασίας εξακολουθούν να υφίστανται και να επηρεάζουν τόσο τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι γυναίκες εισέρχονται στην αγορά εργασίας όσο και το πώς αξιολογείται η κάθε εργασία.

Επιπλέον, η καθαριότητα ως επάγγελμα αποτελεί τυπικό παράδειγμα «βρώμικης εργασίας» («dirty work»)[2], ανήκει δηλαδή σε μια σειρά καθηκόντων που παρότι είναι αναγκαία, θεωρούνται από την κοινωνία ως δυσάρεστα ή υποτιμητικά και αποτελούν για διάφορους λόγους ταμπού. Αυτά η κοινωνία τα αναθέτει σε συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων, που στη συνέχεια στα μάτια της χαρακτηρίζονται από την εργασία που εκτελούν και έτσι στιγματίζονται –μετατρέπονται σε «βρώμικες» εργάτριες και εργάτες. Η καθαριότητα, εκτός από το ό,τι είναι μια «γυναικεία δουλειά», φέρει λοιπόν και μια σειρά από φορτία λόγω της ενασχόλησης με τη βρωμιά των άλλων και, σε μικρότερο βαθμό, μιας υποτελούς σχέσης. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών χαρακτηρίζεται ως «ανειδίκευτη» και χαμηλού κοινωνικού στάτους, συνδέεται με χαμηλές αμοιβές και θεωρείται ως κατάλληλη για όσες/όσους βρίσκονται σε μειονεκτική θέση στην αγορά εργασίας.

Αυτό που ήρθε να προστεθεί μια προηγούμενη περίοδο στην ελληνική πραγματικότητα ήταν η σύνδεση της καθαριότητας ως επάγγελμα, όπως και άλλων ανάλογων εργασιών, με την εθνικότητα/καταγωγή των υποκειμένων, διευρύνοντας ακόμα περισσότερο και τη συζήτηση για τα πολλαπλά πρόσωπα της καταπίεσης. Αυτό το στοιχείο έγινε ιδιαίτερα εμφανές στην υπόθεση της Κωνσταντίνας Κούνεβα το 2008. Στην περίπτωση των αγωνιζόμενων καθαριστριών αυτό δεν αποτέλεσε κριτήριο, καθότι εργοδότης είναι το Δημόσιο και πρόκειται για παλιές προσλήψεις. Παρόλα αυτά, έχοντας επίγνωση της κατάστασης στην αγορά εργασίας γενικά και του ιδιωτικού τομέα ειδικά, αντιλαμβάνονται ότι αντικατάστασή τους με συνεργεία ουσιαστικά σημαίνει πρόσληψη νεαρότερων γυναικών κυρίως μεταναστευτικής καταγωγής. Εδώ έχει σημασία να ειπωθεί ότι οι συνομιλήτριές μου δεν φαίνεται στα λόγια τους να αντιλαμβάνονται τις καθαρίστριες του ιδιωτικού τομέα ανταγωνιστικά, αλλά ως γυναίκες που εργάζονται σκληρά και υφίστανται μεγάλη εκμετάλλευση από τους εργολάβους. Σε ό,τι αφορά τις αγωνιζόμενες καθαρίστριες, πρόκειται για γυναίκες αρκετά κοντά στη σύνταξη και με περιορισμένες πια δυνατότητες επανένταξης στην, ούτως ή άλλως, τσακισμένη αγορά εργασίας. Το ενδεχόμενο απόλυσης τις γέμιζε με απόγνωση, καθώς για τις περισσότερες αυτή η εργασία είναι το μοναδικό ή έστω το βασικό εισόδημα για τις ίδιες ή και τις οικογένειές τους και η μόνη ευκαιρία για μια σύνταξη στο μέλλον – «έβλεπα ουσιαστικά το θάνατό μου», λέει χαρακτηριστικά μία από τις συνομιλήτριες. Η απόπειρα απόλυσής τους υποδηλώνει την αδιαφορία για το τι θα απογίνουν αυτές οι γυναίκες και φέρει το θλιβερό και βαθύτατα έμφυλο μήνυμα πως στην ηλικία τους μπορούν πια να αποσυρθούν (αλλά για πού;).

Αν και οι παραπάνω αναλύσεις εξηγούν και αιτιολογούν τη δυσχερή θέση στην οποία βρίσκονται οι γυναίκες που εργάζονται στην καθαριότητα, είναι λάθος να αντιμετωπίζουμε τις ίδιες τις καθαρίστριες ως θύματα. Παρότι υπόκεινται σε ένα σύνολο συστημικών φραγμών, οι ίδιες αποτελούν δρώντα υποκείμενα, που αντιλαμβάνονται την κατάστασή τους και αντιδρούν στις προκλήσεις. Αυτό γίνεται εμφανές μέσα από το προφανές, το ότι διεξήγαγαν έναν αγώνα που διήρκησε 22 μήνες, αλλά και μέσα από τον τρόπο που εκφράζονται για το ρόλο που έπαιξε η εργασία ως καθαρίστριες στις ζωές τους. «Όχι, δεν θέλω να πει α την κακομοίρα που δεν έχει δουλειά. Γιατί αυτό δεν το λέω εγώ, δεν το είπα ούτε στον εαυτό μου ποτέ», είναι τα λόγια μιας από τις συνομιλήτριες. Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, για αυτές τις γυναίκες η εργασία στην καθαριότητα σήμαινε τη δυνατότητα να σταθούν στα πόδια τους. Αποτέλεσε δηλαδή έναν τρόπο ανάκτησης ελέγχου και ανεξαρτησίας στις ζωές τους. Μέσα από τις αφηγήσεις τους αφήνουν να εννοηθεί ότι γνωρίζουν πολύ καλά την υποτίμηση που συνοδεύει την εργασία τους, τόσο με τη μορφή διάχυτων στερεοτυπικών αντιλήψεων όσο και γιατί ενδεχομένως έχουν υποστεί κατά καιρούς υποτιμητικές συμπεριφορές μέσα στο χώρο εργασίας τους. Όμως αντιστέκονται στον όποιο στιγματισμό τους και μάλιστα τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν είναι κοινά. Τονίζουν τη χρησιμότητα της δουλειάς τους καθώς και τη δική τους εργατικότητα και εργασιακό ήθος, υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μια δουλειά σαν όλες τις άλλες και φανερώνουν πως αισθάνονται περήφανες. Δεν ντρέπονται και δεν κρύβονται, ενώ αντλούν τουλάχιστον ικανοποίηση από το γεγονός ότι εργάζονται και μπορούν και παρέχουν στις ίδιες και στις οικογένειές τους. Τέλος, η αναγγελία της διαθεσιμότητάς και της πιθανής απόλυσής τους ήρθε χωρίς ουσιαστικό λόγο και αιτία. Δεν είχαν αξιολογηθεί με κάποιο τρόπο ούτε και η δουλειά τους έπαψε να είναι απαραίτητη, άρα δεν προκύπτει από κάπου ότι έπρεπε να απολυθούν. Με βάση και τα παραπάνω λοιπόν γίνονται λίγο πιο σαφείς οι λόγοι που η αρχική σύγχυση και ο φόβος για το τι θα απογίνουν συμπληρώθηκε με θυμό και την επιθυμία να υπερασπιστούν την αξιοπρέπειά τους.

This slideshow requires JavaScript.

Η παρουσία στην πόλη

Στην περίπτωση των 595 Καθαριστριών του Υπουργείου Οικονομικών έχουμε ουσιαστικά έναν εργατικό αγώνα που κυριολεκτικά «βγήκε στην πόλη». Βγαίνοντας στην πόλη και καταλαμβάνοντας κυριολεκτικά και μεταφορικά χώρο, ένα σημαντικό αποτέλεσμα είναι ότι ήρθε στο προσκήνιο αυτή η κατά τ’ άλλα κρυμμένη εργασία και κατέστη ορατή. Ένα σημείο του αγώνα των καθαριστριών στο οποίο αξίζει να σταθούμε λοιπόν είναι ο ρόλος που έπαιξε η διαρκής παρουσία στο κέντρο της πόλης. Ο αστικός χώρος αποτελεί προνομιακό πεδίο για την ανάπτυξη αντιστάσεων και νέων υποκειμένων, καθώς οι αντιστάσεις στις εφαρμοζόμενες πολιτικές μπορεί να αποκτούν ποικίλες μορφές και οργανωτικές δομές, αιτήματα και τακτικές, εντούτοις, αρθρώνονται σε συγκεκριμένους τόπους. Θεωρώντας λοιπόν ότι ο χώρος παράγεται κοινωνικά και δεν αποτελεί απλώς ένα κενό δοχείο[3], ο αστικός χώρος μετατρέπεται τόσο σε αντικείμενο διεκδίκησης όσο και σε μια πηγή δυνατοτήτων και ευκαιριών που διευκολύνουν την οργάνωσή τους. Επιπλέον, καθώς η χωρική οργάνωση είναι αναπόσπαστο μέρος της συγκρότησης των κοινωνικών σχέσεων, το φύλο και οι νοηματοδοτήσεις του δεν μπορούν παρά να κατασκευάζονται χωρικά[4]. Μέσα από αυτές τις πρακτικές τα υποκείμενα δεν χρησιμοποιούν απλώς χώρο, αλλά τον παράγουν και το μετασχηματίζουν. Κατά αυτό τον τρόπο, ο χώρος της πόλης αποτελεί προνομιακό έδαφος για την αμφισβήτηση των κυρίαρχων αντιλήψεων σχετικά με τη λειτουργία της δημοκρατίας, της ισότητας / ανισότητας, της συμμετοχής και της δικαιοσύνης και τη δημιουργία ενός πεδίου για τη διαπραγμάτευση της πολυμορφίας και της διαφορετικότητας.

Ο αγώνας των καθαριστριών ανέπτυξε εμπειρικά ένα σύνολο χωρικών πρακτικών για να αναπληρώσει την έλλειψη ενός αμιγώς «δικού του» χώρου και να καταφέρει να συσπειρώσει τις διάσπαρτες θιγόμενες εργαζόμενες. Οι πρακτικές περιλάμβαναν μπλόκα στα κατά τόπους κτίρια εφοριών, τη διαμαρτυρία έξω από κυβερνητικές εκδηλώσεις, τη δημιουργία δικτύων σε ολόκληρη την χώρα με σκοπό τη σύνδεση τόσο με επαρχιακές πόλεις όσο και με το κίνημα αλληλεγγύης. Κορυφαία στιγμή ήταν η απόφαση κατάληψης του πεζοδρομίου έξω από το Υπουργείο το Μάιο του 2014, λίγα μόλις μέτρα από την πλατεία Συντάγματος. Μέχρι τότε ούτως ή άλλως το Υπουργείο αποτελούσε το βασικό στόχο και το σημείο συνάθροισης των αγωνιζόμενων, οπότε η κατάληψη ήταν μια λογική επιλογή κλιμάκωσης. «Κάποια στιγμή είπαμε δεν φτάνει τώρα ότι είμαστε στο δρόμο κάποιες ώρες και μετά το βράδυ πάμε σπίτια μας. Σκεφτήκαμε ότι θα έπρεπε να κάνουμε κάτι ακόμα πιο δυναμικό και να το κάνουμε μέσα στην πόρτα του Υπουργείου», αναφέρει μια συνομιλήτρια. Η οικειοποίηση του συγκεκριμένου δημόσιου χώρου και η αλλαγή της χρήσης του αποτέλεσαν καθοριστικές τακτικές για την έκβαση του αγώνα. Αμφισβητώντας τη νομική και ηθική εγκυρότητα των πολιτικών της κυβέρνησης μέσω της συγκρότησης ενός «κέντρου αγώνα» μπροστά στην πόρτα του Υπουργείου οι αγωνιζόμενες έκαναν ορατή με τον πιο έντονο τρόπο τόσο στην κυβέρνηση όσο και στην κοινωνία ευρύτερα την αποφασιστικότητά τους. Παρόλα αυτά, ούτε και οι ίδιες ήταν προετοιμασμένες για την έκταση και διάρκεια που θα έπαιρνε η κατάληψη. «Δεν μας περνούσε από το μυαλό ότι θα έπαιρνε τέτοια διάσταση όλο αυτό το πράγμα. Δεν νομίζω πως το φαντάστηκε κανείς. Εμείς βγήκαμε και μετρούσαμε μέρα με τη μέρα. Δεν θεωρούσαμε ότι θα μέναμε, νύχτα τη νύχτα μαζεύαμε. Και λέγαμε άντε και άλλη μια μέρα ακόμα, για αυτό και τις γράφαμε στον πίνακα. Γατί είχαμε τον πανικό ότι αυτό θα τελειώσει, ότι είναι κάτι το οποίο θα το λήξουνε, δεν υπάρχει περίπτωση να το αφήσουνε», αναφέρει ενδεικτικά μια άλλη συνομιλήτρια.

Η «Σκηνή» έμεινε γιατί πρόσφερε μια βάση που μαζικοποίησε τον αγώνα και διευκόλυνε την πλαισίωσή του από περισσότερες κινητοποιήσεις και αλληλέγγυες/ους. Ακόμα και σαν συμβολισμός, η εικόνα ήταν πολύ δυνατή: μέσα στο κτήριο ο Υπουργός και το επιτελείο του κρυμμένοι από τη δημόσια θέα και με την αστυνομία να τους φυλάει, ενώ απέξω απλωνόταν μια καινούρια κατάσταση, ένα πείραμα αλληλεγγύης και δημοκρατίας, ανοιχτό και προσβάσιμο. Αν μέχρι τότε το Υπουργείο λειτουργούσε ως σημείο συνάντησης, αυτό που άλλαξε μετά το στήσιμο της σκηνής ήταν ότι έδωσε τη δυνατότητα σε όλο αυτό τον κόσμο που συνέρρευσε να οικειοποιηθεί με νέους τρόπους το δημόσιο χώρο, να πειραματιστεί και να δοκιμάσει άλλους τρόπους συμβίωσης. Η μεταφορά σε ένα πεζοδρόμιο της καθημερινής ρουτίνας –του φαγητού, του ύπνου, της στοιχειώδους κοινωνικοποίησης- επαναπροσδιόρισε τα όρια μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας και του τι ανήκει πού. Αυτή η διαδικασία ούτε εύκολη ήταν ούτε αναίμακτη, γιατί σήμαινε συγκρούσεις και υπερβάσεις. Ιδίως οι ίδιες οι καθαρίστριες, άνθρωποι μεγάλοι σε ηλικία και με ώριμους χαρακτήρες, κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν εκτός από τις αυθαιρεσίες της εξουσίας και την αστυνομική βία, τις προκλήσεις που έθετε η αδιάκοπη έκθεση και η συνεχής συνύπαρξη με μέχρι πρότινος αγνώστους. Αυτές οι γυναίκες, εκτός από τους δικούς τους φόβους, ανασφάλειες και προκαταλήψεις, έπρεπε να αναμετρηθούν και με το κοινωνικό φορτίο που έφεραν ως γυναίκες καθαρίστριες, δηλαδή παρότι αόρατες εργάτριες, μητέρες και γιαγιάδες, να πείσουν ότι αποτελούν ανθρώπους με δικαιώματα και επιθυμίες. Για τις περισσότερες αυτό δεν ίσχυε μόνο για τον αντίπαλο, αλλά ακόμα και τα πιο οικεία πρόσωπα. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά μια από τις συνομιλήτριές μου, «ήρθε το κρύο, ήρθε η βροχή, δεν ήμασταν προετοιμασμένοι κατάλληλα για το δρόμο- γυρίζαμε στα σπίτια μας και το νερό είχε περάσει στο κορμί σου. Δεν μπορούσες ούτε να καθίσεις στο λεωφορείο, έπρεπε να σταθείς γιατί ήσουν μούσκεμα. Ερχόμασταν στο σπίτι, αντιμετωπίζαμε άλλο πρόβλημα: θα φύγεις πάλι; Και τι θα κερδίσεις βγαίνοντας στο δρόμο; Έχεις εγκαταλείψει τα πάντα». Η Σκηνή αποτέλεσε μια εκτεταμένη άσκηση στην υπομονή και την επίλυση πολιτικών και προσωπικών διαφωνιών, αλλά έστρωσε επίσης και το έδαφος για την καλλιέργεια σχέσεων συντροφικότητας ή ακόμα και φιλίας. Οι ρουτίνες που οργανώθηκαν εκεί κατασκεύασαν ένα νέο τρόπο ύπαρξης στο δημόσιο και αντίληψης της καθημερινής ζωής. Κατά αυτό τον τρόπο, πέρα από τη συμβολική σύγκρουση με τις κυβερνητικές πολιτικές, η κατάληψη έδωσε τη δυνατότητα αμφισβήτησης και επαναπροσδιορισμού των σχέσεων εξουσίας σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, κάτι που με τη σειρά του έδωσε αυτοπεποίθηση στα ίδια τα υποκείμενα τόσο για τη συνέχιση του αγώνα όσο και ευρύτερα.

katharistries_haroula

Ένα τελευταίο σχόλιο

Ο αγώνας των καθαριστριών, ειδικά και μετά το στήσιμο της Σκηνής, αναπτύχθηκε στην πόλη ως μια τακτική για την κλιμάκωση της πίεσης προς την εξουσία στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης διεκδίκησης. Μια παράπλευρη συνέπεια ήταν ότι έφερε στο προσκήνιο μια εργασία που παρότι κατά κοινή ομολογία θεωρείται απολύτως απαραίτητη για τη διατήρηση της καθημερινής ζωής, αντιμετωπίζεται ως δεδομένη και περιβάλλεται από στερεότυπα που την υποτιμούν και την απαξιώνουν. Καταλαμβάνοντας το δημόσιο χώρο και τοποθετώντας τον αγώνα τους στο κέντρο της πόλης, οι καθαρίστριες του Υπουργείου Οικονομικών τράβηξαν λιγάκι και το πέπλο που καθιστά τη δουλειά και τις ανάγκες τους αόρατες. Ο αγώνας τους αμφισβήτησε έτσι, στο μέτρο που του αναλογούσε, κοινωνικές ιεραρχήσεις που ορίζουν ποια θα πρέπει να είναι η θέση αυτών των γυναικών στους πολλαπλούς χώρους της καθημερινότητας, όπως αυτή ορίζεται μέσα από ένα πλέγμα έμφυλων, ταξικών και άλλων σχέσεων εξουσίας. Κατηγοριοποιήσεις όπως εκείνη της «καθαρίστριας» επανανοηματοδοτήθηκαν, υποδεικνύοντας ότι στους συλλογικούς αγώνες βρίσκεται ένα πεδίο δυνατοτήτων για τον επαναπροσδιορισμό και άλλων, αντίστοιχα υποτιμημένων κατηγοριών. Ένα στοίχημα λοιπόν τώρα είναι να πιάσουμε αυτό το νήμα.

 

[1]Το άρθρο προέκυψε μέσα από εις βάθος συνεντεύξεις με πέντε από τις αγωνιζόμενες καθαρίστριες, που διεξήχθησαν μεταξύ Νοέμβρη 2015 και Γενάρη 2016, στα πλαίσια συνεχιζόμενης έρευνας για τη συμμετοχή των γυναικών στα κινήματα που αρθρώνονται στον αστικό χώρο. Τα ονόματά τους δεν αναφέρονται για λόγους δεοντολογίας.

[2]Για περισσότερες πληροφορίες γύρω από την έννοια της «βρώμικης εργασίας» και τη στάση των ίδιων των υποκειμένων απέναντι σε αυτή βλ. Blake E. Ashforth and Glen E. Kreiner, 1999. “How Can You Do It?”: Dirty Work and the Challenge of Constructing a Positive Identity. The Academy of Management Review, Vol. 24, No. 3, pp. 413-434

[3]Βλέπε ενδεικτικά: Lefebvre, H., 1991. The production of space. Oxford UK and Cambridge USA: Blackwell και Lefebvre, H., 1996. The Urban Revolution. Minneapolis: University of Minnesota Press

[4]Massey, D., 1994. Space, place, gender. Minneapolis: University of Minesota Press.

Share

Πώς η Jane Jacobs άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε τις πόλεις

Jane-Jacobs

της Saskia Sassen

Πρωτογνώρισα την Jane Jacobs κάπου στις αρχές της δεκαετίας 1990. Καθόταν στην πρώτη σειρά σε ένα τεράστιο αμφιθέατρο σε μια ωριαία διάλεξή μου στο Τορόντο. Δεν ήξερα ποια ήταν.

Όταν τελείωσα, το πρώτο χέρι που σηκώθηκε – και μάλιστα με θάρρος- ανήκε σε αυτή την ηλικιωμένη κυρία. Τι ωραία, σκέφτηκα, να μια πολίτης που δεν σταμάτησε ποτέ να είναι δραστήρια. Αυτό που βγήκε από τα χείλη της εντούτοις, ήταν μια από τις πιο αιχμηρές κριτικές που είχα ακούσει ποτέ στις μεθόδους μου για την ανάλυση της πόλης -και μάλλον δεν θα ξανακούσω.

Ανέπτυξε μια συλλογιστική γραμμή πολύ διαφορετική από αυτά που συνήθως άκουγα. Επανερχόταν διαρκώς στο ζήτημα του «τόπου» και τη σημασία του κατά το σχεδιασμό αστικών πολιτικών – ιδιαίτερα την απώλεια της γειτονιάς και την εξάλειψη των εμπειριών των κατοίκων. Η συμβολή της έστρεψε τη σκέψη μου στα πιο «μικρά» επίπεδα. Ακόμα και σήμερα εργάζομαι αρκετά πάνω στο ζήτημα της ανάγκης επιστροφής μέρους της εθνικής και αστικής οικονομίας σε τοπικό επίπεδο.

Ίσως τώρα, στην επέτειο για τα 100 χρόνια από τη γέννησή της, θα έπρεπε όλοι μας να αναρωτηθούμε: τι είναι αυτό που η Jane Jacobs μας έκανε να δούμε στην πόλη;

Ο στοχασμός πάνω σε αυτό το ερώτημα με οδηγεί να εστιάσω στις συνθήκες που καθιστούν μια μητρόπολη – την τεράστια ποικιλομορφία των εργατών, τους χώρους που ζουν και εργάζονται, τις πολλαπλές μικρο-οικονομίες που εμπλέκονται. Πολλά από αυτά μοιάζουν ασύνδετα με τη διεθνή πόλη ή ότι ανήκουν σε άλλη εποχή. Μια προσεκτικότερη ματιά, όπως μας ενθαρρύνει η Jacobs, μας θα μας έδειχνε ότι αυτό είναι λάθος.

4027

Η Jacobs μαζί με άλλους διαδηλωτές και διαδηλώτριες έξω από το σταθμό μετρό Pensylvannia στη Νέα Υόρκη, κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας ενάντια στην κατεδάφισή του το 1963. 

Θα μας ζητούσε να κοιτάξουμε τις επιπτώσεις αυτών των μικρό-οικονομιών για την πόλη – για τους ανθρώπους της, τις γειτονιές της και τις οπτικές αρχές που ενέχονται. Θα μας ζητούσε να συλλογιστούμε όλες τις άλλες οικονομίες και χώρους που επηρεάζονται από το μαζικό gentrification της σύγχρονης πόλης – αν μη τι άλλο το αποτέλεσμα, τον εκτοπισμό των μικρών νοικοκυριών και των συνοικιακών προσοδοφόρων επιχειρήσεων.

Πώς βλέπουμε αυτές τις πτυχές που συνήθως καθίστανται αόρατες στις σύγχρονες αφηγήσεις αστικής ανάπτυξης και ανταγωνισμού; Στην αρχή της δεκαετίας 1900 η πόλη αποτελούσε ένα φακό για την κατανόηση μεγαλύτερων διαδικασιών – μισό αιώνα αργότερα όμως είχε χάσει αυτό το ρόλο. Ήταν η Jane Jacobs που μας δίδαξε και πάλι να βλέπουμε την πόλη με έναν πιο βαθύ, πιο σύνθετο τρόπο.

Μας βοήθησε να ξαναδώσουμε έμφαση σε διαστάσεις που συνήθως αποκλείονταν –όχι, εκδιώχνονταν – από τη γενική ανάλυση της οικονομίας των πόλεων. Πράγματι, μπορώ να φανταστώ ότι θα επιβεβαίωνε χωρίς δισταγμό ότι όσο ψηφιακή και διεθνής κι αν γίνει η πόλη μια μέρα, ακόμα και τότε θα πρέπει να «κατασκευάζεται» – και εκεί βρίσκεται και η σημασία του τόπου.

Η πόλη εδώ και πολύ καιρό πια έχει αποτελέσει ένα στρατηγικό πεδίο για τη διερεύνηση σημαντικών θεμάτων με τα οποία έρχεται αντιμέτωπη η κοινωνία. Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, η μελέτη των πόλεων βρισκόταν στην καρδιά της κοινωνιολογίας – κάτι εμφανές στο έργο των Simmel, Weber, Benjamin, Lefebvre και της Σχολής του Σικάγο. Αυτοί οι κοινωνιολόγοι αντιμετώπισαν μαζικές διαδικασίες: την εκβιομηχάνιση, την αστικοποίηση, την αποξένωση και ένα νέο πολιτισμικό μόρφωμα που αποκάλεσαν «αστικότητα». Η μελέτη της πόλης σήμαινε μελέτη των σημαντικών κοινωνικών διεργασιών της εποχής.

Αλλά μέχρι τη δεκαετία 1950, η μελέτη της πόλης είχε σταδιακά χάσει τον προνομιακό της ρόλο ως παραγωγός βασικών αναλυτικών κατηγοριών. Οι κοινωνικές επιστήμες, θα λέγαμε, χάσανε την ικανότητά τους να «βλέπουν» την πόλη και όλα αυτά που την έκαναν ορατή. Όχι όμως και η Jacobs.

Για εκείνη, τα οδοφράγματα – κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά– έπαιξαν ρόλο όχι μόνο ως μέρος του αγώνα για τη διατήρηση ενός από τα παλιότερα μέρη του Μανχάταν, αλλά και ολόκληρης της ανάλυσής της για την αστική οικονομία. Ο παθιασμένος αγώνας της για να προστατέψει το «Village» στο Lower Manhattan ήταν πολύ περισσότερα από την προστασία ενός παλιού αστικού τοπίου (αν και αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να ξεκινήσει έναν αγώνα σε μια πόλη όπως η Νέα Υόρκη, όπου κυριαρχούσαν οι κατασκευαστές που βασικά δεν ενδιαφέρονταν για οπτικές ή νομικές αρχές).

Συζητώντας με τη Jacobs έγινε σαφέστερο ότι οι αγώνες των κοινοτήτων ήταν, για εκείνη, μέρος μιας ευρύτερης αναζήτησης, στην προσπάθειά της να καταλάβει καλύτερα και να αναπτύξει τη σκέψη για το ρόλο των πόλεων στην οικονομία. Ο Richard Sennet, που συχνά βρισκόταν στις διαμαρτυρίες με τη Jacobs, μιλάει για την ήρεμη ορμή της˙ ήταν αδυσώπητη και ύψωνε ο ανάστημά της – παρά το ότι ήταν μικροκαμωμένη και, στο τέλος, ηλικιωμένη.

Γιατί είναι τόσο σημαντικό να ανακτήσουμε την αίσθηση του τόπου, και της παραγωγής, στις αναλύσεις μας για τη διεθνή οικονομία, ειδικά καθώς αυτά συγκροτούνται σε μεγάλες πόλεις; Γιατί μας επιτρέπουν να δούμε την πολλαπλότητα στις οικονομίες και τις κουλτούρες εργασίας στις οποίες ενσωματώνονται οι περιφερειακές, εθνικές και διεθνείς οικονομίες.

Αλλά η Jacobs πήγε πιο ακόμα πιο μακριά. Αυτό που μας έδειξε, κατά βάση, ήταν ότι ο αστικός χώρος είναι η βασική δομική μονάδα αυτών των οικονομιών. Κατανόησε ότι είναι το πλέξιμο πολλαπλών αφηγήσεων που κάνει την πόλη πολύ περισσότερα από το άθροισμα των κατοίκων της ή τα μεγάλα της κτήρια ή την εταιρική της οικονομία.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Guardian

Μετάφραση: Δήμητρα Σπανού

 

Share

Ο φεμινισμός μάχεται κατά της καταπίεσης, όπως ακριβώς και ο αντιρατσισμός!

jane

της Esra Dogan

Ζώντας ως μετανάστρια στην Αθήνα, έχω γίνει μάρτυρας εθνικών/γλωσσικών/θρησκευτικών διακρίσεων και έχω ζήσει με τον διαρκή φόβο του ρατσισμού, ειδικά λόγω της απειλητικής ανόδου/αποδοχής της Χρυσής Αυγής. Μέσα από τις εμπειρίες αυτές, άρχισα να αναγνωρίζω όλο και περισσότερο τη σημασία του αντιρατσιστικού αγώνα.

Ως γυναίκα, σε όλη μου τη ζωή είτε στην Τουρκία είτε στην Ελλάδα είτε αλλού, έχω έρθει αντιμέτωπη με τον σεξισμό και τα μειονεκτήματα του να μην είσαι «άντρας», όχι μόνο ως υποκείμενο στην κοινωνία αλλά και στις προσωπικές μου σχέσεις. Και μέσα από αυτό, έμαθα τη σημασία του φεμινιστικού αγώνα.

Τελικά συνειδητοποίησα ότι ο αγώνας για ισότητα των φύλων είναι εξίσου σημαντικός με τον αγώνα για φυλετική ισότητα. Πράγματι, οι δυο αυτοί αγώνες αλληλοσυνδέονται περισσότερο από όσο θα μπορούσατε να φανταστείτε.

Συγκεκριμένα, ο ρατσισμός βιώνεται διαφορετικά από άτομα διαφορετικού φύλου.  Ομοίως, ο σεξισμός βιώνεται διαφορετικά ανάλογα με τη φυλή κάποιου, ενώ κάποιος που αντιμετωπίζει και ρατσισμό και σεξισμό έχει διαφορετική εμπειρία. Για παράδειγμα, ένας γκέι Αφγανός μετανάστης στην Ελλάδα μπορεί να βιώσει τον ρατσισμό με τρόπο αρκετά διαφορετικό από τους στρέιτ Αφγανούς μετανάστες. Θα βιώσει, επίσης, την ομοφοβία διαφορετικά από έναν Έλληνα γκέι.

Αυτή η διαπλοκή πολλαπλών μορφών διακρίσεων απαντάται στη βιβλιογραφία ως μελέτη της διαπλοκής ταυτοτικών χαρακτηριστικών (intersectionality ή «διαθεματικότητα»), η οποία επιχειρεί να σκιαγραφήσει την καταπίεση ως πολυδιάστατο κοινωνικό φαινόμενο. Η θεωρία της διαπλοκής ταυτοτικών χαρακτηριστικών υποστηρίζει ότι οι εκφάνσεις της καταπίεσης σε μια κοινωνία (όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η ομοφοβία, η τρανσφοβία κ.λπ.) δεν λειτουργούν ανεξάρτητα αλλά αλληλοσυνδέονται και διαμορφώνονται συνεχώς η μια βάσει της άλλης. Η κατανόηση της διαπλοκής αυτής είναι σημαντική, καθώς μας δείχνει γιατί ενδεχομένως να μην αρκεί μόνο η καταπολέμηση του ρατσισμού. Αντιθέτως, πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια σε όλες τις μορφές καταπίεσης στην κοινωνία.

Ο ρατσισμός είναι η άποψη ότι τα μέλη κάθε φυλής διαθέτουν χαρακτηριστικά ή ικανότητες που αποδίδονται αποκλειστικά στη συγκεκριμένη φυλή, μια πεποίθηση που συντελεί στη λανθασμένη ιεράρχηση ων φυλών, θεωρώντας κάποιες «κατώτερες» και κάποιες «ανώτερες» σε σχέση με τις άλλες. Με αυτόν τον τρόπο, ο ρατσισμός λειτουργεί ως θεσμική εξουσία που ευνοεί τη λευκή φυλή. Η πατριαρχία δημιουργεί μια παρόμοια θεσμική εξουσία. Ωστόσο, σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι η φυλή αλλά το φύλο που μετατρέπεται σε εργαλείο καταπίεσης – δημιουργώντας την επονομαζόμενη «ανωτερότητα του ανδρικού φύλου». Τόσο ο φεμινισμός όσο και ο αντιρατσισμός μάχονται για την κατάργηση των άδικων προνομίων που δημιουργούνται μέσα από τις εξουσιαστικές δομές της κοινωνίας.

Ωστόσο, αυτό που με ενοχλεί ως αντιρατσίστρια και φεμινίστρια που ζει στην Αθήνα είναι ότι ενώ ο αντιρατσιστικός ακτιβισμός μου είναι σε γενικές γραμμές καλοδεχούμενος, ο φεμινιστικός ακτιβισμός υπονομεύεται αρκετά.  Συνεχώς παρατηρώ ή συμμετέχω σε ακτιβιστικά κινήματα στην Ελλάδα τα οποία σε μεγάλο βαθμό αποκλείουν το πρόβλημα των άλλων φύλων (γυναίκες, lgbtqi+) και είναι περιορισμένη η αναγνώριση του γεγονότος ότι τέτοιες συμπεριφορές δημιουργούν ασυνέπειες στον αγώνα για ισότητα και ελευθερία όλων.

Όταν λέω «είμαι φεμινίστρια», παίρνω απαντήσεις όπως «δεν είμαι φεμινίστρια αλλά ανθρωπίστρια. Για εμένα η κάθε ζωή μετράει». «Είμαι αντιφεμινιστής, επειδή είμαι υπέρ της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ισότητας για όλους, όχι μόνο για τις γυναίκες.» Όσοι υιοθετούν τέτοιες απόψεις είναι σαφές ότι δεν γνωρίζουν τι σημαίνει φεμινισμός στην πραγματικότητα. Πολύ απλά, φεμινισμός σημαίνει ισότητα για όλους!

Και όσοι ισχυρίζονται ότι είναι κατά του ρατσισμού/εθνικισμού, όσοι προωθούν τις ιδέες του κοινωνικού εξισωτισμού κ.λπ. τείνουν να υποτιμούν την ίδια την ύπαρξη των ανδροκρατούμενων εξουσιαστικών δομών που δημιουργεί η πατριαρχία.

Σε περίπτωση που δεν το έχετε καταλάβει: Το φύλο αποτελεί μια τάξη, μια κατηγορία όπως είναι το χρώμα και η εθνικότητα, η οποία δημιουργεί ανώτερους και προνομιακή μεταχείριση. Επιπλέον, η πατριαρχία κάνει διακρίσεις όχι μόνο κατά των γυναικών αλλά και κατά όλων των άλλων τύπων φύλων που τυχαίνει να μην εμπίπτουν στην κοινωνική τάξη του «αρρενωπού ετεροφυλόφιλου άνδρα».

Άρα, λοιπόν, γιατί οι ακτιβιστές που είναι τόσο ευαίσθητοι σε θέματα φυλετικών/εθνικών/θρησκευτικών προκαταλήψεων και κοινωνικοοοικονομικών διακρίσεων δεν ενσωματώνουν στο πρόγραμμά τους τα φεμινιστικά ιδεώδη και αξίες;

Η απάντηση βρίσκεται εκεί έξω. Το πατριαρχικό σύστημα είναι τόσο βαθιά ριζωμένο στην κοινωνική μάθηση και πολιτισμική συμπεριφορά που βρίσκεται παντού. Βρίσκεται στη γλώσσα μας, στις προσωπικές μας σχέσεις, στις εργασιακές επιλογές μας, στα παιχνίδια των παιδιών μας κ.λπ. Δεν χρειάζεται να πάτε μακριά. Έχετε πιθανότατα δει ανθρώπους που κάνουν σεξιστικά αστεία (π.χ. ξανθιές γυναίκες), που βάζουν ταμπέλες στις γυναίκες με βάση τη σεξουαλικότητά τους (π.χ. τσούλα). Ουσιαστικά όμως δεν υπάρχει καμιά διαφορά μεταξύ της κοροϊδίας ενός άντρα για το χρώμα/εθνικότητά του και μιας γυναίκας για το φύλο/σεξουαλικότητά της.

Το πρόβλημα έγκειται στο ότι η πλειονότητα των ανθρώπων θεωρεί δεδομένο το ανδρικό πλεονέκτημα – δεν νιώθει την ανάγκη να αμφισβητήσει την προνομιακή αυτή μεταχείριση. Η πατριαρχία του σήμερα μας κάνει να πιστεύουμε δυο μύθους ταυτόχρονα. Ο πρώτος μύθος είναι ότι άνδρες και γυναίκες δεν είναι «βιολογικά ίσοι», άρα λοιπόν οι άνδρες είναι προνομιούχοι λόγω των σωματικών τους χαρακτηριστικών. Να θυμίσω εδώ ότι, αν κοιτάξουμε την ιστορία, παρόμοια επιχειρήματα περί «βιολογικών διαφορών» χρησιμοποιήθηκαν και από τους λευκούς ενάντια στους μαύρους, καθώς οι λευκοί θεωρούνται διανοητικά ανώτεροι και άξιοι «να τους υπηρετούν» ενώ οι μαύροι σωματικά ικανοί «να υπηρετούν».

Ο δεύτερος μύθος είναι ότι υφίσταται ήδη ισότητα ως προς τα νομικά δικαιώματα και τις συνθήκες εργασίας, άρα «τι άλλο μπορεί να θέλει μια φεμινίστρια»; Ωστόσο, η νομοθεσία λέει επίσης ότι ούτε ο ρατσισμός γίνεται ανεκτός στην Ελλάδα (όπως και σε πολλές άλλες χώρες), πράγμα που φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ρατσισμός. Παρομοίως, το ζήτημα της πατριαρχίας και της ανισότητας των φύλων δεν λύνεται απλά διατυπώνοντας ότι οι «γυναίκες έχουν τα ίδια πολιτικά και κοινωνικοοικονομικά δικαιώματα». Εμείς, οι γυναίκες, μπορούμε να εργαστούμε, να ψηφίσουμε και να εκλεχθούμε. Αν το θέλαμε πραγματικά, θα μπορούσε κάποια από εμάς να είναι Πρόεδρος της Ελλάδας, της Τουρκίας, του ΗΒ κ.λπ. Σίγουρα!

Αναμφίβολα, σε κοινωνίες όπου τα μέσα ενημέρωσης είναι ακόμα ανδροκρατούμενα, όπως είναι και η κρατική διακυβέρνηση, το εκπαιδευτικό σύστημα και οι οικογενειακές δομές, δεν αποτελεί έκπληξη ότι ο φεμινισμός συνοδεύεται από «αρνητικές συνυποδηλώσεις», χάρη σε αβάσιμα επιχειρήματα και μύθους εναντίον του.

Πολλοί αντιφεμινιστές έχουν «επινοήσει» τα δικά τους παράλογα επιχειρήματα, με γενικεύσεις που προέρχονται από το πολύ ευρύ φεμινιστικό κίνημα και καλλιεργώντας παρανοήσεις για να υπονομεύσουν το φεμινιστικό κίνημα.

Ακολουθούν κάποιες από αυτές τις παρανοήσεις που ακούγονται συχνά: «Οι φεμινίστριες μισούν τους άντρες!» ή «Ο φεμινισμός στερεοτυπικά χαρακτηρίζει όλους τους άντρες ως σεξιστές» ή «Ο φεμινισμός είναι μόνο για τις γυναίκες» ή «Ακόμα και κάποιες γυναίκες λένε ότι ο φεμινισμός είναι κακός» ή «Οι φεμινίστριες είναι κατά του σεξ, του γάμου, της μητρότητας» κ.λπ. Έχω συναντήσει και ανθρώπους που πιστεύουν ειλικρινά ότι όλες οι φεμινίστριες είναι λεσβίες και θέλουν έναν κόσμο μόνο με γυναίκες! Χωρίς πλάκα τώρα.

Ο φεμινισμός δεν προωθεί το «μίσος» αλλά την «αγάπη» επί ίσοις όροις

Οι φεμινίστριες δεν μισούμε τους άντρες. Μισούμε τις ιδέες περί ανδρικής ανωτερότητας και τη συνέχιση της προαιώνιας δυσανάλογης εξουσίας που δίνεται στους άντρες. Δεν είμαστε κατά του σεξ αλλά κατά της σεξουαλικής υποδούλωσης και της πορνοποίησης του γυναικείου σώματος. Ο φεμινισμός δεν είναι κατά του γάμου και της μητρότητας αλλά κατά του γάμου όταν νοείται ως θεσμός καταπίεσης των γυναικών σε συγκεκριμένους «υποχρεωτικούς» ρόλους, όπως η φροντίδα των παιδιών και του νοικοκυριού, σε βαθμό αναντίστοιχο με τους άντρες. Συνεπώς, ο φεμινισμός δεν επιδιώκει την κατάργηση της οικογένειας αλλά τον επαναπροσδιορισμό της. Όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των φύλων, ο φεμινισμός δεν προωθεί το «μίσος» αλλά την «αγάπη» επί ίσοις όροις.

Συνεπώς, γενικά ο φεμινισμός αγωνίζεται ενάντια στον σεξισμό – δηλαδή τη διάκριση βάση φύλου – καθώς και τους ρόλους φύλου που έχουν δημιουργηθεί εξαιτίας της θεσμικής εξουσίας που κατέχουν οι άντρες. Ο φεμινισμός αγωνίζεται ενάντια στον μισογυνισμό, ο οποίος μπορεί να εκδηλωθεί με την υποτίμηση των γυναικών, τη βία απέναντί τους, τη σεξουαλική αντικειμενοποίησή τους κ.λπ. Ως φεμινίστριες/-στές, θέλουμε να καταρρίψουμε το πατριαρχικό κοινωνικό σύστημα που καταπιέζει τις γυναίκες, τους διεμφυλικούς, τους παμφυλικούς κ.λπ.

Είσαι κατά του μισογυνισμού, της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας; Πρέπει οι γυναίκες και οι LGBTQI+ να αισθάνονται ασφαλείς, ίσοι και ελεύθεροι στην κοινωνία; Πιστεύεις ότι όλοι ανεξαρτήτως φύλου πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες εκπαίδευσης και εργασίας, καθώς και ίση αμοιβή; Αν απάντησες «ναι», είσαι φεμινιστής/-στρια. Τελεία. Δεν υπάρχει «ναι, αλλά…».

Ναι, γνωρίζω ότι πολλοί γύρω μου είναι σκεπτικοί ως προς τον φεμινισμό λόγω του γεγονότος ότι ο λευκός φεμινισμός αγνοεί την ίδια την ύπαρξη του ρατσισμού. Αυτό που ενδεχομένως δεν γνωρίζετε εσείς είναι ότι ιστορικά οι φεμινίστριες που υποστηρίζουν τη θεωρία των πολλαπλών διακρίσεων προωθούν τη σημασία του αγώνα κατά του ρατσισμού, αμφισβητώντας τη στάση των Λευκών Φεμινιστριών.

Με τον όρο Λευκές Φεμινίστριες δεν εννοούμε φεμινίστριες από τη λευκή φυλή αλλά όσες ενστερνίζονται φεμινιστικές απόψεις ενώ ταυτόχρονα αγνοούν την ύπαρξη προνομίων για τους λευκούς. Κάποιες μοιάζουν κολλημένες στην τοξική άποψη ότι τα ζητήματα των εθνικών και ρατσιστικών διακρίσεων θα επιλυθούν αν διασφαλιστεί η ισότητα των φύλων.

Αυτή η στάση δεν διαφέρει πολύ από τη στάση εκείνων που αγνοούν τα προνόμια του αντρικού φύλου που εξασφαλίζει η πατριαρχική κοινωνία. Έτσι, λοιπόν, κάποιοι «αντιρατσιστές αλλά όχι φεμινιστές» – όπως αυτοαποκαλούνται – διαιωνίζουν την ύπαρξη δύο μέτρων και δύο σταθμών στη συζήτηση για τα ζητήματα φύλου.

Και οι δύο αυτές κατηγορίες ατόμων είναι υποκριτές!

Δεν έχει έρθει η ώρα να βγείτε από το καβούκι σας, να καταρρίψετε τα δύο μέτρα και δύο σταθμά και να αποδεχτείτε ότι δεν μπορούμε να αρνηθούμε τόσο την ύπαρξη των αντρικών προνομίων/της καταπίεσης βάσει φύλου όσο και την παράλληλη ύπαρξη των λευκών προνομίων/των φυλετικών και εθνικών διακρίσεων; Δεν έχει έρθει η ώρα να συνειδητοποιήσετε ότι ο φεμινισμός μάχεται κατά της καταπίεσης, όπως και ο αντιρατσισμός, και ότι η φεμινιστική αντίσταση είναι απαραίτητη για την ενίσχυση του αγώνα κατά του έμφυλου ρατσισμού που αντιμετωπίζει καθημερινά μια μετανάστρια σαν εμένα;

 

 

Share

Ρεσιτάλ πατερναλισμού με αφορμή μια παρέλαση

parelasi-mantila

της Δήμητρας Σπανού

Πραγματικά με ενοχλεί που όλοι έχουν άποψη για τις γυναίκες στις παρελάσεις. Τη μια είναι τα μίνι, την άλλη είναι η ξανθιά δασκάλα, τώρα είναι η μαντίλα. Το ότι οι παρελάσεις είναι δημόσιο θέαμα δίνει το άλλοθι σε πάσης φύσης σχολιαστές να ξεσαλώνουν. Όλοι έχουν την αποψάρα τους για το μήκος της φούστας, πόσο ξέκωλα είναι σήμερα τα κορίτσια κτλ., λες και δεν είναι άνθρωποι αλλά παγκάκια σε μια πλατεία και συζητάμε αν έχουν ωραίο ντιζάιν ή όχι. Βέβαια, όλα ξεκινάνε από τα σώματα, για να προχωρήσουν και σε ανάλογους χαρακτηρισμούς για την προσωπικότητα των γυναικών και υποθέσεις για τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας. Βγαίνουν λοιπόν οι μεζούρες για να μας πουν ότι κάποια θα είναι πιο «πουτανάκι», άλλη θα είναι πιο «ξενέρωτη», η δασκάλα που «τι διάολο μαθαίνει στα παιδιά μας» κοκ. Σε κάθε παρέλαση καταλήγουμε να στιγματίζουμε ανθρώπους επιδοκιμάζοντας συγκεκριμένες συμπεριφορές έναντι άλλων, ανάλογα με το πόσο ταιριάζουν σε αυτά που θεωρούμε «αποδεκτά». Μια διαδικασία που εντέλει επιβεβαιώνει το αντρικό βλέμμα και την πατριαρχική κυριαρχία.

Σαν να μην έφτανε αυτό όμως, σε κάθε παρέλαση βρίσκει έδαφος να εκφραστεί και ο κάθε εθνοπατριώτης, που στα κοριτσάκια ψάχνει να δει απροστάτευτα γυναικόπαιδα και τις μελλοντικές μητέρες του έθνους. Τώρα δε και λόγω της συγκυρίας, η παρέλαση μιας μαθήτριας με μαντίλα θεωρήθηκε για αυτούς ευκαιρία να εκφράσουν την ισλαμοφοβία τους και να προβληθούν σαν προστάτες του «έθνους μας» από τον κίνδυνο εξισλαμισμού. Σου λένε, σήμερα είναι μια μαντίλα, αύριο όμως, με τόσους πρόσφυγες, θα εξισλαμιστούμε, πάνε και οι γυναίκες μας κτλ κτλ.. Ε, όχι! Δεν θα παίζουνε τα παιχνίδια τους πάνω στα γυναικεία σώματα. Οι ιδέες τους δεν έχουν καμία σχέση με την προστασία των γυναικών και τα δικαιώματά μας, ούτε καν με την ίδια τη μαντίλα, αλλά με την παγίωση της επιθετικής αρρενωπότητας, των προνομίων και εξουσιών τους.

Βέβαια, πρέπει να πούμε ότι και διάφοροι αριστεροί εδώ και εκεί πολλές φορές εκφράζουν αρκετά προβληματικές απόψεις επίσης. Βασισμένοι σε μια μονοσήμαντη ερμηνεία της μαντίλας ως συμβόλου καταπίεσης λόγω της επιβολής της από συγκεκριμένα καθεστώτα σε συγκεκριμένα χωρικά πλαίσια, αδυνατούν να διακρίνουν διαφορετικές προσεγγίσεις πέρα από την κάθετη άρνηση. Όμως, αυτή η αντιμετώπιση αποφεύγει να δει το πρόβλημα στην ουσία, που δεν είναι το ρούχο, αλλά οι σχέσεις εξουσίας, που έχουν γεωγραφία και ιστορία, καθώς και φύλο. Κατά τη γνώμη μου, αυτό αποτυπώνει μια προβληματική πολιτικοποίηση που ισοπεδώνει την υπαρκτή διαφορετικότητα στο όνομα μιας αόριστης καθολικότητας, ενώ κρύβει εξίσου πατερναλιστικές αντιλήψεις και δυτική υπεροψία. Επιπλέον, επιβεβαιώνει αυτό που ειδικά οι αριστερές φεμινίστριες λέγαμε πάντα, ότι κανένας πολιτικός χώρος δεν είναι απαλλαγμένος από την πατριαρχία, για αυτό και χρειάζεται διαρκής πάλη και στο εσωτερικό μας.

Προσωπικά, δυσκολεύομαι να δω τη μαντίλα απαλλαγμένη από τις πατριαρχικές της συνδηλώσεις και να καταλάβω όσες γυναίκες ισχυρίζονται ότι τη φοράνε από επιλογή. Πρόκειται σίγουρα για μια συζήτηση χωρίς τέλος, κυρίως όμως αναρωτιέμαι και τι νόημα έχει. Αυτό που βλέπουμε είναι ότι ένα γυναικείο ρούχο μετατρέπεται σε σύμβολο και ως τέτοιο νοηματοδοτείται διαρκώς από διάφορες πλευρές, μέχρι που καταλήγουμε να συζητάμε για το ίδιο το σύμβολο τοποθετημένο στη σφαίρα των ιδεών και μόνο, αυτονομημένα από κάθε κοινωνική πραγματικότητα. Και μετά εμπλέκουμε και τις γυναίκες σε αυτό. Συνήθως οι συζητήσεις για τη μαντίλα, όπως αυτή που παρακολουθούμε με αφορμή την παρέλαση, διεξάγονται ουσιαστικά γιατί κάποιοι θεωρούν ότι τους επιτρέπεται να μας υποδείξουν τι μας καταπιέζει και τι όχι, πότε και πού, ή ακόμα και ότι κάτι δεν μας καταπιέζει και το έχουμε δει στραβά. Κάπως έτσι καταλήγουμε στην επικίνδυνη άνεση που αισθάνονται διάφοροι να κουνάνε το χέρι και να κάνουν υποδείξεις, είτε γιατί μια γυναίκα φοράει είτε δεν φοράει μαντήλα, και να χρησιμοποιούν τις γυναίκες ως δικαιολογία ή επιχείρημα για τις ατζέντες τους. Τα γυναικεία σώματα στο δημόσιο χώρο αντικειμενοποιούνται και εργαλειοποιούνται για να αποτελέσουν πεδία άσκησης πολιτικών. Όταν ακόμα και στην Ελλάδα, πολλά ανήλικα κορίτσια κινδυνεύουν να παντρευτούν παρά τη θέλησή τους, ενώ υπάρχουν παντρεμένες γυναίκες που δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα (ή πρόσβαση) στο διαζύγιο με την πλειοψηφία των Ελληνίδων, καταλαβαίνουμε πόσο υποκριτικό είναι να ασχολούμαστε, δήθεν επειδή μας καίει η ισότητα των φύλων, με το αν φοράνε ή όχι μαντίλα και δει στις παρελάσεις; Ας φτάσουμε στο να έχουμε όλες οι γυναίκες ίσες ευκαιρίες στη ζωή μας και να αμειβόμαστε το ίδιο με τους άντρες, να μπορούμε να εκφράσουμε τη διαφορετικότητά μας, να μην είμαστε σεξουαλικοποιημένα αντικείμενα ή μηχανές αναπαραγωγής και μετά συζητάμε, ακούγοντας κυρίως τι λένε οι ίδιες οι μουσουλμάνες γυναίκες, υπέρ ή κατά, και για τη μαντίλα.

 

Διαβάστε ακόμα

Αποδομεί η εμφάνιση της ξανθιάς δασκάλας το θεσμό των παρελάσεων;

Μουσουλμάνες γυναίκες: τα πρώτα θύματα της ισλαμοφοβίας

Με το μάτι του εγγαστρίμυθου

 

Share

Έχει και ο ΣΥΡΙΖΑ τις Μαριάννες και τους Σάκηδές του

refug-women

της Λίνας Φιλοπούλου

Πληροφορηθήκαμε ότι το Τμήμα Φεμινιστικής Πολιτικής/Φύλου και η νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ, του κυβερνώντος κόμματος για να μην ξεχνιόμαστε, διοργανώνουν εκδήλωση αφιερωμένη στις γυναίκες πρόσφυγες στις 8 Μάρτη στο λιμάνι του Πειραιά. Όπως αναφέρουν, θα σχηματίσουν ανθρώπινη αλυσίδα με σύνθημα, «διασχίζουμε τα σύνορα του σεξισμού, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας».

Σε ανακοίνωσή της η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων κάνει έκκληση για συγκέντρωση ειδών πρώτης ανάγκης για να σταθούν στο πλάι των γυναικών και των παιδιών τους. Τονίζει μάλιστα ότι «η συνεισφορά όλων μας είναι ιδιαίτερα σημαντική, στην προσπάθειά μας να δείξουμε την αλληλεγγύη μας, να μη χάσουμε την ανθρωπιά μας και να σταθούμε άξιες και άξιοι των προσδοκιών χιλιάδων μητέρων και παιδιών προσφύγων που μας χρειάζονται αυτή την ώρα».

Κρίμα που δεν θα είμαστε την Τρίτη στο λιμάνι του Πειραιά να παρακολουθήσουμε την κυβερνητική φιέστα για τους πρόσφυγες. Είμαστε σίγουρες όμως ότι τα κανάλια, που πασχίζουν για να κατοχυρώσουν μια τηλεοπτική άδεια, θα σπεύσουν να καταγράψουν αυτή την «κίνηση αλληλεγγύης», όπως θα σπεύσουν και κάποιες φιλεύσπλαχνες βουλεύτριες του ΣΥΡΙΖΑ να πουν ότι φιλοξενούν οικογένειες προσφύγων για να κερδίσουν λίγη ακόμα δημοσιότητα και αυτοπροβολή. Μετά από τόσο καιρό που διαδραματίζεται αυτή η ανθρωπιστική προσφυγική κρίση – την οποία προσπαθούν να διαχειριστούν όπως μπορούν τα κινήματα γνήσιας αλληλεγγύης και υποστήριξης των προσφύγων – δεν είναι ώρες για συμβολικές κινήσεις. Το κυβερνητικό κόμμα στο οποίο ανήκουν είναι εντελώς απόν όλο αυτό το διάστημα όχι μόνο αφήνοντας την κατάσταση να γίνει ανεξέλεγκτη αλλά και επιτρέποντας την εμπλοκή του στρατού και του ΝΑΤΟ σύμφωνα με το δόγμα «η ασφάλεια είναι αλληλεγγύη και ανθρωπισμός».

 

Share

Το όχι σημαίνει όχι: κοιτώντας πίσω στο 2015

oxi-oxi

της Λίνας Φιλοπούλου

Σίγουρα θα το θυμόμαστε για πολύ καιρό το 2015. Η καθεμιά και ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Σίγουρα όμως γιατί μας υποσχέθηκε τόσα πολλά και μας πήρε πίσω επίσης τόσα πολλά. Θα σταθώ όμως στην πιο κορυφαία, για μένα, στιγμή όχι μόνο της χρονιάς που – επιτέλους – πέρασε, αλλά θα έλεγα συνολικά της μνημονιακής περιόδου. Μια πραγματικά συγκλονιστική εβδομάδα που θα μας σημαδεύει για πολλά ακόμα χρόνια.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή όμως. Η ελληνική κοινωνία παρά τον φόβο που επικράτησε τη βδομάδα του δημοψηφίσματος λόγω των κλειστών τραπεζών και των capital controls, αλλά και της ασύδοτης προπαγάνδας και τρομοκρατίας των συστημικών μέσων ενημέρωσης, έδωσε μια ηχηρή και αδιαμφισβήτητη απάντηση με κάθε τρόπο ενάντια στη λιτότητα που επιφέρουν οι μνημονιακές πολιτικές, ήδη από το βράδυ της Παρασκευής στη μεγαλειώδη συγκέντρωση στο Σύνταγμα υπέρ του ΟΧΙ. Την Κυριακή της 5ης Ιουλίου η κάλπη έβγαλε ένα εκκωφαντικό και ταξικό ΟΧΙ στη συνέχιση των πολιτικών λιτότητας. Ήταν μια μεγαλειώδης νίκη και δικαίωση του κινήματος αντίστασης και των εργαζόμενων.

Και αμέσως μετά ήρθαν οι μέλισσες…

Πριν καλά καλά περάσουν λίγες ώρες από την επίσημη ανακοίνωση του αποτελέσματος και πριν καλά καλά προλάβουμε να χαρούμε για την παραίτηση Σαμαρά, ο πρωθυπουργός της χώρας ανακοίνωσε τη σύγκληση του συμβουλίου των ηττημένων από το δημοψήφισμα πολιτικών αρχηγών για την επόμενη μέρα. Αμέσως καταλάβαμε τι θα σήμαινε αυτό. Μάλιστα δεν άργησε να ακολουθήσει η συμφωνία της 13ης Ιουλίου, τα προαπαιτούμενα και τελικά η ψήφιση του τρίτου μνημονίου παραμονή δεκαπενταύγουστου και με επείγουσες διαδικασίες από την «πρώτη φορά αριστερή» κυβέρνηση.

Πολλά έχουν γραφτεί για τα γεγονότα του καλοκαιριού. Θα ήθελα ωστόσο να παρουσιάσω μια άλλη ανάγνωση αυτών των γεγονότων λαμβάνοντας υπόψη την πατριαρχική κοινωνία και τον πατερναλισμό της εξουσίας. Δεν ξέρω πόσες και πόσοι κάνατε το συνειρμό ανάμεσα στη μετατροπή του ΟΧΙ του δημοψηφίσματος σε ΝΑΙ και στο ΟΧΙ που λέει η γυναίκα σε έναν βιασμό που μετατρέπεται – από τον βιαστή αλλά και από την κοινωνία – σε ΙΣΩΣ και τελικά σε ΝΑΙ. Αναρωτιέμαι πόσες και πόσοι θεωρούν και αυτή την κυβέρνηση ως θύτη μιας ολόκληρης κοινωνίας, που αν και έδωσε τη δυνατότητα στο λαό να γίνει μέτοχος και να πάρει την τύχη του στα χέρια του, ήταν εκείνη που τελικά θα έπαιρνε την τελική απόφαση, σαν ένας άλλος αφέντης που καταδυναστεύει τη ζωή μας. Αυτό που συνέβη εδώ είναι μια ακραία άσκηση εξουσίας μιας μικρής ανδροκρατούμενης ομάδας απέναντι σε μια ολόκληρη κοινωνία που συνδέεται ακριβώς με αυτό που ονομάζουμε κουλτούρα του βιασμού. Η ευθύνη για όλα αυτά τα γεγονότα, που είναι συνέπεια ενός πολιτικού σχεδίου που ηττήθηκε, μετατείθεται στην κοινωνία. Όπως και η ευθύνη για το βιασμό μιας γυναίκας μετατείθεται στην ίδια την γυναίκα (τα γνωστά, γιατί κυκλοφορείς έξω μόνη σου τα βράδια, η φούστα σου είναι κοντή άρα πήγαινες γυρεύοντας, κάτι έκανες κι εσύ για να προκαλέσεις τέλος πάντων, κλπ, κλπ). Εκτός αν δεν επιζήσει. Μόνο τότε δέχεται η κοινωνία το αποτρόπαιο αυτό έγκλημα επιβολής εξουσίας πάνω στο γυναικείο σώμα. Η ελληνική κοινωνία όμως συνεχίζει να επιβιώνει, άρα θα πρέπει να αναλάβει και την ευθύνη των συνεπειών μιας εξουσίας που ασκούν κάποιοι άλλοι.

Η ηγεσία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ υιοθέτησε χωρίς δεύτερη σκέψη αυτή την κουλτούρα όταν δεν ήρθε το αποτέλεσμα που ενδόμυχα επιθυμούσε για να βρει την κατάλληλη δικαιολογία να προχωρήσει με το σχέδιό της. Είναι ακριβώς αυτή η φυσικοποίηση του βιασμού στην ελληνική κοινωνία που επιτρέπει στην ηγεσία αυτής της κυβέρνησης, αυτών των βιαστών της λαϊκής ετυμηγορίας – όπως άλλωστε και των προηγούμενων κυβερνήσεων – να μην τους αμφισβητηθεί η εξουσία και να μείνουν ατιμώρητοι γι’ αυτό το έγκλημα. Είναι και αυτό μια επιπλέον ερμηνεία στο ότι θεωρήθηκε άξιο θαυμασμού και σεβασμού ότι ο Τσίπρας μετέτρεψε το όχι σε ναι και επιβραβεύτηκε μάλιστα γι’ αυτή του την πράξη στις εκλογές του Σεπτέμβρη από τόσο κόσμο, άντρες και γυναίκες.

Προσωπικά είμαι απολύτως σίγουρη ότι δεν επέτρεψα σε κανέναν να θεωρήσει ότι υπήρχε το παραμικρό περιθώριο να εννοηθεί διαφορετικά το ΟΧΙ που βροντοφώναξα στις 5 Ιουλίου. Ξέρω επίσης πολύ καλά ότι το 2016, και για όσο χρειαστεί, πρέπει όλες και όλοι να ξεσηκωθούμε για να σταματήσουμε αυτή τη σιωπηρή συναίνεση και ανοχή απέναντι σε κάθε επιβολή εξουσίας και σε κάθε πράξη και πολιτική που μας καταπιέζει για να μπορέσουμε κάποια στιγμή να δημιουργήσουμε μια κοινωνία ελευθερίας και δικαιοσύνης.

 

Share

Καλή νοικοκυρά είναι εκείνη που μαγειρεύει συλλογικά

Kitchen-Getty

της Δήμητρας Σπανού

Ανήμερα Χριστούγεννα έκανα το μοιραίο λάθος να ανοίξω την τηλεόραση μετά από πολύ καιρό, για να πέσω πάνω σε εκπομπές μαγειρικής.

Μεγάλη γκλαμουριά. Άντρες και γυναίκες σεφ, μόνοι ή με παρέα, χτυπάγανε φαγώσιμα σε υπερσύγχρονα μίξερ και βουτυρώνανε ταψιά, για να φτιάξουν είτε κάτι με περίεργο όνομα είτε “σύγχρονες εκδοχές κλασικών φαγητών” ή κάτι “εύκολο και γρήγορο για όλη την οικογένεια”. Οι κουζίνες πεντακάθαρες, τακτοποιημένες, μοιάζανε λες και μπορείς να φας από το πάτωμα. Ευρύχωρες, με πάγκους που πάντοτε περισσεύουν και ποτέ δεν γεμίζουν και έναν νεροχύτη που ποτέ δεν έχει άπλυτα. Με πανάκριβο εξοπλισμό και “πρώτες ύλες” που συνήθως δεν βρίσκεις στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς. Πρωταγωνιστές είναι άλλοτε κυρίες με λουκ κομμωτηρίου και άλλοτε κύριοι με εξίσου ακούνητο το μαλλί-χωρίστρα, που όλα τα βρίσκουν θεϊκά και εύκολα και δίνουν οδηγίες στις νοικοκυρές με την άνεση της βαθιάς σοφίας τους γύρω από το φαΐ. Ψεύτικο σκηνικό, ψεύτικη χαρά. Ένα γλαστράκι στο φόντο ή κάποιο στολίδι, μέρες που είναι, προσπαθεί να σπάσει την αίσθηση του σκηνικού.

Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω σε ποιά σπιτικά ζουν αυτές οι χαρωπές νοικοκυρές. Κι όμως, βλέπω φίλες κατά καιρούς να προσπαθούν να μετουσιωθούν σε Βέφες του 21ου αιώνα. Με τάμπλετ και ποδιές με χαριτωμενιές, βέβαια. Που ξυπνάνε χάραμα για να φτιάξουν τα καπκέικ για το κυριακάτικο μπρέκφαστ με τον καλό τους- και τη Δευτέρα χτυπιούνται στο ελλειπτικό για να τα χάσουν. Που εφευρίσκουν τρόπους για να μην χαλάει το νύχι όταν πλένουν τα ζαρζαβατικά και προσπαθούν να τελειοποιήσουν την τέχνη του να είναι περιποιημένες ενώ κάνουν τις νοικοκυρές. Σε στενόχωρες κουζίνες, με τα μαχαίρια του ΙΚΕΑ.

Ακόμα και σήμερα που αποκτήσαμε πια συλλογικές εμπειρίες από το δρόμο, που ενώσαμε τις φωνές μας ενάντια σε κυβερνήσεις και μέτρα, που δακρύσαμε και χαρήκαμε σε πλατείες και συνελεύσεις, στο τέλος της μέρας γυρνάμε καθεμιά στο δικό της σπίτι. Κι όταν η πόρτα κλείνει οι νέες συλλογικές εμπειρίες καλούνται να αναμετρηθούν με την πεζή ρουτίνα – ψώνισε, καθάρισε, μαγείρεψε, πλύνε. Και όλα αυτά χαμογελαστή και περιποιημένη. Λες και ο αγώνας είναι άλλος πλανήτης από τις καθημερινότητές μας. Δυστυχώς τα εγχειρήματα που επιδιώκουν να ανατρέψουν αυτή την κυρίαρχη εικόνα με πολιτικούς όρους είναι ακόμα πολύ λίγα.

Έτσι λοιπόν, αυτά που θυμάμαι πραγματικά με μεγάλη αγάπη και στα οποία ανατρέχω, είναι εκείνα τα “συλλογικά” τραπέζια με φίλους. Εκείνα όπου καθένας και καθεμιά βάζει ό,τι μπορεί- καμιά φορά ό,τι πρόλαβε να βρει μετά τη δουλειά. Μαγείρεμα μαζί, γέλιο, χαβαλές. Στο τέλος πάντα κάποιος ή κάποια προθυμοποιείται και πλένει. Μοιρασιά στη δουλειά, μοιρασιά στην ανταμοιβή, χωρίς μεζούρες. Κι έτσι δεν παύω να αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν αυτό δεν ήταν μια στο τόσο. Αν ήταν μέρος της καθημερινότητας. Χωρίς το μέτρο της “πιο καλής μαγείρισσας” και της “νοικοκυράς”, χωρίς “δούλα και κυρά”, ντεκαπάζ και ιλουστρασιόν χαμόγελα κάτω από τόνους μακιγιάζ. Χωρίς άπιαστα και κουραστικά πρότυπα, αλλά όπως νιώθουμε πιο άνετα με τους εαυτούς μας. Εύχομαι τη χρονιά που έρχεται αυτές οι εμπειρίες να αποτελέσουν αφετηρίες ώστε να φανταστούμε νέες ρουτίνες, βασισμένες στη συντροφικότητα, το σεβασμό και την αλληλοβοήθεια.

 

Share

«Ήθελα να ζήσω τη δική μου αλήθεια» 

simfono simbiosis

Για τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ομόφυλα ζευγάρια

Το κείμενο που ακολουθεί απαρτίζεται από αποσπάσματα της τοποθέτησής της Στ. Μπελιά στη διαβούλευση φορέων για το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με το οποίο θεσπίζεται το διευρυμένο σύμφωνο συμβίωσης (Βουλή, Τρίτη 15.12.2015). Η Στέλλα Μπελιά είναι πρόεδρος της Οργάνωσης «Οικογένειες Ουράνιο Τόξο» (με γονείς-μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας).

Από δράση των «Οικογενειών Ουράνιο Τόξο» για τους πρόσφυγες, Σεπτέμβριος 2015ΑΠΟ ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ» ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2015

Η επιλογή που έκανα ήταν να ζήσω με ειλικρίνεια τη ζωή μου. Επειδή είχα μεγάλη επιθυμία να γίνω μητέρα, όπως και πολλές άλλες γυναίκες με αντίστοιχο σεξουαλικό προσανατολισμό, είχα δύο επιλογές. Είτε θα έκανα έναν λευκό, ψεύτικο γάμο με κάποιον για να γίνω γονέας είτε αυτό που έκανα: πήγα με τη σύντροφό μου και έναν δότη –όχι πατέρα, αλλά δωρητή σπέρματος–, και με τη βοήθεια της επιστήμης έγινα μητέρα. Η δική μου επιλογή ήταν να ζήσω την αλήθεια μου, να είμαι ο εαυτός μου. Η άλλη επιλογή θα με οδηγούσε να είμαι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος· και ένας δυστυχισμένος γονιός κάνει δυστυχισμένα παιδιά. […]

Όλοι εμείς [μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας] που αποφασίσαμε να είμαστε γονείς, το κάναμε συνειδητά, μετά από πάρα πολλή σκέψη· δεν μας έτυχε, πέτυχε. Αυτή η δέσμευση στη γονεϊκότητα, το ότι δεσμευόμαστε να είμαστε γονείς και να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας όσο το δυνατόν καλύτερα, να γίνουν καλοί άνθρωποι, χρήσιμοι στην κοινωνία, να ενταχθούν όσο το δυνατόν καλύτερα στον κοινωνικό τους περίγυρο και να είναι ευτυχισμένοι, για εμάς είναι κάτι πολύ σημαντικό. Μια οικογένεια μπορεί να είναι λειτουργική ή δυσλειτουργική, αλλά αυτό δεν έχει καθόλου να κάνει με τη δομή της και το αν οι γονείς είναι ομοφυλόφιλοι ή όχι. Δεν κάνω το λάθος να συγκρίνω τις οικογένειές μας με τις δυσλειτουργικές οικογένειες των ετερόφυλων, για τις οποίες διαβάζουμε κατά καιρούς στις εφημερίδες. Δεν χρειάζονται τέτοιες συγκρίσεις. Μακάρι όλα τα παιδιά του κόσμου –και το εννοώ– να μεγαλώνουν με αγάπη, με γονείς που νιώθουν υπεύθυνοι γι’ αυτά, τα φροντίζουν όσο το δυνατόν καλύτερα. […]

Με τη σύντροφό μου έχουμε συνολικά πέντε παιδιά: τα τρία είναι βιολογικά της συντρόφου μου και τα δύο, βιολογικά, δικά μου. Κι ωστόσο, το κράτος μας θεωρεί δύο μονογονεϊκές οικογένειες, όχι μία οικογένεια. Δεν μας αντιμετωπίζει ως πολύτεκνη οικογένεια. Τα τρία παιδιά είναι ενήλικες και ζουν τη ζωή τους — στο βαθμό που μπορούν. Τα δύο μικρά είναι, τώρα, που έχουν μείνει. Όλοι αυτοί, οι κύριοι από τους συλλόγους πολυτέκνων, που μας φτύνουν στα μούτρα κατ’ εντολή κάποιων ιεραρχών ότι δεν είμαστε καλοί άνθρωποι, ότι είμαστε «ανώμαλοι» και δεν ξέρω τι άλλο, εισπράττουν επιδόματα από την πολιτεία, που εμείς δεν θα τα δούμε ποτέ. Αυτομάτως, αυτό αποτελεί μεγάλη διάκριση.

[σχετικά με τη γονική μέριμνα] Ποιος θα μας πει αν ο εισαγγελέας που θα φτάσει να δει μια τέτοια περίπτωση, αν εγώ «δω τα ραδίκια ανάποδα» –γιατί τα δικά μου βιολογικά παιδιά είναι αυτήν τη στιγμή ανήλικα– είναι ομοφοβικός; Ποιος θα μας το διασφαλίσει; Ξέρετε, η ομοφοβία είναι σαν το νερό για τα ψάρια. Αν ρωτήσεις ένα ψάρι τι βλέπει μέσα στο βυθό, θα σου πει: «Βλέπω φύκια, βλέπω άλλα ψάρια, βλέπω κοράλλια» κ.ο.κ. Το νερό όμως δεν το βλέπει, γιατί είναι παντού. Έτσι είναι και η ομοφοβία. Την έχουμε πιει με το γάλα μας. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε έχουμε εμποτιστεί με ομοφοβία, και δεν μπορούμε να τη δούμε γιατί είναι παντού.

Ο κ. Δαβάκης είπε ότι πρόκειται για την ιδιωτική μας ζωή. Και το ακούμε συχνά, ότι δεν μας νοιάζει τι κάνουν οι άνθρωποι στο κρεβάτι τους. Μα, εδώ δεν μιλάμε γι’ αυτό. Αυτό που κάνουμε στο κρεβάτι μας μπορούμε να το κάνουμε και χωρίς σύμφωνο, και χωρίς την άδεια του κράτους! Μιλάμε για το πώς θα είμαστε ίσοι απέναντι στον νόμο, όπως το ζητάει το Σύνταγμα της χώρας μας. […]

Η καθημερινότητα μας, ξέρετε, δεν διαφέρει από την καθημερινότητα οποιασδήποτε άλλης οικογένειας. Τρέχουμε με τα παιδιά μας στο σχολείο, στις δραστηριότητες τους, όταν έχουν πυρετό ξενυχτάμε δίπλα τους. Μη φανταστείτε ότι κάνουμε κάτι άλλο από αυτά που κάνουν οι άλλοι γονείς. Και, ξαφνικά, το σύστημα σου αρνείται αυτή την καθημερινότητα. Έτυχε κάποια στιγμή να είναι τα δύο μου παιδιά σε δύο διαφορετικά νοσοκομεία, και στη σύντροφό μου, που ήταν στο ένα, της έλεγαν συνέχεια: «Ποια είσαι εσύ; Τι θέλεις εδώ;». Εγώ δεν μπορούσα να διακτινιστώ βέβαια, τελικά κάναμε μια ολόκληρη ιστορία για να βρεθούνε σε ένα νοσοκομείο και τα δυο παιδιά μαζί.

Πηγή:  Ενθέματα

Δείτε το βίντεο από την ομιλία στη Βουλή:

YouTube Preview Image

 

Διαβάστε ακόμα

«Τα παιδιά μας μπαίνουν στο σχολείο με δύο μαμάδες και βγαίνουν χωρίς μπαμπά»

 

Share

Ο φεμινισμός που το να είσαι “έξυπνη και ευέλικτη” σημαίνει να πατάς πάνω στις άλλες

ρειζερ

των Γκάρυ Γκάτινγκ και Νάνσυ Φρέιζερ

Αυτή η συνέντευξη, η τελευταία σε μια σειρά για πολιτικά θέματα, συζητά φιλοσοφικά ζητήματα γύρω από το φεμινισμό. Συνομιλήτριά μου είναι η Νάνσυ Φρέιζερ, καθηγήτρια φιλοσοφίας και πολιτικής στο New School. Είναι συγγραφέας του βιβλίου “Fortunes of Feminism: From State-Managed Capitalism to Neoliberal Crisis”.

Γκάρυ Γκάτινγκ

Πρόσφατα έχεις γράψει: “Ως φεμινίστρια, πάντα υπέθετα ότι παλεύοντας για τη γυναικεία χειραφέτηση έχτιζα έναν καλύτερο κόσμο -με περισσότερη ισότητα- πιο δίκαιο και ελεύθερο. Τελευταία όμως έχω αρχίσει να ανησυχώ ότι … η κριτική μας για το σεξισμό εφοδιάζει πλέον την αιτιολόγηση νέων μορφών ανισότητας και εκμετάλλευσης”. Μπορείς να εξηγήσεις τι έχεις κατά νου;

Ο φεμινισμός μου πηγάζει από τη Νέα Αριστερά και ακόμα χρωματίζεται από τη σκέψη εκείνης της περιόδου. Για μένα ο φεμινισμός δεν σημαίνει απλώς το να τοποθετήσεις μια χούφτα μεμονωμένες γυναίκες σε θέσεις εξουσίας και προνομίων μέσα στις υπάρχουσες κοινωνικές ιεραρχίες. Σημαίνει το να υπερβείς αυτές τις ιεραρχίες. Αυτό απαιτεί το να αμφισβητήσεις τις δομικές πηγές της έμφυλης εξουσίας στην καπιταλιστική κοινωνία – πάνω από όλα το θεσμοποιημένο διαχωρισμό δύο ειδών πράξης: από τη μια την αποκαλούμενη “παραγωγική” εργασία, ιστορικά ταυτισμένη με τους άντρες και με ανταμοιβή το μισθό, και από την άλλη τις εργασίες “φροντίδας”, ιστορικά συχνά απλήρωτες και που ακόμα και σήμερα εκτελούνται κυρίως από γυναίκες. Κατά τη γνώμη μου, αυτός ο έμφυλος, ιεραρχικός διαχωρισμός μεταξύ “παραγωγής” και “αναπαραγωγής” αποτελεί μια καθοριστική δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας και πηγή των έμφυλων ασυμμετριών που έχει ενσωματωμένες. Δεν μπορεί να υπάρξει “χειραφέτηση των γυναικών” όσο αυτή η δομή παραμένει ανέγγιχτη.

Γιατί δεν μπορεί η ανταπόκριση σε φεμινιστικές ανησυχίες να αντιμετωπιστεί απλά ως ένα μεγάλο βήμα για να διορθωθούν τα κοινωνικά και οικονομικά ελαττώματα της καπιταλιστικής κοινωνίας μας και όχι ως μια ολική μεταλλαγή του συστήματος;

Σίγουρα μπορεί να αντιμετωπιστεί κατά αυτό τον τρόπο. Αλλά αμφισβητώ το κατά πόσο ο σημερινός φεμινισμός πραγματικά προχωρά σε αυτή την κατεύθυνση. Όπως το βλέπω, ο σύγχρονος κυρίαρχος φεμινισμός έχει υιοθετήσει μια προσέγγιση που δεν μπορεί να πετύχει δικαιοσύνη ούτε καν για τις γυναίκες, πόσο μάλλον για όλους τους άλλους. Το θέμα είναι ότι αυτός ο φεμινισμός εστιάζει στο να ενθαρρύνει μορφωμένες γυναίκες της μεσαίας τάξης να “κινηθούν έξυπνα και ευέλικτα”[1] και να “σπάσουν τη γυάλινη οροφή” – με άλλα λόγια να αναρριχηθούν σε εταιρικές καριέρες. Εξορισμού λοιπόν, οι αποδέκτριες αυτού του φεμινισμού μπορούν να είναι μόνο γυναίκες από τις τάξεις  των επαγγελματιών μάνατζερ. Και απουσία δομικών αλλαγών στην καπιταλιστική κοινωνία, αυτές οι γυναίκες μπορούν να ωφεληθούν μόνο πατώντας πάνω σε άλλες/ους – με το να φορτώνουν τη δική τους εργασία φροντίδας και νοικοκυριού πάνω χαμηλόμισθες, επισφαλείς εργαζόμενες και/ή μετανάστριες. Αυτός λοιπόν δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ένας φεμινισμός για όλες τις γυναίκες!

Και έχει και συνέχεια. Ο κυρίαρχος φεμινισμός έχει υιοθετήσει μια περιορισμένη οπτική για την ισότητα, προσανατολισμένη στην αγορά, που συμφωνεί πλήρως με τις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες εταιρικές ιδέες. Έτσι, τείνει να συντάσσεται με μια ιδιαίτερα αρπαχτική μορφή καπιταλισμού, όπου ο νικητής τα παίρνει όλα και η οποία ταΐζει τους επενδυτές κανιβαλίζοντας το βιοτικό επίπεδο όλων των άλλων. Ακόμα χειρότερα, αυτός ο φεμινισμός παρέχει άλλοθι σε αυτές τις επιδρομές. Ολοένα και περισσότερο, η νοοτροπία του φιλελεύθερου φεμινισμού είναι εκείνη που παρέχει το χάρισμα, την αύρα χειραφέτησης, από την οποία ο νεοφιλελευθερισμός αντλεί για να νομιμοποιήσει την ευρεία αναδιανομή του πλούτου προς τους λίγους.

Μπορείς να μας δώσεις μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο εσύ βλέπεις ο κυρίαρχος φεμινισμός να βοηθάει την καπιταλιστική εκμετάλλευση;

Σίγουρα. Κατά τη δεκαετία του ‘70 οι φεμινίστριες ανέπτυξαν μια δυναμική κριτική της μεταπολεμικής πολιτισμικής ιδέας γνωστής ως “οικογενειακός μισθός”. Σύμφωνα με αυτή, οι γυναίκες θα πρέπει να είναι νοικοκυρές πλήρους απασχόλησης ενώ οι σύζυγοί τους θα πρέπει να είναι οι μοναδικοί (ή έστω οι βασικοί) κουβαλητές, που θα κερδίζουν αρκετά ώστε να συντηρούν ολόκληρο το σπιτικό. Φυσικά, μόνο μια μειοψηφία οικογενειών στην Αμερική μπόρεσε να πραγματοποιήσει αυτό το πρόταγμα. Αλλά είχε τεράστια αξία σε μια φάση του καπιταλισμού στηριγμένη στη μαζική παραγωγή και τη σχετικά καλή και προστατευμένη εργασία των (κυρίως λευκών) αντρών. Όλα αυτά άλλαξαν ωστόσο με το ξέσπασμα του δεύτερου κύματος του φεμινισμού, που απέρριψε τον οικογενειακό μισθό ως σεξιστικό, ως ένα στήριγμα της αντρικής εξουσίας και της εξάρτησης των γυναικών. Σε αυτή τη φάση, το κίνημα ακόμα μοιραζόταν το αντικαπιταλιστικό ήθος της Νέας Αριστεράς. Η κριτική του δεν στόχευε στην απόδοση μεγαλύτερης αξίας στη μισθωτή εργασία και ακόμα λιγότερο στην απαξίωση της απλήρωτης εργασίας φροντίδας. Αντίθετα, οι φεμινίστριες αυτής της περιόδου αμφισβητούσαν τον ανδροκεντρισμό με τον οποίο η κοινωνία ιεραρχούσε “τα κέρδη πάνω από τους ανθρώπους”, την οικονομική παραγωγή πάνω από την κοινωνική αναπαραγωγή. Επιχειρούσαν να μετασχηματίσουν τις βαθιές δομές του συστήματος και τις αξίες του – εν μέρει με το να βγάλουν από το επίκεντρο τη μισθωτή εργασία και να δώσουν αξία στις μη αμειβόμενες δραστηριότητες, ειδικά στην κοινωνικά αναγκαία εργασία φροντίδας που γίνεται από γυναίκες.

Οπότε πώς άλλαξε αυτή η κριτική του οικογενειακού μισθού;

Σήμερα η φεμινιστική κριτική του οικογενειακού μισθού έχει λάβει μια συνολικά διαφορετική σκοπιά. Βασική της κατεύθυνση είναι η νομιμοποίηση του νέου, πιο “μοντέρνου” προτάγματος για νοικοκυριό με δύο εργαζόμενους, που απαιτεί την εργασία της γυναίκας ενώ συμπιέζει το χρόνο για την απλήρωτη εργασία φροντίδας. Αγκαλιάζοντας αυτό το πρόταγμα, ο σύγχρονος κυρίαρχος φεμινισμός συντάσσεται με τις ανάγκες και τις αξίες του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Αυτός ο καπιταλισμός έχει επιστρατεύσει τις γυναίκες στη μισθωτή εργασία μαζικά, ενώ έχει εξαγάγει τη μεταποίηση στον Παγκόσμιο Νότο, αποδυναμώνοντας τα συνδικάτα και προωθώντας χαμηλόμισθες και ευάλωτες θέσεις εργασίας. Αυτό βέβαια ουσιαστικά σημαίνει τη μείωση των πραγματικών μισθών, τη μεγάλη αύξηση των απαραίτητων ωρών αμειβόμενης εργασίας ανά νοικοκυριό για τη συντήρηση μιας οικογένειας και ένας απελπισμένος αγώνας για να μεταφερθεί η εργασία φροντίδας σε άλλους ώστε να απελευθερωθεί περισσότερος χρόνος για αμειβόμενη εργασία. Πόσο ειρωνικό είναι λοιπόν να δίνεται σε όλο αυτό ένα φεμινιστικό περιτύλιγμα! Η φεμινιστική κριτική του οικογενειακού μισθού που κάποτε στρεφόταν ενάντια στην απαξίωση της εργασίας φροντίδας από τον καπιταλισμό, τώρα χρησιμοποιείται ώστε να εντατικοποιηθεί η αξιοποίηση της μισθωτής εργασίας από τον καπιταλισμό.

Δεν εστιάζουν όμως όλες οι φεμινιστικές προσπάθειες στις γυναίκες των ανώτερων τάξεων. Τι θα έλεγες για τα προγράμματα που δίνουν μικρά δάνεια (“microcredit”) σε φτωχές γυναίκες σε αναπτυσσόμενες χώρες για να τις βοηθήσουν να αναπτύξουν μικρές επιχειρήσεις;

Χαίρομαι που ρώτησες για αυτό γιατί είναι ένα ακόμα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο φεμινιστικές ιδέες διαστρεβλώνονται για να υπηρετήσουν νεοφλιλελεύθερους, καπιταλιστικούς σκοπούς. Ο μικροδανεισμός προβάλλεται ως ένας τρόπος “ενδυνάμωσης” γυναικών σε φτωχές αγροτικές περιοχές του Παγκόσμιου Νότου. Ταυτόχρονα, υποτίθεται ότι εκπροσωπεί έναν νέο, πιο συμμετοχικό τρόπο για την καταπολέμηση της φτώχειας, που απελευθερώνει επιχειρηματικές από τα κάτω δυναμικές, ενώ αποφεύγει τη γραφειοκρατεία των μεγάλης κλίμακας κρατικών προγραμμάτων ανάπτυξης της προηγούμενης περιόδου. Κατά αυτό τον τρόπο ο μικροδανεισμός έχει να κάνει τόσο με την εξύψωση της αγοράς και τη δαιμονοποίηση του κράτους όσο και με την ισότητα των φύλων. Βασικά συνδέει αυτές τις ιδέες μαζί σε ένα αμφιλεγόμενο αμάλγαμα, επικαλούμενος το φεμινισμό για να συγκαλύψει την ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς.

Αλλά το όλο θέμα αποτελεί μια λαθροχειρία. Ο μικροδανεισμός έγινε μανία ακριβώς τη στιγνή που τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προωθούσαν τα προγράμματα “διαρθρωτικών αλλαγών” στον Παγκόσμιο Νότο – καθορίζοντας συνθήκες δανεισμού που απαιτούν από τα μεταποικιακά κράτη να απελευθερώσουν και να ιδιωτικοποιήσουν τις οικονομίες τους, να περικόψουν δημόσιες δαπάνες και να εγκαταλείψουν τα μακροπρόθεσμα προγράμματα κατά της φτώχειας και υπέρ της προώθησης της εργασίας. Και κατά κανένα τρόπο δεν μπορεί ο μικροδανεισμός να αντικαταστήσει αυτές τις πολιτικές. Κάθε υπόνοια για το αντίθετο αποτελεί μια σκληρή φάρσα.

Οπότε να που και πάλι τα φεμινιστικά προτάγματα χρησιμοποιούνται για να νομιμοποιήσουν πολιτικές που βλάπτουν σοβαρά τη συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών, καθώς και τα παιδιά και τους άντρες.

Μήπως το να συνδέεις το φεμινισμό με τη συνολική κριτική του καπιταλισμού τον κάνει τελικά μια χαμένη υπόθεση; Οι περισσότεροι/ες Αμερικανοί/ίδες θεωρούν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική στον καπιταλισμό.

Δεν είμαι καθόλου πεισμένη ότι ο μετασχηματισμός τους νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού είναι χαμένη υπόθεση. Μου φαίνεται ότι αυτό το κοινωνικό σύστημα είναι σε μια βαθιά, πολυδιάστατη κρίση -μια κρίση ταυτόχρονα οικονομική, οικολογική, κοινωνική και πολιτική- και κάτι θα πρέπει να δώσει, όπως έκανε και κατά τη δεκαετία 1930. Οπότε το ερώτημα θα έλεγα δεν είναι το αν ο καπιταλισμός θα μετασχηματιστεί, αλλά από ποιόν και σύμφωνα με τα συμφέροντα ποιών.

Θα ήθελα οι φεμινίστριες να ενωθούν με άλλα προοδευτικά και χειραφετητικά κοινωνικά κινήματα σε προσπάθειες τόσο θεωρητικές όσο και πρακτικές, που θα διαμορφώσουν τη κατεύθυνση της αλλαγής.

Αυτό σημαίνει να ελλαττωθούν οι προσπάθειες για βελτίωση της κατάστασης των γυναικών στο σημερινό καπιταλιστικό σύστημα προς όφελος μιας μελλοντικής επανάστασης;

Σε καμία περίπτωση! Αυτό που θα συνιστούσα είναι μια στρατηγική ενός “επαναστατικού ρεφορμισμού”, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του Γάλλου οικοσοσιαλιστή φιλοσόφου Αντρέ Γκορζ. Αυτό σημαίνει να συλλάβουμε και να προωθήσουμε μεταρρυθμίσεις που φέρνουν αληθινά αποτελέσματα στο σήμερα ενώ ταυτόχρονα ανοίγουν μονοπάτια σε πιο ριζοσπαστικούς αγώνες για βαθύτερες και πιο δομικές αλλαγές στο μέλλον. Οι φεμινίστριες μπορούν να αγγαλιάσουν αυτή την προσέγγιση με πιο αγνωστικιστικό πνεύμα. Δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε τώρα αν το τελικό αποτέλεσμα πρέπει να είναι μια μετακαπιταλιστική κοινωνία.

Η άποψή μου, όπως είπα και προηγουμένως, είναι ότι η αντρική κυριαρχία δεν μπορεί να αλλάξει αν δεν αλλάξει η βαθιά ριζωμένη καπιταλιστική ιεράρχηση που θεωρεί την οικονομική παραγωγή πιο σημαντική από την κοινωνική αναπαραγωγή. Για αυτό και θεωρώ ότι μια ριζοσπαστική αλλαγή είναι στην πραγματικότητα πιο ρεαλιστικός σκοπός από το να “κινηθούμε έξυπνα και ευέλικτα”. Παρόλα αυτά δεν θα με πείραζε καθόλου να αποδειχτεί ότι έχω άδικο. Αν μια νέα μορφή καπιταλισμού μπορούσε να απελευθερώσει τις γυναίκες (και εννοώ όλες τις γυναίκες) χωρίς να διαλύσει όλους τους άλλους, τότε είμαι μέσα. Οπότε λέω, ας προσπαθήσουμε για επαναστατικές μεταρρυθμίσεις και να δούμε πού θα μας οδηγήσουν.

Πολλές φεμινίστριες σήμερα ασχολούνται ιδιαίτερα με τις υποσυνείδητες προκαταλήψεις εναντίων των γυναικών -διακρίσεις που εκφράζονται ακόμα και από εκείνους/ες που συνειδητά υποστηρίζουν τα δικαιώματα των γυναικών, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των ίδιων των γυναικών. Πόσο σημαντικό θεωρείς ότι είναι αυτό το ζήτημα;

Οι υποσυνείδητες προκαταλήψεις κατά των γυναικών -και απέναντι σε οτιδήποτε θεωρείται “γυναικείο”- είναι διάχυτες στην κοινωνία μας. Και έχεις δίκιο: επηρεάζει τον τρόπο που οι ίδιες οι γυναίκες σκέφτονται τους εαυτούς τους, ακόμα και εκείνες που αυτοπροσδιορίζονται ως φεμινίστριες. Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά παραδείγματα, αλλά ένα από τα αγαπημένα μου είναι ένας γρίφος. Αφορά έναν χειρούργο της εντατικής που πρέπει να χειρουργήσει ένα αγόρι που τραυματίστηκε σε τροχαίο και του οποίου ο πατέρας σκοτώθηκε ακαριαία. Ο χειρούργος κοιτάζει το αγόρι στο πρόσωπο και λέει “Δεν μπορώ να χειρουργήσω, είναι ο γιός μου”. Ογρίφος είναι το πώς είναι αυτό δυνατόν.

Θα εκπλαγείς με το πόση ώρα παίρνει στους περισσότερους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων γυναικών και φεμινιστριών, για να καταλάβουν ότι ο χειρούργος είναι γυναίκα -πολλοί καταλήγουν μάλιστα στο ότι πρόκειται για ομοφυλόφιλο άντρα. Και φυσικά υπάρχουν πολλά ακόμα παραδείγματα που αναδεικνύουν καλύτερα τις επιπτώσεις, όπως τους τρόπους με τους οποίους οι σεξιστικές προκαταλήψεις επηρεάζουν τις αποφάσεις σχετικά με τα προσόντα αιτούντων εργασία.

Είναι όμως μόνο ζήτημα προσωπικών προκαταλήψεων, συνειδητών ή υποσυνείδητων;

Σε καμία περίπτωση. Οι κανόνες που κατηγοριοποιούν τα “αρρενωπά” χαρακτηριστικά πιο πάνω από τα “θηλυκά” είναι ενσωματωμένοι στις κοινωνικές πρακτικές και τους θεσμούς, συμπεριλαμβανομένων των νόμων, των ιατρικών πρακτικών, της εταιρικής κουλτούρας και των κριτηρίων για το ποιός δικαιούται την κοινωνική πρόνοια. Οπότε το ότι υπάρχει μέσα στα μυαλά των ανθρώπων δεν είναι και τόσο περίεργο. Ίσα ίσα, πολιτισμικές αξίες που υποτάσσουν τις γυναίκες είναι βαθιά ριζωμένες στις κοινωνικές δομές που ρυθμίζουν τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις στην καθημερινή ζωή. Οπότε ο φεμινισμός δεν μπορεί να αυτοπεριοριστεί στην αλλαγή συνειδήσεων. Πρέπει να εξαλείψουμε τις σεξιστικές αξίες από τους κοινωνικούς θεσμούς μας και να τις αντικαταστήσουμε με αξίες που θα καλλιεργούν την ίση συμμετοχή αντρών και γυναικών -και μεταξύ όλων.

Μπορείς να δώσεις μερικά παραδείγματα του πώς τέτοιες αξίες είναι ριζωμένες στις κοινωνικές πρακτικές μας και τους θεσμούς;

Φυσικά. Ορίστε ένα: αρκετά δικαστήρια έχουν αποφασίσει ότι το να μην δίνει ο εργοδότης άδεια εγκυμοσύνης δεν συνιστά έμφυλη διάκριση γιατί δεν στερεί από τις γυναίκες ένα προνόμιο που έχουν οι άντρες. Βασιζόμενες στην υπόθεση ότι το πρότυπο εργάτη είναι ο άντρας, αυτές οι αποφάσεις ουσιαστικά τιμωρούν τις γυναίκες επειδή είναι “διαφορετικές”. Όπως και το ότι οι σημερινές πολιτικές για την κοινωνική πρόνοια σπρώχνουν τις μητέρες μικρών παιδιών στην “εργασία”. Υπό τη σιωπηλή παραδοχή ότι η ανατροφή παιδιών δεν συνιστά εργασία, αυτές οι πολιτικές ουσιαστικά περιγράφουν τις αποδέκτριες ως τρακαδόρους που λαμβάνουν κάτι για να μην κάνουν τίποτα. Τέλος, οι νομικές νόρμες που ορίζουν τι σημαίνει αυτοάμυνα προϋποθέτουν μια τυπικά αντρική κοινωνικοποίηση, κατά την οποία κάποιος μαθαίνει να αποκρούει άμεσες επιθέσεις. Έτσι, κακοποιημένες γυναίκες που περιμένουν για ένα άνοιγμα για να χτυπήσουν τους κακοποιητές τους έχουν δυσκολία να ισχυριστούν αυτοάμυνα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, και υπάρχουν πολλές, πολλές ακόμη, οι θεσμοί και οι κοινωνικές πρακτικές μας λειτουργούν στη βάση ανδροκεντρικών και σεξιστικών κανόνων, που αποκλείουν τις γυναίκες από την πλήρη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή με ισότιμους όρους με τους άντρες.

Ένα άλλο μεγάλο ζήτημα για τις φεμινίστριες είναι αυτό που περιγράφεται ως “κουλτούρα βιασμού”, ειδικά στα πανεπιστήμια. Ποιά είναι η άποψή σου για αυτό;

Αυτό είναι σίγουρα ένα καυτό θέμα σήμερα, και θα πρέπει να ομολογήσω ότι μου δημιουργεί ανάμεικτα συναισθήματα. Κι αυτό εν μέρει γιατί πάντα με ανησυχεί όταν ένα θέμα γίνεται τόσο κυρίαρχο που επισκιάζει την υπόλοιπη φεμινιστική ατζέντα -όπως έχει γίνει και με τις αμβλώσεις στις ΗΠΑ. Αλλά και γιατί έχω ένα αίσθημα déjà vu – είναι σαν να ξαναπαίζουμε μια προηγούμενη διαμάχη μεταξύ ενός “προστατευτικού” ρεύματος φεμινισμού, που εστίαζε στη βία κατά των γυναικών και αναζητούσε λύσεις μέσω του ποινικού κώδικα και ενός άλλου, φιλελεύθερου ρεύματος, που προσπαθεί να επικυρώσει την πρωτοβουλία των γυναικών και τη σεξουαλική τους ελευθερία.

Προσωπικά πάντα ήθελα να αναπτύξω μια τρίτη προσέγγιση που θα διασφαλίζει όχι μόνο τη σεξουαλική αυτονομία των γυναικών αλλά και κοινωνικά δικαιώματα για όλους/ες. Και θα ήθελα αυτή η προσέγγιση να μην ενδιαφέρεται μόνο για τις σεξουαλικές επιθέσεις αλλά και για άλλες, πιο απρόσωπες και συστημικές μορφές εξαναγκασμού που περιορίζουν την αυτονομία των γυναικών στο σεξ και σε άλλες σφαίρες. Για παράδειγμα, θα ήθελα να επανοικειοποιηθούμε τις ιδέες του κινήματος της δεκαετίας 1970 “battered women’s movement” (κίνημα κακοποιημένων γυναικών), που τόνιζε τη σημασία όχι μόνο των ποινικών μέτρων αλλά και των “δυνατοτήτων εξόδου” με τη μορφή της αξιοπρεπούς και οικονομικής στέγασης και μιας εργασίας που θα αμείβεται αρκετά ώστε η γυναίκα να μπορεί να υποστηρίξει τον εαυτό της και τα παιδιά της.

Πώς θα χρησιμοποιούσες αυτές τις ιδέες στο ζήτημα των βιασμών στα πανεπιστήμια;

Με ανησυχούν αφηγήσεις που περιγράφουν τα κολέγια και τα πανεπιστήμια ως κυνηγετικά πεδία για βιαστές. Αναγνωρίζω ότι πράγματι υπάρχουν θύλακες που τους αξίζει η ταμπέλα της “κουλτούρας βιασμού”, αλλά πιστεύω ότι είναι περιορισμένοι και δεν θέλω να δω αυτή την έκφραση μα χρησιμοποιείται τόσο χαλαρά ώστε να καταλήξει κενή περιεχομένου. Οι πιο κοινές περιπτώσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης (και αυτή η έκφραση είναι συχνά πιο ακριβής από τον “βιασμό”) χαρακτηρίζονται από ασάφεια στην επικοινωνία, ανάμεικτα συναισθήματα, δυσκολία στην κατανόηση της επιθυμίας ή και της έλλειψής της και η αίσθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα έκφρασης αυτής – όλες οι συνθήκες που στρέφονται ενάντια στη γυναικεία αυτονομία στο σεξ και τις σχέσεις, ειδικά (αλλά όχι μόνο!) σε ετεροφυλόφιλα περιβάλλοντα. Είναι πολύ σημαντικό να προωθήσουμε μια κριτική κατανόηση που θα δίνει τη δυνατότητα μετασχηματισμού αυτών των δυναμικών. Αλλά υποπτεύομαι ότι η σύγχρονη, κάπως υπερβολική καμπάνια ενάντια στην “κουλτούρα του βιασμού” είναι πολύ χοντροκομμένη για αυτό το εγχείρημα.

Η συνέντευξη διεξήχθη μέσω email και έχει υποστεί επιμέλεια

Ο Γκάρυ Γκάττινγκ είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Νοτρ Νταμ και συντάκτης του Notre Dame Philosophical Reviews.

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στη στήλη Oponionator των ΝΥ Times και μπορείτε να το βρείτε εδώ

Μετάφραση: Δήμητρα Σπανού

 


Σημειώσεις της Μεταφράστριας

[1] «lean in» στο πρωτότυπο, αμφιλεγόμενος όρος που εισηγήθηκε η Σέρυλ Σάντμπεργκ, στέλεχος της Facebook, στο βιβλίο της Lean In: Women, Work, and the Will to Lead

 

Διαβάστε ακόμα

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

Share

Οι μάγισσες είναι από τα πιο ισχυρά φεμινιστικά σύμβολα της εποχής μας

WizardOfOz

της Kristen Korvette

Το φάντασμα της μάγισσας στοιχειώνει τόσο το πραγματικό όσο και το φανταστικό. Είναι ταυτόχρονα ρυτιδιασμένη μέγαιρα με το δηλητηριασμένο μήλο στο χέρι· γεροντοκόρη παντρεμένη με τα βιβλία της· και σαγηνευτική ξελογιάστρα με γυμνό στήθος και υπνωτιστικό βλέμμα. Παρότι μπορεί να κατοικεί στο ίδιο πάνθεον της ποπ κουλτούρας με βρυκόλακες, ζόμπι και λυκάνθρωπους, η μάγισσα πάντοτε ήταν σύμβολο φόβου όχι μόνο γιατί μπορεί να επικαλεστεί δυνάμεις που ξεπερνούν την πεζή καθημερινότητα, αλλά και γιατί ενσαρκώνει μια πανίσχυρη θυληκότητα ελεύθερη από την αντρική επιρροή ή ιδιοκτησία. Πράγματι, σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, η μορφή της μάγισσας τόσο αμφισβήτησε όσο και αντικατόπτρισε πατριαρχικές αφηγήσεις για τη γυναικεία δύναμη, κάνοντάς την έτσι ένα από τα πιο ισχυρά φεμινιστικά σύμβολα όλων των εποχών.

Προερχόμενη από τους Μεσοποτάμιους μύθους για την Ινάννα, τις ινδικές ιστορίες για την Κάλι και τα ελληνικά παραμύθια της Εκάτης, η κληρονομιά των μαγισσών πηγαίνει χιλιάδες χρόνια πίσω. Αυτές οι θεές είχαν τη δύναμη να δίνουν ζωή και να την παίρνουν πίσω και γι’ αυτό λατρεύονταν. Αν και οι αναγεννητικές ικανότητες των γυναικών πάντοτε θεωρούνταν λίγο ύποπτες, ήταν όταν υπερίσχυσαν οι μονοθεϊστικές θρησκείες -παγιώνοντας την πίστη σε μια πανίσχυρη αντρική θεότητα- που οι γυναίκες ολοένα και συχνότερα αντιμετωπίζονταν ως “άλλοι” και ως κακοποιοί.

Μεταξύ του 14ου και 18ου αιώνα στην Ευρώπη χιλιάδες άνθρωποι που κατηγορήθηκαν για μαγεία εκτελέστηκαν στην Ιερά Εξέταση, που έγινε υπό την αιγίδα της Καθολικής Εκκλησίας. Παρότι υπήρξαν και άντρες θύματα της οργής και του μαζικού πανικού, η πλειοψηφία όσων υπέστησαν βασανιστήρια, σεξουαλική κακοποίηση και ρίχτηκαν στην πυρά ήταν γυναίκες. Αυτές ήταν θεραπεύτριες και μαίες με εις βάθος γνώση για την αναπαραγωγή και το ανθρώπινο σώμα και αποτελούσαν απειλή, γιατί μπορούσαν να εκπαιδεύσουν έναν πολύ αμόρφωτο πληθυσμό. Ήταν γυναίκες που προκαλούσαν υποψίες γιατί είχαν αποκτήσει γη, πλούτο ή επιρροή. Ήταν μητέρες, αδερφές και κόρες που βρέθηκαν στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Και τιμωρήθηκαν γι’ αυτό.

Παρότι πολύ λιγότερες γυναίκες κατηγορήθηκαν για μαγεία και καταδικάστηκαν σε θάνατο στη Βόρεια Αμερική, οι δίκες μαγισσών του Σάλεμ που έγιναν μεταξύ 1692 και 1693 έχουν εμπνεύσει τόσο τις τέχνες όσο και συζητήσεις σε αυτά τα 300 χρόνια. Το τι πραγματικά συνέβη στη μικρή πόλη της Νέας Αγγλίας συχνά αναθεωρείται από μελετητές και ιστορικούς, αλλά αυτό που σίγουρα γνωρίζουμε είναι ότι όταν μια ομάδα νεαρών κοριτσιών άρχισε να επιδεικνύει περίεργη συμπεριφορά, το φταίξιμο ρίχτηκε στη μαγεία και τρεις “μάγισσες” αμέσως ξεχώρισαν: μια φτωχή και άστεγη ζητιάνα, μια χήρα που δεν είχε πάει στην εκκλησία για χρόνια και μια σκλάβα από τα Μπαρμπέιντος. Η κατάσταση γρήγορα κλιμακώθηκε σε κάτι πολύ πιο περίπλοκο, αλλά το Σάλεμ είναι ακόμα ένα παράδειγμα του πώς γυναίκες -και ειδικά αυτές στα περιθώρια της κοινωνίας- έχουν καταδιωχτεί (γενικά από άντρες) με τη δικαιολογία της μαγείας.

Αυτές είναι μόνο δυο σημαντικές στιγμές στην ιστορία της μαγείας, καθώς οι ιστορίες είναι αναρίθμητες και ενσωματωμένες στα χρονικά σχεδόν κάθε πολιτισμού και θρησκείας στον κόσμο. Πιο συχνά όμως είναι η ευρωαμερικανική της εκδοχή, από την οποία αντλούνται οι ιστορίες που διασκεδάζουν τη Δύση. Και δεδομένης της ιστορίας της βγάζει νόημα το ότι όταν η πρώτη μάγισσα άρχισε να συλλαμβάνει τη φαντασία του κοινού στην οθόνη, οι απεικονίσεις βασίζονταν στον αντρικό φόβο για τη γυναικεία σεξουαλικότητα ή σε απλοϊκές αλληγορίες της ζηλιάρας γυναίκας που γερνάει για τις νέες και όμορφες ενζενί.

Καθώς το φεμινιστικό κίνημα κέρδιζε ορατότητα, πιο σύνθετες εκφράσεις της μάγισσας άρχισαν να εμφανίζονται. Η αφήγηση της μάγισσας δεν γραφόταν πια μόνο από άντρες: η ιστορία της επιτέλους άρχισε να ξαναλέγεται και να επαναδιατυπώνεται και από γυναίκες. Η πρώτη σημαντική μάγισσα της ποπ κουλτούρας ήταν η Σαμάνθα Στίβενς του Bewitched, η οποία εμφανίστηκε ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του The Feminine Mystique της Betty Friedan το 1963 και τόνιζε τα δεινά της λευκής, μεσοαστής νοικοκυράς. Παρά τις παγίδες του αστικού “λευκού φεμινισμού”, το σόου, που υπογράφεται από τη δηλωμένη φεμινίστρια Barbara Avedon, παρουσίαζε μια εναλλακτική οπτική των έμφυλων ρόλων και ισχύος μέσα πό τη μαγεία, μιας γυναίκας που παλεύει να απελευθερωθεί από την οικογενειακή ζωή.

Συνεχίζοντας σε αυτή την τάση πιο πρόσφατα, η J.K. Rowling προσέγγισε την αρχετυπική μάγισσα στα βιβλία του Harry Potter με σεβασμό στη μελέτη που απαιτείται για να μπορέσει κάποια/ος να ασκήσει μαγεία, αψηφώντας τα στερεότυπα  κατά την απεικόνιση της Ερμιόνης Γκρέιτζερ. Ομοίως, η σεναριογράφος Linda Woolverton ανασκεύασε την Ωραία Κοιμωμένη, ώστε να ανθρωποποιήσει την ιστορία της μάγισσας ανταγωνίστριάς της στην ταινία Maleficent της Disney, μια ταινία που διαλύει το δίπολο “καλή-κακή μάγισσα” μια για πάντα.

Είναι δεδομένο το ότι η σύγχρονη τηλεόραση και οι ταινίες ακόμα επιστρατεύουν επικίνδυνα κλισέ για τη θηλυκότητα για να πουλήσουν μια λιγότερο πολιτικοποιημένη και πιο εύπεπτη εκδοχή της μάγισσας, όμως η άνοδος του φεμινισμού στην ποπ κουλτούρα έχει μετατρέψει αυτές τις επιλογές σε λιγότερο βιώσιμες. Από τις μάγισσες του Ίστγουικ και την Buffy The Vampire Slayer μέχρι το Penny Dreadful και το American Horror Story: Coven, οι αναπαραστάσεις της μάγισσας έχουν ταυτόχρονα ανοίξει παλιές πληγές της γυναικείας καταπίεσης και έχουν βοηθήσει να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση σχετικά με τις κατάφωρες αδικίες που οι γυναίεκς έχουν υποστεί σε όλη την ιστορία – πολλές από τις οποίες συνεχίζουν και σήμερα.

Κατηγορίες για μαγεία χρησιμοποιούνταν κάποτε για την αστυνόμευση της γυναικείας συμπεριφοράς (και ακόμα συνεχίζουν σε απίστευτα πολλές χώρες ακόμα και σήμερα), όμως πλέον οι μάγισσες έχουν μετατραπεί σε σύμβολα των γυναικών που αντιστέκονται παρά τις δυσκολίες. Για όσο καρό τα αναπαραγωγικά δικαιώματα, η ισότητα στους μισθούς, η σεξουαλική ελευθερία και οι σεξουαλικές επιθέσεις παραμένουν σημαντικά ζητήματα του φεμινιστικού αγώνα, η μάγισσα θα παραμείνει μια αρχετυπική έκφραση των αγώνων και αγωνιών μας για εξουσία πέρα από την πατριαρχία.

Μετάφραση: Δήμητρα Σπανού

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στο Quartz και μπορείτε να το βρείτε εδώ

 

Share

Το Kontra News της αντρικής σχολής

zoi_18

του Φύλου Συκής

“Πατέρα και μάνα δεν έχει να την πάνε για εξετάσεις μετά το χθεσινό παραλήρημά της στη Βουλή; Ο άντρας της δεν μπορεί να μαζέψει τη Ζωή; Πως μια κοπέλα ξεγέλασε τόσους βουλευτές όλων των κομμάτων και την ψήφισαν για πρόεδρο της Βουλής;”

Το σημερινό πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Kontra News σε ρόλο υποστηρικτή της κυβέρνησης Τσίπρα στοχοποιεί με σεξιστικό τρόπο τη Ζωή Κωνσταντοπούλου για το χθεσινοβαραδινό “σόου” που “έστησε” στο κανάλι της βουλής. Δηλαδή την απόφασή της να μεταδοθεί ζωντανά η διάσκεψη των προέδρων, επειδή, όπως σημείωσε η πρόεδρος της Βουλής, σύμφωνα με το θεσμικό της ρόλο όφειλε να διασφαλίσει ότι ένα τόσο σημαντικό νομοσχέδιο θα συζητηθεί στη Βουλή όπως προβλέπει ο Κανονισμός.

Το έργο το χουμε ξαναδεί: η περιφρόνηση και ο εξευτελισμός των γυναικών, ειδικά όσων έχουν παρουσία στο δημόσιο χώρο, είναι γνωστή μέθοδος αποδόμησης και απαξίωσής τους. Η kontra news, εξασκώντας για άλλη μια φορά υψηλού επιπέδου δημοσιογραφία, αποφεύγει να παρουσιάσει την όποια κριτική θεωρεί ότι αρμόζει στην Πρόεδρο της Βουλής με επιχειρήματα και πραγματικά γεγονότα. Αντίθετα, επιτίθεται στη Ζ. Κωνσταντοπούλου με τον πιο χυδαίο σεξισμό, που θυμίζει νοοτροπίες και αντιλήψεις πολύ περασμένων εποχών για τις ικανότητες και τη νοημοσύνη των γυναικών. Όποιος ή όποια διαφωνεί με την πολιτική της Προέδρου, ας το εκφράσει με πολιτικά επιχειρήματα και όχι με φθηνές προσπάθειες εντυπωσιασμού που στοχεύουν στα πιο συντηρητικά και οπισθοδρομικά αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας. Εκτός κι αν η επιστράτευση του σεξισμού καλύπτει ακριβώς αυτό, την απουσία επιχειρημάτων. Εμείς, τα “συναισθηματικά” πλάσματα, τα αιωνίως ανήλικα που χρήζουν ενός πατέρα να μας μαζεύει όταν τολμάμε να ανοίξουμε το στόμα μας, σας καλούμε να επιστρέψετε στον ορθολογισμό.

Screen shot 2015-08-13 at 2.15.39 PM

 

Share

Σεξισμός στα μίντια και «λογοκρισία»

Sexism

της Ιουλίας Λειβαδίτη

Πόσες φορές έχουμε δει σεξιστικά σχόλια στις ειδήσεις, στις εφημερίδες, στα σόσιαλ, τα έχουμε ακούσει στη δουλειά, τα έχουμε ακούσει από φίλους, από φίλες, από συγγενείς; Αν είχαμε ένα σεντ για κάθε φορά που ακούμε αυτές τις μαλακίες… μάλλον θα είχαμε ξεπληρώσει το χρέος της Ελλάδας.

Όταν διάβασα το σεξιστικό του «Πάμε Λουκέτο» της Εφημερίδας των Συντακτών για την εκπρόσωπο του ΔΝΤ, Ντέλια Βελκουλέσκου, ένιωσα διπλή απογοήτευση. Όχι για τη συγκεκριμένη στήλη: ποτέ δεν την θεώρησα ιδιαίτερα αστεία και πάντα είχε μια γερή δόση σεξισμού… Αλλά για την εφημερίδα. Μια αριστερή εφημερίδα. Διαβάζω αυτή την εφημερίδα, για να ενημερωθώ, βεβαίως, αλλά και επειδή είναι μια εφημερίδα που θεωρούσα ότι ήταν, στο βαθμό του δυνατού  στην Ελλάδα, με το μέρος των γυναικών. Που τέλοσπάντων δεν ήταν απροκάλυπτα μισογυνιστική. Και τι βλέπω: ότι όταν δεν συμπαθούμε κάποια γυναίκα, με ποιό τρόπο την χτυπάμε, ακόμα κι αν λεγόμαστε αριστεροί: με την σεξουαλικότητα της, με το ίδιο της το φύλο. Ούτε λίγο ούτε πολύ στο κείμενο του Λάκη Μπελλου, η Βελκουλέσκου είναι μια dominatrix πολυτελείας, που περιμένει «καυλωμένη» το «ραντεβού εκατομμυρίων» σε ξενοδοχείο, για να «πάρει παρτούζα» τους Έλληνες αξιωματούχους.

Όποτε διαβάζω τέτοια πράγματα κάτι μαζεύεται μέσα μου. Κάτι μικραίνει, κάτι μου λέει: δεν είσαι τίποτα, οποιοσδήποτε μπορεί να σε μειώσει ανά πάσα στιγμή, απλά και μόνο επειδή είσαι γυναίκα. Καμία γυναίκα, όπου και να φτάσει, όσο και αν πληροί τα στάνταρ της καπιταλιστικής/ πατριαρχικής κοινωνίας για ομορφιά, «σεμνότητα» ή επιτυχία, δεν εξαιρείται από την σεξουαλική αντικειμενοποίηση και τον εξευτελισμό, έστω και λεκτικό. Καμία.

Τα επιχειρήματα που προβάλλονται όταν ασκείται κριτική σε σεξιστικό δημόσιο λόγο είναι πάντα τα ίδια, παρακάτω θα τα παρουσιάσουμε και θα προσπαθήσουμε να δείξουμε γιατί είναι λανθασμένα.

1. Προσπαθείτε να μας λογοκρίνετε!

«Λογοκρισία… ΒΟΗΘΕΙΑΑΑΑ…feminazis παντού, η πολιτική ορθότητα πνίγει την ελεύθερη έκφραση». Καταρχάς: κανείς δεν λογοκρίνει κανένα εδωπέρα. Όποιος δημοσιεύει τα κείμενα του στη δημόσια σφαίρα, να είναι έτοιμος και για την κριτική που θα ασκηθεί στα κείμενα αυτά. Εξορισμού άλλωστε, αυτό είναι και η δημόσια σφαίρα, ένα πεδίο διαλόγου και αντιπαραβολής επιχειρημάτων.

2. Εφόσον είναι σάτιρα, μπορώ, είμαι υποχρεωμένος κιόλας, να προσβάλω όποιον θέλω!

«Η σάτιρα πρέπει να είναι ελεύθερη για να είναι ‘βρώμικη’, ‘politically incorrect’ και ανατρεπτική». Καταρχάς να επαναλάβουμε: μπορείς να λες ο,τι θες, ούτως ή άλλως, και σάτιρα να μην είναι, στο βαθμό που δεν προτρέπεις σε πράξεις βίας. Εδώ δεν λογοκρίνουμε, ασκούμε όμως κριτική.

Πάμε στο θέμα της «ανατροπής»: Πόσο ανατρεπτικό και politically incorrect είναι δημοσιεύεις κακοποιητικό σεξιστικό λόγο για μια γυναίκα που είναι δημόσιο πρόσωπο; Δηλαδή αλήθεια τώρα, μιλάμε για το ψωμοτύρι των ελληνικών και παγκόσμιων μίντια. Αυτό που ακούμε κάθε μέρα, το απόλυτα, μα απόλυτα σύνηθες, τετριμμένο, αναμενόμενο, έως και βαρετό, είναι ανατροπή; Πιο mainstream πεθαίνεις.

Για να είναι πραγματικά ανατρεπτική και politically incorrect η σάτιρα, όπως έχουν πει άλλοι καλύτερα από μένα, πρέπει να στοχεύει «προς τα πάνω». Ναι αλλά η Βελκουλέσκου είναι «πάνω», έχει δύναμη, θα πει κάποιος, ίσως καλόπιστα. Εντάξει, λοιπόν, κάνε σάτιρα και στη Βελκουλέσκου για τις πολιτικές του ΔΝΤ. Όταν όμως χρησιμοποιείς σεξιστικό λόγο, βλάπτεις όλες τις γυναίκες, όχι μόνο αυτή. Και όλες οι γυναίκες, γενικά, δεν είναι «πάνω». Είναι «κάτω». Δες τα ποσοστά φτώχειας, αναλφαβητισμού, άνισης αμοιβής για ίση εργασία σε σχέση με τους άντρες, τα ποσοστά γάμων ανηλίκων, δολοφονιών, κακοποίησης και βιασμών γυναικών… Σε όλο τον κόσμο, και στον Δυτικό. Οι γυναίκες είναι «κάτω». Δεν είναι ανατρεπτικό να χτυπάς κάποιον που είναι κάτω. Είναι ό,τι πιο εξουσιαστικό υπάρχει. Είναι ωμή επίδειξη δύναμης.

3. Δε με νοιάζει τίποτα από όλα αυτά, εγώ πλάκα θέλω να κάνω.

«Είναι απλώς ένα αστείο, γιατί το παίρνεις τόσο σοβαρά;» Τα αστεία, ακόμα και τα χαμηλού επιπέδου, δεν εξαιρούνται με κάποιο μαγικό τρόπο από την κριτική. Αποτελούν και αυτά μέρος του κόσμου που μας περιβάλλει, δημιουργούν, όπως κάθε πολιτιστικό προϊόν, ιδέες, στάσεις και αντιλήψεις απέναντι σε ζητήματα και ανθρώπους. Όπως οι ταινίες, οι σειρές, τα ρεπορτάζ σε εφημερίδες, τα βιβλία, όλα, όλα κρίνονται για το τι λένε και τι στερεότυπα/προκαταλήψεις αναπαράγουν. Τα αστεία μάλιστα, ως μέρος της καθημερινότητας, πιο πολύ από ότι ίσως τα βιβλία ή οι ταινίες, πρέπει να υποβάλλονται σε ακόμα αυστηρότερη κριτική.

4. Καλά τώρα, είναι δυνατόν να ασχολούμαστε με αυτές τις βλακείες;

«Εδώ ο κόσμος καίγεται, για αυτά θα μιλάμε;». Το γνωστό επιχείρημα κατά οποιασδήποτε φεμινιστικής κριτικής, στους αιώνες των αιώνων αμήν. Πάντα, μα πάντα όμως, υπάρχει κάτι πιο «σοβαρό», κάτι πιο «επείγον». Πως γίνεται κάθε φορά, να υπάρχει πάντα κάτι πιο σημαντικό από τη φεμινιστική κριτική… Περίεργο πράγμα. Τελοσπάντων, αυτό το επιχείρημα πολύ απλά δεν στέκει. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η κρίση στη Συρία είναι τρισχειρότερη από την κρίση στην Ελλάδα, σωστά; Παρόλα αυτά, δεν βλέπω κόσμο να θεωρεί άχρηστα ή ασήμαντα τα κείμενα για την κρίση στην Ελλάδα επειδή «η Συρία/o κόσμος καίγεται» και  επειδή «άλλοι έχουν σοβαρότερα προβλήματα». Επιπλέον,  το πώς παρουσιάζονται οι γυναίκες στα μίντια είναι πολύ σοβαρό και βαθύτατα πολιτικό θέμα. Οι διακρίσεις και οι αδικίες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες δεν προκύπτουν σε ένα πολιτιστικό κενό, ούτε είναι «φυσικές»:  από κάπου προέρχονται και από κάπου αναπαράγονται.

Τέλος, όσον αφορά την απάντησή της Εφημερίδας των Συντακτών στη σχετική ανακοίνωση της Γ.Γ. Ισότητας.  Σωστά γράφτηκε ότι η Γ.Γ. Ισότητας θα έπρεπε να έχει αντιδράσει εδώ και καιρό σε πολλά άλλα σεξιστικά κακώς κείμενα στην Ελλάδα, όχι μόνο όσον τα αφορά μίντια αλλά και στο κοινωνικό /οικονομικό πεδίο.  Όμως το «υπάρχουν και χειρότερα» δεν είναι απάντηση. Επίσης να τονίσω ότι πουθενά στην απάντηση της εφημερίδας δεν υπάρχει παραδοχή κάποιου έστω λάθους ή αβλεψίας. Όλα καλά καμωμένα λοιπόν.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η απάντηση της Εφημερίδας τον Συντακτών κάνει αναφορά στη λογοκρισία (quelle surpise!). Νομίζω έχουμε καλύψει αυτό το θέμα παραπάνω, αλλά η εφημερίδα κάνει αναφορά και στην «προληπτική λογοκρισία», θέλοντας να πει ότι θα ήταν περιορισμός της ελευθερίας του λόγου αν κάποιος (επιμελητής, αρχισυντάκτης) έβλεπε αυτό το κείμενο και έλεγε στον αρθρογράφο να βγάλει τα σεξιστικά. Πρέπει να πιστέψουμε δηλαδή ότι στις εφημερίδες δεν γίνονται ποτέ διορθώσεις ή αλλαγές σε κείμενα, γιατί οποιαδήποτε παρέμβαση συνιστά λογοκρισία;

Αναρωτιέμαι: μια στήλη που θα βασιζόταν σε ρατσιστικό ή ομοφοβικό λόγο για να κάνει χιούμορ, θα δημοσιευόταν σε αριστερή εφημερίδα χωρίς καμία αλλαγή; Αν παράδειγμα, αν δεν μας αρέσουν οι πολιτικές του Ομπάμα, είναι εντάξει να δημοσιεύσουμε «χιουμοριστικό» κείμενο που θα τον στόλιζε με ρατσιστικά επίθετα; Αν κάποιος αρθρογράφος ήθελε να κάνει πλάκα με κάποιον μετανάστη, θα άφηνε η Εφημερίδα των Συντακτών να δημοσιευτεί αυτούσιο κείμενο με ρατσιστικά σχόλια; Επιτρέψτε μου να αμφιβάλλω. Η αιτία είναι, ότι στην αριστερά τουλάχιστον, έχει γίνει συνείδηση ότι ο ρατσιστικός λόγος είναι κακοποιητικός και επικίνδυνος. Κάτι τέτοιο ακόμα δεν έχει γίνει συνείδηση για τον σεξιστικό λόγο, καιρός όμως είναι πια αυτό να αρχίζει να αλλάζει.

 

 

Share

Περί του φύλου της κρίσης

σερμαν

της Ντίνας Βαΐου

Μέσα στη δίνη των εξελίξεων που ζούμε τραυματικά όλον αυτό τον μήνα, πολλοί θα σχολίαζαν τα περί φύλου της κρίσης με τη φράση «τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια». Όμως, στις 22 Ιουλίου 2015 η Αυγή (τελευταία σελίδα) μας πληροφόρησε, επικαλούμενη στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (2008- Α’ τρίμηνο 2015), ότι «οι άνδρες έχουν βιώσει σε υψηλότερο βαθμό την οικονομική κρίση από ό,τι οι γυναίκες», ενώ το σχετικό Δελτίο Τύπου της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων (ΓΓΙΦ) για την άτυπη σύνοδο των υπουργών Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων της Ε.Ε. (17 Ιουλίου 2015), στο πλαίσιο της Λουξεμβουργιανής Προεδρίας, σημειώνει ότι, ως αποτέλεσμα των σκληρών και απάνθρωπων μέτρων λιτότητας, «παρουσιάζεται μια τάση για εξίσωση των ποσοστών απασχόλησης των φύλων, εξίσωση όμως προς τα κάτω».

Δεν είναι εδώ ο τόπος ούτε ο χώρος για να σχολιάσει κανείς τα στατιστικά στοιχεία σε σχέση με την εργασία των γυναικών. Δύο σημεία όμως έχουν σημασία, ιδιαίτερα επειδή επικαλείται τα στοιχεία αυτά και η ΓΓΙΦ. Κατ’ αρχήν, η σύγκριση ποσοστών μεταβολής δεν αποκαλύπτει πολλά αν δεν λάβουμε υπ’ όψη τις εντελώς άνισες συνθήκες «εκκίνησης», δηλαδή το πολύ υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης των ανδρών έναντι των γυναικών και αντίστοιχα το εξαιρετικά υψηλότερο ποσοστό ανεργίας των γυναικών έναντι των ανδρών το 2008. Η όποια σύγκριση των σημερινών ποσοστών απασχόλησης/ανεργίας έχει νόημα μόνο σε αυτή τη βάση. Επιπλέον, και σύμφωνα με λεπτομερείς επεξεργασίες των στοιχείων από τη Μαρία Καραμεσίνη και άλλες ερευνήτριες, είναι στατιστικά αληθές ότι στα πρώτα χρόνια της κρίσης επλήγησαν περισσότερο οι άνδρες, λόγω της κατάρρευσης της οικοδομής και των συναφών επαγγελμάτων. Στη συνέχεια, η αποδιάρθρωση του τομέα των υπηρεσιών έπληξε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τις γυναίκες, και μάλιστα με τρόπους που ξεπερνούν την αγορά εργασίας, αλλά συνήθως διαφεύγουν της προσοχής των αναλύσεων της κρίσης.

Συγκεκριμένα, η αποδιάρθρωση του τομέα των υπηρεσιών έπληξε τις γυναίκες ως εργαζόμενες, μια και περισσότερο από 75% της στατιστικά καταγεγραμμένης γυναικείας απασχόλησης συγκεντρωνόταν στον τομέα αυτόν. Τις έπληξε όμως και ως αποδέκτριες των υπηρεσιών, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στη φροντίδα (παιδιών, ηλικιωμένων, ανήμπορων) και την παροχή υπηρεσιών υγείας και πρόνοιας, αυξάνοντας σημαντικά τον όγκο της εργασίας στο πλαίσιο της οικογένειας και μάλιστα σε περισσότερο αντίξοες συνθήκες, λόγω των μειωμένων εισοδημάτων και των χειρότερων συνθηκών κατοίκησης, κάποτε και με κομμένο ηλεκτρικό και νερό. Σε ό,τι αφορά τις μετανάστριες, οι επιπτώσεις είναι ακόμη βαρύτερες, καθώς η απώλεια της απασχόλησης στις προσωπικές υπηρεσίες και τη φροντίδα συνεπάγεται, όπως γνωρίζουμε, και απώλεια νομιμοποιητικών εγγράφων.

Πρόκειται για επιπτώσεις της κρίσης που δεν μετράει η στατιστική, στην Ελλάδα και διεθνώς, υποτιμώντας έτσι τόσο την εργασία των γυναικών όσο και τις επιπτώσεις της κρίσης. Η υποτίμηση δε, προκύπτει όχι από κάποια «αστοχία» τεχνικών, αλλά από τον ίδιο τον ορισμό της εργασίας/ανεργίας, από τον οποίο αποκλείονται πολλά πεδία δραστηριοποίησης και ανάλωσης χρόνου και δουλειάς. Αναφέρομαι εδώ στην (απλήρωτη) εργασία φροντίδας, στη «βοήθεια» σε οικογενειακές επιχειρήσεις, στις πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, στην άτυπη απασχόληση και πολλά ακόμη. Αν όμως η στατιστική δεσμεύεται από τις συμβάσεις των ορισμών της, θα περίμενε κανείς από τη ΓΓΙΦ μια συνθετότερη προσέγγιση, πέρα από τη γοητεία των αριθμών, ιδιαίτερα στους δύσκολους καιρούς, όπου η ισότητα των φύλων (κινδυνεύει να) πέφτει στα αζήτητα της πολιτικής.

* Η Ντίνα Βαΐου είναι καθηγήτρια στο ΕΜΠ

Πηγή: Αυγή

 

Share
Page 2 of 1112345...10...Last »