Subscribe via RSS Feed

Category: Απόψεις-Πολεμική

«Μια ύπουλη κατάσταση»: οι έμφυλοι ρόλοι των ακροδεξιών γυναικών

deutschefrauen

Συνέντευξη της Juliane Lang (Γιουλιάνε Λανγκ)[1], μέλος του «Ερευνητικού Δικτύου Γυναίκες και Δεξιός Εξτρεμισμός», στη Γερμανία, σχετικά με τους έμφυλους ρόλους των ακροδεξιών γυναικών τον Μάρτιο 2013 στην εφημερίδα taz.die tageszeitung.

taz: Κυρία Lang, πως είναι η «σύγχρονη γυναίκα της ακροδεξιάς»;

Juliane Lang: Δεν υπάρχει ένας τύπος. Η ζωή εντός της άκρας δεξιάς έχει διαφοροποιηθεί. Υπάρχει τόσο η παραδοσιακή εικόνα της μητέρας καθώς και η νέα ακτιβίστρια, η οποία συμμετέχει, λιγότερο ή περισσότερο, ισότιμα σε διαδηλώσεις ή μαχητικές δράσεις.

Πώς είναι η εξέλιξη των γυναικών στην ακροδεξιά σκηνή; 

Πάντα υπήρχαν γυναίκες στην ακροδεξιά. Η διαφορά είναι το πόσο επιθετικά παρουσιάζονται στο δημόσιο χώρο. Ενώ παλιότερα τις απασχολούσε κυρίως η κοινωνική συνοχή από το παρασκήνιο, σήμερα εμφανίζονται στο προσκήνιο πιο δυναμικά για να απευθυνθούν σε περισσότερες νέες γυναίκες. Σύμφωνα με το NPD (Εθνικοδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας), το ένα στα δύο νέα μέλη που εντάσσονται στο κόμμα είναι γυναίκες. Ο ρόλος των γυναικών στην ακροδεξιά σκηνή δεν πρέπει να υποτιμηθεί.

Τι σχέση έχουν μεταξύ τους ο σεξισμός και ο ρατσισμός; 

Ο ρατσισμός λειτουργεί συχνά έμφυλα – για παράδειγμα ως προς την εικόνα του μετανάστη ως απειλή για τις γυναίκες. Η ίδια η κοινότητα της ακροδεξιάς σκηνής κατασκευάζεται ως καταφύγιο, κάτι που όμως δεν είναι. Όπως πάντα κι εκεί η βία κατά των γυναικών βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη.

Υπάρχει ακροδεξιός φεμινισμός; 

Όχι. Το 2005 η συλλογικότητα ακροδεξιών γυναικών Mädelring Thüringen (MRT) ανακήρυξε τον «εθνικιστικό φεμινισμό», αλλά αντιμετωπίστηκε με φαιδρότητα. Για όλες τις πτέρυγες ο φεμινισμός και η ενσωμάτωση της αρχής της ισότητας (gender mainstreaming) χρησιμεύουν ως αρνητικό στερεότυπο. Το κοινωνικό φύλο ενέχει κινδύνους για την κατασκευή της «εθνικής κοινότητας», με βάση την οποία αποδίδονται στους άνδρες και στις γυναίκες σαφείς ρόλοι λόγω φύλου. Παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες σήμερα είναι ενεργές σε πολλούς τομείς, τους υπενθυμίζεται ωστόσο το εθνικό καθήκον της μητρότητας.

Η Beate Zschäpe (Μπεάτε Τσέπε)[2] αποτελεί πρότυπο για τις ναζί γυναίκες; 

Είναι μια ύπουλη κατάσταση το γεγονός ότι το πιο διάσημο πρόσωπο της γερμανικής ακροδεξιάς αυτή τη στιγμή είναι μια γυναίκα. Αυτό δείχνει το σημαντικό ρόλο των γυναικών στο πλαίσιο της άκρας δεξιάς. Ο πυρήνας του Εθνικού Σοσιαλιστικού Υπόγειου Ρεύματος (NSU) παρέμεινε χάρη στην ενεργή συμβολή της Zschäpe πίσω από το προσωπείο των ενεργών πολιτών. Είναι δευτερεύουσας σημασίας αν πράγματι κρατούσε όπλο στο χέρι της ή «μόνο» ήξεραν γι’ αυτό. Χωρίς την πολύπλευρη δράση των γυναικών η ακροδεξιά δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει.

 

[1] Η Juliane Lang σπούδασε Σπουδές Φύλου στο Πανεπιστήμιο Humboldt και Παιδαγωγική στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Συνεργάζεται με το Σύλλογο για Δημοκρατική Κουλτούρα στο Βερολίνο (VDK) και είναι μέλος του «Ερευνητικού Δικτύου Γυναίκες και Δεξιός Εξτρεμισμός» , που δημιουργήθηκε το 2000. Εστιάζει στις γυναίκες και στις σχέσεις των δύο φύλων μέσα στις ακροδεξιές οργανώσεις, στον πολιτισμό του ποδόσφαιρου και των φιλάθλων και στην παιδαγωγική ως αποτρεπτικό παράγοντα και πρόληψη της ακροδεξιάς.

[2] Η Beate Zschäpe γεννήθηκε στην Ανατολική Γερμανία. Στα 17 της γνώρισε τον κατά δύο χρόνια μεγαλύτερό της Ούβε Μούντλος, ο οποίος τη μύησε στις νεοναζιστικές ιδέες του. Ήταν μέλος της νεοναζιστικής οργάνωσης Εθνικό Σοσιαλιστικό Υπόγειο Ρεύμα (NSU), η οποία ευθύνεται για τη δολοφονία οκτώ Τούρκων, ενός Έλληνα και μιας αστυνομικού μεταξύ της περιόδου 2000-2007. Η Zschäpe είναι το μόνο μέλος της οργάνωσης που έχει επιζήσει, καθώς τα άλλα δύο μέλη της οργάνωσης έβαλαν τέλος στη ζωή τους, όταν εντοπίστηκαν από τις αρχές, το 2011. Η Zschäpe είναι η βασική κατηγορούμενη για συνέργεια στη δολοφονία των 9 μεταναστών και της αστυνομικού.

μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

Πηγή: taz.die tageszeitung

 

Διαβάστε ακόμη

Το τίμημα της σιωπής – Μια ματιά στη γένεση ακροδεξιών πεποιθήσεων

Ο λόγος στο αντιφασιστκό κίνημα

Το φύλο της Ακρας Δεξιάς

 

Share

Ομοφοβικός και τρανσφοβικός εκφοβισμός στην εκπαίδευση

homophobia

της Δήμητρας Κογκίδου

Το φαινόμενο του ομοφοβικού και τρανσφοβικού εκφοβισμού δεν συνιστά καινοτομία των ημερών.  Το ότι σχετικά πρόσφατα άρχισε να συζητιέται στην Ελλάδα οφείλεται στο γεγονός ότι  σήμερα  υπάρχει αυξημένη ευαισθητοποίηση απέναντι σε ορισμένες μορφές εκφοβισμού που παλαιότερα  είτε δεν καταγράφονταν τόσο έντονα στο δημόσιο λόγο, είτε δεν αναγνωρίζονταν ως τέτοιες.

Δυστυχώς τα περισσότερα  περιστατικά ομοφοβικού και τρανσφοβικού εκφοβισμού στην εκπαίδευση συχνά δεν γίνονται αντιληπτά ως τέτοια –πλην ακραίων περιπτώσεων που δημιουργούν έντονα φαινόμενα διάρρηξης των σχολικών κανόνων –και έτσι δεν δίνεται η δυνατότητα για σχεδιασμό συστηματικής δράσης τόσο στο επίπεδο της πρόληψης, όσο και της αντιμετώπισης. Σ’ αυτό συντελεί και η σχετική δυσκολία ορισμένων εκπαιδευτικών να αναγνωρίσουν και να ορίσουν ποιες συγκεκριμένες συμπεριφορές συγκροτούν ομοφοβικό εκφοβισμό καθώς ο σεξισμός έχει διαποτίσει την πρακτική των καθημερινών έμφυλων σχέσεών μας.

Ακόμα, όμως,  και στις περιπτώσεις που τα περιστατικά ομοφοβικού και τρανσφοβικού εκφοβισμού γίνονται αντιληπτά, το σχολείο ως θεσμός –με εξαίρεση ορισμένους εκπαιδευτικούς-  φαίνεται να μην ενδιαφέρεται και τόσο πολύ για το ζήτημα και δε φαίνεται ικανό –ή/και πρόθυμο- να καταπολεμήσει το φαινόμενο με την υιοθέτηση μιας αντι-ετερο-σεξιστικής πολιτικής. Με τη λογική αυτή, δίνει το μήνυμα σε μαθητές και σε μαθήτριες ότι αυτού του είδους η συμπεριφορά είναι λίγο-πολύ αποδεκτή. Γενικά φαινόμενο του ομοφοβικού και τρανσφοβικού εκφοβισμού είναι ένα παραμελημένο ζήτημα  στην εκπαιδευτική ατζέντα που μέχρι τώρα καλύπτεται από σιωπή και αμηχανία.

Ένα παράδειγμα τρανσφοβικού εκφοβισμού

Μια από τις λίγες περιπτώσεις τρανσφοβικού εκφοβισμού που έγιναν ορατές λόγω της σοβαρότητάς της ήταν της Α., μιας τρανς μαθήτριας σε ένα νυχτερινό σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Αθήνα. Παρά τις καταγγελίες του Σωματείου Υποστήριξης Διεμφυλικών μαζί με την ομάδα «Ομοφοβία στην Εκπαίδευση», την προσφυγή στο Συνήγορο του Πολίτη  που στο πόρισμά του είχε δώσει θετικές κατευθυντήριες οδηγίες για τη διευθέτηση  του θέματος και τη διαμεσολάβησή του στο σχολείο, η μαθήτρια συνέχισε να δέχεται σοβαρότατες παρενοχλήσεις λόγω της ταυτότητας φύλου της και εκφοβισμό από το Διευθυντή του Λυκείου.

Παράλληλα, η μοναδική καθηγήτρια που υπoστήριξε την τρανς μαθήτρια στις ακραίες τρανσφοβικές διακρίσεις που υπέστη, πέρασε από ΕΔΕ και τέθηκε σε αργία (υπήρξε καταγγελία της Β΄ΕΛΜΕ Αθήνας για τη δίωξη της καθηγήτριας). Να σημειώσουμε σχετικά με το χειρισμό της υπόθεσης αυτής  το θετικό ρόλο του Συνήγορου του Πολίτη, τόσο για τις προτάσεις του για  το σεβασμό της ταυτότητας φύλου των τρανς ανθρώπων στο σχολικό περιβάλλον, όσο και για τις καλές πρακτικές που ακολούθησε κατά τη διαδικασία διαμεσολάβησης, σε αντίθεση με την αδιαφορία ή καλλίτερα την άρνηση της πολιτείας –μέσω του αρμόδιου υπουργείου  -να ασχοληθεί με τις διακρίσεις που αντιμετωπίζουν γενικότερα οι lgbtq μαθητές και μαθήτριες.

Το σχολείο οφείλει να διασφαλίζει ότι κανένα παιδί δεν θα υποστεί διάκριση ή/και παρενόχληση και εκφοβισμό  εξαιτίας του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου του.

Όταν αναφερόμαστε στον ομοφοβικό και τρανσφοβικό εκφοβισμό στην εκπαίδευση δεν θα πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε ως ένα φαινόμενο που συμβαίνει ανεξάρτητα και ερήμην της πραγματικότητας του κόσμου των ενηλίκων που προσλαμβάνουν τα παιδιά και οι έφηβοι. Ας μη ξεχνάμε ότι αυτά που συμβαίνουν στο πλαίσιο της εκπαίδευσης, επηρεάζονται από τους κυρίαρχους Λόγους περί ετεροσεξουαλικότητας και ομοφοβίας που βρίσκονται στη δημόσια σφαίρα της μαζικής κουλτούρας, της πολιτικής και της πολιτείας. Ούτε, επίσης, να τον αντιμετωπίζουμε ως ένα φαινόμενο που είναι ανεξάρτητο από το είδος της εκπαίδευσης που παρέχουμε στα παιδιά. Για παράδειγμα, σπανίζουν οι βιωματικές μέθοδοι και η συστηματική διαμόρφωση ενός κλίματος στην τάξη που θα συμβάλλει στην ανάπτυξη μιας αίσθησης συλλογικότητας έτσι ώστε τα παιδιά να νοιώσουν ότι ανήκουν σε μια ομάδα και να παρεμποδισθούν ή να ακυρωθούν οποιεσδήποτε διαδικασίες περιθωριοποίησης,   στιγματισμού και εκφοβισμού.

Πάντως, ανεξάρτητα από το αν οι παράγοντες που παράγουν ή επηρεάζουν το φαινόμενο του ομοφοβικού και τρανσφοβικού εκφοβισμού  βρίσκονται μέσα ή έξω από την εκπαίδευση, το σχολείο οφείλει να διασφαλίζει ότι κανένα παιδί δεν θα υποστεί διάκριση ή/και παρενόχληση και εκφοβισμό  εξαιτίας του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου του.   Εμπειρίες παρενόχλησης ή/και διακρίσεων, εμπειρίες ή φόβος για ομοφοβικό ή τρανσφοβικό εκφοβισμό, μπορεί να έχουν  αρνητικές επιπτώσεις στους  LGBTQ νέους και νέες, τόσο σε προσωπικό επίπεδο, όσο και στο εκπαιδευτικό τους μέλλον και στις επαγγελματικές επιλογές. Οι εμπειρίες αυτές δεν προέρχονται μόνον από τους συμμαθητές /τριες αλλά και από τα άλλα μέλη του σχολείου –εκπαιδευτικούς και γονείς.  Η απώλεια της αυτοπεποίθησης, η απομόνωση, ζητήματα τακτικής φοίτησης, η έλλειψη κινήτρων ή /και συγκέντρωσης είναι μερικές από τις επιπτώσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένη εκπαιδευτική επιτυχία ή σε εγκατάλειψη του σχολείου.

Μπορούμε να κάνουμε πολλά στην εκπαίδευση, τόσο στο επίπεδο της πρόληψης, όσο και της αντιμετώπισης, αρκεί να υπάρχουν μακρόχρονες και σωστά σχεδιασμένες παρεμβάσεις που να στηρίζονται στην κατάλληλη παιδαγωγική τεχνογνωσία. Το επισημαίνω αυτό γιατί είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τα αίτια που οδηγούν κάποια παιδιά στη χρήση βίας που προέρχεται από την ομοφοβία.

Το σχολείο ως πολιτισμικό πλαίσιο κατασκευής έμφυλων και σεξουαλικών ταυτοτήτων

Καθώς το φύλο και η σεξουαλικότητα δεν είναι δεδομένα και αυτονόητα, το σχολείο ως θεσμός αποτελεί ένα από τα κυρίαρχα πολιτισμικά πλαίσια μέσα στο οποίο δομούνται οι έμφυλες και σεξουαλικές ταυτότητες των μαθητών/μαθητριών. Αυτό γίνεται με πολλούς τρόπους  –μέσω των αναλυτικών προγραμμάτων, της οργάνωσης και διοίκησης, του παιδαγωγικού υλικού, του κρυφού αναλυτικού προγράμματος κ.ά. Δυνητικά θα μπορούσε να είναι ένα πλαίσιο όπου διαμορφώνονται και διακινούνται πολλαπλές μορφές θηλυκότητας και ανδρισμού –αλλά δεν είναι έτσι –καθώς έχει καταγραφεί ότι ένας μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών πρακτικών, από εκείνες που θεωρούνται ‘αυτονόητες’ μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα, ενισχύουν τα έμφυλα στερεότυπα.  Το σχολείο, παρά τη συνήθη ρητορική για ελεύθερη και ολόπλευρη ανάπτυξη της υποκειμενικότητας των μαθητών/τριών, περιορίζει μαθητές και μαθήτριες σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο, με Λόγους σεξιστικούς και  ομοφοβικούς, γεγονός που  έχει σοβαρές  επιπτώσεις σε πολλά επίπεδα. Στην πράξη, εφαρμόζεται διαφορετική πολιτική όταν κινδυνεύουν να παραβιαστούν οι κανόνες της ετεροσεξιστικής μας κοινωνίας.

Η εκπαίδευση αποτελεί, επίσης, χώρο μέσα στον οποίο ασκούνται πρακτικές σεξουαλικότητας, αν και συχνά δεν αναγνωρίζονται ως τέτοιες. Υπάρχουν χαρακτηριστικές αναφορές σε διάφορες έρευνες για το πως η ιδεολογία της ετεροσεξουαλικότητας εμπλέκεται καθημερινά σε ποικίλες σχολικές πρακτικές. Για παράδειγμα,  όταν προτρέπουμε ένα  μικρό αγόρι να μην κλαίει γιατί «οι άνδρες δεν κλαίνε» ή να γίνει «αληθινός» άνδρας, η προτροπή αυτή  εντάσσεται μέσα σε ένα ετεροσεξουαλικό αυτονόητο  που το σχολείο  επικυρώνει και παρουσιάζει ως αδιαμφισβήτητο κοινωνικό και ηθικό κανόνα. Η ετεροσεξουαλικότητα είναι παρούσα παντού, εκλαμβάνεται ως δεδομένη και «φυσική» και αυτό της δίνει εξουσία.

Συγκρότηση του ανδρισμού: Ετεροσεξουαλικότητα, ομοφοβία και μισογυνισμός

Αυτός ο Λόγος περί ετεροσεξουαλικότητας μέσα στον οποίο τα αγόρια συγκροτούν τους ανδρισμούς τους είναι άμεσα συνδεδεμένος με Λόγους περί ομοφοβίας και μισογυνισμού. Η συγκρότηση της ταυτότητας –σεξουαλικής και έμφυλης-  των παιδιών γίνεται μέσω της διαφοράς και του αποκλεισμού. Ειδικά τα αγόρια συγκροτούν τον ανδρισμό τους μέσα από ένα σύστημα στιγματισμού, το οποίο περιπολεί και αστυνομεύει κάθε τι το «μη-ανδρικό» και διαπαιδαγωγεί στον ανδρισμό  με την απειλή της ομοφοβίας  Έτσι, ο ηγεμονικός ανδρισμός –πάντα ετεροσεξουαλικός -βασίζει τη συγκρότησή του στον αποκλεισμό του «Άλλου» που σε αυτή την περίπτωση είναι η ομοφυλοφιλία η οποία καταλήγει να θεωρείται  συνώνυμο μιας θηλυκής ταυτότητας. Οι ετεροσεξουαλικές, λοιπόν, μορφές ανδρισμού θεωρούνται ως οι μόνες «κανονικές» και υγιείς, ενώ οι υπόλοιπες αυτόματα θεωρούνται «αποκλίνουσες».

Αν μια συμπεριφορά θεωρηθεί  ότι αποκλίνει από την ετεροσεξουαλικότητα, τότε  ενεργοποιείται αρνητική προδιάθεση,  συχνά προκαλείται φόβος ή/και αηδία, συναισθήματα που μπορεί να  οδηγήσουν στη βία, με συνέπεια υποκείμενα με διαφορετική ταυτότητα φύλου, ή σεξουαλικό προσανατολισμό ή και με ‘θηλυπρεπή’ συμπεριφορά σύμφωνα με τα στερεότυπα για τους έμφυλους ρόλους, να υφίστανται παρενόχληση  ή και διάφορες μορφές βίας. Για παράδειγμα, η σωματική οικειότητα μεταξύ των αγοριών, όπως φιλιά και εναγκαλισμοί σε μια συνάντηση, είναι κάτι που αποφεύγεται εξαιτίας της ομοφοβίας  και του φόβου θηλυπρέπειας.

Επίσης, άμεση είναι η διασύνδεση ομοφοβίας και μισογυνισμού.  Είναι μειωτικό για ένα αγόρι να το αποκαλέσουν ‘κορίτσι’. Από τις χειρότερες βρισιές είναι αργότερα να αποκαλέσεις έναν άνδρα «γυναικούλα» ή κάτι παρεμφερές. Αντίθετα αποτελεί θετικό το να αποκαλέσεις μια γυναίκα «αντράκι» ή ‘’παληκάρι’’ γιατί οι ανδρικές αξίες είναι ιεραρχικά ανώτερες. Ο ηγεμονικός ανδρισμός συνδέεται με την  ομοφοβία  καθώς τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά τα οποία αποδίδονται στους άνδρες ομοφυλόφιλους αναφέρονται στις γυναίκες. Η ομοφοβία, λοιπόν, αποτελεί μέσο παγίωσης της σεξουαλικότητας και του φύλου, μέσω της συκοφάντησης της θηλυκότητας και του συσχετισμού της με την ομοφυλοφιλία. Για να χαρακτηρισθεί ομοφυλοφοβικά ένα αγόρι σε  «αδερφή» ή gay αρκεί να υπερβαίνει συγκεκριμένες αξιώσεις με βάση τα έμφυλα στερεότυπα σε θέματα γλώσσας, ένδυσης, συμπεριφοράς. Π.χ, ένας ήσυχος μαθητής ή ένας μαθητής που κλαίει, ή δεν του αρέσει να παλεύει ή να παίζει  ποδόσφαιρο, ή κάνει παρέα και με κορίτσια  μπορεί να στιγματιστεί.

Ο ηγεμονικός ανδρισμός επιβάλει ταυτότητες στους «Άλλους» και τους φέρνει σε εξαιρετικά δυσχερή θέση στοχοποιώντας τους

Η  ετεροσεξουαλικότητα, ο μισογυνισμός και η ομοφοβία  δρουν στο πλαίσιο του σχολείου αφήνοντάς  ελάχιστα περιθώρια αντίδρασης  στους περισσότερους  μαθητές, μαθήτριες και στους εκπαιδευτικούς. Ένα πολύ συχνό παράδειγμα είναι ο ομοφοβικός λεκτικός εκφοβισμός μεταξύ μαθητών «Αν το κάνεις, θα σε γ… !». Ένας μαθητής επιχειρεί να εκφοβίσει έναν άλλο στιγματίζοντάς τον, μέσω της  υποταγής του σε παθητικό/θηλυπρεπή άνδρα, δηλαδή με τη μετατροπή του σε μη-άνδρα. Ο ηγεμονικός ανδρισμός –που είναι οπωσδήποτε  ετεροσεξουαλικός –έχει την εξουσία και  επιβάλει ταυτότητες στους Άλλους. Ο ανδρισμός δεν αποτελεί ένα αυτονόητο, αντίθετα πρέπει συνεχώς να διεκδικείται, να κατακτάται και να αποδεικνύεται -για παράδειγμα και μέσα από την ετεροσεξιστική παρενόχληση και τον ομοφοβικό και τρανσφοβικό εκφοβισμό.

Αυτό έχει ιδιαίτερες επιπτώσεις στη σχολική ζωή των μαθητών και μαθητριών  που δεν επιθυμούν την απόκτηση των κυρίαρχων ανδρικών ή γυναικείων  ταυτοτήτων ή έχουν διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό ή ταυτότητα φύλου.  Όσα αγόρια δεν έχουν μια έμφυλη «ταυτότητα» υπερ-ανδρισμού στιγματίζονται και μέσα από ομοφοβικά σχόλια γίνεται προσπάθεια συμμόρφωσης στα πρότυπα του ανδρισμού και της ετεροσεξουαλικότητας. θα πρέπει να τονιστεί εδώ ότι δεν ταυτίζονται όλα τα αγόρια με αυτές τις ηγεμονικές εκφάνσεις ανδρισμού και συνεπώς δε θα πρέπει να θεωρηθούν ως μια ομοιογενή ομάδα.

Οι ετεροσεξουαλικές προσδοκίες φέρνουν μαθητές και μαθήτριες με διαφορετικούς σεξουαλικούς προσανατολισμούς σε εξαιρετικά δυσχερή θέση.  Αγόρια  και κορίτσια που φαίνονται ή  είναι αβέβαια για την ταυτότητα φύλου τους γίνονται στόχος ομοφοβικών επιθέσεων. Καθώς ο ανδρισμός έχει μεγαλύτερη αξία στην κοινωνία,  τα αγόρια που φαίνεται να παραβαίνουν τις κανονικότητες για το φύλο τους και να  υπονομεύουν το κεντρικό αξίωμα του ανδρισμού, δηλαδή την  ετεροσεξουαλικότητα, στιγματίζονται περισσότερο.

Μια αντι–ετερο-σεξιστική πολιτική θα συμβάλει στη μείωση της ομοφοβίας και της τρανσφοβίας στο χώρο της εκπαίδευσης  αλλά και γενικότερα στην κοινωνία. Η βία, γενικά, στο χώρο του σχολείου φαίνεται ότι συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τους όρους συγκρότησης της ανδρικής ταυτότητας. Είναι σημαντικό, λοιπόν, ο παράγοντας φύλο να παίξει κεντρικό ρόλο, τόσο στη γενικότερη ενταξιακή πολιτική στην εκπαίδευση, όσο και στο σχεδιασμό  στρατηγικών για την καταπολέμησης του  εκφοβισμού στο πλαίσιο των οποίων πρέπει ρητά να περιλαμβάνεται ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η ταυτότητα φύλου και η έκφραση φύλου. Τα παραπάνω πρέπει να είναι τμήμα της εκπαίδευσης /μετεκπαίδευσης των εκπαιδευτικών ώστε να μπορούν να συζητούν και να χειρίζονται τα θέματα αυτά. Παράλληλα θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι με το θέμα φορείς θα έχουν την κατάλληλη τεχνογνωσία, τους πόρους και τις αρμοδιότητες  ώστε να διασφαλιστεί η παροχή της κατάλληλης υποστήριξης και προστασίας στα παιδιά  σε όλη τη διαδικασία. Στο επίπεδο αυτό είναι χρήσιμο να λάβουμε υπόψη καλές πρακτικές άλλων χωρών που  έχουν αξιολογηθεί θετικά στην καταπολέμηση του ομοφοβικού και τρανσφοβικού εκφοβισμού.

Κρίνεται απαραίτητο να γίνει συστηματική και πολυεπίπεδη προσπάθεια για τη δημιουργία ενός κλίματος μη ανεκτικού στην ετεροσεξιστική παρενόχληση και στον ομοφοβικό και τρανσφοβικό εκφοβισμό στην εκπαίδευση. Εκτιμώ ότι υπάρχουν πολλά εμπόδια και περιορισμοί. Οι δυσκολίες αυτής της πολιτικής δεν πηγάζουν μόνον από  αυτά που συμβαίνουν στο πλαίσιο της εκπαίδευσης, αλλά επηρεάζονται και από τους κυρίαρχους/ηγεμονικούς Λόγους. Παρά ταύτα, το σχολείο μπορεί να αποτελέσει ένα προνομιακό πεδίο παρέμβασης προς την κατεύθυνση της έμφυλης συμμετρίας και της άρσης του ετεροσεξισμού –σε συνεργασία και με άλλους θεσμούς – προς όφελος των ίδιων των υποκειμένων και γενικότερα της κοινωνίας – αρκεί να υπάρχει πολιτική βούληση για μια αντι–ετερο-σεξιστική εκπαίδευση, γιατί τεχνογνωσία υπάρχει.  Η εφαρμογή της θα συμβάλει στη μείωση της ομοφοβίας και της τρανσφοβίας –στο χώρο της εκπαίδευσης  αλλά και γενικότερα στην κοινωνία. Επισημαίνεται ότι απαραίτητο στοιχείο στη πορεία αυτή και ζήτημα άμεσης προτεραιότητας είναι η προώθηση μιας νέας αντίληψης για τον ανδρισμό – θέμα που συνδέεται άμεσα με τον ομοφοβικό και τρανσφοβικό εκφοβισμό και την ετεροσεξιστική παρενόχληση..

* Δήμητρα Κογκίδου, καθηγήτρια στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης στο ΑΠΘ

Πηγή:tvxs

 

Share

Οι ήρωες του Λευκού Οίκου

obama

 

της Δήμητρας Σπανού

Διάσημοι άντρες, μεταξύ των οποίων και ο Μπαράκ Ομπάμα, επιστρατεύτηκαν στο νέο βιντεάκι της καμπάνιας του Λευκού Οίκου ενάντια στους βιασμούς στα κολέγια. Αυτοί λοιπόν οι διάσημοι άντρες, που προφανώς λειτουργούν ως πρότυπα για την αμερικάνικη κοινωνία, απευθύνονται επίσης σε άντρες, στους οποίους εξηγούν γιατί δεν πρέπει να βιάζουν αλλά αντίθετα να σέβονται τις γυναίκες. Η πρωτοβουλία ανήκει στον αντιπρόεδρο Τζο Μπάιντεν, ο οποίος ήδη από τη δεκαετία 1990 έχει ασχοληθεί συστηματικά, σύμφωνα με τη σχετική ιστοσελίδα, με το θέμα της ενδοοικογενειακής και σεξουαλικής βίας κατά των γυναικών. Παρόμοιο βίντεο, επίσης με διάσημους άντρες, είχε γυριστεί και παλιότερα με θέμα τη βία κατά των γυναικών.

Το βίντεο:

YouTube Preview Image

Σίγουρα αποτελεί μια θετική πρωτοβουλία, όταν οι δύο ηγετικές φιγούρες ενός κράτους μιλούν δημόσια για την έμφυλη βία, ειδικά όταν αυτό αποτελεί κομμάτι μιας καμπάνιας που παίρνει –τουλάχιστον με βάση αυτά που ισχυρίζεται- διάφορες μορφές, καθώς δείχνει πως υπάρχει βούληση για δράση σε ένα εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα. Ένα βασικό πρόβλημα με την έμφυλη βία είναι το γεγονός ότι τα θύματα συχνά αισθάνονται πως είναι μόνα τους και δεν μπορούν να στραφούν πουθενά ή πως αν στραφούν κάπου, τότε θα κατηγορηθούν ότι φταίνε. Έτσι, πολύ συχνά φοβούνται να καταγγείλουν το περιστατικό. Οπότε, το να παίρνουν θέση κατά της έμφυλης βίας πρόσωπα (και μάλιστα άντρες) με θεσμική εξουσία μπορεί να βοηθήσει ώστε τα θύματα να μην αισθάνονται αυτή τη μοναξιά.

Επίσης, έχει ενδιαφέρον ότι, στο πλαίσιο της καταπολέμησης της έμφυλης βίας, διεξάγεται μια καμπάνια στοχευμένη στις σεξουαλικές επιθέσεις σε κολέγια και σε ηλικίες 16-24, που αποτελούν ένα σοβαρό και δισεπίλυτο πρόβλημα, διαπιστωμένο εδώ και εικοσιπέντε χρόνια. Κατά αυτό τον τρόπο υπάρχει η δυνατότητα να εξειδικευτεί ένα γενικό πρόβλημα, να αναπτυχθούν εργαλεία και να παρθούν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες από τους αρμόδιους φορείς. Τέλος, να πούμε ότι, παρόλο που στο βίντεο δεν αναφέρεται, στην καμπάνια καταγγέλλεται πως και οι άντρες μπορεί να είναι θύματα σεξουαλικής βίας.

Παρόλα αυτά, εστιάζοντας στο βίντεο, δεν μπορούμε να μη σταθούμε σε ορισμένα προβληματικά χαρακτηριστικά. Καταρχάς, μπορούμε να προσπεράσουμε το γεγονός ότι οι ΗΠΑ έχουν δικαιολογήσει, στο εσωτερικό τους πρώτα από όλα, καταστροφικές πολεμικές επιχειρήσεις σε άλλες χώρες με το ιδεολόγημα της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ειδικά των γυναικείων (π.χ. στο Αφγανιστάν), έχουν πολλάκις κατακριθεί για βασανιστήρια (που περιλαμβάνουν και βιασμούς) ενώ παράλληλα έχουν καλλιεργήσει την ισλαμοφοβία, παρουσιάζοντας το Ισλάμ ως απειλή απέναντι στον «προοδευτικότερο» δυτικό πολιτισμό; Δηλαδή, ας είμαστε ειλικρινείς, πώς αυτές οι κυρίαρχες πολιτικές συνδυάζονται με τον σεβασμό στον άλλο, ακόμα και αν πρόκειται για τις γυναίκες στην ίδια τους την χώρα;

Η ίδια λογική μιας ανώτερης δύναμης που χρειάζεται να παρεμβαίνει για να σώζει εκείνους που η ίδια χαρακτηρίζει ως χρήζοντες προστασίας διαπερνά και το συγκεκριμένο βίντεο. Είναι η λογική του «σωτήρα» και είναι βαθύτατα πατριαρχική. Οι άντρες που επιλέχτηκαν για να μιλήσουν, αν και υποτίθεται ότι προέρχονται από μια φυλετική και επαγγελματική ποικιλία, ανταποκρίνονται και αναπαράγουν αυτό το πρότυπο και το κάνουν εντέλει με την υπεροψία του σχεδόν τέλειου, υποδειγματικού δυτικού άντρα.

Έτσι, ενώ είναι θετικό ότι το βίντεο απευθύνεται σε άντρες, που από ότι γνωρίζουμε είναι συνήθως οι θύτες, θέλοντας να τους κάνει συμμάχους αλλά και να απενοχοποιήσει τα θύματα, ο πήχης είναι πολύ χαμηλά. Η ανδρική εξουσία και τα προνόμια που πηγάζουν από αυτήν δεν αμφισβητείται, αλλά αντίθετα κολακεύεται και προωθείται. Οι άντρες είναι αυτοί που έχουν και το πεπόνι και το μαχαίρι. Είναι εν δυνάμει βιαστές, γιατί έχουν την απαιτούμενη δύναμη ή την ικανότητα, αλλά δεν πρέπει να βιάζουν. Σαν τη γνωστή ατάκα από τα κόμιξ με υπερήρωες ότι «με την μεγάλη δύναμη έρχεται και η μεγάλη ευθύνη».

Ο λόγος που οι άντρες θα πρέπει να φέρονται υπεύθυνα απέναντι στις γυναίκες είναι πως ο βιασμός είναι «έγκλημα» και δεν είναι «σωστός». Όχι γιατί αποτελεί μια βίαιη και τρομαχτική άσκηση εξουσίας από άνθρωπο σε άνθρωπο που απέχει έτη φωτός από την ισότητα ή έστω γιατί έχει καθοριστικές επιπτώσεις στη ζωή, τον ψυχισμό και το σώμα υπαρκτών ανθρώπων ενώ και μόνο το ενδεχόμενο βιασμού αποτελεί αιτία καθημερινού φόβου στον μισό πληθυσμό. Ούτε γιατί η σεξουαλική πράξη οφείλει να περιλαμβάνει αμοιβαία απόλαυση, εφόσον μιλάμε για ανθρώπους και όχι αντικείμενα. Επιπλέον, οι άντρες δεν πρέπει να βιάζουν γιατί ο βιασμός μπορεί να συμβεί σε μάνες, αδελφές, συζύγους. Σαν να λέμε «μην το κάνεις για να μην στο κάνουν». Ή αλλιώς, όταν πάθουν κάτι τα καημένα τα γυναικόπαιδα, τότε δεν είναι τα ίδια που θίγονται, τραυματίζονται, υποφέρουν, θυμώνουν, αντιδρούν, αλλά το γόητρο, η ικανότητα ή ο εγωισμός του προστάτη.

Αυτό που μάθαμε δηλαδή από το βίντεο είναι πως ο άντρας ο σωστός είναι αυτός που αν και θα μπορούσε να βιάζει, θα πρέπει να επιλέξει να είναι ο σωτήρας και προστάτης, κάτι που φυσικά περιμένουν από αυτόν οι αβοήθητες γυναίκες. Μια λογική που όχι μόνο δεν αμφισβητεί τις ρίζες του προβλήματος της έμφυλης βίας, αλλά στην ουσία αναπαράγει προβληματικά στερεότυπα, που μειώνουν και τα δύο φύλα.

ObamaSuperhero_6692

 

Share

Μια Γυναικεία Ματιά σε έναν Αντρικό Τελικό

paok

της Μαρίας Λούκα, Φωτογραφίες: Μενέλαος Μυρίλλας

«Μα καλά, εσύ δεν ξέρεις τι είναι το off side». Είναι μακράν η πιο στερεοτυπική βαρετή ατάκα που ακούει μια γυναίκα μαζί με το all time classic «Άντε πήγαινε να πλύνεις κανένα πιάτο» τη στιγμή που προσπαθείς να παρκάρεις σε στενό ανηφορικό στενάκι στο Γκύζη και σου παίρνει κάτι παραπάνω από πέντε δευτερόλεπτα. Δεν έχει καμία σημασία ποια είσαι, αν ασχολείσαι ή όχι, αν έχεις φιλοξενήσει άπειρα ρεμάλια στο σπίτι σου για να δείτε τον τελικό του Champion Leage, αν έχεις πανηγυρίσει ως έφηβη στο Πασαλιμάνι ή στη Λεωφόρο, αν έχεις γράψει χιλιάδες λέξεις για τη μπάλα. Δεν τη γλιτώνεις. Θα ακούσεις το κλισέ. Δεν έχει νόημα να απαντήσεις σοβαρά στους φίλους και τους συναδέλφους σου που επαίρονται τόσα χρόνια ότι αυτοί δεν είναι σεξιστές.

Καλύτερα να κάνεις λίγο χιουμοράκι και να ενσωματώσεις όσο πιο υπερβολικά γίνεται το αρχέτυπο της ανίδεης γκόμενας πχ «Έλα ρε, θέλω να δω το Νικοπολίδη, είναι κούκλος». Γιατί είσαι τόσο άσχετη που δεν ξέρεις ότι ο Νικοπολίδης έχει σταματήσει εδώ και χρόνια να αγωνίζεται και πλέον είναι υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος στον Πειραιά. Μετά θα χαμογελάσεις συγκαταβατικά με μια εσάνς αθώας απορίας στο πιο πατερναλιστικό «Να προσέχεις» και θα πας.

Έκανα την τελετουργία λοιπόν και πήγα! Με απόλυτη επίγνωση ότι το ποδόσφαιρο είναι το πιο άκαμπτο ανδρικό οχυρό σε όλα τα επίπεδα, από τους παίκτες και τις διοικήσεις των ομάδων, μέχρι τους οπαδούς και τους αθλητικούς συντάκτες. Είναι αυτό που έγραφε ο Ερικ Ντάνινγκ στη μελέτη του «Κοινωνικός δεσμός και βία στον αθλητισμό»: «Το ποδόσφαιρο ως έκφραση μιας έντονης ανδρικής κυριαρχίας που αποτυπώνει σχετικά απροκάλυπτα τις ματσό αξίες». Προφανώς ισχύει. Το ποδόσφαιρο είναι η αναπαράσταση της «επιθετικής αρρενωπότητας», όπου η αντιπαράθεση των ομάδων έχει το χαρακτήρα μιας εικονικής μάχης σ’ ένα συμβολικό σύμπαν σημείων και λέξεων που κανονικοποιεί τον ακραίο ανταγωνισμό και διαμορφώνει σχέσεις υποταγής. Ο αντίπαλος «εξαφανίζεται» ή «ξεφτιλίζεται».

This slideshow requires JavaScript.

Η σεξουαλική πράξη εντάσσεται σ’ ένα πρίσμα σχέσεων εξουσίας στο συνθηματικό λόγο των φιλάθλων «ΠΑΟΚ γ… τη Λεωφόρο και κάθε π… φλώρο Παναθηναϊκό» και η γυναίκα στην καθαγιασμένη μορφή της «μάνας» για την ελληνική κοινωνία γίνεται αντικείμενο υπέρτατης προσβολής και ταπείνωσης του αντιπάλου «Είναι π… των … οι μάνες». Σ’ αυτό το συμβολικό σύμπαν δε χωράει η ετερότητα και η γυναίκα παίρνει το ρόλο αυτής που βαριεστημένα συνοδεύει κάποιον παράγοντα στις κερκίδες των επισήμων ή μιας μικρής μειοψηφίας στους φιλάθλους που για να κάνει αποδεκτό τον εαυτό της ως κάτι παραπάνω από life style πρέπει να οικειοποιηθεί στοιχεία αρσενικής σημειολογίας.

Βέβαια, επειδή το ποδόσφαιρο είναι κάτι πολύ παραπάνω από πεδίο κοινωνιολογικής έρευνας ή ελιτίστικης καταγγελίας, είναι συνάμα το άθλημα με το μεγαλύτερο λαϊκό έρεισμα, καθηλωτική ισχύ και συναρπαστικό θέαμα, δε γίνεται να χάσεις τον τελικό που περίμενε η Τούμπα 11 χρόνια , χωρίς τον Ολυμπιακό στους φιναλίστ και τον Άρη Πορτοσάλτε να κάνει σχόλιο δίπλα στους sportcasters. Πραγματικά αν ισχύει αυτό που έλεγε ο Εντουάρντο Γκαλεάνο ότι «ένας αγώνας χωρίς οπαδούς, είναι σα χορός χωρίς μουσική», απλά η ομάδα του ΠΑΟΚ έχασε τα βήματα γιατί μουσική υπήρχε.

Ήταν η μεγάλη κάθοδος, 220 πούλμαν, χιλιόμετρα στην Εθνική, 14 ώρες στο πούλμαν , επίθεση με μολότοφ στη διαδρομή, αμπαρωμένοι στο ΟΑΚΑ από τις 3 το μεσημέρι αλλά δε μασήσανε. Είχαν κέφι, πάθος και χιούμορ. Ακόμα και το τεράστιο πανό που τόσο πολύ συζητήθηκε «Η μεγαλύτερη μετακίνηση ναρκωτικών στην Ελλάδα» ήταν μια ευρηματική κι ίσως λίγο υπερβολική απάντηση στους φιλάθλους του Άρη στον τελικό του 2010 που ισχυρίζονταν ότι επρόκειτο για τη μεγαλύτερη μετακίνηση οπαδών στην Ελλάδα. Αντίστοιχα απάντησαν και τους οπαδούς του Παναθηναϊκού, όταν έβγαλαν μαζικά πράσινα σημαιάκια στην εξέδρα. Αυτοί έβγαλαν μαζικά τις μπλούζες τους. Βράχηκαν, εκδικήθηκαν το γκρίζο αθηναϊκό ουρανό με φωτοβολίδες και πάγωσαν μόνο μετά το 3ο γκολ. Φεύγοντας έφαγαν και ξύλο από την αστυνομία.

Η ομάδα από την άλλη εξάντλησε όλη την ενέργεια στον ημιτελικό με τον Ολυμπιακό και δεν τραβούσε. Σε αντίθεση με την ομάδα του Παναθηναϊκού, που η αλήθεια είναι ότι έγραψε μια νέα σελίδα φέτος για το ελληνικό ποδόσφαιρο, δείχνοντας ότι μπορεί μια ομάδα με τεράστια οικονομικά και διοικητικά προβλήματα, χωρίς ακριβές μεταγραφές , να έχει ψυχραιμία και συνοχή και να νικάει. Τώρα η εικόνα της κοινής εισόδου Σαββίδη – Αλαφούζου και η προτροπή προς τους φιλάθλους να τιμηθεί ο θεσμός και να προασπιστούν τα συμφέροντα των ομάδων, πολύ λίγο πείθει για το λανσάρισμα ενός νέους «ήθους» και περισσότερο μοιάζει με μια επικοινωνιακή στρατηγική σε μια περίοδο έντονων επιχειρηματικών διενέξεων των παραγόντων των ΠΑΕ (Μαρινάκης, Μελισσανίδης, Σαββίδης, Αλαφούζος).

Εξάλλου πολύ λίγο φταίνε οι οπαδοί για τις άδειες κερκίδες, τα στημένα ματς, την ακραία βία. Το ποδόσφαιρό έχει προ πολλού απομακρυνθεί από τη ρομαντική αντίληψη της «φανέλας» και έχει μετατραπεί σε μια υπόθεση πολλών δισεκατομμυρίων. Υπάρχει μια διαρκής υποτίμηση των οπαδών. Οι αρχές τους αντιμετωπίζουν ως κάφρους, η σύγχρονη διανόηση ως υποκείμενα που έμειναν ανέγγιχτα από την τομή του Διαφωτισμού και οι αθλητικοί συντάκτες ως αναλφάβητους που πρέπει να τους απευθύνεται με ιαχές και κοφτό, διχαστικό λόγο.

Όχι πως είναι όλοι αγγελούδια. Ειδικά τα «κεφάλια» των συνδέσμων βρίσκονται συχνά σε ανοιχτή γραμμή με τις διοικήσεις των ομάδων, επιδίδονται σε μαφιόζικες πρακτικές, κάνουν business και εύκολα στελεχώνουν εξτρεμιστικά πολιτικά σχέδια. Αυτή πραγματικότητα όμως δεν αρκεί να χαρακτηρίσει ολόκληρο το οπαδικό κίνημα. Κάπως σκόπιμα καλλιεργήθηκε και αναπαράγεται το στερεότυπο του «ανεγκέφαλου χούλιγκαν», για να αποσείει τις ευθύνες των ΠΑΕ και της Πολιτείας, να εγκλωβίζει ένα δυναμικού στη λειτουργία του «ιδιωτικού στρατού» και να επιτυγχάνεται ο κοινωνικός αντιπερισπασμός.

Η χθεσινή εικόνα της Αστυνομίας το επιβεβαίωσε. Δημιουργήθηκε μια δραματοποιημένη εικόνα στην πόλη για την «κάθοδο των βαρβάρων», γέμισαν οι δρόμοι με κλούβες και άδειασαν από κατοίκους. Παρά όμως τις επισημάνσεις για τα ασφυκτικά μέτρα ασφαλείας και τους πολλαπλούς ελέγχους πάντα περνάνε τα πάντα στον αγωνιστικό χώρο, πάντα παίρνεις μια τζούρα από δακρυγόνα και ποτέ δε μπορεί να διασφαλιστεί ένα ασφαλές αλλά όχι τρομολαγνικό πλαίσιο για τη διεξαγωγή ενός αγώνα.

paok1

Στη δική της τελετουργία, η Αστυνομία στο τέλος επιτίθεται στους οπαδούς που απλώς μπαίνουν στα πούλμαν για να αποχωρήσουν. Προφανώς οι οπαδοί, ειδικά σ’ αυτή τη συγκυρία της γενικευμένη αποστέρησης νοήματος και της πλήρους εξατομίκευσης, συσπειρώνονται γύρω από τις ομάδες γιατί η ομοιομορφία και ο κοινός σκοπός , διαμορφώνουν μια έννοια ταυτότητας στο εσωτερικό τους. Είναι μια διαδικασία συλλογικής αποφόρτισης, που συχνά παρεκτρέπεται στην παραβατικότητα και τη βία αλλά διατηρεί πάντα στο συλλογικό υποσυνείδητο το απωθημένο του παιχνιδιού.

Σ’ αυτό το παιχνίδι όμως έπρεπε να χωράνε όλοι, γυναίκες, παιδιά, ομοφυλόφιλοι, ανάπηροι, μετανάστες. Σα γυναίκα λοιπόν, που δεν καταλαβαίνει τι είναι το off side, κρατάω από τον Τελικό Κυπέλλου τις πιο σημαντικές στιγμές: τη φωτογραφία του Φιλόπουλου στην εξέδρα του Παναθηναϊκού ως διαρκή υπόμνηση αυτού που δεν πρέπει να είναι το ποδόσφαιρο και ως απώλεια που δεν έχει δικαιωθεί, το 16χρονο που έψαχνε τσιγάρο τα μεσάνυχτα στο έξω από την πόρτα του ιατρείου του ΟΑΚΑ περιμένοντας το χτυπημένο με γκλοπ φίλο του με τα πούλμαν να έχουν αποχωρήσει, το γιατρό που αρνήθηκε να δώσει τα στοιχεία των τραυματιών στην Αστυνομία κι ένα ποστάρισμα των οπαδών του ΠΑΟΚ στο δρόμο της επιστροφής που δείχνει ότι η νίκη ή η ήττα είναι απλώς το αποτέλεσμα ενός ποδοσφαιρικού αγώνα. Nothing more. «Με τέτοια βροχή στα επόμενα διόδια στο γκισέ θα μας περιμένει γοργόνα»…

Πηγή: vice

 

Share

Οι γυναίκες στις εκλογές

womens-vote-suppression

της Φλώρας Νικολιδάκη

Έχουμε εκλογές. Ούτε μία, ούτε δύο, τρεις παρακαλώ. Και μπορεί να προκύψουν και τέταρτες.

Η παρουσία των γυναικών στα ψηφοδέλτια είναι πλέον αισθητή. Όχι ακόμα αυτή που οι γυναίκες δικαιούνται. Αλλά καλύτερη από πριν.

Φαίνεται ότι η ποσοτική πλευρά, γίνεται πλέον κατανοητή. Όχι ότι δεν έχουμε φωτογραφίες από πάνελ, ακραιφνώς αρσενικά. Οι άνδρες δηλ. ακόμα αισθάνονται άνετα και φυσιολογικά όταν μόνοι τους συζητάνε για κάποιο θέμα και μάλιστα δημόσια. Άλλο όμως είναι το θέμα μου σήμερα:

-Οι γυναίκες που βρίσκονται στα πάμπολλα ψηφοδέλτια αυτών των εκλογών, πόσο θυμούνται ότι είναι γυναίκες?

-Είμαι βέβαιη ότι το θυμούνται όταν μόνες τους μεταξύ δουλειάς και σπιτιού, προσπαθούν να σταθούν και ως υποψήφιες, αλλά δεν εννοώ αυτό. Αναρωτιέμαι αν το θυμούνται όταν έχουν το δημόσιο λόγο και τη δημόσια εικόνα.

– Η πράξη λέει πως όχι. Είτε άνδρας, είτε γυναίκα, η υποψηφιότητα είναι ένα πράγμα μουντό και ουδέτερο από την άποψη του φύλου.

-Τι φταίει? Να αλλάξουν στάση οι άνδρες, είναι μια ανεδαφική σκέψη. Εμείς, οι γυναίκες, πρέπει να αποδείξουμε ότι η παρουσία μας είναι εντελώς απαραίτητη.

Μιλώντας από την πλευρά των αριστερών φεμινιστριών, έχω τη γνώμη ότι σήμερα που αναζητούνται νέες μορφές οικονομίας, ξεκαθαρίζει και η εικόνα για το ρόλο των γυναικών.

-Διεθνείς μελέτες έχουν αποδείξει ότι η παρουσία των γυναικών σε οικονομικά εγχειρήματα που ξεπερνούν την κάθετη ιεραρχία των τυπικών επιχειρήσεων, είναι πρωταγωνιστική.

-Η ομαδική δουλειά και η  συλλογικότητα είναι πολύ κοντά στις εμπειρίες των γυναικών. Αυτά τα δύο στοιχεία είναι το ζητούμενο σήμερα, σε οποιαδήποτε απόπειρα για τη δημιουργία οικονομικών μονάδων που θα κινούνται στα όρια του συστήματος, με σαφή κατεύθυνση να βγαίνουν από αυτό.

– Γιατί συμβαίνει αυτό? Γιατί οι γυναίκες δεν είναι ως φύλο μολυσμένες από την έπαρση του μεγέθους, της δύναμης, του “αρχηγού”. Διευκρινίζω την κατάσταση του “φύλου”, γιατί σίγουρα υπάρχουν άπειρες γυναίκες με ανδρικά χαρακτηριστικά στη σχέση τους κυρίως με το δημόσιο χώρο, την πολιτική και την οικονομία. Η κατάσταση αυτή είναι έντονη και μέσα στα κόμματα της αριστεράς. Τα γυναικεία στελέχη δεν έχουν τα χαρακτηριστικά του “φύλου”. Ελάχιστες εξαιρέσεις υπάρχουν.

-Νομίζω ότι η πορεία της προεκλογικής δραστηριότητας των κομμάτων της αριστεράς, μέχρι στιγμής με επιβεβαιώνει απολύτως.

Τι πρέπει να κάνουμε; Πρέπει να κατορθώσουμε να περιγράψουμε τη θέση του γυναικείου φύλου στην οικονομία. Να εμπλέξουμε το “φύλο” στην κρίση και την έξοδο από αυτήν όχι σαν το φτωχό συγγενή, αλλά σαν προϋπόθεση της ανατροπής.

 

Share

Τα παιχνίδια των παιδιών: Περισσότερο έμφυλα από ποτέ

της Δήμητρας Κογκίδου

Η ανάγκη διαφοροποίησης του ανδρισμού από τη θηλυκότητα αντικατοπτρίζεται σε μια ποικιλία προϊόντων για παιδιά. Η αγορά κατακλύζεται με προϊόντα για παιδιά που έχουν έμφυλα χαρακτηριστικά, μεταξύ αυτών και τα παιχνίδια. Μια βόλτα στα  παιχνιδάδικα ή  σε πολυκαταστήματα ή μια περιδιάβαση στο διαδίκτυο αρκεί για να διαπιστώσουμε ότι πολύ συχνά τα παιχνίδια παρουσιάζονται ως κατάλληλα για αγόρια ή για κορίτσια, πωλούνται σε διαφορετικά τμήματα ή διαδρόμους, έχουν διαφορετικό περιτύλιγμα και χρώμα,  διαφορετικές απεικονίσεις και λεζάντες. Αυτό δημιουργεί την εντύπωση ότι μερικά παιχνίδια είναι κυρίως για αγόρια, μερικά κυρίως για κορίτσια και μερικά τελείως απαγορευμένα για κάποιο φύλο.

Τα παιδιά μαθαίνουν με πολλούς τρόπους ποια παιχνίδια είναι κατάλληλα για το φύλο τους. Ένας από αυτούς είναι η συσκευασία του παιχνιδιού, η τοποθέτησή του στα σημεία πώλησης  και  η διαφήμιση. Έτσι, δίνεται  το μήνυμα στα παιδιά ότι όλες οι δυνατότητες για παιχνίδι δεν είναι ανοικτές και διαθέσιμες, με αποτέλεσμα να μη δίνεται η δυνατότητα  να αποκτήσουν ένα μεγαλύτερο εύρος εμπειριών και δεξιοτήτων -χωρίς άγχος για το αν αυτό είναι συμβατό με το φύλο τους. Δυστυχώς πάρα πολύ συχνά το φαινόμενο της διχοτόμησης των παιχνιδιών περνάει απαρατήρητο γιατί συμβαίνει πολύ συχνά και το θεωρούμε αυτονόητο μέσα σε ένα κόσμο βαθιά διχοτομημένο ως προς το φύλο.

Τι επιπτώσεις έχει στην ανάπτυξη των  παιδιών σήμερα αυτή η έμφυλη διχοτόμηση των παιχνιδιών; Τι μαθαίνουν για τον κόσμο γύρω τους;

«Τα κορίτσια αγαπούν το ροζ»

Δύσκολα μπορείς να αποφύγεις τη ροζ χιονοστιβάδα. Το ροζ το συναντάμε στα ρούχα,  στα παιχνίδια, στα αξεσουάρ  και σε άλλα αντικείμενα που συνήθως χρησιμοποιούν τα κορίτσια και έτσι σιγά –σιγά όλο αυτό το ροζ «συννεφάκι»  τυλίγει τις ζωές των σύγχρονων κοριτσιών και γίνεται ροζουλί καταιγισμός. Αν το κοριτσάκι από τη γέννησή του περιβάλλεται  μόνο με ροζ αντικείμενα και παιχνίδια, το κάνουμε να πιστέψει ότι είναι το αγαπημένο του χρώμα. Pοζ  βλέπει και στa καταστήματα εκεί που είναι τα κοριτσίστικα παιχνίδια.  Η ροζ χιονοστιβάδα επεκτείνεται και στα επιτραπέζια παιχνίδια καθώς και αυτά κυκλοφορούν  σε κοριτσίστικες εκδοχές (π.χ. το Perfect Wedding, όπου τα κορίτσια  αγοράζουν ότι χρειάζεται για ένα  γάμο, η ροζ Monopoly, όπου τα ακίνητα και τα ξενοδοχεία έχουν αντικατασταθεί με μπουτίκ και εμπορικά κέντρα, το Scrabble με λεξιλόγιο στην κατηγορία της μόδας). Αργότερα, στην ενήλικη ζωή το ροζ είναι χρώμα που χαρακτηρίζεται από θηλυκότητα, τρυφερότητα, παιδικότητα,  αθωότητα και ρομαντισμό.

Πάντως το  ροζ δεν ήταν το «κατάλληλο» χρώμα για κορίτσια μέχρι το 1950. Διεθνή γυναικεία περιοδικά της δεκαετίας του ‘40 προέτρεπαν τους γονείς  να ντύνουν  τα αγόρια τους  στα ροζ  επειδή είναι ένα θερμό και εκφραστικό χρώμα και τα κορίτσια με ένα ήρεμο γαλάζιο.

Το ζήτημα αυτό έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις με γονείς και εκπαιδευτικούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στη Μεγάλη Βρετανία μάλιστα ξεκίνησε το 2008 μια καμπάνια, οι Pinkstinks ως αντίδραση στη ροζ χιονοστιβάδα  των μηνυμάτων που παίρνουν τα κορίτσια  μέσα από όλα τα είδη που απευθύνονται σε παιδιά, όπως τα παιχνίδια, τα ρούχα και τα ΜΜΕ.  Μέσα από τη δράση τους προσπαθούν να ανατρέψουν αυτήν την αντίληψη προωθώντας  αλλαγές σε προϊόντα που περιορίζουν τα κορίτσια σε αυτούς τους στερεοτυπικούς έμφυλους ρόλους. Όπως αναφέρουν στη διακήρυξή τους: «Το πρόβλημα δεν είναι ο κατακλυσμός με το ροζ χρώμα,   αλλά οι συμβολισμοί και οι συνδηλώσεις του καθώς κάτω από την ομπρέλα αυτή εντάσσεται οτιδήποτε προωθεί ένα στερεοτυπικό τρόπο  για να είσαι κορίτσι: χαριτωμένη, παθητική, κολλημένη με τη μόδα, τα ψώνια, τον καλλωπισμό.»

«Τι όμορφη που είσαι! Είσαι μια κούκλα.»

Το κοριτσάκι πρέπει να είναι όμορφο, να αγαπά το ροζ – με ή χωρίς κορδέλες,  λουλουδάκια. Γκλίτερ και καρδούλες, να φροντίζει τα παιδιά, να λατρεύει τα ψώνια. Αυτές είναι  μερικές από τις κοινωνικές παραδοχές για τα κορίτσια  που μεταφέρονται μέσω των παιχνιδιών.  Η κούκλα πρέπει να είναι σαν αυτήν ή αυτή σαν την κούκλα. Εξάλλου η συνηθέστερη φιλοφρόνηση σε κοριτσάκι είναι: «Τι όμορφη που είσαι! Είσαι μια κούκλα.», χωρίς συχνά να τονίζονται άλλα θετικά χαρακτηριστικά της (ακαδημαϊκά, αθλητικά, καλλιτεχνικά).

Πολύ συχνά, επίσης, ακούγεται το επιχείρημα ότι θα αγοράσω την  Barbie ή κούκλα τύπου  Barbie γιατί «Τα κορίτσια αγαπούν την Barbie». Δεν υπάρχουν και άλλες  γυναίκες που θα μπορούσαν να γίνουν κούκλες αντιπροσωπεύοντας ένα γυναικείο δυναμικό πρότυπο και να τις αγαπήσουν εξίσου τα παιδιά; Μήπως άθελά μας υποσκάπτουμε το μέλλον των κοριτσιών μας; Μήπως να το ξανασκεφτούμε την επόμενη φορά που θα πάμε σε κατάστημα παιχνιδιών;

Ας δούμε στη συνέχεια μερικά από τα χαρακτηριστικά των «κοριτσίστικων» παιχνιδιών.

Καταρχήν το ροζ κυριαρχεί στα παιχνίδια που διατίθενται στο εμπόριο για τα  κορίτσια. Σε γενικές γραμμές, σύμφωνα με τα ερευνητικά δεδομένα, τα παιχνίδια που απευθύνονται κυρίως στα κορίτσια έχουν σχέση με την ελκυστική εμφάνιση, την ανατροφή και τις δεξιότητες οικιακής φροντίδας. Τα περισσότερα «κοριτσίστικα» παιχνίδια μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε παιχνίδια πολυτελείας (διεγείρουν  τη φαντασία των κοριτσιών και τα εθίζουν σε μια ζωή σε συνθήκες ακραίας χλιδής), σε παιχνίδια οικιακής ευθύνης (αναπαράγουν στο παιχνίδι τις δουλειές του σπιτιού) και σε παιχνίδια διαπροσωπικών σχέσεων.

Πολλά από αυτά τα παιχνίδια ενισχύουν στερεότυπες αντιλήψεις για τους ρόλους των φύλων. Κλασικά παραδείγματα τέτοιων παιχνιδιών είναι αυτά που περιλαμβάνονται στα είδη νοικοκυριού, απευθύνονται κυρίως στα κορίτσια και δίνουν το μήνυμα ότι η οικιακή εργασία είναι παραδοσιακά γυναικεία υπόθεση. Τα παιχνίδια για κορίτσια  τα ενθαρρύνουν συνήθως να  κάθονται  και να παίζουν ήσυχα και όχι να συμμετέχουν  σε  παιχνίδια δράσης δίνοντας το μήνυμα ότι οι γυναίκες είναι καλύτερες σε απλές επαναλαμβανόμενες εργασίες. Επίσης, ορισμένα παιχνίδια διαπαιδαγωγούν τα κορίτσια να επιθυμούν μια ζωή σε συνθήκες πλούτου, ένα στυλ ζωής πολυτελείας,  συνθήκη που συχνά απέχει από την πραγματικότητα της ζωής που μπορεί να έχουν και μπορεί να είναι επιζήμιο για τη διαμόρφωση των στόχων της ζωής τους.

Παράλληλα διδάσκουν στα κορίτσια πόσο σημαντική είναι η εμφάνιση για την κοινωνική αποδοχή. Τα παιχνίδια αυτά προωθούν ένα συγκεκριμένο πρότυπο ομορφιάς. Η παγκοσμίου φήμης Barbie, είναι ένα πρότυπο ομορφιάς που δεν είναι αντιπροσωπευτικό των περισσότερων γυναικών, αλλά είναι κοινωνικά αποδεκτό. Παρόμοια πρότυπα προωθούν και άλλες  κούκλες, όπως η Bratz και οι καινούριες  Monster High (θυμίζουν δημοφιλείς ιστορίες με τέρατα και έχουν  σχετικά ονόματα, έχουν απίστευτα μακριά πόδια που προβάλλονται  από κοντές φούστες,  οι αναλογίες του σώματός τους είναι  πιο ρεαλιστικές από αυτές της Barbie ή της Bratz, αλλά εξακολουθούν να είναι απίστευτα λεπτές, με πολύ λεπτή μέση και  στήθος που προβάλλεται έντονα).

Τα κορίτσια μαθαίνουν ότι πρέπει να επιδιώξουν αυτό το τέλειο πρότυπο  ομορφιάς, ότι η ομορφιά είναι το βασικό συστατικό της γυναικείας  ταυτότητας και πρέπει να την κυνηγούν. Δεν υπάρχουν συνήθως κούκλες από άλλες φυλές, με άλλες αναλογίες, με αναπηρίες ή κάποιας άλλης ηλικίας. Η κούκλα Barbie  ή τύπου Barbie συνήθως συνοδεύεται με ποικίλα αξεσουάρ που έχουν σχέση με την εμφάνιση για να  τα χρησιμοποιούν τα παιδιά πάνω στην κούκλα και όχι για να τα χρησιμοποιεί η ίδια η κούκλα για κάποιο σκοπό. Είναι ένας συνδυασμός παιδικής αθωότητας και θηλυκότητας,  σύμφωνα πάντα με τις κυρίαρχες επιταγές της θηλυκότητας. Οι συσκευασίες των κοριτσίστικων παιχνιδιών έχουν παστέλ χρώματα και δείχνουν κοριτσάκια να παίζουν με τις κούκλες, να τις κρατούν, να τις κοιμίζουν, να τις βλέπουν κ.ά.

Το προβαλλόμενο ανέφικτο πρότυπο ομορφιάς μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες για τα νεαρά κορίτσια καθώς μπορεί να  συμβάλει στη δημιουργία νευρικής ανορεξίας.  Το ανησυχητικό είναι ότι η διάγνωση των διατροφικών διαταραχών γίνεται σε όλο και μικρότερες ηλικίες κοριτσιών.  Γενικά, τα “κοριτσίστικα” παιχνίδια επηρεάζουν αρνητικά την αυτοεικόνα των κοριτσιών,  την αυτοεκτίμησή τους και τις μελλοντικές προοπτικές τους στην προσωπική και στην επαγγελματική ζωή.

«Είσαι η μικρή μου πριγκίπισσα»

Δείτε τη χαρακτηριστική και εξαιρετικά δημοφιλή  αντίδραση ενός κοριτσιού 5 ετών  σε ένα κατάστημα παιχνιδιών Αναρωτιέται: «Γιατί όλα τα κορίτσια πρέπει να αγοράζουν πριγκίπισσες; Σε μερικά κορίτσια αρέσουν οι πριγκίπισσες, σε μερικά οι υπερ-ήρωες. Σε μερικά αγόρια αρέσουν οι πριγκίπισσες, σε μερικά κορίτσια οι υπερ-ήρωες»

Είναι δύσκολο να αποφύγεις την κοινωνικά κατασκευασμένη εικόνα της ροζ αβοήθητης πριγκίπισσας που περιμένει τον πρίγκιπα για να τη σώσει και να της χαρίσει χαρά και ευτυχία στα «κοριτσίστικα» παιχνίδια και στα υπόλοιπα  προϊόντα  που διατίθενται στο εμπόριο για τα κορίτσια (ρούχα και παπούτσια με  πριγκίπισσες, οδοντόβουρτσα, καλαθάκι για φαγητό, παιδικό σερβίτσιο, δωράκια σχετικά με πριγκίπισσες, ταπετσαρία  στο παιδικό δωμάτιο και χιλιάδες μικροαντικείμενα, πληθώρα επιλογών σε παιχνίδια με ροζ πριγκίπισσες).

Η καθημερινότητα πολλών κοριτσιών είναι εμποτισμένη με εμπειρίες μιας ροζ πριγκίπισσας καθώς τροφοδοτούνται  συνεχώς από τέτοια σεξιστικά προϊόντα και από πολλές πηγές. Έτσι, δεν είναι   δύσκολο για τα κορίτσια να εισέλθουν στους Λόγους του ετεροσεξουαλικού ρομαντισμού («και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλλίτερα»)  και της παθητικής θηλυκότητας. Η κυρίαρχη μυθολογία των ρομαντικών ετεροσεξουαλικών σχέσεων με το αίσιο τέλος που έχει μεγάλη κοινωνική αποδοχή υποδεικνύει στα κορίτσια να επενδύουν σε αυτήν καθώς είναι ο αποδεκτός τρόπος κατανόησης του κόσμου και της θέσης τους σε αυτόν.  Η ενίσχυση της παθητικής θηλυκότητας που τροφοδοτείται ταυτόχρονα μπορεί να παραπέμψει στη σεξουαλική διαθεσιμότητα και στη θυματοποίηση, γεγονός που ενισχύεται και από μηνύματα περί φυσικής αδυναμίας των κοριτσιών και κατά συνέπεια  μειωμένης αντίστασης. Πρόκειται για μια ζήτημα που δεν αφορά μόνον τα κορίτσια καθώς τροφοδοτεί και ενισχύει ταυτόχρονα  τον ηγεμονικό ανδρισμό των αγοριών.

Ευτυχώς που στην πραγματική ζωή υπάρχουν πολλές «σύγχρονες πριγκίπισσες» που κρίνουν απαραίτητο να μορφωθούν και να αποκτήσουν μια θέση στην αγορά εργασίας πριν παντρευτούν ή κάνουν το πρώτο τους παιδί, όλο και περισσότερο διαμορφώνουν τη δική τους ζωή έξω από δεσμευτικές παραδόσεις, διακανονισμούς και ιδανικά μοντέλα ζωής, έξω από τα έμφυλα στερεότυπα.

Η έρευνα  στους καταλόγους παιχνιδιών  από τον 20ο αιώνα μέχρι σήμερα μας δείχνει ότι τα παιδικά  παιχνίδια σε σχέση με το φύλο δεν ήταν  πάντα όπως είναι σήμερα. Στην στροφή του  20ου αιώνα  τα  ουδέτερα ως προς το φύλο παιχνίδια ήταν ο κανόνας  και ξανά στη δεκαετία του 1970.  Παρόμοιες τάσεις έχουν καταγραφεί και  στην έρευνα για τα  παιδικά ενδύματα.  Αλλά και μετά, το 1995, μόνο το 7% των παιχνιδιών που διατίθενται στην αγορά για τα κορίτσια  σχετίζονταν με πριγκίπισσες -πολύ μικρό ποσοστό σε σχέση με αυτό που βλέπουμε σήμερα. Τα κορίτσια δεν ονειρεύονταν πάντα να είναι πριγκίπισσες. Αυτός ο καταιγισμός με τις πριγκίπισσες είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο και αντανακλά  -εν μέρει – την σύγχρονη στρατηγική μάρκετινγκ.

Πάντως ακόμα και οι γονείς που προσπαθούν να μεγαλώσουν αντισεξιστικά τα  παιδιά τους δύσκολα μπορούν να προστατέψουν τα κοριτσάκια από τη μανία για τις πριγκίπισσες του Disney. Αυτό όμως δεν ακυρώνει την αναγκαιότητα να δείχνουμε όλοι και όλες μεγαλύτερη υπευθυνότητα και ως καταναλωτές/τριες παιχνιδιών.

Δεν υπάρχει γονίδιο που δίνει στα αγόρια ειδικά ταλέντα στην κατασκευή, ούτε κανένα γονίδιο πριγκίπισσας

Αντίθετα, υπάρχουν μια σειρά από ευρέως διαδεδομένες πολιτισμικές αντιλήψεις και στερεότυπα για τα αγόρια και τα κορίτσια που διαμορφώνουν και ενισχύουν τις έμφυλες συμπεριφορές. Αυτά τα  στερεότυπα έχουν οδηγήσει τη βιομηχανία των παιχνιδιών να λάβει ένα παιχνίδι όπως το Lego, που  αρχικά είχε σχεδιαστεί ώστε να είναι ουδέτερο από άποψη φύλου και  στα τέλη του 1980 να το προωθεί εμπορικά ως παιχνίδι  αποκλειστικά για αγόρια. Μετά από συστηματική αγνόηση των κοριτσιών για πάνω από  δύο δεκαετίες, στέλνοντας το μήνυμα ότι τα παιχνίδια κατασκευών είναι μόνον για τα αγόρια, οι κατασκευαστές παιχνιδιών στράφηκαν ξανά τα κορίτσια δημιουργώντας νέες σειρές σε μια προσπάθεια να  τα ενθαρρύνουν στις κατασκευές. Η  αφθονία από  παθητικές πριγκίπισσες  στο μεταξύ είχε ανησυχήσει  ειδικούς,  γονείς και εκπαιδευτικούς.

Οι σειρές  Lego Friends και  GoldieBlox χρησιμοποιούν τα ίδια  στερεοτυπικά γυναικεία ροζ και παστέλ χρώματα και τις ίδιες δραστηριότητες που υπάρχουν και στα άλλα «ροζ» παιχνίδια, αλλά προσφέρουν ένα ευρύτερο φάσμα  δραστηριοτήτων και δυνατοτήτων για την ανάπτυξη δεξιοτήτων. Υπήρξε αρχικά κάποιος ενθουσιασμός για τις σειρές αυτές παιχνιδιών γιατί  έχουν τη δυνατότητα να προσελκύσουν κορίτσια και  γονείς που ενδεχόμενα θα απέρριπταν αυτά τα παιχνίδια κατασκευών. Υπάρχει όμως και έντονη κριτική γιατί έρχονται ξανά στο προσκήνιο των κατασκευών τα κορίτσια με ροζ θεματικές που ενισχύουν την αντίληψη ότι   τα κορίτσια έχουν  διαφορετικές ικανότητες, δεξιότητες και ενδιαφέροντά.  Στην πραγματικότητα μεγιστοποιούν το πρόβλημα που υποτίθεται ότι ελπίζουν να λύσουν.

Γιατί είναι σημαντικό να πάψει ο αυστηρός διαχωρισμός ανάμεσα σε αγορίστικα και κοριτσίστικα παιχνίδια;

Πρέπει ως κοινωνία να αποδομήσουμε  έμφυλα στερεότυπα,  όπως, ότι τα κορίτσια και τα αγόρια έχουν τελείως διαφορετικές ανάγκες και ενδιαφέροντα στο παιχνίδι. Σε μερικά αγόρια αρέσουν οι κατασκευές και άλλα θα ενθουσιάζονταν να παίζουν «σπιτάκια» αν τους δινόταν η ευκαιρία. Σε μερικά κορίτσια αρέσουν οι πριγκίπισσες αλλά και σε άλλα αρέσουν  οι υπερ-ήρωες. Υπάρχουν πολύ περισσότερες διαφορές μεταξύ των κοριτσιών  και μεταξύ των αγοριών  και ελάχιστες μεταξύ των δύο φύλων.  Είναι σημαντικό, επιπλέον, να προσέξουμε ότι πέρα από τα διαφορετικά μηνύματα που δίνουν διαφορετικοί τύποι παιχνιδιών για τους έμφυλους ρόλους, έχουν και διαφορετικό εκπαιδευτικό περιεχόμενο, γεγονός που έχει σχέση με την εκπαιδευτική επιτυχία και τις επαγγελματικές επιλογές αργότερα.

Υπάρχει ανάγκη για περισσότερα παιχνίδια σε ένα ευρύ φάσμα των χρωμάτων και με ποικιλομορφία θεμάτων,  τόσο για τα αγόρια, όσο και για τα κορίτσια. Επιπλέον, υπάρχει ανάγκη για δημιουργία καινοτόμων παιχνιδιών που θα ανατρέπουν τα έμφυλα στερεότυπα  και θα προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις, όπως, επίσης, και οργανώσεων που θα προσπαθήσουν να αλλάξουν την υπάρχουσα κατάσταση και να προωθήσουν ουδέτερα ως προς το φύλο παιχνίδια.

* Καθηγήτρια στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ

Πηγή: tvxs

 

 

Share

Πόσο δημόσια είναι η δημόσια τέχνη;

της Στέλλας Μπολωνάκη

Οι συζητήσεις για την δημόσια τέχνη που διοργανώθηκαν από τους Οργανισμούς Rethinking Athens και NEON, οι οποίες έχουν αναλάβει τις αναπλάσεις της οδού Πανεπιστημίου και του Εθνικού κήπου αντίστοιχα, φέρνουν στο προσκήνιο ένα σημαντικό ζήτημα: Πόσο δημόσια είναι η δημόσια τέχνη από την στιγμή που δεν γίνεται καμία αναφορά στα χαρακτηριστικά του δημόσιου χώρου, ούτε εντοπίζονται τα στοιχεία που διαχωρίζουν την δημόσια από την ημι-δημόσια τέχνη των γκαλερί και των μουσείων; Εσκεμμένα ή όχι, σε κάθε σχετική συζήτηση ή δημοσίευμα εξυμνείται ο κοινωνικός της ρόλος χωρίς, ωστόσο, να τίθενται τα ζητήματα για τα οποία επικρίνεται, ιδιαίτερα, για την εμπλοκή της με τον αστικό εξωραϊσμό που απασχολεί σχεδόν εξ’ ολοκλήρου την σχετική βιβλιογραφία της.

Στην Ελλάδα επικρατεί η γενικευμένη πεποίθηση ότι δημόσια είναι κάθε μορφή τέχνης που οικειοποιείται τον υπαίθριο χώρο των πόλεων με σκοπό να δημιουργήσει ελκυστικές τοποθεσίες και να οργανώσει δρώμενα με έμφαση την αναψυχή (πχ. Αθήνα by Art, Cow Parade, Yarn Bombing κτλ). Αυτό προϊδεάζει για την αντίληψη της πόλης σαν βιτρίνα και του πολίτη σαν επισκέπτη που απολαμβάνει την τέχνη στο χρόνο της ανάπαυλάς του. Με άλλα λόγια, η δημόσια τέχνη λειτούργει μέσα στις συνθήκες διαβίωσης, εργασίας, κατανάλωσης, και ανάπαυλας (Don Mitchell, 2000).

Ωστόσο, όσο υπάρχει φτώχεια και όσο διευρύνεται το χάσμα σε όσους έχουν δουλειά και όσους δεν έχουν, δημιουργούνται καθημερινά νέοι τύποι πολιτών. Οι άστεγοι, οι διαμαρτυρόμενοι, οι «αλήτες» (αλκοολικοί η ναρκομανείς) και οι μετανάστες. Αυτές οι κατηγορίες πολιτών ταυτίζονται με μια πόλη που είναι συνώνυμη της ασχήμιας, του χάους, της ανέχειας και της αναρχίας. Είναι προφανές, ότι το μοντέλο αναγέννησης με βάση την δημόσια τέχνη επιχειρεί την ίδια διάκριση ανάμεσα στην «υψηλή» και την «χαμηλή» κουλτούρα του 19ου αιώνα που γυρίζει την πόλη σε παλαιότερες εποχές γεμάτες ελιτίστικη πνευματική αυτοπεποίθηση και γενναιόδωρη ηθική ανωτερότητα (F. Mort, 1996).

Από το 1967 που η δημόσια τέχνη αναβαθμίστηκε στον αγγλοσαξονικό κόσμο σε Public Art με κεφαλαία γράμματα (John Willet, 1967) και κατοχυρώθηκε στις ΗΠΑ μέσα από την νόμο του ποσοστού για την τέχνη (Percent of Arts -το 1% της κατασκευαστικής δαπάνης των δημοσίων έργων χορηγείται σε έργα ή παρεμβάσεις της τέχνης), η τέχνη δέθηκε στο άρμα της αστικής αναγέννησης. Αυτή η επινόηση εφαρμόζεται πιστά από το 1980 στις χώρες που ακολουθούν την νεοφιλελεύθερη στρατηγική, η οποία θέλει την μετατροπή των κέντρων στις πόλεις σε πεδίο οικονομικής δραστηριότητας. Στο πλαίσιο αυτό, τα έργα και τα δρώμενα της τέχνης στον δημόσιο χώρο ακολουθούν τις αρχές της προσφοράς και της ζήτησης. Με άλλα λόγια αξιοποιούνται με οικονομικούς και όχι πολιτιστικούς όρους. Χαρακτηριστικά η εφημερίδα Πρώτο Θέμα αναφέρει: «μεγάλη μερίδα των πολιτών δείχνουν πόσο θέλει η Αθήνα να μεταμορφωθεί σε μια πόλη που θα προσελκύσει εικαστικό τουρισμό» (Ηλιάνα Φωκιανάκη 20/2/2014). Η τέχνη μετατρέπεται, δηλαδή, σε ένα αντικείμενο εμπορικών πιέσεων που περιορίζει αν όχι αναστέλλει το συστατικό ρόλο της δημόσιας τέχνης ως πολιτικού λόγου στη ζωή της δημοκρατίας.

Από την στιγμή μάλιστα, που ο αστικός εξευγενισμός (που έχει επικρατήσει να αποκαλείται gentrification), προωθεί την απαλλοτρίωση και την αλλαγή χρήσης γης με σκοπό την οικονομική οξοποίηση, και από την στιγμή που πίσω από τις διαδικασίες αυτές βρίσκεται συνήθως το κτηματο- μεσιτικό και εργολαβικό κεφάλαιο (Μουκούλης Π. 2007), η δημόσια τέχνη δημιουργεί χωροταξικές ζώνες μεταξύ αποδεκτών από μη αποδεκτών, κατάλληλων και ακατάλληλών, λειτουργικών και χαοτικών περιοχών μέσα στην πόλη (Zukin S., 1995). Με αυτόν τον τρόπο, νομιμοποιούνται ή περιθωριοποιούνται οι τοποθεσίες της πόλης και αποσυνδέονται, απομονώνονται ή εκτοπίζονται διάφορες κοινωνικές ομάδες.

Για παράδειγμα, στο βιβλίο Evictions: Art and Spatial Politics (1996), η ιστορικός και κριτικός τέχνης Rosalyn Deutsche αναφέρεται εκτενέστατα στον εκτοπισμό των αστέγων και περιθωριακών από το Battery Park City, το οποίο σχεδιάστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 με κύριο στόχο την μετατροπή της περιοχής του Lower Manhattan στην Νέα Υόρκη σε μια ιδανική τοποθεσία για τα υψηλόβαθμα στελέχη του χρηματιστικού κεφαλαίου. Για το ίδιο θέμα το περιοδικό Art in America αναφέρει: «η αστική ανάπλαση του East Village θα μπορούσε να αναγνωστεί ως ένα επεισόδιο της ακίνητης περιουσίας της Νέας Υόρκης που με την συμμετοχή των καλλιτεχνών στην πολιτική της αστικής αναζωογόνησης ώθησε στην εξάλειψη και της τελευταίας παραγκούπολης του Lower Manhattan» (C.McCormick & W. Robinson, Art in America, 1982).

Με άλλα λόγια, η συμμετοχή της τέχνης στην αισθητοποίηση και την φεστιβαλοποίηση των πόλεων δεν μπορεί να θεωρηθεί μια επιλογή χωρίς πολιτικό περιεχόμενο. Κάθε συζήτηση για την δημόσια τέχνη αφορά την ποιότητα της δημοκρατίας. Κάθε παρέμβαση των εικαστικών τεχνών στην πόλη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «δημόσια» εάν το έργο δεν προκαλεί μια διαπραγμάτευση μεταξύ όλων των διαφορετικών κοινωνικών ταυτοτήτων. Ούτε μπορούμε να εξαγγέλλουμε τον κοινωνικό ρόλο της τέχνης αν δεν υπάρχει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα πρόσβασης των καλλιτεχνών στις γειτονιές, στα σχολεία και τα γκέτο.

Δημόσια τέχνη σημαίνει πολιτική τέχνη από την στιγμή που ο δημόσιος χώρος συνιστά ένα φυσικό έδαφος πάνω στο οποίο οικοδομείται η κοινωνία. Ο δημόσιος χώρος είναι το αποτέλεσμα των πολιτισμικών, οικονομικών και πολιτικών διεργασιών της κοινωνίας. Είναι η ελληνική αγορά και το ρωμαϊκό φόρουμ όπου η κοινωνική ζύμωση, διαμάχη ή σύγκρουση μπορούν να αναδυθούν. Η τέχνη στην πόλη θα πρέπει να συμβολίζει την ένταξη και την κοινωνική αλληλεγγύη και όχι τον αποκλεισμό, τον εξαναγκασμό ή τα ιδιωτικά συμφέροντα. Μια πραγματική δημόσια τέχνη προϋποθέτει την ενεργό διάδραση των καλλιτεχνών με την κοινωνία, αλλά και την ελεύθερη πρόσβαση της κοινωνίας στις δεξιότητες και την γνώση που προσφέρει η τέχνη, έτσι ώστε αυτή να είναι σε θέση να λειτουργεί σαν ένα δημοκρατικό μέσον για τους πολίτες και την έκφραση των ιδανικών τους.

*Η Στέλλα Μπολωνάκη είναι εικαστικός

Πηγή: Αυγή

 

Share

Κράτος εν κράτει: Κουλτούρα κακομεταχείρισης και ατιμωρησίας στην ελληνική αστυνομία

επιμέλεια Σίσσυ Βωβού

Τον παραπάνω τίτλο είχε η εκδήλωση / συζήτηση που οργάνωσε η Διεθνής Αμνηστία την Παρασκευή 3 Απριλίου στον Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας για να παρουσιάσει την έρευνά της για το θέμα. Η έρευνα αυτή είναι σοκαριστική, παρουσιάζει πληροφορίες που τις γνωρίζουμε μια-μια, αλλά όταν αναφέρονται όλες μαζί σοκάρονται ακόμα και οι άνθρωποι που παρακολουθούν όλες αυτές τις εξελίξεις.

Το σοκ και η συγκίνηση ήταν φανερά ακόμα και στους ομιλητές /ομιλήτριες του πάνελ.

Στην εκδήλωση όπου προήδρευε ο Κώστας Αρβανίτης, διευθυντής του Ραδιοσταθμού «Στο Κόκκινο 105,5», μίλησαν αρχικά οι διευθυντές της Διεθνούς Αμνηστίας Ελλάδας Ηλίας Αναγνωστόπουλος και Τουρκίας, Murat Cekic. Επίσης, ο Γιάννης Καυκάς, απεργός που έπεσε θύμα της αστυνομικής βίας και παρά λίγο δεν έχασε τη ζωή του (πέρασε 10 μέρες στην εντατική), ο δημοσιογράφος Μανώλης Κυπραίος που δέχθηκε επίθεση μέσα σε στοά και έχασε την ακοή του αλλά υπέστη και άλλες μεγάλες βλάβες στην υγεία του, ο φωτογράφος Μάριος Λώλος που χτυπήθηκε στο κεφάλι και κινδύνευσε η ζωή του και η Λόλα Χρυσούλη από τις Σκουριές, που βρίσκεται από την αρχή στον αγώνα της καμπάνιας SOS Χαλκιδική και μάλιστα συμμετέχει ενεργά στην ομάδα γυναικών αυτού του αγώνα που έχει παίξει το δικό της σημαντικό ρόλο, όπως αναφέρεται και σε προηγούμενες δημοσιεύσεις του Φύλου Συκής.

Από το ακροατήριο, κατά τη συζήτηση, μίλησαν δύο γυναίκες που συμμετέχουν στον αγώνα αλληλεγγύης Κούρδων και Τούρκων πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα, και κατήγγειλαν τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων των φυλακισμένων συμπατριωτών τους από μεριάς ελληνικού κράτους, καθώς και την προσαγωγή 7 ατόμων στο Ναύπλιο, όπου είχαν πάει για διαμαρτυρία με ένα πανό έξω από τις φυλακές, την ίδια ημέρα και την κακομεταχείρισή τους.

Η πολυσέλιδη και τεκμηριωμένη έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας και τα σχετικά δελτία τύπου βρίσκονται εδώ

Ολόκληρη η ομιλία της Λόλας Χρυσούλη:

Βρίσκομαι σήμερα εδώ για να σας μεταφέρω κάποιες απ΄τις εμπειρίες μας και σας ευχαριστώ που μας δίνετε αυτή την ευκαιρία.

Για όσους δε γνωρίζουν, στη Χαλκιδική ήδη υλοποιείται ένα τεραστίων διαστάσεων εξορυκτικό σχέδιο, με ανοιχτή εξόρυξη, τέλματα αποβλήτων και μεταλλουργία. Μια τέτοια δραστηριότητα – σύμφωνα με πορίσματα Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων και επιστημονικές μελέτες – θα είναι καταστροφική για το περιβάλλον, τις υπάρχουσες οικονομικές δραστηριότητες, την ανθρώπινη υγεία. Κάτοικοι της περιοχής και αλληλέγγυοι απ΄όλη την χώρα, βρίσκονται εδώ και χρόνια στο δρόμο και στο βουνό, προσπαθώντας να αποτρέψουν μια τέτοια καταστροφή και να προστατέψουν τον τόπο και τις ζωές τους.

Οι περισσότεροι από εμάς – που συμμετέχουμε στο κίνημα ενάντια στις εξορύξεις χρυσού στη Χαλκιδική – έχουμε βιώσει στο σώμα και το μυαλό μας την αστυνομική βία. Και όλοι μας έχουμε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο που κακοποιήθηκε ή εξευτελίστηκε από αστυνομικούς.

Οι προσωπικές μνήμες και εμπειρίες μας, μπερδεύονται και συνεργούν δημιουργώντας τελικά μια συλλογική εμπειρία. Δεν βρίσκομαι εδώ μόνο ως Λόλα.

Είμαι η κ. Ρ., 60 χρονών, που μέχρι πριν λίγα χρόνια πίστευα ότι οι αστυνομικοί δε χτυπούσαν ποτέ διαδηλωτές απρόκλητα, ότι δε χρησιμοποιούσαν ποτέ υπέρμετρη και αδικαιολόγητη βία. Κι όμως βρέθηκα να με κυνηγούν πάνοπλοι ΜΑΤατζήδες για 7 χιλιόμετρα μέσα στο δάσος. Ένιωσα το χέρι του αστυνομικού – που θα μπορούσε να είναι ο γιός μου – να με τραβάει έξω απ΄το αυτοκίνητο και να με ρίχνει στην άσφαλτο. Ένιωσα την μπότα του να μου τσακίζει τον αστράγαλο κι άκουσα βρισιές από το στόμα του που η παιδεία και αξιοπρέπειά μου δε μου επιτρέπουν να ξεστομίσω.

Είμαι η Α., ετών 16, που αφού με πνίξανε στα χημικά ενώ βρισκόμουν στο σχολείο, δε δίστασαν να με ανακρίνουν σ΄ένα υπόγειο της ασφάλειας – απουσία κηδεμόνα ή δικηγόρου – σαν εγκληματία και με ρωτήσουν πράγματα που με προσβάλλουν ως άτομο και νέα γυναίκα.

Είμαι ο Β. που την 5η Αυγούστου του 2012, στη διαμαρτυρία στο βουνό ήθελα να πάω με τις έφηβες κόρες μου. Μέχρι που έπιασα στα χέρια μου την πλαστική σφαίρα και είδα τα τραύματα στα σώματα άλλων διαδηλωτών. Και τότε ήμουν ευγνώμων που τα παιδιά μου έμειναν στο χωριό. Ήταν ασφαλή. Η αστυνομία δεν είχε λόγο και αφορμή να τα πειράξει. Ήταν απλώς μαζεμένα στην πλατεία του χωριού, περιμένοντας να γυρίσουμε. Κι όμως λίγες ώρες αργότερα τα έψαχνα αλλόφρονας στο χωριό, μέσα στους καπνούς των χημικών και τις ευθείες βολές δακρυγόνων.

Είμαι ο κ. Χ. 65 χρονών, συντηρητικός και ευυπόληπτος πολίτης. Και καρδιοπαθής. Λίγο οξύθυμος και παρορμητικός αλλά δε νομίζω ότι μπορώ να απειλήσω μια διμοιρία πάνοπλων ΜΑΤατζίδων. Κι όμως βρέθηκα να με σέρνουν απ΄τα πόδια στο χωματόδρομο για να “καθαρίσουν” το δρόμο απ΄την ενοχλητική μου παρουσία.

Είμαι ο Μ. που την 21η Οκτωβρίου 2012, αφού με συνέλαβαν 4 πάνοπλοι ΜΑΤατζίδες, με ξυλοκόπησαν στο δρόμο μέχρι που έφτυσα αίμα. Όταν τους ρώτησα γιατί με χτυπάνε μου απάντησαν “Γιατί έχεις μακριά μαλλιά, κι η μάνα σου γαμιέται”

Είμαι ο Τ., 20 χρονών, που με απήγαγαν οι αστυνομικοί για μια “βόλτα” και οι συγγενείς, φίλοι, συγχωριανοί και δικηγόροι με έψαχναν για ώρες σε νοσοκομεία και χαντάκια. Κι εγώ βρισκόμουν στα μπουντρούμια της ασφάλειας, με 6 θεόρατους αστυνομικούς που προσπαθούσαν να με πείσουν – με “ψιλές” – να δώσω τη συγκατάθεσή μου στη λήψη του γενετικού μου υλικού.

Είμαι ο Β. και ο Γ. που ξημερώματα σπάσανε την πόρτα του σπιτιού μου οι ράμπο της αντιτρομοκρατικής, και με σύρανε με τις μπιτζάμες και χωρίς παπούτσια στο θωρακισμένο ασφαλίτικο αυτοκίνητο. Είμαι οι γυναίκες τους, που υπό την απειλή των όπλων δεν μπόρεσα ούτε να τους αποχαιρετίσω. Είμαι τα ανήλικα παιδιά τους, που δεν κατάλαβα τί έγινε και γιατί! Που στο γεμάτο απορία βλέμμα μου ο αστυνομικός απάντησε “Κοίτα τον τώρα, γιατί όταν βγει δε θα τον θυμάσαι”

Είμαι η Γ. 11 μηνών που στις 7 Μαρτίου 2013 μετά από την αλόγιστη χρίση χημικών που έπεσαν στο χωριό μου και ενώ εγώ βρισκόμουν στο σπίτι μου , πνίγηκα από τους καπνούς. Μεταφέρθηκα με αναπνευστικά προβλήματα στο νοσοκομείο εκεί νοσηλευτικά για πολλές μέρες και ανακάλυψαν ότι τα χημικά είχαν εισχωρήσει στο αίμα μου .

Είμαι η Λόλα, μητέρα τριών παιδιών, που στις 12 Μαΐου το 2013 ημέρα της μητέρας, μαζί με άλλες 50 γυναίκες πήγα να διαμαρτυρηθώ  για την καταστροφή του Κακάβου, για την καταστροφή της ζωής και του μέλλοντος των παιδιών μου. Δεν περίμενα ότι θα κατέληγα στο Νοσοκομείο Πολυγύρου! Δυο άνδρες των ΟΠΚΕ, στην προσπάθεια τους να με συλλάβουν, με τραβούσαν ο ένας από το χέρι προς τα εμπρός και ο άλλος από τον σκούφο της μπλούζας μου προς τα πίσω. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην έχω οξυγόνο και να χάνω της αισθήσεις μου. Με έριξαν με δύναμη στο έδαφος. Στο νοσοκομείο πέρα από τους μώλωπες στο σώμα μου και τον ξυλοδαρμό που είχα υποστεί, διέγνωσαν και ευθειασμό στον αυχένα μου – ο κατά τ’ αλλά συμπαθής αστυνομικός μου είχε προκαλέσει μια μόνιμη βλάβη για να τον θυμάμαι. Όταν τον συνάντησα μετά από μήνες στο δικαστήριο φορώντας κολάρο στον λαιμό, τον κοιτούσα επίμονα στα μάτια. Μετά από ώρες συναντήθηκαν τα βλέμματα μας. Το μόνο που μου είπε ήταν “εντάξει είσαι δεν σου έκανα μεγάλη ζημιά”. Την ίδια μέρα συνελήφθησαν άλλες 3 γυναίκες, οι δύο μητέρες δύο και τριών παιδιών και η τρίτη μια νεαρή κοπέλα 23. Μεταφέρθηκαν στην ασφάλεια Πολυγύρου σαν κοινοί εγκληματίες. Στις 2:οο τα ξημερώματα για την “ασφάλεια τους” τις μετέφεραν στην ασφάλεια Θεσσαλονίκης όπου τους έγινε ο γνωστός σωματικός έλεγχος –ξέρετε αυτός που σε ξεφτιλίζει ως άνθρωπο, αυτός που τσαλαπατά την αξιοπρέπεια σου και κάθε ανθρώπινο δικαίωμα.

Είμαστε όλοι πλέον ένα κράμα ιστοριών, που αν τις κοιτάξει κανείς αποστασιοποιημένα δεν είναι δα και τόσο τραγικές. Ακούμε για βασανιστήρια, φόνους, κακοποιήσεις, σχεδόν καθημερινά. Βλέπουμε την αστυνομική βία, τον υπερβάλλοντα ζήλο, τη σαδιστική ευχαρίστηση στα μάτια κάποιων αστυνομικών, την κατάχρηση εξουσίας και την ατιμωρησία.

Δεν είμαστε τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας. Είμαστε όμως η απόδειξη ότι όταν η καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η κατάχρηση εξουσίας, η ατιμωρησία της αστυνομικής αυθαιρεσίας γίνονται κατεστημένο – αν όχι εργαλείο της εξουσίας – τότε στο στόχαστρο δε βρίσκονται μόνο συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων. Δεν είναι μόνο ο μετανάστης, ο άστεγος, ο αναρχικός, ο οροθετικός, ο κρατούμενος που μπορεί να πέσουν θύματα αστυνομικής βίας. Μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε. Ο καθένας που βρίσκεται στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή. Ο καθένας που η εμφάνισή του, ο σεξουαλικός του προσανατολισμός ή η ιδεολογία του δεν αρέσει στα αστυνομικά όργανα. Ο καθένας που τολμά να αντισταθεί, ή να διεκδικήσει τα δικαιώματά του.

Η αστυνομική αυθαιρεσία και η κατάχρηση εξουσίας που ασκείται από την σημερινή ΕΛ.ΑΣ δεν είναι μόνο επικίνδυνη για τη ζωή και σωματική ακεραιότητα των πολιτών αλλά και για την δημοκρατία. Εμείς στην Χαλκιδική την ζήσαμε και την ζούμε καθημερινά στο πετσί μας. Θα συνεχίσουμε να το καταγγέλλουμε και να φωνάζουμε για τα δικαιώματα μας.

Κι αφού ξέρουμε ότι ο στόχος είναι το μυαλό …. το νου μας!

 

 

Share

Συνήγορος του Πολίτη: ετήσια έκθεση για το 2013

της Σίσσυς Βωβού

Σε συνέντευξη Τύπου παρουσίασε την ετήσια έκθεσή του Συνηγόρου του Πολίτη η Συνήγορος κυρία Καλλιόπη Σπανού, υπό τον τίτλο «Η ορθή λειτουργία των θεσμών δεν αποτελεί πολυτέλεια». Η έκθεση, που περιλαμβάνει όλα τα ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκε ο Συνήγορος το 2013, περιέχει συγκεκριμένες διαπιστώσεις και προτάσεις και παραδόθηκε στον πρόεδρο της Βουλής. Εμείς θα παρουσιάσουμε εδώ την ενότητα Φύλο και Εργασιακές Σχέσεις, ενώ το σύνολο βρίσκεται στην ιστοσελίδα της Αρχής.

Αναφέρεται στο Δελτίο Τύπου, ότι το 2013 η ανεξάρτητη αρχή συμπλήρωσε 15 χρόνια λειτουργίας και ο διττός, μεταρρυθμιστικός και εγγυητικός ρόλος της παραμένει επίκαιρος όσο ποτέ άλλοτε λόγω της βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που βιώνει η χώρα. Αυτό αποδεικνύει άλλωστε και ο μεγάλος αριθμός αναφορών από τους πολίτες –μεγαλύτερος από κάθε άλλη χρονιά – που κατατέθηκαν στον Συνήγορο το 2013.

Φύλο και εργασιακές σχέσεις

Παρά τη ρητή υποχρέωση εφαρμογής των επιταγών του ευρωπαϊκού δικαίου, η ελληνική νομοθεσία υιοθετεί ρυθμίσεις για την ίση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών με σημαντική συνήθως καθυστέρηση. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι η ρύθμιση του υπαλληλικού κώδικα που προέβλεπε ότι η χορήγηση άδειας ανατροφής τέκνων στους άνδρες μονίμους δημοσίους υπαλλήλους, προϋπέθετε να εργάζεται η σύζυγος ή να είναι για κάποιον λόγο ανίκανη να αντιμετωπίσει τις ανάγκες ανατροφής του παιδιού. Παρόμοια προϋπόθεση δεν ίσχυε για τις μητέρες. Η ανωτέρω ρύθμιση καταργήθηκε στο δημόσιο τομέα με το άρθρο 6 του νόμου 4210/2013, λίγο πριν εκπνεύσει η προθεσμία που είχε θέσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για άρση της διάκρισης. Ωστόσο, η διάκριση αυτή ακόμη διατηρείται στον ιδιωτικό τομέα.

Εναρμόνιση επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής

Στο πεδίο αυτό αναδεικνύεται η διαφοροποίηση των παρεχόμενων εκ του νόμου διευκολύνσεων, αναλόγως του εργοδότη, της σχέσης εργασίας ή του είδους της απασχόλησης. Πολλές από τις προτάσεις του Συνηγόρου έχουν υιοθετηθεί. Με τον Νόμο 4075/2012 χορηγήθηκε σε όλους τους εργαζόμενους γονείς το δικαίωμα λήψης τετράμηνης τουλάχιστον άδειας ανατροφής χωρίς αποδοχές μέχρι το παιδί να συμπληρώσει τα έξι χρόνια. Ωστόσο, οι αυτοαπασχολούμενοι γονείς και οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα που είναι σύζυγοι αυτοαπασχολούμενων γυναικών δεν έχουν καμία διευκόλυνση για την εναρμόνιση επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής και τούτο διότι, οι σχετικές διατάξεις των ΕΓΣΣΕ δεν δέχονται την αυτοαπασχόληση ως εργασία. Επίσης, το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης αποδέχθηκε τελικώς ότι η εξάμηνη ειδική άδεια είναι άδεια μητρότητας και όχι ανατροφής και διατύπωσε τη θέση ότι εάν η άδεια αυτή έχει ληφθεί από τη μητέρα δεν πρέπει να επηρεάζει τη χορήγηση πλήρους εννεάμηνης άδειας ανατροφής στον πατέρα δημόσιο υπάλληλο. Το θέμα χορήγησης αδειών ανατροφής στις περιπτώσεις δίδυμων και πολύδυμων κυήσεων, που έχει επανειλημμένως τεθεί από τον Συνήγορο, ρυθμίστηκε με τον Νόμο 4210/2013. Τέλος, το Υπουργείο Παιδείας εξέδωσε εγκύκλιο με την οποία επιλύει πολλά από τα προβλήματα εκπαιδευτικών κατά τη χορήγηση διευκολύνσεων για ανατροφή τέκνου: θεσμοθετεί την αθροιστική χορήγηση υπολοίπου διευκολύνσεων από προηγούμενο τέκνο, δίνει ένα επιπλέον τρίμηνο άδειας ανατροφής σε κάθε τέκνο μετά το πρώτο σε δίδυμες και πολύδυμες κυήσεις και ορίζει ότι δεν πρέπει να αφαιρείται η εξάμηνη άδεια μητρότητας από την εννεάμηνη άδεια ανατροφής του πατέρα εκπαιδευτικού.

Μοριοδότηση θέσης ευθύνης και χορήγηση επιδόματος θέσης ευθύνης κατά τη διάρκεια άδειας μητρότητας και ανατροφής

Προϊσταμένη σε φορέα του ευρύτερου δημόσιου τομέα που τελούσε σε αναρρωτική άδεια λόγω δίδυμης κύησης με επιπλοκές, ενημερώθηκε από την υπηρεσία της ότι, έπειτα από δίμηνη απουσία από τη θέση ευθύνης για οποιονδήποτε λόγο, βάσει νόμου, ορίζεται αντικαταστάτης και στη συνέχεια τόσο η μοριοδότηση όσο και το επίδομα θέσης ευθύνης προσμετρώνται στον αντικαταστάτη. Ο Συνήγορος, απευθυνόμενος στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και στο ΓΛΚ, επισήμανε ότι, όσον αφορά την κατοχή θέσεων ευθύνης, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, οι γυναίκες χρήζουν στήριξης, και πρέπει να μειωθούν με τη λήψη θετικών μέτρων τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν κατά την προσπάθεια πρόσβασης στις θέσεις αυτές και διατήρησής τους. Το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης εξέδωσε εγκύκλιο που προβλέπει ότι το διάστημα κατά το οποίο ο επιλεγείς προϊστάμενος αναπληρώνεται νομίμως λόγω κωλύματος ή απουσίας του, μοριοδοτούνται και ο επιλεγείς προϊστάμενος και ο νόμιμος αναπληρωτής. Ωστόσο, το θέμα εστάλη προς γνωμοδότηση στο ΝΣΚ, όπου και εκκρεμεί.

Διαθεσιμότητα κατά τη διάρκεια της περιόδου προστασίας μητρότητας

Ο Συνήγορος επισήμανε στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης ότι, υπάλληλοι που βρίσκονται σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή διανύουν το 18μηνο χρονικό διάστημα, εντός του οποίου ισχύει η προστασία από απόλυση λόγω μητρότητας, πρέπει να εξαιρούνται από το καθεστώς διαθεσιμότητας. Ωστόσο, το Υπουργείο υποστήριξε ότι εφόσον η διαθεσιμότητα επέρχεται ως αυτοδίκαιη συνέπεια κατάργησης της θέσης τους, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων περί προστασίας από απόλυση λόγω μητρότητας και ότι, το ενδεχόμενο απόλυσης δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας.

Απολύσεις και άρνηση αποδοχής υπηρεσιών σε περίοδο προστασίας μητρότητας

Στο πλαίσιο διερεύνησης αναφορών, ο Συνήγορος έχει διαπιστώσει ότι η προστασία που παρέχεται από τον νόμο στην εγκυμοσύνη και στη μητρότητα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην απασχολησιμότητα των γυναικών εργαζομένων σε αναπαραγωγική ηλικία. Με την παρέμβασή του, συχνά οι εργοδότες δείχνουν να συμμορφώνονται στις υποχρεώσεις τους. Εργοδότης απέλυσε βοηθό λογίστρια, μόλις εκείνη επέστρεψε στην εργασία της από εξάμηνα άδεια προστασίας μητρότητας, χωρίς να έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα της προστασίας από απόλυση και χωρίς να αναφέρεται «σπουδαίος λόγος». Στις συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν, παρουσία του Συνηγόρου, στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, ο εργοδότης ενημερώθηκε για τις ρητές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ανακάλεσε την απόλυση. Σε άλλες περιπτώσεις, ωστόσο, οι εργοδότες αρνήθηκαν να συμμορφωθούν στις συστάσεις του Συνηγόρου, με αποτέλεσμα να προταθεί η επιβολή προστίμων. Εκδοτική εταιρεία απέλυσε τρεις εργαζόμενες κατά το χρονικό διάστημα προστασίας από απόλυση λόγω μητρότητας, χωρίς να αναφέρει «σπουδαίο λόγο». Κατόπιν παράλειψης του εργοδότη να ανταποκριθεί στις συστάσεις του Συνηγόρου, η ανεξάρτητη αρχή εισηγήθηκε την επιβολή διοικητικού προστίμου.

Καταλήγουμε ότι η ανεξάρτητη αυτή αρχή είναι χρήσιμη και είναι σημαντικό ότι πραγματοποιεί συστηματική ενημέρωση του κοινού για την δραστηριότητά της, και ότι έχει εντάξει την διάσταση του φύλου στην ανάλυσή της, πράγμα που δεν απαντάται συχνά σε άλλους θεσμούς. Γι’ αυτό και προσφεύγουμε συχνά σε αυτήν, χωρίς πάντα να καταλήγουμε σε δίκαιη αντιμετώπιση των αδικιών και δίκαια πορίσματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στα δικαστήρια. Συγκεκριμένο απορριπτικό πόρισμα είχαμε τον Αύγουστο του 2012, σε προσφυγή Φιλιππινέζας οικιακής βοηθού για σεξουαλική παρενόχληση από εργοδότη. Η οικιακή βοηθός έχασε μια μακρόχρονη εργασία, την αποζημίωσή της, ενώ το αρνητικό πόρισμα την εμπόδισε να προχωρήσει στο δικαστήριο.

 

Share

Το Φύλο της Έξωσης και η Φοβική Πολυκατοικία της Συγγρού

Φωτογραφία: Flickr: Fotos GOVBA

της Μαρίας Λούκα

Στην Ιταλία, την Πολωνία , τη Νέα Ζηλανδία έχουν εκλεγεί κατά καιρούς στα εθνικά κοινοβούλια. Στις ΗΠΑ η Μπεν Μπαρς, είναι διάσημη καθηγήτρια Νευροβιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ και η Λιν Κόνγουεϊ, ένα από τα μεγαλύτερα μυαλά της IBM Research. Στη Μ. Βρετανία η Εϊπριλ Ασλεϊ τμήθηκε από τη βασίλισσα Ελισάβετ για την πρoσφορα της. Ακόμα και σε μη δυτικούς πολιτισμούς , στην Ινδία ή στο Μεξικό, ταυτίζονται με ιστορικές παραδόσεις και προστατεύονται. Είναι διεμφυλικοί/ες και σε μια σειρά από χώρες έχουν γίνει σημαντικά βήματα για την αναγνώριση της ύπαρξης τους και την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους. Στην Ελλάδα πάλι, τις διώχνουν από τις πολυκατοικίες.

Το Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών απειλείται με έξωση. Όχι γιατί δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις απέναντι στον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος. Κάθε άλλο. Επειδή μάλλον δεν εκπληρώνει τα στερεότυπα των ενοίκων της πολυκατοικίας για το «φύλο» και τη «σεξουαλικότητα». Το σκηνικό που εκτυλίσσεται αυτές τις μέρες στην πολυκατοικία της οδού Συγγρού στο νούμερο 29, είναι βγαλμένο από τον ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του ’80. Πριν καλά καλά προλάβει το Σωματείο να μετακομίσει στα νέα του γραφεία, έχοντας υπογράψει συμβόλαιο με τον ιδιοκτήτη, μαζεύτηκαν οι ένοικοι και απαίτησαν την ακύρωση της μίσθωσης. Το πρόσχημα είναι ότι απαγορεύονται στην πολυκατοικία γραφεία συλλόγων και σωματείων. Βέβαια κατά καιρούς έχουν στεγαστεί εκεί γραφεία πολιτικών, επαγγελματικοί χώροι, μπαρ και διάφορες άλλες δραστηριότητες. Η αλήθεια είναι αυτή που ομολογήθηκε στη συνέλευση της πολυκατοικίας το Σάββατο «Εμείς με τους αλλοδαπούς δεν έχουμε πρόβλημα, τις τραβεστί δε θέλουμε».

Μοιάζει πολύ με τη γνώριμη επωδό «Εγώ δεν έχω πρόβλημα με τους gay, δε με νοιάζει τι κάνει ο καθένας στο κρεβάτι του, αρκεί να μην είναι προκλητικοί» ή με το αντίστοιχο «Εγώ δεν είμαι ρατσιστής, ο κουμπάρος μου έχει βαφτίσει ένα παιδάκι από την Αλβανία αλλά έχει γεμίσει η Αθήνα με ξένους που κλέβουν». Είναι αυτός ο βαθιά ριζωμένος συντηρητισμός της ελληνικής κοινωνίας που προσπαθεί να απoενεχοποιηθεί μεταθέτοντας το πρόβλημα στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής και συνάμα επιδιώκει να επιβεβαιώσει τη δυτική της ταυτότητα με την επίκληση ενός φιλελευθερισμού που έχει ρήτρες χιλιομετρικής απόστασης. Δε μας ενοχλεί το διαφορετικό αρκεί να είναι μακριά, να κινείται στο πεδίο του αόρατου και να μην αποκτά υπόσταση. Αφού η πρόσληψη του «Άλλου» όταν δεν είναι ανοιχτός ρατσισμός, σεξισμός, ομοφοβία ή τρανσφοβία εξαντλείται στην «ανοχή» αλλά ποτέ δε γίνεται διακύβευμα ισότητας.

Οι μετανάστες μπορούν να υπάρχουν για να μαζεύουν τις ελιές από τα χωράφια και να κρατάνε τη γιαγιά με Αλτσχάιμερ, όχι όμως να αποκτούν ιθαγένεια για τα παιδιά τους που γεννιούνται στην Ελλάδα. Οι gay μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στα  LGBT (lesbian, gay, bisexual, transgender)- friendly μπαράκια στο Γκάζι, όχι όμως να παντρεύονται και να εκλέγονται στα δημόσια αξιώματα. Και οι τρανς που ανατρέπουν το μεγαλύτερο ταμπού, αυτό της βιολογίας, μπορούν απλώς να είναι απομονωμένες στα ελάχιστα τετραγωνικά της λεωφόρου Καβάλας τη νύχτα. Η μοναδική χρήση που επιτρέπεται – χωρίς ποτέ να ομολογείται  – είναι το σεξουαλικό πείραγμα των εφήβων ή των καταπιεσμένων νοικοκύρηδων. Από κει και πέρα δε μπορούν να έχουν ελεύθερη πρόσβαση στο σύστημα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, να αποκτήσουν ταυτότητα με το όνομα που επιλέγουν, να ενταχθούν ισότιμα σε επαγγελματικούς κλάδους. Δε μπορούν καν να έχουν αυτό το δικαίωμα στη στέγη.

Είναι η αποθέωση του υποκριτικού καθωσπρεπισμού μιας κοινωνίας που παραμένει εγκλωβισμένη σ’ έναν σκληρό δυϊσμό «αρσενικού» – «θηλυκού», όπου ανατομία – έμφυλη ταυτότητα και σεξουαλικός προσανατολισμός οφείλουν να βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία. Μιας κοινωνίας που επιμένει να κρύβει τα προβλήματα κάτω από το χαλί των οικογενειακών δραμάτων και να μη μιλάει ανοιχτά και ακομπλεξάριστα για το φύλο, τη σεξουαλικότητα και την επιθυμία. Είναι ένα άκαμπτο πλαίσιο που καλλιεργεί και αναπαράγει η ίδια η Πολιτεία, όταν οι κυβερνήσεις χαϊδεύουν τα αυτιά του εκλογικού ιδεότυπου του «νοικοκυραίου», κλείνουν τα μάτια στα ομοφοβικά και τρανσφοβικά εγκλήματα, ανέχονται τη διείσδυση της Εκκλησίας στην πολιτική ζωή και συχνά απολογούνται στα ομοφοβικά κηρύγματα της, αποφεύγουν πάντα τη νομοθετική κατοχύρωση δικαιωμάτων για τα LGBT άτομα και συχνά επιδίδονται σ’ ένα ακροδεξιό διαγκωνισμό σε επίπεδο ιδεολογίας με τη Χρυσή Αυγή.

Το Σωματείο με ένα πλούσιο έργο  σε δράσεις αλληλεγγύης για τα τρανς άτομα, οργανώνοντας συσσίτια και παρέχοντας νομική και ψυχολογική υποστήριξη στα μέλη του, δηλώνει αποφασισμένο να μη συμμορφωθεί με την τρανσφοβία. Δεν είναι απλώς η υπεράσπιση του δικαιώματος στη στέγη, είναι ένα εγχείρημα θάρρους απέναντι στην υποκρισία και την καταπίεση. Το χε γράψει ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους Γάλλους φιλόσοφους, ο Μισέλ Φουκό, απαντώντας στο ερώτημα «αν χρειαζόμαστε πραγματικά ένα αληθινό φύλο»: «Το μόνο που θα έπρεπε να μετράει είναι η πραγματικότητα του σώματος και η ένταση των επιθυμιών του».

Πηγή: vice

 

Share

Θεσμική υποβάθμιση της πολιτικής ισότητας των φύλων

της Μαρίας Στρατηγάκη*

Στις 6 Φεβρουαρίου 2014 ο αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών αποφάσισε να «συμπληρώσει» τους σκοπούς του Κέντρου Ερευνών για Θέματα Ισότητας (ΚΕΘΙ) με δράσεις για την καταπολέμηση των διακρίσεων «που υφίστανται ευπαθείς ομάδες και ιδίως λόγω φύλου, εθνικότητας (μετανάστριες), θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, ηλικίας, αναπηρίας, γενετήσιου προσανατολισμού».

Η εξέλιξη αυτή αποτελεί την πρώτη θεσμική υποβάθμιση των πολιτικών ισότητας των φύλων στη Ελλάδα από την ίδρυση της Γενικής Γραμματείας Ισότητας στις αρχές της δεκαετίας του ‘80. Η «συμπλήρωση» αυτή (τι ευφημισμός!) περιλαμβάνει σε μία φράση δύο καταστροφικές για την ισότητα των φύλων έννοιες και προοπτικές.

Η πρώτη αφορά την υπαγωγή των γυναικών στις ευπαθείς ομάδες. Η υπαγωγή αυτή ρίχνει στον κάλαθο των αχρήστων την αντιμετώπιση των γυναικών ως του μισού του πληθυσμού και του φύλου ως δομικού στοιχείου συγκρότησης της κοινωνίας. Η έννοια της «ευπάθειας» παραγνωρίζει ακόμα και το γεγονός ότι οι γυναίκες είναι ενεργά υποκείμενα και ότι οι διακρίσεις που αντιμετωπίζουν λόγω φύλου εκτείνονται σε όλους τους τομείς της πολιτικής, πολιτιστικής και κοινωνικής ζωής και όχι μόνο στις περιπτώσεις των ευπαθών κοινωνικών ομάδων στις οποίες προφανώς βρίσκονται και γυναίκες. Για παράδειγμα, ο σεξιστικός λόγος στη Βουλή απευθύνεται σε βουλευτίνες οι οποίες δεν μπορούν να θεωρηθούν ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού. Αραγε η δράση του ΚΕΘΙ για την προώθηση των γυναικών στην πολιτική ζωή θα σταματήσει, αφού οι γυναίκες πολιτικοί δεν είναι κοινωνικά ευπαθείς;

Η δεύτερη λανθασμένη αλλά και καταστροφική έννοια αφορά τη συμπερίληψη του φύλου μαζί με άλλους 6 (τουλάχιστον) παράγοντες διάκρισης, την εθνικότητα, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την ηλικία, την αναπηρία και τον γενετήσιο προσανατολισμό. Η συμπερίληψη εντελώς ανομοιογενών ομάδων που υφίστανται διακρίσεις κάτω από τον ίδιο φορέα άσκησης πολιτικής είναι ένα τεράστιο λάθος στρατηγικής στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων, αφού κάθε μία από αυτές τις μορφές ανισότητας έχει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά και κατά συνέπεια απαιτεί διαφορετικές πολιτικές και μορφές δημόσιας παρέμβασης. Ακόμα και κοινές πιθανόν εμπειρίες, π.χ. η βία κατά των γυναικών μέσα στην οικογένεια και η βία κατά των μεταναστών μέσα στα αστυνομικά τμήματα, είναι εντελώς διαφορετικά πράγματα. Πόσο μάλλον που καλείται να τα αντιμετωπίσει ένας φορέας με αβέβαιο μέλλον, με μηδαμινό τακτικό προϋπολογισμό και με 7 εργαζομένους αορίστου χρόνου. Εχει άραγε η πολιτική ηγεσία αποφασίσει, αντί να καταργήσει το ΚΕΘΙ, να το ενισχύσει με τον απαραίτητο τακτικό προϋπολογισμό ώστε να αποκτήσει ξεχωριστά τμήματα για κάθε ομάδα που υφίσταται διάκριση;

Δεν ξέρω ποιο πολιτικό πρόσωπο και γιατί ζήτησε αυτή τη «συμπλήρωση» και τι σκέφτεται να κάνει για τις ανισότητες λόγω ηλικίας, σεξουαλικών προτιμήσεων κ.λπ. Αυτό που ξέρω είναι ότι πλήττεται ανεπανόρθωτα η ισότητα των φύλων υπάγοντας τις γυναίκες στις ευπαθείς ομάδες και το φύλο στην ίδια κατηγορία με παράγοντες διάκρισης που συγκροτούν κοινωνικά μειονεκτούσες ομάδες. Οι λόγοι φαίνεται να λιγότερο οικονομικοί και περισσότερο ιδεολογικοί: άτακτη επιστροφή σε συντηρητικές ιδέες και αντιλήψεις για τη διάσταση του φύλου (προσωπικό χαρακτηριστικό αντί για δομικό στοιχείο) και για τις γυναίκες (ευπαθής ομάδα αντί για ενεργά υποκείμενα), όταν μάλιστα η οικονομική και κοινωνική κρίση απαιτεί άμβλυνση των έμφυλων στερεοτύπων και ενίσχυση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας και την πολιτική ζωή.

Ακόμα και η Ευρωπαϊκή Ενωση που συγχωνεύει τις προτεραιότητες για να κάνει οικονομίες κλίμακας στην κοινωνική πολιτική, διατηρεί διακριτό το πεδίο της ισότητας των φύλων από το πεδίο της καταπολέμησης των διακρίσεων στο μεγαλύτερο (και για την Ελλάδα μοναδικό) εργαλείο άσκησης κοινωνικής πολιτικής, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (2014-2020). Ή μήπως το ΚΕΘΙ έχει σκοπό να χρησιμοποιήσει τα 14 Συμβουλευτικά Κέντρα για τις γυναίκες θύματα έμφυλης βίας που διαχειρίζεται (για λογαριασμό της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων) για να καλύψει όλες τις ανάγκες αντιμετώπισης της βίας στην κοινωνία μας, δηλαδή της βίας κατά των παιδιών, κατά των αναπήρων, κατά των υπερηλίκων, κατά των μεταναστών και κατά των ομοφυλοφίλων;

* Επίκουρη καθηγήτρια Κοινωνικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

 

Share

Μη με λες φεμινίστρια

της Κόντσα Καμπαγέρο*

«Αν βγήκε κάτι καλό απ’ αυτή την ερωτική απογοήτευση, είναι ότι μπόρεσα να γυρίσω στο σχολείο», μου λέει, η Λάουρα, μια εικοσιτετράχρονη μαθήτρια, με δάκρυα στα μάτια. «Παντρεύτηκα πολύ μικρή. Ήμουν πολύ ερωτευμένη. Ήταν μεγαλύτερός μου, καλός άνθρωπος, χαρούμενος και χωρίς φόβο για τη ζωή, αλλά δεν ήθελε να συνεχίσω το σχολείο. Δεν το έλεγε ανοιχτά. Έβρισκε προσκόμματα, δικαιολογίες, έλεγε ότι θα μπορούσα να συνεχίσω αργότερα, ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή, ότι με χρειαζόταν πλάι του». «Ύστερα με χώρισε –μου διηγείται. Μου ζήτησε συγγνώμη εκατό φορές. Σου λέω ήταν καλός άνθρωπος και το μοναδικό καλό που μου έμεινε ήταν ότι επιτέλους μπόρεσα να πραγματοποιήσω το όνειρό μου να τελειώσω το σχολείο».

Διδάσκω σε ένα νυχτερινό σχολείο. Οι περισσότεροι μαθητές είναι 22-23 χρονών και επέστρεψαν στις σπουδές τους ύστερα από πολύ καιρό. Είχαν εγκαταλείψει την εκπαίδευση για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Στην περίπτωση των αγοριών επειδή βρήκαν δουλειά και με την κρίση την έχασαν· στην περίπτωση των κοριτσιών επίσης υπάρχει κάποια επαγγελματική αποτυχία, αλλά σε γενικές γραμμές είχαν εγκαταλείψει το σχολείο είτε επειδή έπρεπε να φροντίσουν κάποιον άρρωστο στην οικογένειά τους, είτε επειδή έμειναν έγκυοι στην εφηβεία, είτε επειδή ερωτεύτηκαν και αυτό τους έκανε να χάσουν την επαφή με την πραγματικότητα.

Δεν είναι ιστορίες πριν από πενήντα χρόνια, αλλά ζωές του σήμερα, κρυφές επιτηδειότητες της ιστορίας που γράφεται με μικρά γράμματα. Χώροι ζωής όπου δεν έχει μπει ο ήλιος της συμμετρίας, της ισότητας, παρουσιάζονται σαν αναπόφευκτες, ιδιωτικές συγκρούσεις που βιώνονται ως ατομικές αποτυχίες. Ενώ συμβαίνουν αυτά, θεωρείται ένδειξη «καλού γούστου» η διακήρυξη του τέλους του φεμινισμού, ο ευτελισμός των λέξεων, η έξοδος από τη σύγκρουση διά της πλαγίας οδού. Κάποια διάσημη δηλώνει ότι δεν είναι φεμινίστρια, επειδή «της αρέσει να βάφει τα νύχια της και να της ανοίγουν την πόρτα». Άλλες, πιο τολμηρές, αρνούνται να χαρακτηριστούν φεμινίστριες «επειδή δεν αισθάνονται μνησικακία για τους άνδρες», «δεν είναι ακραίες» ή «επειδή λατρεύουν την οικογένειά τους». Τέλος υπάρχουν εκείνες που δηλώνουν ότι δεν είναι υπέρμαχοι «ούτε του φεμινισμού ούτε της φαλλοκρατίας», σαν να υπάρχει ουδέτερο έδαφος ανάμεσα στην ισότητα και στην καταπίεση.

Η Χάνα Αρέντ μας προειδοποίησε για τους κινδύνους της κοινοτοπίας του κακού, αλλά κανένας δεν μας προειδοποίησε για τις καταστροφικές συνέπειες της κοινοτοπίας του καλού. Ο φεμινισμός είναι κίνημα που επιδιώκει την ισότητα δικαιωμάτων ανδρών και γυναικών. Είναι από τα ελάχιστα ρεύματα ισοπολιτικής σκέψης που έχει εμποτίσει όλον τον πλανήτη και έχει δώσει ώθηση σε μια από τις μεγαλύτερες κοινωνικές αλλαγές στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο φεμινισμός είναι το πρώτο μάθημα δημοκρατίας και, εκεί όπου λείπει (ας ρωτήσουν τη Μαλάλα[1] ή τις φεμινίστριες στις αραβικές χώρες), η δημοκρατία λάμπει με την απουσία της. Γι’ αυτό η διακήρυξη ότι αυτό το ευεργετικό κίνημα είναι περιττό, «παλιομοδίτικο», ενοχλητικό ή ακραίο δεν δηλώνει μόνο βαθιά έλλειψη παιδείας, αλλά αρνείται και μεγάλο μέρος της κοινωνικής προόδου.

Ο ευτελισμός ή η δυσφήμιση του φεμινιστικού κινήματος επιπλέον σημαίνει ότι γυρίζουμε προς τα πίσω τους δείκτες του ρολογιού της ιστορίας. Αν ακυρώσουμε τον φεμινισμό ως μέσο για την επίτευξη της ισότητας, αφήνουμε χωρίς σημείο αναφοράς, χωρίς μέσο αλλαγής εκατομμύρια γυναίκες που εξακολουθούν να υφίστανται στυγνή καταπίεση, αλλά και μικρότερη καταπίεση που διαλύει τη ζωή τους.

Είναι αλήθεια ότι με τη διαβεβαίωση «εγώ δεν είμαι φεμινίστρια» εκφράζεται η άρνηση στις ετικέτες, ο τρόμος για τους «–ισμούς», η σφοδρή επιθυμία του ατομικισμού με βάση τον οποίο κινείται η σύγχρονη κοινωνία. Όμως δεν υπάρχει πιο ανόητος και αγελαίος τρόπος υπεράσπισης της ατομικότητας από την άκριτη αποδοχή των αντι-ετικετών τις οποίες κατασκευάζει η αγορά.

Η δυσφήμιση του φεμινισμού είναι στάση ανόητη, εχθρική και άδικη. Ανόητη γιατί, δυσφημώντας τον φεμινισμό, καταστρέφεις το εύθραυστο έδαφος όπου πατάς· άδικη και αχάριστη, γιατί δεν αναγνωρίζεις την αξία χιλιάδων γυναικών, που έδωσαν τη ζωή τους για να διευκολύνουν τον δρόμο σου σε αυτή την κοινωνία· και εχθρική, γιατί χωρίς το σημείο αναφοράς του φεμινισμού η ιστορία εκατομμυρίων γυναικών θα έπαυε να έχει νόημα. Το κομμένο νήμα της ζωής τους, τα χαμένα τους όνειρα θα ήταν άθροισμα ατομικών αποτυχιών, για τις οποίες ευθύνονται μόνο οι ίδιες. Πριν να πεις «εγώ δεν είμαι φεμινίστρια», σκέψου ότι αυτή είναι η δική σου επανάσταση, αυτή που άλλαξε την όψη των πόλεων και των χωριών, η πιο αποτελεσματική και αναίμακτη στην ιστορία της ανθρωπότητας, και αυτή που συνεχίζει να ενοχλεί, επειδή εξακολουθεί να διατηρεί όλη τη σημασία της.

*Concha Caballero: από τα λίγα πρόσωπα που, αφού πέρασε από την πολιτική, επέστρεψε στη θέση της ως καθηγήτρια δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Διετέλεσε κοινοβουλευτική εκπρόσωπος της Ενωμένης Αριστεράς στη βουλή της Ανδαλουσίας. Τώρα δηλώνει ευτυχής που έχει αποσυρθεί από την ενεργό κομματική δράση. Έχει σπουδάσει γλώσσα και λογοτεχνία. Τη συναρπάζει η συγκριτική λογοτεχνία. Έχει γράψει ένα βιβλίο με θέμα την Ανδαλουσία στη λογοτεχνία με τίτλο Σεβίλλη, πόλη των λέξεων. Συνεργάζεται με διάφορα μέσα ενημέρωσης ως αρθρογράφος και πολιτική αναλύτρια.

Μετάφραση: Δήμητρα Κοκκινίδου

Πηγή: Diario Andaluces


Σημ. μετφ.


[1] Μαλάλα Γιουσαφζάι: η νεαρή Πακιστανή που αγωνίζεται για το δικαίωμα των κοριτσιών στη μόρφωση στη χώρα της. Η δεκαπεντάχρονη τότε μαθήτρια έγινε παγκόσμια γνωστή, όταν, ενώ βρισκόταν στο σχολικό λεωφορείο, την πυροβόλησε ένας Ταλιμπάν στο κεφάλι (9-10-2012). Βλ. τη βιογραφία της, I am Malala: the girl who stood up for education and was shot by the Taliban, Weidenfeld & Nicolson, Λονδίνο, 2013.

 

 

Share

Εσθήρ Κοέν: Μου είναι αδιάφορος ο πρόεδρος της Γερμανίας, τι να του πω;

Η Εσθήρ Κοέν είναι μια από τα ελάχιστα μέλη της εβραϊκής κοινότητας των Ιωαννίνων που γλίτωσε από το Αουσβιτς. Την 90χρονη ζήτησε να συναντήσει κατά την επίσκεψή του στο μαρτυρικό χωριό Λιγκιάδες Ιωαννίνων ο γερμανός πρόεδρος Γιόαχιμ Γκάουκ.

Έτσι, τα φώτα της δημοσιότητας στράφηκαν πάνω της. Η ίδια ωστόσο δηλώνει: «Μου είναι αδιάφορος ο πρόεδρος της Γερμανίας. Τι να του πω; Τι να μου πει; Πώς να του ξεδιπλώσω τον πόνο μου για να τον καταλάβει;»

Η Εσθήρ Κοέν δεν μιλά, όμως, μόνο για τη θηριωδία των ναζί, αλλά και για τη συμπεριφορά των χριστιανών συντοπιτών της.

Η συγκλονιστική μαρτυρία της δημοσιοποιήθηκε από την Καθημερινή και το ΣΚΑΙ. Μιλώντας στο κανάλι το πρωί της Παρασκευής, λίγες ώρες πριν από τη συνάντηση με τον Γιόαχιμ Γκάουκ, η Εσθήρ Κοέν λέει:

«Μου είναι αδιάφορος ο πρόεδρος της Γερμανίας. Τι να του πω και τι να μου πει; Δεν μπορώ να του μιλήσω ελληνικά και να του ξεδιπλώσω τον πόνο μου για να τον καταλάβει. Όλα έχουν ειπωθεί. Αυτά που βιώσαμε εμείς, δεν μπορεί να τα καταλάβει. Δεν είναι δυνατόν να καταλάβει.

»Τι φταίξαμε; Ποιος ο λόγος; Μας ξεκλήρισαν. Μας πήραν από τα σπίτια μας σαν τσουβάλια, χειρότερα κι από ζώα, σε ένα μικρό βαγόνι 75 άτομα, μάνες με μωρά παιδιά. Η νύφη μου γεννούσε την ώρα που φθάναμε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης κι ο Γερμανός της έδωσε μια κλωτσιά κι εμένα με πέταξε έξω. Δεν ξέρω τι απέγινε. Δεν περιγράφονται αυτές οι εικόνες με λόγια» είπε.

Ερωτηθείσα εάν η Ελλάδα πρέπει να επιμείνει στο ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων, η κυρία Κοέν σημείωσε: «Μας κοροϊδεύουν όλους. Μας κάνουν οικονομικό πόλεμο, γιατί μόνο η μικρή Ελλαδίτσα μπόρεσε και σταμάτησε για δύο ημέρες τη Γερμανία στον Γοργοπόταμο και έγινε η απόβαση στη Νορμαδία. Δεν θα μας το συγχωρέσουν ποτέ».

Στην εφημερίδα η 90χρονη έχει περιγράψει τραγικές στιγμές από τα όσα έζησε στο Αουσβιτς, καθώς και τον τρόπο που γλίτωσε. Όμως, δεν μιλά μόνο για της θηριωδίες των ναζί, αλλά και για τον τρόπο που συμπεριφέρθηκαν οι χριστιανοί συντοπίτες της.

«Όταν μας έβγαζαν από τα σπίτια μας και μας έσερναν στους δρόμους για να μας πάνε στην Γερμανία, δεν τράβηξε κανένας γείτονας ούτε το κουρτινάκι για να δει τι γίνεται» ανέφερε.

Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε τα ξημερώματα της 25ης Μαρτίου του 1944. Με με τη βοήθεια της ελληνικής χωροφυλακής, η Γκεστάπο άδειασε την εβραϊκή γειτονιά των Ιωαννίνων και στοίβαξε σε φορτηγά 1.725 άντρες, γυναίκες και παιδιά.

«Δεν μας πόνεσε κανένας. Να δω ένα πρόσωπο στο τζάμι. Υπήρχε φόβος, δεν λέω, αλλά κάποιος θα έπρεπε να έχει το θάρρος, να στείλει ένα φιλί από το παράθυρο. Αυτό με πόνεσε πιο πολύ. Είχα τρέξει στους δρόμους μαζί τους…» είπε.

Όταν η Εσθήρ Κοέν κατάφερε να επιστρέψει στα Ιωάννινα από το Αουσβιτς -όπου δολοφονήθηκαν σχεδόν όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της, χωρίς εκείνη να γνωρίζει επακριβώς την τύχη τους-, πήγε στο σπίτι της και -όπως είπε- «με πόνο είδα έναν άγνωστο να ανοίγει· αντί να είναι η μητέρα μου εκεί».

«Χτύπησα την πόρτα και άνοιξε ένας άγνωστος. “Τι θέλετε”, με ρώτησε; “Εδώ είναι το σπίτι μου”, του είπα. “Θυμάσαι αν είχε φούρνο το σπίτι;”, είπε. “Ναι, βέβαια ψήναμε το ψωμί και ωραίες πίτες”, συνέχισα όλο χαρά. “Ε, λοιπόν, εξαφανίσου. Γλίτωσες από τους φούρνους στη Γερμανία, θα σε ψήσω εδώ στον φούρνο του σπιτιού σου”, άκουσα με φρίκη να μου λέει» περιέγραψε.

Πηγή: in.gr

 

Share

Η Γυναίκα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση

της Χριστίνας Κούρκουλα

Σήμερα σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο αναπτύσσεται μια νέα προβληματική για την διακυβέρνηση των πόλεων, με ερωτήματα για τον περιορισμό της σπατάλης χώρου και φυσικών πόρων, για τον τρόπο με τον οποίο οι πόλεις θα γίνουν πιο φιλικές στους πολίτες τους, τον ρόλο του δήμου και της περιφέρειας σε σχέση με τους δημότες και το κεντρικό κράτος, το είδος του δημάρχου που χρειάζεται η σύγχρονη πόλη, τον τρόπο αντιμετώπισης των γεωγραφικών, ιστορικών και κοινωνικο-οικονομικών ιδιαιτεροτήτων της πόλης, και άλλα πολλά.

Οι πόλεις που ξέρουμε και που ζούμε σχεδιάστηκαν με όραμα την κατασπατάληση ενέργειας και πόρων, και χαρακτηρίζονται από την άναρχη οικιστική και τεχνολογική ανάπτυξη, την κοινωνική και έμφυλη ανισότητα. Αυτό το μοντέλο είναι πλέον ξεπερασμένο. Το μέλλον για να είναι βιώσιμο απαιτεί αλλαγή στον τρόπο σκέψης, ανατροπή των στερεότυπων. Χρειαζόμαστε διαφορετικά μοντέλα διοίκησης της πόλης που να στηρίζονται σε έναν συνδυασμό αντιπροσωπευτικής και αμεσοδημοκρατικής συμμετοχικής διακυβέρνησης, και στη συνεργατικότητα και την κοινωνική αλληλεγγύη ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες δημοτών που συγκροτούν το ανθρώπινο δυναμικό της πόλης. Η κοινωνία των πολιτών πρέπει να έχει ενεργό ρόλο και άποψη για τη διαμόρφωση των πολιτικών και των σχεδιασμών σε τοπική κλίμακα.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι γυναίκες, είτε ως αιρετές είτε ως πολίτες, μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, εφόσον διαμορφωθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις που θα ενθαρρύνουν τη συμμετοχή τους στα κοινά και την πρόσβασή τους στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Η συμμετοχή των γυναικών στα δημοτικά ή τα περιφερειακά συμβούλια μπορεί να φέρει την αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του τοπικού κράτους, καθώς αυτό αποτελεί δημόσιο χώρο περισσότερο προσιτό στις γυναίκες, σε σύγκριση με την κεντρική πολιτική αρένα, η οποία κατά κανόνα αποτελεί τον κατεξοχήν ανδρικό πολιτικό προμαχώνα, που υπερασπίζονται σθεναρά και με επιθετική προσήλωση οι πατέρες του έθνους απέναντι στις γυναίκες συναδέλφους τους.

Θεωρητικά, η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να αποτελέσει με τις πολιτικές της για gender mainstreaming το εργαλείο μετουσίωσης της τοπικής κοινωνίας σε κοινωνία ισότιμη και κοινωνικά δίκαιη. Εντούτοις, στην ελληνική πραγματικότητα, τρισήμισι χρόνια μετά την εφαρμογή του Καλλικρατικού νόμου 3852/2010 στην διοίκηση των δήμων και των περιφερειών αυτής της χώρας, (σύμφωνα με τον οποίο τουλάχιστον το 1/3 του αριθμού των υποψηφίων δημοτικών ή περιφερειακών συμβούλων πρέπει να είναι γυναίκες, ενώ προβλέπεται και η δημιουργία υπηρεσιακής μονάδας «Άσκησης Κοινωνικής Πολιτικής και Πολιτικών Ισότητας των Φύλων») τα μέτρα και οι πολιτικές για την προώθηση της ισότητας ανδρών και γυναικών στη δημόσια σφαίρα της πόλης εξακολουθούν να είναι κενό γράμμα του νόμου.

Η έλλειψη πόρων από την πλευρά της τοπικής αυτοδιοίκησης, η δυσκολία πρόσληψης εξειδικευμένου προσωπικού, αλλά πολύ πιο σημαντικό, η χαμηλή προτεραιότητα στην κλίμακα των αυτοδιοικητικών στόχων όσον αφορά την εξάλειψη της διάκρισης που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στην καθημερινή τους ζωή (μ’ άλλα λόγια, «εδώ χανόμαστε, η ισότητα μας μάρανε») έχει αδρανοποιήσει οποιαδήποτε αγαθή πρόθεση για την ανάληψη πρωτοβουλίας και υλοποίησης των μέτρων που προβλέπει ο νόμος: δημοτικές και περιφερειακές «επιτροπές ισότητας», «γραφεία ισότητας» και συμβουλευτικά κέντρα έχουν συγκροτηθεί για να απαξιωθούν και να αδρανήσουν στη συνέχεια, ή στην καλύτερη περίπτωση ενεργοποιούνται περιστασιακά στο παρά πέντε για να τιμήσουν σχετικές επετείους, ιδιαίτερα τώρα που διανύουμε προεκλογική περίοδο.

Και όλα αυτά δεν είναι τυχαία, καθώς το γυναικείο φύλο στην Ελλάδα έχει ανεπαρκή εκπροσώπηση στα κέντρα λήψης αποφάσεων του τοπικού και περιφερειακού κράτους, ιδιαίτερα όσο ανεβαίνουμε την κλίμακα της ιεραρχίας. Την ίδια ώρα, σε άλλες χώρες της Ευρώπης οι γυναίκες παρουσιάζουν ικανοποιητική συμμετοχή στα δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια, συμμετοχή που εμφανώς ξεπερνάει την αντίστοιχη συμμετοχή τους στα εθνικά κοινοβούλια (στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, οι γυναίκες εκλεγμένες στα τοπικά συμβούλια ανέρχονται στο 1/3 των μελών των συμβουλίων, ποσοστό που δεν το φθάνουν στο εθνικό τους κοινοβούλιο).

Οι γυναίκες στην χώρα μας είναι περισσότερες από τον μισό πληθυσμό (5.484.000  γυναίκες, 5.303.690 άνδρες κατά την τελευταία απογραφή του 2011), κάνουν το μεγαλύτερο μέρος της απλήρωτης εργασίας, είναι επιφορτισμένες με πολλαπλούς ρόλους στην οικογένεια, στον επαγγελματικό στίβο και στην τοπική κοινωνία. Η σημερινή κρίση έδειξε πως οι αλληλέγγυες δομές που ξεφυτρώνουν καθημερινά στα αστικά κέντρα υποστηρίζονται στην πλειοψηφία τους από τις γυναίκες, τις γυναίκες που εργάζονται άοκνα, με ομαδικό πνεύμα, επιτυγχάνοντας σπουδαία αποτελέσματα με πενιχρά μέσα. Παρόλα αυτά, η συμμετοχή τους στην τοπική αυτοδιοίκηση είναι εμφανώς υποβαθμισμένη, καθώς έρχονται αντιμέτωπες με θεσμικά και κοινωνικά εμπόδια. Τα στοιχεία για την Ελλάδα είναι αποκαλυπτικά:

(Αποτελέσματα εκλογών 2010, Δράσεις για τις περιφέρειες και τους δήμους, Εθνικό πρόγραμμα για την ουσιαστική ισότητα των φύλων, 2010-2013, υπ. Εσωτερικών, ΓΓΙΦ)

Η τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί το πιο πρόσφορο έδαφος για την ενθάρρυνση των γυναικών να συμμετέχουν στην διαμόρφωση των κανόνων διαβίωσης στην πόλη τους και την επίλυση προβλημάτων που συνδέονται με την καθημερινότητά τους, όπως είναι οι συνθήκες υγιεινής, η διαχείριση των απορριμμάτων, η υγεία, η κοινωνική πρόνοια και η φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, η μετακίνηση των πολιτών, η ατμοσφαιρική ρύπανση, κ.ά.

Εντούτοις, αν δεν εφαρμοστούν διαδικασίες προσαρμοσμένες στις ανάγκες και τις επί μέρους υποχρεώσεις των γυναικών, που να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή τους στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι της τοπικής κοινωνίας, αυτές θα συνεχίσουν να εξαιρούνται από τα τεκταινόμενα στο δημόσιο χώρο και από τις ηγετικές θέσεις, διαιωνίζοντας έτσι την περιθωριοποίησή τους.

Η τοπική αυτοδιοίκηση παίζει ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση του κατάλληλου αστικού περιβάλλοντος για την ευημερία των πολιτών, που να είναι προσβάσιμο, περιβαλλοντικά βιώσιμο και ασφαλές για όλους. Ο σχεδιασμός στη χρήση της γης μιας πόλης μπορεί συχνά να αψηφήσει, από πρόθεση ή μη, το γεγονός ότι οι γυναίκες χρησιμοποιούν τον δημόσιο χώρο διαφορετικά από τους άντρες. Πολλές φορές ο αστικός και ο περιαστικός χώρος εξυπηρετούν στερεοτυπικά τις ανδρικές δραστηριότητες, καθώς έχουν σχεδιαστεί με γνώμονα την κυρίαρχη πατριαρχική αντίληψη για τη χρήση του δημόσιου χώρου από τους άνδρες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι γυναίκες να νιώθουν λιγότερο ασφαλείς στους αστικούς δημόσιους χώρους σε σύγκριση με τους άνδρες. Η διευθέτηση του δημόσιου χώρου ανάλογα με το φύλο πρέπει να παίρνει υπόψη τη διαφορετικότητα των γυναικών ως προς τους κοινωνικούς τους ρόλους, τις ανάγκες και τις επιλογές τους σε συνδυασμό με την ηλικία τους, τη φυλή, ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους.

Η δημιουργία και η οργάνωση υποδομών σε τοπικό επίπεδο, εφόσον ανταποκρίνονται στις ανάγκες των γυναικών, αποτελούν ουσιαστικό παράγοντα που καθορίζει τον τρόπο και τον βαθμό χρήσης τους από τις γυναίκες. Η κακή συντήρηση των δημόσιων κοινόχρηστων χώρων, ο κακός φωτισμός, η έλλειψη καθαριότητας και ασφαλούς παραμονής, αποτελούν κριτήρια για να μην γίνεται χρήση από τις γυναίκες και τα κορίτσια που θα ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τους χώρους αυτούς. Η χρήση των κοινωφελών υπηρεσιών των δήμων προσκρούουν συχνά στην ανάγκη των γυναικών και των κοριτσιών να νιώθουν ασφάλεια και άνεση στο δημόσιο χώρο (ωράρια λειτουργίας, συμπεριφορά του προσωπικού, όπως και μηνύματα σε τοίχους ή σε έντυπα με σεξιστικά υπονοούμενα μπορούν να δημιουργήσουν αναστολές στη συμμετοχή τους).

Οι γυναίκες συχνά προτιμούν η κατοικία τους να βρίσκεται κοντά σε υπηρεσίες, δίκτυα εξυπηρέτησης της οικογένειας, μαζικά μέσα μεταφοράς, κοντά στην εργασία τους και την εκπαίδευση των παιδιών τους ή τη δική τους, παράμετροι που πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη στον οικιστικό σχεδιασμό και την ανάπτυξη της πόλης.

Ακόμη και ο τρόπος που οι γυναίκες χρησιμοποιούν τα μαζικά μέσα μεταφοράς διαφέρει: το είδος της εργασίας τους, οι οικογενειακές και οικιακές υποχρεώσεις τους, η συχνή έλλειψη ιδιωτικού μεταφορικού μέσου από τις ίδιες, τις κάνει να περπατούν περισσότερο από τους άνδρες, να χρησιμοποιούν πιο συχνά τα μαζικά μέσα μεταφοράς, μεταφέροντας ψώνια, ή μικρά παιδιά, ενώ τα δρομολόγια των δημόσιων μέσων ως επί το πλείστον σχεδιασμένα να κινούνται με κατεύθυνση το κέντρο της πόλης, διαμορφώνονται χωρίς πρόβλεψη για τις διαφορετικές ανάγκες μετακίνησης των γυναικών.

Κατά κανόνα και το κέντρο της πόλης είναι διαμορφωμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξυπηρετεί συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, κυρίως άντρες, ενώ αποθαρρύνει μητέρες με μικρά παιδιά σε καρότσια, ηλικιωμένες και άτομα με ειδικές ανάγκες να χρησιμοποιήσουν τους δημόσιους χώρους του.

Μια ουσιαστική προσπάθεια για την προώθηση της ισότητας των φύλων από την τοπική αυτοδιοίκηση προϋποθέτει την αποδοχή ότι συχνά θα είναι απαραίτητη η διαμόρφωση και υιοθέτηση διαφορετικής πολιτικής για γυναίκες και άνδρες σε πολλά θέματα. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας πρέπει να βρεθούν εργαλεία μέτρησης, υπολογισμού και αξιολόγησης των διαφορών στις ζωές ανδρών και γυναικών και των επιπτώσεων που έχουν οι πολιτικές, τα προγράμματα και οι υπηρεσίες σε συγκεκριμένες ομάδες ανδρών και γυναικών. Ένα τέτοιο εργαλείο είναι η «ανάλυση φύλου» (Gender Analysis) την οποία χαρακτηρίζει ως «μια δυναμική διαδικασία η οποία αξιολογεί τις επιπτώσεις μιας πολιτικής ή ενός προγράμματος σε διαφορετικές γυναίκες και άνδρες και καθορίζει δράσεις για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων που προκύπτουν από τους διαφορετικούς ρόλους γυναικών και ανδρών ή από την άνιση εξουσία των σχέσεων μεταξύ τους» (WHO 2002, Gender Analysis in Health:a review of Selected Tools, Dept. of Gender and Women’s Health, Switzerland).

Η ανάλυση φύλου αποτελεί πολύτιμο εργαλείο αξιολόγησης πολιτικών και πρακτικών ιδιαίτερα σε τομείς όπως είναι η υγεία και η ευημερία των γυναικών σε τοπικό επίπεδο. Εξυπηρετεί δε την ανάγκη να διερευνηθούν και να εντοπιστούν οι πηγές της ανισότητας και της κοινωνικής μειονεξίας και στη συνέχεια να διαμορφωθούν πολιτικές και να εκπονηθούν προγράμματα που θα περιορίζουν στο ελάχιστο τα εμπόδια και τις αρνητικές συνέπειες που δημιουργούν οι ανισότητες ανάμεσα στα φύλα, και θα αυξάνουν τη συμμετοχή και την εμπλοκή στα πεπραγμένα της τοπικής κοινωνίας όλων των μελών της, ανεξάρτητα από φύλο. Είναι επίσης ένας αξιόπιστος δείκτης του βαθμού στον οποίο οι υπηρεσίες του τοπικού κράτους α) καλύπτουν τις ανάγκες των πολιτών, ανδρών ή γυναικών, καταγράφοντας τις ανάγκες τους, τις εμπειρίες και τις δυνατότητές τους, και β) υποστηρίζουν τη λήψη σωστών αποφάσεων για την τοπική κοινωνία.

Σήμερα, για λόγους οικονομικούς, κοινωνικούς αλλά και περιβαλλοντικούς οφείλουμε να αναμορφώσουμε τις λειτουργίες της πόλης, να αναπτύξουμε μεγαλύτερη συνοχή του κοινωνικού της ιστού, με προϋπόθεση την ανοχή στη διαφορετικότητα, τη βελτίωση των προσφερομένων υπηρεσιών από το τοπικό κράτος, τη βελτίωση των μαζικών μέσων μεταφοράς, τον περιορισμό της ατμοσφαιρικής ρύπανσης μέσω της υιοθέτησης εναλλακτικών πηγών ενέργειας για τα δημόσια και τα ιδιωτικά κτίρια, την ενθάρρυνση της χρήσης μη ρυπογόνων μέσων μετακίνησης, την επανάκαμψη της φύσης στην πόλη.

Οι πολίτες επιζητούν πλέον πληροφόρηση, διαφάνεια, μείωση των κοινωνικών διακρίσεων, κοινωνική συνοχή. Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, άνδρες και γυναίκες, ντόπιοι και μετανάστες, πρέπει να συμμετέχουν ισότιμα στη διαμόρφωση της πολιτικής και στη λήψη των αποφάσεων.

Η αυξημένη εκπροσώπηση του γυναικείου φύλου εκεί όπου αποφασίζονται και διαμορφώνονται οι πολιτικές και οι υπηρεσίες, μπορεί να βοηθήσει να ακουστούν οι φωνές και οι προσδοκίες των γυναικών και να γίνουν σεβαστές από τις αρχές της τοπικής κοινωνίας. Παράλληλα, οι γυναίκες μπορούν να δράσουν ως καταλύτες στη διαδικασία της αλλαγής και στην βελτίωση των υφιστάμενων συνθηκών διαβίωσης. Η τοπική αυτοδιοίκηση οφείλει να γίνει ο φορέας που θα αντιμετωπίσει τις βασικές προτεραιότητες στην εξάλειψη της ανισότητας ανδρών γυναικών που έχουν να κάνουν με:

  • την εκπαίδευση και την κατάρτιση των κοριτσιών, εξασφαλίζοντας την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής τους μέσα στην συγκεκριμένη οικονομική συγκυρία, όταν αυξάνονται τα ποσοστά εγκατάλειψης του σχολείου λόγω φτώχειας
  • την υγεία, με τη ανάπτυξη υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγειονομικής φροντίδας και πρόληψης για τις ίδιες τις γυναίκες και την οικογένειά τους
  • την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών, με δομές ενημέρωσης, πληροφόρησης, στήριξης και προστασίας των κακοποιημένων γυναικών, γιατί η έμφυλη βία αφορά όλη την τοπική κοινωνία
  • την αντιμετώπιση της φτώχειας, καθώς η αναβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος και η βελτίωση των υποδομών επηρεάζουν άμεσα τη ζωή των γυναικών που πλήττονται από τη φτώχεια σε μεγαλύτερο βαθμό από τους άνδρες και την βιώνουν με μεγαλύτερη ένταση όταν οι προσφερόμενες από το τοπικό κράτος υπηρεσίες είναι ανεπαρκείς.
  • τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των γυναικών και την εξάλειψη των διακρίσεων, διαμορφώνοντας τις συνθήκες για ίσες ευκαιρίες εξέλιξης στα κορίτσια και τις γυναίκες
  • την επαγγελματική αποκατάστασή τους και την οικονομική τους ενδυνάμωση, ενθαρρύνοντας τις γυναίκες να εμπλακούν σε συνεργατικά σχήματα κοινωνικής οικονομίας στα πλαίσια της βιώσιμης (αειφόρου) τοπικής ανάπτυξης. Η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να ενθαρρύνει την επαγγελματική αποκατάσταση των γυναικών με ευκαιρίες απασχόλησης και πολιτικές ίσων ευκαιριών σε περιβάλλον φιλικό προς αυτές.

Για να επιτύχουμε την ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στα κοινά, χρειάζεται να αμφισβητηθούν από την τοπική αυτοδιοίκηση τα στερεότυπα και οι πρακτικές που οδηγούν στη διάκριση των γυναικών και στη συνακόλουθη περιθωριοποίησή τους. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με ειλικρινή και διαρκή προσπάθεια για την ευαισθητοποίηση του κοινού και την εκπαίδευση των παιδιών και των εφήβων σε πολιτικές και πρακτικές που θα στοχεύουν στην εξάλειψη των διακρίσεων και των προκαταλήψεων κατά των κοριτσιών και των γυναικών. Άλλωστε «η έμμονη υποεκπροσώπηση των γυναικών στην κοινωνία των πολιτών, την πολιτική ζωή και την ανώτερη δημόσια διοίκηση αποτελεί δημοκρατικό έλλειμμα». (Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τον Χάρτη Πορείας για την Ισότητα μεταξύ Ανδρών και Γυναικών, 2006-2010).

 

Share

Η μνήμη αφηγείται την πόλη: με την ευκαιρία του Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου Προφορικής Ιστορίας, 6-9 Μαρτίου

του Στρατή Μπουρνάζου

Συνέντευξη των ιστορικών  Ρίκης Βαν Μπούσχοτεν και Ποθητής Χαντζαρούλα

Μιλάνε για την «ιστορία από τα κάτω», την επιλεκτικότητα της μνήμης, το τραύμα,  την κρίση, τη μνήμη και τον δημόσιο χώρο

Οι μνήμες και οι αποσιωπήσεις του παρελθόντος της πόλης, ο βιωμένος χώρος και οι μαζικές μετακινήσεις του 20ού αιώνα, η προσφυγιά, ο αποκλεισμός, του οι Άλλοι, η εσωτερική μετανάστευση, οι  τόποι μαρτυρίου και λατρείας, η κρίση και οι εικόνες του παρελθόντος που ανακαλεί: Όλα αυτά, με πεδίο μελέτης τον αστικό χώρο, με εργαλείο την προφορική ιστορία, και με άξονα τη μνήμη, θα αναπτυχθούν στο  δεύτερο διεθνές συνέδριο προφορικής Ιστορίας με τίτλο «Η μνήμη αφηγείται την πόλη… Προφορικές μαρτυρίες για το παρελθόν και το παρόν του αστικού χώρου» οργανώνουν το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και η Ένωση Προφορικής Ιστορίας, στο αμφιθέατρο Αργυριάδη (στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 6-8 Μαρτίου και στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206), στις 9 Μαρτίου). Μιλήσαμε για όλα αυτά με τις ιστορικούς Ποθητή Χαντζαρούλα (Πανεπιστήμιο Αιγαίου) και Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), μέλη της οργανωτικής επιτροπής του συνεδρίου.

Γιατί διαλέξατε την πόλη, τον αστικό χώρο ως θέμα αυτού του δεύτερου συνεδρίου προφορικής Ιστορίας;

Ποθητή Χαντζαρούλα: Τα τελευταία χρόνια στις κοινωνικές επιστήμες το ενδιαφέρον των ερευνητριών έχει στραφεί στη μελέτη του χώρου. Οι πόλεις αναδύονται ως πεδία διακυβέρνησης, αλλά και ως πεδία διεκδίκησης από διάφορες κοινωνικές ομάδες, συγκρότησης διαφορετικών μορφών κατοίκησης, συμβίωσης, έκφρασης, διαμόρφωσης υποκειμενικοτήτων, νέων μορφών αλληλεγγύης καθώς και ελέγχου.

Ενώ οι ιστορικοί σχετικά πρόσφατα άρχισαν να επικεντρώνονται στον χώρο, η μνήμη ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα θεωρούνταν ενσωματωμένη στο χώρο, εν-τοπισμένη. Ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της, ο Maurice Halbwachs, υποστηρίζει ότι η μνήμη, η πιο προσωπική λειτουργία, δεν υφίσταται εκτός του κοινωνικού πλαισίου (Κοινωνικά πλαίσια της μνήμης, μτφ. Ελευθερία Ζέη, Νεφέλη 2013). Ιδιαίτερα σημαντικό πλαίσιο για να θυμηθούμε και να αποκτήσουν νόημα οι αναμνήσεις μας είναι ο χώρος. Αλλά και η συλλογική μνήμη απορρέει από ένα χωρικό πλαίσιο. Τη δεκαετία του 1980 ο Πιερ Νορά θα κατανοήσει τη συλλογική μνήμη μέσα από τη χωρική εγγραφή της, κάνοντας αντικείμενο της έρευνάς του τους «μνημονικούς τόπους» (Les Lieux de mémoire, Παρίσι 1984).

Η σύνδεση της προφορικής ιστορίας με την πόλη έρχεται να δώσει χώρο σε μια οπτική που θα αφηγηθεί την ιστορία της πόλης μέσα από διαφορετικές θέσεις των δρώντων υποκειμένων. Στόχος λοιπόν είναι να έρθουν στο φως πολλαπλές ιστορίες της πόλης, διαφορετικές σημασιοδοτήσεις της, αντιμαχόμενες ιστορίες, αποκλεισμοί. Με άλλα λόγια, η πόλη να γίνει αφηγήσιμη μέσα από την οπτική των διαφορετικών υποκειμένων. Ταυτόχρονα, πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι δεν παράγονται μόνο ιστορίες της πόλης από τις αφηγήσεις των ανθρώπων αλλά και ο ίδιος ο εαυτός μέσα από τη σχέση του με την πόλη. Η πόλη, ο τρόπος με τον οποίο κατοικούν οι άνθρωποι την πόλη, διαμορφώνει την ταυτότητά τους. Η προφορική μαρτυρία είναι λοιπόν ένας προνομιακός χώρος για να κατανοήσουμε τη διαμόρφωση των υποκειμένων και των ταυτοτήτων.

Έχετε θέσει, όπως διαβάζω, ως κεντρικό στόχο του συνεδρίου «την από τα κάτω οπτική της σχέσης ανάμεσα στην πόλη και τη μνήμη». Πείτε μας για αυτή την «από τα κάτω οπτική».

Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν: Η «από τα κάτω οπτική» ήταν το καινοτόμο στοιχείο που έδωσε  φτερά στην ανάπτυξη της προφορικής ιστορίας τη δεκαετία του 1970. Δίνοντας φωνή στους «αφανείς της ιστορίας», σε γυναίκες, παιδιά, μετανάστες και άλλες «αόρατες ομάδες», η προφορική μαρτυρία άλλαξε συθέμελα το τοπίο της ιστοριογραφίας, παρά τις αντιδράσεις που υπήρχαν –και εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα– από «παραδοσιακούς» ιστορικούς. Βέβαια, η «από τα κάτω οπτική» υπήρχε ανέκαθεν στις κοινωνικές επιστήμες, στην ανθρωπολογία και στην κοινωνιολογία, ιδίως στον αγγλοσαξονικό χώρο, και στην Ελλάδα στη λαογραφία. Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονίσουμε ότι το σημερινό διεθνές ρεύμα προφορικής ιστορίας είναι ένα διεπιστημονικό πεδίο, όπου συναντιούνται η ιστορία με τις κοινωνικές επιστήμες, την κοινωνική ψυχολογία, την πολιτική επιστήμη, αλλά και με την τέχνη και την αρχιτεκτονική, όπως θα δείξουν οι ανακοινώσεις της Κυριακής.

Πώς εκφράζεται αυτή η «από τα κάτω οπτική» πιο συγκεκριμένα στη σχέση πόλης και μνήμης; Κεντρική έννοια για τη μνήμη της πόλης είναι η έννοια του χώρου. Ο πρωτοπόρος γάλλος κοινωνιολόγος της μνήμης Maurice Halbwachs έχει γράψει πολύ όμορφες σελίδες για το πώς οι αναμνήσεις συνδέονται με συγκεκριμένους χώρους και τη βίωση του χώρου από κοινωνικές ομάδες και άτομα. Στο συνέδριο θα δούμε πώς διάφορες «αόρατες» κοινωνικές ομάδες (Εβραίοι, μετανάστες, Μικρασιάτες πρόσφυγες, ανήλικα παιδιά, πόρνες, μουσικοί) βίωσαν τους χώρους της πόλης, πως διαμορφώνονται ενίοτε νοητικά –αλλά και πολύ υλικά– εσωτερικά σύνορα μέσα στην πόλη, πώς αλλάζει η κοινωνική γεωγραφία της πόλης ανάλογα με την πολιτική συγκυρία και πώς ανασημασιοδοτούνται συγκεκριμένα κτίρια, όταν αλλάζει η χρήση τους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από την πόλη του Βόλου, όπου συγκεντρώνουμε προφορικές μαρτυρίες για το μελλοντικό Μουσείο της Πόλης, είναι το κτίριο Σπύρερ: προπολεμικά καπναποθήκη, έδρα του Εργατικού Κέντρου το 1945, στρατοδικείο στον Εμφύλιο και σήμερα έδρα του Δημοτικού Κέντρου Ιστορίας. Μια τελευταία οπτική της μνήμης της πόλης, που μόνο η προφορική μαρτυρία μπορεί να μας δώσει, είναι πως διαπλέκονται τα συναισθήματα (ο φόβος, ο έρωτας) με συγκεκριμένους χώρους της πόλης.

Πέρα όμως από την «από τα κάτω» οπτική, το συνέδριό μας δίνει χώρο και στην «από τα πάνω οπτική», όχι με την έννοια της θεσμικής «επίσημης» μνήμης, αλλά από την άποψη της βιωμένης εμπειρίας των αστικών ελίτ (π.χ. για τα καλλιτεχνικά σαλόνια της Κωνσταντινούπολης στη δεκαετία του 1950), και των στελεχών επιχειρήσεων που καθορίζουν τις ζωές μας. Στο πλαίσιο αυτό, ο Ρομπ Περκς, διευθυντής του Εθνικού Αρχείου Αφηγήσεων Ζωής της Βρετανικής Βιβλιοθήκης, θα μας μιλήσει στην κεντρική ομιλία του, την Παρασκευή, για πρωτοποριακές έρευνες προφορικής ιστορίας που έγιναν στην Αγγλία για τους κύκλους του χρηματιστικού κεφαλαίου του Λονδίνου και μια μεγάλη αλυσίδα σουπερμάρκετ.

Πώς η μνήμη επιλέγει και διαμεσολαβεί την εμπειρία της πόλης, τι αποσιωπά, πώς διαχειρίζεται το τραυματικό;

Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν: Πρωτοποριακή όσον αφορά  τον ρόλο των σιωπών στην προφορική μνήμη των πόλεων ήταν η έρευνα της Λουίζα Πασσερίνι για την εργατική τάξη του Τορίνου τον Μεσοπόλεμο (Fascism in Popular Memory. The Cultural Experience of the Turin Working Class, 1987). Εκεί διαπίστωσε ότι –σε αντίθεση με τις ηρωικές αφηγήσεις των γραπτών πηγών για αντίσταση της εργατικής τάξης στο φασιστικό καθεστώς του Μουσσολίνι– υπήρχε μια μεγάλη σιωπή, αλλά ταυτόχρονα ανακάλυψε στις μαρτυρίες αυτές πιο λεπτές και υπόγειες μορφές αντίστασης (ειρωνεία, ανέκδοτα, ακόμα και η έκτρωση). Σε άλλα κείμενά της, η Πασσερίνι μας έδειξε ότι οι σιωπές μπορεί ενίοτε να είναι και αναγκαίες, προκειμένου να βρεθεί ένα modus vivendi σε κοινότητες που έζησαν τραυματικά γεγονότα. Μπορεί να είναι και ένα δικαίωμα των πληροφορητών μας, το οποίο οφείλουμε να σεβαστούμε.

Αυτή η επιλεκτικότητα της προφορικής μνήμης όμως χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις. Από τη μια πλευρά τραυματικά γεγονότα, όπως το Ολοκαύτωμα, η βία της Κατοχής και του Εμφυλίου, αλλά και η ενοχή, η ντροπή, ο φόβος, το στίγμα, η αμηχανία μπορεί να οδηγήσουν στη σιωπή. Από την άλλη πλευρά όμως οι εμπειρίες αυτές σπάνια ξεχνιούνται ολότελα και οι σχετικές αναμνήσεις μπορούν να αναβλύζουν κάποτε απροσδόκητα στη διάρκεια μιας συνέντευξης, είτε αυτούσια είτε με αλλοιωμένη μορφή (όπως στα ανέκδοτα για τα οποία μιλάει η Πασσερίνι). Έτσι, όπως θα δούμε και στο συνέδριο, οι προφορικές μαρτυρίες μας μιλάνε για θέματα-ταμπού, για θέματα που έχουν εξοστρακιστεί από την κυρίαρχη κοινωνική μνήμη και τις γραπτές πηγές. Τέτοια θέματα είναι, για παράδειγμα, η σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας, η παιδική εργασία, η πορνεία, οι συγκρούσεις γηγενών-προσφύγων, ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός, και –προπαντός– η εμφύλια βία του τέλους της Κατοχής. Η εικόνα της πόλης που αναδύεται μέσα από τις μαρτυρίες αυτές είναι συχνά μια εικόνα που βρίσκεται στον αντίποδα του ωραιοποιημένου παρελθόντος που βρίσκουμε σε πολλές γραπτές πηγές. Είναι ένα «δύσκολο παρελθόν» γεμάτο ανατροπές και ρήξεις, αλλά και ένα παρελθόν πιο πλούσιο και πιο περίπλοκο που μπορεί να εξοπλίζει τους κατοίκους καλύτερα για το μέλλον.

Πώς επιδρούν οι εποχές κρίσης, όπως η σημερινή,  στις πόλεις όσον αφορά τη μνήμη;

Ποθητή Χαντζαρούλα: Η συζήτηση για την πόλη συνδέεται με τη δημοκρατία και την έννοια του δημόσιου χώρου. Η ανάγκη θέσμισης ενός δημοκρατικού δημόσιου χώρου αναδύεται ως διακύβευμα τη στιγμή που ο νεοφιλελευθερισμός και ο φιλελεύθερος ατομικισμός προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν ή να ιδιωτικοποιήσουν τον δημόσιο χώρο, να δημιουργήσουν ζώνες «ασφάλειας», από τις οποίες κοινωνικές ομάδες θα αποκλείονται. Σε αυτό το μοντέλο, η πόλη ως τόπος πραγμάτωσης ατομικών επιθυμιών και αναγκών συνδέεται με πολιτικές πρόσβασης στο χώρο. Τα κράτη θέτοντας την ασφάλεια ως πεδίο στο οποίο εμφανίζονται χρήσιμα και αποφασιστικά, εστιάζουν κατεξοχήν στη μορφή του μετανάστη, σε αυτόν-ήν που περιφέρεται «ύποπτα», που «παρενοχλεί». Ταυτόχρονα, εμφανίζονται μορφές κοινότητας που ορίζουν την ταυτότητά τους μέσα από μια συγκεκριμένη τοπικότητα και μέσα από τη διαφοροποίησή τους από άλλες ομάδες που φοβίζουν, περιφρονούνται ή απλώς υποτιμώνται (Iris Marion Young, «Η ζωή στην πόλη και η διαφορά», μτφ. Δ. Λάλλας, σημειώσεις, τχ. 77, Ιούνιος 2013). Οι μύθοι της κοινότητας παράγουν και νομιμοποιούν ρατσιστικές και ταξικές συμπεριφορές και πολιτικές. Η  Μικαέλα Κέτινγκ στην κεντρική ομιλία της, την Πέμπτη, θα φωτίσει μέσα από την οικογενειακή ιστορία έμφυλες πλευρές του ακροδεξιού εξτρεμισμού στη Γερμανία.

Από την άλλη, εμφανίζονται ομάδες που επικαλούνται ένα ιδεώδες αστικής ζωής σύμφωνα με το οποίο τα σύνορα είναι ανοιχτά και μη διευθετήσιμα. Αντιλαμβάνονται την ζωή στην πόλη ως μια μορφή κοινωνικών σχέσεων ανάμεσα σε ξένους, όπου άνθρωποι και ομάδες αλληλεπιδρούν. Η κοινωνική δικαιοσύνη απαιτεί την πραγματοποίηση μιας πολιτικής της διαφοράς, ενός δημόσιου χώρου όπου όλοι συμμετέχουν και το οποίο είναι ανοιχτό και προσβάσιμο σε όλους.

Καθώς η σχέση του χώρου και των υποκειμένων στην κοινωνία είναι πάντοτε ιεραρχική, η θέση των υποκειμένων στον χώρο εκφράζει τις κοινωνικές αντιθέσεις, ενώ το υποκείμενο νοηματοδοτείται από την τοποθέτησή του στον χώρο. Για παράδειγμα, οι άστεγοι θεωρούνται κοινωνικά ανύπαρκτοι, ενώ η θέση των γυναικών εξαρτάται από τη δυνατότητα πρόσβασής τους σε συγκεκριμένους χώρους. Ο χώρος που καταλαμβάνει ένα υποκείμενο χάρη στην ιδιοκτησία το τοποθετεί ανάλογα και σε μία συγκεκριμένη κοινωνική θέση και του αποδίδει αξία ή απαξία. Πώς εκφράζεται η πάλη για το χώρο; Ποιες συλλογικές μορφές αναδύονται; Πώς οι πολιτικές ενός πατριαρχικού, γραφειοκρατικοποιημένου, καπιταλιστικού συστήματος βιώνονται από τους ανθρώπους, πώς η μνήμη τις επεξεργάζεται, πώς γίνονται αντικείμενο πάλης και αντίστασης; Πώς ανασυγκροτείται η πόλη στη μνήμη για να εκφράσει και να κατανοήσει το υποκείμενο τις εμπειρίες του πολέμου, την καταστροφή των κοινωνικών σχέσεων, την απουσία και το τραύμα στην εμπειρία του Ολοκαυτώματος; Με ποιο τρόπο η μνήμη νοηματοδοτεί το παρόν, πώς η παρούσα κρίση ενεργοποιεί την επαναδιαπραγμάτευση των εμπειριών του παρελθόντος και νέες νοηματοδοτήσεις του; Η Ομάδα της Προφορικής Ιστορίας της Κυψέλης για την Κρίση, λ.χ., φέρει στο προσκήνιο μαρτυρίες για το πώς οι άνθρωποι βιώνουν την κρίση.

αναλυτικά το πρόγραμμα  του συνεδρίου στο goo.gl/IcfOIF

Πηγή: ενθέματα

 

 

Share

Αλέξης Τσίπρας: “Αν, και εφόσον, και αφού, τότε ίσως γάμος…αλλοιώς…άστα…”

της Μαρίνας Γαλανού

Όταν ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας το 1981 ο Ανδρέας Παπανδρέου, μία απ’ τις πρώτες αλλαγές που έκανε, ένα χρόνο αργότερα, ήταν ο πολιτικός γάμος.

Σε καμμία περίπτωση δε θα υπερασπιστώ τον Παπανδρεϊσμό που ευθύνεται για πολλά στη χώρα μας, όμως για την εποχή εκείνη, ήταν μία σημαντική θεσμική αλλαγή.

Δεν περίμενε να γίνουν πρώτα οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές. Οι πρώτες που έκανε ήταν αυτές που έδιναν την κατεύθυνση σε τομές. Δεν λογάριασε τότε το πολιτικό κόστος από την εκκλησία και τις συντηρητικές δυνάμεις. Προχώρησε.

32 χρόνια μετά, ο Αλέξης Τσίπρας ερωτάται, κατ’ αναλογία, αν θα τολμήσει, όντας ήδη κοντά σε ποσοστά να αναλάβει την διακυβέρνηση, και όντας κόμμα της αριστεράς (όχι της σοσιαλδημοκρατίας), να κάνει βαθιές τομές για τον εκσυχρονισμό στην κατεύθυνση των ατομικών δικαιωμάτων.

Απαντά: “αφού σταθεροποιηθεί η κοινωνική και οικονομική ζωή”. Δηλαδή παραπέμπουμε στις καλένδες.

Αντιγράφω από την συνέντευξή του στο “Βήμα” την Κυριακή που μας πέρασε.

Ερωτ.: Μιλώντας για ρήξεις, υπάρχουν και οι ρήξεις για τα δικαιώματα. Το 1982 το ΠαΣοΚ τόλμησε και θεσμοθέτησε τον πολιτικό γάμο ευθυγραμμίζοντας το ελληνικό με το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα θεσμοθετήσει τον πολιτικό γάμο ομοφύλων για να επιτύχει μια αντίστοιχη ευθυγράμμιση της Ελλάδας με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ;

Απάντ.: «θα επιφέρουμε μια σειρά από θεσμικές τομές για την προάσπιση και τον εκσυγχρονισμό των ατομικών δικαιωμάτων. Αλλά όλα θα εξαρτηθούν και από τους πολιτικούς συσχετισμούς. Εάν διαθέτουμε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και για αλλαγές στο πεδίο των θεσμών, τότε, αφού σταθεροποιηθεί η κοινωνική και οικονομική ζωή, ασφαλώς θα τις προωθήσουμε». [Πηγή: Βήμα]

Παράλληλα αντιγράφω την προγραμματική θέση του ιδρυτικού Συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ:

13. 21. Καταπολεμούμε τη ρατσιστική και ομοφοβική βία, όλες τις διακρίσεις λόγω εθνικής καταγωγής, θρησκείας, χρώματος, αναπηρίας, ηλικίας, σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου, που ενδημούν σε πολλούς τομείς του κοινωνικού βίου και εγγυόμαστε την αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου που νομιμοποιεί, άμεσα ή έμμεσα, τέτοιες διακρίσεις. Στο πλαίσιο αυτό στηρίζουμε απολύτως το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό σε σχέση με τη σεξουαλικότητα και την επιλογή φύλου, όπως και τη θέσμιση πολιτικού γάμου ομοφύλων με πλήρη και ίσα δικαιώματα, καθώς και την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου. [Πηγή: Η ΑΥΓΗ].

Από την απόλυτη στήριξη, πήγαμε δηλαδή στο αφού θα σταθεροποιηθεί η κοινωνική και οικονομική ζωή. Και εάν.

Ακόμη, εμφανίζονται περίεργες απόψεις κάποιου Μάκη Λυκόπουλου ως εκπροσώπου της Θεματικής Επιτροπής Θρησκευμάτων, και ομοφοβικά και σεξιστικά υπονοούμενα σε βάρος υποψηφίων Δημάρχων για τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους.

Τα πράγματα είναι πολύ απλά: Αν ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να πείσει ότι όσα έχουν διακηρυχθεί δεν είναι λόγια για ψηφαλάκια, πρέπει -έπρεπε ήδη δηλαδή- να προχωρήσει σε πράξεις.

Έστω για λόγους συμβολισμού (ναι το καταλαβαίνω ότι για λόγους συσχετισμών δεν θα ψηφιστεί, αλλά πρέπει να δοθεί ο τόνος), να καταθέσει τροπολογία στον νόμο του 1982 που θα αναφέρει “ανεξαρτήτως του φύλου των νυμφευθέντων”. Ο νόμος του 1982 σίγουρα χρειάζεται πολλές ακόμη αλλαγές, αλλά ας γίνει η αρχή με αυτό, ώστε αφενός μεν να πάρει σαφή θέση, αφετέρου να θέσει τα υπόλοιπα κόμματα προ των ευθυνών τους και να τα εξαναγκάσει να πάρουν σαφή θέση και αυτά.

Να καταθέσει επίσης πρόταση νόμου για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου. Το ΣΥΔ, έχει ήδη θέσει υπόψη του ΣΥΡΙΖΑ και όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων, έτοιμη πρόταση νόμου για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου και την αλλαγή των εγγράφων των τρανς ανθρώπων χωρίς ιατρικές προϋποθέσεις, που μπορεί να κατατεθεί αυτούσια, με ελάχιστη νομοτεχνική επεξεργασία.

Τώρα, πριν τις εκλογές, σαφείς θέσεις και, κυρίως, πράξεις.

Οι ΛΟΑΤ, είναι το 10% του πληθυσμού. Και τα λόγια πλέον δεν πείθουν.

Και αυτό, βεβαίως, απευθύνεται όχι μόνο στο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σε όλα τα κόμματα.

Πηγή: transs

 

Share

Να είσαι και να πωλείσαι: μια συνέντευξη με την Κάισα Έκις Έκμαν

της Μέγκαν Μέρφι

Η Κάισα Έκις Έκμαν είναι Σουηδή δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου «Να είσαι και να πωλείσαι: πορνεία, παρένθετη μητρότητα και διχασμένος εαυτός» που μεταφράστηκε πρόσφατα στα γαλλικά και στα αγγλικά. Μίλησα μαζί της στο τηλέφωνο από τη Στοκχόλμη.

Μέγκαν Μέρφι: Τι σας οδήγησε να γράψετε ένα βιβλίο για την πορνεία;

Κάισα Έκις Έκμαν: Δύο πράγματα: η πρακτική και η θεωρία. Προσεγγίζοντας το θέμα από δύο πλευρές είναι πολύ εποικοδομητικό και, στην πραγματικότητα, είναι απαραίτητο εάν πρόκειται να γραφτεί κάτι για την πορνεία. Θα πρέπει να κοιτάξουμε την πραγματικότητα, αλλά θα πρέπει επίσης να έχουμε και τη θεωρία.

Όταν ξεκίνησα να γράφω αυτό το βιβλίο το 2006, η συζήτηση για τη σεξουαλική εργασία μόλις ξεκινούσε εδώ στη Σουηδία. Ο νόμος για τις σεξουαλικές υπηρεσίες τέθηκε σε εφαρμογή το 1999 και τότε η συζήτηση ήταν αρκετά περιορισμένη. Όταν ξεκίνησε η συζήτηση, φαινομενικά από το πουθενά, πήρε αμέσως διαστάσεις και ήταν ένθερμη – ξαφνικά οι άνθρωποι έλεγαν πράγματα όπως: «είναι απλά μια δουλειά, αυτός ο νόμος είναι ηθικολογικός, ο καθένας/ η καθεμιά έχει το δικαίωμα να κάνει ό, τι θέλει», και ούτω καθεξής. Είδα ότι οι φεμινίστριες και άνθρωποι από αριστερά κινήματα τσιμπούσαν σε αυτό και άλλαζαν γνώμη, κάτι που θεώρησα αινιγματικό.

Την ίδια στιγμή ζούσα στη Βαρκελώνη και μοιραζόμουν ένα διαμέρισμα με μια γυναίκα που εκδιδόταν στην εθνική οδό έξω από την πόλη. Έτσι έβλεπα ό,τι συνέβαινε από πρώτο χέρι. Έμενε με έναν φίλο που ήταν κάτι σαν νταβατζής και ο οποίος στην αρχή ισχυρίστηκε ότι ζούσε από ληστείες τραπεζών, αν και διαπίστωσα ότι δεν επρόκειτο περί αυτού, επειδή δεν έβγαινε ποτέ έξω –ήταν πάντα στο σπίτι μπροστά στον υπολογιστή ή την πηγαινοέφερνε στην εθνική οδό. Σύντομα συνειδητοποίησα ότι ζούσε από αυτήν.

Έβλεπα την πραγματικότητα αυτής της ζωής, καθώς και το πώς και άλλες ενδιαφέρονταν για την επιχείρηση γύρω από το σεξ. Οι περισσότερες από αυτές δεν ήταν από την Ευρώπη – η ίδια ήταν Ρωσίδα και υπήρχαν κάποιες γυναίκες από τη Νότια Αμερική. Από νωρίς θα ισχυρίζονταν ότι έβγαζαν πολλά χρήματα, αλλά προφανώς δεν επρόκειτο για κάτι τέτοιο. Ξέρετε, έβγαζαν 10-20 ευρώ τη βραδιά, γύριζαν σπίτι, γίνονταν σκνίπα στο μεθύσι, λιποθυμούσαν και στη συνέχεια θα επαναλάμβαναν το ίδιο πράγμα την επόμενη μέρα.

Η πραγματικότητα της κατάστασης δε συμβάδιζε με ό,τι συζητιόταν γύρω από τη «σεξουαλική εργασία» – ήταν δύο διαφορετικοί κόσμοι. Έτσι άρχισα να γράφω γι’ αυτό.

Έγραψα μερικά άρθρα σχετικά με την πορνεία και η αντίδραση με σόκαρε. Έχω γράψει μια σειρά από άρθρα που λένε, ξέρεις: «Να συντρίψουμε τον καπιταλισμό τώρα» και κανείς δεν μου άσκησε κριτική, αλλά στη συνέχεια, όταν είπα κάτι, όπως, «γνωρίζετε τους νόμους που έχουμε για την πορνεία; Είναι πολύ καλοί», όλοι τρελάθηκαν. Λάμβανα τόσο εχθρικά μέιλ και σκέφτηκα, «αυτό είναι παράξενο. Λες «να συντρίψουμε τον καπιταλισμό» και κανείς δεν νοιάζεται – Θέλω να πω, αυτό θα ήταν ριζοσπαστικό». Το θέμα της πορνείας φάνηκε να προκαλεί πολλούς ανθρώπους. Οπότε αποφάσισα να επικεντρωθώ περισσότερο στην πορνεία και ξεκίνησα την έρευνά μου, κάτι που έκανα για περίπου τέσσερα χρόνια από τότε.

Ποια ήταν η αντίδραση;

Στην αρχή ήμουν λίγο φοβισμένη και σκεφτόμουν «γιατί εγώ; Τι έχουν εναντίον μου; Είμαι καλός άνθρωπος!» Και τότε κατάλαβα ότι ο μόνος τρόπος για το αντιμετωπίσεις αυτό είναι να γράψεις ό,τι θεωρείς αλήθεια. Πολλοί άνθρωποι αντέδρασαν λέγοντας ότι είμαι ριζοσπαστική φεμινίστρια. Αλλά δεν είμαι – είμαι απλά φεμινίστρια. Αυτό είναι όλο. Σίγουρα αντλώ πράγματα από τη ριζοσπαστική φεμινιστική θεωρία, αλλά χρησιμοποιώ επίσης και πολλή μαρξιστική βιβλιογραφία στην ανάλυσή μου – το κοιτάζω από πολλές οπτικές γωνίες.

Μερικοί άνθρωποι πιστεύουν ότι αν η πορνεία νομιμοποιηθεί, θα βγει από την παρανομία και κατά κάποιον τρόπο θα είναι ασφαλέστερη για τις γυναίκες. Ποια είναι η άποψή σας για τα επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ της νομιμοποίησης ως έναν τρόπο για να μειωθεί η βία κατά των γυναικών και να κάνουν τις γυναίκες στην πορνεία πιο ασφαλείς;

Θα πρέπει βέβαια να υποστηρίξεις τον ισχυρισμό με στοιχεία και αν δούμε την πραγματικότητα, τουλάχιστον εδώ στην Ευρώπη, δεν πρόκειται περί αυτού.

Έγινε μια μελέτη, η οποία αξιολόγησε τη νομιμοποίηση της πορνείας και τους οίκους ανοχής, και η μελέτη έδειξε ότι κανένας από αυτούς τους στόχους δεν επετεύχθη. Η νομιμοποίηση δεν κατέστησε ασφαλέστερη την πορνεία. Δεν παρείχε στις γυναίκες ένα ασφαλές εργασιακό περιβάλλον ή μια σταθερή δουλειά και η πλειοψηφία των γυναικών δεν πλήρωνε ακόμα φόρους. Αυτό που φάνηκε ήταν ότι, πρώτον, οι γυναίκες έμεναν στην πορνεία πολύ περισσότερο από ό,τι υπολόγιζαν και δεύτερον, είχε γίνει πιο δύσκολο για αυτές να εγκαταλείψουν τη βιομηχανία του σεξ. Αν κοιτάξουμε την εμπειρία της Γερμανίας, καθώς και της Ολλανδίας, θα δούμε ότι απλά δεν έγινε κάτι τέτοιο, δεν έγινε ασφαλέστερη μέσω της νομιμοποίησης – στην πραγματικότητα συνέβη το αντίθετο.

Υπάρχει επίσης και η ιδέα ότι η πορνεία είναι ταμπού – που συνδέεται με την ιδέα ότι η σεξουαλικότητα είναι ταμπού. Με βάση αυτό το επιχείρημα, κάποιοι λένε ότι αν η πορνεία κανονικοποιούνταν σε αντίθεση με το να θεωρείται «ταμπού», θα μπορούσε να είναι σεξουαλικά απελευθερωτική. Αυτό επεκτείνεται σε επιχειρήματα που λένε ότι οι φεμινίστριες που αντιτίθενται στην πορνεία είναι «ενάντια στο σεξ» ή σεμνότυφες ή ότι καταπιέζουν τη σεξουαλικότητα των ανθρώπων. Τι γνώμη έχετε για αυτά τα επιχειρήματα;

Πρέπει να θέσουμε το ερώτημα «τι είναι  πορνεία». Υπάρχουν δύο άνθρωποι σε αυτή την ανταλλαγή – ένας από αυτούς τους ανθρώπους που θέλει να κάνει σεξ και ο άλλος που δεν θέλει. Αυτά είναι τα βασικά κριτήρια. Χωρίς αυτή τη συνθήκη δεν έχουμε πορνεία. Αν έχουμε δύο ανθρώπους που θέλουν να έχουν σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ τους – αν είναι ξαναμμένοι, τρελαμένοι, αν πεθαίνουν ο ένας για τον άλλον, προφανώς δεν πρόκειται να πληρώσουν. Αν υπάρχει ελεύθερη σεξουαλικότητα δεν πληρώνει ο ένας τον άλλον.

Στην περίπτωση της πορνείας μιλάμε για ένα είδος «σεξουαλικότητας» όπου ένα άτομο δεν θέλει να είναι σε μια σεξουαλική κατάσταση και έτσι ο άλλος πρέπει να το δωροδοκήσει. Αυτή είναι η βάση της πορνείας. Τώρα γιατί είναι τόσο σημαντικό να κολλάμε σε αυτό; Γιατί αυτό είναι η κλιμάκωση της ελεύθερης σεξουαλικότητας; Μια κατάσταση όπου ένα άτομο δεν θέλει να είναι εκεί; Και γιατί αυτό δεν ενοχλεί τον κόσμο; Γιατί δεν τον ενοχλεί το γεγονός ότι ένα άτομο πρέπει να δωροδοκηθεί για να είναι σε μια σεξουαλική κατάσταση;

Ειδικά όταν προέρχεται από φεμινίστριες που μιλούν για το θέμα της συναίνεσης… Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι «είναι συναινετική – αυτό συμβαίνει ανάμεσα σε δύο συναινούντες ενήλικες». 

Αλλά σε τι συναινεί αυτή; Συναινεί στα χρήματα, όχι στο σεξ αυτό καθεαυτό. Αν πεις σε οποιαδήποτε εκδιδόμενη: «Έχεις δύο επιλογές: η πρώτη είναι ότι μπορείς να πάρεις τα χρήματα και να φύγεις ή δεύτερη είναι ότι μπορείς να πάρεις τα χρήματα, αλλά να μείνεις και για το σεξ», πόσες έχετε την εντύπωση ότι πρόκειται να μείνουν για το σεξ; Ούτε καν οι πιο ένθερμοι υπερασπιστές της πορνείας δεν θα ισχυριστούν ότι οι περισσότερες θα μείνουν για το σεξ. Οι περισσότερες από αυτές θα έπαιρναν τα χρήματα και θα έφευγαν, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν θέλουν πραγματικά το σεξ, θέλουν τα χρήματα.

Οπότε αν είναι κάποιος/α τόσο ριζοσπαστικός/ή σεξουαλικά ή σεξουαλικά φιλελεύθερος/η, γιατί δεν βλέπει αυτήν την κατάσταση ως έχει; Σεξ, σε περιπτώσεις που ένα άτομο δεν θέλει σεξ; Πώς μπορεί αυτό να μην μας ενοχλεί; Αυτό είναι που κάνει την πορνεία διαφορετική από όλα τα άλλα είδη των σεξουαλικών καταστάσεων. Αν έχουμε δύο ανθρώπους που το θέλουν τότε κανείς δεν πληρώνει και που αν κανείς δεν θέλει, τότε προφανώς δεν υπάρχει καθόλου σεξ.

Αναρωτιέμαι ποια είναι η άποψή σου για την ιδέα ότι η πορνεία είναι απλά μια δουλειά. Για παράδειγμα, η άποψη που λέει ότι οι πόρνες παρέχουν απλά μια υπηρεσία, όπως μία μασέζ ή μια κομμώτρια ή μια σερβιτόρα;

Μάλιστα. Αν πρόκειται περί αυτού, τότε να ξεχάσουμε την ιδέα ότι η πορνεία είναι ελεύθερη σεξουαλικότητα, ας το αφήσουμε. Αλλά αν δούμε πώς γίνεται η πορνεία, δεν ταιριάζει με την ιδέα ότι είναι «απλά μια δουλειά».

Θεωρώ την πορνεία ένα ψέμα. Έπαιρνα συνέντευξη από μια γυναίκα που δούλευε στην πορνεία και είπε: «Εντάξει. Μπορείτε να πείτε ότι είναι μια δουλειά, αλλά σε αυτή την περίπτωση ξέρετε πως θα ήταν; Θα ήταν σαν να την έπαιζα σε έναν άντρα, την ώρα που εκείνος βλέπει πορνό. Δεν θα χρειαζόταν να προσποιούμαστε, δεν θα χρειαζόταν να βογκάμε, δεν θα χρειαζόταν να του μιλάμε. Θα το κάναμε μηχανικά». Η πορνεία δεν έχει σχέση με αυτό. Στην πορνεία, το άτομο που πουλιέται πρέπει να προσποιηθεί ότι είναι εκεί επειδή του αρέσει.

Το δύσκολο μέρος της πορνείας είναι το εξής: είναι θεσμοθετημένη ως επάγγελμα, αλλά την ίδια στιγμή, όταν εκείνη πληρώνεται, θα κάνει το καλύτερο που μπορεί για να προσποιηθεί ότι είναι εκεί επειδή της αρέσει. Θα του πει «ω χύνω, είσαι ο καλύτερος, είσαι τόσο σέξι, με ανάβεις» και τέτοια πράγματα. Κάνει το καλύτερο που μπορεί για να τον κάνει να ξεχάσει ότι αυτός την πληρώνει.

Οπότε, ναι, φυσικά, κάντην κι αυτή μια δουλειά όπως κάθε άλλη, αλλά τότε θα πρέπει να είναι απλά ξαπλωμένες. Ας αφήσουμε όλες τις γυναίκες να είναι ξαπλωμένες και να μην κάνουν τίποτα και απλά να κοιτάζουν τα ρολόγια τους και να δούμε κατά πόσο θα αρέσει στους άντρες. Η πορνεία είναι ένα ψέμα. Είναι υπερβολικά απλοϊκό να πούμε ότι είναι απλά μια δουλειά.

Σε κάθε περίπτωση, γιατί θα πρέπει να νομιμοποιήσουμε μια «δουλειά» που έχει τόσο υψηλά ποσοστά κακοποίησης, φόνων, βιασμών και σεξουαλικής παρενόχλησης; Δείτε τα επίπεδα της βίας και τα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας των ανθρώπων στην πορνεία – εννοώ ότι αν αυτό ήταν οποιαδήποτε άλλη δουλειά, θα έπρεπε να καταστεί παράνομη από την πρώτη κιόλας μέρα. Ακόμα και στην Ολλανδία, θα δείτε ότι στη συνοικία με τα κόκκινα φανάρια, η οποία υποτίθεται ότι είναι τόσο ασφαλής και ελεγχόμενη, γυναίκες δολοφονούνται στις βιτρίνες όλη την ώρα. Ακόμη και η νομιμοποιημένη πορνεία δεν πατάει πάνω σε καμία εργατική νομοθεσία ή οποιουσδήποτε κανονισμούς εργασίας οπουδήποτε.

Στον Καναδά, όπου ζω, φεμινίστριες και προοδευτικοί άνθρωποι συμφωνούν ότι οι εκδιδόμενες γυναίκες θα πρέπει να αποποινικοποιηθούν. Αυτό σημαίνει ότι οι εκδιδόμενες γυναίκες δεν αξίζει να τιμωρηθούν επειδή εργάζονται στη βιομηχανία του σεξ και ότι δεν πρέπει να ρίχνονται στη φυλακή επειδή κάνουν ό,τι κάνουν για να επιβιώσουν. Αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση έγκειται στο αν πρέπει ή όχι να αποποινικοποιηθούν οι νταβατζήδες και οι πελάτες και πολλοί άνθρωποι θα υποστηρίξουν ότι η ποινικοποίηση των πελατών θα έθετε σε περαιτέρω κίνδυνο τις εκδιδόμενες γυναίκες ή ότι νόμοι που ποινικοποιούν τους νταβατζήδες θα τιμωρούσαν κατά κάποιο τρόπο μέλη μιας οικογένειας – για παράδειγμα, αν μια γυναίκα εργάζεται στην πορνεία και ζει με τον σύντροφο ή τα παιδιά της, κάποιοι λένε ότι αυτοί οι άνθρωποι με κάποιο τρόπο θα κατηγορηθούν ως « νταβατζήδες».

Υπάρχουν στατιστικά στοιχεία; Είναι συνηθισμένο μέλη μιας οικογένειας να μπαίνουν φυλακή με την αιτιολογία ότι είναι νταβατζήδες; Θα πρέπει να αποδείξουν πως υπάρχουν πολλές πραγματικές περιπτώσεις όπου τα μέλη μιας οικογένειας φυλακίζονται σε αυτή τη βάση. Το πρόβλημα σε αυτή τη συζήτηση είναι ότι υπάρχουν πολλές υποθέσεις και πολλά επιχειρήματα, αλλά όχι στοιχεία. Αν θέλουμε να ισχυριστούμε ότι ο νόμος αυτός βάζει μέλη μιας οικογένειας στη φυλακή με την αιτιολογία ότι είναι νταβατζήδες, θα πρέπει να αποδειχθεί. Δεν μπορούμε απλά να το δηλώνουμε.

Όσον αφορά την άποψη ότι η ποινικοποίηση των πελατών θα θέσει σε κίνδυνο τις εκδιδόμενες, θα πρέπει να ρωτήσετε «ποιος διαπράττει τη βία κατά των εκδιδόμενων γυναικών». Είναι ο νόμος; Ή μήπως είναι οι πελάτες; Και οι νταβατζήδες; Εδώ στη Σουηδία μερικοί άνθρωποι ισχυρίζονται επίσης το ίδιο. Κατά κάποιον τρόπο ο νόμος έχει γίνει ο φυσικός κακοποιός – ο νόμος δεν συνιστά κακοποίηση απέναντι σε κανέναν, εντάξει; Αν υπάρχει κάποιος που ασκεί βία στις εκδιδόμενες γυναίκες, αυτοί είναι οι άντρες. Και αυτό είναι το πρόβλημα. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να κάνουμε κάτι. Δεν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να δείχνουν ότι η κατάσταση έχει γίνει πιο επικίνδυνη μετά το νόμο. Γίνεται πολλή κουβέντα, αλλά δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να το αποδεικνύουν. Είναι μια υπόθεση. Η εμπειρία που είχαμε από το νόμο ήταν πολύ θετική. Μείωσε τον αριθμό των αγοραστών – ένας στους οκτώ άνδρες πλήρωνε για σεξ και έχει ήδη μειωθεί σε έναν στους 13. Πλέον έχουμε ένα πολύ μικρό αριθμό εκδιδόμενων στη Σουηδία. Περίπου 1500 με 2000 το πολύ.

Υπάρχει και μια άλλη πτυχή του νόμου που κανείς δεν μιλά γι’ αυτή και είναι το γεγονός ότι ο νόμος αυτός δίνει κάποια πλεονεκτήματα στις εκδιδόμενες. Τώρα οι γυναίκες μπορούν να καταγγείλουν έναν πελάτη στην αστυνομία, αλλά εκείνος δεν μπορεί να τις καταγγείλει. Ας πούμε για παράδειγμα ότι της συμπεριφέρεται άσχημα ή υπάρχει κάτι για το οποίο δε θα συμφωνήσει ή αρνείται να πληρώσει –μπορεί να απειλήσει ότι θα τον καταγγείλει, γιατί αυτό που κάνει είναι ήδη παράνομο.

Εκείνος, από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να την απειλήσει με τίποτα, γιατί αυτό που κάνει δεν είναι παράνομο. Σε χώρες όπου η εκδιδόμενη κάνει κάτι παράνομο και ο πελάτης όχι, τότε εκείνος έχει ακόμη περισσότερη δύναμη σε μια ούτως ή άλλως πολύ άνιση κατάσταση, γιατί επιπλέον μπορεί να την απειλήσει ότι θα την καταγγείλει.

Έχω παρατηρήσει ότι ιδιαίτερα στις ΗΠΑ κάποιοι από αυτούς που μπορεί να θεωρηθούν ως «υποστηρικτές των δικαιωμάτων των εργαζομένων στη βιομηχανία του σεξ», θα επικρίνουν όσους συγχέουν τη σωματεμπορία με την πορνεία. Αναρωτιέμαι αν μπορείτε να μιλήσετε λίγο γι ‘αυτό – συνδέεται η πορνεία με τη σωματεμπορία; Υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο;

Βασικά η σωματεμπορία είναι η απάντηση στο ζήτημα της προσφοράς και της ζήτησης και το πρόβλημα του εφοδιασμού. Η σωματεμπορία εμφανίζεται όταν δεν υπάρχει μια αρκετά μεγάλη ποσότητα από εκδιδόμενες για τη ζήτηση που υπάρχει – μιλώντας με όρους αγοράς. Στο δυτικό κόσμο δεν υπάρχουν ποτέ αρκετές γυναίκες που εισέρχονται στη βιομηχανία του σεξ οικειοθελώς – υπάρχει πάντα έλλειψη, για να το θέσω με αυτόν τον τρόπο. Οι άνθρωποι που μπαίνουν στο εμπόριο φθείρονται πολύ γρήγορα και οι πελάτες θέλουν πάντα «φρέσκο κρέας», για να το θέσω ωμά. Θέλουν νεότερες γυναίκες και γυναίκες που έχουν μόλις ξεκινήσει. Δεν θέλουν τις παλιές εκδιδόμενες που είναι στην πορνεία εδώ και πενήντα χρόνια.

Επιπλέον, το υψηλό ποσοστό θνησιμότητας και ο τρόπος που φθείρεται το σώμα κάνουν το διάστημα στην πορνεία αρκετά σύντομο. Έτσι, υπάρχει πάντα ζήτηση για όλο και περισσότερους ανθρώπους στην πορνεία. Αν υπήρχαν γυναίκες που συνέρρεαν κατά εκατομμύρια στη βιομηχανία του σεξ, δεν θα χρειαζόταν να τις φέρνουν με το ζόρι από την Ανατολική Ευρώπη. Θέλω να πω, γιατί να κάνεις κάτι τέτοιο; Δεν είναι λογικό. Αν στέκονταν χιλιάδες γυναίκες στην ουρά έξω από τους οίκους ανοχής λέγοντας «σας παρακαλώ, πάρτε με στη δουλειά!» δεν θα χρειαζόταν να τις κουβαλήσει η μαφία από όλη την Ευρώπη και από όλον τον κόσμο, δεν θα είχε νόημα. Σωματεμπορία υπάρχει, επειδή απλά δεν υπάρχουν αρκετές γυναίκες που θα πάνε στην πορνεία με τη θέλησή τους. Αν θέλουμε να υπάρχει βιομηχανία της πορνείας χωρίς σωματεμπορία, αυτή θα είναι μια πολύ μικρή βιομηχανία.

Δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε την πορνεία από τη σωματεμπορία. Θα πρέπει να μειώσουμε τη ζήτηση σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολύ λίγοι άνδρες να πληρώνουν για σεξ. Μόνο σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσαμε ίσως να είμαστε σίγουροι/ες ότι οι γυναίκες θα είναι εκεί «με τη θέλησή τους».

Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσατε να μας πείτε λίγο περισσότερα για το σουηδικό μοντέλο ή το «σκανδιναβικό μοντέλο», όπως ονομάζεται κάποιες φορές, και ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Αυτό που πολλοί άνθρωποι δεν γνωρίζουν είναι ότι το μοντέλο αυτό είναι το αποτέλεσμα τριάντα χρόνων δουλειάς και έρευνας. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι είναι απλά ένα μάτσο φεμινίστριες και κάποιοι κοινωνικοί λειτουργοί, οι οποίοι αποφάσισαν να ξεκινήσουν πόλεμο κατά των ανδρών ή κάτι αντίστοιχο. Όχι. Είχαν ξεκινήσει μια έρευνα στη δεκαετία του 1970 και εξέταζαν την πραγματικότητα της πορνείας. Ήταν και η πρώτη φορά που κάποιος έπαιρνε συνεντεύξεις από ανθρώπους στην πορνεία σε μεγάλη κλίμακα. Το κέντρο βάρους μετατοπιζόταν από την πορνεία ως περίπτωση απόκλισης και αντ’ αυτού είχαν αρχίσει να την αντιλαμβάνονται ως μια τεράστια κοινωνική τραγωδία που αφορούσε έμφυλες κοινωνικές σχέσεις, τη φτώχεια, τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες αναθρέφονται, την αιμομιξία, κλπ.

Μετά από αυτή την έρευνα, ακολούθησε και το ζήτημα του τι πρέπει να κάνουμε. Η απάντηση που βρήκαν ήταν να ποινικοποιήσουν τον πελάτη και η νομοθεσία τέθηκε σε ισχύ το 1999. Έχουν περάσει 14 χρόνια από τότε και δεν μπορεί κανείς πλέον ούτε καν να επιχειρήσει να πληρώσει για σεξουαλικές υπηρεσίες. Ο νόμος υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχής, όχι μόνο στο ότι η ζήτηση έχει μειωθεί, αλλά και στο γεγονός ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού κατανοεί πια την πορνεία ως προϊόν της ανισότητας των φύλων. Ογδόντα τοις εκατό του πληθυσμού της Σουηδίας υποστηρίζει τον νόμο, κάτι που δεν ακούγεται πολύ.

Αυτό που συνέβη τότε ήταν ότι οι σωματέμποροι άρχισαν να δυσκολεύονται να παραμείνουν στη Σουηδία και πήγαν στη Νορβηγία. Το Όσλο, η πρωτεύουσα της Νορβηγίας, άρχισε να πλημμυρίζει από νιγηριανή μαφία και όλοι αυτοί οι Νορβηγοί άνδρες άρχισαν να πληρώνουν για σεξ, γεγονός που οδήγησε τη Νορβηγία να υιοθετήσει την ίδια νομοθεσία. Οι σωματέμποροι προχώρησαν προς τη Δανία, η οποία για τον ίδιο λόγο εξετάζει επί του παρόντος την έγκριση του ίδιου νόμου.

Υπάρχουν υπηρεσίες και άλλες δομές υποστήριξης για τους ανθρώπους που θέλουν να εγκαταλείψουν τη βιομηχανία; Τι συμβαίνει με τις γυναίκες που χάνουν το εισόδημά τους όταν εγκαταλείπουν την πορνεία;

Αυτό είναι κάτι που θέλω να τονίσω. Αν θέλουμε να υιοθετήσουμε έναν τέτοιο νόμο, δεν μπορούμε απλά να τον εφαρμόσουμε και στη συνέχεια να μην κάνουμε τίποτε άλλο. Θα πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι ο νόμος συνοδεύεται από τις κατάλληλες υπηρεσίες υποστήριξης. Στη Σουηδία έχουμε κάτι που ονομάζεται μονάδες πορνείας και δεν είναι απλά προγράμματα στα χαρτιά, είναι πολύ περισσότερα. Εάν ήσουν στη βιομηχανία, έχεις πρόσβαση σε δωρεάν θεραπεία, βοήθεια στην εύρεση στέγης και εργασίας, και ασχολούνται με πράγματα όπως το χρέος, για παράδειγμα.

Αυτό που είναι διαφορετικό στη Σουηδία είναι ότι έχουμε ένα αρκετά ισχυρό κράτος πρόνοιας, έτσι, σε αντίθεση με τον Καναδά ή τις ΗΠΑ, η πορνεία δεν υπάρχει ως αποτέλεσμα της ακραίας φτώχειας. Η πορνεία στη Σουηδία τείνει να υπάρχει ως αποτέλεσμα της πρόωρης σεξουαλικής κακοποίησης και παρόμοιων πραγμάτων. Οι γυναίκες χρειάζονται περισσότερο βοήθεια σε θέματα αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς και όχι για το πώς να ξεφύγουν από τη φτώχεια.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η ποινικοποίηση δεν είναι καλή απάντηση ή τέλος πάντων όχι μια εφικτή πορεία προς την απελευθέρωση, διότι ο νόμος δεν θα λειτουργήσει υπέρ των περιθωριοποιημένων ατόμων. Αυτό σημαίνει ότι ορισμένοι που προσδιορίζονται ως αναρχικοί ή σοσιαλιστές θα μπορούσαν να πουν «δεν θέλω να δώσω στην αστυνομία περισσότερη εξουσία από ό,τι ήδη έχει, ακόμα κι αν αυτό είναι υπέρ ανδρών που αγοράζουν σεξ ή που είναι βίαιοι». Ταυτίζεστε με τους αναρχικούς; Τους σοσιαλιστές; Τι πιστεύετε γι’ αυτό το επιχείρημα;

Ήμουν αναρχική, ίσως είμαι ακόμα λίγο… Αλλά πιστεύω στο κράτος ως ένα σημαντικό εργαλείο. Θέλω να πω ότι το κράτος μπορεί να είναι οτιδήποτε, μπορεί να είναι καλό πράγμα ή μπορεί να είναι και κακό πράγμα – και αυτό δεν είναι πάντα απαραίτητα κακό πράγμα. Το κράτος μπορεί να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου, των στρατιωτικών ή του λαού. Εξαρτάται από τις ιστορικές συνθήκες. Το κράτος δεν περιορίζεται σε μία λειτουργία. «Μπορώ να καταλάβω επίσης αυτό το επιχείρημα των αναρχικών, αλλά νομίζω ότι είναι μια κάποια εσωτερίκευση της απαισιοδοξίας. Είναι σαν να λέμε «τα πράγματα δεν θα αλλάξουν ποτέ». Και σε αυτή την περίπτωση, ξέρετε, αν τίποτα δεν αλλάξει ποτέ, τι προτείνουμε; Πώς εξαλείφουμε την πορνεία τότε; Να πηγαίνουμε κάθε μέρα να διαδηλώνουμε έξω από τα μπουρδέλα εμείς και τα αναρχικά πλήθη;

Η εμπειρία με τη σουηδική αστυνομία έχει πραγματικά ενδιαφέρον, γιατί στην αρχή δεν καταλάβαιναν το νόημα του νόμου. Δεν θεωρούσε το αγοραίο σεξ έγκλημα, έτσι η αστυνομία συνήθιζε να συμπεριφέρεται στους πελάτες όπως σε κάποιους που συνελήφθησαν για υπερβολική ταχύτητα. Η πλειοψηφία των ανδρών που πλήρωναν για σεξ ήταν παντρεμένοι, οπότε ζητούσαν από την αστυνομία να στείλει την κλήση στο γραφείο τους αντί στο σπίτι τους, γιατί αν το έστελναν στο σπίτι θα το έβλεπαν οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Η αστυνομία έλεγε: «φυσικά και θα το στείλουμε στο γραφείο, μην ανησυχείς φίλε».

Μια εκπαιδευτική καμπάνια στους αστυνομικούς το άλλαξε αυτό και τους έκανε να καταλάβουν ότι αυτό ήταν για την προστασία των γυναικών, όχι των ανδρών. Αν ακούγατε τις διαλέξεις στο σώμα για την καταπολέμηση της σωματεμπορίας, θα νομίζατε ότι πόκειται για ριζοσπαστικές φεμινίστριες -είναι καταπληκτικές. Η αστυνομία τώρα οργώνει τους δρόμους για να βρει αυτούς που πληρώνουν για σεξ και λένε πράγματα όπως: «Συνέβη κάτι και οι άνδρες δεν μπορούν να ελέγξουν τον πούτσο τους; Φίλε, αυτό είναι πολύ κακό, πρέπει να σταματήσουν να το κάνουν αυτό», και νομίζω ότι αυτό είναι πραγματικά εκπληκτικό. Θα πρέπει να συνεργαστούμε με την αστυνομία. Αν δεν συνεργαστούμε μαζί της, θα έχει την ίδια στάση με πριν, με βάση την οποία οι γυναίκες παρανομούν και οι άνδρες συμπεριφέρονται απλά σαν άντρες.

Πώς συνδέεται η πορνεία με την ισότητα των φύλων και πώς οι νόμοι, όπως αυτοί στη Σουηδία έχουν αντίκτυπο στη θέση της γυναίκας στο σύνολό της;

Τα λόμπι υπέρ της εργασίας στο σεξ θα προσπαθήσουν να παρουσιάσουν την πορνεία σαν να μην είναι ζήτημα έμφυλης διάκρισης, παρά μόνο ζήτημα «αγοραστή» και «πωλητή». Μιλάνε με όρους αγοράς και το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον. Στο βιβλίο μου εξετάζω επίσης τη συζήτηση για την πορνεία πριν από 100 χρόνια και η διαφορά ανάμεσα στο τότε και το τώρα είναι ότι τότε οι άνθρωποι δεν μιλούσαν για πώληση και αγορά – δεν ήταν θέμα της αγοράς – το έβλεπαν σαν κάτι που αφορούσε άνδρες και γυναίκες. Θεωρούσαν τις πόρνες ξεπεσμένες γυναίκες που δεν άξιζαν για τίποτε άλλο, για παράδειγμα αν δεν ήταν στην πορνεία θα ήταν εγκληματίες. Όσον αφορά τους άνδρες, η ιδέα ήταν ότι οι άνδρες χρειαζόταν να έχουν πρόσβαση σε πόρνες διαφορετικά θα ήταν απείθαρχοι, θα βίαζαν τις «αξιοπρεπείς γυναίκες» και δεν θα ήταν σε θέση να παραμείνουν στο γάμο τους. Με αυτόν τον τρόπο, το γεγονός ότι οι άνδρες είχαν αυτό το «κατάστημα», ήταν θετικό για τις «αξιοπρεπείς γυναίκες». Η συζήτηση ήταν πολύ έμφυλη.

Έναν αιώνα αργότερα παρουσιάστηκε το φεμινιστικό κίνημα και ενώ ο κόσμος εξακολουθεί να υπερασπίζεται αυτό το θεσμό, η συζήτηση άλλαξε. Ο κόσμος δε θέλει να μιλάει για άνδρες και γυναίκες, θέλει να μιλάει για την πορνεία με όρους αγοράς. Αλλά εξακολουθεί να είναι ένα πολύ έμφυλο θέμα. Εννοώ ότι οι αγοραστές είναι σχεδόν 100 % άνδρες και οι πωλητές, τουλάχιστον εδώ στη Σουηδία, είναι το λιγότερο 90 % γυναίκες. Αποτελεί απλά έναν άλλο τρόπο για τη διευθέτηση των σχέσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών και, αν μιλάμε για τη σεξουαλικότητα, νομίζω ότι δεν θα έχουμε ποτέ θετικές ή ισότιμες σεξουαλικές σχέσεις ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, όσο υπάρχει η πορνεία και είναι διαδεδομένη σε αυτήν την κοινωνία. Αυτό που κάνει η πορνεία στους άνδρες που πληρώνουν για σεξ είναι να τους κρατάει μέσα σε ένα ψέμα. Εννοώ ότι αυτοί οι άντρες δεν ξέρουν καν τι να κάνουν στο κρεβάτι, δεν ξέρουν πώς να ικανοποιήσουν μια γυναίκα και δεν καταλαβαίνουν τα σώματα των γυναικών, διότι οι γυναίκες που κάνουν σεξ μαζί τους πληρώνονται για να τους λένε ότι είναι οι καλύτεροι, ότι είναι σούπερ εραστές. Οπότε αυτός την πληρώνει, στη συνέχεια γυρίζει σπίτι και κάνει τα ίδια στη σύζυγό του και αυτή του λέει , «μμμ, όχι …», και αυτός απλά νομίζει ότι είναι βαρετή και σεμνότυφη ή ότι κάτι δεν πάει καλά με αυτήν. Έτσι ποτέ δεν θα μάθει την αλήθεια για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται στο κρεβάτι. Διαιωνίζει απλά ένα είδος ψέματος.

Κάνει επίσης τις γυναίκες στην πορνεία να συμμορφώνονται με κάποια συγκεκριμένη ιδέα για το πως «υποτίθεται» ότι είναι μια γυναίκα στο κρεβάτι. Στη σύμβαση της πορνείας, δεν πρόκειται για δύο άτομα, πρόκειται για την καθιέρωση μιας σχέσης όπου το σεξ αφορά μόνο το τι θέλουν οι άνδρες. Εφόσον ο άντρας είναι αυτός που πληρώνει, θα πάρει και αυτό που θέλει. Δεν πρόκειται για τη δική της ικανοποίηση. Αν είσαι πραγματικά φεμινίστρια και αν πραγματικά θέλεις οι γυναίκες να απολαμβάνουν το σεξ, δεν καταλαβαίνω πώς μπορείς να υπερασπίζεσαι ένα θεσμό που απλά αποκηρύσσει κάθε είδους επιθυμία που έχουν οι γυναίκες και ικανοποιεί μόνο τις επιθυμίες των ανδρών.

μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

Πηγή: feminist current

 

Share

Τα γυναικεία δικαιώματα τον καιρό της κρίσης

της Σίσσυς Βωβού

Με αφορμή την προσπάθεια αντιδραστικής μεταρρύθμισης στην Ισπανία, για την αλλαγή του νόμου για την εθελούσια τεχνητή διακοπή κύησης και την απαγόρευσή της, ειπώθηκε σε όλους τους τόνους ότι την περίοδο της κρίσης έχουμε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα περιστολής των δικαιωμάτων των γυναικών, καθώς και πολιτικές υποβάθμισης της ισότητας των δύο φύλων, σε συνθήκες, πρέπει να πούμε, που οι γυναίκες μεγαλουργούν στο δημόσιο χώρο. Αυτό συνδέεται επίσης με την άνοδο των ακροδεξιών, λαϊκιστικών, ακόμα και φασιστικών κινημάτων, και της ιδεολογίας πάνω στην οποία στηρίζονται τέτοιες κοινωνικές αναδιπλώσεις.

Σε ποια κατάσταση βρισκόμαστε σήμερα, ως προς τα αιτήματα, τα δικαιώματα και τις διεκδικήσεις των γυναικών; Θα επικεντρωθώ κυρίως στην Ελλάδα, και θα επιφυλαχθώ για συστηματική διατύπωση των γυναικείων διεκδικήσεων στο πλαίσιο της Ευρώπης, ενόψει και των ευρωεκλογών. Εξάλλου στο Alter Summit που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 2013, μιλήσαμε για μια φεμινιστική Ευρώπη και συζητήσαμε σχετικά, στη συνέλευση των γυναικών.

Η οικονομική και κοινωνική κρίση η οποία εξελίσσεται με βάση τη νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση της καπιταλιστικής οικονομίας, θίγει με συγκεκριμένους τρόπους τα δύο φύλα, στο έδαφος της προϊούσας πατριαρχικής δομής της.

● Στον τομέα της εργασίας, έχουμε εξέλιξη και γενίκευση του μοντέλου επισφάλειας και μερικής απασχόλησης, το οποίο εισήχθη πριν 20 χρόνια περίπου με σημαντικό επιχείρημα τη συμφιλίωση επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής για τις γυναίκες. Οι φεμινίστριες ποτέ δεν δεχθήκαμε αυτά τα επιχειρήματα, ζητώντας πάντα πλήρη και ποιοτική εργασία για όλους και όλες, και ως προς την οικογενειακή ζωή ζητούσαμε κατάλληλες δομές από μεριάς πολιτείας για την φροντίδα των παιδιών και όσων έχουν σχετική ανάγκη, καθώς και μοίρασμα των υποχρεώσεων φροντίδας ανάμεσα στα δύο φύλα και τους δύο γονείς, όπου υπήρχαν, ώστε να σπάνε οι στερεότυποι ρόλοι των δυο φύλων.

● Αν μιλήσουμε για την ανεργία, έχουμε φθάσει δυστυχώς ως γενική ανεργία στο 28%, που αυξάνεται. Το χάσμα μεταξύ ανδρικής και γυναικείας ανεργίας υπήρχε όταν η ανεργία ήταν στο 7% ή 9%, υπάρχει περίπου με τα ίδια ποσοστά και σήμερα. Η γυναικεία ανεργία παραμένει περίπου στα 3/2 της ανδρικής.

● Οι δομές κοινωνικής πρόνοιας, ιδιαίτερα αυτές που αφορούν τη φροντίδα τέκνων και ηλικιωμένων, αποδομούνται σήμερα ταχύτατα, με αποτέλεσμα να φορτώνονται τα βάρη στις πλάτες κατά προτίμηση των γυναικών. Εδώ όμως πρέπει να πούμε ότι αιτία του φαινομένου είναι κυρίως η πατριαρχική αντίληψη η οποία θέλει τον άνδρα να ξεκουράζεται, δικαίως βέβαια, μετά τη δουλειά του, και τη γυναίκα να μην ξεκουράζεται αλλά να συνεχίζει τη διπλή οικιακή δουλειά, προσφορά ή σκλαβιά.

● Η κοινωνική ασφάλιση υποβαθμίζεται, με αποτέλεσμα να έχουμε περισσότερο από 25% ανασφάλιστους συμπολίτες και συμπολίτισσες, αλλά οι γυναίκες πλήττονται ιδιαίτερα και σε μεγαλύτερο ποσοστό, αφού έχουν τόσο το «προνόμιο» στην ανεργία, όσο και ότι συχνά απασχολούνται σε εργασίες που δύσκολα ασφαλίζονται, π.χ. οικιακή καθαριότητα. Επίσης, πολλές φορές επαναπαύονται στην ασφάλιση του συζύγου ως προστατευόμενη μέλη. Στο θέμα της γέννησης των παιδιών, οι ασφαλισμένες γυναίκες έχουν την φροντίδα στη διάρκεια της κύησης, κατά τον τοκετό και στο επόμενο διάστημα, για τις ίδιες και τα βρέφη τους, με τις σημερινές δύσκολες έως ακατάλληλες συνθήκες στα νοσοκομεία που απομένουν. Οι ανασφάλιστες είναι πολύ μεγαλύτερο κομμάτι, αφού έχουν μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας, ή καλύπτονται από τον σύζυγο εάν κι αυτός έχει δουλειά. Εξαναγκάζονται λοιπόν να πληρώνουν 600 ευρώ για έναν φυσιολογικό τοκετό και 1.200 για καισαρική, κάτι δύσκολο έως αδύνατο στις σημερινές συνθήκες για τις άνεργες. Το αποτέλεσμα είναι να αποστερούνται του δικαιώματος να τεκνοποιήσουν εάν και εφόσον το επιθυμούν μέσα στις γενικότερες δυσκολίες. Για τις μετανάστριες, που είναι σε ακόμα υψηλότερα ποσοστά ανασφάλιστες, γνωρίζουμε ότι έχουν επιβληθεί τα διπλά νοσήλεια, τα οποία συμπεριλαμβάνουν και τον τοκετό, κάτι που οι γυναικείες οργανώσεις έχουμε καταγγείλει σε όλους τους τόνους ως ρατσιστική διάκριση.

● Το δικαίωμα στην τεχνητή διακοπή κύησης που είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο από το 1986, φαλκιδεύεται μέσα στις σημερινές συνθήκες. Για τις ανασφάλιστες απαιτείται η καταβολή 300 ευρώ σε δημόσιο νοσοκομείο, ενώ πριν, όπως και για άλλες ιατρικές πράξεις, υπήρχαν τρόποι να εξασφαλιστεί η δωρεάν παροχή. Η υποβάθμιση των δομών υγείας επηρεάζει κατ’ αναλογία την αντισύλληψη και τις δομές ενημέρωσης και συμβουλευτικής.

● Στον τομέα της βίας κατά των γυναικών, που είναι σοβαρό και διαχρονικό πρόβλημα στο πλαίσιο της πατριαρχίας, η κατάσταση χειροτερεύει και παίρνει νέες μορφές. Το αδιέξοδο της οικονομικής κρίσης δυσκολεύει τις γυναίκες πολύ περισσότερο απ’ όσο στο παρελθόν να απεμπλακούν από μια βίαιη σχέση. Τα καλά νέα είναι οι δομές συμβουλευτικής και κάποια καταφύγια που έχουν ανοίξει σε πολλές περιοχές της χώρας, με χρήματα αποκλειστικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια και δεν υπάρχει καμιά βούληση από μεριάς ελληνικής πολιτείας για τέτοιες δαπάνες. Χρειάζεται ενημέρωση για την ύπαρξη τέτοιων δομών, ώστε να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε όποιες τις χρειάζονται. Παραμένει το γεγονός ότι εκτός από στιγμές κρίσης, τα καταφύγια δεν μπορούν να προσφέρουν μακροχρόνια βοήθεια. Ο νόμος του 2006 για την ενδοοικογενειακή βία χρήζει αντικατάστασης από έναν νόμο που θα περιλαμβάνει όλα τα θέματα έμφυλης βίας. Μια σχετική νομοθετική επεξεργασία έχει γίνει, αλλά βρίσκεται στο συρτάρι και δεν έχει υποβληθεί για ψήφιση.

● Τα κακά νέα είναι η συντήρηση αν όχι ανάπτυξη της πορνείας και του τράφικινγκ, η διάδοσή τους σε μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας, η «επιλογή» της πορνείας ως λύσης βιοπορισμού από γυναίκες σε οικονομικά αδιέξοδα και η αδυναμία απεμπλοκής μεταναστριών που βρίσκονται σε συνθήκες τράφικινγκ λόγω των αδιεξόδων για βιοπορισμό, ακόμα και στις λίγες περιπτώσεις που συλλαμβάνονται οι μαστροποί. Ρόλο προαγωγής της πορνείας και του τράφικινγκ παίζουν ακόμα και τηλεοράσεις, που σε νυχτερινές ώρες βάζουν σχετικές διαφημίσεις χωρίς καμιά αντίδραση από πλευράς δικαστικών αρχών. Οι βάρβαρες διώξεις και διαρκείς συλλήψεις των οροθετικών γυναικών που κατηγορούνται για πορνεία εξακολουθούν, παρά την αθώωση των διαπομπευμένων γυναικών από τα δικαστήρια.

● Οι μετανάστριες πλήττονται ιδιαίτερα αυτή την περίοδο από την ανεργία, που συνοδεύεται από έλλειψη ιατροφαρμακευτικης περίθαλψης και ζουν στα όρια, έχοντας χάσει κυρίως τις δουλειές φύλαξης ηλικιωμένων και παιδιών που εξασφάλιζαν εισόδημα σε πολλές από αυτές. Τα θέματα της νομιμοποίησης είναι επείγοντα έως ακραία, ενώ αναστάληκε και η λειτουργία του νόμου για την ιθαγένεια των παιδιών. Εξαιτίας όλων αυτών των προβλημάτων, οι γυναικείες μεταναστευτικές οργανώσεις έχουν συμπιεστεί και δύσκολα μπορούν πλέον να λειτουργήσουν για να διεκδικήσουν τα στοιχειώδη.

● Στον τομέα του σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, οι συνθήκες σήμερα είναι πολύ αντιφατικές. Από τη μια πλευρά ένα τέτοιο θέμα βγαίνει ως αίτημα και διεκδίκηση για αναγνώριση και ισότιμη αποδοχή με ένταση στο δημόσιο χώρο από ένα σφριγηλό κίνημα, από την άλλη όμως, με την ανάπτυξη των συντηρητικών λογικών και προπαντός του φασιστικού φαινομένου, παρουσιάζεται μια «τεκμηριωμένη» αντίθεση, επιθετικότητα, έως και δολοφονικές επιθέσεις απέναντι στο κίνημα αυτό και τους ανθρώπους που δηλώνουν αντίστοιχες ταυτότητες. Στον τομέα της νομοθεσίας, επίσης, υπάρχουν θετικές αλλά όχι ικανοποιητικές εξελίξεις.

● Οι φυλακισμένες γυναίκες, εκτός από τις ακατάλληλες και συχνά βασανιστικές συνθήκες κράτησης, υφίστανται διακρίσεις επίσης. Στις φυλακές δεν έχουν δικαίωμα για μεροκάματα, όπως οι άνδρες στις αγροτικές φυλακές, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να μειώσουν τη διάρκεια φυλάκισης. Υπάρχουν πολλές φυλακισμένες μητέρες ανηλίκων χωρίς άλλο γονέα, οι οποίες είτε στερούνται τα παιδιά τους είτε τα έχουν μαζί τους στη φυλακή. Δεν υπήρξε μέχρι στιγμής ιδιαίτερη μέριμνα της πολιτείας για το ευαίσθητο αυτό ζήτημα. Επίσης κρατούνται πολλές γυναίκες με σοβαρές μολυσματικές ασθένειες, με κίνδυνο για τη ζωή των ιδίων ή των συγκρατουμένων τους, αναλόγως των ασθενειών.

● Οι αγρότισσες υφίστανται σοβαρές διακρίσεις λόγω φύλου, κυρίως με βάση τις κοινωνικές νοοτροπίες και το έλλειμμα ενημέρωσης σε θέματα δικαιωμάτων και έμφυλης βίας. Οι εκατοντάδες γυναικείοι συνεταιρισμοί ανά την επικράτεια που μέχρι πρόσφατα αποτελούσαν ανεξάρτητη επαγγελματική δραστηριότητα, πηγή εισοδήματος και χώρο δημιουργίας των γυναικών, αυτή τη στιγμή δέχονται τη φορολογική επιδρομή της κυβέρνησης, και αναφέρεται ότι θα δυσκολευθούν να επιβιώσουν. Εξάλλου οι αγρότισσες δέχτηκαν, όπως και οι άντρες τους, την επίθεση της κυβέρνησης για την ηλικία συνταξιοδότησης, που ανέβηκε στα 67 χρόνια.

● Οι γυναίκες ρομά εξακολουθούν να βρίσκονται στον δικό τους κόσμο, στο πλαίσιο των κοινοτήτων τους, με γκετοποίησή τους από πλευράς πολιτείας και έλλειμμα ενδιαφέροντος για εκπαιδευτικά, στεγαστικά και εργασιακά θέματα για το σύνολο των κοινοτήτων. Το φαινόμενο των πρώιμων και μερικές φορές αναγκαστικών γάμων, σε ηλικία κάτω της νόμιμης, δεν έχει απασχολήσει την πολιτεία και τις κοινωνικές υπηρεσίες. Μεγάλο πρόβλημα είναι η παιδική εργασία, ιδίως μικρών κοριτσιών.

● Αυξάνονται με αλματώδεις ρυθμούς οι περιθωριοποιημένοι πληθυσμοί, κυρίως στις πόλεις, άστεγες, ουσιοεξαρτημένες, οροθετικές ή φορείς άλλων μολυσματικών ασθενειών. Το φαινόμενο που παροξύνεται με την κρίση, δεν αντιμετωπίζεται με ενδιαφέρον από την πολιτεία, παρά μόνον από κάποιες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις με μικρές δυνατότητες. Δεν υπάρχουν ξενώνες για ουσιοεξαρτημένες και οροθετικές γυναίκες, με αποτέλεσμα πολλές από αυτές να ζουν και να πεθαίνουν στο δρόμο και σπάνια να έχουν δυνατότητα επανένταξης σε κάποια «κανονική» ζωή.

● Ένα άλλο διαχρονικό πρόβλημα ανισότητας των δύο φύλων στην Ελλάδα είναι η ισχύς του νόμου της Σαρία στην θράκη για τα οικογενειακά ζητήματα. Με βάση τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, η ανισότητα αυτή είναι θεσμοθετημένη γι’ αυτές και οι αποφάσεις των Ελληνικών δικαστηρίων δεν την αμφισβητούν, με μια στρεβλή ερμηνεία της έννοιας του σεβασμού της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας. Η Τουρκία έχει καταργήσει τον θρησκευτικό νόμο από το 1924 και η Θράκη παραμένει η μόνη περιοχή της Ευρώπης να ρυθμίζει τις οικογενειακές υποθέσεις έξω από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελλάδας.

● Επίσης διαχρονικό, το πρόβλημα του αβάτου για τις γυναίκες στο Άγιον Όρος, σε περιοχή μιας ανεξάρτητης και κυρίαρχης χώρας που στο Σύνταγμα και τους νόμους της κατοχυρώνονται, έστω και με ελλείμματα, η ισότητα των δύο φύλων. Η παράδοση των 1000 χρόνων με βάση την οποία απαγορεύεται η πρόσβαση των γυναικών στην περιοχή αυτή, πρέπει να τερματιστεί.

● Τέλος, η παρουσία των γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων των θεσμών, κοινωνικών κινημάτων, πολιτικών κομμάτων, οργανισμών, επιχειρήσεων, προχωρά με πολύ αργότερα βήματα απ’ ότι η συμμετοχή των γυναικών στα κοινωνικά δρώμενα κάθε είδους. Η θεσμοθέτηση ενός τρίτου γυναικών σε υπηρεσιακά συμβούλια είναι ένα θετικό βήμα και μια σταγόνα δικαιοσύνης για τις εργαζόμενες γυναίκες, αφορά όμως μικρούς πληθυσμούς. Στη Βουλή υπάρχουν 60 γυναίκες, δηλαδή μόλις 20%, ενώ στην κυβέρνηση υπάρχει μόνο μια υπουργός.

Η παραπάνω συνοπτική καταγραφή βασικών τομέων της ζωής των γυναικών γίνεται με στόχο την εγρήγορση για θέματα γυναικείων δικαιωμάτων και ενδεχομένως την αντιμετώπισή τους από μια κυβέρνηση της αριστεράς που οφείλει να τα εντάξει στις προτεραιότητές της. Όπως λέμε, η ισότητα των δύο φύλων και τα γυναικεία δικαιώματα δεν είναι πολυτέλεια για να ασχολούμαστε με αυτά όταν έχουμε λύσει όλα τα άλλα, είναι βασικές ανάγκες του πληθυσμού και μέτρο πολιτισμού μιας κοινωνίας. Και ο αγώνας για αυτές τις ιδέες, είναι και γενικότερος προοδευτικός και αντιφασιστικός αγώνας.

 

 

Share

Σαρία: Το μονοπάτι που οδηγεί στο… Μεσαίωνα

της Ευαγγελίας Κιρκινέ

21.5.2007 «Ιερονομική άδεια γάμου παρθένος»

 «Η παρούσα είναι ιερονομική άδεια με την οποία βεβαιώνεται ότι η Μ…., παρθένος….δεν έχει κανένα νομικό ή ιερονομικό κώλυμα για να τελέσει το γάμο της μετά του Ο….Η εμπρόθεσμη δωρεά αιτήσεως λύσεως γάμου μόνον 61 χρυσές λύρες»[1]

Όχι, το απόσπασμα αυτό δεν είναι από κάποια οπισθοδρομική Σαουδική Αραβία ή από το Πακιστάν. Είναι από την Ελλάδα και πιθανώς δεν υπάρχει άλλη επίσημη πράξη στην ελληνική επικράτεια που να έρχεται σε τέτοια κατάφωρη αντίθεση με το Ελληνικό Σύνταγμα , άρθρο 4, παράγ. 1 και το οποίο ορίζει ότι «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις». Στη Θράκη όμως εφαρμόζεται η σαρία (το μονοπάτι που οδηγεί στην πηγή), το εθιμικό ισλαμικό δίκαιο,  η οποία συνιστά την απόλυτη έκφραση της θεσμοποιημένης έμφυλης ανισότητας. Με την εφαρμογή του αναχρονιστικού αυτού νομικού απολιθώματος συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα  γυναικών και παιδιών παραβιάζονται, ισονομία και ισοπολιτεία καταστρατηγούνται, διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις καταπατούνται.

Αυτό το φονταμενταλιστικό νομικό κατάλοιπο που λέγεται σαρία  δεν βρίσκει εφαρμογή σε κανένα από τα 27κράτη μέλη της ΕΕ, σε κανένα από τα 46 του Συμβουλίου της Ευρώπης ούτε στις χώρες εκείνες που σχηματίστηκαν από τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στις οποίες ζουν συμπαγείς μουσουλμανικοί πληθυσμοί ούτε βέβαια και στην Τουρκία όπου έχει καταργηθεί από το 1926. Εννοείται ότι σε κανένα άλλο κοσμικό (!) κράτος της Ευρώπης δεν υπάρχει περίπτωση να επιτραπεί η υποκατάσταση του αστικού του κώδικα, του κοσμικού της δικαίου, από τον Ιερό νόμο οποιασδήποτε θρησκείας[2]. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει και καμία χώρα που να επιτρέπει την άσκηση δικαστικής εξουσίας από ένα θρησκευτικό λειτουργό (χωρίς νομικές γνώσεις), το Μουφτή. Υποστηρίζεται ότι η Ελλάδα δεσμεύεται από τη Συνθήκη της Λωζάνης ως προς την εφαρμογή της σαρία ή την αναγνώριση του μουφτή ως ιεροδίκη, έγκριτοι νομικοί όμως υποστηρίζουν ότι κάτι τέτοιο δεν  ευσταθεί. Πουθενά η Συνθήκη δεν περιέχει τέτοια ρητή δέσμευση. Σύμφωνα με το άρθρο 42, η Ελλάδα οφείλει να σέβεται τα έθιμα της μειονότητας ως προς τις οικογενειακές υποθέσεις των μελών της[3] χωρίς να ορίζονται οι τρόποι με τους οποίους αυτό θα εφαρμοστεί.

Η σαρία ρυθμίζει μία σειρά ζητημάτων που αφορούν οικογενειακές και κληρονομικές υποθέσεις και την δικαιοδοσία  επί των θεμάτων αυτών την ασκεί ο μουφτής. Υποτίθεται δε ότι οι αποφάσεις του μουφτή ελέγχονται ως προς τη συνταγματικότητά τους από το Πρωτοδικείο. Σχετική έρευνα όμως αποκαλύπτει ότι σε ένα σύνολο χιλιάδων αποφάσεων των δύο τελευταίων δεκαετιών μόνο μία (!) κρίθηκε αντισυνταγματική επί της ουσίας[4] ενώ πλήθος άλλων παραβίαζαν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Ας δούμε όμως τι προβλέπει η σαρία για τα ζητήματα τα οποία ρυθμίζει και γιατί η εφαρμογή της συνιστά καταπάτηση συνταγματικών διατάξεων και διεθνών υποχρεώσεων της χώρας μας. Και η καταπάτηση αυτή συντελείται εν έτει 2014 σ΄ένα ευρωπαϊκό κράτος!

Η σαρία ορίζει σχετικά με το γάμο μουσουλμάνων

  • ο άνδρας μουσουλμάνος δικαιούται να παντρευτεί μη μουσουλμάνα, ενώ η γυναίκα όχι
  • επιτρέπεται καταρχήν η πολυγαμία για τον άντρα (πλέον μόνον «όταν συντρέχουν ειδικοί λόγοι»)
  • το δικαίωμα στο χωρισμό ασκείται μόνο από τον άντρα. Η γυναίκα μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις έχει δικαίωμα να ζητήσει διαζύγιο (σχιζοφρένεια, στειρότητα, εγκατάλειψη)
  • ο άντρας πληρώνει ένα ποσό για τη νύφη “ως εγγύηση” το οποίο και επιστρέφει αν τη χωρίσει
  • μέχρι το 2002 επιτρεπόταν οι γάμοι δια αντιπροσώπων
  • επιτρέπονται οι γάμοι ανηλίκων (από 12 ετών)
  • η επιμέλεια των παιδιών ρυθμίζεται αυτόματα και όταν το αγόρι γίνει 7 και το κορίτσι 9 αυτή περνάει από τη μητέρα στον πατέρα και τον παππού από την πλευρά του πατέρα. Αν η μητέρα θεωρηθεί υπεύθυνη για τη διάλυση του γάμου, τότε η επιμέλεια των παιδιών περνάει κατευθείαν στον πατέρα (ή στη μητέρα του πατέρα). Αν ξαναπαντρευτεί, η μητέρα χάνει την επιμέλεια των παιδιών της οριστικά.
  • στην κληρονομιά, οι γιοι λαμβάνουν το διπλάσιο μερίδιο από τις αδερφές τους και η σύζυγος παίρνει μόνο το 1/8. Όταν υπάρχουν μόνο κόρες κληρονόμοι τότε συμμετέχουν στη νομή της κληρονομιάς άνδρες συγγενείς, ενώ αν δεν υπάρχουν καθόλου παιδιά  και ο πατέρας του αποθανόντος είναι εν ζωή, αυτός θα πάρει τα 3/4 της κληρονομιάς, περιορίζοντας το μερίδιο της συζύγου στο 1/4.

Είναι προφανές ότι οι ρυθμίσεις αυτές παραβιάζουν τα διεθνώς κατοχυρωμένα θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών και των παιδιών. Επιπλέον να επισημανθεί ότι κατά την εκδίκαση των υποθέσεων από το μουφτή δεν θεωρείται απαραίτητη η παρουσία των διαδίκων (συνήθως των γυναικών) έτσι πολλές αποφάσεις παίρνονται χωρίς τη συμμετοχή των γυναικών στη διαδικασία, επομένως χωρίς να έχουν δικαίωμα αντίλογου και δυνατότητα πρόσβασης στην απόφαση διότι αυτή  δημοσιεύεται στην Οθωμανική γλώσσα η οποία είναι άγνωστη για όλους/ες. Το δικαίωμα για μια δίκαιη δίκη καταστρατηγείται και αυτό μαζί με τα δικαιώματα στην ισονομία και την ισοπολιτεία.

Φεμινιστικές οργανώσεις και ελάχιστοι πολιτικοί χώροι[5] έχουν θέσει μετ’ επιτάσεως το ζήτημα της κατάργησης του θεοκρατικού αυτού νομικού καταλοίπου αλλά η έκκληση αυτή γίνεται “εις ώτα μη ακουόντων”. Τόσο η πολιτεία όσο και η συντηρητική ελίτ ης μειονότητας  για διαφορετικούς λόγους η κάθε πλευρά (με κοινή όμως στόχευση τον έλεγχο και τη χειραγώγηση του μειονοτικού πληθυσμού) συντηρούν αυτό το καθεστώς εντείνοντας την περιθωριοποίηση και τη γκετοποίηση της κοινότητας  και νομιμοποιώντας  την παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δύο είναι τα κεντρικά επιχειρήματα υπέρ της εφαρμογής της σαρία (πέρα από τη Συνθήκη της Λωζάνης) τα οποία όμως συχνά αναιρούνται από τους ίδιους τους φορείς τους. Το πρώτο σχετίζεται με την άποψη ότι η σαρία συνιστά έκφραση του σεβασμού του πολιτισμού και της παράδοσης της μειονότητας και το δεύτερο ότι τα μέλη της μειονότητας έχουν την επιλογή να προσφύγουν στα αστικά δικαστήρια για τις υποθέσεις τους εφόσον το επιθυμούν. Το πόσο προσχηματικός και υποκριτικός είναι ο λόγος περί σεβασμού του πολιτισμού της μειονότητας και πόσο ψευδεπίγραφη η  δυνατότητα επιλογής των αστικών δικαστηρίων το αποδεικνύουν με τον πιο γλαφυρό τρόπο τόσο η ίδια η πολιτεία και οι παράγοντές της όσο και η δικαιοσύνη με τις αποφάσεις της. Πιο συγκεκριμένα πριν λίγες ημέρες αποφασίστηκε από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, μετά από πρόταση των μουφτήδων, η κωδικοποίηση και μετάφραση της σαρία στα ελληνικά και στα αραβικά προς διευκόλυνση του δικαιοδοτικού έργου των ιεροδικών[6]. Η κίνηση αυτή, η οποία σαφώς ενισχύει και στηρίζει πολιτικά το καθεστώς της εφαρμογής του ισλαμικού νόμου στη Θράκη, παρουσιάστηκε από το υπουργείο και από τα ΜΜΕ ως μία εκσυγχρονιστική πρωτοβουλία στο πλαίσιο του σεβασμού των δικαιωμάτων της μειονότητας. Παράγοντας όμως του ίδιου υπουργείου, και συγκεκριμένα ο Γενικός Γραμματέας Θρησκευμάτων του υπουργείου Παιδείας Γιώργος Καλαντζής, τον περασμένο Νοέμβριο στο συνέδριο «Η Συνθήκη της Λωζάνης 90 χρόνια μετά: οι μειονοτικές ρυθμίσεις» που διοργανώθηκε στην Κομοτηνή από το ΕΛΙΑΜΕΠ και το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης των Παιδιών της Μουσουλμανικής Μειονότητας στη Θράκη απαίτησε, εκβιάζοντας με την αποχώρησή του, από ομιλητή της μειονότητας να κάνει την εισήγησή του στα ελληνικά και όχι  στη μητρική του γλώσσα, τα τουρκικά, πράγμα  το οποίο δυστυχώς δέχθηκε η οργανωτική επιτροπή[7]. Είναι λοιπόν παραπάνω από εμφανής η επιλεκτική έκφραση του «σεβασμού» στα δικαιώματα της μειονότητας η οποία εξαρτάται από το εκάστοτε  πολιτικό διακύβευμα. Αντίστοιχα και ό,τι αφορά το δεύτερο επιχείρημα περί δυνατότητας επιλογής της μειονότητας για προσφυγή στα αστικά δικαστήρια έρχεται ο ίδιος ο Άρειος Πάγος με απόφασή του να ακυρώσει επί της ουσίας την όποια τυπική ισχύ αυτού του δικαιώματος. Πιο συγκεκριμένα,  τον περασμένο Νοέμβριο ο Άρειος Πάγος για υπόθεση μέλους της μειονότητας, το οποίο είχε επιλέξει να συντάξει δημόσια διαθήκη σύμφωνα με το δικαίωμά του το οποίο απορρέει από το ελληνικό αστικό δίκαιο, αποφάνθηκε ότι ως μειονοτικός οι υποθέσεις του διέπονται από και πρέπει να ρυθμιστούν σύμφωνα με  τις αρχές της σαρία[8]. Άρα η δημόσια διαθήκη του ακυρώνεται από το ανώτερο δικαστήριο του «κοσμικού» μας κράτους και παρακάμπτεται με τον πιο προκλητικό -για μια δημοκρατία- τρόπο η βούληση και η επιθυμία μέλους της μειονότητας στον πολιτισμό της οποίας υποτίθεται μέσω της σαρία αποδίδεται σεβασμός. Δε μιλάμε λοιπόν για επιλογή αλλά για ξεκάθαρη επιβολή και μάλιστα με δικαστική επικύρωση. Τα νεώτερα για την υπόθεση (ακόμη μία καταδίκη για την Ελλάδα μάλλον) θα τα μάθουμε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) όπου προσέφυγε φυσικά η σύζυγος του θανόντος. Και όλα αυτά δεν συμβαίνουν στα χρόνια και στους τόπους του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς αλλά στην Ευρώπη του 2014 η οποία Ευρώπη νίπτει τα χείρας της και πετάει το μπαλάκι στην ελληνική κυβέρνηση. Η απροθυμία της ελληνικής πολιτείας  να εφαρμόσει ενιαίο δίκαιο για όλους/ες τους/τις πολίτες/ιδες της και να προασπίσει τα δικαιώματα γυναικών και παιδιών, να πράξει δηλαδή το αυτονόητο για ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος, συνιστά άλλη μια πηγή αισχύνης  για τον πολιτισμό και την (παραπαίουσα  έτσι κι αλλιώς) δημοκρατία μας.

 


[4] Κτιστάκις Γιάννης, 2006, «Ιερός Νόμος του Ισλάμ και μουσουλμάνοι έλληνες πολίτες. Μεταξύ κοινοτισμού και φιλελευθερισμού», Εκδόσεις Σάκκουλα: Αθήνα-Θεσσαλονίκη

Share

Νέες αφετηρίες

της Ρένας Δούρου *

Έχει γραφτεί και ξαναγραφτεί η διαπίστωση ότι οι γυναίκες είναι τα πολλαπλά θύματα της οικονομικής κρίσης. Θύματα σε όλα τα επίπεδα – πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό.

Στο πολιτικό επίπεδο, ο ευτελισμός του πολιτικού λόγου πλήττει πρώτα καίρια και κύρια τις γυναίκες. Και μάλιστα εκείνες που εκτίθενται περισσότερο, με τη διεκδίκηση αλλαγών χειραφέτησης μέσα από συλλογικές δράσεις. Τις εργαζόμενες, τις νέες, τις άνεργες, τις μητέρες των μονογονεϊκών οικογενειών, τις αγρότισσες, τις συνταξιούχες, όλες όσες «δεν κάθονται στα αυγά τους» και διεκδικούν ισότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, Δημοκρατία. Και ούτε βέβαια είναι τυχαίο ότι η ραγδαία συρρίκνωση της τελευταίας συνεπάγεται την επιστροφή, λιγότερο ή περισσότερο κεκαλυμμένης, της πατριαρχίας.

Κάνουν έτσι ξανά την εμφάνισή τους στερεότυπα που έχουν να κάνουν με τη θέση της γυναίκας και την επιστροφή της στην «εστία», εκεί όπου «ανήκει», προκειμένου να ασχολείται με όσα «ταιριάζουν» στη γυναικεία φύση: την οικογένεια, την ανατροφή των παιδιών, κοκ. Με τον τρόπο αυτό, υποστηρίζεται εμμέσως πλην σαφώς, η αγορά εργασίας θα ανοίξει για τους άνδρες ανέργους… Όλα τα παραπάνω στέλνουν ένα μήνυμα: εκείνο της συντηρητικοποίησης των κοινωνιών, μέσα από την «παρότρυνση» προς τις γυναίκες να υιοθετήσουν παρωχημένα πρότυπα, εγκαταλείποντας δικαιώματα που κατακτήθηκαν ύστερα από πολυετείς αγώνες. Το παράδειγμα της Ισπανίας με την αυστηροποίηση και ουσιαστικά κατάργηση του δικαιώματος των αμβλώσεων, είναι χαρακτηριστικό.

Μπροστά σε αυτή την επιθετική συντηρητικοποίηση που επιχειρεί ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός, προκειμένου να επιβιώσει, χρειάζεται συσπείρωση, συλλογική δράση και συνειδητοποίηση ότι τα γυναικεία δικαιώματα δεν είναι πολυτέλεια αλλά η απαραίτητη προϋπόθεση εξόδου από την κρίση χωρίς εκπτώσεις στα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα.

Χρειάζεται να συνειδητοποιήσουν οι πάντες την ανάγκη για περισσότερη γυναικεία χειραφέτηση. Για περισσότερη συμμετοχή των γυναικών στα κοινά και στη διαμόρφωση του δημόσιου λόγου.

Όχι γιατί δήθεν ο γυναικείος λόγος και η γυναικεία παρέμβαση είναι πιο «τρυφεροί» ή «πιο ανθρώπινοι» (sic). Αλλά γιατί σήμερα, η υπέρβαση μιας κρίσης, που πλέον είναι κρίση Δημοκρατίας, με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης, ισότητας και αλληλεγγύης, απαιτεί, ως ασφαλιστική δικλείδα, την προστασία και την εμβάθυνση των δικαιωμάτων των γυναικών, εκείνων των lgbt, των μεταναστών, και όλων των κοινωνικών ομάδων, που υφίστανται ποικίλες μορφές καταπίεσης.

Ένα τέτοιο πρόταγμα συνεπάγεται, πρακτικά, μεγαλύτερη συμμετοχή γυναικών με λόγο χειραφέτησης και ρήξης απέναντι στα βαθιά ριζωμένα στερεότυπα της «καλής μητέρας, συζύγου, αδελφής», σε όλες τις βαθμίδες της εξουσίας και των κέντρων λήψης των αποφάσεων. Οι εκλογικές μάχες που έχουμε μπροστά μας – ευρωεκλογές, αυτοδιοικητικές εκλογές – και η συμμετοχή σε αριστερά ψηφοδέλτια, μπορεί να είναι πεδία για νέες αφετηρίες αγώνα για τα δικαιώματα των γυναικών. Για την ισότητα και την ελευθερία. Γιατί όπως είπε και ένας σπουδαίος, στην πράξη φεμινιστής, ο Νέλσον Μαντέλα το 1994: «η ελευθερία δεν μπορεί να επιτευχθεί εκτός κι αν οι γυναίκες έχουν χειραφετηθεί από όλες τις μορφές καταπίεσης».

* Η Ρ. Δούρου είναι βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ στη Β’ Αθήνας και υποψήφια για την Περιφέρεια Αττικής.

 

Share
Page 5 of 11« First...34567...10...Last »