Subscribe via RSS Feed

Category: Μορφές Συμβίωσης

Προς υπεράσπιση της καθημερινότητας

2-mariw

της Μαρίας Χαϊδοπούλου-Βρυχέα

Ι. Ο «καναπές»

Έχουν γραφτεί αρκετά άρθρα τα τελευταία χρόνια με επικριτική διάθεση για τον κόσμο που δεν κινητοποιείται, που υποφέρει και «δεν κάνει τίποτα». Σε γενικές γραμμές όλοι συμφωνούν, ακόμα κι αυτοί που το κάνουν («καλά να πάθουμε ….»). Αλλά μήπως πρέπει να δούμε τελικά τι κάνει ο κόσμος; Μήπως η απλή φράση «κάθονται στον καναπέ τους» υποτιμάει βαθύτατα αυτό που ζούμε στο τώρα;

Τα χρόνια της κρίσης έχουν προκαλέσει ριζικές αλλαγές στην καθημερινότητα, κάποιες από τις οποίες έχουν συζητηθεί πολύ, κάποιες άλλες όχι και τόσο. Στις τελευταίες συγκαταλέγεται και το βίωμα του «κάθε μέρα» ως συνόλου δυσκολιών που απαιτούν επίλυση. (Είναι η άλλη όψη της κατάρρευσης των δημόσιων υπηρεσιών, του συστήματος υγείας και γενικά του κράτους πρόνοιας…) Το «εδώ και τώρα» (προσωπικό, οικογενειακό, φιλικό, επαγγελματικό) απαιτεί επεκτατικά χρόνο και χώρο. Το «κάθε μέρα» απαιτεί πλέον πολλή ενέργεια και εργασία (όχι απαραίτητα αναγνωρισμένη ως τέτοια).

Σωρεία πληροφοριών προς επεξεργασία, αγωνία για το αύριο, προβλήματα που προκύπτουν ξαφνικά, αλλαγές προγραμματισμού, να μην ξεχάσω να πληρώσω το λογαριασμό, τα παιδιά, η μόνη μητέρα, η άρρωστη φίλη… έγνοιες και «δουλειές» δημιουργούν μια αίσθηση πνιξίματος και, κυρίως, βάρους. Αυτοί που υποστηρίζουν ότι «μας ψεκάζουν», πέρα από τη σχεδόν μεταφυσική εξήγηση που παραθέτουν, αναγνωρίζουν τη κυριαρχία ενός συλλογικού βιώματος συνεχούς θολούρας στον εγκέφαλο. Η συγκέντρωση έχει γίνει δύσκολη, και οι διαφόρων τύπων δουλειές πιο κουραστικές και χρονοβόρες.

Πάνε χρόνια τώρα που το «κάθε μέρα» βαραίνει, αθροιστικά. Γιατί το «κάθε μέρα» απαιτεί άπειρες και συνεχείς κινητοποιήσεις, ατομικές και συλλογικές. Κινητοποιήσεις ορατές, στους δρόμους, στις πορείες, σε συζητήσεις, σε δράσεις, διαμαρτυρίες. Και κινητοποιήσεις αόρατες, καθώς δεν καταγράφονται οι αυτοκτονίες που αποτράπηκαν, οι άρρωστοι που υποφέρουν λίγο λιγότερο, δεν καταμετρούνται οι τρόποι που χιλιάδες άτομα και δίκτυα, κινούνται καθημερινά για να είμαστε λίγο καλύτερα: πρόκειται για χρόνο και χώρο που διατίθενται σε κάποιους άλλους, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, οργανωμένα ή άτυπα, για να γίνει πιο υποφερτό το «κάθε μέρα» όλων μας, για να είμαστε λιγότερο θλιμμένοι και θλιμμένες.

Σ’ αυτή τη δύσκολη καθημερινότητα ο καναπές γίνεται απαραίτητος για να ανακτήσουμε δυνάμεις, για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αυτό το βαρύ «κάθε μέρα». Οι άνθρωποι δεν είναι μηχανές, και όταν τα σώματα και τα πνεύματα καταρρέουν ζητούμενο δεν μπορεί παρά να είναι η ανάπαυλα. Πέρα από την ξεκούραση και το άδειασμα του μυαλού, ο καναπές μπορεί να είναι και ο χρόνος και ο χώρος της επαφής και της περισυλλογής. Μπορεί να είναι ο χρόνος και ο χώρος που μιλάς με την οικογένειά σου και βλέπεις τα παιδιά σου, μπορεί να είναι η ώρα του γέλιου και της χαλάρωσης με φίλους. Ο καναπές μπορεί να είναι χρόνος πολιτικής κριτικής, χλευασμού και απαξίωσης των δελτίων ειδήσεων. Επίσης, ο καναπές μπορεί να είναι ο χρόνος που ενημερωνόμαστε, διαβάζουμε, σκεφτόμαστε για το σήμερα και το αύριο, ή που μιλάμε, συζητάμε και ανταλλάσσουμε απόψεις.

Ο καναπές, ένας καφές, μια γιορτή, ένα γέλιο μπορεί να είναι το κομμάτι του χρόνου και του χώρου που ξεκλέβουμε και επανοικειοποιούμαστε, σηματοδοτώντας μια παύση από το χρόνο που μας επέβαλλαν, μια μικρή παύση σε μια καθημερινότητα συνεχούς άγχους για το αύριο. Αυτοί οι χρόνοι και χώροι μπορεί να είναι αναγκαίοι για να επεξεργαστούμε το «εδώ και τώρα», να πάρουμε μια ανάσα για να δούμε πιο καθαρά όλα τα τραγικά που μας περιτριγυρίζουν. Αυτοί οι χρόνοι μπορεί να αποτελούν μικρά, καθημερινά «ως εδώ», να είναι μέρος μιας άρνησης στο εδώ και τώρα της επιβολής ενός καθεστώτος εξαίρεσης. Γι’ αυτό ας μην τα απαξιώνουμε τόσο, ας μην απαξιώνουμε τις ανάσες, τους αργούς χρόνους και αυτά που μπορεί να φέρουν.

ΙΙ. Ο αργός χρόνος των πολλών

Η αντιπαράθεση μεταξύ αγορών και πολιτικής («οι πολιτικές αποφάσεις καθυστερούν… οι αγορές δεν μπορούν να περιμένουν….»), αφορά μια σύγκρουση για τον χρόνο, γι’ αυτό η μάχη είναι εξαρχής άνιση. Ο χρόνος των αγορών είναι ομοιόμορφος και κενός· όσο πιο σύντομος συνήθως τόσο πιο επικερδής. Η πολιτική, αντίθετα, όσο πιο ανοικτή και συμμετοχική τόσο πιο χρονοβόρα. Οι διαβουλεύσεις (χωρίς εισαγωγικά) χρειάζονται χρόνο όχι μόνο για να εκθέσουμε ό,τι εμείς έχουμε σκεφτεί, αλλά και για να ακούσουμε αυτά που ενδιαφέρουν τον άλλον ή την άλλη να πει. Και μετά να το ξανασκεφτούμε και να το ξανασυζητήσουμε. Ναι, ο διάλογος και η δημοκρατία χρειάζονται χρόνο, στοιχείο ιδιαίτερα προβληματικό όταν εμποδίζει τις αγορές να τρέχουν ακόμα πιο γρήγορα.

Αν «ο χρόνος είναι χρήμα» τότε η συνεχής εντατικοποίηση, η συμπίεση των χρόνων, η μείωση της σημασίας του χώρου είναι ο μόνη δυνατή επιλογή, ο μόνος πιθανός δρόμος. Στην καθημερινότητα, όμως, η οικονομίστικη αντίληψη του χρόνου συγκρούεται με τον χρόνο (και τον χώρο) ως βίωμα, με τους ρυθμούς του σώματος, με συλλογικές ανάγκες που δεν κρίνονται αρκετά παραγωγικές ή λειτουργικές από το οικονομικό σύστημα. Μ’ αυτή την έννοια τα μέτρα που επιβάλλονται στοχεύουν να αναγκάσουν τους «τεμπέληδες του Νότου» να πειθαρχήσουν στον εντατικοποιημένο ρυθμό των αγορών, και άρα να τυποποιήσουν περισσότερο τον χρόνο και τον χώρο (τους) ώστε να μπορούν να γίνουν περισσότερο εκμεταλλεύσιμοι κι επικερδείς. Γι’ αυτό οι επενδύσεις φαστ τρακ έρχονται ως απάντηση στα κινήματα που υπερασπίζονται τον βιωμένο χώρο, της γειτονιάς, ενός πάρκου, ενός δάσους, μιας περιοχής.

Στην καθημερινότητα συντελείται μεγάλο μέρος της πολιτικής επαφής, ζύμωσης, ώσμωσης και διαπραγμάτευσης: στο καφενείο, στο δρόμο, στο τρόλεϊ, στο ψιλικατζίδικο, στα κοινωνικά δίκτυα, στη λαϊκή, στη γειτονιά, στη δουλειά… Και η κοινωνία σήμερα μπορεί να φαίνεται μουδιασμένη, αλλά μιλάει γι’ αυτό, στην καθημερινότητά της μιλάει για την πολιτική, για τα διεθνή και εγχώρια οικονομικά, για το σήμερα και το αύριο. Και ενημερώνεται, και ακούει, και σκέφτεται, και συζητάει. Κι αυτό είναι καλό αλλά, δυστυχώς, χρειάζεται χρόνο, χρόνο «αργό».

Το σύνθημα «οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη», εκτός των άλλων, σημαίνει την υπεράσπιση των διαφορετικών χρόνων και χώρων των πολλών ενάντια στον ομοιόμορφο κενό χρόνο και χώρο του κεφαλαίου. Ο χρόνος των πολλών είναι αργός γιατί περιλαμβάνει πολλούς διαφορετικούς χρόνους, τόπους και ρυθμούς, πολλές διαφορετικές ανάγκες. Η απαξίωση του «αργού», άχρηστου, χρόνου αποτελεί συστατικό χαρακτηριστικό του κυρίαρχου συστήματος, ακριβώς γιατί μπορεί να συμπεριλάβει όλους και όλες και όχι μόνο τους λίγους και πιο «γρήγορους».

ΙΙΙ. «Καλά, και πώς ζείτε;»

Πριν αρκετό καιρό, σε μια κουβέντα με φίλους από το εξωτερικό, κι αφού είχα σκιαγραφήσει με μελανά χρώματα την κατάσταση στην Ελλάδα, την ανεργία, τις μειώσεις στους μισθούς, τους αβάστακτους φόρους, τον παραλογισμό, ήρθε η ερώτηση: «Καλά, και πώς ζείτε;». Μα, θα μου πείτε: «Δεν ζούμε, προσπαθούμε να επιβιώσουμε». Ναι, ακόμα κι έτσι. (Προφανώς και οι κυβερνώσες ελίτ τα ίδια σκέφτονται, για άλλους βέβαια λόγους.)

Και δεν είναι μόνο το πώς ζούμε, αλλά και το πώς δεν έχουμε σφαχτεί μεταξύ μας, για λίγο φαγητό, για μια δουλειά, για μια ιδέα που υπόσχεται κάτι λίγο καλύτερο, τουλάχιστον σε εμάς. Θα μου πείτε: Ε, ψιλοσφαζόμαστε. Ναι, συμφωνώ, αλλά θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερα. Ακόμα και η εγκληματικότητα και η βία, δεδομένων των συνθηκών και της φτώχειας, θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερες.

Επιβιώνουμε λοιπόν και δεν έχουμε αλληλοσφαχτεί (τουλάχιστον ακόμα), χάρις στην αυτοοργάνωσή μας, χάρις στα δίκτυα στήριξης κι αλληλεγγύης, οικογενειακά, φιλικά, συλλογικά, οργανωμένα ή άτυπα. Από τις νοικοκυρές που αφήνουν φαγητό στους σκουπιδοντενεκέδες, μέχρι το Μητροπολιτικό Ιατρείο του Ελληνικού, χιλιάδες άνθρωποι με διαφορετικούς τρόπους έχουν συμβάλει ώστε αυτή η κοινωνία να μην κατασπαράξει τις σάρκες της, κυριολεκτικά.

Το γεγονός ότι η αυτοοργάνωση και η αλληλεγγύη στην καθημερινότητα μπορούν να εμφανιστούν άτυπα δεν μειώνει το γεγονός ότι οι αξίες αυτές ισχυροποιούνται μέσα από ποικίλες πρακτικές. Η προσέγγιση του «άλλου» στην πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι ανοικτή και χωρίς διακρίσεις. Και πιθανώς αυτές οι πρακτικές να ενισχύονται γιατί στηρίζονται σε στοιχεία μιας σύνθετης πολιτισμικής παράδοσης που περιλαμβάνει θετικές μνήμες επαφής με το διαφορετικό και πολλές φορές επιβάλει την αλληλοβοήθεια.Και σίγουρα αυτές οι πρακτικές ισχυροποιούνται στο σήμερα γιατί έχουν προηγηθεί δύο τουλάχιστον δεκαετίες έντονων κινηματικών ζυμώσεων, δράσεων, συζητήσεων, επαφών με το εξωτερικό και στο εσωτερικό. Αυτοί οι χρόνοι και χώροι, οι πρακτικές και τα βιώματα που γέννησαν, τα μικρά λιθαράκια, είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την οικοδόμηση μιας καλύτερης, δικαιότερης, κοινωνίας. Γιατί το αύριο, όποιο κι αν είναι, καθορίζεται από τις αξίες που ενισχύονται στο σήμερα.

Γι’ αυτό νομίζω ότι θα έπρεπε να χαιρόμαστε περισσότερο για τα τόσα πολλά, μικρά και μεγάλα, παραδείγματα (ή αλλιώς χρόνους και χώρους) αντίδρασης, αυτοοργάνωσης και αλληλεγγύης, για όσα έχουν συμβεί και συμβαίνουν μέσα στην καθημερινότητά μας, για τις εμπειρίες που την μπολιάζουν: για τις καθαρίστριες, για το πείραμα της ανοιχτής ΕΡΤ, για τα αυτοοργανωμένα εγχειρήματα, για τις τόσες συζητήσεις που γίνονται, για αυτά που μας έμαθε το Σύνταγμα, για τους/τις διοικητικούς, τους/τις εκπαιδευτικούς, τους/τις γιατρούς και τους/τις χιλιάδες δημόσιους υπαλλήλους που προσπαθούνε να διορθώσουν τις αδικίες του συστήματος, για αυτές και αυτούς που αντέχουν και ξημεροβραδιάζονται στους δρόμους και στις συναντήσεις, για όσους συντρέχουν στις καραβιές των μεταναστών, για όσες αφήνουν φαγητό και ρούχα δίπλα στους κάδους…

Όλα αυτά να τα αναγνωρίζουμε. Αν δεν υπήρχαν, θα έπρεπε όντως να μεταναστεύσουμε, να πάμε στους φαντασιακούς εκείνους τόπους, που-πάντα-όλα-είναι-καλύτερα-από-δω. Και ναι, προφανώς αυτή είναι μια αισιόδοξη άποψη, αλλά είναι από θέση αισιόδοξη. Αν δεν βλέπουμε στο σήμερα κομμάτια και όψεις του κόσμου που οραματιζόμαστε, μαζί με τις αδυναμίες του/μας, το αύριο δεν θα το δούμε ποτέ.

Η Μαρία Χαϊδοπούλου Βρυχέα είναι δρ πολιτισμικής γεωγραφίας. Από τις εκδόσεις νήσος κυκλοφορεί το βιβλίο της «Για τη σημασία της καθημερινότητας».

Πηγή: ενθέματα

 

Share

“Αντίστροφος σεξισμός” α λα γαλλικά

της 50ft queenie

**ΠΡΟΣΟΧΗ! Στο κείμενο γίνεται αναφορά σε σεξουαλική βία.**

Εδώ και κάποιες μέρες βλέπω ν’ αναπαράγεται σε διάφορες μεριές του ίντερνετ ένα γαλλικό δεκάλεπτο φιλμάκι με τίτλο Καταπιεσμένη πλειοψηφία. Οι δημιουργοί κάνουν μια προσπάθεια να “μεταφράσουν” την καταπίεση που δέχονται οι γυναίκες σε ένα φανταστικό σενάριο όπου ο κεντρικός χαρακτήρας είναι άντρας και μέσα στα δέκα λεπτά διάρκειας του φιλμ, ο πρωταγωνιστής υφίσταται σεξουαλική επίθεση, πειράγματα στον δρόμο κ.ο.κ.

Είχα πολλές ενστάσεις:

1. Σεξουαλική βία κατά των αντρών

Στα μισά περίπου του φιλμ, ο πρωταγωνιστής δέχεται επίθεση από κάποιες γυναίκες οι οποίες τον κακοποιούν σεξουαλικά. Αργότερα τον βλέπουμε στο αστυνομικό τμήμα όπου αντιμετωπίζεται ως ψεύτης και φταίχτης για την επίθεση αυτή.

Το κύριο πρόβλημά μου είναι πως αυτό είναι ένα σενάριο που πραγματικά συμβαίνει. Υπάρχουν πολλοί άντρες (και νεαρά αγόρια) που υφίστανται σεξουαλική κακοποίηση (στατιστικά από άτομα του οικείου τους περιβάλλοντος και όχι άγνωστες στον δρόμο -το ίδιο ισχύει και για τις γυναίκες) και αντιμετωπίζονται από την πατριαρχική μας κοινωνία όχι ως θύματα που τους αξίζει σεβασμός και υποστήριξη, αλλά ως ψεύτες και φταίχτες. Κι αυτό γιατί τα ίδια τα πατριαρχικά στερεότυπα που φτιάχνουν την κουλτούρα βιασμού μέσα στην οποία ζούμε, είναι και υπεύθυνα για τη θέαση των αντρών ως άτομα που δεν μπορούν να υποστούν σεξουαλική βία, παρά μόνο μπορούν να τη διαπράξουν. Έτσι, ένας άντρας – θύμα δεν είναι ένα απλό θύμα, αλλά και “προδότης” του πατριαρχικού μάτσο ρόλου του ως κακοποιητής. Στα μάτια της πατριαρχίας η γυναίκα – θύμα είναι κάτι απλό μιας και ο ρόλος του θύματος σεξουαλικής επίθεσης είναι συνυφασμένος με τον πατριαρχικό ρόλο της γυναίκας. Ο άντρας – θύμα είναι διπλά αφορισμένος.

Το φιλμ αγνοεί τα πραγματικά προβλήματα των αντρών μέσα στην πατριαρχία. Η επίθεση που υφίσταται ο πρωταγωνιστής εμφανίζεται ως κάτι φανταστικό που δεν συμβαίνει και αντιμετώπιση που έχει το φιλμάκι ενδυναμώνει την κυρίαρχη αφήγηση που θέλει τους άντρες βιαστές αλλά ποτέ θύματα.

2. “Φεμινιστική” κοινωνία

Προς το τέλος του δεκαλέπτου ο πρωταγωνιστής, έχοντας υποστεί τη μια ταπείνωση και βία μετά την άλλη, λέει “δεν αντέχω άλλο να ζω μέσα σ’ αυτήν τη φεμινιστική κοινωνία!”. Εδώ υπάρχει ένα μπέρδεμα που μόνο προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει.

Ο φεμινισμός δεν έχει στόχο την αντιστροφή των πατριαρχικών ρόλων και την καταπίεση των αντρών. Αυτό ισχύει μόνο μέσα στα μυαλά των MRAs και στο reddit. Μια “φεμινιστική κοινωνία” λοιπόν, δεν θα ήταν αυτό που παρουσιάζει το φιλμάκι, αλλά μια κοινωνία ισότητας, ισονομίας κι ελευθερίας έκφρασης.

(Σημείωση: Έχω ένσταση και με τη χρήση του όρου “μητριαρχία” σ’ αυτό το πλαίσιο, μιας και “μητριαρχία” ονομάζεται μια πραγματική ιστορική περίοδος με πραγματικά κοινωνικά δεδομένα που δεν έχουν καμία σχέση με τους εφιάλτες των MRAs και άλλων κακομοίρηδων.)

Είναι άκυρη η χρήση του όρου και το πρόβλημα μ’ αυτό δεν είναι απλώς σημειολογικό, αλλά ουσιαστικό, αφού ενδυναμώνει ένα από τα ισχυρότερα αρνητικά στερεότυπα που παλεύει να ξεφορτωθεί το κίνημα: τη φοβία κάποιων πως οι φεμινίστριες επιθυμούν την καταπίεση των αντρών.

3. Ισλαμοφοβία

Το φιλμάκι μας δείχνει τον πρωταγωνιστή να έρχεται σε επαφή με έναν άντρα ο οποίος φροντίζει τον παιδικό σταθμό της γειτονιάς. Ο άντρας αυτός φοράει κάτι σαν χιτζάμπ. Έχοντας υπόψη μας πως το φιλμάκι είναι γαλλικό, δεν μπορώ παρά να ανατριχιάσω με την ισλαμοφοβία του.

Ο μουσουλμάνος χαρακτήρας λοιπόν μας εμφανίζεται πολύ ήσυχος, λιγάκι χαζούλης και αφελής, μιλάει σιγά, έχει διαρκώς ένα παγωμένο χαμόγελο στα χείλη και ο πρωταγωνιστής ανησυχεί μήπως “καταπιέζεται” από τη γυναίκα του.

ΑΝΟΙΓΩ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ Η κουβέντα για τις θρησκείες και τον φεμινισμό είναι τόσο μεγάλη που θέλει δικό της ξεχωριστό ποστ και δεν θ’ αποπειραθώ να καλύψω τα πάντα εδώ. Όποι@ ενδιαφέρεται να διαβάσει σχετικά, θα μπουν αρκετά σχετικά λινκ στο τέλος του κειμένου και κάντε υπομονή ώσπου κάποια από μας να βρει τον χρόνο να γράψει το αντίστοιχο άρθρο και εδώ. ΚΛΕΙΝΩ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ

Η οπτική του μουσουλμάνου χαρακτήρα είναι απόλυτα δυτική (και Γαλλική, που είναι ακραία ισλαμοφοβική). Το ότι μια γυναίκα είναι μουσουλμάνα ή φοράει χιτζάμπ δεν σημαίνει αυτόματα πως είναι αφελής, ηλίθια ή θύμα.

Ως Κουήνη και φανατική άθεη μπορώ να πιστεύω ό,τι γουστάρω για το Ισλάμ, τη θρησκεία γενικά, τις εκκλησίες και τα μυαλά των θρησκευάμενων. Ως προνομιούχα, λευκή, διαθεματική φεμινίστρια όμως, οφείλω να κάνω ένα βήμα πίσω και να επιτρέψω στις μουσουλμάνες φεμινίστριες να μιλήσουν εκείνες πρώτα για τις εμπειρίες τους. Οφείλω ν’ ακούσω τη δική τους οπτική, να σεβαστώ τις προτεραιότητες των αιτημάτων που θέτουν οι ίδιες, να εκτιμήσω τη θέση τους και να τις θεωρήσω εξίσου ικανές μ’ εμένα τη δυτική να διαχειριστούν τους φεμινισμούς τους.

Σίγουρα δεν θα συμφωνήσουμε στα πάντα (εδώ δεν συμφωνούμε στα πάντα οι δυτικές -ούτε καν οι ελληνίδες- φεμινίστριες μεταξύ μας) αλλά η οπτική και η φωνή τους έχουν αξία και θέση μέσα στους φεμινισμούς μας.

Το φιλμάκι, κατά τη γνώμη μου, αναπαράγει την κυρίαρχη οπτική των γάλλων απέναντι στη μουσουλμανική μειονότητα της χώρας τους και ως τέτοια τη βρίσκω κακή και βλαπτική.

4. Συναίσθηση και προσωπική εμπειρία

Έχουμε αναφερθεί ξανά στο παρελθόν στην ιδέα πως οι άντρες δεν μπορούν να καταλάβουν τίποτα για τις γυναίκες εάν δεν παρουσιάσουμε τα πάντα μέσα από το πρίσμα “αυτή είναι η γυναίκα σου, η κόρη σου, η αδερφή σου”. Ομοίως, κάποι@ θεωρούν πως κανείς μπορεί να καταλάβει την καταστροφικότητα της πατριαρχίας και του σεξισμού ΜΟΝΟ αν του δείξεις έναν άντρα να κακοποιείται.

Εγώ βρίσκω αυτήν την ιδέα χαζή. Ναι, τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πραγματική προσωπική εμπειρία, αλλά είναι άπειρα πράγματα από τα οποία δεν έχω και δεν θα μπορέσω ποτέ να έχω άμεση εμπειρία αλλά και πάλι μπορώ να υποψιαστώ και να φανταστώ.

Επιπλέον, όταν μιλάμε για ζητήματα που άπτονται της κοινωνικής δικαιοσύνης (σεξισμός, τρανσφοβία, ομοφοβία, ρατσισμός κ.ο.κ.) είναι απαραίτητο να μπορεί κανείς να καταλάβει τη σημαντικότητα του εκάστοτε προβλήματος χωρίς αναγκαστικά να έχει προσωπική εμπειρία, ειδικά αν καλείσαι να συμμετέχεις σ’ έναν αγώνα ως προνομιούχος.

Τέλος, καταλαβαίνω τι θα ήθελε να καταφέρει το φιλμάκι αυτό, απλώς νομίζω πως η προσπάθεια αυτή έγινε τόσο χοντροκομμένα και άκομψα που τελικά δημιουργεί περισσότερα προβλήματα παρά δίνει λύσεις.

Περισσότερο διάβασμα:

Being Black, Lesbian, and Muslim In The South | Advocate

The dangers of a gender essentialist approach to sexual violence | Feministing

Muslim Feminisms Forum: An Introduction | The Feminist Wire

I Am Not Your Wife, Sister Or Daughter. I Am A Person. | Thought Catalog

Gender and empathy: Men shouldn’t need to “imagine if it were your wife/daughter/mother” | Feministing

Outlaw Clothing: Burqas, Islamophobia and Women’s Rights | Feministe

Aren’t feminists just sexists towards men? | Finally, A Feminism 101 Blog

It’s not feminism that hurts men | The F Word

Πηγή: Καμένα Σουτιέν

 

Share

“Καταπιεσμένη πλειοψηφία”: ένας άντρας σε έναν μητριαρχικό κόσμο

επιμέλεια Δήμητρα Σπανού

Το φίλμ μικρού μήκους “Καταπιεσμένη πλειοψηφία”, της γαλλίδας ηθοποιού και σεναριογράφου Éléonore Pourriat, αφηγείται την ιστορία ενός άντρα, πατέρα ενός μωρού. Με τη διαφορά ότι ζει σε έναν κόσμο όπου οι ρόλοι των δύο φύλων είναι αντεστραμμένοι, με αποτέλεσμα να υφίσταται τον καθημερινό, ακόμα και ακραίο σεξισμό. Μέσω της αντιστροφής, η δημιουργός θίγει τη φυσικοποίηση που περιβάλλει την ανισότητα των δύο φύλων. Συμπεριφορές που μοιάζουν φυσιολογικές όταν πρόκειται για τη νόρμα, φαντάζουν ξένες ή ακόμα και γκροτέσκες όταν οι ρόλοι αντιστρέφονται.

Το φιλμ είναι στα γαλλικά, με αγγλικούς υπότιτλους.

YouTube Preview Image

 

 

Share

Δεν υπάρχει παιδική λογοτεχνία για ΛΟΑΤ οικογένειες στην Ελλάδα

από τις οικογένειες ουράνιο τόξο

Μέχρι τώρα, δηλαδή.

Έχουμε γράψει και εικονογραφήσει ένα βιβλίο για να γεμίσουμε αυτό το κενό. Μία ιστορία – ποίημα με δύο αβγουλάκια που μιλάνε για διαφορετικές μορφές οικογένειας, με ένα απλό αλλά ζεστό μήνυμα: άσχετα με το πώς μοιάζει η οικογένεια, το βασικό που χρειάζεται ένα παιδί για να μεγαλώσει χαρούμενο είναι αγάπη.

Ακόμα κι αυτό είναι πολύ μεγάλο ρίσκο για ελληνικούς εκδοτικούς οίκους. Στη χώρα μας οι μη-ετεροκανονικές οικογένειες είναι αόρατες, ακόμα διεκδικούμε βασικά ΛΟΑΤ δικαιώματα και η ομοφοβία είναι βαθιά ριζωμένη στην κουλτούρα μας. Γι’αυτό πιστεύουμε ότι το βιβλίο αυτό πραγματικά μας χρειάζεται. Η ομαδα Οικογένειες Ουράνιο Τόξο,  αποφασισμένη να κάνει αυτό το βιβλίο πραγματικότητα, έχει επιλέξει να ακολουθήσει το δρόμο της αυτοέκδοσης.

Αλλά χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας για να το κάνουμε αυτό!

Μία ομάδα φοιτητών από το Κεντάκι που μας συνάντησαν κατά τη διάρκεια ταξιδιού τους στην Ελλάδα, συγκινήθηκαν από το έργο αυτό και αποφάσισαν να μας βοηθήσουν με το να στήσουν μία σελίδα για δωρεές για τα έξοδα του βιβλίου.

http://www.gofundme.com/RainbowFamilies

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για το βιβλίο εδώ.

Σκοπός είναι να εκδοθεί το βιβλίο στα μέσα του Φεβρουαρίου. Κάθε ευρώ μετράει! Θα μας βοηθήσει πολύ αν μοιραστείτε τη σελίδα με ανθρώπους ή ομάδες που θα ενδιαφέρονται για αυτό. Ευχαριστούμε 🙂

«Τα δύο μικρά αυγά»:

 Δράση με παιδιά και γονείς.

Στο αντιρατσιστικό φεστιβάλ διαβάσαμε με συνοδεία φλάουτου την ιστορία  «Τα δύο μικρά αυγά»  που μιλά και για άλλες μορφές οικογένειας και όχι μόνο για την πυρηνική . Την ώρα της ανάγνωσης παιδιά και γονείς μπορούσαν να κοιτούν την εικονογράφηση του βιβλίου ενώ ταυτόχρονα δύο μεγάλες κούκλες –αυγά αναπαριστούσαν κουκλοθεατρικά όσα ακούγονταν.

Στο τέλος της ανάγνωσης μιλήσαμε με τα παιδιά για την γονεϊκότητα , όλοι συμφώνησαν ότι η αγάπη είναι το απαραίτητο στοιχείο που ενώνει μια οικογένεια και  ότι τα μωρά και γενικά τα παιδιά είναι ευαίσθητα και θέλουν φροντίδα, αγάπη, και αποδοχή από τους γονείς τους για να μεγαλώσουν ευτυχισμένα. Η Δράση τελείωσε με μια εικαστική δράση: τα παιδιά πήραν από ένα αυγό το ζωγράφισαν ώστε να το προσωποποιήσουν, είπαν ότι το αυγό αυτό είναι το παιδί τους και υποσχέθηκαν ότι θα το αγαπούν και θα το φροντίζουν.

Πηγή: οικογένειες ουράνιο τόξο

 

Share

H Kομμώτρια που Βάφει τα Μαλλιά των Αστέγων

της Αλεξάνδρας Τζαβέλλα

Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Κατσής

Η Τζούντι Πρότσναλ είναι άνεργη καθαρίστρια από την Πολωνία που αποφάσισε να εξασκήσει μια ξεχασμένη τέχνη που είχε μάθει στα νιάτα της: Αυτή της κομμωτικής. Άχτι το ‘χε να δουλέψει ως φριζιέρκα -ήρθε η ώρα. Πελάτες της είναι οι άστεγοι στην Αθήνα, την πόλη που ζει από 19 της. Παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια τώρα που έχει αναδουλειές πήρε πινέλο, βαφές και ψαλίδι και ανέλαβε την κουπ των αστέγων της πόλης. Δωρεάν. «Πέρα από το φαγητό έχουν ανάγκη και κάποιον να τους νοιάζεται», λέει, ενώ η σημερινή πελάτισσά της η Μαρία προετοιμάζεται για ριζική ανανέωση. Η Μαρία είναι άστεγη και ζει στο Μεταξουργείο. Για την ώρα φιλοξενείται στο καλλιτεχνικό στέκι «Ορίζοντας».

«Οτι θα έφτανα στο σημείο να βάφω τα μαλλιά και να με φωτογραφίζουν, λες και είμαι μοντέλο, λες και είμαι η – πώς τη λένε μωρέ τη γυναίκα του Ρουβά; Α, ναι Ζυγούλη. Ε, αυτό δεν το περίμενα ποτέ!», πνίγεται στα γέλια. Έχει μερικά κενά στην οδοντοστοιχία της, αλλά το χαμόγελο είναι φαρδύ πλατύ, καμία σχέση με το παγερό, αψεγάδιαστο χαμόγελο της μοντέλας που απεικονίζεται στο κουτί που κρατάει. Περιέχει τη βαφή μαλλιών -επί ένα μήνα μάζευε χρήματα για να την αγοράσει. Η συσκευασία είναι λίγο ταλαιπωρημένη κι αυτή τη μάρκα δεν την έχω ξαναδεί ποτέ «φτηνή βουλγάρικη, με τρία ευρώ» λέει η Τζούντι. Είναι σκυμμένη πάνω από τα σωληνάρια τα οποία αδειάζει και αναμειγνύει με ύφος πεπειραμένου χημικού. «Τι σου λένε όταν τους συναντάς πρώτη φορά;». «Οι γυναίκες με ρωτάνε τι χρώμα τους πάει -τι είναι της μόδας».

Η Τζούντι είναι κομμώτρια από χόμπι. «Δεν έχω πληρωθεί ποτέ, το κάνω γιατί μου αρέσει», διευκρινίζει καθώς καλύπτει με τη βαφή, το ξεθωριασμένα κόκκινα μαλλιά της Μαρίας. Κάποτε τα έβαφε στο κομμωτήριο. Δούλευε τότε ως τηλεφωνήτρια, και ο μισθός της επαρκούσε για να δίνει «και 60 και 80 ευρώ για μαλλιά. Δεν είχα φανταστεί ότι θα περνούσα τόσο μεγάλες δυσκολίες, ότι θα βρισκόμουν στο δρόμο».

Όρθια από πίσω της η Τζούντι, βγάζει με μια κίνηση τα λαστιχένια γάντια της. «Μισή ωρίτσα με 40 λεπτά και μετά λούσιμο», αναφωνεί. Ανάβει κι εκείνη τσιγάρο και πιάνει την κουβέντα, για τις «τάσεις στο δρόμο» όπως οι κομμώτριες στο διάλειμμά τους. Μόνο που όταν η Τζούντι λέει δρόμο, εννοεί το πεζοδρόμιο, τις γέφυρες και τις στοές. Εκεί που ζουν οι δικές της «πελάτισσες».

«Μου είπε και η Χριστίνα ότι θέλει βάψιμο και κούρεμα. Ή μελί ή σοκολατί, θα της τα κάνω. Αυτή θέλει καστανόξανθο» λέει στη Μαρία, αναφερόμενη σε μια άλλη άστεγη κοπέλα. «Θα την κουρέψω κιόλας. Στα κορίτσια φέτος, αποφεύγουμε τα έντονα σχήματα, το καρέ πρέπει να είναι απλό. Παίζουμε μόνο με τα χρώματα», λέει η Τζούντι.

«Όποιος γουστάρει έρχεται και τον κουρεύω. Κι όποια κυρία θέλει την βάφω. Αν έχω χρήματα πληρώνω μόνη μου τη βαφή. Συνήθως την αγοράζουν οι ίδιες» μου είχε πει όταν τη συνάντησα στο σπίτι της στα Πετράλωνα. Εκεί πηγαίνουν όσοι άστεγοι, έχουν μάθει ότι προσφέρει τις υπηρεσίες της δωρεάν. «Προτιμώ να έρθει να λουστεί ο άνθρωπος, να τον κουρέψω, να τον χτενίσω όπως πρέπει. Να νιώσει καλά. Να στεγνώσω την κυρία, να της φτιάξω το μαλλί, να της βγάλω λίγο τα φρύδια». «Μα καλά, στο σπίτι σου; Είσαι τρελή; Δε φοβάσαι;». Αυτά σκέφτομαι από μέσα μου. Αλλά δε ρωτάω τίποτα. Δεν έχω το δικαίωμα να ακυρώσω με τις μικροφοβικές μου ερωτήσεις, μια σπουδαία πράξη αγάπης. Ας κρατήσω τις απορίες και τις αναστολές μου για τον δικό μου αποστειρωμένο κόσμο. Η Τζούντι διάβασε τη σκέψη μου.

«Είμαι εξοικειωμένη με τους άστεγους», λέει. «Φιλοξένησα δύο, στο παρελθόν. Ο ένας έμεινε ένα χρόνο και ο άλλος 1,5 χρόνο. Κι ήμουν ήσυχη. Από τη στιγμή που τον παίρνω στο σπίτι, είπα, θα μου ανταποδώσει το ευχαριστώ. Όμως ό,τι μεροκάματο τους έβρισκε ο σύζυγος μου, το έδιναν στο ποτό. Κι έτσι τους είπα να φύγουν. Ο ένας, μπήκε στο σπίτι και με έκλεψε. Από τότε αποφάσισα να βοηθάω μόνο στο δρόμο».

Η Μαρία, δεν είναι άστεγη του περιθωρίου. Συμμετέχει σε ομάδες αλληλεγγύης, είναι βασικό μέλος της Κοινωνικής Κουζίνας «ο Άλλος Άνθρωπος» και καθημερινά μοιράζει φαγητό σε ανθρώπους που έχουν ανάγκες, ίδιες με τις δικές της. Τα κρύα βράδια, κοιμάται στο υπνωτήριο του δήμου Αθηναίων. «Έχει κρεβάτι και ζέστη εκεί. Και ζεστό νερό» λέει. «Ο χειμώνας είναι δύσκολος. Την άνοιξη είναι καλύτερα. Την άνοιξη είναι ωραία». Από το μπάνιο, ακούγεται η φωνή της Τζούντι που ετοιμάζει το νερό για να βγάλει τη μπογιά. «Την άνοιξη θα ανοίξουμε λίγο το μαλλί!», φωνάζει. «Θα γίνεις ξανθιά;», ρωτάω τη Μαρία. «Με τίποτα. Το έχω δοκιμάσει και δε μου πάει καθόλου. Έχω κάνει και ανταύγειες. Μέχρι και καροτί έχω κάνει. Το τελευταίο βάψιμο το έκανα μόνη μου, μια μέρα που δεν είχα τι να κάνω».

Φλας μπακ στο παρελθόν. Στην εποχή που η Μαρία έμενε στα Πατήσια. «Δεν ξέρετε τι έπαθα» λέει η ίδια. «Ξεκινάει μια κομμώτρια στις 10 το πρωί να μου βγάλει το δικό μου σκούρο χρώμα για να μου τα ξαναβάψει κόκκινα. Περνάει μία ώρα, δύο ώρες. Λέω ρε κοπελιά, δυο ώρες πέρασαν, εγώ πρέπει να φύγω, να πάω στο αεροδρόμιο που δουλεύω. Τα βγάζει και τί να δω! Καροτί! Έλεος! Τι είναι αυτό ρε γαμώτο; Θα μ’ απολύσουν, πώς θα πάω έτσι στη δουλειά; Με άκουσε όλη η Αγίου Μελετίου, μέχρι και η κομμώτρια από το παραπέρα κομμωτήριο. Και θες και 80 ευρώ; Θα τα κάνω εδώ μέσα λαμπόγυαλο. Μου έβαλε μετά ένα κόκκινο σκούρο, ‘αγχωθήκατε’, μου λέει, ‘και δεν έπιασε η βάση’. Φεύγοντας μου ζήτησε τα μισά, 40 ευρώ, της τα έδωσα και της λέω άντε γεια κι αν με ξαναδείς να μου τηλεφωνήσεις. Πήγα μετά σε μια Αλβανίδα, και με μεταμόρφωσε. Της έδωσα τα 60 ευρώ και το χάρηκα. Της είπα πάρε και 5 ευρώ παραπάνω».

«Αχ ωραίο το κομμωτήριο. Ανανεώνεσαι με τη βαφή» λέει καθώς η Τζούντι της σκουπίζει τα μαλλιά. «Μόλις μου στεγνώσεις τα μαλλιά θα σου φέρω τα καλλυντικά να με βάψεις λίγο». Την είδα που γελούσε καθώς κοιταζόταν στον καθρέφτη. Παρατηρούσε εκτός από τα μαλλιά και το πρόσωπό της. Όταν είσαι άστεγος, το να βρίσκεται μπροστά στον καθρέφτη είναι πολυτέλεια.

«Είδες που είχα δίκιο; Μέσα στο μαύρο πρέπει να έχει και λίγο πιο ανοιχτό. Να μην είναι κατάμαυρο. Να σπάει λίγο» λέει η Τζούντι. Απόφθεγμα ζωής. Βασισμένο στο χρώμα μιας φτηνής βαφής μαλλιών.

Πηγή: vice

 

Share

Ισότητα χωρίς αλλά…!

της Νέλας Δεσπολλάρι

Είναι αυτές οι στιγμές που η συζήτηση ανάμεσα σε φίλους, γνωστούς ή αγνώστους, σου καίει τα  σωθικά των ιδεών σου με τέτοιο τρόπο που το κάψιμο από το καυτό λάδι μοιάζει ένα μικρό φλερτ μεταξύ του τηγανιού και εσένα. Είναι αυτές ακριβώς οι στιγμές που επιβεβαιώνεις κάθε θεωρία περί μεταφυσικών γεγονότων καθώς η επιχειρηματολογία μοιάζει να έχει προέλθει από ένα παράλληλο σύμπαν, από το σύμπαν του παραλογισμού. Κοιτάζεις το ταβάνι, ύστερα το πάτωμα, δεξιά, αριστερά και αποκλείεις πως αυτός δεν είναι ο κόσμος που ήδη ξέρεις. Μπορείς να ηρεμήσεις είσαι ακόμα στη γη, στον πλανήτη σου!

Χέρια κουνιούνται με ορμή και ακανόνιστο ρυθμό. Οι κινήσεις δείχνουν πως στο τέλος κάποιος θα είναι νικητής και κάποιος ηττημένος. Αν το σκεφτείς για μια στιγμή, τα χέρια θα μπορούσαν να είναι κάλλιστα μικρά ανθρωπάκια έτοιμα να διαγωνιστούν, έτοιμα να παλέψουν για την επικράτηση του δικού τους βασιλείου. Πάντα η συζήτηση αρχίζει από έναν αστεϊσμό, από μια δήλωση, από μια αντίδραση, από ένα απλό γεγονός. Πάντα οι συνδιαλεγόμενοι στο τραπέζι αποτελούν ένα πάζλ μικρόκοσμων. Δεν έχει μεγάλη σημασία να ενώσεις τα κομμάτια. Ακόμα και με την σωστή σειρά η εικόνα χαρακτηρίζεται από μια πελώρια σύγχυση. Θα έλεγες είναι πίνακας του Πικάσο!

«Από τότε που η γυναίκα αποφάσισε να δουλέψει τα διαζύγια αυξήθηκαν, ο θεσμός της οικογένειας κατέρρευσε». Γυρνάω σε αργή αλλά επιτακτική κίνηση το κεφάλι, τόσο ατσούμπαλα που νιώθω μια τούφα από τα μαλλιά μου να έχει εισχωρήσει στο στόμα μου. Ο κύριος είναι αδύνατος σχεδόν καχεκτικός, κάτω από το μουστάκι του υπάρχει ένα στόμα. Κουνάει μόνο το ένα χέρι, γεγονός που δείχνει πως κάνει διάγγελμα, μονόλογο, άλλωστε όπως η κυβέρνηση των ΗΠΑ,ο κύριος δεν διαπραγματεύεται με «τρομοκράτες αρχών». Σηκώνω και τα δύο χέρια, γεγονός που δείχνει άμυνα ή και επίθεση. Ο διάλογος μετατρέπεται σε ντουέτο μονολόγων.

«Ποια ίσα δικαιώματα, είπαμε ισότητα αλλά όχι να υπερβάλουμε. Η γυναίκα ανήκει στην κουζίνα. Είναι μητέρα, σύζυγος και νοικοκυρά. Μας έφαγαν οι μοντερνιές, οι αμερικανιές. Σηκώσατε κεφάλι και καταστράφηκε η κοινωνία. Ολόκληρες παραδόσεις που οι παππούδες μας κράτησαν ζωντανές ανατρέφοντας ολόκληρες γενιές εσείς τις θεωρείται μπούρδες. Πάντα φταίει μια γυναίκα….», κάπου εδώ ή με εγκατέλειψε η ακοή ή η δυνατότητα κατανόησης της γλώσσας κατέστη αδύνατη. Να κάπου εδώ μεταφέρθηκα στο παράλληλο σύμπαν. Έτσι απλά, σαν η ψυχή μου να μεταφέρθηκε δίπλα στις πρώτες φεμινίστριες, στους αγώνες για την κατάκτηση της ψήφου, στις διαδηλώσεις τους, στις φυλακές τους, στην συνεχόμενη δράση τους…

Διακρίνω την Alice Paul, την πλησιάζω, την σκουντάω, πρέπει να της μιλήσω! Δεν μ’ακούει, σχεδόν με σπρώχνει. Μπερδεύομαι στο άσπρο φόρεμα της καθώς η ίδια πάλλεται δυναμικά φωνάζοντας για τα δικαιώματα της γυναίκας. Την περιεργάζομαι, επιθυμώ να βρω την πηγή της δύναμης της, θέλω να διακρίνω ένα ψήγμα κούρασης. Στέκεται αγέρωχη, θαρρείς πως το μπόι του χαρακτήρα της δεν εξαντλείται στα ανθρώπινα όρια. Γύρω της οι σουφραζέτες, οι αγωνίστριες με την σιδερένια δύναμη. Οι φωνές τους, οι ενδυμασίες τους, οι κινήσεις του κορμιού τους δείχνουν να έχουν σχηματίσει την πιο παθιασμένη μάχη, τον πιο αποφασιστικό πόλεμο…

Γύρω υπάρχουν άνθρωποι, μερικοί δείχνουν πολύ αγριεμένοι. Φωνάζουν κάτι αλλά δεν μπορώ να ακούσω καθαρά. Το πρόσωπο τους έχει μεταμορφωθεί, δεν θυμίζει ανθρώπινο χαρακτηριστικό ή ίσως είναι από αυτά τα χαρακτηριστικά που επιμελώς κατευνάζουμε μέσα μας. Οι περισσότεροι έχουν μπαστούνια στα χέρια, σηκωμένα στον αέρα. Η απειλή είναι ξεκάθαρη, τα μπαστούνια δεν χρησιμεύουν μόνο για υποστήριξη στο περπάτημα. Δίπλα τους οι κυρίες τους! Γαντζωμένες σαν την ψείρα στο κεφάλι από τα μπράτσα των συζύγων τους δείχνουν μια ικανοποίηση που δεν είναι οι ίδιες στόχος των μπαστουνιών. Δεν μιλούν ωστόσο το συγκαταβατικό βλέμμα δείχνει πως συμφωνούν με τον σύζυγο. Είναι αυτός ο σεβασμός που πηγάζει από τον φόβο!

Μέσα στα μάτια τους διακρίνεις την επιθυμία να απαλλαγούν από το βάρβαρο βίο τους, διακρίνεις μια ζήλια για τις μαχόμενες ελεύθερες γυναίκες στο δρόμο, ύστερα σαν διακόπτης ρεύματος, κλείνουν αυτήν την αδυναμία αντίδρασης καθησυχάζοντας τον εαυτό τους πως η ευτυχία τους είναι αυτή ακριβώς που τους έμαθαν. Είναι υπηρέτης και ιδιοκτησία του άντρα τους, είναι τίμιες και υπάκουες όπως ακριβώς ορίζει ο κώδικας της σωστής γυναίκας. Αυτή εναλλαγή των συναισθημάτων που αντικατοπτρίζεται στα μάτια τους, είναι τόσο έντονη που τώρα διακρίνω μια λύπηση για τις γυναίκες της διαδήλωσης που δεν θα βρουν ποτέ έναν καλό άντρα.

Μεταφέρομαι ξανά στο τραπέζι μου στο σύμπαν που ήδη ξέρω, σχεδόν σαν να εξαϋλώνομαι. Δίπλα στον κύριο που φωνάζει βρίσκεται η σύζυγος του. Είναι νέα, το πρόσωπο της είναι ψυχρό, δεν διακρίνω συναίσθημα, δεν κατανοώ αν συμφωνεί ή διαφωνεί. Πίνει αργά και θηλυκά τον μονό ελληνικό καφέ, σχεδόν αθόρυβα. Λες ο κύριος να ήρθε από την διαδήλωση που ήμουν και εγώ; Λες να έχει κάποια χρονομηχανή; Έχω την πελώρια ανάγκη να πιστέψω αυτή την θεωρία. Θέλω να καθησυχάσω τον εαυτό μου πως οι δεκαετίες που μεσολάβησαν άλλαξαν την προκατάληψη περί κατωτερότητας της γυναίκας. Θέλω να επιβεβαιώσω πως οι απαρχαιωμένες ιδέες που γενιές ολόκληρες αντιλαμβάνονταν την γυναίκα ως παθητικό στοιχείο ανίκανο να διαχειριστεί παρά μόνο την κουζίνα και τις μητρικές υποχρεώσεις, είναι μια θεωρία που μόνο ως κακό αστείο θα μπορούσε να ειπωθεί.

Ξαφνικά, συνειδητοποιώ πως αυτή είναι η πραγματικότητα και τίποτα μεταφυσικό δεν δικαιολογεί τις απόψεις του κυρίου. Του μιλάω, βάζοντας επιμελώς την ικανότητα επιχειρηματολογίας μου στην δυνατότερη της ένταση. Του εξηγώ την κατασκευή των δύο φύλων, του εξηγώ πως οι βιολογικές διαφορές δεν δικαιολογούν την ανισότητα, του εξηγώ, του εξηγώ και συνεχίζω να του εξηγώ… Τίποτα δεν τον ικανοποιεί, τίποτα, τίποτα, τίποτα… σωπαίνω! Τελικά αναρωτιέμαι, μπορεί μια μπάλα ποδοσφαίρου να χωρέσει σε ένα μπουκάλι μπύρας; Όχι, δεν μπορεί! Έτσι όπως δεν μπορεί να πείσεις αυτόν τον κύριο που από την ημέρα της γέννησης του έχει μεγαλώσει τρώγοντας λαίμαργα αυτές τις ιδέες έχοντας πασαλείψει τον εαυτό του με μεγάλους λεκέδες αρρενωπότητας.

Αποχωρώ από το τραπέζι! Δεν νιώθω ηττημένη! Νιώθω λύπη και μια ελεγχόμενη οργή! Για τον κινούμενο μουστάκι και την αποκρουστική χροιά της φωνής του, για τον χαμένο μέσα στις απαρχαιωμένες ιδέες κόσμο του, για την διακοσμητική κυρία δίπλα του και την ασφυκτική νοητή αλυσίδα γύρω από τον λαιμό της, για την χαμένη της ζωή που χάθηκε σαν την βελόνα μέσα στις αχυρένιες ιδέες που άλλοι φρόντισαν να της μάθουν, για τα παιδιά τους που ενδέχεται να κληρονομήσουν αυτή τη σχέση αφεντικού-σκλάβου στις μελλοντικές επιλογές τους, για την διαιώνιση των «φυλακισμένων» από το σπήλαιο του Πλάτωνα.

Η λύση, σκέφτομαι είναι μια… αποκλείεις με θράσος αυτές τις ιδέες, αν δεις ότι μπορείς να σώσεις τον ασθενή από την γάγγραινα των ιδεών του αξίζει να προσφέρεις όλη σου την ενέργεια, αν όχι, τότε απέφυγε να χαραμίσεις την δύναμη που χρειάζεται ένας άλλος άνθρωπος. Η μάχη που άρχισε αιώνες πριν, με στιγμές παύσης, με μικρές ήττες, με μεγάλες νίκες, με θυσίες, με θύματα, με θύτες… συνεχίζεται μέχρι σήμερα με ίδια δεδομένα ελαφρώς διαφοροποιημένα. Είναι μια μάχη με διάρκεια, θέλει δύναμη και επιμονή, γιατί όταν μιλάμε για δικαιώματα η χρήση του «αλλά…» δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση ακόμα και λόγω ποιητικής αδείας!

 

Share

Σύμφωνο Συμβίωσης ή από το ολότελα καλή ειν’ κι η Παναγιώταινα …

οικογένειες ουράνιο τόξο

Από την πρώτη στιγμή που βγήκε η καταδικαστική για τη χώρα μας απόφαση από το ΕΔΑΔ  την χαιρετήσαμε με χαρά και ενθουσιασμό. Επίσης με χαρά είδαμε και την πρόταση νόμου του ΣΥΡΙΖΑ για το Σύμφωνο Συμβίωσης.

Μερικοί θεωρούν ότι το θέμα του συμφώνου συμβίωσης έχει ήδη τελειώσει και η επόμενη διεκδίκηση της κοινότητας θα είναι ο γάμος για όλους.

Το στενάχωρο είναι ότι πάντα όταν η αριστερά –που τουλάχιστον εμείς στις οικογένειες ουράνιο τόξο την θεωρούμε φυσική σύμμαχό μας- με καθαρή φωνή παίρνει θέση υπέρ των διεκδικήσεών μας ακούμε μαζί και διάφορες παραφωνίες όπως αυτή που γράφτηκε κάτω από την ενημέρωση για την συνέντευξη στο Κόκκινο της συνομιλήτριας σήμερα Βασιλικής Κατριβάνου που μεταξύ άλλων πρότεινε σε όσα ζευγάρια έχουν πρόβλημα να ζουν στην Ελλάδα να μεταναστεύσουν και προέτρεπε την κυρία Κατριβάνου να «κοιτάξει τα του οίκου της όπως – συνταξιούχους, μισθωτούς, άνεργους, άστεγους, πολύτεκνους, υπερχρεωμένα νοικοκυριά, πλειστηριασμούς κατοικιών, ενοικιαζόμενους εργάτες, και όταν τα λύσει αυτά τότε να την ακούσει»

Άντε τώρα να εξηγήσεις ότι το ότι είμαστε λεσβίες, ομοφυλόφιλοι, αμφισεξουαλικοί και τρανς δεν αποκλείει το να είμαστε άνεργοι, συνταξιούχοι, άστεγοι, πολύτεκνοι κλπ Για την ακρίβεια είμαστε κι εμείς συνταξιούχοι, μισθωτοί, άνεργοι, άστεγοι και ότι άλλο αναφέρει ο «σύντροφος» αλλά έχουμε κι ένα θεματάκι παραπάνω, δεν μας αναγνωρίζουν καν το δικαίωμα να είμαστε ίσοι με όλους τους άλλους συνταξιούχους, άνεργους, ενοικιαζόμενους εργάτες κλπ. που αναφέρει. Η σύντροφός μου κι εγώ μεγαλώνουμε 5 παιδιά αλλά δεν έχουμε καμιά αναγνώριση και κανένα προνόμιο ως πολύτεκνες αφού νομικά είμαστε δύο διαφορετικές οικογένειες

Από την άλλη πολλοί και μέσα στο λοατ κίνημα θεωρούν ότι πρέπει να είμαστε ολιγαρκείς και να μην είμαστε αγνώμονες απέναντι στους συμμάχους μας σε σχέση με αυτά που κερδίζουμε συνολικά ως κοινότητα.

Η ελληνική παράδοση διαθέτει πολλές παροιμίες που αντικατοπτρίζουν αυτή τη στάση: π.χ. κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι ή από το ολότελα καλή ειν’ κι η Παναγιώταινα ή όποιος θέλει τα πολλά χάνει και τα λίγα.

Χωρίς να θέλουμε να μειώσουμε σε τίποτα το μέγεθος της νίκης αυτής και της πιθανής θετικής εξέλιξης ώστε να θεσμοθετηθεί  με νόμο στη χώρα μας η συμβίωση ζευγαριών του ίδιου φύλου θα ήθελα λίγο να σας μιλήσω για το πόσα άλυτα θέματα και πόσα επίσης αιτήματα για διεκδίκηση έχουμε μπροστά μας:

Αυτό που ακούμε πάρα πολύ συχνά είναι το εξής: «οκ, εντάξει να κάνουμε και νόμο για τα gay ζευγάρια, δεν είμαστε πια και Ουγκάντα αλλά όχι βρε παιδί μου να μεγαλώνουν και παιδιά» Η αγία, μοναδική πυρηνική οικογένεια της μιας μάνας και του ενός πατέρα μας κυνηγάει σε κάθε μας βήμα: Οι λέξεις «λεσβία» «τρανς» ή «ομοφυλόφιλος» όταν συνδέονται  με την λέξη «γονιός» δημιουργούν σχήμα   οξύμωρο και αδιανόητο για πολλούς.

Αν πάψει να μας απασχολεί η μορφή που θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να έχει μια οικογένεια, είναι πολύ πιο εύκολο να δούμε την πραγματικότητα που βιώνουμε αυτή την στιγμή στην Ελλάδα και που θεωρείται αναγνωρισμένος θεσμός για κοινωνίες άλλων χωρών: πως όλο και περισσότερα LGBT  άτομα πραγματοποιούν μια βαθύτερη επιθυμία τους, να αποκτήσουν παιδιά, είτε σαν μονογονεϊκή οικογένεια είτε σαν οικογένεια ατόμων του ίδιου φύλου. Είμαστε εξίσου γονείς με όλους τους άλλους ξενυχτάμε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όταν τα παιδιά μας έχουν πυρετό αλλά το δικαίωμα μας στη γονεϊκότητα αμφισβητείται καθημερινά και τα παιδιά μας είναι σε όλα τα επίπεδα παιδιά μιας  κατώτερης θεάς, δύστυχα και δύσμοιρα αφού είχαν την ατυχία να τα μεγαλώνουν λεσβίες αδελφές και τρανς Μάλλον νοούνται ως περισσότερο δύσμοιρα και δυστύχα κι από εκείνα τα παιδιά που οι γονείς τους τα εγκαταλείπουν σε ιδρύματα αφού δεν θέλουν να ακούσουν κουβέντα για την περίπτωση να θεσμοθετηθεί η δυνατότητα υιοθεσίας παιδιών που ζουν σε ιδρύματα από  ομόφυλα ζευγάρια. Καλύτερα στα αζήτητα του ορφανοτροφείου παρά να μεγαλώνουν με ανώμαλους που θα τα κάνουν τα παιδάκια σαν τα μούτρα τους, άσε που απώτερος σκοπός τους θα είναι να τα κακοποιήσουν.

Αφού το θέμα «υιοθεσία» λοιπόν είναι τόσο μα τόσο δύσκολο να το προσεγγίσουμε ως λοατ και οι κοινωνικές υπηρεσίες για μας είναι απροσπέλαστες σαν τσιμεντένιοι τοίχοι αν θέλουμε παιδιά πρέπει να τα κάνουμε μόνοι μας!

Από την διαδικασία της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής ακόμα αρχίζουν οι δυσκολίες,: χωρίς ο νόμος να αποκλείει σε λεσβίες ως γυναίκες μόνες να έχουν πρόσβαση σε τέτοιες τεχνικές τα δημόσια ταμεία δημιουργούν επιτροπές που εξετάζουν τις γυναίκες και μόνο όσες έχουν διαγνωσμένα ιατρικά προβλήματα που δεν επιτρέπουν την «φυσική» σύλληψη δικαιούνται συμμετοχή του ταμείου τους στην προσπάθεια. Όσες λοιπόν δεν έχουν άλυτο ιατρικό πρόβλημα αλλά είναι λεσβίες και  δεν τα πάνε καλά με την διαδικασία της «φυσικής» σύλληψης ας πληρώσουν τα ακριβά ιδιωτικά κέντρα αν θέλουν να γίνουν μητέρες.

Κι εδώ ο «αριστερός σύντροφος» θα αντιτάξει τα σοβαρότατα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όλοι στην Ελλάδα επειδή το σύστημα της δημόσιας υγείας έχει καταρρεύσει, εδώ τα νοσοκομεία δεν έχουν ούτε γάζα να βάλουν στην πληγή του ασθενή και το ένα μετά το άλλο κλείνουν το προσωπικό τους μπαίνει σε διαθεσιμότητα και η λεσβία θέλει να ξοδέψουν τα ταμεία για να μείνει έγκυος; μα είμαστε σοβαροί τώρα; Δεν πειράζει που η λεσβία για να έχει πρόσβαση στην δημόσια υγεία έχει κρατήσεις από το μισθό της και δεν έχει επιβαρύνει το σύστημα ούτε με συμμετοχή σε φάρμακα για το συνάχι και για τον πονοκέφαλο, αυτό είναι άσχετο.

Αν τα καταφέρει λοιπόν κάποια να μείνει έγκυος και έχει σύντροφο εκεί αρχίζουν άλλα δύσκολα:  σε όλες τις φάσεις της εγκυμοσύνης η σύντροφος πάντα έχει να δώσει ένα σωρό εξηγήσεις για το ποια είναι και ποιος ο λόγος της παρουσίας της δίπλα στην εγκυμονούσα. Το πιθανότερο είναι το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό να την αντιμετωπίσει ως αποκλειστική νοσοκόμα χωρίς χαρτιά και μπλοκάκι και όχι ως δεύτερη μητέρα. Όταν γέννησα η σύντροφός μου έδωσε μάχη για να δει τα παιδιά ενόσω εγώ ήμουν στην εντατική, γιατί όλο το προσωπικό στο νοσοκομείο Αλεξάνδρας  επέμενε ότι αφήνουν να μπει στον θάλαμο των νεογνών μόνο ο «μπαμπάς» Την ίδια ώρα που εμείς είχαμε την εντύπωση ότι δημιουργούσαμε μια οικογένεια ανακαλύπταμε ότι στα μάτια όλων των υπόλοιπων δεν είχαμε τίποτα.

Δεν υπάρχει καμία νομική κατοχύρωση για μας. Αν αύριο εγώ πεθάνω τα βιολογικά παιδιά μου έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να βρεθούν με κάποιον άσχετο συγγενή μου 3ου βαθμού που δεν τον έχουν συναντήσει ποτέ παρά με την άλλη τους μητέρα. Αν χάσω τη δουλειά μου δεν θα έχουν δικαίωμα κοινωνικής ασφάλισης από την σύντροφο μου. Όσα για τις άλλες οικογένειες είναι αυτονόητα για τη δική μου απλώς δεν ισχύουν. Πληρώνουμε τους φόρους μας κανονικά αλλά εξακολουθούμε να είμαστε πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Στα νομικά μας έγγραφα δεν φαίνεται πουθενά ότι εμείς μαζί μεγαλώνουμε τα παιδιά μας ότι έχουμε κοινό γονεϊκό ρόλο. Τα παιδιά δεν μπορούν να ταξιδέψουν στο εξωτερικό παρά μόνο με την βιολογική τους μητέρα αφού αποδείξουν ότι δεν υπάρχει βιολογικός πατέρας. Τα συνοδεύει ένα πιστοποιητικό γέννησης που αν δεν έχει κενό στο «όνομα πατρός» έχει απλώς ένα άσχετο όνομα που προστέθηκε με τη νομική διαδικασία «πρόσληψης πατρωνύμου».

Έχουμε πέσει μέσα σε ένα μεγάλο νομικό και θεσμικό κενό και δεν βλέπω πως θα μπορέσουμε να βγούμε χωρίς τη βοήθεια νόμων που να μας περιλαμβάνουν.

Ας μην φτάσουμε όμως αμέσως στα μακάβρια και στους θανάτους και ας δούμε άλλες απλές καταστάσεις: δυο άνθρωποι που ζουν μαζί και μεγαλώνουν παιδιά δεν είναι υποχρεωμένοι δια νόμου να μείνουν μαζί για πάντα. Όταν λοιπόν αυτοί οι δύο  άνθρωποι χωρίζουν και είναι ετερόφυλοι δικαστήρια και νόμοι ορίζουν ζητήματα όπως η επιμέλεια των παιδιών, η διατροφή, το πότε τα παιδιά το έχει ο ένας και πότε ο άλλος κλπ. Αν αύριο αποφασίσω να χωρίσω με τη σύντροφό μου μπορώ να πάρω τα βιολογικά παιδιά μου και να μην την αφήσω να τα ξαναδεί ποτέ. Ή αν αύριο εκείνη αποφασίσει να με χωρίσει δεν μπορώ να της ζητήσω διατροφή για τα παιδιά. Αφού νομικά δεν είμαστε οικογένεια δεν θα επιληφθεί κανένα δικαστήριο και για τα ζητήματα της διάλυσης αυτής της οικογένειας με ότι αυτό συνεπάγεται.

Η δεύτερη μητέρα, αυτή δηλαδή που δεν είναι η βιολογική μητέρα ενός παιδιού σίγουρα είναι απολύτως αόρατη και σε δυσμενέστερη θέση σε κάθε περίπτωση. Όσο χρόνο και αγάπη κι αν δώσει, στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, στο σχολείο, και γενικά παντού  την αντιμετωπίζουν ως παραμάνα, ως βοηθητικό οικιακό προσωπικό  και ποτέ ως μητέρα κι αυτό είναι απίστευτα άδικο τόσο για την ίδια όσο και για το παιδί που μεγαλώνει μαζί της.

Για τους άντρες τα πράγματα είναι επίσης δύσκολα ή μάλλον δυσκολότερα, δεν μπορούν να γίνουν γονείς αν δεν έχουν λεφτά : τα διακόσια ευρώ που κοστίζει το σπέρμα σε μια τράπεζα σπέρματος δεν είναι σε τίποτα συγκρίσιμα με τις 100.000 χιλιάδες ευρώ που κοστίζει σε χώρες όπως η Αμερική ή ο Καναδάς μια αναπαραγωγική διαδικασία με παρένθετη μητέρα.  Ακόμα κι αν δεν μπαίνει το ζήτημα ταξικά ως κάτι που οι πλούσιοι μπορούν να κάνουν και οι φτωχοί είναι αδύνατον ακόμα και να το διανοηθούν είναι σαφές ότι θα πρέπει ένα ζευγάρι να έχει έστω ένα σπίτι να πουλήσει ή να βάλει υποθήκη για να πάρει δάνειο ώστε να αποκτήσει ένα παιδί. Μέχρι τώρα στην ομάδα δεν έχουμε ζευγάρια αντρών με παιδιά και αυτό σε μεγάλο βαθμό συνδέεται με το οικονομικό κόστος που έχει ένα τέτοιο project πατρότητας και όχι με την μειωμένη επιθυμία των ομοφυλόφιλων ανδρών να γίνουν γονείς.

Πριν λίγες μέρες ο Αύγουστος Κορτώ, ανοιχτά ομοφυλόφιλος συγγραφέας και μεταφραστής έγραφε σε άρθρο του στο Protagon:  «πήρα την απόφαση, όσες θυσίες κι αν απαιτήσει, σ’ όσους κι αν πρέπει να αποδείξω την καταλληλότητά μου ως πατέρα, πως κάποια μέρα θα γίνω κι εγώ ένας απ’ τους χαζομπαμπάδες που τόσο ζηλεύω.» Πριν λίγες μέρες πάλι, ο Φώτης Σεργουλόπουλος  επίσης ανοιχτά ομοφυλόφιλος ανακοίνωσε μέσα από την εκπομπή του ότι έγινε πατέρας.

Ήταν μια ακόμα θετική ανακοίνωση για εμάς αφού η φωνή μερικών ανθρώπων φτάνει πολύ πιο εύκολα στα αφτιά της κοινωνίας. Ακόμα κι αν αύριο εγώ αυτοπυρποληθώ στο Σύνταγμα η φωνή μου δεν θα φτάσει εκεί που θα φτάσει η φωνή ενός ανθρώπου που έχει πρόσβαση στα μίντια και στον τηλεοπτικό χρόνο.

Ελπίζουμε ότι σταδιακά διάσημοι ή παγκοσμίως άσημοι και αόρατοι γονείς σιγά σιγά θα βγουν από την ντουλάπα και θα σταθούν δίπλα μας για να απαιτήσουμε όλοι μαζί ίσα δικαιώματα για τις οικογένειές μας και τα παιδιά μας. Αυτή η συστράτευση είναι ζωτικής σημασίας για μας.

Συχνά όταν τα παιδιά μας λένε ότι έχουν δύο μητέρες τα αντιμετωπίζουν τουλάχιστον ως μυθομανή, αλλόκοτα και ελαφρώς ανόητα: μα τι λες παιδάκι μου, δεν ξέρεις ότι μάνα είναι μόνο μία; Και το παιδάκι ξέρει ότι δεν κάνει λάθος κι ότι δεν λέει ψέματα ούτε είναι χαζό και ανόητο αλλά πώς να πείσει την καλή εκείνη δασκάλα που ξέρει ότι ένα παιδί έχει μαμά και μπαμπά και όχι μαμά και μαμά ή μπαμπά και μπαμπά… Σε κανένα σχολικό βιβλίο, ούτε καν σε εξωσχολικά βιβλία τα παιδιά μας δεν μπορούν να δουν αντίστοιχες οικογένειες με τις δικές τους, Σκεφτείτε για μια στιγμή μόνο πως είναι να μεγαλώνει κάποιος και να μη βλέπει ποτέ οικογένειες όπως η δική του σε κανένα βιβλίο, σε κανένα παραμύθι σε καμία ιστορία και πως τον κάνει να νιώθει αυτό. Και πως μπορούμε εμείς να διεκδικήσουμε ισότητα για τις οικογένειές μας όταν δεν υπάρχει κανένας νόμος που να μας αναγνωρίζει ως οικογένειες;

Και τώρα ο αριστερός «σύντροφος» θα έρθει με ύφος κάπως δυσαρεστημένο και θα μου μιλήσει για το πολιτικό κόστος και πως εντάξει εκείνος δεν είναι ομοφοβικός αλλά δεν είναι όλα τα μέλη και οι ψηφοφόροι το ίδιο πολίτικαλ κορέκτ οπότε ας αφήσουμε για την ώρα το θέμα «οικογένεια» στην άκρη να κάνει παρέα με το «πατρίς και το θρησκεία» γιατί έχουμε και σοβαρότερα προβλήματα να ασχοληθούμε, προβλήματα που αφορούν τους πολλούς και όχι πέντε δέκα οικογένειες.  Ναι μοιάζει να είμαστε λίγοι γιατί πάντα ο φόβος κρατάει τους ανθρώπους μακριά από διεκδικήσεις και πολλοί από εμάς έχουν πραγματικούς λόγους να φοβούνται να είναι στην πρώτη γραμμή εδώ μαζί μας.

Ναι η χώρα μας και η κοινωνία μας είναι συντηρητικές αλλά το πόσο συντηρητική ή όχι είναι η κοινωνία μιας χώρας είναι  συνάρτηση του πόσο οι νόμοι του κράτους μέσα στο οποίο ζει αυτή η κοινωνία σέβονται και δεν καταπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των πολιτών. Δεν νομίζω ότι η κοινωνία της Ισπανίας ήταν λιγότερο ομοφοβική από τη δική μας, απλώς το νομικό πλαίσιο που επέτρεψε στους  λοατ να κάνουν οικογένειες δημιούργησε ένα δυναμικό κίνημα και οι λοατ γονείς εκεί ξεφύτρωναν από παντού σαν σαλιγκάρια μετά τη βροχή.

Δεν περιμένουμε αμέσως να λυθεί με ένα νομοσχέδιο το ζήτημα της ομοφοβίας στην χώρα μας, θα επαναλάβω κάτι που είπε η φίλη ακτιβίστρια  Ilaria Trivellato, υπεύθυνη των οικογενειών ουράνιο τόξο στην περιοχή της Emilia Romagna στην Ιταλία για την ομοφοβία:«Αν ρωτήσετε ένα ψάρι τι βλέπει, θα σας απαντήσει: «Τον κοραλλιογενή ύφαλο, τα άλλα ψάρια, τα φύκια…» Δεν θα σας πει ποτέ: «Βλέπω το νερό». Το νερό δεν μπορεί να το δει, γιατί είναι παντού.

Η ομοφοβία είναι για μας ότι είναι το νερό για το ψάρι: κανείς δεν την βλέπει γιατί είναι παντού, γιατί μεγαλώσαμε μαζί της, γιατί την  έχουμε ρουφήξει μαζί με το γάλα μας από την πρώτη μέρα που ήρθαμε στον κόσμο γιατί είναι «φυσική».

Η αποστολή μας σαν ακτιβιστές είναι να κάνουμε το νερό να φανεί. Γιατί δεν μπορείς να πολεμήσεις αυτό που δεν βλέπεις.

Πηγή: οικογένειες ουράνιο τόξο

 

Share

Σκέφτομαι και Γράφω

της Φλώρας Νικολιδάκη

Στο δημοτικό είχα μια δασκάλα τη δεσποινίδα Άννα. Ήταν μοναχική γυναίκα, άκρως συντηρητική. Ζητώ συγγνώμη, αλλά τότε, βάζοντας το χεράκι μας μπροστά στο στόμα μας, τη λέγαμε «θεούσα». Η αλήθεια είναι ότι ανακατευόταν πάρα πολύ με τα κατηχητικά και τα εκκλησιαστικά. Αυτή η δασκάλα με συμπαθούσε πάρα πολύ. Αιτία ήταν μια φασιστικού τύπου διαπαιδαγώγηση που η δασκάλα σκαρφίστηκε μια μέρα. Έφερε στην τάξη ένα άλμπουμ με φωτογραφίες, το άφησε πάνω στην έδρα, που τότε έστεκε πιο πάνω από μας, αφού ήταν σε βάθρο, και μας είπε:

– Αυτό το άλμπουμ, έχει υπέροχες φωτογραφίες, που θα σας τις δείξω μόλις επιστρέψω στην τάξη. Μέχρι να γυρίσω, κανένα παιδί δεν πρέπει να έρθει στην έδρα για να κοιτάξει τις φωτογραφίες.

Η δασκάλα μας βγήκε από την τάξη και όπως καταλάβατε, όλα τα παιδιά βρέθηκαν στην έδρα. Εκτός από μένα. Κάθισα ήσυχη στο θρανίο μου, οικτίροντας τους περίεργους και ανυπόμονους συμμαθητές και συμμαθήτριες και σνομπάροντας το άλμπουμ της δασκάλας.

Η δεσποινίς Άννα επέστρεψε. Η πρώτη της δουλειά ήταν να ρωτήσει:

– Ποιο παιδί δεν είδε το άλμπουμ?

– Σήκωσα το χέρι μου.

Αυτό ήταν. Με αγάπησε.

Τα χρόνια πέρασαν. Το δημοτικό τελείωσε. Πήγαμε στο γυμνάσιο.

Ένα μεσημέρι μέσα στο λεωφορείο συναντάω τη δεσποινίδα Άννα, τη δασκάλα της τετάρτης δημοτικού.

– Παιδί μου Νικολιδάκη, τι κάνεις?

– Πολύ καλά κυρία.

–  Δεν το πιστεύω παιδί μου, φοράς μίνι? Και σε νόμιζα τόσο καλό παιδί!

– Καλό παιδί είμαι κυρία απάντησα. Και η εμφάνιση δεν έχει καμιά σχέση. Εξάλλου ποτέ δεν ήμουν το παιδί που νομίζατε εσείς.

Με κοίταξε έντρομη. Δεν είπε τίποτα, αλλά απομακρύνθηκε λίγο.

Στην αρχή λυπήθηκα που γκρέμισα ένα τζάμι. Αλλά αμέσως αισθάνθηκα μεγάλη ανακούφιση. Με καταπίεζε πάντα η εκτίμηση που μου έδειχνε η δεσποινίς Άννα, για κάτι που δεν ήμουν.

 

Share

Τι συμβαίνει σε μια χώρα όταν οι νέοι άνθρωποι σταματούν να κάνουν σεξ;

Οι Ιάπωνες κάτω των 40 φαίνεται να χάνουν το ενδιαφέρον τους για τις συμβατικές σχέσεις. Εκατομμύρια δεν βγαίνουν καν ραντεβού ενώ ένας όλο και αυξανόμενος αριθμός δεν μπορεί να “ασχολείται” με το σεξ.

Ο αριθμός των ανθρώπων που επιλέγουν τη μοναξιά σοκάρει. Σύμφωνα με σχετική έρευνα του 2011, το 61% των άγαμων ανδρών και το 49% των γυναικών ηλικίας 18-34 δεν είχαν ποτέ κανένα είδος ρομαντικής σχέσης. Μια άλλη μελέτη διαπίστωσε ότι το ένα τρίτο των ατόμων κάτω των 30 ετών δεν έχει βγει ποτέ ραντεβού. Παρά το γεγονός ότι έχει υπάρξει εδώ και αρκετό καιρό ένας ρεαλιστικός διαχωρισμός ανάμεσα στην αγάπη και το σεξ στην Ιαπωνία -μια χώρα ως επί το πλείστον χωρίς θρησκευτικά ήθη– το σεξ βρίσκεται υπό εξαφάνιση.

Για την κυβέρνηση το “σύνδρομο της αγαμίας”  αποτελεί μέρος μιας επικείμενης εθνικής καταστροφής. Η Ιαπωνία έχει ήδη ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων στον κόσμο. Ο πληθυσμός των 126 εκατομμυρίων που έχει συρρικνωθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία, αναμένεται να πέσει στο ένα τρίτο μέχρι το 2060. Το 2012 τα ποσοστά γεννήσεων που καταγράφηκαν ήταν χαμηλότερα από ποτέ. Οι Ιάπωνες κάτω των 40 δεν πρόκειται πλέον να τεκνοποιήσουν από καθήκον όπως έκαναν οι προπολεμικές γενιές.  Η χώρα διανύει μια μεγάλη κοινωνική μετάβαση μετά από 20 χρόνια οικονομικής στασιμότητας ενώ προσπαθεί να ανακάμψει από τις επιδράσεις του σεισμού του 2011, του τσουνάμι και της ραδιενεργής μόλυνσης.

Ο γάμος θεωρείται πλέον ως ένα ναρκοπέδιο από μη ελκυστικές επιλογές και συντηριτικές νοοτροπίες στο σπίτι και στον χώρο εργασίας παραμένουν. Επιπλέον το αυστηρό εταιρικό καθεστώς στην Ιαπωνία καθιστά σχεδόν αδύνατο για τις γυναίκες να συνδυάσουν καριέρα και οικογένια, ενώ για να μεγαλώσει μια οικογένια παιδιά χρειάζεται να δουλεύουν απαραίτητα και οι δύο γονείς.

Η Ai Aoyama, σύμβουλος σεξ και σχέσεων, υποστηρίζει ότι τα δύο φύλα, ιδιαίτερα στις γιγάντιες πόλεις της Ιαπωνίας  είναι πολύ απομακρυσμένα το ένα από το άλλο. Λόγω της έλλειψης μακρυπρόθεσμων  κοινών στόχων, πολλοί στρέφονται  σε αυτό που αυτή ορίζει  ως “Pot Noodle love” ,  εύκολη ή άμεση ικανοποίηση , με την μορφή του περιστασιακού σεξ ή του συνήθους υπόπτου, του διαδικύου. Οnline πορνό, εικονικές «κοπέλες» και anime.  Ή διαφορετικά πολλοί νέοι επιλέγουν  την αντικατάσταση της αγάπης και του έρωτα με άλλες «αστικές» δραστηριότητες.

Η αποστροφή προς τον γάμο και την οικειότητα  στην Ιαπωνία δεν είναι μοναδικό φαινόμενο, όπως επίσης μοναδικό φαινόμενο δεν αποτελεί και η αυξανόμενη προσκόληση στην τεχνολογία.  Αυτό όμως που οι Ιαπωνικές επιτροπές αδυνατούν να καταλάβουν ενώ προσπαθούν να  επεξεργαστούν το φαινόμενο, είναι ότι κάτω από τις παρούσες συνθήκες η επιλογή του να μένει κανείς  μόνος του βγάζει απόλυτο νόημα. Αυτό ισχύει και για τα δύο φύλα αλλά ιδιαίτερα για τις γυναίκες.  «Ο γάμος είναι ο τάφος της γυναίκας» λέει ένα παλιό ιαπωνικό ρητό που αναφέρονταν στις συζύγους που αγνοούνταν από τον άνδρα τους χάριν των ερωμένων. Για τις γυναίκες της Ιαπωνίας σήμερα, ο γάμος είναι ο τάφος της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας.

Σύμφωνα με την Eri Tomita 32, οι πιθανότητες μιας γυναίκας να πάρει προαγωγή σταματούν αμέσως μόλις παντρευτεί. « Τα αφεντικά υποθέτουν ότι θα μείνεις έγκυος». Και  μόλις μια γυναίκα αποκτά παιδί, οι απαιτήσεις της δουλειάς δεν μπορούν πραγματικά να καλυφθούν. «Θα πρέπει να παραιτηθείς. Και θα καταλήξεις να γίνεις μια νοικοκυρά χωρίς καθόλου δικό σου εισόδημα. Αυτό δεν αποτελεί επιλογή για μια γυναίκα σαν και εμένα».

Γύρω στο 70% των γυναικών στην Ιαπωνία αφήνουν τις δουλειές τους μόλις αποκτήσουν παιδί. Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ συνεχώς δείχνει την Ιαπωνία στις πρώτες θέσεις των χωρών με την μεγαλύτερη ανισότητα  ανάμεσα στα δύο φύλα στον χώρο εργασίας. Τα κοινωνικά στερεότυπα δεν βοηθούν και πολύ καθώς οι παντρεμένες εργαζόμενες μητέρες συχνά χαρακτηρίζονται αρνητικά.

Ορισμένοι ειδικοί πιστεύουν ότι  η απομάκρυνση από τον γάμο δεν είναι απλώς η απομάκρυνση από τους κανόνες και τους ρόλους των δύο φύλων. Πρόκειται για μία μακροχρόνια κατάσταση. «Το να είσαι single ήταν κάποτε η απόλυτη προσωπική αποτυχία» λέει η Tomomi Yamaguchi, επίκουρος καθηγήτρια ανθρωπολογίας στο Montana State University της Αμερικής. « Όμως οι περισσότεροι άνθρωποι λένε ότι το προτιμούν». Το να είσαι μόνος σου κατ’επιλογίν έχει γίνει σύμφωνα με την ίδια «μια νέα πραγματικότητα».

Μήπως η Ιαπωνία μας δείχνει  μια εικόνα από το μέλλον;  Πολλές από τις αλλαγές που συμβαίνουν στην Ιαπωνία συμβαίνουν και σε  άλλες αναπτυγμένες χώρες.  Στα κομμάτια της ανεπτυγμένης Ασίας, την Αμερική και την Ευρώπη, οι άνθρωποι παντρεύονται αργότερα ή και καθόλου, τα ποσοστά γενήσεων πέφτουν και οι μονογονεϊκές οικογένιες  αυξάνονται. Όμως ένα διακριτό σύνολο παραγόντων επιταχύνει  αυτές τις τάσεις στην Ιαπωνία. Οι παράγοντες αυτοί περιλαμβάνουν την έλλειψη θρησκευτικής αρχής, το επισφαλές σεισμογενές περιβάλλον που δημιουργεί συναισθήματα ματαιότητας καθώς και το υψηλό κόστος διαβίωσης και ανατροφής των παιδιών.

Πηγή: left.gr

 

Share

Ο καιρός είναι στρογγυλός και κυλάει….

της Φλώρας Νικολιδάκη

Το ζευγάρι ήταν πανέμορφο. Η κοπέλα, στις μέρες της να γεννήσει. Συνέχεια μαζί. Τους καμαρώναμε στο καφενεδάκι της πλατείας που περνάγαμε τα ζεστά βράδια του Ιουλίου.

Κάποια στιγμή ο νεαρός ήρθε στο καφενεδάκι μ’ένα φίλο του. Κατάλαβα. Η κοπέλα γέννησε. Χαιρετούρες και ευχές από τη γειτονιά.

Μετά από μέρες το ζευγαράκι μας εμφανίσθηκε και πάλι μαζί. Αυτή τη φορά με ένα καρότσι πνιγμένο στα τούλια κι’ένα πανέμορφο μωρό μέσα.

Η κοπέλα μας, κάθισε λίγο στην παρέα και μετά πήρε το καρότσι και ανέβηκε στο σπίτι. Την παρακολουθούσα. Είχε αλλάξει, ήταν πιο σοβαρή, πιο «βαριά».

Οι μέρες περνούν, όλο και πιο σπάνια τη βλέπω πια. Ο νεαρός όμως σταθερός στο στέκι της πλατείας μας.

Άλλη μια γυναίκα μπήκε στο ρόλο της.

 

Share

Crisis erotica

της  Ευγενίας Τζιρτζιλάκη

«Αν δεν μπορώ να χορεύω, δεν έχω σχέση μ’ αυτήν την επανάσταση.»

‘Εμμα Γκόλντμαν

Οι σχέσεις είναι ούτως ή άλλως ευαίσθητες περιοχές, εύθραυστες. Όσο πιο κοντά στο φυλλοκάρδι σου είναι ο άλλος, τόσο επιρρεπέστερη γίνεται η καρδιά στο τρέμουλο. Τα ζευγάρια τσακώνονται, μονιάζουν ή χωρίζουν, έτσι πάει, κι αυτό δεν είναι πρωτότυπο. Αυτή την εποχή όμως, μοιάζει να παραγίνεται. Διαρκώς ακούω ιστορίες χωρισμών, ακόμη κι από ανθρώπους που είναι μαζί δεκαετίες και πάντα έδειχναν καλά, άρτια χωνεμένοι ο ένας μες στον άλλον.

Η κρίση μας χτυπάει παντού, λογικό. Αυτό που μου σηκώνει τις κεραίες όμως είναι άλλο: η πανομοιότυπη αφήγηση. Μια αφήγηση που μοιάζει συμπληρωματική, σα να μοιράστηκε στα σπίτια ένα σενάριο και οι πολλές φωνές των ενοίκων αρθρώνουν την ίδια μία ιστορία.

Η ιστορία έχει πάνω κάτω ως εξής: Εκείνος κι εκείνη έχουν πολλά κοινά. Κοινωνικά και πολιτικά βλέπουν τα πράγματα με πολύ κοντινό τρόπο, συχνά κατεβαίνουν μαζί στο δρόμο, ελπίζουν κι απελπίζονται μαζί (ε, δεν ταίριαξαν τυχαία!). Εκείνος, όμως  το παρακάνει. Κι εδώ ξεκινάει η χορωδιακή αφήγηση. Εκείνος δεν βλέπει πού, ποιο τέλος πάντων είναι το πρόβλημα, κατ’ εκείνην όμως, γίνεται μονοδιάστατος, συντονίζεται σε μία μόνο συχνότητα, σταματά να ακούει εκείνης, παύουν να ακούν μαζί μουσική. Δεν χορεύουν. Εκείνος δεν την προσέχει πια, δεν προσέχει τον εαυτό του, δεν κόβει τα νύχια του, δεν σκέφτεται τίποτε πέρα απ’ τα κοινά (common/ public), σε βαθμό που η ζωή τους μαζί σταματά να είναι κοινή (shared) και γίνεται κοινή (plain). Δεν καταλαβαίνεις, της λέει εκείνος. Εσύ δεν καταλαβαίνεις, του λέει εκείνη. Κι η κόπωση τους κόβει.

Σήμερα διάβασα έναν στίχο της Σαπφούς που μου φώτισε κάτι επ’ αυτού: εύκαμπτον γαρ άει το θήλυ, αι κε τις κούφως το παρόν νοήση, που θα πει: γιατί το θήλυ είναι εύκαμπτο, και ελαφρώς πως έχει πάντα το νου του στο παρόν. Πιο ελεύθερα: το θήλυ λυγίζει (έτσι δε σπάει), και το νόμισμα του παρόντος δεν το ανταλλάσσει ούτε με αναμνήσεις, ούτε με μελλοντικά κέρδη. Με ελαφρότητα, διάχυτα αλλά πάντοτε, έχει το νου στο τώρα.

Ίσως μπαίνουμε στην επικίνδυνη περιοχή των έμφυλων στερεοτύπων, ίσως η σχέση γυναίκας-χρόνου να μην εξαντλείται στα αριθμημένα ωάρια του αναπαραγωγικού της ωραρίου, ίσως υπάρχουν ζευγάρια όπου οι ρόλοι αντιστρέφονται (υπάρχουν;). Αλλά το θέμα δεν είναι εκεί. Το θέμα είναι πως το πολιτικό ούτε αρχίζει ούτε τελειώνει στην πλατεία, στην πορεία, απεργία· περνάει από κει. Το πολιτικό εδράζει στο προσωπικό. (Συχνά η πιο παρωχημένη –σχεδόν ανόητη απ’ την τόση δόση αυτονόητου–  πρόταση, είναι αυτή που χρειάζεται να αφουγκραστούμε.)

Θέλει λύγισμα για να κρατήσεις την ψυχή σου όρθια. Τι νόημα έχει άλλωστε να μένεις στητός όταν δεν θα είσαι πια ο εαυτός σου; Λύγισμα εννοώ τα μικρά και τα μεγάλα, το απόγευμα στη θάλασσα, την τέχνη, τον έρωτα, το ξεχορτάριασμα της γλάστρας, να θυμηθείς τον εαυτό σου, τον άλλον, της ζωής σου τα γιατί, το νόημα του μαζί. Το παρόν είναι το νόημα. Κι όταν το υπερασπιζόμαστε σε άγριους καιρούς, είναι τουλάχιστον υποκρισία εμείς να το έχουμε πρώτοι απολέσει. Συνεπώς, όταν η σκέψη για το μέλλον φράζει το παρόν, καλό θα είναι να ξανασκεφτούμε τι είδους μέλλον εννοούμε. Και να ξανατσεκάρουμε διαρκώς, ξανά και ξανά και ξανά, τα ειλικρινή μας κίνητρα (για τα πάντα), το πότε μας παίρνει η μπάλα, πού είναι τα όρια, τί η ισορροπία, και ποιος ο εχθρός. Όταν ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, έχουμε ήδη γίνει η απειλή που πολεμάμε.

 

Share

Μια νέα γυναίκα και μητέρα εμπνέει και οργανώνει νέες μητέρες σε ομάδα αλληλοβοήθειας

της Χριστίνας Κούρκουλα

Στο βίντεο που ακολουθεί η Σοφία Αθανασιάδου, μια νέα γυναίκα και μητέρα που στην παιδική της ηλικία υπήρξε θύμα κακοποίησης από τους δικούς της γονείς για λόγους σωφρονισμού, μιλάει για τη μέχρι σήμερα διαδρομή της στη ζωή μέσα από βιωματικές αναζητήσεις, για να καταλήξει στην ικανοποίηση που παίρνει μέσα από την κοινωνική αλληλεγγύη και την αμοιβαία υποστήριξη της ομάδας αλληλοβοήθειας νέων μητέρων που δημιουργήθηκε με δική της πρωτοβουλία.

Η Σοφία περιγράφει την πορεία της από την εμπειρία της σωματικής τιμωρίας στην παιδική της ηλικία μέχρι την συνειδητοποίηση και την προσωπική πληρότητα. Αφού σπούδασε πράγματα που δεν την ενδιέφεραν πραγματικά, αποφάσισε να ακολουθήσει τα όνειρά της και να ασχοληθεί με ό,τι την έκανε ευτυχισμένη όπως χαρακτηριστικά λέει η ίδια.

Η οικονομική κρίση οδήγησε την οικογένειά της στην οικονομική καταστροφή και την ίδια σε χρόνια κατάθλιψη. Η αγάπη της για το γράψιμο και η δημιουργία ενός blog που έδωσε διέξοδο στην ανάγκη της να επικοινωνήσει τις σκέψεις της και σε άλλες γυναίκες που βιώνουν τις ανατροπές στο βιοτικό τους επίπεδο λόγω της κρίσης, την οδήγησε στην απόφαση να τις βοηθήσει, οργανώνοντας μια ομάδα αλληλεγγύης γυναικών.

Στην ομάδα που έχει σαν στόχο την ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα παιδικής κακοποίησης, μητρικού θηλασμού και του δικαιώματος στον δημόσιο θηλασμό, συμμετέχουν νέες κυρίως γυναίκες και μητέρες. Η ομάδα μέσα από το blog της Σοφίας και την αντίστοιχη σελίδα στο facebook δικτυώνεται, ανταλλάσει ιδέες, συμβουλές και πράγματα, και αλληλοϋποστηρίζεται, ενθαρρύνοντας η μια την άλλη.

Δείτε στο παρακάτω βίντεο τη Σοφία να μιλάει γι’ αυτό το εγχείρημα.

YouTube Preview Image

 

 

Share

«Καμία διαφορά» στα παιδιά που μεγαλώνουν με γκέι γονείς

Η νομιμοποίηση του γάμου μεταξύ ομοφυλόφιλων θα ήταν προς το συμφέρον των παιδιών που μεγαλώνουν με γκέι γονείς, καταλήγει σε νέα έκθεσή του ο Αμερικανικός Σύλλογος Παιδιατρικής.

Η έκθεση, η οποία δημοσιεύεται στην έγκριτη επιθεώρηση Pediatrics, διαπιστώνει ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν με ομοφυλόφιλους γονείς αναπτύσσονται εξίσου φυσιολογικά. Αυτό σημαίνει ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός των γονιών, βιολογικών ή θετών, δεν έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ψυχοσύνθεση και την κοινωνικοποίηση των παιδιών.

«Έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά ευημερούν όταν έχουν δύο γονείς που τα αγαπούν και μπορούν να προσφέρουν ένα σωστό περιβάλλον. Δεν υπάρχουν διαφορές ανάλογα με τον σεξουαλικό προσανατολισμό» δήλωσε ο Δρ Μπένζαμιν Σίγκελ, καθηγητής Παιδιατρικής και Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης και μέλος της συντακτικής ομάδας.

Η έκθεση βασίστηκε στις μερικές εκατοντάδες έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα για το θέμα, καθώς και σε γνωμοδοτήσεις ανεξάρτητων παιδοψυχιάτρων.

Μια από τις μελέτες εξέταζε 44 περιπτώσεις εφήβων τους οποίους μεγάλωναν ζευγάρια γυναικών στις ΗΠΑ σε καθεστώς «παρόμοιο με το γάμο». Η σύγκριση με 44 εφήβους που μεγάλωναν με ετεροφυλόφιλα ζευγάρια δεν εντόπισε διαφορές ως προς τα επίπεδα αυτοεκτίμησης, κατάθλιψης, άγχους και σχολικών επιδόσεων.

Μια άλλη έρευνα παρακολούθησε την υγεία παιδιών τα οποία μεγάλωναν 154 λεσβίες μητέρες -70 ζευγάρια και 14 γυναίκες που ανέλαβαν μόνες την ανατροφή των παιδιών τους. Στην ηλικία των 17 ετών, τα παιδιά αυτά παρουσίαζαν άριστες κοινωνικές και ακαδημαϊκές επιδόσεις και λιγότερες επιθετικές συμπεριφορές.

Η έκθεση επισημαίνει ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν επαρκείς μελέτες για τα ζευγάρια ομοφυλόφιλων ανδρών, δεδομένου ότι λίγοι γκέι άνδρες στις ΗΠΑ έχουν υιοθετήσει παιδιά. Υπάρχουν όμως ενδείξεις ότι τα ζευγάρια αυτά δεν παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές από τα ζευγάρια λεσβιών ως προς την ικανότητα ανατροφής παιδιών.

Η έκθεση δημοσιοποιείται την ώρα που το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ επανεξετάζει πρόσφατο νόμο (DOMA) ο οποίος απαγορεύει στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση να αναγνωρίζει τους γκέι γάμους.

Ο Δρ Σίγκελ της συντακτικής ομάδας διαβεβαίωσε ότι η έκθεση δεν είναι πολιτικοποιημένη και η χρονική στιγμή της δημοσίευσής της είναι συμπτωματική.

Πηγή: in.gr

 

 

Share

Η ζωή ενός ομοφυλόφιλου στην Κίνα

O Xiao Bin είναι ομοφυλόφιλος παντρεμένος με μία γυναίκα εδώ και επτά χρόνια. Η ζωή του δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά από αυτή του 90% των ομοφυλόφιλων στην Κίνα. Η κινεζική κοινωνία σταδιακά αλλάζει, ωστόσο οι ομοφυλόφιλοι ζουν ακόμα στη σκιά. Ο 42χρονος Τσιάο αποκάλυψε την προσωπική του ιστορία στο Spiegel με την προϋπόθεση πως το όνομά του θα άλλαζε.

Ενώ η γυναίκα του Xiao είναι στην τουαλέτα, ο Lian εραστής του Xiao τον πλησιάζει. Ο Xiao τον αγκαλιάζει. Στη συνέχεια ο Lian φεύγει και πάλι στα κρυφά. Ο Lian είναι υπάλληλος στο εστιατόριο του Xiao, ένα μικρό εστιατόριο που βρίσκεται ακριβώς κάτω από το διαμέρισμά του στην πόλη Tianjin.

Ο Xiao πίστευε πως θα μπορούσε να κρατήσει για πάντα μυστική τη σχέση του με τον Lian, ωστόσο όλα αποκαλύφθηκαν όταν μια μέρα η γυναίκα του του είπε «φαίνεσαι πολύ πιο ευτυχισμένος όταν βρίσκεσαι με αυτόν τον άνθρωπο στο κρεβάτι».

Σύμφωνα με έρευνα του πανεπιστημίου Qingdao στην Κίνα υπάρχουν πάνω από 30 εκατομμύρια ομοφυλόφιλοι, άνδρες και γυναίκες. Το 90% των ομοφυλόφιλων ωστόσο συνεχίζει να έχει εικονικούς γάμους. Μερικοί έχουν και παιδιά. Όταν ο Xiao αποφάσισε να παντρευτεί τη Hong Zhao είχε ως στόχο να παραμείνει πιστός σε αυτά που ορίζει η κοινωνία της Κίνας και να κάνει ευτυχισμένους τους γονείς του. Δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο δύσκολη θα γινόταν η ζωή του με αυτήν την απόφαση.

Ο Xiao θυμάται την πρώτη φορά που προσπάθησε να αποκαλύψει την αλήθεια στον πατέρα, τότε που ήταν ακόμα νεαρός. Μόλις είχε χωρίσει με την τότε κοπέλα του όταν ο πατέρας του προσπάθησε να μάθει τι είχε συμβεί. Όπως σημειώνει ο Xiao ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με τις κοπέλες και αυτό είχε προκαλέσει ερωτηματικά στους γονείς του. Κατά τη διάρκεια της έντονης κουβέντας με τον πατέρα του, ο Xiao χάνει την υπομονή του και αποκαλύπτει την αλήθεια…

«Είμαι ομοφυλόφιλος. Δεν μου αρέσουν οι γυναίκες», του είπε. «Μην προσπαθείς να ξεφύγεις, μην ψάχνεις για δικαιολογίες», του απάντησε ο πατέρας μη θέλοντας να πιστέψει την αποκάλυψη του γιου του. «Βγαίναμε τέσσερα χρόνια και δεν έχω αγγίξει ούτε το χέρι της», συνέχισε ο Xiao. Ακολούθησε η έκρηξη του πατέρα. «Έξω. Φύγε έξω από το σπίτι μου!» του φώναξε.

Ο Xiao φοβήθηκε πως η οικογένειά του δεν πρόκειται να του μιλήσει ποτέ ξανά. Ήθελε να ξεχάσει την οργή του πατέρα του, τα δάκρυα της μητέρας του. Τα συναισθήματά του ήταν αντικρουόμενα. Από τη μία ο Xiao ένιωθε οργή και θλίψη από την άλλη ένιωθε ελεύθερος. Σχεδίαζε να μην επιστρέψει ποτέ πίσω.

Σε πολλές χώρες η καταπίεση που δέχονται οι ομοφυλόφιλοι προέρχεται από τη Θρησκεία. Στην Κίνα η πηγή της καταπίεσης είναι η οικογένεια. Ο γάμος και η πατρότητα αποτελούν βασικούς στόχους για κάθε άνδρα στην Κίνα και άρα ο ομοφυλόφιλος, σύμφωνα με τους κοινωνικούς κανόνες, δεν εκπληρώνει το καθήκον του.

Υπήρχαν στιγμές που ο Xiao απολάμβανε την ελευθερία του μακριά από το πατρικό του και την οικογένειά του. Γνώρισε και εντάχθηκε στην ομοφυλοφιλική κοινότητα του Πεκίνο, ωστόσο υπήρχαν και φορές που ήθελε μια άλλη ζωή. Ήθελε να αλλάξει. Δούλεψε σε εκκλησία πιστεύοντας πως ο Θεός θα μπορούσε να τον «θεραπεύσει». Στη συνέχει ταξίδεψε για να βρει τον εαυτό του. Χωρίς χρήματα πλέον επιστρέφει στο σπίτι του. Περίμενε πως οι γονείς του θα τον διώξουν και πάλι, όμως τελικά η υποδοχή που του επιφύλαξαν ήταν πολύ θερμή. «Μπορώ να αλλάξω» τους είπε συγκινημένος.

Ακολούθησε ο γάμος με τη Hong. Και για τους δύο ήταν μια ελπίδα για μια καινούργια καλύτερη ζωή. Η Hong ήθελε να αφήσει πίσω τα δύσκολα παιδικά χρόνια που είχε και ο Xiao πίστευε πως με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να «θεραπευτεί» οριστικά. Τελικά όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως περίμεναν. Σε επτά χρόνια γάμου οι ερωτικές επαφές τους ήταν ελάχιστες, ενώ και τα ευρήματα της Hong που μαρτυρούσαν την ομοφυλοφιλία του συζύγου της παρέμειναν κρυφά. Οι δυο τους ποτέ δεν μίλησαν για αυτά.

Πριν από τέσσερα χρόνια ο Xiao γνώρισε τον Lian. Συχνά ονειρευόντουσαν πως κάποια μέρα δεν θα χρειάζεται πλέον να κρύβονται. Όπως αναφέρει το Spiegel στο δημοσίευμά του υπάρχουν ενδείξεις πως η κινεζική κοινωνία σταδιακά αλλάζει. Τον Οκτώβριο του 2012 στην πόλη Ningde έγινε ο πρώτος γάμος ομοφυλόφιλων στη χώρα. Πλήθος κόσμου συνέρρευσε κυρίως από περιέργεια. Κάθε χρόνο πραγματοποιείται στη Shanghai η «παρέλαση υπερηφάνειας», ενώ οι οργανώσεις για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων συνεχώς αυξάνονται.

Ωστόσο η κοινωνία παραμένει βαθιά διχασμένη, σύμφωνα με το γερμανικό περιοδικό. «Θα χρειαστούν δεκαετίες για να αποδεχτεί η κοινωνία του ομοφυλόφιλους», δηλώνει ο Stephen Leonelli επικεφαλής της μεγαλύτερης οργάνωσης για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων στο Πεκίνο.

Για τον Xiao όμως τότε θα είναι αργά. Όταν η γυναίκα του ανακάλυψε την ερωτική σχέση που είχε με τον Lian σκέφτηκε πως θα τον αφήσει. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν συνέβη. «Δεν είσαι ομοφυλόφιλος. Είσαι συναισθηματικά ανώριμος. Θα περιμένω μέχρι να είσαι έτοιμος για εμάς», του είπε. Ο Xiao σκέφτηκε το διαζύγιο ωστόσο φοβήθηκε την αντίδραση της οικογένειάς του αλλά και την αντίδραση της κοινωνίας. Στην Κίνα οι διαζευγμένες γυναίκες αντιμετωπίζονται ως «ελαττωματικό προϊόν», όπως σημειώνει το Spiegel, και δύσκολα μπορούν να βρουν νέο σύζυγο και να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους.

«Μπορείς να κοιμάσαι με άλλους άντρες αν θέλεις», πρότεινε ο Xiao στη σύζυγό του. «Δεν έχει σημασία πως θα το αντιμετωπίσω. Πάντως δεν πρόκειται να το αντιμετωπίσω με τον ίδιο τρόπο με εσένα», του απάντησε. Κανείς από τους δύο δεν είχε τη δύναμη να διαλύσει το γάμο.

Η Hong είχε πλέον την επιθυμία για ένα παιδί, ωστόσο ο Xiao σκέφτηκε το μέλλον του παιδιού μέσα σε μια οικογένεια όπως τη δική του. Τι θα συμβεί στο παιδί; διερωτήθηκε και αποφάσισε πως δεν πρέπει να κάνουν παιδί. Λίγες εβδομάδες αργότερα έμαθε πως έχει AIDS. Η πρώτη σκέψη του όπως αναφέρει ήταν η Hong. Ευτυχώς αυτή δεν είχε προσβληθεί από τον ιο.

Το ποσοστό των ομοφυλόφιλων που έχουν προσβληθεί από τον ιο του HIV (5%) είναι διπλάσιο από το μέσο όρο στην κοινωνία, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Υγείας της χώρας. Η Hong και πάλι όμως δεν απομακρύνθηκε. Πηγαίνει ακόμα μια φορά την εβδομάδα στο σπίτι του συζύγου της και ξαπλώνει δίπλα του. Ο Xiao συνεχίζει να είναι επίσης με τον Lian. Μερικές φορές σκέφτεται πως θα ήθελε η Hong να τον είχε μισήσει και να τον είχε διώξει από τη ζωή της. Έτσι δεν θα ένιωθε και αυτός ένοχος για ό,τι έχει συμβεί.

Πηγή: tvxs

 

 

Share

Μια Απόπειρα Κριτικής στον Στόχο της Κριτικής: Οικογένεια, Κρίση και η Νέα Γενιά των Ελλήνων Κινηματογραφιστών

Όταν το σινεμά κάνει κοινωνική κριτική (σε περίοδο γενικευμένης κρίσης)

του Θοδωρή Ρακόπουλου

Οι σημειώσεις που ακολουθούν δεν εντάσσονται στην κρίση της παραγωγής κινηματογραφίας: δεν αξιώνουν κάτι παραπάνω από τη σύντομη συζήτηση των προτεραιοτήτων κοινωνικής και πολιτιστικής κριτικής που το νέο ελληνικό σινεμά θέτει στον εαυτό του και το κοινό του. Θα ασχοληθούμε εδώ με μια συγκεκριμένη πτυχή της δημιουργικής δουλειάς κάποιων από τους νεαρότερους και πιο δραστήριους Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη (εφεξής: ΚσΟ). Ένα παράπλευρο διακύβευμα του άρθρου (το οποίο δεν αποτελεί επ’ουδενί απόπειρα κινηματογραφικής κριτικής) αποτελεί η διευρυμένη εννοιολόγηση των όρων, που η κοινωνική κριτική των ταινιών αυτών επέλεξε να διαχειριστεί. Το άρθρο εκκινεί από ειλικρινές ενδιαφέρον για το φαινόμενο της νεότερης γενιάς του ΚσΟ, που χαιρετίστηκε ως το νέο κύμα του ελληνικού σινεμά. κι οι ταινίες που ακροθιγώς θα αναφερθούν, κρίνονται με θετικό πρόσημο, στο «ακραιφνώς» καλλιτεχνικό επίπεδο. Αν υπάρχει τέτοιο.

Υποφέρουμε από το κοινό αίσθημα: και ένα κυρίαρχο αίσθημα εν προκειμένω είναι η μεμψιμοιρία. Μια αίσθηση Angst, που η κρίση επιμηκύνει και βαθαίνει, απλώνεται ως άνυσμα σε πεδία της αυτοεικόνας μας και της εμπειρίας μας του ιδιωτικού, όσο ο δημόσιος χώρος εισβάλλει στον χώρο της οικειότητας, όσο η συλλογική εμπειρία της κρίσης εξατομικεύεται και διϋλίζεται. Αυτή η διαδικασία έχει αντίκτυπο στην άρθρωση κριτικού λόγου: λόγου κριτικής απέναντι στην κρίση. Μια φράση που υπήρξε εφαλτήριο ικανής παρεξήγησης και υπερβολής λέει πως ο κομμουνισμός (διάβαζε, lato sensu: η ριζοσπαστική πολιτική) είναι η σκληρή κριτική των όλων όσα υπάρχουν. Την διακήρυττε ο νεαρός Μαρξ στο φημισμένο, αν και μη δημοσιευμένο, γράμμα του στον Ρούγκε. Όταν γίνεται η σύζευξη πολιτικού και προσωπικού ολοένα πιο κρίσιμη, μέσα στην κρίση, αλλά και συνεχώς πιο θολή η μεθόριος των εννοιακών τους πεδίων, συχνά το αποτελέσμα όσον αφορά στον δημιουργικό κριτικό στοχασμό και στο εκτασιακό της αναστοχαστικής κριτικής είναι ολισθηρό.

Τότε όμως, εγείρεται το ερώτημα των στόχων του «παρεμβατικού» σινεμά πιο εναργώς: τι επιλέγουμε να κριτικάρουμε, και πόσο αυτή η κριτική βαραίνει πολιτικά; Πού είναι τα όρια ανάμεσα στον προοδευτισμό της κρίσης και στην  προοδευτική κριτική;

Θα υποστηρίξω πως το νέο κύμα του ελληνικού σινεμά προτείνει, σχεδόν ομόφωνα (όσον αφορά τις ταινίες που θα αναφερθούν) την οικογένεια και τις συγγενικές σχέσεις ως κύριο (αν και όχι μοναδικό) στόχο της οξείας του πολιτιστικής κριτικής. Θα υποστηρίξω ακόμη πως το κάνει με συγκυριακά οχληρό τρόπο, και πως η επιλογή αυτή, η προτεραιότητα αυτού του συγκεκριμένου στόχου είναι πολύ συζητήσιμη, και μάλιστα αμφισβητίσιμη σε πολιτική βάση.

Η επιδραστικότητα της νέας κινηματογραφικής γενιάς.

Ας μου επιτραπεί μια, «εθνογραφικού» τύπου, είσοδος στο ζητούμενο. Πρόσφατα, σε φιλική συγκέντρωση περίπου τριάντα Ελλήνων εργαζομένων κι υποαπασχολούμενων πλην πτυχιούχων, στο Λονδίνο, αγνώστων μου ανθρώπων γύρω στα 30, έγειρα, δίκην αστεϊσμού, την πρόθεση μου να γράψω ένα άρθρο για τους ΚσΟ. Διαπίστωσα πως όλοι είχαν δει ή είχαν ακουστά την ταινία «Κυνόδοντας». Συζητώντας, διαπιστώνω πως στην ομήγυρη αυτών των μεταναστών της κρίσης, πολλοί μοιράζονται ένα συναίσθημα αμφιθυμίας για την αμφισημία του «νοήματος», κι εξίσου πολλοί αναγνωρίζουν την εικαστική της πρωτοτυπία κι (επομένως;) αξία.

Νομίζω πως ο χρόνος που μεσολάβησε από την πρώτη της προβολή στις ελληνικές αίθουσες, οι ων ουκ έστιν αριθμός ανάλογες κουβέντες που ενέπνευσε η ταινία, ο διεθνής της αντίκτυπος, προσφέρονται για μια συζήτηση για το σημείο εστίασής της: κι η κρίση αυτή, δεδομένης της πετυχημένης κινηματογραφικά αμφισημίας που το show don’t tell της ταινίας έγειρε, πρέπει να γίνει στο πρίσμα της κοινωνικής της αυτής συζήτησης και επιρροής. Δεν είμαι κινηματογραφικός κριτικός. Νομίζω όμως, όπως και πολλοί στην παράδοση της τεχνοκριτικής, πως ένα κινηματογραφικό έργο (λόγω και της κοινωνικής επιρροής του σινεμά, που έχει ιδιαίτερη ένταση) κρίνεται όχι μόνο στην αίθουσα. Κρίνεται επίσης κι ανάστροφα από το κοινό και την έμπνευση που αυτό άντλησε από ένα μικρό κινηματογραφικό επίτευγμα, όπως ο Κυνόδοντας, προς την κριτική στο κεντρικό σημείο κριτικής εστίασης της ταινίας. Όπως ήδη σημειώθηκε, το κεντρικό σημείο τούτο είναι μια αδυσώπητη κριτική στην οικογένεια.

Νομίζω πως οι πιο νεαροί από τους Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη, ανάμεσά τους ο Λάνθιμος, επέλεξαν να στοχοποιήσουν και να ανατάμουν τις οικογενειακές σχέσεις με τρόπο δριμύ˙ νομίζω επίσης πως δεν πείθει, στην συγκυρία, αυτή η επιλογή της κριτικής τους, κι ο τρόπος που γίνεται. Η κριτική τους ικανότητα, το λεπίδι που θα τάμει το απόστημα είναι στομωμένο.

Εξηγούμαι. Ο Κυνόδοντας, κι έπειτα από αυτόν το Attenberg (Αθηνά Τσαγκάρη) και το Χώρα Προέλευσης (Σύλλας Τζουμέρκας) κι έπειτα από εκείνο οι Άλπεις και πάλι του Λάνθιμου, είναι ταινίες (ειδικά η πρώτη) που είδαν «οι πάντες». Ας σημειώσω πως αναφέρομαι στις συγκεκριμένες ταινίες  και διότι λειτουργούν οι τελευταίες ως συγκοινωνούντα δοχεία, με ροή ανάμεσά τους σε συντελεστές (ηθοποιοί/σκηνοθέτες),  ενώ θα μπορούσε κάποιος, αδρομερώς, να κατατάξει στην χορεία των ταινιών δριμείας κριτικής στην οικογένεια/το σπιτικό/την οικιακότητα, και άλλες πολυσυζητημένες δουλειές δημιουργών που εντάσσονται στο ευρύτερο σχήμα των ΚσΟ, όπως το Στρέλλα ή τις ταινίες του Οικονομίδη, με τον τόσο ενοχλητικά καρικατουρίστικο και ψευδο-ρεαλιστικό διάλογο, και τους ήρωες τους «βγαλμένους μέσα απ’τη ζωή».

Για όσους είναι ενήμεροι για τα πραγματολογικά της ταινίας Κυνόδοντας όπως και του Attenberg, (και είναι εύλογο να υποθέσουμε πως πολλοί από όσους διαβάζουν τις παρούσες γραμμές είναι), όπου ο σκηνοθέτης Λάνθιμος πρωταγωνίστησε θα φαίνεται μάλλον  προφανές πως ο φακός τον θεσμό της οικογένειας κατέγραψε κι ανέταμε. Οι ταινίες τούτες αρθρώνουν προς τον εν λόγω θεσμό, μια κριτική διεισδυτική, έντονη, επιθετική, παρουσιάζοντας τον οικιακό χώρο ως ένα πλαίσιο αποπνικτικό, ασφυκτικό, ευνουχιστικό, δηλητηριώδες για τις έμφυλες σχέσεις, έναν καιάδα για την ανάπτυξη ελεύθερων προσωπικοτήτων. Ικανή μερίδα του κοινού τις δέχτηκε ως ρηξικέλευθες και ριζοσπαστικές ως (και) προς αυτήν την θεματική τους.

 Μια σκληρή κριτική. Κι η κριτική της κριτικής.

Τι έχουμε όμως εδώ; Αναρωτιέται κανείς πόσο αυτή η άγρια κριτική είναι δίκαιη, πόσο είναι επιμερισμένη, και πόσο, πλέον, είναι και έγκαιρη, στην συγκυρία της κρίσης – μιας κρίσης που δεν ξεκίνησε, φυσικά, τον Μάρτη του 2010, κι η περιοδολόγησή της έχει σημασία. Το ζητούμενο είναι ποιες προτεραιότητες εγείρει η κρίση, κι ό,τι προηγήθηκε αυτής, για να καταλάβουμε πώς, στο συγκείμενο της πάλαι ποτέ «γενιάς των 700 ευρώ» ο Κυνόδοντας (παραγωγής 2009) αναδείχθηκε ως φαινόμενο κοινωνικής και πολιτιστικής κριτικής.

Η Ελλάδα δεν έχει προτεσταντική κουλτούρα ανατροφής, και το πάντα χωλό και διιστορικά άνισα καταμερισμένο κοινωνικό κράτος (welfare state) κατέστη, κι επίσημα πλέον, μετά την προϊούσα κρίση από το 2010 κι εντεύθεν, μια welfare society, κι εξώκοιλε στην, πάντα διαθέσιμη, welfare οικογένεια. Σε μια χώρα με αρρωστημένη αγορά εργασίας, όπου η πατρωνεία και η οικογενειακή πελατειακότητα υπήρξαν πάντα κεντρικοί τρόποι επαγγελματικής δικτύωσης, σήμερα, με την αποκοπή και των ελάχιστων ιστορικά παρόντων διαύλων ανεξαρτητοποίησης μέσω εργασίας, επιχειρηματικότητας ή έστω οίκησης, η αναδίπλωση στην οικογενειακή αρωγή (σχεδόν πάντα καταγωγική, από τους γονείς προς τα παιδιά) είναι ακόμη περισσότερο καίρια για την ελάχιστη κοινωνική συνοχή. Είναι ανατριχιαστική και μόνο η σκέψη τι θα συνέβαινε, αν οι σημερινοί Έλληνες τριαντάρηδες ζούσαν σε χώρα όπου η ιδιοκατοίκηση δεν ήταν δεδομένη για τόσο μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Όταν το ήδη πλειοψηφικό δεδομένο της εξάρτησης (πολύ πριν το 2010) γενικεύεται ως μαζικό αποτράβηγμα προς την οικογενειακή εστία ίσως πρέπει να ξαναδούμε τις προτεραιότητες της κριτικής μας απέναντι στην κρίση – αλλά και στα προβληματικά κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας γενικότερα. Η απόδοση ευθυνών στον θεσμό της οικογένειας, η απόδοση ενός νοσηρού κλίματος στο πεδίο των ενδοοικογενειακών σχέσεων και των σχέσεων συγγένειας για ό,τι «πήγε στραβά» στην Ελλάδα είναι μάλλον άστοχη. Η οικογένεια, δεκτική εύκολης κριτικής λόγω, ακριβώς, της ανεκτικότητας που η οικειότητα του θεσμού υποβάλλει, γίνεται ο σάκκος του μποξ. Η αποδόμηση του θεσμού που στοιχεία του έργου των πιο νέων ανάμεσα στους ΚσΟ επιχειρεί, διαφαίνεται έτσι ως  μια κριτική ανέξοδη και, κυρίως, κοντόθωρου αναστοχασμού. Το κλισέ της ευνουχιστικής ελληνικής οικογένειας, που, με την δηλητηριώδη επίδρασή της για την δημιουργία συνεκτικής κοινωνίας πολιτών και θεσμών (νεποτισμός, πατρωνεία, οικογενειοκρατία), είναι μια ανάλυση που όλοι έχουμε ακούσει, και που έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από λαθραναγιγνώσκοντες τη σημασία του Διαφωτισμού φιλελεύθερους. Θα τολμούσε να πει κανείς ότι το αντι-οικογενειακό μένος είναι το ανεστραμμένο είδωλο των πραγματικών, δομικών προβλημάτων της κρίσης, και γίνεται ο ανεπίσημος φλοιός μέσα στον οποίο εκκολάπτονται τα βασικά νεοφιλελεύθερα επιχειρήματα επίθεσης στο «σαθρό κράτος» στην Ελλάδα σήμερα.

Οι γραφιάδες της νεοφιλελεύθερης σχολής αποπολιτικοποιούν την τρέχουσα συζήτηση και τον γόνιμο αναστοχασμό που η κρίση επέφερε στο κοινωνικό σώμα με εμμονική αναφορά στη φερόμενη νοσηρή ελληνική «ιδιαιτερότητα» της οικογενειοκεντρικότητας. Το πόσο πραγματολογικά εσφαλμένο είναι το εν λόγω εγχείρημα, που προϋποθέτει έναν ιδεολογικοποιημένο βεμπεριανισμό (χωρισμός οικίας κι εργασίας, οικειότητας κι επιχειρηματικότητας : πότε και πού έγινε αυτό;) δεν έχει νόημα να αναλυθεί εδώ. Ας ειπωθεί απλά πως η στοχοποίηση του ‘προμοντερνικού’ κλίματος δεν μπορεί να είναι άμοιρη και της καλλιτεχνικής συζήτησης για το θέμα της σχέσης οικογένειας-κοινωνικότητας.

Σημειώσεις αντίρρησης. Και κάποιες παραδοχές.

Μήπως όμως λειτουργεί ως οικογενειακό σενάριο γενικεύσιμο και σε άλλες χώρες το σκηνικό, ας πούμε, του Κυνόδοντα; Μήπως είναι αλληγορία που υπονοεί μια γέφυρα από της μικρής -οικογενειακής- κλίμακος σχέσεις προς μεγάλης κλίμακος άλλες, εντασσόμενες σε ευρύτερους κοινωνικούς συσχετισμούς; Μια τέτοια προοπτική θα ενέτασσε την κριτκή στην οικογένεια μέσα σε ένα πράγματι πολιτικό, ιστορικοποιημένο πλαίσιο, παραδεχόμενη την ελλειμματικότητα του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα, κι όχι μόνο. Εξάλλου, θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει πως η ταινία του Λάνθιμου δεν έχει εθνικά χρώματα, και πως εν γένει η στοχοθεσία των ΚσΟ απλώνεται εκτός συνόρων.

Τυχόν τέτοιες αντιρρήσεις είναι παραπάνω από θεμιτές. Ωστόσο εξίσου θεμιτό θα είναι να θυμίσει κανείς, για παράδειγμα, το εμβληματικό σκηνικό από τα Άσπρα Σπίτια, την πιο δηλωτική οικιστική στιγμή για τις σχέσεις κεφαλαίου/εργασίας στην Ελλάδα, η οποία, απολίτικα, εξωιστορικά, λειτουργεί ως ένα αισθητικοποιημένο σκηνικό λευκού κυκλαδίζοντος φετίχ για την ταινία Attenberg . Εξίσου ίσως, να θυμίσει τις μονταζικές παρεμβάσεις –σαν οιονεί ταινία τεκμηρίωσης εν προόδω– στο Χώρα Προέλευσης, από την ιστορία της σύγχρονης κινηματικής Αθήνας (εξάλλου, πόσο πιο δηλωτικός «εθναναστοχασμού» θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της ταινίας;) Πάντως όσα αυτό το άρθρο προτείνει δεν μπορούν να μην λάβουν υπόψη  ενδεχόμενες αντιρρήσεις που εγείρουν το ζήτημα της «εγχώριας» αναφοράς των νεαρότερων από τους ΚσΟ.

Θα ήταν ίσως πιο ορθό πολιτικά να σημειώσουμε το πόσο έχει ζημιώσει και φθείρει τις οικογενειακές σχέσεις ο «κομματικοποιημένος» χαρακτήρας της οικογένειας: που γεννά εξάρτηση συναισθηματική, οικονομική, ταυτότητας, κι άλλων εννοιών ανάμεσα σε κόμματα, ων ουκ έστιν αριθμός. Η οικογένεια είναι ένα «απόλυτο γεγονός», με την ανθρωπολογική έννοια, κι η κριτική προς αυτήν πρέπει να είναι προσεκτική. Πράγματι, αποτελεί μία μεγάλη επιχείρηση στην Ελλάδα που φροντίζει για την αναπαραγωγή της –. Τα νέα μέλη της είναι υπόλογα σε αυτό το σύστημα. Η συνθήκη δεν είναι ελεύθερη, επηρεάζοντας την ταυτότητα πολίτη υπό αυτούς τους όρους. Η κριτική του Λάνθιμου, της Τσαγγάρη, του Τζουμέρκα, λοιπόν, δεν είναι άστοχη. Είναι, όμως, επιφανειακή. Αναλώνεται σε υπονοούμενα νοήματος και παραληρήματα μορφής, αντί να πάει στο βάθος του προβλήματος. Στοχοποιεί κάπως μονομερώς, αφού διαφαίνεται ένα μείζον επιχείρημα, και μάλιστα αψύ, να αρθρώνεται πάνω στην επίθεση σε ό,τι θυμίζει οικογενειακές σχέσεις, σχέσεις συγγένειας, συνάφειας και συσχετικότητας.

Θα μπορούσε όμως κανείς να πει ότι οι ταινίες λειτουργούν μεταφορικά. Εξάλλου, θα αντιτείνει ο καλόπιστος αναγνώστης, ο δημουργός (εδώ: οι Λάνθιμος, κα) δεν είναι υπόλογος στην κοινωνία και τους μετασχηματισμούς της. Δεν υποχρεούται να παρακολουθεί τους ευρύτερους συσχετισμούς που διαμορφώνονται στις κοινωνικές αντιθέσεις, και σίγουρα, δεν είναι ανάγκη καν να πιστεύει πως αυτές υπάρχουν (έστω κι αν τότε, πολλοί θα του αποδώσουν πως είναι απλά κακός –ή, έστω, σολιψιστής– δημιουργός). Πράγματι, οι διαπιστώσεις αυτές προϋποθέτουν το παρόν άρθρο, αλλά και το όποιο σώφρον σκεπτικό για την καλλιτεχνική και –εν προκειμένω- κινηματογραφική κριτική.

Ας παραδεχτούμε, σε κάθε περίπτωση, (υπενθυμίζοντας και τις διεργασίες που ανέσυρε η κριτική σχολή της Φρανκφούρτης) πως η τέχνη μπορεί να ειδωθεί και ως ένας κόσμος αυτόνομος που διατηρεί εγγενώς αντιδραστική σχέση με τους κοινωνικούς συσχετισμούς και μετασχηματισμούς, υποσχόμενη μια ουτοπία την οποία αδυνατεί –και, σύμφωνα με τα παραπάνω, αδιαφορεί– να πραγματοποιήσει. Κι έπειτα, ας προτείνουμε, αναστοχαστικά για τον ρόλο της τεχνοκριτικής, πως αν η τέχνη μπορεί να λέει ό,τι θέλει ο καλλιτέχνης, αδιάβλητη από την έκθεση στο κοινωνικό (αλλιώς –ίσως– δεν είναι τέχνη), η δεξίωση του καλλιτεχνήματος και η κριτική της τέχνης είναι αδιάβλητη κοινωνική εργασία και πάντα υπόλογη στην «κοινωνία».

Κι εδώ εδράζεται η σημασία της δουλειάς κάποιων δημιουργών που συνταυτίστηκαν με το εγχείρημα «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη», μια χαλαρή μεν, αλλά εξωστρεφής και με συνέπεια πολιτική πλατφόρμα˙ εν μέρει σε αυτή την συνεπή εξωστρέφεια εδράζεται και η αιτιολόγηση για την αντίρρηση στην εστίαση της κριτικής τους. Δεν κρίνουμε το έργο ως στατική βάση δημιουργικότητας, αλλά τo δημιουργικό ωστικό κύμα του: τον αντίκτυπό του στην κοινωνία. Ο χρόνος δεν αλλοιώνει, αλλά αντίθετα, ευνοεί, ένα καλό (εδώ: κινηματογραφικό) έργο. Μάλιστα σε αυτή την αειθαλή διάσταση διαπιστώνεται και η σχετική αυτονομία της (δυνητικά αιώνιας; πάντως χειρονομίας εσαεί) τέχνης σε σχέση με τον «εφήμερο» δυναμισμό των κοινωνικών συσχετισμών.

Αν το παραπάνω ισχύει, τότε, η (καλλιτεχνική – και κοινωνική!) επιρροή που άσκησε ο Κυνόδοντας, αυτή η τομή στην ελληνόφωνη κινηματογραφική αφήγηση, μπορεί σήμερα να ζυγιστεί καλύτερα από μια κριτική που, μοιραία, αντανακλά ακριβώς τον παρελθόντα, ιστορικό χρόνο που πέρασε από τότε που η ταινία προβλήθηκε: το έργο εκτέθηκε κι εκτίθεται στους κοινωνικούς κραδασμούς, κι η επίθεσή του στο «νοικοκυριό» φαίνεται υπερβολική – τόσο με απόλυτους όρους όσο και με όρους συγκυρίας. Το ίδιο, a fortiori, ισχύει για υπερφιλόδοξα έργα όπως το «Χώρα Προέλευσης», όπου μάλιστα η οικογένεια είναι ξεκάθαρα τοποθετημένη στο κέντρο ενός ιστορικού κυκεώνα συγκρούσεων και (εθνικών) ψυχώσεων. Η στοχοποίηση αυτή της οικογένειας είναι άκαιρη, και διαβάζεται αμήχανα ακόμη κι από τον πιο καλόπιστο θεατή.

Το άρθρο θα κλείσει εδώ, στο σημείο όπου ακριβώς γίνεται αναφορά στο ευρύτερο σχήμα μιας κινηματογραφικής «γενιάς». Αλλά θα αφήσει την σκυτάλη σε ένα επόμενο άρθρο, από τον φίλο ποιητή και κριτικό Θωμά Τσαλαπάτη, όπου όσα εδώ συζητήσαμε, θα ειδωθούν κι από άλλη πλευρά (πιο στοχευμένα «τεχνοκριτική»). Ο Τσαλαπάτης θα θέσει και το ζήτημα της κουλτούρας του εναλλακτικού: αυτού του «διαφορετικού που δεν διαφέρει», ως διακύβευμα της πρεκάριας γενιάς της κρίσης. Αυτά, με την ελπίδα ο διάλογος που αφορά τις προτεραιότητες της ex aula cinematografica (όπως: ex cathedra) κριτικής να συνεχιστεί, και πέρα από το παρόν και το αδελφό του, επόμενο άρθρο.

Πηγή: Red Notebook

 

 

Share

Ο άγριος και φοβισμένος κόσμος των παιδιών. «Επικοινωνία δίχως βία – για σχολεία δίχως βία»: Πρόγραμμα του Κέντρου Ερευνών και Δράσης για την Ειρήνη (ΚΕΔΕ)

Η σχολική βία,κατά την άποψη ερευνητών, αποτελεί πρωτίστως αντανάκλαση της κοινωνικής βίας και συναρτάται άμεσα με τις οικονομικές ανισότητες και την αποδόμηση των κοινωνικών σχέσεων. Σύμφωνα με ευρωπαϊκές  μελέτες η χώρα μας κατέχει την 4η θέση μεταξύ 41ος χωρών σε περιστατικά βίας και σχολικού εκφοβισμού.  Ένα πράγμα είναι σίγουρο. Στα προαύλια και στους διαδρόμους των σχολείων, μυρίζει μπαρούτι.

της Ντίνας Ιωακειμίδου

Μέσα στην τάξη υπήρχε αναβρασμός. Οι 16χρονοι μαθητές και μαθήτριες μιλούσαν με ένταση. Ένιωθες την οργή να ξεχειλίζει. Ο εξυπνάκιας της ομάδας πεταγόταν στις πλέον ακατάλληλες στιγμές εμποδίζοντας τους συμμαθητές του να λάβουν τον λόγο.

«Ο πατέρας του και ο αδελφός του σκοτώθηκαν πέρυσι σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα» μου ψιθύρισε στο αυτί η καθηγήτρια τους.

«Το παιδί με το πράσινο φούτερ που θορυβεί αντιμετωπίζει σοβαρά ενδοοικογενειακά προβλήματα και οι γονείς της μικρής  που χλευάζει ασυστόλως είναι άνεργοι» κατέληξε εγχειρίζοντάς μου με αυτό τον τρόπο τον οδικό χάρτη της θλίψης, μιας εξοργισμένης και με πολλά προβλήματα μαθησιακά και βίαιης  συμπεριφοράς, τάξης της Α΄ Λυκείου.

«Ωραία λοιπόν μιλήστε για τα συναισθήματα σας» πρότεινε η ψυχολόγος της ομάδας μας που παραβρισκόταν εκεί στο πλαίσιο του προγράμματος του Κέντρου Έρευνας και Δράσης για την Ειρήνη (ΚΕΔΕ) «Επικοινωνία δίχως βία-για σχολεία δίχως βία».

Νεκρική σιγή επακολούθησε τη συγκεκριμένη δήλωση.

Συναίσθημα;  Άγνωστη λέξη.  Τerra incognita.

Συνηθίζουμε να μιλάμε για την ενδοσχολική βία, που διεθνώς αναφέρεται με τον όρο bullying, ως ένα γεγονός που λαμβάνει χώρα, ανεξάρτητα και ερήμην της πραγματικότητας του κόσμου των ενηλίκων που προσλαμβάνουν τα παιδιά και οι έφηβοι.

Είναι αλήθεια ότι  το φαινόμενο του εκφοβισμού μεταξύ παιδιών δεν συνιστά καινοτομία των ημερών. Υποστηρίζεται δε συχνά η άποψη ότι η  σχολική βία αποτελεί απαραίτητο συστατικό στην πορεία του παιδιού προς την ενηλικίωση. Άλλοι ερευνητές εκτιμούν ότι η σχολική βία αποτελεί πρωτίστως αντανάκλαση της κοινωνικής βίας και συναρτάται άμεσα με τις οικονομικές ανισότητες και την αποδόμηση των κοινωνικών σχέσεων. Για ένα πράγμα όμως μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Στα προαύλια και στους διαδρόμους των σχολείων μυρίζει μπαρούτι. Σύμφωνα με ευρωπαϊκές  μελέτες, η  χώρα μας κατέχει την 4η θέση μεταξύ 41ος χωρών σε περιστατικά βίας και σχολικού εκφοβισμού.

Πώς έγινε αυτή η μετάβαση από το ξυλίκι της αλάνας μεταξύ ισοδύναμων αντιπάλων σε μορφές εκφοβισμού και βίας που παραπέμπουν σε σκηνές ταινίας ψυχολογικο, και όχι μόνο,  τρόμου, καταρρακώνοντας θύματα, θύτες και  θεατές;

Bullying ή αλλιώς πόνος

 

Η ενδοσχολική βία, ο εκφοβισμός, ορίζουν μια κατάσταση κατά την οποία ασκείται εσκεμμένη, απρόκλητη, συστηματική και επαναλαμβανόμενη βία και επιθετική συμπεριφορά με σκοπό την επιβολή, την καταδυνάστευση και την πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου σε μαθητές, από συμμαθητές τους. Αυτό υπογραμμίζεται στο εγχειρίδιο του καθηγητή Ι. Τσιάντη της Εταιρείας Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου(ΕΨΥΠΕ).
«Για τον Δημήτρη η σχολική ζωή υπήρξε μια κόλαση» μου διηγείται ο Γιώργος, φίλος και συμμαθητής του στο Λύκειο. «Κουτσαίνει κι αυτό από μόνο του είναι αρκετό. Πίσω του σχηματίζεται μια παρέλαση είτε περπατά στο δρόμο ή στο σχολείο. Μια παρέλαση ατάκτων, διαμορφωμένη από τους συμμαθητές του που υποδύονται τους κουτσούς κοροϊδεύοντας τον Δημήτρη».

«Μια πολύ συνηθισμένη μορφή βίας είναι η σωματική μεταξύ μαθητριών και μαθητών, με σπρωξιές, κλωτσιές και ενίοτε μπουνιές. Επίσης εκφράζονται καθημερινά με κοροϊδίες, ειρωνείες, χλευασμούς, ρατσιστικούς χαρακτηρισμούς που έχουν να κάνουν με την εμφάνιση των συμμαθητών τους, την καταγωγή ή την σχολική τους επίδοση, τη σωματική τους κατάσταση και την σεξουαλική τους επιλογή. Ένα ακραίο περιστατικό είναι όταν προσπαθούν 2-3 μαθητές να σύρουν συμμαθητή τους στον κάδο σκουπιδιών. Επιπλέον, είναι καθημερινό φαινόμενο ο εκβιασμός και οι απειλές», σημειώνει η καθηγήτρια του 1ου Γυμνάσιου Αρτέμιδος Βίλμα Μενίκη.

Στο σχολικό συγκρότημα της Γκράβας που φοιτούν 4.500 μαθητές, μια καθηγήτρια διασχίζοντας τον ατελείωτο στεγασμένο διάδρομο έπεσε θύμα επίθεσης με μαχαίρι και ληστείας από μαθητές. Μια ακόμη συμμορία, αυτή  των δέκα μελών, διέθετε αρχηγό και υπαρχηγό. Ο αρχηγός ήταν 14 ετών ενώ ο υπαρχηγός 12. Κατά τη διάρκεια της δράσης τους, που έληξε με την οργανωμένη παρέμβαση του Συλλόγου Γονέων και των καθηγητών σύμφωνα με τον Γ. Χρήστου, καθηγητή ΕΠΑΛ στη Γκράβα, εκφοβίζανε, έκλεβαν μπουφάν, κινητά, μηχανάκια, παρενοχλούσαν σεξουαλικά (!!!).

«Εδώ ζήσαμε ακραίες καταστάσεις βίας και παραβατικών συμπεριφορών» τονίζει ο Α. Θεολόγου, πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων. Προσθέτει όμως ότι τα φαινόμενα περιορίστηκαν αρκετά μέσω της δημοσιοποίησης και της παρέμβασης του Συνηγόρου του Παιδιού με σειρά εκδηλώσεων εντός του σχολικού συγκροτήματος.

«Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, η ενδοσχολική βία είναι παρούσα κυρίως με τη μορφή του εκφοβισμού, της παρενόχλησης και της κοροϊδίας. Αρκετές φορές βέβαια υπερβαίνει το λεκτικό επίπεδο και μετατρέπεται σε φυσική-σωματική βία. Η ενδοσχολική βία συγκροτείται στη βάση της διαφορετικότητας από το κοινώς αποδεκτό πρότυπο. Η διαφορετικότητα περιλαμβάνει σημαντικό εύρος και αναφέρεται σε παιδιά με διαφορετική εθνικότητα, διαφορετικό πολιτισμό αλλά και σε παιδιά με κινητικά προβλήματα, παιδιά παχύσαρκα κλπ», εξηγεί ο Π. Μανιάτης, Διδάκτωρ Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης του Παν. Αθηνών και δάσκαλος.

«Καθ’ όλη τη διάρκεια του δημοτικού και στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου προστάτευα ως μεγαλύτερη την ξαδελφούλα μου, που την θεωρώ αδελφή μου καθώς είμαι μοναχοπαίδι. Έβλεπα να την κακοποιούν λεκτικά. Χοντρή, αρκούδα. Έπεφτε κάτω, κοκκίνιζε και σπάραζε στο κλάμα», σημειώνει η 18χρονη Ελένη.

Όπως προκύπτει από τα  στοιχεία της ευρωπαϊκής έρευνας που πραγματοποιήθηκε  από το «Χαμόγελο του Παιδιού» στην οποία συμμετείχαν 5.000  Έλληνες μαθητές από 167 σχολεία της χώρας,  το 32% του δείγματος υπήρξε είτε κατ’ επανάληψη είτε περιορισμένες φορές θύμα σχολικού εκφοβισμού. Σύμφωνα δε με τα στοιχεία που μας παραχωρήθηκαν από την ΕΨΥΠΕ, οι κλήσεις στο 116111, γραμμή βοήθειας των παιδιών, καταγράφουν σημαντική αύξηση κατά την τελευταία διετία. Ως φαίνεται, η βία και η κακοποίηση είτε στην οικογένεια είτε στο σχολείο αυξάνονται δραματικά αγγίζοντας το ποσοστό του 10% σε σχέση με το 2,3% των προηγούμενων ετών.

Η ανησυχία των επιστημονικών συνεργατών της Εταιρείας Ψυχοκοινωνικής Υγείας των Παιδιών και των Εφήβων είναι εμφανής. «Στις κλήσεις τους τα παιδιά μιλούν για κακοποίηση, συναισθηματική παραμέληση και μοναξιά, καθώς οι γονείς είναι απασχολημένοι με δικά τους θέματα. Έτσι καλούν όλο και περισσότερο στη Γραμμή για να μιλήσουν για τα θέματα που τους απασχολούν. Όπως όλα δείχνουν, τα δύσκολα συναισθήματα της θλίψης, του θυμού και της απόγνωσης που βιώνονται από παιδιά, εφήβους και γονείς, εκδραματίζονται περισσότερο με βίαιες συμπεριφορές καθώς όλοι και ειδικά οι γονείς δυσκολεύονται όλο και πιο πολύ να αντέξουν και να εμπεριέξουν τις δικές τους αγωνίες αλλά και αυτές των παιδιών τους».

Τα κακά παιδιά έχουν προ καιρού μελαγχολήσει

Η άμυνα του Αργύρη ήταν το δάγκωμα. Ό,τι θεωρούσε ότι μπορεί να τον απειλήσει, το δάγκωνε. Από καθηγητές έως τους συμμαθητές του. Και οι δυο γονείς του Αργύρη είναι ναρκομανείς.
«Ο δράστης πολύ συχνά είναι θύμα βίαιων συμπεριφορών ή παραμέλησης κυρίως από το οικογενειακό περιβάλλον. Σε αυτό συχνά απαντά έντονη παρουσία βίας είτε ως μέσο επιβολής εκ μέρους των γονέων είτε ως τρόπος επίλυσης των διαφορών μεταξύ των μελών του. Πολύ συχνά δε, είναι μάρτυρες περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας», τονίζεται στην έκθεση του Χαμόγελου του παιδιού.

«Τα παιδιά μεταφέρουν πολλαπλασιαστικά τα συναισθήματα των γονιών τους. Η βία συνιστά μια μορφή επικοινωνίας στην οποία εν πολλοίς περιέχεται η απόγνωση. Πώς αλλιώς να εκφραστώ; Αν εκφραστώ διαφορετικά ποιος θα με ακούσει; Αν με ακούσει θα με πάρει στα σοβαρά; Οι γονείς αρνούνται να δεχτούν ότι η βία, που εκφράζουν τα παιδιά ή δέχονται, πηγάζει και από τις σχέσεις που βιώνουν στην οικογένεια. Επίσης, εάν το εκπαιδευτικό σύστημα  έδινε λίγη περισσότερη έμφαση στην προαγωγή των συλλογικών δράσεων, στην αντιμετώπιση των μαθητών πέρα από τα στενά όρια της τιμωρίας και της επιβράβευσης θα είχε θεαματικά αποτελέσματα. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαμε αποτελεσματικότερα να αντιμετωπίσουμε και όχι συγκαλύψουμε την κοινωνική και οικονομική κρίση παρέχοντας ουσιαστικότερη υποστήριξη και βοήθεια στα παιδιά. Ρωτάς έναν μαθητή πώς αισθάνεται για κάτι που τον αφορά και δεν γνωρίζει τι να σου απαντήσει. Γιατί πολύ απλά κανείς δεν τους έχει θέσει αυτό το ερώτημα ή δεν έχει ενδιαφερθεί», σημειώνει η Μ. Ζάννη σωματική ψυχοθεραπεύτρια και εκπαιδεύτρια του προγράμματος «Επικοινωνία δίχως βία για σχολεία δίχως βία».

«Η ειρωνεία, η αμφισβήτηση του άλλου, η καχυποψία, η απόρριψη αλλά και η επιβράβευση, η διάχυτη ατμόσφαιρα ανταγωνισμού, συνιστούν κι αυτές μορφές βίας. Και μάλιστα διδάσκονται. Είθισται δε να θεωρούνται συστατικά του εκπαιδευτικού συστήματος. Το ανταγωνιστικό πλαίσιο της εκπαίδευσης επιτάσσει την επιβίωση αυτού που λαμβάνει τα εύσημα. Τα εύσημα λοιπόν τα παιδιά φροντίζουν να τα εισπράττουν με διαφορετικούς τρόπους. Η αξία σε κάθε ομάδα, σε κάθε τάξη και παρέα αποδίδεται σε αυτόν που ξεχωρίζει. Και ο ευκολότερος δρόμος γι αυτό είναι να μειώσεις τον άλλον», επισημαίνει ο Πέτρος Σαπουντζάκης, δάσκαλος στο 67ο Δημοτικό.

«Το αξιακό μας σύστημα δοκίμασε τις αντοχές του βιώνοντας την κατάρρευση του. Τώρα δε, με την οικονομική κρίση, η εξίσωση είναι ευανάγνωστη. Όσο διευρύνεται η φτώχεια, αυξάνεται η κοινωνική βία, η βία στο πολιτικό σύστημα, η βία εντός του σπιτιού, η βία εντός του σχολείου» υπογραμμίζει η Φωτεινή Σιάνου, υπεύθυνη του προγράμματος του ΚΕΔΕ Επικοινωνία δίχως βία.

Στοιχεία ΕΨΥΠΕ

-Οι κλήσεις αυξήθηκαν από τις 6094 το 2010, στις 6430 το 2011.

-Καταγράφεται αύξηση των κλήσεων που αφορούν στον εκφοβισμό και στις δύο γραμμές. Από 5% το 2011 στο 7% το 9μηνο του 2012 για τη γραμμή των γονιών.

-Από το 2% το 2011 στο 7% το 9μηνο του 2012 για τη γραμμή των εφήβων.

-Στην ηλικιακή ομάδα των καλούντων παιδιών και εφήβων στη γραμμή 116-111, τα 2/3 των τηλεφωνημάτων προέρχονται από εφήβους ηλικίας 12 έως 18 ετών.

-Μεγάλο ποσοστό των τηλεφωνημάτων αφορούν τον λεκτικό εκφοβισμό και τη συναισθηματική βία (ύβρεις, κοροϊδίες, πειράγματα, απειλές) που δέχονται τα θύματα για την εξωτερική τους εμφάνιση, τη καταγωγή τους είτε τη σεξουαλικότητα τους.

Επίσης μεγάλο ποσοστό κλήσεων αναφέρεται στη σωματική βία ενώ ένα σημαντικό ποσοστό της τάξεως του 9% αφορούν στον ηλεκτρονικό εκφοβισμό.

Έρευνα που διενεργήθηκε μεταξύ 323 μαθητών του 1ου Γυμνασίου Αρτέμιδος

-Το 72% των μαθητών παραδέχθηκε ότι έχει υποστεί βία

-Το 53% ότι έχει διαπράξει βία

-Το 30% ότι έχει υποστεί βία λόγω της εξωτερικής του εμφάνισης.

-Το 22% για τη σωματική του κατάσταση.

-Το 16% για τη χώρα καταγωγής του.

-Το 16% για τη σχολική του επίδοση.

-Το 11% λόγω φύλου.

-Το 11% για τον ερωτικό του προσανατολισμό.

-2 στα τρία παιδιά νιώθουν θυμό όταν υφίστανται εκφοβισμό.

-1 στα τρία παιδιά νιώθει λύπη όταν εκφοβίζει

-Το 61% των παιδιών που δέχονται επίθεση αντεπιτίθενται στη συνέχεια.

-1 στα τρία παιδιά που υφίσταται βία, σιωπά και αποχωρεί.

 

 

Share

Γνώρισα την αλληλεγγύη σε μια πολυπολιτισμική γκαρσονιέρα!

της Ντίνας Πάντα

Την αλληλεγγύη την γνώριζα σαν προσφορά στο συνάνθρωπο. Την πραγματική αλληλεγγύη της αλληλοπροσφοράς την έμαθα μέσα σε μια γκαρσονιέρα. Πριν ένα χρόνο περίπου , μια καλή μου φίλη η Μ. με ρίζες από την Αργεντινη, βρέθηκε σε δύσκολη θέση αφού το κράτος αποφάσισε ότι με 67% αναπηρία δεν χρειάζεται επίδομα και δεν ενέκριναν από την επιτροπή την ανανέωση επιδόματος. Δουλειά δεν μπορούσε να βρει παρόλο που ήταν εξαιρετική νοσοκόμα (δούλευε σαν αποκλειστική), τα προβλήματα της υγείας της ήταν σοβαρά, το ρεύμα του σπιτιού συχνά κομμένο  και με τη βοήθεια φίλων πλήρωνε το νοίκι της γκαρσονιέρας της η οποία συχνά φιλοξενούσε τον Σ., έναν φίλο από τη Συρία που έκανε μεροκάματα για να συντηρεί την ορφανή οικογένειά του, μια φίλη από τη Ρωσία, την Ε., που σπούδαζε τα δυο παιδιά της και την Κ., φίλη από την Αλβανία, η μόνη που είχε δουλειά (βοηθός σε κομμωτήριο), αλλά της έλειπε η παρέα και η φιλία, οπότε περνούσε όλη της τη μέρα σε αυτή την γκαρσονιέρα, τη συχνά κρύα και σκοτεινή, αλλά γεμάτη από ζεστούς ανθρώπους.

Με ένα τηλεφώνημα την ειδοποίησα ότι θα περάσω να της αφήσω κάποια πράγματα από το σούπερ μάρκετ. Όταν έφτασα μου είχε φτιάξει καφέ που είχε δανειστεί από τη γειτόνισσα για να με περιποιηθεί. Ήταν από τις καλές μέρες που το σπίτι είχε ρεύμα. Η παρέα ήταν μεγάλη,ήταν όλοι οι φίλοι εκεί. Στο μυαλό μου είχα να αφήσω τα πράγματα και να φύγω γιατί δεν είχα μαγειρέψει στο σπίτι και με ταλαιπωρούσε ένα άσχημο κρυολόγημα. Αδύνατον, ήταν όλοι ανένδοτοι! Η φίλη Ε. επέμενε να φτιάξει μια πίτσα χορταρικών που κάνουν στην πατρίδα της τη Ρωσία και ενώ το φαγητό θα ετοιμαζόταν , η φίλη μου Μ. μου ζήτησε να την αφήσω να με τρίψει για να ξεπιαστώ και να βοηθήσει να περάσει το κρύωμα. Φυσικά έμεινα. Μιλήσαμε για διάφορα και κάποια στιγμή ήρθε η κουβέντα και ανέφερα ότι η μητέρα μου έχει  πάρει κάτι πλακάκια για το μπάνιο και με πρώτη ευκαιρία θα τα βάλουμε. Ο Σ. μου έκλεισε αμέσως ραντεβού και μου είπε ότι θα έρθει με τον αδερφό του να τα βάλουν εκείνοι. Να πληρωθούν για τη δουλειά τους ούτε λόγος. Το θεωρούσε προσβολή. Μάταια παλεύαμε να του βάλουμε τα λεφτά στην τσέπη τη μέρα που ήρθαν για να κάνουν τη δουλειά. Τα άφησε σε ένα τραπεζάκι κι έφυγε. Μόνο τον καφέ και τα βουτήματα δέχτηκαν.

Μόλις ετοιμάστηκε το φαγητό καθήσαμε και φάγαμε όλοι μαζί τη ενώ ταυτόχρονα ακούγαμε αργεντίνικη μουσική. Ήταν υπέροχη εκδοχή πίτσας με λαχανικά και πατάτα. Φυσικά κράτησα τη συνταγή. Ήρθε η  ώρα να φύγω, όμως, πια γιατί είχα να πάω σε μια οικογενειακή γιορτή και δεν είχα άλλο χρόνο να μείνω παρόλο που είχα αρχίσει να χαλαρώνω και να περνάω πολύ όμορφα. Μόλις σηκώθηκα να ετοιμαστώ με έπιασε από το χέρι η Κ. και μου ζήτησε να φτιάξει πρώτα τα μαλλιά υποσχόμενη ότι δε θα αργήσει, για να πάω περιποιημένη στη γιορτή. Είχε ήδη το πιστολάκι στην πρίζα.

Έφυγα από αυτό το φιλόξενο σπίτι ανακουφισμένη από τον σωματικό πόνο, ανανεωμένη και απόλυτα χορτασμένη από το υπέροχο φαγητό αλλά κυρίως από την όμορφη παρέα , τις μουσικές, τις συζητήσεις. Όλα! Και ξαφνικά θυμήθηκα το λόγο της επίσκεψής μου . Ήταν για να βοηθήσω αυτούς τους ανθρώπους με κάποια αγαθά. Εν τέλει μου πρόσφεραν γενναιόδωρα όλες τις υπηρεσίες τους ,τόσο που για πρώτη φορά κατάλαβα τι σημαίνει αλληλεγγύη. Δεν είναι φιλανθρωπία. Ο άνθρωπος που μπορείς να βοηθήσεις δεν είναι σε κατώτερη θέση. Μπορεί να κάνει πολλά κι έχει ανάγκη κάποιον να τον στηρίξει και να τον πιστέψει. Έχει ανάγκη οι συνάνθρωποί του να αναγνωρίσουν την ικανότητές του και να του επιτρέψουν προσφέρει, να ανταποδώσει.

Το περιστατικό αυτό ήταν ο λόγος που σήμερα με ώθησε να συμμετέχω σε ένα δίκτυο αλληλεγγύης που όλοι όσοι το έχουν αγκαλιάσει έχουν ακριβώς την ίδια αντίληψη για την αλληλεγγύη: Δεν είναι φιλανθρωπία, είναι αλληλοϋποστήριξη. Μόνο έτσι θα αντιμετωπίσουμε την κρίση. Ενωμένοι και απόλυτα ίσοι.

Πηγή: left.gr

Share

Σαμπιχά Σουλεϊμάν: Είμαστε «μειονότητα μέσα στη μειονότητα»

Στο 5ο συνέδριο του ΟΗΕ για τις μειονότητες στη Γενεύη (27 & 28 Νοεμβρίου 2012) ακούστηκε η συγκλονιστική μαρτυρία μίας Μουσουλμάνας Ρομά από τη Θράκη. Πρόκειται για τη Σαμπιχά Σουλεϊμάν, πρόεδρο του συλλόγου Γυναικών Δροσερού Ξάνθης «η Ελπίδα».

Ακολουθεί η ολόκληρη η ομιλία της:

«Ονομάζομαι Σαμπιχά Σουλεϊμάν, είμαι Μουσουλμάνα Ρομά από την Ξάνθη στην Ελλάδα και πρόεδρος του Συλλόγου Γυναικών Δροσερού «Η Ελπίδα».

Ζητώ συγνώμη που δεν μπορώ να μιλήσω απ’ ευθείας σε κάποια από τις γλώσσες που χρησιμοποιούνται στο συνέδριο αλλά δεν τις έμαθα ποτέ.

Η μητρική μου γλώσσα είναι ρομάνι, η γλώσσα των Τσιγγάνων. Πάρα ταύτα επειδή είμαι μουσουλμάνα της Θράκης υποχρεώθηκα να πάω σε σχολείο όπου διδάχθηκα μια τρίτη γλώσσα, τα τούρκικα. Αυτό κάνουν κάθε χρόνο εκατοντάδες έλληνες πολίτες μουσουλμάνοι Ρομά με αποτέλεσμα να αισθανόμαστε σήμερα μειονότητα εντός  της μειονότητας.

Το ίδιο συναίσθημα της μειονότητας μέσα στη μειονότητα το αισθανόμαστε σε κάθε βήμα μας μέσα στην κοινωνία. Οι μουσουλμάνοι τουρκικής καταγωγής προσπαθούν να μας επιβάλλουν εκτός από τη γλώσσα τους και την ταυτότητά τους.

Ξοδεύουν πολλά λεφτά  για να χτίσουν τζαμιά μέσα στους οικισμούς μας. Μας λένε ότι οι Τσιγγάνοι πεθαίνουν νέοι επειδή δεν είναι καλοί Τούρκοι και πιστοί μουσουλμάνοι. Εμείς, όμως ξέρουμε ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι περισσότερα σχολεία και νοσοκομεία όχι τζαμιά που άλλωστε η Θράκη έχει πολλά.

Εδώ και χρόνια επιμένουν να φτιάξουν σωματεία και να τα ονομάσουν «τουρκικά». Στη συνέχεια προσπαθούν να μας γράψουν σε αυτά τα σωματεία για να μας υποχρεώσουν κι εμάς να πούμε ότι είμαστε Τούρκοι.

Πριν μερικά χρόνια το ελληνικό κράτος όρισε να πηγαίνουμε υποχρεωτικά σε νηπιαγωγεία. Οι τουρκικής καταγωγής Μουσουλμάνοι έφτιαξαν δικά τους νηπιαγωγεία όπου διδάσκονται μόνον τουρκικά. Μας πιέζουν να γραφτούμε σε αυτά τα νηπιαγωγεία.

Θέλουμε να έχουμε καλή εκπαίδευση στη γλώσσα του κράτους που ζούμε. Το κράτος δεν κάνει αρκετά. Θέλουμε περισσότερα δημόσια σχολεία. Θέλουμε να μας προστατεύει επειδή είμαστε μουσουλμάνες γυναίκες με δικαιώματα που παραβιάζονται διαρκώς από ανθρώπους που νομίζουν ότι είναι δικαίωμά τους να φέρονται άσχημα στις γυναίκες τους. Περιμένουμε την πραγματική βοήθεια από το ελληνικό κράτος.

Η Διακήρυξη του ΟΗΕ για τις μειονότητες λέει ότι πρέπει να γίνεται σεβαστή η ιδιαίτερη ταυτότητα και ο πολιτισμός μας. Αυτό δεν ισχύει μόνον για το κράτος στο οποίο ζούμε αλλά και για τους μειονοτικούς συμπολίτες μας. Οι τελευταίοι προσπαθούν να μας επιβάλλουν την τουρκική ταυτότητα αντί της δικής μας ταυτότητας των Ρομά. Δεν θέλουμε να αλλάξουμε τη δική μας ταυτότητα με μία άλλη. Θέλουμε να μας αφήσουν ήσυχους και να μην παίζουν πολιτικά παιχνίδια εις βάρος μας».

Πηγή: tvxs

Share

Στο ντιβάνι με τη Μέριλιν Γιάλομ

Με αφορμή το βιβλίο της Μέριλιν Γιάλομ “Η ιστορία της συζύγου”, αναδημοσιεύουμε εδώ μια παλιότερη συνέντευξη της συγγραφέως στο βήμα και στην Μαριλένα Αστραπέλλου. Υπεύθυνη για την αλίευση η Χριστίνα Κούρκουλα

Η Μέριλιν Γιάλομ είναι άνετα κομψή και διακριτικά περιποιημένη στα 76 της χρόνια. Εχει στον νου της την επικείμενη αναχώρησή της μαζί με τον σύζυγό της Ιρβιν και είναι κάπως αγχωμένη, λίγο απόμακρη, αλλά πολύ ευγενική. Σε λίγο θα πετάξουν για τα Ιωάννινα για μια ομιλία στο Πανεπιστήμιο. Ομιλία της Μέριλιν και όχι του Ιρβιν Γιάλομ. Διότι ναι μεν αυτός συγκεντρώνει όλα τα φώτα επάνω του, καθώς ο κόσμος κάνει ουρές ατελείωτες για να δει από κοντά και να ακούσει τον διάσημο ψυχοθεραπευτή, καθηγητή και συγγραφέα να μιλάει για «τον φόβο του θανάτου», όμως και η κυρία Γιάλομ στέκεται επάξια στο πλευρό του επιτυχημένου συζύγου. Και όχι μόνο επειδή πρόκειται για μια γυναίκα στην οποία ο Ιρβιν Γιάλομ χρωστά πολλά: «Της έχω χρέος, πολύ περισσότερο από όσο μπορώ να εκφράσω», διότι είναι το σημαίνον πρόσωπο το οποίο «με πιέζει να γράψω καλύτερα», σύμφωνα με τις αναφορές στις ευχαριστίες των βιβλίων του. Η Μέριλιν Γιάλομ, μια μικροσκοπική γυναίκα με καθαρό και ευθυτενές βλέμμα, δεν είναι μόνο η σύντροφος την οποία γνώρισε στο γυμνάσιο όταν εκείνη ήταν 14 και εκείνος 15, η μητέρα των τεσσάρων παιδιών τους και η γιαγιά των πέντε εγγονιών τους. Είναι μια γυναίκα που κατάφερε να μη συνθλιβεί από το βάρος του ονόματος του συζύγου της. Το αντίθετο μάλιστα, δημιούργησε το δικό της αντίβαρο. Σήμερα είναι διευθύντρια του Τμήματος Σπουδών για τις Γυναίκες και το Φύλο στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ στην Καλιφόρνια και έχει γράψει μέχρι στιγμής οκτώ βιβλία, τα οποία έχουν μεταφραστεί σε 20 γλώσσες, ενώ τρία εξ αυτών κυκλοφορούν και στα ελληνικά. Μετά την «Ιστορία του γυναικείου στήθους» και τη «Γέννηση της βασίλισσας του σκακιού», η πρόσφατη έκδοση του «Ο καιρός των καταιγίδων – Η Γαλλική Επανάσταση στη μνήμη των γυναικών» (εκδόσεις Αγρα) την έφερε στην Ελλάδα για δύο διαλέξεις. Συνεπής και έμπειρη στην εκπόνηση μελετών, με σαφή προσανατολισμό στην επιλογή θεματολογίας (υποδηλώνεται ξεκάθαρα από την επαγγελματική της ιδιότητα και αποδεικνύεται από τους τίτλους των βιβλίων της), επέλεξε αυτή τη φορά να σταχυολογήσει αφηγήσεις γυναικών που έζησαν από κοντά τη Γαλλική Επανάσταση. «Ανεξάρτητα από την καταγωγή τους, συνδέονταν με έναν κοινό εφιάλτη: το κόστος που επιφέρουν στην ανθρώπινη ψυχή οι ριζοσπαστικές κοινωνικές αλλαγές» σχολιάζει η Μέριλιν Γιάλομ στην αρχή της κουβέντας μας. Ο Ιρβιν Γιάλομ έχει αποσυρθεί στο δωμάτιό τους για να ετοιμαστεί και επωφελούμαι από την απουσία του για να δώσω τον λόγο περισσότερο στη γυναίκα Μέριλιν και λιγότερο στη σύζυγο Γιάλομ, έστω και αν στην ουσία πρόκειται για συγκοινωνούντα δοχεία.

Στo βιβλίο σας «Ο καιρός των καταιγίδων – Η Γαλλική Επανάσταση στη μνήμη των γυναικών» ξεκινάτε από το σχόλιο ότι «βρισκόμαστε στον αιώνα των απομνημονευμάτων». Αλήθεια, εσείς θα θέλατε να γράψετε τα δικά σας;

«Ναι, αλλά θα απευθύνονταν κυρίως στα παιδιά μου και στους φίλους μου, διότι δεν γνωρίζω αν θα ενδιέφεραν ένα ευρύτερο κοινό».

Γιατί όχι;

«Επειδή στην Αμερική ισχύουν δύο τινά σχετικά με τις αυτοβιογραφίες. Πρώτα απ’ όλα ο πήχης είναι πολύ ψηλά σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνική ποιότητα του κειμένου. Επειτα πρέπει να υπάρχει οπωσδήποτε κάποιο σκάνδαλο στη ζωή σου, λόγου χάρη να σε έχει κακοποιήσει ο πατέρας σου. Εγώ έζησα μια ευτυχισμένη ζωή ως επί το πλείστον, χωρίς σκάνδαλα. Επιπλέον είμαι μια καλή συγγραφέας, αλλά δεν είμαι μια εξαιρετική συγγραφέας. Γι’ αυτό δεν νομίζω ότι η αυτοβιογραφία μου θα ενδιέφερε πολύ κόσμο. Ωστόσο, ναι, τη γράφω λίγο λίγο. Μετά θα δούμε».

Τα βιβλία σας είναι ευπώλητα, γεγονός που αποδεικνύει ότι έχετε το κοινό σας. Επιπλέον, είστε το ήμισυ ενός επιτυχημένου γάμου, ο οποίος αριθμεί 55 χρόνια. Αυτό είναι… σκάνδαλο στις ημέρες μας, καλώς νοούμενο βέβαια. Πολλοί θα ήθελαν να μάθουν το μυστικό σας.

«Δεν έχω κάποιο μυστικό. Απλώς στάθηκα πολύ τυχερή. Δεν με βρήκαν συμφορές στη ζωή μου. Οι μεγάλες συμφορές μπορούν να διαλύσουν ένα ζευγάρι, όπως ένα άρρωστο παιδί, ένα παιδί που πεθαίνει. Συχνά πιστεύουμε ότι οι εξωσυζυγικές σχέσεις διαλύουν τους γάμους. Υπάρχουν όμως πολλοί λόγοι για τους οποίους μπορεί να αποτύχει ένας γάμος. Οι οικογένειες κάποιες φορές δεν μπορούν να μείνουν ενωμένες όταν υπάρχει έντονο άγχος που προέρχεται από εξωτερικούς παράγοντες: τα οικονομικά, την υγεία ή όταν υπάρχει πόλεμος. Ο σύζυγός μου και εγώ δεν αντιμετωπίσαμε τέτοιο άγχος. Βιώσαμε τις αγωνίες της μεταξύ μας σχέσης, οι οποίες όμως μπορούν να αντιμετωπιστούν αν σου αρέσει ο άνθρωπος που έχεις παντρευτεί, αν σε ευχαριστεί η παρέα του, αν πιστεύεις ότι αξίζει να προσπαθήσεις για να είσαι μαζί του. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν περάσαμε δύσκολες περιόδους, όπως τα πρώτα δέκα χρόνια του γάμου μας. Κάναμε τρία παιδιά σε πέντε χρόνια, ενώ δεν είχαμε ολοκληρώσει ακόμη τις σπουδές μας…».

Χρειάστηκε να βάλετε σε δεύτερη μοίρα κάποιες ανάγκες σας ή να κάνετε εκπτώσεις στις επιλογές σας προκειμένου να βρίσκεστε στο πλευρό του άνδρα σας;

«Παντρεύτηκα σε μια εποχή όπου η καριέρα του άνδρα είχε προτεραιότητα. Οπότε τον ακολουθούσα από το ένα πανεπιστήμιο στο άλλο. Αυτό σήμαινε ότι χρειάστηκε να φύγω από το Χάρβαρντ, όπου είχα ξεκινήσει τις σπουδές μου, αλλά και από το Κολούμπια, όπου τις συνέχισα. Κατέληξα όμως στο Πανεπιστήμιο “Τζονς Χόπκινς”, πάλι επειδή πήγε εκείνος εκεί. Αρχικά θεώρησα ότι ήταν θυσία από μέρους μου το να φύγω από το Χάρβαρντ, αλλά τελικά ήμουν τυχερή διότι ολοκλήρωσα τις σπουδές μου σε ένα υπέροχο πανεπιστήμιο. Ισως η μεγαλύτερη θυσία αφορούσε την καριέρα μου. Διότι, όταν πήγα στο Στάνφορντ – όταν εκείνος χρειάστηκε να πάει στο Στάνφορντ, το 1962 –, μου είπαν ότι στο Τμήμα Γαλλικών Σπουδών, όπου ήθελα εγώ να διδάξω, δεν προσλαμβάνουν συζύγους καθηγητών. Οπότε για 13 χρόνια δίδαξα το αντικείμενο που ήθελα σε ένα κατώτερο πανεπιστήμιο. Ημουν “αιχμάλωτη” του γεωγραφικού χώρου όπου βρισκόμουν. Συμβαίνει πολλές φορές σε ανθρώπους. Επρεπε όμως να οργανώσουμε τη ζωή μας γύρω από δύο καριέρες. Ισως η λέξη θυσία είναι λίγο υπερβολική. Δεν θα τη χρησιμοποιούσα. Θα έλεγα ότι κάναμε συμβιβασμούς. Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να δουλέψω κάπου μακριά του. Βέβαια αυτό συμβαίνει σε ζευγάρια σήμερα και συχνά στρεσάρει έναν γάμο».

Σήμερα η καριέρα του άνδρα δεν έχει την απόλυτη προτεραιότητα, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που συνέβαινε αυτό στην εποχή σας. Οι γάμοι όμως διαλύονται με ευκολία. Πιστεύετε ότι ο αυστηρός καθορισμός των ρόλων, και κατά συνέπεια των προτεραιοτήτων, ήταν κατά κάποιον τρόπο ευνοϊκός για τις σχέσεις, ότι έφερνε λιγότερο στρες στον γάμο;

«Ξέρετε, στη δική μου τη γενιά πολλές γυναίκες παράτησαν την καριέρα τους για να γίνουν σύζυγοι και δεν ήταν απαραίτητα ικανοποιητική αυτή η επιλογή, ούτε για τις ίδιες ούτε για την οικογένειά τους. Γνωρίζω περιπτώσεις γάμων όπου οι γυναίκες έμεναν σπίτι, μεγάλωναν τα παιδιά και μετά, όταν ο άνδρας περνούσε την κρίση της μέσης ηλικίας, στα 50-55, έφευγε. Επειδή έβρισκε μια άλλη γυναίκα που ήταν πιο κοντά στο πνευματικό του επίπεδο, επειδή εκείνη είχε μια αντίστοιχη καριέρα με αυτόν. Σήμερα οι γυναίκες έχουν πολλές επιλογές. Μπορούν να είναι παντρεμένες, μπορούν να συζούν, μπορούν να έχουν σχέσεις με άτομα του ιδίου φύλου, μπορούν να χωρίσουν. Είναι καλό να υπάρχουν επιλογές. Απλώς βιώνουμε τη μετάβαση από μια παραδοσιακή σε μια πιο ελεύθερη κοινωνία. Και η ελευθερία δεν έχει μόνο πλεονεκτήματα αλλά και μειονεκτήματα».

Εσείς περάσατε κρίση μέσης – ή άλλης – ηλικίας;

«Επειτα από όλα αυτά τα χρόνια που δίδασκα γαλλικά, δεν με ικανοποιούσε πλέον το αντικείμενό μου, κυρίως εξαιτίας του επιπέδου των φοιτητών. Αυτή ήταν η προσωπική μου κρίση μέσης ηλικίας. Ηθελα να κάνω κάτι που θα ήταν πιο ενδιαφέρον, σε ένα περιβάλλον πιο ενδιαφέρον. Θα μπορούσα να διδάσκω γαλλικά όλη μου τη ζωή στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, αλλά προτίμησα να πάω στο Στάνφορντ για να διδάξω για τις γυναίκες και το φύλο. Δεν θα ήμουν καθηγήτρια, αλλά αναπληρώτρια και επιπλέον σε έναν καινούργιο τομέα, ο οποίος έκανε τα πρώτα του βήματα ως ακαδημαϊκός κλάδος. Ηταν τολμηρή κίνηση. Δεν μπορούσα να γνωρίζω αν θα υπάρχει εξέλιξη. Ημουν όμως σε πλεονεκτική θέση, επειδή ήμουν παντρεμένη. Ο σύζυγός μου με ενθάρρυνε. Επιπλέον, από οικονομική άποψη, είχα τη δυνατότητα να κάνω αυτή την κίνηση, διότι είχαμε αναπτύξει μια σταθερή οικονομική βάση. Εκανα λοιπόν κάποιες θυσίες στην αρχή, στη συνέχεια όμως κατάφερα να κάνω κάτι δραστικό».

Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;

«Γεννήθηκα στην Ουάσιγκτον σε μια οικογένεια με τρεις κόρες. Ο πατέρας μου θα προτιμούσε να έχει και έναν γιο. Εγινα εγώ ο γιος της οικογένειας. Οι γονείς μου με ενθάρρυναν να είμαι καλή στο σχολείο, δεν στάθηκαν εμπόδιο στην πνευματική μου ανάπτυξη και στις αναζητήσεις μου. Ημουν τυχερή. Σε άλλες οικογένειες, όπου υπήρχε γιος, ήταν εκείνος που ενθάρρυναν και προωθούσαν».

Και μετά, όταν μεγαλώσατε;

«Εκείνη την εποχή τις γυναίκες δεν τις έπαιρναν σοβαρά ως διανοούμενες. Στην αρχή ήμουν η μόνη γυναίκα που δίδασκα στο Τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών. Είχα να αντιμετωπίσω προκαταλήψεις. Μπορώ να σας διηγηθώ πολλές ιστορίες από εκείνη την εποχή. Ξέρετε, όταν οι άλλοι δεν σε παίρνουν σοβαρά, δεν είναι εύκολο να έχεις υψηλές φιλοδοξίες. Μου πήρε πολύ καιρό για να αρχίσω να αισθάνομαι ότι, πέρα από το να είμαι σύζυγος, μητέρα και καθηγήτρια, θα μπορούσα να είμαι και συγγραφέας».

Το εργασιακό σας περιβάλλον δεν σας ενθάρρυνε να ικανοποιήσετε τις φιλοδοξίες σας, παρ’ όλο που είχατε αποδείξει την αξία σας;

«Ας πούμε ότι δεν ήταν τόσο ενθαρρυντικό όσο ήταν για τους άνδρες. Κανείς δεν περίμενε ότι θα προχωρήσω όσο προχώρησα. Ο Ερβ (σ.σ.: Ιρβιν Γιάλομ) όμως με στήριζε πολύ. Ηξερε ότι είχα πνευματικές αναζητήσεις, δουλεύαμε μαζί, του έλεγα πάντα τη γνώμη μου για τα γραπτά του».

Συμφωνείτε με τη ρήση της Σιμόν ντε Μποβουάρ «Γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι», την οποία αναφέρετε στην «Ιστορία του γυναικείου στήθους»;

«Είναι και τα δύο. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ συγκέντρωνε την προσοχή της μόνο στην κοινωνική κατασκευή του φύλου. Και σε μεγάλο βαθμό είχε δίκιο. Ως γυναίκα όμως έχεις και ένα σώμα. Το σώμα σου σου επιτρέπει να κυοφορήσεις, να θηλάσεις, πράγματα που δεν μπορεί να κάνει ένας άνδρας. Πιστεύω ότι το να κουβαλάς μια άλλη ύπαρξη μέσα σου μπορεί να σε συνδέσει με τα υπόλοιπα ανθρώπινα όντα, όπως και με άλλα πλάσματα, με έναν τρόπο μοναδικό. Χαίρομαι που είχα αυτή την εμπειρία. Μετανιώνω που δεν θήλασα τα παιδιά μου. Αυτό που λέει λοιπόν η Ντε Μποβουάρ είναι σωστό σε ποσοστό 75%. Μετά η κοινωνία έχει προσδοκίες και εν συνεχεία απαιτήσεις από τις γυναίκες. Επειδή όμως φέρνεις στον κόσμο παιδιά, δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα φροντίζεις για όλη σου τη ζωή. Και οι άνδρες μπορούν να αναλάβουν μεγάλο μέρος της φροντίδας. Σε αυτό το σημείο μεταφερόμαστε από τη βιολογική στην κοινωνική κατασκευή του φύλου».

Θα μπορούσαν να αντιστραφούν οι ρόλοι με τη συνδρομή της ανακατασκευής των κοινωνικών μοντέλων; Δηλαδή, ο άνδρας στο σπίτι, η γυναίκα στη δουλειά;

«Νομίζω ότι μπορεί να λειτουργήσει σε ορισμένες περιπτώσεις. Διότι πλέον οι γυναίκες φέρνουν μισθό στο σπίτι και οι άνδρες αρχίζουν να καταλαβαίνουν ότι δεν μπορούν να περιμένουν από εκείνες να κάνουν όλες τις δουλειές. Η αλλαγή έρχεται σταδιακά. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, λόγω συνθηκών – εξαιτίας μιας απόλυσης, όπως συμβαίνει ευρέως στις ημέρες μας λόγω της κρίσης –, ο άνδρας μένει στο σπίτι. Μπορεί να μην είναι ευχάριστο και να επιφέρει πλήγμα στο ανδρικό εγώ, αλλά δεν είναι και το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί. Δεν είναι θάνατος, δεν είναι αρρώστια, δεν είναι ένδεια».

Ποια είναι η άποψή σας για τη σημερινή και για την τέως πρώτη κυρία των ΗΠΑ;

«Η Λόρα Μπους ήταν πολύ διακριτική. Εκανε καλά πράγματα, προώθησε τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό στον Λευκό Οίκο, μίλησε για τις γυναίκες. Μισούσα όμως τον άνδρα της. Νομίζω ότι ήταν καταστροφικός. Η Μισέλ και ο Μπαράκ Ομπάμα αντιπροσωπεύουν μια άλλη γενιά, στην οποία η γυναίκα έχει εξίσου καλή μόρφωση με τον άνδρα και είναι ένας πολύτιμος σύντροφος. Τη θαυμάζω και πιστεύω ότι μπορεί να γίνει ένα καλό πρότυπο για τις γυναίκες, όπως και η σχέση τους ένα πρότυπο για τα ζευγάρια».

Και η Σάρα Πέιλιν;

«Απαίσια! Σκέτη καταστροφή. Είχε άσχημο αντίκτυπο στον Μακ Κέιν, ο οποίος την επέλεξε. Διότι αν νόμιζε ότι θα ήταν αρκετά καλή για να τον αντικαταστήσει, τότε νομίζω ότι είχε σκοπό να ξεπουλήσει με άσχημο τρόπο τις ΗΠΑ. Αρρωσταίνω και μόνο που το σκέφτομαι».

Μάλλον ήθελε διακαώς να αποδείξει ότι δεν είναι μισογύνης. Αλήθεια, γιατί πιστεύετε ότι γίνεται ένας άνδρας μισογύνης;

«Οι άνδρες ήταν πάντα το πρώτο φύλο. Είναι ελάχιστα τα παραδείγματα της μητριαρχίας στην Ιστορία. Οι άνδρες πάντα θεωρούσαν τον εαυτό τους πιο σημαντικό και υποβάθμιζαν τις γυναίκες. Τις θεωρούσαν λιγότερο έξυπνες, πιο συναισθηματικές. Νομίζω ότι πολλοί άνδρες ενστερνίστηκαν αυτή την άποψη, επειδή τους βόλευε. Εννοείται ότι χρειάζεται ένας άνδρας να είναι σίγουρος για τον εαυτό του για να δεχτεί τις γυναίκες ως ίσες του. Είναι όμως περίπλοκο το θέμα, δεν μπορείς να δώσεις μια απλή απάντηση».

Μπορεί μια γυναίκα να είναι ένα ελεύθερο σεξουαλικά ον και σύζυγος ταυτόχρονα;

«Μάλλον όχι. Εκτός και αν κάνεις μια συμφωνία με τον σύζυγό σου ότι καθένας έχει δικαίωμα σε μια ανεξάρτητη σεξουαλική ζωή και έχετε έναν ανοιχτό γάμο. Νομίζω όμως ότι είναι πολύ δύσκολο. Οι άνθρωποι ζηλεύουν και είναι πολύ πιθανό να δεθείς με κάποιον άλλο. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ και ο Ζαν-Πολ Σαρτρ έλεγαν ότι πρέπει να έχεις μία θεμελιώδη σχέση. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Κάποιοι καταφέρνουν να έχουν και άλλες σχέσεις. Νομίζω ότι είναι πολύ σπάνιο να το κάνεις αυτό και να διατηρήσεις τη θεμελιώδη σχέση. Δεν είναι ανέφικτο, αλλά πολύ δύσκολο».

Τι έχει απομείνει στις γυναίκες να κατακτήσουν, τουλάχιστον στςν δυτικό κόσμο;

«Οι γυναίκες δεν έχουν μέχρι στιγμής πολλές επιτυχίες στον χώρο της πολιτικής, αλλά αυτό θα αλλάξει στο μέλλον. Νομίζω ότι σε πολλά μέρη του κόσμου χρήζουν βελτίωσης τα δικαιώματα αναπαραγωγής. Το δικαίωμα δηλαδή να κάνεις ή να μην κάνεις παιδιά, αλλά και το δικαίωμα να επιλέγεις τον αριθμό των παιδιών που θα κάνεις. Η επιλογή πρέπει να ανήκει στη γυναίκα και δεν μπορούν οι άνδρες να καθορίζουν αν εμείς θα χρησιμοποιήσουμε ή όχι μέσα αντισύλληψης ή αν θα κάνουμε έκτρωση. Κάθε φορά όμως οι συντηρητικές δυνάμεις εισβάλλουν και θέλουν να έχουν λόγο επάνω σε αυτά τα θέματα… Κάθε φορά!»

Η συνέντευξη της Μέριλιν Γιάλομ δημοσιεύτηκε στο BHMagazino, τεύχος 443, 12/4/09

Πηγή: το βήμα

Share

Σύζυγος, ένα είδος υπό εξαφάνιση

Αλιεύσαμε από το διαδίκτυο την παρακάτω βιβλιοπαρουσίαση που μας φάνηκε ενδιαφέρουσα, για αυτό και την αναδημοσιεύουμε. Υπέυθυνη για την αλίευση η Χριστίνα Κούρκουλα

της Λαμπρινής Κουζέλη

Μία από τις «οικογενειακές φωτογραφίες» της Συνόδου Κορυφής των G-20 στο Πίτσμπουργκ το 2009 δείχνει τη Μισέλ Οµπάµα πλαισιωμένη από τις συζύγους των ηγετών που συνεδρίαζαν με τον αμερικανό πρόεδρο, συνολικά 22 γυναίκες. Κάποια μπλογκ σχολίαζαν τότε την εκκωφαντική απουσία από τη φωτογραφία των συζύγων της γερμανίδας καγκελαρίου και της προέδρου της Αργεντινής και πρόσθεταν: «Οι περισσότερες γυναίκες της φωτογραφίας έχουν εξίσου καλή μόρφωση με τους συζύγους τους και έχουν εργαστεί σε θέσεις ισχύος, τις οποίες άφησαν για να υποστηρίξουν εκείνους. Γιατί είναι πρώτες κυρίες και όχι ηγέτες των χωρών τους;».

Το βιβλίο της Μέριλιν Γιάλομ Η ιστορία της συζύγου (Αγρα, 2012) γράφτηκε πριν από το συγκεκριμένο γεγονός, έχει όμως τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που αφορούν τη γυναίκα ως σύζυγο από την αρχαιότητα ως σήμερα. Κάποτε, λέει η συγγραφέας, οι γυναίκες έφεραν τον τίτλο της «συζύγου» ως σύμβολο τιμής και η βέρα στο δάχτυλο αποτελούσε ένδειξη της γυναικείας αξίας. Σήμερα, η γυναίκα δεν χρειάζεται να είναι σύζυγος για να έχει υπόσταση και κοινωνικό κύρος, δεν έχει ανάγκη από έναν άντρα για να τη συντηρήσει, είναι κοινωνικά και νομικά αποδεκτό να γίνει μητέρα εκτός γάμου. Είναι επομένως η σύζυγος είδος υπό εξαφάνιση; αναρωτιόταν η Γιάλομ όταν ξεκίνησε να γράφει την ιστορία της γυναίκας μέσα στον γάμο.

Αυτή η δραστήρια ερευνήτρια και πανεπιστημιακός, που μας έχει δώσει συναρπαστικές και πρωτότυπες αφηγήσεις για τη γυναίκα – θυμόμαστε την Ιστορία του γυναικείου στήθους (εκδ. Αγρα, 2006) και τη Γέννηση της βασίλισσας του σκακιού (2008) – είναι σύζυγος του ψυχιάτρου και δημοφιλούς πεζογράφου Ιρβιν Γιάλομ. «Τον γνωρίζω από τα δεκατέσσερά μου» μου έλεγε σε μια συνέντευξή μας πριν από δύο χρόνια, «ήμασταν πολύ καλοί φίλοι, γίναμε σύζυγοι, αποκτήσαμε τέσσερα παιδιά και παραμένουμε φίλοι και συνέταιροι στον γάμο μας». Οι εμπειρίες της από τον γάμο της είναι θετικές, γι’ αυτό γράφει αυτό το βιβλίο με την πεποίθηση ότι «είναι “καλό πράγμα” για μια γυναίκα να είναι σύζυγος – υπό κάποιες προϋποθέσεις».

 

Από το «συμβόλαιο» στον έρωτα

Η προϋπόθεση νούμερο ένα στην εποχή μας, ο έρωτας, αρχίζει να αναγνωρίζεται ως προϋπόθεση γάμου αργά, τον 16ο αιώνα. Θα περάσουν ακόμη δύο αιώνες ώσπου να αποτελέσει κεκτημένο των γυναικών, πρώτα της μεσαίας τάξης, ενώ οι αριστοκράτισσες θα περιμένουν ως τον 19ο αιώνα. Η οικονομική ανεξαρτησία ως προϋπόθεση για έναν ισότιμο γάμο θεμελιώνεται μετά το 1950, όταν βελτιώνεται η θέση της γυναίκας στην αγορά εργασίας.

Οι ρωμαίοι πατεράδες έκλειναν οικονομικά συμβόλαια αρραβωνιάζοντας τις κόρες τους από έξι ετών. Στη γερμανόφωνη μεσαιωνική Ευρώπη ο σύζυγος είχε, βάσει νόμου, το δικαίωμα να ξυλοκοπεί τη γυναίκα του. Στο θεοκρατικό καθεστώς του Μεσαίωνα η θρησκεία υποστήριζε την υποτέλεια της γυναίκας στον σύζυγό της, αλλά ακόμη και ο προοδευτικός Ζαν-Ζακ Ρουσό στον παιδαγωγικό Αιμίλιο του 18ου αιώνα προτρέπει τη γυναίκα να είναι παθητική και να υπομένει την ανάρμοστη συμπεριφορά του άντρα της χωρίς να παραπονείται. Χρειάστηκαν αιώνες και αγώνες ώστε η γυναίκα να αποκτήσει ισότιμη θέση με τον άντρα μέσα στον γάμο στις δυτικές κοινωνίες, και αυτό πολύ πρόσφατα, μετά τα μέσα του 20ού αιώνα.

Η ιστορία της συζύγου είναι στενά συνυφασμένη με την ιστορία της θρησκείας, την οικονομική ιστορία, την ιστορία των τάξεων, της εκπαίδευσης, της πολιτικής συνειδητοποίησης και των κοινωνικών αγώνων. Σχετίζεται με παραδόσεις και κοινωνικές πρακτικές, αντικατοπτρίζεται σε νομοθετικές ρυθμίσεις, στη λογοτεχνία, στις γελοιογραφίες, στο ρεπορτάζ και στις μικρές αγγελίες των εφημερίδων. Η Γιάλομ μελετά κάθε δημόσια πηγή, έρευνες, στατιστικές αλλά και τα ημερολόγια, την αλληλογραφία και τα λογοτεχνικά κείμενα δεκάδων γνωστών ή άσημων γυναικών που περιγράφουν την καθημερινότητα του έγγαμου βίου τους.

Διάσημες γυναίκες της Ιστορίας, του μύθου και της τέχνης, θρυλικές σύζυγοι αποτελούν βεβαίως ορόσημα στην αφήγηση της Γιάλομ: η Εύα και η Παρθένος Μαρία, η καλή και η κακή «σύζυγος» της Βίβλου, η Πηνελόπη και η Ωραία Ελένη, η πιστή και η άπιστη σύζυγος του αρχαιοελληνικού μύθου, η Μήδεια και η Κλυταιμνήστρα, σύζυγοι εκδικητικές, η μοιχαλίδα ρωμαία Κλαυδία, η μοιραία Κλεοπάτρα, η σαιξπηρική «Στρίγκλα» Κατερίνα, η δημοκράτισσα Αμπιγκεϊλ Ανταμς, σύζυγος του δευτέρου προέδρου των ΗΠΑ, η Ελίζαμπεθ Κέιντι Στάντον, η διασημότερη ακτιβίστρια της χειραφέτησης των γυναικών κατά τον 19ο αιώνα, η απατημένη πρώτη κυρία Χίλαρι Κλίντον και η λιγότερο γνωστή Κατερίνα φον Μπόρα, σύζυγος του μεταρρυθμιστή θεολόγου Μαρτίνου Λούθηρου, που επηρέασε τον θεσμό του γάμου όσο ελάχιστοι συνιστώντας τον σε κληρικούς και λαϊκούς.

Οι ιστορίες τους, που η συγγραφέας συμπλέκει σε μια ευχάριστη αφήγηση, πυκνά αλλά διακριτικά τεκμηριωμένη και καλομεταφρασμένη στα ελληνικά, μιλούν για τη διαδρομή της γυναίκας από τον παραδοσιακό ρόλο της «ασήμαντης γυναίκας» που προσφέρει επί αιώνες στον άνδρα συναισθηματική στήριξη και σεξ, παιδιά και οικιακές υπηρεσίες, στη νέα σύζυγο του 21ου αιώνα, η οποία έχοντας καταρρίψει απαγορεύσεις και όρια βρίσκεται μπροστά σε έναν ρόλο που πρέπει να τον δημιουργήσει από την αρχή, με επίγνωση της πορείας που διένυσε.

Πηγή: το βήμα

 

Share
Page 1 of 212