Subscribe via RSS Feed

Category: Πολιτισμός

Το σχόλιο της Natalie Portman και το παράδειγμα της Σουηδίας

Natalie-Portman-Golden-Globes-All-Male-Director-Nominees

της Ιωάννας Βακάλη

«Και εδώ είναι οι αποκλειστικά αντρικές υποψηφιότητες για το βραβείο σκηνοθεσίας» ήταν το εύστοχο λακωνικό σχόλιο της ηθοποιού Natalie Portman στην 75η απονομή των βραβείων Χρυσές Σφαίρες φέρνοντας στο προσκήνιο την απογοητευτική πραγματικότητα της υποεκπροσώπησης των γυναικών στα βραβεία και πυροδοτώντας σχόλια και απορίες των απανταχού αδαών «Mα αφού είναι λίγες οι γυναίκες σκηνοθέτιδες, πως είναι δυνατόν να παίρνουν και βραβεία;» .

Το θέμα είχε θίξει παλιότερα η φεμινίστρια θεωρητικός κινηματογράφου Laura Mulvey στο έργο της Οπτικές και άλλες απολαύσεις σημειώνοντας μεταξύ άλλων σε σχέση με τις πρώτες έρευνες της δεκαετίας του 70 για τη γυναικεία παρουσία στον κινηματογράφο (μέχρι τότε οι γυναίκες ήταν σχεδόν αόρατες) «αυτές οι πρώτες μέρες της έρευνας για τη θέση των γυναικών στην ιστορία του κινηματογράφου γρήγορα εδραίωσαν το γεγονός ότι οι γυναίκες είχαν αποκλειστεί από την παραγωγή και τη δημιουργία των ταινιών, πιθανότατα σε βαθμό ανάλογο με τη διαβόητη εκμετάλλευση τους  ως σεξουαλικά αντικείμενα στην οθόνη»

Η υποεκπροσώπηση των γυναικών στη βιομηχανία του κινηματογράφου δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός που προκύπτει από το χαμηλό ενδιαφέρον των γυναικών για τον κινηματογράφο, όπως άλλοι θα πουν και για την πολιτική. Αποτελεί το αποτέλεσμα μιας διαρκούς και στοχευμένης αποσιώπησης της γυναικείας φωνής στον κινηματογράφο όπως άλλωστε και σε όλους τους φορείς διαμόρφωσης της κυρίαρχης αντίληψης. Και αυτό πιστοποιείται πλέον από μία σειρά μελετών σε όλες τις προηγμένες χώρες που θέτουν ως εθνική επιδίωξη την ισότητα των ευκαιριών.

Στο πλέον πρόσφατο παράδειγμα, τον Δεκέμβριο του 2017 η UNESCO δημοσιοποίησε μια εξαιρετικά κατατοπιστική έρευνα συνολικής έκτασης 252 σελίδων με θέμα την αποτίμηση της εφαρμογής της Διεθνούς Σύμβασης για την Προστασία και την Προώθηση της Ποικιλομορφίας των Πολιτιστικών Εκφράσεων (2005) με τίτλο (Ανα)Σχηματίζοντας τις Πολιτιστικές Πολιτικές: Προωθώντας τη δημιουργικότητα για την ανάπτυξη.

Το ένατο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην ισότητα των φύλων και εντάσσεται στον τέταρτο στόχο της Διεθνούς Σύμβασης του 2005 περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών στο χώρο του πολιτισμού. Τα στατιστικά στοιχεία είναι άκρως αποκαλυπτικά της κατάστασης σχετικά με την έμφυλη ανισότητα στην πολιτιστική δημιουργία διεθνώς. Συγκεκριμένα για τον χώρο του κινηματογράφου, μόλις μία στις πέντε κινηματογραφικές ταινίες στην Ευρώπη σκηνοθετείται από γυναίκα, ενώ μόλις το 16% των επιδοτούμενων κινηματογραφικών ταινιών στην Ευρώπη καταλήγει σε σκηνοθέτιδες και το υπόλοιπο 84% σε άντρες σκηνοθέτες. Το καθεστώς μερικής απασχόλησης, εξάλλου, είναι γένους θηλυκού και στον χώρο του πολιτισμού: 27,7% για τις γυναίκες έναντι 17,5% για τους άνδρες συναδέλφους τους. Τον Ιούλιο του 2017 ο δημόσιος φορέας ραδιοτηλεόρασης της Μεγάλης Βρετανίας (BBC) αποκάλυψε ότι μόλις το ένα τρίτο των 96 ατόμων με τις υψηλότερες χρηματικές απολαβές ήταν γένους θηλυκού.

Σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Αυστρία, σημειώνεται ότι παρόλο που γυναίκες συνιστούν περίπου το 40% των σπουδαστών κινηματογραφικών ακαδημιών, τελικά στη βιομηχανία του κινηματογράφου παραμένουν ελάχιστες. Οι γυναίκες αποτελούν μόλις το ένα τέταρτο του συνόλου των αυστριακών σκηνοθετών και σεναριογράφων, ενώ το ποσοστό τους στον τομέα της παραγωγής είναι ακόμη μικρότερο. Η ανάλυση της FC Gloria, ενός δικτύου γυναικών στην αυστριακή βιομηχανία κινηματογράφου και οπτικοακουστικών μέσων, σε σχέση με την κατανομή χρηματοδοτικών πόρων μεταξύ ανδρών και γυναικών σε τρεις καίριους τομείς του κινηματογράφου – σενάριο, σκηνοθεσία και παραγωγή- μεταξύ του 2011 και 2015, αποκάλυψε μία αδιαμφισβήτητη ασυμφωνία. Μόλις το 22% όλων των κρατικών επιχορηγήσεων για τον κινηματογράφο δόθηκε σε ταινίες γυναικών σκηνοθετριών, σεναριογράφων και παραγωγών. Η διαφορά ήταν ακόμη μεγαλύτερη για τις τηλεταινίες, όπου μόνο το 12% της χρηματοδότησης κατανεμήθηκε σε παραγωγές όπου συμμετείχε γυναίκα σε μία τουλάχιστον από τις τρεις δημιουργικές θέσεις.

Και βεβαίως δεν είναι μόνο η Αυστρία που προβάλλει μέσω ερευνών την εθνική υποεκπροσώπηση των γυναικών σε δυναμικές κινηματογραφικές θέσεις. Πολλές ακόμη χώρες όπως η Βραζιλία, η Γερμανία, ο Καναδάς, η Γεωργία έχουν να επιδείξουν τη δική τους πραγματικότητα σε σχέση με την άνιση εκπροσώπηση των γυναικών στον χώρο του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Απίστευτη φωτεινή εξαίρεση αποτελεί η Σουηδία.

Ήταν το 2013 κατά τη διάρκεια της πεντηκοστής επετείου του Ινστιτούτου Σουηδικού Κινηματογράφου (SFI), όταν η Anna Serner, ανώτατο διοικητικό στέλεχος του Ινστιτούτου, ανακοίνωσε αυτό που έγινε γνωστό ως «Στόχος 50/50 μέχρι το 2020» στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Καννών. Εντελώς αναπάντεχα, ο στόχος επιτεύχθηκε το 2015 κιόλας, κάνοντας τη Σουηδία την πρώτη χώρα στον κόσμο που κατάφερε φυλετική ισότητα στην κυβερνητική χρηματοδότηση ταινιών. Αυτή η αξιοσημείωτη κατάκτηση επιτεύχθηκε με συστηματική στρατηγική, σύμφωνα με την οποία αναγνωρίστηκαν και μελετήθηκαν οι πιο κοινές παρεξηγήσεις και παρανοήσεις που εκλογικεύουν τη φτωχή παρουσία των γυναικών στην βιομηχανία του κινηματογράφου, ειδικά σε δημιουργικούς ρόλους –κλειδιά, ενώ εκπονήθηκαν σχέδια δράσης στοχευμένα σε κάθε μία από αυτές τις παρεξηγήσεις.

Μεταξύ των πρωτοβουλιών που συμπεριλήφθηκαν στην στρατηγική ήταν και οι ακόλουθες: μια ηλεκτρονική σελίδα με το όνομα Σκανδιναβές Γυναίκες στον Κινηματογράφο με στόχο να ενισχύσει την ορατότητα των γυναικών που εργάζονται στον χώρο του κινηματογράφου, ένα πρόγραμμα καθοδήγησης γνωστό ως «Mοviement», το οποίο στοχεύει να βοηθήσει τις γυναίκες σκηνοθέτιδες να αναπτύξουν ηγετικές ικανότητες και στρατηγικές καριέρας, πλείστα ερευνητικά σχέδια τα οποία προάγουν την αποδοχή της ισότητας μεταξύ των νέων σκηνοθετών, γυναικών και ανδρών, καθώς και ενίσχυση του τρέχοντος ελέγχου των χρηματοδοτικών αποφάσεων.

Πιστεύοντας ακράδαντα ότι η στόχευση στην ισότητα των φύλων συνδυάζεται με την ποιότητα, η Serner επισημαίνει ότι οι ταινίες που χρηματοδοτούνται από την SFI προβάλλονται στα διεθνή φεστιβάλ περισσότερο από ποτέ και επίσης κερδίζουν περισσότερα βραβεία. Και πολλές από αυτές τις ταινίες είναι από γυναίκες σκηνοθέτιδες. Πιστεύει πως όσο μεγαλύτερη ποικιλία φωνών που αφηγούνται ιστορίες στο σινεμά και όσο περισσότερο οι ταινίες καθρεπτίζουν την κοινωνία με όλες της τις ποικιλομορφίες τόσο περισσότερο ποιοτικό γίνεται το ίδιο το σινεμά. Δεν πιστεύει σε ποσοστώσεις ως λύση στη φυλετική ανισότητα. «Δεν κάνουμε ποσοστώσεις» υποστηρίζει, εξηγώντας πως το κριτήριο προτεραιότητας για τις χρηματοδοτικές αποφάσεις είναι πάντοτε η ποιότητα.

Ως μέρος της συνεχούς εργασίας για την προβολή της ισότητας των φύλων, το SFI ανακοίνωσε ένα καινούργιο σχέδιο δράσης τον Ιούλιο του 2016, τον Στόχο 2020: Η ισότητα των φύλων στην κινηματογραφική παραγωγή, μπροστά και πίσω από την κάμερα.

Επανερχόμενοι στην έρευνα της UNESCO, στο ίδιο κεφάλαιο της έρευνας, προτείνονται τέσσερις βασικοί άξονες για την αντιμετώπιση του χάσματος μεταξύ γυναικών και ανδρών στον χώρο του πολιτισμού: Η ένταξη της διάστασης του φύλου σε όλες τις πολιτικές και δράσεις στον πολιτιστικό τομέα, η ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση της στατιστικής καταγραφής της συμμετοχής των δύο φύλων στο χώρο του πολιτισμού, η διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης ανδρών και γυναικών σε χρηματοδότηση, καθώς και σε λοιπές ευκαιρίες δημιουργίας, απασχόλησης και προβολής και τέλος η ουσιαστική υποστήριξη των γυναικών ως δημιουργών και παραγωγών σύγχρονων πολιτιστικών εκφράσεων.

Το παράδειγμα της Σουηδίας, άλλωστε, συνιστά την απόδειξη ότι είναι εύκολα εφικτός ο στόχος της ισοτιμίας, αρκεί να υπάρχει ειλικρινής θέληση και στοχευμένες προς αυτή την κατεύθυνση δράσεις.

 

Βιβλιογραφία και πηγές:

Mulvey L.(2004), Οπτικές και άλλες απολαύσεις, Παπαζήσης, Αθήνα

Koening Kurt B.,(1989) Women Directors, The Emergence of a New Cinema, Greenwood Publishing Group, New York

http://unesdoc.unesco.org/images/0026/002605/260592e.pdf 

http://www.isotita.gr/ethniko-programma-drasis/

http://www.independent.co.uk/arts-entertainment/films/news/natalie-portman-golden-globes-all-male-nominees-directors-oprah-video-a8147166.html

Share

Μια κουβέντα με την Ανιές Σκλάβου και τον Στέλιο Τατάκη, δημιουργούς του ντοκιμαντέρ «Βυζιά»

βυζια1

του Γιάννη Κοντού

Το αυτοχρηματοδοτούμενο ντοκιμαντέρ των Ανιές Σκλάβου και Στέλιου Τατάκη Βυζιά, μια πολύ ιδιαίτερη ματιά στα βυζιά και τον καρκίνο του στήθους που συνταιριάζει το «κοφτερό» χιούμορ με το σεβασμό στο δραματικό υπόβαθρο του ίδιου του βιώματος της ασθένειας, υπήρξε μια από τις πλέον πολυσυζητημένες ταινίες του φετινού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Συναντηθήκαμε με τους δημιουργούς της λίγο πριν την αθηναϊκή της πρεμιέρα την Τετάρτη 15 Μαρτίου και ενόψει ενός κύκλου έξι προβολών, αποκλειστικά στον κινηματογράφο Ααβόρα, στις 18-19 & 25-26 Μαρτίου και 1-2 Απριλίου.

Υπήρξε κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων που φοβηθήκατε ότι δε θα τα βγάζατε πέρα με τις απαιτήσεις του θέματος;

(Ανιές Σκλάβου) Όχι, επειδή ήμαστε μια ομάδα, μαζί με την ανθρωπολόγο Λιόπη Αμπατζή, που είχε την αρχική ιδέα για ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με τα βυζιά. Όταν είχε κάνει το μεταπτυχιακό της στην κοινωνική ανθρωπολογία, είχε δουλέψει πάνω στην εμπορευματοποίηση του γυναικείου σώματος, κυρίως στα μπαρ κονσομασιόν. Την περίοδο, κατά την οποία η ίδια νόσησε και μέσα στην προσπάθειά της να δει πώς θα αντιμετωπίσει την ασθένεια, συνειδητοποίησε ότι μέσω ενός ντοκιμαντέρ θα ήταν πολύ πιο εύκολο να περάσει αυτό που θα ήθελε από το να γράψει ένα κείμενο, η απήχηση του οποίου θα ήταν πολύ πιο περιορισμένη.

(Στέλιος Τατάκης) Ο τίτλος είναι κάτι που τραβάει…

(Ανιές) Στην πορεία θεωρήσαμε πως και η δική της ιστορία ήταν πολύ δυνατή, οπότε συζητώντας οι τρεις μας και μετά από πολύ brainstorming καταφέραμε να διαμορφώσουμε άξονες όπου θα κινούμασταν.

(Στέλιος) Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν αν θα λειτουργήσουν οι τρεις αυτοί άξονες: η προσωπική ιστορία της Λιόπης, οι μικρότερες ιστορίες πολλών ανθρώπων και η «φωνή» των βυζιών.

Σας απασχόλησε το ενδεχόμενο ο τίτλος να εκληφθεί ως αρνητικά προβοκατόρικος;

(Ανιές) Η επιλογή του τίτλου ενείχε μια ιντριγκαδόρικη διάσταση. Σίγουρα, όμως, μέσα στο ντοκιμαντέρ είχαμε αποφασίσει να λέμε αλήθειες, πράγματα που δε λέγονται εύκολα, όπως δε μιλάμε εύκολα για το στήθος κι εμείς οι γυναίκες, πόσο μάλλον και για την ασθένεια. Συνεπώς και η ίδια η λέξη είναι ένα θέμα…

Ταμπού, ίσως;

(Ανιές) Είναι ένα ταμπού. Το «βυζαίνω» ως ρήμα μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε άνετα. Ένα παιδάκι βυζαίνει το δάχτυλό του ή το στήθος της μαμάς του, για παράδειγμα, αλλά «βυζαίνει το βυζί της μαμάς του» δε θα το πούμε εύκολα. Υπήρχε, λοιπόν, και μια ιδεολογική ματιά στην προσέγγισή μας, μια προσπάθεια απενοχοποίησης της λέξης.

Πρόκειται, άρα, για μια προσέγγιση δύο ταμπού, κατά κάποιο τρόπο.

(Ανιές) Κατά κάποιο τρόπο ναι, γιατί δεν είναι πολιτικά ορθή λέξη.

(Στέλιος) Είναι ένας επαναπροσδιορισμός της καθημερινής χρήσης της.

(Ανιές) Μέσα στο ντοκιμαντέρ λέμε πως πρέπει να μιλάμε γι’ αυτά που μας απασχολούν και, κυρίως με άξονα την ασθένεια, υπάρχουν πάρα πολλές ψυχολογικές διακυμάνσεις. Δεν μπορείς να είσαι μόνο μαχήτρια. Υπάρχουν στιγμές που ενδέχεται να εγκαταλείψεις τα όπλα, γιατί ο καρκίνος του μαστού δεν είναι μια ασθένεια, η οποία μόνο απειλεί τη ζωή σου, αλλά που, ακόμα κι όταν την ξεπεράσεις, μπορεί να αφήσει ένα σημάδι που ισοδυναμεί με την αφαίρεση της ταυτότητας, του φύλου, του ερωτισμού σου. Με μια μαστεκτομή μπορεί να χάσεις πολλά.

(Στέλιος) Μια γυναίκα ίσως αμφισβητήσει τη θηλυκότητά της.

Η μεγαλύτερη αρετή της συγκεκριμένης δουλειάς είναι ότι καταφέρνει να συνταιριάξει τη φαινομενικά πιο ανάλαφρη, απενοχοποιημένη προσέγγιση με το σεβασμό στη σοβαρότητα και στο δραματικό υπόβαθρο της ίδιας της εμπειρίας της ασθένειας. Πόσο καιρό χρειαστήκατε για να πετύχετε αυτές τις ισορροπίες;

(Στέλιος) Δε μας ενδιαφέρει να προβαίνουμε σε ακρότητες απλά και μόνο για να εντυπωσιάσουμε, μας ενδιαφέρει η επίδειξη σεβασμού προς το θέμα και τον άνθρωπο, χωρίς να εκβιάζουμε το συναίσθημα του θεατή. Αυτό μπορεί να προκύψει αυθόρμητα- ως ένα μειδίαμα, ένα σκίρτημα. Κάτι τέτοιο είναι από μόνο του αρκετό, χωρίς να χρειάζεται να πιέζεις τις καταστάσεις.

(Ανιές) Η αλήθεια είναι ότι δε μας πήρε πολύ χρόνο από τη στιγμή που αποφασίσαμε  να το προχωρήσουμε και μαζευτήκαμε οι τρεις μας. Οι άξονες είχαν, λίγο πολύ, αποφασιστεί αρκετά νωρίς, oπότε τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 2016 και ολοκληρώθηκαν αρχές Ιανουαρίου, μία μέρα πριν υποβληθεί η αίτηση για το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Δεν πρόκειται, άρα, για ένα εγχείρημα, το οποίο χρειάστηκε πολύ χρόνο για την υλοποίησή του. Η επιλογή, εξάλλου, να χρησιμοποιήσουμε τα βυζιά ως αφηγητές μας έδωσε αρκετή ελευθερία στο πώς θα θέσουμε τα θέματα που θέλαμε να θίξουμε, μιας και δεν επιθυμούσαμε να κάνουμε κάτι επιστημονικό, ούτε, όμως, και να πρόκειται αμιγώς για μια μαρτυρία. Θέλαμε να θέσουμε κάποια ζητήματα. Από κει και πέρα, ας ψαχτεί και ας σκεφτεί ο καθένας λίγο.

Τελειώνοντας το ντοκιμαντέρ, αφήνει μια συγκρατημένη αίσθηση χαρμολύπης.

(Ανιές) Έτσι είναι κι ζωή.

(Στέλιος) Τα πάντα συνοψίζονται στα δευτερόλεπτα του τέλους.

Θεωρείτε ότι είναι έτοιμο ένα μεγαλύτερο μέρος του κινηματογραφόφιλου κοινού στην Ελλάδα να παρακολουθήσει τέτοιου είδους ταινίες;

(Ανιές) Κρίνοντας από τη μικρή μέχρι τώρα πορεία του στη Θεσσαλονίκη, ήδη ανάμεσα σε μερικές δεκάδες ανθρώπους βρέθηκαν τέσσερις που άρχισαν να μιλάνε για δικές τους προσωπικές ιστορίες μπροστά σε αγνώστους. Η παρακολούθηση του ντοκιμαντέρ τους έκανε να το θελήσουν. Η ελληνική ταινία, είτε πρόκειται για ντοκιμαντέρ ή για φιξιόν, χρειάζεται το χρόνο της στην αίθουσα και το κλασικό προμόσιον από στόμα σε στόμα. Αν, επομένως, επικοινωνηθεί σωστά και παραμείνει σε μια αίθουσα, μπορεί, τελικά, πολύς κόσμος να καταφέρει να τη δει.

(Στέλιος) Μπορεί να δυσκολέψει κάποιους, να τους βαρύνει λίγο, αλλά αυτό θεωρητικά είναι και καλό, το να παίρνει, δηλαδή, κάποιος «δουλειά για το σπίτι». Και μας ενδιαφέρει άμεσα ο θεατής. Δεν κάνουμε κάτι απλώς για να είμαστε εμείς ευχαριστημένοι ή για να κάνει μια δουλειά μας «βόλτα» στα φεστιβάλ. Όταν βλέπουμε ένα ντοκιμαντέρ μας μονταρισμένο, είμαστε πιο σκληροί από τους θεατές. Εκθέτουμε και εκτιθέμεθα.

(Ανιές) Χρειάζεσαι τους θεατές για να υπάρξεις.

(Στέλιος) Είναι μια αμφίδρομη σχέση.

(Ανιές) Αυτό που θέλουμε να πετυχαίνουμε στις δουλειές μας είναι να καταλαβαίνει ο θεατής τι θέλουμε να πούμε, να μη χρειάζεται να κάνουμε μία ανάλυση πριν την προβολή και μία μετά. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, μάλλον κάτι έχεις χάσει.

Το ντοκιμαντέρ των Ανιές Σκλάβου και Στέλιου Τατάκη Βυζιά προβάλλεται αποκλειστικά στον κινηματογράφο Ααβόρα τα Σαββατοκύριακα 18-19 και 25-26 Μαρτίου, καθώς και την 1-2 Απριλίου στις 16:00. Κάθε προβολή θα συνοδεύεται από συζήτηση.

Περισσότερες πληροφορίες εδώ και εδώ 

Πηγή: εναντιοδρομίες

βυζια2

Share

Οι γυναίκες συγγραφείς στη λογοτεχνία τρόμου

WomanReading1-790x381

της Νατάσα Παυλίτσεβιτς

Ο τρόμος στα γεννοφάσκια του γράφτηκε από γυναίκες για γυναίκες. Τι εννοώ; Το είδος του τρόμου ανεξαρτητοποιήθηκε, όπως έχουμε σε προηγούμενο άρθρο αναφέρει, με το The Castle of Otranto (Το κάστρο του Οτράντο, εκδόσεις Αίολος) που με τη σειρά του γέννησε τον γοτθικό τρόμο. Μεγάλο μέρος του γοτθικού τρόμου δημιουργήθηκε από γυναίκες και προσανατολίστηκε προς το γυναικείο κοινό. Ο λόγος για αυτή τη στοχευμένη προώθηση σε αναγνώστριες ήταν ότι ο γοτθικός τρόμος εστίαζε συνήθως σε ένα γυναικείο βασικό χαρακτήρα.

Fun fact: οι πατριαρχικές δομές της εποχής σοκαρίστηκαν με τον ενθουσιασμό που έδειξαν οι γυναίκες για τον γοτθικό τρόμο. Το είδος κατηγορήθηκε ότι θα έκανε τις αναγνώστριές του «αντράκια», ότι θα δημιουργούσε στις γυναίκες προσδοκίες για τολμηρές περιπέτειες και ότι θα τις απέτρεπε ανεπανόρθωτα από το να επιδιώξουν τον γάμο και μια ήσυχη οικογενειακή ζωή.

Είναι λοιπόν τραγική ειρωνεία που στις περισσότερες ανθολογίες τρόμου σήμερα ψάχνουμε τα γυναικεία ονόματα με μεγεθυντικό φακό. Αυτή η ανισορροπία στις συμμετοχές αναπαράγει την εντύπωση ότι η λογοτεχνία του τρόμου είναι ανδροκρατούμενη τέχνη, την οποία δημιουργούν και εκτιμούν κυρίως άντρες. Το συγκεκριμένο στερεότυπο χαντακώνει τις νέες γυναίκες δημιουργούς με την εξής λογική:

Εδώ έρχεται (ευτυχώς) η διεθνής πρωτοβουλία του Women in Horror Month για να αναδείξει τη συμμετοχή των γυναικών στον τρόμο. Καθώς αποχαιρετάμε λοιπόν τον Φεβρουάριο, αποχαιρετάμε ένα μήνα με οργανωμένες προβολές ταινιών, παρουσιάσεις βιβλίων, podcasts και άλλων events επί του θέματος.

Στην Ελλάδα, αυτή η πρωτοβουλία δεν έχει πιάσει ακόμη. Άλλωστε, μέχρι και λίγα χρόνια πριν, μια ματιά στα ράφια των βιβλιοπωλείων θα έπειθε οποιονδήποτε ότι «δεν υπάρχουν γυναίκες συγγραφείς στον τρόμο». Η μεγαλύτερη σειρά του είδους στη χώρα μας, η σειρά Κόλαση από τις εκδόσεις Οξύ, είχε ανάμεσα στους 80 τίτλους της 4 μόλις βιβλία γραμμένα από γυναίκες. Για τους φίλους της στατιστικής, αυτό σημαίνει αναλογία 5%. Άλλοι εκδοτικοί που καταπιάστηκαν με το είδος έγειραν ακόμη περισσότερο την πλάστιγγα προς τις αντρικές πένες. Γυναικεία ονόματα ξεμύτιζαν αραιά και πού σε ανθολογίες, αλλά μέχρι εκεί.

Μπορεί για πολύ καιρό η γυναικεία γραφή να κρατήθηκε στις σκιές, έμεινε όμως ζωντανή. Σήμερα ζούμε την άνθιση του τρόμου στη χώρα μας και από τα πάρα πολλά βιβλία που κυκλοφορούν τελευταία, κάποια είναι γραμμένα από γυναίκες. Ιδού τρία ενδεικτικά παραδείγματα της εγχώριας παραγωγής: το «Έρχονται με την ομίχλη» (εκδόσεις Πατάκη) της Αγνής Σιούλα, το «Δαιμόνιο της γραφής» (εκδόσεις Ars Nocturna) της Ειρήνης Μαντά και η τριλογία «Εφιάλτες» (εκδόσεις iwrite) της Άρτεμις Βελούδου-Αποκότου. Το πρώτο είναι young adult μυθιστόρημα μεταφυσικού τρόμου με Έλληνες χαρακτήρες, το δεύτερο είναι μυθιστόρημα μεταφυσικού τρόμου που ιχνηλατεί τη ζωή του H. P. Lovecraft και η τριλογία ανήκει στο είδος του dark fantasy, με φόντο την Αγγλία.

Ο υπόλοιπος κόσμος κάνει μεγάλα βήματα για την ανάδειξη της γυναικείας προσφοράς τα τελευταία χρόνια. Έχουν κυκλοφορήσει πολλές αξιόλογες all-female-horror-anthologies καθώς και έχουν καθιερωθεί βραβεία για τις πιο δυναμικές καλλιτέχνιδες του χώρου.

Έτσι, όταν φτιάχνουμε λίστες με γυναίκες του τρόμου, δεν χρειάζεται να προσθέτουμε ξανά και ξανά την Mary Shelley (Φρανκενστάιν, εκδόσεις Οξύ) και την Shirley Jackson (Οι δαίμονες του Χιλ Χάουζ, εκδόσεις Θύραθεν & Ζούσαμε πάντα σε ένα κάστρο, εκδόσεις Μεταίχμιο). Καλά και χρυσά τα βιβλία τους, αλλά έχουμε και σύγχρονες συγγραφείς που έχουν επάξια βραβευτεί και διαβαστεί από μεγάλο κοινό. Πάμε να δούμε μια πεντάδα:

Η Sarah Langan για αρχή, έχει πάρει δύο βραβεία Bram Stoker για τα μυθιστορήματά της The missing (2007) και Audrey’s door (2009). Στο ενδιάμεσο αυτών των δύο βραβεύσεων, πήρε άλλο ένα Bram Stoker για το διήγημά της The lost (2008). Άλλα της διηγήματα έχουν εμφανιστεί σε διάφορα περιοδικά και ανθολογίες τρόμου όπως σε Mammoth Books of Best New Horror και στο The Mammoth Book of Ghost Stories by Women. Επίσης έκανε και ένα master στην Τοξικολογία, γιατί από ό,τι φαίνεται έχει πολλή ενέργεια και δεν ξέρει τι να την κάνει. Το ελληνικό κοινό πιθανόν να την ξέρει από το πρώτο της βιβλίο με τον τίτλο The keeper (Ο φύλακας, εκδόσεις Οξύ).

Πάμε σε ένα παλιότερο όνομα τώρα, αλλά ακόμη δυναμικό στα 78 του, αφού μόλις μπήκε στα shortlists για το φετινό βραβείο Bram Stoker. Η Joyce Carol Oates έχει ξαναδεχτεί τη συγκεκριμένη τιμή, αφού πήρε το Bram Stoker για το μυθιστόρημά της Zombie (Ζόμπι, εκδόσεις Οξύ) το 1995. Αυτό είναι μόνο ένα από τα δώδεκα συνολικά βραβεία που έχει πάρει για το γράψιμό της. Από τα βραβεία όπου ήταν φιναλίστ, αλλά δεν πήρε τελικά ίσως αναγνωρίζετε ένα ταπεινό βραβειάκι που το λένε Pulitzer. Ήταν μάλιστα φιναλίστ για αυτό όχι μία, όχι δύο, αλλά τρεις φορές (1970, 1993, 1995). Ένα άλλο ενδιαφέρον της είναι το boxing και συγκεκριμένα οι κατασκευασμένες αρρενωπότητες που περιβάλλουν το άθλημα καθώς και η ψυχολογία του θεατή. Έχει γράψει μεγάλης έκτασης άρθρα πάνω σε αυτό το ζήτημα που εκδόθηκαν το 2006 στα αγγλικά στη συλλογή On boxing.

Η Elizabeth Massie πήρε δύο Bram Stoker, το ένα για τη νοβελέτα της Stephen το 1990 και το άλλο για το μυθιστόρημά της Sineater το 1992. Το μυθιστόρημα μεταφράστηκε στα ελληνικά και εκδόθηκε από το Οξύ υπό τον τίτλο Ο Αμαρτοβόρος το 2000. Έχει κι αυτή ένα διήγημα στην ανθολογία The Mammoth Book of Ghost Stories by Women καθώς και σε διάφορες άλλες. Η Massie γράφει τρόμο για ενήλικες αλλά και για παιδιά. Επίσης ασχολείται με τη ρεαλιστική λογοτεχνία, την ιστορική λογοτεχνία για εφήβους και δημιουργεί ζωγραφιές στον κόσμο του Sceeryvilletown που καλύτερα να δείτε σε εικόνες, παρά να σας το περιγράφω εγώ.

Η Lisa Tuttle έχει γράψει ένα βιβλίο με τον George RR Martin, το Windhaven (Το καταφύγιο των ανέμων, εκδόσεις Μεταίχμιο). Το βιβλίο προτάθηκε για το βραβείο Locus και αυτό είναι μόνο ένα από τα κατορθώματά της στη λογοτεχνία. Έχει εκδώσει πάνω από μια ντουζίνα μυθιστορήματα τρόμου, επιστημονικής φαντασίας και φανταστικού, επτά συλλογές διηγημάτων και διάφορα μη λογοτεχνικά βιβλία, όπως το Encyclopedia of Feminism (1986). Στην ανθολογία της Anubis Τρέμω στο άγγιγμά σου, βιβλίο 2 (2002) υπάρχει το διήγημά της Κάποια γενέθλια. Επίσης κάνει παρέα στις Massie και Langan στο The Mammoth Book of Ghost Stories by Zomen. Έχει βραβευτεί με το John W. Campbell Award for Best New Writer (1974), το βραβείο BSFA (1989) και παραμένει ο μόνος άνθρωπος που αρνήθηκε ποτέ το βραβείο Nebula (1982). Ο λόγος ήταν η υπέρμετρη προώθηση μιας ιστορίας ενός συνδιαγωνιζόμενού της στους κριτές, κάτι που την προσέβαλε τόσο που αμφισβήτησε την ηθική του διαγωνισμού.

Η Natasha Mostert είναι μια Νοτιοαφρικανή συγγραφέας που έχει εκδώσει μυθιστορήματα που περιγράφονται ως ψυχολογικά θρίλερ φανταστικού, με υπερφυσικό στοιχείο. Μπορεί λοιπόν τα βιβλία της να μην έχουν πάνω τη σφραγίδα «τρόμος» είναι όμως τρομαχτικά βιβλία που δανείζονται μοτίβα από την ατμόσφαιρα υποειδών όπως του γοτθικού τρόμου. Στην Ελλάδα εκδόθηκαν δύο βιβλία της: το Season of the witch (Η εποχή των μαγισσών, εκδόσεις Bell) για το οποίο κέρδισε το Book to Talk About: World Book Day Award 2009 και το Keeper of Light and Dust (Η προστάτις του φωτός και της σκόνης, εκδόσεις Bell). Εντυπωσιακό δε το ότι τα κέρδη του βραβείου της, 5000 δολάρια, τα δώρισε στη φιλανθρωπική οργάνωση CPAU που προωθεί τα κοινωνικά δικαιώματα και την ειρήνη στο Αφγανιστάν. Η Mostert απασχολείται στο πρόγραμμα της οργάνωσης που έχει να κάνει με την χειραφέτηση των Αφγανών γυναικών μέσω της διδασκαλίας του kickboxing, ένα άθλημα που η ίδια αγαπάει πολύ.

Προφανώς αυτή η λίστα δε φιλοδοξεί να παρουσιάσει όλες τις γυναίκες συγγραφείς στην λογοτεχνία του τρόμου. Είναι όμως μια καλή αρχή με πένες ακόμη εν ζωή οι οποίες κέρδισαν κοινό και κριτικούς. Ίσως κάποτε φτάσουμε στο σημείο που κάτι τέτοιο, όπως και συγκεκριμένοι μήνες αφιερωμένοι στη γυναικεία προσφορά, να φαίνεται τελείως απαρχαιωμένο και αχρείαστο. Μέχρι τότε όμως η ανάδειξη των γυναικών, αλλά και των μειονοτήτων ως δημιουργών, είναι απαραίτητη και μας μαθαίνει νέα πράγματα για την κοινωνία μας.

Κλείνοντας, σας έχω συμμαζέψει τα βιβλία τρόμου που αναφέραμε και μπορείτε να βρείτε στα ελληνικά, συν άλλα πέντε στα αγγλικά. Αν τα διαβάσετε όλα, θα πάρετε βραβείο ένα πλαστικό μονόκερο με επιγραφή «Διευρύνω τους ορίζοντές μου – Διαβάζω γυναίκες συγγραφείς». Καλή διασκέδαση!

Μαζί με το βραβείο, θα πάρετε και +10 στο wisdom και +15 στο empathy.

  1. Η εποχή των μαγισσών, Natasha Mostert, εκδόσεις Bell,
  2. Η προστάτις του φωτός και της σκόνης, Natasha Mostert, εκδόσεις Bell
  3. Ο Αμαρτοβόρος, Elizabeth Massie, εκδόσεις Οξύ
  4. Ζόμπι, Joyce Carol Oates, εκδόσεις Οξύ
  5. Ο φύλακας, Sarah Langan, εκδόσεις Οξύ
  6. She walks in shadows, Silvia Moreno Garcia & Paula R. Stiles
  7. The Mammoth book of ghost stories by women, Marie O’Reagan
  8. The woman in black, Susan Hill
  9. The drowning girl, Caitlin R. Kiernan
  10. Experimental Film, Gemma Files

Πηγή: σκρα-punk

 

Διαβάστε ακόμα

Η φεμινιστική δύναμη των θηλυκών φαντασμάτων

 

Share

Πηνελόπες: μια γυναικεία εμπειρία του ξενιτεμού

Pinelopes-A

της Δήμητρας Σπανού

Οι σύγχρονες «Πηνελόπες» δεν έχουν κανένα περιθώριο να περιμένουν κάποιον να τους σώσει· έχουν σηκώσει τα μανίκια και έχουν πάρει τη ζωή τους στα χέρια τους για να ξεφύγουν από τον πόλεμο. Αυτό είναι το μήνυμα της θεατρικής παράστασης Πηνελόπες που παίζεται κάθε Τετάρτη μέχρι το τέλος Μαρτίου στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων.

Το έργο, σε σύλληψη και σκηνοθεσία της Αφροδίτης Μητσοπούλου, αποτελείται από αποσπάσματα συνεντεύξεων και χωρίζεται σε δύο μέρη: στο πρώτο, οι Πηνελόπες είναι γυναίκες από τη Γεωργία που εργάζονται στη φροντίδα ηλικιωμένων και παιδιών στην Αθήνα· στο δεύτερο, Σύριες πρόσφυγες που βρίσκονται στη μέση ενός ταξιδιού χωρίς ορατό ακόμα τέλος. Οι πρώτες συνομιλούν με την Ιλιάδα, ενώ οι δεύτερες είναι σύγχρονες Τρωάδες. Καθώς τα σπασμένα ελληνικά των πρώτων και τα σπασμένα αγγλικά των δεύτερων μπλέκονται με το αρχαίο κείμενο, οι καθημερινές μάχες τους αποκτούν μια ανατριχιαστική διαχρονικότητα.

Η παράσταση έχει αρκετά πρωτότυπα σημεία, από την ίδια τη διαδικασία σύλληψης και υλοποίησης, τη χρήση συνεντεύξεων, την επιλογή των ερωτώμενων, τη χρήση των αρχαίων χωρίων, το ότι βασίζεται στο τραγούδι και πολλά άλλα. Παρότι μπορεί να υπάρχουν σημεία που θα ήθελαν ίσως κάποιο διαφορετικό χειρισμό, συνολικά είναι μια παράσταση όπου διακρίνεται η δουλειά και το μεράκι που έχει πέσει.

Το πρώτο σημείο στο οποίο θα ήθελα να αναφερθώ είναι πως οι μισές από τις ηθοποιούς είναι επαγγελματίες, ενώ οι υπόλοιπες είναι ερασιτέχνιδες, με πρωινές δουλειές κλπ, μέλη της Χορωδίας Εξαρχείων, στην οποία συμμετέχει και η σκηνοθέτρια. Μιλώντας για χορωδία, γίνεται φανερό ότι το τραγούδι είναι παρόν στην παράσταση, όπως και ο χορός, και προσθέτουν σπιρτάδα και κέφι· το «τραγούδι-θρήνος αλλά ταυτόχρονα και οι λυτρωτικοί χοροί», όπως πολύ εύστοχα αναφέρει μια κριτική που διάβασα. Ένα εγχείρημα αυτό-οργάνωσης στην εποχή της κρίσης, η Χορωδία «ξεκίνησε το 2011 όταν μαζευτήκαμε 5 άνθρωποι και είπαμε να φτιάξουμε μια χορωδία, γιατί μας αρέσει το τραγούδι και γιατί βρίσκουμε ότι το να τραγουδάνε πολλοί άνθρωποι μαζί χωρίς αποκλεισμούς είναι πολιτική πράξη», σύμφωνα με το πρόγραμμα. Η χορωδία, που είναι ανοιχτή σε καθένα και καθεμιά που θέλει να τραγουδήσει και να περάσει δημιουργικά τον ελεύθερο χρόνο του/της μέσα σε μια συλλογικότητα, έχει μάλιστα συμμετάσχει σε διάφορα ξένα ντοκιμαντέρ σχετικά με τις δομές αλληλεγγύης και την Αθήνα της κρίσης. Η συγκεκριμένη παράσταση λοιπόν αποτελεί και μια αφορμή να σκεφτούμε και πάλι, πιο συνολικά, το πώς μπορεί να σχετίζεται η συλλογικότητα με την καλλιτεχνική δημιουργία, καθώς και το τι σημαίνει “κάνω τέχνη” και ποιός/α την κάνει, στη συγκυρία που διανύουμε.

Το δεύτερο σημείο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ είναι η περιγραφή της παράστασης ως μια ιστορία «καθημερινής μάχης που δίνεται αιώνες τώρα». Στις καθημερινές μάχες βρίσκεται και το κλειδί. Το ζήτημα της μετανάστευσης και της προσφυγιάς είναι παλιό και χιλιοπαιγμένο – ευτυχώς! Αυτό που, εμένα τουλάχιστον, με άγγιξε και με συγκίνησε στη συγκεκριμένη παράσταση είναι το ότι φέρνει στην επιφάνεια κάθε πτυχή του ξεριζωμού, χωρίς μελόδραμα και εξιδανικεύσεις. Ο κίνδυνος, η αναμέτρηση με το θάνατο και η απώλεια είναι παρούσες, όμως το ίδιο παρόντα είναι και τα όνειρα, οι προσδοκίες και οι απλές μικρές αγωνίες που κάθε γυναίκα έχει. Η συγκίνηση προέρχεται ακριβώς από την εναλλαγή τους· από τη μια η μεγάλη αφήγηση του ξεριζωμού, με τη βία και το θρήνο και από την άλλη οι απλές καθημερινές ρουτίνες και σκοτούρες. Κατά αυτό τον τρόπο αναδεικνύεται μια γυναικεία εμπειρία του ξενιτεμού, που συντίθεται εξίσου από το πραγματικό δράμα της επιβίωσης σε έναν τόπο που δεν σε χωράει όσο και από τη γυναικεία αυτενέργεια στις πλέον αντίξοες συνθήκες, με τον πλούτο και τη συνθετότητά της. Και αυτό και τη γνώμη μου, χωρίς να γνωρίζω αν είναι στις προθέσεις της σκηνοθέτριας και των συντελεστριών, αποτελεί εκτός από μια καλλιτεχνική πρόταση για την τέχνη στην εποχή της κρίσης και μια πολιτική, για το πώς πρέπει να αντιλαμβανόμαστε αυτά τα υποκείμενα.

 

Συμπληρωματικά, αναδημοσιεύεται παρακάτω μια πρόσφατη συνέντευξη της σκηνοθέτριας που πρωτοδημοσιεύτηκε στο artandpress:

Pinelopes-A1

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: “Γλύτωσαν τη ζωή τους στα σύνορα, τη γλύτωσαν στη θάλασσα και ήρθαν σε έναν κόσμο που απλώς δεν χωράνε.”

Ποιος πηγαίνει στη μάχη και ποιος μένει πίσω;

Η Πηνελόπη πάντως, έχει σηκωθεί και έχει πάει στο μέτωπο. Δεν έχει ούτε τα περιθώρια, ούτε και την επιθυμία να περιμένει άλλο. Ο πόλεμος αυτός είναι πολύ σκληρός και δεν μπορεί να κερδηθεί μόνο από τους άντρες.

Οι γυναίκες από τη  Γεωργία έχουν αφήσει πίσω τους παιδιά και ήρθαν εδώ, για να παλέψουν με ένα καθεστώς που τις θέτει εκτός νόμου, με τις καθημερινές εργασίες που είναι εξοντωτικές και με τη μοναξιά ξέροντας ότι αν πέσουν σ’ αυτή τη μάχη τα παιδιά τους θα πεινάσουν. Δεν υπάρχει ισχυρότερο κίνητρο για έναν πολεμιστή. Για τους άντρες τους δε μιλάνε. Οι περισσότεροι έχουν μείνει πίσω.

Οι Σύριες έφτασαν εδώ προσπαθώντας να γλυτώσουν από έναν πόλεμο. «Όταν φτάσαμε εδώ νομίζαμε ότι τέλειωσαν όλα αυτά. Όχι. Μόλις άρχισαν». Τώρα αρχίζει η δική τους μάχη. Γλύτωσαν τη ζωή τους στα σύνορα, τη γλύτωσαν στη θάλασσα και ήρθαν σε έναν κόσμο που απλώς δεν χωράνε.

Τώρα θα δώσουν την πιο δύσκολη μάχη και οι πιθανότητές τους δεν είναι καλές.

Τι διακυβεύεται σε αυτόν τον πόλεμο, που ζούμε σήμερα;

Τα πάντα. Ποιος χωράει και ποιος δεν χωράει. Ποιος θα δουλέψει και ποιος όχι. Ποιος θα φάει, ποιος θα έχει μόρφωση, ποιος θα έχει σπίτι. Ποιος θα μπορεί να μιλήσει ελεύθερα, να ψηφίσει, να έχει δικαιώματα και ποιος θα σκύβει το κεφάλι και θα κάνει τη βρώμικη δουλειά. Ποιος θα πάει στην πλούσια χώρα και ποιος θα μείνει στην Αθήνα, στη Δαμασκό, στην Τιφλίδα. Ποιος έχει δικαίωμα να ονειρεύεται και ποιος δεν μπορεί να φανερώσει ούτε τα ακροδάχτυλα πίσω από ένα μαύρο ύφασμα.

Θα γυρίσω ποτέ πίσω ή μήπως δεν πρέπει να γυρίσω;

Αυτό είναι άγνωστο. «Είχα πει 2 χρόνια θα μείνω, ύστερα 5,6,7.. τώρα 8»

Οι Γεωργιανές έχουν αφήσει πίσω ολόκληρες οικογένειες που οικονομικά στηρίζονται αποκλειστικά πάνω τους. « Να σου πω και για να πληρώσουνε εισιτήρια λεωφορείος και αυτό είναι δικό μου λεφτά. Τί να σου πω να καταλάβεις; Πόσο να στίψει; Πόσο; » Και αυτό δε σταματάει ποτέ γιατί τα παιδιά μεγαλώνουν, πρέπει να σπουδάσουν, δε βρίσκουν δουλειά, αν είναι κορίτσια έρχονται και αυτές στην Ελλάδα να δουλέψουν και η επιστροφή παίρνει συνεχώς παράταση.  Οι Σύριες πάλι είτε περιμένουν πότε θα τελειώσει ο πόλεμος για να γυρίσουν είτε έχει πια διασκορπιστεί όλη η οικογένεια στις 5 Ηπείρους και δε βρίσκουν νόημα να γυρίσουν σε κάτι που δεν έχει πια τίποτα δικό τους.

Και αν γυρίσω, θα έχει μείνει κάτι να με περιμένει;

Πώς αντικρίζεις τα παιδιά σου μετά από 8-10 χρόνια; Φρόντισες να μην πεινάνε, να μην κρυώνουν, να σπουδάσουν, αλλά δεν ήσουν ποτέ εκεί, δεν τα χάιδεψες. «Εσύ αδειάζεσαι για παιδιά για οικογένεια αλλά όταν πας πίσω έκανες δουλειά σου βλέπεις οτι έχασες πολλά, πολλά έχασες ντάξει? Τους έφτιαξες οτι ήθελαν αλλά εσύ…έχουν κρυώσει.»

Όσο για τη Συρία, ποιος ξέρει τί θα χει απομείνει μετά τον πόλεμο;

«Κι η στάχτη, του καπνού η φτερούγα, θα φύγει στον αιθέρα για να μην ξέρω πού ήτανε το σπίτι μου.»

 

Πληροφορίες για την παράσταση εδώ

final1 poster rev

 

Share

Ναόμι Καουάσε: «Η ταινία μου είναι μια αχτίδα ελπίδας για εκείνους που βρίσκονται σε απόγνωση»

sweet_bean

του Γιάννη Κοντού

Από τις πλέον ιδιοσυγκρασιακές δημιουργούς ενός σινεμά των «μικρών» ανθρώπων, των μικρών χειρονομιών και των έντονων συναισθημάτων, η Γιαπωνέζα Ναόμι Καουάσε μας προσφέρει με το φαινομενικά ελάχιστα υποσχόμενο, κρίνοντας από τον τίτλο του, Γλυκό φασόλι ένα τρυφερό «διαμαντάκι» για τη χαρά, τη θλίψη και την ποίηση της καθημερινότητας. Πρωταγωνιστές, 2 μοναχικοί ήρωες, ο Σεντάρο και η ηλικιωμένη Τόκουε, που οι δρόμοι- και οι ιστορίες τους- συναντιούνται σε μια υπαίθρια καντίνα, η οποία πουλάει ντοραγιάκι (ένα είδος τηγανίτας με σάλτσα γλυκού κόκκινου φασολιού). Συζητώντας με την σκηνοθέτρια, με αφορμή την προβολή της ταινίας της από τις 9 Φεβρουαρίου σε διανομή της Mikrokosmos/Flisvos Films.

Σε ποιο βαθμό έχει διαμορφώσει η προηγούμενη εμπειρία και ενασχόλησή σας με τη δημιουργία ντοκιμαντέρ το αφηγηματικό και το οπτικό σας στιλ, καθώς και την επιλογή των θεματικών νημάτων;

Σε πολλές περιπτώσεις, μοτίβο στις ταινίες μου έχει αποτελέσει η ύπαρξη ανθρώπων που έρχονται και φεύγουν στη ζωή και ο χρόνος που περνώ μαζί τους. Επίσης, νιώθω πως η δημιουργία ταινιών ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας συμβαδίζουν και αλληλοεπηρεάζονται πολύ.

Το σινεμά σας είναι εκείνο των «μικρών» ανθρώπων, των μικρών χειρονομιών, των έντονων συναισθημάτων- ένα λυρικό σινεμά για τη χαρά, τη θλίψη, την ποίηση που εμφιλοχωρούν στην καθημερινότητα. Είναι έτσι;

Όπως επισήμανες, στις ταινίες μου συχνά προσπαθώ να εξυψώσω το συνηθισμένο με το να παρουσιάζω το σύμπαν που κρύβεται στις ζωές εκείνων, οι οποίοι δεν αφήνουν το σημάδι τους στην ιστορία, των απλών πολιτών. Για τα πράγματα που είναι δύσκολο να δούμε, που δεν μπορούν να ιδωθούν, χρησιμοποιώ το «φιλμ», προκειμένου να τα μεταφράσω και να τα μοιραστώ ως εκφράσεις με τους ανθρώπους.

Τα άνθη της κερασιάς φαίνεται να αποτελούν μια από τις κύριες μεταφορές για το χρόνο στο Γλυκό φασόλι. Ποια είναι η συμβολική τους σπουδαιότητα στην ιαπωνική παράδοση;

Αισθάνομαι ότι τα άνθη της κερασιάς ενσαρκώνουν την ιαπωνική κουλτούρα και μας δίνουν μια αίσθηση αρχής και τέλους. Αυτά τα λουλούδια είναι σε πλήρη ανθοφορία μόνο για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Η ομορφιά του πώς πέφτουν στο έδαφος και τα όσα νιώθουν οι άνθρωποι, όταν με ανυπομονησία περιμένουν αυτή τη στιγμή, αντανακλούν την ευθραυστότητα της ζωής και τις αιώνιες ευχές. Η πνευματικότητα συνδέεται με την αρχαία Ιαπωνία και μέσα στις 4 εποχές και τα χαρακτηριστικά της φύσης. Όταν τελειώνει η άνοιξη, φτάνει το καλοκαίρι, έπειτα το φθινόπωρο και ο χειμώνας, καθώς νιώθουμε την εναλλαγή των εποχών, την αρχή και το τέλος τους. Είναι σαν να βιώνουμε διαφορετικά συναισθήματα, όπως «θλίψη» και «χαρά» την ίδια στιγμή.

Όπως το αντιλαμβάνομαι, το Γλυκό φασόλι είναι μια ελεγεία για τη ζωή, το θάνατο, τη μοναξιά, τις δεύτερες ευκαιρίες- και την ανάγκη να μοιραστείς ανήκουστες, παραμελημένες ή ανεπιθύμητες ιστορίες. Περί αυτού πρόκειται, τελικά;

Εδώ βρίσκεται το σημείο, όπου η «λέπρα» αποτυπώνει της «αχρείαστες και αγνοημένες ιστορίες», οι οποίες, όπως ξέρεις, υφίστανται κατά εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο. Νιώθω ότι αυτή η ταινία μπορεί να είναι εκείνη η αχτίδα ελπίδας για εκείνους που βρίσκονται σε απόγνωση, όταν αισθάνονται ότι η ζωή τους έχει τελειώσει, ή δε θα έχουν ποτέ μια δεύτερη ευκαιρία. Εισπράττουμε κουράγιο από τη σπάνια ύπαρξη της «Τόκουε», η οποία γέμισε τη ζωή της ακούγοντας τη «φωνή» των γλυκών φασολιών.

Εφαρμόζετε την ίδια «χειροποίητη» ευαισθησία στη δημιουργία των ταινιών σας με της Τόκουε, όταν φτιάχνει τα ντοραγιάκι;

Δε νομίζω πως είμαι δεξιοτέχνης, αλλά σίγουρα θεωρώ τον εαυτό μου ως συυγραφέα που εισάγει χειροποίητη ευαισθησία στην τέχνη του.

Τι αναζητάτε κυρίως στους ηθοποιούς και τις ηθοποιούς, επαγγελματίες ή ερασιτέχνες, όταν κάνετε κάστινγκ για μια ταινία;

Τα «μάτια» τους. Τα «μάτια» τους είναι αυτό που αφηγείται ό,τι βρίσκεται στην καρδιά. Ακόμα και για εκείνους, οι οποίοι διαθέτουν πιο εκλεπτυσμένη έκφραση, είναι το μάτι τους ο τόπος που κατοικεί η ψυχή τους, κι αυτό δίνει δύναμη στη ρίζα του φιλμ.

Πόσο, και προς ποια κατεύθυνση, έχει αλλάξει η ιαπωνική κοινωνία, την οποία παρατηρείτε τόσο στενά, στη διάρκεια των χρόνων που γυρίζετε ταινίες;

Νομίζω ότι έχει αλλάξει πολύ. Πώς ξοδεύεται ο «χρόνος», πώς επικοινωνούμε με «ανθρώπους», αυτά τα σημαντικά πράγματα έχουν γίνει εύκολα. Αρχικά, στην ιαπωνική πολιτιστική αισθητική όσα ήταν δύσκολο να αποκτηθούν απαιτούσαν χρόνο και ζύμωση, ώσπου κάτι «αυθεντικό» να βρεθεί. Αυτός είναι ο λόγος που κάτι τέτοιο φυλασσόταν σαν θησαυρός και θεωρείτο «ξεχωριστό». Στο σημερινό κόσμο μας, η ευκολία και η άνεση έχουν προοδεύσει και αυτή η ίδια η πρόοδος έχει ως συνέπεια την καταλήστευση της παράδοσης, της κουλτούρας και της μοναδικότητας. Αφού η ανταλλαγή ήταν κάτι δύσκολο για το νησιωτικό μας έθνος, η μοναδικότητα ανθούσε, αλλά τώρα, με την εξάπλωση του ίντερνετ, η ευκολία έχει γίνει κυρίαρχη.

Υπάρχει ένα γυναικείο ή θηλυκό βλέμμα στο σινεμά και, αν ναι, κατά ποια έννοια διαφοροποιείται από το αρσενικό/αντρικό; Ποια έχει υπάρξει η μεγαλύτερη πρόκληση, την οποία βιώσατε ως γυναίκα, στην ανδροκρατούμενη κινηματογραφική βιομηχανία;

Όντως αισθάνομαι ότι αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο αλήθεια, αν και δεν μπορούμε να κατηγοριοποιούμε και να ταξινομούμε τους ανθρώπους με ευκολία. Η θηλυκότητα στους άντρες και η αρρενωπότητα στις γυναίκες υφίστανται. Ναι ή όχι, μαύρο ή άσπρο, υπάρχει αναρίθμητη ποικιλομορφία- και υπάρχει μέσα μας, επίσης. Κατανοώ απολύτως την ανακουφιστική αίσθηση που προκύπτει με τις κατηγορίες, αλλά πιστεύω πως οι εκφράσεις, οι οποίες δεν κατηγοριοποιούνται, είναι αυτές που συνδέονται με τη γέννηση καλλιτεχνών όπως εγώ. Με αυτή την έννοια, η πρόκλησή μου είναι να μην κατηγοριοποιούμαι, αλλά να συνεχίζω να εκφράζω τη μοναδικότητά μου, η οποία μπορεί να αναχθεί στις καταβολές μου. Για να το θέσω απλά, το να μη χάσω τον «εαυτό» μου.

Από τον καιρό του ντεμπούτου σας μυθοπλασίας Suzaku, που προβλήθηκε στις Κάννες 20 χρόνια πριν, έχετε υπάρξει ανάμεσα στις «αγαπημένες» σκηνοθέτριες του φεστιβάλ ανά τα χρόνια. Αισθάνεστε έτσι; Πού αποδίδετε τη σταθερή εμπιστοσύνη των προγραμματιστών του στη δουλειά σας;

Αναμφίβολα, εισπράττω αγάπη απο τις Κάννες. Και πράγματι νιώθω ότι με έχουν γαλουχήσει. Όπως έχω δηλώσει κι άλλοτε, νομίζω πως αυτό συμβαίνει γιατί συνεχίζω να δημιουργώ «κάτι που μόνο η Ναόμι Καουάσε μπορεί να δημιουργήσει».

 

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Ναόμι Καουάσε, η οποία βρήκε το χρόνο να απαντήσει στις ερωτήσεις μου εν μέσω post-production της καινούριας της ταινίας Radiance, και την βοηθό της Deguchi Chiharu για την πολύτιμη συνδρομή της στη διεξαγωγή της συνέντευξης.

Η ταινία της Ναόμι Καουάσε Γλυκό φασόλι προβάλλεται από τις 9 Φεβρουαρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Mikrokosmos/Flisvos Films.

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

Share

Οι Αφγανές που πολεμούν για την τέχνη!

αφγανιστάν1

της Ιφιγένειας Κοντού

Αντί για σφαίρες… νότες. Αντί για όπλα… πινέλα και σπρέυ. Αντί για πεδίο μάχης, ο καμβάς ή ο τοίχος. Αντί για μάχες… συναυλίες και εκθέσεις. Τα κορίτσια που γεννήθηκαν μέσα στον πόλεμο, υπηρετούν την ειρήνη μέσα από τις τέχνες. Στο Αφγανιστάν. Τη χώρα όπου οι άλλες  γυναίκες φορούν ακόμη τη γνωστή γαλάζια μπούρκα…

Negin Khpalwak – Το κορίτσι που κρατάει τη μπαγκέτα…

Το κορίτσι που με το ένα χέρι κρατά τη μπαγκέτα και με το άλλο αγγίζει την καρδιά, είναι η 20χρονη Negin Khpalwak από το ανατολικό Αφγανιστάν. Η πρώτη γυναίκα μαέστρος στη χώρα της. Διευθύντρια της πρώτης ορχήστρας στο Αφγανιστάν που αποτελείται αποκλειστικά από γυναίκες! Είναι η ορχήστρα Zohra με 35 κορίτσια-μουσικούς, από 13 έως 20 ετών, όλες από το Εθνικό Ινστιτούτο Μουσικής του Αφγανιστάν.

Αυτό από μόνο του είναι ένα νέο που χαϊδεύει τα αυτιά…

Όταν το δει κανείς στο ιστορικό του πλαίσιο, σε ένα Αφγανιστάν όπου οι Ταλιμπάν απαγόρευαν για χρόνια τη μουσική κι όπου οι συντηρητικοί ακόμη μισούν τις νότες όσο και τις γυναίκες… ε τότε η πρώτη γυναίκα διευθύντρια ορχήστρας στο Αφγανιστάν είναι μια επανάσταση! Η νεαρή ταλαντούχα και θαρραλέα Negin γράφει ιστορία με αόρατα γράμματα που σχηματίζει η μπαγκέτα της στον αέρα!

Οι γονείς της Negin προσπάθησαν με κάθε τρόπο να την σταματήσουν. Ο θείος της την έχει επικηρύξει: «Όπου σε βρω, θα σε σκοτώσω. Μας ντρόπιασες».

Εξαρτάται τι εννοεί κανείς ντρόπιασμα… Η ορχήστρα Zohra υπό την διεύθυνση της Negin έδωσε μια συναυλία στο Παγκόσμιο Οικονομικό Forum στο Νταβός τον περασμένο Ιανουάριο ενώ λίγες μόνο μέρες αργότερα, στις 25 Ιανουαρίου 2017, κέρδισε το βραβείο Freemuse Award.

Το μεγαλύτερο όνειρο της Negin είναι μια υποτροφία για να σπουδάσει μουσική στο εξωτερικό. «Θα συνεχίσω να παίζω μουσική» λέει η Negin. «Δεν νιώθω ασφαλής αλλά όταν οι άνθρωποι με βλέπουν και λένε:“να η Negin!” αυτό μου δίνει δύναμη!».

Καλή δύναμη Negin!

αφγανιστάν2

Shamsia Hassani – Το κορίτσι που ζωγραφίζει τους τοίχους…

Το κορίτσι που υπογράφει το mural που ακόμα δεν έχει στεγνώσει, είναι η μοναδική street artist μιας χώρας που μέχρι πρότινος έβλεπε στους τοίχους μόνο σημάδια από σφαίρες. Είναι η 26χρονη Shamsia Hassani από το Kandahar του Αφγανιστάν.

Τα graffiti της Shamsia απεικονίζουν συνήθως [γαλάζιες] γυναίκες – παλιότερα με μπούρκα και πιο πρόσφατα με hijab-, δυναμικές φιγούρες που ανατρέπουν τα στερεότυπα των Ταλιμπάν. [Μερικές από αυτές τολμούν ακόμα και  να χορεύουν!]

Όταν δεν διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Καμπούλ, η Shamsia, η οποία είναι από τα ιδρυτικά μέλη του Berang Arts Organization, ετοιμάζει την επόμενη έκθεσή της [μέχρι σήμερα έχει λάβει μέρος σε εκθέσεις σε: Γερμανία, Αυστραλία, Ιράν, Ινδία, Βιετνάμ, Ελβετία, Δανία Νορβηγία, Καναδά, ΗΠΑ.

Το οξύμωρο είναι ότι ενώ το graffiti απαγορεύεται στον Δυτικό κόσμο, στο Αφγανιστάν όπου απαγορεύονται χίλια-δυο, το graffiti όχι μόνο επιτρέπεται αλλά και ενθαρρύνεται [!] από την κυβέρνηση. ‘Οχι βέβαια ότι η Shamsia δεν έχει προβλήματα… Δεν βλέπουν όλοι με ενθουσιασμό την τέχνη της. Υπάρχουν ακόμη πολλοί συμπατριώτες  της  που πιστεύουν ότι οι γυναίκες δεν έχουν καμιά δουλειά να βγαίνουν στον δρόμο και να ανακατεύονται με μπογιές και σπρέυ… Η θέση τους είναι στο σπίτι τους.

H Shamsia έχει το όραμά της: «Θέλω να ζωγραφίσω με χρώμα πάνω σε όλες τις κακές αναμνήσεις του πολέμου στους τοίχους. Αν ζωγραφίσω πάνω από όλες αυτές τις αναμνήσεις τότε θα σβήσω τον πόλεμο από το μυαλό των ανθρώπων. Θέλω να κάνω το Αφγανιστάν διάσημο για την τέχνη του όχι για τον πόλεμό του».

Μακάρι να τα καταφέρεις Shamsia!

αφγανιστάν3

Nabila Horakhsh. Το κορίτσι που αγαπάει την αφηρημένη τέχνη…

Το κορίτσι που ποζάρει με σταυρωμένα τα χέρια, κάθε άλλο παρά μένει με σταυρωμένα τα χέρια μπροστά στον καμβά…Η  28χρονη Nabila Horakhsh γεννήθηκε και ζει πάντα στην Καμπούλ. Στην ίδια πόλη σπούδασε  Γλώσσα και Λογοτεχνία παίρνοντας το πτυχίο της από το Πανεπιστήμιο της Πρωτεύουσας. Την κέρδισε όμως η ζωγραφική ενώ ασχολείται επίσης με τη φωτογραφία και  τη δημοσιογραφία.

Μία από τις πρώτες εικαστικούς αλλά και επιμελήτριες στην Πρώτη Έκθεση Σύγχρονης Τέχνης του Αφγανιστάν, η Nabila προωθεί τη μοντέρνα τέχνη στη χώρα της. Είναι η επικεφαλής του Berang Arts Organisation που έχει στόχο να φέρει περισσότερους καλλιτέχνες στη ζωγραφική, να γίνουν περισσότερες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις και να ανοίξει νέους δρόμους ώστε η νεολαία της χώρας να ανακαλύψει και να εξοικειωθεί με τις εικαστικές τέχνες, είναι κάτι σαν μια τονωτική ένεση στην κουλτούρα της χώρας. Τα έργα της [μικρές εκρήξεις από τολμηρό φλογερό κόκκινο σε μαύρο, δέντρα και σώματα δίχως πρόσωπα, με εξπρεσσιονιστικές αναφορές] έχουν συμπεριληφθεί σε εκθέσεις στο Αφγανιστάν, το Ιράν, τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού.

«Νιώθω ότι κάθε πρόσωπο είναι σαν ένα δέντρο. Κι όταν η σκληρότητα αυτού του κόσμου έρχεται, πονάει, φωνάζει, προσπαθεί να φύγει…το σχήμα του ανθρώπου αλλάζει όπως ένα δέντρο αλλάζει στην καταιγίδα, τα φύλλα του πέφτουν, τα κλαδιά του σπάνε, γίνεται ένα τίποτα…τελειώνει. Αλλά αρχίζει μια άλλη ζωή…».

Όλη η ζωή μπροστά σου Nabila!

Όλη η χώρα πάνω σας Negin, Shamsia, Nabila…

αφγανιστάν4

Μαζί με τη Sonita Alizadeh, τη φωνή των ανήλικων κοριτσιών, τις άλλες αφγανές ράπερ: την Paradise Sorouri και την Soosan Firooz… τη ζωγράφο και γλύπτρια Malina Sulliman… τη ζωγράφο Khadija Hashemi, κάντε τη δική σας γενιά να μάθει τις τέχνες αντί για τον πόλεμο.

Πηγή: tvxs

 

Διαβάστε ακόμα

Η Γυναικεία Ομάδα Ποδηλασίας του Αφγανιστάν υποψήφια για το Νόμπελ Ειρήνης

 

Share

Ολοκαύτωμα: Μια Ελληνίδα Εβραία επιζήσασα αφηγείται

ραβενσμπρουκ

της Γεωργίας Μανώλη

Στις 27 Ιανουαρίου του 1945, τα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωσαν, κατά την προέλαση τους στην Πολωνία, τα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτωσης Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Έτσι, η ημερομηνία αυτή επιλέχθηκε πολύ αργότερα και μετά από πρωτοβουλία 90 χωρών, συμπεριλαμβανομένων και του Ισραήλ, ως Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Παρά τις προσπάθειες για τη διεκπεραίωση της Τελικής Λύσης, δηλαδή της πλήρους εξόντωσης των Εβραίων από τους ναζί και τις συντονισμένες απόπειρες εξαφάνισης μαρτύρων και στοιχείων των εγκλημάτων τους ακόμα και κατά την επερχόμενη ήττα τους, κάποιοι και κάποιες χιλιάδες επέζησαν. Και οι μαρτυρίες τους, είτε γραπτές είτε προφορικές, στέκονται απέναντι στην αποσιώπηση, τη λήθη και την άρνηση του Ολοκαυτώματος, διεκδικώντας το αυτονόητο, τη μνήμη για ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Αναπόφευκτα, η έκδοση των αφηγήσεων και μαρτυριών για τα στρατόπεδα εξόντωσης και το Ολοκαύτωμα έχει συνδεθεί περισσότερο με συγγραφείς όπως ο Primo Levi και οι Νομπελίστες Eli Wiesel και Ιmre Κertész. Καθώς η πλειονότητα των επιζήσαντων του Ολοκαυτώματος ήταν άνδρες είναι ίσως αναμενόμενο ότι οι περισσότερες μαρτυρίες θα είναι αντίστοιχα και δικές τους. Ωστόσο υπάρχουν γραπτές αφηγήσεις και από γυναίκες. Στην Ελλάδα μάλιστα τέσσερις γνώρισαν την έκδοση τους με πρώτη τη Μπέρρυς Ναχμία από την Καστοριά (1989), δεύτερη αυτή της Έρικας Κούνιο Αμαρίλιο (1995) από τη Θεσσαλονίκη, έπειτα ακολούθησε η μαρτυρία της Νάτας Όσμο Γκατένιο (2005) από την Κέρκυρα ενώ εννιά χρόνια μετά εκδόθηκε το ημερολόγιο της Λίζας Πίνχας (2014), επίσης από τη Θεσσαλονίκη[1]. Η αφήγηση της Πίνχας ξεκινάει από τον Απρίλη του 1941 και την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα και την αρχή της κακοποίησης και γκετοποίησης των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη. Τον Μάρτη του 1943 αρχίζουν οι εκτοπισμοί προς την Πολωνία και η Πίνχας μεταφέρεται μαζί σχεδόν με όλα τα μέλη της οικογένειας της στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Παρά την εγκληματική βιαιότητα που έχει δεχθεί η Πίνχας από τους ναζί και πριν τον εκτοπισμό της, όταν φτάνει στο Μπίρκεναου δεν μπορεί να πιστέψει τι συμβαίνει όταν οι συγκρατούμενες της την ενημερώνουν για την τύχη που περιμένει τους Εβραίους, για τα κρεματόρια και το θάνατο. Η Λίζα και η αδερφή της Μαρί θα επιβιώσουν. Συνολικά 112 μέλη της οικογένειας τους, μαζί και η μητέρα τους και ο σύζυγος της Λίζας θα θανατωθούν στους θαλάμους αερίων.

Η Πίνχας δηλώνει ήδη από την αρχή της αφήγησης της «Ακολουθώντας το παράδειγμα όλων εκείνων που έχουν γράψει για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ανδρών, θέλω και εγώ με τη σειρά μου να σας δώσω μερικές λεπτομέρειες για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των γυναικών»[2]. Μπίρκεναου, Άουσβιτς, Ράβενσμπρουκ. Η εξαθλίωση, η πείνα, οι ξυλοδαρμοί, ο αγώνας επιβίωσης για την ίδια και την αδερφή της Μαρί, το μίσος για την Τσέχα Κάπο, η οργή για την διαβόητη βοηθό των SS Dreschel, ο φόβος για το Μπλοκ 10, το «Ινστιτούτο Υγιεινής», όπου ναζί γιατροί πειραματίζονταν με τεχνικές στείρωσης και τεχνητής γονιμοποίησης πάνω στις κρατούμενες, η απελπισία πριν από την επιλογή των κρατούμενων στους θαλάμους αερίων, και ο τρόμος για το Μπλοκ 25 όπου έμπαιναν αυτές που είχαν επιλεχθεί, συνθέτουν την καθημερινότητα της Πίνχας στο στρατόπεδο. «Η Λίζα Πίνχας μας εισάγει σ’ ένα στρατοπεδικό σύμπαν γένους θηλυκού»[3]. Η κατάθεση της εμπειρίας της, ως γυναίκα κρατούμενη και επιζήσασα της κόλασης του Άουσβιτς, δεν αφορά μόνο την ίδια αφού η αφήγηση της περιλαμβάνει και τις συντρόφισσες της, αυτές που θανατώθηκαν και αυτές που επιζήσαν. Η ιστορία της Πίνχας λοιπόν δεν είναι μόνο η δική της ιστορία αλλά είναι και της Μάλα που πρόλαβε να κόψει τις φλέβες της πριν οδηγηθεί στον θάλαμο αερίων, είναι των 4 Πολωνέζων, κοριτσιών ακόμη, που απαγχονίστηκαν επειδή έκαναν σαμποτάζ, είναι της μητέρας της που δεν πρόλαβε να αποχαιρετήσει πριν την εξόντωση της, είναι της Γ. Πιτσόν που επέζησε των πειραμάτων και των επεμβάσεων στο Μπλοκ 10 αλλά είναι και τόσων άλλων γυναικών ακόμη.

Η αφήγηση της Πίνχας σταματάει στην απελευθέρωση της από τους Συμμάχους. Η  ίδια θα επιστρέψει στην Ελλάδα το 1945 (παρεμπιπτόντως το Υπουργείο Εξωτερικών Ελλάδας δίνει οδηγίες στα ελληνικά προξενεία σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις όχι μόνο να καθυστερήσουν τον επαναπατρισμό των Ελλήνων Εβραίων επιζήσαντων αλλά να τους ενθαρρύνουν είτε να μεταναστεύουν απευθείας στη Παλαιστίνη είτε να παραμείνουν όπου ήταν[4]) όπου θα αναπτύξει δράση και θα παλέψει για την ανάκτηση των περιουσιών των Εβραίων ενώ ως Γενική Γραμματέας της Ένωσης Επιζώντων Θεσσαλονίκης θα συμβάλλει στην επανένταξη των επιζώντων στην ελληνική κοινωνία. Ήδη από πολύ νωρίς η Πίνχας καταλαβαίνει τη σημασία της μαρτυρίας ενάντια στη λήθη. Γιατί το έγκλημα του Ολοκαυτώματος δεν τελειώνει το 1945 αλλά συνεχίζεται ακόμα και σήμερα τόσο μέσα από τις απόπειρες συγκαταβατικής απαξίωσης του όσο και μέσα την αμφισβήτηση του ως ιστορικό συμβάν. «Το Άουσβιτς θα πρέπει να αποτελέσει μάθημα. Κόστισε υπερβολικά ακριβά για να το ξεχάσουμε. Όχι! Δεν θα το επιτρέψουμε ˙θα κάνουμε τα πάντα γι’ αυτό. Πρέπει να παραμείνει πάντοτε ζωντανό˙τα εκατομμύρια των θυμάτων των ναζιστικών στρατοπέδων το επιβάλλουν» λέει στην ομιλία της στο Εβραϊκό Νεκροταφείο Θεσσαλονίκης το 1969[5]. Και σήμερα αυτό το μάθημα είναι σημαντικότερο από ποτέ. Η αφήγηση της Πίνχας θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στο εκπαιδευτικό υλικό των ελληνικών σχολείων -σε αυτά τα σχολεία που νεοναζί υπόδικοι εισβάλλουν και προπηλακίζουν δασκάλες  -και να μελετάται όχι μόνο, την 27 Ιανουαρίου, αλλά κάθε μέρα αφού «οι μελλοντικές γενιές πρέπει να μάθουν για να μη ξανακυλήσουν σε μια νέα άβυσσο αβεβαιότητας, μες στην οποία μπορούν μοιραία να οδηγηθούν, αν δεν λάβουμε εγκαίρως μέτρα»[6].

 

[1] Βαρών-Βασάρ Οντέτ, «Η Μαρτυρία της Λίζας Πίνχας 70 χρόνια μετά» στοThe Books’ Journal #63, Φεβρουαριος 2016, Αθήνα, σελ. 51.

[2] Πίνχας Λίζα, Αντιμέτωπη με το Ολοκαύτωμα-Η Λίζα Πίνχας διηγείται, Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, 2014, Αθήνα, σελ. 304.

[3] Βαρών-Βασάρ Οντέτ, ό.π. σελ, 52.

[4] Ετκμεκτσόγλου Γαβριέλλα, «Η Ζωή της Λϊζας Πρίν και Μετά τα Στρατόπεδα» στο Πίνχας Λίζα, Αντιμέτωπη με το Ολοκαύτωμα-Η Λίζα Πίνχας διηγείται, Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, 2014, Αθήνα, σελ. 27.

[5] Πίνχας Λίζα, ό.π. σελ. 302.

[6] Στο ίδιο, σελ. 302.

 

Διαβάτε ακόμη

Sarah Helm: «Το να δώσω στις επιζήσασες του Ravensbrück την ευκαιρία να αφηγηθούν την ιστορία τους ήταν ζωτικής σημασίας για μένα»

Share

Το Αίσθημα του Πόνου και η Μεξικανική Κουλτούρα στο Έργο της Φρίντα Κάλο

roots

της Αριάδνης Σεργουλοπούλου

Ο σουρεαλιστής ποιητής Αντρέ Μπρετόν χαρακτήρισε την τέχνη της Φρίντα Κάλο «σαν κορδέλα τυλιγμένη γύρω από μια βόμβα». Ο χαρακτηρισμός αυτός καταδεικνύει πράγματι την πολυπλοκότητα του έργου της, το ζήτημα της αναπαράστασης του εαυτού της μέσα από τις αυτοπροσωπογραφίες της, την περιγραφή ενός γυναικείου υποκειμένου που αυτοπροσδιορίζεται ενάντια στις κυρίαρχες αναπαραστάσεις και στις παραδοσιακές αντιλήψεις γύρω από τον ρόλο των δύο φύλων, την μεξικανική κι ευρωπαϊκή πολιτική, τα απελευθερωτικά κινήματα, τον μοντερνισμό και την κριτική στις ακαδημαϊκές καλλιτεχνικές πρακτικές.

Η Φρίντα Κάλο γεννήθηκε το 1907 στο Κογιοακάν, προάστιο της Πόλης του Μεξικού, αν κι εκείνη έλεγε πως γεννήθηκε το 1910, τη χρονιά που ξεκίνησε η Μεξικανική Επανάσταση. Σε μικρή ηλικία προσβλήθηκε από πολιομυελίτιδα, η οποία άφησε το δεξί της πόδι ημιπαράλυτο, ενώ στα 18 της χρόνια υπέστη ένα σοβαρό ατύχημα, όταν το λεωφορείο στο οποίο βρισκόταν συγκρούστηκε με ένα τραμ. Τραυματίστηκε πολύ σοβαρά στη σπονδυλική στήλη, στη λεκάνη και στα πόδια με αποτέλεσμα να υποβάλλεται σε συνεχείς επεμβάσεις, να αναγκάζεται να μένει για μεγάλα διαστήματα στο κρεβάτι ακινητοποιημένη και να φοράει γύψινους κορσέδες. Από εκείνο το σημείο, η ζωή της Κάλο θα χαρακτηρίζεται από έντονο σωματικό και συναισθηματικό πόνο.

without-hope

Την περίοδο που ήταν καθηλωμένη στο κρεβάτι ξεκίνησε να ζωγραφίζει. Στον ουρανό του κρεβατιού της τοποθετήθηκε ένας καθρέφτης ώστε να μπορεί να μελετά και να απεικονίζει το είδωλο της. Μόλις ανάρρωσε αποφάσισε να ξεκινήσει μαθήματα ζωγραφικής και το 1929 έδειξε τα έργα της στον διάσημο μεξικανό ζωγράφο Ντιέγκο Ριβέρα με τον οποίο είχε μια θυελλώδη σχέση μέχρι το τέλος της ζωής της. Το έργο της Κάλο, περίπλοκο και πολυδιάστατο, ενσωματώνει στοιχεία από την λαΐκή μεξικανική τέχνη, την παράδοση των Τεχουάνα και των Αζτέκων, τον προκολομβιανό πολιτισμό, αλλά και από ευρωπαΐκά καλλιτεχνικά ρεύματα, όπως ο Σουρεαλισμός. Θεωρείται μια από τις σπουδαιότερες ζωγράφους του 20ου αιώνα και «η μόνη σε ολόκληρη την ιστορία της ζωγραφικής που σκίζει το στήθος και την καρδιά προκειμένου να αποκαλύψει την βιολογική αλήθεια των συναισθημάτων…»[1].

Το έργο της Φρίντα Κάλο αναλύθηκε κυρίως βάσει των τραυματικών περιστατικών της ζωής της, του έντονου σωματικού πόνου που της προκάλεσε το ατύχημα, αλλά και του γεγονότος ότι ήταν μία από τις ελάχιστες γυναίκες της εποχής της που έζησε με τόση ελευθερία. Κατά μια έννοια όμως, η προσέγγιση αυτή αποστερεί το έργο της ζωγράφου από τα πλαίσια αναφοράς του και άρα από την πολιτική του σημασία. Σε πολλούς από τους πίνακες της, αλλά και στην καθημερινή της ζωή, η Κάλο φοράει πλούσια διακοσμημένες παραδοσιακές φορεσιές των Τεχουάνα, δηλαδή των γυναικών της περιοχής Τεχουαντεπέκ, μιας περιοχής όπου επικρατούσε η μητριαρχία και οι γυναίκες είχαν κυρίαρχο ρόλο. Οι φορεσιές αυτές δεν αποτελούν απλώς ένα όμορφο κάλυμμα του ταλαιπωρημένου της σώματος, ούτε απλώς μια μεταμφίεση, αλλά και μια προσπάθεια υπονόμευσης των καθιερωμένων αντιλήψεων για την κυριαρχία του αρσενικού φύλου, όπως επίσης και μια πολιτισμική δήλωση αντίστασης στην ισπανική αποικιοκρατία και στον αστικό τρόπο ζωής.

Παρ’όλη την προτίμηση της στις εντυπωσιακές φορεσιές, στα κοσμήματα και στα στολίδια, η Κάλο ζωγραφίζει συχνά τον εαυτό της με κοντά μαλλιά και ανδρικό κοστούμι, με τα χαρακτηριστικά της φρύδια τονισμένα και με έντονη τριχοφυΐα στο πρόσωπο της, κατασκευάζοντας έτσι μια ανδρόγυνη εικόνα. Μέσω της παρένδυσης( cross–dressing), εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη βεβαιότητα της έμφυλης ταυτότητας και, μέσα από την εικόνα του εαυτού της στην οποία συνυπάρχουν τα ανδρικά χαρακτηριστικά και η έντονη θηλυκότητα, καθιστά ρευστή τον δυΐσμό των δύο φύλων και αμφισβητεί τις ιδιότητες που τους αποδίδονται.

Πέρα από το ζήτημα της έμφυλης ταυτότητας η ζωγράφος καταπιάνεται και με το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας- στους πίνακες της τη βλέπουμε να φορά την ενδυμασία των Τεχουάνα, αλλά κι ένα λευκό ευρωπαΐκό φόρεμα. Στον πίνακα «Οι δύο Φρίντες» οι καρδιές των δυο γυναικών ενώνονται από μια αρτηρία, αλλά η Φρίντα με το λευκό φόρεμα αιμορραγεί. Ταυτόχρονα, τη βλέπουμε συνεχώς να μεταμφιέζεται ή και να κρύβεται: «Η Φρίντα Κάλο που βλέπουμε στις αυτοπροσωπογραφίες είναι πάντα η ίδια: το πρόσωπο της είναι εντελώς ανέκφραστο, χωρίς ίχνος συναισθήματος. Το βλέμμα προς το θεατή είναι ιδιαίτερα αυστηρό και έντονο. Φοράει κοσμήματα, βάζει λουλούδια και κορδέλες στα μαλλιά της. Στο φόντο υπάρχει πάντα η μεξικανική χλωρίδα. Αυτή η πανομοιότυπη αυτοεικονογράφηση δεν αποκαλύπτει τον πραγματικό εαυτό της ζωγράφου: το πρόσωπο της λειτουργεί σαν μάσκα που περισσότερο κρύβει παρά αποκαλύπτει τον σωματικό και συναισθηματικό της πόνο. Χρησιμοποιεί ξανά και ξανά την ίδια αυτοεικονογράφηση, προβάλλοντας μόνο μια μασκαρεμένη εκδοχή του εαυτού της.»[2]

the-wounded-deer

Το βασανισμένο της σώμα μεταβάλλεται συνεχώς, είναι ντυμένο ή είναι γυμνό, πληγωμένο και εκτεθειμένο πάνω στη γη, γίνεται υβρίδιο μεταξύ γυναίκας και ελαφιού, φυτού ή σπασμένου ιωνικού κίονα, αποτυπώνει τον πόνο σε όλες του τις εκδοχές. Οι αυτοπροσωπογραφίες της Κάλο γίνονται ένα αρχετυπικό σύμβολο, το σύμβολο της πάσχουσας γυναικείας μορφής που μας καλεί να μοιραστούμε τον πόνο της.

Το 1932 ζωγραφίζει τον πίνακα «Νοσοκομείο Χένρι Φορντ ή Το Ιπτάμενο Κρεβάτι», βασισμένο στην οδυνηρή αποβολή που είχε υποστεί εξαιτίας των προβλημάτων στην σπονδυλική στήλη και στη λεκάνη της. Ο πίνακας αυτός δεν καταγράφει απλώς μια τόσο προσωπική εμπειρία που εισάγεται στη δημόσια σφαίρα, αλλά είναι και η πρώτη φορά που αναπαρίσταται η γυναικεία εμπειρία της αποβολής. Το κατακερματισμένο γυναικείο σώμα, ένα σώμα που πονά και αιμορραγεί έρχεται σε αντίθεση με το στερεοτυπικό ελκυστικό γυναικείο σώμα, προορισμένο να ευχαριστεί το ανδρικό βλέμμα. Η Κάλο ζωγραφίζει τον εαυτό της γυμνό και πληγωμένο, το κορμί της διαλυμένο με διακριτές τις ουλές από τις εγχειρήσεις στη σπονδυλική της στήλη σε μια εντελώς διαφορετική αναπαράσταση του γυμνού σώματος. Καταφέρνει και αποτυπώνει στο έργο της τον πόνο και την ασθένεια με ισχυρή ένταση, με τρόπο μοναδικά επηρεασμένο από τη μεξικανική παράδοση, αλλά και από την δυτική αγιογραφία. Εμπνέεται από τις ιατρικές πρακτικές, συλλέγει βιβλία μαιευτικής και γυναικολογίας, ως και αποκτά ένα βάζο που περιέχει ένα έμβρυο σε φορμόλη και το βάζει στο δωμάτιο της, αμφισβητώντας παράλληλα την ιατρική αυθεντία των ανδρικών θεσμών που προσπαθούν να ελέγξουν και να ορίσουν τη γυναίκα ως ασθενή.

Η αποτύπωση του τραυματισμένου εαυτού της, η ανατροπή της αναπαράστασης του γυναικείου σώματος ως αντικείμενο ανδρικών φαντασιώσεων, το πείσμα και η επιμονή της να υπερβεί τη σωματική της αναπηρία, η σύγκρουση με το πατριαρχικό κοινωνικό περιβάλλον και η απόκλισή της από παραδοσιακές συμβάσεις έκαναν τη Φρίντα Κάλο πρότυπο για τα γυναικεία κινήματα, ενώ η επίδραση που είχε το έργο της φαίνεται μέχρι σήμερα.

Προς το τέλος της ζωής της, χωρίς η πολιτική της στράτευση να έχει υποχωρήσει στο ελάχιστο, έπαιρνε μέρος σε συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας για το πραξικόπημα στην Ουρουγουάη κι έγραφε: «Ανησυχώ πολύ για τη ζωγραφική μου. Κυρίως γιατί θα ήθελα να τη μετατρέψω σε κάτι χρήσιμο. Μέχρι τώρα το μόνο που έχω καταφέρει είναι να φτιάχνω εικόνες του εαυτού μου… Πρέπει να επιστρατεύσω όλες μου τις δυνάμεις ώστε το μόνο θετικό πράγμα που μου επιτρέπει η αρρώστια να κάνω, έστω και για λίγο να χρησιμεύσει και στην Επανάσταση. Αυτός είναι ο μόνος αληθινός λόγος για να ζήσω.»

self-portrait-along-the-boarder-line-between-mexico-and-the-united-states

Λίγο πριν πεθάνει, το 1954 σε ηλικία 47 ετών, εν μέσω μιας δραματικής επιδείνωσης της υγείας της, γράφει στο ημερολόγιο της: «Ελπίζω το τέλος να είναι χαρούμενο-κι ελπίζω να μην επιστρέψω ποτέ».

[1] Ριβέρα, Ντ, Η Φρίντα Κάλο και η Μεξικανική Τέχνη, 1943

[2] Αδάμπα, Β, Οι Αυτοπροσωπογραφίες της Φρίντα Κάλο, Μαρξιστική Φωνή τ.91, 2010

Πηγή: encuentro

 

Share

Η αποκάλυψη της ταυτότητας της Έλενας Φεράντε: ερευνητική δημοσιογραφία ή βίαιο ξεγύμνωμα;

accocella-elena-ferrantes-new-book

της Ιουλίας Λειβαδίτη

Πριν μερικές εβδομάδες δημοσιεύθηκε η έρευνα του δημοσιογράφου Claudio Gatti στο the New York Review of Books (με ταυτόχρονη αναδημοσίευση σε άλλες τρεις εφημερίδες σε Ιταλία, Γερμανία και Γαλλία) σχετικά με την ταυτότητα της Ιταλίδας συγγραφέα Elena Ferrante. Η Φεράντε γνωρίζει παγκόσμια επιτυχία και κριτική αναγνώριση τα τελευταία χρόνια με τα βιβλία της γνωστά ως «Ναπολιτάνικη Τετραλογία». To πρώτο βιβλίο, Η υπέροχη φίλη μου κυκλοφόρησε το 2011 (πρόσφατα και μεταφράστηκε και στα ελληνικά) και το τελευταίο, The Story of the Lost Child μόλις πέρσι.

Το παγκόσμιο ενδιαφέρον για τη Φεράντε, η οποία έχει δηλώσει επανειλημμένως ότι αυτό το όνομα είναι ένα ψευδώνυμο, ότι επιθυμεί να κρατήσει την ταυτότητα της μυστική και να μιλάει κυρίως μέσα από τα βιβλία της, είχε φτάσει στο ζενίθ του όταν δημοσιεύθηκε η έρευνα που αποκαλύπτει ποια πραγματικά είναι.

Όποιος έχει διαβάσει το άρθρο του Ιταλού δημοσιογράφου όπως δημοσιεύθηκε στα αγγλικά, εκτός από τη βαρεμάρα που θα τον κατακλύσει από την ατέρμονη παράθεση αριθμών και οικονομικών συναλλαγών, δεν μπορεί παρά να απορήσει με την κακεντρέχεια και τη σχεδόν απροκάλυπτη απαξίωση του δημοσιογράφου για το πρόσωπο της Φεράντε.

Το ότι το μεγαλύτερο μέρος του άρθρου αναλώνεται σε οικονομικά στοιχεία, λες και επρόκειτο για την αποκάλυψη των μυστικών εισοδημάτων κάποιου μαφιόζου, είναι αποκαλυπτικό κατά τη γνώμη μου όχι μόνο της κατάφορης παράβασης προσωπικών δεδομένων στην οποία προέβη ο δημοσιογράφος, αλλά αυτής της πολύ ιδιαίτερης αντιπάθειας που προκαλούν οι γυναίκες που έχουν πετύχει χάρη στο ταλέντο τους. Εντάξει, ίσως κάποιες γυναίκες είναι έξυπνες, μπορεί να κάνουν κάποια δευτερεύουσα επιστημονική ανακάλυψη, ίσως και κάποιες έχουν ταλέντο για να φτιάξουν ένα αξιόλογο έργο τέχνης. Αλλά «αριστούργημα»; Το οποίο απέφερε και τρελά λεφτά; Οποίο θράσος. Είναι τόσο εμφανής η εμμονή με τα λεφτά και η ζηλοφθονία του Gatti, που θα ήταν αστεία, αν δεν ήταν τοξική. Ο δημοσιογράφος καταγράφει τα κέρδη της Φεράντε από τις πωλήσεις των βιβλίων της σαν να είναι κατηγορητήριο: λες και τα έκλεψε από κανέναν ή δεν τα δηλώνει την εφορία ή δεν ήταν αναμενόμενο ένα τόσο πετυχημένο διεθνές μπεστ σέλλερ να έχει αποφέρει πολλά λεφτά. Παρακαλώ να μου βρείτε έναν άντρα, από τους πολλούς, πάρα πολλούς υπερ-επιτυχημένους, υπέρ-πλούσιους συγγραφείς, για τον οποίον να έχει διατυπωθεί τέτοιου τύπου δημόσιο κατηγορητήριο για την επιτυχία του.

Πέρα από το κόλλημα με τα λεφτά, ακόμα πιο θλιβερό είναι το κεντρικό επιχείρημα του δημοσιογράφου για το τι του δίνει το δικαίωμα να αποκαλύψει την ταυτότητα της  συγγραφέα: «Ανακοινώνοντας ότι θα πει ψέματα για την ταυτότητα της αν χρειαστεί, η Φεράντε κατά κάποιο τρόπο έχει απωλέσει το δικαίωμα της να εξαφανιστεί πίσω από τα βιβλία της». Συγγνώμη, τι; Αυτό ως επιχείρημα δεν έχει καν λογικό νόημα, δεν υπάρχει καμία απολύτως σύνδεση μεταξύ της υπόθεσης και του συμπεράσματος. Το ένα δεν οδηγεί στο άλλο με καμία λογική εκτός αν… εκτός αν χρησιμοποιήσεις την λογική του «με προκάλεσε, άρα τα θελε» που είναι πάνω-κάτω αυτό που θέλει να πει ο δημοσιογράφος αλλά κάπως πιο συγκαλυμμένα.

Για να διαλυθεί και κάθε αμφιβολία για τον σεξισμό του δημοσιογράφου, διάσπαρτες μέσα στο κείμενο είναι μπηχτές ότι τα βιβλία της Φεράντε τα έγραψε αν όχι εξολοκλήρου, τότε εν μέρει, ο σύζυγος της, γιατί αυτός έζησε στη Νάπολη και όχι αυτή, γιατί αυτός είναι συγγραφέας ενώ αυτή μια ταπεινή μεταφράστρια, γιατί ένας υπολογιστής διέγνωσε μια μεγάλη πιθανότητα τα γραπτά της να είναι του συζύγου-συγγραφέα (και εδώ όσοι έχουν μια ιδέα από τεχνητή νοημοσύνη γελάνε). Αν η Φεράντε ήταν άντρας, η σύντροφός του θα ήταν η πιστή του μούσα και η έμπνευσή του. Άντε να υπέθετε κάποιος ότι του είχε δακτυλογραφήσει κάτι και του μαγείρευε ενώ αυτός βυθιζόταν στο γράψιμο. Τώρα που είναι γυναίκα, ο σύντροφός της είναι τουλάχιστον Πυγμαλίωνας, αν όχι ο ουσιαστικός δημιουργός του έργου της.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία του θέματος: ο πατριαρχικός νους (που είναι και αντρικός και γυναικείος) δεν μπορεί να δει τις γυναίκες ως αυθεντικούς δημιουργούς σπουδαίων έργων τέχνης και εξοργίζεται ακόμα περισσότερο όταν αυτές οι γυναίκες διεκδικούν δυναμικά το δικαίωμα να επικοινωνήσουν την τέχνη τους με τον δικό τους τρόπο, μέσω της ανωνυμίας στην προκειμένη περίπτωση.

Η πατριαρχία λειτουργεί έτσι, που ό,τι και να αποκαλυπτόταν για την Φεράντε, θα έβγαινε χαμένη: Αν ήταν όντως από λαϊκή οικογένεια της Νάπολης, θα έλεγαν όλοι ότι το βιβλίο της είναι μια απλή αυτοβιογραφική, ημερολογιακή εξομολόγηση, το μοναδικό είδος γραφής στο οποίο θεωρείται ότι μπορούν να προσφέρουν κάτι οι γυναίκες.

Τώρα που η Φεράντε τελικά δεν είναι από λαϊκή οικογένεια της Νάπολης και είναι κόρη σχετικά ευκατάστατης οικογένειας, που μάλιστα έχει γίνει ακόμα πιο πλούσια από τα βιβλία της;; Ωιμέ!! Τι προδοσία στα αγνά λογοτεχνικά μας αισθήματα!! Ευτυχώς ήταν εδώ ο ηρωικός μας δημοσιογράφος και μας έσωσε από την πλάνη.

Η Φεράντε δεν είναι μόνο μια γυναίκα συγγραφέας, αλλά μια φεμινίστρια συγγραφέας, που γράφει στα βιβλία της με συγκλονιστική ειλικρίνεια για την γυναικεία φιλία, την αντικειμενοποιήση των έφηβων κοριτσιών, τη σεξουαλική αφύπνιση, τον γάμο, τη συζυγική κακοποίηση, τον έρωτα, τον σεξισμό στη δουλειά, τη μητρότητα, τη μοναξιά, την ερωτική απογοήτευση, τι σημαίνει για μια γυναίκα να γερνάει και τόσα άλλα… Για να μη πω για την εξιστόρηση του φεμινιστικού κινήματος του 1960 και 1970 στην Ιταλία. Για να μη πω για την μοναδική φορά που διάβασα να περιγράφεται η γυναικεία φιλία με όλη τη δύναμη και την απίστευτη βαρύτητα που έχει. Για την πρώτη φορά που ειπώθηκε ανοιχτά η αλήθεια, που έχω ζήσει εγώ τουλάχιστον, ότι διαχρονικά, το σημαντικότερο πρόσωπο στη ζωή μου δεν είναι ο εκάστοτε σύντροφός μου, αλλά η καλύτερη μου φίλη.

Όταν κάποιος μου είχε πρωτοπεί ότι το Φεράντε ήταν ψευδώνυμο (δεν είχα ιδέα) και ότι κάποιοι λένε ότι είναι άντρας, η αντίδραση μου ήταν αυθόρμητη: δεν υπάρχει η παραμικρή, ελαχιστότατη περίπτωση να έχει γράψει άντρας αυτά τα βιβλία. Πέραν τούτου, η Φεράντε δεν περιγράφει απλώς με ωμότητα και ακρίβεια γυναικείες εμπειρίες: έχει αναστοχαστεί πάνω σε αυτές και πάνω στον φεμινισμό. Μιλάει για την ανάγκη να εφεύρουμε μια νέα γλώσσα για να μιλήσουμε για εμάς, γιατί η γλώσσα που χρησιμοποιούμε  είναι αντρική και δεν αρκεί. Μιλάει για την ανάγκη να ξαναεφεύρουμε τον εαυτό μας πέρα από το αντρικό βλέμμα. Πόσο τραγικά ειρωνικό (και αναμενόμενο) ότι κάποιος άντρας θα της στερούσε το δικαίωμα να ξαναεφεύρει τον εαυτό της.

Και επειδή η Jeanette Winterson στο σχετικό άρθρο της στη Γκάρντιαν τα λέει πολύ καλύτερα από εμένα:

«Το ξεγύμνωμα και η διαπόμπευση της Έλενας Φεράντε είναι μια βίαιη και χοντροκομμένη πράξη. Δημιουργικά μπορεί να την καταστρέψει (έχει πει ότι δεν μπορεί να γράψει χωρίς την ανωνυμία της), οπότε είναι και μια κακόβουλη πράξη. Δικαίως, ανά τον κόσμο, οι περισσότεροι άνθρωποι φαίνεται να είναι αηδιασμένοι από αυτό που συνέβη.

Υπάρχει ένα δοκίμιο του TS Eliot από το 1919 που ονομάζεται Παράδοση και το ατομικό ταλέντο. Μιλάει για τον εαυτό –και πως η δημιουργική δουλειά είναι ένα είδος απόδρασης από τον εαυτό. Είναι αυτό το Εγώ μη-Εγώ που είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Χάνεις τον εαυτό σου, κι όμως είσαι πιο ξεκάθαρα ο εαυτός σου κατά την πράξη της δημιουργίας.

Η Φεράντε διεκδίκησε την ελευθερία του Εγώ μη-Εγώ. Ελπίζω ότι θα δει, εν καιρώ, ότι κανείς δεν μπορεί να της πάρει αυτή την ελευθερία με τη βία, όπως προσπάθησε ο Gatti. Είναι δικαίωμα της να την διεκδικήσει, δικαίωμά της να την κρατήσει. Όποια και να είναι, θα είναι πάντα η Έλενα Φεράντε.»

 

Share

Σμιλεύοντας την υποταγή: Η ιστορία των Ελληνίδων υπηρετριών όπως θα ‘πρεπε να ειπωθεί

charwoman-scrubbing-pots-001

της Χριστίνας Γαλανοπούλου

Η υπηρέτρια, η δούλα, η ψυχοκόρη, κοινωνικό σώμα και δομικό υλικό της αστικής τάξης, από πολλές γενιές και μέσω των media, αντιμετωπίστηκε και αφομοιώθηκε ως αντικείμενο φαντασίωσης, ως συνώνυμο του πειθήνιου, του αναγκαστικώς συνεργάσιμου, του υποτακτικού. Μπορεί, όμως, ένα τέτοιο σώμα – ένα δουλικό – εκτός από ταξική ντροπή και υποτέλεια, να παράξει σχέσεις και κοινωνικούς δεσμούς, να ερμηνεύσει το πλέγμα του αστικού ιστού, να εξηγήσει την ιστορία της οικογένειας, τη σχέση μεταξύ Κυρίας και Υπηρέτριας, να κατανοήσει τη γυναικεία χειραφέτηση από την πλευρά της εργοδότριας;

Και μετά, είναι η υποταγή κάτι που μαθαίνεται, κάτι στο οποίο τα σώματα εκπαιδεύονται για να τεθούν στην υπηρεσία των (όποιων) άλλων; Και τελικώς πώς παράγεται η ταξική υποτέλεια; Για να απαντήσει σε όλα τα παραπάνω, δίνοντας φωνή σε αυτό που αποκαλείται περιθώριο της ιστορίας, η Ποθητή Χαντζαρούλα, λέκτορας Ιστορικής Ανθρωπολογίας στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας της Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, κατέγραψε τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένη η υποταγή, αφηγούμενη την ιστορία των οικιακών εργατριών στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Επί της ουσίας, η Χαντζαρούλα υποστηρίζει ότι χωρίς τις οικιακές εργάτριες δεν θα μπορούσε να επιβιώσει ο αστικός πολιτισμός.

2

Η συγγραφέας Ποθητή Χαντζαρούλα: «Το πιο δύσκολο ήταν το κομμάτι των προσωπικών συνεντεύξεων, της επεξεργασίας, της προσέγγισης των μαρτυριών. Αν και κατηγορήθηκα ότι γράφω έντονα, παίρνοντας την πλευρά των αφηγούμενων προσώπων – και είναι αλήθεια, γιατί υπάρχει η αξίωση της αποστασιοποίησης του ιστορικού από την ιστορία»… Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Το επιχείρημα της υποστηρίζεται από πληθώρα στοιχείων για την κοινωνική διάσταση της ντροπής, για τις οικιακές εργάτριες ως κίνδυνο, αλλά και ως θεμέλιο λίθο της αστικής οικογένειας και τάξης στην Ελλάδα, για τις δυναμικές της σχέσης εργοδότριας και οικιακής εργάτριας, η σεξουαλικότητα -από κοντά με τις αφηγήσεις σεξουαλικής βίας- και από πολλά ακόμη ενδιαφέροντα στοιχεία (κοινωνικά, οικονομικά, δημογραφικά), μαζί με 33 προσωπικές αφηγήσεις που περιλαμβάνονται στο διαφωτιστικό Σμιλεύοντας την υποταγή (Εκδόσεις Παπαζήση). Και ενώ σπανίως τέτοιου είδους ακαδημαϊκά έργα καταφέρνουν να επεκταθούν πέρα από το αυστηρό πλαίσιο του αντικειμένου που αναλύουν, το συγκεκριμένο βιβλίο, αν και βασισμένο στη διδακτορική διατριβή, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως μεγεθυντικός φακός ή ακόμη και ως εργαλείο ανάλυσης συμπεριφορών και στο σήμερα.

Η δουλικότητα ως παρακαταθήκη στη συμπεριφορά κάποιων ανθρώπων, η αντιμετώπιση των σεξιστικών αστείων ή των προσβολών με αμηχανία και ντροπή, η “προίκα” που κουβαλάμε, σχεδόν στο DNA μας, περί τιμής και (γυναικείου) καθαρού κούτελου είναι πολλά από τα σημεία του βιβλίου που μπορούν να λειτουργήσουν ως τέτοια, ως εργαλεία ανάλυσης, τόσο της ταξικής μας πορείας, όσο και της κληρονομιάς του φύλου.

Ειδικά από τον 19ο αιώνα και μετά, η οικιακή εργασία είναι σχέση μεταξύ γυναικών, οι γυναίκες θεωρούνται αποκλειστικώς υπεύθυνες για τον ιδιωτικό χώρο και πρόκειται για έναν αιώνα κατά τον οποίο η γυναίκα έξω από το σπίτι, η γυναίκα στην εργασία εκλαμβάνεται ως ανωμαλία.

Ποια ήταν η αφορμή γι’ αυτή την έρευνα; 

Η ιδέα ξεκίνησε από τις μεταπτυχιακές μου σπουδές και από την αγγλική κοινωνική ιστορία. Κυρίως, όμως, από την επιβλέπουσα που είχα τότε, την Carolyn Steedman, και από το βιβλίο της Landscape for a Good Woman. Πρόκειται για την ιστορία της αγγλικής εργατικής τάξης της δεκαετίας του ’50, μέσα από τα μάτια της μητέρας της και χρησιμοποιεί το ψυχαναλυτικό παράδειγμα – δηλαδή, τα συναισθήματα, τον φθόνο, την επιθυμία, κ.λπ- για να ξαναγράψει την ιστορία. Επί της ουσίας, ήταν η πρώτη που χρησιμοποίησε την έννοια της τάξης για να αναλύσει την εμπειρία της οικιακής εργασίας. Αυτή την έννοια την παίρνει από τον Thompson[1], ο οποίος αναλύει την τάξη και το πώς παράγεται η ταξική υποτέλεια μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις. Ουσιαστικά τότε η Steedman είχε ξαναγράψει την ιστορία της εργατικής τάξης του 19ου αιώνα, πηγαίνοντας στις ίδιες περιοχές που είχε δουλέψει ο Thompson, υποστηρίζοντας ότι στην πραγματικότητα η τάξη δεν δημιουργήθηκε από τους εργάτες, τους υφαντές και τους βιοτέχνες των αγγλικών εργατουπόλεων, αλλά μέσα από τις σχέσεις των εργοδοτών και των εργοδοτριών με τις υπηρέτριες.  Αυτή η ιδέα ήταν η αφορμή: ότι η τάξη υπάρχει εκεί που δεν περιμένεις να τη βρεις κι ότι πρόκειται για μια εμπειρία που έχει σφραγίσει τις ζωές μας -της ελληνικής κοινωνίας πια, σ’ όλο τον 20ο αιώνα και τον 21ο. Ακριβώς όπως το λέει ο Μπεζανσόν, «δεν ξέρω αν ο αστικός πολιτισμός μπορεί να επιβιώσει χωρίς τις υπηρέτριες». Αν ρίξουμε μια ματιά σ’ αυτό που συμβαίνει με το μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό, πράγματι, φαίνεται ότι η αστική κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την οικιακή εργασία, έμμισθη ή μη.

Πόσα από τα βιώματα που έχετε καταγράψει μέσα από μαρτυρίες οικιακών εργατριών έχουν “χαραχτεί” στο συλλογικό ασυνείδητο των επόμενων γενεών γυναικών;

Δύσκολα απαντά κανείς σ’ αυτή την ερώτηση. Κυρίως, διότι διαφέρει ο αγροτικός πληθυσμός, δηλαδή οι γυναίκες από τη Φολέγανδρο που εξετάζω και στην έρευνα, ο τρόπος που βίωσαν τη σεξουαλικότητα, το φύλο τους, τις συζυγικές σχέσεις, το πώς αντιλαμβάνονται τη θέση τους μέσα στην οικογένεια, από τον προσφυγικό πληθυσμό και από τις γυναίκες που μετανάστευσαν στην Αθήνα. Οι άνθρωποι επηρεάζονται, φτιάχνονται μέσα από τις σχέσεις και εν προκειμένω δεν διαμορφώνεται μόνο η οικιακή εργάτρια από τη σχέση με την εργοδότρια της, αλλά και η εργοδότρια. Είναι η εποχή που οι αστές προσπαθούν να δημιουργήσουν μια συλλογική ταυτότητα στο όνομα της γυναικείας σφαίρας συμφερόντων και στο όνομα της γυναικείας ταυτότητας. Το να κυριαρχήσουν στην ιδιωτική σφαίρα ήταν τρόπος για διεκδικήσουν χώρο στη δημόσια. Και αυτή η σχέση ξεπερνά τη γενιά, ξεπερνά την εποχή που οι γυναίκες βιώνουν τις δυναμικές αυτών των σχέσεων και επηρεάζουν και τις επόμενες γενιές. Όμως, συμβαίνει και το εξής: ο τρόπος που εκείνες ερμηνεύουν το παρελθόν, την καταπίεση, την πατριαρχία, τον ρόλο της οικογένειας, γίνεται σε παρόντα χρόνο. Επομένως, ο τρόπος που ερμηνεύουν πια αυτή την πικρία προς τους συζύγους, την καταπίεση που έζησαν είναι επηρεασμένος από τα εγγόνια τους, από τον τρόπο που ζουν οι γυναίκες σήμερα. Τα περιοδικά, η τηλεόραση, ο τρόπος που ζουν τα εγγόνια και τα παιδιά τους, τις βοηθά να κατανοήσουν αυτό που έζησαν τότε με διαφορετικά εργαλεία. Το αποτύπωμα αυτών των κοινωνικών σχέσεων στις επόμενες γενιές υπάρχει, αλλά είναι αμφίδρομο.

scan-113

Στο κεφάλαιο που αναφέρεστε ακριβώς στις σχέσεις “εργοδότριας – οικιακής εργάτριας” περιγράφετε μία σειρά τεχνολογιών της υποταγής: από δοκιμές τιμιότητας και περιορισμούς στο φαγητό, μέχρι μεθόδους αποπροσωποποίησης (απαλοιφής της ατομικής ταυτότητας) και δημιουργίας κοινωνικού στίγματος. Θεωρείτε ότι κάποιος που εκπαιδεύεται στην υπηρεσία των άλλων και ειδικώς μία γυναίκα έχει συνείδηση τόσο αυτού που του συμβαίνει όσο και του ρόλου που παίζει το φύλο του;

Υπάρχει πλήρης συνείδηση. Το υποκείμενο μπορεί να μην αντιστέκεται στις πιο φρικτές μορφές καταπίεσης που βιώνει – που εμπεριέχουν τη σωματική βία, τη σεξουαλική βία, την αποπροσωποποίηση – αλλά, βάσει των μαρτυριών, πρόκειται για τη δική τους εμπειρία και ερμηνεία της ζωής τους. Γι’ αυτό μιλώ και για μία μορφή ταξικής συνείδησης, επομένως και της γνώσης για το πώς παράχθηκε η κοινωνική κατωτερότητα τους.  Το να βιώνεις κάτι, σημαίνει ότι το συνειδητοποιείς. Είναι μια διαδικασία όλο αυτό: δεν σημαίνει ότι υπάρχει εξ αρχής. Και η παραγωγή μας ως ανθρώπων, δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά συνδέεται και με το πώς σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας. Αυτή η διαδικασία αλλάζει. Μέσα από τις συνεντεύξεις βλέπουμε μια στρωματογραφία του εαυτού αυτών των γυναικών. Το πώς αυτή η εμπειρία ήταν τόσο σημαντική και τραυματική, που ακριβώς η σημασία της είναι τόσο μεγάλη σε ό,τι αφορά στη διαμόρφωση τους, αλλά και στη συνειδητοποίηση του τι συνέβη.

Γιατί επιλέξατε να εστιάσετε στο δίπολο της σχέσης μεταξύ γυναικών (εργοδότριας – οικιακής εργάτριας) αφήνοντας για λίγο στην άκρη την πατριαρχία;

Η πατριαρχία δεν αφορά τους άντρες. Αφορά τις σχέσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η θέση αυτών των γυναικών, η εργασία τους τοποθετείται στον ιδιωτικό χώρο, η σχέση τους πολύ συχνά γίνεται αντιληπτή και ως οικογενειακή. Κάποιες από αυτές τις γυναίκες, ακόμη και από τη νομοθεσία παρουσιάζονται ως ψυχοκόρες. Ειδικά από τον 19ο αιώνα και μετά, η οικιακή εργασία είναι σχέση μεταξύ γυναικών, οι γυναίκες θεωρούνται αποκλειστικώς υπεύθυνες για τον ιδιωτικό χώρο και πρόκειται για έναν αιώνα κατά τον οποίο η γυναίκα έξω από το σπίτι, η γυναίκα στην εργασία εκλαμβάνεται ως ανωμαλία. Επομένως, έχουμε να κάνουμε με απότοκο της νέας μορφής πατριαρχίας του 19ου αιώνα. Εδώ, η πατριαρχία εμφανίζεται μέσα από τα συμβόλαια γάμου. Σε ό,τι αφορά τη σχέση εργοδοτών και εργοδοτριών αυτή δομείται σαν σχέση μεταξύ γυναικών, επειδή η οικιακή εργασία και όλες οι ευθύνες που σχετίζονταν με το νοικοκυριό ήταν έμφυλες.

Στη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση, το θέατρο, η υπηρέτρια, σχεδόν πάντα, παρουσιάζεται ως πρόσωπο φαιδρό και απολύτως αναξιόπιστο, κάποτε και έκνομο. Γιατί;

Αυτού του είδους η αναπαράσταση έχει να κάνει με τον κυρίαρχο λόγο, με τον λόγο της αστικής τάξης. Μέχρι σήμερα ακούγαμε μόνο αυτήν την πλευρά. Το άλλο σκέλος της ιστορίας είχε αποσιωπηθεί. Και μόνο να πούμε τη λέξη υπηρέτρια, ντρεπόμαστε. Υπήρχε μονόλογος. Οι άλλοι μπορούσαν να μιλούν γι’ αυτά τα υποκείμενα, χωρίς αυτά να μπορούν να ανταπαντήσουν. Μπορεί να μιλούσαν, αλλά ποιος τους άκουγε. Αυτές οι αναπαραστάσεις – να παρουσιάζονται, δηλαδή, ως κλέφτρες, ως απειλή για τη συζυγική ενότητα – αυτού του είδους ο στιγματισμός προέρχεται από αυτόν τον δημόσιο λόγο. Το υποκείμενο ξέρει την αντίληψη που έχουν οι άλλοι γι’ αυτό, γνωρίζει αυτές τις αναπαραστάσεις, έχει απόλυτη συνείδηση γι’ αυτό που ονομάζουμε σωματικούς μηχανισμούς της υποταγής. Η ντροπή παράγεται μέσα από τη βίωση αυτών των σχέσεων και τη γνώση των αναπαραστάσεων.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία κατά τη διάρκεια της έρευνας σας και προς υποστήριξη της θέσης σας;

Το πιο δύσκολο ήταν το κομμάτι των προσωπικών συνεντεύξεων, της επεξεργασίας, της προσέγγισης των μαρτυριών. Αν και κατηγορήθηκα ότι γράφω έντονα, παίρνοντας την πλευρά των αφηγούμενων προσώπων – και είναι αλήθεια, γιατί υπάρχει η αξίωση της αποστασιοποίησης του ιστορικού από την ιστορία. Και σ’ αυτό δεν συμφωνώ. Πάντοτε γράφουμε από μία συγκεκριμένη οπτική γωνία – βάσει του φύλου, της τάξης που ανήκουμε, της σεξουαλικότητας μας, των πολιτικών πεποιθήσεων. Το ότι όσο πιο αποστασιοποιημένος είναι ο ιστορικός, τόσο πιο αντικειμενική ιστορία θα γράψει, ανατρέπεται και από τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας και από την κοινωνική ανθρωπολογία, που αμφισβητούν αυτή την απόσταση. Σε κάθε περίπτωση, ναι, το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν αυτό των προσωπικών ιστοριών.

Πέρα από την ιστορική διαδρομή των οικιακών εργατριών σε χρόνους παράλληλους με την ανάπτυξη των πόλεων, πέρα από τις τεκμηριώσεις του πώς η οικιακή εργασία χρησιμοποιήθηκε ως οργανωτική αρχή των τάξεων, το βιβλίο προσφέρει θεάσεις και στον τρόπο κατασκευής της ντροπής, του φόβου και της βίας ως εργαλείο εργοδοτικού ελέγχου των γυναικών με μοιραίες αναγωγές μέχρι τις μέρες μας. Παρατίθενται δύο σχετικά διαφωτιστικά αποσπάσματα από το βιβλίο.

ΚΕΦ. 13 – “Οι δυναμικές της σχέσης εργοδότριας και οικιακής εργάτριας”

“Αυτοί είχανε σ’ ένα κουτί μέσα σύκα και σταφίδες, εγώ παιδί τώρα, πεινούσα κιόλας και άνοιξα και πήρα, κι αυτοί με θεωρήσανε ότι ήμουν κλέφτρα, ότι τα έκλεψα. Στην ουσία τα έκλεψα, ας το πούμε. Ναι, στην ουσία τα πήρα, δεν το έκανα εσκεμμένα γιατί ήθελα να τα κλέψω, πεινούσα και τα ΄κλεψα, κατάλαβες; Και θυμάμαι με είχε βάλει τιμωρία τότε αυτή, η πρώτη και η τελευταία φορά, δεν το ‘χα ξανακάνει με. Με άφηκε όρθια και στεκόμουνα και μου ‘λεγε “κλεφτράκι” και “κλεφτράκι”. [Ελευθερία], σελ. 438.

“Ξέρεις μια φορά τι έκανε; Είχε το ζάχαρο και δεν έτρωγε ζάχαρη. Μας ενήστευε όλη τη Σαρακοστή, Τετάρτη και Παρασκευή το λάδι. Καρμίρες οι παλιές, οι Παλιοελλαδίτισσες ήταν πάρα πολύ καρμίρισσες. Λοιπόν, έψησα καφέ, να βουτήξω λίγο ψωμάκι να φάω που νήστευα. Μας νήστευε δεν μας έδινε γάλα. Εμένα με κορόιδευε, με έστελνε να πάω μέσα για να ρίξει στο γάλα μου νερό. Να μην είναι σκέτο όπως το άρμεγε από την κατσίκα […] Λοιπόν ψήνω τον καφέ και τον δοκιμάζει και γιατί ήταν γλυκό, μου δίνει μια ανάποδη με τα δαχτυλίδια που φόραγε. Ξεγένναγε πολλές και δεν είχαν να της δώσουνε λεφτά και της δίνανε χρυσαφικά και τα φόραγε. Ήταν τα χέρια της γεμάτα χρυσαφικά […] Δοκίμασε τον καφέ και γιατί ήτανε γλυκός, εσύ τον πίνεις σκέτο χωρίς ζάχαρη, εγώ πώς θα τον πιω πικρό; Έβαλα ζάχαρη, δεν μπορώ να εγώ να τον πιω, μικρό κοριτσάκι πόσο ήμουνα 12-13 χρονώ. Πίνεται ο πικρός καφές; Μου δίνει μια ανάποδη, με παίρνουν τα αίματα. Έτσι με χτύπαγε ανάποδα στο στόμα. Λοιπόν, με χτυπάει, παίρνω δρόμο και φεύγω και πάω στου Μακρυγιάννη, ήταν τα γραφεία, Αμερικανική Περίθαλψη που έλεγε […]. Λοιπόν εκεί πέρα ήταν η Λέσχη του Εργαζόμενου Κοριτσιού που πηγαίνανε και τρώγανε φτηνά […] Αφού ήρθε και με βρήκε εκεί πέρα, μου λέει πάμε σπίτι μας, τα παιδιά μας είναι στον δρόμο. Να πας, της λέω, εγώ παιδιά δεν έχω. Ε, ύστερα ήρθε η πρόεδρος, ήταν κι άλλες κυρίες εκεί. Της λένε, για σταθείτε, κυρία μου, μη τα πιέζετε τόσο, τους σπάτε τα νεύρα, δεν το καταλαβαίνετε ότι είναι παιδιά, της λέει. Έχετε μεγάλες απαιτήσεις από τα παιδιά. Της λέω, βλέπετε το στόμα μου, με δέρνει. Εκείνη μου ‘λεγε πάμε κι εκείνες της λέγανε κάτσε να ηρεμήσει. πού να ηρεμήσω εγώ, εκοπάναγα το τραπέζι με τις γροθιές μου, χτύπαγα τα τραπέζια. Είναι κακούργα, έλεγα, με χτυπάει, με σκοτώνει”. [Ευδοξία], σελ. 448.

ΚΕΦ. 14 – “Δημόσιοι λόγοι για τη σεξουαλικότητα και αφηγήσεις σεξουαλικής βίας των οικιακών εργατριών”

“Λοιπόν τι να σου πρωτοειπώ, όταν άρχισε και σφοντύλιαζε το βυζί και έγινε όσο είναι εκείνο το φλιτζανάκι, γιατί φαινόμουνα. Είχε άντρες και να μη με βλέπουν οι άντρες που είχα εγώ βυζιά, μόνο εκείνη είχε. Ξύλοοο. Ξύλοοο… Εκείνο ακούει και γράφει; [το κασετόφωνο]. Αλλά είχα καθημερινώς ξύλο. Ιδίως όταν πάταγε σερνικός στην πόρτα, έπρεπε να με γδάρει από το ξύλο. Να φανταστείς, επηγαίναμε έξι γυναίκες, εβγήκαμε από το σπίτι και πηγαίναμε στον δρόμο, από ‘δω μέχρι το τρίτο σπίτι, και πέρναγε ένας στον δρόμο και να κοιτάει εμένανε, ξύλοοο, γιατί κοίταγε εμένα. ‘Δεν είδες πώς την κοίταγε;’, έλεγε. Και την Παναγιώτα κοίταγε από τόσες; Αυτή κοίταγε, λέει. Αφού εδώ το μάγουλο μου είχε κρεμάσει μούσκουλο [;] από το ξύλο. Άι στο καλό, είχα αυτή τη ζωή του ξύλου. Με στέλνει σε μια ξαδέλφη της, να της πάω ένα σημείωμα. Δεν ήταν εκεί η ίδια. Λέει, ποιος το ΄φερε, η Ελένη; Όχι. Η Κωνσταντίνα; Όχι. Εκείνη η όμορφη με τις κοτσίδες. Το κακόμοιρο, η όμορφη με τις κοτσίδες. Είχα κάτι κοτσίδες, με σταίνει όρθια και πάλι. Κυρία μου, γιατί μου τα κόβεις; Να ξύλο να. Και μου άφησε έτσι, όπως είναι τούτο το φεσάκι γύρω γύρω και μου το κούρεψε και μου άφησε φούντα κι ήμουνα δεκαοχτώ χρονώ κορίτσι. Να μην περπατάω έτσι, να περπατάω έτσι. Και είχα ζουπιάσει να μη φαίνεται. ‘Ελα που φαινόμουνα […]”. [Παναγιώτα], σελ. 496.

“Μα είδες τι σου ‘πα η κοπέλα αυτή, ο κύριος, αυτή ήτανε μικρή, την ήπιασεν, τώρα τι να ηκάμει η κοπέλα, έπεσε στα κλάματα αυτή, στο τέλος για να μην πέσουν στα δικαστήρια της δώσανε 50.000, πήρε ένα σπιτάκι, δεν ξέρω πολύ τέλος πάντων, την πήρε κάποιο παιδί που ήξερε πώς ήταν η κατάσταση και την πήρε την κοπέλα. Υπήρχανε παλιάνθρωποι, τώρα είναι άλλοι. Αλλά υπήρχε και σέβος. Σου λέω η μητέρα μου που ήτανε τέτοιος άνθρωπος, μου λέει, μόλις ησθάνθηκα το χέρι του του ‘πα φύγε γιατί αύριο το πρωί φεύγω και θα ξυπνήσω την κυρία. Σσς, σώπα, σώπα. Σώπα, λέει εντάξει. Την άλλη μέρα με πιάσανε: Γιατί φεύγεις, Φλώρα; Λέει δεν μπορώ, κλαίει το παιδί και δεν μπορώ. Λέει κρίμα που εγώ θα σε… ήμουνα καλή αλλά δεν μπορώ. Δεν ήθελε ούτε να προδώσει ούτε να πει…” [Εύα], σελ.506

* “Σμιλεύοντας την υποταγή – Οι έμμισθες οικιακές εργάτριες στην Ελλάδα το πρώτο μισό του 20ου αιώνα” – Ποθητή Χαντζαρούλα – Εκδόσεις Παπαζήση (2012)

[1] Thompson, E.P., The Making of the English Working Class, Λονδίνο, Penguin, 1980 (1η Έκδοση, 1963).

Πηγή: lifo

 

Share

Κι αν είμαστε πανκ να μας φοβάστε

The-Slits

της Γεωργίας Μανώλη

H Viv Albertine, η θρυλική κιθαρίστρια του punk συγκροτήματος The Slits, έφερε κυριολεκτικά τα πάνω κάτω σε εκδήλωση που λάμβανε χώρα στα πλαίσια της έκθεσης της Βρετανικής Βιβλιοθήκης. Η έκθεση αυτή, που φέρει τον τίτλο Το Punk: 1976-1978, γιορτάζει τα 40 χρόνια της ριζοσπαστικής αντικουλτούρας του πανκ κινήματος και της πολιτισμικής του επίδρασης στο Λονδίνο. Ως εκ τούτου υπήρχαν προθήκες οι οποίες περιλάμβαναν την ιστορία της πανκ μουσικής καθώς επίσης και αφιερώματα στα γκρουπ εκείνα που διακρίθηκαν για την ριζοσπαστική δημιουργικότητα τους και για το σημαντικό κληροδότημα τους στη μουσική σκηνή. Τα συγκροτήματα αυτά ήταν αναπόφευκτα λοιπόν οι Sex Pistols, The Clash και οι Buzzcocks, των οποίων όλα τα μέλη ανεξαιρέτως ήταν άνδρες. Η Albertine, βλέποντας ότι για ακόμη μια φορά αποκλείονται από την ιστορία της punk μουσικής οι γυναίκες, διέγραψε με στυλό τα προαναφερθέντα συγκροτήματα και στη θέση τους έβαλε το δικό της συγκρότημα, The Slits όπως επίσης τους X-Ray Spex και τους Siouxsie and The Banshees.

Το συγκρότημα της Albertine αποτελούνταν επίσης από την τραγουδίστρια Ari Up (η οποία ήταν μόλις 14 ετών όταν έφτιαξε το συγκρότημα), την ντράμερ Palmolive και την μπασίστρια Tessa Pollit. Είχαν παίξει μεταξύ άλλων και με τους Clash ενώ το άλμπουμ τους με τον τίτλο Cut (1979) αφενός έχει ψηφιστεί ως ένα από τα 40 καλύτερα punk άλμπουμ όλων των εποχών από το Rolling Stone (το δε εξώφυλλο του δίσκου τους έχει αφήσει εποχή) και αφετέρου συζητείται ακόμη για τη ρηξικέλευθη μείξη του πανκ με στοιχεία ρέγκε αλλά και για τους αναρχικούς στίχους του. Οι X-Ray Spex ήταν μεικτό συγκρότημα του οποίου βασική εμπνεύστρια και frontwoman ήταν η αξέχαστη Poly Styrene. Το τραγούδι με το οποίο ξεκίνησαν την καριέρα τους ήταν το διαχρονικό Oh Bondage Up Yours (1977) ενώ το πρώτο τους άλμπουμ που κυκλοφόρησε λίγο μετά (Germfree Adolescents, 1978) εξυμνήθηκε, για την ενέργεια και το θυμό που εξέφραζε αλλά και για τους στίχους του που στρέφονταν κατά του καταναλωτισμού, ως ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά άλμπουμ της πανκ μουσικής. Όσο για τους Siouxsie and the Banshees ήταν από τα πρώτα συγκροτήματα της πανκ σκηνής αν και παραγνωρισμένο μέχρι να καταφέρει να υπογράψει σε δισκογραφική εταιρεία. Παρεμπιπτόντως ο Sid Vicious υπήρξε ντράμερ τους πριν πάει στους Sex Pistols. Οπότε η Albertine πολύ σωστά πρόσθεσε στην προθήκη την προφανή απορία «Και οι γυναίκες;».

This slideshow requires JavaScript.

Τα μουσικό περιοδικό Uncut ανέβασε την είδηση με τίτλο «Η Viv Albertine καταστρέφει ανδροκεντρική πανκ έκθεση» όπως επίσης και τα σχόλια στα social media που χαιρέτισαν την κίνηση αυτή ως απόλυτα πανκ. Προς το παρόν η Βρετανική Βιβλιοθήκη δεν έχει σχολιάσει σχετικά ούτε γνωρίζουμε αν κράτησε τις προθήκες με τις διορθώσεις της Albertine. Σίγουρα πάντως πολλές γυναίκες έχουμε μπει στον πειρασμό να αλλάξουμε, σε άλλες ανδροκεντρικές εκθέσεις, σε μουσεία και σε πολιτιστικούς χώρους αντίστοιχες προθήκες. Και δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε  ότι η κίνηση της ήταν απόλυτα πανκ και έκανε το αυτονόητο. Ίσως η Albertine θα έπρεπε να προσθέσει τον περίφημο στίχο των X-Ray Spex «Some people say little girls should be seen and not heard, but I think oh Bondage Up Yours» που σε ελεύθερη μετάφραση πάει να πει «Κάποιοι λένε ότι μικρά κορίτσια είναι για να τα βλέπουμε όχι για να τα ακούμε αλλά εγώ λέω χώστε τη σκλαβιά στον κώλο σας!»

Share

Μια καλλιτέχνης επαναπροσδιορίζει τα πρότυπα ομορφιάς των γεννητικών μας οργάνων

vaginas2

επιμέλεια Λίνα Φιλοπούλου και Δήμητρα Σπανού

Το αιδοίο μας είναι φυσιολογικό, φυσικό και όμορφο, παρά το όσα μας λένε τα μίντια και η διαφήμιση

Στη φυσική του κατάσταση ο γυναικείος καβάλος είναι τριχωτός, πτυχωτός και μοναδικός. Τα κορίτσια μεγαλώνουν όμως υπό την επιρροή των μίντια και της διαφήμισης, που τους λένε ότι πρέπει να κουρεύονται, να αποτριχώνονται και να συγκαλύπτουν καθετί που μπορεί να θεωρηθεί ως ελάττωμα ώστε να μην ντρέπονται. Ακόμα και ως ενήλικες, τα αιδοία μας υπόκεινται σε εξονυχιστική ανάλυση και αντικειμενοποιούνται, ενώ οι θάμνοι παραμένουν «αφύσικοι» και τα γυμνά, λεία αιδοία που μοιάζουν με αυτά των πορνοστάρ υπερισχύουν ως πρότυπα.

Η καλλιτέχνης Meredith White επαναπροσδιορίζει τα πρότυπα ομορφιάς των γεννητικών οργάνων σχεδιάζοντας αιδοία που αντιτίθενται στα στάνταρ ομορφιάς των ΜΜΕ. Μια αρτιστική αντίθεση σε αυτό που λανσάρεται ως «τελειότητα» έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι τα θηλυκά γεννητικά όργανα έρχονται σε όλα τα μεγέθη, σχήματα και χρώματα. Όπως αναφέρει η ίδια: «Δυστυχώς η κουλτούρα μας εντείνει την ανασφάλεια των γυναικών. Τα μίντια προβάλλουν αδύνατα μοντέλα και πανέμορφες διασημότητες, αντί να τονίσουν την ομορφιά όλων των τύπων του σώματος, ενώ η πορνογραφία ενισχύει την τρομακτική ιδέα ότι οι γυναίκες (και τα αιδοία τους) είναι σεξουαλικά αντικείμενα. Και οι γυναίκες συνεχώς συγκρίνουν το σώμα τους με τα μη ρεαλιστικά ‘πρότυπα’».

Η Meredith White είναι φεμινίστρια και βέγκαν και αυτοπροσδιορίζεται ως «καλλιτέχνης αιδοίων». Μπορείτε να δείτε τη δουλειά της στο Instagram account Club Clitoris (@clubclitoris).

Για περισσότερα διαβάστε μια συνέντευξη με τη Meredith White εδώ (αγγλικά)

Λογαριασμός στο Instagram εδώστο twitter εδώ και στο society6 εδώ

 

This slideshow requires JavaScript.

Share

Ποδόσφαιρο: Όταν γυναίκες προπονούν και νικούν

Chan Yuen Ting

της Γεωργίας Μανώλη

Αν και τους 2 τελευταίους μήνες οι αθλητικές ειδήσεις είχαν επικεντρωθεί αναπόφευκτα στο Euro στην Γαλλία όπως και στο Copa America Centenario στις Η.Π.Α και στις δηλώσεις Μέσι περί παραίτησης από την εθνική ομάδα της Αργεντινής, υπήρξε άλλη μια είδηση που απασχόλησε την παγκόσμια αθλητική ειδησεογραφία, και ναι, αφορούσε  μια  προπονήτρια από το Χονγκ Κονγκ. Κι αυτό γιατί η 27χρονη Chan Yuen-ting ήταν η πρώτη προπονήτρια στην ιστορία του ανδρικού ποδοσφαίρου που κερδίζει κορυφαίο τίτλο. Συγκεκριμένα, η Eastern κέρδισε με την Yuen-ting το πρωτάθλημα επαγγελματικού, ανδρικού ποδοσφαίρου του Χονγκ Κονγκ  ξανά μετά από 21 χρόνια! Η ίδια δήλωσε ότι ελπίζει ότι θα βοηθήσει και άλλες γυναίκες στο χώρο και ότι υπήρξε τυχερή καθώς είχε υποστήριξη από την ομάδα, την διεύθυνση και το προσωπικό της Eastern και φυσικά ονειρεύεται μια καριέρα στην Μεγάλη Βρετανία ή στις Η.Π.Α. Η επιτυχία της δεν φαίνεται να ξαφνιάζει καθόλου την Moya Dodd, μέλος της επιτροπής της FIFA (παρεμπιπτόντως η 29μελής επιτροπή της FIFA περιλαμβάνει μόλις 3 γυναίκες) η οποία δηλώνει πώς οι γυναίκες μπορούν να γίνουν επιτυχημένες προπονήτριες αρκεί να τους δοθεί η ευκαιρία. Αυτό που ξαφνιάζει ωστόσο την Dodd είναι ότι δόθηκε αυτή η ευκαιρία στην Yuen-ting σ’ ένα εργασιακό χώρο όπως αυτό του ανδρικού ποδοσφαίρου που αποκλείει τις γυναίκες κατά κόρον και «όπου το μισθολογικό χάσμα ανάμεσα σε γυναίκες και άνδρες είναι μεγαλύτερο και από το Grand Canyon» (Guardian). Μάλιστα δεν έχει μόνο το ανδρικό ποδόσφαιρο απ’ ότι φαίνεται να κάνει με την τεστοστερόνη έχει και το γυναικείο! Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα της UEFA το 80% των προπονητικών θέσεων στο γυναικείο ποδόσφαιρο είναι άνδρες ενώ επίσης το 97% που έχουν πιστοποιημένα πτυχία είναι και πάλι άνδρες (BBC).

Σε κάθε περίπτωση, αν και η Chan Yuen-Ting δηλώνει ότι στο Χονγκ Κονγκ δεν υπάρχουν διακρίσεις ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες και ότι δεν αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες στην καριέρα της ωστόσο άλλες  προπονήτριες δεν έχουν υπάρξει τόσο τυχερές. Για παράδειγμα η Helena Costa παραιτήθηκε από την γαλλική ομάδα της Β’ Εθνικής, Clermont Foot 63, μετά από μόλις 49 μέρες λέγοντας ότι οι συνάδελφοι της όχι μόνο την παραγκώνισαν αλλά ότι την έπεισαν σχεδόν ότι είναι απλά ένα όμορφο πρόσωπο που μπορεί να φέρει την απαραίτητη δημοσιότητα και τίποτα άλλο. Σχετικά με την παραίτηση της, ο πρόεδρος της ομάδας, Claude Michy, έκανε μια δήλωση φουλ σε old-time classic σεξισμό για το ότι «η Costa είναι γυναίκα και οι γυναίκες είναι ικανές να μας ωθούν να πιστεύουμε συγκεκριμένα πράγματα» (Guardian). Και μετά προσέλαβε στη θέση της την Corinne Diacre.

Άλλη χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή της Annie Zaidi η οποία στην προσπάθεια της να γίνει προπονήτρια δεν αντιμετώπισε μόνο τον προβλεπόμενο σεξισμό αλλά και ρατσισμό και ισλαμοφοβία επειδή είναι μουσουλμάνα Νοτιοασιατικής καταγωγής. Μιλώντας για την εμπειρία της στο BBC αναφέρθηκε μεταξύ άλλων πώς ενώ προπονούσε μια ομάδα νέων ανδρών επίσης Νοτιοασιατικής καταγωγής, πέρασε ένας μουσουλμάνος ιερέας και την αποκάλεσε ντροπή της μουσουλμανικής πίστης ενώ κάποια άλλη στιγμή ο προπονητής της αντίπαλης ομάδας όχι μόνο έκανε σεξιστικά σχόλια κατά τη διάρκεια του αγώνα αλλά στο τέλος πήγε και αντάλλαξε χειραψία με συνάδελφο της, αγνοώντας την τελείως. Η Zeidi παρά τις αρνητικές αντιδράσεις, τα σεξιστικά και ρατσιστικά υβριστικά σχόλια δεν πτοήθηκε και δούλεψε σκληρά για να πραγματοποιήσει το όνειρο της. Έχει περάσει τις εξετάσεις για το δίπλωμα προπόνησης Επιπέδου 2 της Βρετανικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας και έχει βάλει πλέον ως στόχο την απόκτηση του πιστοποιητικού παρακολούθησης της Σχολής Προπονητών UEFA-B ενώ ονειρεύεται (και γιατί όχι άλλωστε;) να αναλάβει κάποια στιγμή τους Κανονιέρηδες καθώς είναι οπαδός της Άρσεναλ.

Ίσως περάσουν άλλες 2 δεκαετίες και βάλε για να δούμε γυναίκα προπονήτρια στο Εuro ή στο μουντιάλ, ίσως είναι πιο πιθανό να αναλάβει γυναίκα προπονήτρια σε ομάδα quidditch από το να προπονήσει ποτέ π.χ. την Εθνική Γαλλίας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Όμως, γυναίκες όπως η Chan Yuen-ting, η Helena Costa, η Annie Zaidi και όσες αναφέρονται παραπάνω αποδεικνύουν ότι επιτέλους το κλισέ ότι «το ποδόσφαιρο είναι ανδρική υπόθεση» (το γνωστό και στα αγγλικά it’s a man’s game) έχει αρχίσει επιτέλους και καταρρίπτεται.

annie_zaidi

 

Share

Εργαζόμενες του σεξ και φεμινισμός: Μια συζήτηση με την κινηματογραφίστρια, Λίζι Μπόρντεν

girlgang

H Λίζι Μπόρντεν γύρισε δύο από τις πιο σημαντικές ταινίες της δεκαετίας του ’80. Η πρώτη της ταινία, Born in flames, βγήκε στις αίθουσες το 1983 και εκτυλίσσεται σε ένα κοντινό μέλλον, μετά από μια δημοκρατική σοσιαλιστική επανάσταση στις ΗΠΑ. Η ταινία παρακολουθεί μια ομάδα ριζοσπαστικών γυναικών, κυρίως ομοφυλόφιλες και έγχρωμες, που διαπιστώνουν ότι η νέα σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν έχει επαρκώς απευθυνθεί στα ζητήματα πατριαρχίας και ρατσισμού και αποφασίζουν να οργανώσουν ένα «στρατό γυναικών» για να αγωνιστούν για μια επανάσταση μέσα στην επανάσταση.

Η επόμενη ταινία της, Working girls (1986), είναι μια ρεαλιστική ματιά στη ζωή γυναικών που εργάζονται σε ένα πορνείο του Μανχάταν. Παραμένει ακόμα και σήμερα μια από τις πλέον ρεαλιστικές, μη αισθησιακές κινηματογραφημένες απεικονίσεις της εργασίας του σεξ.

Τριάντα χρόνια μετά, οι ταινίες της είναι χρήσιμες για ακτιβιστές παραμένοντας τολμηρές και οραματικές όσο και την ημέρα που κυκλοφόρησαν. Πρόσφατα ένα φεμινιστικό ακαδημαϊκό περιοδικό αφιέρωσε ένα ολόκληρο τεύχος για την ταινία Born in flames, ενώ ακτιβιστές στο Allied Media Conference του Ντιτρόιτ αφιέρωσαν ένα ολόκληρο εργαστήριο για να συζητήσουν την ταινία.

Η Μπόρντεν δεν αποφεύγει να χαρακτηριστεί φεμινίστρια, αλλά, όπως και οι γυναίκες στις ταινίες της, νιώθει άβολα με αυτό που χαρακτηρίζεται ως λευκός φεμινισμός της μεσαίας τάξης. Οι χαρακτήρες του Born in flames αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους περισσότερο στον επαναστατικό φεμινισμό με ταξική και φυλετική συνείδηση, που εμπνέεται από την οργάνωση Combahee River Collective παρά από το Ms Magazine [www.msmagazine.com].

Η Λίζι Μπόρντεν ζει στο Λος Άντζελες και σχεδιάζει τα επόμενα έργα της. Ακολουθούν αποσπάσματα από μια συζήτηση μαζί της.

 

Τη συνέντευξη πήρε ο Τζόρνταν Φλάχερτι*

Εγινα κινηματογραφίστρια μάλλον τυχαία. Πήγα στη Νέα Υόρκη θέλοντας να γίνω ζωγράφος, αυτή ήταν η μεγάλη μου φιλοδοξία. Αγαπούσα την τέχνη και η Νέα Υόρκη ήταν η πόλη την οποία επισκεπτόμουν κάνοντας ότο στοπ, όταν σπούδαζα Ιστορία της Τέχνης στο κολέγιο Γουέλσλι, δυτικά της Βοστόνης. Συμπτωματικά βρέθηκα στον κόσμο της τέχνης, όταν μια καθηγήτριά μου με σύστησε για να γράψω στο περιοδικό Art Forum και έτσι γνώρισα πολύ κόσμο. Σύχναζα στο Max’s Kansas City με όλους τους σπουδαίους καλλιτέχνες της εποχής: Ρίτσαρντ Σέρα, Ρόμπερτ Σμίθσον κ.ά. Έγραφα για καλλιτέχνιδες όπως η Ιβόν Ρέινερ, η Τζοάν Τζόνας και η Σιμόν Φόρτι.

Ριζοσπαστικοποιόμουν από το φεμινιστικό κίνημα, αλλά δεν έβλεπα έγχρωμες γυναίκες να συμμετέχουν. Επίσης, ριζοσπαστικοποιόμουν από τη σεξουαλικότητά μου και την αποστροφή μου για την πατριαρχία. Έτσι για μένα, η ταινία Born in flames αποτελούσε την έκφραση αυτής που ήμουν εκείνη την περίοδο. Ήμουν κάποια που εξεγειρόταν ενάντια στο μικρό κορίτσι που ήμουν στα μάτια όλων των καλλιτεχνών που συναναστρεφόμουν, τους τιτάνες της τέχνης, και ζούσα σε ένα κόσμο όπου ο φεμινισμός, με τον οποίο ερχόμουν σε επαφή, ήταν μια εκδοχή με την οποία δεν μπορούσα να σχετιστώ. Τι είχα κοινό με την Γκλόρια Στάινεμ; Τίποτα.

Ταινία σαν εξερεύνηση

Η ταινία που σίγουρα με επηρέασε για να γυρίσω το Born in flames ήταν το Battle of Algiers. Αφηγούταν την ιδέα ότι η επανάσταση δεν τελειώνει ποτέ, συνεχίζεται διαρκώς. Ήθελα να εξερευνήσω αυτό το φάσμα: αγωνίζεσαι με λόγια, αγωνίζεσαι με τη δημοσιογραφία και τελικά αγωνίζεσαι με την ένοπλη αντίσταση. Πάντα φανταζόμουν ότι οι γυναίκες πρωταγωνίστριες στο Born in flames θα συλλαμβάνονταν, θα φυλακίζονταν και, όπως στο Battle of Algiers, θα υπήρχε ένα άλλο κύμα γυναικών που θα έπαιρνε τις θέσεις τους, γιατί ο αγώνας πρέπει να συνεχίζεται, γιατί δεν έχει αλλάξει το ζητούμενο. Δεν έχει αλλάξει για τις γυναίκες και δεν έχει αλλάξει για τις μειονότητες.

Αυτό εξερευνούσα και η ταινία απλώς έτυχε να είναι το μέσο. Δεν είχα ιδιαίτερη ανησυχία να είναι προσεγμένη. Στην πραγματικότητα, όσο πιο τραχιά έμοιαζε, τόσο το καλύτερο. Ήθελα να απευθύνεται στη βάση. Πήγαινα σε γκέι μπαρ, γύριζα στο δρόμο, έβρισκα γυναίκες και τις ρωτούσα αν ήθελαν να συμμετέχουν στην ταινία. Την δημιουργήσαμε μαζί. Αυτοσχεδιάζαμε και στη συνέχεια έπαιρνα ό,τι είχαμε γυρίσει και δημιουργούσα σκηνές που εντάσσονταν σε ένα σενάριο. Αυτή η διαδικασία κράτησε πέντε χρόνια.

Γύρισα το Born in flames αντίστροφα. Κοιτούσα ό,τι γύριζα, προσπαθούσα να μην το πειράξω, το μόνταρα κρατώντας ό,τι χρειαζόμουν και μετά έφτιαχνα αντίγραφα για ό,τι ήθελα να κρατήσω. Στη συνέχεια έγραφα κάποιο σενάριο, έβγαινα ξανά έξω, τράβαγα και έτσι δημιούργησα κάποιο είδος ιστορίας. Αν υπήρχε κάποια διαδήλωση, τοποθετούσα τους ηθοποιούς μας μέσα σε αυτή και τράβαγα. Ή έστηνα μια διαδήλωση και έβαζα μέσα πραγματικούς ανθρώπους.

Ένα λιοντάρι ή πεντακόσια ποντίκια;

Πολλές από τις γυναίκες στην ταινία δεν ήταν ηθοποιοί. Κάποιες επελέγησαν τυχαία στο δρόμο και έμειναν στην ταινία και άλλες έφυγαν. Ορισμένες υποδύονταν μια εκδοχή του εαυτού τους, όπως η Αντέλ. Οι περισσότερες γυναίκες που το έκαναν αυτό, έγραφαν το δικό τους υλικό. Η Αντέλ έγραψε ποίηση και μουσική για την ταινία. Η γυναίκα που πεθαίνει ήταν κάποια που βρήκα στο YMCA να παίζει μπάσκετ. Δεν είχε πρόθεση να γίνει ηθοποιός, ήταν πολύ άτσαλη, αλλά μου άρεσε η όψη της. Κάποιοι από τους άνδρες που παίζουν στην ταινία ήταν ηθοποιοί. Ο Ρον Βάουτερ από το Wooster Group και ο Έρικ Μποκοσιάν.

Ένας από τους θησαυρούς που είχα ήταν η Φλο Κένεντι. Δεν θυμάμαι πώς ακριβώς βρήκα την Φλο, γιατί ήταν δικηγόρος του Ms Magazine. Αλλά ανήκε στη ριζοσπαστική πλευρά, ήταν πολύ τολμηρή. Είπε κάτι πολύ όμορφο στην ταινία: «Τι προτιμάς να δεις να μπαίνει από την πόρτα, ένα λιοντάρι ή πεντακόσια ποντίκια;» Πεντακόσια ποντίκια μπορούν να κάνουν πολύ μεγάλη ζημιά και αυτό ήθελα με κάποιο τρόπο να δείξω με την ταινία.

Πάντοτε υποστηρίζω ότι υπάρχουν δύο τρόποι να γυρίσεις μια ταινία: με αφετηρία ένα ερέθισμα ή με αφετηρία ένα συμπέρασμα. Το Working girls ήταν συμπερασματική, διότι υπήρχε ένα σενάριο και από αυτό εκκινούσαμε, ενώ το Born in flames ήταν συνεπαγωγικό γιατί δημιουργήθηκε από σπόρους που φυτεύαμε καθώς τραβάγαμε.

«Working girls»

Η ιδέα για το Working girls γεννήθηκε καθώς μόνταρα υλικό από γυναίκες εν ώρα εργασίας για το Born in flames, σκηνές με γυναίκες να κάνουν πράγματα με τα χέρια τους, συμπεριλαμβανομένης μιας σκηνής όπου μια γυναίκα βάζει ένα προφυλακτικό στο πέος ενός άνδρα. Πολλές από τις γυναίκες που γνώρισα στα γυρίσματα του Born in flames ήταν πόρνες. Ήμουν σε ένα περιβάλλον όπου η πορνεία μου προκαλούσε ενδιαφέρον και η ιδέα της απομυθοποίησης του σεξ δημιούργησε το Working girls. Σκέφτηκα ότι κανείς δεν γνωρίζει πραγματικά την πορνεία στη μεσαία τάξη, όλοι έχουν προκαταλήψεις. Ό,τι είχα δει στον κινηματογράφο ήταν είτε παθητικές γυναίκες που έκαναν στοματικό σεξ για πέντε ή δέκα δολάρια είτε πόρνες για την υψηλή τάξη. Και οι δύο εκδοχές αντιμετωπίζονταν με ρομαντισμό και στις ταινίες και στην πραγματικότητα. Δεν είχα ποτέ δει την πλήξη ενός πορνείου, την απεικόνιση της ίδιας της δουλειάς και του γεγονότος ότι η πορνεία είναι μια δουλειά σαν όλες τις άλλες. Αν αποφασίζεις ότι θέλεις να ξοδεύεις οκτώ ώρες και να δίνεις το κορμί σου, διότι δεν θέλεις να ξοδεύεις σαράντα ώρες και να δίνεις το μυαλό σου, είναι δική σου επιλογή. Το Working girls είναι περισσότερο μια ταινία για τη δουλειά παρά για το σεξ.

Απομυθοποίηση τώρα

Ορισμένοι πήγαν να δουν την ταινία νομίζοντας ότι μιλάει για σεξ. Αυτή η προσδοκία στην πραγματικότητα με εκτροχίασε ως κινηματογραφίστρια, διότι πολλοί με κατέγραψαν ως δημιουργό ερωτικών ταινιών και τέτοια σενάρια μου προσφέρονταν. Όμως επρόκειτο για τη λιγότερο ερωτική ταινία που θα μπορούσε να δει κανείς. Ήταν σαν ο θεατής να ήταν μια μύγα στον τοίχο και να παρακολουθούσε την εμπειρία των γυναικών με τους άνδρες πελάτες τους. Αντίθετα από την τυπική οπτική από την οποία παρουσιάζεται συνήθως ένα πορνείο σε μια ταινία, την αντρική, που βλέπει μια παράταξη κοριτσιών και σκέφτεται «ποιο ζαχαρωτό να διαλέξω σήμερα από το κουτί;». Έχεις την ευκαιρία να δεις τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες ανταποκρίνονται στους άνδρες, σε αυτούς που δείχνουν σεβασμό και σε αυτούς που δεν δείχνουν. Επίσης, καμία από τις γυναίκες δεν έχει τέλειο σώμα και αυτό δείχνεται επίσης.

Αυτό που απολαμβάνω είναι οι ταινίες που απομυθοποιούν πράγματα που έχουν παρανοηθεί. Οι τάξεις με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα όπως και οι γυναίκες στα άκρα.

Δεν πήγα σε σχολή κινηματογράφου. Νομίζω αν είχα πάει, το Born in flames δεν θα είχε γυριστεί, διότι οι δάσκαλοι θα μου είχαν πει ότι οι ταινίες δεν γυρίζονται με αυτόν τον τρόπο. Δεν αρχίζεις μια ταινία χωρίς σενάριο, μόνο με μια ιδέα. Αυτή η ταινία, όμως, ξεκίνησε έτσι, με μια υπόθεση. Στα χέρια μου εξελίχθηκε σε μολότοφ γιατί πραγματικά ήθελα να ανατινάξω κάτι.

* Ο Τ. Φλάχερτι είναι κινηματογραφιστής και δημοσιογράφος, με έδρα τη Νέα Ορλεάνη. Μπορείτε να δείτε δουλειά του στο: jordanflaherty.org. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο «Counterpunch» στις 28 Γενάρη 2015.

Πηγή: Εποχή

born-in-flames-movie-poster borden1

 

Share

Fearless Collective: H τέχνη κατά της έμφυλης βίας στην Ινδία και στο Πακιστάν

fearless

της Γεωργίας Μανώλη

Οι Fearless, δηλαδή οι Άφοβες, είναι μια κολεκτίβα από καλλιτέχνιδες του δρόμου, κινηματογραφίστριες, φωτογράφους και ακτιβίστριες που θεωρούν ότι η τέχνη τους μπορεί να είναι το μέσο για την κοινωνική αλλαγή. Επικεντρώνονται σε θέματα όπως η ισότητα των φύλων, η σεξουαλικότητα και η καταπολέμηση της έμφυλης βίας. Ιδρύτρια αυτής της κολεκτίβας ήταν η Iνδή καλλιτέχνιδα Shilo Shiv Suleman, η οποία μετά τον ομαδικό βιασμό και τη δολοφονία της Jyoti Singh στο Νέο Δελχί, αποφάσισε να ξεκινήσει μια καμπάνια κατά της έμφυλης βίας και του φόβου που βίωναν οι γυναίκες εκείνη την περίοδο. «Χρειαζόμασταν περισσότερες γυναίκες στο δρόμο, να διεκδικήσουν και πάλι το δικαίωμα τους στο δημόσιο χώρο και την ισότητα» (Fearless Collective). Καθώς η Ινδία απαγορεύει γενικά την δημοσιοποίηση ονόματος θύματος, μέχρι και σήμερα μάλιστα, τα ινδικά ΜΜΕ αποκαλούσαν το θύμα «Nirbhaya» που σημαίνει αυτό ακριβώς, «άφοβη». Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε με κάλεσμα στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης για αφίσες κατά αυτού του φόβου και η απήχηση ήταν τεράστια. Η καμπάνια αυτή συνεχίστηκε και εκτός διαδικτύου σε διαδηλώσεις κατά της έμφυλης βίας στην Καλκούτα και σε καλλιτεχνικές εκθέσεις στην Σιγκαπούρη και στην Αχμενταμπάντ.

Το πιο πρόσφατο εγχείρημα της κολεκτίβας είναι οι τοιχογραφίες στις γειτονιές των πακιστανικών πόλεων. Συγκεκριμένα η Suleman επισκέφτηκε τη Λαχώρη, το Καράτσι και το Ραβαλπίντι μετά από πρόσκληση της Πακιστανής ακτιβίστριας για τα σεξουαλικά δικαιώματα Nida Mushtaq. Εκεί εκπαίδευσε καλλιτέχνες της πακιστανικής Fearless Collective και μαζί με άλλες γυναίκες, για πρώτη φορά στο Πακιστάν, ζωγράφισαν και μεταμόρφωσαν με πολύχρωμα σχέδια και μηνύματα τοίχους σε δημόσιους χώρους. Στη Λαχώρη συνεργάστηκαν με φοιτήτριες της Σχολής Καλών Τεχνών ενώ στο Ραβαλπίντι οι Fearless Collective συναντήθηκαν με την τρανς κοινότητα και μαζί ζωγράφισαν την τρανς ακτιβίστρια Bubbli Malik  πάνω σ’ ένα ποδήλατο σ’ ένα τεράστιο τοίχο όπου αναγράφεται στα Ουρντού η επιγραφή «Είμαι δημιούργημα του Θεού». Τέλος, στο Καράτσι σε μια γειτονιά που μαστίζεται από τη βία των συμμοριών, παρά τις προτροπές των ντόπιων να μην προχωρήσουν το επικίνδυνο σχέδιο τους, η Suleman και οι Fearless Collective δημιούργησαν μια τοιχογραφία που απεικονίζει δυο κορίτσια κυριολεκτικά μέσα στα χαλάσματα. Το εγχείρημα αυτό έλαβε μέρος κατά το τέλος του 2015 αλλά έγινε viral στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης το 2016 και συζητιέται ακόμη. Στόχος άλλωστε και των Fearless Collective και της Mushtaq είναι πρωτίστως η ανάκτηση του δικαιώματος της γυναίκας στο δημόσιο χώρο και στο αστικό τοπίο. «Η δουλειά μας ως καλλιτέχνιδες και ακτιβίστριες είναι να μεταλλάξουμε αυτούς τους χώρους, να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες τους στο έπακρο ενώ ταυτόχρονα μοιραζόμαστε ιστορίες με τις οποίες σχετιζόμαστε και οι οποίες στο τέλος της ημέρας είναι όμορφες» (USIP). Το σημαντικότερο που έχουν όμως καταφέρει οι Fearless Collective είναι να δουλέψουν μέσα στην κοινότητα τόσο με άνδρες όσο και με γυναίκες και να πατάξουν κυριολεκτικά το φόβο που προκαλεί η έμφυλη βία. Σίγουρα οι Fearless Collective έχουν συναντήσει πολλά προβλήματα κατά τις προσπάθειες τους αυτές και κυρίως οικονομικά (αναπόφευκτα υπάρχουν και οι επιχορηγήσεις από αμερικάνικες ΜΚΟ όπως παραδέχεται και η ίδια η Suleman) ωστόσο δεν πτοούνται και συνεχίζουν τις προσπάθειες τους για την καταπολέμηση των στερεοτύπων της έμφυλης βίας μέσα από την τέχνη του δρόμου.

This slideshow requires JavaScript.

 

Διαβάστε ακόμα

Με αφορμή τον ομαδικό βιασμό μιας φοιτήτριας στην Ινδία

Sarojini Sahoo: «Ο βιασμός είναι ένα όπλο που παραμορφώνει τη γυναικεία σεξουαλικότητα»

Ποτέ μου δεν έχω νιώσει τόσο μόνη

.

Share

Anna Muylaert: «Ήθελα να αφηγηθώ μια καλή ιστορία, όχι να γράψω πολιτικό μανιφέστο»

anna

του Γιάννη Κοντού

Ένα βαθιά πολιτικό και με σαφώς ταξική «ανάγνωση» οικογενειακό δράμα επιβεβαιώνει τη ζωτικότητα του νοτιοαμερικάνικου σινεμά. Ο λόγος για την ταινία Η δεύτερη μάνα της Βραζιλιάνας Anna Muylaert, η οποία επιτέλους προβάλλεται από τις 14 Απριλίου στους κινηματογράφους, 1 και πλέον χρόνο μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ του Σάντανς, όπου οι πρωταγωνίστριές ατης Regina Casé και Camila Márdila απέσπασαν το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στην κατηγορία του Παγκόσμιου Σινεμά. Το φιλμ αφηγείται την ιστορία της Val (Regina Casé), η οποία εργάζεται ως εσώκλειστη νταντά, και ουσιαστικά ως πραγματική μητέρα, σε μεγαλοαστικό σπίτι στο Σάο Πάολο, έχοντας πλήρως εσωτερικεύσει και φυσικοποιήσει την ταξικά κατώτερη θέση της. Η εμφάνιση της νεαρής κόρης της Jéssica (Camila Márdila), την οποία έχει να δει επί πολλά χρόνια, στην πόλη, όπου σκοπεύει να δώσει εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, θα «πυροδοτήσει» μια σειρά από ανατροπές. Κουβεντιάζουμε με την Anna Muylaert, με αφορμή τη διεισδυτική της ταινία.

Φαίνεται ότι η Δεύτερη μάνα σε «ταλαιπώρησε» για πολλά χρόνια. Ποια ήταν η αφετηρία όλης της δημιουργικής διαδικασίας πίσω από το γύρισμα της ταινίας και γιατί χρειάστηκες τόσο μεγάλο διάστημα, για να την ολοκληρώσεις;

Ξεκίνησα να γράφω το σενάριο πριν από 20 χρόνια, όταν γέννησα το πρώτο μου παιδί και συνειδητοποίησα πόσο ευγενής απασχόληση είναι να ανατρέφεις ένα παιδί. Την ίδια στιγμή, παρατήρησα, επίσης, το βαθμό, στον οποίο το καθήκον αυτό είναι υποτιμημένο στη βραζιλιάνικη κουλτούρα. Στο κοινωνικό μου κύκλο, αντί να φροντίζεις το ίδιο σου το μωρό, πιο συχνά προσλαμβάνεις μια εσώκλειστη νταντά, στην οποία αναθέτεις την περισσότερη δουλειά, που θεωρείται βαρετή και σε «αδειάζει». Αλλά αυτές οι νταντάδες συχνά αναγκάζονται να αφήσουν τα δικά τους παιδιά σε κάποιον άλλο, για να χωρέσουν σε αυτό το πλαίσιο.

Αυτό το κοινωνικό παράδοξο υπήρξε για μένα ένα από τα πιο σημαντικά στη Βραζιλία, γιατί είναι πάντα τα παιδιά που βγαίνουν χαμένα- τόσο εκείνα των εργοδοτών, όσο και των νταντάδων. Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στο θεμέλιο της κοινωνίας μας, την εκπαίδευση.

Μου πήρε τόσα χρόνια, για να βρω τη σωστή ιστορία και να συγκεντρώσω χρήματα.

anna2

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της δουλειάς σου είναι ο βαθιά πολιτικός χαρακτήρας της, το γεγονός ότι «απογυμνώνει» τις ταξικές σχέσεις και τις σχέσεις εξουσίας στη Βραζιλία, χωρίς, ούτε μια φορά, να αναφέρεται σε κάποια πολιτική ιδεολογία ή όρο (Αριστερά, Δεξιά, Κέντρο), ή να γίνεται διδακτική. Ήταν συνειδητή επιλογή εξ αρχής, ή αποφάσισες πως αυτός ήταν ο πιο κατάλληλος τρόπος να αφηγηθείς τη συγκεκριμένη ιστορία;

Δεν ήταν καν απόφαση. Ήθελα να αφηγηθώ μια καλή ιστορία, όχι γράψω το οποιοδήποτε πολιτικό μανιφέστο.

Ταυτίζεσαι με τη ζωντανή παράδοση του νοτιοαμερικάνικου σινεμά, που συνδυάζει οξύ κοινωνικό και πολιτικό σχόλιο και μια ευαίσθητη ματιά στην ανθρώπινη κατάσταση;

Το ελπίζω! Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, οι αναφορές μου παραπέμπουν περισσότερο στον ιταλικό κινηματογράφο.

Η Regina Casé, η πρωταγωνίστριά σου, δίνει μια από τις πιο ολοκληρωμένες ερμηνείες των τελευταίων χρόνων τόσο σε λεκτικό, όσο και μη-λεκτικό επίπεδο, θυμίζοντάς μου πολύ το ταμπεραμέντο των γυναικών και των μητέρων της Μεσογείου. Πώς ήταν συνεργασία σας; 

Πράγματι συνεισέφερε πολύ στη διαμόρφωση των διαλόγων και το «χτίσιμο» του χαρακτήρα της. Υπήρξαν πολλές συζητήσεις, πρόβες και αυτοσχεδιασμοί.

Η εμφάνιση της κινηματογραφικής της κόρης, που ενσαρκώνεται υπέροχα από την Camila Márdila, λειτουργεί καταλυτικά με πολλούς τρόπους- κι όχι μόνο σε σχέση με την ήρεμη ριζοσπαστικοποίηση της μητέρας. Αντιμετωπίζεις, επίσης, τις νεότερες γενιές- ή τμήματά τους- ως «καταλύτες» της κοινωνικής αλλαγής;

Ναι, σίγουρα. Αλλά, αυτή τη στιγμή, στη Βραζιλία ο συγκεκριμένος χαρακτήρας φέρει μια ξεχωριστή κοινωνική σημασία, λόγω των πρόσφατων ενεργειών που κατόρθωσαν να συμπεριλάβουν εκατομμύρια φοιτητές χαμηλών κοινωνικών τάξεων στο πανεπιστήμιο.

Εκτός από παραγωγική σκηνοθέτρια τηλεταινιών και ταινιών μικρού μήκους, έχεις, επίσης, ασχοληθεί με την κριτική κινηματογράφου. Σε βοήθησε να διαμορφώσεις την κινηματογραφική σου προσέγγιση;

Ασφαλώς. Για να σκηνοθετήσεις μια ταινία, πρέπει όχι μόνο να αισθάνεσαι, αλλά και να κρίνεις όλη την ώρα.

anna3

Ποιοι σκηνοθέτες συνιστούν τις βασικές σου αναφορές/ πηγές έμπνευσης;

Οι δάσκαλοι. Ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, ο Φελίνι, ο Παζολίνι, ο Γκλάουμπερ Ρόχα, ο Γκοντάρ. Επίσης, οι Αδερφοί Κοέν, ο Γκας Βαν Σάντ, καθώς και σύγχρονοι Βραζιλιάνοι σκηνοθέτες, όπως ο Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιο και ο Κλαούντιο Ασίς.

Υπάρχει ένα «γυναικείο βλέμμα» στον κινηματογράφο, ή, απλώς, καλοί και κακοί σκηνοθέτες και σκηνοθέτριες; Τι καθιστά ένα φιλμ «καλό», κατά τη γνώμη σου;

Πιστεύω πως υπάρχει γυναικείο βλέμμα, αλλά νομίζω ότι δεν εξαρτάται από το φύλο του σκηνοθέτη. Ο Αλμοδόβαρ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Είναι δύσκολο να ορίσεις ένα «καλό» φιλμ, αλλά αυτό που τέτοιες ταινίες έχουν ως κοινό ίσως είναι ότι είναι ζωντανές, ότι λένε περισσότερα από όσα είχαν σκοπό να πουν.

Πόσο δύσκολη είναι η εξασφάλιση χρηματοδότησης για κινηματογραφικά εγχειρήματα στη Βραζιλία;

Δύσκολη όσο και οπουδήποτε αλλού. Το σινεμά απαιτεί πολλά χρήματα.

2 ταινίες σου (Η δεύτερη μάνα, Don’t call me son) έχουν προβληθεί σε φεστιβάλ τα 2 τελευταία χρόνια. Προς το παρόν ξεκουράζεσαι, ή είσαι στη διαδικασία προετοιμασίας μιας καινούριας ταινίας;

Ξεκουράζομαι!

Η φωτογραφία της Anna Muylaert είναι του Marcos Alves και εκείνες των 2 πρωταγωνιστριών της Aline Arruda.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Manuela Mandler από την εταιρεία παραγωγής της ταινίας, την Gullane, που με έφερε ταχύτατα σε επαφή με την σκηνοθέτρια.

Η ταινία της Anna Muylaert Η δεύτερη μάνα προβάλλεται από τις 14 Απριλίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Feelgood Entertainment.

Πηγή: εναντιοδρομίες

anna4

Share

Laura Bispuri: «Θέλαμε να στοχαστούμε πάνω στη μάχη για τη γυναικεία ανάπτυξη»

sworn-virgin

του Γιάννη Κοντού

Εμπνεόμενη από το ομότιτλο μυθιστόρημα της αλβανικής καταγωγής συγγραφέως και ντοκιμαντερίστριας Elvira Dones, η Ιταλίδα σκηνοθέτρια Laura Bispuri αφηγείται με την Ορκισμένη παρθένα, το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της, την ιστορία της Hana (Alba Rohrwacher), μιας γυναίκας που, ακολουθώντας έναν αρχαϊκό αλβανικό κώδικα τιμής, αποφασίζει να γίνει άντρας, ώστε να είναι ελεύθερη, απαρνούμενη την αγάπη και το σεξ. Με τα χρόνια, η ηρωίδα θα επιχειρήσει να ανακαλύψει εκ νέου την καταπιεσμένη σεξουαλική της ταυτότητα. Η ταινία της Laura Bispuri, μια συγκλονιστική σπουδή πάνω στη δόμηση της σεξουαλικής ταυτότητας και την καταστρεπτική επίδραση της πατριαρχίας, έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στην περσινή Μπερλινάλε και την ελληνική στο 56ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Από τις 7 Απριλίου προβάλλεται και στους κινηματογράφους. Συζητάμε με την σκηνοθέτρια.

Τόσο ο παππούς, όσο και ο πατέρας σου, έχουν υπάρξει κομμάτι του κινηματογραφικού χώρου. Πώς το γεγονός αυτό επηρέασε την επιλογή σου να ασχοληθείς με το σινεμά, κατ’ αρχήν; Και πότε τελικά αποφάσισες να υλοποιήσεις την κλίση σου;

Ο παππούς μου δούλευε ως σκηνογράφος και κατασκευαστής props σε πολλές παλιές σημαντικές ταινίες με πολύ γνωστούς σκηνοθέτες, όπως ο Ροσελίνι, ο Σκόλα, ο Μπερτολούτσι, και ο πατέρας μου είναι κριτικός του ιταλικού κινηματογράφου. Θα ήθελα, λοιπόν, τα χέρια του παππού μου και το μυαλό του πατέρα μου! Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι ένας καλός σκηνοθέτης θα είχε και τα δύο μαζί. Σίγουρα με επηρέασαν με την αγάπη τους για το σινεμά και μεγάλωσα στο σπίτι με αυτό το πάθος. Σε κάθε περίπτωση, συνειδητοποίησα την κλίση μου μόλις έπιασα μια κάμερα στα χέρια μου. Εκείνη τη στιγμή κάτι άλλαξε μέσα μου και κατάλαβα πως ήθελα να ασχοληθώ μόνο με αυτό στη ζωή μου.

Το ντεμπούτο σου βασίζεται στο, ή είναι εμπνευσμένο από το, μυθιστόρημα της αλβανικής καταγωγής συγγραφέως Elvira Dones με τον ίδιο τίτλο. Ήξερες για το θέμα του πριν διαβάσεις το βιβλίο; Σε ποιο βαθμό έμεινες πιστή στο πρωτότυπο και με ποια έννοια προχώρησες σε μια προσωπική διασκευή του; Γυρίστηκε το αλβανικό κομμάτι του φίλμ στην τοποθεσία, όπου ο κώδικας τιμής του Kanun εξακολουθεί, κατά κάποιο τρόπο, να επιβιώνει;

Δεν ήξερα τίποτε για το Kanun και τις «ορκισμένες παρθένες» πριν διαβάσω το βιβλίο. Όταν το διάβασα και αποφάσισα να γυρίσω την πρώτη μου ταινία μυθοπλασίας βασισμένη σ’ αυτό, άρχισα να μελετώ τον αλβανικό πολιτισμό με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Διάβασα ό,τι υλικό υπήρχε για το θέμα, ανθρωπολογικές μελέτες ή μυθιστορήματα, παρακολούθησα ντοκιμαντέρ, είδα φωτογραφίες και άκουσα τις ιστορίες πραγματικών ανθρώπων από αυτήν την περιοχή. Πήγα πολλές φορές στην ορεινή Αλβανία και συνάντησα πολλές «ορκισμένες παρθένες». Έτσι, δούλεψα πολύ με την σεναριογράφο μου, πιστεύοντας πως το πιο σημαντικό ήταν να σεβαστώ την «καρδιά» της ιστορίας και το χαρακτήρα, αλλά με την ελευθερία μιας άλλης γλώσσας, της γλώσσας του σινεμά. Στο τέλος, νομίζω ότι η Elvira το αναγνώρισε και αγάπησε την ταινία, επίσης λόγω της ελευθερίας και του σεβασμού.

Γύρισα όλο το αλβανικό κομμάτι στην Αλβανία και το ιταλικό στην Ιταλία. Το αλβανικό, πιο συγκεκριμένα, γυρίστηκε σε μια περιοχή κοντά στα σύνορα με το Κόσοβο, που λέγεται Valbona. Μπορώ να πω πως ο κώδικας του Kanun επιβιώνει, καθώς και οι «ορκισμένες παρθένες», οι οποίες ζουν στη συγκεκριμένη ορεινή τοποθεσία.

Θα περιέγραφες την Ορκισμένη παρθένα ως μια κινηματογραφική «οδύσσεια» που αφηγείται τη σεξουαλική αφύπνιση, ή την εκ νέου ανακάλυψη της σεξουαλικής ταυτότητας της Hana, της πρωταγωνίστριάς σου; Βρίσκω ιδιαιτέρως εφιαλτικό το ότι είναι υποχρεωμένη να αποκηρύξει τη θηλυκότητά της, προκειμένου να διατηρήσει μια (ακρωτηριασμένη) ελευθερία. Έτσι δεν είναι;

Ναι, η ταινία περιγράφει την παράδοξη κατάσταση μιας «ορκισμένης παρθένας», μιας γυναίκας που αποφασίζει να γίνει άντρας, ώστε να είναι ελεύθερη σαν άντρας. Από εκείνη τη στιγμή, μπορεί να κάνει οτιδήποτε μόνο ένας άντρας συνήθως μπορεί να κάνει. Αλλά το τίμημα που χρειάζεται να πληρώσει είναι πολύ υψηλό: μια ζωή χωρίς αγάπη και χωρίς σεξ. Έτσι, στην ιστορία η Hana αποφασίζει να γίνει «ορκισμένη παρθένα», αλλά, μετά από πολλά χρόνια, είναι σαν πέτρα. Το σώμα της είναι απολύτως παγωμένο. Κατά την εξέλιξη της ταινίας, ο Mark επιχειρεί να χρησιμοποιήσει το σώμα του/της, για να ανακαλύψει εκ νέου το θηλυκό κομμάτι του εαυτού του/της. Έτσι, ξεκινά ένα δυνατό εσωτερικό ταξίδι, μέσα στην ταυτότητά της και την ελευθερία. Στο τέλος της ταινίας, η Hana/Mark, που σε όλη την προηγούμενη διάρκεια ήταν ένα πολύπλοκο άτομο, γίνεται ένας ελεύθερος άνθρωπος, ο οποίος αντλεί δύναμη από αυτήν την πολυπλοκότητά του.

Μιλώντας για σεξουαλικές ταυτότητες/ταυτότητες φύλου, σε ποιο βαθμό εκτιμάς ότι καθορίζονται ή καταπιέζονται από τις κοινωνικές νόρμες, ανεξαρτήτως του είδους της κοινωνίας, όπου κάποιο άτομο ζει;

Η ταινία θέτει πολλά ερωτήματα σχετικά με τη θηλυκότητα και την ελευθερία, τη θηλυκότητα και την ταυτότητα. Η «κόκκινη γραμμή» που διαπερνά το φίλμ είναι αυτή, και θέλουμε να ρωτήσουμε πόσο ελεύθερη είναι η γυναίκα σε ένα πολύ αρχαϊκό και δυνατό μέρος, όπως η ορεινή Αλβανία, αλλά και μια σύγχρονη τοποθεσία, όπως η βόρεια Ιταλία. Στην Ιταλία, στην πραγματικότητα ο Mark συναντά την Jonida, την κόρη της αδελφής του/της, ένα κορίτσι που ασκείται στη συγχρονισμένη κολύμβηση. Αυτό το άθλημα είναι ιδιαίτερο, γιατί τα κορίτσια φοράνε μακιγιάζ, ενώ βρίσκονται στο νερό, μοιάζουν πολύ το ένα με το άλλο, είναι υποχρεωμένα να χαμογελάνε, ακόμη κι αν είναι πολύ κουρασμένα, και τους ζητούν πολλά, παρότι η προσπάθειά τους είναι αόρατη, καθώς συντελείται κάτω από το νερό. Έτσι, η Jonida είναι κλεισμένη σε ένα «κλουβί», ζει σε άπνοια, όπως ο Mark είχε ζήσει σε ένα είδος «κλουβιού», ένας είδος άπνοιας στα βουνά, μόνος για χρόνια. Οι ζωές τους συναντήθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αλληλοβοηθήθηκαν, προκειμένου να απελευθερωθούν από την άπνοια.

Στην ταινία θέλαμε να προβούμε σε ένα στοχασμό πάνω σ’ αυτήν τη μάχη για τη γυναικεία ανάπτυξη. Κι αυτή έλαβε χώρα σε πολύ διαφορετικές καταστάσεις και τόπους. Στο τέλος του φίλμ, η Jonida και ο Mark μιλάνε για την ελευθερία, και για μένα αυτή συνίσταται στην ελευθερία του ανθρώπινου χαρακτήρα, πέρα από τη θηλυκότητα και την αρρενωπότητα. Το πιο σημαντικό σημείο είναι εκείνο, κατά το οποίο η Hana/Mark αναγνωρίζει τον εαυτό της/του γι’ αυτό που πραγματικά είναι.

Νομίζεις πως υπάρχει αυτό που κάποιος θα μπορούσε να αποκαλέσει «γυναικείο βλέμμα» στον κινηματογράφο; Ή σου φαίνεται απλουστευτικό;

Το φοβάμαι λίγο αυτό. Νομίζω ότι καλές και κακές ταινίες υπάρχουν εξίσου από άντρες και γυναίκες σκηνοθέτες και σκηνοθέτριες. Το πρόβλημα είναι πως ο αριθμός των σκηνοθετριών είναι πολύ πολύ μικρός σε σχέση με εκείνο των αντρών. Κι αυτή είναι μια αντικειμενική κατάσταση παγκοσμίως. Σχετικά με το «γυναικείο βλέμμα», νομίζω ότι είναι πιθανό για τη σεξουαλικότητα, το γυναικείο σώμα, τους γυναικείους χαρακτήρες. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, είναι δύσκολο να βρεις αληθινούς και βαθείς γυναικείους χαρακτήρες στις ταινίες.

Η Alba Rohrwacher δίνει μια εξαιρετικά ειλικρινή, και συνάμα διακριτική, ερμηνεία ως Hana/Mark. Συνεργαστήκατε για τη διαμόρφωση του κινηματογραφικού της χαρακτήρα;

Ναι, δουλέψαμε πολύ στενά μαζί. Αγαπούσε το χαρακτήρα της Hana/Mark όπως κι εγώ, και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή. Συνεργαστήκαμε στη δόμηση του χαρακτήρα σε σχέση με τη σωματική μεταμόρφωση, γιατί δεν ήθελα μια μάσκα, μόνο λίγες αλλαγές. Επίσης, σε ό,τι αφορά την εσωτερική μεταμόρφωση, γιατί η ταινία ήθελε να αποτυπώσει ένα πολύ δυνατό ταξίδι μέσα στον Mark. Η όλη δομή του σεναρίου και του μοντάζ είχαν να κάνουν με την πολυπλοκότητα του Mark και το εσωτερικό ταξίδι αυτού του ατόμου.

Η ταινία σου έχει προβληθεί σε πληθώρα φεστιβάλ παγκοσμίως, προσελκύοντας την προσοχή και, σε μερικές περιπτώσεις, αποσπώντας βραβεία. Τι κέρδισες από αυτήν την εμπειρία; Σε «όπλισε» με περισσότερη αυτοπεποίθηση, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της καινούριας δουλειάς σου;

Είμαι πολύ ευτυχισμένη με αυτήν την εμπειρία. Είναι το όνειρο όλων των σκηνοθετών να έχουν τη δυνατότητα να παρουσιάσουν τη δουλειά τους παγκοσμίως. Έτσι, για μένα, ήταν πολύ σημαντικό να καταλάβω πως η ταινία έχει μια οικουμενική ιστορία και οικουμενικό αίσθημα, κι αυτό μου ήταν σαφές από τόσο διαφορετικά κοινά διεθνώς- στις Η.Π.Α., την Κίνα, τη Ρωσία, την Αφρική, την Ευρώπη… Τώρα δουλεύω πάνω στην επόμενη δουλειά μου και θα ήθελα να έχει μια ιστορία με αντίστοιχα οικουμενικό χαρακτήρα και αίσθημα.

Ευχαριστώ θερμά την Arianna Rossini από την εταιρεία παραγωγής του φίλμ, τη Vivo Film, που με έφερε σε επαφή με την σκηνοθέτρια.

Η ταινία της Laura Bispuri Ορκισμένη παρθένα προβάλλεται από τις 7 Απριλίου στους κινηματογράφους σε διανομή AMA Films.

Πηγή: εναντιοδρομίες

poster (2)

Share

Sarah Gavron: «Θέλαμε να αφηγηθούμε την ιστορία της καθημερινής γυναίκας»

soufrazetes

του Γιάννη Κοντού

Με υποδειγματικές ερμηνείες από τις πρωταγωνίστριες (Κάρεϊ Μάλιγκαν, Χέλενα Μπόναμ-Κάρτερ, Αν-Μαρί Νταφ) και συνυφαίνοντας δεξιοτεχνικά το προσωπικό με το πολιτικό, η ταινία της Sarah Gavron Οι Σουφραζέτες επιχειρεί να αφηγηθεί τις ιστορίες των καθημερινών γυναικών που ενεπλάκησαν στο κίνημα των Σουφραζετών. Η ταινία είχε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Διαγωνιστικό της περσινής Μπερλινάλε και προβάλλεται για δεύτερη βδομάδα στους κινηματογράφους. Με αυτήν την αφορμή, είχα μια διαφωτιστική κουβέντα με την σκηνοθέτρια.

Πώς γεννήθηκε η ανάγκη να ασχοληθείς με το συγκεκριμένο θέμα στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία;

Ήθελα να κάνω την ταινία επί πολλά χρόνια. Πάνω από 10, νομίζω. Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι το ζήτημα δεν είχε ποτέ αποτυπωθεί σε ταινία και υπήρχε αυτή η πραγματικά εκπληκτική ιστορία, όχι ευρέως γνωστή στη Μεγ. Βρετανία, παρότι πρόκειται για δικό μας κίνημα. Ακόμη κι αν μιλήσεις με φοιτητές, γνωρίζουν μόνο μερικές λεπτομέρειες κι εγώ δεν το διδάχτηκα στο σχολείο. Μόνο όταν ξεκίνησα να διαβάζω γι’ αυτό και μέσα από την έρευνα συνειδητοποίησα πως υπήρχαν αυτές οι γυναίκες, που θυσίασαν τόσα γι’ αυτόν το σκοπό, πήγαν φυλακή, έκαναν απεργίες πείνας, υπέστησαν αναγκαστική σίτιση, αντιμετώπισαν τεράστια βαναυσότητα στα χέρια της αστυνομίας και έχασαν δουλειές, σπίτια και οικογένειες, φάνταζε συναρπαστική, μια ιστορία που χρειαζόταν να ειπωθεί: όχι μόνο γιατί είναι ένα κριτικό κομμάτι της δικής μας ιστορίας, το οποίο πραγματικά είχε αντίκτυπο σε και άλλαξε την πορεία των ζωών μας σήμερα, αλλά και γιατί έχει απήχηση στις μέρες μας. Καθώς πραγματοποιούσαμε την έρευνα, καθίστατο, όλο και περισσότερο, παράξενα επίκαιρη. Την ίδια στιγμή, ανακαλύπταμε αυτές τις επιχειρήσεις αστυνομικής παρακολούθησης που διεξάγονταν εναντίον των σουφραζετών κι έπειτα διαβάζαμε στις εφημερίδες για την αστυνομική παρακολούθηση σήμερα, μετά για τον ακτιβισμό. Έμοιαζε να αντηχεί πολλά παγκόσμια γεγονότα. Επίσης, όπως ξέρουμε, αν και έχουμε μια πιο ισότιμη κοινωνία απ’ ότι πριν 100 χρόνια στη Μεγ. Βρετανία, υπάρχουν χώρες στον κόσμο, όπου οι γυναίκες μάχονται για βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Έτσι, η ιστορία ήταν καίρια.

Πόσο καιρό διεξήγαγες έρευνα για το θέμα της ταινίας;

Αφιερώσαμε περίπου 6 χρόνια.

Πολύς καιρός!

Οι ταινίες χρειάζονται πολύ καιρό, έτσι κι αλλιώς! Κινηθήκαμε προς πολλά διαφορετικά «μονοπάτια», πριν αποφασίσουμε ποιο θα ακολουθήσουμε. Θα έπρεπε να είναι μια ταινία για την Emmeline Pankhurst; Σε ποιες γυναίκες, ποια περίοδο θα έπρεπε να εστιάσουμε; Καθώς το κίνημα είχε διάρκεια 50 χρόνων και ήταν χιλιάδες οι γυναίκες που ενεπλάκησαν σ’ αυτό, υπήρχαν, συνεπώς, πολλοί διαφορετικοί τρόποι να αφηγηθούμε αυτήν την ιστορία.

Γιατί, λοιπόν, αποφάσισες να εστιάσεις σε αυτούς τους χαρακτήρες, οι οποίοι, όπως αντιλαμβάνομαι, είναι εν μέρει βασισμένοι σε ιστορίες πραγματικών γυναικών και εν μέρει μυθοπλαστικοί;

Μας συνάρπασαν οι ιστορίες των γυναικών της εργατικής τάξης. Συχνά, οι ιστορίες των γυναικών έχουν περιθωριοποιηθεί στην ιστορία, γενικότερα, και εκείνες των γυναικών της εργατικής τάξης ακόμη περισσότερο. Όταν, λοιπόν, διαβάσαμε τις περιγραφές αυτών των γυναικών, που ήταν φτωχές, δούλευαν σε εργοστάσια, ενεπλάκησαν στο κίνημα και πραγματικά πέτυχαν πολλά από άποψη ακτιβισμού, οι φωνές τους ηχούσαν πολύ σύγχρονες. Επιπλέον, καταπιάνονταν με ζητήματα άνισης πληρωμής, δικαιωμάτων κηδεμονίας για τα παιδιά τους και σεξουαλικής κακοποίησης στο χώρο δουλειάς. Μου φάνηκε πως αυτή ήταν μια ενδιαφέρουσα και προσιτή εισαγωγή στο ζήτημα σε ό,τι αφορά ένα σύγχρονο κοινό, περισσότερο από το να αφηγηθώ την ιστορία μιας μορφωμένης γυναίκας της ελίτ, όπως η Pankhurst. Θέλαμε να αφηγηθούμε την ιστορία της καθημερινής γυναίκας, να ακολουθήσουμε το ταξίδι της και να το συνδέσουμε με τους ανθρώπους σήμερα. Ό,τι συμβαίνει στην Maud, την πρωταγωνίστρια, συμβαίνει σε γυναίκες, για τις οποίες διαβάσαμε. Δημιουργήσαμε ένα σύνθετο χαρακτήρα, με στοιχεία από ορισμένες διαφορετικές γυναίκες, χωρίς να περιοριστούμε υπερβολικά από την ιστορία ενός μόνο ατόμου.

Υποθέτω πως η ταινία σου είναι αρκετά ακριβής από ιστορικής άποψης.

Ναι, πολύ ακριβής. Συνεργαστήκαμε με πολλούς ιστορικούς συμβούλους, ιστορικούς που έχουν δουλέψει πάνω στο θέμα για περισσότερα από 30 χρόνια.

Γιατί αποφάσισες να διαλέξεις τις Κάρεϊ Μάλιγκαν, Χέλενα Μπόναμ-Κάρτερ και Αν-Μαρί Νταφ ως τις πρωταγωνίστριές σου; Σχετικά, δε, με την Μέριλ Στριπ, που υποδύεται την Emmeline Pankhurst, σε προβλημάτισε μήπως η παρουσία της εξέτρεπε την προσοχή του κοινού από την ίδια την ιστορία, ή νόμισες ότι θα προσέλκυε περισσότερο ενδιαφέρον για την ταινία σου;

Από άποψη casting, εκείνες ήταν οι ηθοποιοί που ήθελα πολύ στην ταινία και αντιπροσωπεύουν μια εκλεκτική γκάμα των ηθοποιών που έχουμε. Ήθελα να δουλέψω με την Κάρεϊ Μάλιγκαν στη συγκεκριμένη ταινία. Ήταν απολύτως κατάλληλη γι’ αυτόν το ρόλο. Είναι μια ηθοποιός που μπορεί να «κατοικήσει» ένα χαρακτήρα με τόση αληθοφάνεια, «γράφει» τόσο πολύ στην οθόνη. Ήταν η πρώτη που προσεγγίσαμε, μας είπε το «ναι» και ήμουν χαρούμενη που την είχαμε στην ταινία. Έπειτα, «χτίσαμε» το υπόλοιπο cast γύρω της. Ήταν, επίσης, συναρπαστικό να έχουμε την Χέλενα Μπόναμ-Κάρτερ σε ένα ρόλο που δεν την βλέπουμε να συνήθως να υποδύεται. Έχει κι αυτήν την παράξενη και προσωπική σύνδεση με την ιστορία, καθώς είναι η δισέγγονη του Χέρμπερτ Άσκουιθ, πρωθυπουργού της Μεγ. Βρετανίας των καιρό των σουφραζετών. Κι έπειτα, η Αν-Μαρί Νταφ είναι μια από εκείνες τις ηθοποιούς που είναι πολύ αληθοφανείς, επίσης. Ηχούσε ενδιαφέρον να δουλεύουν όλες αυτές οι γυναίκες μαζί, ως σύνολο.

Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία του casting για το ρόλο της  Emmeline Pankhurst, μιας εμβληματικής φυσιογνωμίας, η οποία στην ταινία εμφανίζεται μόνο σε μια σκηνή, συζητήσαμε για το ποια θα μπορούσε να τον υποδυθεί. Σκεφτήκαμε, λοιπόν, να βρούμε μια εμβληματική ηθοποιό, έτσι, πολύ σκόπιμα, διαλέξαμε την Μέριλ, γνωρίζοντας ότι, κατά κάποιο τρόπο, θα χρησιμοποιούσαμε τη δύναμή της ως star, όπως έκανε κι η Emmeline Pankhurst με τις γυναίκες εκείνον τον καιρό.

Έχει η ταινία σου δεχτεί αρνητική κριτική σε εγχώριο ή διεθνές επίπεδο;

Στη Μεγ. Βρετανία η κριτική την υποδέχτηκε καλά συνολικά και πραγματικά πήγε καλά εισπρακτικά, ήταν εμπορική επιτυχία. Ήταν μια δια-γενεακή κατάσταση, παρακολουθούσαν τις προβολές άτομα νεότερης και μεγαλύτερης ηλικίας. Πολλές νεαρές γυναίκες έγιναν περισσότερο συνειδητοποιημένες πολιτικά, αφότου είδαν την ταινία. Έλαβα, επίσης, πολλά μηνύματα, σύμφωνα με τα οποία ήταν η πρώτη φορά που είχαν ακούσει χειροκροτήματα σε σινεμά. Με εντυπωσίασε που άκουσα κάτι τέτοιο. Στη Μεγ. Βρετανία είμαστε αρκετά συγκρατημένοι, ξέρεις, σπάνια χειροκροτούμε στο τέλος μιας ταινίας!

Στις Η.Π.Α., η κατάσταση ήταν πιο περίπλοκη. Νομίζω πως δεν είναι αμερικανική ιστορία, οι Αμερικανοί είχαν το δικό τους κίνημα την ίδια περίοδο- όμοιο, από ορισμένες απόψεις, διαφορετικό, από ορισμένες άλλες. Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι εμείς ίσα που είχαμε έγχρωμες γυναίκες στη Μεγ. Βρετανία, ενώ στις Η.Π.Α., εξαιτίας της μετανάστευσης, υπήρχαν πολλές, που ενεπλάκησαν, επίσης, στο κίνημα. Και υπήρχε αυτός ο διαχωρισμός, η προκατάληψη, που διέτρεχαν το κίνημα, πως οι έγχρωμες αποκλείονταν, γεγονός, το οποίο χαρακτήριζε το αμερικανικό κίνημα. Έτσι, στις Η.Π.Α. το κοινό εκτίμησε την ταινία περισσότερο σε κάποιες περιοχές, λιγότερο σε άλλες, αλλά η ιστορία της δεν ήταν γνωστή, και, επίσης, δεν ήταν η αμερικανική ιστορία.

Ως πολιτικοποιημένος άνθρωπος και κινηματογραφίστρια, νομίζεις ότι οι επιθετικές τακτικές, όπως αυτές που χρησιμοποιήθηκαν από το κίνημα των Σουφραζετών, είναι αναγκαίες για ένα ταξικό, έμφυλο κίνημα, στον αγώνα του να κατακτήσει περισσότερα δικαιώματα;

Σίγουρα μπορώ να καταλάβω τι τις έκανε να στραφούν στην πολιτική ανυπακοή. Για 50 χρόνια, προσπαθούσαν να επιδράσουν στην αλλαγή μέσα από τη συνταγματική οδό, μέσα από διατύπωση αιτημάτων και ομιλίες, χωρίς κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Αυτές οι προσπάθειες κατέληξαν απλώς σε μια σειρά από αθετημένες υποσχέσεις από την πλευρά της κυβέρνησης και σε ένα επί της ουσίας μπλοκάρισμα από τον Τύπο, ο οποίος δεν ανέφερε τίποτα από όσα οι γυναίκες προσπαθούσαν να κάνουν. Μπορώ να αντιληφθώ πως αντιμετωπίστηκαν με αδιαλλαξία, η οποία τις οδήγησε να αναζητήσουν άλλους τρόπους να έρθουν σε επαφή με την κυβέρνηση. Κατά κάποιο τρόπο, «σκουντούφλησαν» πάνω στη μαχητική δράση. Αυτή η τεχνική σίγουρα είχε αντίκτυπο και προσέλκυσε προσοχή στο στόχο τους. Αυτό που είναι σημαντικό, κοιτάζοντας προς τα πίσω, επειδή η λέξη «τρομοκρατία» έχει χρησιμοποιηθεί για να χαρακτηρίσει τις ενέργειες αυτών των γυναικών, είναι ότι οι σύγχρονοι τρομοκράτες έχουν ως στόχο την ανθρώπινη ζωή, εκείνες ποτέ δεν είχαν έναν τέτοιο. Στόχευαν μόνο την ιδιοκτησία. Κανείς δεν πέθανε ως συνέπεια των ενεργειών τους, πέρα από μια δυο από τις ίδιες τις σουφραζέτες.

Κάποια σχέδια ή ιδέες για καινούρια ταινία;

Αυτή η ταινία υπήρξε το «μωρό» μου για πολύ καιρό. Αυτόν τον καιρό, δίνω πολλές διαλέξεις σε σχολεία, πανεπιστήμια, οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και θέλω να προκαλέσει συζητήσεις. Πέρα από αυτό, εξερευνώ, επίσης, την προοπτική δημιουργίας μιας καινούριας, αλλά είναι πολύ νωρίς για να πω περισσότερα.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την Sarah Gavron για την τηλεφωνική μας συνομιλία και την Sophie Glover, υπεύθυνη του Γραφείου Τύπου της  Pathé UK, για την πολύτιμη συμβολή της στη διοργάνωσή της.

Η ταινία της Sarah Gavron Οι Σουφραζέτες προβάλλεται για δεύτερη βδομάδα στους κινηματογράφους.

Πηγή: hitandrun

Share

To queer comic έχει και συνέχεια!

steve

της Γεωργίας Μανώλη και της Άννας Σιγαλού

Στο περασμένο Athens comicdom εκτός από την Smar γνωρίσαμε και τα σχέδια του Steve. Και κάπως έτσι προέκυψε μια χειμαρρώδης και ενδιαφέρουσα συζήτηση μαζί του! O Steve έχει γεννηθεί στην Αθήνα την περίοδο που εκδόθηκαν τα Linux και άρχισε να γιορτάζεται η απελευθέρωση της Λευκορωσίας, δηλαδή το 1991. Από μικρός διάβαζε Αστερίξ, Ντόναλντ και Σκρουτζ και άλλα κλασσικά. Άρχισε να ζωγραφίζει από πιτσιρίκι λοιπόν γιατί ήθελε να κάνει τον κόσμο να γελάει. Έτσι σπούδασε στην Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών Ορνεράκη σχέδιο και κόμικ το 2009-2013. Ασχολείται εκτός από το κόμικς, τη γραφιστική και την εικονογράφηση και με το τατουάζ. Πολλές ιστορίες για τα χιουμοριστικά σκιτσάκια του τις εμπνέεται από τη γιαγιά του! Περισσότερες πληροφορίες για τα σχέδια και το έργο του Steve αλλά και για επικοινωνία μαζί του θα βρείτε εδώ.

Πότε και πώς ξεκίνησες τα φανζινάκια;

Ξεκίνησα το 2013, είχα κυκλοφορήσει ένα χιουμοριστικό -που το συνεχίζω ακόμα και μάλιστα τώρα βγάζω το 4ο τεύχος, το «Ιδιοτρόπιο»- ένα sketchbook κι ένα queer φανζινάκι που μου ‘χαν πει τότε ότι δεν είχε ξαναβγεί κάτι τέτοιο στην Ελλάδα.

Το 2014 συνέχισα τα φανζίν κι έβγαλα τον «Αμφιλάτρη», ένα queer παραμυθάκι που σκόπευα να βγάλω ως graphic novel. Τελικά βγήκε με κάποιες εικόνες αλλά ήθελε όμως πολύ δουλειά για να βγει πιο ολοκληρωμένο, γιατί αρχικά θέλαμε να το βγάλουμε με μια φίλη μου ως διπλό: από τη μια πλευρά να είναι ο αμφιλάτρης κι από την άλλη μια ιστορία με πριγκίπισσες, όπου μια τρανς πριγκίπισσα ερωτεύεται μια λεσβία κλέφτρα.

Φέτος έβγαλα 4 φανζίνς (το ρεκόρ μου!): «Ιδιοτρόπιο», «Σκιτσούχτρα», «101 λόγοι για να μην αυτοκτονήσεις» και «Συγγνώμη queerie ποιος είστε;» το οποίο το ξανατύπωσα γιατί είχε κάποια λαθάκια μέσα, ψάχτηκα λίγο περισσότερο μετά την πρώτη έκδοση και το ξανάβγαλα βελτιωμένο.

Ρίχνω αρκετή δουλεία κυρίως για πλάκα, αλλά αξίζει. Σε ένα comicdom είχε έρθει μια κοπέλα και είδε το «Ιδιοτρόπιο» κι ενθουσιάστηκε κι αυτό ήταν τεράστια αμοιβή!

Ήσουν στην Αγγλία μέχρι πρόσφατα, τί έκανες εκεί;

Ήμουν για 2 μήνες αλλά χρειάστηκε να γυρίσω λόγω κάποιων δυσκολιών. Έψαχνα για δουλειά στην εικονογράφηση αλλά δυστυχώς είναι δύσκολη αγορά. Εκεί υπάρχει βέβαια περισσότερη ζήτηση και πληρώνουν καλύτερα σε σχέση με την Ελλάδα, εδώ πολλές φορές δεν πληρώνουν καθόλου. Εκεί όμως ζητάνε πολύ περισσότερα πράγματα: εμπειρία, πτυχία. Υπήρχαν πρακτικές δυσκολίες αλλά ήταν μια εμπειρία, ίσως ξαναφύγω στο μέλλον.

Steve_granma

Έχεις σκεφτεί να διδάξεις σχέδιο;

Σε σχολή δεν ξέρω αν μπορώ και δεν ξέρω αν νιώθω κι έτοιμος, δίδασκα όμως πέρυσι σε παιδιά δημοτικού σε ένα πρόγραμμα του δήμου και περνάγαμε πολύ καλά, τα αγαπούσα κιόλας, μάλιστα υπήρξε κι ένας πιτσιρικάς που ήθελε να κάνει κόμικς.

Τώρα μαθαίνω να χτυπάω τατουάζ. Δεν είναι ακριβώς αυτό με το οποίο σκόπευα ν ασχοληθώ αλλά μ αρέσει, έχει δουλειά και γνωρίζεις κι ενδιαφέροντα κόσμο, με ικανοποιεί αρκετά σαν προοπτική. Έχει πολύ ζήτηση και μπορείς να το κάνεις και να πληρώνεσαι που είναι καλό γιατί αυτή τη στιγμή επιβιώνω απ’ αυτά που πουλάω στο internet, ότι βγάλω από φανζίνς και από κάτι μπλουζάδικα με τα οποία συνεργάζομαι φτιάχνοντας στάμπες.

Στον χώρο των κόμικς πιστεύεις ότι ίσως έχεις μεγαλύτερη αποδοχή ως τρανς σε σχέση με άλλους επαγγελματικούς χώρους;

Μέχρι τώρα δεν έχω βιώσει κάτι ιδιαίτερα αρνητικό, ο καλλιτεχνικός χώρος είναι όντως πιο δεκτικός από άλλα επαγγέλματα. Όταν συστηνόμουν παλιότερα στον χώρο των κόμικς –προ μετάβασης- υπήρχαν κάποια άτομα που ρωτάγανε «α Steve, γιατί;» αλλά σε άλλους χώρους με απορρίπτανε εντελώς. Πέρα απ’ αυτά βέβαια δεν έχω δει κάτι ιδιαίτερα αρνητικό.

Πες μας δύο λόγια για την queer κόμικ σκηνή στην Ελλάδα, έχει απήχηση στον κόσμο; Η συζήτηση και έκθεση σε νέες καταστάσεις περνάει στην υπόλοιπη κοινωνία μέσω των κόμικς;

Κάποιος κόσμος εκτός queer κοινότητας έχει μια κάποια επαφή μέσω των κόμικς, πχ με το «Μαλάκα λεσβίες!», αν και δεν υπάρχουν και πολλά. Τα δικά μου απευθύνονται πιο πολύ μάλλον στην queer κοινότητα, αν και υπήρξε κόσμος που τα διάβασε και μου είπε μετά ότι σκέφτηκε κάτι παραπάνω. Διαβάζοντας τα η συμπεριφορά κάποιων άλλαξε, άρα θα ίσως και να συνεισφέρουν κάτι τα κόμικς. Νομίζω πως όταν αντιμετωπίζεις κάτι με χιούμορ είναι πιο εύκολο να απευθυνθείς στον κόσμο. Πολλοί κατηγορούν τις μειονότητες ότι είναι πάντα θυμωμένες και χρησιμοποιούν αυτόν τον θυμό σαν δικαιολογία για να μην τις ακούνε πολύ σοβαρά. Όταν βγάζεις κάτι με χιούμορ πολύς κόσμος θα το ακούσει πιο εύκολα, δυστυχώς είναι πιο εύκολο να πιάσεις κόσμο έτσι.

Βλέπεις δηλαδή την δουλειά σου σαν εργαλείο για να φέρεις σε επαφή έναν παραέξω κόσμο με αυτά τα θέματα;

Σίγουρα γιατί χρειάζεται κιόλας, ειδικά σε χώρες σαν την Ελλάδα όπου υπάρχουν ελάχιστες ελευθερίες, όπου πρέπει να στειρωθείς για να μπορέσεις ν αλλάξεις το όνομα σου. Εδώ το κράτος ορίζει το φύλο σου βάσει των γεννητικών σου οργάνων. Αν μια γυναίκα χρειαστεί να βγάλει τις ωοθήκες της, αποκτά το δικαίωμα να αλλάξει επίσημα φύλο, ενώ όσοι ζούνε χρόνια ως άντρες και δεν έχουν προχωρήσει σε χειρουργείο δεν το έχουν. Είναι σωστό να έχεις τη δυνατότητα να κάνεις χειρουργείο αλλά δεν θα πρέπει να είναι υποχρεωτικό.

steve_tumblr

Κάποιο σχόλιο όσον αφορά την πολιτική ορθότητα και τα κόμικς ή γενικά την pop κουλτούρα;

Είμαστε σε έναν κόσμο ο οποίος ορίζεται από τη διαφορετικότητα του και απαρτίζεται από διαφορετικά άτομα και έτσι στα έργα μας βάζουμε έναν πραγματικό κόσμο αντίστοιχα. Δεν μπορείς να πεις ότι είναι πολιτική ορθότητα το να βάζεις μαύρους σε μια αμερικάνικη πόλη επειδή όντως υπάρχουν μαύροι άνθρωποι σε μια αμερικάνικη πόλη! Γενικά όμως σήμερα που στα υπερ-ηρωικά κόμικς επικρατεί το white-sausage fest  δεν είναι καθόλου κακό να υπάρχει περισσότερη διαφορετικότητα.

Και η εκπροσώπηση queer χαρακτήρων στα κόμικς ή αλλού;

Μου αρέσουν οι δημιουργοί που ακούν το κοινό τους. Για παράδειγμα, οι δημιουργοί του video-game Dragon Age, το οποίο μάλιστα ξεκίνησε με bisexual χαρακτήρες, ανταποκρίθηκαν στο αίτημα του κοινού για trans χαρακτήρα. Δεν είναι θέμα λοιπόν πολιτικής ορθότητας. Όταν στα 24 μου έφτασα να δω έναν χαρακτήρα σαν εμένα σε κάποιο media έβαλα τα κλάματα! Και μάλιστα έναν χαρακτήρα που δεν είναι π.χ. tragedy porn ή τόσο δυστυχισμένος που είναι queer ή πεθαίνει τραγικά στο τέλος! Όταν έχεις ένα κοινό και αποφασίζεις ότι άτομα όλων των ιδιοτήτων, σωμάτων και χρωμάτων πρέπει να δουν το εαυτό τους κάπου και το κάνεις αυτό πραγματικά δεν έχεις να χάσεις τίποτα. Δηλαδή το να αλλάξεις ένα λευκό cis-straight άνδρα και να το βάλεις κάτι άλλο οι λευκοί cis-straight άνδρες δεν χάνουν τίποτα σε εκπροσώπηση αφού οι μισοί χαρακτήρες στα media είναι σαν αυτούς! Το να βάλεις λοιπόν χαρακτήρες από μειονότητα θα κάνει κάποια παιδιά λοιπόν να νιώσουν καλύτερα. Γιατί αλλιώς αναγκάζουν τους ανθρώπους μειονοτήτων να  μας λένε ότι δεν είστε αρκετά καλοί ή ενδιαφέροντες για να είστε πρωταγωνιστές! Και εκεί είναι το πρόβλημα μου με την πολιτική ορθότητα, είναι σαν να μου κάνουν τη χάρη να σε βάλουμε και σένα κάπου, δεν θέλω όμως να μου κάνουν καμία χάρη! Θέλω να με αντιμετωπίζεις σαν ολοκληρωμένο άτομο!

Skitsouxtra

Ένιωσες ότι πρέπει να υιοθετήσεις κάποιες μάτσο συμπεριφορές προκειμένου να υλοποιήσεις καλύτερα τον ρόλο του άντρα; Θυμάσαι τον σεξισμό που βίωνες πριν την μετάβαση;

Ξέρω άτομα που νιώθουν την ανάγκη να είναι σεξιστές, ομοφοβικοί, που πουλάνε ένα πολύ μάτσο στυλ, υπάρχουν συγκεκριμένες προσδοκίες ανάλογα με το φύλο. Κατά τη μετάβαση οι προσδοκίες αλλάζουν, τελικά όμως σου αρέσουν αυτά που σου άρεσαν και πριν. Θεωρώ ότι σε μια ιδανική κοινωνία δεν θα ταυτιζόμουν με κάποιο συγκεκριμένο φύλο, αλλά σ αυτήν την κοινωνία ταυτίζομαι πιο άνετα με το αντρικό.

Ωστόσο για κάποιο και μεγάλο κομμάτι της ζωής σου οι άλλοι σε αντιμετώπιζαν ως κορίτσι-πλέον ζεις ως trans άνδρας. Ποιες οι διαφορές και αν υπάρχουν στο πώς σε αντιμετωπίζουν οι άλλοι;

Όταν ζούσα στην Αγγλία σε κάποια δουλειά  για πρώτη φορά με αντιμετώπισαν σαν cis-άνδρα συνάδελφοι  οι οποίοι δεν ήξεραν ότι είμαι trans. Είναι πολύ περίεργο πώς φέρονται οι cis-άνδρες μεταξύ τους. Παρόμοιες διαφορές βλέπω όταν στην Ελλάδα μπαίνω σε ταξί! Όταν λοιπόν ήμουν μια κοπέλα στο ταξί ο οδηγός με ρώταγε «Τι κάνεις κοπελιά; Σπουδάζεις; Α με τα καλλιτεχνικά ασχολείσαι;». Τώρα οι πολιτικές συζητήσεις πάνε αβέρτα! Ούτε κοινωνικό πείραμα να είχα κάνει! Πρέπει να σας πω επίσης ότι αυτό που δεν μου έχει λείψει καθόλου είναι το σφύριγμα στο δρόμο! Ή παλιότερα π.χ. είχα ακούσει άπειρες φορές «εσείς οι γυναίκες» το οποίο δεν ακούω πια. Είναι ταυτόχρονα ικανοποιητικό και εκνευριστικό αφού δεν χρειάζεται πια να απαντάω σε όλους αυτούς τους μαλάκες αλλά από την άλλη ναι είναι εκνευριστικό γιατί νιώθω πια στο πετσί μου πόσο διαφορετική είναι η αντιμετώπιση του μέσου κόσμου. Με βολεύει που δεν είμαι αντικείμενο σεξισμού αλλά συνειδητοποιώ ωστόσο πολύ έντονα ότι ήμουν μέχρι πρόσφατα το αντικείμενο σεξισμού!!!

Έχεις κάποια ακτιβιστική δράση; Είσαι π.χ. σε κάποια ομάδα; Στο ΣΥΔ; Κάποιο σχόλιο για τον τρανς ακτιβισμό;

Δεν μπορώ να πω ότι συμμετέχω στο ΣΥΔ. Παρακολουθώ τη δράση τους ωστόσο. Γενικά δεν είμαι ειδικός να σχολιάσω-πιο πολύ θα κράξω από το internet! Δυστυχώς υπάρχει πολύ bullying σε αυτό το θέμα, αφού trans γυναίκες δέχονται επιθέσεις πολύ περισσότερο από τους trans άνδρες και μέσα μάλιστα στο queer χώρο. Κάτι τέτοιο μάλιστα βλέπουμε και στο Pride. Δεν πήγα το ’15 γιατί ήμουν Αγγλία αλλά και εδώ να ήμουν δεν θα πήγαινα. Καθώς πρόπερσι υπήρξαν αρκετά τρανσφοβικά περιστατικά και μάλιστα από τους ίδιους τους οργανωτές. Το Pride θα έπρεπε να σταματήσει να πουλάει ότι είναι κάτι πολιτικό, είναι μια γιορτή, ένας χαβαλές ο οποίος καλά κάνει και υπάρχει. Δεν είμαι εναντίον του Pride αλλά υπάρχουν κοινότητες που δεν εμφανίζονται εκεί. Η μασκότ του ήταν ένας νέος θεογκόμενος cis-gay άνδρας. Δεν εμφανίζονται άλλα σώματα π.χ. χοντρά, trans, έγχρωμα! Μπορεί κάποια σώματα ή κάποιες σεξουαλικότητες να μη πουλάνε τόσο πολύ αλλά εγώ δεν θέλω να είμαι σε αυτό το Pride. Παρένθεση εδώ, όσον αφορά τα σώματα, έχω να πω ότι όλα τα σώματα, τα στυλ, τα ντυσίματα είναι θέμα καπιταλισμού και ορίζονται από κάποιους άλλους. Δεν είναι δυνατόν η 14χρονη κόρη γνωστού μου που είναι μπαλαρίνα να μου λέει ότι θέλει να χάσει βάρος! Και όταν τη ρωτάω γιατί θέλει να αδυνατίσει και άλλο να μην ξέρει να απαντήσει!

Τελικά πώς βλέπεις τον εαυτό σου επαγγελματικά σε δέκα χρόνια;

Δεν ξέρω και όχι επειδή δεν έχω εμπιστοσύνη στη δουλειά μου αλλά επειδή αλλάζω εύκολα προτιμήσεις. Μου αρέσει να μαθαίνω και να βρίσκω καινούργια ενδιαφέροντα. Ταυτόχρονα σχεδιάζω και γράφω και θα ήθελα να βγάλω μάλιστα ένα βιβλίο ή να ασχοληθώ κάποια στιγμή με το concept art! Απλά ελπίζω σε δέκα χρόνια να βγάζω προς τα ζην από τα καλλιτεχνικά, από όποιον κλάδο και αν είναι. Γενικά στόχος μου είναι να φτιάξω κάποια project τα οποία θα έχουν χαρακτήρες όλων ειδών μέσα, τα οποία θα είναι πολιτικοποιημένα χωρίς να είναι πολιτικά.

 

Διαβάστε ακόμα

Κι όμως υπάρχει queer comic στην Ελλάδα: “Μαλάκα Λεσβίες!”

 

Share

Η φεμινιστική δύναμη των θηλυκών φαντασμάτων

φαντασματα1

Το ανατριχιαστικό κορίτσι από το «Δαχτυλίδι», με τα μακριά μαύρα μαλλιά να καλύπτουν το πρόσωπό της

της Andi Zeisler

Η ταινία Το Κάλεσμα (2013) έχει χαρακτηριστεί ως «εφιαλτικά τρομακτική» και η «πιο τρομακτική ταινία του καλοκαιριού». Ήταν μάλιστα τόσο τρομακτική που κέρδισε τον χαρακτηρισμό ‘Ακατάλληλη για ανηλίκους’, παρά την απουσία απερίφραστης βίας, σεξ, αίματος, ή χυδαίας γλώσσας. Σύμφωνα με τον πρωταγωνιστή Patrick Wilson, η ταινία έδωσε στον πίνακα χαρακτηρισμού καταλληλότητας ταινιών μια περίπτωση ταινίας τρόμου που ήταν πάρα πολύ έντονη για μια απλά ‘Κατάλληλη για νέους άνω των 13 ετών’.

Αυτό που, πρωτίστως, δημιουργεί τόσο μεγάλη ένταση και ταραχή στο Κάλεσμα, όπως και στο Τρόμος στο Amityville (2005) παλιότερα, είναι ότι «βασίζεται σε αληθινά γεγονότα». Το Κάλεσμα αφηγείται την ιστορία των Perrons, μιας επταμελούς οικογένειας, η οποία μετακόμισε σε μια μεγάλη εξοχική κατοικία στο Ρόουντ Άιλαντ το 1971, για να ανακαλύψει ότι έχει ήδη καταληφθεί από διάφορα πνεύματα, και από τους εν ζωή ερευνητές του παραφυσικού, τους οποίους καλεί για να μεσολαβήσουν. Παρεμπιπτόντως, αυτοί οι ερευνητές, ήταν η Lorraine και ο Ed Warren, οι οποίοι αργότερα θα μείνουν στην ιστορία ως το ζευγάρι που ενεπλάκη στην περιβόητη υπόθεση του Amityville.

Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, το δεύτερο στοιχείο που καθιστά την ταινία τρομακτική είναι το κύριό της φάντασμα, ένα τρομακτικό φάντασμα που ονομάζεται Bathsheba. Η Bathsheba είναι μια πρώην κάτοικος του σπιτιού που ίσως να ήταν, ίσως και να μην ήταν μάγισσα, και ίσως να είχε, ίσως και να μην είχε κάνει συμφωνία με το διάβολο, αλλά χωρίς αμφιβολία πιστεύει ότι έχει άδικα υποσκελιστεί από την Carolyn Perron, τη σημερινή κυρία του σπιτιού, την οποία υποδύεται η Lili Taylor. Η Bathsheba καταβάλλει τεράστια προσπάθεια να τρελάνει την Carolyn και να αποπλανήσει τον άντρα της. Η Bathsheba είναι σαγηνευτική, εκδικητική και αμείλικτη. Με άλλα λόγια, έχει πολλά κοινά με τις όμοιές της που σπέρνουν τον τρόμο σε ταινίες, βιβλία, και όχι μόνο.

φαντασματα2

Η Vera Farmiga, ως Lorraine Warren, παρατηρεί ένα ανατριχιαστικό μουσικό κουτί στο «Κάλεσμα»

Όπως οι χαρακτήρες της τελευταίας επιζήσασας (final girl) και της τρελής στη σοφίτα (mad in the attic), το θηλυκό φάντασμα είναι ένας διαχρονικά συναρπαστικός χαρακτήρας, και η παρουσία της τόσο στην ιστορία όσο και στην σύγχρονη ποπ κουλτούρα κρατάει τον πλούτο της αντίληψης και του στερεότυπου στα υγρά χέρια της. Από τη Fruma-Sarah, τη γυναίκα του χασάπη στο Βιολιστή στη Στέγη (1971), στη Γυναίκα με τα Μαύρα (2012), στο Μην κοιτάζεις τώρα (1971) της Daphne Du Maurier και την Αγαπημένη (1987) της Toni Morrison, μέχρι αυτά τα ανατριχιαστικά δίδυμα κορίτσια στη Λάμψη (1980), τα γυναικεία φαντάσματα έχουν, θα λέγαμε, μια ιδιαίτερη δύναμη να στοιχειώνουν τις μνήμες μας από την ποπ κουλτούρα.

Όταν ρώτησα κάποιους να αναφέρουν τα γυναικεία πνεύματα που ξεχωρίζουν ιδιαίτερα στο μυαλό τους, δύο ονόματα φαίνεται να υπερισχύουν. Η Bloody Mary, αυτό το φάντασμα που κάθε κορίτσι στην προεφηβεία φοβάται ότι θα εμφανιστεί στον καθρέφτη κατά τη διάρκεια παιχνιδιών σε πιτζάμα πάρτυ, ήταν η πρώτη. Το δεύτερο ήταν, με τα λόγια ενός από τους ερωτηθέντες, «το κορίτσι στο Δαχτυλίδι. Για μένα, οι πιο τρομακτικές είναι οι μελαχρινές, βρεγμένες γυναίκες που περπατάνε τρεκλίζοντας. Τι να σημαίνει αυτό;» Τι σημαίνει; Η απάντηση, ας πούμε, πρώτα και κύρια, είναι ότι τα γυναικεία φαντάσματα είναι ιδιαίτερα τρομακτικά, επειδή η πηγή του πόνου που τις κάνει να στοιχειώνουν τον κόσμο των ζωντανών δεν είναι καθόλου υπερφυσική, αλλά είναι το αποτέλεσμα του να είσαι πολύ ανθρώπινος.

Ο θρύλος της Bloody Mary, για παράδειγμα, προέρχεται από ένα συνονθύλευμα ιστορίας, λαογραφίας και θρησκείας. Μερικοί πιστεύουν ότι η Bloody Mary είναι το πνεύμα μιας γυναίκας τόσο εμμονικής στο να αναβιώσει τη νεότητά της που σκότωνε τα νεαρά κορίτσια του χωριού της και έπινε το αίμα τους για να ανακτήσει την ομορφιά που είχε στο παρελθόν.

Η ιστορία της Bloody Mary ξαναειπωμένη από τον S. E. Schlosser

Η La Llorona, η «κλαίουσα γυναίκα» από τη λαογραφική παράδοση της Λατινικής Αμερικής, σκότωσε τα παιδιά της από εκδικητική ζήλεια απέναντι σε ένα σύζυγο που δεν την αγαπούσε πια και περιπλανιέται τη νύχτα μεταμελημένη. Η Αγαπημένη, το φάντασμα στο βιβλίο της Toni Morrison, σκοτώθηκε επίσης από τη μητέρα της και τη στοιχειώνει για εκδίκηση, εξού και οι ανατριχιαστικές πρώτες λέξεις του βιβλίου: «To 124 ήταν αναθεματισμένο. Γεμάτο από το φαρμάκι ενός μωρού».

Και τα επιθετικά γυναικεία φαντάσματα στις ασιατικές ταινίες τρόμου, όπως Το Δαχτυλίδι (2002), Η Κατάρα (2004) και Στιγμιότυπα Θανάτου (2008), καθώς και οι αμερικανικές εκδοχές τους, είναι οι τρομακτικές μεταφυσικές εμφανίσεις γυναικών που έχουν περιφρονηθεί, κακοποιηθεί, αδικηθεί, ή αλλιώς έχουν σοβαρά παράπονα από τους ζωντανούς που προκάλεσαν το θάνατό τους. Τα φαντάσματα τείνουν ακόμη και να μοιάζουν μεταξύ τους, με μακριά, σκούρα μαλλιά που καλύπτουν μεγάλο μέρος του προσώπου τους, με μακριά λευκά φορέματα, και την ενοχλητική συνήθεια να εκδηλώνουν απότομα αποσπασματικές και επιθετικές κινήσεις.

Στα Στιγμιότυπα Θανάτου, για παράδειγμα, το θηλυκό πνεύμα που κάνει κόλαση τη ζωή ενός φωτογράφου ήταν η πρώην κοπέλα του που του είχε γίνει κολλιτσίδα, η οποία βιάστηκε από δύο φίλους του με σκοπό να βγει από τη ζωή του. Στην Κατάρα, οι κάτοικοι ενός σπιτιού στα προάστια του Τόκυο απειλούνται από το πνεύμα μιας γυναίκας που δολοφονήθηκε από το σύζυγό της από ζήλεια. Και το βρεγμένο φάντασμα στο Δαχτυλίδι, που βγαίνει μέσα από την οθόνη της τηλεόρασης, είναι το φάντασμα ενός νεαρού κοριτσιού, που την έπνιξε μέσα σε ένα πηγάδι η θετή μητέρα της.

Όταν καταφέρετε να ηρεμήσετε για μια στιγμή από την τρομάρα που πήρατε και όταν ηρεμήσουν οι αναταραχές στο στομάχι, θα συνειδητοποιήσετε ότι αυτές οι γυναίκες δεν είναι μόνο συμπονετικοί χαρακτήρες, αλλά είναι ακόμα πιο τρομακτικές, επειδή κατέχουν κάθε κομμάτι του θυμού που καθιστά τις ζωντανές γυναίκες πηγή φόβου, αλλά χωρίς κανέναν κοινωνικό περιορισμό.

Με αυτόν τον τρόπο, οι ιστορίες φαντασμάτων είναι συχνά πρωτοφεμινιστικές ιστορίες γυναικών, οι οποίες, έστω και μόνο στο θάνατο, ανατρέπουν τις παραδοχές και τις παραδόσεις που θέλουν τις γυναίκες υπάκουες συζύγους και μητέρες, λατρεμένες συντρόφους ή υπάκουα παιδιά εξαπολύοντας τέτοια οργή και εκδικητικότητα που αξίζουν για μια ολόκληρη ζωή. Στο φεμινιστικό περιοδικό τρόμου Ax Wound, η Collen Wanglund διατυπώνει τη θεωρία ότι το ασιατικό γυναικείο φάντασμα αποτελεί μια εγγενώς φεμινιστική φιγούρα, της οποίας η παρουσία είναι ένα σύμβολο του πόσο πολύ φοβούνται οι άνδρες τη γυναικεία δύναμη. Η εκδίκησή τους δεν στρέφεται κατ’ ανάγκη ενάντια στο πρόσωπο που τις αδίκησε, και ως τέτοια είναι τόσο ασυλλόγιστα και τυχαία ολέθρια όσο και τα συστήματα της πατριαρχίας.

Κι όμως, ακόμη και σαν φαντάσματα, αυτές οι γυναίκες υποβάλλονται, συχνά αγωνιωδώς, στους έμφυλους κανόνες των κοινωνιών τις οποίες εγκατέλειψαν. Στην Κορεάτικη παράδοση βρίσκουμε ιστορίες γυναικών που πεθαίνουν πριν παντρευτούν και αποκτήσουν παιδιά και, επομένως, δεν μπορούν να βρουν ειρηνικό θάνατο, αλλά τριγυρνούν εδώ κι εκεί στοιχειώνοντας την οικογένειά τους, ένα πρόβλημα που συχνά επιλύεται από το φαινόμενο του γάμου μετά θάνατον. Υπάρχει μια κινεζική παράδοση ιστοριών με γυναικεία φαντάσματα, τα οποία μπορούν να αναστηθούν κάνοντας σεξ με έναν ζωντανό άντρα. Οι αμερικάνικες ιστορίες φαντασμάτων και τα λαϊκά παραμύθια σφύζουν επίσης από άπληστα, ματαιόδοξα γυναικεία πνεύματα – όπως η Bathsheba στο Κάλεσμα – που τρέφονται με τα νιάτα και την ομορφιά, που δεν μπορούν να δεχτούν ότι δεν τους ανήκουν πλέον. Πράγματι, τα ηλικιωμένα γυναικεία φαντάσματα, στις ταινίες τουλάχιστον, υποδύονταν τον πιο αποτρόπαιο τρόμο. Στη Λάμψη, όταν η σέξι γυμνή γυναίκα που εμφανίζεται στον χαρακτήρα του Jack Nicholson μεταμορφώνεται σε μαραζωμένη γριά μπροστά στα μάτια του, είναι ιδιαίτερα τρομακτική. Και δεν είναι τυχαίο ότι η πικρόχολη γριά που ρίχνει κατάρες στο Μέχρι την κόλαση (2009) είναι ένα ρυτιδιασμένο φάντασμα, του οποίου στόχος είναι μια νεαρή τραπεζική υπάλληλος.

φαντασματα3

Αααα! Ο δαίμονας στο Μέχρι την Κόλαση

Η πρόσφατη επιτυχημένη ταινία τρόμου Mama (2013) μπορεί να συνοψίσει τόσο τις δυνατότητες όσο και το πρόβλημα των γυναικείων φαντασμάτων. Πρόκειται για την ιστορία δύο άγριων παιδιών, διχασμένων ανάμεσα σε δύο μαμάδες – η μία έχει τατουάζ, πίνει πολλή μπύρα, παίζει μπάσο σε ροκ συγκρότημα και αναγκάζεται να μπει διστακτικά στο ρόλο της κηδεμόνα όταν ο σύντροφός της δέχεται να αναλάβει τις άγριες ανιψιές του, η άλλη ένα φάντασμα που προηγουμένως ήταν η μητρική φιγούρα των κοριτσιών. Αντιλαμβανόμενη τις γυναίκες, είτε είναι άνθρωποι είτε φάντασμα, ως το μόνο ικανό φύλο για την ανατροφή των παιδιών, η ταινία παίρνει μια προφανή θέση υπέρ της οικογένειας (pronatalist, pro-birth) – στο κάτω-κάτω, η ταινία Mama θα μπορούσε να είναι το ίδιο σοκαριστική με μια ιστορία, στην οποία η μητέρα φάντασμα πολεμάει τον θείο των κοριτσιών. Αλλά, όπως επισημαίνει η Annalee Newitz στο io9 όταν κυκλοφόρησε η ταινία, το Mama καταπιάνεται επίσης με τον φόβο της κοινωνίας μας σχετικά με τις ακατάλληλες μητέρες σε όλες τους τις ενσαρκώσεις, και με αυτό τον τρόπο αμφισβητεί την ιδέα ότι μόνο μία ιδανική μητέρα – δηλαδή μια γυναίκα που αγαπά άνευ όρων, που βάζει τα παιδιά της πάνω από οτιδήποτε άλλο, και, φυσικά, δεν είναι ένα εκδικητικό νεκρό πνεύμα – μπορεί να είναι ένας αποτελεσματικός γονέας.

φαντασματα4

Η πρωταγωνίστρια της ταινίας Mama, Jessica Chastain

Οι γυναίκες που ξεφεύγουν από το θάνατο έχουν προσφέρει μερικές από τις πιο ανεξίτηλες, τρομακτικές εικόνες της μαζικής κουλτούρας, αλλά είναι δελεαστικό να αναρωτηθούμε πως θα έμοιαζαν αυτά τα φαντάσματα σε έναν κόσμο που θα υποστήριζε την ισότητα και την ισονομία, σε έναν κόσμο που δεν θα καθόριζε τις γυναίκες και τα κορίτσια από την εμφάνισή τους, από την ικανότητά τους να γεννούν παιδιά, καθώς και από τις σχέσεις τους με τους άλλους. Μήπως είναι τώρα η επανάσταση στο στιλ των φαντασμάτων το επόμενο σύνορο του φεμινισμού; Θα πήγαινα και στην κόλαση για να το δω!

Μπορείτε να ακούσετε και την εκπομπή του bitchmedia για τα γυναικεία φαντάσματα εδώ

Μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στο Bitch Media και μπορείτε να το βρείτε εδώ

 

 

Share
Page 1 of 812345...Last »