Subscribe via RSS Feed

Ίσως να μη σε χτυπάει αλλά

flower

της Esra Dogan

Εδώ και ένα μήνα, χιλιάδες γυναίκες μοιράζονται στο twitter τις προσωπικές τους ιστορίες μη σωματικής ενδοοικογενειακής βίας. Όλα ξεκίνησαν όταν μία Δομινικανή-Αμερικανίδα συγγραφέας, η Zahira Kelly, ξεκίνησε το hashtag #MaybeHeDoesntHitYou (Ίσως να μην σε χτυπάει) προκειμένου να ευαισθητοποιήσει για τη συναισθηματική βία στις σχέσεις. Από τότε το hashtag έγινε viral στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με περισσότερα από εξήντα χιλιάδες tweets.

Σε μια πρόσφατη συνέντευξη στο BBC Trending, η Kelly εξήγησε ότι ήθελε τα θύματα κακοποίησης να γνωρίζουν ότι δεν φαντάζονταν τον συναισθηματικό αντίκτυπο των όσων είχαν βιώσει. Πρόσθεσε ότι «Ακόμα και αν η περίπτωση (συναισθηματικής κακοποίησης) δεν θεωρείται κακοποίηση με την στενή έννοια του όρου της σωματικής κακοποίησης, εξακολουθεί να είναι πραγματική και ο πόνος εξίσου πραγματικός. Και αξίζετε κάτι απείρως καλύτερο. Όλοι αξίζουν».

Στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας, οι συναισθηματικές επιθέσεις γενικά δεν λαμβάνουν την ίδια προσοχή με τις σωματικές, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερο επικίνδυνες ή λιγότερο τραυματικές. Για να σας ενθαρρύνω να σκεφτείτε τη συναισθηματική και ψυχολογική κακοποίηση που μπορεί να αντιμετωπίζετε ή να έχετε αντιμετωπίσει, συγκέντρωσα κάποια tweets:

#MaybeHeDoesntHitYou αλλά θα σε συγκρίνει συχνά με τις πρώην του και άλλους ανθρώπους προκειμένου να σε κάνει να αισθανθείς ανεπαρκής

#MaybeHeDoesntHitYou αλλά σε κάνει να αισθάνεσαι ότι τα συναισθήματά σου είναι ανόητα και ότι πρέπει να απολογηθείς γι’ αυτά

#MaybeHeDoesntHitYou αλλά χρησιμοποιεί τα πιο προσωπικά μυστικά σου εναντίον σου και σε χειρίζεται ώστε να κάνεις πράγματα ενάντια στη θέλησή σου

#MaybeHeDoesntHitYou αλλά πρέπει να ζητήσεις άδεια για να κάνεις το οτιδήποτε

#MaybeHeDoesntHitYou αλλά κοροϊδεύει τις ανασφάλειές σου και θυμώνει όταν αναστατώνεσαι γιατί «ένα αστείο είναι μόνο»

#MaybeHeDoesntHitYou αλλά αν αναφέρεις πόσο σε πληγώνει, θα πει ότι το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι του κοπανάς συνέχεια για τη συμπεριφορά του

#MaybeHeDoesntHitYou αλλά διαρκώς προσποιείται στους άλλους ότι είναι ηθικός, στοργικός και υπεύθυνος ενώ εσύ ξέρεις ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο

#MaybeHeDoesntHitYou αλλά όταν προσπαθείς να συζητήσεις κάποιο θέμα μαζί του, θα το προβάλλει σαν δικό σου λάθος και θα πει ότι εσύ πρέπει να αλλάξεις

Όταν δεν είχες αντιληφθεί πόσο άσχημα σου συμπεριφερόταν μέχρι που εμφανίστηκε το hashtag #MaybeHeDoesntHitYou

#MaybeHeDoesntHitYou αλλά πάντα μισείς κάτι στον εαυτό σου εξαιτίας του.

#MaybeHeDoesntHitYou Ακόμα

Παρόλο που αυτό το hashtag απευθυνόταν κατ’ αρχάς σε γυναίκες που βρίσκονται σε ετεροφυλικές σχέσεις, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι τόσο οι γυναίκες όσο και οι άντρες μπορεί να υφίστανται τέτοια κακοποίηση στη σχέση τους, είτε είναι ετερόφυλοι είτε ομοφυλόφιλοι είτε διεμφυλικοί.

Ναι, φυσικά και δεν είναι τυχαίο ότι αυτό το θέμα οδηγεί χιλιάδες γυναίκες να επανεξετάσουν τη σχέση τους με τον «αγαπημένο» τους και να μοιραστούν ιστορίες συναισθηματικής κακοποίησης. Παρά τη συνηθισμένη άποψη, η ενδοοικογενειακή βία προς τις γυναίκες δεν λαμβάνει κυρίως σωματική μορφή αλλά ψυχολογική και αυτό ισχύει κυρίως στις ερωτικές μας σχέσεις όπου οι άντρες μπορούν εύκολα να ασκήσουν καταναγκαστικά έλεγχο στις πράξεις, τις επιλογές και τα συναισθήματά μας, μειώνοντας σιγά-σιγά την αυτοπεποίθηση, την αξιοπρέπεια και την ελευθερία μας. Συνήθως, αυτού του είδους η βία είναι σχετικά τόσο πολύ λιγότερο ορατή και δύσκολο να κατανομαστεί που εμείς οι γυναίκες μένουμε σε σχέσεις κακοποίησης για χάρη του «έρωτα», προσπαθώντας να κρατήσουμε μια σχέση που πολύ απλά δεν βασίζεται στην ίση μεταχείριση και τον σεβασμό.

Δεν υπάρχει λόγος να ντρέπεστε επειδή αγαπούσατε το άτομο που σας κακοποιούσε.

Αντιθέτως, εμείς οι γυναίκες πρέπει να έχουμε τη δύναμη να μοιραστούμε τις ιστορίες μας χωρίς ντροπή, για να συνειδητοποιούμε όχι μόνο τις σοβαρές επιπτώσεις της πατριαρχίας στην καθημερινότητά μας αλλά και το ότι δεν είμαστε οι μόνες εκεί έξω που αντιμετωπίζουμε τέτοιες συμπεριφορές στις σχέσεις μας. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να μάθουμε από τις εμπειρίες των άλλων και να βρούμε το κουράγιο να αντιμετωπίσουμε τις δικές μας. Ως κάποια που δεν φοβάται πλέον να έρθει αντιμέτωπη με την πραγματικότητα των ενεργειών συναισθηματικής κακοποίησης στις προηγούμενες ερωτικές της σχέσεις, θα μπορούσα να προσθέσω στην παραπάνω λίστα τα εξής:

#MaybeHeDoesntHitYou αλλά όταν ζηλεύει έναν άντρα που είναι δίπλα σου, κατηγορεί εσένα για τη συμπεριφορά του λέγοντας ότι εσύ είσαι υπερβολικά φιλική με τους άντρες.

#MaybeHeDoesntHitYou αλλά επικρίνει συνεχώς κάποιους φίλους σου, ισχυριζόμενος ότι τους ξέρει καλύτερα από εσένα

#MaybeHeDoesntHitYou αλλά σε προσβάλλει δημοσίως

#MaybeHeDoesntHitYou αλλά σε κατηγορεί συχνά ότι λες ψέματα, χωρίς καν να σου δίνει την ευκαιρία να του εξηγήσεις ότι η κατηγορία του είναι αβάσιμη.

#MayHeDoesnttHitYou αλλά αγνοεί τις ιδέες σου ή τις κατακρίνει σε βαθμό που καταλήγεις να σκέφτεσαι ότι είναι άχρηστες

κ.λπ. κ.λπ.

 

 

Πόσο κοντά είναι η Βραζιλία;

we are all bleeding

της Άννας Σιγαλού

«Με νάρκωσαν και ήμουν πολύ μεθυσμένη. Ήταν πολλά άτομα με όπλα, πολλοί νέοι άνδρες που γελούσαν και μιλούσαν» ανέφερε η νεαρή και συνέχισε: «Δεν με τραυμάτισαν μόνο. Πλήγωσαν την ψυχή μου. Γιατί οι άνθρωποι με έκριναν, προσπάθησαν να ρίξουν το φταίξιμο σε μένα για κάτι που δεν ήταν δικό μου λάθος. Με ‘έκλεψαν’. Όχι με την έννοια των υλικών αγαθών…αλλά ‘σωματικά’».

Την περασμένη βδομάδα στο Ρίο ντε Τζανέιρο μια 16χρονη βιάστηκε από περισσότερους από 30 άντρες, οι οποίοι μάλιστα δεν δίστασαν να ανεβάσουν το βίντεο και φωτογραφίες από τον ομαδικό βιασμό στο twitter. Το βίντεο αυτό διαδόθηκε ευρέως συμπεριλαμβάνοντας πληθώρα σεξιστικών και μισογυνικών σχολίων για το θύμα.

Η κοινή γνώμη συγκλονίζεται για ακόμα μια φορά από ένα ακραίο, ασυνήθιστο περιστατικό. Ή και όχι.

Μήπως το πως καταλήγει κανείς σε κάτι τέτοιο είναι απλά η αποτύπωση του πόσο βίαιη είναι η καθημερινότητα για τις γυναίκες; Ας θυμηθούμε ελάχιστα απ’ τα πολλά περιστατικά που «συγκλόνισαν» τους τελευταίους μήνες την ελληνική και παγκόσμια κοινή γνώμη:

  • ο βιασμός φοιτήτριας εντός campus στις ΗΠΑ, για τον οποίο το πανεπιστήμιο δεν πήρε σαφή θέση υπέρ της
  • η –πρόσφατη- επίθεση σε γυναίκα με ατμοσίδερο σε ελληνική επαρχιακή πόλη
  • η διαρροή γυμνών φωτογραφιών διασημοτήτων στις ΗΠΑ
  • βιασμός και απαγχονισμός ανήλικης στην Ινδία
  • η δολοφονία γυναίκας στον Βελβεντό από τον άντρα της

Γιατί άραγε μας συγκλονίζουν τόσο αυτά τα περιστατικά; Επειδή είναι ακραίες εκφάνσεις βίας; Επειδή η «κοινή γνώμη» διψάει για δράμα και αίμα; Και γιατί όσο σοκάρεται με αυτά, όχι μόνο μένει εντυπωσιακά απαθής μπροστά στην καθημερινή βία αλλά αντιμετωπίζει με μια σχεδόν ηδονοβλεπτική έκπληξη τα παραπάνω γεγονότα; Στην καθημερινή βία που δεν σκοτώνει πάντα, δεν χτυπάει πάντα και δεν αφήνει πάντα σημάδια στο σώμα. Που όταν χτυπάει αλλά δεν σκοτώνει υποτιμάται, απαξιώνεται κι αμφισβητείται. Τα γυναικεία σώματα φαίνεται να αποκτούν δικαιώματα και σημασία μόνο όταν είναι πλέον αργά.

Η καθημερινή, συστηματική βία είναι κάτι που συνηθίζει κανείς, ειδικά όταν έχει γεννηθεί και μεγαλώσει μέσα στην κοινωνία που την γεννά: αν είσαι γυναίκα, είναι φυσιολογικό να σε κοιτάνε σαν να ‘σαι κομμάτι κρέας στον δρόμο, είναι κομπλιμέντο να σε λένε «γλυκιά μου», «κούκλα», «μουνάρα» και λοιπές εμετικές αηδίες. Άρα γιατί να είναι πρόβλημα το να σε χουφτώσουν λιγάκι; Γιατί να κάνεις έτσι αν σου κολλάει ο άλλος λιγάκι παραπάνω;

Και γιατί να σπαταλάς το χρόνο των άλλων με την ιστορία σου για το πως άπλωσε χέρι ο θείος ή το αφεντικό; Γιατί να φέρνεις την παρέα σε δύσκολη θέση με τα μηνύματα-απειλές του τύπου που απέρριψες; Αφού όλα αυτά είναι καθημερινότητα χρόνια, δεκαετίες, αιώνες τώρα, δεν είναι κάποια ανωμαλία, έτσι είναι ο κόσμος.

Μέχρι που, μια στις τόσες, βγαίνει στην επιφάνεια κάποιο περιστατικό σαν αυτό της Βραζιλίας και ίσως ακούς πιο καθαρά τις φωνές της γυναίκας απ’ την δίπλα πολυκατοικία που την δέρνει ο γκόμενος. Βλέπεις πιο καθαρά το άγχος και τον φόβο των γυναικών γύρω σου όταν πέφτουν πάνω τους ανεπιθύμητα βλέμματα, σχόλια και χέρια. Και βλέπεις πιο καθαρά κι εσένα κι εκείνο το περιστατικό τότε, πριν λίγα χρόνια, μήνες ή μέρες και νιώθεις πιο καθαρά την αηδία και την ανατριχίλα, συνειδητοποιείς -σαν να τρως χαστούκι- ότι κι εσύ έχεις παρενοχληθεί, απλά τότε όλα φαίνονταν να λένε πως είναι κάτι που συμβαίνει φυσιολογικά και πρέπει να μάθεις να ζεις με αυτό τέλος πάντων.

Μόνο που δεν υπάρχει τίποτε το φυσιολογικό σε μια οργανωμένη κοινωνία: είναι όπως την φτιάχνεις. Και δεν υπάρχουν μεμονωμένα περιστατικά. Η συνεχής υποτίμηση και απαξίωση των πιο «λάιτ» περιστατικών είναι η καθημερινή υπενθύμιση ότι οι γυναίκες βρισκόμαστε διαρκώς στο στόχαστρο, ότι η παρουσία μας στον δημόσιο και στον ιδιωτικό χώρο συνοδεύεται από υποχρέωση (παντός τύπου) απέναντι στους άντρες. Και είναι επίσης το εξαιρετικά πρόσφορο έδαφος όπου καλλιεργείται η ανοχή ολόκληρων κοινωνιών.

Το να αντιμετωπίζουμε τέτοια περιστατικά ως εντελώς αναπάντεχα είναι πολύ επικίνδυνο. Δίνει τη λάθος εντύπωση: ότι όλα βαίνουν καλώς με περιστασιακές εξαιρέσεις.

Αν η κοινή γνώμη γουστάρει αίμα ας δει σαπουνόπερες, δεν πρέπει να περιμένουμε την επόμενη Βραζιλία για να θυμηθούμε ότι η βία κατά των γυναικών είναι υπαρκτή. Καιρός να μάθουμε να θυμόμαστε και να επεμβαίνουμε γιατί ο κόσμος είναι πολύ μικρός κι η Βραζιλία είναι κοντά.

2016-06-01 13

Σεξισμοί, κιτρινισμοί και “ίσες αποστάσεις”

nate

ή πως μία καταγγελία ενδοοικογενειακής βίας γίνεται πάλι η αφορμή να ξεδιπλωθούν όλα τα σεξιστικά μας ένστικτα.

*trigger warning: περιέχονται αποσπάσματα κακοποιητικού λόγου*

 

Αγαπημένες συν-ΠΤΕ,

Σήμερα είδαμε στη Lifo (ηλεκτρονική και έντυπη έκδοση) αυτό το “άρθρο”. Αν θέλετε να κάνετε λίγο εμετούλη μέσα στο στόμα σας, μπορείτε να το διαβάσετε κι εσείς. Αν όχι, αφήστε το καλύτερα. Εμείς πάντως το διαβάσαμε και κάποια από εμάς τόλμησε να σχολιάσει το σεξισμό και μισογυνισμό του άρθρου και του ίδιου του αρθρογράφου. Λίγες ώρες μετά το σχόλιο είχε σβηστεί και η συν-πτε είχε μπλοκαριστεί από τη σελίδα της Lifo (μάλλον η “ελευθερία της έκφρασης” της σελίδας εξαντλείται στο να κρατάει ομοφοβικά, τρανσφοβικά, σεξιστικά και ρατσιστικά σχόλια. Όταν θίγονται οι φωτισμένοι αρθρογράφοι της ξεχνιέται…)

Το συγκεκριμένο άρθρο έρχεται να προστεθεί στους τόνους κειμένων αυτών των ημερών, που προσπαθούν να υπερασπιστούν τον Johhny Depp από τα “λαϊκά δικαστήρια” που τον έχουν καταδικάσει, θεωρώντας άδικο να τασσόμαστε υπέρ μιας γυναίκας που κακοποιείται και να επιλέγουμε να την πιστεύουμε σε μια κοινωνία που αρνείται πάντα να το κάνει.

Ο αρθρογράφος μας λέει, λίγο-πολύ, ότι τόσον καιρό τον ενοχλούσε η υπερεκτιμημένη φήμη του Johnny Depp, αλλά τώρα που είναι στη θέση του θύτη, θέλει να τον υπερασπιστεί, γιατί οι κακές ταινίες στο μυαλό του, είναι λόγος ενόχλησης, η ενδοοικογενειακή βία πάλι όχι. Και με ποιον τρόπο επιλέγει ο αρθρογράφος να υπερασπιστεί τον Johnny Depp; Σας παραθέτουμε κομμάτια του άρθρου:

”Άσε που έχω την αίσθηση ότι μέρος της κατακραυγής έχει να κάνει με το ότι είναι πλέον μεσήλικας (52), οπότε δεν του επιτρέπεται πια το rock ‘n’ roll lifestyle και οι παρελκόμενες ακρότητες και καφρίλες”

Δηλαδή αν ήταν μικρότερος και ”άγριο νιάτο” θα ήμασταν οκ, γιατί έτσι κάνουν οι σταρ; Ενώ τώρα που ”μεγάλωσε” βρήκαμε ευκαιρία οι ξενέρωτες να τον κατηγορήσουμε; Από πότε η ενδοοικογενειακή βία δικαιολογείται και η ανδρική επιθετικότητα φυσικοποιείται, ως αναπόφευκτο στοιχείο του “rock ‘n’ roll lifestyle”; Και από πότε ένα τόσο σοβαρό και συχνό θέμα βαφτίζεται ως “καφρίλα”;

Επίσης:

“Δεν μιλάμε για ακραίες περιπτώσεις, όπως αυτή του Μπιλ Κόσμπι, όπου το κατηγορητήριο είναι βαρύ, συντριπτικό και σε βάθος χρόνου, και θα τον στείλει στην αιωνιότητα με τη στάμπα του μανιακού, επιθετικού σεξομανή, σβήνοντας ολόκληρη τη συνεισφορά του στην κωμωδία.”

Εδώ ένας κατά συρροήν βιαστής βαφτίζεται “σεξομανής” . Γιατί στην πατριαρχία είναι ίδιο πράγμα το σεξ και ο βιασμός άλλωστε

Στην πλήρη απο-πολιτικοποίηση μιας αναγκαίας συζήτησης έρχεται να προστεθεί και μια δόση λάσπης στις γυναίκες – αποδέκτες αυτής της βίας:

“Ας πρόσεχε, δεν περνάνε τέτοιες συμπεριφορές πια, ασχέτως του αν είναι βέβαιο ότι κάποια από τα θύματά του δεν προέβησαν σε εξομολογήσεις και αποκαλύψεις μόνο για να βρουν επιτέλους το δίκιο τους αλλά και για να εξασφαλίσουν μια σημαντική οικονομική αποζημίωση”. Εδώ είναι το σημείο που απογειώνεται το άρθρο. Γιατί στην αρχή διαβάζοντάς το σκέφτεσαι, ότι ο αρθρογράφος μπορεί απλά να μην ξέρει τι λέει. Αλλά φτάνοντας εδώ καταλαβαίνουμε, ότι μια χαρά ξέρει. Απλά ο άνθρωπος είναι σεξιστής και μισογύνης. Γιατί πόσο σίχαμα παίζει να είναι ένας αρθρογράφος που μιλάει έτσι για θύματα βιασμού? Και χρηματικές αποζημιώσεις δικαιούνται τα θύματα και ο Cosby πρέπει να βρίσκεται στη φυλακή.

Μαθαίνουμε λοιπόν πως είναι κακό να πας κάποιον που σε κακοποίησε στα δικαστήρια, ζητώντας αποζημίωση. Είναι κακό να βρεις το θάρρος και να δημοσιοποιήσεις τη σωματική, σεξουαλική ή ψυχολογική βία που υφίστασαι, παροτρύνοντας ίσως και άλλα θύματα βίας να μιλήσουν γι’ αυτό το θέμα. Είναι κακό να ζητήσεις μία – έστω υλική – αποζημίωση για την βία που έχεις υποστεί, τόσο κακό και ύποπτο, που έχουμε μπροστά μας ένα βιαστή, αλλά η πρώτη μας σκέψη είναι να “εξισορροπήσουμε” τη συζήτηση λέγοντας “κι αυτή πήρε λεφτά”. (Παρόλ’ αυτά το θύμα υφίσταται καχυποψία και αμφιβολίες και αν *δεν* μιλήσει. Στην πατριαρχία ζούμε άλλωστε.)

Κάθε συζήτηση για την οικογενειακή βία με αφορμή αυτό το περιστατικό ακυρώνεται, όχι μόνο με την υποτίμηση της βίας ως κάτι που συμβαίνει συνέχεια στο Hollywood, αλλά και με την αμφισβήτηση των κινήτρων των θυμάτων που τολμάνε να μιλήσουν. Κι ενώ τα περισσότερα άρθρα και σχόλια αυτές τις μέρες κατηγορούν την Amber Heard ως χρυσοθήρα και bi μέγαιρα (για τις φυλλάδες η αμφιφυλοφιλία ισούται με έλλειψη αξιοπιστίας) και αθωώνουν τον Depp, το άρθρο τον υπερασπίζεται ενάντια σε κάποια φανταστική και άδικη κατακραυγή. Παίρνει δηλαδή την κλασική, “ουδέτερη” στάση που λέει “ας αφήσουμε τη δικαιοσύνη να αποφασίσει”, αγνοώντας επιλεκτικά το γεγονός πως τόσο η δικαιοσύνη, όσο και τα μίντια και η κοινή γνώμη, ουδέποτε έδειξαν εμπιστοσύνη και στήριξη στα θύματα βιασμού και ενδοοικογενειακής βίας που πήραν την απόφαση να δημοσιοποιήσουν τις ιστορίες τους.

Δεν υπάρχει ουδέτερη στάση όταν μιλάμε για υποθέσεις όπου η μία πλευρά ιστορικά και συστημικά θεωρείται αναξιόπιστη και αναγκάζεται συνεχώς να αποδεικνύει ότι δεν είναι ελέφαντας. Τέτοια (συνειδητά και με τόνο περηφάνιας) αντιδραστικά άρθρα δεν εξισορροπούν καμία τάση κατακραυγής του θύτη, διότι αυτή δεν υπάρχει. Η πλειοψηφία του κόσμου έχει ήδη αθωώσει τον Depp και τον κάθε Depp. Σε μια τέτοια κοινωνία ο μόνος τρόπος να αλλάξουμε τα πράγματα είναι να δείξουμε επιτέλους στις γυναίκες την εμπιστοσύνη που τους αξίζει, όταν μπαίνουν στην δύσκολη θέση να μιλήσουν για την κακοποίησή τους.

υ.γ.(1) Πήραμε την απόφαση να γράψουμε αυτό το κείμενο, παρακολουθώντας έξαλλες τις τελευταίες μέρες όλο αυτό τον κανιβαλισμό εναντίον μιας γυναίκας που κατήγγειλε ότι έπεσε θύμα ενδοοικογενειακής βίας. Αυτό το άρθρο ήταν το αποκορύφωμα μίας σειράς εμετικών ποστ.

υ.γ.(2) Εννοείται ότι θεωρούμε τη Lifo πολιτικά προβληματική σε πολλά σημεία. Αλλά επειδή είναι ένα free press που μεγάλο ποσοστό της lgbt κοινότητας το θεωρεί σύμμαχο, αρκετ@ είχαν περισσότερες προσδοκίες. Για να είμαστε ειλικρινείς τέτοιες απόψεις μας εξέπληξαν κι εμάς. Ναι οκ, περιμέναμε μια απολιτίκ μπουρδολογία “ίσων αποστάσεων”, αλλά όχι τέτοια απενοχοποίηση του θύτη Δε γίνεται να λες ότι υπερασπίζεσαι τα ανθρώπινα δικαιώματα και να έχεις τέτοια ακραία σεξιστικά άρθρα, στο βωμό της “ελευθερίας της έκφρασης”. Πόσο “σύμμαχοι” μας είναι τελικά τέτοια έντυπα? Η υποστήριξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τελειώνει για τη Lifo εκεί που τελειώνουν οι προσωπικές ευαισθησίες των μελών της. Η πρόφαση της αντιομοφοβικής προσέγγισης και η φιλελέ ανοιχτομυαλιά σταματάει εκεί που τα ρατσιστικά σχόλια παραμένουν ως “ελευθερία του λόγου” και η κριτική του σεξισμού θεωρείται μπανάλ και μπλοκάρεται (εδώ δεν ισχύει μάλλον η ελευθερία του λόγου).

 

Το παραπάνω άρθρο στάλθηκε στο inbox μας από τη σελίδα ΠΤΕ – Πόρνες του Ελέους reborn from the ashes, όπου και πρωτοδημοσιεύτηκε

 

Βραζιλία: ομαδικός βιασμός 16χρονης

brazil1

«Με νάρκωσαν και ήμουν πολύ μεθυσμένη. Ήταν πολλά άτομα με όπλα, πολλοί νέοι άνδρες που γελούσαν και μιλούσαν» ανέφερε η νεαρή και συνέχισε: «Δεν με τραυμάτισαν μόνο. Πλήγωσαν την ψυχή μου. Γιατί οι άνθρωποι με έκριναν, προσπάθησαν να ρίξουν το φταίξιμο σε μένα για κάτι που δεν ήταν δικό μου λάθος. Με “έκλεψαν”. Όχι με την έννοια των υλικών αγαθών…αλλά “σωματικά”».

Την περασμένη βδομάδα στο Ρίο ντε Τζανέιρο μια 16χρονη βιάστηκε από περισσότερους από 30 άντρες, οι οποίοι μάλιστα δεν δίστασαν να ανεβάσουν το βίντεο και φωτογραφίες από τον ομαδικό βιασμό στο twitter. Το βίντεο αυτό διαδόθηκε ευρέως και αναπαράχθηκε μέσα από κλικαρίσματα, «like» και σχόλια, συμπεριλαμβάνοντας πληθώρα σεξιστικών και μισογυνιστικών σχολίων για το θύμα.

Όλο αυτό ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στα κοινωνικά δίκτυα με το χάσταγκ #EstuproNuncaMais (ποτέ ξανά βιασμός), ενώ γυναικείες οργανώσεις διοργάνωσαν το σαββατοκύριακο σε όλη τη Βραζιλία μαζικές κινητοποιήσεις ενάντια στην κουλτούρα του βιασμού.

Υπό αυτή την πίεση η αστυνομία προχώρησε στις πρώτες συλλήψεις, ενώ φέρεται ότι έχουν αναγνωριστεί επιπλέον ύποπτοι από φωτογραφίες που οι ίδιοι πόσταραν για να καυχηθούν για το κατόρθωμά τους. Ενώ στην αρχή οι εικασίες ήταν πως η κοπέλα έπεσε θύμα των καρτέλ ναρκωτικών που λυμαίνονται τις φαβέλες, φαίνεται πως τελικά οι ύποπτοι αποτελούν αυτό που αποκαλούμε «καθημερινούς άντρες».

Η απάντησή μας στους βιαστές και σε κάθε σεξιστή και μισογύνη αποτυπώνεται στην παρακάτω φωτογραφία:

brazil

«Η Κλίντον ενσαρκώνει ένα νεοφιλελεύθερο είδος φεμινισμού που ωφελεί κυρίως τις προνομιούχες γυναίκες»

Martha-Rosler-Photo-Op

Martha Rosler ‘Photo Op’ από τη σειρά ‘Bringing the War Home: House Beautiful’, 2004

του Álvaro Guzmán Bastida

Η Nancy Fraser (Βαλτιμόρη, 1947) υπήρξε στην πρώτη γραμμή των φεμινιστικών αγώνων και της κριτικής θεωρίας από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Η κριτική αυτού που αποκαλεί «νεοφιλελεύθερο φεμινισμό» και οι θεωρίες της σχετικά με την αναγνώριση και την αναδιανομή ως προϋπόθεση για την κατανόηση των κοινωνικών ανισοτήτων έχουν ασκήσει τεράστια επίδραση. Τη συναντήσαμε στο γραφείο της στο τμήμα Φιλοσοφίας της Νέας Σχολής Κοινωνικών Ερευνών στο Μανχάταν, για να συζητήσουμε για την επικράτηση των πολιτικών ταυτότητας στην εποχή μας, τη σημασία του Μπέρνι Σάντερς, του Ντόναλντ Τραμπ και της Χίλαρι Κλίντον, και για ποιο λόγο ένιωσε υποχρεωμένη να εισαγάγει μια τρίτη έννοια – αυτή της «εκπροσώπησης» – στο τελευταίο της βιβλίο (Περιουσίες του φεμινισμού), προκειμένου να εξηγήσει τι είναι αυτό που ταλανίζει τη σύγχρονη κοινωνία, αλλά και πού θα πρέπει να επικεντρωθούν οι αγώνες για να το διορθώσουμε.

Πριν από δεκαπέντε χρόνια γράψατε για έναν όρο που δανειστήκατε από τον Χέγκελ, την «αναγνώριση», λέγοντας ότι ήταν η λέξη-κλειδί εκείνης της περιόδου που ετίθεντο τα ζητήματα της διαφοράς και της ταυτότητας. Πώς τον κατανοούσε ο Χέγκελ και γιατί είναι σημαντικός;

Στον Χέγκελ έχουμε ουσιαστικά δύο δρώντες που συναντιούνται ο ένας με τον άλλο και ο καθένας είναι υποκείμενο, αλλά για να είναι πλήρες υποκείμενο, πρέπει ο καθένας να αναγνωρίζεται από τον άλλο. Καθένας επιβεβαιώνει τον άλλο ως υποκείμενο καθαυτό, που είναι ταυτόχρονα ίσο και διαφορετικό από μένα. Αν και οι δύο άνθρωποι μπορούν να το επιβεβαιώνουν, τότε έχουμε μια αμοιβαία ισότιμη, συμμετρική διαδικασία αναγνώρισης. Αλλά, ως γνωστόν, στη διαλεκτική κυρίου και δούλου αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο με εξαιρετικά ασύμμετρους, άνισους όρους, τους όρους της κυριαρχίας ή υποταγής. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε μη αμοιβαία αναγνώριση.

Γιατί είναι τόσο στη μόδα από τις αρχές της δεκαετίας του 2000;

Έχει σχέση με αυτό που τότε αποκαλούσα μετα-σοσιαλιστική κατάσταση. Αυτή ήταν μια στιγμή στην ιστορία των μεταπολεμικών κοινωνιών, κατά την οποία η προβληματική της διανεμητικής δικαιοσύνης είχε χάσει την ηγεμονική της ικανότητα να οργανώνει τις συντριπτικά μεγαλύτερες πλειοψηφικές μερίδες των κοινωνικών αγώνων και συγκρούσεων. Μέχρι αυτό το σημείο, στη μεταπολεμική περίοδο, αυτό το αναδιανεμητικό παράδειγμα ήταν ηγεμονικό, και σχεδόν όλη η κοινωνική συζήτηση και διαμάχη είχε οργανωθεί με αυτούς τους όρους. Αυτό σήμαινε ότι πολλά ζητήματα ήταν δύσκολο να εισακουστούν. Πολλοί ισχυρισμοί μπήκαν στο περιθώριο επειδή δεν ταίριαζαν με τη διανεμητική γραμματική. Βασικά, αυτό που τώρα μπορούμε να δούμε εκ των υστέρων είναι ότι η άνοδος της πολιτικής της αναγνώρισης συμπίπτει με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός εκτοπίζει στην πράξη το σοσιαλδημοκρατικό φαντασιακό και επιτίθεται στην εξισωτική διανεμητική δικαιοσύνη, ώστε ολόκληρο το σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο, αν δεν καταρρέει πλήρως, τουλάχιστον ξεφτίζει, παραπαίει, χάνει την ικανότητά του να οργανώνει τον πολιτικό χώρο και συζήτηση, με αποτέλεσμα να δημιουργείται χώρος για διάφορες διεκδικήσεις και αγώνες αναγνώρισης.

Μας δίνετε μερικά παραδείγματα;

Μετά το 1989, μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού και ολόκληρου του σοβιετικού μπλοκ, τι έχουμε; Πολύ σύντομα, την άνοδο του θρησκευτικού ανταγωνισμού, του εθνικού ανταγωνισμού – τώρα πια βρισκόμαστε στο πεδίο της αναγνώρισης, παλιότερα αυτές οι διεκδικήσεις αποκλείονταν. Υπήρξε λοιπόν μια κομμουνιστική εκδοχή της διανεμητικής συζήτησης, η οποία έχει πλέον καταστραφεί. Στη Δύση είναι η απώλεια της σοσιαλδημοκρατικής ηγεμονίας, κάτι που δεν σχετίζεται μόνο με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και με αυτό που συνέβη στα νέα κοινωνικά κινήματα που είχαν ξεπηδήσει τη δεκαετία του 1960. Η Νέα Αριστερά είχε μια ριζοσπαστική, θα μπορούσε μάλιστα να πει κάποιος και αντικαπιταλιστική ηθική, γι’ αυτό επικεντρώθηκε και στην αναδιανομή και την αναγνώριση, θα έλεγα με πολύ ριζοσπαστικούς τρόπους. Αλλά καθώς περνούσαν οι δεκαετίες και το είδος του ριζοσπαστικού αντικαπιταλιστικού πνεύματος της Νέας Αριστεράς άρχισε να ξεθωριάζει, αυτό που έμεινε, τα διάδοχα κινήματα – ένα νέο είδος φεμινισμού, ένα νέο είδος αντιρατσισμού, η πολιτική της σεξουαλικότητας των ΛΟΑΤ κινημάτων – έτειναν  να αγνοούν την οπτική της πολιτικής οικονομίας και να επικεντρώνονται σε ζητήματα τα οποία θα ανέλυα με όρους στάτους ή αναγνώρισης.

Συνδέετε αυτά τα ζητήματα με τις πολιτικές ταυτότητας. Σε ποιο βαθμό είναι υποτιμητικός ο όρος;

Μέρος αυτού που επιχείρησα να κάνω μέσω της ανάλυσής μου ήταν να διαχωρίσω μια πολύ εύκολη ταύτιση μεταξύ πολιτικών ταυτότητας και πολιτικών αναγνώρισης. Έχω προσπαθήσει να πω ότι οι πολιτικές αναγνώρισης αποτελούν μια απολύτως θεμιτή διάσταση της δικαιοσύνης και ότι οι διεκδικήσεις για την υπέρβαση αυτών των αδικιών είναι σημαντικές. Δεν μπορούν απλώς να αναχθούν σε διεκδικήσεις αναδιανομής όπως θα ήθελε ο χυδαίος μαρξισμός. Ήθελα να υπερασπιστώ τη σημασία, τη νομιμότητα, τη σχετική αυτονομία των διεκδικήσεων αναγνώρισης. Όμως, θέλω να δηλώσω ότι υπάρχουν περισσότεροι από ένας τρόποι για να τις κατανοήσουμε – δεν χρειάζεται να είναι μέσω των πολιτικών ταυτότητας. Στην πραγματικότητα, συχνά οι διεκδικήσεις αναγνώρισης παίρνουν τη μορφή των πολιτικών ταυτότητας. Αυτό είναι ατυχές, κατά την άποψή μου. Δημιουργεί ένα σωρό προβλήματα  και συνήθως είναι καλύτερα να αναζητούμε μια μη-ταυτοτική κατανόηση του τι σημαίνει να αγωνιζόμαστε για αναγνώριση.

Τι θα έπρεπε να σημαίνει;

Αυτό για το οποίο θα έπρεπε να αγωνίζεται ένα κίνημα όπως ο φεμινισμός, δεν είναι η ιδέα ότι υπάρχει κάποια ξεχωριστή ταυτότητα ή ηθική της θηλυκότητας που χρειάζεται θετική αναγνώριση, έτσι ώστε να είναι ίση με την αρρενωπότητα. Όχι, θα έλεγα ότι οι πολιτικές αναγνώρισης σε ένα φεμινιστικό κίνημα θα έπρεπε να είναι ένας αγώνας ενάντια στις μορφές άνισου στάτους που συνδέονται με όρους φύλου. Και αυτό αφήνει αρκετά ανοικτό το εάν θα πρέπει να επανεκτιμηθεί «το θηλυκό» ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Γι’ αυτό προσπαθώ να διαχωρίσω τις πολιτικές αναγνώρισης από τις πολιτικές ταυτότητας.

Κοιτάζοντας πίσω, έχω την αίσθηση ότι – διορθώστε με αν πρόκειται για λανθασμένη ανάλυση – έχει υπάρξει μεγάλη πρόοδος σε θέματα αναγνώρισης στις ΗΠΑ, ισότητας στο γάμο και ούτω καθεξής, ακόμη και σε θέματα ορατότητας, για παράδειγμα έχοντας έναν μαύρο πρόεδρο. Υπήρξε πάρα πολύ αναγνώριση και πολύ λίγη έμφαση στην αναδιανομή; Ζούμε σε πολύ άνισες εποχές και αυτό δεν φαίνεται να βελτιώνεται.

Δεν είναι ζήτημα πάρα πολύ ή πολύ λίγο, αλλά το γεγονός ότι δεν έχει υπάρξει ισορροπία. Υπήρξε μια ανισορροπία και μια μονομέρεια. Για παράδειγμα, το gay κίνημα, το ΛΟΑΤ κίνημα, επικεντρώνεται στην ισότητα στο γάμο και την πρόσβαση στη στρατιωτική θητεία. Τώρα, αυτά δεν θα αποτελούσαν την πρώτη μου επιλογή για να αγωνιστώ. Ωστόσο, και τα δύο, κατά έναν ενδιαφέροντα τρόπο, έχουν ένα διανεμητικό στοιχείο. Ο στρατός είναι μία από τις λίγες οδούς για πληρωμένη πανεπιστημιακή εκπαίδευση στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, οπότε υπάρχουν οικονομικά οφέλη σε αυτό. Και το δικαίωμα στο γάμο εμπεριέχει τόσο οικονομικά και κοινωνικά, όσο και συμβολικά οφέλη, όπως αυτό της αναγνώρισης.

Ποιες εναλλακτικές οδούς θα προτιμούσατε;

Λοιπόν, εγώ θα προτιμούσα έναν αγώνα ώστε κάποιες βασικές κοινωνικές παροχές να γίνουν απλώς τα κοινωνικά δικαιώματα όλων των ατόμων, ανεξάρτητα από την οικογενειακή τους κατάσταση, θα προτιμούσα μια κοινωνία που δεν δίνει έμφαση στο ποιος είναι παντρεμένος και ποιος δεν είναι. Αντί να λέμε, «θέλουμε κι εμείς να παντρευτούμε!» γιατί να μην πούμε «θέλω να έχω παροχές υγείας, φορολογικές και όλες τις απαραίτητες παροχές απλώς επειδή είμαι άτομο, πολίτης, κάτοικος που ζει στη χώρα»;

Επειδή θέματα όπως ο γάμος έχουν αναδιανεμητική διάσταση, αλλά δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο στάτους. Αυτός είναι ο λόγος;

Ναι, και η ιστορία με την ισότητα στο γάμο εισάγει τις δικές της επαχθείς συγκρίσεις στάτους, ανάμεσα σε εκείνους που είναι παντρεμένοι και σε εκείνους που δεν είναι και ούτω καθεξής. Δεν χρειάζεται να το ενισχύσουμε αυτό.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 γράφατε σχετικά με το πρόβλημα της «μετατόπισης», διαδικασία κατά την οποία «ζητήματα αναγνώρισης χρησιμοποιούνταν ώστε να περιθωριοποιηθούν και να αποκλειστούν  οι αναδιανεμητικές διεκδικήσεις». Πάλι, έχουν περάσει σχεδόν δύο δεκαετίες από τότε– Ποιος είναι ο απολογισμός σας γι’ αυτή την περίοδο;

Το τοπίο των κοινωνικών συγκρούσεων και διεκδικήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες, τουλάχιστον, είναι πολύ διαφορετικό από όταν έγραφα. Η πιο δραματική απεικόνιση είναι η τρέχουσα προκριματική αναμέτρηση για τις προεδρικές εκλογές, όπου από τη μία πλευρά έχουμε τον Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι ένας «δημοκρατικός  σοσιαλιστής» και ουσιαστικά προτάσσει μια ισχυρή ταξική γραμμή, επικεντρωμένη κυρίως στην αναδιανομή. Υποστηρίζει, παράλληλα τους αξιόλογους προοδευτικούς αγώνες αναγνώρισης, αλλά το πραγματικό κέντρο βάρους είναι το ζήτημα της τάξης των δισεκατομμυριούχων, το ένα τοις εκατό και ούτω καθεξής.

Σας προκαλεί έκπληξη που μπόρεσε να προχωρήσει τόσο πολύ στον προκριματικό κύκλο, δίνοντας έμφαση στο ταξική διάσταση;

Ναι! Είναι απίστευτα αναπάντεχο. Είμαι πολύ χαρούμενη γι ‘αυτό, ποτέ δεν θα το είχα προβλέψει και μου δείχνει, πρώτα απ’ όλα, πόσο έχουμε προχωρήσει από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Το γεγονός ότι μπορείς να χρησιμοποιήσεις τον όρο σοσιαλισμός χωρίς να κουβαλάει αυτό το φορτίο ή να εμπνέει το ίδιο είδος «κόκκινου πανικού» και τρέλας, είναι ενδιαφέρον. Από την άλλη, στην πλευρά του Ντόναλντ Τραμπ, εκεί υπάρχει σίγουρα ένα συγκεκριμένο είδος δεξιού αυταρχικού εθνικιστικού λαϊκισμού, ο οποίος κατά κάποιον τρόπο αναφέρεται στην ταξική προβληματική, αλλά τη  χρωματίζει με έναν ελιτίστικο, σχεδόν ρατσιστικό και σίγουρα εθνικιστικό τρόπο. Έτσι αυτές οι δύο φιγούρες, ενώ διαφέρουν πολύ έντονα όσον αφορά τις πολιτικές αναγνώρισης –καθώς επίσης και στις προγραμματικές τους θέσεις– από την άλλη, και οι δύο εκφράζουν αυτή τη νέα δυναμική που έχει αποκτήσει  το ζήτημα της διανομής. Αυτό είναι κάτι καινούριο, όταν έγραφα στα μέσα της δεκαετίας του 1990 γι ‘αυτό, το θέμα της διανομής ήταν στο περιθώριο και τα πάντα ήταν η αναγνώριση, η αναγνώριση, η αναγνώριση. Δεν ισχύει αυτό πια. Η αναγνώριση δεν εξαφανίζεται και δεν πρέπει να εξαφανιστεί, αλλά νομίζω ότι αναγνώριση και διανομή βρίσκονται πλέον σε μια διαφορετική ισορροπία.

Μιας και αναφέρατε τις εκλογές –Τι γνώμη έχετε για την άλλη υποψήφια στη δημοκρατική πλευρά, την Χίλαρι Κλίντον; Πολλές δευτεροκυματικές φεμινίστριες, όπως η Γκλόρια Στέινεμ, διατείνονται ότι οι γυναίκες θα πρέπει να την υποστηρίξουν γιατί και η ίδια είναι γυναίκα και είναι η φεμινίστρια υποψήφια. Είναι πράγματι;

Μάλλον θα διαφωνήσω. Αλλά συμβαίνει κάτι πολύ ενδιαφέρον. Η Κλίντον είναι γνωστή ως φεμινίστρια εδώ και δεκαετίες, ξεκίνησε την καριέρα της υπερασπιζόμενη παιδιά και γυναίκες, είναι διάσημη για την ομιλία της στα Ηνωμένα Έθνη για το ότι τα γυναικεία δικαιώματα είναι ανθρώπινα δικαιώματα, είναι με συνεπή τρόπο υπέρ της άμβλωσης και ούτω καθεξής. Έτσι, αν όλα αυτά ταιριάζουν με τις διεκδικήσεις αναγνώρισης, αυτή είναι εκεί, και μάλιστα με έναν πιο σαφή και εμφανή τρόπο από ότι ο Σάντερς. Αλλά, από την άλλη πλευρά, τι είδους φεμινισμός είναι αυτός; Η Κλίντον ενσωματώνει ένα συγκεκριμένο είδος νεοφιλελεύθερου φεμινισμού που εστιάζει στο σπάσιμο της γυάλινης οροφής με έξυπνο και ευέλικτο τρόπο, σύμφωνα και με την ιδέα του “lean in” της Σέρυλ Σάντμπεργκ. Αυτή η λογική εστιάζει στην άρση των εμποδίων που αποτρέπουν τις μάλλον προνομιούχες, υψηλού μορφωτικού επιπέδου γυναίκες, με ήδη υψηλό ποσοστό πολιτιστικού και άλλων μορφών κεφαλαίου, να ανέλθουν στις ιεραρχίες της κυβέρνησης και των επιχειρήσεων.

Αυτός είναι ένας φεμινισμός, του οποίου οι κύριες δικαιούχοι είναι μάλλον προνομιούχες γυναίκες, των οποίων η ικανότητα να ανέλθουν βασίζεται κατά μία έννοια στην τεράστια δεξαμενή πολύ χαμηλά αμειβόμενης και επισφαλούς εργασίας φροντίδας, εργασία η οποία είναι συχνά φυλετικοποιημένη και κατά κύριο λόγο γυναικεία.

Και την ίδια στιγμή η Χίλαρι Κλίντον, όπως και ο σύζυγός της, εμπλέκεται με την Wall Street, με την οικονομική απορρύθμιση, και με όλη αυτή την νεοφιλελευθεριοποίηση της οικονομίας. Έτσι, το είδος του φεμινισμού που αντιπροσωπεύει ο Σάντερς έχει καλύτερη πιθανότητα να είναι ο φεμινισμός για όλες τις γυναίκες, για τις φτωχές γυναίκες, για τις μαύρες γυναίκες, για τις γυναίκες της εργατικής τάξης και ούτω καθεξής, και να είναι πιο κοντά στο δικό μου είδος φεμινισμού.

Παρουσιάζεται έναν τρίτο όρο στο βιβλίο σας, όπου δεν μιλάτε μόνο για την αναγνώριση και την αναδιανομή, αλλά προσφέρετε και την εκπροσώπηση. Γιατί αισθάνεστε την ανάγκη να το κάνετε αυτό;

Επειδή θεματοποιεί την ιδέα με σαφή τρόπο ότι εκτός από τα ζητήματα της οικονομικής διανομής από τη μία πλευρά και τα ζητήματα στάτους και αναγνώρισης, από την άλλη, υπάρχουν ένα σωρό άλλα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ίδια την πολιτική ως μια θεμελιώδη διάσταση της κοινωνίας. Και πιστεύω ότι στην εποχή μας, το όλο ζήτημα του ποιος έχει πολιτική ισχύ, σε έναν κόσμο προσφύγων, αιτούντων άσυλο, ανθρώπων χωρίς χαρτιά, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Δεν αφορά ειδικά στην αναγνώριση ή την αναδιανομή, παρόλο που διασταυρώνεται σίγουρα με αυτές τις θεματικές. Αφορά και τη δυνατότητα να έχει κανείς πολιτική φωνή.

Σε ποιο βαθμό αυτά τα ζητήμα υπερβαίνουν τα σύνορα;

Όταν σκέφτομαι την πολιτική φωνή και ποιος την έχει και ποιος δεν την έχει, νομίζω ότι κάποιος πρέπει να σκεφτεί όχι μόνο την περιορισμένη πολιτική κοινότητα ενός συγκεκριμένου έθνους-κράτους, όπως οι ΗΠΑ ή οποιοδήποτε άλλο, αλλά και σε ευρύτερο διεθνές, διακρατικό, παγκόσμιο πλαίσιο. Υπάρχει επίσης το ζήτημα ενός κόσμου στον οποίο τα κράτη έχουν πολύ άνιση εξουσία. Έτσι, ας υποθέσουμε ότι είστε πολίτης, ας πούμε, της Σομαλίας, και έχετε, αν όχι ένα αποτυχημένο κράτος, ένα πολύ αδύναμο κράτος, υπό τον σχεδόν πλήρη έλεγχο μεγάλων παγκόσμιων δυνάμεων ή παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως το ΔΝΤ και ούτω καθεξής – υπάρχουν μεγάλα ζητήματα σχετικά με την πολιτική φωνή που έχουν να κάνουν με αυτό το ευρύτερο επίπεδο· όχι μόνο εντός ενός  κράτος, αλλά στο παγκόσμιο σύστημα ως τέτοιο. Και νομίζω ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε αυτά τα ζητήματα είναι μέσα από την έννοια της εκπροσώπησης. Έτσι, η ιδέα τώρα θα ήταν να σκεφτούμε για τρεις διαστάσεις της δικαιοσύνης – τρεις διαφορετικές μορφές αδικίας, αν θέλετε, την άνιση διανομή, την μη-αναγνώριση και τη στρεβλή ή μη-εκπροσώπηση, ή αλλιώς, τη λανθασμένη πλαισίωση των ζητημάτων της πολιτικής.

Οπότε πως το θα εξηγούσατε αυτό με όρους κοινωνικών κινημάτων ή πολιτικής; Σκέφτομαι την Ευρώπη, για παράδειγμα – Υπάρχει μια συζήτηση σχετικά με το πώς αρθρώνονται οι πολιτικές υποκειμενικότητες, για το αν αυτό μπορεί να συμβεί χωρίς οι πολιτικές ταυτότητας να μπουν σε αναμονή ούτε και να πάρουν τον έλεγχο. Επειδή εισάγετε την έννοια της αναπαράστασης ή της διεθνικότητας, μπορεί κανείς να χτίσει μια συλλογική δύναμη σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο χωρίς να δώσει έμφαση στην ταυτότητα, αλλά δίνοντας έμφαση, για παράδειγμα, στην εκπροσώπηση; Πώς προτείνετε ότι θα μπορούσε να συμβεί;

Λοιπόν νομίζω, για παράδειγμα, ότι η όλη δομή και το πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι εν μέρει ζήτημα εκπροσώπησης. Απλώς και μόνο δυνάμει του γεγονότος ότι τώρα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, στο πλαίσιο της λεγόμενης Τρόικας, έχουν τεράστια εξουσία, τόσο μεγάλη, που είναι σε θέση, μέσω της επιβολής της λιτότητας και ούτω καθεξής, να ακυρώνουν τις εκλογές. Μπορούν να πουν στους Έλληνες, «Δεν με νοιάζει ποιον ψηφίσατε! Δεν μπορείτε να εφαρμόσετε αυτές τις πολιτικές!». Άρα, τα βασικά ζητήματα σχετικά με το που βρίσκεται η πολιτική εξουσία και η πολιτική φωνή, εντοπίζονται στη δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη σχέση της με την παγκόσμια οικονομική τάξη. Αυτά τα θέματα είναι πάνω και πέρα από τα προβλήματα ή ας πούμε ότι εναλλάσσονται με τα προβλήματα της αναγνώρισης και της διανομής. Επειδή υπάρχουν θέματα που έχουν να κάνουν με την αναγνώριση στην Ευρώπη, όταν οι πλουσιότερες χώρες του Βορρά κοιτάνε περιφρονητικά τα PIGS – τις χώρες του Νότου, επειδή τάχα είναι τεμπέληδες και φοροδιαφεύγουν, κ.λπ. Πρόκειται για μια παλιά γνωστή ιστορία αναγνώρισης. Αλλά το σημείο που την καθιστά πραγματικά θανάσιμη είναι το σημείο όπου διασταυρώνεται με το δομικό πρόβλημα της ΕΕ, έτσι ώστε – και φυσικά αυτό έχει να κάνει με τη δημιουργία του ίδιου του Ευρώ – βλέπουμε ότι μπορούν να επιβάλλονται μέτρα λιτότητας ενάντια στη δημοκρατική έκφραση.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο CTXT

Μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

 

Διαβάστε ακόμα

Ο φεμινισμός που το να είσαι “έξυπνη και ευέλικτη” σημαίνει να πατάς πάνω στις άλλες

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

 

«Αγαπητοί επιβάτες…»

λεωφορεια

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί σύντομη ενημερωτική ανακοίνωση των αγωνιζόμενων καθαριστριών της ΟΣΥ που αναρτάται στις στάσεις των λεωφορείων και σε λεωφορεία Αθήνας με τη μορφή μικρών αφισών. Σ’ αυτήν οι καθαρίστριες εξηγούν γιατί δεν έχουν καθαριστεί τα λεωφορεία από τις 6 Μάη και ζητούν τη συμπαράσταση του κοινού

Οι καθαρίστριες των λεωφορείων της Ο.ΣΥ. βρισκόμαστε σε απεργία από τις 6 Μαίου

Αγαπητοί επιβάτες

Τα λεωφορεία της Ο.ΣΥ. έχουν να καθαριστούν από την Παρασκευή 6/5 – κανονικά καθαρίζονται κάθε βράδυ.

Ο λόγος είναι ότι οι καθαρίστριες των λεωφορείων της Ο.ΣΥ. βρισκόμαστε σε απεργία.

Η εταιρία Λινκ Απ που έχει αναλάβει το έργο του καθαρισμού των λεωφορείων της Ο.ΣΥ. και η οποία μας εργοδοτεί μας έχει απλήρωτες εδώ και μήνες. Συγκεκριμένα μας χρωστάει μισθούς 2-4 μηνών (ανάλογα με το αμαξοστάσιο).

Και αυτό συμβαίνει παρόλο που η Λινκ Απ πληρώνεται κανονικά από την Ο.ΣΥ. και παίρνει περίπου 140.000 ευρώ κάθε μήνα.

Στη συντριπτική πλειοψηφία των καθαριστριών η Λινκ Απ δίνει μισθό 450 ευρώ για 6ωρη, νυχτερινή, βαριά και ανθυγιεινή εργασία – ο μισθός που θα έπρεπε να μας δίνει σύμφωνα με το νόμο είναι τουλάχιστον 680 ευρώ. Επιπλέον η Λινκ Απ μας χρωστάει δώρα, επιδόματα, κ.α.

Σε όλα σχεδόν τα αμαξοστάσια μας αναγκάζουν να καθαρίζουμε κάθε βράδυ πολλά περισσότερα λεωφορεία απ’ ότι είναι νόμιμο. Στο αμαξοστάσιο της Ανθούσας για παράδειγμα πολλά βράδια μας αναγκάζουν να καθαρίζουμε 25 λεωφορεία η κάθε μία αντί για 13. Έτσι ούτε τα λεωφορεία καθαρίζονται σωστά και εμείς εξοντωνόμαστε.

Η Λινκ Απ δεν μας δίνει ατομικά μέσα προστασίας (γάντια, μάσκες, ρούχα και παπούτσια εργασίας). Δεν μας δίνει καν σακούλες για τα σκουπίδια. Σε πολλά αμαξοστάσια δίνει 1 μαύρη σακούλα κάθε 6μήνες και μας λέει να την πλένουμε κάθε βράδυ και να την ξαναχρησιμοποιούμε!

Από την αρχή του αγώνας μας αντιμετωπίζουμε απειλές ότι θα απολυθούμε κ.α.

Η Ο.ΣΥ. παρότι γνωρίζει πολύ καλά τι συμβαίνει (πήγαμε στη διοίκηση και κάναμε ενημέρωση και διαμαρτυρία) και παρότι μπορεί και οφείλει να παρέμβει αδιαφορεί πλήρως.

Ζητάμε τη συμπαράσταση όλων των επιβατών.

Διαδώστε τον αγώνα μας.

 

Σωματείο Εργαζομένων σε Καθαρισμούς

Το υπό σύσταση σωματείο των αγωνιζόμενων καθαριστριών των λεωφορείων

 

Πηγή: ξεκίνημα

Fearless Collective: H τέχνη κατά της έμφυλης βίας στην Ινδία και στο Πακιστάν

fearless

της Γεωργίας Μανώλη

Οι Fearless, δηλαδή οι Άφοβες, είναι μια κολεκτίβα από καλλιτέχνιδες του δρόμου, κινηματογραφίστριες, φωτογράφους και ακτιβίστριες που θεωρούν ότι η τέχνη τους μπορεί να είναι το μέσο για την κοινωνική αλλαγή. Επικεντρώνονται σε θέματα όπως η ισότητα των φύλων, η σεξουαλικότητα και η καταπολέμηση της έμφυλης βίας. Ιδρύτρια αυτής της κολεκτίβας ήταν η Iνδή καλλιτέχνιδα Shilo Shiv Suleman, η οποία μετά τον ομαδικό βιασμό και τη δολοφονία της Jyoti Singh στο Νέο Δελχί, αποφάσισε να ξεκινήσει μια καμπάνια κατά της έμφυλης βίας και του φόβου που βίωναν οι γυναίκες εκείνη την περίοδο. «Χρειαζόμασταν περισσότερες γυναίκες στο δρόμο, να διεκδικήσουν και πάλι το δικαίωμα τους στο δημόσιο χώρο και την ισότητα» (Fearless Collective). Καθώς η Ινδία απαγορεύει γενικά την δημοσιοποίηση ονόματος θύματος, μέχρι και σήμερα μάλιστα, τα ινδικά ΜΜΕ αποκαλούσαν το θύμα «Nirbhaya» που σημαίνει αυτό ακριβώς, «άφοβη». Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε με κάλεσμα στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης για αφίσες κατά αυτού του φόβου και η απήχηση ήταν τεράστια. Η καμπάνια αυτή συνεχίστηκε και εκτός διαδικτύου σε διαδηλώσεις κατά της έμφυλης βίας στην Καλκούτα και σε καλλιτεχνικές εκθέσεις στην Σιγκαπούρη και στην Αχμενταμπάντ.

Το πιο πρόσφατο εγχείρημα της κολεκτίβας είναι οι τοιχογραφίες στις γειτονιές των πακιστανικών πόλεων. Συγκεκριμένα η Suleman επισκέφτηκε τη Λαχώρη, το Καράτσι και το Ραβαλπίντι μετά από πρόσκληση της Πακιστανής ακτιβίστριας για τα σεξουαλικά δικαιώματα Nida Mushtaq. Εκεί εκπαίδευσε καλλιτέχνες της πακιστανικής Fearless Collective και μαζί με άλλες γυναίκες, για πρώτη φορά στο Πακιστάν, ζωγράφισαν και μεταμόρφωσαν με πολύχρωμα σχέδια και μηνύματα τοίχους σε δημόσιους χώρους. Στη Λαχώρη συνεργάστηκαν με φοιτήτριες της Σχολής Καλών Τεχνών ενώ στο Ραβαλπίντι οι Fearless Collective συναντήθηκαν με την τρανς κοινότητα και μαζί ζωγράφισαν την τρανς ακτιβίστρια Bubbli Malik  πάνω σ’ ένα ποδήλατο σ’ ένα τεράστιο τοίχο όπου αναγράφεται στα Ουρντού η επιγραφή «Είμαι δημιούργημα του Θεού». Τέλος, στο Καράτσι σε μια γειτονιά που μαστίζεται από τη βία των συμμοριών, παρά τις προτροπές των ντόπιων να μην προχωρήσουν το επικίνδυνο σχέδιο τους, η Suleman και οι Fearless Collective δημιούργησαν μια τοιχογραφία που απεικονίζει δυο κορίτσια κυριολεκτικά μέσα στα χαλάσματα. Το εγχείρημα αυτό έλαβε μέρος κατά το τέλος του 2015 αλλά έγινε viral στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης το 2016 και συζητιέται ακόμη. Στόχος άλλωστε και των Fearless Collective και της Mushtaq είναι πρωτίστως η ανάκτηση του δικαιώματος της γυναίκας στο δημόσιο χώρο και στο αστικό τοπίο. «Η δουλειά μας ως καλλιτέχνιδες και ακτιβίστριες είναι να μεταλλάξουμε αυτούς τους χώρους, να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες τους στο έπακρο ενώ ταυτόχρονα μοιραζόμαστε ιστορίες με τις οποίες σχετιζόμαστε και οι οποίες στο τέλος της ημέρας είναι όμορφες» (USIP). Το σημαντικότερο που έχουν όμως καταφέρει οι Fearless Collective είναι να δουλέψουν μέσα στην κοινότητα τόσο με άνδρες όσο και με γυναίκες και να πατάξουν κυριολεκτικά το φόβο που προκαλεί η έμφυλη βία. Σίγουρα οι Fearless Collective έχουν συναντήσει πολλά προβλήματα κατά τις προσπάθειες τους αυτές και κυρίως οικονομικά (αναπόφευκτα υπάρχουν και οι επιχορηγήσεις από αμερικάνικες ΜΚΟ όπως παραδέχεται και η ίδια η Suleman) ωστόσο δεν πτοούνται και συνεχίζουν τις προσπάθειες τους για την καταπολέμηση των στερεοτύπων της έμφυλης βίας μέσα από την τέχνη του δρόμου.

This slideshow requires JavaScript.

 

Διαβάστε ακόμα

Με αφορμή τον ομαδικό βιασμό μιας φοιτήτριας στην Ινδία

Sarojini Sahoo: «Ο βιασμός είναι ένα όπλο που παραμορφώνει τη γυναικεία σεξουαλικότητα»

Ποτέ μου δεν έχω νιώσει τόσο μόνη

.

Ο αγώνας των καθαριστριών: Όταν η καθαριότητα «βγαίνει στην πόλη»

kathistiki-diamarturia-katharistries-ypoik-638x330

της Δήμητρας Σπανού

Κοντεύει σχεδόν ένας χρόνος από την επίσημη λήξη του αγώνα των καθαριστριών του Υπουργείου Οικονομικών. Πρόκειται για έναν αγώνα που απέκτησε μεγάλη προβολή και συζητήθηκε πολύ στο δημόσιο λόγο, τόσο από το συμμαχικό όσο και από το αντίπαλο στρατόπεδο, γιατί άγγιζε μια σειρά από ζητήματα που απασχολούσαν ανέκαθεν την ελληνική κοινωνία, με χαρακτηριστικότερο εκείνο της μονιμότητας στο δημόσιο. Ταυτόχρονα, αποτέλεσε έναν από εκείνους τους αγώνες που χαρακτήρισαν μια περίοδο κινηματικών αντιστάσεων ενάντια στην εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών, που συνδέεται και με την άνοδο του συριζα στην εξουσία. Το ιδιαίτερο του αγώνα των καθαριστριών ήταν ότι μοιάζει να προέκυψε από το πουθενά. Μερικές γυναίκες από το πιο αόρατο κομμάτι των εργαζομένων και χωρίς προηγούμενη σημαντική συνδικαλιστική εμπειρία διεξήγαγαν έναν εργατικό αγώνα με πρωτόγνωρο πείσμα και αποφασιστικότητα για δύο χρόνια. Αυτές οι ιδιότητές τους, το ότι ήταν γυναίκες, μεγάλες σε ηλικία, καθαρίστριες, συγκέντρωσε μεγάλο θαυμασμό από μεγάλη μερίδα του κινήματος, όπως και τα βέλη των αντιπάλων βέβαια, που απ’ ότι φαίνεται είδαν έναν σε μια χούφτα γυναικών έναν εύκολο στόχο.

Στο συμπυκνωμένο πολιτικό χρόνο της μνημονιακής πραγματικότητας, φαντάζει δυστυχώς δύσκολο να βρεθεί εκείνη η στιγμή που θα μπορούμε να σταθούμε και να πάρουμε μια ανάσα για να αναστοχαστούμε πάνω σε αυτά που έχουν γίνει. Έτσι και στον αγώνα των καθαριστριών, πολλά πράγματα έμειναν να περιμένουν κάποια κατάλληλη στιγμή στο ασαφές μέλλον για να τεθούν. Μια από τις λιγότερο συζητημένες, αλλά μεγάλης σημασίας κατά τη γνώμη μου πτυχές του είναι το ότι έβγαλε από την αφάνεια μια κατά κανόνα αόρατη εργασία, την καθαριότητα, και την τοποθέτησε στο επίκεντρο, όχι μόνο της συζήτησης, αλλά και της ίδιας της πόλης. Η διαρκής παρουσία στο δημόσιο χώρο έφερε στο προσκήνιο το υποκείμενο αυτής της εργασίας, το οποίο έχει φύλο, τάξη, ηλικία, καθώς και ανάγκες, επιθυμίες και προσδοκίες. Εν ολίγοις, η κατάληψη του πεζοδρομίου μπροστά στην πόρτα του Υπουργείου αποκάλυψε μια αρχετυπική γυναικεία εργασία που ακόμα και στις μέρες μας παραμένει αγνοημένη, αόρατη και υποτιμημένη.

Με βάση αυτή την αρκετά γενική παρατήρηση σαν αφετηρία συνομίλησα με κάποιες από τις ίδιες τις πρωταγωνίστριες[1]. Παρότι δεν θεωρώ ότι αυτές οι συζητήσεις έχουν ολοκληρωθεί, θεώρησα σκόπιμο να καταθέσω αυτούς τους προβληματισμούς, όπως σχηματοποιούνται μέσα από τις αφηγήσεις των ίδιων των πρωταγωνιστριών που έστησαν και έφεραν εις πέρας αυτό τον αγώνα. Σε μια συγκυρία που οι έμφυλες επιπτώσεις της κρίσης είναι ορατές –στους δείκτες ανεργίας, στη βία, στο σεξιστικό λόγο- οι γυναίκες δεν το βάζουν κάτω. Βγαίνουν δυναμικά στο προσκήνιο, πολιτικοποιούνται, ριζοσπαστικοποιούνται και διεκδικούν χώρο. Εκεί που θεωρούνταν λιγότερο ενεργές πολιτικά, αρχίζουν πια να αποκτούν ορατότητα στη δημόσια σφαίρα και να οικειοποιούνται το χώρο της πόλης, αναπτύσσοντας πρωτοβουλίες διεκδίκησης και αναλαμβάνοντας δράση για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους. Ίσως ο αγώνας των 595 Καθαριστριών του Υπουργείου Οικονομικών να είναι το χαρακτηριστικότερο ανάμεσα στα πολλά παραδείγματα ενεργούς δράσης των γυναικών. Όλο αυτό δεν έγινε όμως αναίμακτα. Για τις γυναίκες που συμμετείχαν η παραμονή στο δημόσιο χώρο για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα σήμαινε την ανάγκη υπέρβασης ή έστω διαχείρισης μιας σειράς από δυσκολίες και προβλήματα, από τα πολύ απλά μέχρι τα πιο περίπλοκα, που συνδέονται με την ταυτότητά τους ως γυναίκες καθαρίστριες. Παρόλα αυτά, ο χώρος της πόλης προσέφερε αυτές τις δυνατότητες συνεύρεσης και ώσμωσης, χωρίς τις οποίες δεν είναι και τόσο σίγουρο ότι ο αγώνας θα είχε αυτή την επιτυχή έκβαση. Επιπλέον, είναι σε αυτές τις συνθήκες που και οι ίδιες οι πρωταγωνίστριες και οι αλληλέγγυοι/ες που τις πλαισίωσαν ήρθαν σε επαφή βουτώντας στα βαθιά, «έχτισαν χαρακτήρα» και επαναπροσδιόρισαν τις ζωές και τις τροχιές τους.

katharistries

Καθαριότητα, μια αόρατη εργασία

Η καθαριότητα αποτελεί μια από εκείνες τις υπηρεσίες που είναι απολύτως απαραίτητες για τη διατήρηση της καθημερινής ζωής στις σύγχρονες πόλεις. Υπηρεσίες καθαρισμού θα βρούμε σε όλους τους δημόσιους χώρους, σε κάθε κτήριο δημόσιας υπηρεσίας, εμπορίου, αναψυχής και γραφείων, καθώς και σε ιδιωτικούς, σε σπίτια των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων. Παρότι όμως η καθαριότητα αποτελεί «τη μισή αρχοντιά», ως εργασία θεωρείται απαξιωτική και καλύπτεται από έναν αόρατο μανδύα που κρύβει την εκμεταλλευτική φύση της. Αυτή η υποτίμηση αντανακλά τη συσχέτισή της με συγκεκριμένες προκαταλήψεις και στερεότυπα για τον έμφυλο καταμερισμό εργασίας, τη χαμηλή αξία που αποδίδεται στις εργασίες που σχετίζονται με το σπίτι και το νοικοκυριό, καθώς και κοινωνικά στερεότυπα για την ίδια τη φύση της.

Όπως έχει καταδείξει το φεμινιστικό κίνημα, η καθαριότητα είναι ένα από εκείνα τα καθήκοντα που έχουν χαρακτηριστεί ως «αναπαραγωγική εργασία» ή «εργασία φροντίδας» – μαζί με άλλα παρόμοια, όπως τη φροντίδα των παιδιών ή ηλικιωμένων κ.λπ.. Ως τέτοια έχουν συσχετιστεί ιστορικά με το νοικοκυριό, τις γυναίκες και τη «γυναικεία φύση» και έχουν θεωρηθεί «μη παραγωγική» εργασία, σε αντίθεση με την «παραγωγική» αμειβόμενη εκτός σπιτιού. Η αμφισβήτηση από το φεμινιστικό κίνημα της διάκρισης μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας, καθώς και της ύπαρξης παγιωμένων έμφυτων ρόλων για τα φύλα οδήγησε στη σταδιακή άρση αρκετών κοινωνικών φραγμών σχετικά με την εργασία των γυναικών και τη θέση τους στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, παρά τις σημαντικές βελτιώσεις κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, τόσο στην αγορά εργασίας όσο και στα στερεότυπα για τα φύλα στη Δύση γενικότερα και στην Ελλάδα ειδικότερα, παραδοσιακές αντιλήψεις για τον έμφυλο καταμερισμό εργασίας εξακολουθούν να υφίστανται και να επηρεάζουν τόσο τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι γυναίκες εισέρχονται στην αγορά εργασίας όσο και το πώς αξιολογείται η κάθε εργασία.

Επιπλέον, η καθαριότητα ως επάγγελμα αποτελεί τυπικό παράδειγμα «βρώμικης εργασίας» («dirty work»)[2], ανήκει δηλαδή σε μια σειρά καθηκόντων που παρότι είναι αναγκαία, θεωρούνται από την κοινωνία ως δυσάρεστα ή υποτιμητικά και αποτελούν για διάφορους λόγους ταμπού. Αυτά η κοινωνία τα αναθέτει σε συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων, που στη συνέχεια στα μάτια της χαρακτηρίζονται από την εργασία που εκτελούν και έτσι στιγματίζονται –μετατρέπονται σε «βρώμικες» εργάτριες και εργάτες. Η καθαριότητα, εκτός από το ό,τι είναι μια «γυναικεία δουλειά», φέρει λοιπόν και μια σειρά από φορτία λόγω της ενασχόλησης με τη βρωμιά των άλλων και, σε μικρότερο βαθμό, μιας υποτελούς σχέσης. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών χαρακτηρίζεται ως «ανειδίκευτη» και χαμηλού κοινωνικού στάτους, συνδέεται με χαμηλές αμοιβές και θεωρείται ως κατάλληλη για όσες/όσους βρίσκονται σε μειονεκτική θέση στην αγορά εργασίας.

Αυτό που ήρθε να προστεθεί μια προηγούμενη περίοδο στην ελληνική πραγματικότητα ήταν η σύνδεση της καθαριότητας ως επάγγελμα, όπως και άλλων ανάλογων εργασιών, με την εθνικότητα/καταγωγή των υποκειμένων, διευρύνοντας ακόμα περισσότερο και τη συζήτηση για τα πολλαπλά πρόσωπα της καταπίεσης. Αυτό το στοιχείο έγινε ιδιαίτερα εμφανές στην υπόθεση της Κωνσταντίνας Κούνεβα το 2008. Στην περίπτωση των αγωνιζόμενων καθαριστριών αυτό δεν αποτέλεσε κριτήριο, καθότι εργοδότης είναι το Δημόσιο και πρόκειται για παλιές προσλήψεις. Παρόλα αυτά, έχοντας επίγνωση της κατάστασης στην αγορά εργασίας γενικά και του ιδιωτικού τομέα ειδικά, αντιλαμβάνονται ότι αντικατάστασή τους με συνεργεία ουσιαστικά σημαίνει πρόσληψη νεαρότερων γυναικών κυρίως μεταναστευτικής καταγωγής. Εδώ έχει σημασία να ειπωθεί ότι οι συνομιλήτριές μου δεν φαίνεται στα λόγια τους να αντιλαμβάνονται τις καθαρίστριες του ιδιωτικού τομέα ανταγωνιστικά, αλλά ως γυναίκες που εργάζονται σκληρά και υφίστανται μεγάλη εκμετάλλευση από τους εργολάβους. Σε ό,τι αφορά τις αγωνιζόμενες καθαρίστριες, πρόκειται για γυναίκες αρκετά κοντά στη σύνταξη και με περιορισμένες πια δυνατότητες επανένταξης στην, ούτως ή άλλως, τσακισμένη αγορά εργασίας. Το ενδεχόμενο απόλυσης τις γέμιζε με απόγνωση, καθώς για τις περισσότερες αυτή η εργασία είναι το μοναδικό ή έστω το βασικό εισόδημα για τις ίδιες ή και τις οικογένειές τους και η μόνη ευκαιρία για μια σύνταξη στο μέλλον – «έβλεπα ουσιαστικά το θάνατό μου», λέει χαρακτηριστικά μία από τις συνομιλήτριες. Η απόπειρα απόλυσής τους υποδηλώνει την αδιαφορία για το τι θα απογίνουν αυτές οι γυναίκες και φέρει το θλιβερό και βαθύτατα έμφυλο μήνυμα πως στην ηλικία τους μπορούν πια να αποσυρθούν (αλλά για πού;).

Αν και οι παραπάνω αναλύσεις εξηγούν και αιτιολογούν τη δυσχερή θέση στην οποία βρίσκονται οι γυναίκες που εργάζονται στην καθαριότητα, είναι λάθος να αντιμετωπίζουμε τις ίδιες τις καθαρίστριες ως θύματα. Παρότι υπόκεινται σε ένα σύνολο συστημικών φραγμών, οι ίδιες αποτελούν δρώντα υποκείμενα, που αντιλαμβάνονται την κατάστασή τους και αντιδρούν στις προκλήσεις. Αυτό γίνεται εμφανές μέσα από το προφανές, το ότι διεξήγαγαν έναν αγώνα που διήρκησε 22 μήνες, αλλά και μέσα από τον τρόπο που εκφράζονται για το ρόλο που έπαιξε η εργασία ως καθαρίστριες στις ζωές τους. «Όχι, δεν θέλω να πει α την κακομοίρα που δεν έχει δουλειά. Γιατί αυτό δεν το λέω εγώ, δεν το είπα ούτε στον εαυτό μου ποτέ», είναι τα λόγια μιας από τις συνομιλήτριες. Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, για αυτές τις γυναίκες η εργασία στην καθαριότητα σήμαινε τη δυνατότητα να σταθούν στα πόδια τους. Αποτέλεσε δηλαδή έναν τρόπο ανάκτησης ελέγχου και ανεξαρτησίας στις ζωές τους. Μέσα από τις αφηγήσεις τους αφήνουν να εννοηθεί ότι γνωρίζουν πολύ καλά την υποτίμηση που συνοδεύει την εργασία τους, τόσο με τη μορφή διάχυτων στερεοτυπικών αντιλήψεων όσο και γιατί ενδεχομένως έχουν υποστεί κατά καιρούς υποτιμητικές συμπεριφορές μέσα στο χώρο εργασίας τους. Όμως αντιστέκονται στον όποιο στιγματισμό τους και μάλιστα τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν είναι κοινά. Τονίζουν τη χρησιμότητα της δουλειάς τους καθώς και τη δική τους εργατικότητα και εργασιακό ήθος, υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μια δουλειά σαν όλες τις άλλες και φανερώνουν πως αισθάνονται περήφανες. Δεν ντρέπονται και δεν κρύβονται, ενώ αντλούν τουλάχιστον ικανοποίηση από το γεγονός ότι εργάζονται και μπορούν και παρέχουν στις ίδιες και στις οικογένειές τους. Τέλος, η αναγγελία της διαθεσιμότητάς και της πιθανής απόλυσής τους ήρθε χωρίς ουσιαστικό λόγο και αιτία. Δεν είχαν αξιολογηθεί με κάποιο τρόπο ούτε και η δουλειά τους έπαψε να είναι απαραίτητη, άρα δεν προκύπτει από κάπου ότι έπρεπε να απολυθούν. Με βάση και τα παραπάνω λοιπόν γίνονται λίγο πιο σαφείς οι λόγοι που η αρχική σύγχυση και ο φόβος για το τι θα απογίνουν συμπληρώθηκε με θυμό και την επιθυμία να υπερασπιστούν την αξιοπρέπειά τους.

This slideshow requires JavaScript.

Η παρουσία στην πόλη

Στην περίπτωση των 595 Καθαριστριών του Υπουργείου Οικονομικών έχουμε ουσιαστικά έναν εργατικό αγώνα που κυριολεκτικά «βγήκε στην πόλη». Βγαίνοντας στην πόλη και καταλαμβάνοντας κυριολεκτικά και μεταφορικά χώρο, ένα σημαντικό αποτέλεσμα είναι ότι ήρθε στο προσκήνιο αυτή η κατά τ’ άλλα κρυμμένη εργασία και κατέστη ορατή. Ένα σημείο του αγώνα των καθαριστριών στο οποίο αξίζει να σταθούμε λοιπόν είναι ο ρόλος που έπαιξε η διαρκής παρουσία στο κέντρο της πόλης. Ο αστικός χώρος αποτελεί προνομιακό πεδίο για την ανάπτυξη αντιστάσεων και νέων υποκειμένων, καθώς οι αντιστάσεις στις εφαρμοζόμενες πολιτικές μπορεί να αποκτούν ποικίλες μορφές και οργανωτικές δομές, αιτήματα και τακτικές, εντούτοις, αρθρώνονται σε συγκεκριμένους τόπους. Θεωρώντας λοιπόν ότι ο χώρος παράγεται κοινωνικά και δεν αποτελεί απλώς ένα κενό δοχείο[3], ο αστικός χώρος μετατρέπεται τόσο σε αντικείμενο διεκδίκησης όσο και σε μια πηγή δυνατοτήτων και ευκαιριών που διευκολύνουν την οργάνωσή τους. Επιπλέον, καθώς η χωρική οργάνωση είναι αναπόσπαστο μέρος της συγκρότησης των κοινωνικών σχέσεων, το φύλο και οι νοηματοδοτήσεις του δεν μπορούν παρά να κατασκευάζονται χωρικά[4]. Μέσα από αυτές τις πρακτικές τα υποκείμενα δεν χρησιμοποιούν απλώς χώρο, αλλά τον παράγουν και το μετασχηματίζουν. Κατά αυτό τον τρόπο, ο χώρος της πόλης αποτελεί προνομιακό έδαφος για την αμφισβήτηση των κυρίαρχων αντιλήψεων σχετικά με τη λειτουργία της δημοκρατίας, της ισότητας / ανισότητας, της συμμετοχής και της δικαιοσύνης και τη δημιουργία ενός πεδίου για τη διαπραγμάτευση της πολυμορφίας και της διαφορετικότητας.

Ο αγώνας των καθαριστριών ανέπτυξε εμπειρικά ένα σύνολο χωρικών πρακτικών για να αναπληρώσει την έλλειψη ενός αμιγώς «δικού του» χώρου και να καταφέρει να συσπειρώσει τις διάσπαρτες θιγόμενες εργαζόμενες. Οι πρακτικές περιλάμβαναν μπλόκα στα κατά τόπους κτίρια εφοριών, τη διαμαρτυρία έξω από κυβερνητικές εκδηλώσεις, τη δημιουργία δικτύων σε ολόκληρη την χώρα με σκοπό τη σύνδεση τόσο με επαρχιακές πόλεις όσο και με το κίνημα αλληλεγγύης. Κορυφαία στιγμή ήταν η απόφαση κατάληψης του πεζοδρομίου έξω από το Υπουργείο το Μάιο του 2014, λίγα μόλις μέτρα από την πλατεία Συντάγματος. Μέχρι τότε ούτως ή άλλως το Υπουργείο αποτελούσε το βασικό στόχο και το σημείο συνάθροισης των αγωνιζόμενων, οπότε η κατάληψη ήταν μια λογική επιλογή κλιμάκωσης. «Κάποια στιγμή είπαμε δεν φτάνει τώρα ότι είμαστε στο δρόμο κάποιες ώρες και μετά το βράδυ πάμε σπίτια μας. Σκεφτήκαμε ότι θα έπρεπε να κάνουμε κάτι ακόμα πιο δυναμικό και να το κάνουμε μέσα στην πόρτα του Υπουργείου», αναφέρει μια συνομιλήτρια. Η οικειοποίηση του συγκεκριμένου δημόσιου χώρου και η αλλαγή της χρήσης του αποτέλεσαν καθοριστικές τακτικές για την έκβαση του αγώνα. Αμφισβητώντας τη νομική και ηθική εγκυρότητα των πολιτικών της κυβέρνησης μέσω της συγκρότησης ενός «κέντρου αγώνα» μπροστά στην πόρτα του Υπουργείου οι αγωνιζόμενες έκαναν ορατή με τον πιο έντονο τρόπο τόσο στην κυβέρνηση όσο και στην κοινωνία ευρύτερα την αποφασιστικότητά τους. Παρόλα αυτά, ούτε και οι ίδιες ήταν προετοιμασμένες για την έκταση και διάρκεια που θα έπαιρνε η κατάληψη. «Δεν μας περνούσε από το μυαλό ότι θα έπαιρνε τέτοια διάσταση όλο αυτό το πράγμα. Δεν νομίζω πως το φαντάστηκε κανείς. Εμείς βγήκαμε και μετρούσαμε μέρα με τη μέρα. Δεν θεωρούσαμε ότι θα μέναμε, νύχτα τη νύχτα μαζεύαμε. Και λέγαμε άντε και άλλη μια μέρα ακόμα, για αυτό και τις γράφαμε στον πίνακα. Γατί είχαμε τον πανικό ότι αυτό θα τελειώσει, ότι είναι κάτι το οποίο θα το λήξουνε, δεν υπάρχει περίπτωση να το αφήσουνε», αναφέρει ενδεικτικά μια άλλη συνομιλήτρια.

Η «Σκηνή» έμεινε γιατί πρόσφερε μια βάση που μαζικοποίησε τον αγώνα και διευκόλυνε την πλαισίωσή του από περισσότερες κινητοποιήσεις και αλληλέγγυες/ους. Ακόμα και σαν συμβολισμός, η εικόνα ήταν πολύ δυνατή: μέσα στο κτήριο ο Υπουργός και το επιτελείο του κρυμμένοι από τη δημόσια θέα και με την αστυνομία να τους φυλάει, ενώ απέξω απλωνόταν μια καινούρια κατάσταση, ένα πείραμα αλληλεγγύης και δημοκρατίας, ανοιχτό και προσβάσιμο. Αν μέχρι τότε το Υπουργείο λειτουργούσε ως σημείο συνάντησης, αυτό που άλλαξε μετά το στήσιμο της σκηνής ήταν ότι έδωσε τη δυνατότητα σε όλο αυτό τον κόσμο που συνέρρευσε να οικειοποιηθεί με νέους τρόπους το δημόσιο χώρο, να πειραματιστεί και να δοκιμάσει άλλους τρόπους συμβίωσης. Η μεταφορά σε ένα πεζοδρόμιο της καθημερινής ρουτίνας –του φαγητού, του ύπνου, της στοιχειώδους κοινωνικοποίησης- επαναπροσδιόρισε τα όρια μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας και του τι ανήκει πού. Αυτή η διαδικασία ούτε εύκολη ήταν ούτε αναίμακτη, γιατί σήμαινε συγκρούσεις και υπερβάσεις. Ιδίως οι ίδιες οι καθαρίστριες, άνθρωποι μεγάλοι σε ηλικία και με ώριμους χαρακτήρες, κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν εκτός από τις αυθαιρεσίες της εξουσίας και την αστυνομική βία, τις προκλήσεις που έθετε η αδιάκοπη έκθεση και η συνεχής συνύπαρξη με μέχρι πρότινος αγνώστους. Αυτές οι γυναίκες, εκτός από τους δικούς τους φόβους, ανασφάλειες και προκαταλήψεις, έπρεπε να αναμετρηθούν και με το κοινωνικό φορτίο που έφεραν ως γυναίκες καθαρίστριες, δηλαδή παρότι αόρατες εργάτριες, μητέρες και γιαγιάδες, να πείσουν ότι αποτελούν ανθρώπους με δικαιώματα και επιθυμίες. Για τις περισσότερες αυτό δεν ίσχυε μόνο για τον αντίπαλο, αλλά ακόμα και τα πιο οικεία πρόσωπα. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά μια από τις συνομιλήτριές μου, «ήρθε το κρύο, ήρθε η βροχή, δεν ήμασταν προετοιμασμένοι κατάλληλα για το δρόμο- γυρίζαμε στα σπίτια μας και το νερό είχε περάσει στο κορμί σου. Δεν μπορούσες ούτε να καθίσεις στο λεωφορείο, έπρεπε να σταθείς γιατί ήσουν μούσκεμα. Ερχόμασταν στο σπίτι, αντιμετωπίζαμε άλλο πρόβλημα: θα φύγεις πάλι; Και τι θα κερδίσεις βγαίνοντας στο δρόμο; Έχεις εγκαταλείψει τα πάντα». Η Σκηνή αποτέλεσε μια εκτεταμένη άσκηση στην υπομονή και την επίλυση πολιτικών και προσωπικών διαφωνιών, αλλά έστρωσε επίσης και το έδαφος για την καλλιέργεια σχέσεων συντροφικότητας ή ακόμα και φιλίας. Οι ρουτίνες που οργανώθηκαν εκεί κατασκεύασαν ένα νέο τρόπο ύπαρξης στο δημόσιο και αντίληψης της καθημερινής ζωής. Κατά αυτό τον τρόπο, πέρα από τη συμβολική σύγκρουση με τις κυβερνητικές πολιτικές, η κατάληψη έδωσε τη δυνατότητα αμφισβήτησης και επαναπροσδιορισμού των σχέσεων εξουσίας σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, κάτι που με τη σειρά του έδωσε αυτοπεποίθηση στα ίδια τα υποκείμενα τόσο για τη συνέχιση του αγώνα όσο και ευρύτερα.

katharistries_haroula

Ένα τελευταίο σχόλιο

Ο αγώνας των καθαριστριών, ειδικά και μετά το στήσιμο της Σκηνής, αναπτύχθηκε στην πόλη ως μια τακτική για την κλιμάκωση της πίεσης προς την εξουσία στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης διεκδίκησης. Μια παράπλευρη συνέπεια ήταν ότι έφερε στο προσκήνιο μια εργασία που παρότι κατά κοινή ομολογία θεωρείται απολύτως απαραίτητη για τη διατήρηση της καθημερινής ζωής, αντιμετωπίζεται ως δεδομένη και περιβάλλεται από στερεότυπα που την υποτιμούν και την απαξιώνουν. Καταλαμβάνοντας το δημόσιο χώρο και τοποθετώντας τον αγώνα τους στο κέντρο της πόλης, οι καθαρίστριες του Υπουργείου Οικονομικών τράβηξαν λιγάκι και το πέπλο που καθιστά τη δουλειά και τις ανάγκες τους αόρατες. Ο αγώνας τους αμφισβήτησε έτσι, στο μέτρο που του αναλογούσε, κοινωνικές ιεραρχήσεις που ορίζουν ποια θα πρέπει να είναι η θέση αυτών των γυναικών στους πολλαπλούς χώρους της καθημερινότητας, όπως αυτή ορίζεται μέσα από ένα πλέγμα έμφυλων, ταξικών και άλλων σχέσεων εξουσίας. Κατηγοριοποιήσεις όπως εκείνη της «καθαρίστριας» επανανοηματοδοτήθηκαν, υποδεικνύοντας ότι στους συλλογικούς αγώνες βρίσκεται ένα πεδίο δυνατοτήτων για τον επαναπροσδιορισμό και άλλων, αντίστοιχα υποτιμημένων κατηγοριών. Ένα στοίχημα λοιπόν τώρα είναι να πιάσουμε αυτό το νήμα.

 

[1]Το άρθρο προέκυψε μέσα από εις βάθος συνεντεύξεις με πέντε από τις αγωνιζόμενες καθαρίστριες, που διεξήχθησαν μεταξύ Νοέμβρη 2015 και Γενάρη 2016, στα πλαίσια συνεχιζόμενης έρευνας για τη συμμετοχή των γυναικών στα κινήματα που αρθρώνονται στον αστικό χώρο. Τα ονόματά τους δεν αναφέρονται για λόγους δεοντολογίας.

[2]Για περισσότερες πληροφορίες γύρω από την έννοια της «βρώμικης εργασίας» και τη στάση των ίδιων των υποκειμένων απέναντι σε αυτή βλ. Blake E. Ashforth and Glen E. Kreiner, 1999. “How Can You Do It?”: Dirty Work and the Challenge of Constructing a Positive Identity. The Academy of Management Review, Vol. 24, No. 3, pp. 413-434

[3]Βλέπε ενδεικτικά: Lefebvre, H., 1991. The production of space. Oxford UK and Cambridge USA: Blackwell και Lefebvre, H., 1996. The Urban Revolution. Minneapolis: University of Minnesota Press

[4]Massey, D., 1994. Space, place, gender. Minneapolis: University of Minesota Press.

Στην αγκαλιά της μάνας

This slideshow requires JavaScript.

Το να είσαι μητέρα είναι από μόνο του δύσκολο. Πόσο μάλλον όταν είσαι και πρόσφυγας

 

Πηγή φωτογραφιών: Reuters

 

.

Πώς η Jane Jacobs άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε τις πόλεις

Jane-Jacobs

της Saskia Sassen

Πρωτογνώρισα την Jane Jacobs κάπου στις αρχές της δεκαετίας 1990. Καθόταν στην πρώτη σειρά σε ένα τεράστιο αμφιθέατρο σε μια ωριαία διάλεξή μου στο Τορόντο. Δεν ήξερα ποια ήταν.

Όταν τελείωσα, το πρώτο χέρι που σηκώθηκε – και μάλιστα με θάρρος- ανήκε σε αυτή την ηλικιωμένη κυρία. Τι ωραία, σκέφτηκα, να μια πολίτης που δεν σταμάτησε ποτέ να είναι δραστήρια. Αυτό που βγήκε από τα χείλη της εντούτοις, ήταν μια από τις πιο αιχμηρές κριτικές που είχα ακούσει ποτέ στις μεθόδους μου για την ανάλυση της πόλης -και μάλλον δεν θα ξανακούσω.

Ανέπτυξε μια συλλογιστική γραμμή πολύ διαφορετική από αυτά που συνήθως άκουγα. Επανερχόταν διαρκώς στο ζήτημα του «τόπου» και τη σημασία του κατά το σχεδιασμό αστικών πολιτικών – ιδιαίτερα την απώλεια της γειτονιάς και την εξάλειψη των εμπειριών των κατοίκων. Η συμβολή της έστρεψε τη σκέψη μου στα πιο «μικρά» επίπεδα. Ακόμα και σήμερα εργάζομαι αρκετά πάνω στο ζήτημα της ανάγκης επιστροφής μέρους της εθνικής και αστικής οικονομίας σε τοπικό επίπεδο.

Ίσως τώρα, στην επέτειο για τα 100 χρόνια από τη γέννησή της, θα έπρεπε όλοι μας να αναρωτηθούμε: τι είναι αυτό που η Jane Jacobs μας έκανε να δούμε στην πόλη;

Ο στοχασμός πάνω σε αυτό το ερώτημα με οδηγεί να εστιάσω στις συνθήκες που καθιστούν μια μητρόπολη – την τεράστια ποικιλομορφία των εργατών, τους χώρους που ζουν και εργάζονται, τις πολλαπλές μικρο-οικονομίες που εμπλέκονται. Πολλά από αυτά μοιάζουν ασύνδετα με τη διεθνή πόλη ή ότι ανήκουν σε άλλη εποχή. Μια προσεκτικότερη ματιά, όπως μας ενθαρρύνει η Jacobs, μας θα μας έδειχνε ότι αυτό είναι λάθος.

4027

Η Jacobs μαζί με άλλους διαδηλωτές και διαδηλώτριες έξω από το σταθμό μετρό Pensylvannia στη Νέα Υόρκη, κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας ενάντια στην κατεδάφισή του το 1963. 

Θα μας ζητούσε να κοιτάξουμε τις επιπτώσεις αυτών των μικρό-οικονομιών για την πόλη – για τους ανθρώπους της, τις γειτονιές της και τις οπτικές αρχές που ενέχονται. Θα μας ζητούσε να συλλογιστούμε όλες τις άλλες οικονομίες και χώρους που επηρεάζονται από το μαζικό gentrification της σύγχρονης πόλης – αν μη τι άλλο το αποτέλεσμα, τον εκτοπισμό των μικρών νοικοκυριών και των συνοικιακών προσοδοφόρων επιχειρήσεων.

Πώς βλέπουμε αυτές τις πτυχές που συνήθως καθίστανται αόρατες στις σύγχρονες αφηγήσεις αστικής ανάπτυξης και ανταγωνισμού; Στην αρχή της δεκαετίας 1900 η πόλη αποτελούσε ένα φακό για την κατανόηση μεγαλύτερων διαδικασιών – μισό αιώνα αργότερα όμως είχε χάσει αυτό το ρόλο. Ήταν η Jane Jacobs που μας δίδαξε και πάλι να βλέπουμε την πόλη με έναν πιο βαθύ, πιο σύνθετο τρόπο.

Μας βοήθησε να ξαναδώσουμε έμφαση σε διαστάσεις που συνήθως αποκλείονταν –όχι, εκδιώχνονταν – από τη γενική ανάλυση της οικονομίας των πόλεων. Πράγματι, μπορώ να φανταστώ ότι θα επιβεβαίωνε χωρίς δισταγμό ότι όσο ψηφιακή και διεθνής κι αν γίνει η πόλη μια μέρα, ακόμα και τότε θα πρέπει να «κατασκευάζεται» – και εκεί βρίσκεται και η σημασία του τόπου.

Η πόλη εδώ και πολύ καιρό πια έχει αποτελέσει ένα στρατηγικό πεδίο για τη διερεύνηση σημαντικών θεμάτων με τα οποία έρχεται αντιμέτωπη η κοινωνία. Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, η μελέτη των πόλεων βρισκόταν στην καρδιά της κοινωνιολογίας – κάτι εμφανές στο έργο των Simmel, Weber, Benjamin, Lefebvre και της Σχολής του Σικάγο. Αυτοί οι κοινωνιολόγοι αντιμετώπισαν μαζικές διαδικασίες: την εκβιομηχάνιση, την αστικοποίηση, την αποξένωση και ένα νέο πολιτισμικό μόρφωμα που αποκάλεσαν «αστικότητα». Η μελέτη της πόλης σήμαινε μελέτη των σημαντικών κοινωνικών διεργασιών της εποχής.

Αλλά μέχρι τη δεκαετία 1950, η μελέτη της πόλης είχε σταδιακά χάσει τον προνομιακό της ρόλο ως παραγωγός βασικών αναλυτικών κατηγοριών. Οι κοινωνικές επιστήμες, θα λέγαμε, χάσανε την ικανότητά τους να «βλέπουν» την πόλη και όλα αυτά που την έκαναν ορατή. Όχι όμως και η Jacobs.

Για εκείνη, τα οδοφράγματα – κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά– έπαιξαν ρόλο όχι μόνο ως μέρος του αγώνα για τη διατήρηση ενός από τα παλιότερα μέρη του Μανχάταν, αλλά και ολόκληρης της ανάλυσής της για την αστική οικονομία. Ο παθιασμένος αγώνας της για να προστατέψει το «Village» στο Lower Manhattan ήταν πολύ περισσότερα από την προστασία ενός παλιού αστικού τοπίου (αν και αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να ξεκινήσει έναν αγώνα σε μια πόλη όπως η Νέα Υόρκη, όπου κυριαρχούσαν οι κατασκευαστές που βασικά δεν ενδιαφέρονταν για οπτικές ή νομικές αρχές).

Συζητώντας με τη Jacobs έγινε σαφέστερο ότι οι αγώνες των κοινοτήτων ήταν, για εκείνη, μέρος μιας ευρύτερης αναζήτησης, στην προσπάθειά της να καταλάβει καλύτερα και να αναπτύξει τη σκέψη για το ρόλο των πόλεων στην οικονομία. Ο Richard Sennet, που συχνά βρισκόταν στις διαμαρτυρίες με τη Jacobs, μιλάει για την ήρεμη ορμή της˙ ήταν αδυσώπητη και ύψωνε ο ανάστημά της – παρά το ότι ήταν μικροκαμωμένη και, στο τέλος, ηλικιωμένη.

Γιατί είναι τόσο σημαντικό να ανακτήσουμε την αίσθηση του τόπου, και της παραγωγής, στις αναλύσεις μας για τη διεθνή οικονομία, ειδικά καθώς αυτά συγκροτούνται σε μεγάλες πόλεις; Γιατί μας επιτρέπουν να δούμε την πολλαπλότητα στις οικονομίες και τις κουλτούρες εργασίας στις οποίες ενσωματώνονται οι περιφερειακές, εθνικές και διεθνείς οικονομίες.

Αλλά η Jacobs πήγε πιο ακόμα πιο μακριά. Αυτό που μας έδειξε, κατά βάση, ήταν ότι ο αστικός χώρος είναι η βασική δομική μονάδα αυτών των οικονομιών. Κατανόησε ότι είναι το πλέξιμο πολλαπλών αφηγήσεων που κάνει την πόλη πολύ περισσότερα από το άθροισμα των κατοίκων της ή τα μεγάλα της κτήρια ή την εταιρική της οικονομία.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Guardian

Μετάφραση: Δήμητρα Σπανού

 

Η Στέλλα Μπελιά για το Σύμφωνο Συμβίωσης, τις ΛΟΑΤ διεκδικήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα στον καιρό της κρίσης

ΜΚΟ-Οικογένειες-Ουράνιο-Τόξο

του Άλκη Δελαντώνη και της Ιουλίας Λειβαδίτη

Η Στέλλα Μπελιά είναι ΛΟΑΤ ακτιβίστρια και πρόεδρος της οργάνωσης Οικογένειες Ουράνιο Τόξο, που εκπροσωπεί τις οικογένειες με ομόφυλους γονείς και τα παιδιά τους και παλεύει για πολιτικές ίσων ευκαιριών. Εργάζεται ως νηπιαγωγός στην Αθήνα και μεγαλώνει δύο παιδιά με τη σύντροφό της.

Η ψήφιση του Συμφώνου Συμβίωσης στην Ελλάδα το Δεκέμβρη 2015 έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα των ΛΟΑΤ δικαιωμάτων στην ελληνική κοινωνία και είναι σε αυτό το πλαίσιο που το Rethinking Greece ζήτησε από τη Στέλλα Μπελιά να απαντήσει σε ερωτήσεις για τη σημερινή κατάσταση των ΛΟΑΤ ατόμων στην Ελλάδα, την ατζέντα για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε συνθήκες κρίσης και φτωχοποίησης, τις αντιλήψεις για την ομοφυλοφιλία στην κοινή γνώμη, καθώς και τις πιθανές συγκρούσεις μεταξύ πιο παραδοσιακών αξιών και φιλελεύθερων απόψεων, που διαπερνούν τη διεθνή ΛΟΑΤ ατζέντα.

Η πρόσφατη ψήφιση του Συμφώνου Συμβίωσης με ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία χαιρετίστηκε ως ένας σημαντικός σταθμός στην ιστορία των ΛΟΑΤΚΙ διεκδικήσεων στην Ελλάδα. Πώς αποτιμάτε εσείς την εξέλιξη αυτή?

Σε γενικές γραμμές για μας ήταν μεγάλη απογοήτευση καθώς το νομοσχέδιο στο δρόμο προς τα εμπρός άφησε τα παιδιά μας πίσω. Μέχρι την τελευταία στιγμή πιστεύαμε ότι τόσο ο νομοθέτης όσο και βουλευτές θα φρόντιζαν να προστατεύσουν την ομάδα εκείνη των πολιτών που έχει ανάγκη περισσότερο από όλες και όλους για προστασία: τα ανήλικα παιδιά. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν έγινε. Από την άλλη αυτός ο νόμος έδωσε τον απαραίτητο ζωτικό χώρο ώστε πολλές και πολλοί άνθρωποι να μιλήσουν επιτέλους ανοιχτά για τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό, να οργανώσουν την ζωή τους σε άλλη βάση και να λύσουν πολλά και καθημερινά προβλήματα. Είδα χθες ένα κυνηγημένο ζευγάρι να υπογράφει σύμφωνο συμβίωσης και να το καταθέτει στο Δήμο Κορίνθου, Μετά από αυτό η ζωή τους θα γίνει τουλάχιστον ευκολότερη και αυτό έχει μεγάλη αξία.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι μιλάμε όχι για υποθετικά πρόσωπα αλλά για ανθρώπους που υπάρχουν και ζουν δίπλα μας. Νομίζω ότι το συγκεκριμένο νομοσχέδιο αν και δεν θα οδηγήσει ορδές ανθρώπων στα συμβολαιογραφία και στα ληξιαρχεία κάπως θα εκπαιδεύσει την κοινωνία σε μια πραγματικότητα που ή ήταν κρυμμένη από μόνη της ή δεν ήθελαν κάποιοι να την δουν.

Με αφορμή τις εντεινόμενες μεταναστευτικές ροές στην Ευρώπη, εκφράζονται από κάποιους φόβοι για αλλοίωση του «ευρωπαϊκού τρόπου ζωής» από την εισροή στην Ευρώπη πληθυσμών με άλλη θρησκεία, άλλα ήθη και έθιμα και διαφορετικές αξίες. Κατά πόσο η συζήτηση αυτή αφορά τα ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα?

Οι πρόσφυγες είναι γενικά ένα ζήτημα που μάλλον αφορά τους πάντες και τα πάντα. Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις στην ιστορία μετά τους δύο παγκόσμιους πολέμους. Σίγουρα οι άνθρωποι αυτοί προέρχονται από χώρες με διαφορετικές νόρμες αλλά αυτό τι μπορεί να σημαίνει; Συνήθως κρατάς από το παρελθόν ήθη κι έθιμα ανώδυνα που δεν δυναμιτίζουν τη ζωή σου στο παρόν και στο μέλλον. Οι δικοί μας όταν πήγαν μετανάστες στην Γερμανία στις ΗΠΑ στην Αυστραλία κλπ αυτά που κράτησαν ήταν οι μεγάλες γιορτές και κυρίως τα διασκεδαστικά τους κομμάτια, το σουβλιστό αρνί το Πάσχα όχι ας πούμε την «βεντέτα» ανάμεσα σε οικογένειες.

Τώρα σε σχέση με τον «ευρωπαϊκό τρόπο ζωής», δεν βλέπω να τον βιώνουμε στην χώρα ιδιαίτερα, καθώς έχουμε να αντιμετωπίσουμε τη δική μας θρησκεία με όλους τους υψηλόβαθμους ιεράρχες, είτε είναι χαμηλών τόνων όπως ο Αρχιεπίσκοπος είτε είναι σαν τον μητροπολίτη Καλαβρύτων και τον Θεσσαλονίκης, όπως και πολλά καλά εδραιωμένα στερεότυπα και ισχυρές αντιστάσεις ως προς αυτόν τον «ευρωπαϊκό τρόπο ζωής». Θυμηθείτε μόνο την προκλητική δήλωση Έλληνα πολιτικού για τον πρωθυπουργό του Λουξεμβούργου. Αυτή η Ευρώπη λοιπόν δεν έχει ακόμα μπει για τα καλά στην χώρα μας.

Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες έχουν μπει σε μία τροχιά κατοχύρωσης δικαιωμάτων για όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού. Πιστεύετε ότι η μάχη αυτή έχει σε μεγάλο βαθμό ήδη κριθεί ή φοβάστε ότι μία ανακατάταξη στην Ευρώπη, θα μπορούσε να φέρει στο προσκήνιο δυνάμεις που ενδεχομένως θα απειλούσαν τις κατακτήσεις αυτές;

Βλέπουμε ότι σε πολλά επίπεδα δικαιώματα που νομίζαμε ότι είναι παγιωμένα και αδιαπραγμάτευτα –π.χ. στον εργασιακό χώρο- χάνουν τον αδιαπραγμάτευτο χαρακτήρα τους και ξαναμπαίνουν στο τραπέζι για νέες διαπραγματεύσεις, καταργούνται κλπ. Θα μπορούσε κάλλιστα να συμβεί το ίδιο και με τα ανθρώπινα δικαιώματα καθώς οι συγκεκριμένες οικονομικο-πολιτικές συγκυρίες ευνοούν την ανάπτυξη συντηρητικών ομάδων, κομμάτων κλπ που σε μεγάλο βαθμό αντλούν την πολιτική τους δύναμη από ανθρώπους που πριν στήριζαν τον φιλελεύθερο χώρο. Ας δούμε τι γίνεται στη χώρα μας, από όσους στηρίζουν την Χ.Α. οι περισσότεροι ανήκαν πριν στις τάξεις της Ν.Δ., καθώς ήταν πιο «κοντά» στα δικά τους πρότυπα. Μπορεί λοιπόν μια τέτοια κατάσταση να οδηγήσει χώρες όπως π.χ. η Γαλλία, που έχει κάνει σημαντικά βήματα για την ισότητα για όλους, με μια ενδεχόμενη εκλογική νίκη της Μαρί Λεπέν να κατρακυλήσει σε πολιτικές που θα είναι ρατσιστικές, ομοφοβικές κλπ.

Σε ποιο βαθμό πιστεύετε ότι η οικονομική κρίση και το πρόβλημα της φτώχειας στην Ελλάδα έχει επηρεάσει τη συζήτηση για τη λεγόμενη δικαιωματική ατζέντα?

Αν σκεφτούμε πως διαβαθμίζονται π.χ. στην πυραμίδα του Maslow οι ανθρώπινες ανάγκες, θα δούμε ότι στη βάση της υπάρχουν οι ανάγκες για επιβίωση (φαγητό, νερό κλπ) και η αμέσως επόμενη βαθμίδα αφορά την ασφάλεια: σωματική,  εργασίας,  πόρων, υγείας, περιουσίας κλπ. Με την οικονομική κρίση υπάρχει αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων που δεν μπορεί να ικανοποιήσει ούτε καν τις ανάγκες της βάσης της πυραμίδας, δεν έχει να φάει, και είναι ακόμα μεγαλύτερος ο αριθμός εκείνων των ανθρώπων που αν και μετά βίας ικανοποιεί την βάση της δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες της αμέσως επόμενης βαθμίδας γιατί είναι χωρίς εργασία, χωρίς πρόσβαση στο σύστημα υγείας, κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του γιατί αδυνατεί να πληρώσει τα δάνεια που έβαλε για να το αποκτήσει. Είναι λοιπόν πολύ δύσκολο ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε μια από τις παραπάνω θέσεις να θελήσει να ασχοληθεί με τις υπόλοιπες βαθμίδες ως την κορυφή της πυραμίδας που αφορούν την κοινωνική αποδοχή, την αυτοεκτίμηση και την αυτοπραγμάτωση. Πώς να μιλήσεις στους ανθρώπους για ανθρώπινα δικαιώματα όταν είναι σε μια τόσο δύσκολη θέση; Από την άλλη είναι καθήκον κάθε ευνομούμενης πολιτείας να προσπαθεί να δημιουργήσει όλες εκείνες τις προϋποθέσεις ώστε κανένας πολίτης της να μην υφίσταται διακρίσεις για κάτι που τυχαία είναι. Η φτωχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας δεν μπορεί να εμποδίσει την πολιτεία να φροντίσει ώστε να εξασφαλίσει ίσα δικαιώματα για όλους τους πολίτες.

Ποιον ρόλο θα μπορούσε να διαδραματίσει η δημόσια εκπαίδευση στην καλλιέργεια των ηθών, των στάσεων και των κοινωνικών αντιλήψεων για τα ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα; Και με ποιες συγκεκριμένες παρεμβάσεις της Πολιτείας; Ποια εμπόδια μπαίνουν και από ποιούς σε μια τέτοια αλλαγή πορείας της ελληνικής εκπαίδευσης;

Η ελληνική εκπαίδευση έχει καταρχήν μια συγκεκριμένη μειονεξία: το υπουργείο Παιδείας της χώρας μας –με όλους τους τίτλους που έχει αλλάξει με την πάροδο των χρόνων όπως Πολιτισμού, Αθλητισμού, Δια βίου Μάθησης, Έρευνας κοκ- δεν έχασε ποτέ από το όνομά του τον τίτλο του «Θρησκείας». Όταν λοιπόν ένα τόσο κοσμικό θέμα όπως είναι η εκπαίδευση των νέων ανθρώπων και πολιτών πάει πακέτο με την Θρησκεία, μας εξομοιώνει ως ένα βαθμό με θεοκρατικά καθεστώτα. Αυτό από μόνο του μάλλον δεν μπορεί να επιτρέψει τις αλλαγές εκείνες που χρειάζεται η εκπαιδευτική διαδικασία ώστε να είναι συμπεριληπτική και να οδηγήσει σε αλλαγές στα στερεότυπα για τα ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα. Θα φέρω το παράδειγμα των οικογενειών με ΛΟΑΤΚΙ  γονείς. Τα παιδιά μας με την είσοδό τους στο σχολείο από το νηπιαγωγείο ακόμα δεν βλέπουν καμία εικόνα της δικής τους οικογένειας σε κανένα σχολικό βιβλίο, από τους εκπαιδευτικούς υπάρχει μια καθαρή αξιολογική κρίση ότι η «καλύτερη» οικογένεια είναι η ετεροκανονική πυρηνική οικογένεια και ότι όλες οι άλλες οικογενειακές δομές είναι λίγο ως πολύ υποδεέστερες, χειρότερες κοκ. Έτσι τα παιδιά μας λόγω των συγκεκριμένων συνθηκών αναγκάζονται να αφήνουν την πραγματικότητα που βιώνουν στο σπίτι τους κάθε πρωί έξω από την πόρτα του σχολείου τους και να την ξαναβρίσκουν μόνο κατά την έξοδό τους από αυτό. Πολύ καιρό τώρα σαν οργάνωση στις «Οικογένειες Ουράνιο Τόξο» προσπαθήσαμε να το αλλάξουμε αυτό και με επαφές με τα διάφορα παιδαγωγικά τμήματα που θα βγάλουν τους μελλοντικούς εκπαιδευτικούς αλλά και με τη δημιουργία υλικού που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν όσες και όσοι θα ήθελαν να δείξουν την πολυμορφία των οικογενειακών δομών. Σε αυτόν τον τομέα συνεχίζουμε να εργαζόμαστε προσπαθώντας να δημιουργήσουμε τουλάχιστον το υλικό. Τώρα φτιάχνουμε ένα αλφαβητάρι για φωνολογική ενημερότητα παιδιών προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας όπου το κείμενο του εκτός από τα φωνήματα και άλλα θέματα που θέτει το αναλυτικό πρόγραμμα για το νηπιαγωγείο (ενεργητική ακρόαση, χρήση Η.Υ. κλπ) περιέχει εικόνες και αναφορές σε πολλές πιθανές οικογενειακές δομές ώστε όλα τα παιδιά να μπορούν να δουν μια οικογένεια που μοιάζει με τη δική τους μέσα σε αυτό.  Παράλληλα βάζουμε το θέμα αυτό σε ευρωπαϊκά συνέδρια όπως το OMEP ώστε η πληροφορία να φτάσει τελικά από έξω προς τα μέσα. Τέλος είμαστε σε επικοινωνία με οργανισμούς στο εξωτερικό όπως το Schools Out ώστε να μάθουμε από την πολυετή πείρα τους στο συγκεκριμένο τομέα πώς να οδηγήσουμε τον σχολικό θεσμό προς τα εμπρός και να τον φτάσουμε εκεί που πρέπει να είναι, σε ένα σχολείο που θα χωράει όλα τα παιδιά.

Στο πρόσφατο Συνέδριο της οργάνωσής σας Οικογένειες Ουράνιο Τόξο ακούστηκε συχνά η λέξη «φόβος» από το στόμα νέων ανθρώπων, που ζουν στην ελληνική επαρχία. Πιστεύετε ότι υπάρχει μία Ελλάδα δύο ταχυτήτων απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα, στη βάση του διαχωρισμού Κέντρο / Περιφέρεια; Πιστεύετε ότι στην Ελλάδα του 2016 είναι δυνατόν ένας ΛΟΑΤ πολίτης να ζήσει τη ζωή του ανοιχτά και με ορατότητα, χωρίς δυσμενείς επιπτώσεις στην επαγγελματική, προσωπική ή κοινωνική του ζωή;

Παραθέτω ένα μικρό κομμάτι από τη δημοσιευμένη ιστορία ενός gay της ελληνικής επαρχίας, την Λάππα, ένα χωριό σχεδόν δίπλα στην Πάτρα: «…, με έχουν δείρει αρκετές φορές. Με έχουν πάει σε ένα δάσος, μου έχουν πάρει τα ρούχα και μ’ έχουν αφήσει γυμνό. Αρχίσανε να με φτύνουνε και να με κλωτσάνε, για να γελάσουνε. Έρχονται έξω από το σπίτι και φωνάζουν ‘Βάλτε φωτιά στο σπίτι του πούστη’, μου έχουν κάνει πάρα πολλά. Και το χειρότερο είναι ότι η μητέρα μου αυτή τι στιγμή είναι άρρωστη με μια πολύ σοβαρή αρρώστια και δε σέβονται το γεγονός ότι θέλω να την βγάλω έξω μια βόλτα και με κράζουνε μπροστά της. Πηγή: www.lifo.gr»

Η υπόθεση της κακοποίησης αυτού του ανθρώπου έφτασε στα δικαστήρια και η ελληνική δικαιοσύνη δεν καταδίκασε τους θύτες αλλά αντίθετα ισχυρίστηκε ότι το θύμα και η ηλικιωμένη μητέρα του «προκαλούν»… Τι άλλο να προσθέσω, υπάρχει σίγουρα διαφορά ανάμεσα στη ζωή στο απρόσωπο πλήθος μιας μεγάλης πόλης όσο κι αν γνωρίζεις και σε γνωρίζουν στον καθημερινό σου μικρόκοσμο και στην ζωή σε ένα μικρό χωριό.  Η δεύτερη περίπτωση έχει σίγουρα περισσότερες δυσκολίες.

Σε κάποιες χώρες τα ΛΟΑΤ ζητήματα έχουν σημαντική θέση στην πολιτική ατζέντα, και τα πολιτικά κόμματα παρουσιάζουν στους πολίτες-εκλογείς τις θέσεις τους για αυτά, όπως και για τα άλλα ζητήματα πολιτικής. Συμβαίνει κάτι τέτοιο στην Ελλάδα;

Νομίζω ότι σταδιακά αυτό θα αρχίσει να γίνεται και στη χώρα μας, μέχρι σήμερα ήμασταν μηδαμινή και αμελητέα ποσότητα για τους πολιτικούς καθώς οι περισσότερες και οι περισσότεροι δεν δηλώνουν ανοιχτά ΛΟΑΤΚΙ και όλοι θεωρούσαν –με ελάχιστες αλλά φωτεινές εξαιρέσεις- ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων μας δεν θα επέφερε μεγάλες ανταμοιβές σε ψήφους ή ακόμα και θα είχε αρνητικό πολιτικό κόστος για όποιον όποια προασπίζονταν τα δικαιώματά μας. Ξαφνικά αρχίζει να αλλάζει το τοπίο καθώς πλέον όλοι κατανοούν ότι είμαστε μετρήσιμη δύναμη –σε αριθμούς ψήφων- εμείς και οι σύμμαχοί μας. Αυτό πιστεύω ότι σύντομα θα οδηγήσει σε αλλαγή πλεύσης ως προς τις διεκδικήσεις της κοινότητας σε αρκετά κόμματα στο μέλλον.

Πώς θα περιγράφατε τη στάση των ελληνικών ΜΜΕ απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα;

Καθαρή ανθρωποφαγία… Με εξαίρεση πάλι κάποιες εκπομπές της κρατικής τηλεόρασης και κάποιες εφημερίδες (δεν αναφέρω ονόματα για να μην ξεχάσω και αδικήσω κάποιους) στα περισσότερα κανάλια και στα ΜΜΕ ήταν απολύτως σαφές ότι χρησιμοποιούσαν θέματα που αφορούν τα ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα μέσα από την λογική της κλειδαρότρυπας και πάντα με άξονα το «είναι ένα επίκαιρο θέμα και αυτή την εποχή πουλάει». Ρώτησαν τους πιο απίθανους συνομιλητές αν μπορούμε να μεγαλώνουμε παιδιά ή όχι (ο Φαήλος Κρανιδιώτης ο Νίκος Καμένος κ.ά, διάφοροι ηθοποιοί όπως ο Μπέζος και διάφοροι τραγουδιστές όπως ο Γιώργος Μαργαρίτης κ.ά. κλήθηκαν να τοποθετηθούν –λες και η γνώμη τους μας αφορά και θα αποτελέσει κριτήριο για την απόφασή μας να γίνουμε γονείς ή όχι- για το εάν οι gay (όλη η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα για τα ελληνικά ΜΜΕ είναι gay, λεσβίες, τρανς κλπ, δεν υπάρχουν όλες και όλοι είμαστε απλώς gay) πρέπει να γίνουν γονείς ή «για το καλό των παιδιών» πρέπει να το αποφύγουν. Όλο αυτό το υποκριτικό ενδιαφέρον για τα παιδιά μας μπορεί να λείψει και εάν πραγματικά ενδιαφέρονται γι’ αυτά καλά θα κάνουν να πάψουν να τους στερούν τα δικαιώματά τους όπως έχει επισημάνει εδώ και καιρό και ο συνήγορος του Πολίτη και ο συνήγορος του Παιδιού. Αν κινδυνεύεις από την διέλευσή σου σε ένα σκοτεινό δρομάκι με μεγάλη παραβατικότητα δουλειά της πολιτείας δεν είναι να σε αποτρέψει ή να σου απαγορεύσει να διασχίσεις το στενάκι αλλά να τοποθετήσει άπλετο φωτισμό και να διασφαλίσει ότι δεν θα σου συμβεί κάτι κακό.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Rethinking Greece

Μετάφραση: Άλκης Δελαντώνης και Ιουλία Λειβαδίτη

 

Διαβάστε ακόμα

«Ήθελα να ζήσω τη δική μου αλήθεια»

«Τα παιδιά μας μπαίνουν στο σχολείο με δύο μαμάδες και βγαίνουν χωρίς μπαμπά»

Anna Muylaert: «Ήθελα να αφηγηθώ μια καλή ιστορία, όχι να γράψω πολιτικό μανιφέστο»

anna

του Γιάννη Κοντού

Ένα βαθιά πολιτικό και με σαφώς ταξική «ανάγνωση» οικογενειακό δράμα επιβεβαιώνει τη ζωτικότητα του νοτιοαμερικάνικου σινεμά. Ο λόγος για την ταινία Η δεύτερη μάνα της Βραζιλιάνας Anna Muylaert, η οποία επιτέλους προβάλλεται από τις 14 Απριλίου στους κινηματογράφους, 1 και πλέον χρόνο μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ του Σάντανς, όπου οι πρωταγωνίστριές ατης Regina Casé και Camila Márdila απέσπασαν το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στην κατηγορία του Παγκόσμιου Σινεμά. Το φιλμ αφηγείται την ιστορία της Val (Regina Casé), η οποία εργάζεται ως εσώκλειστη νταντά, και ουσιαστικά ως πραγματική μητέρα, σε μεγαλοαστικό σπίτι στο Σάο Πάολο, έχοντας πλήρως εσωτερικεύσει και φυσικοποιήσει την ταξικά κατώτερη θέση της. Η εμφάνιση της νεαρής κόρης της Jéssica (Camila Márdila), την οποία έχει να δει επί πολλά χρόνια, στην πόλη, όπου σκοπεύει να δώσει εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, θα «πυροδοτήσει» μια σειρά από ανατροπές. Κουβεντιάζουμε με την Anna Muylaert, με αφορμή τη διεισδυτική της ταινία.

Φαίνεται ότι η Δεύτερη μάνα σε «ταλαιπώρησε» για πολλά χρόνια. Ποια ήταν η αφετηρία όλης της δημιουργικής διαδικασίας πίσω από το γύρισμα της ταινίας και γιατί χρειάστηκες τόσο μεγάλο διάστημα, για να την ολοκληρώσεις;

Ξεκίνησα να γράφω το σενάριο πριν από 20 χρόνια, όταν γέννησα το πρώτο μου παιδί και συνειδητοποίησα πόσο ευγενής απασχόληση είναι να ανατρέφεις ένα παιδί. Την ίδια στιγμή, παρατήρησα, επίσης, το βαθμό, στον οποίο το καθήκον αυτό είναι υποτιμημένο στη βραζιλιάνικη κουλτούρα. Στο κοινωνικό μου κύκλο, αντί να φροντίζεις το ίδιο σου το μωρό, πιο συχνά προσλαμβάνεις μια εσώκλειστη νταντά, στην οποία αναθέτεις την περισσότερη δουλειά, που θεωρείται βαρετή και σε «αδειάζει». Αλλά αυτές οι νταντάδες συχνά αναγκάζονται να αφήσουν τα δικά τους παιδιά σε κάποιον άλλο, για να χωρέσουν σε αυτό το πλαίσιο.

Αυτό το κοινωνικό παράδοξο υπήρξε για μένα ένα από τα πιο σημαντικά στη Βραζιλία, γιατί είναι πάντα τα παιδιά που βγαίνουν χαμένα- τόσο εκείνα των εργοδοτών, όσο και των νταντάδων. Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στο θεμέλιο της κοινωνίας μας, την εκπαίδευση.

Μου πήρε τόσα χρόνια, για να βρω τη σωστή ιστορία και να συγκεντρώσω χρήματα.

anna2

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της δουλειάς σου είναι ο βαθιά πολιτικός χαρακτήρας της, το γεγονός ότι «απογυμνώνει» τις ταξικές σχέσεις και τις σχέσεις εξουσίας στη Βραζιλία, χωρίς, ούτε μια φορά, να αναφέρεται σε κάποια πολιτική ιδεολογία ή όρο (Αριστερά, Δεξιά, Κέντρο), ή να γίνεται διδακτική. Ήταν συνειδητή επιλογή εξ αρχής, ή αποφάσισες πως αυτός ήταν ο πιο κατάλληλος τρόπος να αφηγηθείς τη συγκεκριμένη ιστορία;

Δεν ήταν καν απόφαση. Ήθελα να αφηγηθώ μια καλή ιστορία, όχι γράψω το οποιοδήποτε πολιτικό μανιφέστο.

Ταυτίζεσαι με τη ζωντανή παράδοση του νοτιοαμερικάνικου σινεμά, που συνδυάζει οξύ κοινωνικό και πολιτικό σχόλιο και μια ευαίσθητη ματιά στην ανθρώπινη κατάσταση;

Το ελπίζω! Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, οι αναφορές μου παραπέμπουν περισσότερο στον ιταλικό κινηματογράφο.

Η Regina Casé, η πρωταγωνίστριά σου, δίνει μια από τις πιο ολοκληρωμένες ερμηνείες των τελευταίων χρόνων τόσο σε λεκτικό, όσο και μη-λεκτικό επίπεδο, θυμίζοντάς μου πολύ το ταμπεραμέντο των γυναικών και των μητέρων της Μεσογείου. Πώς ήταν συνεργασία σας; 

Πράγματι συνεισέφερε πολύ στη διαμόρφωση των διαλόγων και το «χτίσιμο» του χαρακτήρα της. Υπήρξαν πολλές συζητήσεις, πρόβες και αυτοσχεδιασμοί.

Η εμφάνιση της κινηματογραφικής της κόρης, που ενσαρκώνεται υπέροχα από την Camila Márdila, λειτουργεί καταλυτικά με πολλούς τρόπους- κι όχι μόνο σε σχέση με την ήρεμη ριζοσπαστικοποίηση της μητέρας. Αντιμετωπίζεις, επίσης, τις νεότερες γενιές- ή τμήματά τους- ως «καταλύτες» της κοινωνικής αλλαγής;

Ναι, σίγουρα. Αλλά, αυτή τη στιγμή, στη Βραζιλία ο συγκεκριμένος χαρακτήρας φέρει μια ξεχωριστή κοινωνική σημασία, λόγω των πρόσφατων ενεργειών που κατόρθωσαν να συμπεριλάβουν εκατομμύρια φοιτητές χαμηλών κοινωνικών τάξεων στο πανεπιστήμιο.

Εκτός από παραγωγική σκηνοθέτρια τηλεταινιών και ταινιών μικρού μήκους, έχεις, επίσης, ασχοληθεί με την κριτική κινηματογράφου. Σε βοήθησε να διαμορφώσεις την κινηματογραφική σου προσέγγιση;

Ασφαλώς. Για να σκηνοθετήσεις μια ταινία, πρέπει όχι μόνο να αισθάνεσαι, αλλά και να κρίνεις όλη την ώρα.

anna3

Ποιοι σκηνοθέτες συνιστούν τις βασικές σου αναφορές/ πηγές έμπνευσης;

Οι δάσκαλοι. Ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, ο Φελίνι, ο Παζολίνι, ο Γκλάουμπερ Ρόχα, ο Γκοντάρ. Επίσης, οι Αδερφοί Κοέν, ο Γκας Βαν Σάντ, καθώς και σύγχρονοι Βραζιλιάνοι σκηνοθέτες, όπως ο Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιο και ο Κλαούντιο Ασίς.

Υπάρχει ένα «γυναικείο βλέμμα» στον κινηματογράφο, ή, απλώς, καλοί και κακοί σκηνοθέτες και σκηνοθέτριες; Τι καθιστά ένα φιλμ «καλό», κατά τη γνώμη σου;

Πιστεύω πως υπάρχει γυναικείο βλέμμα, αλλά νομίζω ότι δεν εξαρτάται από το φύλο του σκηνοθέτη. Ο Αλμοδόβαρ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Είναι δύσκολο να ορίσεις ένα «καλό» φιλμ, αλλά αυτό που τέτοιες ταινίες έχουν ως κοινό ίσως είναι ότι είναι ζωντανές, ότι λένε περισσότερα από όσα είχαν σκοπό να πουν.

Πόσο δύσκολη είναι η εξασφάλιση χρηματοδότησης για κινηματογραφικά εγχειρήματα στη Βραζιλία;

Δύσκολη όσο και οπουδήποτε αλλού. Το σινεμά απαιτεί πολλά χρήματα.

2 ταινίες σου (Η δεύτερη μάνα, Don’t call me son) έχουν προβληθεί σε φεστιβάλ τα 2 τελευταία χρόνια. Προς το παρόν ξεκουράζεσαι, ή είσαι στη διαδικασία προετοιμασίας μιας καινούριας ταινίας;

Ξεκουράζομαι!

Η φωτογραφία της Anna Muylaert είναι του Marcos Alves και εκείνες των 2 πρωταγωνιστριών της Aline Arruda.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Manuela Mandler από την εταιρεία παραγωγής της ταινίας, την Gullane, που με έφερε ταχύτατα σε επαφή με την σκηνοθέτρια.

Η ταινία της Anna Muylaert Η δεύτερη μάνα προβάλλεται από τις 14 Απριλίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Feelgood Entertainment.

Πηγή: εναντιοδρομίες

anna4

Ο φεμινισμός μάχεται κατά της καταπίεσης, όπως ακριβώς και ο αντιρατσισμός!

jane

της Esra Dogan

Ζώντας ως μετανάστρια στην Αθήνα, έχω γίνει μάρτυρας εθνικών/γλωσσικών/θρησκευτικών διακρίσεων και έχω ζήσει με τον διαρκή φόβο του ρατσισμού, ειδικά λόγω της απειλητικής ανόδου/αποδοχής της Χρυσής Αυγής. Μέσα από τις εμπειρίες αυτές, άρχισα να αναγνωρίζω όλο και περισσότερο τη σημασία του αντιρατσιστικού αγώνα.

Ως γυναίκα, σε όλη μου τη ζωή είτε στην Τουρκία είτε στην Ελλάδα είτε αλλού, έχω έρθει αντιμέτωπη με τον σεξισμό και τα μειονεκτήματα του να μην είσαι «άντρας», όχι μόνο ως υποκείμενο στην κοινωνία αλλά και στις προσωπικές μου σχέσεις. Και μέσα από αυτό, έμαθα τη σημασία του φεμινιστικού αγώνα.

Τελικά συνειδητοποίησα ότι ο αγώνας για ισότητα των φύλων είναι εξίσου σημαντικός με τον αγώνα για φυλετική ισότητα. Πράγματι, οι δυο αυτοί αγώνες αλληλοσυνδέονται περισσότερο από όσο θα μπορούσατε να φανταστείτε.

Συγκεκριμένα, ο ρατσισμός βιώνεται διαφορετικά από άτομα διαφορετικού φύλου.  Ομοίως, ο σεξισμός βιώνεται διαφορετικά ανάλογα με τη φυλή κάποιου, ενώ κάποιος που αντιμετωπίζει και ρατσισμό και σεξισμό έχει διαφορετική εμπειρία. Για παράδειγμα, ένας γκέι Αφγανός μετανάστης στην Ελλάδα μπορεί να βιώσει τον ρατσισμό με τρόπο αρκετά διαφορετικό από τους στρέιτ Αφγανούς μετανάστες. Θα βιώσει, επίσης, την ομοφοβία διαφορετικά από έναν Έλληνα γκέι.

Αυτή η διαπλοκή πολλαπλών μορφών διακρίσεων απαντάται στη βιβλιογραφία ως μελέτη της διαπλοκής ταυτοτικών χαρακτηριστικών (intersectionality ή «διαθεματικότητα»), η οποία επιχειρεί να σκιαγραφήσει την καταπίεση ως πολυδιάστατο κοινωνικό φαινόμενο. Η θεωρία της διαπλοκής ταυτοτικών χαρακτηριστικών υποστηρίζει ότι οι εκφάνσεις της καταπίεσης σε μια κοινωνία (όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η ομοφοβία, η τρανσφοβία κ.λπ.) δεν λειτουργούν ανεξάρτητα αλλά αλληλοσυνδέονται και διαμορφώνονται συνεχώς η μια βάσει της άλλης. Η κατανόηση της διαπλοκής αυτής είναι σημαντική, καθώς μας δείχνει γιατί ενδεχομένως να μην αρκεί μόνο η καταπολέμηση του ρατσισμού. Αντιθέτως, πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια σε όλες τις μορφές καταπίεσης στην κοινωνία.

Ο ρατσισμός είναι η άποψη ότι τα μέλη κάθε φυλής διαθέτουν χαρακτηριστικά ή ικανότητες που αποδίδονται αποκλειστικά στη συγκεκριμένη φυλή, μια πεποίθηση που συντελεί στη λανθασμένη ιεράρχηση ων φυλών, θεωρώντας κάποιες «κατώτερες» και κάποιες «ανώτερες» σε σχέση με τις άλλες. Με αυτόν τον τρόπο, ο ρατσισμός λειτουργεί ως θεσμική εξουσία που ευνοεί τη λευκή φυλή. Η πατριαρχία δημιουργεί μια παρόμοια θεσμική εξουσία. Ωστόσο, σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι η φυλή αλλά το φύλο που μετατρέπεται σε εργαλείο καταπίεσης – δημιουργώντας την επονομαζόμενη «ανωτερότητα του ανδρικού φύλου». Τόσο ο φεμινισμός όσο και ο αντιρατσισμός μάχονται για την κατάργηση των άδικων προνομίων που δημιουργούνται μέσα από τις εξουσιαστικές δομές της κοινωνίας.

Ωστόσο, αυτό που με ενοχλεί ως αντιρατσίστρια και φεμινίστρια που ζει στην Αθήνα είναι ότι ενώ ο αντιρατσιστικός ακτιβισμός μου είναι σε γενικές γραμμές καλοδεχούμενος, ο φεμινιστικός ακτιβισμός υπονομεύεται αρκετά.  Συνεχώς παρατηρώ ή συμμετέχω σε ακτιβιστικά κινήματα στην Ελλάδα τα οποία σε μεγάλο βαθμό αποκλείουν το πρόβλημα των άλλων φύλων (γυναίκες, lgbtqi+) και είναι περιορισμένη η αναγνώριση του γεγονότος ότι τέτοιες συμπεριφορές δημιουργούν ασυνέπειες στον αγώνα για ισότητα και ελευθερία όλων.

Όταν λέω «είμαι φεμινίστρια», παίρνω απαντήσεις όπως «δεν είμαι φεμινίστρια αλλά ανθρωπίστρια. Για εμένα η κάθε ζωή μετράει». «Είμαι αντιφεμινιστής, επειδή είμαι υπέρ της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ισότητας για όλους, όχι μόνο για τις γυναίκες.» Όσοι υιοθετούν τέτοιες απόψεις είναι σαφές ότι δεν γνωρίζουν τι σημαίνει φεμινισμός στην πραγματικότητα. Πολύ απλά, φεμινισμός σημαίνει ισότητα για όλους!

Και όσοι ισχυρίζονται ότι είναι κατά του ρατσισμού/εθνικισμού, όσοι προωθούν τις ιδέες του κοινωνικού εξισωτισμού κ.λπ. τείνουν να υποτιμούν την ίδια την ύπαρξη των ανδροκρατούμενων εξουσιαστικών δομών που δημιουργεί η πατριαρχία.

Σε περίπτωση που δεν το έχετε καταλάβει: Το φύλο αποτελεί μια τάξη, μια κατηγορία όπως είναι το χρώμα και η εθνικότητα, η οποία δημιουργεί ανώτερους και προνομιακή μεταχείριση. Επιπλέον, η πατριαρχία κάνει διακρίσεις όχι μόνο κατά των γυναικών αλλά και κατά όλων των άλλων τύπων φύλων που τυχαίνει να μην εμπίπτουν στην κοινωνική τάξη του «αρρενωπού ετεροφυλόφιλου άνδρα».

Άρα, λοιπόν, γιατί οι ακτιβιστές που είναι τόσο ευαίσθητοι σε θέματα φυλετικών/εθνικών/θρησκευτικών προκαταλήψεων και κοινωνικοοοικονομικών διακρίσεων δεν ενσωματώνουν στο πρόγραμμά τους τα φεμινιστικά ιδεώδη και αξίες;

Η απάντηση βρίσκεται εκεί έξω. Το πατριαρχικό σύστημα είναι τόσο βαθιά ριζωμένο στην κοινωνική μάθηση και πολιτισμική συμπεριφορά που βρίσκεται παντού. Βρίσκεται στη γλώσσα μας, στις προσωπικές μας σχέσεις, στις εργασιακές επιλογές μας, στα παιχνίδια των παιδιών μας κ.λπ. Δεν χρειάζεται να πάτε μακριά. Έχετε πιθανότατα δει ανθρώπους που κάνουν σεξιστικά αστεία (π.χ. ξανθιές γυναίκες), που βάζουν ταμπέλες στις γυναίκες με βάση τη σεξουαλικότητά τους (π.χ. τσούλα). Ουσιαστικά όμως δεν υπάρχει καμιά διαφορά μεταξύ της κοροϊδίας ενός άντρα για το χρώμα/εθνικότητά του και μιας γυναίκας για το φύλο/σεξουαλικότητά της.

Το πρόβλημα έγκειται στο ότι η πλειονότητα των ανθρώπων θεωρεί δεδομένο το ανδρικό πλεονέκτημα – δεν νιώθει την ανάγκη να αμφισβητήσει την προνομιακή αυτή μεταχείριση. Η πατριαρχία του σήμερα μας κάνει να πιστεύουμε δυο μύθους ταυτόχρονα. Ο πρώτος μύθος είναι ότι άνδρες και γυναίκες δεν είναι «βιολογικά ίσοι», άρα λοιπόν οι άνδρες είναι προνομιούχοι λόγω των σωματικών τους χαρακτηριστικών. Να θυμίσω εδώ ότι, αν κοιτάξουμε την ιστορία, παρόμοια επιχειρήματα περί «βιολογικών διαφορών» χρησιμοποιήθηκαν και από τους λευκούς ενάντια στους μαύρους, καθώς οι λευκοί θεωρούνται διανοητικά ανώτεροι και άξιοι «να τους υπηρετούν» ενώ οι μαύροι σωματικά ικανοί «να υπηρετούν».

Ο δεύτερος μύθος είναι ότι υφίσταται ήδη ισότητα ως προς τα νομικά δικαιώματα και τις συνθήκες εργασίας, άρα «τι άλλο μπορεί να θέλει μια φεμινίστρια»; Ωστόσο, η νομοθεσία λέει επίσης ότι ούτε ο ρατσισμός γίνεται ανεκτός στην Ελλάδα (όπως και σε πολλές άλλες χώρες), πράγμα που φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ρατσισμός. Παρομοίως, το ζήτημα της πατριαρχίας και της ανισότητας των φύλων δεν λύνεται απλά διατυπώνοντας ότι οι «γυναίκες έχουν τα ίδια πολιτικά και κοινωνικοοικονομικά δικαιώματα». Εμείς, οι γυναίκες, μπορούμε να εργαστούμε, να ψηφίσουμε και να εκλεχθούμε. Αν το θέλαμε πραγματικά, θα μπορούσε κάποια από εμάς να είναι Πρόεδρος της Ελλάδας, της Τουρκίας, του ΗΒ κ.λπ. Σίγουρα!

Αναμφίβολα, σε κοινωνίες όπου τα μέσα ενημέρωσης είναι ακόμα ανδροκρατούμενα, όπως είναι και η κρατική διακυβέρνηση, το εκπαιδευτικό σύστημα και οι οικογενειακές δομές, δεν αποτελεί έκπληξη ότι ο φεμινισμός συνοδεύεται από «αρνητικές συνυποδηλώσεις», χάρη σε αβάσιμα επιχειρήματα και μύθους εναντίον του.

Πολλοί αντιφεμινιστές έχουν «επινοήσει» τα δικά τους παράλογα επιχειρήματα, με γενικεύσεις που προέρχονται από το πολύ ευρύ φεμινιστικό κίνημα και καλλιεργώντας παρανοήσεις για να υπονομεύσουν το φεμινιστικό κίνημα.

Ακολουθούν κάποιες από αυτές τις παρανοήσεις που ακούγονται συχνά: «Οι φεμινίστριες μισούν τους άντρες!» ή «Ο φεμινισμός στερεοτυπικά χαρακτηρίζει όλους τους άντρες ως σεξιστές» ή «Ο φεμινισμός είναι μόνο για τις γυναίκες» ή «Ακόμα και κάποιες γυναίκες λένε ότι ο φεμινισμός είναι κακός» ή «Οι φεμινίστριες είναι κατά του σεξ, του γάμου, της μητρότητας» κ.λπ. Έχω συναντήσει και ανθρώπους που πιστεύουν ειλικρινά ότι όλες οι φεμινίστριες είναι λεσβίες και θέλουν έναν κόσμο μόνο με γυναίκες! Χωρίς πλάκα τώρα.

Ο φεμινισμός δεν προωθεί το «μίσος» αλλά την «αγάπη» επί ίσοις όροις

Οι φεμινίστριες δεν μισούμε τους άντρες. Μισούμε τις ιδέες περί ανδρικής ανωτερότητας και τη συνέχιση της προαιώνιας δυσανάλογης εξουσίας που δίνεται στους άντρες. Δεν είμαστε κατά του σεξ αλλά κατά της σεξουαλικής υποδούλωσης και της πορνοποίησης του γυναικείου σώματος. Ο φεμινισμός δεν είναι κατά του γάμου και της μητρότητας αλλά κατά του γάμου όταν νοείται ως θεσμός καταπίεσης των γυναικών σε συγκεκριμένους «υποχρεωτικούς» ρόλους, όπως η φροντίδα των παιδιών και του νοικοκυριού, σε βαθμό αναντίστοιχο με τους άντρες. Συνεπώς, ο φεμινισμός δεν επιδιώκει την κατάργηση της οικογένειας αλλά τον επαναπροσδιορισμό της. Όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των φύλων, ο φεμινισμός δεν προωθεί το «μίσος» αλλά την «αγάπη» επί ίσοις όροις.

Συνεπώς, γενικά ο φεμινισμός αγωνίζεται ενάντια στον σεξισμό – δηλαδή τη διάκριση βάση φύλου – καθώς και τους ρόλους φύλου που έχουν δημιουργηθεί εξαιτίας της θεσμικής εξουσίας που κατέχουν οι άντρες. Ο φεμινισμός αγωνίζεται ενάντια στον μισογυνισμό, ο οποίος μπορεί να εκδηλωθεί με την υποτίμηση των γυναικών, τη βία απέναντί τους, τη σεξουαλική αντικειμενοποίησή τους κ.λπ. Ως φεμινίστριες/-στές, θέλουμε να καταρρίψουμε το πατριαρχικό κοινωνικό σύστημα που καταπιέζει τις γυναίκες, τους διεμφυλικούς, τους παμφυλικούς κ.λπ.

Είσαι κατά του μισογυνισμού, της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας; Πρέπει οι γυναίκες και οι LGBTQI+ να αισθάνονται ασφαλείς, ίσοι και ελεύθεροι στην κοινωνία; Πιστεύεις ότι όλοι ανεξαρτήτως φύλου πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες εκπαίδευσης και εργασίας, καθώς και ίση αμοιβή; Αν απάντησες «ναι», είσαι φεμινιστής/-στρια. Τελεία. Δεν υπάρχει «ναι, αλλά…».

Ναι, γνωρίζω ότι πολλοί γύρω μου είναι σκεπτικοί ως προς τον φεμινισμό λόγω του γεγονότος ότι ο λευκός φεμινισμός αγνοεί την ίδια την ύπαρξη του ρατσισμού. Αυτό που ενδεχομένως δεν γνωρίζετε εσείς είναι ότι ιστορικά οι φεμινίστριες που υποστηρίζουν τη θεωρία των πολλαπλών διακρίσεων προωθούν τη σημασία του αγώνα κατά του ρατσισμού, αμφισβητώντας τη στάση των Λευκών Φεμινιστριών.

Με τον όρο Λευκές Φεμινίστριες δεν εννοούμε φεμινίστριες από τη λευκή φυλή αλλά όσες ενστερνίζονται φεμινιστικές απόψεις ενώ ταυτόχρονα αγνοούν την ύπαρξη προνομίων για τους λευκούς. Κάποιες μοιάζουν κολλημένες στην τοξική άποψη ότι τα ζητήματα των εθνικών και ρατσιστικών διακρίσεων θα επιλυθούν αν διασφαλιστεί η ισότητα των φύλων.

Αυτή η στάση δεν διαφέρει πολύ από τη στάση εκείνων που αγνοούν τα προνόμια του αντρικού φύλου που εξασφαλίζει η πατριαρχική κοινωνία. Έτσι, λοιπόν, κάποιοι «αντιρατσιστές αλλά όχι φεμινιστές» – όπως αυτοαποκαλούνται – διαιωνίζουν την ύπαρξη δύο μέτρων και δύο σταθμών στη συζήτηση για τα ζητήματα φύλου.

Και οι δύο αυτές κατηγορίες ατόμων είναι υποκριτές!

Δεν έχει έρθει η ώρα να βγείτε από το καβούκι σας, να καταρρίψετε τα δύο μέτρα και δύο σταθμά και να αποδεχτείτε ότι δεν μπορούμε να αρνηθούμε τόσο την ύπαρξη των αντρικών προνομίων/της καταπίεσης βάσει φύλου όσο και την παράλληλη ύπαρξη των λευκών προνομίων/των φυλετικών και εθνικών διακρίσεων; Δεν έχει έρθει η ώρα να συνειδητοποιήσετε ότι ο φεμινισμός μάχεται κατά της καταπίεσης, όπως και ο αντιρατσισμός, και ότι η φεμινιστική αντίσταση είναι απαραίτητη για την ενίσχυση του αγώνα κατά του έμφυλου ρατσισμού που αντιμετωπίζει καθημερινά μια μετανάστρια σαν εμένα;

 

 

Η Sanaa Taleb και 40 από τις συγκρατούμενές της σε απεργία πείνας

sanaa

Κείμενο-φωτογραφία: Katja Lihtenvalner

6 μήνες πέρασαν, 9 μήνες πέρασαν, 1 χρόνος πέρασε.

Η Sanaa Taleb, μια 33χρονη από το Μαρόκο, η οποία το Νοέμβριο του 2015 αντιστάθηκε στην εξαναγκαστική απέλαση, παραμένει έγκλειστη στα κελιά του κέντρου κράτησης για μετανάστριες χωρίς χαρτιά στο Ελληνικό.

Η κράτησή της μετρά, πλέον, 1 χρόνο, 1 βδομάδα και 4 μέρες.

Εκτεθειμένη στην αστυνομική βία, εξευτελισμένη και έχοντας μεταφερθεί στην ψυχιατρική κλινική του Δαφνίου για θεραπεία, επέστρεψε, στη συνέχεια, στα κρύα κελιά του Ελληνικού. Απέρριψε το φαγητό μερικές φορές μαζί με συγκρατούμενές της, αντιδρώντας στις ανυπόφορες συνθήκες ζωής («κρύο φαγητό με ψωμί σαν πέτρα, καθόλου ζεστό νερό για ντους στη διάρκεια του χειμώνα»). Οι περισσότερες συγκρατούμενες της έχουν, στο μεταξύ, αφεθεί ελεύθερες. Όχι και η Sanaa.

Στις 4 Απριλίου συμπληρώθηκε 1 χρόνος από τη σύλληψή της. Είναι ελάχιστα γνωστό γιατί παραμένει κρατούμενη έπειτα από ένα χρόνο. Στην επέτειο αυτού του γεγονότος ξεκίνησε από το Αιγαίο ένα «κύμα» απελάσεων, στο πλαίσιο της συμφωνίας ανάμεσα στην Ε.Ε. και την Τουρκία. Όχι σιωπηρό, όπως παλιότερα, αλλά πλήρως νόμιμο, υπό τους προβολείς των Μ.Μ.Ε. και με τη συνδρομή των αστυνομικών δυνάμεων της Ε.Ε. Η εξαναγκαστική απέλαση έγινε κάτι αποδεκτό.

Η ζωή εκείνων που ήδη είναι έγκλειστοι και έγκλειστες στις ελληνικές φυλακές για μετανάστες/-ριες χωρίς χαρτιά συνεχίζει, πάντως, να αποτελεί εφιάλτη. Οι ιστορίες από το Ελληνικό δε συνιστούν εξαίρεση. Μόλις ένα μήνα πριν, μια γυναίκα από το Ιράν απέβαλε. «Ήδη τρεις μέρες πριν, ζήτησε να μιλήσει μαζί μας και μας είπε ότι είναι έγκυος κι ότι αιμορραγεί. Οι διαμαρτυρίες μας στους φύλακες για άμεση μεταφορά της στο νοσοκομείο αγνοήθηκαν παντελώς, αμφισβητώντας τόσο την εγκυμοσύνη όσο και την αιμορραγία της κρατούμενης», επισήμανε σε ανακοίνωσή της η ομάδα Αλληλέγγυες- αλληλέγγυοι Κρατουμένων στα Νότια.

Οι γυναίκες στα κελιά του Ελληνικού αποφάσισαν να θέσουν τέλος στις απάνθρωπες συνθήκες, στις οποίες είναι εκτεθειμένες. 3 μέρες πριν, 41 από αυτές, μαζί και η Sanaa, ξεκίνησαν απεργία πείνας. Αυτό ήταν το γράμμα που απεύθυναν στην κοινή γνώμη:

«Είμαστε οι γυναίκες από το τμήμα του Ελληνικού. Γράφουμε αυτό σε εσάς (άνθρωποι) για να γνωρίζετε πόσο κουρασμένες και θλιμμένες είμαστε. Είμαστε 47 όλες κι όλες μέσα τώρα και αντιστεκόμαστε με απεργία πείνας και δεν θέλουμε να φάμε, επειδή δεν γνωρίζουμε τι πρόκειται  να μας συμβεί. Κάποιες από εμάς είναι εδώ ένα χρόνο, κάποιες 11 μήνες, κάποιες έξι, κάποιες εφτά, κάποιες πέντε, κάποιες τέσσερις και πάει λέγοντας. Οι περισσότερες από εμάς ζουν στην χώρα για πολλά χρόνια και έχουμε τις δουλειές μας να μας περιμένουν και τους συζύγους και τα παιδιά μας έξω, οπότε παρακαλώ ικετεύουμε για την ελευθερία μας. Αν υπάρχει κάτι που εσείς άνθρωποι μπορείτε να κάνετε για να μας βοηθήσετε να απελευθερωθούμε θα είμαστε πολύ χαρούμενες».

Στο μεταξύ, η μάχη της Sanaa και η φυλάκιση όλων των μεταναστριών δεν ξεχάστηκαν. Η ομάδα Antifa lab δημιούργησε ένα αξιοσημείωτο graffiti στη μνήμη της. “Free Sanaa Taleb. Χαρτιά στους μετανάστες”. Βρίσκεται στη λεωφόρο Αθηνών.

Το κίνημα υποστήριξης στην Sanaa και σε όλες τις μετανάστριες κρατούμενες εξαπλώνεται σε όλη την Ελλάδα: στη Θεσσαλονίκη, το Αγρίνιο, τη Λέσβο και αλλού. Αύριο Σάββατο, 16 Απριλίου, διοργανώνεται πορεία στις 12 το μεσημέρι, στην πλατεία Αγίου Τρύφωνα, Άνω Γλυφάδα, που θα κατευθυνθεί προς το κέντρο κράτησης Ελληνικού.

Και για να μην ξεχάσουμε την Sanaa Taleb, μια μετανάστρια εκτεθειμένη στην καταπίεση, την ταπείνωση και τη στέρηση της ελευθερίας, ένα σύμβολο αντίστασης στις απελάσεις και της μάχης ενάντια στις αρχές, στις 31 του Μάη δικάζεται για τα αδικήματα της απείθειας και της φθοράς δημόσιας περιουσίας.

Η μάχη για την ελευθερία είναι μακρά και πικρή, αλλά τα χνάρια της μένουν για πάντα. Η Sanaa Taleb έχει ήδη καθιερωθεί ως μια σύγχρονη ηρωίδα και ο αγώνας της δε θα πάει χαμένος.

Μετάφραση: Γιάννης Κοντός

Πηγή: hitandrun

Αγορά Σωμάτων

rented wombs

της Μαριάντζελα Μιανίτι

Στην ευτυχή αφήγηση της απόκτησης γονικής ιδιότητας μέσω παρένθετης κύησης δεν έχουν γίνει παρά ελάχιστες νύξεις σε ένα σημαντικό κομμάτι του ζητήματος, εκείνο του σταδίου που προηγείται της εμφύτευσης του εμβρύου. Το στάδιο αυτό δεν είναι διόλου ασήμαντο γιατί αφορά την επιλογή και την αγορά του γενετικού υλικού, που χρησιμεύει στη δημιουργία της νέας ζωής, δηλαδή του σπέρματος και των ωαρίων, τα οποία καθίστανται θεμελιώδη ακριβώς επειδή καθορίζουν τα χαρακτηριστικά ενός ατόμου. Η επιλογή τόσο αυτών των δωρητών όσο και της φέρουσας τη μήτρα έχει κόστος που κυμαίνεται σύμφωνα με οικονομικά και γεωγραφικά κριτήρια, παρόμοια με εκείνα των κινήσεων των χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων.

Τιμές σύμφωνα με οικονομική γεωγραφία

Το να αποκαλεί κανείς δωρεά την παρένθετη μητρότητα αποτελεί ευφημισμό επειδή κατ’ ουσία πρόκειται για μια κανονική αγορά που έχει τιμολόγια, ζήτηση και προσφορά, συμβόλαια, μάρκετινγκ και μεσάζοντες, όπως συμβαίνει σε οποιαδήποτε εμπορική συναλλαγή ή ανταλλαγή παροχών. Η εισβολή του λεξιλογίου και της νοοτροπίας του μάρκετινγκ στην αγορά σωμάτων, γιατί περί αυτού πρόκειται, έχει ήδη συμβεί. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς τα σλόγκαν συγκεκριμένων εταιρειών, τα οποία μιμούνται τις καμπάνιες προώθησης ταξιδιών χαμηλού κόστους, όπως πακέτο «Bimbo in braccio» [Μωρό στην αγκαλιά], πακέτο «Surrogacy» [Παρένθετης Μητρότητας] και πακέτο «Economy Plus», τα οποία καθορίζουν διαφορετικές τιμές ανάλογα με τις απόπειρες γονιμοποίησης και τις προθεσμίες καταβολής της πληρωμής.

Σε αυτή την αγοροπωλησία, το εμπόρευμα με το χαμηλότερο κόστος είναι το σπέρμα. Από τις λίγες εκατοντάδες δολάρια, που ζητά ισραηλινή εταιρεία, έως και τις διαφορετικές τιμές που πληρώνει μια ρωσική εταιρεία ανάλογα με την εθνικότητα του δωρητή/πωλητή. Για την ίδια ποσότητα σπέρματος δίνονται λιγότερα από 200 ευρώ αν ο δωρητής είναι Ρώσος, ενώ περισσότερα από 800 ευρώ αν είναι Δανός ή Σουηδός. Το ίδιο συμβαίνει και με τις δωρήτριες ωαρίων. Στις Η.Π.Α, όπου μια δωρεά ωαρίων κοστολογείται κατά μέσο όρο από 10 έως 15 χιλιάδες δολάρια, αν η δωρήτρια είναι ψηλή, ξανθιά και φοίτησε στο Χάρβαρντ μπορεί να αξιώσει μια πολύ υψηλότερη τιμή σε σχέση με μια γυναίκα χωρίς πτυχίο.

Αλλά και οι τιμές για τις φέρουσες τη μήτρα προσαρμόζονται σύμφωνα με μια οικονομική γεωγραφία. Μια Αμερικανίδα λαμβάνει έως και 30 χιλιάδες δολάρια, μια ινδή λιγότερο από 5 χιλιάδες δολάρια ενώ μια ουκρανή 10 χιλιάδες δολάρια περίπου. Μια ματιά στο πλήρες κόστος της διαδικασίας αρκεί για να πάρει κανείς μια ιδέα για το πώς κινείται αυτή η επιχείρηση. Στις Η.Π.Α το πλήρες κόστος μιας παρένθετης μητρότητας μπορεί να φτάσει τις 150 με 200 χιλιάδες δολάρια, στην Ουκρανία τις 30 με 50 χιλιάδες, στη Ρωσία τις 30 με 65 χιλιάδες δολάρια. Και είναι κι εκείνοι που για να προσφέρουν ανταγωνιστικές τιμές οργανώνονται με κριτήρια ίδια με αυτά της μετακίνησης κεφαλαίων. Προκύπτουν  έτσι αμερικανικές εταιρείες που καταφεύγουν σε μεξικανές φέρουσες τη μήτρα ή ισραηλινές εταιρείες που προσφέρουν σπερματέγχυση στις Η.Π.Α κι έπειτα μεταφέρουν τα κατεψυγμένα έμβρυα στο Νεπάλ όπου εμφυτεύονται στην μήτρα Ινδών γυναικών, για λόγους οικονομίας.

Αναπτυσσόμενη αγορά

Στο Clinical Labor [Κλινικό Εργαστήριο], βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2014, οι Αυστραλές ερευνήτριες Melinda Cooper και Catherine Waldby αναλύουν τις νέες μορφές βιοοικονομικής εργασίας, όπως η παρένθετη μητρότητα. Εξετάζουν πώς η αγορά της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής αναπτύσσεται όλο και περισσότερο, επεκτεινόμενη σε υπηρεσίες και τομείς της βιοϊατρικής βιομηχανίας. Παρατηρούν πώς το κλινικό εργαστήριο καθίσταται όλο και πιο αντιπροσωπευτικό των νεοφιλελεύθερων οικονομιών του 21ου αιώνα.

Υπάρχουν κάποιοι που για να πληρώσουν για μια διαδικασία σαν αυτή πουλούν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία, αν έχουν, ή ζητούν δάνειο. Από την άλλη υπάρχουν και γυναίκες που υποβάλλονται σε ορμονικές θεραπείες και σε μια εγκυμοσύνη για λογαριασμό τρίτων, ώστε να αγοράσουν ένα σπίτι ή να πληρώσουν το πανεπιστήμιο των παιδιών τους. Ταυτόχρονα γιατροί, κλινικές, εταιρείες, ασφαλιστικές, νοσοκομεία και δικηγόροι βλέπουν τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς να φουσκώνουν. Στη μέση στέκεται η επιθυμία για απόκτηση ενός παιδιού. Είναι όμως πραγματικά αμφίβολο κατά πόσο μια τέτοια απαίτηση έχει και το δικαίωμα να γίνει αποδεκτή με κάθε κόστος, κυριολεκτικά μιλώντας.

Μετάφραση από το Μανιφέστο: Βαρβάρα Κυριλλίδου

Πηγή: Εποχή

 

Διαβάστε ακόμα

Η παρένθετη μητρότητα αντιβαίνει στη Διεθνή Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού

Οι σουηδές φεμινίστριες τάσσονται ενάντια στην παρένθετη μητρότητα

 

H Γαλλία ψηφίζει υπέρ της ποινικοποίησης του πορνοπελάτη

criminalize

της Γεωργίας Μανώλη

Στις 6 Απριλίου η Γαλλία γίνεται η 5η χώρα της Ευρώπης μετά την Σουηδία, την Ισλανδία, τη Νορβηγία και τη Βόρεια Ιρλανδία που αποφασίζει την ψήφιση της ποινικοποίησης του πορνοπελάτη, εφαρμόζοντας μάλιστα το λεγόμενο σκανδιναβικό μοντέλο. Το μοντέλο αυτό όχι μόνο κατανοεί τους λόγους για τους οποίους ένα άτομο μπαίνει στην αγορά του σεξ αλλά επικεντρώνεται και στο βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα εκδιδόμενα άτομα, του πώς να βγουν, πώς να ξεφύγουν ακριβώς από την πορνεία.

Με το «Νόμο για την Καταπολέμηση της Πορνείας και την Προστασία των Εκδιδόμενων Ατόμων» η γαλλική Εθνοσυνέλευση αναγνωρίζει λοιπόν ότι η πορνεία είναι μια μορφή βίας εναντίον των γυναικών και η αγορά σεξ είναι μια μορφή εξαναγκασμού. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η ποινικοποίηση αυτή είναι σε απόλυτη συμφωνία με τον γαλλικό νόμο για τον βιασμό που προβλέπει ότι ο βιασμός είναι η οποιαδήποτε μορφή διείσδυσης που επιβάλλεται στο άτομο είτε με βία και με απειλή είτε αντίστοιχα με εξαναγκασμό. Σε αυτό το νομικό πλαίσιο το γαλλικό κράτος αναγνωρίζει  ότι η πορνεία βλάπτει τις εκδιδόμενες γυναίκες αφού υπονομεύει τόσο την ψυχολογική όσο και την σωματική τους ακεραιότητα, την ασφάλεια τους και την υγεία τους και τα βασικά ανθρώπινα τους δικαιώματα.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ο νόμος διευκρινίζει ότι όλα τα εκδιδόμενα άτομα, γυναίκες, άνδρες και παιδιά δεν θα έχουν καμία απολύτως ποινική κύρωση. Αντίθετα θα τους παρέχεται κοινωνική στήριξη και επιδόματα ώστε να έχουν μια διέξοδο από την πορνεία ενώ οι πορνοπελάτες θα τιμωρούνται με πρόστιμα (περίπου 1.500-3.700€) αλλά και με ποινική δίωξη αφού δίνεται πια η ευκαιρία στα ίδια τα εκδιδόμενα άτομα, εάν το επιθυμούν να μηνύουν τους εκμεταλλευτές τους.

Η απόφαση αυτή χαιρετίσθηκε τόσο από φεμινιστικές οργανώσεις όσο και από πολιτικούς ως ένα ιστορικό βήμα για την κατάκτηση της ισότητας των φύλων και της αλληλεγγύης αφού πλέον το στίγμα του «εγκλήματος» και της παραβατικότητας μεταφέρεται από την εκδιδόμενη γυναίκα στον πορνοπελάτη. Ωστόσο ο νόμος αυτός ψηφίστηκε μέσα στον απόηχο της διαμάχης που ξέσπασε μετά την πρόταση της Διεθνούς Αμνηστίας πέρσι το καλοκαίρι για την πλήρη αποποινικοποίηση της πορνείας και έτσι δεν έλειψαν οι φωνές διαμαρτυρίας αντίστοιχα. Την ημέρα ψήφισης του νομοσχεδίου απέξω από τη γαλλική Εθνοσυνέλευση διαδήλωνε το γαλλικό Συνδικάτο των Εργαζομένων στη Βιομηχανία του Σεξ, στα γαλλικά Strass, το οποίο υποστηρίζει ότι ο νόμος αυτός όχι μόνο δεν βοηθά τους εκδιδόμενους αλλά αντίθετα τους καθιστά ακόμη πιο ευάλωτους. Μια άλλη κριτική επιμένει ότι αυτός ο νόμος θα πιέσει την πορνεία να προσαρμοστεί σε ένα μοντέλο διαδικτυακής επιχείρησης και επομένως θα πιο δύσκολη για έλεγχο και παρακολούθηση. Η αναπόφευκτη απάντηση στην κριτική αυτή είναι τα παραδείγματα χωρών όπου η πορνεία έχει αποποινικοποιηθεί πλήρως όπως η Γερμανία, η Ολλανδία και η Νέα Ζηλανδία. Η Γερμανία και η Ολλανδία αποποινικοποίησαν μεν την πορνεία αλλά καμία χώρα δεν είδε μείωση του trafficking-αντίθετα υπήρξε αύξηση και της βίας κατά των ιερόδουλων (Observer Reporter). Αντίστοιχα «σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές υπολογίζεται ότι στην Γαλλία δουλεύουν περίπου 30.000 με 40.000 εκδιδόμενες, από τις οποίες το 80% είναι ξένες και πολύ συχνά θύματα trafficking και εκμετάλλευσης» (Le Monde).

Μένει λοιπόν να δούμε τι πραγματικό αντίκτυπο θα έχει αυτός ο νόμος ως προς την μείωση του trafficking και της εκμετάλλευσης αυτών των εκδιδόμενων στη Γαλλία. Σε κάθε περίπτωση όμως η ποινικοποίηση του πορνοπελάτη και η μεταφορά επιτέλους της ποινικής ευθύνης σε αυτόν που διαπράττει τη βία και την εκμετάλλευση δεν μπορεί παρά να αποτελεί ένα ρηξικέλευθο βήμα για την καταπολέμηση της βίας κατά των εκδιδόμενων γυναικών, ανδρών και παιδιών.

 

Η βία κατά των γυναικών δεν είναι μάρκετινγκ

violence

του Φύλου Συκής

Φαίνεται ότι φέτος το Πάσχα τα καταστήματα Jumbo θεώρησαν ότι η βία κατά των γυναικών αποτελεί στρατηγική μάρκετινγκ. Σε μια συγκυρία που τα στοιχεία δείχνουν αύξηση έμφυλης βίας και μια σειρά από διεθνείς οργανισμούς εφιστούν την προσοχή και καλούν στην ανάληψη δράσης για το ζήτημα, η γνωστή αλυσίδα καταστημάτων προχωράει σε μια ακατανόητη διαφήμιση που επιστρατεύει τα πιο παρωχημένα στερεότυπα για τα φύλα και «παίζει» με το θέμα της βίας.

Από τη μία, μια γυναίκα υποτίθεται ερωτευμένη, πληγωμένη, προδομένη, βιώνει τόσο έντονα το πάθος και την απογοήτευση που φτάνει να πει στον εραστή της «χτύπα σαν άντρας». Από την άλλη, η παρότρυνση «χτύπα σαν άντρας» σημαίνει ότι ο ρόλος του άντρα σε μια ερωτική σχέση είναι να χτυπάει τη γυναίκα – λίγο ή πολύ δεν έχει και πολλή σημασία. Δηλαδή, όχι μόνο η βία είναι κομμάτι του έρωτα και των σχέσεων, αλλά είναι και η ίδια η γυναίκα που την αποζητάει. Σε αυτή την αφήγηση, δεν υπάρχει περιθώριο για ευαισθησίες ή συζήτηση, αν κάποιος θέλει να είναι άντρας, παρά μόνο βία και επιβολή. Οι σχέσεις, αντί να είναι πηγή χαράς και απόλαυσης, γίνονται αιτίες φόβου και καταναγκασμού. Πολύ ωραία πρότυπα!

Επιπλέον, τέτοιου είδους μηνύματα στρέφονται ενάντια στα πραγματικά θύματα της βίας. Γνωρίζουμε ότι πολύ συχνά οι γυναίκες που έχουν υποστεί βία αντιμετωπίζουν την αναληθή και ανυπόστατη κατηγορία ότι «τα ‘θελαν», ενώ δυσκολεύονται να απεγκλωβιστούν και να ζητήσουν βοήθεια. Πώς αλήθεια τις βοηθάει μια τέτοια διαφήμιση;

Η κοινωνία μας έχει κάνει αρκετά βήματα από εποχές που αυτές οι συμπεριφορές θεωρούνταν φυσικές και κομμάτι των ερωτικών σχέσεων. Παρόλα αυτά έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας και σε αυτή την πορεία δεν μπορούμε να ανεχτούμε κακόγουστα αστειάκια και δήθεν καλτ αναφορές. Στα μάτια μας το μόνο που καταφέρνουν είναι να κανονικοποιούν βίαιες συμπεριφορές και πρότυπα από τα οποία αγωνιζόμαστε να ξεφύγουμε. Για αυτούς τους λόγους θεωρούμε ότι αυτή η διαφήμιση είναι επικίνδυνη και πρέπει να αποσυρθεί.

 

Laura Bispuri: «Θέλαμε να στοχαστούμε πάνω στη μάχη για τη γυναικεία ανάπτυξη»

sworn-virgin

του Γιάννη Κοντού

Εμπνεόμενη από το ομότιτλο μυθιστόρημα της αλβανικής καταγωγής συγγραφέως και ντοκιμαντερίστριας Elvira Dones, η Ιταλίδα σκηνοθέτρια Laura Bispuri αφηγείται με την Ορκισμένη παρθένα, το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της, την ιστορία της Hana (Alba Rohrwacher), μιας γυναίκας που, ακολουθώντας έναν αρχαϊκό αλβανικό κώδικα τιμής, αποφασίζει να γίνει άντρας, ώστε να είναι ελεύθερη, απαρνούμενη την αγάπη και το σεξ. Με τα χρόνια, η ηρωίδα θα επιχειρήσει να ανακαλύψει εκ νέου την καταπιεσμένη σεξουαλική της ταυτότητα. Η ταινία της Laura Bispuri, μια συγκλονιστική σπουδή πάνω στη δόμηση της σεξουαλικής ταυτότητας και την καταστρεπτική επίδραση της πατριαρχίας, έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στην περσινή Μπερλινάλε και την ελληνική στο 56ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Από τις 7 Απριλίου προβάλλεται και στους κινηματογράφους. Συζητάμε με την σκηνοθέτρια.

Τόσο ο παππούς, όσο και ο πατέρας σου, έχουν υπάρξει κομμάτι του κινηματογραφικού χώρου. Πώς το γεγονός αυτό επηρέασε την επιλογή σου να ασχοληθείς με το σινεμά, κατ’ αρχήν; Και πότε τελικά αποφάσισες να υλοποιήσεις την κλίση σου;

Ο παππούς μου δούλευε ως σκηνογράφος και κατασκευαστής props σε πολλές παλιές σημαντικές ταινίες με πολύ γνωστούς σκηνοθέτες, όπως ο Ροσελίνι, ο Σκόλα, ο Μπερτολούτσι, και ο πατέρας μου είναι κριτικός του ιταλικού κινηματογράφου. Θα ήθελα, λοιπόν, τα χέρια του παππού μου και το μυαλό του πατέρα μου! Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι ένας καλός σκηνοθέτης θα είχε και τα δύο μαζί. Σίγουρα με επηρέασαν με την αγάπη τους για το σινεμά και μεγάλωσα στο σπίτι με αυτό το πάθος. Σε κάθε περίπτωση, συνειδητοποίησα την κλίση μου μόλις έπιασα μια κάμερα στα χέρια μου. Εκείνη τη στιγμή κάτι άλλαξε μέσα μου και κατάλαβα πως ήθελα να ασχοληθώ μόνο με αυτό στη ζωή μου.

Το ντεμπούτο σου βασίζεται στο, ή είναι εμπνευσμένο από το, μυθιστόρημα της αλβανικής καταγωγής συγγραφέως Elvira Dones με τον ίδιο τίτλο. Ήξερες για το θέμα του πριν διαβάσεις το βιβλίο; Σε ποιο βαθμό έμεινες πιστή στο πρωτότυπο και με ποια έννοια προχώρησες σε μια προσωπική διασκευή του; Γυρίστηκε το αλβανικό κομμάτι του φίλμ στην τοποθεσία, όπου ο κώδικας τιμής του Kanun εξακολουθεί, κατά κάποιο τρόπο, να επιβιώνει;

Δεν ήξερα τίποτε για το Kanun και τις «ορκισμένες παρθένες» πριν διαβάσω το βιβλίο. Όταν το διάβασα και αποφάσισα να γυρίσω την πρώτη μου ταινία μυθοπλασίας βασισμένη σ’ αυτό, άρχισα να μελετώ τον αλβανικό πολιτισμό με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Διάβασα ό,τι υλικό υπήρχε για το θέμα, ανθρωπολογικές μελέτες ή μυθιστορήματα, παρακολούθησα ντοκιμαντέρ, είδα φωτογραφίες και άκουσα τις ιστορίες πραγματικών ανθρώπων από αυτήν την περιοχή. Πήγα πολλές φορές στην ορεινή Αλβανία και συνάντησα πολλές «ορκισμένες παρθένες». Έτσι, δούλεψα πολύ με την σεναριογράφο μου, πιστεύοντας πως το πιο σημαντικό ήταν να σεβαστώ την «καρδιά» της ιστορίας και το χαρακτήρα, αλλά με την ελευθερία μιας άλλης γλώσσας, της γλώσσας του σινεμά. Στο τέλος, νομίζω ότι η Elvira το αναγνώρισε και αγάπησε την ταινία, επίσης λόγω της ελευθερίας και του σεβασμού.

Γύρισα όλο το αλβανικό κομμάτι στην Αλβανία και το ιταλικό στην Ιταλία. Το αλβανικό, πιο συγκεκριμένα, γυρίστηκε σε μια περιοχή κοντά στα σύνορα με το Κόσοβο, που λέγεται Valbona. Μπορώ να πω πως ο κώδικας του Kanun επιβιώνει, καθώς και οι «ορκισμένες παρθένες», οι οποίες ζουν στη συγκεκριμένη ορεινή τοποθεσία.

Θα περιέγραφες την Ορκισμένη παρθένα ως μια κινηματογραφική «οδύσσεια» που αφηγείται τη σεξουαλική αφύπνιση, ή την εκ νέου ανακάλυψη της σεξουαλικής ταυτότητας της Hana, της πρωταγωνίστριάς σου; Βρίσκω ιδιαιτέρως εφιαλτικό το ότι είναι υποχρεωμένη να αποκηρύξει τη θηλυκότητά της, προκειμένου να διατηρήσει μια (ακρωτηριασμένη) ελευθερία. Έτσι δεν είναι;

Ναι, η ταινία περιγράφει την παράδοξη κατάσταση μιας «ορκισμένης παρθένας», μιας γυναίκας που αποφασίζει να γίνει άντρας, ώστε να είναι ελεύθερη σαν άντρας. Από εκείνη τη στιγμή, μπορεί να κάνει οτιδήποτε μόνο ένας άντρας συνήθως μπορεί να κάνει. Αλλά το τίμημα που χρειάζεται να πληρώσει είναι πολύ υψηλό: μια ζωή χωρίς αγάπη και χωρίς σεξ. Έτσι, στην ιστορία η Hana αποφασίζει να γίνει «ορκισμένη παρθένα», αλλά, μετά από πολλά χρόνια, είναι σαν πέτρα. Το σώμα της είναι απολύτως παγωμένο. Κατά την εξέλιξη της ταινίας, ο Mark επιχειρεί να χρησιμοποιήσει το σώμα του/της, για να ανακαλύψει εκ νέου το θηλυκό κομμάτι του εαυτού του/της. Έτσι, ξεκινά ένα δυνατό εσωτερικό ταξίδι, μέσα στην ταυτότητά της και την ελευθερία. Στο τέλος της ταινίας, η Hana/Mark, που σε όλη την προηγούμενη διάρκεια ήταν ένα πολύπλοκο άτομο, γίνεται ένας ελεύθερος άνθρωπος, ο οποίος αντλεί δύναμη από αυτήν την πολυπλοκότητά του.

Μιλώντας για σεξουαλικές ταυτότητες/ταυτότητες φύλου, σε ποιο βαθμό εκτιμάς ότι καθορίζονται ή καταπιέζονται από τις κοινωνικές νόρμες, ανεξαρτήτως του είδους της κοινωνίας, όπου κάποιο άτομο ζει;

Η ταινία θέτει πολλά ερωτήματα σχετικά με τη θηλυκότητα και την ελευθερία, τη θηλυκότητα και την ταυτότητα. Η «κόκκινη γραμμή» που διαπερνά το φίλμ είναι αυτή, και θέλουμε να ρωτήσουμε πόσο ελεύθερη είναι η γυναίκα σε ένα πολύ αρχαϊκό και δυνατό μέρος, όπως η ορεινή Αλβανία, αλλά και μια σύγχρονη τοποθεσία, όπως η βόρεια Ιταλία. Στην Ιταλία, στην πραγματικότητα ο Mark συναντά την Jonida, την κόρη της αδελφής του/της, ένα κορίτσι που ασκείται στη συγχρονισμένη κολύμβηση. Αυτό το άθλημα είναι ιδιαίτερο, γιατί τα κορίτσια φοράνε μακιγιάζ, ενώ βρίσκονται στο νερό, μοιάζουν πολύ το ένα με το άλλο, είναι υποχρεωμένα να χαμογελάνε, ακόμη κι αν είναι πολύ κουρασμένα, και τους ζητούν πολλά, παρότι η προσπάθειά τους είναι αόρατη, καθώς συντελείται κάτω από το νερό. Έτσι, η Jonida είναι κλεισμένη σε ένα «κλουβί», ζει σε άπνοια, όπως ο Mark είχε ζήσει σε ένα είδος «κλουβιού», ένας είδος άπνοιας στα βουνά, μόνος για χρόνια. Οι ζωές τους συναντήθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αλληλοβοηθήθηκαν, προκειμένου να απελευθερωθούν από την άπνοια.

Στην ταινία θέλαμε να προβούμε σε ένα στοχασμό πάνω σ’ αυτήν τη μάχη για τη γυναικεία ανάπτυξη. Κι αυτή έλαβε χώρα σε πολύ διαφορετικές καταστάσεις και τόπους. Στο τέλος του φίλμ, η Jonida και ο Mark μιλάνε για την ελευθερία, και για μένα αυτή συνίσταται στην ελευθερία του ανθρώπινου χαρακτήρα, πέρα από τη θηλυκότητα και την αρρενωπότητα. Το πιο σημαντικό σημείο είναι εκείνο, κατά το οποίο η Hana/Mark αναγνωρίζει τον εαυτό της/του γι’ αυτό που πραγματικά είναι.

Νομίζεις πως υπάρχει αυτό που κάποιος θα μπορούσε να αποκαλέσει «γυναικείο βλέμμα» στον κινηματογράφο; Ή σου φαίνεται απλουστευτικό;

Το φοβάμαι λίγο αυτό. Νομίζω ότι καλές και κακές ταινίες υπάρχουν εξίσου από άντρες και γυναίκες σκηνοθέτες και σκηνοθέτριες. Το πρόβλημα είναι πως ο αριθμός των σκηνοθετριών είναι πολύ πολύ μικρός σε σχέση με εκείνο των αντρών. Κι αυτή είναι μια αντικειμενική κατάσταση παγκοσμίως. Σχετικά με το «γυναικείο βλέμμα», νομίζω ότι είναι πιθανό για τη σεξουαλικότητα, το γυναικείο σώμα, τους γυναικείους χαρακτήρες. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, είναι δύσκολο να βρεις αληθινούς και βαθείς γυναικείους χαρακτήρες στις ταινίες.

Η Alba Rohrwacher δίνει μια εξαιρετικά ειλικρινή, και συνάμα διακριτική, ερμηνεία ως Hana/Mark. Συνεργαστήκατε για τη διαμόρφωση του κινηματογραφικού της χαρακτήρα;

Ναι, δουλέψαμε πολύ στενά μαζί. Αγαπούσε το χαρακτήρα της Hana/Mark όπως κι εγώ, και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή. Συνεργαστήκαμε στη δόμηση του χαρακτήρα σε σχέση με τη σωματική μεταμόρφωση, γιατί δεν ήθελα μια μάσκα, μόνο λίγες αλλαγές. Επίσης, σε ό,τι αφορά την εσωτερική μεταμόρφωση, γιατί η ταινία ήθελε να αποτυπώσει ένα πολύ δυνατό ταξίδι μέσα στον Mark. Η όλη δομή του σεναρίου και του μοντάζ είχαν να κάνουν με την πολυπλοκότητα του Mark και το εσωτερικό ταξίδι αυτού του ατόμου.

Η ταινία σου έχει προβληθεί σε πληθώρα φεστιβάλ παγκοσμίως, προσελκύοντας την προσοχή και, σε μερικές περιπτώσεις, αποσπώντας βραβεία. Τι κέρδισες από αυτήν την εμπειρία; Σε «όπλισε» με περισσότερη αυτοπεποίθηση, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της καινούριας δουλειάς σου;

Είμαι πολύ ευτυχισμένη με αυτήν την εμπειρία. Είναι το όνειρο όλων των σκηνοθετών να έχουν τη δυνατότητα να παρουσιάσουν τη δουλειά τους παγκοσμίως. Έτσι, για μένα, ήταν πολύ σημαντικό να καταλάβω πως η ταινία έχει μια οικουμενική ιστορία και οικουμενικό αίσθημα, κι αυτό μου ήταν σαφές από τόσο διαφορετικά κοινά διεθνώς- στις Η.Π.Α., την Κίνα, τη Ρωσία, την Αφρική, την Ευρώπη… Τώρα δουλεύω πάνω στην επόμενη δουλειά μου και θα ήθελα να έχει μια ιστορία με αντίστοιχα οικουμενικό χαρακτήρα και αίσθημα.

Ευχαριστώ θερμά την Arianna Rossini από την εταιρεία παραγωγής του φίλμ, τη Vivo Film, που με έφερε σε επαφή με την σκηνοθέτρια.

Η ταινία της Laura Bispuri Ορκισμένη παρθένα προβάλλεται από τις 7 Απριλίου στους κινηματογράφους σε διανομή AMA Films.

Πηγή: εναντιοδρομίες

poster (2)

Ρεσιτάλ πατερναλισμού με αφορμή μια παρέλαση

parelasi-mantila

της Δήμητρας Σπανού

Πραγματικά με ενοχλεί που όλοι έχουν άποψη για τις γυναίκες στις παρελάσεις. Τη μια είναι τα μίνι, την άλλη είναι η ξανθιά δασκάλα, τώρα είναι η μαντίλα. Το ότι οι παρελάσεις είναι δημόσιο θέαμα δίνει το άλλοθι σε πάσης φύσης σχολιαστές να ξεσαλώνουν. Όλοι έχουν την αποψάρα τους για το μήκος της φούστας, πόσο ξέκωλα είναι σήμερα τα κορίτσια κτλ., λες και δεν είναι άνθρωποι αλλά παγκάκια σε μια πλατεία και συζητάμε αν έχουν ωραίο ντιζάιν ή όχι. Βέβαια, όλα ξεκινάνε από τα σώματα, για να προχωρήσουν και σε ανάλογους χαρακτηρισμούς για την προσωπικότητα των γυναικών και υποθέσεις για τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας. Βγαίνουν λοιπόν οι μεζούρες για να μας πουν ότι κάποια θα είναι πιο «πουτανάκι», άλλη θα είναι πιο «ξενέρωτη», η δασκάλα που «τι διάολο μαθαίνει στα παιδιά μας» κοκ. Σε κάθε παρέλαση καταλήγουμε να στιγματίζουμε ανθρώπους επιδοκιμάζοντας συγκεκριμένες συμπεριφορές έναντι άλλων, ανάλογα με το πόσο ταιριάζουν σε αυτά που θεωρούμε «αποδεκτά». Μια διαδικασία που εντέλει επιβεβαιώνει το αντρικό βλέμμα και την πατριαρχική κυριαρχία.

Σαν να μην έφτανε αυτό όμως, σε κάθε παρέλαση βρίσκει έδαφος να εκφραστεί και ο κάθε εθνοπατριώτης, που στα κοριτσάκια ψάχνει να δει απροστάτευτα γυναικόπαιδα και τις μελλοντικές μητέρες του έθνους. Τώρα δε και λόγω της συγκυρίας, η παρέλαση μιας μαθήτριας με μαντίλα θεωρήθηκε για αυτούς ευκαιρία να εκφράσουν την ισλαμοφοβία τους και να προβληθούν σαν προστάτες του «έθνους μας» από τον κίνδυνο εξισλαμισμού. Σου λένε, σήμερα είναι μια μαντίλα, αύριο όμως, με τόσους πρόσφυγες, θα εξισλαμιστούμε, πάνε και οι γυναίκες μας κτλ κτλ.. Ε, όχι! Δεν θα παίζουνε τα παιχνίδια τους πάνω στα γυναικεία σώματα. Οι ιδέες τους δεν έχουν καμία σχέση με την προστασία των γυναικών και τα δικαιώματά μας, ούτε καν με την ίδια τη μαντίλα, αλλά με την παγίωση της επιθετικής αρρενωπότητας, των προνομίων και εξουσιών τους.

Βέβαια, πρέπει να πούμε ότι και διάφοροι αριστεροί εδώ και εκεί πολλές φορές εκφράζουν αρκετά προβληματικές απόψεις επίσης. Βασισμένοι σε μια μονοσήμαντη ερμηνεία της μαντίλας ως συμβόλου καταπίεσης λόγω της επιβολής της από συγκεκριμένα καθεστώτα σε συγκεκριμένα χωρικά πλαίσια, αδυνατούν να διακρίνουν διαφορετικές προσεγγίσεις πέρα από την κάθετη άρνηση. Όμως, αυτή η αντιμετώπιση αποφεύγει να δει το πρόβλημα στην ουσία, που δεν είναι το ρούχο, αλλά οι σχέσεις εξουσίας, που έχουν γεωγραφία και ιστορία, καθώς και φύλο. Κατά τη γνώμη μου, αυτό αποτυπώνει μια προβληματική πολιτικοποίηση που ισοπεδώνει την υπαρκτή διαφορετικότητα στο όνομα μιας αόριστης καθολικότητας, ενώ κρύβει εξίσου πατερναλιστικές αντιλήψεις και δυτική υπεροψία. Επιπλέον, επιβεβαιώνει αυτό που ειδικά οι αριστερές φεμινίστριες λέγαμε πάντα, ότι κανένας πολιτικός χώρος δεν είναι απαλλαγμένος από την πατριαρχία, για αυτό και χρειάζεται διαρκής πάλη και στο εσωτερικό μας.

Προσωπικά, δυσκολεύομαι να δω τη μαντίλα απαλλαγμένη από τις πατριαρχικές της συνδηλώσεις και να καταλάβω όσες γυναίκες ισχυρίζονται ότι τη φοράνε από επιλογή. Πρόκειται σίγουρα για μια συζήτηση χωρίς τέλος, κυρίως όμως αναρωτιέμαι και τι νόημα έχει. Αυτό που βλέπουμε είναι ότι ένα γυναικείο ρούχο μετατρέπεται σε σύμβολο και ως τέτοιο νοηματοδοτείται διαρκώς από διάφορες πλευρές, μέχρι που καταλήγουμε να συζητάμε για το ίδιο το σύμβολο τοποθετημένο στη σφαίρα των ιδεών και μόνο, αυτονομημένα από κάθε κοινωνική πραγματικότητα. Και μετά εμπλέκουμε και τις γυναίκες σε αυτό. Συνήθως οι συζητήσεις για τη μαντίλα, όπως αυτή που παρακολουθούμε με αφορμή την παρέλαση, διεξάγονται ουσιαστικά γιατί κάποιοι θεωρούν ότι τους επιτρέπεται να μας υποδείξουν τι μας καταπιέζει και τι όχι, πότε και πού, ή ακόμα και ότι κάτι δεν μας καταπιέζει και το έχουμε δει στραβά. Κάπως έτσι καταλήγουμε στην επικίνδυνη άνεση που αισθάνονται διάφοροι να κουνάνε το χέρι και να κάνουν υποδείξεις, είτε γιατί μια γυναίκα φοράει είτε δεν φοράει μαντήλα, και να χρησιμοποιούν τις γυναίκες ως δικαιολογία ή επιχείρημα για τις ατζέντες τους. Τα γυναικεία σώματα στο δημόσιο χώρο αντικειμενοποιούνται και εργαλειοποιούνται για να αποτελέσουν πεδία άσκησης πολιτικών. Όταν ακόμα και στην Ελλάδα, πολλά ανήλικα κορίτσια κινδυνεύουν να παντρευτούν παρά τη θέλησή τους, ενώ υπάρχουν παντρεμένες γυναίκες που δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα (ή πρόσβαση) στο διαζύγιο με την πλειοψηφία των Ελληνίδων, καταλαβαίνουμε πόσο υποκριτικό είναι να ασχολούμαστε, δήθεν επειδή μας καίει η ισότητα των φύλων, με το αν φοράνε ή όχι μαντίλα και δει στις παρελάσεις; Ας φτάσουμε στο να έχουμε όλες οι γυναίκες ίσες ευκαιρίες στη ζωή μας και να αμειβόμαστε το ίδιο με τους άντρες, να μπορούμε να εκφράσουμε τη διαφορετικότητά μας, να μην είμαστε σεξουαλικοποιημένα αντικείμενα ή μηχανές αναπαραγωγής και μετά συζητάμε, ακούγοντας κυρίως τι λένε οι ίδιες οι μουσουλμάνες γυναίκες, υπέρ ή κατά, και για τη μαντίλα.

 

Διαβάστε ακόμα

Αποδομεί η εμφάνιση της ξανθιάς δασκάλας το θεσμό των παρελάσεων;

Μουσουλμάνες γυναίκες: τα πρώτα θύματα της ισλαμοφοβίας

Με το μάτι του εγγαστρίμυθου

 

Ο νεοφιλελευθερισμός έχει κυριαρχήσει στο λεξιλόγιό μας

Lowrys-Going-to-Work-1-008

της Ντορίν Μάσεΰ

Σε μια πρόσφατη έκθεση, είχα μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με μια από τις νεότερες εργαζόμενες στην γκαλερί. Καθώς γύρισε την πλάτη της είδα ότι στο πίσω μέρος του t-shirt έγραφε: «Εξυπηρέτηση πελατών». Έμεινα έκπληκτη. Ολόκληρη η συζήτηση φάνηκε να καταρρέει, η εμπειρία μου από αυτή υποβιβάστηκε σε ένα είδος εμπορικής συναλλαγής. Η σχέση μου με την γκαλερί και με αυτό το ελκυστικό άτομο μετατράπηκε σε μια εργαλειακή, αγοραία ανταλλαγή.

Το μήνυμα που υπογραμμίζει αυτή η χρήση του όρου «πελάτης» για τόσα πολλά διαφορετικά είδη ανθρώπινης δραστηριότητας είναι ότι σε σχεδόν όλες τις καθημερινές μας δραστηριότητες ενεργούμε ως καταναλωτές σε μια αγορά –και αυτή η αλήθεια δεν έχει προκύψει τυχαία, αλλά μέσω στρατηγικών των μάνατζερ  και τη ριζική αλλαγή της ονομασίας των θεσμικών πρακτικών.

Η υποχρεωτική άσκηση της «ελεύθερης επιλογής» -ενός προϊόντος, ενός νοσοκομείου, των σχολείων για τα παιδιά κάποιου– γίνεται τότε, ταυτόχρονα, ένα μάθημα για τις κοινωνικές ταυτότητες, επιβεβαιώνοντας κάθε φορά την ταυτότητά μας ως καταναλωτές.

Αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο του τρόπου με τον οποίο ο νεοφιλελευθερισμός έχει γίνει μέρος της κοινής λογικής κατανόησης της ζωής. Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούμε για να μιλήσουμε για την οικονομία είναι στην πραγματικότητα μια πολιτική κατασκευή, όπως έχουν υποστηρίξει ο Stuart Hall, ο Michael Rustin και εγώ στο Soundings manifesto.

Μια άλλη λέξη που ενισχύει τη νεοφιλελεύθερη κοινή λογική είναι η «ανάπτυξη», που επί του παρόντος θεωρείται ο συνολικός σκοπός της οικονομίας μας. Η παραγωγή ανάπτυξης και στη συνέχεια (ίσως) αναδιανομής μέρους αυτής, υπήρξε κοινός στόχος τόσο του νεοφιλελευθερισμού, όσο και της σοσιαλδημοκρατίας. Με μια πιο ωμή διατύπωση, αυτό συνεπάγεται τη δημιουργία συνθηκών ώστε η αγορά να παράγει ανάπτυξη, την αποδοχή ότι  αυτό θα οδηγήσει στην ανισότητα, και, στη συνέχεια, ότι η αναδιανομή ενός μέρους αυτής της ανάπτυξης θα συμβάλει στην αποκατάσταση της ανισότητας που έχει προκύψει από την παραγωγή της.

Ασφαλώς, αυτό δεν έχει σχέση με την αμφισβήτηση των μηχανισμών παραγωγής ανισότητας της ίδιας της αγοράς συναλλάγματος, και επίσης σημαίνει ότι οι κύριες γραμμές πάλης έχουν πολύ συχνά επικεντρωθεί κυρίως στα θέματα αναδιανομής. Επιπλέον, σήμερα ζούμε με τα απομεινάρια από τα περιορισμένα αναδιανεμητικά οφέλη που δημιουργήθηκαν από την εργασία στο πλαίσιο της σοσιαλδημοκρατίας. Παρόλα αυτά, η ανάπτυξη εξακολουθεί να θεωρείται ως απάντηση για τη λύση των προβλημάτων μας.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο η τρέχουσα αντίληψή μας για τη δημιουργία πλούτου και η δέσμευσή μας στην ανάπτυξή του, πρέπει να τεθεί σε αμφισβήτηση, έχει να κάνει με την σχέση μας με τον πλανήτη. Η περιβαλλοντική καταστροφή που επέφερε η επιδίωξη ανάπτυξης απειλεί να προκαλέσει μια καταστροφή της οποίας βλέπουμε ήδη τα αποτελέσματα. Και η τρίτη –και ίσως πιο σημαντική– ατέλεια αυτής της προσέγγισης είναι ότι ο αυξανόμενος πλούτος, κυρίως όπως μετράται σήμερα σε σταθερούς νομισματικούς όρους, έχει ελάχιστες πραγματικές συνέπειες για τα αισθήματα των ανθρώπων γύρω από την ευημερία,  από τη στιγμή που υπάρχει μια επάρκεια κάλυψης των βασικών αναγκών, όπως συμβαίνει στη Βρετανία. Στη διαδικασία της επιδίωξης «ανάπτυξης» με αυτούς τους όρους, ως μέσο για την επίτευξη στόχων και επιθυμιών της ζωής των ανθρώπων, οι οικονομίες επιδιώκουν μια χίμαιρα.

Αντί για μια αδιάκοπη αναζήτηση της ανάπτυξης, γιατί να μην μπορούσαμε να θέσουμε στο τέλος το ερώτημα: «τι είναι μια οικονομία;», «τι θέλουμε να παρέχει;».

Οι τρέχουσες φαντασιώσεις μας, προσδίδουν στην αγορά και τις παρεμφερείς μορφές της ένα ειδικό βάρος. Σκεφτόμαστε την «οικονομία» υπό το πρίσμα των φυσικών δυνάμεων, ως κάτι εντός του οποίου έχουμε κατά καιρούς παρέμβει,  και όχι κάτι ως που αφορά μια ολόκληρη ποικιλία κοινωνικών σχέσεων που χρειάζονται κάποιο είδος συντονισμού. Με αυτόν τον τρόπο, η «εργασία», για παράδειγμα, είναι κατανοητή με ένα πολύ περιορισμένο και εργαλειακό τρόπο. Όταν μόνο οι χρηματικές συναλλαγές αναγνωρίζονται ότι ανήκουν στην «οικονομία», το μεγαλύτερο μέρος της απλήρωτης εργασίας –όπως συμβαίνει στις οικογένειες και σε διάφορες τοπικές πραγματικότητες– δεν υπολογίζεται και δεν έχει αξία. Πρέπει να αμφισβητήσουμε  τη γνωστή κατηγοριοποίηση της οικονομίας ως ένα χώρο στον οποίο οι άνθρωποι εισέρχονται, προκειμένου να αναλάβουν απρόθυμα την ανεπιθύμητη και δυσάρεστη «εργασία», ανταλλάσσοντάς την με υλικά αγαθά που μπορούν να χρησιμοποιήσουν για κατανάλωση.

Αυτή είναι μια άποψη που παρερμηνεύει το σημείο στο οποίο η ευχαρίστηση και η ικανοποίηση βρίσκονται στις ανθρώπινες ζωές. Η εργασία είναι συνήθως –και ασφαλώς πρέπει να είναι – μια κεντρική πηγή νοήματος και ικανοποίησης στην ανθρώπινη ύπαρξη. Και έχει –ή θα μπορούσε να έχει– ηθικές και δημιουργικές (ή αισθητικές) αξίες στον πυρήνα της. Μια επανεξέταση της εργασίας θα μπορούσε να μας οδηγήσει να αντιμετωπίσουμε πιο δημιουργικά, τόσο τις κοινωνικές σχέσεις εργασίας, όσο και τον καταμερισμό εργασίας εντός της κοινωνίας  (συμπεριλαμβανομένης της καλύτερης κατανομής της κουραστικής εργασίας, καθώς και των δεξιοτήτων).

Υπάρχουν ένα σωρό άλλα παραδείγματα που σπάνια εξετάζονται σε σχέση με το οικονομικό τους λεξιλόγιο, για παράδειγμα η συγκεντρωμένη δέσμη όρων γύρω από την επένδυση και τις δαπάνες –όροι που κουβαλούν μαζί τους έμμεση ηθική χροιά. Η επένδυση συνεπάγεται μια δράση, ακόμα και μια θυσία, που πραγματοποιείται για ένα καλύτερο μέλλον. Αυτό προκαλεί ένα μελλοντικό θετικό αποτέλεσμα. Από την άλλη πλευρά, η δαπάνη φαίνεται ως κάτι εξωγενές, ένα κόστος, ένα βάρος.

Πάνω απ’ όλα, θα πρέπει να επαναφέρουμε στο οικονομικό λεξιλόγιο την πολιτική διαμάχη και να αμφισβητήσουμε τον ίδιο τον τρόπο που σκεφτόμαστε την οικονομία. Για να φανταστούμε κάτι νέο, πόσο μάλλον να γεννηθεί κάτι νέο, η τρέχουσα οικονομική «κοινή λογική» μας χρειάζεται να τεθεί ριζικά υπό αμφισβήτηση.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Guardian και μπορείτε να το βρείτε εδώ

Πηγή: Red notebook

Μετάφραση: Αιμιλία Κουκούμα

 

Διαβάστε ακόμα

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

.