Subscribe via RSS Feed

Σκέψεις για ορισμένες αθέατες όψεις του σεξισμού

της Ντίνας Βαΐου*

Όσο προχωράμε βαθύτερα στην κρίση, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι τα μέτρα της νεοφιλελεύθερης υποτιθέμενης «διάσωσής» μας είναι τελικά ο στόχος. Στο πλαίσιο που διαμορφώνει ο καταιγισμός αυτών των όλο και πιο επαχθών μέτρων, αφ’ ενός καθιερώνεται και ενδυναμώνεται ένας κυρίαρχος λόγος που εστιάζει αποκλειστικά στις μακροοικονομικές πλευρές της κρίσης, οι οποίες μάλιστα αποτελούν διακυβεύματα μεταξύ «ειδικών»/ τεχνοκρατών, αποκομμένα από τη σφαίρα της πολιτικής διαπραγμάτευσης. Αφ’ ετέρου νομιμοποιείται η ιδέα της μίας και μοναδικής οδού (νεοφιλελεύθερης) «διάσωσης» μέσα από τη λιτότητα, την ύφεση και την τιμωρητική ρύθμιση της φτώχειας και του αποκλεισμού που αυτή η ίδια η διάσωση παράγει. Τα δικαιώματα και οι διεκδικήσεις θεωρούνται «κατάλοιπα του παρελθόντος», αν όχι τρομοκρατικά διαβήματα, ενώ είναι περισσότερο από αισθητή μια αυξανόμενη συντηρητικοποίηση, μέρος της οποίας είναι και η υιοθέτηση και προβολή ακραίων έμφυλων προτύπων, συμπεριφορών και λόγου και η έξαρση του σεξισμού που θα συζητήσουμε στο σημερινό Κρίση-μο Σεμινάριο.

Πολλές εκφάνσεις του σεξισμού μπορεί να εντοπίσει κανείς στην πολύπλευρη βία κατά των γυναικών στον ιδιωτικό και το δημόσιο χώρο, στις συνθήκες και τους όρους πρόσβασης/αποκλεισμού από την αγορά εργασίας, στην περιθωριοποίηση κάθε έμφυλης διεκδίκησης εν ονόματι των «μεγάλων και γενικών» προβλημάτων της κοινωνίας, αλλά και στις καθημερινές πρακτικές και συζητήσεις. Σε όλα τα παραπάνω η επίδραση της κρίσης είναι καταλυτική. Ακόμη και η πιο επιπόλαιη περιήγηση στα ΜΜΕ (έντυπα και ηλεκτρονικά) δίνει πλούσιο υλικό για όλα τα παραπάνω, ενώ δεν λείπουν και οι τεκμηριωμένες αναλύσεις για τις έμφυλες επιπτώσεις της κρίσης στην εργασία, την ανεργία, τα ασφαλιστικά, την κακοποίηση, την παρενόχληση στην εργασία, τον σεξιστικό λόγο των πολιτικών, συνδικαλιστών, δημοσιογράφων κλπ (βλ. την αρθρογραφία  της Μαρίας Καραμεσίνη, τη δουλειά για τις συζυγοκτονίες στο feministnet, το fylosykis.gr και πολλές άλλες συνεισφορές, τα κείμενα της Α. Ψαρρά, της Ε. Αβδελά, της Α. Αθανασίου και πολλών άλλων).

Στη σύντομη παρουσίασή μου όμως θέλω θα αναφερθώ σε ορισμένες λιγότερο φανερές ή εντελώς αθέατες πλευρές του σεξισμού που συνδέονται με τις «λεπτομέρειες της καθημερινότητας». Θα χρησιμοποιήσω ως σημείο εκκίνησης την απλήρωτη εργασία και φροντίδα των ηλικιωμένων και τις αναδιαρθρώσεις της. Και θα εστιάσω σε όλες εκείνες τις πρακτικές που θεωρούνται ταπεινές, επαναλαμβανόμενες, αυτονόητες και σε κάθε περίπτωση ανάξιες θεωρητικού και πολιτικού προβληματισμού, ακόμη και στην Αριστερά. Η γενικευμένη σιωπή γύρω από τα ζητήματα αυτά απαξιώνει όχι μόνο τις ίδιες τις πρακτικές φροντίδας, αλλά και τα συγκεκριμένα εν-σώματα υποκείμενα που εμπλέκονται σε αυτές. Ταυτόχρονα όμως κανονικοποιεί και εμπεδώνει τον σεξισμό.

Ποιοι και πώς φροντίζουν;

Λίγα λόγια για τις αναδιαρθρώσεις της φροντίδας ηλικιωμένων – κι όχι μόνο – που προέρχονται από την εμπλοκή μου σε μια σειρά έρευνες για το φύλο της μετανάστευσης και από μια δουλειά σε εξέλιξη επαν-επίσκεψης ορισμένων από τις πληροφορήτριες των προηγούμενων ερευνών.

Στο τέλος της δεκαετίας 1990, το τότε Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας παραδεχόταν ότι η φροντίδα ηλικιωμένων στην Ελλάδα είναι μια «οικογενειακή υπόθεση». Αυτή η ρητή επιβεβαίωση ενός κοινού τόπου από επίσημα χείλη εμπεριείχε ταυτόχρονα και την απόκρυψη, κάτω από την ομπρέλλα της οικογένειας, μιας ακριβέστερης εικόνας: ο τεράστιος όγκος της εργασίας φροντίδας για τους ηλικιωμένους (κι όχι μόνο) πραγματοποιείται μέσα από την απλήρωτη εργασία των γυναικών μελών της, με δια-γεννεακούς καταμερισμούς εργασίας μεταξύ γυναικών, και, πιο πρόσφατα, μέσα από τη χαμηλά αμειβόμενη εργασία μεταναστριών, με εθνοτικούς καταμερισμούς εργασίας, και πάλι μεταξύ γυναικών.

Το λεγόμενο οικογενειοκεντρικό μοντέλο φροντίδας εμπεδώθηκε μετά τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο ως ένα καίριας σημασίας συστατικό των νοτιο-ευρωπαϊκών κρατών πρόνοιας, στο πλαίσιο του οποίου η φροντίδα ηλικιωμένων, παιδιών, ανήμπορων μελών επιτελείται από τις γυναίκες της οικογένειας – ως αγάπη, προσφορά και φροντίδα – ενώ το κράτος αποτελεί «τελική καταφυγή» (carer of last resort), συμβάλλει δηλαδή επιλεκτικά και μέσω χρηματικών μεταβιβάσεων (κυρίως συντάξεων και επιδομάτων) και οριακά μόνο μέσω παροχής υπηρεσιών.

Αυτό το μοντέλο μπαίνει σε κρίση από τη δεκαετία 1990, ως αποτέλεσμα ενός συνδυασμού δημογραφικών και οικονομικών εξελίξεων:

– έχουμε μια γενική άνοδο των εισοδημάτων – για την οποία 20  χρόνια αργότερα ενοχοποιούμαστε συλλογικά…

– το προσδόκιμο ζωής έχει ανέβει και οι ηλικιωμένοι άνω των 80 ετών αποτελούν μια ομάδα του πληθυσμού που διευρύνεται – πράγμα που αυξάνει τη ζήτηση για φροντίδα [ο πληθυσμός άνω των 80 ετών φτάνει το 29% του πληθυσμού 15-64 ετών ή το 3,6% του συνολικού πληθυσμού και παρουσιάζει αύξηση 43% μεταξύ 2000 και 2010]

– οι γυναίκες στην Ελλάδα, όπως και στις άλλες νοτιο-ευρωπαϊκές χώρες μπαίνουν δυναμικά στην εκπαίδευση και την αγορά εργασίας, ενώ με δημογραφικούς όρους το βάρος της φροντίδας πέφτει δυσανάλογα στις πλάτες γυναικών στην ηλικία 45 με 55 ετών που βρίσκονται στην ακμή της εργασιακής τους διαδρομής.

Έτσι, καταγράφεται ένα χρόνιο «έλλειμμα φροντίδας», που από τις αρχές της δεκαετίας 1990 καλύπτεται από μεγάλο αριθμό μεταναστριών, οι οποίες εν μέρει υποκαθιστούν την απλήρωτη εργασία των γυναικών της οικογένειας. Αυτό αποτελεί μια διευθέτηση κοινωνικά πιο αποδεκτή από την «εγκατάλειψη» ενός ηλικιωμένου σε οίκο ευγηρίας. Ταυτόχρονα συμβάλλει στην αναπαραγωγή του οικογενειοκεντρικού μοντέλου φροντίδας, καθώς η φροντίδα παραμένει στο πλαίσιο της οικογένειας και αποτελεί αντικείμενο καταμερισμού εργασίας μεταξύ γυναικών, αυτή τη φορά ντόπιων και μεταναστριών, ενώ και πάλι οι άνδρες, σύμφωνα με όλες τις έρευνες της δεκαετίας 2000, γενικά δεν εμπλέκονται.

Αυτή η προσαρμογή της φροντίδας, μεταξύ οικογένειας, αγοράς και κράτους, στηρίζεται σε δύο πυλώνες:

(α) από τη μια στις συντάξεις, που, αν και χαμηλές γενικά, διαμορφώνουν τις υλικές δυνατότητες αυτής της διευθέτησης και

(β) από την άλλη στη χαμηλά αμειβόμενη εργασία των μεταναστριών, με ή χωρίς χαρτιά, που κάνει τις υπηρεσίες τους προσβάσιμες ακόμη και σε χαμηλού-μεσαίου εισοδήματος νοικοκυριά σε όλη τη δεκαετία 1990 και 2000 και μέχρι την κρίση.

Η άφθονη προσφορά εργασίας από μετανάστριες συμβάλλει στην αύξηση της ζήτησης και μειώνει το έλλειμμα φροντίδας στην Ελλάδα (όπως και στην Ιταλία και την Ισπανία) – το μεταθέτει όμως στα νοικοκυριά των μεταναστριών, τόσο «εδώ», στην Ελλάδα, όσο και «εκεί», στους τόπους προέλευσης και οδηγεί σε δύσκολες και συχνά επώδυνες διευθετήσεις φροντίδας από απόσταση, σε δια-εθνικές προσαρμογές και καθημερινότητες που διαπερνούν τα εθνικά σύνορα.

Παράλληλα με τις αλλαγές που συμβαίνουν στον ιδιωτικό χώρο, από τη δεκαετία 1980 και ιδίως τη δεκαετία 1990, εντοπίζεται και μια διεύρυνση των υπηρεσιών προς ηλικιωμένους που προσφέρει το κράτος και/ή οι δήμοι: Φροντίδα στο σπίτι (1997) [αργότερα και πιλοτικά βοήθεια εξ αποστάσεως,  από το 2000], ΚΑΠΗ (από το 1984), αργότερα ΚΗΦΗ (για ηλικιωμένους που δεν είναι εντελώς αυτάρκεις και οι οικογένειες τους έχουν σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες 2000, 68 με 1534 εξυπηρετούμενους) και Λέσχες Φιλίας (Δήμος Αθηναίων – 24, με 5000 μέλη, με συμμετοχή 5 ευρώ το χρόνο). Οι σχετικές δομές προέβλεπαν αρχικά μια ευρεία γκάμα υπηρεσιών: υπηρεσίες πρωτοβάθμιας υγείας, κοινωνική και ψυχολογική στήριξη, φυσιοθεραπεία, βοήθεια στο σπίτι (για ηλικιωμένους που έμεναν μόνοι και δεν είχαν άλλη βοήθεια), οργανωμένες εκδρομές και ξεναγήσεις σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, εκπαιδευτικά προγράμματα κλπ.

Οι παροχές αυτές παρουσιάζουν σημαντικές γεωγραφικές διαφοροποιήσεις και ανισότητες, όπως και οι συγκεντρώσεις ηλικιωμένου πληθυσμού. Αλλά τα μεγαλύτερα ελλείμματα εντοπίζονται στις μεγάλες πόλεις και ιδιαίτερα στην Αθήνα και τις κεντρικές γειτονιές της, όπου έχει παραμείνει μεγάλος αριθμός ηλικιωμένων σε ιδιόκτητα διαμερίσματα, από τα οποία οι νεώτεροι έφυγαν σταδιακά (από τη δεκαετία 1980) προς τα προάστια.

Όμως η οργάνωση και χρηματοδότηση των σχετικών δομών προερχόταν από τα ΚΠΣ, η φροντίδα των ηλικιωμένων από το κράτος και τους δήμους ήταν δηλαδή ένα project με ημερομηνία λήξης, αφού η συνέχειά του δεν εξασφαλίστηκε από εθνικούς πόρους. Σταδιακές περικοπές προϋπολογισμών και προσωπικού, αύξηση των ενδιαφερόμενων (φτάνουν περίπου 146000 το 2012) και διοικητικές μετακινήσεις των αρμοδιοτήτων (από Υπουργείο σε Δήμους σε Υπουργείο) οδήγησαν τα περισσότερα ΚΑΠΗ σε μείωση των προσφερόμενων υπηρεσιών. Πάντως παραμένουν ιδιαίτερα δημοφιλή μεταξύ των ηλικιωμένων που συμμετέχουν, έστω και ως τόποι συνάντησης και οργάνωσης εορταστικών εκδηλώσεων και εκδρομών.

Στις συνθήκες της κρίσης, οι περικοπές μισθών και συντάξεων ήδη έχουν ανατρέψει τα δεδομένα της πρόσφατης εκδοχής του οικογενειοκεντρικού μοντέλου φροντίδας. Η χαμηλά αμειβόμενη εργασία των μεταναστριών δεν είναι πλέον γενικά προσιτή, η ανασφάλεια οδηγεί πολλά νοικοκυριά σε περικοπές δαπανών, συμπεριλαμβανόμενης και της βοήθειας για τη φροντίδα των ηλικιωμένων. Ταυτόχρονα, το κράτος και οι δήμοι περικόπτουν ακόμη πιο πολύ τις λιγοστές υπηρεσίες,  οδηγώντας στην ανεργία μεγάλο αριθμό γυναικών, μια και οι κοινωνικές υπηρεσίες από γυναίκες κυρίως στελεχώνονται  (βλ. και την πρόσφατη διαμαρτυρία των εργαζόμενων στη Φροντίδα στο Σπίτι -απλήρωτοι εδώ και μήνες – Η ΑΥΓΗ, 14/2/2013).

Έτσι, το βάρος της μοιάζει να επιστρέφει αποκλειστικά στην ποδιά των ντόπιων γυναικών και μάλιστα με πιο δυσμενείς όρους, καθώς η φροντίδα γίνεται πιο επαχθής σε συνθήκες ανέχειας και περικοπών στις οικογενειακές δαπάνες (ηλεκτρικό, θέρμανση, τηλέφωνο κλπ), αλλά και καθώς δυσκολεύει η πρόσβαση στη νοσοκομειακή και φαρμακευτική κάλυψη και σε όποιες υπηρεσίες επιβιώνουν από τις συγχωνεύσεις ασφαλιστικών ταμείων. Λίγοι άνδρες είναι πρόθυμοι να εμπλακούν, έστω κι αν η ανεργία έχει ανατρέψει τις καθημερινότητές τους.

Για τις μετανάστριες, οι περικοπές δαπανών από τα ντόπια νοικοκυριά δεν σημαίνουν μόνο ανεργία, αλλά και απώλεια των «χαρτιών» και έχουν δραματικές συνέπειες στις δυνατότητες φροντίδας της δικής τους οικογένειας, εντός και πέραν των συνόρων της ελληνικής επικράτειας. Μαζί με την άνοδο της ρατσιστικής βίας, η καθημερινότητα γεμίζει φόβο και ανασφάλεια.

Πού εντοπίζεται ο σεξισμός;

Τρία σημεία:

1.

Όπως γνωρίζουμε, τα ζητήματα ανεργίας, οι περικοπές σε μισθούς και συντάξεις και η κατεδάφιση των κοινωνικών υπηρεσιών βρίσκονται στο επίκεντρο των κοινωνικών διεκδικήσεων, αλλά και στο επίκεντρο της κριτικής που ασκείται από την Αριστερά στις μνημονιακές πολιτικές. Όμως η οργάνωση της φροντίδας, τα συγκεκριμένα σώματα και οι καταμερισμοί εργασίας που συνδέονται με αυτήν θεωρούνται τόσο αυτονόητα που δεν συγκαταλέγονται στις θεματικές των οικονομικών αναλύσεων.

Σε όλη την παρακαταθήκη αναλύσεων, που μάλιστα επικαιροποιούνται συνεχώς καθώς τα δεδομένα αλλάζουν με μεγάλες ταχύτητες, η υλικότητα και εν-σωμάτωση των αναδιαρθρώσεων της φροντίδας δεν αποτελούν καν αντικείμενο συζήτησης, εξαφανίζοντας έτσι από το πεδίο του αισθητού τα συγκεκριμένα ενσώματα υποκείμενα, τις μετανάστριες και ντόπιες γυναίκες που εμπλέκονται σε αυτήν.

2.

Η φροντίδα των ηλικιωμένων δεν συνάδει με τα ανδρικά [και γυναικεία?] πρότυπα που προβάλλονται, αναπαράγονται, εμπεδώνονται, μεταξύ άλλων και με τη δράση της ΧΑ και συμβάλουν στη σκλήρυνση έμφυλων ιεραρχιών. Οι μπρατσαράδες των γυμναστηρίων, έτοιμοι για καυγά, ξύλο και μαχαιρώματα, μπορεί να βοηθήσουν τον παππού να περάσει το δρόμο, αλλά μάλλον δεν γνωρίζουν καν, και σίγουρα δεν αναλαμβάνουν, το καθάρισμά του ούτε εμπλέκονται στις ιδιορρυθμίες της σύνθετης καθημερινότητάς του. Η φροντίδα δεν μπορεί όμως να συνδυαστεί ούτε με τη γοητεία του ξέκωλου και τα πρότυπα νεανικής και αψεγάδιαστης εμφάνισης των γυναικών που αποτελούν προσάρτημα των μπρατσαράδων. Ταυτίζεται μόνο με τις σιωπηλές μητέρες, αδελφές και συζύγους που σηματοδοτούν τις «οικογενειακές αξίες» και ταυτόχρονα τις επανανοημαδοτούν ως ανάχωμα στην κρίση και την «επέλαση» των ξένων.

3.

Οι αναδιαρθρώσεις της φροντίδας δεν αντιμετωπίζονται καν ως «παράπλευρη απώλεια» της κρίσης γιατί ο καταμερισμός στην απαιτούμενη υλική και συναισθηματική εργασία δεν τίθεται καν ως αίτημα. Η οικιακή εργασία και φροντίδα αποτελούσε κεντρικό ζήτημα φεμινιστικών αναλύσεων και διεκδικήσεων πριν 40+ χρόνια, ως μέρος της συζήτησης περί έμφυλων ιεραρχιών και ανισοτήτων. Περιέπεσε σε μερική τουλάχιστον απαξίωση, καθώς διαφορετικά ζητήματα απόκτησαν κεντρικότητα στον προβληματισμό. Ξαναήρθε στο προσκήνιο μέσα από τις μεταναστευτικές σπουδές, καθώς ένα μέρος της απλήρωτης εργασίας των γυναικών στο πλαίσιο της οικογένειας έγινε αμειβόμενη εργασία για τις μετανάστριες από τον παγκόσμιο νότο. Όμως και εδώ χρειάστηκε η τραγική ιστορία της Κ. Κούνεβα και οι συντονισμένες πιέσεις γυναικείων ομάδων, κινήσεων και πρωτοβουλιών για να τεθεί σε συζήτηση μία πλευρά της αθέατης αυτής εργασίας που, ως αμειβόμενη, είχε γίνει ορατή.

Η κρίση μοιάζει να ξαναφέρνει στο προσκήνιο παλιά ερωτήματα και οδηγεί αναγκαστικά στον επαναπροσδιορισμό τους. Όμως η κρίση εγγράφεται σε ένα προϋφιστάμενο και διαχρονικό υπόστρωμα σεξισμού και έμφυλων ανισοτήτων που δεν εξαλείφθηκαν ποτέ από την ελληνική κοινωνία, έστω και αν παροδικά περιορίστηκαν, τουλάχιστον στις πιο ακραίες μορφές τους. Τι δυναμικές θα τροφοδοτήσει η επάνοδος ακραίων μορφών σεξισμού, είναι ένα ανοιχτό ερώτημα, με όχι πολύ αισιόδοξες προοπτικές. Όμως η εκκωφαντική σιωπή, και της Αριστεράς, γύρω από τα ζητήματα που επιγραμματικά επιχείρησα να θίξω δεν βοηθάει στην κατανόηση σημαντικών πλευρών της κρίσης – και οικονομικών πλευρών. Κατά συνέπεια περιορίζει τις δυνατότητες συγκρότησης πολιτικών για την επιβίωση και ίσως το ξεπέρασμά της.

*Παρουσίαση στα ΚΡΙΣΗ-ΜΑ ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ, Σεξισμός και ομοφοβία: «παράλληλες απώλειες» της κρίσης; 26/2/2013

 

«Παναγία μου, γίνε φεμινίστρια»

της Δήμητρας Ρωμανού

Τον Φεβρουάριο του 2012, μέλη του πάνκ φεμινιστικού συγκροτήματος Pussy Riot ερμήνευσαν για πολύ λίγα λεπτά ένα τραγούδι- διαμαρτυρία σε κεντρικό Ορθόδοξο καθεδρικό ναό, με το οποίο καλούσαν την Παναγία να γίνει φεμινίστρια και την παρακαλούσαν  να λυτρώσει την Ρωσία από τον Πούτιν, ασκώντας με αυτό τον τρόπο κριτική στις αρχές της Ρωσίας, για την καταπάτηση των δικαιωμάτων, την ανελευθερία και την πατριαρχεία που καταπιέζει τις γυναίκες από την ελεύθερη έκφραση.

Οι δύο γυναίκες μέλη του συγκροτήματος, η Νάντια Τολοκονίκοβα και η Μάσα Αλεκίνα κρίθηκαν από τα ρωσικά δικαστήρια ένοχες για «χουλιγκανισμό» κινούμενες από «θρησκευτικό μίσος» , και καταδικάστηκαν σε 2 χρόνια φυλάκιση, ενώ μόνο η τρίτη Κατερίνα Σαμούκοβιτς αφέθηκε ελεύθερη με αναστολή της ποινής. Οι δύο γυναίκες εκτείουν την ποινή τους σε σοφρωνιστικές «αποικίες» δηλαδή σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας τα οποία είναι διαβόητα για την βάναυση αντιμετώπιση των κρατούμενων. Δυστυχώς πρόσφατα το δικαστήριο της Μόσχας αποφάσισε να μην επιτρέψει στην Μάσα, η οποία μεγάλωνε μόνη της το παιδί της να αναβάλει την έκτιση της ποινή της έως ο γιός της να κλείσει τα 14 χρόνια.

Και οι τρεις γυναίκες θεωρούνται κρατούμενες συνείδησης από τη Διεθνή Αμνηστία ενώ υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες για την ασφάλειά τους, αφού έχουν δεχτεί απειλές οι ίδιες και οι οικογένειές τους.

Στην φυλακή όπου κρατείται η Μάσα, η διοίκηση την έβαλε σε ειδικό απομονωμένο κελί λόγω των απειλών που δεχόταν. Η μέγιστη διάρκεια που μπορεί να κρατείται εκεί κάποια είναι 3 μήνες, μετά πρέπει να βρεθούν άλλοι τρόποι προστασίας της, ενώ η Νάντια έχει παρουσιάσει σοβαρά προβλήματα υγείας λόγω της κράτησής της σε άσχημες συνθήκες.

Ένα χρόνο μετά τη σύλληψη των μελών του συγκροτήματος, η όλο και κλιμακούμενη καταστολή της ελευθερίας της έκφρασης στη Ρωσία φαίνεται και από την τελευταία απόφαση του δικαστηρίου της Ρωσίας,  να απαγορεύσει την προβολή των βίντεό τους  κατά τη διάρκεια της παράστασής τους στον καθεδρικό της Μόσχας ως «εξτρεμιστικά»…

Καλλιτέχνες και τραγουδιστές από όλο τον κόσμο στέκονται αλληλέγγυοι στα μέλη του συγκροτήματος και έχουν εκφραστεί δημοσίως υπέρ της άμεσης απελευθέρωσης των Pussy Riot. Ένας από αυτούς είναι και ο Μάτ Κάμερον των Pearl Jam.

Αν θές να ζητήσεις την άμεση απελευθέρωσή τους και εσύ, μπορείς να μπεις εδώ: http://takeaction.amnestyusa.org

Για περισσότερα: Διεθνής Αμνηστία, freepussyriot.org

 

Προστέθηκε η ταυτότητα φύλου στην νομοθεσία για τα εγκλήματα μίσους

Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών

(Αρ. Αποφ. Πρωτ. 7646/2010 – Αρ. Μητρ. Περιφ. Αττ. 19388).

http://www.transgender-association.gr/

transgender.support.association@gmail.com

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ – ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Θέμα: «Προστέθηκε η ταυτότητα φύλου στην νομοθεσία για τα εγκλήματα μίσους».

Το Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών (ΣΥΔ), αναγνωρισμένη συλλογικότητα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων και της ισονομίας για τα διεμφυλικά/τρανς άτομα, με ικανοποίηση ενημερώνει για την προσθήκη της ταυτότητας φύλου στην Ελληνική νομοθεσία για τα εγκλήματα μίσους.

Συγκεκριμένα, στον νόμο: «περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις», στο Κεφάλαιο που αφορά τις  Τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα, Άρθρο 66, αναφέρεται:

Η τέλεση πράξης από μίσος εθνοτικό, φυλετικό, θρησκευτικό ή μίσος λόγω διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου κατά του παθόντος συνιστά επιβαρυντική περίσταση και η ποινή δεν αναστέλλεται.

Από πλευράς Αξιωματικής Αντιπολίτευσης υποστηρίχθηκε η προσθήκη της ταυτότητας φύλου από την Εισηγήτρια, κυρία Βασιλική Κατριβάνου καθώς και από την ομιλήτρια του του Συ.Ριζ.Α κυρία Αφροδίτη Σταμπουλή.

Από πλευράς της Δημοκρατικής Αριστεράς, κατατέθηκε τροπολογία της κυρίας Μαρίας Ρεπούση για την προσθήκη της ταυτότητας φύλου, και, τέλος από μέρους του Πα.Σο.Κ., ο βουλευτής κύριος Κωνσταντίνος Τριαντάφυλλος, επίσης υποστήριξε την προσθήκη της ταυτότητας φύλου.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, κύριος Ρουπακιώτης, στην επί των άρθρων συζήτηση της 6ης Μαρτίου, αποδέχθηκε την τροπολογία και τις προτάσεις των βουλευτών που αναφέραμε και στην ψηφοφορία έγινε δεκτό κατά πλειοψηφία..

Θα υπάρξει ξεχωριστή ανακοίνωση που θα αναφερθούμε στις συναντήσεις εκπροσώπων του ΣΥΔ με κοινοβουλευτικά κόμματα στο πλαίσιο των συναντήσεων των λοαδ οργανώσεων με κόμματα.

Πέραν της νομοθεσίας για τα εγκλήματα μίσους, θεωρούμε ιδιαίτερα σημαντική την σημερινή ημέρα για την τρανς κοινότητα, καθώς είναι η πρώτη φορά που αναφέρεται ρητώς η ταυτότητα φύλου στο Ελληνικό δικαιϊκό σύστημα και ως εκ τούτου μία πρώτη νίκη της τρανς κοινότητας.

Το Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών (ΣΥΔ), ευχαριστεί θερμά όσους και όσες ανταποκρίθηκαν θετικά στο δίκαιο αίτημά μας και υποστήριξαν την προσθήκη της ταυτότητας φύλου στην νομοθεσία για τα εγκλήματα μίσους, και θα συνεχίσει να εργάζεται για την προσθήκη της ταυτότητας φύλου σε όλο το φάσμα του Ελληνικού δικαίου και ιδιαίτερα στην νομοθεσία κατά των διακρίσεων (3304/2005 και στον 3896/2010), στην νομοθεσία για την ρητορική μίσους (729/1979) και ιδιαίτερα για την κατάθεση νομοθεσίας για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου και της δυνατότητας αλλαγής των εγγράφων των διεμφυλικών άτομων.

 

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΔΙΕΜΦΥΛΙΚΏΝ

Ζαν Μωρέας 32, Κουκάκι, Αθήνα, ΤΚ. 11741

http://www.transgender-association.gr/

transgender.support.association@gmail.com

 

 

Ενισχύει τη συμμετοχή γυναικών στα συνδικαλιστικά όργανα η ΓΣΕΕ

Την υλοποίηση ειδικού προγράμματος δράσης για την προώθηση και την ενίσχυση της συμμετοχής των γυναικών στα όργανα εκπροσώπησης των συνδικαλιστικών οργανώσεων, ξεκινά η ΓΣΕΕ, με την ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας, στις 8 Μαρτίου.

Για τον σκοπό αυτόν, με πρωτοβουλία της Συνομοσπονδίας, έχουν δημιουργηθεί 11 Δομές Ισότητας των Φύλων στις εξής δευτεροβάθμιες οργανώσεις: Εργατικά Κέντρα Ηρακλείου, Φθιώτιδας, Πάτρας, Βόλου, Κοζάνης και Έβρου, Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων (ΟΤΟΕ), Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων (ΟΙΥΕ), Ομοσπονδία Υπαλλήλων Τουριστικών Επαγγελμάτων Επισιτισμού (ΟΥΤΕΕ) και Ομοσπονδία Εκπαιδευτικών Λειτουργών (ΟΙΕΛΕ).

Στο πλαίσιο του προγράμματος εντάσσεται και η λειτουργία τηλεφωνικής γραμμής υποστήριξης HelpLine: 801-110-1900, η οποία είναι πανελλαδικής εμβέλειας και λειτουργεί καθημερινά από τις 9:00 έως τις 17:00, με συντονισμό της Κεντρικής Δομής Ισότητας της ΓΣΕΕ, τηλ. 210-8202259, για την παροχή πληροφόρησης προς τις γυναίκες που δραστηριοποιούνται στα σωματεία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας που έχει επεξεργαστεί το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, οι γυναίκες πλήττονται περισσότερο από την ανεργία, ιδιαίτερα στις παραγωγικές ηλικίες, ενώ, οι αμοιβές των γυναικών υπολείπονται αυτές των ανδρών κατά μέσο όρο 16,2%.

Πηγή: Τα Νέα

 

 

Γυναικεία Κραυγή: Νέες ποιήτριες για τη γυναικεία ταυτότητα

Η “Γυναικεία Κραυγή” ξεκίνησε ως κίνημα στη Δομινικανή Δημοκρατία, επεκτάθηκε πολύ γρήγορα στη Λατινική Αμερική και τον κόσμο και έφτασε στη χώρα μας διά της ποιητικής οδού. Η βία κατά των γυναικών, άλλωστε, δεν είναι υπόθεση τοπική και η ποίηση πάντα είναι ανατρεπτική. Το Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης “Η Γυναικεία Κραυγή”, που εκτυλίσσεται ταυτόχρονα σε 30 χώρες, στην Αθήνα πραγματοποιείται την Τετάρτη 13 του μηνός, στις 7 μ.μ. στο Ινστιτούτο Θερβάντες (Μητροπόλεως 23), με τη σύμπραξη της Εταιρείας Συγγραφέων και του περιοδικού “Poeticanet” και τη συμπαράσταση του Δήμου Αθηναίων.

Εκείνη τη βραδιά ποιήτριες της νεότερης γενιάς θα διαβάσουν ποίηση από Ελληνίδες ποιήτριες του 20ού αιώνα, βασισμένη σε ζητήματα γυναικείας ταυτότητας και καλλιτεχνικής και κοινωνικής χειραφέτησης. Παράλληλα, η ψυχολόγος Μαρία Κεφαλοπούλου και η κοινωνική λειτουργός Γεωργία Μπούρη του Τμήματος Ισότητας του Δήμου Αθηναίων θα μιλήσουν για το θέμα της βίας στην Ελλάδα, ενώ η μεταφράστρια Έλενα Σταγκουράκη θα παρουσιάσει το κίνημα και την κατάσταση στη Λατινική Αμερική, απαγγέλλοντας ποίηση διαμαρτυρίας από Λατινοαμερικάνες ποιήτριες του κινήματος.

Οι ποιήτριες Κατερίνα Ηλιοπούλου, Λένα Καλλέργη, Πατρίτσια Κολαΐτη, Παυλίνα Μάρβιν, Γιάννα Μπούκοβα, Ευτυχία Παναγιώτου, Μαρία Τοπάλη, Δανάη Σιώζιου, θα διαβάσουν ποιήματα των ποιητριών: Μαντώς Αραβαντινού, Ελένης Βακαλό, Κατερίνας Γώγου, Βερονίκης Δαλακούρα, Ζέφης Δαράκη, Κικής Δημουλά, Νανάς Ησαΐα, Κοραλλίας Θεοτοκά, Ζωής Καρέλλη, Μαρίας Κυρτζάκη, Μαρίας Λαϊνά, Τζένης Μαστοράκη, Παυλίνας Παμπούδη, Αθηνάς Παπαδάκη, Αλεξάνδρας Πλαστήρα, Μαρίας Πολυδούρη, Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, Άντειας Φραντζή, Νατάσσας Χατζηδάκη, Μάτσης Χατζηλαζάρου, Δήμητρας Χριστοδούλου.

Την οργάνωση της βραδιάς έχουν αναλάβει οι ποιήτριες Κατερίνα Ηλιοπούλου και Γιάννα Μπούκοβα και η μεταφράστρια Έλενα Σταγκουράκη.

Πηγή: Αυγή

 

 

Ανακοίνωση της Αδέσμευτης Κίνησης Γυναικών για την 8η Μάρτη

Αδέσμευτη Κίνηση Γυναικών

8 Μάρτη 2013

 

η διεκδίκηση και η αντίσταση

φέρνουν την ανατροπή

 

Διεθνής αλληλεγγύη

των γυναικών της βάσης

ενάντια στη βαρβαρότητα του καπιταλισμού

 

Ενότητα και αλληλεγγύη

εργαζομένων, ανέργων και μεταναστριών γυναικών

για την ανατροπή της πολιτικής,

που ρημάζει τις ζωές μας

 «…Με την πολιτική του «μικρότερου κακού», ενισχύεται η αίσθηση ισχύος των αντιδραστικών δυνάμεων και οι προϋποθέσεις να δημιουργηθεί το μεγαλύτερο από όλα τα δεινά : η αδράνεια των μαζών.

Η εξέγερση των εκατομμυρίων εργαζόμενων ανδρών και γυναικών  ενάντια στην πείνα, την αφαίρεση δικαιωμάτων, τις φασιστικές δολοφονίες και τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους είναι μια έκφραση της ακατάλυτης μοίρας των εργαζομένων όλου του κόσμου.

Η εξέγερση δεν πρέπει να στερείται τα εκατομμύρια των γυναικών, που εξακολουθούν να φέρουν τις αλυσίδες της φυλετικής σκλαβιάς και  κατά συνέπεια εκτίθενται στην πιο σκληρή ταξική σκλαβιά…»

Κλάρα Τσέτκιν (1857-1933)

 

Μιλάνε για την οικονομική κρίση, ως να είναι μία ίωση. Ψεύδονται ασύστολα, κρύβουν ότι ο καπιταλισμός  -κάθε φορά- γεννά βαθύτερες και εντονότερες κρίσεις.

Μια χούφτα εταιρείες ελέγχουν και κυριεύουν  τον κόσμο.

Σε όποιο σημείο του πλανήτη κι αν κοιτάξεις, αιμοδιψή αρπακτικά συμπιέζουν και εξαθλιώνουν λαούς.

Μετά την Γιουγκοσλαβία, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Λιβύη προαναγγέλλουν νέους πολέμους, επαναποικιοποιούν κράτη, σπέρνουν οδύνη. Ταυτόχρονα, συναθροίζονται μαζί  με τις πολιτικές τους ορντινάτσες στα Γιουρογκρούπ  των Βρυξελλών, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ή σε συναντήσεις Κεντρικών Τραπεζών και χαράσσουν πολιτική για την αντιμετώπιση της φτώχειας, του σεξουαλικού δουλεμπορίου γυναικών και παιδιών, της ανεργίας!

Εμάς δεν μας εξαπατούν.

Η ανεργία έχει κατεξοχήν πρόσωπο γένους  θηλυκού. Πρωτιά στα ποσοστά, πρωτιά στις ευέλικτες μορφές απασχόλησης, πρωτιά και στις επιλογές  των εργοδοτών για  τη λίστα των απολύσεων. Tα επόμενα θύματα της προπαγάνδας τους  είναι οι γυναίκες που «κλέβουν» τις θέσεις των ανέργων αντρών. Βίαια προωθείται η επιστροφή των γυναικών στην κουζίνα. Βαθαίνει ακόμη περισσότερο ο σεξισμός και η ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Εμπαίζουν τις άνεργες,  πουλώντας τους μάταιες  ελπίδες για θέσεις εργασίας με μισθούς πείνας, είτε μέσα από τις επενδύσεις των ξένων και ντόπιων καπιταλιστών ή μέσω προγραμμάτων του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ) ή των πεντάμηνων προγραμμάτων κοινωφελούς εργασίας με αφεντικό τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Καλλιεργούν αυταπάτες στις νέες ότι θα πετύχουν, ακολουθώντας τον ατομικό δρόμο στην αγορά των ευκαιριών.

Τα ελάχιστα ψήγματα κοινωνικής πολιτικής ανατρέπονται, αντικαθίστανται με το ατομικό κοινωνικό «επιχειρείν», τη λεγόμενη   κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία.

Η αφανής εργασία των γυναικών, η κλεμμένη εργασία των γυναικών στήριξε τα κράτη πρόνοιας. Την αφανή-απλήρωτη-αδήλωτη-ακαταμέτρητη εργασία των γυναικών τη βαφτίζουν «κοινωνική οικονομία», την επιχειρηματοποιούν  σε ατομικό επίπεδο κι έτσι γλυτώνουν ποσοστά ανεργίας των γυναικών, αλλά κυρίως επαναφέρουν τη γυναίκα στο φυλετικό – πατριαρχικό ρόλο της.

Η κατεύθυνση έχει αποφασιστεί προ πολλού, στη διάσκεψη των υπουργών κοινωνικής πολιτικής του ΟΟΣΑ (Ιούνιος 1998). Σε εκείνη τη διάσκεψη καθορίστηκε ότι «αντί του κράτους που χορηγεί κοινωνικές παροχές ,φτιάχνουμε  το κράτος που ρυθμίζει το κοινωνικό περιβάλλον» με στόχο να εξαφανίσουν οποιαδήποτε δημόσια δαπάνη υπέρ των εργαζομένων, των ανέργων, των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

Πρώτα διαλύονται οι όποιες δομές πρόνοιας υφίστανται, καταργούνται επιδόματα, κλείνουν παιδικοί σταθμοί, στέλνουν τις κυοφορούσες να γεννήσουν στα σπίτια τους, με ότι αυτό συνεπάγεται, καταποντίζονται τα μεροκάματα, οι συντάξεις, οι μισθοί και στη συνέχεια η φτώχεια γίνεται το όχημα για τις νέες « κοινωνικές επιχειρήσεις».

Στην αρχή οι νέες « κοινωνικές επιχειρήσεις», παρουσιάζονται  με το περίβλημα της «κοινωνικότητας» και της «αλληλεγγύης» και στη συνέχεια θα αφομοιωθούν  από τα τρωκτικά των πολυεθνικών αλυσίδων.

Να μην έχουμε αυταπάτες, το μακρύ χέρι της πλουτοκρατίας αγγίζει το μαλακό υπογάστριο της κοινωνίας, τις γυναίκες. Τις βαφτίζει «επιχειρηματίες» προσφέροντάς τους ψίχουλα, τις βάζει να εκτελούν και να  αναπαράγουν αυτά, που επί αιώνες προσφέρουν αφειδώς και εντελώς δωρεάν σε όλα τα εκμεταλλευτικά συστήματα. Σκούπισμα, μαγείρεμα, μπάλωμα, φύλαξη παιδιών και γέρων.

Επιπλέον, οι εργαζόμενες , οι άνεργες, οι μετανάστριες γυναίκες, βιώνουμε και τη διατίμηση των σωμάτων μας.

Το εργασιακό μας μέλλον, προδιαγράφεται με επαγγελματικό προσανατολισμό στη βιομηχανία του sex ,στη βιομηχανία διαχείρισης της φτώχειας, στις οικιακές εργασίες.

Αγωνιζόμαστε ενάντια στον κανιβαλισμό του καπιταλισμού, που θεωρεί τη φτώχεια ενδογενή ανεργία του συστήματος.

Διεκδικούμε ασφαλή, ασφαλισμένη και πλήρη εργασία για όλες τις γυναίκες.

Βρισκόμαστε σε εμπόλεμη κατάσταση, οι κυανόκρανοι του διεθνούς κεφαλαίου μας εκτελούν με δόσεις.

Τα υποσιτισμένα και κουρασμένα παιδιά που αδυνατούν να παρακολουθήσουν τα μαθήματά τους, οι νέοι που πεθαίνουν από διοξείδιο του άνθρακα στην προσπάθειά τους να ζεσταθούν, οι πολτοποιημένοι επαίτες μέσα στο σωρό των σκουπιδιών, οι δολοφονημένοι αλλοδαποί από φαλαγγίτες, θεωρούνται παράπλευρες απώλειες.

Παράπλευρες απώλειες και οι αλλοδαπές γυναίκες, που ξεριζώθηκαν από τη γη τους με τη βία, εξαιτίας πολεμικών εκκαθαρίσεων, που εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους, επειδή τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των ιμπεριαλιστών ταυτίζονται με την αυλή τους. Όσες γυναίκες έτυχε να γεννήσουν μακριά από την πατρίδα τους, εκτός του ότι ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες, οι ίδιες και τα παιδιά τους, βρίσκονται σ ΄ένα μόνιμο διωγμό. Κουρελόχαρτα οι Διεθνείς Συμβάσεις, τα παιδιά σε όλο τον κόσμο μόνο ΝΟΜΙΜΑ μπορούν να ζουν.

Αυτές τις γυναίκες και όλους τους ανθρώπους της εσχατιάς, χρησιμοποιούν  παράλληλες εξουσίες όπως η εκκλησία, ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί, κεφαλαιοκράτες, για να φιλανθρωπεύονται.

Ο δίκαιος αγώνας μας είναι ένας,  στοχεύει στην απελευθέρωση και την αυτοδιάθεση της γυναίκας. Κάθε γυναίκα δικαιούται να ζει ελεύθερη.

Ο εξατομικευμένος αγώνας δεν οδηγεί παρά μόνο στην αποτυχία, στην παραίτηση και στον κατακερματισμό της δύναμής μας.

Ας συστρατευτούμε μέσα στη διεκδίκηση.

Ο θυμός μας ας γίνει πολιτική. Προχωράμε με αποφασιστικό βήμα.

Σταματάμε να έχουμε ανοχή στα όσα μας συμβαίνουν.

 

Η δύναμη μας είναι η ένωση μας και η αλληλεγγύη μας.

 

8 Μάρτη 2013

Αδέσμευτη Κίνηση Γυναικών

Ασκληπιού 109- Τ.Κ. 11472 ΑΘΗΝΑ, τηλ. 210-3628104, fax. 210-3619287, e-mail: ginaika@otenet.gr

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ανακοίνωση της Φεμινιστικής Πρωτοβουλίας για τη μέρα της γυναίκας

8 ΜΑΡΤΗ

Παγκόσμια ημέρα της γυναίκας

Δεν γιορτάζουμε, διεκδικούμε

8 Μάρτη οι γυναίκες σε όλο τον κόσμο αγωνιζόμαστε, για να αποτρέψουμε τις επιθέσεις εναντίον μας, για να πετύχουμε την απελευθέρωση των γυναικών και την ισότητα των δύο φύλων.

Αντιστεκόμαστε στα μέτρα λιτότητας που πλήττουν ιδιαίτερα και βαρύτερα τις γυναίκες, καθώς και άλλες κοινωνικά μειονεκτούσες ομάδες, και στη διεύρυνση των ανισοτήτων. Αντιστεκόμαστε μέσα από τα ποικιλόμορφα κινήματα, σε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο.

Αντιστεκόμαστε στη δημοσιονομική πειθαρχία, που επιδιώκει την καταστροφή της ζωής των γυναικών, κυριολεκτικά, όσο και των λαϊκών στρωμάτων γενικότερα, ντόπιων και μεταναστών/μεταναστριών, με άξονα την σωτηρία των πλουσίων και των τραπεζών αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στους ανθρώπους. Ζητούμε την ακύρωση των χρεών και την ανατροπή των πολιτικών και των κυβερνήσεων που τα υπηρετούν.

Αντιστεκόμαστε με τη γυναικεία αλληλεγγύη μας  στην ένταση της βίας λόγω φύλου  -που συνεχώς κλιμακώνεται- και του βιασμού, και προέρχεται συχνά από τους πιο «δικούς» μας ανθρώπους, την  ώρα που η αρωγή της πολιτείας στα θύματα αυτής της βίας συρρικνώνεται, την ώρα που απουσιάζουν οι ξενώνες φιλοξενίας ακόμα και για καταστάσεις επείγουσες. Ζητούμε την τιμωρία των ενόχων γι’ αυτή τη βία.

Αντιστεκόμαστε στην ένταση του σεξισμού, που την διακρίνουμε στην καθημερινότητα και στα ΜΜΕ αλλά με ακόμα πιο ακραία μορφή σε φασιστικές ιδεολογίες και πολιτικές, με την αντίκρουση αυτού του σεξισμού και την ενδυνάμωση του φεμινιστικού κινήματος.

Καλούμε στις αγωνιστικές εκδηλώσεις για τις 8 του Μάρτη, στην Αθήνα 6 μ.μ. στο Μοναστηράκι. Στην Ξάνθη στις 9 του Μάρτη για να τιμήσουμε την Ζωή Νταλακλίδου που δολοφονήθηκε μετά από βιασμό και να διαμαρτυρηθούμε για την κουλτούρα της βίας που οδηγεί πιο συχνά στον καθημερινό βιασμό, ο οποίος περνάει συχνά απαρατήρητος με συνέπεια την ασυλία και ατιμωρησία των δραστών  και την ενοχοποίηση των θυμάτων  τόσο  από την κοινωνία όσο και από τα  δικαστήρια.

Αγωνιζόμαστε για ένα μαζικό φεμινιστικό κίνημα

 

Φεμινιστική Πρωτοβουλία για την Εξάλειψη της Βίας Κατά των Γυναικών

 

 

 

Κατάργηση της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ

ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

 

ΑΘΗΝΑ 6 ΜΑΡΤΙΟΥ 2013

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΘΕΜΑ: ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΟΗΕ

Την ίδια μέρα, 1η Μαρτίου 2013, που υιοθετήθηκε από την Επιτροπή του ΟΗΕ για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών-CEDAW, το κείμενο των καταληκτικών παρατηρήσεων (εδώ), στο οποίο:

13. Η Επιτροπή προτρέπει το Κράτος μέλος:

(α) Να διατηρήσει και να ενδυναμώσει την ανεξαρτησία της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων και να της παρέχει επαρκείς ανθρώπινους, οικονομικούς και τεχνικούς πόρους έτσι ώστε αυτή να μπορεί να συντονίζει και ναι εργάζεται αποτελεσματικά για την προώθηση της ισότητας των φύλων και την ένταξη της οπτικής της ισότητας των φύλων σε όλες τις πολιτικές, και να επανενεργοποιήσει την Εθνική Επιτροπή για την Ισότητα μεταξύ Ανδρών και Γυναικών

(β) Να παρέχει κατάρτιση σχετικά με τα δικαιώματα των γυναικών στις γυναίκες και τους άνδρες που εργάζονται στον εθνικό μηχανισμό για την πρόοδο των γυναικών, και

(γ) να ενδυναμώσει τους μηχανισμούς εκτίμησης επιπτώσεων έτσι ώστε να εξασφαλίσει ότι οι πολιτικές για την ισότητα των φύλων παρακολουθούνται και αποτιμώνται και η εφαρμογή τους αξιολογείται κατάλληλα.

Το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης υπό τον Πρωθυπουργό προτείνει ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ και την αντικατάστασή της από μία Διεύθυνση Ισότητας και Ίσων Ευκαιριών- περικόπτοντας περίπου το 80% των οργανικών μονάδων της, λίγες ημέρες πριν από την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας (εδώ).

Περιμένουμε την έμπρακτη απάντηση της τρικομματικής Κυβέρνησης στην παραπάνω σύσταση της Επιτροπής του ΟΗΕ, που δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η ΑΜΕΣΗ ΑΠΟΡΡΙΨΗ του προτεινόμενου σχεδίου και η διατήρηση και ενίσχυση της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων

 

 

Εκδηλώσεις για την 8η Μάρτη

 Η φετινή ημέρα της γυναίκας έρχεται σε μια δύσκολη συγκυρία. Από τη μια η βία της κρίσης, με τη λιτότητα, την ανεργία, τη φτωχοποίηση και την απουσία κοινωνικών δομών στήριξης και πρόνοιας να επηρεάζει την καθημερινότητά μας και από την άλλη τα όλο και περισσότερα κρούσματα έμφυλης βίας που φτάνουν στα αυτιά μας.

Επειδή λοιπόν αυτοί οι καιροί απαιτούν εγρήγορση για τα θέματα των γυναικών, σε αυτό το ποστ προσπαθήσαμε να μαζέψουμε όλες τις εκδηλώσεις που θα γίνουν στις 8 Μάρτη, τόσο κινηματικές όσο και πολιτιστικές ή εκδηλώσεις φορέων. Στόχος μας δεν είναι απλώς η ενημέρωση αλλά η μαζικοποίηση αυτών. Στείλτε κι εσείς τη δράση σας στο info@fylosykis.gr, ώστε η λίστα μας να συμπληρώνεται και να έχουμε μια καλύτερη εικόνα των όσων γίνονται.

Οι επιθέσεις στα δικαιώματά μας χρειάζονται τη συσπείρωση και τη δράση μας!

 

Καλέσματα για δράση

8 Μαρτη, 18.30 Μοναστηράκι, Δρώμενα και πορεία, Φεμινιστική Πρωτοβουλία για την Εξάλειψη της Βίας Κατά των Γυναικών, γυναικείες οργανώσεις και ανένταχτες

8 Μάρτη, 18.30, συγκέντρωση Αριστοτέλους και Τσιμισκή Θεσσαλονίκη, Πρωτοβουλία Γυναικών Ενάντια στο Χρέος και τα Μέτρα Λιτότητας

8 Μάρτη, 18.00, Συλλαλητήριο στα Προπύλαια, ΠΑΜΕ, ΠΑΣΕΒΕ, ΠΑΣΥ, Μέτωπο Αγώνα Σπουδαστών και Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδας. Περισσότερα εδώ

Σάββατο 9 Μάρτη, Πορεία και Εκδήλωση στην Ξάνθη, Πρωτοβουλία κατά της Ομοφοβίας Ξάνθης με τη συμμετοχή οργανώσεων

 

Φορείς

Διημερίδα «8 Μαρτίου-Παγκόσμια Ημέρα Γυναίκας: Νέες Δράσεις του Δήμου Αθηναίων για τις Γυναίκες», 7-8 Μάρτη στο Γκάζι, Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής & Πολιτικών Ισότητας των Φύλων Δήμου Αθηναίων. Δείτε το πρόγραμμα εδώ

Ανοιχτή συζήτηση στις 8 Μάρτη, 19.30, Αίθουσα Δημοτικού Συμβουλίου του Δημαρχείου Θεσσαλονίκης και καθημερινές ραδιοφωνικές εκπομπές 5-9 Μάρτη, 12.00-13.00, Δήμος Θεσσαλονίκης. Αναλυτικά εδώ

8 Μάρτη, Ημερίδα Ενημέρωσης για τον Καρκίνο του Μαστού και δωρεάν εξέταση από εξειδικευμένους γιατρούς, Δήμος Πειραιά. Περισσότερα εδώ

 

Μη κυβερνητικές οργανώσεις

8 Μάρτη εκστρατεία των Γιατρών Χωρίς Σύνορα «Εκατομμύρια γυναίκες δεν ζητούν τη βοήθειά μας, πεθαίνουν γι’ αυτήν», σε Σύνταγμα και Μοναστηράκι, 19.00 και θεατρική παράσταση “Η μαμά μου ποτέ δεν πεθαίνει” στο θέατρο Vault, 21.15. Περισσότερες πληροφορίες εδώ

9 Μάρτη, 12.00, Ιωάννινα, Δωρεάν βιωματικό εργαστήρι για τις έμφυλες διακρίσεις, στο Πράσινο Στέκι Ιωαννίνων, Τσιριγώτη 39 (Πάροδος Ανεξαρτησίας) 12.00. Διοργάνωση: Αριάδνη. Περισσότερα εδώ

 

Πολιτιστικές εκδηλώσεις

7 Μάρτη, Συναυλία για την ημέρα της γυναίκας από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στο Μέγαρο μουσικής, 20.30. Περισσότερα εδώ

“Αφιέρωμα στις γυναίκες και στους αγώνες τους για ισότητα και απελευθέρωση” με την Καλλιόπη Βέτα στον Πολυχώρο της Ανοιχτής Πόλης, 8 Μάρτη, 21.00

11 Μάρτη, Παρουσίαση βιβλίων από το Σύλλογο Ελληνίδων Επιστημόνων

13 Μάρτη, “Γυναικεία Κραυγή: Νέες ποιήτριες για τη γυναικεία ταυτότητα”, 19.00. στο Ινστιτούτο Θερβάντες, Μητροπόλεως 23. Περισσότερα εδώ

 

 

 

 

 

 

Η Sea LATELEC στην περιοχή Fouchana της Τυνησίας εκ νέου σε απεργία!

της Monika Karbowska*

Στις 21 και 22 Φεβρουαρίου το συνδικάτο βάσης αυτού του γαλλικού εργοστασίου αεροναυπηγικής καλωδίωσης, θυγατρική της Latecoere και υπεργολάβος της Airbus που βρίσκεται στα προάστια της Τύνιδας, πήρε απόφαση για ένα σημαντικό αγώνα.

Οι 450 εργαζόμενοι της περιοχής, σχεδόν όλες γυναίκες, απαιτούν από τη γαλλική εταιρεία να σεβαστεί το εργατικό δίκαιο της Τυνησίας και να υπογράψει σύμβαση αορίστου χρόνου με τους επισφαλείς εργαζόμενους που δουλεύουν εκεί για πάνω από 4 χρόνια.

Οι κοινωνικές συγκρούσεις βρίσκονται σε εξέλιξη στο εργοστάσιο, το οποίο παρουσιάζεται από τη διοίκησή του ως «μοντέλο» νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και επιτυχημένης αποαποικιοποίησης. Εκτός από το ότι οι μισθοί είναι μισθοί πείνας, οι συνθήκες υγιεινής και ασφάλισης καθώς και τα εργατικά δικαιώματα δε γίνονται σεβαστά ενώ η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι δεν υπήρχε πριν η Sonia Jebali και η Monia Dridi, δύο γενναίες και αποφασισμένες συνδικαλίστριες, δημιουργήσουν αυτό το συνδικάτο βάσης, θυγατρικό της UGTT (Τυνησιακή Γενική Εργατική Ένωση).

Οι εκλεγμένες εκπρόσωποι Sonia Jebali και Monia Dridi έπαιξαν πρωτεύοντα ρόλο στη συμφωνία σχετικά με την κατάταξη των επαγγελμάτων στις επιχειρήσεις, την οργάνωση των προαγωγών και των μισθολογικών αυξήσεων, η οποία υπεγράφη μεταξύ της UGTT και της εταιρείας. Αλλά τον περασμένο Οκτώβριο η γαλλική διοίκηση απάντησε με lockout ενός μηνός, κλείσιμο του εργοστασίου, με απειλές μετεγκατάστασης και “ανεξέλεγκτη” βία σε βάρος των συνδικαλιστών!

Ο Γάλλος διευθυντής μάλιστα απείλησε με θάνατο την Sonia Jebali (λέγοντας της «Αν είχα όπλο, θα σε σκότωνα!) το οποίο στο σημερινό πλαίσιο δολοφονιών και αποπειρών δολοφονίας ηγετών της Τυνησιακής αριστεράς από τάγματα μισθοφόρων της πολιτικο-οικονομικής εξουσίας, παίρνει μια πολύ ρεαλιστική και ανησυχητική στροφή…

Σήμερα, οι εργαζόμενοι της Sea Latelec απαιτούν σύμβαση αορίστου χρόνου για δύο συναδέλφους τους που εργάζονταν χωρίς αποδοχές για 3 μήνες, εφαρμογή της συμφωνίας για τις κατατάξεις και -το πιο σημαντικό- το τέλος των απειλών για μετεγκατάσταση του εργοστασίου στο Μεξικό ή … στη Γαλλία – μέρος της παραγωγής της Latelec πράγματι μεταφέρθηκε στη Γαλλία σε μια απομακρυσμένη τοποθεσία προκειμένου να τιμωρηθούν οι Τυνήσιοι … όπου δεν υπάρχει συνδικάτο παρά μόνο επισφαλείς εργαζόμενοι!

Η γαλλική CGT FTM υποστήριξε αυτούς τους αγώνες στη Fouchana, αλλά φαίνεται ότι αυτός ο αγώνας δεν μπορεί να νικήσει χωρίς ευρύτερη υποστήριξη.

Οι γυναίκες της Τυνησίας αγωνίζονται για την κοινωνική δικαιοσύνη, το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ισότητα!

Όπως λέει ένα σύνθημα σε μία διαμαρτυρία τους έξω από την πρεσβεία της Γαλλίας: «Ναι στις επενδύσεις, όχι στην αποικιοκρατία”!

Εμείς, οι ακτιβιστές/ιες της Ευρώπης, δεν μπορούμε να μείνουμε θεατές αυτού του αγώνα, αλλά πρέπει να τον υποστηρίξουμε ενεργά!

 

*Για την επιτροπή Τυνησίακο-ευρωπαϊκής στήριξης του συνδικάτου της UGTT στο  Sea Latelec στην Fouchana.

Μετάφραση: Η.Κ.

Πηγή: CADTM

 

 

 

Το φύλο της Ακρας Δεξιάς

της Μαρίας Λούκα

«Το κίνημα των “σκίνγκερλς” είναι σαγηνευτικό. Γνώρισα πολλές από αυτές. Τις γυναικείες σκιν οργανώσεις απασχολούν πολύ η έκτρωση, τα διαφυλετικά ζευγάρια και οι ομοφυλόφιλοι, γιατί κατά τη γνώμη τους η διακοπή της κύησης, η φυλετική επιμειξία και οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις είναι οι λόγοι για τους οποίους γεννιούνται όλο και λιγότερα παιδιά από τη λευκή, άρια, καθαρή φυλή. Διοργανώνουν συναυλίες και διαδηλώσεις, εκδίδουν βιβλία και περιοδικά, συμμετέχουν ακόμη και στις ένοπλες δυνάμεις, όπως ακριβώς και οι άνδρες» μου λέει ο πιο γνωστός, αλλά καθόλου αναγνωρίσιμος, ισπανός δημοσιογράφος, ο Αντόνιο Σάλας. Ο Αντόνιο κυκλοφορεί με μαύρη κουκούλα και λαμβάνει υψηλά μέτρα προστασίας. Έχει εντρυφήσει αρκετά στις γυναίκες της Άκρας Δεξιάς και ειδικά της πιο εξτρεμιστικής εκδοχής της – έζησε μαζί τους επί έναν χρόνο. Φανατικός οπαδός της συμμετοχικής δημοσιογραφίας, διείσδυσε σε μια ομάδα σκίνχεντ γύρω από τη Ρεάλ Μαδρίτης, κατέγραψε τη ζωή τους και στη συνέχεια εξέδωσε ένα βιβλίο, στη βάση του οποίου στοιχειοθετήθηκε ένα πολύ βαρύ κατηγορητήριο για αυτούς.

Στην Ισπανία, βλέπεις, οι απολογητές του φρανκισμού έχουν εκφραστεί κατά καιρούς σε διάφορες ακροδεξιές ομαδοποιήσεις, οι οποίες, συχνά και υπογείως, συνδέονται με σκληροπυρηνικές ομάδες σκίνχεντ, οργανωμένες μιλιταριστικά και με έντονο, βίαιο φορτίο. Ο Αντόνιο περιγράφει περιστατικά από επιθέσεις των νεοναζί σε ζευγάρια: « Όταν ομάδες ναζί ανδρών επιτίθενται σε ένα ζευγάρι ή μια κοπέλα, συνηθίζουν περιορίζονται στο να τους χτυπούν ή να τους χαράζουν στο πρόσωπο μια σβάστικα ή κάποιο γερμανικό σύμβολο. Αλλά υπάρχουν μεμονωμένα περιστατικά ανεξέλεγκτων ομάδων ναζί που επιτίθενται σε ένα ζευγάρι και, πάνω στη μεθυστική έξαψη της βίας, προχωρούν πιο πέρα από τον απλό ξυλοδαρμό, διαπράττοντας κάποιον βιασμό, ωστόσο αυτό δεν είναι το σύνηθες. Οι σκιν θεωρούν ότι είναι αυθεντικοί άνδρες, ακριβοδίκαιοι και ευγενείς, που αγωνίζονται για έναν δίκαιο σκοπό. Και το φυσιολογικό είναι οι άνδρες σκιν να επιτίθενται σε άνδρες και τις επιθέσεις σε γυναίκες να τις πραγματοποιούν οι γυναίκες σκιν». Σε μια άλλη έρευνά του για το τράφικινγκ, ο ίδιος εκτιμά ότι στα συμπεράσματα που έβγαλε καταγράφεται η επιτομή της υποκρισίας της Άκρας Δεξιάς: «Ανακάλυψα ότι οι ηγέτες πολιτικών κομμάτων της Άκρας Δεξιάς, όπως το España 2000, το Fuerza Nueva κτλ., τα οποία οργανώνουν την πολιτική τους ενάντια στη μετανάστευση, ήταν την ίδια στιγμή οι διευθύνοντες και υπεύθυνοι οργανώσεων όπως η ANELA (η ισπανική ομοσπονδία των οίκων ανοχής), στους οποίους σε ποσοστό 96% εργάζονται γυναίκες που εκδίδονται στην Ευρώπη και προέρχονται από τη Ν. Αμερική, την Αφρική, την Ασία κ.α. Για τις γυναίκες σκιν ήταν ιδιαίτερα σκληρό να ανακαλύψουν ότι οι πολιτικοί ηγέτες τους βασίζουν την ιδεολογία τους στον αγώνα ενάντια στους μετανάστες, την ίδια στιγμή που πλουτίζουν από τις μετανάστριες τις οποίες διακινούν στην Ευρώπη για τα μπουρδέλα τους».

Και αν αυτά ισχύουν στην ευρωπαϊκή περιφέρεια της κρίσης, στο διευθυντήριο της ευρωπαϊκής σταθερότητας τα πράγματα δεν είναι πιο ενθαρρυντικά. Στη Γερμανία το «σκίνγκερλ» εξελίσσεται σε μόδα. Υπολογίζεται, μάλιστα, ότι υπάρχουν περίπου 50 σχετικές μπουτίκ στη χώρα. Ούτως η άλλως, τα τελευταία χρόνια η συμμετοχή των γυναικών στις ακροδεξιές οργανώσεις έχει αυξηθεί, φθάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις το 20%-30% επί του συνόλου των μελών. Μαζί έχει αυξηθεί και η συμμετοχή τους σε ακροδεξιά εγκλήματα, που αγγίζουν το 6% σε εθνικό επίπεδο. Υπάρχουν πάρα πολλές οργανώσεις, με δεσπόζουσα βέβαια το NPD που διαθέτει δύο εκλεγμένους βουλευτές στη Σαξονία και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία. Πρόσφατα αναζωπυρώθηκε η συζήτηση για την απαγόρευσή του, μετά την αποκάλυψη μια σειράς δολοφονιών εννέα μεταναστών από ακροδεξιούς, οι οποίες υπάρχει η υπόνοια ότι σχετίζονταν με το κόμμα. Κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα Ελλάδας – Γερμανίας, επίσης, μια 19χρονη Ελληνογερμανίδα ξυλοκοπήθηκε άγρια και οι αρχές εκτιμούν ότι πίσω από την επίθεση κρύβεται το NPD.

O Ρενάτε Μπιτζάν, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν, αναλύει στην αρθρογραφία του τη διαρκώς αυξανόμενη εμπλοκή των γυναικών σε νεοναζιστικές οργανώσεις ως εξής: «Κάποιες έχουν ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς με τους παππούδες τους και εσωτερικεύουν την ιστορική εμπειρία των ναζί. Άλλες έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση και προβάλλουν το μίσος τους στους ξένους άνδρες μετανάστες και άλλες απλώς αποκτούν την αίσθηση του ανήκειν σε μια κοινότητα λευκών γερμανών». Το περιοδικό «Spiegel» σκιαγραφεί το πορτρέτο της Κάτια (το όνομα επελέγη από τους συντάκτες για λόγους ασφαλείας), η οποία εμπίπτει μάλλον στην πρώτη κατηγορία. Μεγάλωσε με τον παππού της που ήταν στρατιώτης στη Βέρμαχτ: «Με τις πολλές διηγήσεις, είχα την εντύπωση ότι ο πατέρας του έθνους (σ.σ.: Χίτλερ) ήταν θείος μου» λέει. Eμεινε επί 20 χρόνια σε μια ακροδεξιά οργάνωση. Εκεί γνώρισε τον μετέπειτα άνδρα της. Για κάθε παιδί που γεννούσαν, η οργάνωση τους έδινε ένα χρηματικό μπόνους. Σιγά σιγά, όμως, άρχισε να αμφιβάλλει: «Δεν μου άρεσε η βία γενικά ούτε η βία του συζύγου μου απέναντι σε εμένα και στα παιδιά. Μια φορά, έφθασε σε σημείο να κάψει το δέρμα της κόρης μου. Τις υπόλοιπες ώρες απλώς έβλεπε ντοκυμαντέρ για το Γ΄ Ράιχ ή ρεπορτάζ για τις αυτοκτονίες». Η Κάτια έφυγε από αυτόν τον χώρο, και σήμερα, έπειτα από αλλεπάλληλες μετακινήσεις υπό αυστηρά μέτρα ασφαλείας, ελπίζει ότι έχουν χάσει τα ίχνη της. Σε αυτή την πορεία στάθηκε δίπλα της η ΜΚΟ Exit Deutschland, η οποία έχει βοηθήσει πάνω από 300 ανθρώπους να εγκαταλείψουν νεοναζιστικές οργανώσεις.

Ο Μπερντ Βάγκνερ, επικεφαλής της Exit Deutschland, στην ηλεκτρονική μας αλληλογραφία επισημαίνει ότι «οι ακροδεξιές οργανώσεις αλλάζουν από ανδροκρατικές που ήταν παλαιότερα σε ανοιχτές στις γυναίκες δομές. Οι γυναίκες αποτελούν πλέον αριθμητικά πολύ δυναμικό κομμάτι του ακροδεξιού ιδεολογικού ρεύματος. Υπάρχει, δηλαδή, μια επέκταση του παραδοσιακού ρόλου της γυναίκας στον χώρο της Ακροδεξιάς, ενός ρόλου που πλέον επιτρέπει ακόμη και την ηγεσία στον χώρο αυτό – αν και αυτό το τελευταίο προκαλεί μερικές φορές αντιπαραθέσεις. Ολοένα και περισσότερο η ισότητα των φύλων αναγνωρίζεται και προπαγανδίζεται ανοιχτά από τον χώρο αυτόν, παρ’ ότι υπάρχουν εκεί και κάποια ακραία στοιχεία που προτιμούν να παίζουν τον παραδοσιακό ρόλο του άνδρα-αφέντη». Θεωρεί, όμως, ότι «πάντα ο σεξισμός και ο σοβινισμός είναι παρόντες στον κόσμο των ακροδεξιών αντιλήψεων και υποστηρίζονται στην πράξη από την καθημερινότητα της Ακροδεξιάς. Υπάρχει και ένα ακόμη πρόβλημα: η πολύ έντονη εξουσιαστική κυριαρχία επάνω στα παιδιά, που υποστηρίζεται από αυτόν τον χώρο, κυριαρχία που συχνά φθάνει στη διαστροφή». Δεν παραλείπει με τη σειρά του να εκφράσει την ανησυχία του για την άνοδο της Χρυσής Αυγής, στέλνοντας το μήνυμα πως «η έκφραση της οργής μπορεί, σε κάποιες περιστάσεις, να οδηγεί στην άνοδο των εξτρεμιστών ακροδεξιών ή των ναζιστών, αλλά σύντομα οδηγεί σε ένα αδιέξοδο, και πολιτικά και προσωπικά».

Στις περισσότερες μελέτες που αφορούν την Άκρα Δεξιά, αυτή προσεγγίζεται ως ένα κατά βάση ανδρικό ζήτημα – προσέγγιση προφανώς όχι άσχετη με τον μάλλον εγγενή σεξισμό του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου. Η οπτικοποίηση της Άκρας Δεξιάς, και στην Ευρώπη ως έναν βαθμό, αλλά κυρίως στην Ελλάδα, δεν είναι άλλη από αυτή του ξυρισμένου, γυμνασμένου, αρρενωπού, λευκού άνδρα. Ωστόσο, η γυναίκα, τόσο ως φορέας πολιτικών αντιλήψεων του δεξιού εξτρεμισμού, όσο και ως αντικείμενο της βίας που αυτός συχνά συνεπάγεται, είναι παρούσα, αν και όχι πάντα ορατή. Και όσο περισσότερο η Ακρα Δεξιά εδραιώνει τη θέση της στη Γηραιά Ήπειρο – απότοκο της αποτυχίας του πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις της παγκοσμιοποίησης -, τόσο υπάρχει ανάγκη να ξεπεραστεί η αμηχανία με τη γνώση και τον διερεύνηση του φαινομένου, ακόμη και των αθέατων πτυχών του.

Ξεκινώντας από την παραδοχή ότι η Άκρα Δεξιά κάθε άλλο παρά αποτελεί έναν ομοιογενή πολιτικό χώρο, από την εθνικιστική και ριζοσπαστική Δεξιά ως τη νεοναζιστική ή μεταφασιστική Δεξιά, εντοπίζονται πολλές διαφοροποιήσεις – όχι τόσο ισχυρές, όμως, ώστε να επισκιάσουν την κοινή μήτρα ιδεών που διασυνδέει τα μορφώματα αυτού του χώρου δικαιολογώντας τον συνωστισμό τους υπό την ομπρέλα της Άκρας Δεξιάς. Ο λαϊκισμός, ο αντικομματισμός, ο αντιπλουραλισμός, και γενικώς οι κουλτούρες του αντιδιαφωτισμού, είναι ορισμένες από αυτές τις ιδέες, συνοδευόμενες από έναν υπολανθάνοντα ανδρικό σοβινισμό. Αυτό προφανώς το στοιχείο είναι που κάνει και τις γυναίκες πιο επιφυλακτικές απέναντι στην Άκρα Δεξιά. Είναι εμπειρικά διαπιστωμένο ότι όλα τα κόμματα της Άκρας Δεξιάς, ακόμη και τα πιο μετριοπαθή, ανεξαρτήτως χώρας και χρονικής συγκυρίας, είναι λιγότερο διεισδυτικά στο γυναικείο κοινό. Από το 53 – 47 του FPO της Αυστρίας (ποσοστά ανδρών – γυναικών ψηφοφόρων) έως το 65 – 35 της Χρυσής Αυγής στις πρόσφατες εκλογές. Υπάρχει ένα «gender gap», το οποίο αμβλύνεται μεν, αλλά δεν εξαφανίζεται.

Η Βασιλική Γεωργιάδου, καθηγήτρια Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, μιλώντας στο ΒHmagazino εξηγεί ότι «στα κόμματα της Άκρας Δεξιάς υπάρχει μια διάκριση με βάση το φύλο, καθώς όλες οι αναλύσεις ψήφου δείχνουν ότι οι άνδρες ψηφοφόροι του είναι περισσότεροι. Βασικά, απευθύνονται σε ένα συντηρητικό κοινό και οι συντηρητικές γυναίκες διατηρούν ισχυρούς δεσμούς με την Εκκλησία. Αυτό τις κρατάει στον χώρο της παραδοσιακής Δεξιάς και λειτουργεί ως ανάχωμα για τη δεξιότερη μετακίνησή τους. Επειδή, όμως, τα λαϊκιστικά κόμματα βλέπουν ότι υστερούν στις γυναίκες, επιδιώκουν κάποιους συμβολισμούς, όπως η τοποθέτηση γυναικών στη θέση του επικεφαλής του κόμματος. Δεν θα έλεγα, όμως, ότι είναι σεξιστικά τα περισσότερα κόμματα, αλλά μάλλον συντηρητικά. Η γυναίκα για αυτούς είναι βασικά μάνα και όχι σεξουαλικό αντικείμενο».

Όντως, τα κόμματα της Άκρας Δεξιάς, ιδίως τα πιο προσαρμοστικά στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, έχουν αναδείξει γυναίκες σε επιτελικές θέσεις. Στη Γαλλία, στη Δανία, στη Νορβηγία και στην Ουγγαρία, οι γυναίκες έχουν τοποθετηθεί στην ηγεσία των αντίστοιχων κομμάτων και σε ορισμένες περιπτώσεις ο πολιτικός λόγος τους ωχριά μπροστά όχι απλώς σε αυτόν των ελλήνων πολιτικών της παραδοσιακής Δεξιάς, αλλά ίσως και της Σοσιαλδημοκρατίας. Η Πία Κγιαερσγκάαρντ είναι επικεφαλής του Λαϊκού Κόμματος της Δανίας, το οποίο στις εκλογές του 2011 απέσπασε ποσοστό 14%.

Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας, για ζητήματα-ταμπού, όπως αυτό της άμβλωσης ή της ομοφυλοφιλίας, απάντησε ως εξής: «Το DPP υποστηρίζει το δικαίωμα της γυναίκας να αποφασίζει ελεύθερα από μόνη της για τη διακοπή ή όχι της εγκυμοσύνης μέχρι τις 12 πρώτες εβδομάδες της κύησης. Αποδέχεται την ομοφυλοφιλία. Υποστηρίζουμε το δικαίωμα των γκέι και λεσβιακών ζευγαριών στην καταγεγραμμένη και νομικά κατοχυρωμένη συμβίωση, όπως επίσης το δικαίωμα των ζευγαριών αυτών να λαμβάνουν την ευλογία της Δανέζικης Εκκλησίας. Ωστόσο, δεν συμφωνούμε με τον νέο νόμο που πέρασε τον Ιούνιο, ο οποίος καθιστά δυνατό τον θρησκευτικό γάμο των ζευγαριών αυτών από την Εκκλησία της Δανίας». Η ίδια δηλώνει, πάντως, αντίθετη στην επιβολή ποσοστώσεων φύλου στην κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, σχολιάζοντας δηκτικά ότι «στη Βόρεια Ευρώπη τουλάχιστον οι άνδρες και οι γυναίκες θεωρούνται ίσοι μεταξύ τους. Αν, λοιπόν, πιστεύει κανείς πραγματικά στην ισότητα των φύλων, τότε αποδέχεται ταυτόχρονα ότι το φύλο, είτε έτσι είτε αλλιώς, δεν πρέπει να παίζει κανέναν ρόλο στην επιλογή ηγετών, βουλευτών ή οποιασδήποτε άλλης θέσης».

Μια γυναίκα, η Σιβ Γιένσεν, βρίσκεται στο τιμόνι του Κόμματος της Προόδου, δεύτερης πολιτικής δύναμης στη Νορβηγία, με ποσοστό 23%. Μέλος της νεολαίας του είχε διατελέσει για ένα διάστημα και ο αυτουργός του περυσινού μακελειού στη χώρα, Αντερς Μπρέιβικ. Η πετρελαιοπαραγωγός ευρωπαϊκή χώρα ταλαντεύτηκε από την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου, με την περιθωριοποίηση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα, το ερώτημα για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και την αύξηση του αριθμού των μεταναστών. Σε αυτό το πλαίσιο, το πρόγραμμα του Κόμματος της Προόδου αποτελεί έναν συγκερασμό του θατσερικού νεοφιλελευθερισμού με την παράλληλη διατήρηση του κοινωνικού κράτους, τον κοινωνικό αυταρχισμό, την αντιμεταναστευτική κουλτούρα, την αντίθεση στο φεμινιστικό πνεύμα, χωρίς όμως την οπισθοδρόμηση στην παράδοση. Η νεολαία του, για παράδειγμα, υποστηρίζει τη νομιμοποίηση των μαλακών ναρκωτικών. Μελετώντας τις περιπτώσεις αυτών των κομμάτων στη Δανία και στη Νορβηγία, αλλά και του κόμματος «Αληθινοί Φινλανδοί» της Φινλανδίας, μια πρόσφατη έρευνα του Παντείου Πανεπιστημίου έκανε λόγο για τη γέννηση τη δεκαετία του ’80 του τρίτου κύματος του ακροδεξιού σκανδιναβικού μοντέλου, βασισμένου στον «προνοιακό σοβινισμό», με βασικά συστατικά στοιχεία την αντίδραση στην υψηλή φορολογία, τον αντικομματισμό και την αντίθεση στην πολυπολιτισμικότητα.

Η πιο διάσημη γυναίκα, ωστόσο, στο στερέωμα της σύγχρονης ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, και αναμφισβήτητα κερδισμένη των γαλλικών προεδρικών εκλογών, είναι η 44χρονη ηγέτιδα του Εθνικού Μετώπου της Γαλλίας, και κόρη του ιδρυτή του, Ζαν Μαρί Λεπέν, η Μαρίν Λεπέν. Το περιοδικό «Time» την κατέταξε στις 100 προσωπικότητες με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο για το 2011. Λανσάροντας το πρότυπο μιας σύγχρονης γυναίκας με τρία παιδιά και δύο διαζύγια, επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από τη σκληρή ακροδεξιά ρητορική του πατέρα της, χωρίς όμως να αποποιηθεί τον εθνικισμό του. Έγινε έξαλλη με τη Μαντόνα, όταν κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας της πρόσθεσε μια σβάστικα σε φωτογραφία της. Είναι σύμβολο του ευρωσκεπτικισμού στη Γαλλία και τάσσεται υπέρ της εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη. Από εκεί και πέρα, όμως, η Μαρίν Λεπέν διατηρεί αρκετά από τα στοιχεία του παραδοσιακού συντηρητισμού: προκρίνει την απαγόρευση της μετανάστευσης, είναι κατά της ευθανασίας, αλλά υπέρ της θανατικής ποινής σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν καταδικάζει ευθέως την έκτρωση, αλλά τη χαρακτηρίζει ως «συχνά μοναδική επιλογή, αφού το κράτος δεν στηρίζει οικονομικά και κοινωνικά αυτές τις γυναίκες», είναι εναντίον του δικαιώματος των ομοφυλοφίλων στον γάμο και στην υιοθεσία, αλλά υπέρ ενός συμφώνου συμβίωσης για ζευγάρια ομοφυλοφίλων. Σε πρόσφατη συνέντευξή της στο ΒΗmagazino (τεύχος 607, 3 Ιουνίου 2012), χαρακτήριζε «ακραία εξτρεμιστικές και καταδικαστέες» τις ενέργειες της Χρυσής Αυγής και «ενδιαφέρουσες τις θέσεις των Ανεξάρτητων Ελλήνων».

Όσο κατεβαίνουμε, όμως, πιο νότια στον ευρωπαϊκό χάρτη, τόσο πιο δύσκολο φαίνεται το έργο της αναβάπτισης της Άκρας Δεξιάς. Ο Τζιανφράνκο Φίνι προσπάθησε να μετατοπίσει το νεοφασιστικό MSI του Αλμιράντε (από το οποίο προέρχονταν και οι υπαίτιοι σωρείας τρομοκρατικών ενεργειών, όπως η βομβιστική επίθεση στην Πιάτσα Φοντάνα το 1969) προς το κέντρο του δεξιού φάσματος, ενσωματώνοντας τη μετέπειτα «Εθνική Συμμαχία» στο ιταλικό πολιτικό σύστημα. Ωστόσο η βουλευτής και εγγονή του Ντούτσε, Αλεσάντρα Μουσολίνι, φαίνεται ότι δεν συμφωνούσε μαζί του και ήρθαν σε ανοιχτή ρήξη όταν ο Φίνι αποκήρυξε το Ολοκαύτωμα και ζήτησε συγγνώμη από την κυβέρνηση του Ισραήλ για όσα έγιναν επί Μουσολίνι.

Η Αλεσάντρα απασχολεί συχνά τον ιταλικό Τύπο με την πληθωρική και αντιφατική στάση της. Δικαιολόγησε τα εξώφυλλά της στο «Playboy» ως απόρροια μιας μάλλον αδιάφορης καλλιτεχνικής πορείας, διεκδίκησε όταν χώρισε να διατηρήσουν τα παιδιά της το δικό της επώνυμο, διέλυσε τη βραχύβια ευρωομάδα «Ταυτότητα, Παράδοση, Κυριαρχία», αφού με τη φράση της ότι «οι Ρουμάνοι είναι συνήθεις παραβάτες του νόμου» προξένησε την αποχώρηση των πέντε ρουμάνων ευρωβουλευτών, συνελήφθη από τον φωτογραφικό φακό να υπογράφει ασπρόμαυρες φωτογραφίες του παππού της και να τις δίνει στη βουλευτή της ξενοφοβικής «Λέγκας του Βορρά» Καρολιάν Λουσάνα.

Ενώ κατά καιρούς έχει αρθρώσει προοδευτικές θέσεις για ζητήματα όπως τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, το 2006 προσέβαλε την τρανς βουλευτή Βλαντιμίρ Λουξούρια, διατεινόμενη ότι «είναι προτιμότερο να είσαι φασίστας παρά κραγμένη». Η Κιάρα Μορόνι, όμως, βουλευτής με το κόμμα του Φίνι και επικεφαλής του γυναικείου τμήματος, συμμερίζεται την προσπάθεια ανοίγματος στο γυναικείο κοινό και συνδέει αυτό το εγχείρημα με την αναμόρφωση της ιταλικής οικονομίας: «Ο εκσυγχρονισμός της οικονομίας μας θα μπορούσε να ξεκινήσει από τη μεγαλύτερη εκπροσώπηση των γυναικών σε ηγετικές θέσεις. Το γυναικείο εργατικό δυναμικό της χώρας μας αντιπροσωπεύει μια τεράστια δύναμη οικονομικής ανάπτυξης και μεγέθυνσης. Και είναι αλήθεια ότι το ιταλικό ΑΕΠ θα είχε αυξηθεί κατά 7%, αν η απασχόληση των γυναικών στην Ιταλία είχε φθάσει το 60%. Για να δημιουργηθούν περισσότερες ευκαιρίες για τις γυναίκες στην Ιταλία, θα πρέπει να μεταρρυθμιστεί το ιταλικό σύστημα, επιτρέποντάς τους να ασκούν τα επαγγελματικά τους καθήκοντα χωρίς να πρέπει για αυτό να απαρνηθούν τον ρόλο τους στην οικογένειά τους».

Η Ελένη Ζαρούλια, η μοναδική εκλεγμένη γυναίκα βουλευτής με τον συνδυασμό της Χρυσής Αυγής (η Χρυσή Αυγή έχει το χαμηλότερο ποσοστό γυναικείας συμμετοχής στις κοινοβουλευτικές ομάδες, μόλις 5,56 %, σύμφωνα με τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Ισότητας) και σύζυγος του γενικού γραμματέα του κόμματος, Νίκου Μιχαλολιάκου, βρίσκεται στην οργάνωση από την ίδρυσή της, ξεκινώντας την πολιτική δράση της από την ΕΠΕΝ, «πνευματικός ηγέτης» της οποίας υπήρξε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος. Το ζευγάρι έχει μια κόρη, την Ουρανία, επίσης μέλος της Χρυσής Αυγής, η οποία προσήχθη στη ΓΑΔΑ κατά την προεκλογική περίοδο, έπειτα από περιστατικό ξυλοδαρμού μεταναστών. Η ίδια πλέον δεν εργάζεται και ασχολείται με την αξιοποίηση των ακινήτων που κληρονόμησε από τον πατέρα της.

Το ΒHmagazino επιδίωξε μια συνομιλία μαζί της, την οποία η ίδια αρνήθηκε, ευθυγραμμιζόμενη με την κατεύθυνση του πολιτικού φορέα να παραχωρεί συνεντεύξεις επιλεκτικά και σε μικρά Μέσα, όπως τουλάχιστον παραδέχτηκε σε δημόσια τοποθέτησή του ο εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος, Ηλίας Κασιδιάρης. Στις λιγοστές, πάντως, συνεντεύξεις που έχει δώσει, κυρίως σε περιφερειακά Μέσα, είναι αποκαλυπτική. Υπερασπιζόμενη την επίθεση του Ηλία Κασιδιάρη στη Λιάνα Κανέλλη και στη Ρένα Δούρου, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Καλά έκανε. Αυτή η κυρία ήταν θρασύς… δεν είμαι από τις φεμινίστριες με τρίχες στα πόδια και τις μασχάλες». Στην ίδια συνέντευξη, μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι είναι εξαδέλφη με τη Λιάνα Κανέλλη, κάτι που η τελευταία διέψευσε κατηγορηματικά.

Η Ελένη Ζαρούλια τάσσεται ρητά κατά των εκτρώσεων και προκρίνει «τη δίωξη των γιατρών που τις αναλαμβάνουν». Χαρακτηρίζει τον Αδόλφο Χίτλερ «έναν μεγάλο άνδρα». Σε άλλη συνέντευξή της, άσκησε κριτική στις τηλεοπτικές επιλογές των καναλιών να προβάλλουν τουρκικά σίριαλ, αλλά και στους τηλεοπτικούς αστέρες που αμείβονται καλύτερα από τους έλληνες στρατιωτικούς: «Ξέρω ότι ακριβοπληρώνονται όλες αυτές οι κυρίες και μου κάνει πολύ εντύπωση. Ειδικά από τη στιγμή που οι στρατιωτικοί που φυλάνε το έθνος μας – και είναι έτοιμοι να πεθάνουν και να χύσουν το αίμα τους για αυτόν τον λόγο – πένονται». Ως «παραδοσιακή» γυναίκα, δεν αμφισβητεί την αδιαφιλονίκητη κυριαρχία του συζύγου της: «Είναι ο αρχηγός μου σε όλες τις περιπτώσεις» λέει με καμάρι. Οι εμφανίσεις της και στις δύο ορκωμοσίες της Βουλής έκαναν εντύπωση. Στην πρώτη, φορούσε ένα μεγάλο δαχτυλίδι με έναν μαύρο σταυρό, γνωστό και ως «Σταυρό των Τευτόνων Ιπποτών», έμβλημα ραμμένο στις στολές των Ες Ες και υψηλό παράσημο της ναζιστικής Γερμανίας. Στη δεύτερη, απλώς έσπασε το τακούνι της.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικές είναι οι θέσεις του Μετώπου Γυναικών της Χρυσής Αυγής, έτσι όπως καταγράφονται στην επίσημη ιστοσελίδα τους. Απηχούν τον σκληρό πυρήνα της Άκρας Δεξιάς με την απλοποίηση των νοημάτων, την ταύτιση της μετανάστευσης με την εγκληματικότητα, την αναγνώριση της γυναίκας ως μηχανής αναπαραγωγής παιδιών. Διαβάζουμε: «Εμείς οι Ελληνίδες, μέλη του Λαϊκού Συνδέσμου, έχοντας βαθύτατη συναίσθηση της καταστροφής που επιφέρει το φεμινιστικό πνεύμα της εποχής μας, είμαστε ενάντια σε κάθε λογής διακηρύξεις για την ισότητα των δύο φύλων. Η υποτιθέμενη απελευθέρωση της γυναίκας την αποπροσανατόλισε και από την πραγματική ουσία του ύψιστου ρόλου της, τη Μητρότητα. Δηλαδή την υποχρέωση και την ύπατη τιμή να φέρει στον κόσμο και να αναθρέψει τα νέα βλαστάρια στον κορμό της Φυλής». Η άμβλωση, όπως θα μπορούσε εύκολα να φανταστεί κανείς, χαρακτηρίζεται «έγκλημα κατά της Φυλής». Οι κοινωνικές οργανώσεις που αναπολούν είναι αυτές της αρχαίας Σπάρτης και φυσικά, της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας. Ο λόγος τους κινείται συχνά μεταξύ φυσιολατρίας και παγανισμού, διανθισμένος με συντηρητικό ρομαντισμό. Κατά τα άλλα, παρέχουν μια σειρά από συμβουλές αισθητικής και μαγειρικής, ενώ στον εσωτερικό καταμερισμό της οργάνωσης φαίνεται να κατέχουν δευτερεύοντες ρόλους, όπως η ενασχόληση με το κοινωνικό παντοπωλείο – παράλληλα οργανώνουν και σεμινάρια αυτοάμυνας.

Εκφράζουν τον θαυμασμό τους για γυναικείες φυσιογνωμίες όπως η Σαβίτρι Ντέβι, θιασώτρια του εθνικοσοσιαλισμού και του φυλετικού ρατσισμού σε ένα διάχυτο παγανιστικό πλαίσιο, αλλά και η Σίτσα Καραϊσκάκη. Η τελευταία «νεαρά Ελληνίδα», όπως την αποκαλούσε ο Γκέμπελς, κατέληξε από συνεργάτιδα του περιοδικού «Νέοι Πρωτοπόροι» της ΟΚΝΕ (Κομμουνιστική Νεολαία) σύμβουλος στο υπουργείο Προπαγάνδας στη Γερμανία την εποχή της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία και σύμβουλος Τύπου και Διαφώτισης στη γερμανική πρεσβεία στην Ελλάδα επί Κατοχής. Ο Πανσέληνος καυτηρίασε αυτή τη μεταστροφή της με άρθρο του στο περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα»: «Αλλά η κυρία Σίτσα ανήκει στην οικογένεια των ανθρώπων που καμιάν άλλη φιλοδοξία δεν έχουν παρά μοναχά πώς θα πετύχουν με κάθε τρόπο. Ξεκίνησε για να γίνει μεγάλη και ξέπεσε γιατί ήταν μικρή. Ζήτησε την επιτυχία με όλα τα μέσα. Στην ποίηση, στην πολιτική και στην επιστήμη. Και απέτυχε σε όλα με τη σειρά, γιατί δεν είχε μέσα της κανένα ιδεώδες». Πράγματι, μόνο το βιβλίο της «Ο γιος της καλόγριας», που αναφερόταν στη ζωή του Γεωργίου Καραϊσκάκη, σημείωσε μια κάποια εκδοτική επιτυχία. Κατά τα άλλα, η ίδια θα μείνει στην αιωνιότητα ως συνεργάτιδα των ναζί, αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ερήμην δύο φορές σε θάνατο.

«Η δημόσια εικόνα της Χρυσής Αυγής χαρακτηρίζεται από ένα πρότυπο επιθετικής αρρενωπότητας, δυσανεξίας στην ετερότητα και αναπόλησης μιας εποχής νόμου και τάξης» λέει ο ψυχίατρος Γιώργος Νικολαΐδης, και συνεχίζει: «Είναι το πρότυπο του λευκού άνδρα, που αναπληρώνει την κοινωνική ανασφάλεια με την υπερπροβολή του ανδρισμού, ιδιαίτερα σε επίπεδο σωματικής διάπλασης, και με έναν λόγο βαθιά λαϊκιστικό και οργισμένο. Όλα αυτά δεν είναι παρά υποδηλωτικά της έντονης ανασφάλειας. Πρόκειται για αυτό που κωδικοποιήθηκε από τη σχολή της Φραγκφούρτης ως αυταρχική προσωπικότητα και έγκειται ακριβώς σε μια επιφανειακά εξουσιαστική συμπεριφορά, η οποία όμως δεν αποζητά τόσο το να άρχει, όσο το να άρχεται σε ένα αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο εκλαμβάνεται ως επιστροφή στη φύση των πραγμάτων. Και, φυσικά, όσο οι πολλαπλές συλλογικές και προσωπικές ματαιώσεις σκιάζουν την κοινωνία στην εποχή της κρίσης, τόσο η προβολική αυτή στάση θα βρίσκει απήχηση, ακόμη και σε άτομα του γυναικείου φύλου. Η γυναίκα σε αυτή τη νόρμα γίνεται αόρατη, αντιλαμβανόμενη ως δυνητική απειλή αν εγερθεί από την αφάνεια και μπορεί να νοηθεί μόνο ως συμπληρωματική-υποστηρικτική του ανδρικού αυτού προτύπου».

Αυτό που είναι προφανές, χωρίς ιδιαίτερες ασκήσεις οράσεως, είναι ναι μεν ότι τα νήματα που συνδέουν τις διάφορες εκδοχές της ευρωπαϊκής Ακρας Δεξιάς δεν έχουν ατονήσει εντελώς, ωστόσο η ένταση του εξτρεμισμού της και η απήχησή της σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με τις δομές της κοινωνίας στην οποία παρεμβαίνει, από την προοδευτικότητά της. Όπως υποστηρίζουν πολλοί πολιτικοί επιστήμονες και κοινωνιολόγοι, στην Ελλάδα, μια σειρά από δομές, που σχετίζονταν με την πρόσληψη της ετερότητας, τη γυναικεία χειραφέτηση, την ανεξαρτησία από την οικογένεια, την κατοχύρωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ποτέ δεν εκσυγχρονίστηκαν στα επίπεδα του ευρωπαϊκού δημοκρατικού κεκτημένου. Κατά την άποψή τους, πιο ανησυχητική από το χαστούκι που έδωσε ο Κασιδιάρης στην Κανέλλη είναι η επικρότησή του, όπως αποτυπώθηκε στα social media και στα καφενεία από μερίδα του ελληνικού πληθυσμού, ακόμη και από γυναίκες. Γιατί αν το κράτος δημοσιοποιεί φωτογραφίες οροθετικών γυναικών, τότε είναι πολύ πιθανό το παρακράτος να επιτίθεται σε όποιον διαφωνεί μαζί του. Αυτή η συσκοτισμένη πλευρά της ελληνικής κοινωνίας στα χρόνια της ανάπτυξης τώρα απογυμνώνεται και παλινδρομεί στον χειρότερο εαυτό της, αφήνοντας έδαφος για αντιδραστικές αφηγήσεις. Ο επίλογος στον Μάνο Χατζιδάκι: «Ποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά».

Η εμπειρία του εθνικοσοσιαλισμού

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, τη διαμάχη των ανδρών ιστορικών για τα χαρακτηριστικά του ναζιστικού καθεστώτος ακολούθησε η διαμάχη των γυναικών ιστορικών με επίκεντρο το παραμελημένο συχνά ζήτημα της σχέσης των γυναικών με τον ναζισμό. Κατ’ αρχάς, η αντιπαράθεση επικεντρώθηκε στο διχοτομικό σχήμα «θύτη-θύματος», το ερώτημα δηλαδή που κυριάρχησε ήταν αν οι γυναίκες συγκαταλέγονταν στα θύματα της ναζιστικής πραγματικότητας ή συμμετείχαν, ενεργά ή λιγότερο ενεργά, στην παραγωγή της. Βέβαια, με την πάροδο του χρόνου, αποδείχθηκε ότι η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο περίπλοκη και πολυμορφική και χρειαζόταν η υπέρβαση αυτού του διπολισμού.

Για παράδειγμα, ναι μεν οι γυναίκες αποτελούσαν θύματα της ναζιστικής πολιτικής των υποχρεωτικών στειρώσεων στο πλαίσιο του γεννητικού ελέγχου και της φυλετικής καθαρότητας και το 90% των ατόμων που πέθαναν στο χειρουργείο κατά τη στείρωση ήταν γυναίκες. Επίσης, γυναίκες κρατούμενες υπήρχαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ οι γυναίκες υπέστησαν και μια έντονη και καθ’ όλα αποσιωπημένη σεξουαλική βία από τα συμμαχικά στρατεύματα στη Γερμανία του 1945. Από την άλλη, όμως, 3.300.000 γυναίκες συμμετείχαν σε ναζιστικές γυναικείες οργανώσεις – μέχρι και στα Ες Ες συγκροτήθηκε γυναικείο τμήμα, το οποίο αποτελούνταν από 10.000 γυναίκες. Γυναίκες φύλακες υπήρχαν και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και ιδιαίτερα σημαντική είναι η συνδρομή γυναικών που στήριξαν τις ρατσιστικές πολιτικές του καθεστώτος στον τομέα της υγείας και της πρόνοιας. Μάλιστα, έτυχαν και πολύ ευνοϊκότερης μεταχείρισης στις δίκες που ακολούθησαν για τα εγκλήματα του ναζισμού.

Η αντίληψη, πάντως, που είχε το καθεστώς για τον ρόλο των γυναικών συνίσταται στην κεντρικότητα της μητρότητας. Αυτό αποκρυσταλλώνεται και στα λόγια ενός εκ των αρχιερέων του, του Γιόζεφ Γκέμπελς: «Μας κατηγορούν ότι δεν αναθέτουμε αξιώματα στις γυναίκες, γιατί δεν τις σεβόμαστε. Αυτό είναι σφάλμα. Δεν τους αναθέτουμε αξιώματα, επειδή, αντίθετα, τις σεβόμαστε υπερβολικά. Θεωρούμε τη γυναίκα όχι κατώτερη, αλλά φέρουσα μια τελείως ξεχωριστή αποστολή από τον άνδρα». Ετσι, παρά τη συμμετοχή τους στο καθεστώς, δεν ανέλαβαν ποτέ υψηλή δημόσια θέση. Εκείνη την περίοδο, οι στατιστικές δείχνουν αύξηση των γάμων και των γεννήσεων, αλλά και μείωση των γυναικών στο φοιτητικό πληθυσμό.

Στις διασημότερες γυναίκες του καθεστώτος συγκαταλέγονται η Χάνα Ράιτς, η πρώτη γυναίκα που ταξίδεψε στις Άλπεις με ένα ανεμοπλάνο, κορυφαία πιλότος, ένθερμη οπαδός του Χίτλερ και η μόνη γυναίκα που τιμήθηκε με τον Σιδηρούν Σταυρό. Ηταν παντρεμένη με τον τελευταίο στρατάρχη του Γ΄ Ράιχ, τον Ρόμπερτ Ρίτερ φον Γκράιμ, ο οποίος αυτοκτόνησε μόλις πληροφορήθηκε την αυτοκτονία του Χίτλερ. Η ίδια χαρακτηρίστηκε «υστερική» από τους Αμερικανούς που τη συνέλαβαν. Προσπάθησε να δικαιολογήσει τη συνεργασία της με το καθεστώς ως απλή βοήθεια στους πιλότους, παρ’ ότι τα ιστορικά ντοκουμέντα δείχνουν μια πιο βαθιά σχέση. Τελικά, το 1961 επισκέφθηκε τον Λευκό Οίκο ως προσκεκλημένη του προέδρου Τζον Κένεντι.

Επίσης, η Λένι Ρίφενσταλ, χορεύτρια και ηθοποιός που ο Χίτλερ διόρισε παραγωγό του ναζιστικού κόμματος, θα μπορούσε να μείνει στην ιστορία της 7ης Τέχνης για το ταλέντο της, αν δεν συνδεόταν τόσο ξεκάθαρα με την προπαγάνδα του ναζιστικού καθεστώτος. Το πιο γνωστό έργο της τη «Δύναμη της θέλησης» χαρακτηρίστηκε μνημείο χιτλερικής προπαγάνδας. Πολλοί τής αποδίδουν καιροσκοπισμό μέχρι του σημείου της εκμετάλλευσης ανδρών για την επαγγελματική της καταξίωση. Αναστάτωσε την ελληνική κοινωνία όταν, το 1936, στα περιθώρια των γυρισμάτων της ταινίας «Olympia», ερωτεύτηκε και απήγαγε τον κατά 15 χρόνια μικρότερο της λαμπαδηδρόμο Ανατόλ Ντομπριάνσκι. Μετά την πτώση του καθεστώτος, στις ανακρίσεις που πέρασε προσπάθησε να αποποιηθεί – αν όχι να παραχαράξει – το παρελθόν της. Παρ’ όλα αυτά, τα «Ημερολόγια του Γκέμπελς» δείχνουν τη στενή σχέση της με την ελίτ του ναζισμού και κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ότι για τα γυρίσματα του «Tiefland» χρησιμοποίησε κρατούμενους από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η πιο διάσημη γυναίκα, ωστόσο, του Γ΄ Ράιχ δεν ήταν άλλη από την Εύα Μπράουν, ερωμένη επί 13 χρόνια και σύζυγο επί ένα 24ωρο του Αδόλφου Χίτλερ, προσδιορισμός ο οποίος την στιγμάτισε, παρά το γεγονός ότι δεν φαίνεται να ασκούσε ιδιαίτερη επιρροή επάνω του. Αυτοκτόνησε μαζί του στις 30 Απριλίου 1945, στο μπούνκερ της καγκελαρίας.

Πηγή: ΒHmagazino

 

Σχετικά Άρθρα

Απόκρυφες πτυχές της μελανής ψήφου

Η θέση των γυναικών στη θεωρία, την πολιτική και την πράξη του φασισμού

 

 

Ο βιασμός είναι κακούργημα – οι γυναικείες οργανώσεις ζητούν την τιμωρία των βιαστών

της Σίσσυς Βωβού

Ανακινήθηκε ξανά από κάποιες εφημερίδες, η υπόθεση του «βιαστή με την τυρόπιττα», και με έκπληξη διαβάζουμε ακόμα και γυναίκες δημοσιογράφους να κλείνουν τα μάτια μπροστά σε ένα μεγάλο κακούργημα, που έχουν καταγγείλει τέσσερεις τουρίστριες, το 2005. Με την ευκαιρία, ευχόμαστε να μην συμβεί στις ίδιες, αν και ο τρόπος με τον οποίο το προσπερνούν, σημαίνει ότι ανοίγουν την πόρτα στην ατιμωρησία του κάθε βιαστή και στην ενοχοποίηση των θυμάτων του βιασμού. Οι γυναικείες οργανώσεις είναι αποφασισμένες να μην ανοίξει άλλο αυτή η πόρτα της ατιμωρησίας, γι’ αυτό επαναλαμβάνουμε κάποιες πληροφορίες ενώ παραθέτουμε και κάποιες επιπλέον σ’ αυτό το άρθρο.

Απόσπασμα ανακοίνωσης της Φεμινιστικής Πρωτοβουλίας για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών:

«Θυμίζουμε ότι ο κατηγορούμενος για κατά συρροή βιασμούς τριγύριζε στην Πλάκα, πλησίαζε νεαρές τουρίστριες και πρότεινε να τις ξεναγήσει. Τους πρόσφερε αργότερα μια τυρόπιτα όπου μέσα είχε φροντίσει να βάλει το υπνωτικό και βαρύ χάπι STILNOX, στη συνέχεια τις οδηγούσε να πιουν παραδοσιακό αλκοολούχο ποτό, για να έρθουν στο «πνεύμα των  Θεών», (συνδυασμός που προκαλεί παραισθήσεις, παράλυση κλπ), μετά τις οδηγούσε σε παρακείμενο ξενοδοχείο υποβασταζόμενες, τις βίαζε και έφευγε. Η συγκεκριμένη 19χρονη τότε κοπέλα, βρέθηκε μετά από ώρες από τον ξενοδόχο στο δωμάτιο αναίσθητη και σε κακή κατάσταση, οπότε κλήθηκε ασθενοφόρο και αστυνομία. Η ίδια περίπου ιστορία έχει αναφερθεί στις καταθέσεις των άλλων τριών γυναικών  που έχουν καταγγείλει τον ίδιο για βιασμό.

»Ο βιαστής συνελήφθη μετά από έρευνα του τοπικού αστυνομικού τμήματος στην περιοχή, να παρενοχλεί κοπέλες με τον ίδιο σκοπό, χωρίς δηλαδή να έχει διακόψει τη δράση του, και αναγνωρίσθηκε στη συνέχεια από όλες τις καταγγέλλουσες.»

Η αρνησιδικία της συνηγόρου του βιαστή, κυρίας Κωνσταντοπούλου, τεκμαίρεται από την ανάγνωση των αποφάσεων οι οποίες περιλαμβάνουν τις ενστάσεις, εξαιρέσεις έδρας και άλλα τερτίπια, τόσο του πρώτου δικαστηρίου όσο και του Εφετείου, για τη μια από τις τουρίστριες, για την οποία καταδικάστηκε σε 5 χρόνια κάθειρξη. Για τις άλλες τρεις η δίκη δεν έχει ξεκινήσει ακόμα.

Τέλος αναφέρθηκε η υποστήριξη προς την Ζωή Κωνσταντοπούλου του δικηγόρου Χαλκίδας Θανάση Τάρτη, ο οποίος ήταν για ένα μικρό διάστημα συνήγορος των τριών τουριστριών, εκ μέρους του Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι, και βοηθούσε στην πολιτική αγωγή. Αργότερα ανέλαβε άλλη δικηγόρος.

Για τον κ. Τάρτη έχουμε να πούμε ότι ήταν και δικηγόρος των κατηγορουμένων για βιασμό 15χρονης Βουλγάρας μαθήτριας στην υπόθεση Αμαρύνθου, του 2005, όπου κατηγορούντο τέσσερα 15χρονα αγόρια για βιασμό και τρία κορίτσια για ψυχική συνδρομή. Όλα τα παιδιά αυτά αθωώθηκαν στο δικαστήριο της Χαλκίδας, μετά από μια δίκη στην οποία παρέλασαν 40 μάρτυρες εναντίον της κοπέλας και υπέρ των κατηγορουμένων, ενώ η ίδια είχε μια μόνο μάρτυρα. Οι άλλοι μάρτυρες της εγκαλούσας, άνδρες και γυναίκες, μαθητές και μαθήτριες, εξαφανίστηκαν από το κάδρο μέχρι την ημερομηνία της δίκης, που ολοκληρώθηκε το 2010. Σύμφωνα με πληροφορίες μας από το δικαστήριο, το οποίο ως ανηλίκων ήταν κεκλεισμένων των θυρών, η τοπική κοινωνία με ενορχηστρωτή τον κ. Τάρτη έλιωσε τη μικρή Βουλγάρα σαν κατσαρίδα, ενώ καμάρωνε για τα βλαστάρια της τόσο πριν τη δίκη όσο και μετά την αθώωσή τους. Η κοινωνία αυτή είχε και εξαιρέσεις, οι οποίες στήριξαν για όλα αυτά τα χρόνια την εγκαλούσα. Εφετείο δεν έγινε, δεν γνωρίζουμε γιατί, αλλά μπορούμε εύκολα να φανταστούμε ότι θα επικυρωνόταν η πρωτόδικη απόφαση και θα συνοδευόταν από μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση, με την μικρή κοπέλα (ενήλικη πλέον) να έβρισκε μπροστά της το φάσμα της φυλάκισης.

Οι γυναικείες οργανώσεις βγάλαμε ανακοίνωση μετά την αθωωτική απόφαση, όπου διαμαρτυρόμασταν γι’ αυτήν.

Τέλος, η ατιμωρησία του βιασμού, που ακολουθείται συχνά και από τιμωρία των εγκαλουσών, προκύπτει και από δικαστικές αποφάσεις, τις οποίες πολλές φορές έχουμε στηλιτεύσει, γνωρίζοντας ότι τόσο το δίκαιο όσο και η δικαιοσύνη είναι ταξικά, πατριαρχικά, ρατσιστικά και εθνικιστικά προσδιορισμένα, γι’ αυτό έχουμε πολλές φορές επαναστατήσει σε δικαστήρια για συγκάλυψη ενόχων.

Ως φεμινίστριες καλούμε διαρκώς την κοινωνία και πρωτίστως τις γυναίκες, να συμβάλουν από όποια θέση τους αναλογεί, στη στηλίτευση αυτού του βάρβαρου κακουργήματος εναντίον των γυναικών, δηλαδή του καθημερινού βιασμού, και να μην περιμένουν το βιασμό που συνοδεύεται από φόνο για να επαναστατήσουν και να οργιστούν.

 

Ένα νέο εγχείρημα: Καμένα Σουτιέν

Ταταραρα! Το Φύλο Συκής έχει τη χαρά να παρουσιάσει ένα νέο φεμινιστικό site. Το εγχείρημα ακούει στο όνομα Καμένα Σουτιέν και έρχεται να εμπλουτίσει τον διάλογο για τα φεμινιστικά θέματα στην ελληνική πραγματικότητα. Το σκεπτικό είναι απλό: ένα «λεξικό» με όσα πάντα θέλαμε να μάθουμε για τον φεμινισμό, αλλά δεν ξέραμε πού να τα βρούμε. Λήμματα δηλαδή, γραμμένα με απλό λόγο, που απευθύνονται σε όσες/ους αναζητούν πληροφορίες, αλλά και links για εκείνες/ους που θέλουν να εμβαθύνουν περισσότερο. Χρήσιμο και χρηστικό, μια φρέσκια ιδέα που φιλοδοξεί να καλύψει το κενό πληροφορίας που υπάρχει στα ελληνικά πράγματα και να βάλει κάποια πράγματα στη θέση τους. Άλλωστε, σύμφωνα με την αρχική σελίδα, ο ίδιος ο τίτλος του site είναι φόρος τιμής στον διαδεδομένο μύθο ότι οι φεμινίστριες έκαιγαν μαζικά τα σουτιέν τους.

Πλήρης διεύθυνση: http://kamenasoutien.com/

Συγχαρητήρια και καλή επιτυχία!

 

Αποστολή στην Ιερισσό: Τα κορίτσια της ουτοπίας στέκουν στην πρώτη γραμμή

της  Ντίνας Δασκαλοπούλου, φωτογραφίες Μάριος Λώλος

Είναι αυτές που σε κάθε πορεία βγαίνουν στην πρώτη γραμμή. Αυτές που κάνουν καθιστικές διαμαρτυρίες. Αυτές που χτυπιούνται άγρια από τα ΜΑΤ. Αυτές που τα ΜΜΕ χαρακτηρίζουν «τρομοκράτισσες». Στη Χαλκιδική, το κίνημα της αντίστασης των πολιτών γυναικοκρατείται – κι οι άντρες τους είναι πολύ περήφανοι γι” αυτό.

Αυτές τις γυναίκες, τα κορίτσια της ουτοπίας, συναντήσαμε στην Ιερισσό. Ηρθαν εδώ έφηβες και ηλικιωμένες, νοικοκυρές κι επαγγελματίες απ” όλα τα χωριά της βορειοανατολικής Χαλκιδικής. «Κατ” αρχήν, ποιες είναι οι τρομοκράτισσες;» τις ρωτάω. «Ολες, είμαστε όλες τρομοκράτισσες» απαντούν εν χορώ και ξεσπάμε σε δυνατά γέλια. «Αυτό που με έχει εντυπωσιάσει περισσότερο είναι πως σε κάθε διαμαρτυρία κατεβαίνετε με τα παιδιά σας.

Συνήθως οι μάνες είναι υπερπροστατευτικές κι εδώ υφίστασθε άγρια καταστολή. Δεν φοβάστε;» είναι το πρώτο μου ερώτημα. «Κι εγώ το ίδιο ρώτησα την Κυριακή τις μανάδες. Ομως κάνουν έναν αγώνα για τα παιδιά τους και θέλουν να τα έχουν μαζί. Αυτό άλλωστε αποδεικνύει πως κάθε φορά εμείς κατεβαίνουμε με ειρηνική διάθεση» λέει η 65χρονη Ειρήνη Μάρκου, πρόεδρος του συλλόγου «Φίλοι του Περιβάλλοντος». «Εγώ είμαι γιαγιά. Οταν ο άντρας μου καμιά φορά παραπονιέται που λείπω από το σπίτι για τον αγώνα, ο εγγόνος μου τον μαλώνει: Η γιαγιά τρέχει για μένα και την αδερφή μου, να την αφήσεις ήσυχη». Στο ίδιο μήκος κύματος κι ο έφηβος γιος της λογίστριας Χρύσας Λυκάκη: «Τα παιδιά μας είναι συνειδητοποιημένα, κατεβαίνουν σε κάθε διαδήλωση. Ο γιος μου λέει: «Μας αφήσατε μια κατεστραμμένη χώρα, θα μας κληροδοτήσετε και μια λεηλατημένη γη; Απαιτώ να σηκωθείτε από τον καναπέ σας».

Κάπως έτσι -παρακινημένες από τα παιδιά τους και «νιώθωντας ως καθήκον μας να προστατεύσουμε τις ζωές που με τόσο κόπο φέρνουμε στον κόσμο», όπως λένε όλες τους- αποφάσισαν ότι πρέπει να οργανωθούν. «Παλιότερα, αφού στέλναμε τα παιδιά στο σχολείο, μαζευόμασταν πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο να πούμε τα νέα μας και να κουβεντιάσουμε περί ανέμων και υδάτων. Οταν ξεκινήσαμε πριν από 2,5 χρόνια αυτό άλλαξε: συναντιόμασταν και πάλι κάθε πρωί, αλλά πια ασχολούμασταν με άλλα πράγματα: φτιάχναμε το μπλογκ, γράφαμε κείμενα, μαζεύαμε υλικό για τεκμηρίωση. Αυτός ο αγώνας μάς άλλαξε όλες» λέει η Κατερίνα Ιγγλέζη. Η δική της ζωή είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα: η επί 2 χρόνια άνεργη δασολόγος είναι πια βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ.

«Μάθαμε πολλά πράγματα που ούτε τα φανταζόμασταν. Σκέψου πόσο άσχετες ήμασταν που την πρώτη φορά που μας πέταξαν χημικά εμείς τρέχαμε κατά πάνω τους, αντί να φύγουμε προς την αντίθετη κατεύθυνση» θυμάται η 30χρονη Βιβή Λεμπίδα. «Η πρώτη μας εμπειρία ήταν την 25η Μαρτίου πέρσι. Αποφασίσαμε μετά την παρέλαση να ανεβούμε στο βουνί με τα ταγεράκια μας και τα τακουνάκια μας. Με το που άρχισαν να μας ρίχνουν, νομίζαμε ότι πέφτουν ντουφεκιές». Την ίδια μέρα η Σωτηρούλα Ψέμα θα χαθεί για 5 ώρες μέσα στο δάσος: «Με είχε βουτήξει ο ΜΑΤατζής και με τραβολόγαγε. Λέω, τώρα Σωτηρούλα θα δείξεις τη δύναμή σου σαν γυναίκα. Του ξεφεύγω λοιπόν κι αρχίζω να τρέχω. Πέντε ώρες περιπλανιόμουν στο δάσος μέχρι να με βρουν. Τα χρόνια της δικτατορίας ζούσα στην Αθήνα. Τέτοια καταστολή και τόσο φόβο σαν τώρα δεν έζησα».

Λίγους μήνες αργότερα, οι γυναίκες θα ζήσουν ακόμα πιο άγριες καταστάσεις. Στις 21 Οκτωβρίου οργανώνουν καθιστική διαμαρτυρία στον Κάκκαβο. Ενώ τραγουδάνε και φωνάζουν συνθήματα, κάποιοι αρχίζουν να πετάνε πέτρες. «Οι ασφαλίτες ασφαλώς» λέει η Ράνια Βερβερίδου. «Ακούμε τότε να μας φωνάζουν «έρχονται οι πράσινοι, τρέξτε να σωθείτε». Εμείς δεν ξέραμε τι είναι οι πράσινοι, μετά το μάθαμε για τα καλά». Ο κόσμος τρέχει κυνηγημένος προς τον κεντρικό δρόμο.

Οταν πια φτάνουν στα αυτοκίνητά τους, τα ΜΑΤ αρχίζουν να τους σπάνε τα τζάμια με τα κλομπ και να εκτοξεύουν δακρυγόνα μέσα στα οχήματα. «Ερχεται ένας τύπος σαν ρόμποκοπ, μες στο σίδερο, με βουτάει και με βγάζει έξω. «Στα γόνατα, στα γόνατα σε θέλω» μου ούρλιαζε. Γιαγιά είμαι, με 6 εγγόνια και παρ” όλα αυτά γονάτισα. Και τότε έρχεται και μου πατάει την κνήμη. Κρακ έκανε το πόδι μου κι έσπασε». Την ίδια μέρα συνελήφθη και η «γνωστή ξανθιά», όπως τη φωνάζουν πειραχτικά οι φίλες της. Η Λένα Παναγιωτοπούλου κατηγορείται για συμμετοχή σε στάση και αντίσταση κατά της Αρχής: «Ηταν τόσο άγρια εκείνη τη μέρα που ακόμα και κάποιοι ΜΑΤατζήδες φώναζαν στους συναδέλφους τους «φτάνει, μην τις χτυπάτε άλλο». Εμείς πέσαμε κυνηγημένες μέσα σε ένα χαντάκι κι εκεί μας συνέλαβαν. «Είσαι πουτάνα μωρή», μου ούρλιαζαν. «Ακόμα κι οι πουτάνες εκτελούν κοινωνικό έργο, εσείς οι μπάτσοι τι έργο προσφέρετε», τους ούρλιαζα κι εγώ».

Στη σημερινή συντροφιά έχουμε άλλες δυο «τρομοκράτισσες»: είναι η Μένη Τσιβίλογλου, που συνελήφθη το περασμένο Σάββατο, και η Λένα Βεργίνη που συνελήφθη τον Αύγουστο. Γυναίκες όμορφες, καλοβαλμένες και εξαιρετικά αγριεμένες. «Ξέρεις τι είναι να φοβούνται τα παιδιά σου να μείνουν μόνα στο σπίτι; Να αργείς λίγο και να νομίζουν ότι σε συνέλαβαν ξανά; Εγώ τι πρέπει να του κάνω τώρα του Δένδια που έκανε τέτοια ζημιά στην ψυχή των παιδιών μου; Να του κάνω μήνυση;» λέει η Μένια. «Είμαστε μανάδες και γιαγιάδες, σας μιλάμε επώνυμα και δείχνουμε τα πρόσωπά μας. Τρομοκράτες είναι αυτοί που θέλουν να αρπάξουν τη γη μας, το νερό μας και τον αέρα μας. Μας συκοφαντούν συστηματικά – και κανένας τους δεν ήρθε εδώ να ακουστεί κι η δική μας άποψη. Αντί να συζητούν για εμάς στα κανάλια και να μας χαρακτηρίζουν, να μας δώσουν χρόνο να μιλήσουμε εμείς για τους εαυτούς μας» λέει η Λένα.

«Εγώ είμαι η μάνα της γνωστής ξανθιάς, που σας μίλησε πριν. Μου λένε την κόρη μου τρομοκράτισσα. Πήγαν να μου σκοτώσουν το παιδί μου και τώρα το βρίζουν». Η κυρία Ματούλα είναι οργανωμένη στο ΠΑΣΟΚ από το ’79 «κι έκανα αγώνα για να βγει ο Πάχτας, που να μου κοπεί το χέρι! Αγράμματη γυναίκα είμαι, δεν έβγαλα ούτε το γυμνάσιο, αλλά καταλαβαίνω πέντε πράγματα. Τους έπιασε ο πόνος για τις θέσεις εργασίας; Τους έπιασε ο πόνος για το ελληνικό κράτος: Οχι γαμώ τη μάνα τους, δεν κόπτονται γι” αυτό. Να βγάλουν λεφτά οι άνθρωποι της εταιρείας θέλουν κι ας ρημάξει ένας τόπος ολόκληρος. Θα είμαστε κι εμείς στην πρώτη γραμμή κι ας μας σκοτώσουν κι εμένα και την κόρη μου. Να ζήσουν τουλάχιστον τα εγγόνια μου».

Μαίρη Λαγούντζου είναι μία από τις τρεις τελάλισσες του κινήματος: μαζί με τη Μελαχροινή Λιάκου και την Γιούλη Ιγγλέζη βγαίνουν στα χωριά πριν από κάθε κινητοποίηση. «Μας φωνάζουν «ντουντούκες» κι είμαστε οι άτιμες» λέει γελώντας η Μαίρη. Στη συγκέντρωση της Κυριακής έδινε από μικροφώνου το έναυσμα για τα συνθήματα. «Εχω τέσσερα παιδιά και δύο εγγόνια. Κι ο ένας μου γιος είναι αστυνομικός. Τι να κάνω; Φωνάζω όλα τα συνθήματα, εκτός από το «μπάτσοι –γουρούνια-δολοφόνοι». Ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι μη δω καμιά μέρα το παιδί μου απέναντί μου. Το έχουμε συζητήσει πολλές φορές. Ομως με στηρίζει, «να πηγαίνεις μάνα, έχετε το δίκιο με το μέρος σας». Μας λέει ο Σαμαράς ότι θα γίνουν οι επενδύσεις με κάθε κόστος. Καταλάβαμε τι εννοεί: το κόστος θα είναι οι ζωές μας. Κι εμείς θα σταματήσουμε τις επενδύσεις με κάθε κόστος: ακόμα και με τις ζωές μας».

Είναι πάρα πολλές οι γυναίκες και πάρα πολλές οι ιστορίες τους. Μιλάνε ταυτόχρονα πολλές φορές, θέλουν όλες να μοιραστούν τις εμπειρίες τους με τις γυναίκες στην υπόλοιπη Ελλάδα. Πιστεύουν ακράδαντα πως ο τόπος τους είναι ένα πείραμα για την κυβέρνηση που τα ξεπουλάει όλα: αν περάσει με τη βία και την καταστολή το ξεπούλημα της Χαλκιδικής, τότε πολύ εύκολα θα πουληθούν όλα. Η Ελενα Ασένζιο είναι από την Αργεντινή και ζει στην Ελλάδα τα τελευταία τριάντα χρόνια. Εχει έρθει στη συνάντησή μας μαζί με την 28χρονη κόρη της, την Ειρήνη. Τον λόγο παίρνει πρώτα η κόρη: «Λένε όσοι δουλεύουν στα μεταλλεία πως θα έχουν δουλειά για 10 χρόνια. Εμείς οι υπόλοιποι, που ασχολούμαστε με τον τουρισμό, την αλιεία, την κτηνοτροφία, θα χάσουμε τις δουλειές μας, αλλά αυτό δεν τους απασχολεί. Το ότι θα ζήσουμε για άλλα 40 χρόνια σ΄ ένα λεηλατημένο τόπο δεν τους απασχολεί επίσης;»

Αφήνουμε την τελευταία λέξη στη μαμά: «Είμαι καρκινοπαθής και παρ” όλη την αρρώστια μου τρέχω καθημερινά. Οι άνθρωποι εδώ δεν έχουν καταλάβει τι σημαίνει εργοστάσιο χρυσού. Εγώ έχω δει με τα μάτια μου την καταστροφή που φέρνει στην Αργεντινή. Αυτή τη στιγμή εκατομμύρια άνθρωποι εκεί βγαίνουν στον δρόμο και κινητοποιούνται για το νερό. Δεν θέλω να δω αυτή την ευλογημένη γη, τη Χαλκιδική, να παθαίνει ό,τι έπαθε η πατρίδα μου. Γι” αυτό δεν θα σταματήσω να τρέχω μέχρι να δικαιωθούμε».

……………………………………………………………………………………………………………………………………….

Το συγκρότημα της κινητοποίησης

 Kakaboss Band

«Σκύβω στη γη εκεί που έπινα νερό / Σαν ένας γιος που επιστρέφει από ταξίδι

Μα η πηγή μου έχει στερέψει από καιρό / Κοίταζα αλλού, γιατί το νόμιζα παιχνίδι»

Είναι το τελευταίο μου κόλλημα. Ακούω τα τραγούδια τους ξανά, όπως όλα τα πιτσιρίκια στα χωριά εδώ. Κάποιοι τα έχουν κάνει ringtone, ενώ ακόμα κι οι παππούδες τραγουδάνε σε ρυθμό ελεκτρόνικα: η kakaboss band είναι το συγκρότημα που μελοποιεί τον αγώνα των κατοίκων της Χαλκιδικής. Σε κάθε πορεία, σε κάθε συγκέντρωση, σε κάθε εκδήλωση τα τραγούδια τους παίζουν δυνατά από τα ηχεία. Είναι τα αδέρφια Λογοθέτης και Σπύρος Αβδιμιώτης από την Αμμουλιανή. «Το όνομά μας είναι ένα παιχνίδι: Κάκαβο λένε το βουνό μας, boss είναι αυτοί που ήρθαν σαν αφεντικά στο σβέρκο μας» μας λέει ο 35χρονος Λογοθέτης: «Το πρώτο μας κομμάτι το γράψαμε τον Οκτώβρη και λέγεται «Εχω τη λύση γι’ αυτό». Είναι ένα ρεμίξ με τα συνθήματά μας. Φτιάξαμε μετά ακόμα ένα σε funky, την «Αλληλεγγύη». Το «Όχι» είναι ελεκτρόνικα με τζουρά. Τα Σκιάχτρα είναι το τελευταίο μας. Δεν είμαστε επαγγελματίες, εραστές της μουσικής είμαστε και γράφουμε επειδή μας εμπνέει αυτός ο αγώνας. Μακάρι τα τραγούδια μας να γίνουν το όχημα για να μάθουν τι γίνεται εδώ ακόμα περισσότεροι άνθρωποι». Ολα τους τα κομμάτια είναι ανεβασμένα στο youtube. Διαδώστε τους.

………………………………………………………………………………………………………………………………

ΑΛΕΞΗΣ ΤΣΙΠΡΑΣ Προδικτατορική εποχή

«Τη στρατηγική της έντασης που επιχειρεί να μετατρέψει τη Χαλκιδική σε λωρίδα της Γάζας υπηρετούν γεγονότα όπως αυτά του προηγούμενου Σαββάτου» δήλωσε χθες ο Αλέξης Τσίπρας. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης συναντήθηκε στο δημαρχείο της Θεσσαλονίκης με κατοίκους της περιοχής και τους δικηγόρους τους. «Ολα αυτά θυμίζουν έντονα προδικτατορική εποχή, όπου επιβαλλόταν καθεστώς έκτακτης ανάγκης στο όνομα του κομμουνιστικού κινδύνου. Τώρα ο κίνδυνος αυτός είναι ο ΣΥΡΙΖΑ» είπε. Τόνισε δε πως η Χαλκιδική φωτογραφίζει την πορεία της διαπλοκής στη χώρα «μια επένδυση με αδιαφανείς εξπρές διαδικασίες» και πως πρόκειται για «πολιτική αναμέτρηση ανάμεσα στους κατοίκους που δεν διαθέτουν ΜΜΕ, ώστε να ακουστεί η φωνή τους και σ’ ένα σύστημα διαπλοκής και καταστολής».

* Εν τω μεταξύ, το γαϊτανάκι των προσαγωγών συνεχιζόταν χθες στην Ιερισσό. Στο αστυνομικό τμήμα του Πολύγυρου κλήθηκαν δυο 18χρονοι, ενώ οι μαθητές του Αριστοτέλειου Γενικού Λυκείου Ιερισσού, διαμαρτυρόμενοι για τις προσαγωγές των συμμαθητών τους, απείχαν από τα μαθήματά τους κι έκλεισαν συμβολικά τον κεντρικό δρόμο του χωριού.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

 

 

Τυνησία: ένα βήμα εμπρός δύο βήματα πίσω;

της Δήμητρας Σπανού

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου η Τυνήσια  Habiba Ghribi κέρδισε το ασημένιο μετάλλιο στα 3000 μέτρα με φυσικά εμπόδια. Η ίδια αφιέρωσε το μετάλλιό της στον αραβικό κόσμο, στις Τυνήσιες γυναίκες και στη νέα Τυνησία, τη γενέτειρα της αραβικής άνοιξης. Πίσω στην Τυνησία όμως, δεν μοιράζονται όλοι τον ίδιο ενθουσιασμό για το μετάλλιό της κι ας αποτέλεσε η νίκη της ορόσημο για την αθλητική ιστορία της χώρας. Υπήρξαν φωνές που επέλεξαν να εστιάσουν στην ενδυμασία της, δηλαδή το τυπικό σορτς και μπλουζάκι που φοράνε οι αθλήτριες του στίβου. Για μερίδες της κοινωνίας, η Ghribi αγωνίστηκε με τα «εσώρουχά» της και αυτό αποτελεί τέτοια ντροπή που θα έπρεπε ακόμα και να της αφαιρεθεί η ιθαγένεια. Η χώρα δεν χρειάζεται μετάλλια από ακάλυπτες και γυμνές γυναίκες!

Η αναφορά της Ghribi στις γυναίκες και στη νέα μέρα για τη χώρα της, αλλά και η συζήτηση για την ενδυμασία της  δεν είναι τυχαία, καθώς αυτή την περίοδο οι γυναίκες στην Τυνησία βρίσκονται σε αναβρασμό. Αφορμή αποτελεί το προσχέδιο για το νέο σύνταγμα, που στο άρθρο 28 αναφέρει πως η γυναίκα είναι «συμπληρωματική του άντρα στην οικογένεια και συνεργάτης του στην ανάπτυξη της χώρας». Το συγκεκριμένο απόσπασμα έχει πυροδοτήσει μια δημόσια αντιπαράθεση που συνοδεύεται από κινητοποιήσεις. Η πιο σημαντική ήταν στις 13 Αυγούστου, ημέρα εθνικής γιορτής των γυναικών, όπου τουλάχιστον 6000 γυναίκες και άντρες συμμετείχαν σε διαμαρτυρία ενάντια του προσχεδίου, αλλά και του μετριοπαθούς ισλαμικού κόμματος που ηγείται του κυβερνητικού συνασπισμού.

Για την ιστορία, θα πρέπει να σημειωθεί πως η Τυνησία από τη συγκρότησή της ως ανεξάρτητο κράτος αποτελεί ένα φάρο για τα δικαιώματα των γυναικών ανάμεσα στον αραβικό κόσμο. Άμεσα υιοθέτησε μια αρκετά προοδευτική νομοθεσία για την ισότητα των φύλων, που αναγνώρισε τις γυναίκες ως πολίτες και ισχύει έκτοτε. Στο σύνταγμα της νέας χώρας διακηρύχτηκε η αρχή της ισότητας , ενώ το 1956 τέθηκε σε ισχύ ο Κώδικας Προσωπικής Κατάστασης, προβλέποντας ένα σύνολο προοδευτικών ρυθμίσεων, το οποίο έχει υποστεί πολλές τροποποιήσεις έκτοτε. Με βάση αυτόν η πολυγαμία και η αποκήρυξη καταργούνται, επιτρέπεται στις γυναίκες να ζητήσουν διαζύγιο, θεσπίζεται μια ελάχιστη ηλικία για γάμο και προβλέπεται η συναίνεση και των δύο συζύγων πριν από το γάμο. Όλα αυτά επέτρεψαν στις γυναίκες να εισέλθουν σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και σε «μη παραδοσιακούς» τομείς εργασίας (π.χ. ιατρική, στρατός και μηχανικοί), καθώς και να ανοίξουν τραπεζικούς λογαριασμούς και να δημιουργήσουν επιχειρήσεις. Επιπλέον, οι γυναίκες κέρδισαν το δικαίωμα ψήφου το 1957 ενώ από το 1962, η πρόσβαση στην αντισύλληψη είναι νόμιμη και από το 1965 η έκτρωση –τη στιγμή που στις ΗΠΑ αυτό έγινε το 1973 και στην Ελλάδα το 1984.

Όλο αυτό το ευνοϊκό νομοθετικό πλαίσιο για τις γυναίκες εφαρμόστηκε προφανώς με αντιφάσεις και ανάμεσα σε λεπτές πολιτικές ισορροπίες, εκφράζοντας ένα όραμα «εκσυγχρονισμού» και απομάκρυνσης από το Ισλάμ. Η πολιτική στόχευση ήταν τριπλή: πρώτον, η ικανοποίηση ιμπεριαλιστικών συμφερόντων ισχυρών χωρών, κυρίως της Γαλλίας και των ΗΠΑ. Δεύτερον, η αποδυνάμωση των ισλαμιστών που ήταν πολιτικοί αντίπαλοι και αντι-δυτικοί. Τρίτον, την ενσωμάτωση των εργατικών αγώνων. Η βασική κριτική είναι πως αναπαρήγαγε έναν κρατικό φεμινισμό που στόχευε στην ένταξη των γυναικών στο εργατικό δυναμικό και αποτελούσε κομμάτι ενός προγράμματος συνολικών μεταρρυθμίσεων σε διάφορους τομείς. Επιπλέον, μετά τη δεκαετία 1980 και ιδιαίτερα επί δικτατορίας Μπεν Αλί χρησιμοποιήθηκε ως επίφαση δημοκρατικότητας, απέναντι στις επικρίσεις των δυτικών για τις καταπατήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Βέβαια, το ισλαμικό στοιχείο, ως σύστημα αξιών και ταυτότητας των κατοίκων, συνέχισε να αποτελεί ισχυρό παράγοντα οργάνωσης της κοινωνίας. Το κράτος ποτέ δεν επιδιώχθηκε να μετατραπεί σε κοσμικό, απλώς η νομοθεσία βασίστηκε σε μια χαλαρή ερμηνεία της σαρίας. Κατά τη δεκαετία 1990 οι ισλαμικές ομάδες συγκροτήθηκαν ως ο ισχυρότερος πόλος αντιπολίτευσης, εκφράζοντας και οικονομικά συμφέροντα ισχυρών χωρών της Μέσης Ανατολής, αλλά και μερίδες της κοινωνίας που εξαθλιώνονταν. Βγήκαν εκτός νόμου και καταπιέστηκαν ενώ, επί Μπεν Αλί, επικράτησαν ακόμα και διώξεις κατά γυναικών επειδή φορούσαν μαντίλα.

Εκτός όμως από τις πολιτικές συμφωνίες και τα συμφέροντα των από πάνω υπάρχει η αυτενέργεια και ο αγώνας των ίδιων των υποκειμένων. Θα πρέπει να σημειωθεί πως το εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα της Τυνησίας αντανακλούσε πραγματικές δυναμικές μέσα στην κοινωνία. Η σύγχρονη ιστορία της χώρας είναι και ένα αποτέλεσμα εργατικών αγώνων, κάτι που δεν είναι αυτονόητο για μια αραβική χώρα. Οι μεταρρυθμίσεις στην οικονομία και την κοινωνία κατά τις δεκαετίες 1950-1960, μεταξύ των οποίων η ισότητα των φύλων, έγιναν πραγματικότητα και λόγω της δύναμης των συνδικάτων και των πιέσεων που ασκούσαν. Αργότερα, οι όποιες παραχωρήσεις του Μπεν Αλί, παρά τον αυταρχισμό του καθεστώτος, ήταν αποτέλεσμα του κινδύνου στα αριστερά του και της ανάπτυξης αυτόνομου φεμινιστικού κινήματος στη χώρα κατά της δεκαετία 1980 που διεκδικούσε περισσότερες ελευθερίες, ουσιαστική ισότητα και δημοκρατία.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, οι γυναίκες στην Τυνησία μπορούν να μορφωθούν, να εργαστούν χωρίς άδεια από άντρα ή σύζυγο, να διεκδικήσουν ακόμα και αξιώματα και έχουν το δικαίωμα ελέγχου του σώματός τους. Σαν σύνολο, αυτές οι ρυθμίσεις ρίζωσαν στην κοινωνία και αποτέλεσαν μια πολύ σημαντική παρακαταθήκη καθώς έδωσαν δυνατότητες και αυτοπεποίθηση στις γυναίκες, ενώ γαλούχησαν γενιές αντρών και γυναικών με μια ιδέα ισότητας. Στην πράξη βέβαια, παρά το πλέγμα προστασίας των δικαιωμάτων των γυναικών, η καθημερινή εφαρμογή είχε αποκλίσεις, γεωγραφικές, οικονομικές και κοινωνικές. Παρατηρείται φεμινοποίηση της φτώχειας, όπως σε όλα τα μέρη τα ποσοστά ανεργίας είναι υψηλότερα για τις γυναίκες ενώ η νομοθεσία για την ισότητα στην εργασία συχνά δεν τηρείται. Μέσω παρελκυστικών πρακτικών πολλές γυναίκες δεν έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση -πόσο μάλλον στην έκτρωση- και δεν ενθαρρύνονται να διεκδικήσουν αξιώματα ή ακόμα και να εργαστούν μακριά από την περιοχή κατοικίας τους. Για μερίδες της τυνησιακής κοινωνίας, ο ρόλος, η τιμή και η κοινωνική αποδοχή της γυναίκας συνδέεται άμεσα με την προσήλωσή της στην οικογένεια και την ανατροφή παιδιών.

Κατά την περίοδο της αραβικής άνοιξης στην Τυνησία, όπως και σε άλλες χώρες του αραβικού κόσμου που βρέθηκαν στη δίνη της εξέγερσης, οι γυναίκες αγωνίστηκαν για την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματά τους ως πολίτες. Διαμαρτυρήθηκαν, ονειρεύτηκαν, ανοίχτηκαν στην κοινωνία και στον κόσμο, τραυματίστηκαν και σκοτώθηκαν. Οργανωμένες αυτόνομα, σε συλλογικότητες και εργατικά σωματεία και διεκδίκησαν δημοκρατία και ισότητα για όλους και όλες. Άλλωστε, οι γυναίκες της Τυνησίας ήταν πάντοτε παρούσες στους κοινωνικούς αγώνες, ιδιαίτερα σε συνδικαλιστικούς. Αποτελούν το 40% του μεγαλύτερου εργατικού συνδικάτου UGTT, εκπροσωπώντας κυρίως ευάλωτους κλάδους εργασίας, όπως η υφαντουργία. Επιπλέον, έχουν οργανώσει και πρωτοστατήσει σε σημαντικά κινήματα διεκδικήσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα και πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, όπως στις εξεγέρσεις της Κάφσα το 2008[1]. Κατά την αραβική άνοιξη συμμετείχαν στις γενικές απεργίες καθώς και σε επιτροπές και οργανώσεις γειτονιάς που θα υλοποιούσαν τα οράματα της εξέγερσης. Μετά την πτώση του Μπεν Αλί πραγματοποίησαν πορείες και διαμαρτυρίες γυναικών για να επεκτείνουν –και όχι απλά να διατηρήσουν- τα δικαιώματά τους ως γυναίκες, όπου πέτυχαν την ψήφιση ενός νόμου για την ισότιμη συμμετοχή στις εκλογές του 2011. Για εκείνες η εξέγερση εξέφρασε πέρα από την απόγνωση και μια ελπίδα χειραφέτησης και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Η συμμετοχή τους στην ανατροπή του καταπιεστικού καθεστώτος ήταν ελπιδοφόρα και για έναν ακόμη λόγο. Σχημάτισε μια εικόνα απομακρυσμένη από τα στερεότυπα του κόσμου για τις γυναίκες στον αραβικό κόσμο. Στα μάτια των δυτικών τουλάχιστον, η συμμετοχή τους ανέδειξε ακόμη περισσότερο ως ρεαλιστική τη δυνατότητα συγκρότησης μιας νέας κοινωνίας με λιγότερη καταπίεση και περισσότερο σεβασμό.

Αν και είναι απλουστευτικό να θεωρούμε πως κάθε εξέγερση οδηγεί με ακρίβεια σε ένα καλύτερο αύριο, ενάμιση χρόνο μετά την αραβική άνοιξη την αρχική ελπίδα διαδέχεται ο προβληματισμός. Παρά την ψήφιση του νόμου για ισότιμη συμμετοχή, οι γυναίκες όχι μόνο δεν ηγήθηκαν σε καμία λίστα, αλλά στις περισσότερες υποεκπροσωπήθηκαν. Μετά τις εκλογές, λιγότερο από το 1/4 της βουλής είναι γυναίκες, ενώ στην κυβέρνηση των 41 προσώπων μόνο 3. Σήμερα, το μετριοπαθές ισλαμικό κόμμα Ennahda αποτελεί την πρώτη δύναμη στη χώρα και κατέχει την πλειοψηφία στην προσωρινή κυβέρνηση συνασπισμού, στην οποία συμμετέχουν οι σοσιαλδημοκράτες και οι κεντροαριστεροί, υπέρμαχοι και οι δύο του κοσμικού κράτους. Από την πρώτη μέρα, το ζήτημα των δικαιωμάτων των γυναικών τέθηκε ψηλά στην ατζέντα και απασχόλησε το δημόσιο λόγο τόσο στη χώρα όσο και διεθνώς. Όμως, τα αρχικά καθησυχαστικά μηνύματα των εκπροσώπων της πλειοψηφίας διαδέχτηκε το επίμαχο απόσπασμα που προτείνουν. Εάν αυτό εγκριθεί, σημαίνει ότι το σύνταγμα θα εγγυάται τα δικαιώματα των γυναικών επειδή πηγάζουν από τον ρόλο τους ως συμπληρωματικές του άντρα και όχι επειδή είναι ανεξάρτητα ανθρώπινα όντα που δικαιούνται ανθρώπινα δικαιώματα. Δηλαδή, αυτό που ίσχυε μέχρι σήμερα και ακόμα και το προηγούμενο καταπιεστικό καθεστώς σεβάστηκε τουλάχιστον θεσμικά.

Μια ενδεχόμενη περιστολή των δικαιωμάτων των γυναικών σημαίνει ουσιαστικά την εγκαθίδρυση ενός ακόμη συστήματος που θα εγγυάται περισσότερη καταπίεση στον μισό πληθυσμό της χώρας και μαζί τη διάψευση των όποιων ελπίδων γέννησε η αραβική άνοιξη. Οι σημερινές διεκδικήσεις τους πιάνουν το νήμα της εξέγερσης που συντάραξε τον αραβικό κόσμο και αποτελούν μια συνέχιση των οραμάτων που αυτή ενέπνευσε πρώτιστα στους ίδιους τους εξεγερμένους/ες για μια πιο δίκαιη κοινωνία, με ελευθερία και αξιοπρέπεια. Σε μια στγμή καμπής, αποκαλύπτουν τα πολλά πρόσωπα της καταπίεσης, υποδεικνύοντάς μας πως οι αγώνες μπορούν και πρέπει να διενεργούνται σε πολλαπλά επίπεδα.


[1] Ίσως η πιο σημαντική κινητοποίηση στην Τυνησία τα τελευταία 20 χρόνια. Ξέσπασε λόγω εργατικού ατυχήματος στα ορυχεία της φτωχής περιοχής Κάφσα και διήρκησε έξι μήνες. Συμμετείχαν, εκτός από τους εργάτες και τις οικογένειές τους, πολλές κοινωνικές ομάδες, όπως μαθητές, δάσκαλοι, φοιτητές κτλ.

 

Πηγή: το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη Λεύγα 09, Νοέμβρης 2012

 

Σχετικά άρθρα

Το γυναικείο ζήτημα στις αραβικές εξεγέρσεις

Αραβική Άνοιξη: πώς οι γυναίκες χρησιμοποιούν το σώμα τους για να κάνουν επανάσταση

Η μάχη των γυναικών της Αραβικής Άνοιξης κατά της βίας

Αίγυπτος: Ο βιασμός το νέο όπλο κατά των διαδηλωτριών

 

Το γυναικείο ζήτημα στις αραβικές εξεγέρσεις

του Γιώργου Καλπαδάκη

Στην πολυβραβευμένη ταινία Οι σιωπές του παλατιού (1994), την πρώτη αραβική μεγάλου μήκους με γυναίκα σκηνοθέτη, η Μουφιντά Τλατί πραγματεύεται την ιστορία μιας εικοσιπεντάχρονης κοπέλας η οποία έχει κακοποιηθεί από τον πατέρα της, πρώην ηγέτη των αντιαποικιακών εξεγέρσεων που συντάραξαν την Τυνησία στη δεκαετία του 1950. Καταγράφει με μελανά χρώματα τη ραγδαία διάψευση των φεμινιστικών προσδοκιών στη μετεπαναστατική Τυνησία του Μπουργκίμπα. Η απογοήτευση που συνοδεύει τη νεαρή πρωταγωνίστρια αντικατοπτρίζεται σήμερα σε γυναίκες όπως η Αμερικανίδα δημοσιογράφος Νατάσα Σμιθ, η οποία έσπευσε στην πλατεία Ταχρίρ σε ένα κλίμα περιρρέουσας ευφορίας προκειμένου να στηρίξει τους εξεγερθέντες – λίγο προτού υποστεί σεξουαλική επίθεση από πλήθος ανδρών σε ένα σοκάκι[1]. Καθώς πύκνωναν τα περιστατικά βίας κατά των γυναικών, ολοένα περισσότεροι αναλυτές κι ακτιβιστές στη Δύση άρχισαν να εκφράζουν το φόβο ότι οι διεργασίες ανατροπής του ‘en-nizaam’, του παλαιού καθεστώτος, κινδυνεύουν να καταλήξουν μια αυστηρά ανδρική υπόθεση. Ενώ η Διεθνής Αμνηστία αναφέρθηκε στην «ελάχιστη θετική βελτίωση» που επέφεραν οι εξεγέρσεις στη ζωή των γυναικών, η υπόμνηση της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υπήρξε ακόμα λιγότερο ενθαρρυντική: «η μαζική κατάληψη του δημοσίου χώρου από τις γυναίκες στη διάρκεια των επαναστάσεων, σε καμία περίπτωση δεν εξασφαλίζει ότι θα έχουν ρόλο στα αντιπροσωπευτικά σώματα των νέων καθεστώτων που θα συγκροτηθούν»[2].

Οι αραβικές χώρες κατατάσσονται σταθερά τελευταίες στον δείκτη για την παγκόσμια ανισότητα ανάμεσα στα φύλα, που εκδίδει το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ· κι αυτό ανεξάρτητα από το ύψος του ΑΕΠ τους ή τις εγκωμιαστικές αναφορές εξωτερικών παρατηρητών[3]. Το Μαρόκο, που έχει εξυμνηθεί στη Δύση για την ψήφιση ενός «προοδευτικού» νόμου για την οικογένεια, βρίσκεται στη 129η θέση μεταξύ 135 χωρών. Στην τελευταία της λίστας, Υεμένη, το 55% των γυναικών είναι αγράμματο και το 79% είναι αποκλεισμένο από την αγορά εργασίας. Στη Σαουδική Αραβία – όπου ο διάδοχος του γηραιού βασιλιά Αμπντάλα έχει βγει, σύμφωνα με τη φεμινίστρια Μόνα Ελταχάουι, «κατευθείαν από τον Μεσαίωνα» – η οδήγηση είναι απαγορευμένη στις γυναίκες, ενώ όσες πέφτουν θύματα βιασμού καταδικάζονται σε ποινές φυλάκισης εάν «καταδειχθεί» ότι είχαν συναινέσει να μείνουν μόνες τους με έναν άντρα που δεν ήταν συγγενής τους – ήτοι με τον θύτη. Πριν από λίγα χρόνια, 15 μαθήτριες είχαν καεί ζωντανές όταν η ειδική αστυνομία που περιπολεί τους δρόμους για να εξασφαλίσει την τήρηση των νόμων της Σαρίας, τους απαγόρευσε την έξοδο από το φλεγόμενο σχολείο επειδή δεν φορούσαν μαντίλες.

Σε πιο ‘πεφωτισμένες’ αραβικές χώρες σε θέματα δικαιωμάτων, εν προκειμένω στην Αίγυπτο, περισσότερο από το 90% των παντρεμένων γυναικών έχουν υποβληθεί σε κλειτοριδεκτομή, ενώ οι άνδρες που ξυλοφορτώνουν τις συζύγους τους απαλλάσσονται της ποινικής ευθύνης εάν στοιχειοθετηθεί ότι, καίτοι έδρασαν εν βρασμώ ψυχής, εντούτοις ορμώντο από «καλές προθέσεις». Το στρατιωτικό καθεστώς που ανήλθε στην εξουσία μετά τον Μουμπάρακ έχει υποβάλει πολλές ακτιβίστριες σε ‘τεστ παρθενίας’ (με το πρόσχημα ότι έτσι οι Αρχές προστατεύονται από μελλοντικές κατηγορίες ότι τις κακοποίησαν σεξουαλικά) ενώ η Μουσουλμανική Αδελφότητα, νικήτρια στις πρόσφατες εκλογές, τάσσεται και επισήμως κατά της παρουσίας των γυναικών σε διαδηλώσεις. Όσο για τη γυναικεία πολιτική συμμετοχή, είναι χαρακτηριστικό το ότι οι δύο επιτροπές που ορίστηκαν για τον καταρτισμό νέου συντάγματος απαρτίζονταν εξ ολοκλήρου από άντρες. Αλλά και στη Λιβύη, μία από τις πρώτες πράξεις του επικεφαλής της μεταβατικής κυβέρνησης ήταν να άρει τους περιορισμούς που υφίσταντο σχετικά με την πολυγαμία, αφήνοντας παράλληλα ανέπαφα τα κανταφικά ‘κέντρα κοινωνικής αποκατάστασης’ στα οποία φυλακίζονταν οι γυναίκες-θύματα σεξουαλικών επιθέσεων από κοινού με όσες κατηγορούνταν για «ηθικά παραπτώματα»[4]. Ακόμα όμως και υπό το αραβικό καθεστώς που εκτιμάται ως το ανεκτικότερο προς τις γυναίκες, το τυνησιακό, το τελευταίο διάστημα έχουν καταγραφεί σωρεία περιστατικών με σεξιστικές επιθέσεις από μουσουλμάνους ζηλωτές, οι οποίοι ενδυναμώθηκαν ύστερα από την επικράτηση του ισλαμιστικού κόμματος Ενχάντα στις εκλογές του Ιουνίου.

Παρά τις αρχικές προσδοκίες – ιδιαίτερα υπό το φως του κομβικού αγωνιστικού ρόλου που διαδραμάτισαν οι γυναίκες στην Τυνησία, την Αίγυπτο και την Υεμένη – ότι η κοινωνική ανάφλεξη στον αραβικό κόσμο θα συνέτεινε στη βαθμιαία ανατροπή της ζοφερής αυτής κατάστασης, τα προβλήματα παραμένουν. Κατά ορισμένους, μάλιστα, η κατάσταση επιδεινώνεται ως απόρροια της κατά τόπους ενδυνάμωσης του υπερσυντηρητικού σαλαφικού στοιχείου, το οποίο κινδυνεύει να αναλάβει ηγεμονικό ρόλο στο ρευστό μετακαθεστωτικό τοπίο των εξεγερθεισών κοινωνιών[5]. Εκείνο που φαίνεται να άλλαξε, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι την αχολογή των διαδηλώσεων δεν συνοδεύει το μοιρολόι των κινητοποιημένων γυναικών που πενθούν για τις θνησιγενείς επαναστατικές τους ουτοπίες. Αντίθετα οι γυναίκες συνεγείρουν, προκαλούν, αντεπιτίθενται· συγκρούονται με περισσό ζήλο ακόμα και αναμεταξύ τους, με επίδικο το πόσο επιτακτικά πρέπει να τεθούν τα αιτήματα των γυναικών εν μέσω των πυρακτωμένων αραβικών υψικαμίνων.

Εσχάτως η Ελταχάουι – η 45χρονη Αμερικανο-αιγύπτια που κακοποιήθηκε σεξουαλικά στην πλατεία Ταχρίρ από την αστυνομία αλλά κι από επαναστάτες συνοδοιπόρους της – έχει προκαλέσει έναν μικρό ‘σεισμό’ στις ΗΠΑ με την παρέμβασή της για τον «πραγματικό πόλεμο κατά των γυναικών» που θεωρεί ότι συντελείται στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα με την επανάσταση με στόχο την ανατροπή της τυραννίας, επισημαίνει, βρίσκεται σε εξέλιξη ένας λιγότερο ορατός αλλά εξίσου κρίσιμος αγώνας κατά του μισογυνισμού. Ήγγικεν η ώρα, γράφει, για τις εξεγερθείσες γυναίκες του αραβικού κόσμου να προελάσουν κάτω κι από δικά τους λάβαρα, για την προάσπιση των βασικών τους δικαιωμάτων: την καταπολέμηση της κλειτοριδεκτομής και την εκχώρηση οικονομικών ελευθεριών· την ελεύθερη επιλογή συντρόφου και την εξάλειψη του φαινομένου των γάμων ανηλίκων· το δικαίωμα της ψήφου και την άρση των περιορισμών στις μετακινήσεις τους· αλλά και την άμεση κατάργηση πλήθους άρθρων του Ποινικού Κώδικα σε πολλές χώρες που απαλλάσσουν όσους ασκούν συζυγική βία. Δεν μπορούμε πλέον να παραβλέψουμε τη γυμνή αλήθεια, τονίζει η Ελταχάουι, που είναι ότι οι αραβικές κοινωνίες απλούστατα «μισούν τις γυναίκες τους». Μνημονεύοντας σειρά θαρραλέων γυναικών που έχουν εκμεταλλευθεί την επαναστατική συγκυρία προκειμένου να ορθώσουν το ανάστημά τους απέναντι στο εγχώριο πατριαρχικό κατεστημένο, καταλήγει στο ότι ο αραβικός ξεσηκωμός που πυροδοτήθηκε από έναν άνδρα – τον Τυνήσιο οπωροπώλη που αυτοπυρπολήθηκε – μπορεί και θα πρέπει «να ολοκληρωθεί από γυναίκες»[6].

Οι σφοδρότερες αντιδράσεις για την παρέμβαση της Ελταχάουι, η οποία χαίρει εκτενούς προβολής από τα αμερικανικά ΜΜΕ και έχει δώσει το στίγμα στο δημόσιο διάλογο που διεξάγεται στις ΗΠΑ, προήλθαν βασικώς από δύο εστίες. Αφενός πολλές μουσουλμάνες που δραστηριοποιούνται στις αραβικές χώρες αντέτειναν στην άθρησκη φεμινίστρια ότι ουσιαστικά εξαπολύει μια επίθεση ενάντια στο Ισλάμ, απλουστεύοντας τη σύνθετη εικόνα των συνεχιζόμενων αγώνων που διεξάγονται εντός των υφιστάμενων θρησκευτικών δομών. Το βασικότερο πρόβλημα το εντοπίζουν στο δυτικοκεντρισμό της Ελταχάουι, η οποία παραγνωρίζει τις χειραφετητικές ρίζες του ίδιου του Ισλάμ. Οι επιτυχείς αγώνες των γυναικών στην Αίγυπτο και την Τυνησία, οι οποίοι μάλιστα προηγήθηκαν των αραβικών ξεσηκωμών, υποδεικνύονται ως ενδείξεις που πιστοποιούν το ριζοσπαστισμό που φέρεται να είναι εγγενής στη ‘φύσει ανεκτική’ μουσουλμανική θρησκεία. Ακόμα και μορφές όπως η Ιρανή νομπελίστρια ειρήνης και ακτιβίστρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Σιρίν Εμπαντί, ακολουθεί την ίδια συλλογιστική, τονίζοντας ότι «με την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του Ισλαμικού νόμου, μπορούμε να κατοχυρώσουμε την απόλυτη ισονομία των γυναικών, αλλά και να καταργήσουμε νόμους που θεσπίζουν τιμωρίες όπως ο λιθοβολισμός και ο ακρωτηριασμός»[7].

Η δεύτερη εστία αντιδράσεων προήλθε εκ των έσω, υποκινούμενη από ένα πρόσωπο το οποίο η ίδια η Ελταχάουι συγκαταλέγει στο πάνθεον των προσωπικών της ‘ηρώων’: την συμπατριώτισσά της Λέιλα Αχμέντ. Μουσουλμάνα καθηγήτρια θεολογίας στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και συγγραφέας του έργου-σταθμός για τη μελέτη της γυναίκας στο μουσουλμανικό κόσμο, Γυναίκα και Φύλο στο Ισλάμ (1992), η 72χρονη Αχμέντ βρίσκεται στην εμπροσθοφυλακή όσων βλέπουν με δυσπιστία τις δυτικές ανησυχίες για την καταπίεση της γυναίκας στις ισλαμικές κοινωνίες – ακόμα κι αν αυτές εκφράζονται από πρόσωπα υπεράνω πάσης υποψίας όπως η Ελταχάουι. Η στήριξη προς τις γυναίκες του αραβικού κόσμου, διατείνεται η Αχμέντ, βοηθά μόνο στο βαθμό που δεν εξυπηρετεί «τους στόχους του ιμπεριαλισμού» και θα έπρεπε να προβληματιζόμαστε όταν η συγκίνηση γι’ αυτές συνυπάρχει με μια βαθύτατη αδιαφορία προς τις ίδιες γυναίκες όταν γίνονται θύματα της δυτικής βίας[8].

Ο διάλογος που βρίσκεται σε εξέλιξη με επίκεντρο τη γυναικεία διάσταση της ‘Αραβικής Άνοιξης’[9]  φαίνεται να εμπεριέχει κωδικοποιημένο τον κεντρικό προβληματισμό που διέπει τις ενδοφεμινιστικές συζητήσεις των τελευταίων δεκαετιών: οδηγεί αφεύκτως η ενδυνάμωση των γυναικών στο αίτημα για την ισότητα των φύλων, έτσι όπως την οραματίζονται ρεύματα εμπνεόμενα από το Διαφωτισμό; Εκ πρώτης όψεως, η απάντηση μοιάζει αρνητική. Η εκχώρηση πολιτικών δικαιωμάτων στις γυναίκες του Κουβέιτ, επί παραδείγματι, δεν τις εμπόδισε από το να υποστηρίξουν κόμματα τα οποία είναι καταστατικά αντίθετα προς την παροχή ψήφου στις γυναίκες. Αντίστοιχα, από περυσινή σφυγμομέτρηση της αιγυπτιακής κοινής γνώμης προκύπτει ότι το 73% των γυναικών εκεί διάκειται δυσμενώς προς την προοπτική μιας γυναικείας υποψηφιότητας για το προεδρικό αξίωμα της χώρας[10]. Ακόμα και υπό το καθεστώς του προοδευτικότερου συστήματος ποσόστωσης ανά φύλο, του τυνησιακού, το 86% των γυναικών που εκλέχθηκε στο κοινοβούλιο ανήκει στο ισλαμιστικό κόμμα Αλ-Νάντα, φορέα αντιδραστικών ανδροκρατικών αντιλήψεων[11]. Στις περισσότερες μουσουλμανικές χώρες έχει καταγραφεί το φαινόμενο η κατάκτηση πολιτικών ελευθεριών να μην συνοδεύεται απαραιτήτως από την υιοθέτηση αιτημάτων εφάμιλλων με αυτά που έχουν εγκολπωθεί τα δυτικά φεμινιστικά κινήματα. Από αυτή τη σκοπιά, επιχειρηματολογείται, ακόμα και οι μετεξεγερσιακές κοινωνίες της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής δείχνουν ότι θα υιοθετήσουν διαφορετικές στρατηγικές προς τη διεύρυνση των γυναικείων δικαιωμάτων· φωνές όπως της Ελταχάουι συνιστούν τα αθέλητα όργανα της Δύσης, που αρνείται να αναγνωρίσει τις ιδιαίτερες αυτές οδούς που επιθυμούν να ακολουθήσουν οι γυναίκες του αραβικού κόσμου.

Την ίδια στιγμή, δύσκολα διαλάθει της προσοχής ο ακραιφνής αντινεωτερισμός που συχνά υποβόσκει στις επιθέσεις κατά των παρεμβάσεων τύπου Ελταχάουι· παρεμβάσεις που ενθαρρύνουν τη μετωπική σύγκρουση με το ανδροκρατικό κατεστημένο του μουσουλμανικού κόσμου. Οι δυνάμεις που ισχυρίζονται ότι προωθούν τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα στον αραβικό κόσμο, είναι αλήθεια ότι τείνουν συχνά να χειραγωγούνται από εξόχως ανελεύθερα κι αντιδραστικά συστήματα της Δύσης. Γιατί όμως δι’ αυτού να τίθενται εν αμφιβόλω οι αρχές του Διαφωτισμού εν τω συνόλω τους; Ο πολιτιστικός σχετικισμός και η συλλήβδην ταύτιση των αρχών αυτών ως στοιχείων αναπόσπαστων της ‘δυτικής κουλτούρας’ έχει αποδειχθεί ότι εγκυμονεί πλείστους κινδύνους. Συχνά μάλιστα οδηγεί σε αλλόκοτες ατραπούς, όπως ο πρόσφατος ισχυρισμός της Ινδής φεμινίστριας στο πανεπιστήμιο Κολούμπια, Γκαγιάτρι Σπίβακ, ότι με την εμμονή τους να καταργήσουν την παράδοση της πυρπόλησης της συζύγου μετά από το θάνατο του άνδρα της, οι Βρετανοί αποικιοκράτες ουσιαστικά στερούσαν από τις Ινδές ‘την υποκειμενικότητά τους.’ Αντίστοιχα, σε μια κατά τα άλλα οξυδερκή ανάλυση της ειδησεογραφικής κάλυψης των αραβικών ξεσηκωμών στις ΗΠΑ, δεν αναδεικνύεται απλά η διαδικασία αναπαραγωγής των οριενταλιζουσών αναπαραστάσεων του αραβικού κόσμου· ο μελετητής αποφαίνεται ότι οι επαναστάσεις είναι λογικό να έχουν ως στόχο το ίδιο αυτό «το οικοδόμημα της δυτικής νεωτερικότητας»[12]. Ισχυρισμοί αυτού του είδους, απότοκοι άλλοτε της εύλογης ευαισθησίας προς τις πολιτιστικές συνέπειες της δυτικής ‘επέλασης’ κι άλλοτε του ακαδημαϊκού μετανεωτερικού αποκρυφισμού, κατατείνουν όχι μόνο στο να σχετικοποιούν τον οικουμενικό χαρακτήρα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και στο να κάμπτουν τη μαχητικότητα φορέων και κινημάτων που απορρίπτονται αφετηριακά ως ‘εργαλεία του δυτικού ορθολογισμού.’

Όσο σημαντικό είναι να επανεξετάζεται διηνεκώς ο λόγος του Διαφωτισμού και να αποδομούνται τα κίνητρα και οι ενέργειες όσων διατείνονται ότι ενστερνίζονται τις ιδέες του, άλλο τόσο θα πρέπει να διαφυλάσσεται ο πολύτιμος πυρήνας αρχών που τον διέπει. Η διαδεδομένη ιδέα ότι ο αραβικός κόσμος οφείλει να ‘εξελιχθεί’ κατά το πρότυπο της Δύσης – ακολουθώντας τα στάδια της Μεταρρύθμισης και του Διαφωτισμού – είναι οπωσδήποτε εσφαλμένη αλλά κι επικίνδυνη. Το κύριο ζητούμενο θα πρέπει να είναι όχι το πώς οι αρχές αυτές θα ‘αφυπνίσουν’ περαιτέρω τις γυναίκες των κοινωνιών αυτών, αλλά το πώς θα συνταιριασθούν αρμονικά με το βασικό κορμό των υφιστάμενων παραδόσεων. Έτσι, η λύση δεν θα προέλθει τόσο από την άνωθεν εφαρμογή μέτρων που έχουν αποδειχθεί ατελέσφορα, όπως η ποσόστωση στα αντιπροσωπευτικά σώματα, ή από τη ‘διαφώτιση’ των Αράβων ‘ιθαγενών’ δια της μεταβίβασης επείσακτων ιδεών λαξευμένων στο εργαλειοστάσιο της δυτικής σκέψης· ούτε όμως θα προκύψει ως αποτέλεσμα του έργου γυναικείων οργανώσεων παραδοσιακά ελεγχόμενων από τα καθεστώτα[13]. Σε μια ανομοιογενή περιοχή πολλαπλών δημοκρατικών ταχυτήτων, καταλυτικό ρόλο στη χειραφέτηση των γυναικών του αραβικού κόσμου θα διαδραματίσουν οι γηγενείς ομάδες πολιτών και οι αυτοφυείς οργανώσεις – με τη στήριξη διεθνών φορέων όπως ο ΟΗΕ, που ήδη τις ενθαρρύνει να αναπτυχθούν[14]. Αυτές είναι που θα κληθούν, σε πείσμα τόσο της προϊούσας σαλαφικής επιρροής όσο και των προσπαθειών εργαλειοποίησής τους από ξένα κέντρα εξουσίας, να διεκδικήσουν τους όρους με τους οποίους θα απαγκιστρωθούν από τα πατριαρχικά δεσμά των εγχώριων μουσουλμανικών δομών και αντιλήψεων.

 



[1] Natasha Smith, «Please God. Please make it stop», 26 Ιουνίου 2012, natashajsmith.wordpress.com/2012/06/26/please-god-please-make-it-stop.

[2] «Women and the Arab Spring: Taking their place?», 7 Μαρτίου 2012, arabwomenspring.fidh.net/index.php.

[3] Για την έκθεση, βλ. http://www3.weforum.org/docs/WEF_GenderGap_Report_2011.pdf.

[4] Mathieu von Rohr, «Arab spring: feminists live in fear of rollback of rights granted under past dictatorships»,  29 Νοεμβρίου 2011, http://theburqahdebates.com/index2.php?option=com_content&do_pdf=1&id=157.

[5] Isobel Coleman, «Why the Arab Spring Hasn’t Been Better for Women», The Atlantic, 8 Μαρτίου 2012, www.theatlantic.com/international/archive/2012/03/why-the-arab-spring-hasnt-been-better-for-women/254150.

[6] Mona Eltahawy, «Why do they hate us? The real war on women is in the Middle East», Foreign Policy, Μάιος-Ιούνιος 2012.

[7] «Women urged to put their stamp on Arab Spring» Reuters, 11 Νοεμβρίου 2011. Βλ. επίσης Kristine Goulding, «Tunisia: women’s winter of discontent»,  25 Οκτωβρίου 2011, www.opendemocracy.net/print/62215 καθώς και Kimberly Latta, «Whither the revolution for women in Egypt and Yemen?», 5 Απριλίου 2011.

[8] Leila Ahmed, A Quiet Revolution: The Veil’s Resurgence from the Middle East to America (Yale University Press 2011). Εδώ η Αχμέντ απηχεί τον μαρξιστή ιστορικό Νηλ Ντέιβιντσον, που σημειώνει ότι εκείνοι που εμμένουν περισσότερο στην ανάγκη το Ισλάμ να περάσει από μια ανάλογη περίοδο ‘Διαφωτισμού’ «είναι οι ίδιοι που φωνασκούν υπέρ του πολέμου». Neil Davidson, «Islam and the Enlightenment», Socialist Review, Μάρτιος 2006.

[9] Δεδομένου ότι η χρήση του όρου ‘Αραβική Άνοιξη’ έλκει την καταγωγή της από δυτικοκεντρικές αντιλήψεις για τον αραβικό κόσμο, θα ήταν ίσως χρησιμότερο να αναζητηθούν οι όροι αυτοπροσδιορισμού των ίδιων των υποκειμένων των εξεγέρσεων. Ένας επιφανής Λιβανέζος δημοσιογράφος παρατηρεί ότι όποτε ζητά από Τυνήσιους, Αιγυπτίους, Λιβύους, Σύρους, και Υεμενίτες να περιγράψουν την πολιτική τους δράση, οι απαντήσεις είναι πάντοτε οι ίδιες: επανάσταση (thawra), ξεσηκωμός (intifada), αφύπνιση (sahwa) ή αναγέννηση (nahda). Rami G. Khouri, «Drop the Orientalist term ‘Arab Spring», The Daily Star (Lebanon), 17 Αυγούστου 2011.

[10] Βλ. «YouGov Siraj survey results», http://cdn.yougov.com/today_uk_import/ygs-archives-yougovsiraj-egypt-200411.pdf.

[11] Shadi Hamid, «Debating the war on women», 24 Απριλίου 2012, http://www.foreignpolicy.com/articles/2012/04/24/debating_the_war_on_women.

[12] Steven Salaita, «Corporate American media coverage of Arab revolutions: the contradictory message of modernity», Interface, Vol. 4/issue 1, pp. 131-145, Μάιος 2012.

[13] Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Αίγυπτος, όπου το καθεστωτικό ‘Εθνικό Συμβούλιο Γυναικών’ αρνήθηκε να στηρίξει τις 15 Αιγυπτιώτισσες οι οποίες συνελήφθησαν τον Μάιο στις αιματηρές διαδηλώσεις κατά του κυβερνώντος Στρατιωτικού Συμβουλίου. Η πρόεδρος του Συμβουλίου αιτιολόγησε την απόφαση στην κρατική εφημερίδα al-Ahram, επισημαίνοντας ότι «όσοι κλείνουν δρόμους και προκαλούν το κλείσιμο σχολείων δεν είναι πατριώτες Αιγύπτιοι». Manar Ammar, «Egypt: National Women’s Council refuses to help female detainees», Bikya Masr, 5 Μαΐου 2012.

Η έννοια του φύλου: Μια κριτική γενεαλογία, Μνήμη Γιώργου Μαρνελάκη

Επιμελείται η Λέσχη

Ο Γιώργος Μαρνελάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και Αστικές και Πολιτισμικές Σπουδές στο Goldsmiths του Λονδίνου. Δίδαξε Σπουδές Φύλου και Πολιτισμική Γεωγραφία στο ΕΜΠ και στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 38 ετών και η κηδεία του έγινε σήμερα στις 25 Φλεβάρη του 2013. Στη μνήμη του αναρτούμε ένα από τα πολλά σημαντικά κείμενά του.

Καλό ταξίδι

 

Γιώργος Μαρνελάκης: Η έννοια του φύλου: Μια κριτική γενεαλογία

Το κείμενο αυτό επιχειρεί μια εισαγωγή στις μεταβαλλόμενες ιδέες για την έννοια του φύλου (gender), όπως αναπτύχθηκαν μέσα από πολλαπλές φεμινιστικές προσεγγίσεις. Αν και, πλέον, αποτελεί μια ευρύτατα διαδεδομένη έννοια στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες γενικώς, το φύλο θα μας απασχολήσει ειδικότερα εδώ ως μια κεντρικής σημασίας κατηγορία για τη φεμινιστική θεωρία. Το πρώτο σημείο, λοιπόν, που πρέπει να τονιστεί είναι ότι η εισαγωγή της έννοιας του φύλου στις φεμινιστικές θεωρίες και η παραγωγή γνώσης για το φύλο από τη συγκεκριμένη οπτική δε συνέβησαν λόγω κάποιας αθώας επιθυμίας για την ανακάλυψη της όποιας ‘αλήθειας’, ούτε απλώς και μόνο λόγω κάποιου υπερβάλλοντα ζήλου για μάθηση και κατανόηση. Και αυτό, βέβαια, καθόλου δεν αποτελεί αποκλειστικότητα των φεμινιστικών προσεγγίσεων για το φύλο. Αν προσπαθούσαμε να υποστηρίξουμε ότι υπάρχει κάποιο είδος γνώσης που παράγεται με τόσο αθώα και ουδέτερα κίνητρα, δε θα είχαμε κανέναν άλλο λόγο παρά να αποκρύψουμε συγκεκριμένα ενδιαφέροντα που πάντα υποκινούν κάθε απόπειρα παραγωγής γνώσης. Στην περίπτωσή μας, λοιπόν, η αναγκαιότητα θεωρητικής ενασχόλησης με την έννοια του φύλου προκύπτει, πρώτα και κύρια, ως ένα πολιτικό αίτημα το οποίο συνδέεται άμεσα με τις γενικότερες επιδιώξεις των φεμινιστικών κινημάτων. Παρακολουθώντας, επομένως, τις μεταλλαγές των ιδεών για την έννοια του φύλου, δε μπορεί παρά να παρακολουθούμε ταυτόχρονα ένα μέρος από τις ευρύτερες μεταλλαγές του ίδιου του φεμινισμού ως πολιτικού κινήματος.

Είναι απαραίτητο, επίσης, να διευκρινίσουμε ότι το παρόν κείμενο δε στοχεύει να στοιχειοθετήσει μια σφαιρική και συνεκτική ιστορία της έννοιας του φύλου, αλλά μάλλον ένα είδος γενεαλογίας. Η γενεαλογική προσέγγιση, θα μπορούσαμε πολύ σύντομα και σχηματικά να πούμε, δεν είναι ιστοριογραφία, αλλά απόπειρα διερεύνησης των συνθηκών που καθιστούν δυνατή τη γραφή της ιστορίας. Αν το χαρακτηριστικό της συνέχειας (και της ενότητας) αποτελεί το sine qua non μιας σφαιρικής ιστορίας, η γενεαλογία ενδιαφέρεται περισσότερο για τις ασυνέχειες, τις μεταβάσεις, τις μετατοπίσεις και τις τομές. Προσεγγίζοντας το θέμα μας μέσα από μια τέτοια λογική, θα αποφύγουμε να ψάξουμε για την ‘αρχική προέλευση’ των έμφυλων κατηγοριών και να παρουσιάσουμε τις ιδέες για το φύλο σε μια ενιαία και συνεχή γραμμική σειρά που νομιμοποιεί την εγκαθίδρυση μίας κυρίαρχης ιστορίας. Αυτό που θα επιχειρήσουμε είναι να διερευνήσουμε τις συνθήκες εγκαθίδρυσης και νομιμοποίησης κυρίαρχων αντιλήψεων περί φύλου, εξετάζοντας πώς συγκεκριμένες έμφυλες κατηγορίες που στην πραγματικότητα είναι το αποτέλεσμα κανονιστικών λόγων και πρακτικών εμφανίζονται ως αιτίες τους ή σημεία ‘αρχικής προέλευσής’ τους. Πιο συγκεκριμένα, θα εστιάσουμε σε δύο τομές/μετατοπίσεις στη φεμινιστική θεωρία που έχουν να κάνουν, αρχικά, με τη στροφή του ενδιαφέροντος από τη ‘γυναίκα’ στο ‘φύλο’ και, σε επόμενο στάδιο, με την τάση να συσχετισθούν αναλυτικά το φύλο και η σεξουαλικότητα.

Τρίτη και τελευταία εισαγωγική διευκρίνιση: Το πεδίο διερεύνησής μας θα είναι εδώ η αγγλόφωνη βιβλιογραφία, μια και η έννοια του φύλου (gender) που θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε, και η οποία πρωτίστως αναφέρεται στην κοινωνική οργάνωση των σχέσεων ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, προέρχεται από την αγγλική γλώσσα. Οι θεωρίες περί φύλου με τις οποίες θα ασχοληθούμε, λοιπόν, αναπτύσσονται κυρίως στη Βρετανία και στις ΗΠΑ. Στη φεμινιστική θεωρία της Ηπειρωτικής Ευρώπης, από την άλλη μεριά (και εδώ ανοίγουμε ένα μεγάλο θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε), η έννοια που έχει κατά κύριο λόγο χρησιμοποιηθεί, πρώτα από τις γαλλίδες φεμινίστριες θεωρητικούς, είναι αυτή της σεξουαλικής διαφοράς (la différence sexuelle). Αξίζει να σημειώσουμε ότι, ενώ η έννοια αυτή έχει εισαχθεί στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία (στα αγγλικά αποδίδεται με τον όρο sexual difference), εμπλουτίζοντας έτσι την αγγλοαμερικανική συζήτηση για το φύλο, ο όρος gender δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί με την ίδια σημασία στα γαλλικά (η αντίστοιχη γαλλική λέξη le genre χρησιμοποιείται συνήθως για να δηλώσει ολόκληρο το ‘ανθρώπινο είδος’), με αποτέλεσμα να είναι πιο δύσκολη η εισαγωγή του στη σχετική συζήτηση της Ηπειρωτικής Ευρώπης. Ο στόχος μας εδώ δεν είναι να εγκαθιδρύσουμε αυστηρά (γεωγραφικά και θεωρητικά) όρια ανάμεσα στις δύο παραδόσεις. Εφ’ όσον όμως, όπως θα δούμε, είναι δυνατό να αναγνωρίσουμε σημαντικές διαφορές στο θεωρητικό τους πλαίσιο, μας ενδιαφέρει να τις προσεγγίσουμε ως δύο διαφορετικές σχολές σκέψης, ή, χρησιμοποιώντας έναν όρο της Donna Haraway, ως δύο διαφορετικά ‘τοποθετημένες γνώσεις’ (situated knowledges), η καθεμιά με τα πλεονεκτήματα και τους περιορισμούς της. Έτσι, η παράλληλη αναφορά στην έννοια της σεξουαλικής διαφοράς θα γίνει για να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα την έννοια του φύλου που μας ενδιαφέρει εδώ και όχι για να αποφασίσουμε ποιο από τα δυο πλαίσια είναι το ‘καλύτερο’.

Από τη ‘γυναίκα’ στο ‘φύλο’

Η πρώτη τομή στην οποία, όπως είπαμε, θα εστιάσουμε τη διερεύνησή μας είναι η μετατόπιση στο ενδιαφέρον των φεμινιστικών θεωριών από τη ‘γυναίκα’ στο ‘φύλο’. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, τότε που εμφανίζονται τα πρώτα προγράμματα γυναικείων σπουδών (women’s studies) στα πανεπιστήμια της Βρετανίας και των ΗΠΑ, η έμφαση δίνεται στο να αποτυπωθούν ‘οι εμπειρίες των γυναικών’ (οι οποίες απουσιάζουν εντελώς από τις μέχρι τότε ανδροκεντρικές προσεγγίσεις όλων των τομέων της επιστήμης), να αποκαλυφθεί και να καταγραφεί το ιστορικό τους παρελθόν (το οποίο μέχρι τότε παρέμενε ‘κρυμμένο’ από αυτό που ονομάζεται ‘Ιστορία’) και να συγκροτηθούν θεωρητικά εργαλεία που θα βοηθήσουν στην κατανόηση και αντιμετώπιση των πολλαπλών φαινομένων καταπίεσης των γυναικών. Σε αυτές τις πρώιμες προσεγγίσεις, η κεντρική έννοια για τη φεμινιστική ανάλυση είναι η ‘γυναίκα’ και όχι το ‘φύλο’. Η εισαγωγή της έννοιας ‘φύλο’ συμπίπτει με την αρχή του λεγόμενου ‘δεύτερου κύματος’ του φεμινισμού (second wave feminism) και η ανάπτυξή της ως αναλυτική κατηγορία από τα μέσα της δεκαετίας του ‘70, σύμφωνα με τη Donna Haraway, στοχεύει κατ’ αρχήν στο να διερευνήσει τι μετράει ως ‘γυναίκα’, αλλά και να αμφισβητήσει απόψεις που για πολύ καιρό θεωρούνταν δεδομένες και αδιαμφισβήτητες και, τελικά, να ανασυγκροτήσει τι μετράει ως ‘άνθρωπος’ (human).

Αυτό που διακυβεύεται (επιστημονικά και πολιτικά) σε αυτή τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τη ‘γυναίκα’ στο ‘φύλο’ έχει τουλάχιστον τρεις διακριτές πτυχές. Κατά πρώτον, εισάγοντας στρατηγικά τη διάκριση ‘βιολογικό φύλο’/‘κοινωνικό φύλο’ (sex/gender)—με το πρώτο να θεωρείται ότι αποτελεί το ‘φυσικό’ υπόβαθρο πάνω στο οποίο κατασκευάζεται το δεύτερο (θα επανέλθουμε αναλυτικά σε αυτή τη διάκριση)—οι φεμινίστριες επιδιώκουν να δώσουν έμφαση, σε θεωρητικό αλλά και σε πολιτικό επίπεδο, στην έννοια του κοινωνικού φύλου, προκειμένου να τονίσουν το ρόλο των κοινωνικών και πολιτισμικών διαδικασιών και πρακτικών που κατασκευάζουν και οριοθετούν την έμφυλη ταυτότητα ‘γυναίκα’, προσπαθώντας, ταυτόχρονα, να υποβαθμίσουν και να μειώσουν τη σημασία και το ρόλο του λεγόμενου ‘βιολογικού φύλου’ —μια θέση που αρχικά διαμορφώνεται ως μια στρατηγική αντίστασης στην άποψη που θα υποστήριζε ότι ‘η βιολογία είναι πεπρωμένο’ (‘biology is destiny’).

Η στροφή της έμφασης από τη γυναίκα στο φύλο, κατά δεύτερον, είναι ενδεικτική της τάσης που θα επικρατήσει να μελετηθούν άνδρες και γυναίκες σε αλληλοσυσχετισμό μεταξύ τους. Το φύλο είναι μια σχετική έννοια, σύμφωνα με τη Joan Scott, και η χρήση του σαφώς υπονοεί ότι θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι για να κατανοήσουμε τις ‘γυναίκες’ πρέπει να τις μελετήσουμε αυτόνομα και ξεχωριστά από τους ‘άνδρες’. Εξ’ άλλου, η κοινή αντίληψή μας για το δίπολο άνδρας/γυναίκα (η αντίληψη δηλαδή ότι ‘ο άνδρας’ και ‘η γυναίκα’ είναι δύο διακριτά ‘όντα’ που συνδέονται μεταξύ τους με μια διχοτομική σχέση θετικού/αρνητικού—που το ένα, με άλλα λόγια, είναι ό,τι δεν είναι το άλλο) αποκαλύπτει ακριβώς ότι η έννοια ‘άνδρας’, για παράδειγμα, είναι αδύνατο να γίνει αντιληπτή, αδύνατο καν να συγκροτηθεί ως έννοια, χωρίς το απαραίτητο (αν και δομικά υποδεέστερο και υποβαθμισμένο) αρνητικό της, από το οποίο στην πραγματικότητα η ίδια αντλεί τα χαρακτηριστικά της.

Η έμφαση στην έννοια του φύλου, τρίτο και ίσως πιο σημαντικό σημείο, σημαίνει επίσης ότι οι φεμινιστικές σπουδές δεν είχαν ως σκοπό απλώς και μόνο να προσθέσουν ένα καινούργιο ‘αντικείμενο’ μελέτης (τη ‘γυναίκα’) στα ήδη υπάρχοντα, αλλά να προωθήσουν μια συγκεκριμένη οπτική, αναθεωρώντας ριζικά τα καθιερωμένα μοντέλα ανάλυσης και έρευνας. Θέτοντας ερωτήματα από τη σκοπιά του φύλου, ερωτήματα που δεν περνούσαν καθόλου από το μυαλό των τότε ερευνητών, διανοουμένων και ακαδημαϊκών, και άρα με κανένα τρόπο δε μπορούσαν να διερευνηθούν με τα διαθέσιμα θεωρητικά εργαλεία, οι φεμινιστικές σπουδές κατάφεραν να αποσταθεροποιήσουν τα όρια ανάμεσα στις διάφορες περιοχές της επιστήμης και να διαταράξουν, δημιουργικά και με πλούσια αποτελέσματα, τις ήδη καθιερωμένες διαδικασίες παραγωγής γνώσης στα πανεπιστήμια.

Η διάκριση ‘βιολογικού’ και ‘κοινωνικού φύλου’

Η διάκριση ‘βιολογικού’ και ‘κοινωνικού φύλου’ είναι αυτή που σηματοδοτεί με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τη γυναίκα στο φύλο την οποία συζητάμε. Η διάκριση αυτή εισάγεται ως θεωρητικό εργαλείο στη φεμινιστική ανάλυση στη δεκαετία του ’70 και έχει, όπως είπαμε, μια συγκεκριμένη πολιτική σκοπιμότητα. Θα μπορούσαμε όμως να υποστηρίξουμε ότι οι θεωρητικές καταβολές της διάκρισης αυτής μπορούν ήδη να ανιχνευθούν στην πρωτοποριακή για την εποχή της δουλειά της Simone de Beauvoir, και πιο συγκεκριμένα, στη διάσημη διατύπωσή της: ‘γυναίκα δε γεννιέσαι, αλλά γίνεσαι’. Παρά το ότι η Beauvoir δε χρησιμοποιεί τον όρο ‘κοινωνικό φύλο’, αυτό που μπορούμε να διαβάζουμε στη θέση της είναι ότι ένα ‘βιολογικά’ καθορισμένο σώμα, με συγκεκριμένα ‘ανατομικά’ χαρακτηριστικά (αυτό το οποίο ‘γεννιέσαι’), σταδιακά εξελίσσεται και διαμορφώνεται σε έμφυλο υποκείμενο (αυτό το οποίο ‘γίνεσαι’): από θηλυκό σε γυναίκα. Σε αυτή τη λογική λοιπόν, το ‘βιολογικό φύλο’, όπως ήδη αναφέραμε, μοιάζει να γίνεται αντιληπτό ως ένα είδος ‘φυσικού’ υποβάθρου πάνω στο οποίο διαμορφώνεται και κατασκευάζεται κοινωνικά και πολιτισμικά το κοινωνικό φύλο.

Στο σημείο αυτό, αρχίζει πλέον να γίνεται σαφής η αναλογία της διάκρισης ανάμεσα σε ‘βιολογικό’ και κοινωνικό φύλο με την άλλη, κεντρικής σημασίας στη δομική ανθρωπολογία, διάκριση μεταξύ ‘φύσης’ και ‘πολιτισμού’ (‘nature’/‘culture’). Ο γάλλος ανθρωπολόγος Claude Lévi-Strauss, σε μεγάλο μέρος της δουλειάς του, αλλά κυρίως στο βιβλίο του The Elementary Structures of Kinship, βασικό θέμα του οποίου αποτελεί η εν λόγω διάκριση, μοιάζει να αντιλαμβάνεται την αντίθεση ‘φύσης’ και ‘πολιτισμού’ ως αντίθεση ανάμεσα στο ‘ωμό’ και το ‘μαγειρεμένο’. Πολύ σύντομα και σχηματικά, ο ‘πολιτισμός’ γίνεται εδώ αντιληπτός ως ανθρώπινη επεξεργασία του ωμού και πρωτογενούς υλικού της ‘φύσης’ (culturalisation of nature), ως το σύνολο των ανθρώπινων υλικών και συμβολικών παρεμβάσεων στον κόσμο, παρεμβάσεις που υποτίθεται ότι ‘ξεκινάνε’ από εκεί ακριβώς όπου ‘τελειώνει’ η ‘φύση’. Σε πλήρη αντιστοιχία, το κοινωνικό φύλο γίνεται αντιληπτό από τις φεμινίστριες θεωρητικούς ως μια συγκεκριμένη κοινωνική και πολιτισμική επεξεργασία και ερμηνεία του ήδη από τη ‘φύση’ καθορισμένου ‘βιολογικού φύλου’. Το ‘βιολογικό φύλο’, με άλλα λόγια, θεωρείται ότι προηγείται, και λογικά και χρονολογικά, του κοινωνικού, το οποίο υποτίθεται ότι έπεται.

Η πιο πλήρης, ίσως, και ολοκληρωμένη θεωρητικά διατύπωση της διάκρισης ‘βιολογικού’ και κοινωνικού φύλου είναι αυτή της ανθρωπολόγου Gayle Rubin, στο περίφημο και με μεγάλη επιρροή άρθρο της ‘The Traffic in Women’. Η Rubin, παρά το ότι κατά τα λοιπά διατυπώνει μια ριζική κριτική στο στρουκτουραλισμό του Lévi-Strauss, μοιάζει να βασίζει την πολυσυζητημένη ιδέα της για το ‘σύστημα βιολογικού/κοινωνικού φύλου’ (‘sex/gender system’) ακριβώς σε κάποια σημεία της θεωρίας του Lévi-Strauss. Κάθε κοινωνική οργάνωση, γράφει η Rubin, έχει ένα ‘σύστημα βιολογικού/κοινωνικού φύλου’, μια σειρά δηλαδή από κανονιστικές αντιλήψεις, διαδικασίες και πρακτικές μέσω των οποίων το ‘βιολογικό φύλο’ και το ωμό υλικό της ανθρώπινης αναπαραγωγής μετασχηματίζεται και διαμορφώνεται μέσω της ανθρώπινης παρέμβασης σε κοινωνικό προϊόν. Σε αυτό το θεωρητικό σχήμα, παρά την ιδιαίτερη σημασία που έχει τη δεδομένη στιγμή η έμφαση στην κοινωνική κατασκευή του φύλου, οι έννοιες του ‘βιολογικού φύλου’ και του ‘σώματος’ παραμένουν ταυτισμένες με αυτό που μετράει ως ‘φύση’ —με αυτό δηλαδή που βρίσκεται ήδη ‘εκεί πέρα’, δοσμένο από πριν, προκαθορισμένο και αμετάβλητο —και άρα απλώς θεωρούνται δεδομένες, χωρίς να υπόκεινται σε καμιά θεωρητική επεξεργασία.

Τώρα, στο θεωρητικό πλαίσιο της Ηπειρωτικής Ευρώπης, η διάκριση ‘βιολογικού’ και κοινωνικού φύλου, πολύ απλά, δεν υπάρχει. Ο όρος ‘σεξουαλική διαφορά’ (sexual difference) μπορεί να θεωρηθεί ως ένας ενδιάμεσος όρος ανάμεσα στο ‘βιολογικό’ και το κοινωνικό φύλο, χωρίς να μπορεί ακριβώς να μειωθεί ούτε στο ένα ούτε στο άλλο. Η έννοια της σεξουαλικής διαφοράς, με άλλα λόγια, δεν αναφέρεται απλώς σε μια ‘βιολογική’ διαφορά, ούτε όμως και σε μια διαφορά που είναι αποκλειστικά προϊόν κοινωνικής κατασκευής. Η σωματικότητα (corporeality) και η λεγόμενη ‘βιολογική’ υπόσταση του υποκειμένου γίνονται εδώ κατανοητές —κυρίως μέσα από τη χρήση της ψυχαναλυτικής θεωρίας —με όρους σημειωτικούς και συμβολικούς, πράγμα που σημαίνει ότι το ‘βιολογικό’ και το ‘πολιτισμικό’ εντάσσονται σε ένα ενιαίο θεωρητικό πλαίσιο.

Η βασική διάκριση σε αυτό το σχήμα σκέψης είναι αυτή ανάμεσα στο ‘αρσενικό’ και το ‘θηλυκό’. Οι φεμινίστριες που δουλεύουν σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο υποστηρίζουν ότι η έννοια του φύλου, καθώς αναφέρεται με ισότιμο τρόπο τόσο στις γυναίκες όσο και στους άνδρες, ενδεχομένως να υπαινίσσεται μια ‘ψευδαίσθηση συμμετρίας’ ανάμεσά τους, ενώ με την έννοια της σεξουαλικής διαφοράς η έμφαση δίνεται στις δομικά ασύμμετρες θέσεις τις οποίες καταλαμβάνουν το ‘αρσενικό’ και το ‘θηλυκό’ στο επίπεδο του συμβολικού. Έτσι, σύμφωνα με τη Rosi Braidotti, το θεωρητικό πλαίσιο της ‘σεξουαλικής διαφοράς’ εστιάζει κυρίως στους τρόπους με τους οποίους εγκαθίσταται συμβολικά η υπεροχή και η κυριαρχία του ‘αρσενικού’. Σύμφωνα με τις ψυχαναλυτικές θεωρήσεις της σχολής του Lacan, ‘ο άνδρας’ είναι αυτός που υποτίθεται ότι κατέχει το φαλλό, το πλεονεκτικό σημαίνον, γι’ αυτό και αντιπροσωπεύει ένα αφηρημένο (abstract) και μη ενσώματο υποκείμενο. ‘Η γυναίκα’, από την άλλη μεριά, θεωρείται ότι καθορίζεται από την υποτιθέμενη ‘ιδιαιτερότητα’ της σωματικότητάς της, γι’ αυτό και αποτελεί το μη αντιπροσωπεύσιμο και ευνουχισμένο ‘άλλο’—είναι, δηλαδή, η ίδια ο φαλλός. Αυτή η ασύμμετρη σχέση θεωρείται ότι συγκροτεί μια ανέκκλητη διαφορά μεταξύ ‘αρσενικού’ και ‘θηλυκού’ που δεν επιδέχεται μείωση, μια θεμελιώδη διαφοροποίηση στη σφαίρα του συμβολικού, η οποία θέτει τις παραμέτρους για τις αντίστοιχες τοποθετήσεις ανδρών και γυναικών στο πεδίο του κοινωνικού.

Αυτή η ριζική διάκριση ‘συμβολικού’ και ‘κοινωνικού’ —οφειλόμενη, βέβαια, στη συστηματική χρήση της ψυχαναλυτικής θεωρίας —είναι, θα τολμούσαμε να πούμε, ένα από τα πλέον προβληματικά σημεία στο θεωρητικό πλαίσιο της ‘σεξουαλικής διαφοράς’. Από τη στιγμή που το ‘συμβολικό’ γίνεται αντιληπτό ως ένα στατικό πεδίο δομών που θέτει τα όρια για το τι είναι ανέκκλητο και τι δεν είναι, η ασύμμετρη θέση ανδρών και γυναικών στη σφαίρα του συμβολικού είναι απόλυτα αποσπασμένη από τις υπαρκτές κοινωνικές σχέσεις και πρακτικές (στις οποίες πρωτίστως αναφέρεται η έννοια του φύλου), με αποτέλεσμα να εγκαθίσταται η ‘σεξουαλική διαφορά’ ως θεμελιώδης και αμετάλλακτη, απογυμνωμένη από κάθε κοινωνικότητα. Σε αυτή τη βάση, η Λακανική ψυχανάλυση έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονης κριτικής από πολλές φεμινίστριες θεωρητικούς που εργάζονται στο θεωρητικό πλαίσιο του ‘φύλου’, θεωρώντας την ως μια κατ’ εξοχήν Ευρωκεντρική θεωρία —η οποία, αν και βασίζεται σε συγκεκριμένες, γεωγραφικά και ιστορικά προσδιορισμένες, εμπειρίες και πρακτικές, έχει αξιώσεις παγκόσμιας ισχύος —αλλά και, με τα λόγια της Rubin, ως μια από ‘τις πιο σοφιστικέ σεξιστικές ιδεολογίες που υπάρχουν’.

Από την άλλη μεριά όμως, η απουσία διάκρισης μεταξύ ‘βιολογικού’ και κοινωνικού φύλου επιτρέπει στις θεωρίες της ‘σεξουαλικής διαφοράς’ να εισαγάγουν με διαφορετικούς όρους την έννοια του σώματος. Αντί να αποτελεί μια οντότητα ήδη δοσμένη και ‘βιολογικά’ καθορισμένη —όπως υπαινίσσεται η διάκριση ‘βιολογικού’ και κοινωνικού φύλου —το σώμα συλλαμβάνεται εδώ ως ένας τόπος διασταύρωσης υλικών και συμβολικών δυνάμεων, και δε μπορεί, έτσι, να μειωθεί σε ένα ‘δεδομένο της φύσης’, αλλά νοείται ως ‘η πρωταρχική μας θέση στον κόσμο, η πρωταρχική μας τοποθέτηση στην πραγματικότητα’. Αντί να γίνεται αντιληπτό ως διακριτό από το ‘πνεύμα’ —όπως επίσης υπαινίσσεται η διάκριση ‘βιολογικού’ και κοινωνικού φύλου —το σώμα θεωρείται ως το καθαυτό ‘συστατικό’ του υποκειμένου και άρα είναι απαραίτητο, σύμφωνα με την Elizabeth Grosz, να συλληφθεί μέσω καινούργιων εννοιών όπως ‘ενσώματη υποκειμενικότητα’ (embodied subjectivity) και ‘ψυχική σωματικότητα’ (psychical corporeality), έννοιες που προσπαθούν να τονίσουν τον κεντρικό ρόλο του σώματος για τις ψυχικές διεργασίες συγκρότησης της υποκειμενικότητας.

Πριν από τη συνάντηση ‘φύλου’ και ‘σεξουαλικότητας’

Η δεύτερη μετατόπιση η οποία θα μας απασχολήσει έχει να κάνει, όπως ήδη αναφέρθηκε στην αρχή, με τη διερεύνηση των δυνατοτήτων για αναλυτικό συσχετισμό της έννοιας του ‘φύλου’ με την έννοια της ‘σεξουαλικότητας’, μια κίνηση που θα ανατρέψει δυναμικά προγενέστερες ιδέες για το φύλο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, η σχέση φύλου και σεξουαλικότητας παραμένει γενικώς θεωρητικά αδιερεύνητη, με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται δυο ξεχωριστά σώματα γνώσης, για το ‘φύλο’ και τη ‘σεξουαλικότητα’ αντίστοιχα, το καθένα από τα οποία εργάζεται με συγκεκριμένες παραδοχές και λαμβάνει ως δεδομένες συγκεκριμένες αντιλήψεις, είτε ρητά διατυπωμένες, είτε— συνηθέστερα —όχι. Από τη μια πλευρά, στη μέχρι τότε φεμινιστική συζήτηση για το φύλο κυριαρχεί η υπόθεση της ετεροφυλοφιλίας. Χωρίς αυτό να αποτελεί πάντα συνειδητά διατυπωμένη επιλογή, ο λόγος για τις ‘γυναίκες’ είναι κατά κανόνα λόγος για τις ‘ετεροφυλόφιλες γυναίκες’. Έτσι, μεγάλο μέρος της φεμινιστικής θεωρίας για τα θέματα φύλου λαμβάνει ως δεδομένη την ετεροφυλοφιλία, αποκλείοντάς την έτσι από το πεδίο διερεύνησής της.

Βέβαια, οι λεσβίες θεωρητικοί που εργάζονται στο πλαίσιο του λεσβιακού φεμινισμού —ένα επιμέρους τμήμα του φεμινιστικού κινήματος που αναπτύσσεται έντονα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές της δεκαετίας του ’80—είναι οι πρώτες που, ήδη από την εποχή αυτή, ασκούν μια κριτική στην υπόθεση της ετεροφυλοφιλίας που κυριαρχεί στις φεμινιστικές θεωρίες και ασχολούνται θεωρητικά με τη γυναικεία ομοφυλοφιλία. Παρόλα αυτά, ούτε κι εκείνες καταφέρνουν να διερευνήσουν ικανοποιητικά τη σχέση φύλου και σεξουαλικότητας. Όντας ενταγμένες πολιτικά στο ευρύτερο φεμινιστικό κίνημα, θεωρητικοποιούν τις λεσβίες πρώτα και κύρια ως γυναίκες, και θεωρούν, για παράδειγμα, την καταπίεση των λεσβιών αποκλειστικά ως γυναικεία καταπίεση, κατά κάποιο τρόπο υποτάσσοντας την αναλυτική κατηγορία ‘σεξουαλικότητα’ στην αναλυτική κατηγορία ‘φύλο’. Για παράδειγμα, η Adrienne Rich, σε ένα άρθρο-σταθμό για τις λεσβιακές σπουδές, ενώ από τη μια πλευρά ασκεί ριζική κριτική σε αυτό που η ίδια ονομάζει ‘αναγκαστική ετεροφυλοφιλία’ (compulsory heterosexuality)—στην άρρητη υπόθεση δηλαδή των φεμινιστικών θεωριών περί του δεδομένου της ετεροφυλοφιλίας —από την άλλη, για να προσεγγίσει θεωρητικά τη γυναικεία ομοφυλοφιλία, εισάγει την έννοια ‘λεσβιακό συνεχές’ (lesbian continuum), η οποία θεωρητικοποιεί το λεσβιασμό ως ένα τρόπο ύπαρξης, ως μια ‘βαθύτατα θηλυκή εμπειρία’ που έχει τη δυνατότητα, σύμφωνα με τη Rich, να ενώσει όλες τις γυναίκες εναντίον της πατριαρχίας και της ανδρικής καταπίεσης. Η Rich εδώ δεν απέχει πολύ από το να υποστηρίζει ότι όλες οι γυναίκες είναι κατ’ ουσία λεσβίες —ένα, θα λέγαμε, εξαιρετικά προβληματικό επιχείρημα —και αυτό συμβαίνει γιατί ο λεσβιασμός εδώ δεν αναλύεται ως μια μορφή σεξουαλικότητας, αλλά θεωρείται ως ένα ουσιώδες ‘φυσικό’ χαρακτηριστικό όλων των γυναικών, ως έμφυλο γνώρισμα. Η σεξουαλικότητα, με άλλα λόγια, δεν αναγνωρίζεται ως διακριτή αναλυτική κατηγορία, αλλά εμφανίζεται απλώς ως ‘φυσική’ απόρροια του φύλου.

Από την άλλη πλευρά, το σώμα γνώσης που παράγεται με αντικείμενο τη ‘σεξουαλικότητα’, και το οποίο συνδέεται πολιτικά με τα αντίστοιχα gay/ομοφυλοφιλικά κινήματα, είναι σε μεγάλο βαθμό ανδροκεντρικό. Στις μέχρι τότε σπουδές της σεξουαλικότητας, στο μεγαλύτερο μέρος τους επηρεασμένες από τον περίφημο πρώτο τόμο της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας του γάλλου φιλοσόφου Michel Foucault, χωρίς και πάλι αυτό να αποτελεί πάντα συνειδητά διατυπωμένη επιλογή, ο λόγος για τους ‘ομοφυλόφιλους’, είναι κατά κανόνα λόγος για τους ‘άνδρες ομοφυλόφιλους’. Οι μελέτες αυτές υποστηρίζουν γενικώς ότι η σεξουαλικότητα πρέπει να θεωρείται ως ένα κοινωνικά κατασκευασμένο χαρακτηριστικό και όχι ως ένα δεδομένο της ‘φύσης’. Για παράδειγμα, σε ένα σημαντικό άρθρο που δημοσιεύεται, μάλιστα, πριν το βιβλίο του Foucault, η Βρετανίδα κοινωνιολόγος Mary McIntosh διατυπώνει, ίσως για πρώτη φορά, μια θεωρία ‘κοινωνικής κατασκευής’ για την (ανδρική) ομοφυλοφιλία. Η McIntosh απορρίπτει την ιδέα ότι υπάρχουν δύο ειδών ‘όντα’ στον κόσμο (ετεροφυλόφιλοι και ομοφυλόφιλοι), εκτοπίζει το ‘προαιώνιο’ ερώτημα για το αν η ομοφυλοφιλία είναι ‘επίκτητο ή εκ γενετής χαρακτηριστικό’ και διατυπώνει τη θέση ότι αντί να θεωρούμε ότι ‘ο ομοφυλόφιλος’ βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη ‘κατάσταση’, πρέπει να θεωρούμε ότι αναλαμβάνει κάποιο συγκεκριμένο ‘κοινωνικό ρόλο’. Χωρίς να επεκταθούμε περισσότερο, αυτό που μας ενδιαφέρει να τονίσουμε εδώ είναι ότι οι θεωρίες αυτές δεν εισάγουν καθόλου το φύλο στην ανάλυσή τους, με αποτέλεσμα να ακολουθούν τη γνωστή τακτική: θεωρώντας ότι αναφέρονται στη σεξουαλικότητα γενικώς, στην πραγματικότητα αναφέρονται στην ανδρική σεξουαλικότητα. Έτσι, οι συσχετισμοί φύλου και σεξουαλικότητας εξακολουθούν να παραμένουν και εδώ αδιερεύνητοι.

Πέρα από τη διάκριση ‘βιολογικού’ και ‘κοινωνικού φύλου’: Η ‘ετεροφυλόφιλη μήτρα’ και η θεωρία της επιτελεστικότητας

Η στροφή προς τη διερεύνηση των δυνατοτήτων για αναλυτικό συσχετισμό φύλου και σεξουαλικότητας ξεκινάει από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και συνδέεται κατά κύριο λόγο με τη δουλειά της Αμερικανίδας φιλοσόφου Judith Butler, ιδιαίτερα στο πολυσυζητημένο βιβλίο της Gender Trouble. Η συμβολή της Butler ξεκινάει με μια παραγωγική και κριτική ‘αποδόμηση’ της διχοτομίας ‘βιολογικού’ και ‘κοινωνικού φύλου’, ενώ οι περαιτέρω επεξεργασίες της, τις οποίες θα συζητήσουμε αναλυτικά εδώ, αναδεικνύουν το σύνθετο δεσμό φύλου και σεξουαλικότητας.

Ξεκινώντας από τη Beauvoir, και από τη διατύπωσή της ότι ‘γυναίκα δε γεννιέσαι, αλλά γίνεσαι’, η Butler αναρωτιέται πώς είναι δυνατό να γίνεσαι γυναίκα, αν δεν ήσουν γυναίκα από την αρχή. Υπάρχουν άνθρωποι που γίνονται ένα συγκεκριμένο (κοινωνικό) φύλο σε κάποια στιγμή μέσα στο χρόνο, και μπορούμε να υποθέσουμε ότι πριν γίνουν ένα συγκεκριμένο φύλο δεν ήταν αυτό το συγκεκριμένο φύλο; Αν υποθέσουμε ότι γεννιέσαι με ένα συγκεκριμένο ‘βιολογικό φύλο’ (θηλυκό, για παράδειγμα) και σταδιακά ‘γίνεσαι’ το κοινωνικό σου φύλο (γυναίκα), τότε το κοινωνικό φύλο θα πρέπει, όπως ήδη έχουμε πει, να θεωρείται ως μια συγκεκριμένη ερμηνεία του ‘βιολογικού φύλου’, το οποίο προηγείται δοσμένο από τη ‘φύση’ και αποτελεί ένα παθητικό δέκτη των ερμηνειών που του αποδίδονται. Όμως, υποστηρίζει η Butler, η αντίληψή μας για το τι μετράει ως ‘βιολογικό φύλο’ διαμορφώνεται πάντα μέσα σε συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια. Έτσι, το ‘βιολογικό φύλο’ δεν προϋπάρχει ως δεδομένο της ‘φύσης’, πριν ορισθεί ως ‘βιολογικό’ ή πριν θεωρηθεί ως δεδομένο της ‘φύσης’, στα πλαίσια συγκεκριμένων κοινωνικά διαμορφωμένων λόγων και αντιλήψεων. Με άλλα λόγια, μπορούμε να συλλάβουμε και να ορίσουμε το τι μετράει ως ‘βιολογικό φύλο’, αλλά αυτό το κάνουμε πάντα έχοντας ήδη την εμπειρία του κοινωνικού φύλου. Αυτό που ονομάζουμε, λοιπόν, ‘βιολογικό φύλο’ είναι πάντα ήδη εμποτισμένο με συγκεκριμένες κοινωνικές αντιλήψεις και παραδοχές, πράγμα που σημαίνει ότι ένα ‘βιολογικό φύλο’ άθικτο από κοινωνικές και πολιτισμικές παρεμβάσεις δε μπορεί να βρεθεί και, άρα, δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπάρχει. Το θεωρούμενο ‘βιολογικό φύλο’ δηλαδή, σύμφωνα με τη Butler, δεν είναι το υπόβαθρο ή η βάση για την παραγωγή του κοινωνικού φύλου αλλά μάλλον το αποτέλεσμά του.

Τώρα, για τη Butler, η ριζική διάκριση ‘βιολογικού’ και κοινωνικού φύλου συνιστά ότι η κοινωνικά κατασκευασμένη έμφυλη ταυτότητα (άνδρας ή γυναίκα) είναι, ipso facto, ‘αφύσικη’, και άρα δεν είναι καθόλου απαραίτητο να ανταποκρίνεται στο αντίστοιχο ‘ανατομικά’ καθορισμένο σώμα (αρσενικό ή θηλυκό). Αυτό που κοινωνικά μετράει ως ‘άνδρας’, για παράδειγμα, μπορεί να αποτελεί τη συγκεκριμένη πολιτισμική ερμηνεία τόσο ενός ‘αρσενικού’, όσο κι ενός ‘θηλυκού’ σώματος. Κάνοντας ένα βήμα πιο πέρα (και είναι ακριβώς εδώ το σημείο στο οποίο αρχίζει να γίνεται σαφής ο δεσμός φύλου και σεξουαλικότητας), η Butler υποστηρίζει ότι για ένα ακέραιο και ευανάγνωστο ή καταληπτό (intelligible) έμφυλο υποκείμενο, πρέπει να εγκαθιδρύεται και να διατηρείται μια ενότητα και μια συνέχεια ανάμεσα στο βιολογικό φύλο, το κοινωνικό φύλο, αλλά και τη σεξουαλική επιθυμία. Η ‘αναγκαστική τάξη’ (compulsory order) για τη Butler δεν είναι απλώς ότι ‘γεννιέσαι θηλυκό και γίνεσαι γυναίκα’, αλλά ότι ‘γεννιέσαι θηλυκό, γίνεσαι γυναίκα και επιθυμείς άνδρες’. Η σεξουαλική επιθυμία εμφανίζεται να προκύπτει ως αποτέλεσμα του κοινωνικού φύλου, το οποίο με τη σειρά του εμφανίζεται να αποτελεί την αναμενόμενη συνέχεια του ‘βιολογικού φύλου’: ‘επιθυμείς άνδρες διότι είσαι γυναίκα, και είσαι γυναίκα διότι γεννήθηκες θηλυκό’. Εδώ η Butler κάνει μια σημαντική θεωρητική ανατροπή, αποσταθεροποιώντας την αιτιακή σειρά που υποτίθεται ότι ισχύει για τις έννοιες ‘βιολογικό φύλο’, κοινωνικό φύλο και σεξουαλική επιθυμία. Εισάγει την έννοια της ‘ετεροφυλόφιλης μήτρας’ (heterosexual matrix), η οποία περιγράφει ένα κανονιστικό και ρυθμιστικό σύστημα που εγκαθιδρύει, νομιμοποιεί και αναπαράγει την ετεροφυλοφιλία ως την αυτονόητα ‘φυσική’ και ‘κανονική’ μορφή σεξουαλικότητας. Αυτό το σύστημα της ‘αναγκαστικής ετεροφυλοφιλίας’, το οποίο υπάρχει ήδη εγκατεστημένο σε όλους τους τομείς των κοινωνικών και πολιτισμικών πρακτικών πριν από μας για μας, είναι που απαιτεί την ύπαρξη των δυο διακριτών και αντιθετικών φύλων, άνδρα και γυναίκας. Με άλλα λόγια, οι κοινωνικά διαμορφωμένες, έμφυλες ταυτότητες (άνδρας και γυναίκα), σύμφωνα με τη Butler, δεν είναι αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πολιτισμικής ερμηνείας του υποτιθέμενου ‘βιολογικού φύλου’ (αρσενικό και θηλυκό), αλλά είναι αποτέλεσμα των επιταγών αυτής της ‘ετεροφυλόφιλης μήτρας’. Η προϋπόθεση μιας συγκεκριμένης ‘κανονικής’ σεξουαλικότητας, λοιπόν, είναι αυτή που απαιτεί την παραγωγή των ‘κανονικών’ κοινωνικών φύλων με συγκεκριμένο τρόπο και όχι το αντίθετο. Αντιστρόφως, και συνακόλουθα, υποστηρίζει η Butler, μια ‘μη κανονική’ σεξουαλικότητα έχει τη δύναμη να αποσταθεροποιεί τα ‘κανονικά’ παραγόμενα φύλα.

Το (κοινωνικό) φύλο, λοιπόν, είναι ένα κατασκεύασμα και για τη Butler, όχι όμως ένα κατασκεύασμα που αποτελεί μια συγκεκριμένη ερμηνεία και επεξεργασία ενός προϋπάρχοντος ‘βιολογικού φύλου’. Η Butler απορρίπτει αυτή την έννοια της κοινωνικής κατασκευής, υποστηρίζοντας ότι αν το κοινωνικό φύλο παράγεται ως αποτέλεσμα μιας αμείλικτης κοινωνικής και πολιτισμικής νόρμας, τότε φτάνουμε σε ένα είδος κοινωνικο- πολιτισμικού ντετερμινισμού που δε διαφέρει και πολύ, στα αποτελέσματά του, από το ‘βιολογικό’ ντετερμινισμό που επιτάσσει ότι ‘η βιολογία είναι πεπρωμένο’. Στην περίπτωση αυτή, υποστηρίζει η Butler, ‘όχι η βιολογία, αλλά ο πολιτισμός (culture), γίνεται πεπρωμένο’.

Για να σκεφτεί το φύλο ως κατασκεύασμα, αποφεύγοντας αυτού του είδους το ντετερμινισμό, η Butler διατυπώνει την περίφημη θεωρία της επιτελεστικότητας του φύλου (gender performativity), με την οποία προχωρεί πέρα από το καθιερωμένο, μέχρι τότε, μοντέλο της ‘κοινωνικής κατασκευής’ για την ερμηνεία της συγκρότησης του φύλου. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, τα χαρακτηριστικά του (κοινωνικού) φύλου στο σύνολό τους, αντί να αποτελούν την έκφραση ή την εξωτερίκευση κάποιας προϋπάρχουσας ‘ουσίας’, συγκροτούνται σταδιακά, στην επιφάνεια του σώματος, μέσω μιας στυλιζαρισμένης επανάληψης κινήσεων και πράξεων. Τέτοιες επαναλαμβανόμενες κινήσεις, χειρονομίες, στάσεις και πράξεις παράγουν την εντύπωση μιας βαθύτερης και ‘αληθινής’ ή ‘αυθεντικής’ έμφυλης ταυτότητας, η οποία ενώ μοιάζει να είναι η γενεσιουργός τους αιτία, στην πραγματικότητα είναι το αποτέλεσμά τους. Με άλλα λόγια, για τη Butler, πέρα από αυτές τις επιτελεστικές πράξεις που δημιουργούν την ψευδαίσθηση μιας εσώτερης έμφυλης ουσίας, το φύλο δεν έχει καμία οντολογική υπόσταση. Δεν υπάρχει, με άλλα λόγια, έμφυλη ταυτότητα πέρα από τις έμφυλες εκφράσεις της. Αυτή η επιτελεστική διαδικασία, λοιπόν, παράγει τα χαρακτηριστικά του φύλου με ένα τελετουργικό τρόπο μέσα στο χρόνο. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες κινήσεις και πράξεις, αλλά για πράξεις που επαναλαμβάνονται και, μέσω ακριβώς της επανάληψης αυτής, συγκροτούν με επιτελεστικό (ή παραστασιακό) τρόπο τα έμφυλα χαρακτηριστικά, μέσα στην ήδη δοσμένη μήτρα της ‘αναγκαστικής ετεροφυλοφιλίας’. Το φύλο, σύμφωνα με αυτά, επιτελείται/παριστάται με συγκεκριμένους κανονιστικούς τρόπους, μέσω μιας διαδικασίας μίμησης κινήσεων και πράξεων που έχουν ήδη επαναληφθεί και επαναλαμβάνονται συνεχώς, με το αντικείμενο της μίμησης και της επανάληψης να είναι εδώ όχι κάποιο προϋπάρχον αυθεντικό ‘πρωτότυπο’, αλλά μάλλον η ίδια η ιδέα ενός εξιδανικευμένου πρωτοτύπου. Ως επιτελεστικά διαμορφωμένο, το φύλο αποκρύπτει τη διαδικασία παραγωγής του, κάνοντάς μας να θεωρούμε ότι αυτό που στην πραγματικότητα συγκροτείται υλικά στην επιφάνεια του σώματος είναι η εξωτερίκευση μιας βαθύτερης εσωτερικής υπόστασης και ουσίας. Το φύλο, λοιπόν, όπως το αντιλαμβάνεται η Butler, δεν αναφέρεται σε ένα ‘είναι’ (being), αλλά μάλλον σε ένα ‘πράττειν’ (doing), το οποίο είναι πάντα ήδη τοποθετημένο εντός των κανονιστικών πρακτικών της ‘ετεροφυλόφιλης μήτρας’.

Να διευκρινίσουμε ότι η έννοια της επιτελεστικότητας (performativity) είναι πολύ κοντά στην έννοια της (επι)τέλεσης ή παράστασης (performance), αλλά δεν είναι βέβαια το ίδιο πράγμα. Πρόκειται για μια λεπτή αλλά καίρια διάκριση, την οποίο πρέπει να τονίσουμε, για το λόγο ότι η σύγχυση των δύο αυτών εννοιών είναι που έχει συχνά οδηγήσει σε κάποιες ατυχείς αναγνώσεις και παρερμηνείες της θεωρίας της Butler. Κάποιες προσεγγίσεις έχουν υποστηρίξει ότι η επιτελεστικότητα του φύλου, όπως την επεξεργάζεται η Butler, υπονοεί κάποιο είδος ‘εθελοντισμού’ του έμφυλου υποκειμένου, το οποίο ‘επιλέγει’ κατά κάποιο τρόπο το φύλο του (όπως διαλέγουμε ένα ρούχο από τη ντουλάπα μας, ίσως;) και δίνει την αντίστοιχη παράσταση. Μια άλλη εκδοχή της κριτικής στη Butler υποστηρίζει ότι αν το φύλο δεν είναι θέμα του τι ‘είσαι’ αλλά του τι ‘κάνεις’, τότε με την ίδια άνεση και ευκολία που το ‘κάνεις’ μπορείς κάλλιστα να το αναιρέσεις (όπως λειτουργεί η εντολή undo στον υπολογιστή, ίσως;). Και οι δυο εκδοχές πέφτουν στην παγίδα να θεωρούν ότι υπάρχει ένα ήδη συγκροτημένο υποκείμενο που προηγείται του φύλου του και είναι τόσο θεληματικό ώστε να είναι σε θέση να ‘επιλέγει’ το φύλο του, να το ‘κάνει’ και να το αναιρεί. Η επιτελεστικότητα, όμως, για τη Butler, είναι μια διαδικασία που η ίδια συγκροτεί το έμφυλο υποκείμενο και άρα δεν είναι δυνατόν να το προϋποθέτει. Πολύ απλά, δεν υπάρχει υποκείμενο που δεν είναι ήδη έμφυλο υποκείμενο. Κάθε υποκείμενο υπάρχει μόνο ως έμφυλο υποκείμενο και το φύλο δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που το υποκείμενο το βρίσκει στην πορεία, μετά τη συγκρότησή του ως υποκείμενο. Το να μπει, λοιπόν, κανείς μέσα στην επιτελεστική διαδικασία δε μπορεί να προϋποθέτει κάποιο είδος ‘εθελοντισμού’, ούτε δύναται να είναι απλώς θέμα ‘επιλογής’, γιατί το ‘εγώ’ που θα ήταν το υποκείμενο αυτής της επιλογής είναι πάντα ήδη συγκροτημένο μέσα από αυτή τη διαδικασία. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι αυτή την επιτελεστική διαδικασία παραγωγής του φύλου μας δεν την αποφασίζουμε και δεν τη διενεργούμε απόλυτα εμείς. ‘Το φύλο είναι πάντα ένα πράττειν (doing)’, γράφει η Butler, ‘όχι όμως ένα πράττειν από ένα υποκείμενο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προϋπάρχει της πράξης (deed)’.

Στο πλαίσιο αυτό —με τη διάκριση ‘βιολογικού’ και κοινωνικού φύλου να έχει ριζικά αμφισβητηθεί —να σημειώσουμε ότι το ‘σώμα’ έρχεται στο προσκήνιο του φεμινιστικού προβληματισμού για τα θέματα φύλου, περνώντας από ένα δεδομένο και αμετάβλητο γεγονός της ‘φύσης’ σε ένα θεωρητικό πρόβλημα, μια κίνηση που φέρνει, εν μέρει, τη συζήτηση για το ‘φύλο’ πολύ κοντά σε αυτή της ‘σεξουαλικής διαφοράς’. Νεώτερες προσεγγίσεις θεωρούν το σώμα ως ένα σχεδίασμα (project), ένα κοινωνικό και πολιτισμικό παράγωγο, μια ρευστή υπόσταση που είναι συνεχώς υπό διαμόρφωση και (ανα)συγκρότηση. Η ‘υλικότητα’ (materiality) του σώματος δε θεωρείται πια ένα δεδομένο ‘φυσικό’ υπόβαθρο πάνω στο οποίο εγκαθιδρύονται διάφορες πολιτισμικές και κοινωνικές ερμηνείες —όπως υπαινίσσεται η διάκριση ‘βιολογικό’/κοινωνικό φύλο —αλλά αυτό που έρχεται να αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού είναι οι τρόποι με τους οποίους το σώμα ‘υλοποιείται’, συγκροτεί την υλικότητά του.

Τώρα, το ενδιαφέρον των συσχετισμών φύλου και σεξουαλικότητας που προτείνει η Butler δεν είναι και πάλι αποκλειστικά και μόνο θεωρητικό, αφού οι εν λόγω συσχετισμοί συμβάλλουν σε αντίστοιχες μετατοπίσεις στις φεμινιστικές πολιτικές για το φύλο. Από τη μια πλευρά, θα μπορούσαμε να βρούμε αντιστοιχίες με τη σχετικά πρόσφατη στροφή του φεμινισμού προς μια αντιουσιοκρατική αντίληψη για την πολιτική. Αντί οι έμφυλες ταυτότητες να θεωρούνται πλέον δεδομένες και διαμορφωμένες εκ των προτέρων, για τις οποίες πρέπει εκ των υστέρων να διεκδικηθεί ‘ισότητα’ ή να υποστηριχθούν ‘δικαιώματα’, αυτό που έρχεται στο επίκεντρο των φεμινιστικών πολιτικών είναι η ίδια η συγκρότηση των έμφυλων ταυτοτήτων ως καίριο πολιτικό ζήτημα. Από την άλλη πλευρά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτές οι θεωρητικές επεξεργασίες σχετίζονται και με μια γενικότερη διεύρυνση της κλασσικής έννοιας της πολιτικής. Εκτός από (και παράλληλα με) τη συλλογική δράση με τη μορφή της συσπείρωσης μαζικού αριθμού ατόμων υπέρ κάποιου ‘σκοπού’, αυτό που πλέον μοιάζει να αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη πολιτική σημασία είναι η έμφαση στην καθημερινή αναδιάρθρωση των έμφυλων σχέσεων μέσω ανατρεπτικών ή ‘ανώμαλων’ πρακτικών. Οι αναδιαρθρωτικές αυτές πρακτικές διαταράσσουν την κανονικότητα και διακόπτουν την ομαλή διαδοχή των καθιερωμένων μιμητικών διαδικασιών, ή τις εγκαθιδρύουν ξανά με άλλους όρους, εκθέτοντας έτσι την ενδεχομενική και αναστρέψιμη τάξη αυτών των κανονιστικών διαδικασιών και ανοίγοντας δρόμο για αλλαγή και αναθεώρηση των τρόπων με τους οποίους παράγονται τα σώματα και τα φύλα. Επίσης, δεδομένου του στενού δεσμού φύλου και σεξουαλικότητας που έχει αποκαλύψει η Butler, οι φεμινιστικές πολιτικές έρχονται πιο κοντά από ποτέ στις πολιτικές των κινημάτων της σεξουαλικότητας. Η ριζική κριτική και αμφισβήτηση του συστήματος της ‘αναγκαστικής ετεροφυλοφιλίας’ από τα κινήματα της σεξουαλικότητας —εισάγοντας, αφ’ ενός, την έννοια του queer, το οποίο έρχεται να αντιταχθεί όχι στην ‘ετεροφυλοφιλία’ καθαυτή, αλλά στην ‘κανονικότητα’ η οποία τη συνοδεύει, και μετατοπίζοντας, αφ’ ετέρου, την έμφαση από την ομοφοβία στον ετεροσεξισμό, αναδεικνύοντάς τον ως πανταχού παρούσα κανονιστική και ρυθμιστική διαδικασία —θέτει, ταυτόχρονα, υπό ριζική αμφισβήτηση και τις ίδιες τις έμφυλες κατηγορίες, αν δεχτούμε ότι οι τελευταίες πλάθονται και διαμορφώνονται πάντα μέσα στο πλαίσιο του προϋπάρχοντος συστήματος αυτής της ‘ετεροφυλόφιλης μήτρας’.

Ανοιχτά ερωτήματα για το φύλο.

Μετά από όλα αυτά, θα πρέπει να έχει γίνει σαφές ότι δεν είναι δυνατό να μιλάμε για το ‘φύλο’ θεωρώντας το ως ένα ήδη διαμορφωμένο, δεδομένο και αμετάβλητο χαρακτηριστικό, είτε δοσμένο από τη ‘φύση’, είτε κοινωνικά και πολιτισμικά κατασκευασμένο. Το γεγονός ότι οι ιδέες για το φύλο μεταλλάσσονται δε μπορεί παρά να σημαίνει ότι και οι πρακτικές που παράγουν με συγκεκριμένους τρόπους τις έμφυλες ταυτότητες υπόκεινται κι αυτές σε διαδικασίες αλλαγής και αναθεώρησης. Η βασική μας αποστολή, παρακολουθώντας τις μεταλλαγές των ιδεών για την έννοια του φύλου, είναι να καταδείξουμε αυτή τη δυνατότητα αλλαγής και αναθεώρησης, προωθώντας μια επανεξέταση των βασικών κατηγοριών μας, τις οποίες έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε δεδομένες. ‘Τι είναι το φύλο’, εξακολουθεί να αναρωτιέται η Butler, ‘πώς παράγεται και αναπαράγεται, ποιες είναι οι δυνατότητές του; Μια κριτική στάση απέναντι στα ερωτήματα αυτά, λοιπόν, δε θα ήταν να δώσουμε ολοκληρωμένες και μονοσήμαντες ‘απαντήσεις’, αλλά, θέτοντάς τα, να ανοίξουμε το πεδίο των δυνατοτήτων για διαφορετικούς τρόπους παραγωγής των φύλων, χωρίς να είμαστε σε θέση, ούτε όμως και να θέλουμε, να καθορίσουμε εκ των προτέρων ποιες ακριβώς θα είναι αυτές οι δυνατότητες.

Σημείωση: Δυστυχώς, δε διατίθενται προς το παρόν η βιβλιογραφία και οι παραπομπές. Ελπίζουμε ότι θα τα ανεβάσουμε σύντομα

Πηγή: Η Λέσχη

 

 

Δικαίωση για την πρώτη γυναίκα δήμαρχο του Αφγανιστάν

επιμέλεια Νίκος Τριγάζης

Η Άζρα Τζαφάρι, αναλαμβάνοντας καθήκοντα δημάρχου το 2009 στην πόλη Νίλι του Αφγανιστάν, έγινε η πρώτη γυναίκα δήμαρχος στη χώρα και αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία από τους  άντρες της περιοχής, όπως αναφέρει η Guardian.

Σήμερα, 4 χρόνια μετά, η Τζαφάρι χαίρει της καθολικής εκτίμησης της πόλης, έχοντας να επιδείξει σημαντικό έργο κατά τη διάρκεια της θητείας της. Έχει κερδίσει, μάλιστα, το δικαίωμα να την προσφωνούν «Κυρία Δήμαρχε», δείγμα σεβασμού για μία χώρα που δε φημίζεται για τα δικαιώματα των γυναικών.

Όταν η Τζαφάρι έγινε δήμαρχος του Νίλι ήξερε ότι αναλάμβανε ένα πολύ δύσκολο έργο και ότι θα αντιμετώπιζε πολλά εμπόδια στο δρόμο της. Οι απαρχαιωμένες συνθήκες διαβίωσης και ο πενιχρός μισθός των 76 δολαρίων, ενώ είχε και μία κόρη να μεγαλώσει, ήταν ένα απ’αυτά.

Ένα άλλο ήταν η καχυποψία, με την οποία αντιμετωπίστηκε στην αρχή. Χαρακτηριστικό είναι ένα περιστατικό που αντιμετώπισε η Άζρα τον πρώτο καιρό της θητείας της, όταν εισέβαλε στο γραφείο της ένας ισχυρός μουλάς της περιοχής, προειδοποιώντας την ότι ο λαός του Νίλι δε θα ανεχόταν μία γυναίκα δήμαρχο που σκοπό της έχει να επηρεάσει τις γυναίκες της περιοχής.

Ο ίδιος μουλάς μετά από 3 μήνες τη βρήκε, την ευχαρίστησε και της πρόσφερε την αμέριστη συμπαράστασή του, λέγοντας της ότι «αν ένας άνδρας έκανε τα μισά απ’ όσα έκανες εσύ, η περιοχή μας σίγουρα θα ανθίσει».

Αρχικά η Τζαφάρι σοκαρίστηκε από την παντελή έλλειψη υποδομών της μικρής πόλης των 40.000 κατοίκων, που ανήκει στην περιοχή Νταϊκούντι. Ό,τι έπρεπε να χτιστεί, έπρεπε να χτιστεί από το τίποτα. Και μάλιστα με σχεδόν ανύπαρκτο προϋπολογισμό.

Για το θέμα του προϋπολογισμού έπρεπε να κάνει συχνά ταξίδια στην Καμπούλ, που απέχει 2 μέρες από το Νίλι. Ταξίδι που γίνεται πολύ επικίνδυνο λόγω του κάκιστου οδικού δικτύου, των κακών καιρικών συνθηκών και των μαχών ανάμεσα στους Αφγανούς, τις ξένες δυνάμεις και τους αντάρτες.

Η 34χρονη, αρνείται πεισματικά τον ισχυρισμό ότι η άνοδός της στο αξίωμα της δημάρχου έχει να κάνει με τις πιέσεις των δυτικών χρηματοδοτών της κυβέρνησης για καλυτέρευση των δικαιωμάτων της γυναίκας.

«Αν οι φίλοι μας από τη διεθνή κοινότητα με κάνανε όντως δήμαρχο επειδή είμαι γυναίκα, τότε θα είχαν πληρώσει για τους δρόμους που έφτιαξα», απαντά η ίδια στη Guardian.

Η Τζαφάρι δε διστάζει να θίξει και το θέμα της σφοδρής κριτικής που δέχονται οι γυναίκες με αξιώματα στο Αφγανιστάν. Ισχυρίζεται ότι ενώ υπάρχουν πολλοί άντρες που δεν έχουν καμία φιλοδοξία και καμία όρεξη για δουλειά κανείς δεν τους ελέγχει, ενώ η ίδια, όντας η μόνη γυναίκα ανάμεσα σε 180 άλλους δημάρχους, δέχεται συνεχώς ερωτήσεις για το έργο της.

Η Τζαφάρι θέλει να αφήσει το σημάδι της και στη βελτίωση της συμπεριφοράς απέναντι στις γυναίκες. Πιστεύει ότι η άνοδος της στο αξίωμα αυτό, έχει επηρεάσει προς το καλύτερο τον τρόπο σκέψης των νέων γυναικών, ενώ δηλώνει στη Guardian πως έχει βλέψεις για ανώτερη θέση στην κυβέρνηση της χώρας.

Η Αζρά Τζαφάρι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην περιοχή Γκορ, που συνορεύει με το Νταϊκούντι και αντιμετωπίζουν τις ίδιες συνθήκες φτώχειας. Τη δεκαετία του 1990, κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου, η Τζαφάρι, όπως πολλοί συμπατριώτες της, άφησε τη χώρα της για το Ιράν. Εκεί διηύθυνε ένα σχολεία για παιδιά, πρόσφυγες από το Αφγανιστάν.

Το Σεπτέμβρη του 2001 γύρισε στη χώρα της, καθώς διαφαινόταν η πτώση των Ταλιμπάν. Είναι παντρεμένη με έναν Αφγανό σκηνοθέτη και η ζωή της αποτελεί το θέμα μιας σειράς ντοκιμαντέρ με τίτλο «Afghanistan at Work», που δείχνει απλούς Αφγανούς εργαζόμενους να κάνουν εξαιρετικά πράγματα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επίσης, έχει εκδώσει 2 βιβλία, το ένα με τίτλο «I am a working woman».

Πηγή: tvxs

 

 

Ένας άνδρας στον ΟΗΕ για τις γυναίκες της Ελλάδας

του Παναγιώτη Δημητρά*

Στις 18 και 19 Φεβρουαρίου 2013, στη Γενεύη, η Επιτροπή για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών του ΟΗΕ (CEDAW) εξέτασε την εφαρμογή από την Ελλάδα της αντίστοιχης Σύμβασης για την Εξάλειψη Όλων των Μορφών Διακρίσεων κατά των Γυναικών. Στις 18 Φεβρουαρίου, έγινε η συνηθισμένη κλειστή άτυπη ενημέρωση μελών της Επιτροπής από Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ) και ακολούθησε η προγραμματισμένη δημόσια συνεδρίαση της Επιτροπής για την ανεπίσημη ενημέρωση από τις ΜΚΟ και τους εθνικούς μηχανισμούς ανθρώπινων δικαιωμάτων (περίληψη του διαλόγου Επιτροπής με ΜΚΟ στην ιστοσελίδα). Τα μέλη της Επιτροπής εξέφρασαν την έκπληξή τους ότι για την Ελλάδα πήγε στη Γενεύη να τα ενημερώσει μόνος ένας άνδρας, ο γράφων ως εκπρόσωπος των τριών συνεργαζόμενων ΜΚΟ Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ), Ελληνική Ομάδα για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (ΕΟΔΜ) και Συνεργαζόμενες Οργανώσεις και Κοινότητες για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα των Ρομά στην Ελλάδα (ΣΟΚΑΔΡΕ) που είχαν υποβάλει δύο εκθέσεις στην Επιτροπή (διαθέσιμες στην ιστοσελίδα της  μαζί με τις εκθέσεις της Ελλάδας και άλλων ΜΚΟ). Πού είναι οι γυναικείες οργανώσεις αναρωτήθηκαν κατ’ επανάληψη οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής (22 γυναίκες και ένας άνδρας που ήταν και ο εισηγητής για την Ελλάδα); Την επόμενη ημέρα, στις 19 Φεβρουαρίου, κατά το δημόσια διάλογο με την ελληνική αντιπροσωπεία υπό τη Γενική Γραμματέα Ισότητας των Φύλων (ΓΓΙΦ) Ζέττα Μακρή, η Επιτροπή ρώτησε επίσημα για την απουσία αυτή. Στέλεχος της ΓΓΙΦ απάντησε πως λόγω της οικονομικής κρίσης δεν υπήρχαν κρατικά κονδύλια για να καλυφθούν τα έξοδα συμμετοχής γυναικείων οργανώσεων στη συνεδρίαση της Επιτροπής, ως εάν το θέμα αφορούσε την απουσία των γυναικείων μη κυβερνητικών οργανώσεων από την κρατική αντιπροσωπεία! (περίληψη του δημόσιου διαλόγου της Επιτροπής με Ελλάδα στην ιστοσελίδα ). Στο γράφοντα πάντως ταξίδι και διαμονή κόστισαν το «ιλιγγιώδες» ποσό των 550 ευρώ… Στο πρόγραμμα της Επιτροπής για τις 18 Φεβρουαρίου υπήρχε και χρόνος διαλόγου με εθνικούς μηχανισμούς ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και ο Συνήγορος του Πολίτη επίσης έλαμψαν με την απουσία τους…

Τα βασικά ζητήματα που έθεσε η Επιτροπή στην Ελλάδα ήταν:

  • η πρόσβαση ιδίως των ευάλωτων και μεταναστριών γυναικών στη δικαιοσύνη,
  • οι επιπτώσεις της κρίσης και των περικοπών του προϋπολογισμού στα κοινωνικο-οικονομικά δικαιώματα των πολιτών,
  • η έλλειψη προόδου στην εφαρμογή προσωρινών ειδικών μέτρων για την επιτάχυνση της de facto ισότητας των γυναικών και την παροχή προστασίας στις κοινωνικά ευάλωτες ομάδες,
  • η ενδοοικογενειακή βία,
  • η απαγόρευση λειτουργίας μειονοτικών οργανώσεων στη Θράκη,
  • η διαιώνιση των στερεοτύπων σε βάρος των γυναικών,
  • η απουσία στοιχείων και αξιολόγησης για την υλοποίηση προγραμμάτων και την εφαρμογή των νόμων περιλαμβανόμενων καταδικών σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, εμπορίας ανθρώπων και άλλων μορφών βίας κατά των γυναικών,
  • οι ποσοστώσεις φύλου,
  • το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας γυναικών σε σχέση με το αντίστοιχο των ανδρών,
  • οι αμβλώσεις ως μορφή αντισύλληψης σε συνδυασμό με την περιορισμένη χρήση αντισυλληπτικών και την απουσία σεξουαλικής εκπαίδευσης,
  • το υψηλότατο ποσοστό γεννήσεων με καισαρική,
  • ο αλκοολισμός και το κάπνισμα, καθώς και
  • η κατάσταση των γυναικών Ρομά και των γυναικών της μειονότητας στη Θράκη με έμφαση στη γενικευμένη πρακτική γάμων ανηλίκων και στην εφαρμογή της σαρίας χωρίς ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο της συμβατότητας με το Σύνταγμα και τη Σύμβαση των αποφάσεων που βασίζονται στο ισλαμικό δίκαιο.

Οι απαντήσεις της ελληνικής αντιπροσωπείας είχαν μια πρωτοτυπία. Η Ζέττα Μακρή είναι το πρώτο κυβερνητικό στέλεχος επικεφαλής ελληνικής αντιπροσωπείας σε παρόμοια Επιτροπή του ΟΗΕ που έκανε -και μάλιστα επανειλημμένα- αναφορά σε κακώς κείμενα στην Ελλάδα. Η αρχική φράση στην εναρκτήρια παρουσίασή που έκανε (διαθέσιμης την ιστοσελίδα) έδωσε τον τόνο των επόμενων παρεμβάσεών της: «Δεν είναι πρόθεσή μου σήμερα να σας παρουσιάσω μια εξωραϊσμένη εικόνα της κατάστασης των γυναικών στην Ελλάδα. Η χώρα μας, όπως και σε όλες τις χώρες, έχει ακόμα πολύ δρόμο να διανύσει προκειμένου να επιτευχθεί το επίπεδο της ισότητας που όλοι επιθυμούμε για την κοινωνία μας». Αργότερα, αναφερόμενη μεταξύ άλλων στην περιορισμένη αποτελεσματικότητα της κατά 33% ποσόστωσης φύλου στα ψηφοδέλτια, επικαλέστηκε τη δική της εμπειρία να ψηφίζεται από περισσότερους άνδρες παρά γυναίκες και να βλέπει σε ένα δημοτικό ψηφοδέλτιο που ήταν επικεφαλής τις γυναίκες υποψήφιες να καταποντίζονται. Παρ’ όλα αυτά, δήλωσε δυο φορές αντίθετη με την εισαγωγή ποσόστωσης φύλου στις βουλευτικές έδρες και στα δημοτικά συμβούλια.

Σε άλλο μήκος κύματος κινήθηκε η υπόλοιπη ελληνική αντιπροσωπεία: όπως και στις εννέα προηγούμενες εξετάσεις της Ελλάδας από Επιτροπές του ΟΗΕ που έχει παρακολουθήσει ο γράφων, υπήρχε η γενική τάση να περιγράφονται προγράμματα, να απορρίπτεται κάθε κριτική ακόμα και να διαστρεβλώνεται η πραγματικότητα. Με επιμονή προσπαθούσαν υπηρεσιακά στελέχη να πείσουν πως στην Ελλάδα οι αμβλώσεις για μη ιατρικούς λόγους απαγορεύονται, άρα δεν μπορεί η χώρα να έχει στατιστικά στοιχεία για τον αριθμό τους. Ενώ το μεγάλο ποσοστό γεννήσεων με καισαρική τομή αποδόθηκε στο γεγονός πως οι Ελληνίδες σήμερα γεννούν σε μεγαλύτερη ηλικία από ότι παλαιότερα. Φυσικά οι καλά προετοιμασμένες εμπειρογνώμονες του ΟΗΕ δεν πείθονταν αφού θύμισαν πως οι αμβλώσεις είναι νόμιμες και πως οι καισαρικές συνδέονται με οικονομικά συμφέροντα γιατρών. Επίσης, παρά τα συντριπτικά στοιχεία που υπάρχουν και είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή ήδη από το 2006 για εκτεταμένη πρακτική γάμων ανηλίκων στις κοινότητες των Ρομά και της μειονότητας στη Θράκη, η αντιπροσωπεία ισχυρίστηκε πως η πρακτική αυτή δεν είναι γενικευμένη.

Ίσως τη σημαντικότερο σημείο του διαλόγου της ελληνικής αντιπροσωπείας με την Επιτροπή ήταν η αναφορά στο έργο των τριών ειδικών νομοπαρασκευαστικών επιτροπών για την επεξεργασία σχεδίων νόμου για την ουσιαστική ισότητα των φύλων, την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών και την τροποποίηση διατάξεων του οικογενειακού δικαίου περιλαμβανόμενης της κατάργησης της σαρίας και του αποκλεισμού των ομόφυλων ζευγαριών από το σύμφωνο συμβίωσης. Στέλεχος της ΓΓΙΦ ανέφερε επανειλημμένα πως οι τρεις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές ολοκλήρωσαν το έργο τους και υπέβαλαν προτάσεις νομοθετικών ρυθμίσεων (που είναι δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα της ΓΓΙΦ ). Την ευθύνη της κατάθεσης στη Βουλή για ψήφιση των σχετικών νομοσχεδίων έχει κυρίως το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει απορρίψει τις προτάσεις, αλλά ούτε και τις έχει προωθήσει προς ψήφιση. Ο γράφων, στις ενημερώσεις της Επιτροπής, είχε τονίσει πως η ψήφιση αυτών των αλλαγών θα βελτιώσει σημαντικά την ισότητα των φύλων και τα δικαιώματα των ευάλωτων και μειονοτικών γυναικών στην Ελλάδα. Μετά την επανειλημμένη  στήριξη των προτάσεων αυτών από τη ΓΓΙΦ ενώπιον της Επιτροπής, ΕΠΣΕ, ΕΟΔΜ και ΣΟΚΑΔΡΕ έκαναν δημόσια έκκληση στην Επιτροπή να περιλάβει ειδική σύσταση προς την Ελλάδα για την άμεση προώθηση των προτάσεων των νομοπαρασκευαστικών επιτροπών στη Βουλή (διαθέσιμη στην ιστοσελίδα).

Στις αρχές Μαρτίου 2013 θα δημοσιοποιηθούν οι καταληκτικές παρατηρήσεις και συστάσεις της Επιτροπής για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών του ΟΗΕ προς την Ελλάδα: στην κοινωνία των πολιτών εναπόκειται να πιέσουν επίμονα και συστηματικά την κυβέρνηση και τα δημοκρατικά κόμματα να τις υλοποιήσουν…

*Ελληνικό παρατηρητήριο των συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ)

Πηγή: protagon.gr

 

 

Το όνομά του η ψυχή της; Βουλεύτριες, χορεύτριες και βουλευτίνες

της Αγγέλικας Ψαρρά

«Κύριοι βουλευταί! Πιστεύω ότι ερμηνεύω τα αισθήματα πάντων υμών, εκφράζων την βαθείαν χαράν του Σώματος, διότι υποδεχόμεθα […] την πρώτην βουλευτίδα των Ελλήνων». Ήταν Φεβρουάριος του 1953 και ο πρόεδρος της Βουλής Ι. Μακρόπουλος προσφωνούσε την Ελένη Σκούρα του Ελληνικού Συναγερμού, η οποία είχε αναδειχθεί νικήτρια στις επαναληπτικές εκλογές της Θεσσαλονίκης αφήνοντας στη δεύτερη θέση τον Ι. Πασαλίδη της ΕΔΑ και τη Β. Ζάννα της ΕΠΕΚ στην τρίτη. Από την πλευρά της, η πρώτη μητέρα του έθνους υποσχόταν, καταχειροκροτούμενη, να δικαιώσει τις προσδοκίες των Ελληνίδων και του Στρατάρχη Παπάγου.

Αυτομάτως, οι εξαιρετικά μακρόσυρτες όσο και επίπονες –για κάποιες, τουλάχιστον– διαδικασίες που οδήγησαν τις Ελληνίδες στις κάλπες και στα βουλευτικά έδρανα θα συρρικνώνονταν σε ένα άνευρο και ευθύγραμμο χρονικό, προσεκτικά αποκαθαρμένο από την ανυπακοή γένους θηλυκού που συνόδευσε κατά καιρούς τη διεκδίκηση της ψήφου. Αρχαϊκοί συμβολισμοί φρόντιζαν την τελευταία στιγμή να διασκεδάσουν τις όποιες ανδρικές ανησυχίες: οι γυναίκες γίνονταν δεκτές στο περίκλειστο ανδρικό άβατο στις 2 Φεβρουαρίου του 1953, ανήμερα της Υπαπαντής κατά την οποία οι «εθνικόφρονες» γυναικείες οργανώσεις γιόρταζαν την Ημέρα της Μητέρας. Πατρικό αντίδωρο κερδισμένο χάρη στη μητρική συνεισφορά τους στις πρόσφατες περιπέτειες του έθνους, η εκχώρηση της ψήφου μαρτυρούσε ότι τα δίκαια αιτήματά τους εισακούστηκαν, οι συνετοί αγώνες τους δικαιώθηκαν. Μοναδική προϋπόθεση της ισοπολιτείας η προσαρμογή τους σε κάποιες «θηλυκές» εκδοχές της ιδιότητας του πολίτη, η παραδοχή πως η «γυναικεία φύση» τους συνιστούσε την πρώτη ύλη από την οποία θα προέκυπτε η έννοια της πολίτισσας.

Εξήντα χρόνια μετά, την επέτειο προτίθεται να γιορτάσει η Βουλή των Ελλήνων (η μνεία και των Ελληνίδων, ως γνωστόν, πλεονάζει). Στο μεταξύ, εκπρόσωποι κομμάτων και γυναικείων οργανώσεων ανέλαβαν να την τιμήσουν σε συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ισότητας Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με τίτλο «Οι αγώνες των γυναικών για το δικαίωμα της ψήφου» (21.12.2012). Και την τίμησαν, αναμασώντας, οι περισσότερες τουλάχιστον, κοινοτοπίες, υποπίπτοντας σε ανακρίβειες, επιμένοντας στις απαραίτητες μυθολογικές απαρχές των γυναικείων κινημάτων (από το «Ολοκαύτωμα του Ζαλόγγου» ως την απεργία των εργατριών της Νέας Υόρκης στα 1857). Και σαν να μην έφταναν αυτά, την καταδίκη της «φοιτητικής φασίζουσας βίας» πρόταξε η πρόεδρος της επιτροπής Κατερίνα Παπακώστα προεξοφλώντας, και δικαίως, την πρόθυμη σύμπραξη όσων από τις παριστάμενες ασπάζονται τις πολιτικές των τριών κυβερνητικών κομμάτων.

Στο κλίμα αυτό, η παρέμβαση της Αφροδίτης Σταμπουλή, εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ, έμοιαζε εκτός τόπου και χρόνου. Όχι μόνο γιατί επιχείρησε να υπογραμμίσει την έμφυλη όσο και ταξική διάσταση της τρέχουσας οικονομικής κρίσης, αλλά και γιατί έβαλε στη συζήτηση ένα καίριο κατά την κρίση της ζήτημα ορολογίας: η συνεχιζόμενη χρήση του γραμματικά λανθασμένου τύπου η βουλευτής, υποστήριξε, οδηγεί στην αορατότητα των γυναικών που βρίσκονται στα έδρανα της Βουλής. Εντοπίζοντας μια κάποια σκωπτική χροιά στο βουλευτίνα, η Α. Σταμπουλή αναρωτήθηκε γιατί ο ορθός γραμματικά τύπος η βουλεύτρια συνάντησε εξαρχής τόσες αντιδράσεις. Δεν μας αρέσει ο σωστός θηλυκός όρος που αντιστοιχεί στο αξίωμα, σημείωσε, επειδή δεν μας αρέσει η πραγματικότητα: ότι, δηλαδή, άτομα γένους θηλυκού βρίσκονται σ’ αυτό το αξίωμα.

Παλιό το πρόβλημα, κουβαλά κι αυτό στην πλάτη του τα χρόνια της γυναικείας ψήφου. Κορεσμένη λίγο πολύ και η συζήτηση για τις εξωγλωσσικές αιτίες που δυσχεραίνουν, αν δεν απαγορεύουν, τη δημιουργία θηλυκών τύπων, όταν πρόκειται για τα περιβόητα επαγγελματικά ουσιαστικά «κύρους». Δεν έχει νόημα να επιμείνω: κοντά είκοσι πέντε χρόνια μετά, κι όσες απαντήσεις κι αν δόθηκαν κατά καιρούς στο καίριο ερώτημα της Άννας Φραγκουδάκη «γιατί δεν υπάρχουν βουλεύτριες παρά μόνο χορεύτριες;», πάμπολλες γυναικείες επαγγελματικές δραστηριότητες συνεχίζουν να βολεύονται με τον αρσενικό τύπο — να φοράνε «γλωσσικά μουστάκια», που θα έλεγε και ο Νίκος Σαραντάκος.

Την ώρα, πάντως, που η Ελένη Σκούρα περνούσε το κατώφλι της Βουλής, για την ονομασία του αξιώματός της έριζαν εφτά διαφορετικές εκδοχές, «περισσότερες και από τις υποψήφιες της Θεσσαλονίκης», όπως σημείωνε τότε ο Μ. Τριανταφυλλίδης: βουλευτής, βουλευτού, βουλευτίς, βούλευτις, βουλεύτρια, βουλεύτρα, βουλευτίνα. Το βουλευτίς προτιμούσε ο πρόεδρος της Βουλής Μακρόπουλος, το βουλευτίνα ο διευθυντής του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Α. Παπαδόπουλος, το βουλεύτρια ο Η. Τσιριμώκος και ο Σπ. Μαρινάτος: ως «εύηχο» και σύμφωνο με την «αττική παράδοση» το πρώτο, ως «γνήσιο δημοτικό τύπο» το δεύτερο, ως «ορθό γραμματικά» και ικανοποιητικό τόσο για δημοτικιστές όσο και για καθαρευουσιάνους το τρίτο. Στη σχετική διαμάχη, βέβαιος ότι δεν υπήρχε περίπτωση να επικρατήσει το η βουλευτής εμφανιζόταν ο Α. Παπαδόπουλος, ενώ σίγουρος για το βουλεύτρια δήλωνε ο Σπ. Μαρινάτος απορρίπτοντας ως ανδρωνυμικό το βουλευτίνα (=η γυναίκα του βουλευτή). Παρεμβαίνοντας στη συζήτηση, ο Τριανταφυλλίδης υποστήριζε τη λύση η βουλευτίνα, θεωρώντας θεμιτή σε ορισμένες περιστάσεις και τη χρήση της λέξης βουλευτής ως κατηγορούμενο (=γυναίκες βουλευτές).

Στο μεταξύ, οι εφημερίδες έδειχναν ήδη την προτίμησή τους στους δύο τύπους που σύντομα θα επικρατούσαν: η βουλευτής και η βουλευτίνα. Από την πλευρά τους, οι γυναικείες οργανώσεις της εποχής δεν έμοιαζαν διατεθειμένες να ασχοληθούν συστηματικά με το θέμα: την πρώτη Ελληνίδα βουλευτή τίμησαν στο πρόσωπο της Ελένης Σκούρα, ενώ ως «εκπρόσωπο του γυναικείου κόσμου της Ελλάδος» επέλεξε να την προσφωνήσει η Λίνα Τσαλδάρη σε εκδήλωση του Λυκείου Ελληνίδων. Τρία μόλις χρόνια αργότερα, ο Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας φρόντιζε να συγχαρεί θερμά τη Βάσω Θανασέκου για την ανάδειξή της «ως βουλευτού Αθηνών».

Από τότε η συζήτηση γνώρισε κάμποσες κατά καιρούς αναζωπυρώσεις. Περιορίζομαι να θυμίσω πως τη βουλεύτρια υποστήριξε στο τέλος της δεκαετίας του ’70 ο Αγαπητός Τσοπανάκης, τη βουλευτίνα αντιπρότεινε λίγα χρόνια αργότερα ο Εμμανουήλ Κριαράς. Και πως ο Τσοπανάκης μίλησε για τη «διαφορά ήθους» που διακρίνει τους δύο τύπους — το κύρος της βουλεύτριας, την οικειότητα ή την έλλειψη σεβασμού που μαρτυρεί το βουλευτίνα. Δεν θα σταθώ στη νεότερη φουρνιά που πήρε στη συνέχεια τη σκυτάλη: οι πιο πρόσφατες προτάσεις είναι λίγο πολύ γνωστές, ενώ σημαντικό μέρος τους είναι προσιτό στο διαδίκτυο. Είναι βέβαιο ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, βασικό μέλημα της συνομιλίας παραμένει η εξομάλυνση των θηλυκών επαγγελματικών σύμφωνα με το γλωσσικό σύστημα της δημοτικής. Μολαταύτα, δεν λείπουν και προσεγγίσεις που, προκειμένου να κατανοήσουν τη γραμματική αυτή παραδοξότητα, παίρνουν υπόψη τους τα ευρήματα πρόσφατων αναλύσεων σχετικών με τον γλωσσικό σεξισμό ή, καλύτερα, με την τόσο δυσερμήνευτη διαπλοκή της γλώσσας με το φύλο.

Όπως και να έχει, το ζήτημα μοιάζει να έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο, καθώς εδραιώνεται πια η αρσενική κατάληξη που δανείστηκαν –, υποτίθεται– πάμπολλα θηλυκά επαγγελματικά ουσιαστικά. Πρόκειται, κατά κοινή ομολογία, για τη χειρότερη δυνατή εξέλιξη. Ασφαλώς και δεν προσβλέπω στη συγκρότηση ενός αντισεξιστικού γλωσσικού οδηγού. Διόλου δεν με γοητεύει το όραμα μιας άνωθεν επιβεβλημένης «καθαρής» γλώσσας. Μήπως, ωστόσο, έφτασε η ώρα να παραδεχτούμε ότι κάποια λύση πρέπει επιτέλους να δοθεί στις τόσες επαγγελματικές ιδιότητες γένους θηλυκού που παραμένουν δίχως όνομα;

Εξήντα χρόνια μετά την είσοδο της Ε. Σκούρα στο Κοινοβούλιο, οι γυναίκες που τη διαδέχτηκαν –και είναι πια πολλές– αυτοαποκαλούνται συνήθως βουλευτές, ενώ οι άλλοι τις αποκαλούν συνήθως βουλευτίνες. Όχι, δεν έχει πρόβλημα το βουλευτίνες. Μόνο που διαιωνίζει, φοβάμαι, εκείνο το άθλιο η βουλευτής. Και το ενισχύει: γιατί, όσο κι αν δεν μας αρέσει, οι συνδηλώσεις του ενός (το κύρος της βουλευτού) τροφοδοτούν και τροφοδοτούνται από τις συνδηλώσεις του άλλου (την έλλειψη γοήτρου της βουλευτίνας).

Δεν τρέφω αυταπάτες: αρκετές γυναίκες –και όχι μόνο στο Κοινοβούλιο– αισθάνονται μια χαρά με την αρσενική εκδοχή του επαγγέλματός τους. Δεν την υφίστανται, την επιλέγουν. Αντιλαμβάνομαι ακόμη πως το βουλεύτρια ξενίζει∙ ελάχιστες το αποτόλμησαν ίσαμε σήμερα. Ανάμεσά τους μετρημένες στα δάχτυλα πολιτικοί, η Φεμινιστική Πρωτοβουλία για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών και ο ιστότοπος fylosykis.gr, ενώ μια κάπως παλιότερη σχετική πρωτοβουλία του Περικλή Κοροβέση δεν πρέπει να είχε συνέχεια. Μολαταύτα, η πρόταση της Αφροδίτης Σταμπουλή συνιστά μιαν ενδιαφέρουσα πρόκληση: πόσες άραγε από τις άμεσα ενδιαφερόμενες θα δέχονταν σήμερα να διεκδικήσουν συλλογικά τη γλωσσική ορατότητα της επαγγελματικής τους ιδιότητας;

Πηγή: Ενθέματα