Subscribe via RSS Feed

Tag: "ΗΠΑ"

Συνέντευξη: η Nancy Fraser για το αριστερό σχέδιο και την κρίση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας

Nancy Fraser

της Ιουλίας Λειβαδίτη

H Nancy Fraser είναι Καθηγήτρια Φιλοσοφίας και Πολιτικής στο New School for Social Research της Νέας Υόρκης και θεωρείται μια από τις κορυφαίες πολιτικές φιλόσοφους της εποχής μας.  Τα ενδιαφέροντά της επικεντρώνονται στην κοινωνική και πολιτική θεωρία, τη φεμινιστική θεωρία και τη σύγχρονη γαλλική και γερμανική σκέψη.

Το βιβλίο Redistribution or Recognition?: A Political-Philosophical Exchange (Αναδιανομή ή αναγνώριση; Μια πολιτική-φιλοσοφική ανταλλαγή, 2004, Verso) στο οποίο αυτή και o Axel Honneth διαπραγματεύονται το ζήτημα της οικονομικής αναδιανομής σε σχέση με την πολιτικό-κοινωνική αναγνώριση, έχει καθιεωρθεί ως απαραίτητο ανάγνωσμα για όσες ενδιαφέρονται για την κοινωνική δικαιοσύνη. Πρόσφατες δημοσιεύσεις της περιλαμβάνουν τα βιβλία Scales of Justice: Reimagining Political Space in a Globalizing World (2008), Fortunes of Feminism: From State-Managed Capitalism to Neoliberal Crisis (2013) και Contradictions of capital and care (New Left Review, 2016). Η τρέχουσα έρευνά της περιλαμβάνει ένα βιβλίο σε εξέλιξη με τίτλο Abnormal Justice το οποίο πραγματεύεται «πώς οι αγώνες για δικαιοσύνη οργανώνονται, ή μάλλον αποδιοργανώνεται, σε μια περίοδο κατά την οποία δεν μπορούμε να βασιζόμαστε σε μια γραμματική της δικαιοσύνης που θα μπορούσε να αναγνωριστεί ως ηγεμονική».

Η καθηγήτρια Fraser είχε έρθει στην Ελλάδα προσκεκλημένη από το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, προκειμένου να παραδώσει την 10η ετήσια Διάλεξη στη μνήμη του Νίκου Πουλαντζά με τίτλο «Οι κρίσεις της φροντίδας: Οι αντιφάσεις της κοινωνικής αναπαραγωγής στην εποχή του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού» και μίλησε στο Rethinking Greece* σχετικά με το τι συνιστά ένα βιώσιμο Αριστερό όραμα για τον 21ο αιώνα, το οικοδόμημα της ΕΕ, το ζήτημα της αλληλεγγύης τόσο διεθνώς όσο και στην Ευρώπη, και την κρίση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας παγκοσμίως. «Πολιτικές κατά της λιτότητας σε μια χώρα μόνο είναι αδύνατο να εφαρμοστούν» λέει η Fraser σχολιάζοντας την ελληνική πολιτική πραγματικότητα, προσθέτοντας ότι «μια οπισθοδρόμηση εδώ ή εκεί δεν σημαίνει ότι ήρθε το τέλος του σχέδιου της Αριστεράς». Σχολιάζει επίσης την πρόσφατη εκλογή Trump στις ΗΠΑ, τη δημιουργία  των σχημάτων που ονομάζει «αντιδραστικό λαϊκισμό» και «προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό», καθώς και τον κίνδυνο μετατροπής των κοινωνικών κινημάτων σε «ομάδες συμφερόντων» όταν αποποιούνται τις αντικαπιταλιστικές, ριζοσπαστικές ρίζες τους. Η Fraser τονίζει τέλος πόσο σημαντικά είναι τα ζητήματα της κοινωνικής αναπαραγωγής και της κοινωνικής προστασίας σε διεθνές επίπεδο, καθώς και την ανάγκη να εξετάσoυμε το ενδεχόμενο «μη-καπιταλιστικών ή μετα-καπιταλιστικών» λύσεων για την αντιμετώπισή τους.

 

Τα κοινωνικά κινήματα που αναπτύχθηκαν στην Ελλάδα μετά το 2011 φαίνεται να έχουν ατονήσει μετά και την υπογραφή του 3ου μνημονίου το 2015, το Podemos στην Ισπανία δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει το δυναμικό του, ενώ ο δεξιός εθνικισμός είναι σε άνοδο σε όλη την Ευρώπη. Νομίζετε ότι η Ευρωπαϊκή Αριστερά έχει χάσει την ικανότητά της να εμπνεύσει μαζικά κινήματα;

Νομίζω ότι αυτά τα πράγματα αναπτύσσονται ακανόνιστα, με εξάρσεις και διακοπές, και όχι σε μια ευθεία γραμμή. Για αυτό και εγώ δεν θα θεωρούσα ότι μια οπισθοχώρηση εδώ ή εκεί σημαίνει το τέλους του Αριστερού σχεδίου. Είχαμε τα κινήματα Occupy και Αγανακτισμένων σε όλο τον κόσμο, και θα ήθελα να πω ότι η Ισπανία και η Ελλάδα ήταν πραγματικά οι μόνες χώρες, τουλάχιστον στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, οι οποίες κατάφεραν να φτιάξουν κάτι από αυτά τα κινήματα: οι άνθρωποι βρήκαν έναν τρόπο να θεσμοθετήσουν, έστω και προσωρινά, αυτή την ενέργεια, αντί να την αφήσουν να εξαφανιστεί εντελώς. Αυτό είναι κάτι θετικό, αλλά είναι ένα διαφορετικό θέμα το κατά πόσο μια κυβέρνηση μπορεί να ικανοποιήσει το σύνολο των απαιτήσεων και των προσδοκιών όσων συμμετείχαν σε αυτές τις κινήσεις, ή γενικότερα, των πολιτών.

Ειλικρινά, το θλιβερό κομμάτι της ελληνικής εμπειρίας ήταν η αποτυχία της Αριστεράς των άλλων ευρωπαϊκών χωρών να κινητοποιηθεί με αλληλέγγυο τρόπο, να ασκήσει πίεση στις κυβερνήσεις ώστε να αλλάξει την πολιτική της ΕΕ, και να επιμείνει ότι η Τρόικα πρέπει να κάνει πίσω για να δώσει στην Ελλάδα λίγο χώρο για να αναπνεύσει. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλά που θα μπορούσαν να έχουν γίνει μέσα σε μια χώρα. Παλιότερα μιλούσαμε για «σοσιαλισμό σε μία χώρα», λοιπόν ούτε η αντι-λιτότητα σε μια χώρα είναι κάτι εύκολο όταν έχεις όλο το διακρατικό επενδυτικό οικοδόμημα, την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία και τις κεντρικές τράπεζες να σου ασκούν πίεση. Πιστεύω λοιπόν ότι μακροπρόθεσμα, η μόνη πραγματική απάντηση είναι μια ευρύτερη, διεθνής αλληλεγγύη της Αριστεράς. Και αυτό θα πάρει κάποιο χρόνο, αυτό είναι σίγουρο.

Κάτι άλλο που θα έλεγα είναι ότι όλοι αγωνιζόμαστε να ορίσουμε ένα βιώσιμο και ελκυστικό όραμα και σχέδιο την  Αριστερά του 21ου αιώνα. Οι περισσότεροι έχουν εγκαταλείψει την ιδέα μιας κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας με τη σοβιετική έννοια. Υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για την απο-ανάπτυξη και τα κοινά, την αλληλεγγύη και την κοινωνική οικονομία. Αλλά δεν πιστεύω ότι κάτι από αυτά ανάγεται σε ένα πραγματικά βιώσιμο σχέδιο για την Αριστερά. Το πιο σημαντικό πράγμα είναι ότι υπάρχει τώρα μια μεγάλη κρίση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας: στη μια χώρα μετά την άλλη, κατά κύματα, οι άνθρωποι απορρίπτουν αυτό το σύστημα. Δεν έχουν απαραίτητα ένα βιώσιμο και εύλογο σχέδιο για το με τι πρέπει να αντικατασταθεί. Είμαστε στην αρχή μιας μακράς διαδικασίας. Αυτά τα πράγματα δεν λύνονται γρήγορα.

Τι πιστεύετε ότι σημαίνουν το Brexit και η ψηφοφορία στην Ιταλία για το μέλλον του οικοδομήματος της ΕΕ;

Το οικοδόμημα της ΕΕ φαίνεται αρκετά επισφαλές αυτή τη στιγμή, και μια πιθανότητα αντίδρασης είναι οι ελίτ να αποφασίσουν να αμβλύνουν τις πολιτικές λιτότητας και να πραγματοποιήσουν περισσότερες δαπάνες κεϋνσιανού τύπου. Μπορεί ακόμα και ο Donald Trump να κάνει κάτι τέτοιο στις ΗΠΑ. Ήταν μια από τις προτάσεις τις προεκλογικής του εκστρατείας, αν θα την πραγματοποιήσει δεν ξέρω. Θα μπορούσε λοιπόν να αμβλυνθεί  το σημερινό καθεστώτος λιτότητας, αλλά το μεγάλο ερώτημα για μένα είναι η μετεγκατάσταση της παραγωγής από τις ευρωπαϊκές και βορειοαμερικανικές χώρες του πυρήνα στην ημι-περιφέρεια. Δεν νομίζω ότι η παραγωγή θα επιστρέψει, και αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ένα μεγάλο ερωτηματικό όσον αφορά το θέμα των θέσεων εργασίας, και μιλάω τώρα για θέσεις εργασίας που έχουν κάποια ασφάλεια και πληρώνουν ένα αξιοπρεπή μισθό.

Η μεγαλύτερη πρόκληση για όποιον βρίσκεται στην εξουσία, είτε πρόκειται για μια ευρωπαϊκή ελίτ που έχει πάρει το μάθημά της και ενώ ήταν νεοφιλελεύθερη αποφασίζει ότι η ΕΕ είναι σε κίνδυνο και μετατοπίζει ελαφρά τη θέση της, είτε πρόκειται για ένα Αριστερό ή Δεξιό λαϊκίστικό κόμμα, είναι οι θέσεις εργασίας και η κοινωνική προστασία, η στήριξη της κοινωνικής αναπαραγωγής. Αυτό απαιτεί τεράστιες δαπάνες, δαπάνες που σημαίνουν δημοσιονομικό έλλειμμα. Και το ερώτημα είναι, πρώτα από όλα, πώς να βγούμε από τον έλεγχο των κεντρικών τραπεζών και των αγορών ομολόγων που ανεβάζουν τα επιτόκια δανεισμού στον ουρανό; Μια πολύ σημαντική ιδέα για την Αριστερά είναι η δημιουργία ενός νέου τρόπου οργάνωσης της χρηματοδότησης. Η πίστωση είναι απαραίτητη σε κάθε οικονομία, οποιασδήποτε πολυπλοκότητας, αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να είναι μια βιομηχανία κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Έτσι, μία ιδέα που έχουν αναπτύξει κάποιοι άνθρωποι, είναι να σκεφτούμε πώς να μετατρέψουμε τα χρηματοπιστωτικό ιδρύματα σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, όπως η ηλεκτρική ενέργεια για παράδειγμα. Θα μπορούσε να καθιερωθεί κάποιος δημοκρατικός τρόπος διοίκησης, όπου οι πιστώσεις και τα δάνεια για έργα θα διατίθενται χωρίς ο στόχος να είναι το μέγιστο κέρδος των μετόχων και των επενδυτών.

Όλα αυτά είναι αλληλένδετα: η χρηματοπιστωτική πολιτική, η πολιτική της απασχόλησης, της φορολογίας και το πως κατανέμεται η φορολογία. Τα τελευταία 20-30 χρόνια οι πλούσιοι και οι επιχειρήσεις πραγματοποιούν μια σημαντική «φορολογική απεργία», και δεν πληρώνουν σχεδόν καθόλου φόρους. Στις ΗΠΑ και σε πολλές χώρες της βόρειας Ευρώπης υπήρξε μια τεράστια αντιστροφή των ρυθμίσεων της σοσιαλδημοκρατικής εποχής, όταν οι εταιρίες κατέβαλλαν σημαντικούς φόρους. Δεν το κάνουν πια, και αυτό είναι μέρος των αποτελεσμάτων του νεοφιλελευθερισμού. Αυτό δημιουργεί τεράστιους περιορισμούς σχετικά με το τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν οι κυβερνήσεις. Δεν έχουν τα έσοδα για κοινωνική πολιτική. Δεν μπορούν να τα αποσπάσουν από τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι στη με τη σειρά τους πραγματοποιούν μια «φορολογική επανάσταση» και ψηφίζουν κόμματα της δεξιάς που υπόσχονται μηδέν φόρους. Και όταν οι κυβερνήσεις προσπαθούν, σε μεμονωμένες χώρες και πάλι, να αυξήσουν σημαντικά τους φόρους των εταιρειών, τότε το αποτέλεσμα είναι η φυγή των κεφαλαίων και η ισοπέδωση των μισθών προς τα κάτω. Συνεπώς, αυτό είναι μια άλλη ένδειξη ως προς το γιατί πρέπει κανείς να σκεφτεί σε διεθνές επίπεδο αυτά τα ζητήματα.

Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι ο Donald Trump κέρδισε τις εκλογές επειδή το Δημοκρατικό Κόμμα έδωσε υπερβολική έμφαση στις πολιτικές της ταυτότητας (φυλή, φύλο) και όχι αρκετή σε οικονομικά ζητήματα. Συμφωνείτε με αυτή την εκτίμηση;

Εν μέρει. Πιστεύω ότι σε αυτές τις εκλογές, τη στιγμή της ψήφου, οι ψηφοφόροι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια επιλογή μεταξύ Trump και Clinton, δυο εναλλακτικές τις οποίες θα αποκαλούσα ‘αντιδραστικό λαϊκισμό’ και ‘προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό’ αντίστοιχα. Όσον αφορά τον Trump, το λαϊκίστικό κομμάτι εντοπίζεται στην επιθυμία των πολιτών να έχουν μια κυβέρνηση που τους προστατεύει, που κάνει ό,τι μπορεί για να διασφαλίσει ότι θα έχουν σταθερές θέσεις εργασίας, εισόδημα και οικογενειακή ζωή. Στο μυαλό μου, αυτή είναι μια εντελώς δικαιολογημένη και θεμιτή προσδοκία. Αλλά ήταν συνυφασμένη με το αντιδραστικό κομμάτι, αυτή τη τάση να εφευρίσκουμε αποδιοπομπαίους τράγους: για όλα φταίνε οι μετανάστες, οι μαύροι, οι μουσουλμάνοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι φεμινίστριες. Έτσι βλέπεις νόμιμες αξιώσεις για κοινωνική προστασία, κοινωνική ασφάλεια και οικονομική ευημερία αναμεμιγμένες με τη στοχοποίηση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων.

Στη συνέχεια, από την πλευρά της Clinton, σε αυτό που αποκαλώ προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό, έχουμε αντιθέτως θετικές αξιώσεις για την ένταξη των μαύρων, των μουσουλμάνων, των ομοφυλόφιλων, των ΛΟΑΤ, των γυναικών· αξιώσεις ότι δεν πρέπει να οργανώνουμε την κοινωνική ζωή με βάση τον αποκλεισμό και την υποταγή αυτών των ομάδων. Αυτό είναι το προοδευτικό κομμάτι της πλευράς Clinton, το οποίο όμως δεν συνδέεται με κάποια πολιτική κοινωνικής προστασίας, όπως είχε η πλευρά Trump. Αντί για αυτό, συνδέεται με τους δυναμικούς κλάδους της οικονομίας μας, δηλαδή τον χρηματοπιστωτικό τομέα, την πληροφορική, τα μέσα ενημέρωσης και τη ψυχαγωγία, τομείς που υποστηρίζουν την πολιτική των λεγόμενων ελεύθερων συναλλαγών, τα ανοικτά σύνορα, όλες τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και την απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Έτσι, έχουμε αυτές τις δύο παράξενες ομάδες. Αν θέλετε να το σκεφτούμε με όρους αναδιανομής και την αναγνώρισης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι από την πλευρά της Clinton έχουμε προοδευτική αναγνώριση και οπισθοδρομική αναδιανομή, ενώ από την πλευρά του Trump, έχουμε οπισθοδρομική αναγνώριση, συν κάτι πιο κοντά σε ένα οιονεί σοσιαλδημοκρατικό ενδιαφέρον για την κοινωνική ασφάλιση και κοινωνική προστασία. Και αυτό είναι μια μεγάλη αναδιάταξη των πολιτικών πραγμάτων. Στην εποχή του New Deal υπήρχε ένα προοδευτικό στοιχείο τόσο στην αναδιανομή όσο και στην αναγνώριση. Τώρα έχει δημιουργηθεί ένα ρήγμα μεταξύ αναδιανομής και αναγνώρισης.

Νιώθω ότι ο τρόπος με τον οποίον η Hilary Clinton έτρεξε την καμπάνια της, ειδικά στα τελευταία στάδια, επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά σε ένα είδος ηθικής καταδίκης της προσωπικής αχρειότητας του Trump: λέει αυτά τα πράγματα για τις γυναίκες, για τα άτομα με αναπηρία, για τους μουσουλμάνους, είναι ένας προκατειλημμένος, ανίδεος άνθρωπος. Το σύνολο της εκστρατείας της περιστρεφόταν γύρω από αυτόν, και στην πορεία αμαύρωσε τη βάση των υποστηρικτών του, αποκαλώντας τους «ένα μάτσο ελεεινών». Δεν πιστεύω ότι όλοι, ή ακόμη ούτε καν η πλειοψηφία των υποστηρικτών του Trump είναι ρατσιστές και ομοφοβικοί. Είναι πολύ απογοητευμένοι και ίσως δεν είναι καλά εκπαιδευμένοι στα πολιτικά θέματα. Στις ΗΠΑ η πολιτική κουλτούρα είναι φτωχή, δεν υπάρχει μια αρκετά ισχυρή Αριστερή φωνή που να δίνει στους ανθρώπους την αίσθηση ότι υπάρχουν και άλλες δυνατότητες. Δεδομένων των εναλλακτικών που είχαν στη διάθεσή τους, είναι απολύτως κατανοητό ότι ψήφισαν όπως ψήφισαν. Η Clinton σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τρέξει μια καμπάνια βασισμένη αποκλειστικά σε μια εξαιρετικά ηθικόλογη εκδοχή της αναγνώρισης. Και όπως αποδείχθηκε, πήρε μεν πολλές ψήφους, αλλά όπως λειτουργεί το σύστημά μας, δεν ήταν μια στρατηγική νίκης.

Νομίζετε ότι η νίκη του Trump σηματοδοτεί μια στροφή του εκλογικού σώματος προς την άκρα δεξιά;

Όπως είπα και στην αρχή, τα πράγματα είναι πάρα πολύ ρευστά τώρα, δεν πρόκειται για ένα διευθετημένο θέμα. Το εκλογικό σώμα θα μπορούσε να πάει προς πολύ πιο δεξιές και εθνικιστικές κατευθύνσεις, αλλά θα μπορούσε επίσης να προχωρήσει σε μια πιο αριστερή κατεύθυνση. Στις ΗΠΑ αυτό αποτυπώνεται στην επιτυχία της εκστρατείας του Bernie Sanders, ο οποίος έφτασε πολύ κοντά στο να πάρει το χρίσμα από τη Hilary. Το σύνολο της γραφειοκρατίας και των μηχανισμών του Δημοκρατικού Κόμματος υποστήριζε την Clinton, ήταν ουσιαστικά η χρισμένη διάδοχος του Obama, όλοι πίστευαν ότι το αποτέλεσμα ήταν τετελεσμένο. Και αυτός ο τύπος έρχεται από το πουθενά και ξαφνικά εμπνέει εκατομμύρια και εκατομμύρια ανθρώπων. Αυτό για μένα αντανακλά το πνεύμα του Occupy, όχι μόνο τους νέους στις πλατείες, αλλά και την ευρεία υποστήριξη, πέρα από τις πλατείες, που είχε το Occupy, η οποία ήταν  γύρω στο 60%-70% σε εθνικό επίπεδο, σύμφωνα με τις τότε δημοσκοπήσεις.

Αυτό δείχνει ότι στη χώρα υπάρχει ένα δημόσιο αίσθημα το οποίο σε κάποιο επίπεδο συμφωνεί με τη γλώσσα του Occupy, με το σύνθημα: «είμαστε το 99% και είναι το 1%». Αυτό ήταν ένα πολύ ισχυρό σύνθημα, άγγιξε μια χορδή. Οι άνθρωποι ήξεραν τι σήμαινε αυτό, και αισθάνθηκαν πολύ έντονα ότι ήταν αλήθεια και κάτι που πρέπει να αλλάξει. Η εκδοχή του Sanders ήταν να χρησιμοποιήσει τη λέξη “στημένο”. Έχουμε μια «στημένη» οικονομία, ένα “στημένο” πολιτικό σύστημα. Αυτός ήταν ένας άλλος τρόπος για να πεις ότι υπάρχει μια βαθιά δομική αδικία στην κοινωνία και ο κόσμος πραγματικά ανταποκρίθηκε σε αυτό.

Αργότερα ο Trump αντέγραψε αυτή τη γλώσσα από Sanders και άρχισε και ο ίδιος να μιλάει για το στημένο σύστημα, προσθέτοντας τη φράση ότι «κανείς δεν θα μπορούσε να το διορθώσει καλύτερα» από ότι αυτός, γιατί αυτός ήξερε πως λειτουργεί το σύστημα από τα μέσα. Μίλησε για το πώς οι άνθρωποι που διοικούν τις τράπεζες, την κυβέρνηση και τις μεγάλες εταιρείες είναι «δολοφόνοι». Αυτός είναι ένα καταπληκτικός τρόπος για να μιλήσουμε για την εταιρική ελίτ. Είναι αλήθεια, αλλά κανείς δεν λέει αυτά τα πράγματα. Συνολικά, νομίζω ότι είναι πολύ πιθανό ότι o Trump ως πρόεδρος θα απογοητεύσει πολλούς από τους ανθρώπους που τον ψήφισαν, και θα υπάρξουν κι άλλοι αγώνες για αυτά τα θέματα, αυτό δεν είναι το τέλος. Αυτό το δημόσιο αίσθημα που ανέφερα παραπάνω είναι ατελές, δεν είναι πλήρως σχηματισμένο, και μπορεί να αρθρωθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.

Έχετε γράψει ότι οι χειραφετητικές αξιώσεις των φεμινιστικών, αντι-ρατσιστικών και LGTB κινημάτων έχουν υφαρπαγεί από το νεοφιλελευθερισμό και επαναπροσδιοριστεί  σύμφωνα με τους όρους της αγοράς. Μπορείτε να μας μιλήσετε περισσότερο γι ‘αυτό;

Είμαι από τη γενιά του 1968, και συμμετείχα στη Νέα Αριστερά και στα κινήματα που προέκυψαν κατά ένα πολύ άμεσο τρόπο από τη Νέα Αριστερά, συμπεριλαμβανομένου του πρώιμου δεύτερου φεμινιστικού κύματος, του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων και το αντιπολεμικό κίνημα κατά του πολέμου του Βιετνάμ. Σε αυτή την περίοδο, υπήρχε ένα είδος ήθους στην ατμόσφαιρα, ότι όλοι ήταν αντι-καπιταλιστές. Και ο καθένας κατανοούσε ότι όλα τα ζητήματα, είτε ήταν η εξωτερική πολιτική, είτε η έμφυλη υποταγή, είτε η φυλετική καταπίεση ήταν δομικά ζητήματα που έπρεπε να αντιμετωπιστούν στη ρίζα. Και η ρίζα είχε να κάνει με τον καπιταλισμό. Καθώς έσβηνε η Νέα Αριστερά, αυτή η ατμόσφαιρα άλλαξε και αυτό που συνέβη στη συνέχεια συνέβη είναι ότι η κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα επανήλθε δυναμικά. Η κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα στις ΗΠΑ είναι ο πλουραλισμός των ομάδων συμφερόντων, ο μεριτοκρατικός ατομικισμός και η ιδέα ότι τα άτομα διαφέρουν ως προς τα ταλέντα τους, άρα κάποιοι μπορούν να πηγαίνουν πιο μπροστά από άλλους. Αυτή είναι η νόρμα, έχουμε μια κουλτούρα βολονταρισμού που λέει ότι το πόσο καλά θα τα πάτε στη ζωή σας είναι μόνο θέμα θέλησης και του πόσο σκληρά είστε πρόθυμοι να εργαστείτε, να εξοικονομήσετε χρήματα κ.λπ.

Αυτή η κουλτούρα λοιπόν δεν αλλάζει, εκτός από πολύ ιδιαίτερες, σχεδόν επαναστατικές περιόδους ή περιόδους κρίσης. Αλλά υπό κανονικές συνθήκες, αυτή είναι η νοοτροπία και κάθε θέμα φιλτράρεται μέσα από αυτές τις παραδοχές. Χρειάζεται μια σχεδόν ηρωική, επίμοχθη προσπάθεια ενάντια στο ρεύμα για να αμφισβητήσεις αυτή τη νοοτροπία, για να αναπτύξεις και να διατηρήσεις μια κοσμοθεωρία που επιμένει πολύ στις βαθιές δομικές ρίζες των ζητημάτων και επιχειρεί να συνδέσει συγκεκριμένες εμπειρίες και αδικίες με ευρύτερα διαρθρωτικά ζητήματα. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι στις ΗΠΑ, υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε κοινωνικό κίνημα τα τελευταία 30 ή 40 χρόνια ολίσθησε προς μια μορφή φιλελευθερισμού. Φιλελεύθερος φεμινισμός, φιλελεύθερος αντι-ρατσισμός, φιλελεύθερες ΛΟΑΤ πολιτικές.

Τα παραπάνω κινήματα ασχολούνται βασικά με την κατάργηση των εμποδίων που δεν αφήνουν τους ανθρώπους να ανελιχθούν. Να ανελιχθούν στην εταιρική ιεραρχία ή ακόμα και στην στρατιωτική ιεραρχία. Ένα από τα πρώτα ΛΟΑΤ αιτήματα στις ΗΠΑ, πριν από την ισότητα στο γάμο, ήταν να υπηρετούν οι ομοφυλόφιλοι στο στρατό. Και φυσικά αυτό είναι ένα δίκαιο αίτημα, αλλά σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις οι άνθρωποι παίρνουν ως δεδομένο ότι ζούμε σε μια ιεραρχική κοινωνία και δεν αμφισβητούν αυτή την ιεραρχία, αλλά απλά επιδιώκουν να αφαιρεθούν μερικά εμπόδια, έτσι ώστε οι ταλαντούχοι μαύροι, οι ταλαντούχες γυναίκες, οι ταλαντούχοι μουσουλμάνοι, ομοφυλόφιλοι και λεσβίες να μπορούν και αυτοί να ανελιχθούν στο υπάρχον πλαίσιο.

Τα αποκαλούμε κοινωνικά κινήματα, αλλά δεν νομίζω ότι είναι κοινωνικά κινήματα, νομίζω ότι τώρα πια είναι ομάδες συμφερόντων: στην πραγματικότητα δεν κατεβαίνουν στους δρόμους πολύ συχνά, μόνο περιστασιακά. Μία εξαίρεση είναι το κίνημα «Black Lives Matter», το οποίο είναι νέο, και αυτό είναι ένα πραγματικό κίνημα που έχει δυνητικά πολύ πιο ριζοσπαστικό προσανατολισμό και στόχους. Αλλά νομίζω ότι ο φεμινισμός έχει κανονικοποιηθεί στις ΗΠΑ.

Βασικά αυτό που έχει συμβεί είναι ότι αυτά τα κινήματα, ή ομάδες συμφερόντων, έχουν καταφέρει να κερδίσει τη μάχη για τη «σωστή σκέψη». Οι άνθρωποι ξέρουν ότι δεν θα έπρεπε να λένε πράγματα σαν αυτά λέει ο Donald Trump. Έτσι έχουμε από τη μία πλευρά μια ιδεολογική, πολιτισμική μετατόπιση αξιών και πολλά μέσα ενημέρωσης αντανακλούν τη μεταστροφή αυτή. Για παράδειγμα, σε τηλεοπτικές σειρές ή ταινίες του Χόλυγουντ βλέπουμε συχνά φεμινιστικές ανατροπές με την αγοραία έννοια του όρου, ή βλέπουμε πάντα μαύρους σε θέσεις εξουσίας. Αυτό συμβαίνει σε ένα επίπεδο, αλλά η πραγματική κατάσταση της μεγάλης πλειοψηφίας των Αφρο-Αμερικανών, των Λατίνων και των γυναικών επιδεινώνεται. Η μετεγκατάσταση βιομηχανικών θέσεων εργασίας από την Αμερική σε άλλες χώρες, υπό το καθεστώς της νέας οικονομίας, ήταν ένα ιδιαίτερα σοβαρό πλήγμα για τους Αφρο-Αμερικανούς. Έτσι δεν είναι ότι η οικονομική τους κατάσταση είναι καλύτερη, θα έλεγα μάλιστα ότι είναι χειρότερα από ότι πριν από το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων. Το βιοτικό επίπεδο όλων επιδεινώθηκε, εκτός από ένα, ας πούμε 10%, ανθρώπων που τα πηγαίνουν καλά.

Έτσι, η ιδεολογική νίκη των λεγόμενων κοινωνικών κινημάτων είναι μια αρκετά περίπλοκη υπόθεση από μόνη της. Είναι προφανώς κάτι θετικό, αλλά επειδή αυτό γίνεται αντιληπτό, και δικαίως σε κάποιο βαθμό, ως αναπόσπαστο μέρος του νεοφιλελευθερισμού, του ανοίγματος προς τον κόσμο, του κοσμοπολιτισμού και της «κουλτούρας», κατανοείται από ανθρώπους που θεωρούν τους εαυτούς ως χαμένους της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού, ανθρώπους που υποφέρουν στο Rust Belt ή σε άλλες υποβαθμισμένες περιοχές στην Αμερικής, ως προσβολή, ωσάν να τους κάνουν κήρυγμα, να τους υποτιμούν και να τους παραμελούν, ενώ άλλοι ευνοούνται.

H εργασία κοινωνικής αναπαραγωγής (η φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, η συντήρηση του νοικοκυριού κλπ), υποτιμάται (δεν πληρώνεται / κακοπληρώνεται) ενώ την ίδια στιγμή είναι απολύτως απαραίτητη για την επιβίωση του καπιταλισμού. Αυτό το έχετε εντοπίζει ως μια δομική αντίφαση του καπιταλισμού, που γίνεται ακόμη οξύτερη τώρα. Πιστεύετε ότι μπορεί να λυθεί στο πλαίσιο του καπιταλισμού;

Πρώτα απ’ όλα, θα έλεγα ότι ο καπιταλισμός έχει επιδείξει μια εκπληκτική ικανότητα να επανεφευρίσκει τον εαυτό του, και δεν νομίζω ότι μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα ότι αυτό θα ξανασυμβεί. Και πάλι, υπό ποια μορφή και ποιες νέες πολιτικές ευθυγραμμίσεις ή άλλες δυνάμεις θα ευνοούσαν κάτι τέτοιο, είναι λίγο ασαφές. Την εποχή του New Deal / της σοσιαλδημοκρατίας, είχε βρεθεί μια προσωρινή λύση στο θέμα της κοινωνικής αναπαραγωγής, παρά το γεγονός ότι δεν λειτούργησε για όλους. Αυτή η λύση είχε βασιστεί σε αποκλεισμούς διαφόρων ειδών, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε ότι για ένα σημαντικό αριθμό εργατικής τάξης στις πλουσιότερες χώρες του καπιταλιστικού κόσμου, υπήρχε ένας τρόπος εξισορρόπησης της αμειβόμενης εργασίας και της μη αμειβόμενης κοινωνικής αναπαραγωγικής δραστηριότητας. Αυτή λοιπόν ήταν μια προσωρινή λύση, τουλάχιστον για ορισμένους.

Αν σκεφτούμε προς αυτή την κατεύθυνση, και πώς θα μπορούσαμε τώρα να κάνουμε κάτι αντίστοιχο, αλλά με έναν τρόπο που να ξεπερνά τις προηγούμενες εξαιρέσεις και αδικίες, τότε θα πρέπει να σκεφτούμε σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν εννοώ ένα είδος παγκόσμιου κράτους, εννοώ κάτι σαν αυτό που ακούγεται στην ΕΕ για εναρμόνιση των κοινωνικών πολιτικών, αλλά όχι μόνο στο εσωτερικό της Ευρώπης, πολύ ευρύτερα. Γιατί τώρα, ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο νεοφιλελευθερισμός προσπαθεί να λύσει αυτό το πρόβλημα είναι εισάγοντας μετανάστριες που παρέχουν ιδιαίτερα χαμηλά αμειβόμενη, επισφαλή και έντονα εποπτευόμενη οικιακή εργασία στην μεσαία και την ανώτερη-μεσαία τάξη επαγγελματιών. Γι’ αυτό και η λύση πρέπει να είναι κάτι παγκόσμιο· επίσης δεν μπορεί να βασίζεται πλέον στο μοντέλο γυναίκα-νοικοκυρά / άντρας-κουβαλητής, θα πρέπει να περιλαμβάνει μη-ετερόφυλες οικογένειες και να ξεπερνάει τις φυλετικές / εθνοτικές διαιρέσεις της εργασίας που αναθέτουν τις πιο βρώμικες και λιγότερο καλά-αμειβόμενες μορφές φροντίδας (όπως π.χ. η εργασία σε γηροκομεία) στους μαύρους και σκούρους ανθρώπους.

Νομίζω ότι ένα τέτοιο μοντέλο είναι το καλύτερο που θα μπορούσε να προσφέρει ο καπιταλισμός, και δεν ξέρω αν μπορεί να το κάνει. Αλλά νομίζω ότι θα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε μια αγνωστικιστική προσέγγιση. Δηλαδή, αυτό θα έπρεπε να έχουμε, να κρατήσουμε ένα ανοικτό μυαλό: αν ο καπιταλισμός μπορεί να μας το δώσει, τόσο το καλύτερο, τόσο το χειρότερο για τον καπιταλισμό. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε τώρα πώς να είναι. Μπορούμε να ασκήσουμε πιέσεις προς αυτή την κατεύθυνση, και καθώς τα κινήματα αναπτύσσονται και ριζοσπαστικοποιούνται θα πρέπει να αρχίσουν να σκέφτονται ποια είναι τα εμπόδια στην υλοποίηση αυτού  του στόχου. Ο διεθνής χρηματοπιστωτικός τομέας θα είναι ένα από τα εμπόδια, και υπάρχει επίσης ένα οικολογικό ζήτημα που είναι πολύ πιεστικό, γιατί ένα πράγμα είναι σαφές: αν παγκοσμιοποιούσαμε τον καταναλωτικό, υψηλoύ ανθρακικού αποτυπώματος τρόπο ζωής των μεσαίων τάξεων της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής σε όλο τον πλανήτη, θα ερχόμασταν αντιμέτωποι με μια κατάσταση εντελώς μη-βιώσιμη από οικολογικής πλευράς. Θα πρέπει να σκεφτούμε πώς όλα τα κομμάτια του παζλ ταιριάζουν μεταξύ τους, και στη συνέχεια και πάλι να δούμε αν υπάρχει μια καινούρια μορφή καπιταλισμού που θα μπορούσε να εφευρεθεί. Δεν υπάρχει τώρα, κανείς ακόμα δεν ξέρει ακριβώς με τι θα μοιάζε. Θα δούμε. Αλλά εν τω μεταξύ, θα πρέπει επίσης να σκεφτόμαστε και μη-καπιταλιστικές ή μετα-καπιταλιστικές δυνατότητες.

Η συνέντευξη πρωτοδημοσιεύθηκε στα αγγλικά στο Rethinking Greece

 

Διαβάστε ακόμα

«Η Κλίντον ενσαρκώνει ένα νεοφιλελεύθερο είδος φεμινισμού που ωφελεί κυρίως τις προνομιούχες γυναίκες»

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

Share

Ανοιχτό γράμμα από επιζήσασες σεξεμπορίου στις διοργανώτριες της πορείας γυναικών της Washington

soohncn0

Είδαμε στις 21/1 τις πορείες γυναικών κατά του Trump, οι οποίες είχαν συγκινητικά μεγάλη προσέλευση και θίγανε πληθώρα ζητημάτων. Μεταξύ άλλων είδαμε στα media να ανοίγει και μια συζήτηση σχετικά με την προσέγγιση του φεμινισμού και κατά πόσο η πορείες αυτές προσεγγίζουν επαρκώς το φάσμα των ζητημάτων που αυτός αφορά. Οι κριτικές αυτές, που πάντα έπονται των κινητοποιήσεων, είναι αναπόσπαστο κομμάτι κινηματικών (και εν δυνάμει κινηματικών) διαδικασιών.

Χαιρετίζουμε κάθε τέτοια κριτική, εφόσον γίνεται συντροφικά, ως ζωτικό κομμάτι της διαδικασίας παραγωγής πολιτικού λόγου και πράξης: κινήματα που δεν συζητάνε δεν προχωράνε. Και ελπίζουμε αυτές οι κριτικές να μην μείνουν απλά εξωτερικές κριτικές, αλλά να ενσωματωθούν στις συζητήσεις των ανθρώπων που εμπλέκονται άμεσα στα κινήματα, γιατί τόσο στις ΗΠΑ όσο και στον υπόλοιπο κόσμο, η ανάπτυξη ενός σύγχρονου φεμινιστικού λόγου είναι τόσο αναγκαία, όσο και η ύπαρξη του φεμινιστικού κινήματος που θα τον εκφέρει.

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε το παρακάτω κείμενο κριτικής, το οποίο και αναδημοσιεύουμε στα πλαίσια μιας συζήτησης που γίνεται καιρό τώρα, σχετικά με το θέμα της πορνείας και του διπόλου πορνείας/σεξεργασίας. Συμπεριλαμβάνουμε επίσης (πριν από την μετάφραση) σχετικό απόσπασμα από τις διακηρυχτικές θέσεις της πορείας γυναικών της Washington από την ιστοσελίδα τους. Το συγκεκριμένο απόσπασμα βέβαια απλά αναφέρεται στο θέμα και με τρόπο μάλλον αντιφατικό, χωρίς να παίρνει σαφώς θέση. Παρ όλα αυτά το γράμμα που ακολουθεί είναι μια ενδιαφέρουσα συνεισφορά στην συζήτηση.

Απόσπασμα:

“[…] στεκόμαστε αλλυλέγγυες με το κίνημα των σεξεργατών/τριων. Αναγνωρίζουμε ότι η σεξουαλική και εργατική εκμετάλλευση σε όλες τις μορφές της αποτελεί καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.”

Ανοιχτό γράμμα από επιζήσασες σεξεμπορίου στις διοργανώτριες της πορείας γυναικών της Washington

Εμείς, οι υπογράφουσες, είμαστε επιζήσασες του σεξεμπορίου από πολλές χώρες, συμπεριλαμβανμένων και των ΗΠΑ. Είμαστε ηγέτιδες, ακτιβίστριες και συνήγοροι επιζούντων. Πολλές είμαστε πάροχοι άμεσων υπηρεσιών και βρισκόμαστε στην πρώτη γραμμή, προσπαθόντας να βοηθήσουμε ανθρώπους να επιβιώσουν στο σεξεμπόριο και να τους υποστηρίξουμε κατά την δύσκολη αποχώρηση τους από αυτό, εάν είναι έτοιμες.

Από τις πολλές προσωπικές εμπειρίες μας γνωρίζουμε ότι το εμπόριο του σεξ είναι μια αρένα όπου οι γυναίκες θεωρούνται εμπορεύματα κι όχι άνθρωποι, ότι πωλούνται, αγοράζονται και χρησιμοποιούνται σαν αντικείμενα. Μετά από όλα όσα έχουμε δει παρακολουθόντας τις ζωές των ανθρώπων που εξυπηρετούμε, ενηλίκων και ανηλίκων, έχουμε αντιληφθεί ότι η πλειονότητα των ανθρώπων στο εμπόριο του σεξ είναι γυναίκες και κατά κύριο λόγο μη λευκές, φτωχές, σε μειονεκτική θέση από πλευράς εκπαίδευσης και προέρχονται σχεδόν πάντα από τις πλέον περιθωριοποιημένες ομάδες της κοινωνίας.

Η πορεία των γυναικών (Women’s March) έχει πιαστεί κορόιδο από τις μειοψηφούσες περιπτώσεις που αναφέρουν ουδέτερες εμπειρίες από το εμπόριο του σεξ και έχει εξαπατηθεί ώστε να πιστεύει πως το να είναι «υπέρ της σεξεργασίας» αποτελεί ζήτημα προάσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην πραγματικότητα όμως αυτή η προσέγγιση διαιωνίζει την κατάσταση των γυναικών ως εμπορεύσιμα αγαθά, τουτέστιν ως ιδιοκτησίες αντρών. Είναι μια εξαιρετικά αντιφεμινιστική στάση.

Η πορεία των γυναικών υποστηρίχθηκε παγκοσμίως από παρόμοιες πορείες. Τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω σας και ο κόσμος περίμενε από εσάς καθοδήγηση και τους παραπλανήσατε. Μέσα στην άγνοια σας για το πολιτικό αυτό ζήτημα δεν αντιληφθήκατε πως τα «δικαιώματα των σεξεργατριών» είναι συνώνυμα των «δικαιωμάτων των νταβατζήδων».

Είναι προφανές πως δεν γνωρίζετε πως το –ας το πούμε- κίνημα που υποστηρίζετε θεωρεί και τους νταβατζήδες «σεξεργάτες». Δεν μας πιστεύετε; (Δεν μπορούμε να σας κατηγορίσουμε. Είναι απίστευτο.) Γι αυτό, ρωτήστε τους. Το κίνημα που υποστηρίζετε θα χαρεί να σας πει πως οι νταβατζήδες είναι «μάνατζερς» και εφόσον διευκωλύνουν την «σεξεργασία» είναι και αυτοί «σεξεργάτες»!

Αυτό που τελικά καταφέρνετε είναι να παρέχετε μια πλατφόρμα για όσους επωφελούνται από το σεξεμπόριο (τους πορνοπελάτες, τους νταβατζήδες, τους διακινητές κλπ) και να αγνοείτε και να διαγράφετε το κίνημα των επιζόντων του σεξεμπορίου, το οποίο υπάρχει για να δώσει τέλος στην καθολική απανθρωποποίηση των γυναικών και κοριτσιών παγκοσμίως.

Καλούμε όσες συντάσουν τις θέσεις της πορείας των γυναικών να αυτομορφωθούν, να αλλάξουν την στάση τους απέναντι στο συγκεκριμένο ζήτημα, να απαρνηθούν το σεξεμπόριο και να κινηθούν προς μια κατεύθηνση που δίνει βήμα και προτεραιότητα στις φωνές όσων έχουν επιβιώσει του σεξεμπορίου. Το ζητάμε επώνυμα, ως γυναίκες που επέζησαν και εκ μέρους αυτών που προσπάθησαν να επιζήσουν.

Alexandra (Sandi) Pierce

Alisa Louise Bernard

Amber Richardson

Amy Andrews-Gray

Amy Smith

Angie Conn

Anna Rodriguez

April Chabot

Apryl Green

arianna di vitto

Autumn Burris

Barbara Amaya

BllliJo House

Bridget Perrier

Brittany Meyer

Cherie Jimenez

Cheryl Angle

Chong Kim

Christine Stark

Corina Hernandez

Daniell Read

Delores Day

Dina S.

Dr Lesley Semmens

Elizabeth Beckman

Elizabeth Gordon

Elle Snow

Emily Cooper

Erica Napier

Erin Graham

Erin Sweeney

Fiona Broadfoot

Hazel Fasthorse

Huschke Mau

Isabel Suarez

J Anderson

J c d

Jacqueline Homan

Jaimee

Jane Douglas

Jane Wolfe

Janet Cotgrave

Jasmine Grace Marino

Jeanette Westbrook

Jeri Moomaw

Jess Bear

Jessica Bahr

Jessica Silverman

Jewell Baraka

Jill Brogdon

Julia Anderson

Julka

Karen

Karen Cayer

Kathi Hardy

Kathy Bryan

Kristy Childs

Laurin Crosson

Lia Patris

Lierre Keith

Linda Oluoch

Mari íngeles Suíçrez

Marian Hatcher

Marie Merklinger

Marin Stewart

Marissa Kokkoros

Marjorie Saylor

Marti MacGibbon

Megan Lundstrom

Melanie Thompson

Michael Lovan

Monica Vida

Nancy Johnson

Ne’cole Daniels

Nic Van Dyke

Nicole Tynan

Noel Gomez

Pamela Rubin

Rachel Moran

Rae Story

Rebecca Bender

Rebecca Mott

Robert Frederick

Robin Miller

Robyn Bourgeois

Rosen Hicher

Sabrinna Valisce

Sarah B. F.

Shanna Parker

Sherri Erickson

Sierra Harris

Simone Watson

Spider Redgold

Tanja Rahm

Tess

Tessa Anne

Tom Jones

Trisha Baptie

Vednita Carter

Wendy Barnes

Windie Lazenko

Yohanna Ramirez

 

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο medium.com

Για περισσότερα δείτε εδώ

Μετάφραση-εισαγωγή: Άννα Σιγαλού

 

Διαβάστε ακόμα:

Οι γυναίκες ενάντια στον Τραμπ

Να είσαι και να πωλείσαι: μια συνέντευξη με την Κάισα Έκις Έκμαν

Share

Γιατί ο Τραμπ αποτελεί φασιστικό φαινόμενο

τραμπ φασίστας

της Τζούντιθ Μπάτλερ

Ας θυμηθούμε ότι τον Ντόναλντ Τραμπ τον ψήφισε λιγότερο από το ένα τέταρτο της αμερικανικής κοινωνίας, και ότι γίνεται πρόεδρος χάρη στο παρωχημένο εκλογικό σύστημα και μόνο. Δεν πρέπει να φανταστούμε ότι έχει κάποια διαδεδομένη λαϊκή υποστήριξη. Υπάρχει διαδεδομένη απογοήτευση με τη συμμετοχική πολιτική, και υπάρχει σοβαρή δυσπιστία και για τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα των ΗΠΑ. Αλλά η Χίλαρι Κλίντον πήρε περισσότερες ψήφους από τον Τραμπ. Έτσι, όταν ρωτάμε τι υποστήριξη έχει ο Τραμπ, ρωτάμε πώς μια μειοψηφία στις Ηνωμένες Πολιτείες κατόρθωσε να φέρει τον Τραμπ στην εξουσία. Μιλάμε για ένα έλλειμμα δημοκρατίας, όχι για μια κοσμοπλημμύρα.

Δική μου αίσθηση είναι ότι ο Τραμπ απελευθέρωσε μια οργή που έχει πολλά αντικείμενα και πολλές αιτίες, και μάλλον θα πρέπει να είμαστε δύσπιστοι απέναντι σε όσους ισχυρίζονται ότι ξέρουν την πραγματική αιτία και το μοναδικό της αντικείμενο. Η οικονομική ερήμωση και η απογοήτευση, η απώλεια της ελπίδας μπροστά σε ένα οικονομικό μέλλον και σε οικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς χειρισμούς που αποδεκατίζουν ολόκληρες κοινότητες, είναι σίγουρα σημαντική. Εξίσου σημαντική όμως η αυξανόμενη δημογραφική πολυπλοκότητα των Ηνωμένων Πολιτειών, και οι μορφές ρατσισμού –παλιές και νέες.

Ο Τραμπ ως φασίστας;

Ίσως είναι η στιγμή να διακρίνουμε μεταξύ παλαιών και νέων φασισμών. Βασικό σημείο αναφοράς παραμένουν οι μορφές ευρωπαϊκού φασισμού των μέσων του εικοστού αιώνα. Με τον Τραμπ έχουμε μια διαφορετική κατάσταση, την οποία όμως θα εξακολουθούσα να αποκαλώ φασιστική. Η φασιστική στιγμή έρχεται όταν ο Τραμπ επιφυλάσσει στον εαυτό του την εξουσία να απελάσει εκατομμύρια ανθρώπους ή να βάλει τη Χίλαρι στη φυλακή μόλις αναλάβει καθήκοντα (αυτό το πήρε πίσω τώρα), να σπάζει εμπορικές συμφωνίες κατά το δοκούν, να προσβάλλει την κυβέρνηση της Κίνας, να ζητά την επαναφορά του εικονικού πνιγμού και άλλων τρόπων βασανιστηρίων. Όταν μιλά έτσι, ενεργεί σαν να έχει την αποκλειστική εξουσία να καθορίζει την εξωτερική πολιτική, να αποφασίζει ποιος θα πάει φυλακή, ποιος θα απελαθεί, ποιες εμπορικές συμφωνίες θα τηρηθούν … Πολλοί από μας εξέλαβαν την αλαζονεία του, τη γελοία αυτοπροβολή του, τον ρατσισμό του, το μισογυνισμό του και τη φοροδιαφυγή του ως αυτοκαταστροφικά χαρακτηριστικά, αλλά όλα αυτά ήταν στ’ αλήθεια γοητευτικά για πολλούς από τους ψηφοφόρους του. Κανείς δεν είναι σίγουρος ότι έχει διαβάσει το Σύνταγμα ή ότι ενδιαφέρεται καν γι’ αυτό. Η αλαζονική αυτή αδιαφορία είναι κάτι που ελκύει κόσμο προς αυτόν. Και αυτό είναι φασιστικό φαινόμενο. Αν κάνει πράξεις τα λόγια του, τότε θα έχουμε μια φασιστική κυβέρνηση.

Η Προεδρία και η Reality TV

Είναι σαφές ότι η Προεδρία έχει γίνει όλο και περισσότερο une phénomène médiatique [ένα φαινόμενο των ΜΜΕ]. Είναι ένα ερώτημα αν πολλοί άνθρωποι βλέπουν την ψηφοφορία όπως βλέπουν τα like και τα dislike που βάζουν στο Φέισμπουκ. Ο Τραμπ καταλαμβάνει χώρο στην οθόνη, γίνεται μια φιγούρα απειλητική, και αυτό το απέδωσε πολύ ωραία ένα σκετς στο Saturday Night Live[1] στο οποίο ο Άλεκ Μπώλντουιν αλωνίζει γύρω γύρω στη σκηνή και εμφανίζεται σχεδόν να επιτίθεται στη Χίλαρι. Αυτού του είδους η υφέρπουσα και απειλητική δύναμη τρέφεται, επίσης, από τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις του Τραμπ. Πηγαίνει όπου γουστάρει, λέει ό,τι θέλει, παίρνει ό,τι θέλει. Έτσι, ακόμη κι αν κάποιος δεν είναι χαρισματικός με οποιαδήποτε παραδοσιακή έννοια, αποκτά μέγεθος και προσωπική ισχύ κυριαρχώντας στην οθόνη όπως κάνει αυτός. Με αυτή την έννοια, επιτρέπει την ταύτιση με κάποιον που σπάει τους κανόνες, κάνει αυτό που θέλει, βγάζει χρήματα, κάνει σεξ όποτε και όπου αυτός θέλει. Η χυδαιότητα γεμίζει την οθόνη, στην επιθυμία της να γεμίσει τον κόσμο. Και πολλοί χαίρονται που βλέπουν αυτό το άτσαλο και όχι ιδιαίτερα έξυπνο άτομο να ποζάρει ως το κέντρο του κόσμου και να αποκτά δύναμη μέσα απ’ αυτή την πόζα.

Μετα-αλήθεια

Δεν είμαι βέβαιη ότι είμαστε στη μέση της μετα-αλήθειας. Οι δηλώσεις του Τραμπ δεν είναι εντελώς αυθαίρετες, αλλά είναι πρόθυμος να αλλάξει θέσεις κατά το δοκούν, δεσμευμένος μόνο από την περίσταση, από την παρόρμησή του και την αποτελεσματικότητά του. Δεν ζει σε έναν κόσμο πειστηρίων. Δεν έχει σημασία αν αντιφάσκει προς τον εαυτό του ή αν είναι προφανές ότι απορρίπτει όσα συμπεράσματα μειώνουν την εξουσία ή τη δημοτικότητά του. Τόσο ο θρασύς και πληγωμένους ναρκισσισμός του, όσο και η άρνησή του να υποβληθεί στη λογική των αποδείξεων, τον κάνει όλο και πιο δημοφιλή. Ζει πάνω από το νόμο, και αυτό είναι κάτι που πολλοί από τους υποστηρικτές του θέλουν κι αυτοί να βιώσουν.

Η Συνέλευση και ο Ξένος

Το να πεις την αλήθεια απέναντι στην εξουσία δεν είναι κατά βάση ατομική πράξη. Πριν όμως ρωτήσουμε τι σημαίνει να λες την αλήθεια απέναντι στην εξουσία, πρέπει να ρωτήσουμε ποιος μπορεί να μιλήσει. Μερικές φορές, μέσα από τη δομή αυτή αναδύεται η ίδια η παρουσία όσων υποτίθεται ότι πρέπει να παραμείνουν βουβοί στον δημόσιο διάλογο.  Πολλές από τις διαδηλώσεις κατά της λιτότητας και της επισφάλειας βγάζουν στο δρόμο, και καθιστούν δημόσια ορατά, σώματα που έχουν τα ίδια υποστεί εκτοπισμό και στέρηση δικαιωμάτων. Επίσης, επιβεβαιώνουν την πολιτική αυτενέργεια που τα σώματα αυτά διαθέτουν από κοινού, καθώς συγκεντρώνονται. Έτσι, μολονότι μπορεί να σκεφτόμαστε τις κοινοβουλευτικές συνελεύσεις ως μέρος της δημοκρατίας, μπορούμε εξίσου να κατανοήσουμε πώς η εξωκοινοβουλευτική δύναμη των συνελεύσεων μετασχηματίζει τη δημόσια αντίληψη για το ποιος είναι ο λαός. Ιδίως όταν εμφανίζονται εκείνοι που ως τώρα δεν είχαν δικαίωμα να εμφανίζονται.

Παρότι οι διαδηλώσεις και οι συνελεύσεις συχνά δεν αρκούν για να φέρουν ριζική αλλαγή,  ωστόσο μεταβάλλουν τις αντιλήψεις μας για το ποιοι είναι «ο λαός», και εδραιώνουν θεμελιώδεις ελευθερίες οι οποίες ανήκουν σε σώματα στην πολλαπλότητά τους. Δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία χωρίς ελευθερία του συνέρχεσθαι, και δεν μπορεί να υπάρξει συνέλευση χωρίς την ελευθερία μετακίνησης και συγκέντρωσης. Όταν συγκεντρώνονται οι μετανάστες χωρίς χαρτιά, ή όσοι έχουν υποστεί έξωση, όσοι πλήττονται από την ανεργία ή τις περικοπές στις συντάξεις, επιβάλλουν την παρουσία τους μέσα στην εικονογραφία και την ανάπτυξη λόγων που μας δίνουν μια αίσθηση για το ποιος είναι ή θα έπρεπε να είναι ο λαός. Φυσικά, θέτουν και συγκεκριμένα αιτήματα, αλλά η συνέλευση είναι επίσης ένας τρόπος να θέσεις ένα αίτημα με το σώμα, μια ενσώματη αξίωση στο δημόσιο χώρο και ένα δημόσιο αίτημα προς τις πολιτικές εξουσίες. Όσο η «ασφάλεια» συνεχίζει να δικαιολογεί την απαγόρευση και τη διάλυση διαδηλώσεων, συνελεύσεων και κατασκηνώσεων σε πλατείες, τόσο θα εξυπηρετεί τον αποδεκατισμό δημοκρατικών δικαιωμάτων και της ίδιας της δημοκρατίας. Μόνο μια κινητοποίηση ευρείας βάσης –μια μορφή ενσώματου και διεθνικού θάρρους, θα μπορούσαμε να πούμε- μπορεί να αναχαιτίσει με επιτυχία τον ξενόφοβο εθνικισμό και τα διάφορα άλλοθι που απειλούν σήμερα τη δημοκρατία.

Επιλεγμένα αποσπάσματα από συνέντευξη της Judith Butler στον Christian Salmon. Η πλήρης συνέντευξη δημοσιεύθηκε στα γαλλικά, και μέρος της μεταφράστηκε από την ίδια την Μπάτλερ στα αγγλικά και δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του περιοδικού Cultural Anthropology με τον τίτλο Reflections on Trump. Στην παρούσα μετάφραση χρησιμοποιήθηκε το αγγλικό κείμενο και ο γαλλικός τίτλος.


Το μεταφρασμένο κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Nomadic Universality και μπορείτε να το βρείτε εδώ

 

[1] Μια από τις πιο μακρόβιες σατιρικές τηλεοπτικές εκπομπές στις ΗΠΑ [σ.τ.μ.]

 

Διαβάστε ακόμα

“Η ιστορία δεν μπορεί να διαγραφεί όπως οι ιστοσελίδες”

Οι γυναίκες ενάντια στον Τραμπ

Share

“Η ιστορία δεν μπορεί να διαγραφεί όπως οι ιστοσελίδες”

αντζελα ντειβις

Η ακτιβίστρια των πολιτικών δικαιωμάτων Angela Davis μίλησε το Σάββατο στην Ουάσινγκτον στο πλαίσιο της Πορείας Γυναικών μπροστά σε πλήθος εκατοντάδων χιλιάδων που συγκεντρώθηκαν για να διαμαρτυρηθούν για τη νέα κυβέρνηση Trump. Η Davis, γνωστή για τη συγγραφή βιβλίων όπως το Γυναίκες, Φυλή και Τάξη, έκανε μια παθιασμένη έκκληση για αντίσταση και ζήτησε από τον κόσμο να γίνει πιο μαχητικός στα αιτήματά του για κοινωνική δικαιοσύνη για τα επόμενα τέσσερα χρόνια της προεδρίας Τραμπ.

 

Ολόκληρη η ομιλία:

«Σε μια γεμάτη προκλήσεις στιγμή της ιστορίας μας, ας θυμηθούμε ότι εμείς οι εκατοντάδες χιλιάδες, τα εκατομμύρια των γυναικών, των τρανς, των αντρών και των νέων που είμαστε σήμερα εδώ στην Πορεία των Γυναικών, εμείς αντιπροσωπεύουμε τις ισχυρές δυνάμεις της αλλαγής που είναι αποφασισμένες να αποτρέψουν τις ετοιμοθάνατες κουλτούρες του ρατσισμού και της ετερο-πατριαρχίας από το να αναβιώσουν.

Αναγνωρίζουμε ότι είμαστε συλλογικά υποκείμενα της ιστορίας και ότι η ιστορία δεν μπορεί να διαγραφεί, όπως οι ιστοσελίδες. Ξέρουμε ότι μαζευόμαστε σήμερα το απόγευμα σε γη αυτόχθονων και ακολουθούμε το παράδειγμα των πρώτων λαών που, παρά τη μαζική βία και τις γενοκτονίες, ποτέ δεν εγκατέλειψαν τον αγώνα για τη γη, το νερό, τον πολιτισμό, τους ανθρώπους τους. Σήμερα απευθύνουμε ιδιαίτερο χαιρετισμό στη φυλή των Ινδιάνων Sioux του Standing Rock.

Οι αγώνες για ελευθερία των μαύρων που έχουν διαμορφώσει την ίδια τη φύση της ιστορίας αυτής της χώρας δεν μπορούν να διαγραφούν με το πέρασμα ενός χεριού. Δεν μπορούν να μας κάνουν να ξεχάσουμε ότι οι μαύρες ζωές έχουν σημασία. Πρόκειται για μια χώρα στηριγμένη στη δουλεία και την αποικιοκρατία, που σημαίνει καλώς ή κακώς ότι η ίδια η ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών είναι μια ιστορία μετανάστευσης και υποδούλωσης. Η διάδοση της ξενοφοβίας, οι κατηγορίες για φόνους και βιασμούς και η ανέγερση τειχών δεν θα διαγράψουν την ιστορία.

Κανένας άνθρωπος δεν είναι παράνομος.

Ο αγώνας για να σώσουμε τον πλανήτη, να σταματήσουμε την κλιματική αλλαγή, να εξασφαλίσουμε την προσβασιμότητα στο νερό από τα εδάφη των Sioux στο Standing Rock, το Flint, το Michigan, μέχρι τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα. Ο αγώνας για να σώσουμε τη χλωρίδα και την πανίδα μας, να σώσουμε τον αέρα, αποτελεί το σημείο μηδέν του αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη.

Αυτή είναι μια πορεία γυναικών και αυτή η πορεία γυναικών αντιπροσωπεύει την υπόσχεση του φεμινισμού απέναντι στις ολέθριες δυνάμεις της κρατικής βίας. Ενός συμπεριληπτικού και διαθεματικού φεμινισμού που καλεί όλες και όλους μας να συμμετάσχουμε στην αντίσταση απέναντι στο ρατσισμό, την ισλαμοφοβία, τον αντισημιτισμό, το μισογυνισμό, την καπιταλιστική εκμετάλλευση.

Ναι, χαιρετίζουμε τον αγώνα για τα 15 δολάρια ωρομίσθιο. Αφιερωνόμαστε στη συλλογική αντίσταση. Αντίσταση απέναντι στους δισεκατομμυριούχους που κερδοσκοπούν με τα ενυπόθηκα δάνεια και στους gentrifiers. Αντίσταση απέναντι στους υποστηρικτές της ιδιωτικοποίησης της υγειονομικής περίθαλψης. Αντίσταση απέναντι στις επιθέσεις σε μουσουλμάνους και μετανάστες. Αντίσταση στις επιθέσεις σε άτομα με αναπηρία. Αντίσταση στην κρατική βία που διαπράττεται από την αστυνομία και το βιομηχανικό – σωφρονιστικό σύμπλεγμα. Αντίσταση τόσο στη θεσμική έμφυλη βία όσο και σε εκείνη μέσα στις στενές σχέσεις, ιδιαίτερα ενάντια σε έγχρωμες τρανς γυναίκες.

Τα δικαιώματα των γυναικών είναι ανθρώπινα δικαιώματα σε όλο τον κόσμο και αυτός είναι ο λόγος που ζητάμε ελευθερία και τη δικαιοσύνη για την Παλαιστίνη. Πανηγυρίζουμε για την επικείμενη απελευθέρωση της Chelsea Manning. Και του Oscar López Rivera. Αλλά ζητάμε επίσης την απελευθέρωση του Leonard Peltier. Του Mumia Abu-Jamal. Της Assata Shakur.

Κατά τη διάρκεια των επόμενων μηνών και ετών θα κληθούμε να εντείνουμε τις διεκδικήσεις μας για κοινωνική δικαιοσύνη, να γίνουμε πιο μαχητικές/οί στην υπεράσπιση ευάλωτων πληθυσμών. Αυτοί που εξακολουθούν να υπερασπίζονται την υπεροχή της λευκής ανδρικής ετερο-πατριαρχίας ας έχουν το νου τους.

Οι επόμενες 1.459 ημέρες κυβέρνησης Τραμπ θα είναι 1.459 ημέρες αντίστασης: αντίστασης στο έδαφος, αντίστασης στις σχολικές αίθουσες, αντίστασης στους χώρους εργασίας, αντίστασης στην τέχνη και στη μουσική μας.

Αυτή είναι μόνο η αρχή, και όπως έλεγε η αμίμητη Ella Baker, ‘Εμείς που πιστεύουμε στην ελευθερία, δεν μπορούμε να ησυχάσουμε μέχρι να έρθει’. Ευχαριστώ».

μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

 

Διαβάστε ακόμα

Οι γυναίκες ενάντια στον Τραμπ

Άντζελα Ντέιβις: «Στις ΗΠΑ υπάρχει μια αδιάσπαστη συνέχεια στην αστυνομική βία που μας πηγαίνει πίσω στην εποχή της δουλείας»

 

Share

Οι γυναίκες ενάντια στον Τραμπ

πορεία γυναικών 21_1 2

της Λίνας Φιλοπούλου

Οι πρόσφατες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες και η ανάδειξη του Ντόναλντ Τραμπ σε Πρόεδρο προκάλεσαν αυθόρμητες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας χιλιάδων διαδηλωτών σε πολλές πόλεις με κεντρικό σύνθημα «not my president», θέλοντας να διαχωρίσουν τη θέση τους και να σταθούν απέναντι στην επιθετική προεκλογική ρητορική του και στις ρατσιστικές, σεξιστικές και ξενοφοβικές απόψεις του. Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ απέδειξε πόσο πραγματική είναι η απειλή των συλλογικών δικαιωμάτων των γυναικών και των ελευθεριών τους καθώς η προεκλογική του εκστρατεία των τελευταίων εβδομάδων επικεντρώθηκε στο μισογυνισμό και τη μισαλλοδοξία.

Αυτό που ξεκίνησε ως αυθόρμητη αντίδραση αμέσως μετά την εκλογή Τραμπ, παίρνει πλέον οργανωτική μορφή στις 21 Ιανουαρίου, όταν χιλιάδες γυναίκες θα ενώσουν τις φωνές τους στην Ουάσιγκτον, στην Πορεία Γυναικών, διεκδικώντας την προστασία των δικαιωμάτων τους, ασφάλεια, υγεία για τις ίδιες και τις οικογένειές τους. Εκατοντάδες συγκεντρώσεις, μάλιστα, διοργανώνονται στις 21 Ιανουαρίου σε όλον τον κόσμο στο πλαίσιο του καλέσματος της Πορείας Γυναικών στην Ουάσινγκτον (Womens’ March Washington), η οποία αναμένεται να είναι η ιστορικά μεγαλύτερη αντι-συγκέντρωση που διοργανώνεται στο πλαίσιο ορκωμοσίας Προέδρου των ΗΠΑ. Όπως τονίζουν οι διοργανώτριες, η ρητορική των τελευταίων εκλογών προσέβαλε, δαιμονοποίησε και απείλησε πολλές κατηγορίες γυναικών – μετανάστριες, γυναίκες με διαφορετική θρησκεία, ιδιαίτερα τις μουσουλμάνες, LGBTQIA άτομα, ιθαγενείς και αυτόχθονες, αφροαμερικάνες, άτομα με αναπηρία, φτωχές και επιβιώσασες σεξουαλικής βίας.

Όλες αυτές οι γυναίκες, καθώς και άντρες σύμμαχοί τους, θα ενώσουν τις διαφορετικές τους ταυτότητες υπερασπιζόμενες τα ανθρώπινα δικαιώματα, την αξιοπρέπεια, τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη σε μια μεγαλειώδη συγκέντρωση που δύσκολα θα μπορέσει να αγνοήσει η καινούρια κυβέρνηση. Σύμφωνα με την προκήρυξη που έχει κυκλοφορήσει η πορεία αυτή τοποθετείται στο πλαίσιο παλιότερων αλλά και σύγχρονων κινημάτων για την ισότητα, τιμώντας με αυτόν τον τρόπο την κληρονομιά κινημάτων, όπως οι Σουφραζέτες και το κίνημα για την κατάργηση της δουλείας, το Κίνημα για τα Αστικά Δικαιώματα, το φεμινιστικό κίνημα, το Κίνημα των Ινδιάνων της Αμερικής, το Occupy Wall Street, το κίνημα για την Ισότητα στο Γάμο, το Black Lives Matter, κ.α. Δεν παραλείπει να αναφέρει επίσης μια σειρά ηγετικών μορφών του φεμινιστικού κινήματος, συμπεριλαμβανομένων των Angela Davis, Harriet Tubman, Gloria Steinem, Audre Lorde, Malala Yousafzai, Dolores Huerta, από το αγροτικό κίνημα, Wilma Mankiller, πρώην αρχηγός της φυλής των Τσερόκι, και Sylvia Rivera, η τρανς αγωνίστρια της εξέγερσης του Stonewall, κ.α. Όλες αυτές οι γυναίκες είναι ο λόγος για τον οποίο σήμερα μπορούμε όλες εμείς να συνεχίσουμε τον αγώνα για την ισότητα.

Οι συμμετέχουσες θα φτάσουν στην Ουάσινγκτον από όλη τη χώρα με πούλμαν. Σύμφωνα με τις διοργανώτριες, πρωταρχικός σκοπός της κινητοποίησης είναι η διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων για τις γυναίκες και η υπεράσπιση των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Επιπλέον επιδιώκουν η Πορεία Γυναικών στην Ουάσινγκτον να στείλει αφενός ένα ηχηρό μήνυμα προς τη νέα κυβέρνηση από την πρώτη κιόλας μέρα και αφετέρου, προς τον κόσμο, ότι τα δικαιώματα των γυναικών είναι ανθρώπινα δικαιώματα. Περισσότερες από 200 οργανώσεις έχουν δηλώσει ότι θα συμμετέχουν στην πορεία, συμπεριλαμβανομένων των Planned Parenthood, Define American και United We Dream, την NARAL Pro-Choice America – θέτοντας στην ατζέντα και το δικαίωμα στην έκτρωση –, την NAACP, τον Εθνικό Οργανισμό για τις Γυναίκες και το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, την Ένωση Μουσουλμάνων Γυναικών, των Girls Who Code και Black Girls Rock, προσωπικότητες από τον καλλιτεχνικό κόσμο, ενώ δεκάδες είναι οι ομιλήτριες και ομιλητές σε αυτή την εκδήλωση. Πρόκειται επίσης για μια πορεία που στόχο έχει να αναδείξει τα θετικά στοιχεία της αντίστασης και κυρίως να ενδυναμώσει τις γυναίκες, να δυναμώσει την αλληλεγγύη.

Η πολιτική αναταραχή και η προκλητική τέχνη συναντήθηκαν επίσης στον απόηχο της νίκης του Ντόναλντ Τραμπ. Πριν καν προλάβει να ορκιστεί η νέα κυβέρνηση, ένα νέο κίνημα διαμαρτυρίας γυναικών καλλιτέχνιδων έκανε ήδη την εμφάνισή του με την έκθεση «Nasty Woman» στη Νέα Υόρκη. Η ανταπόκριση του κοινού ήταν συγκλονιστική. Το πρότζεκτ Pussyhat, που ξεκίνησε από τις Krista Suh και Jayna Zweiman στο Λος Άντζελες λίγες εβδομάδες μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου, έχει κάνει πάταγο. Γυναίκες πλέκουν σκουφάκια με αυτιά γάτας από ροζ νήμα για τις ίδιες και για τις εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες, άνδρες, και γενικά τους υποστηρικτές των δικαιωμάτων των γυναικών που αναμένεται να συμμετάσχουν στην πορεία στην Ουάσιγκτον. Το όνομα τους προέκυψε μετά την διαρροή video του 2005 με τον Trump να λέει για τις γυναίκες “grab them by the pussy”, που ελληνικά πάει να πει ότι ο τωρινός Πρόεδρος των Η.Π.Α. κοκορευόταν πως άρπαζε τις γυναίκες από το μουνί αφού στα αγγλικά η λέξη γατούλα-pussy χρησιμοποείται στην αργκώ και για το αιδοίο.

Οι γυναίκες δεν σιωπούμε και δεν θα ησυχάσουμε μέχρι να κερδίσουμε ισοτιμία και ισότητα. Οι γυναίκες δεν θα επιτρέψουμε να υποβιβαστούν τα δικαιώματά μας χωρίς μάχη. Την ίδια μέρα διοργανώνονται συγκεντρώσεις σε πολλές άλλες χώρες σε ένδειξη αλληλεγγύης και με επίκεντρο την προάσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών. Δημιουργείται μια δυνατότητα μέσα σε αυτήν την αντίσταση, με οργανωμένες κινητοποιήσεις τη μέρα της ορκωμοσίας. Η εμφάνιση στο δρόμο ενός ριζοσπαστικού κινήματος αντίστασης στον Τραμπ, από την ημέρα της ορκωμοσίας κιόλας, είναι μια πολύ αισιόδοξη αρχή για τους αγώνες που θα ακολουθήσουν και η ενδεχόμενη επιτυχία του θα αποτελέσει σημαντική επίδειξη ενότητας σε ένδειξη διαμαρτυρίας και μηδενικής ανοχής στον νέο πρόεδρο.

Γυναίκες, ετοιμαστείτε να διαδηλώσουμε!

 

Μπορείτε να δείτε σε ποια μέρη διοργανώνονται συγκεντρώσεις εδώ

Περισσότερες πληροφορίες για την Πορεία Γυναικών στην Ουάσινγκτον μπορείτε να βρείτε:

EventbriteOfficial WebsiteTwitterInstagram

Βίντεο: #WhyIMarch #WhyWeMarch on January 21st εδώ και εδώ 

Λίστα με βιβλία που πρέπει να διαβάσεις αν σκοπεύεις να συμμετάσχεις στην πορεία διαμαρτυρίας ενάντια στον Τραμπ εδώ

#ResistTrump  #OccupyInauguration #BlackLivesMatter #Taxtherich #healthcareforall

 
πορεία γυναικών 21_1

Share

Ο ελιτίστικος, λευκός φεμινισμός μάς έδωσε τον Τραμπ: Πρέπει να πεθάνει!

της Liza Featherstone

Όταν η γάτα μου πέθανε ξαφνικά το βράδυ πριν από τις εκλογές, ήξερα ότι θα εκλεγεί ο Ντόναλντ Τραμπ κι έτσι ξεκίνησα να πενθώ και τα δύο γεγονότα ταυτόχρονα. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που έχεις ένα μεταφυσικό προαίσθημα –ενισχυμένο από το ότι η γάτα μου ήταν μαύρη και τη θεωρούσα πλέον συγγενή μου– που φαίνεται τρομακτικό μόνο όταν αυτό αποδειχτεί αληθινό. Πριν πεθάνει, υπέθετα – όπως σχεδόν όλη η Νέα Υόρκη– ότι θα εκλεγεί η Χίλαρυ Κλίντον.

Στην τελική, πώς μπορούσε να χάσει μια ικανή, έμπειρη πολιτικός από έναν πραγματικό άνθρωπο των σπηλαίων; Για ποιον λόγο οι εργαζόμενοι –πολλοί από τους οποίους ζουν στις κεντροδυτικές πολιτείες, όπου η οικονομία έχει σταματήσει να ανθεί– να ψηφίσουν έναν άνθρωπο που έγινε γνωστός επειδή ούρλιαζε «Απολύεσαι!» στην τηλεόραση; Ακόμα πιο περίεργο, γιατί ένας κατ’ εξακολούθηση κατηγορούμενος για βιασμό να πάρει περισσότερες λευκές γυναικείες ψήφους από μια προσοντούχα γυναίκα;

Ας κατηγορήσουμε τον ελιτίστικο φεμινισμό που εκπροσωπεί η Κλίντον

Στο βιβλίο False Choices: The Faux Feminism of Hillary Rodham Clinton, εγώ και πολλοί συγγραφείς υποστηρίζουμε ότι ο αστικός φεμινισμός της Κλίντον στρέφεται ενάντια στα συμφέροντα της συντριπτικής πλειονότητας των γυναικών. Και αποδείχτηκε ότι ισχύει και με το παραπάνω. Ένας τέτοιος στιγματισμός του φεμινισμού μας έδωσε τον πιο σεξιστή και ρατσιστή πρόεδρο στη σύγχρονη ιστορία: τον Ντόναλντ Τραμπ.

Ο συντηρητικός βαθύς γνώστης της πολιτικής Καρλ Ρόουβ δήλωσε αυτή την εβδομάδα στο Fox News ότι έρευνες που διεξήγαν με ομάδες εστίασης έδειξε ότι τις γυναίκες της εργατικής τάξης δεν τις ένοιαζε αν η Κλίντον θα ήταν η πρώτη γυναίκα πρόεδρος. Και συγκριτικά με τον Ομπάμα το 2008, η Κλίντον πήρε λιγότερες ψήφους από τις γυναίκες, ανεξάρτητα αν ήταν λευκές, λατίνες ή μαύρες.

Θα ήταν λάθος να πούμε ότι οι ψηφοφόροι του Τραμπ ήταν συνειδητοποιημένοι, εξάλλου πολλοί από αυτούς πάντα ψήφιζαν τους Ρεπουμπλικανούς. Ούτε θα πρέπει να τους αποδώσουμε το τεκμήριο της ταξικότητας, ειδικά στον βαθμό που ήταν υψηλότερου εισοδήματος από τους ψηφοφόρους της Κλίντον. Αμφιβάλλω αν οι περισσότεροι από αυτούς γνωρίζουν ότι η Κλίντον έχει υπάρξει μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Walmart, μιας εταιρείας διάσημης για τα τεράστια κέρδη που αποκόμιζε από την κακοπληρωμένη εργασία γυναικών, και στόχου της μεγαλύτερης αγωγής για διακρίσεις φύλου στην ιστορία. Αλλά πολλοί Αμερικανοί –είτε όσοι ψήφισαν Τραμπ είτε, το πιο πιθανό, όσοι έμειναν σπίτι τους– γνώριζαν ότι η Κλίντον αποτελεί εδώ και καιρό οργανικό κομμάτι ενός συστήματος που τους εξαπάτησε. Οι γυναίκες της εργατικής τάξης ήξεραν πολύ καλά ότι στις «εκστρατείες ακρόασης» της Κλίντον, η μόνη ακρόαση που είχε σημασία ήταν εκείνη που αφορούσε τους υψηλούς χρηματοδότες της στα σαλόνια του Χάμπτον και του Μπέβερλι Χιλς ή στο σέσιον των ερωταπαντήσεων που ακολουθούσε τις ομιλίες των 250.000 δολαρίων στη Goldman Sachs. Το φθινόπωρο του 2016 περνούσε τον περισσότερο χρόνο της με τους ζάμπλουτους.

Η πραγματικά κουφή καμπάνια της δεν προσποιήθηκε καν ότι επιχειρούσε να υπερβεί αυτές τις ταξικές αποκλίσεις. Από τη στιγμή που εξασφάλισε το χρίσμα, η Κλίντον κόμισε ελάχιστες ιδέες για το πώς μπορεί να γίνει η ζωή των απλών γυναικών καλύτερη. Και αυτό γιατί εκείνο που θα βελτίωνε περισσότερο τη ζωή της μέσης γυναίκας θα ήταν η αναδιανομή, κάτι που δεν άρεσε και τόσο στους τραπεζίτες φίλους της Κλίντον. Το σύνθημα #ImWithHer ήταν ένα οδυνηρά κοινότοπο σύνθημα προεκλογικής εκστρατείας, που υπογράμμιζε ευκρινώς ότι το μήνυμα ολόκληρης της εκστρατείας επικεντρωνόταν αποκλειστικά στην υποψήφια ως άτομο και στο φύλο της και όχι σε ένα όραμα για την κοινωνία ή έστω για τις γυναίκες ως σύνολο. Η ίδια ξέγραψε ολόκληρα τμήματα πληθυσμού ως «παρίες» και δεν μπήκε καν στο κόπο να πραγματοποιήσει εκστρατεία στο Ουισκόνσιν. Ανάμεσα στα μέλη των σωματείων δε, η υποστήριξή της ήταν αναιμική σε σχέση με πρόσφατους υποψήφιους των Δημοκρατικών, ενώ σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις ήταν σημαντικά χαμηλότερη και από την υποστήριξη προς τον Ομπάμα το 2008.

Η καμπάνια πάσχιζε συνεχώς να προσελκύσει τη χρηματοδότηση από τις τάξεις των διασημοτήτων του πιο πλούσιου 1%. Και τελικά η Κλίντον κέρδισε πόντους λόγω φύλου μόνο στις τάξεις των αποφοίτων κολεγίου. Σε σχέση με τις λευκές γυναίκες χωρίς πτυχίο, η Κλίντον έχασε από τον Τραμπ κατά 28 μονάδες· ήταν σχεδόν σαν να μην ένοιαζε τη σερβιτόρα από το Οχάιο αν η Άννα Ουίντουρ ήταν #WithHer.

Ο ελιτίστικος φεμινισμός που εκπροσωπεί η Κλίντον είναι ταυτόχρονα ένας «λευκός φεμινισμός». Κατά τη διάρκεια του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών είχε συζητηθεί πολύ η εμπιστοσύνη των μαύρων ψηφοφόρων προς την Κλίντον, αλλά αποδείχτηκε παραπλανητική καθώς αφορούσε κυρίως όσους ήταν αρκετά πεισμένοι για να την ψηφίσουν ήδη από τον πρώτο γύρο, μα αυτό ποτέ δεν είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα του εκλογικού σώματος. Η Κλίντον είχε τεράστια συμβολή στην υλοποίηση πολιτικών που οδήγησαν σε μαζικές φυλακίσεις τη δεκαετία του ’90, είχε πραγματοποίησε ρατσιστική καμπάνια εις βάρος του Ομπάμα το 2008, ενώ συμπεριφέρθηκε στις γυναίκες του #BlackLivesMatter με οδυνηρή περιφρόνηση το 2016. Παρ’ όλα αυτά θεώρησε την ψήφο της μαύρης κοινότητας δεδομένη. Την ενδιέφερε περισσότερο να προσελκύσει την ψήφο των λευκών ρεπουμπλικάνων γυναικών των προαστίων. Τελικά, η προσέλευση των Αφροαμερικανών ήταν μικρότερη από του 2012.

Η αντίδραση των πιο αναγνωρισμένων φεμινιστριών σε αυτόν τον εθνικό τρόμο ήταν να κατηγορήσουν τους ψηφοφόρους. Σχολιάστριες όπως η Αμάντα Μάρξοτ ήταν σίγουρες για τη νίκη του Τραμπ επειδή οι άντρες –και ορισμένες γυναίκες– μισούν τις γυναίκες: «Αποδεικνύεται ότι δεν μπορούμε να δεχτούμε την ιδέα πως μια γυναίκα μπορεί να είναι ταυτόχρονα φιλόδοξη και ικανή». Ο μόνος άλλος λόγος για τον οποίο θα μπορούσε να κερδίσει, συνέχισε, είναι ο ρατσισμός. Η φεμινίστρια συγγραφέας Τζιλ Φιλίποβιτς πήγε ακόμα πιο μακριά την αποστροφή για τις μάζες τουιτάροντας για την Κλίντον: «Συγγνώμη, Αμερική, δεν την άξιζες».

O Τραμπ είναι ρατσιστής – και η εκλογή του ενθαρρύνει ήδη τα χειρότερα στοιχεία της αμερικανικής κοινωνίας, όπως οι ρατσιστές μπάτσοι, οι οργανωμένοι πιστοί της ανωτερότητας της λευκής φυλής, οι ετοιμοπόλεμοι στρατιώτες κατά των μεταναστών. Πράγματι, επρόκειτο για τεράστιο αυτογκόλ της αμερικανικής κοινωνίας. Και, στην καλύτερη περίπτωση, αποδεικνύει ότι πολλοί ψηφοφόροι είναι σοκαριστικά αδιάφοροι σε θέματα ρατσισμού και ξενοφοβίας. Αλλά θα ήταν μάλλον λάθος να πούμε ότι φταίει κυρίαρχα αυτό για την ήττα της Κλίντον. Εξάλλου, ο Τραμπ κέρδισε πολλές από τις εκλογικές περιφέρειες που το 2012 είχαν ψηφίσει έναν μαύρο με αφρικανικό όνομα. Ομοίως, ενώ είναι τραγελαφικό το ότι ο μισογυνισμός του Τραμπ δεν απομάκρυνε ψήφους, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με την αφήγηση ότι ο σεξισμός οδήγησε σε αυτά τα αποτελέσματα· ή με το ότι αυτή η εκλογή αποτέλεσε εντολή μισογυνισμού – εξάλλου τη λαϊκή ψήφο την κέρδισε γυναίκα. Επιπλέον αν η αλληλεγγύη των λευκών αντρών προς έναν μισογύνη ρατσιστή –ή η για οποιοδήποτε λόγο προτίμηση προς τον Τραμπ– ήταν σημαντικός παράγοντας, τότε ο Τραμπ θα έπρεπε να έχει συσπειρώσει την εκλογική του βάση. Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκε αύξηση στις ψήφους των Ρεμπουμπλικανών: ο Τραμπ πήρε λιγότερες από τον Ρόμνεϋ το 2012. Πολύ απλά η Κλίντον δεν ενέπνευσε αρκετούς –ειδικά τις γυναίκες και τους Αφροαμερικανούς– να την ψηφίσουν.

Ο Ομπάμα ενέπνευσε τους Αμερικανούς μιλώντας για αλλαγή και για ελπίδα. Η Κλίντον δεν μπορούσε να μιλήσει για αλλαγή γιατί δεν πιστεύει σε αυτήν, και δεν θα μπορούσε να μιλήσει για ελπίδα γιατί η ελπίδα είναι επικίνδυνη. Πράγματι, όταν ο Μπέρνι Σάντερς, ο αντίπαλός της για τον χρίσμα των Δημοκρατικών, μίλησε για μείζονες αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, η Κλίντον απάντησε με την ταξική οργή ενός ανθρώπου αφοσιωμένου στο 1%. Κατά τη διάρκεια του πρώτου γύρου των εκλογών υποστήριξε με πάθος ότι δεν θα έπρεπε να υπάρξει ποτέ μα ποτέ δημόσιο σύστημα υγείας –κάτι που θα ωφελούσε τους πάντες και ιδιαίτερα τις γυναίκες– καθώς το κόστος της υγειονομικής μας περίθαλψης είναι μεγαλύτερο και είναι πιθανότερο να «κηρύξουμε πτώχευση» εξαιτίας του «ιατρικού χρέους» (όταν πρόσφατα εξήγησα τι είναι αυτό σε έναν Καναδό δημοσιογράφο, είπε: «Ουάου, δεν είχα σκεφτεί πότε την πιθανότητα ύπαρξης ενός τέτοιου χρέους»· αυτό ακριβώς). Σε έναν ιδιωτικό έρανο, η Κλίντον χλεύασε ως «κάλπικες υποσχέσεις» την υπεράσπιση του Σάντερς για «δωρεάν σύστημα υγείας, δωρεάν εκπαίδευση», σημειώνοντας πατερναλιστικά ότι οι υποστηρικτές του «δεν ξέρουν τι είναι αυτό, αλλά είναι κάτι που το νιώθουν μέσα τους».

Ένας άνθρωπος που πιθανόν να πάει σε δίκη για παιδεραστία και που επέλεξε για αντιπρόεδρο έναν από τους πιο αντιδημοφιλείς πολιτικούς στον κόσμο, είναι πλέον στο τιμόνι της ισχυρότερης χώρας στον πλανήτη. Δεν μπορείς να χαρείς γι’ αυτό. Ήταν σφάλμα της Αμερικής να τον εκλέξει. Αλλά η αποτυχία της Κλίντον και των Δημοκρατικών της άρχουσας τάξης να τον νικήσουν είναι μια ευκαιρία για τον σοσιαλιστικό φεμινισμό. Πολλές γυναίκες θέλουν βαθιά αλλαγή, θέλουν να γίνει καλύτερη η ζωή τους. Απλώς δεν πίστευαν ότι ο ελιτίστικος φεμινισμός της Κλίντον θα φέρει αυτή την αλλαγή – και είχαν δίκιο.

O φεμινισμός έχει τώρα την ευκαιρία να αφήσει πίσω του το «go-girlism» που εγκαθίδρυσε η Σέρυλ Σάντμπεργκ. Οι αριστερές φεμινίστριες πρέπει να οργανώσουν την πάλη ενάντια στις πολιτικές Tραμπ-Πενς. Θα πρέπει να εργαστούμε όλες μαζί για την προστασία των δικαιωμάτων των προσφύγων, για τις θρησκευτικές ελευθερίες, και για να αποτρέψουμε μια πιθανή επίθεση στο δικαίωμά μας στην έκτρωση. Επιπλέον χρειάζεται να ασχοληθούμε με περιβαλλοντικά θέματα σε πολιτειακό και τοπικό επίπεδο αναγνωρίζοντας ότι τίποτα καλό δεν θα επιτευχθεί σε ομοσπονδιακό επίπεδο σε καθεστώς άρνησης της κλιματικής αλλαγής. Χρειαζόμαστε την ενίσχυση των δομών της αριστεράς: να οργανώσουμε σωματεία στους χώρους εργασίας μας, να συμμετέχουμε σε ανεξάρτητα αριστερά κόμματα, να στηρίξουμε προοδευτικούς υποψήφιους για τις τοπικές και τις πολιτειακές υπηρεσίες, και να δημιουργήσουμε αριστερά μέσα ενημέρωσης. Πρέπει να δουλέψουμε ειδικά και για την ενίσχυση των υπαρχουσών φεμινιστικών προσπαθειών που επικεντρώνονται στις υλικές ανάγκες των γυναικών είτε αυτό σημαίνει την ένταξή μας σε τοπικές και πολιτειακές καμπάνιες που απαιτούν αναρρωτική άδεια και άδεια για οικογενειακούς λόγους, δημόσια υγεία ή –ειδικά τώρα– δίνουν τη μάχη για τα 15 δολάρια την ώρα (#Fight for $15).

Νόμιζα ότι η άρχουσα τάξη θα εξασφάλιζε τη νίκη της υποψήφιάς της αλλά αποδείχτηκε ότι κάτι τέτοιο απαιτούσε πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορούσαν να διαχειριστούν οι εκπρόσωποί της στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού συστήματος, δεδομένης της ευρείας δυσαρέσκειας απέναντι σε ό,τι αντιπροσωπεύει η Κλίντον. Είχα υποστηρίξει ότι o κλιντονισμός δε θα νικήσει μακροπρόθεσμα τον τραμπισμό επειδή (όπως φάνηκε με την Αγγλία και το Brexit) η απόμακρη και διεφθαρμένη ελίτ και τα σκληρά νεοφιλελεύθερα καθεστώτα τρέφουν τον δεξιό λαϊκισμό. Αποδείχτηκε όμως ότι η Κλίντον και η πολιτική της έχει τελειώσει και βραχυπρόθεσμα ακόμα.

Οι φεμινίστριες πρέπει να πολεμήσουμε τον Τραμπ και τον βίαιο σεξισμό, τον ρατσισμό του και, ίσως πιο επειγόντως, την ξενοφοβία και τη θρησκευτική μισαλλοδοξία του. Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει με ηγέτες που προτιμούν να συναναστρέφονται δισεκατομμυριούχους από το να παλεύουν για την καθημερινή γυναίκα. Ένας φεμινισμός που ταυτίζεται με ανθρώπους όπως η Κλίντον –που φτιάχνει οργανισμούς με ονόματα όπως Pantsuits Nation (pantsuit: γυναικείο κουστούμι [ΣτΜ])– δεν είναι ένας φεμινισμός που εκτιμά τη ζωή της πλειονότητας των γυναικών.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτικε στο blog των εκδόσεων Verso και αναδημοσιεύεται από το ektosgrammis.

μετάφραση: Ματίνα Ρούσσου

 

Διαβάστε ακόμα

«Η Κλίντον ενσαρκώνει ένα νεοφιλελεύθερο είδος φεμινισμού που ωφελεί κυρίως τις προνομιούχες γυναίκες»

Ο φεμινισμός που το να είσαι “έξυπνη και ευέλικτη” σημαίνει να πατάς πάνω στις άλλες

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

Share

«Η Κλίντον ενσαρκώνει ένα νεοφιλελεύθερο είδος φεμινισμού που ωφελεί κυρίως τις προνομιούχες γυναίκες»

Martha-Rosler-Photo-Op

Martha Rosler ‘Photo Op’ από τη σειρά ‘Bringing the War Home: House Beautiful’, 2004

του Álvaro Guzmán Bastida

Η Nancy Fraser (Βαλτιμόρη, 1947) υπήρξε στην πρώτη γραμμή των φεμινιστικών αγώνων και της κριτικής θεωρίας από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Η κριτική αυτού που αποκαλεί «νεοφιλελεύθερο φεμινισμό» και οι θεωρίες της σχετικά με την αναγνώριση και την αναδιανομή ως προϋπόθεση για την κατανόηση των κοινωνικών ανισοτήτων έχουν ασκήσει τεράστια επίδραση. Τη συναντήσαμε στο γραφείο της στο τμήμα Φιλοσοφίας της Νέας Σχολής Κοινωνικών Ερευνών στο Μανχάταν, για να συζητήσουμε για την επικράτηση των πολιτικών ταυτότητας στην εποχή μας, τη σημασία του Μπέρνι Σάντερς, του Ντόναλντ Τραμπ και της Χίλαρι Κλίντον, και για ποιο λόγο ένιωσε υποχρεωμένη να εισαγάγει μια τρίτη έννοια – αυτή της «εκπροσώπησης» – στο τελευταίο της βιβλίο (Περιουσίες του φεμινισμού), προκειμένου να εξηγήσει τι είναι αυτό που ταλανίζει τη σύγχρονη κοινωνία, αλλά και πού θα πρέπει να επικεντρωθούν οι αγώνες για να το διορθώσουμε.

Πριν από δεκαπέντε χρόνια γράψατε για έναν όρο που δανειστήκατε από τον Χέγκελ, την «αναγνώριση», λέγοντας ότι ήταν η λέξη-κλειδί εκείνης της περιόδου που ετίθεντο τα ζητήματα της διαφοράς και της ταυτότητας. Πώς τον κατανοούσε ο Χέγκελ και γιατί είναι σημαντικός;

Στον Χέγκελ έχουμε ουσιαστικά δύο δρώντες που συναντιούνται ο ένας με τον άλλο και ο καθένας είναι υποκείμενο, αλλά για να είναι πλήρες υποκείμενο, πρέπει ο καθένας να αναγνωρίζεται από τον άλλο. Καθένας επιβεβαιώνει τον άλλο ως υποκείμενο καθαυτό, που είναι ταυτόχρονα ίσο και διαφορετικό από μένα. Αν και οι δύο άνθρωποι μπορούν να το επιβεβαιώνουν, τότε έχουμε μια αμοιβαία ισότιμη, συμμετρική διαδικασία αναγνώρισης. Αλλά, ως γνωστόν, στη διαλεκτική κυρίου και δούλου αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο με εξαιρετικά ασύμμετρους, άνισους όρους, τους όρους της κυριαρχίας ή υποταγής. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε μη αμοιβαία αναγνώριση.

Γιατί είναι τόσο στη μόδα από τις αρχές της δεκαετίας του 2000;

Έχει σχέση με αυτό που τότε αποκαλούσα μετα-σοσιαλιστική κατάσταση. Αυτή ήταν μια στιγμή στην ιστορία των μεταπολεμικών κοινωνιών, κατά την οποία η προβληματική της διανεμητικής δικαιοσύνης είχε χάσει την ηγεμονική της ικανότητα να οργανώνει τις συντριπτικά μεγαλύτερες πλειοψηφικές μερίδες των κοινωνικών αγώνων και συγκρούσεων. Μέχρι αυτό το σημείο, στη μεταπολεμική περίοδο, αυτό το αναδιανεμητικό παράδειγμα ήταν ηγεμονικό, και σχεδόν όλη η κοινωνική συζήτηση και διαμάχη είχε οργανωθεί με αυτούς τους όρους. Αυτό σήμαινε ότι πολλά ζητήματα ήταν δύσκολο να εισακουστούν. Πολλοί ισχυρισμοί μπήκαν στο περιθώριο επειδή δεν ταίριαζαν με τη διανεμητική γραμματική. Βασικά, αυτό που τώρα μπορούμε να δούμε εκ των υστέρων είναι ότι η άνοδος της πολιτικής της αναγνώρισης συμπίπτει με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός εκτοπίζει στην πράξη το σοσιαλδημοκρατικό φαντασιακό και επιτίθεται στην εξισωτική διανεμητική δικαιοσύνη, ώστε ολόκληρο το σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο, αν δεν καταρρέει πλήρως, τουλάχιστον ξεφτίζει, παραπαίει, χάνει την ικανότητά του να οργανώνει τον πολιτικό χώρο και συζήτηση, με αποτέλεσμα να δημιουργείται χώρος για διάφορες διεκδικήσεις και αγώνες αναγνώρισης.

Μας δίνετε μερικά παραδείγματα;

Μετά το 1989, μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού και ολόκληρου του σοβιετικού μπλοκ, τι έχουμε; Πολύ σύντομα, την άνοδο του θρησκευτικού ανταγωνισμού, του εθνικού ανταγωνισμού – τώρα πια βρισκόμαστε στο πεδίο της αναγνώρισης, παλιότερα αυτές οι διεκδικήσεις αποκλείονταν. Υπήρξε λοιπόν μια κομμουνιστική εκδοχή της διανεμητικής συζήτησης, η οποία έχει πλέον καταστραφεί. Στη Δύση είναι η απώλεια της σοσιαλδημοκρατικής ηγεμονίας, κάτι που δεν σχετίζεται μόνο με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και με αυτό που συνέβη στα νέα κοινωνικά κινήματα που είχαν ξεπηδήσει τη δεκαετία του 1960. Η Νέα Αριστερά είχε μια ριζοσπαστική, θα μπορούσε μάλιστα να πει κάποιος και αντικαπιταλιστική ηθική, γι’ αυτό επικεντρώθηκε και στην αναδιανομή και την αναγνώριση, θα έλεγα με πολύ ριζοσπαστικούς τρόπους. Αλλά καθώς περνούσαν οι δεκαετίες και το είδος του ριζοσπαστικού αντικαπιταλιστικού πνεύματος της Νέας Αριστεράς άρχισε να ξεθωριάζει, αυτό που έμεινε, τα διάδοχα κινήματα – ένα νέο είδος φεμινισμού, ένα νέο είδος αντιρατσισμού, η πολιτική της σεξουαλικότητας των ΛΟΑΤ κινημάτων – έτειναν  να αγνοούν την οπτική της πολιτικής οικονομίας και να επικεντρώνονται σε ζητήματα τα οποία θα ανέλυα με όρους στάτους ή αναγνώρισης.

Συνδέετε αυτά τα ζητήματα με τις πολιτικές ταυτότητας. Σε ποιο βαθμό είναι υποτιμητικός ο όρος;

Μέρος αυτού που επιχείρησα να κάνω μέσω της ανάλυσής μου ήταν να διαχωρίσω μια πολύ εύκολη ταύτιση μεταξύ πολιτικών ταυτότητας και πολιτικών αναγνώρισης. Έχω προσπαθήσει να πω ότι οι πολιτικές αναγνώρισης αποτελούν μια απολύτως θεμιτή διάσταση της δικαιοσύνης και ότι οι διεκδικήσεις για την υπέρβαση αυτών των αδικιών είναι σημαντικές. Δεν μπορούν απλώς να αναχθούν σε διεκδικήσεις αναδιανομής όπως θα ήθελε ο χυδαίος μαρξισμός. Ήθελα να υπερασπιστώ τη σημασία, τη νομιμότητα, τη σχετική αυτονομία των διεκδικήσεων αναγνώρισης. Όμως, θέλω να δηλώσω ότι υπάρχουν περισσότεροι από ένας τρόποι για να τις κατανοήσουμε – δεν χρειάζεται να είναι μέσω των πολιτικών ταυτότητας. Στην πραγματικότητα, συχνά οι διεκδικήσεις αναγνώρισης παίρνουν τη μορφή των πολιτικών ταυτότητας. Αυτό είναι ατυχές, κατά την άποψή μου. Δημιουργεί ένα σωρό προβλήματα  και συνήθως είναι καλύτερα να αναζητούμε μια μη-ταυτοτική κατανόηση του τι σημαίνει να αγωνιζόμαστε για αναγνώριση.

Τι θα έπρεπε να σημαίνει;

Αυτό για το οποίο θα έπρεπε να αγωνίζεται ένα κίνημα όπως ο φεμινισμός, δεν είναι η ιδέα ότι υπάρχει κάποια ξεχωριστή ταυτότητα ή ηθική της θηλυκότητας που χρειάζεται θετική αναγνώριση, έτσι ώστε να είναι ίση με την αρρενωπότητα. Όχι, θα έλεγα ότι οι πολιτικές αναγνώρισης σε ένα φεμινιστικό κίνημα θα έπρεπε να είναι ένας αγώνας ενάντια στις μορφές άνισου στάτους που συνδέονται με όρους φύλου. Και αυτό αφήνει αρκετά ανοικτό το εάν θα πρέπει να επανεκτιμηθεί «το θηλυκό» ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Γι’ αυτό προσπαθώ να διαχωρίσω τις πολιτικές αναγνώρισης από τις πολιτικές ταυτότητας.

Κοιτάζοντας πίσω, έχω την αίσθηση ότι – διορθώστε με αν πρόκειται για λανθασμένη ανάλυση – έχει υπάρξει μεγάλη πρόοδος σε θέματα αναγνώρισης στις ΗΠΑ, ισότητας στο γάμο και ούτω καθεξής, ακόμη και σε θέματα ορατότητας, για παράδειγμα έχοντας έναν μαύρο πρόεδρο. Υπήρξε πάρα πολύ αναγνώριση και πολύ λίγη έμφαση στην αναδιανομή; Ζούμε σε πολύ άνισες εποχές και αυτό δεν φαίνεται να βελτιώνεται.

Δεν είναι ζήτημα πάρα πολύ ή πολύ λίγο, αλλά το γεγονός ότι δεν έχει υπάρξει ισορροπία. Υπήρξε μια ανισορροπία και μια μονομέρεια. Για παράδειγμα, το gay κίνημα, το ΛΟΑΤ κίνημα, επικεντρώνεται στην ισότητα στο γάμο και την πρόσβαση στη στρατιωτική θητεία. Τώρα, αυτά δεν θα αποτελούσαν την πρώτη μου επιλογή για να αγωνιστώ. Ωστόσο, και τα δύο, κατά έναν ενδιαφέροντα τρόπο, έχουν ένα διανεμητικό στοιχείο. Ο στρατός είναι μία από τις λίγες οδούς για πληρωμένη πανεπιστημιακή εκπαίδευση στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, οπότε υπάρχουν οικονομικά οφέλη σε αυτό. Και το δικαίωμα στο γάμο εμπεριέχει τόσο οικονομικά και κοινωνικά, όσο και συμβολικά οφέλη, όπως αυτό της αναγνώρισης.

Ποιες εναλλακτικές οδούς θα προτιμούσατε;

Λοιπόν, εγώ θα προτιμούσα έναν αγώνα ώστε κάποιες βασικές κοινωνικές παροχές να γίνουν απλώς τα κοινωνικά δικαιώματα όλων των ατόμων, ανεξάρτητα από την οικογενειακή τους κατάσταση, θα προτιμούσα μια κοινωνία που δεν δίνει έμφαση στο ποιος είναι παντρεμένος και ποιος δεν είναι. Αντί να λέμε, «θέλουμε κι εμείς να παντρευτούμε!» γιατί να μην πούμε «θέλω να έχω παροχές υγείας, φορολογικές και όλες τις απαραίτητες παροχές απλώς επειδή είμαι άτομο, πολίτης, κάτοικος που ζει στη χώρα»;

Επειδή θέματα όπως ο γάμος έχουν αναδιανεμητική διάσταση, αλλά δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο στάτους. Αυτός είναι ο λόγος;

Ναι, και η ιστορία με την ισότητα στο γάμο εισάγει τις δικές της επαχθείς συγκρίσεις στάτους, ανάμεσα σε εκείνους που είναι παντρεμένοι και σε εκείνους που δεν είναι και ούτω καθεξής. Δεν χρειάζεται να το ενισχύσουμε αυτό.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 γράφατε σχετικά με το πρόβλημα της «μετατόπισης», διαδικασία κατά την οποία «ζητήματα αναγνώρισης χρησιμοποιούνταν ώστε να περιθωριοποιηθούν και να αποκλειστούν  οι αναδιανεμητικές διεκδικήσεις». Πάλι, έχουν περάσει σχεδόν δύο δεκαετίες από τότε– Ποιος είναι ο απολογισμός σας γι’ αυτή την περίοδο;

Το τοπίο των κοινωνικών συγκρούσεων και διεκδικήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες, τουλάχιστον, είναι πολύ διαφορετικό από όταν έγραφα. Η πιο δραματική απεικόνιση είναι η τρέχουσα προκριματική αναμέτρηση για τις προεδρικές εκλογές, όπου από τη μία πλευρά έχουμε τον Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι ένας «δημοκρατικός  σοσιαλιστής» και ουσιαστικά προτάσσει μια ισχυρή ταξική γραμμή, επικεντρωμένη κυρίως στην αναδιανομή. Υποστηρίζει, παράλληλα τους αξιόλογους προοδευτικούς αγώνες αναγνώρισης, αλλά το πραγματικό κέντρο βάρους είναι το ζήτημα της τάξης των δισεκατομμυριούχων, το ένα τοις εκατό και ούτω καθεξής.

Σας προκαλεί έκπληξη που μπόρεσε να προχωρήσει τόσο πολύ στον προκριματικό κύκλο, δίνοντας έμφαση στο ταξική διάσταση;

Ναι! Είναι απίστευτα αναπάντεχο. Είμαι πολύ χαρούμενη γι ‘αυτό, ποτέ δεν θα το είχα προβλέψει και μου δείχνει, πρώτα απ’ όλα, πόσο έχουμε προχωρήσει από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Το γεγονός ότι μπορείς να χρησιμοποιήσεις τον όρο σοσιαλισμός χωρίς να κουβαλάει αυτό το φορτίο ή να εμπνέει το ίδιο είδος «κόκκινου πανικού» και τρέλας, είναι ενδιαφέρον. Από την άλλη, στην πλευρά του Ντόναλντ Τραμπ, εκεί υπάρχει σίγουρα ένα συγκεκριμένο είδος δεξιού αυταρχικού εθνικιστικού λαϊκισμού, ο οποίος κατά κάποιον τρόπο αναφέρεται στην ταξική προβληματική, αλλά τη  χρωματίζει με έναν ελιτίστικο, σχεδόν ρατσιστικό και σίγουρα εθνικιστικό τρόπο. Έτσι αυτές οι δύο φιγούρες, ενώ διαφέρουν πολύ έντονα όσον αφορά τις πολιτικές αναγνώρισης –καθώς επίσης και στις προγραμματικές τους θέσεις– από την άλλη, και οι δύο εκφράζουν αυτή τη νέα δυναμική που έχει αποκτήσει  το ζήτημα της διανομής. Αυτό είναι κάτι καινούριο, όταν έγραφα στα μέσα της δεκαετίας του 1990 γι ‘αυτό, το θέμα της διανομής ήταν στο περιθώριο και τα πάντα ήταν η αναγνώριση, η αναγνώριση, η αναγνώριση. Δεν ισχύει αυτό πια. Η αναγνώριση δεν εξαφανίζεται και δεν πρέπει να εξαφανιστεί, αλλά νομίζω ότι αναγνώριση και διανομή βρίσκονται πλέον σε μια διαφορετική ισορροπία.

Μιας και αναφέρατε τις εκλογές –Τι γνώμη έχετε για την άλλη υποψήφια στη δημοκρατική πλευρά, την Χίλαρι Κλίντον; Πολλές δευτεροκυματικές φεμινίστριες, όπως η Γκλόρια Στέινεμ, διατείνονται ότι οι γυναίκες θα πρέπει να την υποστηρίξουν γιατί και η ίδια είναι γυναίκα και είναι η φεμινίστρια υποψήφια. Είναι πράγματι;

Μάλλον θα διαφωνήσω. Αλλά συμβαίνει κάτι πολύ ενδιαφέρον. Η Κλίντον είναι γνωστή ως φεμινίστρια εδώ και δεκαετίες, ξεκίνησε την καριέρα της υπερασπιζόμενη παιδιά και γυναίκες, είναι διάσημη για την ομιλία της στα Ηνωμένα Έθνη για το ότι τα γυναικεία δικαιώματα είναι ανθρώπινα δικαιώματα, είναι με συνεπή τρόπο υπέρ της άμβλωσης και ούτω καθεξής. Έτσι, αν όλα αυτά ταιριάζουν με τις διεκδικήσεις αναγνώρισης, αυτή είναι εκεί, και μάλιστα με έναν πιο σαφή και εμφανή τρόπο από ότι ο Σάντερς. Αλλά, από την άλλη πλευρά, τι είδους φεμινισμός είναι αυτός; Η Κλίντον ενσωματώνει ένα συγκεκριμένο είδος νεοφιλελεύθερου φεμινισμού που εστιάζει στο σπάσιμο της γυάλινης οροφής με έξυπνο και ευέλικτο τρόπο, σύμφωνα και με την ιδέα του “lean in” της Σέρυλ Σάντμπεργκ. Αυτή η λογική εστιάζει στην άρση των εμποδίων που αποτρέπουν τις μάλλον προνομιούχες, υψηλού μορφωτικού επιπέδου γυναίκες, με ήδη υψηλό ποσοστό πολιτιστικού και άλλων μορφών κεφαλαίου, να ανέλθουν στις ιεραρχίες της κυβέρνησης και των επιχειρήσεων.

Αυτός είναι ένας φεμινισμός, του οποίου οι κύριες δικαιούχοι είναι μάλλον προνομιούχες γυναίκες, των οποίων η ικανότητα να ανέλθουν βασίζεται κατά μία έννοια στην τεράστια δεξαμενή πολύ χαμηλά αμειβόμενης και επισφαλούς εργασίας φροντίδας, εργασία η οποία είναι συχνά φυλετικοποιημένη και κατά κύριο λόγο γυναικεία.

Και την ίδια στιγμή η Χίλαρι Κλίντον, όπως και ο σύζυγός της, εμπλέκεται με την Wall Street, με την οικονομική απορρύθμιση, και με όλη αυτή την νεοφιλελευθεριοποίηση της οικονομίας. Έτσι, το είδος του φεμινισμού που αντιπροσωπεύει ο Σάντερς έχει καλύτερη πιθανότητα να είναι ο φεμινισμός για όλες τις γυναίκες, για τις φτωχές γυναίκες, για τις μαύρες γυναίκες, για τις γυναίκες της εργατικής τάξης και ούτω καθεξής, και να είναι πιο κοντά στο δικό μου είδος φεμινισμού.

Παρουσιάζεται έναν τρίτο όρο στο βιβλίο σας, όπου δεν μιλάτε μόνο για την αναγνώριση και την αναδιανομή, αλλά προσφέρετε και την εκπροσώπηση. Γιατί αισθάνεστε την ανάγκη να το κάνετε αυτό;

Επειδή θεματοποιεί την ιδέα με σαφή τρόπο ότι εκτός από τα ζητήματα της οικονομικής διανομής από τη μία πλευρά και τα ζητήματα στάτους και αναγνώρισης, από την άλλη, υπάρχουν ένα σωρό άλλα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ίδια την πολιτική ως μια θεμελιώδη διάσταση της κοινωνίας. Και πιστεύω ότι στην εποχή μας, το όλο ζήτημα του ποιος έχει πολιτική ισχύ, σε έναν κόσμο προσφύγων, αιτούντων άσυλο, ανθρώπων χωρίς χαρτιά, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Δεν αφορά ειδικά στην αναγνώριση ή την αναδιανομή, παρόλο που διασταυρώνεται σίγουρα με αυτές τις θεματικές. Αφορά και τη δυνατότητα να έχει κανείς πολιτική φωνή.

Σε ποιο βαθμό αυτά τα ζητήμα υπερβαίνουν τα σύνορα;

Όταν σκέφτομαι την πολιτική φωνή και ποιος την έχει και ποιος δεν την έχει, νομίζω ότι κάποιος πρέπει να σκεφτεί όχι μόνο την περιορισμένη πολιτική κοινότητα ενός συγκεκριμένου έθνους-κράτους, όπως οι ΗΠΑ ή οποιοδήποτε άλλο, αλλά και σε ευρύτερο διεθνές, διακρατικό, παγκόσμιο πλαίσιο. Υπάρχει επίσης το ζήτημα ενός κόσμου στον οποίο τα κράτη έχουν πολύ άνιση εξουσία. Έτσι, ας υποθέσουμε ότι είστε πολίτης, ας πούμε, της Σομαλίας, και έχετε, αν όχι ένα αποτυχημένο κράτος, ένα πολύ αδύναμο κράτος, υπό τον σχεδόν πλήρη έλεγχο μεγάλων παγκόσμιων δυνάμεων ή παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως το ΔΝΤ και ούτω καθεξής – υπάρχουν μεγάλα ζητήματα σχετικά με την πολιτική φωνή που έχουν να κάνουν με αυτό το ευρύτερο επίπεδο· όχι μόνο εντός ενός  κράτος, αλλά στο παγκόσμιο σύστημα ως τέτοιο. Και νομίζω ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε αυτά τα ζητήματα είναι μέσα από την έννοια της εκπροσώπησης. Έτσι, η ιδέα τώρα θα ήταν να σκεφτούμε για τρεις διαστάσεις της δικαιοσύνης – τρεις διαφορετικές μορφές αδικίας, αν θέλετε, την άνιση διανομή, την μη-αναγνώριση και τη στρεβλή ή μη-εκπροσώπηση, ή αλλιώς, τη λανθασμένη πλαισίωση των ζητημάτων της πολιτικής.

Οπότε πως το θα εξηγούσατε αυτό με όρους κοινωνικών κινημάτων ή πολιτικής; Σκέφτομαι την Ευρώπη, για παράδειγμα – Υπάρχει μια συζήτηση σχετικά με το πώς αρθρώνονται οι πολιτικές υποκειμενικότητες, για το αν αυτό μπορεί να συμβεί χωρίς οι πολιτικές ταυτότητας να μπουν σε αναμονή ούτε και να πάρουν τον έλεγχο. Επειδή εισάγετε την έννοια της αναπαράστασης ή της διεθνικότητας, μπορεί κανείς να χτίσει μια συλλογική δύναμη σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο χωρίς να δώσει έμφαση στην ταυτότητα, αλλά δίνοντας έμφαση, για παράδειγμα, στην εκπροσώπηση; Πώς προτείνετε ότι θα μπορούσε να συμβεί;

Λοιπόν νομίζω, για παράδειγμα, ότι η όλη δομή και το πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι εν μέρει ζήτημα εκπροσώπησης. Απλώς και μόνο δυνάμει του γεγονότος ότι τώρα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, στο πλαίσιο της λεγόμενης Τρόικας, έχουν τεράστια εξουσία, τόσο μεγάλη, που είναι σε θέση, μέσω της επιβολής της λιτότητας και ούτω καθεξής, να ακυρώνουν τις εκλογές. Μπορούν να πουν στους Έλληνες, «Δεν με νοιάζει ποιον ψηφίσατε! Δεν μπορείτε να εφαρμόσετε αυτές τις πολιτικές!». Άρα, τα βασικά ζητήματα σχετικά με το που βρίσκεται η πολιτική εξουσία και η πολιτική φωνή, εντοπίζονται στη δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη σχέση της με την παγκόσμια οικονομική τάξη. Αυτά τα θέματα είναι πάνω και πέρα από τα προβλήματα ή ας πούμε ότι εναλλάσσονται με τα προβλήματα της αναγνώρισης και της διανομής. Επειδή υπάρχουν θέματα που έχουν να κάνουν με την αναγνώριση στην Ευρώπη, όταν οι πλουσιότερες χώρες του Βορρά κοιτάνε περιφρονητικά τα PIGS – τις χώρες του Νότου, επειδή τάχα είναι τεμπέληδες και φοροδιαφεύγουν, κ.λπ. Πρόκειται για μια παλιά γνωστή ιστορία αναγνώρισης. Αλλά το σημείο που την καθιστά πραγματικά θανάσιμη είναι το σημείο όπου διασταυρώνεται με το δομικό πρόβλημα της ΕΕ, έτσι ώστε – και φυσικά αυτό έχει να κάνει με τη δημιουργία του ίδιου του Ευρώ – βλέπουμε ότι μπορούν να επιβάλλονται μέτρα λιτότητας ενάντια στη δημοκρατική έκφραση.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο CTXT

Μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

 

Διαβάστε ακόμα

Ο φεμινισμός που το να είσαι “έξυπνη και ευέλικτη” σημαίνει να πατάς πάνω στις άλλες

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

 

Share

Πρόστιμο στη φεμινιστική πρωτοβουλία φοιτητριών «Μετάφερε το φορτίο σου» από το το Πανεπιστήμιο Κολούμπια

emma-sulkowicz-carries-mattress-605x334

 

Στις 10 Νοεμβρίου λοιπόν, η  φεμινιστική ομάδα του Πανεπιστημίου Κολούμπια οργάνωσε εθνική ημέρα δράσης, στην οποία συμμετείχαν 130 Πανεπιστήμια από το Stanford University της Πολιτείας της Καλιφόρνιας μέχρι και στο Eastern European University της Βουδαπέστης. Αφορμή και έμπνευση αυτής της διαμαρτυρίας υπήρξε η φοιτήτρια Emma Sulkowicz της οποίας η διπλωματική εργασία με τίτλο «Μετάφερε το φορτίο σου» περιελάμβανε επίσης την μεταφορά του στρώματος, πάνω στο οποίο είχε βιαστεί, στους κοινόχρηστους χώρους του κάμπους, από την ίδια την φοιτήτρια ως διαμαρτυρία εναντίον της απόφασης του Πανεπιστημίου Κολούμπια να μην τιμωρήσει τον φοιτητή που είχε κατηγορηθεί από την Emma και δυο άλλες φοιτήτριες για τους βιασμούς τους.

Έτσι, φοιτήτριες μετέφεραν 28 στρώματα στο χώρο του Πανεπιστημίου με συνθήματα κατά της σεξουαλικής βίας, υποστηρικτικά μηνύματα προς τα θύματα βιασμού αλλά και αιτήματα για την αλλαγή της πανεπιστημιακής πολιτικής στο θέμα των σεξουαλικών επιθέσεων. Η διαμαρτυρία τελείωσε με την τοποθέτηση των στρωμάτων στο γρασίδι μπροστά από το γραφείο του Προέδρου του Πανεπιστημίου και για τον λόγο αυτό το Πανεπιστήμιο τους επέβαλλε πρόστιμο για έξοδα καθαριότητας το οποίο ανέρχεται στα 1.500 δολάρια! Η δήλωση μάλιστα εκ μέρους του Πανεπιστημίου για το πρόστιμο είναι ότι δεν είναι ασυνήθιστο αλλά τυπικό εφόσον το Πανεπιστήμιο διευκολύνει μάλιστα έτσι διάφορες φοιτητικές εκδηλώσεις. Να σημειωθεί ότι μόλις μια ώρα μετά την τοποθέτηση των στρωμάτων, το Πανεπιστήμιο διέταξε αυτά να πεταχτούν τα στρώματα στα σκουπίδια. Όπως παρατηρεί και η ακτιβίστρια και οργανώτρια της δράσης αυτής, Michela Weihl, η απόφαση αυτή του Πανεπιστημίου δεν αφορά απλά την καθαριότητα αφού «ο συμβολισμός του να πετάξουν στα σκουπίδια τα στρώματα μόλις μια ώρα μετά είναι απίστευτα ενδεικτικός για το πώς χειρίζονται περιστατικά σεξουαλικής βίας- κυριολεκτικά παραπετάνε υποθέσεις βιασμού χωρίς δεύτερη σκέψη».

Μετάφραση: Γεωργία Μανώλη

Πηγή: feminist.org

 

Διαβάστε ακόμα

«Μόνο το ναι σημαίνει ναι» 

 

 

Share

Επίθεση στα αναπαραγωγικά δικαιώματα

NY: RALLY TO PROTECT WOMEN'S HEALTH RIGHTS

της Dianne Feeley

Πριν τρία χρόνια, η Ταμέσα Μινς εισήχθη επειγόντως στο νοσοκομείο Mercy Health Partners στην πόλη Μάσκεγκον του Μίσιγκαν, αφού έσπασαν τα νερά της στην 18η εβδομάδα της εγκυμοσύνης της. Οι γιατροί διέγνωσαν πρόωρη ρήξη μεμβράνης, όμως παρόλα αυτά δεν την κράτησαν, λέγοντας πως δεν μπορούσε να γίνει κάτι σε αυτή τη φάση.

Ξαναπήγε την επόμενη μέρα με επίπονες συσπάσεις, αιμορραγία και πυρετό. Της δόθηκαν δύο Tylenol και αφού έπεσε ο πυρετός της δώσανε εξιτήριο.

Αργότερα το ίδιο βράδυ επέστρεψε για τρίτη φορά, με ανυπόφορους πόνους. Για άλλη μια φορά, της είπαν πως τίποτα δεν μπορούσε να γίνει για την περίπτωση της.

Όσο το προσωπικό ετοίμαζε τα χαρτιά του εξιτηρίου, ξεκίνησε ο τοκετός. Μόνο τότε ασχολήθηκαν με την αποβολή της. Γέννησε ένα πρόωρο αγόρι που πέθανε μετά από λίγη ώρα. Τα ιατρικά της αρχεία έδειξαν πως αφού έσπασαν τα νερά την προηγούμενη μέρα παρουσιάστηκε μόλυνση.

Ως καθολικό νοσοκομείο, το Mercy Health Partners υπάγεται στις «Ηθικές και Θρησκευτικές Οδηγίες για Καθολικά Κέντρα Υγείας». Σύμφωνα με το Συνέδριο των Επισκόπων[1] “Η έκτρωση […] δεν είναι ποτέ επιτρεπτή. Οποιαδήποτε διαδικασία έχει ως μοναδικό αποτέλεσμα τον τερματισμό της κύησης αποτελεί έκτρωση”.

Η Μινς ποτέ δεν πληροφορήθηκε για την δυνατότητα επιλογής. “Δεν μου είπαν τι συνέβαινε στο σώμα μου. Ό,τι συνέβαινε, το συζήταγαν μεταξύ τους. Είχα αφεθεί να αναρωτιέμαι ‘Τι θα μου συμβεί;’”.

Ωστόσο, πρόκειται για ένα πανεπιστημιακό νοσοκομείο, το δεύτερο μεγαλύτερο κέντρο υγείας στο δυτικό Μίσιγκαν και το μοναδικό νοσοκομείο στην κομητεία. Πώς είναι δυνατόν θρησκευτικές ντιρεκτίβες να υπαγορεύουν την υγειονομική περίθαλψη;

Ένα στα εννιά κρεβάτια νοσοκομείου στις Η.Π.Α. βρίσκεται σε καθολικό νοσοκομείο, διοικούμενο από καταστατικό που υπαγορεύει διάφορες πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων των ζητημάτων γύρω από τα αναπαραγωγικά δικαιώματα. Κάποιες από τις οδηγίες έρχονται σε ρήξη με τις διαδεδομένες πρακτικές. Για παράδειγμα, παρόλο που το Κέντρο Ελέγχου Ασθενειών και Πρόληψης[2] αναφέρει πως 88% όλων των γυναικών σε ηλικία αναπαραγωγής χρησιμοποιούν κάποιας μορφής αντισύλληψη, το 43 σελίδων εγχειρίδιο του  Συνεδρίου των Επισκόπων απαιτεί το προσωπικό των νοσοκομείων να παραμένουν σιωπηλοί όσον αφορά στην ενημέρωση σχετικά με την αντισύλληψη.

Η Ταμέσα Μινς επιβίωσε και υπέβαλε μήνυση με τη βοήθεια της οργάνωσης American Civil Liberties Union[3] σε ομοσπονδιακό δικαστήριο ενάντια στο Συνέδριο των Επισκόπων για μια οδηγία που της στέρησε την πρόσβαση σε επείγουσα περίθαλψη. Αλλά η Μινς δεν είναι η μοναδική γυναίκα στην Αμερική που παρέμεινε στο σκοτάδι για την αναγκαιότητα τερματισμού της εγκυμοσύνης της.

Δεδομένου ότι 10-20% των διαγνωσμένων κυήσεων καταλήγουν σε αποβολή, η απροθυμία των καθολικών νοσοκομείων να ακολουθήσουν την απαραίτητη διαδικασία για την διακοπή της κύησης θέτει σε κίνδυνο τις ζωές πολλών γυναικών. Αυτές οι γυναίκες μπορεί να αντιμετωπίσουν μολύνσεις, αιμορραγία, στειρότητα ή ακόμα και θάνατο.

Από τα 7 εκατομμύρια γυναικών που μένουν έγκυες κάθε χρόνο στις Η.Π.Α., το 1 εκατομμύριο θα κάνει έκτρωση. Περίπου το 70% θα πληρώσει τα έξοδα προσωπικά. Η διαδικασία κοστίζει 300-1700$, ανάλογα με το πόσο έγκαιρα θα πραγματοποιηθεί. (Σε όλη τη χώρα υπάρχουν επίσημα και ανεπίσημα δίκτυα που συμβάλλουν στη χρηματοδότηση εκτρώσεων φτωχών γυναικών.)

Πώς συγκρίνεται ο σημερινός αριθμός εκτρώσεων με αυτόν του παρελθόντος; Πριν νομιμοποιηθούν το 1973, εκτιμάται πως πραγματοποιούνταν μεταξύ 200.000 και 1,2 εκατομμυρίου επεμβάσεις το χρόνο. Έφτασαν στο ανώτατο το 1996, με 1,6εκατομμύρια και από τότε συνεχώς μειώνονται. Το ποσοστό των κυήσεων που καταλήγουν σε έκτρωση έχει επίσης μειωθεί από 30% το 1979-86 στα μισά περίπου σήμερα.

Παρόλα αυτά, πάνω από 40 χρόνια αφότου οι εκτρώσεις νομιμοποιήθηκαν στις Η.Π.Α., τόσο ομοσπονδιακές όσο και πολιτειακές νομοθεσίες  περιορίζουν στις γυναίκες την πρόσβαση. Και οι γυναίκες με τους λιγότερους πόρους έχουν την πιο περιορισμένη πρόσβαση. Σίγουρα το ομοσπονδιακό διάταγμα Hyde Amendment[4] που αρνείται στις γυναίκες το δικαίωμα στην έκτρωση εκτός της περίπτωσης βιασμού, αιμομιξίας ή κινδύνου ζωής, το καθιστά σαφές.

Αυτό το άρθρο επικεντρώνεται στη συνεχή επίθεση στα αναπαραγωγικά δικαιώματα το 2013, ειδικά στα χέρια των νομοθετών σε επίπεδο πολιτείας. Είκοσι δύο πολιτείες ψήφισαν 70 νέους περιορισμούς, προσθέτοντας τους στους ήδη υπάρχοντες 135 που περάστηκαν το 2011 και 2012 (βλ. εδώ) . Κυριάρχησαν περιορισμοί σε παρόχους, απαγορεύσεις σε έκτρωση μετά τις 20-22 εβδομάδες και η απονομιμοποίηση οικονομικής κάλυψης εκτρώσεων σε διάφορα προγράμματα ασφάλειας.

Μάχες υπό τις διατάξεις του “Obamacare”

Μια θετική ρύθμιση που προέκυψε τα τελευταία χρόνια είναι η ομοσπονδιακή εντολή Affordable Care Act (ACA) κατά την οποία καλύπτονται τα έξοδα αντισύλληψης για ασφαλισμένους/ες του ιδιωτικού τομέα δίχως δική τους προσωπική οικονομική επιβάρυνση.

Θρησκευτικές ΜΚΟ είχαν προβάλει αντιρρήσεις σε αυτή την πρόβλεψη και εξαιρέθηκαν. Παρόλα αυτά οι Little Sisters of the Poor, ένα τάγμα καθολικών καλογριών, ζήτησαν αναστολή υλοποίησης της οδηγίας. Η δικαστής Σόνια Σοτομαγιόρ του Ανώτατου Δικαστηρίου εξέδωσε προσωρινή διαταγή στο τέλος του 2013. Στην πραγματικότητα, οι καλόγριες δεν είχαν παρά να ζητήσουν να εξαιρεθούν, αλλά αρνούνται να κάνουν ακόμα κι αυτό.

Επιπλέον, διάφοροι εργοδότες ζήτησαν να εξαιρεθούν κατά παρόμοιο τρόπο, προφασιζόμενοι προσωπικές αντιθέσεις. Έως το τέλος του 2013 δεκαοκτώ επιχειρήσεις είχαν κάνει αιτήσεις στο ομοσπονδιακό δικαστήριο για απαλλαγή, συμπεριλαμβανομένης και της Domino Farms, της οποίας ο γενικός διευθυντής και υπερσυντηρητικός καθολικός ιδεολόγος Τομ Μόναγκαν έχει περιγράψει τα αντισυλληπτικά ως «σοβαρά ανήθικα».

Στα τέλη του Νοέμβρη των Ανώτατο Δικαστήριο των Η.Π.Α. συμφώνησε να ακροαστεί δύο υποθέσεις: Sebelius v. Hobby Lobby Stores και Conestoga Wood Specialties v. Sebelius. Και οι δύο ισχυρίζονταν ότι προτίθενται να παρέχουν ασφαλιστικά προγράμματα που θα καλύπτουν κάποιου είδους αντισύλληψη, αλλά όχι αυτά που θεωρούν ότι προκαλούν διακοπής της κύησης. Η Conestoga αντιτίθεται στην προσφορά επείγουσας αντισύλληψης, ενώ η Hobby Lobby και στη χρήση ενδομήτριων μεθόδων.

Παρά την ύπαρξη αυτής της μοναδικής ρύθμισης, καθώς και της αυξανόμενης συζήτησης για τη χρηματοδότηση παιδικών σταθμών, η επίθεση στην πρόσβαση των γυναικών σε ένα εύρος αναπαραγωγικών δικαιωμάτων συνεχίζεται. Είκοσι τρείς πολιτείες απαγόρευσαν την ασφαλιστική κάλυψη για τις περισσότερες υπηρεσίες εκτρώσεων, με βάση μια ρήτρα του ACA. Ισχυρίζονται ότι κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο, μιας και τα περισσότερα ασφαλιστικά προγράμματα που πωλούνται στις αγορές υγειονομικής περίθαλψης θα επιδοτούνται από φόρους.

Το Δεκέμβρη του 2013 το νομοθετικό σώμα του Μίσιγκαν πήγε ένα βήμα πιο πέρα, περνώντας μια πρωτοβουλία που υπέβαλε η οργάνωση Right to Life, κατά την οποία γυναίκες που επιθυμούν κάλυψη των υπηρεσιών έκτρωσης από την ασφάλεια τους πρέπει να την αγοράζουν ως επιπλέον στην κανονική τους ασφάλεια. Αυτός ο νόμος δεν επιδέχεται εξαιρέσεις και θα τεθεί σε εφαρμογή τον Μάρτιο του 2014.

Η οργάνωση Εθνικό Κέντρο Νόμου των Γυναικών (National Women’s Law Center), που υποστηρίζει γυναίκες, διερεύνησε το πόσα άτομα αγόρασαν την επιπλέον ασφάλιση στις πολιτείες που ήδη εφαρμοζόταν ο νόμος και γύρισε με άδεια χέρια. «Δεν έχουμε στατιστικές διότι δεν υπάρχουν», αναφέρει η Γκράτσεν Μπορτσετ, η διευθύντρια υγειονομικών πολιτικών του κέντρου. Ακόμα και στην βόρεια Ντακότα, που εφαρμόζεται ένας παρόμοιος νόμος από το 1979, δεν μπόρεσαν να βρεθούν δεδομένα.

Supporters And Opponents Commemorate 37th Anniversary Of Roe v. Wade

Νέα περιοριστική νομοθεσία

Είκοσι εφτά πολιτείες έχουν τουλάχιστον τέσσερεις διαφορετικούς περιορισμούς για τις εκτρώσεις. Αυτές αφορούν την πλειοψηφία όλων των γυναικών στις Η.Π.Α..

Ιστορικά, τα νοσοκομεία ήταν απρόθυμα στο να παρέχουν υποδομές για εκτρώσεις και αυτό το έργο ανέλαβαν οι κλινικές. Ωστόσο η τρέχουσα επίθεση ενάντια στις γυναίκες τις φορτώνει με αχρείαστους περιορισμούς.

Λιγότερο από το 0.3% των εκτρώσεων χρήζει νοσηλείας σε νοσοκομείο, άρα η ιδέα του να πληρούν οι κλινικές τις ίδιες απαιτήσεις με τα νοσοκομεία δεν είναι λογική. Όμως δεκατρείς πολιτείες απαιτούν οι κλινικές να έχουν δωμάτια και διαδρόμους μεγέθους νοσοκομείων.

Η νομοθεσία της Βιρτζίνια επιβάλλει τον αριθμό των καλυμμένων εισόδων και χώρων στάθμευσης. Δεκατέσσερεις ζητούν ασφάλιση από τοπικά νοσοκομεία, παρόλο που το Οχάιο, που παλιότερα εφάρμοζε αυτόν τον νόμο, τον αντέστρεψε και πλέον απαγορεύει αυτήν την σχέση. Οκτώ πολιτείες, συμπεριλαμβανομένων και των Αλαμπάμα, της Ιντιάνα, Βόρεια Καρολίνα, Βόρεια Ντακότα, Οχάιο, Τέξας, Βιρτζίνια και Ουισκόνσιν ψήφισαν ρυθμίσεις για τις κλινικές το 2013.

Ενώ οι υπέρηχοι δεν είναι ιατρικώς απαραίτητοι για τους τρεις πρώτους μήνες της κύησης, αρκετές πολιτείες έχουν περάσει νομοθεσίες που ζητούν υπερήχους για όλες τις εκτρώσεις. Στα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης ο υπέρηχος γίνεται κολπικά – μια διαδικασία που αγγίζει τον νομικό ορισμό του βιασμού. Μια τόσο αχρείαστη και ντροπιαστική απαίτηση αποτελεί μια προσπάθεια να επηρεάσει τις γυναίκες για να συνεχίσουν την κύηση. Πέρυσι ο νόμος πέρασε στην Ιντιάνα και στο Ουινσκόνσιν, αυξάνοντας τις πολιτείες που ζητούν υπέρηχο στις δέκα.

Από την δεκαετία του 1980 κάποιες πολιτείες και η Αντιπροσωπεία Βετεράνων πραγματοποιούν ιατρική συμβουλευτική εξ αποστάσεως σε αγροτικές περιοχές. Πριν πέντε χρόνια η οργάνωση Planned Parenthood[5] άρχισε να χρησιμοποιεί την ίδια μέθοδο για το «χάπι της επόμενες ημέρας», το οποίο έχει ποσοστό επιτυχίας 92-95% αν χορηγηθεί τους πρώτους δύο μήνες της κύησης.

Μια γυναίκα που επιζητά πρώιμη έκτρωση θα μπορούσε να πάει σε κλινική, όπου μια νοσοκόμα θα έπαιρνε τα στοιχεία της, τα οποία θα μεταβιβάζονταν σε έναν γιατρό. Παρουσία της νοσοκόμας, ο γιατρός θα είχε τηλεφωνική συνεδρία με την ασθενή. Στο τέλος της διαδικασίας ο γιατρός θα πάταγε ένα κουμπί για να ανοίξει ένα συρτάρι στο οποίο θα βρίσκονταν δύο φάρμακα. Η γυναίκα θα έπαιρνε επιτόπου το ένα και το δεύτερο δύο μέρες αργότερα, σύμφωνα με τις οδηγίες.

Επιστρέφοντας στην κλινική δυο βδομάδες αργότερα, θα είχε ένα δεύτερο ραντεβού με τον γιατρό. Άμα παρουσιαζόταν κάποιο πρόβλημα, θα πήγαινε αμέσως σε νοσοκομείο.

Αν και η τηλεϊατρική δεν είχε αμφισβητηθεί προηγουμένως από κάποια νομοθεσία πολιτείας, η ιδέα ότι οι γυναίκες της επαρχίας θα έχουν πρόσβαση σε εκτρώσεις έστρεψε τους νομοθέτες προς την λάθος κατεύθυνση.

Οι πολιτείες της Αλαμπάμα, Ιντιάνα, Αϊόβα, Μισισίπι, Μιζούρι, Βόρειας Καρολάινα, Τέξας και Ουινσκόνσιν απαγόρευσαν τις τηλεφωνικές συνεδρίες γαι αυτό τον σκοπό την επόμενη χρονιά.

Αποτυγχάνοντας να στερήσει την χρηματοδότηση σε ομοσπονδιακό επίπεδο από την οργάνωση Planned Parenthood, η δεξιά πέτυχε δέκα πολιτείες να περιορίσουν ή να απαγορεύσουν τις κλινικές που προσφέρουν συμβουλευτική ή εκτρώσεις.

Πέρα από το πέρασμα αυτών των περιορισμών, η δεξιά προκαλεί ευθέως την ελαττωματική απόφαση Roe v. Wade. Η απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου των Η.Π.Α. του Ιανουαρίου του 1973 ανέτρεψε νόμους που απαγόρευαν τις εκτρώσεις και καθιέρωσαν μια τριμηνιαία προσέγγιση. Στην διάρκεια του πρώτου τριμήνου, αποφάσισε το δικαστήριο, η απόφαση έγκειται στην γυναίκα και τον γιατρό της. Κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο όμως η πολιτεία εμπλέκεται στην λήψη της απόφασης, ειδικά για περιπτώσεις βιωσιμότητας του εμβρύου κατά το τελικό τρίμηνο.

Βέβαια, ακόμη και στο τρίτο τρίμηνο, θα τίθονταν σε ισχύ νόμοι για να προστατεύσουν την ζωή και την υγεία της γυναίκας και για να επιτρέψουν στον γιατρό της να πάρει αποφάσεις δίχως να χρειάζεται να επιβεβαιωθούν από άλλους γιατρούς.

Αρκετές μεταγενέστερες νομοθεσίες αγνοούν αυτά τα κριτήρια. Για την ακρίβεια, αυτή η απόφαση έχει ήδη αποδυναμωθεί από την απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου των Η.Π.Α. το 1992 (Planned Parenthood v. Casey), όπου «αδικαιολόγητοι» περιορισμοί επιτράπηκαν. Αυτοί περιλάμβαναν γονική συναίνεση, 24ωρες αναμονές μεταξύ συμβουλευτικής διαδικασίας και υποχρεωτική παροχή συμβουλών. Εικοσιέξι πολιτείες θέσπισαν περίοδο αναμονής, τριανταεννιά νόμους εφαρμόζουν τη γονική συναίνεση και δεκαεφτά υποχρεωτική συμβουλευτική που λειτουργεί ως μέσο εκφοβισμού των γυναικών μέσω της παραπληροφόρησης: πέντε πολιτείες απαιτούν να λέγεται στις γυναίκες ότι οι εκτρώσεις αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού, οκτώ ότι ενδέχεται να υπάρξουν επιπτώσεις στην ψυχική υγεία, δώδεκα επιμένουν ότι το έμβρυο, σε περίπτωση έκτρωσης, υποφέρει.

Όλοι αυτοί οι περιορισμοί έχουν μεγαλύτερες επιπτώσεις στις φτωχότερες γυναίκες. Επίσης διαιωνίζουν την βία: οι γυναίκες υποχρεώνονται να ακολουθούν κανόνες σχετικά με το τι μπορούν να κάνουν και τι όχι. Ενισχύουν την επιρροή που μπορεί να ασκεί ο σύντροφος πάνω στην γυναίκα, αναγκάζοντας την να διακόψει τα αντισυλληπτικά για να ελέγξει την γονιμότητα της, αναγκάζοντας την να αποκτήσει παιδιά που δεν είναι σε θέση να μεγαλώσει, αναγκάζοντας την να παραμείνει σε μια σχέση που διαλύει την αυτοπεποίθηση της.

Θάνατος με χιλιάδες μαχαιριές

Όσοι αντιτάσσονται στις εκτρώσεις αντιλαμβάνονται ότι οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν πως οι γυναίκες πρέπει να έχουν κάποιο βαθμό αυτοδιάθεσης του σώματός μας. Υπάρχει μια πλειοψηφούσα υποστήριξη υπέρ της νομιμοποίησης και διαθεσιμότητας της αντισύλληψης και των εκτρώσεων.

Αντί να διεξάγει απευθείας επίθεση ενάντια στις εκτρώσεις, η δεξιά προσπαθεί να δημιουργήσει έναν χώρο όπου ο κόσμος καλείται να κρίνει την έγκυο και να αποφασίσει κατά πόσο ο λόγος για την έκτρωση είναι «καλός».

Με αυτήν την μέθοδο των πολλών μικρών χτυπημάτων προσπαθούν να πάνε πίσω αρκετά χρόνια μια ιατρική διαδικασία. Η δεξιά είχε μεγαλύτερη επιτυχία σε τρία πεδία: στο να μειώσει την πρόσβαση των γυναικών στην έκτρωση και στην αντισύλληψη, να περιορίσει την πρόσβαση σε νεαρές γυναίκες μέσω του νόμου γονικής συναίνεσης και στο να αποκλείσει τις γυναίκες που δεν κατοικούν σε αστικά κέντρα.

Οι φανατικότεροι των δεξιών πλέον αμφισβητούν το αν γυναίκες που υπήρξαν θύματα βιασμού βιάστηκαν όντως. Το καλοκαίρι του 2012 ο Τοντ Ακίν, τότε υποψήφιος των ρεπουμπλικάνων για την γερουσία των Η.Π.Α. από το Μιζούρι, απαντώντας σε ερώτηση κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής συνέντευξης σχετικά με την έκτρωση σε περίπτωση βιασμού, δήλωσε πως «αν είναι νόμιμος βιασμός, το γυναικείο σώμα έχει τρόπο να προσπαθήσει να κατεβάσει ρολά».

Θύελλα ξέσπασε με αφορμή αυτό το γελοίο σχόλιο. Το σχόλιο όμως αντιπροσωπεύει το άκρο αυτού που προσπαθεί να κάνει η δεξιά, με νόμους που επικρίνουν γυναίκες που τολμούν να κάνουν έκτρωση.

Με την πάροδο του χρόνου, μετά την απόφαση Roe v. Wade, οι νομοθεσίες σε επίπεδο πολιτειών αποδείχτηκαν βοηθητικές για την δεξιά. Ειδικά μετά την άνοδο του “Tea Party” πολλοί πολιτικοί ακολούθησαν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης με το να κλιμακώσουν την επίθεση στα αναπαραγωγικά δικαιώματα.

Η δεξιά ήταν επίσης επιτυχής στο να δημιουργήσει ένα δίκτυο «εναλλακτικών» κλινικών, με την πιο διαδεδομένη ονομασία να είναι «Crisis Pregnancy Centers» («Κέντρα Διαχείρισης Κρίσεων στην Εγκυμοσύνη»). Συνήθως βρίσκονται δίπλα σε κλινικές που προσφέρουν εύρος αναπαραγωγικών υπηρεσιών – αλλά η εναλλακτική τους προσέγγιση έγκειται στο να τρομάζουν και να αποπροσανατολίζουν γυναίκες που σκοπεύουν να κάνουν έκτρωση.

Είχαν μεγαλύτερη επιτυχία στο να περιορίσουν διακοπές κύησης σε προχωρημένη εγκυμοσύνη. Κάποιος μπορεί να σκεφτεί «αυτό δεν είναι και τόσο κακό, έτσι κι αλλιώς το 91% των γυναικών που κάνουν έκτρωση, συνήθως το κάνουν μέσα στους 12 πρώτες εβδομάδες και το 99% πριν τις 21. Ίσως αν είσαι έγκυος για τόσο καιρό θα ήταν καλύτερα απλά να ολοκληρώσεις την κύηση».

Φυσικά αυτό διαγράφει το πρόβλημα διακοπής λόγω πιθανότητας αποβολής και ανωμαλιών του εμβρύου, των κύριων λόγων για «καθυστερημένες» εκτρώσεις.

Η εξέταση του εμβρύου για μείζονες γενετικές ανωμαλίες πραγματοποιείται συνήθως 18 βδομάδες μετά την τελευταία περίοδο της γυναίκας. Τότε είναι που οι εξετάσεις μπορούν να εντοπίσουν παθήσεις στον εγκέφαλο (πχ. Υδροκεφαλίαση), καρδιακές παθήσεις, απουσία οργάνων κλπ. Αυτό συμβαίνει στο 2% όλων των εγκυμοσύνων, με άλλο ένα 0.5% να αντιπροσωπεύει χρωμοσωμική ανωμαλία όπως την παρουσία παραπάνω χρωμοσώματος ή την έλλειψη του. Αυτά έχουν επιπτώσεις τόσο στην ψυχολογία όσο και στην υγεία των γυναικών, επιπτώσεις που θα ήθελαν να αποφύγουν.

Ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, οι νομοθέτες θεωρούν τους εαυτούς τους καταλληλότερους για την λήψη της απόφασης από τις ίδιες τις γυναίκες. Αυτό είναι κωδικοποιημένο σε ομοσπονδιακή νομοθεσία ως «μερική έκτρωση ζωής» («partial birth abortion») από την δεξιά. Ένας νόμος υπογεγραμμένος από τον Τζ. Μπους το 2003 θέτει εκτός νόμου ορισμένες ιατρικές επεμβάσεις – εξασφαλίζοντας ότι θα παραμένουν εκτός νόμου ακόμα και όταν αποτελούν την καλύτερη επιλογή για την γυναίκα θα διακόψει μια προχωρημένη εγκυμοσύνη. Δεκαεννέα πολιτείες έχουν παρόμοιους νόμους.

Το 2013 οι πολιτείες Αρκάνσας, Βόρεια Ντακότα και Τέξας ακολούθησαν τις Αλαμπάμα, Αριζόνα, Ιντιάνα, Κάνσας, Λουιζιάνα, Νεμπράσκα, Βόρεια Καρολίνα και Οκλαχόμα απαγορεύοντας τις περισσότερες εκτρώσεις μετά τις 20-22 βδομάδες. Ενώ η απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου των Η.Π.Α. του 1973 επιτρέπει κάποιους περιορισμούς στις εκτρώσεις δεύτερου τριμήνου, είναι φανερό πως αυτές είναι προκλήσεις απέναντι στον στον Roe.

Πέρσι η πολιτεία του Κολοράντο ανακάλεσε τον νόμο που προϋπήρχε του Roe πιστεύοντας πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να προκαλέσουν την υπόθεση Roe v. Wade. Οι νομοθεσίες των Λουιζιάνα, Μισισίπι, Βόρειας Καρολάινα και Νότια Ντακότα ανακοίνωσαν πως αν ανατραπεί η Roe v. Wade, θα απαγόρευαν εντελώς τις εκτρώσεις. Άλλες οκτώ πολιτείες υπόσχονται να περιορίσουν τις εκτρώσεις όσο τους επιτρέπει η νομοθεσία.

Επιπλέον 12 πολιτείες (Αλαμπάμα, Αρκάνσας, Αριζόνα, Ντελαγουέρ, Μασαχουσέτη, Μίσιγκαν, Μισισίπι, Νέο Μεξικό, Οκλαχόμα, Βερμόντ, Δυτική Βιρτζίνια και Ουισκόνσιν) έχουν απαγορεύσεις που προϋπάρχουν του Roe, που παραμένουν στα χαρτιά αναμένοντας εφαρμογή, ενώ μόνο εφτά επιτρέπουν έκτρωση πριν τη βιωσιμότητα.

PlannedParenthood

Και τώρα τι;

Το 1994 το κογκρέσο και ο πρόεδρος Κλίντον πέρασαν τη διάταξη FACE (Freedom of Access to Clinic EntrancesΕλευθερία Πρόσβασης σε Εισόδους Κλινικών), που απαγορεύει την καταστροφή περιουσίας,  παρεμπόδιση και εκφοβισμό ενάντια στις κλινικές.

Αυτό έγινε μετά την πυρπόλιση και τα μπλόκα σε κλινικές και την δολοφονία ορισμένων γιατρών που εκτελούσαν εκτρώσεις (ο Δρ. David Gunn είχε δολοφονηθεί μόλις την προηγούμενη χρονιά μπροστά σε μια κλινική στη Φλόριντα.) Από τον νόμο αυτό απαλλάσσονται η πικετοφορία, τα συνθήματα και η διανομή φυλλαδίων σε μια προσπάθεια να χαραχτεί μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ διαδήλωσης και παρενόχλησης.

Κάποιες πολιτείες πέρασαν αργότερα νομοθεσίες ενάντια στον αποκλεισμό των εισόδων ή τον εκφοβισμό του προσωπικού και των ασθενών. Αρκετές έχουν ζώνες ασφαλείας συγκεκριμένης απόστασης ώστε να προστατεύσουν τις ασθενείς από τους διαδηλωτές. Εκτιμώ πως η δεξιά θα ασκήσεις μηνύσεις ενάντια σ αυτούς τους νόμους μέσα στον επόμενη χρόνο (νόμος της Μασαχουσέτης βρίσκεται αυτή τη στιγμή στα δικαστήρια με πρόφαση την ελευθερία του λόγου).

Μετά την έγκριση πολιτειακών νόμων που αμφισβητούν το κύρος του ACA και του Roe vs Wade, αυτές θα καταλήξουν στο ανώτατο δικαστήριο των Η.Π.Α. Μήπως αυτό σημαίνει πως οι πολιτικές ελίτ τάχθηκαν στο πλευρό της δεξιάς στην προσπάθεια να κλείσουν τις γυναίκες στα σπίτια τους, αφήνοντάς μας έγκυες και ξυπόλητες;

Δεν το θεωρώ πιθανό. Δεν συμβαδίζει ούτε με τα «θέλω» του καπιταλισμού ούτε με όσα θα ανεχτούν οι γυναίκες. Άλλα για πόσο μπορούν αυτά τα δύο να συνεργάζονται; Για πόσο ακόμα το δικαίωμα στην αναπαραγωγή μπορεί να κατακρεουργείται;

Από την οπτική των γυναικών, η πλειονότητα των οποίων ανήκουν στην εργατική τάξη, και των συμμάχων μας, η μάχη για τα αναπαραγωγικά δικαιώματα μοιάζει περισσότερο παρά ποτέ αναπόσπαστη από άλλα πολιτικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά ζητήματα.

Πράγματι, κάθε κινητοποίηση υπέρ των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων είναι μεγάλη και ποικιλόμορφη. Παρά την συνεχιζόμενη δεξιά προπαγάνδα, η πλειονότητα του κόσμου επιμένει να υποστηρίζει την αντισύλληψη, την έκτρωση και το δικαίωμα των γυναικών να παίρνουμε εμείς τις αποφάσεις για το σώμα μας. Όποτε λέμε τις ιστορίες μας, η πολυπλοκότητα της ζωής μας και η μάχη για δικαιοσύνη είναι συντριπτική.

Παρ όλα αυτά, οι οργανώσεις που υποστηρίζουν τις γυναίκες, είτε αυτές είναι σωματεία είτε μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, διατηρούν αμυντική στάση. Πανηγυρίζουν την ήττα κάθε τρομακτικού νόμου –όπως την απόρριψη από τους ψηφοφόρους του Αλμπουκέρκε στο δημοψήφισμα του 2013 που θα απαγόρευε τις εκτρώσεις μετά τις 20 εβδομάδες κύησης- δεν καλούν όμως σε εθνική κινητοποίηση. Εάν συγκρίνουμε τις καμπάνιες για τα δικαιώματα των γυναικών με αυτές της ΛΟΑΔ κοινότητας, θα δούμε πόσο περισσότερο έχει προχωρήσει η πάλη για τα ΛΟΑΔ δικαιώματα.

Το κεφάλαιο χρειάζεται να συνεχίσει η καταπίεση του εργαζόμενου κόσμου, αλλά δεν θέλει να έρθει αντιμέτωπο με μια κοινωνική έκρηξη. Δεν προβλέπω την ανατροπή του Roe vs Wade, αλλά χωρίς έναν επίμονο αντίλογο, θα υπάρξει μια συνεχής επίθεση που θα συρρικνώσει τα αναπαραγωγικά δικαιώματα.

Η αλήθεια είναι πως το γυναικείο κίνημα που αγωνίστηκε για το δικαίωμα στην έκτρωση δεν ζήτησε προσέγγιση με βάση το τρίμηνο, αλλά μια ολοκληρωμένη άποψη για τα  αναπαραγωγικά μας δικαιωμάτων. Αιτούνταν δωρεάν, 24ωρη ποιοτική φροντίδα παιδιών, δωρεάν εκτρώσεις όταν αυτές χρειάζονταν, τερματισμό της κατάχρησης των στειρώσεων και ανάπτυξη ακίνδυνων αντισυλληπτικών.

Σήμερα αυτή η ατζέντα χρειάζεται αναδιαμόρφωση ώστε να συμπεριλάβει την μείωση της ημέρας εργασίας, ώστε να μπορούμε όλοι και όλες να συμμετάσχουμε στην ανατροφή της επόμενης γενιάς και στην φροντίδα της παλαιότερης – και να ζητήσουμε ουσιαστική δουλειά σε αρμονία με το περιβάλλον έναντι επαρκούς μισθού διαβίωσης.

Πηγές:

Detroit News, Guttmacher Institute (http://www.guttmacher.org/), National Women’s Law Center (http://www.nwlc.org/our-issues/health-care-%2526-reproductive-rights), SisterSong (http://www.sistersong.net/). ΓιαπληροφορίεςσχετικάμεταΚαθολικάΝοσοκομείαβλ. The National Women’s Law Center, στημελέτητουςτου 2011, “Below the Radar: Health Care Providers’ Religious Refusals Can Endanger Pregnant Women’s Lives and Health,” καταγράφουναυτότοπρόβλημα: http://www.nwlc.org/sites/default/files/pdfs/nwlcbelowtheradar2011.pdf and “Miscarriage of Medicine: The Growth of Catholic Hospitals and the Threat to Reproductive Health Care,” by Lois Uttley & Sheila Reynertson of the MergerWatch Project and Lorraine Kenny & Louise Melling of the ACLU: https://www.aclu.org/files/assets/growth-of-catholic-hospitals-2013.pdf.)

Μετάφραση: Άννα Σιγαλού

Πηγή: Against the Current

 

 

[1]  United States Conference of Catholic Bishops

[2] Εθνική υπηρεσία των ΗΠΑ που τελεί υπό το Υπουργείο Υγείας.

[3]American Civil Liberties Union (ACLU), μη κερδοσκοπική οργάνωση με σκοπό «την υπεράσπιση και διατήρηση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών που εγγυάται το Σύνταγμα και οι νόμοι των ΗΠΑ σε κάθε άτομο στη χώρα»

[4] Περισσότερα: http://en.wikipedia.org/wiki/Hyde_Amendment

[5] Μη κερδοσκοπική οργάνωση που παρέχει υπηρεσίες αναπαραγωγικής υγείας, όπως εξετάσεις και συμβουλευτική, καθώς και εκτρώσεις.

 

Διαβάστε ακόμα

Ο Πόλεμος στις Γυναίκες – και σε όλους μας

Συλλογική ευθύνη: τα αναπαραγωγικά δικαιώματα στην Ευρώπη σε κρίση

Η άμβλωση δέχεται επίθεση στην Ευρώπη!

 

 

Share