Subscribe via RSS Feed

Tag: "λόγος"

Διάρθρωση έμφυλου λόγου και άυλη εργασία: η περίπτωση του fashion vlogging

gender and technology4

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

του Ηρακλή Βογιατζή και της Ελένης Γρηγοριάδη 

Έμφυλος Λόγος

Η σχέση λόγου ή/και γλώσσας και φύλου έχει αποτελέσει (και ακόμα φυσικά αποτελεί) σημαντικό πεδίο προβληματισμού και μελέτης για πολλούς τομείς όπως η ανθρωπολογία, η κοινωνιολογία, η ψυχολογία καθώς επίσης και για το φεμινιστικό κίνημα. Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι είχαμε δυο μεγάλες προσεγγίσεις: η μια δίνει έμφαση στο πώς το φύλο αναπαρίσταται από τη γλώσσα και η άλλη μελετά τον τρόπο με τον οποίο τα υποκείμενα (γυναίκες και άντρες) χρησιμοποιούν τη γλώσσα. Με βάση κυρίως αυτούς τους άξονες έχουν διατυπωθεί διαφορετικές προσεγγίσεις κάθε μια από τις οποίες επικεντρώνεται σε μια διαφορετική πτυχή του ζητήματος. Οι κυρίαρχες προσεγγίσεις του φεμινισμού για το ζήτημα αυτό είναι τέσσερις (S.A.Speer, 2005): η σεξιστική γλώσσα, η κοινωνιογλωσσολογική αλληλεπίδραση και η εθνογραφία της επικοινωνίας, κριτικές προσεγγίσεις που αντλούν πληροφορίες από θεωρήσεις όπως ο μεταδομισμός ή η ψυχανάλυση και προσεγγίσεις που αντλούν το περιεχόμενό τους από την εθνομεθοδολογία (Ethnomethodology or EM) και την αναλυτική της συζήτησης (Conversation Analytic or CA).  Πλέον αυτές οι δυο γραμμές θεωρούνται σαν μια και το βάρος έχει δοθεί στον λόγο (discourse) και όχι απλά στη γλώσσα και στις μεμονωμένες λέξεις. Οι δυο πρώτες κατηγορίες αναπτύχθηκαν υπό το φως του πρώτου διαχωρισμού ενώ στη νέα θεώρηση του λόγου (discourse) τοποθετούνται οι δυο τελευταίες.

Λίγο πιο συγκεκριμένα για τις τέσσερις κατηγορίες που αναφέραμε:

1) Σεξιστική Γλώσσα

Η προσέγγιση αυτή έχει σαν αφετηρία τη θεώρηση ότι η γλώσσα αποτελεί ουσιαστικά ένα ιδεολογικό φίλτρο για τον κόσμο, όπως διατυπώθηκε από τους Ehrlich and King (1994) και έχει ως βασικό άξονα μελέτης το πώς το φύλο αναπαρίσταται στη γλώσσα. Σε αυτήν την περίπτωση, στη γλώσσα αντανακλάται μια σεξιστική και ετεροφυλόφιλη μορφή της πραγματικότητας και παράλληλα διαιωνίζεται μέσω αυτής.

2) Κοινωνιογλωσσολογική αλληλεπίδραση και εθνογραφία της επικοινωνίας

Η γραμμή μελέτης εδώ βρίσκεται στο πώς τα υποκείμενα χρησιμοποιούν τη γλώσσα. Η έμφαση δίνεται στη σχέση φύλου, γλώσσας και πολιτισμού και έχει τις ρίζες της στην ανθρωπολογία και στη γλωσσολογία. Η διαφορά στη χρήση της γλώσσας οφείλεται, σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, σε δημογραφικά και μακροκοινωνικά χαρακτηριστικά όπως η τάξη, το φύλο και το πλαίσιο στο οποίο γίνεται η εκφορά μιας πρότασης. Συμπληρωματικά, η εθνογραφία της επικοινωνίας παίρνει ως βασικά χαρακτηριστικά για την κατανόηση της χρήσης της γλώσσας την εθνικότητα, την κοινωνική τάξη και το πλαίσιο εκφοράς. Οι μελετητές εδώ, εστιάζουν είτε σε πολιτισμικές ομάδες εκτός του δυτικού πολιτισμού είτε σε ομάδες του δυτικού πολιτισμού οι οποίες αποτελούνται από μειονότητες.

3) Κριτικές προσεγγίσεις που αντλούν πληροφορίες από θεωρήσεις όπως ο μεταδομισμός ή η ψυχανάλυση

Γενικά πρόκειται για μια πολιτικά προσανατολισμένη (αριστερή ή σοσιαλιστική κατά κύριο λόγο) και «από πάνω προς τα κάτω» ιδεολογία. Οι μελετητές που την ασπάζονται επικεντρώνονται στις έννοιες της εξουσίας, της ιδεολογίας και του εαυτού, με τις έρευνές τους να διεξάγονται σε ευρεία κοινωνικά συστήματα. Δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη συστατική δύναμη του λόγου (constitutive power of discourse) και βασικός στόχος τους είναι ο προσδιορισμός των ευρύτερων συστημάτων νοήματος (broad meaning systems).

4) Προσεγγίσεις που αντλούν το περιεχόμενό τους από την εθνομεθοδολογία και την αναλυτική της συζήτησης

Αυτή η προσέγγιση πρόκειται για ένα συνδυασμό της εθνομεθοδολογίας και της αναλυτικής της συζήτησης (conversation analytic). Η εθνομεθοδολογία έχει σαν κύριο συστατικό μελέτης τις μεθόδους των μελών (members’ methods) τις οποίες θεωρεί ως συγκεκριμένες (και αλγοριθμοποιημένες θα λέγαμε) διαδικασίες τις οποίες ακολουθούν τα δρώντα υποκείμενα προκειμένου να φέρουν εις πέρας τις διάφορες υποθέσεις της καθημερινής ζωής στις οποίες εμπλέκονται. Οι μελετητές που υιοθετούν αυτήν την άποψη θεωρούν πως η κοινωνική τάξη επιτυγχάνεται εξαιτίας του ότι τα δρώντα υποκείμενα ενεργούν σύμφωνα με ένα εσωτερικό σύστημα περιορισμού των κοινωνικών κανονικοτήτων. Σε αντίθεση με αυτή την οπτική, η αναλυτική της συζήτησης επικεντρώνεται στην in situ οργάνωση της επαφής των υποκειμένων και στην τοπική παραγωγή της τάξης. Οι υποστηρικτές αυτής της ανάλυσης θεωρούν τα υποκείμενα ως ενεργά μέλη τα οποία μάλιστα παράγουν και καθορίζουν την τάξη καθώς αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.

Όλα αυτά επικρατούσαν μέχρι και τα τέλη του 20ου αιώνα όπου οι κριτικές ή/και αναλύσεις γίνονταν υπό το πρίσμα των φεμινιστικών θεωριών κατά κύριο λόγο. Στο σήμερα όμως, φαίνεται να έχει διαφοροποιηθεί αρκετά ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο φεμινισμός από ένα μεγάλο κοινωνικό σύνολο, και ένα νέο ‘φαινόμενο’ που καλείται «μεταφεμινισμός» έχει αναδυθεί. Η σύστασή του είναι εξαιρετικά ετερόμορφη μιας και μπορεί κανείς να βρει τελείως διαφορετικές, έως και αντιφατικές ίσως, απόψεις. Ο μεταφεμινισμός μπορεί να ανιχνευθεί και να κατανοηθεί καλύτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα οποία έχουν πλέον κυρίαρχο ρόλο στη ζωή πολλών ανθρώπων. Μεταξύ άλλων, ένα χαρακτηριστικό που μπορεί να μελετηθεί είναι ο λόγος που υιοθετείται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και στην περίπτωσή μας πώς οι fashion vloggers χρησιμοποιούν τις λέξεις στα διάφορα video που ανεβάζουν. Λίγο πιο αναλυτικά:

Μεταφεμινισμός στα μέσα

Σύμφωνα με την Gill, ο μεταφεμινιστικός λόγος που πλέον κυριαρχεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χαρακτηρίζεται τόσο από φεμινιστικές όσο και από αντιφεμινιστικές θέσεις, γεγονός που θα μπορούσε να πει κανείς ότι δημιουργεί μια σύγχυση, το λιγότερο. Πρόκειται για ένα λόγο ο οποίος δομείται, συνυπάρχει και προωθεί ανισότητες οι οποίες εντοπίζονται στην εθνικότητα, την τάξη, τη φυλή, την ηλικία αλλά και φυσικά το φύλο (Gill, 2007). Η θηλυκότητα πλέον προωθείται ως μια σωματική ιδιότητα και όχι ως μια κοινωνική ή ψυχολογική κατασκευή. Ένα σέξι γυναικείο σώμα παρουσιάζεται κάτι που κάθε σύγχρονη γυναίκα οφείλει να έχει. Πρόκειται για ένα μέσο επιβολής δύναμης, βρίσκεται σε συνεχή επιτήρηση και κριτική και ως εκ τούτου οφείλει να εναρμονίζεται με τα πρότυπα που προωθούνται. Αυτό φυσικά δεν συμβαίνει με το αντρικό σώμα. Παράλληλα, η σεξουαλικοποίηση του πολιτισμού παίζει νευραλγικό ρόλο στην παραπάνω θεώρηση. Πολλά περιοδικά για παράδειγμα, παρουσιάζουν τις γυναίκες ως πλάσματα που έχουν ανάγκη για συνεχή προσοχή, φροντίδα και που το μόνο πράγμα που τις απασχολεί είναι πώς θα γίνουν ποθητές για τον άντρα. Η εικόνα που δημιουργείται για τις γυναίκες αποτελείται από συνεχή αναζήτηση για ηδονή και φυσικά πρόκειται για ετερόφυλα υποκείμενα που επιδιώκουν την σεξουαλική ικανοποίηση του άντρα ενώ παράλληλα πρέπει να είναι υπεύθυνες οι ίδιες για την αντισύλληψη και την πρόληψη για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Η γυναίκα δεν είναι πλέον ένα αντικείμενο με παθητικό ρόλο αλλά η δράση της είναι πιο ενεργή μιας και η ίδια φαίνεται να προωθεί τον εαυτό της όπως περιγράφηκε παραπάνω. Ακόμη, θα πρέπει να αναφέρουμε πως μέσα από τα μέσα φαίνεται πως όλα τα παραπάνω αποτελούν ελεύθερες ατομικές επιλογές της γυναίκας και οι οποίες μάλιστα της προσδίδουν ένα είδος δύναμης. Βέβαια, αυτές οι ελεύθερες ατομικές επιλογές έρχονται με κάποιο κόστος. Το κόστος είναι η αυτοεπιτήρηση, η αυτοπαρακολούθηση και η αυτοπειθαρχία στις οποίες υποχρεώνονται πλέον οι γυναίκες. Όλα αυτά συνιστούν απαραίτητα συστατικά για μια επιτυχημένη θηλυκότητα. Οι γυναίκες πρέπει να ελέγχουν συνεχώς το μακιγιάζ τους, τις θερμίδες που καταναλώνουν προκειμένου να μένουν στο ‘κανονικό’ τους βάρος, ακόμη πρέπει να ακολουθούν τις συμβουλές για το πώς θα μαγειρέψουν το τέλειο φαγητό, ‘τα πέντε απλά βήματα για να αποκτήσουν τον άντρα των ονείρων τους’ και πολλά άλλα που μπορεί κανείς να βρει σε πληθώρα άρθρων τόσο σε περιοδικά όσο και σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Όπως έχει τονιστεί ήδη στο κείμενο, η θηλυκότητα είναι μια σωματική ιδιότητα και η οποία θα πρέπει να ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένες νόρμες. Αυτό συνεπάγεται τη δημιουργία μιας ανάγκης για αλλαγή· μια ολοκληρωτική αλλαγή (extreme makeover). Πολλές τηλεοπτικές σειρές φτιάχνονται με σκοπό να αλλάξουν ριζικά την εμφάνιση της γυναίκας. Η αλλαγή περιλαμβάνει την ενδυμασία, το μακιγιάζ, τα μαλλιά ακόμα και το βάρος ορισμένες φορές. Το γεγονός αυτό ενισχύει ή/και προωθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο θηλυκότητας στο οποίο οι γυναίκες θα πρέπει να προσαρμοστούν.

Οι γυναίκες είναι πλέον ίσες με τους άντρες μιας και πλέον ψηφίζουν, δουλεύουν και γενικά μπορούν να κάνουν ό,τι και ένας άντρας. Ο μεταφεμινισμός αφαιρεί κατά κάποιον τρόπο από το κίνημα κάθε είδους πολιτική συνιστώσα μιας και η έμφαση πλέον δίνεται στην ατομικότητα και όχι στη συλλογικότητα (βασικό συστατικό κάθε πολιτικής θεώρησης) καθώς επίσης και η ισότητα έχει πια επιτευχθεί. Φυσικά αυτό συμβαίνει σε συνδυασμό με το γεγονός πως δε γίνεται κάποια ουσιαστική αναφορά στην πολιτική διάσταση του φαινομένου παρά μόνο τονίζεται η θηλυκότητα ως ιδιότητα του σώματος και τίποτα παραπάνω και την οποία μάλιστα οφείλει να έχει κάθε γυναίκα εντός ορισμένου πλαισίου πάντα. Παράλληλα το στοιχείο της ειρωνείας που διαποτίζει οποιαδήποτε έκφραση σεξισμού ή/και ομοφοβίας καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την αναγνώριση αυτών αφενός και την αντίδραση αφετέρου. Θεωρείται τρόπον τινά δεδομένο πως οι γυναίκες έχουν κερδίσει τον αγώνα τους, κανείς δεν τις αμφισβητεί και η οποιαδήποτε υποτιμητική αναφορά σε αυτές είναι απλώς ‘πλάκα’.

Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε την ενίσχυση του δίπολου άντρας – γυναίκα / αρρενωπότητα – θηλυκότητα με όρους τόσο φυλετικούς όσο και φυσικούς, κάτι το οποίο μας πηγαίνει πίσω αρκετές δεκαετίες. Σε αυτό καταλυτικό ρόλο έχει παίξει η ραγδαία ανάπτυξη της εξελικτικής ψυχολογίας από τη μια και η εμφάνιση της γενετικής επιστήμης από την άλλη. Το αποτέλεσμα είναι ότι πλέον έχουμε στραφεί στην ύπαρξη και σημασία διαφόρων γονιδίων που καθορίζουν τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων. Επιπλέον, υπάρχει μια (άλλοτε σιωπηρή και άλλοτε εμφανής) υποτίμηση της διαμάχης μεταξύ αντρών και γυναικών μέσω της υποτίμησης του φεμινισμού. Πολλοί αναρωτιούνται προς τι αυτή η διαμάχη  μεταξύ των δυο φύλων από τη στιγμή που το φεμινιστικό κίνημα είναι ισχυρό και μάλιστα έχει καταφέρει πολλά; Η απάντηση είναι φυσικά πολύ απλή και βρίσκεται στην εκ γενετής διαφορά των δυο φύλων η οποία είναι φυσικά αδύνατο να αλλάξει. Έτσι αντί να την αρνούμαστε αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να τη δεχτούμε (Gill 2006, 2007).

Θα μπορούσε να πει κανείς πως ο φεμινισμός βρίσκεται παντού στα μέσα. Μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας δεν έχει πρόσβαση στο φεμινιστικό λόγο πέραν των μέσων και ως εκ τούτου καταλήγουν να συνεισφέρουν σε μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση άποψης γύρω από το ζήτημα. Για όλους του λόγους που αναλύθηκαν παραπάνω ο φεμινισμός φαίνεται να δέχεται επίθεση ουσιαστικά από τον ίδιο του τον εαυτό. Ο μεταφεμινισμός μοιάζει να αποτελείται από ένα φεμινιστικό περιτύλιγμα με αντιφεμινιστικό περιεχόμενο κάτι το οποίο εκδηλώνεται ιδιαίτερα στα μέσα.

Δουλεύοντας στο YouTube

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες αναπτύσσεται ένα σώμα ιδεών, το οποίο ασχολείται με τις αλλαγές που επιφέρει η ψηφιακότητα στην εργασία. Μια από τις βασικές έννοιες ανάλυσης, αυτής της συζήτησης για την φύση των μετά- βιομηχανικών κοινωνιών είναι αυτή της άυλης εργασίας. Στη παρούσα εργασία θα χρησιμοποιήσουμε, κριτικά, την έννοια της άυλης εργασίας του Maurizzio Lazzarato επεκτείνοντας την με την ανάλυση των Mark Cote και Jeniffer Pybus για την Άυλη Εργασία 2.0 στη νέα συνθήκη του Παγκόσμιου Ιστού, προκειμένου να προσεγγίσουμε την περίπτωση των fashion vloggers. Οι ακαδημαϊκοί διάλογοι περί άυλης εργασίας είναι εκτενείς, όμως δεν είναι σκοπός αυτής της εργασίας η ανάλυση τους. Παρά τις κριτικές που έχουν δεχθεί οι έννοιες αυτές, κατά την γνώμη μας, θεμελιώνουν ένα θεωρητικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορούμε να αναλύσουμε τα χαρακτηριστικά της εργασίας των vloggers καθώς και τη συναισθηματική και οικονομική σχέση που δομούν με το κοινό, χρησιμοποιώντας τον έμφυλο λόγο.

Μια νέα μορφή εργασίας η οποία αναδύεται μέσα στα δίκτυα του Παγκόσμιου Ιστού είναι αυτή των fashion vloggers. Στην συνέχεια θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο οι fashion vloggers δουλεύουν και παράγουν το περιεχόμενο τους, το οποίο δεν είναι άλλο από το Youtube. Η πλατφόρμα του Youtube συνιστά το κατεξοχήν εργαλείο για την δημιουργία vlog και αποτελεί τον χώρο μέσα στον οποίο παράγουν, διαμοιράζουν και τελικά μετατρέπουν σε αξία, τα ιστολόγια τους οι vloggers. Οι τρόποι με τους οποίους οι δημιουργοί μετατρέπουν σε εισόδημα τις προτιμήσεις, τα γούστα και τις συναισθηματική οικειότητα που δημιουργούν με το κοινό τους αφορούν την σφαίρα της διαφήμισης. Οι fashion vloggers έχουν τρεις πηγές εσόδων 1. τις διαφημίσεις του Youtube 2. τη χρηματοδότηση από συγκεκριμένες εταιρίες για την προώθηση των προϊόντων τους 3. έσοδα από σειρές προϊόντων που φέρουν την επωνυμία τους και τα οποία πωλούν. Τα έσοδα των διαφημίσεων δεν είναι σταθερά και εξαρτώνται από διαφορετικούς παράγοντες. Σημαντικό είναι να τονίσουμε πως δεν υπολογίζονται με βάση τις επισκέψεις των βίντεο. Πολλές επισκέψεις στο βίντεο ή πολλοί συνδρομητές στο κανάλι ενός vlogger δεν μεταφράζονται αυτόματα σε πολλά χρήματα γι’ αυτούς.

Θα παρουσιάσουμε πολύ συνοπτικά την πολιτική οικονομία του Youtube (Wasko&Erickson 2009) και τους όρους με τους οποίους καλούνται οι fashion vloggers να εργαστούν. Το σύστημα είναι απλό και συγκροτείται από ένα τρίπτυχο, τους διαφημιστές, τους vloggers και το YouTube, το οποίο διαιτητεύει τις συναλλαγές. Ο κάθε διαφημιστής πληρώνει για να προβάλλει τις διαφημίσεις με βάση μια μονάδα μέτρησης: το Κόστος ανά Χιλιάδα (Cost Per Mille ή CPM). Το CPM είναι το ποσό που πληρώνει ο διαφημιστής ανά χίλιες εντυπώσεις της διαφήμισης στο βίντεο. «Εντύπωση» ονομάζεται μια πλήρης προβολή διαφήμισης (Pinsky 2014). Συνήθως οι διαφημίσεις έχουν τη μορφή μικρών βίντεο διάρκειας 30 δευτερολέπτων, τα οποία προβάλλονται πριν την έναρξη του περιεχομένου που θέλει να δει ο χρήστης ή παρεμβάλλονται στο περιεχόμενο που ήδη παρακολουθεί. Το ύψος του CPM εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, για παράδειγμα αυξάνεται τις περιόδους των διακοπών, όταν οι αγορές είναι εντονότερες. Επίσης το CPM εξαρτάται από το είδος του προϊόντος, για παράδειγμα το CPM για διαφημίσεις σπιτιών είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο για φαγητό. Μια μέση τιμή, χωρίς να είναι ενδεικτική, που προέκυψε από την έρευνα μας στο διαδίκτυο είναι περίπου $7,68 ανά CPM

Όμως, ένα μικρό ποσοστό των χρηστών του περιεχομένου δημιουργεί «εντυπώσεις», μόλις το 15% δεν επιλέγει να αποφύγει τις διαφημίσεις. Οι παραγωγοί περιεχομένου προκειμένου να υπολογίσουν τα έσοδα τους χρησιμοποιούν μια διαφορετική μονάδα μέτρησης το eCPM (effective CPM). Το αποτελεσματικό Κόστος Ανά Χιλιάδα είναι το ποσό χρημάτων που λαμβάνουν ανά 1000 προβολές του βίντεο που έχουν δημιουργήσει (Pinsky 2014). Η τιμές των CPM και eCPM, τα τελευταία χρόνια, έχουν πτωτικές τάσεις καθώς όσο περισσότεροι vloggers μπαίνουν στην «αγορά» τόσο απλώνεται το διαθέσιμο κεφάλαιο. Η λύση για να ανταπεξέλθουν οι παραγωγοί περιεχομένου σε αυτή την πτωτική τάση είναι όλο και πιο εντατικοί ρυθμοί εργασίας, όλο και πιο συχνά και ποιοτικά βίντεο (Calacanis 2013). Οι υπολογισμοί και οι πληρωμές γίνονται αυτόματα όταν ο vlogger εγγραφεί στην υπηρεσία AdSense, η οποία διαχειρίζεται τις διαφημίσεις. Το ποσό που «παράγουν» οι διαφημίσεις μοιράζεται ανάμεσα στα δύο εμπλεκόμενα μέρη. O παραγωγός του περιεχομένου παίρνει 68% του ποσού των διαφημίσεων. Για κάθε 100$ που παράγει ο vlogger λαμβάνει τα 68$ (Google 2017).

Από το 2012 η εταιρία έθεσε σε χρήση ένα απλούστατο μοντέλο διεπαφής παραγωγών περιεχομένου και διαφημιστών, το οποίο προκάλεσε τον «πυρετό του χρυσού» στο Youtube: Οι δημιουργοί με το πάτημα ενός κουμπιού αποδέχονται την προβολή διαφημίσεων στο περιεχόμενο τους με αντάλλαγμα ποσοστό επί των κερδών. Σύμφωνα με τους New York Times εκατομμύρια τέτοιοι συνεργάτες προσπαθούν να εργαστούν ως vloggers: «από μεγάλες επιχειρήσεις με αποθήκες μέχρι ερασιτέχνες μάγειροι σε μικρές κουζίνες στην Βραζιλία» (Kaufman 2014). Η Google στέλνει το μήνυμα: ελάτε στο youtube, προσελκύστε το κοινό και βγάλτε χρήματα. Στην κορυφή αυτού του σχήματος βρίσκονται διάσημοι vloggers όπως η Ζoella που τον Ιούλιο του 2017 είχε 11 εκατομμύρια εγγεγραμμένους ακολούθους στο κανάλι της ή ο PewDiePie με 56 εκατομμύρια, με τα έσοδα τους να ξεπερνούν τα 4 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο. Δεν θα ήταν υπερβολή να παρομοιάσουμε τη έξαψη του κινήματος των vloggers με τον πυρετό του χρυσού στην μετεμφυλιακές Η.Π.Α στα τέλη του 19ου αιώνα. Youtubers απ’ όλο τον κόσμο συρρέουν στην πλατφόρμα προκειμένου να εξασφαλίσουν γρήγορα από το σαλόνι του σπιτιού τους, μεγάλα εισοδήματα. Η πραγματικότητα όμως δεν είναι τόσο αστραφτερή για όλους. Όπως η Καλιφόρνια δεν έγινε η γη της επαγγελίας για του φτωχούς Αμερικανούς που συνέρρεαν σε αυτή- το αντίθετο μάλιστα έγινε τόπος μόχθου- έτσι και το youtube λειτουργεί ως πλατφόρμα που εκατομμύρια vloggers δουλεύουν ατελείωτες εργατοώρες όμως ελάχιστοι μπορούν όντως να βιοποριστούν από αυτή την εργασία. Η ίδια η εταιρία παραδέχεται πως ανάμεσα στα εκατομμύρια κανάλια μόνο μερικές χιλιάδες μπορούν να φτάσουν εξαψήφιο νούμερο στα κέρδη τους (Kaufman 2014).

 

 

Share

Mια φεμινίστρια αναρωτιέται για το @

sexist language

της Ιουλίας Λειβαδίτη

Έχω να εξομολογηθώ κάτι: είμαι φεμινίστρια και δεν αντέχω το @ (παπάκι) ως μέθοδο αντιμετώπισης του σεξισμού στη ελληνική γλώσσα.

Δεν ήταν πάντα έτσι: το παπάκι το πρωτοείδα όταν ζούσα στην Ισπανία και μου φάνηκε έξυπνο, πανέξυπνο. Και είναι για τα ισπανικά, όπου η μόνη διαφορά μεταξύ αρσενικού και θηλυκού είναι το a ή το o. Βάλε ένα παπάκι που μάλιστα οπτικά μοιάζει σαν είναι ένας συνδυασμός του a με το o, και καθάρισες. Το χρησιμοποιούσα ακόμα και σε email της δουλειάς: querid@s amig@s και ήμουν πολύ ευχαριστημένη με τον εαυτό μου που ενσωμάτωνα ένα αντισεξιστικό στοιχείο στην επαγγελματική μου επικοινωνία.

Δεν είχα σκεφτεί ούτε μια στιγμή ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και στα ελληνικά, αλλά  τα τελευταία χρόνια το βλέπω όλο και πιο συχνά σε φεμινιστικούς και λοατ χώρους. Μου φαινόταν πάντα πολύ άβολο και ψεύτικο στα ελληνικά, που η διαφορά μεταξύ θηλυκού και αρσενικού δεν είναι ένα γράμμα, αλλά συλλαβές ολόκληρες, οι οποίες μάλιστα κλίνονται. Πως μπορεί ένα γράμμα να αντικαθιστά μισή λέξη και τις γραμματικές τροποποιήσεις της; Αυτό είναι ένα «γκτουπ» στη μέση μιας λέξης, δεν έχει καμία οργανική σχέση με τα ελληνικά. Και χωρίς να θέλω να κάνω την παντογνώστρια – προφήτη της καταστροφής, νομίζω οτιδήποτε δεν δένει οργανικά σε μια γλώσσα, δεν πρόκειται ποτέ να υιοθετηθεί μαζικά, όση εκπαίδευση και προσπάθεια να γίνει και όσο και αν η γλώσσα είναι κάτι ζωντανό που εξελίσσεται.

Για όλα αυτά, μου άρεσε και με ένιωσα ότι με κάλυπτε το σχετικό κείμενο του Λύο Καλοβυρνά. Και εγώ επίσης προκρίνω τη δική του λύση, να χρησιμοποιείται εναλλακτικά ή αναπάντεχα το θηλυκό σε ένα κείμενο.

Μετά όμως διάβασα την απάντηση των Καμένων Σουτιέν στο παραπάνω κείμενο και η αλήθεια είναι ότι προβληματίστηκα. Θα αρχίσω με αυτά με τα οποία διαφωνώ: Εξακολουθώ πιστεύω ότι αν πραγματικά απευθυνόμαστε σε όλον τον κόσμο και όχι στους μυημένους στα φεμινιστικά και λοατ θέματα θα πρέπει να δουλέψουμε με αυτό που έχουμε και αν θέλουμε να εισάγουμε κάτι καινούριο, αυτό θα πρέπει να είναι συμβατό με το πώς χρησιμοποιούμε τη γλώσσα στον προφορικό λόγο και στην καθημερινότητά μας. Το ότι το παπάκι προφέρεται «άου» ή κάπως έτσι, αν κατάλαβα καλά, δεν μου λέει και πολλά. Έχει πει καμία, από μέσα της ή απέξω της διαβάζοντας π.χ. το «εργαζομεν@», «εργαζομενάου»; Ή κάτι άλλο: πως θα μάθουμε στα παιδιά να διαβάζουν το παπάκι; Το λέω γιατί από την επαφή που έχω με μικρά παιδιά βλέπω ότι πλύση εγκεφάλου για τους έμφυλους ρόλους αρχίζει από τα μηδέν σχεδόν και είναι πανίσχυρη σε κάθε, μα κάθε έμφαση της καθημερινότητας τους.  Είναι πολύ σημαντικό να έχουμε κάτι να αντιτάξουμε στον κατακλυσμό έμφυλων στερεοτύπων που δέχονται τα παιδιά. Με το «άου» και το παπάκι θα αντιληφθούν ότι και οι γυναίκες πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στη γλώσσα;

Ούτε συμφωνώ ότι  το παπάκι σε κάνει να σταματήσεις και να σκεφτείς, νομίζω ότι σε σταματά και τέλος, χωρίς τίποτα παραπέρα. Αν κάτι σε κάνει να σταματάς και να σκεφτείς  τις γυναίκες είναι η χρήση του θηλυκού εκεί που περίμενες το αρσενικό, το να λέμε «η  εργαζόμενη» σε ένα κείμενο που μιλάει για τις εργαζόμενες και τους εργαζόμενους. Γιατί να είναι συμπεριληπτικό το αρσενικό και να μην είναι το θηλυκό; Διάβασα στα Κ.Σ. ότι κάποιοι άντρες δεν αισθάνονται ότι συμπεριλαμβάνονται στο θηλυκό. Ναι, και; Αυτό  ακριβώς δεν θέλουμε να αλλάξουμε; Το ότι το αρσενικό είναι συμπεριληπτικό και γενικευτικό είναι ένα προνόμιο που έχουν οι άντρες, τρανς και σις, σε σχέση με τις γυναίκες, τρανς και σις, και αν θέλουν να είναι σύμμαχοι θα πρέπει να δουλέψουν προς την κατάργηση αυτού το προνομίου. Όλες πρέπει να βάλουμε κατά καιρούς στην άκρη προσωπικές μας δυσαρέσκειες όταν επιδιώκουμε έναν κοινό στόχο. Αυτή τη στιγμή, οι άντρες είναι απίστευτα προνομιούχοι ως προς τη γλωσσική τους ταυτότητα και αυτό είναι πολύ σημαντικό να αλλάξει.

Ένα θέμα στο οποίο δεν έχω απάντηση όμως είναι το τι γίνεται με τα ιντερσεξ, ή genderfluid άτομα. Γενικώς με όσες δεν θέλουν να προσδιορίζονται με βάση το έμφυλο δίπολο. Και αυτό με οδηγεί στο τελικό μου επιχείρημα: Παρόλο που δεν συμφωνώ με τη χρήση του παπακίου, θεωρώ ότι ο προβληματισμός των Κ.Σ. αγγίζει ένα ευρύτερο, ουσιαστικό  θέμα: θέλουμε μια γλώσσα που να συμπεριλαμβάνει ξεκάθαρα και δυνατά και τις γυναίκες ή θέλουμε μια γλώσσα ουδέτερη ως προς το φύλο; Αυτό νομίζω ότι τελικά είναι το μεγάλο ερώτημα και νομίζω ότι από εκεί πρέπει να ξεκινήσουμε.

Η δική μου άποψη είναι  ότι ο μεγάλος χαμένος της γλώσσας μας είναι το θηλυκό γένος. Αυτό θεωρείται μερικευτικό αντί για συμπεριληπτικό, αυτό αγνοείται συστηματικά, αυτό έχει υποτιμητικές αποχρώσεις, με ότι συνέπειες έχει αυτό για τη μισή περίπου ανθρωπότητα που έχει γυναικεία έμφυλη ταυτότητα. Πολλές φορές νομίζω ότι αυτή η τάση να παρακάμπτουμε πράγματα που αφορούν τις γυναίκες και το θηλυκό μέσω μιας «κατάργησης του φύλου»,  παρόλο που μπορεί να φαίνεται ριζοσπαστική καταρχήν, είναι τελικά συντηρητική, με την έννοια ότι δεν αλλάζει πραγματικά τα πράγματα. Μου κάνει λίγο στρίβειν δια του μεταμοντέρνου αρραβώνος.  Μια γλώσσα που γίνεται ουδέτερη ως προς το φύλο, μπορεί να μας εξασφαλίσει ότι τελικά οι γυναίκες, ως κοινωνική κατηγορία συμπεριλαμβάνονται ρητά, ακομπλεξάριστα και ισότιμα σε αυτή; Ποιος μας λέει ότι σε αυτό το ουδέτερο, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν τοποθετούν το αρσενικό, αφήνοντας για ακόμα μια φορά το θηλυκό στην αφάνεια; Δεν ξέρω. Μου αρέσει η ιδέα ενός μέλλοντος που το φύλο δεν θα έχει καμία σημασία, αλλά να το καταργήσουμε στη γλώσσα, μου φαίνεται ότι απλώς συσκοτίζει τις πολύ σημαντικές κοινωνικές διακρίσεις που ακόμα υπάρχουν εις βάρος των γυναικών.

Εν κατακλείδι: δεν θεωρώ ότι η χρήση του παπακίου είναι κάποιο τρομερό λάθος που πάει πίσω το φεμινιστικό κίνημα. Είμαι σίγουρη ότι το έχω χρησιμοποιήσει και εγώ ως shorthand στα σόσιαλ. Απλώς δεν μου αρέσει αισθητικά, με μπερδεύει νοηματικά σε μεγάλα κείμενα και κυρίως, δεν θεωρώ ότι λύνει το ζήτημα. Και πιστεύω ότι πρέπει να συζητάμε για αυτό ανοιχτά και να συνεχίζουμε να αναζητούμε έξυπνες, μαζικά εφαρμόσιμες λύσεις. Θα με ενδιέφερε τι έχουν να πουν για αυτό γλωσσολόγοι και μη gender-conforming άτομα. Επίσης δεν έχω φυσικά καμία απόδειξη για όλα αυτά που λέω, εκτός από τη δική μου προσωπική γνώμη και την αίσθησή μου ότι η συνεχής χρήση θηλυκού σε ένα κείμενο σοκάρει και εκνευρίζει το μέσο Έλληνα / τη μέση Ελληνίδα πολύ περισσότερο από το παπάκι.

 

 

Share

Τα ποτά, οι γυναίκες και ο σεξισμός που όλους μας ενώνει

lessBullshit

της Ιουλίας Λειβαδίτη

Σύμφωνα με τον Γερούν Νταϊσελμπλουμ οι “Νότιοι Ευρωπαίοι σπατάλησαν τα χρήματά τους σε γυναίκες και ποτά”.

Αναρωτιέται κανείς, εκτός από τον εμφανέστατο διχαστικό και οριενταλιστικό* χαρακτήρα της δήλωσης και πέρα από το ερώτημα αν οι Νότιοι Ευρωπαίοι σπατάλησαν και πού τα λεφτά τους, πού είναι οι Νότιες Ευρωπαίες σε αυτή την φράση;

Προφανώς, “τρώγανε” τα λεφτά των Νοτιοευρωπαίων; Νομίζω η δήλωση του Νταϊσελμπλουμ, ενός Ολλανδού (δηλαδή πολίτη μιας χώρας από αυτές που είναι κάτι σαν το Ελ Ντοράδο του φεμινισμού, υποτίθεται) δείχνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο πως οι γυναίκες, ακόμα και στις πιο προηγμένες κοινωνίες, στο μυαλό των περισσοτέρων εξαιρούνται από τον ρόλο του πολίτη.

Όταν λέμε Ευρωπαίοι, εννοείται ότι μιλάμε για άντρες. Οι οποίοι ξόδεψαν τα λεφτά ΤΟΥΣ (γιατί τα λεφτά φυσικά είναι των αντρών) στα εξής δύο αντικείμενα: αντικείμενο ένα, γυναίκες, αντικείμενο δύο, ποτό.

Οι γυναίκες σύμφωνα με τον Νταϊσελμπλουμ δεν συμμετέχουν στο πολιτικο-οικονομικό γίγνεσθαι παρά μόνο ως αντικείμενα κατανάλωσης, και επιζήμια κιόλας (αφού να ξοδεύεις λεφτά σε αυτές είναι “σπατάλη” αντίστοιχη του να ξοδεύεις λεφτά σε ποτό). Πέρα από την άρνηση του ρόλου των γυναικών, αν όχι ως πολιτών, έστω και ως καταναλωτών (αυτές δηλαδή πού σπατάλησαν τα λεφτά που απέσπασαν από τους άντρες;; να υποθέσω σε ρούχα και κοσμήματα και στα κομμωτήρια; ή ότι οι Νοτιοευρωπαίες είναι πλούσιες;;) αναπαράγεται και η ιδέα ότι οι γυναίκες πουλάνε μαζικά σεξ και οι άντρες αγοράζουν. Το ότι είσαι αναγκασμένος να πληρώσεις για το σεξ με τις γυναίκες είναι από τα πιο άσχημα στερεότυπα που υπάρχουν αλλά ας μην ξεχνάμε ότι είναι και ιδιαίτερα διαδεδομένο στη χώρα μας. Αυτό  φάνηκε και από τις αντιδράσεις στα σόσιαλ που κυμαίνονταν βασικά στο κόνσεπτ “Φαίνεται ο Νταϊσελμπλουμ έχει καιρό να γαμήσει”.

Το σκεπτικό ότι οι γυναίκες βασικά ανταλλάσσουν το σεξ με χρήματα θα ήταν σχεδόν αστείο με τον αναχρονισμό του, σαν κάτι από ένα ρεμπέτικο του 1920, αν δεν ήταν τόσο βλαπτικές οι προεκτάσεις που έχει στην καθημερινότητα των γυναικών. Από το slut-shaming, στην ιδέα ότι χρωστάς σεξ αν κάποιος σε κεράσει, στην ιδέα ότι εσύ δεν έχεις επιθυμίες αλλά είσαι μόνο αντικείμενο επιθυμιών, στην καταναγκαστική πορνεία και το τράφικινγκ, στην συνολική αντίληψη ότι το σεξ είναι ένα όπλο που ως γυναίκα, (παρα)κρατείς.

Άσχετα αν μας ενοχλεί που το λέει για εμάς, στην Ελλάδα του σήμερα υπάρχει πλήρης αποδοχή των άλλων τριών προϋποθέσεων της πρότασης του Νταϊσελμπλουμ, ότι δηλαδή όταν λέμε Ευρωπαίοι πολίτες εννοούμε τους άντρες, ότι οι γυναίκες είναι αντικείμενα προς κατανάλωση και ότι το σεξ είναι κάτι που θέλουν οι άντρες και οι γυναίκες το προσφέρουν μόνο ως αντάλλαγμα σε κάτι άλλο.

*Πιστεύω ότι είναι λίγο προβληματικό να χρησιμοποιούμε τον όρο “οριενταλισμός” -που αναφέρεται συγκεκριμένα στον τρόπο που αντιμετωπίζει η “Δύση” την “Ανατολή”- για τον τρόπο που αντιμετωπίζει η Βόρεια την Νότια Ευρώπη. Είναι πολύ διαφορετικές όλες οι παράμετροι. Στην περίπτωση της Ελλάδας θα ήταν πιο σωστό το “νεοαποικιοκρατικος” λόγος, μιας και υπήρξε ουσιαστικά αποικία / προτεκτοράτο των Ευρωπαίων για πολλά χρόνια. Επειδή όμως ο Νταϊσελμπλουμ μιλούσε για όλη την  Νότια Ευρώπη, και για την Ισπανία και την Ιταλία δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπήρξαν ποτέ ευρωπαϊκές αποικίες (το αντίθετο μάλιστα), και μέχρι να έχει εφευρεθεί ακόμα ο κατάλληλος όρος χρησιμοποιώ τη λέξη οριενταλισμός, με επιφυλάξεις.

Share

Το Kontra News της αντρικής σχολής

zoi_18

του Φύλου Συκής

“Πατέρα και μάνα δεν έχει να την πάνε για εξετάσεις μετά το χθεσινό παραλήρημά της στη Βουλή; Ο άντρας της δεν μπορεί να μαζέψει τη Ζωή; Πως μια κοπέλα ξεγέλασε τόσους βουλευτές όλων των κομμάτων και την ψήφισαν για πρόεδρο της Βουλής;”

Το σημερινό πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Kontra News σε ρόλο υποστηρικτή της κυβέρνησης Τσίπρα στοχοποιεί με σεξιστικό τρόπο τη Ζωή Κωνσταντοπούλου για το χθεσινοβαραδινό “σόου” που “έστησε” στο κανάλι της βουλής. Δηλαδή την απόφασή της να μεταδοθεί ζωντανά η διάσκεψη των προέδρων, επειδή, όπως σημείωσε η πρόεδρος της Βουλής, σύμφωνα με το θεσμικό της ρόλο όφειλε να διασφαλίσει ότι ένα τόσο σημαντικό νομοσχέδιο θα συζητηθεί στη Βουλή όπως προβλέπει ο Κανονισμός.

Το έργο το χουμε ξαναδεί: η περιφρόνηση και ο εξευτελισμός των γυναικών, ειδικά όσων έχουν παρουσία στο δημόσιο χώρο, είναι γνωστή μέθοδος αποδόμησης και απαξίωσής τους. Η kontra news, εξασκώντας για άλλη μια φορά υψηλού επιπέδου δημοσιογραφία, αποφεύγει να παρουσιάσει την όποια κριτική θεωρεί ότι αρμόζει στην Πρόεδρο της Βουλής με επιχειρήματα και πραγματικά γεγονότα. Αντίθετα, επιτίθεται στη Ζ. Κωνσταντοπούλου με τον πιο χυδαίο σεξισμό, που θυμίζει νοοτροπίες και αντιλήψεις πολύ περασμένων εποχών για τις ικανότητες και τη νοημοσύνη των γυναικών. Όποιος ή όποια διαφωνεί με την πολιτική της Προέδρου, ας το εκφράσει με πολιτικά επιχειρήματα και όχι με φθηνές προσπάθειες εντυπωσιασμού που στοχεύουν στα πιο συντηρητικά και οπισθοδρομικά αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας. Εκτός κι αν η επιστράτευση του σεξισμού καλύπτει ακριβώς αυτό, την απουσία επιχειρημάτων. Εμείς, τα “συναισθηματικά” πλάσματα, τα αιωνίως ανήλικα που χρήζουν ενός πατέρα να μας μαζεύει όταν τολμάμε να ανοίξουμε το στόμα μας, σας καλούμε να επιστρέψετε στον ορθολογισμό.

Screen shot 2015-08-13 at 2.15.39 PM

 

Share

Ο σεξισμός στις λέξεις

sexism

της Callamard Agnes*

Η γενικευμένη χρήση του αρσενικού γένους είναι το πρόσφατο προϊόν μιας ιστορίας η οποία επικαλείται την οικουμενικότητα, ενώ κρύβει, επί σειρά ετών, το ρατσισμό και το σεξισμό. Η δε γλώσσα συνοδεύει και σημαδεύει τις κοινωνικές εξελίξεις. Από τη Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη το 1789, μέχρι την οικουμενική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου το 1948…

Τι υπάρχει σε μια λέξη ; [1] Μια ιστορία, μια ανακάλυψη, μια μεταμόρφωση, αλλά επίσης μια ταυτότητα, ένας αγώνας, μια νίκη ή μια ήττα. Μια λέξη μπορεί να εκφράσει τον οίστρο ενός πολιτικού, τη δημιουργικότητα ενός καλλιτέχνη, την κραυγή απόγνωσης ενός αγωνιστή. Υπάρχουν λέξεις που προτρέπουν στη βία κι άλλες στην ειρήνη. Υπάρχουν λέξεις που εκφράζουν τη δύναμη να αποκλείεις, κι άλλες τη βούληση να περιλαμβάνεις.

Τι υπάρχει στην έκφραση «δικαιώματα του ανθρώπου»; Η επανάσταση του 1789, μακρόχρονοι μετασχηματισμοί και πολλοί αγώνες στη Γαλλία και τον υπόλοιπο κόσμο, για να αναγνωρισθούν στους ανθρώπους τα αστικά, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματά τους. Η διατύπωση, όμως, εκφράζει επίσης κι άλλες ιστορίες : κατ’ αρχήν την ιστορία των επαναστατών του 1789, οι οποίοι αρνήθηκαν να παραχωρήσουν στις γυναίκες τα δικαιώματα που παρείχαν στους άντρες, και στη συνέχεια την ιστορία των συμπεριφορών και πεποιθήσεων που είχαν ως βάση τις διακρίσεις απέναντι στις γυναίκες και οι οποίες φτάνουν ως τις μέρες μας, με όχημα την «ευγένεια» του αρσενικού. Στην τυποποίηση της λέξης «άνθρωπος», ως οικουμενικής κατηγορίας, υπάρχει επίσης η άρνηση των πολιτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αλλαγών των κοινωνιών του 20ού αιώνα και των δεσμεύσεων που ανέλαβαν οι κυβερνήσεις και τα Ηνωμένα Έθνη απέναντι στην αρχή της ισότητας ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες.

Ένας αιώνας χωρίς δικαίωμα ψήφου

Η Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη, που υιοθετήθηκε στις 26 Αυγούστου 1789, μετά από μακροχρόνιες και σκληρές συζητήσεις ανάμεσα στους βουλευτές στην Εθνική Συνέλευση, θεσπίζει έναν αριθμό δικαιωμάτων και αρχών που χρησιμοποιήθηκαν αργότερα ως θεμέλιο για την Οικουμενική διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Την εποχή που συντάχθηκε, η Διακήρυξη εφαρμοζόταν μόνο στους άντρες κι η λέξη «άνθρωπος» κάλυπτε ένα μόνο γένος [2]. Η επιλογή αυτής της λέξης δεν ήταν ουδέτερη και δεν περιείχε καθόλου τη βούληση να έχει «οικουμενική» εμβέλεια. Γιατί η ισότητα ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες υπήρξε αντικείμενο συζήτησης στην Εθνική Συνέλευση, αλλά η πλειοψηφία των βουλευτών είχε απορρίψει αυτήν την αρχή: εφόσον η γυναίκα στερείται λογικής, δεν ήταν δυνατό να παραχωρηθούν δικαιώματα σε μια μειοψηφία εξαιρετικών γυναικών.

Όμως, οι γυναίκες συμμετείχαν δραστήρια στη γαλλική επανάσταση: συνδέθηκαν κυρίως με την κατάληψη της Βαστίλης στις 14 Ιουλίου 1789, παρήλασαν στους παρισινούς δρόμους για να απαιτήσουν ψωμί, σχημάτισαν μια εταιρεία επαναστατριών γυναικών και άλλα σωματεία, εντάχθηκαν σε επαναστατικούς συλλόγους, πήραν το λόγο σε δημόσιους χώρους καθώς και σε πολιτικούς κύκλους. Το 1791, η Ολίμπ ντε Γκουζ συνέταξε τη Διακήρυξη των δικαιωμάτων της γυναίκας και του πολίτη θηλυκού γένους, μια Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου, αναθεωρημένη για να εφαρμόζεται στις γυναίκες. Το κείμενο αυτό αμφισβητούσε τα θεμέλια από τα οποία πήγαζαν οι αρχές και τα δικαιώματα της Διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη. «Η γυναίκα γεννιέται ελεύθερη και παραμένει ισότιμη με τον άντρα στα δικαιώματα», έγραφε, τονίζοντας εξάλλου ότι «η άσκηση των φυσικών δικαιωμάτων της γυναίκας δεν έχει άλλο όριο από τη συνεχή τυραννία που της επιβάλλει ο άντρας· αυτά τα όρια πρέπει να αναθεωρηθούν από τους νόμους της φύσης και της λογικής».

Οι Γαλλίδες δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ επισήμως και νομοθετικώς ως πολίτες παρά τη συμμετοχή τους στα κοινά, συχνά στην πρώτη γραμμή. Η Ολίμπ ντε Γκουζ κατακρίθηκε και αντιμετωπίστηκε ως υστερική, ανορθολογική και παράλογη. Καρατομήθηκε στις 3 Νοεμβρίου 1793. Ένα μήνα νωρίτερα, οι Ιακωβίνοι αποφάσιζαν με διάταγμα ότι στο εξής οι σύλλογοι και οι ενώσεις των γυναικών θα θεωρηθούν παράνομοι και ένας αντιπρόσωπος της Επιτροπής κοινής σωτηρίας δήλωνε πως οι γυναίκες δεν είναι φτιαγμένες για υψηλές σκέψεις.

Δύο εβδομάδες αργότερα, απαγορευόταν στις γυναίκες η πρόσβαση στις συνελεύσεις της Κομμούνας του Παρισιού. Στο λόγο του, που θα έπειθε την Κομμούνα του Παρισιού να ψηφίσει ομοφώνως τον αποκλεισμό των γυναικών, ένας επαναστάτης ρήτορας διακήρυξε πως ήταν αντίθετο σε όλους τους νόμους της φύσης να θέλει μια γυναίκα να γίνει άντρας… Στο Ναπολεόντειο Κώδικα του 1804, ο οποίος διασφάλιζε πλήθος επαναστατικών κατακτήσεων για τους άντρες, οι γυναίκες χαρακτηρίστηκαν ανίκανες από νομική άποψη.

Το ίδιο φαινόμενο επαναλήφθηκε κατά την επανάσταση του 1848, όταν η προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση απέρριψε την παραχώρηση του δικαιώματος της ψήφου στις γυναίκες. Στις αρχές Ιουνίου, πριν την ανατροπή, η αστυνομία κλείνει το Σύλλογο των γυναικών. Τον Ιούλιο, η Δεύτερη Δημοκρατία αποφασίζει ότι οι γυναίκες δεν μπορούν ούτε να ανήκουν σε συλλόγους ούτε να προσφέρουν βοήθεια σ’ αυτούς. Η ήττα των δημοκρατικών κυβερνήσεων ενισχύει τον αποκλεισμό. Μετά το 1851, ο νόμος απαγορεύει στις γυναίκες να λαμβάνουν μέρος σε πολιτικές δραστηριότητες ή να μετέχουν σε συγκεντρώσεις που σχετίζονται με πολιτικά ζητήματα. Οι Γαλλίδες θα χρειαστεί να περιμένουν σχεδόν έναν αιώνα -το 1944- για να αποκτήσουν το δικαίωμα της ψήφου και το δικαίωμα να είναι υποψήφιες για εκλόγιμες πολιτικές θέσεις.

Ισότιμες ανθρώπινες υπάρξεις

Είναι φανερό ότι η έκφραση «δικαιώματα του ανθρώπου» δεν αναφερόταν στις γυναίκες του 1789. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα αν στη σύγχρονη χρήση του, μπορούμε να πούμε γι’ αυτό τον όρο ότι αναφέρεται σε άντρες και γυναίκες που αντιμετωπίζονται ως ισότιμες ανθρώπινες υπάρξεις…

Στην τρέχουσα γλώσσα, ο όρος «άνθρωπος» υποτίθεται ότι καλύπτει όλα τα άτομα του ανθρώπινου είδους. Ωστόσο, η σημασία του είναι ορισμένες φορές αμφιλεγόμενη. Έτσι, σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρώπης, «η χρήση του αρσενικού γένους για να δηλωθούν τα άτομα των δύο φύλων, δημιουργεί, στο πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνίας, μια αβεβαιότητα ως προς τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, τους άντρες ή τις γυναίκες [3]». Ένας από τους λόγους αυτής της αμφισημίας είναι ότι η αποκλειστική χρήση της λέξης «άνθρωπος» για να υποδηλώνονται άντρες και γυναίκες θεσπίζει μια ιεραρχία ανάμεσα στα δύο φύλα.

Αυτή η ιεραρχία ανάγεται στο 17ο αιώνα, όταν το 1647, ο διάσημος ειδικός της γραμματικής Βοζελά δήλωνε ότι «το αρσενικό γένος επικρατεί του θηλυκού καθότι είναι ευγενέστερο [4]». Στο εξής, θα έπρεπε να γράφουν: «Τα λαχανικά και τα λουλούδια είναι φρέσκα» [5], και να επιδιώκουν να συμφωνεί το επίθετο με το αρσενικό, αντίθετα με τη χρήση της εποχής, που το απέδιδε στο θηλυκό. Πράγματι, στο Μεσαίωνα μπορούσε να γράφει κανείς σωστά, όπως ο Ρακίνας το 17ο αιώνα: «Αυτές οι τρεις ημέρες κι αυτές οι τρεις νύχτες ολόκληρες» [6], επειδή το επίθετο «ολόκληρες» παρέπεμπε τότε στη λέξη «νύχτες » όπως και στη λέξη «ημέρες». Επίσης στο Μεσαίωνα, δεν ικανοποιούνταν με την αρσενική μορφή: για να απευθυνθούν στις γυναίκες και τους άντρες στους λόγους που εκφωνούσαν σε δημόσιο χώρο, έλεγαν iceux και icelles (για εκείνους κι εκείνες) καθώς και tuit και toutes (για όλους και όλες). Μπορούσαν επίσης να πουν δημαρχίνα στο 13ο αιώνα, διοικήτρια και εφευρέτισσα το 15ο αιώνα, λοχαγίνα το 16ο, χειρουργίνα το 1759 κ.λπ.

Η επιλογή του αρσενικού

Η επιλογή του αρσενικού, που εκθειάστηκε από τον Βοζελά, δεν ήταν μια «ουδέτερη» επιλογή και δεν παρουσιάστηκε έτσι. Ο ιεραρχικός κανόνας φαίνεται ότι διασώζεται ακόμη στη Γαλλία και στις άλλες γαλλόφωνες χώρες. Έτσι το 1984, η γαλλική Ακαδημία έγραφε, χωρίς προφανώς να αντιλαμβάνεται την ειρωνεία του επιχειρήματός της: «όταν έπλασαν με αδεξιότητα ονόματα επαγγελμάτων στο θηλυκό γένος, επειδή φαντάζονταν ότι υπήρχε έλλειψη, η αδύνατη απόδοσή τους, τα σημάδεψε πολύ γρήγορα με μια υποτιμητική απόχρωση: αρχηγίνα, γιάτρισσα κ.λπ. Αναμένεται ότι και άλλες δημιουργίες, όχι λιγότερο τεχνητές, θα έχουν την ίδια τύχη, και πως το αποτέλεσμα θα είναι αντίθετο από το επιδιωκόμενο [7]».

Όπως παρατηρούσε η Μπενουάτ Γκρουτ [8], η «υποτιμητική» απόχρωση δεν χαρακτηρίζει όλα τα επαγγέλματα, αλλά μάλλον εκείνα στα οποία αποδίδεται ένα ορισμένο κύρος. Οι πρόσφατες δηκτικές τοποθετήσεις για τη χρήση του «Κυρία η υπουργός» [9] είναι η απόδειξη. Ωστόσο, πέρα από αυτά τα ιεραρχικά θεμέλια, η χρήση του «Κυρία ο υπουργός» [10] δεν συμφωνεί με καμία παράδοση της γαλλικής γλώσσας για το γένος των ονομάτων, κατάσταση που είχε ήδη καταγγείλει ο γλωσσολόγος Φερντινάν Μπρινό το 1922, όταν αναφωνούσε : «Το φρικτό ‘Κυρία ο’ που καταστρέφει τόσα πολλά κείμενά μας». Όσο για τον εξαίρετο ειδικό της γραμματικής Αλμπέρ Ντοζά, δεν δίσταζε να γράψει το 1971: «Η γυναίκα που προτιμά για το όνομα του επαγγέλματός της το αρσενικό από το θηλυκό, αποκαλύπτει έτσι ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας το οποίο αντιφάσκει στις νόμιμες διεκδικήσεις της. Το να λέει κανείς ‘Κυρία ο γιατρός’, είναι σαν να διακηρύσσει την ανωτερότητα του αρσενικού, της οποίας γραμματική έκφραση είναι το αρσενικό γένος [11]».

Από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, πολλές κυβερνήσεις συνιστούν μια μη σεξιστική χρήση της γλώσσας, έστω κι αν σε πολλές χώρες, ιδίως στη Γαλλία, αυτό έγινε μόνο εν μέρει. Η τάση έχει στόχο να προσαρμόσει τη γλώσσα στην κοινωνική και πολιτιστική πραγματικότητα, αλλά εγγράφεται επίσης σ’ ένα πολιτικό πλαίσιο: της αναγνώρισης της ισότητας των ανδρών και των γυναικών και, πιο πρόσφατα, στη Γαλλία, της ισοτιμίας άνδρα – γυναίκας. Ανάμεσα στις χώρες που πήραν πρωτοβουλίες, μπορούμε να αναφερθούμε στον Καναδά, που πρωτοπορεί σ’ αυτή την εξέλιξη από το 1978, αλλά και την Ελβετία, η οποία το 1989 μεταφέρει στο θηλυκό γένος το σύνολο της ορολογίας των τεχνών και των επαγγελμάτων και δημοσιεύει, το 1991, έναν οδηγό γραφής χωρίς διακρίσεις, που συνιστά τη χρήση της έκφρασης «ανθρώπινα δικαιώματα».

Στη Γαλλία, όταν οι πολιτικοί ηγέτες θέλησαν να ενσωματώσουν τις γυναίκες στην πολιτική σφαίρα, επικράτησε η χρήση της έκφρασης «άντρες και γυναίκες»[12]. Τα επαγγέλματα αποδόθηκαν επίσης στο θηλυκό, παρά τις δυσκολίες και τις ατέλειες. Έτσι, η εγκύκλιος της 11ης Μαρτίου 1986 θεσπίζει τους κανόνες σχηματισμού του θηλυκού για επαγγέλματα ή τίτλους, τα οποία μέχρι τότε γράφονταν αποκλειστικά με την «αρσενική» μορφή τους. Πιο πρόσφατα, το 1997, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης στη νομοπαρασκευαστική επιτροπή της Γερουσίας πάνω σε ένα σχέδιο αναμόρφωσης του Κακουργιοδικείου, οι γερουσιαστές ψήφισαν τροπολογία που υποκαθιστά με τη λέξη «ένα πρόσωπο» [13], τη λέξη «ένας άνθρωπος» [14], στο κείμενο του όρκου των ενόρκων.

Οι διακυβερνητικές οργανώσεις, πολύ περισσότερο από τις κυβερνητικές έσπευσαν να πάρουν μέτρα που αποβλέπουν στην προώθηση ενός μη σεξιστικού λεξιλογίου. Για παράδειγμα, η Γενική Συνέλευση της Ουνέσκο υιοθέτησε, το 1991 και το 1993, κατευθυντήριες γραμμές που απαιτούν τη χρήση διατυπώσεων οι οποίες αναφέρονται με σαφήνεια στα δύο φύλα, καθώς και την κατά το δυνατόν συχνότερη επίκληση της έκφρασης « δικαιώματα του ατόμου». Στη διάρκεια της Παγκόσμιας διάσκεψης για τα δικαιώματα του ανθρώπου, που οργανώθηκε στη Βιέννη, τον Ιούνιο του 1993, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, το Φόρουμ των μη κυβερνητικών οργανώσεων – που συγκεντρώνει περισσότερες από 1.000 οργανώσεις – υιοθέτησε σύσταση η οποία ζητεί να καταργηθεί κάθε μεροληψία απέναντι στο ένα ή το άλλο φύλο και να αντικατασταθεί η έκφραση «δικαιώματα του ανθρώπου» με την έκφραση «ανθρώπινα δικαιώματα» ή με την έκφραση «δικαιώματα του ανθρωπίνου προσώπου».

Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι η ακρίβεια της γλώσσας έχει κατοχυρωθεί οριστικά στα λεξικά και τις γραμματικές. Αλλά η γλώσσα δεν είναι στατική: εξελίσσεται συνεχώς για να αντικατοπτρίζει τις νέες πραγματικότητες, τις κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές. Έτσι, το γράμμα w ενσωματώθηκε επισήμως στο γαλλικό αλφάβητο μόλις το… 1964. Η γλώσσα είναι ταυτοχρόνως η αντανάκλαση και η κινητήρια δύναμη όλων των κοινωνιών. Κάθε χρόνο, τα λεξικά Petit Robert και Larousse προσθέτουν νέες λέξεις που αντανακλούν την κοινωνική, τεχνική και ιατρική εξέλιξη ή αλλαγές στα ήθη. Η γαλλική κυβέρνηση συγκρότησε εδώ και δεκαετίες επιτροπές ορολογίας, στόχος των οποίων είναι να προσαρμόσουν το σύγχρονο λεξιλόγιο στις νέες επιστημονικές, ιατρικές, εμπορικές πραγματικότητες. Οι επιτροπές αυτές κατοχύρωσαν λέξεις εξαιρετικά συνηθισμένες σήμερα, όπως πληροφορική, υπολογιστής, βηματοδότης κ.λπ.

Η δημιουργία ορολογίας δεν έχει μοναδικό στόχο να αντικαταστήσει τις λέξεις που έχουν πέσει σε αχρηστία, αλλά να εκφράσει επίσης αλλαγές που σχετίζονται με την έκφραση του «είναι» και με την κοινωνική ή φυλετική ταυτότητα. Έτσι, στις Ηνωμένες Πολιτείες ο όρος «Αφρικανός – Αμερικανός» που τώρα είναι σε τρέχουσα χρήση, είναι πρόσφατης προέλευσης και αποβλέπει στο να αναγνωρίσει μια ηπειρωτική, παρά φυλετική, καταγωγή. Όταν οι Αμερικανοί και οι Αμερικανίδες αποφασίζουν να αντιπροσωπευθούν και να ταυτιστούν με τη λέξη «Αφρικανός (-ή) – Αμερικανός (-ίδα)», αναφέρονται στην ιστορία τους, στους αγώνες τους και στις προσδοκίες τους.

Οι λέξεις οικοδομούν και αντανακλούν τον πολιτισμό και τα βιώματα όλων των κοινωνιών. Έτσι, αν συγκρίνουμε την Οικουμενική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου του 1948 με τη Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη του 1789, ανακαλύπτουμε ότι στην τελευταία, χρησιμοποιείται μόνο η λέξη «άνθρωπος», ενώ στην πρώτη, ο γενικός όρος του «προσώπου» χρησιμοποιείται κατά κόρον, πράγμα που δείχνει ότι οι συντάκτες του φρόντισαν να επισημάνουν τη μη διάκριση ανάμεσα στα φύλα, καταφεύγοντας συχνά σε όρους διαφορετικούς από το «άνθρωποι».

Η μίξη των ορολογιών, που χαρακτήρισε αυτή την προσπάθεια, επισημαίνεται από τον καθηγητή του δικαίου Ιβ Μαντό, ο οποίος παρατηρεί: «Η διπλή διατύπωση του τίτλου της Διακήρυξης και της έκφρασης που χρησιμοποιείται στο πρώτο άρθρο, είναι αποκαλυπτική μιας αμηχανίας σε σχέση με την ορολογία, η οποία εύκολα θα παραμεριζόταν με τη χρήση της έννοιας των δικαιωμάτων του ανθρώπινου προσώπου [15]».

Η γλώσσα παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινωνικής ταυτότητας των ατόμων και η αλληλεπίδραση που υπάρχει ανάμεσα στη γλώσσα και τις κοινωνικές συμπεριφορές υπήρξε αντικείμενο πολλών ερευνών και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί. Αυτό απέδειξαν -ανάμεσα σε άλλες πρόσφατες μελέτες- ο γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκό, ο οποίος τόνισε τις σχέσεις ανάμεσα στην εξουσία και το λόγο [16] και ο Πιέρ Μπουρντιέ, ο οποίος στο έργο του Ce que parler veut dire (Τι σημαίνει να μιλάς) [17] περιγράφει την ύπαρξη ενός γλωσσολογικού κεφαλαίου από το οποίο εξάγει την έννοια της « συμβολικής εξουσίας », εσωτερικευμένης και αποδεκτής: η γλώσσα είναι η απεικόνιση ή η συμβολική μορφή των σχέσεων εξουσίας και παρέχει σ’ αυτές τη νομιμοποίησή τους.

Το Συμβούλιο υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εναρμονίζεται με την κοινωνική εξέλιξη του τέλους του 20ού αιώνα όταν δηλώνει, το 1990, ότι έχει πεισθεί πως ο σεξισμός ο οποίος χαρακτηρίζει τη γλώσσα στα περισσότερα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης- όπου επικρατεί το αρσενικό επί του θηλυκού- αποτελεί τροχοπέδη στην ισότητα ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες. Η Διεθνής Αμνηστία από την πλευρά της, αποφάσισε το Δεκέμβριο του 1997 να υιοθετήσει μια διατύπωση των δικαιωμάτων που ταιριάζει με την αποστολή της, τους στόχους της και το όραμά της. Τρεις εκφράσεις θα αντικαταστήσουν στο εξής την έκφραση «δικαίωμα του ανθρώπου», με εξαίρεση τα ιστορικά ντοκουμέντα. Θα είναι οι εξής: «δικαιώματα του ανθρώπινου προσώπου», «ανθρώπινα δικαιώματα», και «δικαιώματα της ανθρώπινης ύπαρξης».

Το να συνιστά κανείς την αλλαγή ενός όρου δεν σημαίνει ότι εξαλείφεται από τη συλλογική μνήμη ένα γεγονός όπως η γαλλική επανάσταση του 1789, ούτε ότι απορρίπτονται η συμβολή της και οι συνέπειές της για την ανθρωπότητα. Πρόκειται, απλούστατα, για την αναγνώριση του γεγονότος ότι τα «δικαιώματα του ανθρώπου» εξελίχθηκαν μετά το 1789 και ότι η ισότητα ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής της εξέλιξης. Η γλώσσα των δικαιωμάτων του ανθρώπινου προσώπου δεν μπορεί να επιτρέπει την προώθηση ενός μόνο γένους (και φύλου) ως οικουμενικής κατηγορίας ούτε να μεταφέρει προκαταλήψεις: οι γυναίκες, ακριβώς όπως και οι άντρες, έχουν δικαιώματα. Η αναγνώριση περνά από τη χρησιμοποίηση μιας έκφρασης που αναγνωρίζει την ύπαρξή τους.

*Διδάκτωρ πολιτικών επιστημών, συγγραφέας, ειδική σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πρώην διευθύντρια του ARTICLE 19

Σημειώσεις

[1] Το άρθρο συνοψίζει το ντοκουμέντο της Διεθνούς Αμνηστίας «Τι υπάρχει σε μια λέξη;» που κυκλοφόρησε με την ευκαιρία της διεθνούς ημέρας των γυναικών της 8ης Μαρτίου και της πεντηκοστής επετείου της Οικουμενικής Διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

[2] Βλ. για παράδειγμα. Bonnie Anderson και Judith Ρ. Zinsser, «Α History of their own», Harpers and Row, Νέα Υόρκη, 1988. Jan Bauer, «Μόνο η σιωπή θα σε προστατεύσει : οι γυναίκες, η ελευθερία έκφρασης και η γλώσσα των δικαιωμάτων του ανθρώπου», Διεθνές κέντρο των δικαιωμάτων του προσώπου και της δημοκρατικής ανάπτυξης, Μοντρεάλ, 1996. Βλ. επίσης πολυάριθμες δημοσιεύσεις της ένωσης SOS Sexisme.

[3] Οδηγία Νο R (90) της επιτροπής υπουργών στα κράτη μέλη για την κατάργηση του σεξισμού στη γλώσσα.

[4] Μια ανάλογη εξέλιξη χαρακτήρισε την αγγλική γλώσσα. Το 1746, ο άγγλος ειδικός της γραμματικής Τζον Κίρκμπι διατύπωνε τους «88 κανόνες της γραμματικής». Ο εικοστός πρώτος διαβεβαίωνε ότι το αρσενικό γένος είναι γενικότερο από το θηλυκό. Ο Κίρκμπι καθιστούσε έτσι τον άντρα οικουμενική κατηγορία.

[5] (ΣτΜ): το λαχανικό στα γαλλικά είναι αρσενικού γένους και το λουλούδι θηλυκού γένους, το φρέσκα είναι πληθυντικός του αρσενικού.

[6] (ΣτΜ): η ημέρα στα γαλλικά είναι αρσενικού γένους και η νύχτα θηλυκού

[7] Ανακοίνωση που έγινε από τη γαλλική Ακαδημία στις 14 Ιουνίου 1984, για τη συγκρότηση μιας επιτροπής ορολογίας «επιφορτισμένης να μελετήσει τη μεταφορά στο θηλυκό των τίτλων και λειτουργιών και, γενικότερα, του λεξιλογίου που αφορά τις γυναικείες δραστηριότητες». Η προσαρμογή των ονομάτων των επαγγελμάτων στις κοινωνικές και πολιτιστικές πραγματικότητες προχωράει, έστω και αργά.

[8] Benoite Groult, «Cacher ce feminin», «Le Monde», 11 Ιουνίου 1991.

[9] (ΣτΜ): αντιστοιχεί στη γαλλική διατύπωση «Madame la ministre».

[10] (ΣτΜ): αντιστοιχεί στη γαλλική διατύπωση «Madame le ministre».

[11] Στο ίδιο.

[12] Για παράδειγμα, η θέσπιση της (πραγματικά) καθολικής ψηφοφορίας το 1945 από το στρατηγό Ντε Γκολ ορίζει ότι «Η Συντακτική εθνική συνέλευση θα εκλεγεί από όλους τους ενηλίκους, Γάλλους και Γαλλίδες».

[13] (ΣτΜ): στα γαλλικά η λέξη «πρόσωπο» είναι θηλυκού γένους.

[14] (ΣτΜ): στα γαλλικά η λέξη «άνθρωπος» είναι βέβαια αρσενικού γένους, αλλά χρησιμοποιούν την ίδια λέξη «homme» και για τον άνθρωπο και για τον άνδρα.

[15] Yves Madot, Droits de l’ Homme, Masson, Παρίσι 1991.

[16] Michel Foucault, La Volonte de pouvoir, Gallimard, Παρίσι, 1976, και L’Archeologie du savoir, Gallimard, 1987.

[17] Pierre Bourdieu, Ce que parler veut dire, Fayard, Παρίσι, 1982.

Πηγή: socialpolicy

 

Διαβάστε ακόμα

Το όνομά του η ψυχή της; Βουλεύτριες, χορεύτριες και βουλευτίνες

 

 

Share

Η γυναίκα του Καίσαρα – Άσχετο;

της Σίσσυς Βωβού

Μα πώς την λέγανε αυτή τη γυναίκα του Καίσαρα επιτέλους, που μετά από δύο χιλιάδες χρόνια μαθαίνουμε ακόμα πώς έπρεπε να φαίνεται και δεν έχουμε μάθει το όνομά της; Παλιά και καινούρια η συνήθεια. Εδώ μέχρι πρόσφατα στα ελληνικά χωριά ξέραμε τη Θανάσαινα, την Δημήτραινα, την Λευτέραινα, δεν έφτανε δηλαδή που έπαιρνε το επίθετο του ανδρός της όταν παντρευόταν, έπαιρνε και το όνομά του όταν γένναγε το πρώτο παιδί. Τέλος πάντων, την περί ης ο λόγος Καισαρίνα την λέγανε Καλπουρνία, σας βεβαιώνω, γιατί έψαξα στο ίντερνετ.

Και τι θέλουν όλοι αυτοί που γράφουν κάθε τόσο για την γυναίκα του Καίσαρα, δηλαδή για την Καλπουρνία; Φαντάζομαι, θέλουν να δείξουν και κάποιες ιστορικές γνώσεις, ή τέλος πάντων να ανασύρουν από τα βάθη της ιστορίας κάτι για τη συζυγική πίστη, που είναι το άπαν της ηθικής. Αναφέρουν ότι ναι μεν ήταν τίμια αυτή η γυναίκα, δηλαδή δεν κεράτωνε τον άντρα της (πράγμα που θα αμφισβητούσαν οι δικές μου πληροφορίες αλλά ας μην την εκθέσω μετά από δύο χιλιάδες χρόνια), αλλά θα έπρεπε και να φαίνεται ότι δεν τον κεράτωνε. Κάθε φορά που αμφισβητείται ένας άνθρωπος γιατί είναι πλούσιος, όπως γράφτηκε τελευταία για κάποιους βουλευτές και βουλεύτριες του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί έχει διαπλοκές, όπως γράφτηκε για τον πρώην πρόεδρο του ΤΑΙΠΕΔ, ή για άλλους λόγους, αρχίζει η συζήτηση για την γυναίκα του Καίσαρα. Και όλοι αυτοί που γράφουν δεν προβληματίζονται καν πώς λεγόταν αυτή η γυναίκα, αλλά ακόμα το να συγκρίνεις έναν άνδρα με μια γυναίκα, έστω και μιας άλλης εποχής, και την ηθική της, ίσως να παραπέμπει και σε άλλες σκέψεις, που δεν συνάδουν με την τρέχουσα θεωρούμενη ορθή σεξουαλικότητα, την οποία προφανώς οι εν λόγω συγγραφείς εξαίρουν.

Τέλος πάντων και επί του προκειμένου, ο Ιούλιος Καίσαρας ήθελε να χωρίσει την Καλπουρνία και της έκανε μια σκηνοθεσία, έστειλε δηλαδή στους κοιτώνες της έναν κύριο της εποχής που είχε φροντίσει να τον δουν κάποιοι μάρτυρες και μετά την κατηγόρησε ότι έχει εραστή, την πήγε στο δικαστήριο για να την χωρίσει επειδή ήδη είχε κανονίσει την πορεία του και εκείνη αθωώθηκε γιατί το δικαστήριο αποφάσισε ότι η Καλπουρνία είναι «τίμια». Ο Καίσαρας στη συνέχεια επέμεινε ότι δεν έπρεπε μόνο να είναι τίμια, αλλά και να φαίνεται, για να σώσει τέλος πάντων την αξιοπιστία του. Έτσι, η Καλπουρνία ήταν εκείνη που μέχρι τέλους ήταν δίπλα του (δεν αφήνεις εύκολα έναν Καίσαρα, μην κοροϊδευόμαστε) και που του είπε για τους κακούς οιωνούς την ημέρα που ήταν να πάει στη Σύγκλητο (παροτρύνοντάς τον να μην πάει) όπου δολοφονήθηκε από πλήθος ανδρών που είχαν κάνει συνωμοσία, συμπεριλαμβανομένου του Βρούτου.

Και τι ήταν ο Βρούτος; Άλλο μπέρδεμα, που μας πάει όχι στο τι πρέπει να είναι ή να φαίνεται η γυναίκα του Καίσαρα, αλλά στο τι ήταν ο Καίσαρας. Ο Καίσαρας λοιπόν ήταν και πολύ εραστής. Διαβάζουμε στην Wikipedia:

Πέρα από την υπόνοια ομοφυλοφιλίας στην σχέση του με τον βασιλιά της Βιθυνίας Νικομήδη -που ο Σουητώνιος την αναφέρει ως μοναδική φήμη τέτοιας μορφής αλλά επιμένει σ΄αυτήν με προφανή ευχαρίστηση- ο Καίσαρ υπήρξε ακαταπόνητος εραστής. Κατά τον Σουητώνιο πάντα, είχε σχέσεις με πολλές γυναίκες μεταξύ των οποίων και με τις συζύγους του Κράσσου και του Πομπήιου. Πάνω απ’ όλες αγάπησε την Σερβιλία, την μητέρα του Βρούτου -για την οποία ελέχθη ότι του εξέδιδε την κόρη της Τερτία, σύζυγο εν συνεχεία του αρχισυνωμότη Γάιου Κάσσιου- και την Κλεοπάτρα. Η δράση ήταν τόση που όταν τέλεσε θρίαμβο για την κατάκτηση της Γαλατίας, οι στρατιώτες του τραγουδούσαν «Πολίτες, κλειδώστε τις γυναίκες σας, γιατί έρχεται ο φαλακρός μοιχός».

Η ερωτική σχέση του Καίσαρα με την μητέρα του Βρούτου Σερβιλία κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του Βρούτου αμφισβητήθηκε από ορισμένους συγγραφείς αλλά ο Σουητώνιος είναι κατηγορηματικός: «Ο Καίσαρ αγάπησε περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα την Σερβιλία, μητέρα του Βρούτου». Ο δε Πλούταρχος είναι ακόμη πιο κατηγορηματικός και δίνει λεπτομέρειες. Η δε άποψη των αρχαίων συγγραφέων ενισχύεται από την φροντίδα του Καίσαρα για τον Βρούτο που είδαμε κατά την μάχη των Φαρσάλων, και από την εν συνεχεία προώθησή του σε αξιώματα, με τελευταίο αυτό του πραίτωρα.

Η ψυχολογική κατάσταση του Βρούτου ήταν δεινή. Η οικογενειακή παράδοση τον βάραινε αφόρητα. Όταν πήγαινε στο πραιτώριο έβρισκε στο άγαλμα του μεγάλου προγόνου του Λεύκιου Βρούτου επιγραφές που έλεγαν «Κοιμάσαι, Βρούτε» και «Δεν είσαι Βρούτος». Υπήρχε επίσης το μίσος προς τον διαφθορέα της μητέρας του -που τον είχε κάνει να μη ξέρει αν είναι ένας Βρούτος ή ένας νόθος- και, όπως διαδιδόταν, και της αδελφής του. Ο Κάσσιος θεώρησε απαραίτητη την σύμπραξη του Βρούτου, κατόρθωσε να τον παροξύνει και τον μύησε στην συνωμοσία.

Με λίγα λόγια, γιατί θα πρέπει να ενδιαφέρεται κάποιος το 2013 για το τι ήταν ή φαινόταν η γυναίκα του Καίσαρα, χωρίς καν να ενδιαφερθεί για το όνομά της και δεν βρίσκει άλλα, πιο σύγχρονα και αξιόπιστα παραδείγματα; Ή έστω, αν θέλουν να πάνε τόσο πίσω για να δείξουν ιστορικές γνώσεις, να μας πουν για τον ίδιο τον Καίσαρα ή για τις γυναίκες του Κράσσου και του Πομπήιου, οι οποίες κεράτωναν τους συζύγους τους με τον Καίσαρα. Αντ’ αυτού βρήκαν να ξεσπάσουν στην καημένη την Καλπουρνία για να στηλιτεύσουν κάτι που θεωρούν ότι αξίζει να στηλιτευθεί;

Μήπως απλώς τους εξιτάρει η «ηθική» της διαχρονικής συζύγου για να καλύψουν πίσω από αυτήν τις δικές τους πομπές, ή απλώς υποσυνείδητα θέλουν να ξαναφέρουν τις παλιές ηθικές διδασκαλίες, έτσι για να μην ξεχνάμε την πατριαρχία; Απλώς αναρωτιέμαι, και ίσως όλο αυτό να είναι άσχετο.

 

Share

Άνανδρη επίθεση φασιστών κατά δημοσιογράφων

της Σίσσυς Βωβού

Ποιος είναι πιο άνδρας; Ιδού η απορία. Ο δημοσιογράφος που καλύπτει την εκδήλωση της «Χρυσής Αυγής» ή η Χρυσή Αυγή;

Μαθαίνουμε λοιπόν από ανακοίνωση της ΕΣΗΕΑ της 10-12-13, του συνδικαλιστικού οργάνου των δημοσιογράφων, που είναι ένα σωματείο μορφωμένων ανθρώπων, που έχουν στο καταστατικό τους την πρόνοια ότι σέβονται την ισότητα των δύο φύλων και δεν υποτιμούν τις γυναίκες επειδή είναι γυναίκες, ότι «Αυτή τη φορά θύμα των Χρυσαυγιτών ήταν ο δημοσιογράφος του ‘STAR’ Παναγιώτης Μπούσιος, ο οποίος χτυπήθηκε άνανδρα και αναίτια». Χτυπήθηκε ο δημοσιογράφος επειδή κάλυπτε την εκδήλωσή τους, αλλά χτυπήθηκε άνανδρα. Κάτι που είναι άνανδρο, που έχει δηλαδή το στερητικό «α», σημαίνει ότι δεν ταιριάζει σε άνδρες, και φανταζόμαστε ότι ταιριάζει σε γυναίκες. Αλλιώς γιατί θα ήταν «άνανδρο»;

Άρα, οι Χρυσαυγίτες δεν είναι καλοί άνδρες αφού κάνουν «άνανδρες επιθέσεις», δηλαδή είναι γυναίκες. Μόνο σε γυναίκες θα ταίριαζε μια τέτοια επίθεση, σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΣΗΕΑ. Και όπως ξέρουμε, οι γυναίκες είναι κατώτερα όντα, γι’ αυτό καθένας φροντίζει να μην είναι σαν αυτές.

Μα είναι δυνατόν οι Χρυσαυγίτες να είναι γυναίκες; Φοβερός ψόγος. Και όμως, η ΕΣΗΕΑ τους κατηγορεί γι’ αυτό.

Τώρα οι Χρυσαυγίτες θα υπερθεματίσουν ότι είναι μπρατσαράδες, επιθετικοί, γυμνασμένοι, έχουν δηλαδή όλα τα «προσόντα» του άνδρα, άρα πώς είναι δυνατόν να τους κατηγορεί κάποιος για «ανανδρία»;

Και στη συνέχεια η ΕΣΗΕΑ θα πρέπει να αποδείξει ότι οι Χρυσαυγίτες δεν είναι καλοί και σωστοί άνδρες, ενώ οι δημοσιογράφοι που επλήγησαν είναι.

Έτσι, υιοθετώντας τον άλογο «Λόγο» της Χρυσής Αυγής, η ΕΣΗΕΑ την αντιγράφει. Γιατί οι Χρυσαυγίτες είναι οι μόνοι που λένε καθαρά ότι δεν πιστεύουν στην ισότητα των δύο φύλων και ότι ο φεμινισμός είναι η καταστροφή των γυναικών και της κοινωνίας. Ενώ η ΕΣΗΕΑ λέει στο καταστατικό της ότι βασίζεται στην ισότητα των δύο φύλων, αλλά όταν κάποιος δέχεται επίθεση, αφού την επίθεση την καταγγέλλει ως άδικη, άρα την χαρακτηρίζει και ως άνανδρη.

Κι εμείς που είμαστε αντίθετες στο φασισμό, και που πιστεύουμε ότι η άνοδος του φασισμού είναι μεγάλο πλήγμα για τα γυναικεία δικαιώματα, ακούμε την ΕΣΗΕΑ να υπερθεματίζει για το ποιος είναι πιο άνδρας και ποιος λιγότερο, δηλαδή για το ποιος προσομοιάζει με γυναίκα περισσότερο ή λιγότερο.

Η ΕΣΗΕΑ δεν θα ζητήσει αύριο συγνώμη από τις γυναίκες για την υποτιμητική αυτή αναφορά, όταν της στείλουμε τη διαμαρτυρία μας, αντίθετα θα μας πει ότι εδώ εμείς πληττόμαστε από το φασισμό κι εσείς ενδιαφέρεστε για την πολιτική ορθότητα;

Κι εμείς θα της απαντήσουμε, ότι αυτού του είδους η υιοθέτηση της Χρυσαυγίτικης λογικής και των χρυσαυγίτικων αξιών, που θεωρούν ότι υπάρχει ανδρική κυριαρχία, απλώς στρώνει το δρόμο για τη Χρυσή Αυγή και για κάθε φασιστικό φαινόμενο. Γιατί, δυστυχώς, η πατριαρχία είναι βαθύτερη και διαχρονικότερη του φασισμού, και τον λόγο περί ισότητας των δύο φύλων τον χρησιμοποιούν κάποιοι μόνο όταν θέλουν να υποστηρίξουν πολιτικές επιλογές τους, μόνο όταν οι γυναίκες που πλήττονται από τον πατριαρχικό λόγο είναι της αρεσκείας τους.

Αντίθετα, εμείς θεωρούμε την ισότητα των δύο φύλων και τα γυναικεία δικαιώματα ως αυταξία, και στηλιτεύουμε την υπονόμευσή τους απ’ όπου κι αν προέρχεται. Και δυστυχώς, με αυτή την ανακοίνωση, η ΕΣΗΕΑ παραβιάζει το ίδιο το καταστατικό της, και υιοθετεί τον πατριαρχικό λόγο.

Αλήθεια, οι γυναίκες μέλη της ΕΣΗΕΑ δεν προσβάλλονται από τέτοιες ανακοινώσεις;

 

Share

ΣΥΔ: «Προκαταλήψεις στον δημόσιο λόγο»

Ανακοίνωση

Το Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών (Σ.Υ.Δ.), αναγνωρισμένη συλλογικότητα για την υποστήριξη των δικαιωμάτων των διεμφυλικών / τρανς ατόμων, με την παρούσα ανακοίνωση, εφιστά την προσοχή και στέκεται απέναντι στην διάχυση των προκαταλήψεων και υποτίμηση μειονοτήτων δια του πολιτικού λόγου, ιδιαίτερα όσον αφορά την ταυτότητα και έκφραση φύλου.

Αφορμή η λεκτική αντιπαράθεση του εκπρόσωπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, κυρίου Πάνου Σκουρλέτη με τον εκπρόσωπο της Δημοκρατικής Αριστεράς, κύριο Ανδρέα Παπαδόπουλο, όπου ο πρώτος απεκάλεσε τα στελέχη του έτερου κόμματος «μεταλλαγμένους – τρανσέξουαλ» σε πρωινή εκπομπή (το σχετικό βίντεο εδώ).

Πέραν του ότι είναι λανθασμένη η χρήση στα ελληνικά του παραπάνω όρου (τρανσέξουαλ), καθώς ο όρος αυτός σχετίζεται με το βιολογικό φύλο και όχι με την ταυτότητα φύλου του ατόμου (η σωστή ορολογία στα ελληνικά είναι διεμφυλικός/ή ως μετάφραση του αγγλικού transgender ή πιο απλά τρανς άτομα), η συνωνυμική ταύτιση με το «μεταλλαγμένο» δεικνύει σύγχυση ή/και άγνοια για την έννοια της ταυτότητας και έκφρασης φύλου, και περαιτέρω ο τρόπος έκφρασης δηλώνει υποτίμηση προς μία ευάλωτη μειονότητα που στερείται των στοιχειωδών δικαιωμάτων της.

Θεωρούμε ότι το περιστατικό αυτό είναι ένα ανάμεσα στα πολλά που αποδεικνύουν ότι οι προκαταλήψεις αλλά και η έλλειψη ουσιαστικής παιδείας σε θέματα που αφορούν την σεξουαλικότητα και –κυρίως– την ταυτότητα και έκφραση φύλου είναι βαθιά ριζωμένες στην ελληνική κοινωνική ζωή και εμφιλοχωρούν στον δημόσιο λόγο όλου του κοινωνικού και πολιτικού φάσματος.

Το Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών (Σ.Υ.Δ.), πέραν των θεσμικών νομοθετικών διεκδικήσεων της τρανς κοινότητας, παράλληλα εργάζεται για την κατανόηση της έκφρασης και ταυτότητας φύλου και την άρση των προκαταλήψεων στο επίπεδο της κοινωνίας και θεωρεί ότι είναι απαραίτητη η έναρξη ενός ευρύτερου δημόσιου διαλόγου για τον σκοπό αυτό.

 

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΔΙΕΜΦΥΛΙΚΏΝ (Σ.Υ.Δ.)

Ζαν Μωρεάς 17, Κουκάκι, Αθήνα, ΤΚ 11741

http://www.transgender-association.gr/   

transgender.support.association@gmail.com

 

Share

Το όνομά του η ψυχή της; Βουλεύτριες, χορεύτριες και βουλευτίνες

της Αγγέλικας Ψαρρά

«Κύριοι βουλευταί! Πιστεύω ότι ερμηνεύω τα αισθήματα πάντων υμών, εκφράζων την βαθείαν χαράν του Σώματος, διότι υποδεχόμεθα […] την πρώτην βουλευτίδα των Ελλήνων». Ήταν Φεβρουάριος του 1953 και ο πρόεδρος της Βουλής Ι. Μακρόπουλος προσφωνούσε την Ελένη Σκούρα του Ελληνικού Συναγερμού, η οποία είχε αναδειχθεί νικήτρια στις επαναληπτικές εκλογές της Θεσσαλονίκης αφήνοντας στη δεύτερη θέση τον Ι. Πασαλίδη της ΕΔΑ και τη Β. Ζάννα της ΕΠΕΚ στην τρίτη. Από την πλευρά της, η πρώτη μητέρα του έθνους υποσχόταν, καταχειροκροτούμενη, να δικαιώσει τις προσδοκίες των Ελληνίδων και του Στρατάρχη Παπάγου.

Αυτομάτως, οι εξαιρετικά μακρόσυρτες όσο και επίπονες –για κάποιες, τουλάχιστον– διαδικασίες που οδήγησαν τις Ελληνίδες στις κάλπες και στα βουλευτικά έδρανα θα συρρικνώνονταν σε ένα άνευρο και ευθύγραμμο χρονικό, προσεκτικά αποκαθαρμένο από την ανυπακοή γένους θηλυκού που συνόδευσε κατά καιρούς τη διεκδίκηση της ψήφου. Αρχαϊκοί συμβολισμοί φρόντιζαν την τελευταία στιγμή να διασκεδάσουν τις όποιες ανδρικές ανησυχίες: οι γυναίκες γίνονταν δεκτές στο περίκλειστο ανδρικό άβατο στις 2 Φεβρουαρίου του 1953, ανήμερα της Υπαπαντής κατά την οποία οι «εθνικόφρονες» γυναικείες οργανώσεις γιόρταζαν την Ημέρα της Μητέρας. Πατρικό αντίδωρο κερδισμένο χάρη στη μητρική συνεισφορά τους στις πρόσφατες περιπέτειες του έθνους, η εκχώρηση της ψήφου μαρτυρούσε ότι τα δίκαια αιτήματά τους εισακούστηκαν, οι συνετοί αγώνες τους δικαιώθηκαν. Μοναδική προϋπόθεση της ισοπολιτείας η προσαρμογή τους σε κάποιες «θηλυκές» εκδοχές της ιδιότητας του πολίτη, η παραδοχή πως η «γυναικεία φύση» τους συνιστούσε την πρώτη ύλη από την οποία θα προέκυπτε η έννοια της πολίτισσας.

Εξήντα χρόνια μετά, την επέτειο προτίθεται να γιορτάσει η Βουλή των Ελλήνων (η μνεία και των Ελληνίδων, ως γνωστόν, πλεονάζει). Στο μεταξύ, εκπρόσωποι κομμάτων και γυναικείων οργανώσεων ανέλαβαν να την τιμήσουν σε συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ισότητας Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με τίτλο «Οι αγώνες των γυναικών για το δικαίωμα της ψήφου» (21.12.2012). Και την τίμησαν, αναμασώντας, οι περισσότερες τουλάχιστον, κοινοτοπίες, υποπίπτοντας σε ανακρίβειες, επιμένοντας στις απαραίτητες μυθολογικές απαρχές των γυναικείων κινημάτων (από το «Ολοκαύτωμα του Ζαλόγγου» ως την απεργία των εργατριών της Νέας Υόρκης στα 1857). Και σαν να μην έφταναν αυτά, την καταδίκη της «φοιτητικής φασίζουσας βίας» πρόταξε η πρόεδρος της επιτροπής Κατερίνα Παπακώστα προεξοφλώντας, και δικαίως, την πρόθυμη σύμπραξη όσων από τις παριστάμενες ασπάζονται τις πολιτικές των τριών κυβερνητικών κομμάτων.

Στο κλίμα αυτό, η παρέμβαση της Αφροδίτης Σταμπουλή, εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ, έμοιαζε εκτός τόπου και χρόνου. Όχι μόνο γιατί επιχείρησε να υπογραμμίσει την έμφυλη όσο και ταξική διάσταση της τρέχουσας οικονομικής κρίσης, αλλά και γιατί έβαλε στη συζήτηση ένα καίριο κατά την κρίση της ζήτημα ορολογίας: η συνεχιζόμενη χρήση του γραμματικά λανθασμένου τύπου η βουλευτής, υποστήριξε, οδηγεί στην αορατότητα των γυναικών που βρίσκονται στα έδρανα της Βουλής. Εντοπίζοντας μια κάποια σκωπτική χροιά στο βουλευτίνα, η Α. Σταμπουλή αναρωτήθηκε γιατί ο ορθός γραμματικά τύπος η βουλεύτρια συνάντησε εξαρχής τόσες αντιδράσεις. Δεν μας αρέσει ο σωστός θηλυκός όρος που αντιστοιχεί στο αξίωμα, σημείωσε, επειδή δεν μας αρέσει η πραγματικότητα: ότι, δηλαδή, άτομα γένους θηλυκού βρίσκονται σ’ αυτό το αξίωμα.

Παλιό το πρόβλημα, κουβαλά κι αυτό στην πλάτη του τα χρόνια της γυναικείας ψήφου. Κορεσμένη λίγο πολύ και η συζήτηση για τις εξωγλωσσικές αιτίες που δυσχεραίνουν, αν δεν απαγορεύουν, τη δημιουργία θηλυκών τύπων, όταν πρόκειται για τα περιβόητα επαγγελματικά ουσιαστικά «κύρους». Δεν έχει νόημα να επιμείνω: κοντά είκοσι πέντε χρόνια μετά, κι όσες απαντήσεις κι αν δόθηκαν κατά καιρούς στο καίριο ερώτημα της Άννας Φραγκουδάκη «γιατί δεν υπάρχουν βουλεύτριες παρά μόνο χορεύτριες;», πάμπολλες γυναικείες επαγγελματικές δραστηριότητες συνεχίζουν να βολεύονται με τον αρσενικό τύπο — να φοράνε «γλωσσικά μουστάκια», που θα έλεγε και ο Νίκος Σαραντάκος.

Την ώρα, πάντως, που η Ελένη Σκούρα περνούσε το κατώφλι της Βουλής, για την ονομασία του αξιώματός της έριζαν εφτά διαφορετικές εκδοχές, «περισσότερες και από τις υποψήφιες της Θεσσαλονίκης», όπως σημείωνε τότε ο Μ. Τριανταφυλλίδης: βουλευτής, βουλευτού, βουλευτίς, βούλευτις, βουλεύτρια, βουλεύτρα, βουλευτίνα. Το βουλευτίς προτιμούσε ο πρόεδρος της Βουλής Μακρόπουλος, το βουλευτίνα ο διευθυντής του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Α. Παπαδόπουλος, το βουλεύτρια ο Η. Τσιριμώκος και ο Σπ. Μαρινάτος: ως «εύηχο» και σύμφωνο με την «αττική παράδοση» το πρώτο, ως «γνήσιο δημοτικό τύπο» το δεύτερο, ως «ορθό γραμματικά» και ικανοποιητικό τόσο για δημοτικιστές όσο και για καθαρευουσιάνους το τρίτο. Στη σχετική διαμάχη, βέβαιος ότι δεν υπήρχε περίπτωση να επικρατήσει το η βουλευτής εμφανιζόταν ο Α. Παπαδόπουλος, ενώ σίγουρος για το βουλεύτρια δήλωνε ο Σπ. Μαρινάτος απορρίπτοντας ως ανδρωνυμικό το βουλευτίνα (=η γυναίκα του βουλευτή). Παρεμβαίνοντας στη συζήτηση, ο Τριανταφυλλίδης υποστήριζε τη λύση η βουλευτίνα, θεωρώντας θεμιτή σε ορισμένες περιστάσεις και τη χρήση της λέξης βουλευτής ως κατηγορούμενο (=γυναίκες βουλευτές).

Στο μεταξύ, οι εφημερίδες έδειχναν ήδη την προτίμησή τους στους δύο τύπους που σύντομα θα επικρατούσαν: η βουλευτής και η βουλευτίνα. Από την πλευρά τους, οι γυναικείες οργανώσεις της εποχής δεν έμοιαζαν διατεθειμένες να ασχοληθούν συστηματικά με το θέμα: την πρώτη Ελληνίδα βουλευτή τίμησαν στο πρόσωπο της Ελένης Σκούρα, ενώ ως «εκπρόσωπο του γυναικείου κόσμου της Ελλάδος» επέλεξε να την προσφωνήσει η Λίνα Τσαλδάρη σε εκδήλωση του Λυκείου Ελληνίδων. Τρία μόλις χρόνια αργότερα, ο Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας φρόντιζε να συγχαρεί θερμά τη Βάσω Θανασέκου για την ανάδειξή της «ως βουλευτού Αθηνών».

Από τότε η συζήτηση γνώρισε κάμποσες κατά καιρούς αναζωπυρώσεις. Περιορίζομαι να θυμίσω πως τη βουλεύτρια υποστήριξε στο τέλος της δεκαετίας του ’70 ο Αγαπητός Τσοπανάκης, τη βουλευτίνα αντιπρότεινε λίγα χρόνια αργότερα ο Εμμανουήλ Κριαράς. Και πως ο Τσοπανάκης μίλησε για τη «διαφορά ήθους» που διακρίνει τους δύο τύπους — το κύρος της βουλεύτριας, την οικειότητα ή την έλλειψη σεβασμού που μαρτυρεί το βουλευτίνα. Δεν θα σταθώ στη νεότερη φουρνιά που πήρε στη συνέχεια τη σκυτάλη: οι πιο πρόσφατες προτάσεις είναι λίγο πολύ γνωστές, ενώ σημαντικό μέρος τους είναι προσιτό στο διαδίκτυο. Είναι βέβαιο ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, βασικό μέλημα της συνομιλίας παραμένει η εξομάλυνση των θηλυκών επαγγελματικών σύμφωνα με το γλωσσικό σύστημα της δημοτικής. Μολαταύτα, δεν λείπουν και προσεγγίσεις που, προκειμένου να κατανοήσουν τη γραμματική αυτή παραδοξότητα, παίρνουν υπόψη τους τα ευρήματα πρόσφατων αναλύσεων σχετικών με τον γλωσσικό σεξισμό ή, καλύτερα, με την τόσο δυσερμήνευτη διαπλοκή της γλώσσας με το φύλο.

Όπως και να έχει, το ζήτημα μοιάζει να έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο, καθώς εδραιώνεται πια η αρσενική κατάληξη που δανείστηκαν –, υποτίθεται– πάμπολλα θηλυκά επαγγελματικά ουσιαστικά. Πρόκειται, κατά κοινή ομολογία, για τη χειρότερη δυνατή εξέλιξη. Ασφαλώς και δεν προσβλέπω στη συγκρότηση ενός αντισεξιστικού γλωσσικού οδηγού. Διόλου δεν με γοητεύει το όραμα μιας άνωθεν επιβεβλημένης «καθαρής» γλώσσας. Μήπως, ωστόσο, έφτασε η ώρα να παραδεχτούμε ότι κάποια λύση πρέπει επιτέλους να δοθεί στις τόσες επαγγελματικές ιδιότητες γένους θηλυκού που παραμένουν δίχως όνομα;

Εξήντα χρόνια μετά την είσοδο της Ε. Σκούρα στο Κοινοβούλιο, οι γυναίκες που τη διαδέχτηκαν –και είναι πια πολλές– αυτοαποκαλούνται συνήθως βουλευτές, ενώ οι άλλοι τις αποκαλούν συνήθως βουλευτίνες. Όχι, δεν έχει πρόβλημα το βουλευτίνες. Μόνο που διαιωνίζει, φοβάμαι, εκείνο το άθλιο η βουλευτής. Και το ενισχύει: γιατί, όσο κι αν δεν μας αρέσει, οι συνδηλώσεις του ενός (το κύρος της βουλευτού) τροφοδοτούν και τροφοδοτούνται από τις συνδηλώσεις του άλλου (την έλλειψη γοήτρου της βουλευτίνας).

Δεν τρέφω αυταπάτες: αρκετές γυναίκες –και όχι μόνο στο Κοινοβούλιο– αισθάνονται μια χαρά με την αρσενική εκδοχή του επαγγέλματός τους. Δεν την υφίστανται, την επιλέγουν. Αντιλαμβάνομαι ακόμη πως το βουλεύτρια ξενίζει∙ ελάχιστες το αποτόλμησαν ίσαμε σήμερα. Ανάμεσά τους μετρημένες στα δάχτυλα πολιτικοί, η Φεμινιστική Πρωτοβουλία για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών και ο ιστότοπος fylosykis.gr, ενώ μια κάπως παλιότερη σχετική πρωτοβουλία του Περικλή Κοροβέση δεν πρέπει να είχε συνέχεια. Μολαταύτα, η πρόταση της Αφροδίτης Σταμπουλή συνιστά μιαν ενδιαφέρουσα πρόκληση: πόσες άραγε από τις άμεσα ενδιαφερόμενες θα δέχονταν σήμερα να διεκδικήσουν συλλογικά τη γλωσσική ορατότητα της επαγγελματικής τους ιδιότητας;

Πηγή: Ενθέματα

 

 

Share