Subscribe via RSS Feed

Tag: "μαντίλα"

Hengameh Golestan: 100.000 γυναίκες διαδηλώνουν εναντίον του χιτζάμπ

hijab0

Η Hengameh Golestan (1952-2003) ήταν πρωτοπόρος ανάμεσα στις Ιρανές φωτογράφους. Γεννημένη στη Τεχεράνη, είχε ταξιδέψει εκτεταμένα για να καταγράψει με το φακό της τις ζωές των γυναικών στο Ιράν και στο Κουρδιστάν. Όντας γυναίκα η ίδια, κατάφερε να αποκτήσει πρόσβαση στα ενδόμυχα των οικιακών χώρων, όπως επίσης και στη δουλειά και τις πρακτικές της ζωής των γυναικών αυτών.

Η δουλειά της Hengameh είχε και πολιτικό κίνητρο. Το 1991 για παράδειγμα, βοήθησε τον σύζυγο της στο project «Καταγράφοντας την αλήθεια», μια ταινία που εξέταζε τον ρόλο της λογοκρισίας στο Ιράν.

Ίσως η πιο εντυπωσιακή φωτογραφική δουλειά της Hengameh ήταν ωστόσο η καταγραφή των δημόσιων αντιδράσεων των γυναικών στο Ιράν, στον απόηχο της εξορίας του Σάχη και στην άνοδο της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Αγιατολάχ Χομεϊνί.

hijab3

Κατά τη διάρκεια της άνοιξης του 1979 περισσότερες από 100.000 γυναίκες άρχισαν να συγκεντρώνονται στους δρόμους της πρωτεύουσας. Αυτή η τεράστια έκρηξη της γυναικείας αντίδρασης αποτέλεσε τη διαμαρτυρία ενάντια στην απόφαση της νέας Ισλαμικής κυβέρνησης να φοράνε υποχρεωτικά χιτζάμπ. Οι γυναίκες, που παλιότερα τους επιτραπόταν να ντύνονται όπως ήθελαν, υποχρεώνονταν τώρα από το κράτος να φοράνε συνέχεια μαντίλι στο κεφάλι στο δημόσιο χώρο. Αυτό δεν ήταν απλά θέμα επιβολής ενδυματολογικού κώδικα αλλά αποτελούσε για πολλές γυναίκες μια απόφαση ενδεικτική της απόρριψης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους.

Η Hengameh, η οποία ήταν 27 χρονών τότε, κατέγραψε αυτή τη τεράστια διαμαρτυρία των γυναικών, επικεντρώνοντας στην έκταση, την αποφασιστικότητα και την γενναιότητα της εξέγερσης αυτής. Οι διαδηλώτριες προέρχονταν από όλες τις κοινωνικές τάξεις, συμπεριλαμβανομένων και νοσοκόμων, καλλιτεχνών, γιατρών, δασκάλων, δικηγόρων και οικιακών εργατριών. Η ίδια η φωτογράφος είχε μιλήσει για τη πολιτικά φορτισμένη ατμόσφαιρα της εποχής εκείνης, στην οποία η ανησυχία και ο φόβος δεν ήταν ποτέ μακριά. Η Hengameh, αναφερόμενη στην καταγραφή της διαδήλωσης, σχολίασε πόσο δύσκολο ήταν να φωτογραφήσει ένα τόσο μεγάλο πλήθος ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να κρύβεται από τους κυβερνητικούς υπαλλήλους. Παρόλα αυτά, η μαυρόασπρη απεικόνιση της συγκέντρωσης από την Hengameh αποτυπώνουν εξαιρετικά την παλλόμενη ζωντάνια και ένταση της.

Το έργο της φωτογράφου έχει παρουσιαστεί δημόσια σε εκθέσεις τα τελευταία χρόνια στο Λονδίνο και μάλιστα πολύ μετά τη μετακόμιση της Hengameh στη Βρετανία το 1984. Πάντως η Hengameh συνέχισε να δουλεύει ως φωτορεπόρτερ μέχρι και το θάνατο της, το 2003.

Η διαμαρτυρία κατέληξε σε βία για πολλές γυναίκες και χωρίς τις ελευθερίες αυτές που τόσες γυναίκες είχαν εμπνευστεί να διεκδικήσουν. Οι φωτογραφίες που τράβηξε η Hengameh δεν αποτελούν μόνο ντοκουμέντα της διαμαρτυρίας, αλλά και της τελευταίας μέρας που οι γυναίκες μπορούσαν να περπατούν στους δρόμους ακάλυπτες.

hijab2

Ωστόσο, ο φακός της Hengameh απαθανάτισε μια μοναδική στιγμή στην Ιρανική ιστορία μια που αντικατόπτριζε την δύναμη και την ανθεκτικότητα των Ιρανών γυναικών, ενώ ταυτόχρονα έγειρε ανησυχίες για την ευθραυστότητα όλων των κατοχυρωμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών και για τη συνεχιζόμενη καθυπόταξη των γυναικών σε όλο τον κόσμο.

Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύτηκε 19/03/2017 στο blog #WomensArt

Μετάφραση-Σημείωση: Γεωργία Μανώλη

 

Διαβάστε ακόμα:

Μουσουλμάνες γυναίκες: τα πρώτα θύματα της ισλαμοφοβίας

Απαγόρευση του μπουρκίνι στις Κάννες: τα γυναικεία σώματα και πάλι στο στόχαστρο

Οι άλλες Μαλάλες: κορίτσια ακτιβίστριες στον αναπτυσσόμενο κόσμο – μέρος α΄

Share

Η αστυνομία επιστρέφει στις παραλίες για έλεγχο του γυναικείου σώματος

123

1966 στις γαλλικές παραλίες “Ντυθείτε κυρία μου, αυτό απαγορεύεται” 

2016 στις γαλλικές παραλίες “Γδυθείτε κυρία μου, αυτό απαγορεύεται”

 

της Λίνας Φιλοπούλου

Πριν μερικές δεκαετίες μια γυναίκα θα μπορούσε να τιμωρηθεί σε μια σειρά από χώρες επειδή φορούσε μπικίνι. Στην Ισπανία του Φράνκο ακόμα μέχρι και τη δεκαετία του ’70 η αστυνομία μπορούσε να σημαδεύσει μια γυναίκα με όπλο επειδή δεν είχε αρκετά σημεία του σώματός της καλυμμένα.

Και φτάνουμε στο σήμερα, όπου τίποτα δεν έχει αλλάξει σε σχέση με τον έλεγχο πάνω στο γυναικείο σώμα. Η αστυνομία επιστρέφει στις παραλίες, αυτή τη φορά στη Γαλλία, για να απαγορεύσει στις μουσουλμάνες γυναίκες να καλύπτουν το σώμα τους με μπουρκίνι. Μια ακόμα επιβολή και έλεγχος πάνω στο γυναικείο σώμα που αυτή τη φορά στοχοποιεί τις μουσουλμάνες γυναίκες. Ας θυμηθούμε ποια ακριβώς ήταν τα αποτελέσματα των αντίστοιχων ενεργειών του γαλλικού κράτους, όταν πριν μερικά χρόνια είχε απαγορεύσει τη μαντίλα στα σχολεία. Ότι οι γυναίκες δεν φορούσαν πια μαντίλα ή ότι αποθαρρύνθηκαν από το να πηγαίνουν σχολείο;

Η πρόσφατη απαγόρευση του μπουρκίνι είχε ως συνέπεια τις εικόνες ένοπλων αστυνομικών που περικυκλώνουν μια μουσουλμάνα γυναίκα με μπουρκίνι στην παραλία της κοσμοπολίτικης Νίκαιας και την αναγκάζουν να γδυθεί δημόσια, εξευτελίζοντάς την μπροστά στα παιδιά της αλλά και μπροστά στο τουλάχιστον αδιάφορο, αν όχι εχθρικό, κοινό που ενίοτε επιδοκίμαζε αυτή την ενέργεια της αστυνομίας, μιας και το μπουρκίνι θεωρείται ότι έχει θρησκευτική συνδήλωση.

Αν και πολλοί φυσικά δεν παραλείπουν να μιλάνε για τα δικαιώματα και την ισότητα των γυναικών και την έγνοια τους τάχα για την απελευθέρωσή τους από μια καταπιεστική, πατριαρχική κουλτούρα, στην πραγματικότητα πρόκειται για καθαρά κρατικό ρατσισμό και ισλαμοφοβία, ανταποκρινόμενο στο αίτημα πολιτών για περισσότερη ασφάλεια μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στη χώρα και την πιο πρόσφατη στη Νίκαια.

Και είναι τουλάχιστον υποκρισία να μιλάνε για ισότητα εκείνοι, οι οποίοι δεν ασχολούνται καν με το θεσμικό σεξισμό και την καταπίεση των γυναικών, οπότε όλη αυτή η συζήτηση αποτελεί περισσότερο μια δικαιολογία για να ενθαρρυνθεί η ισλαμοφοβία, ο ρατσιμός και ο φασισμός ενισχύοντας την ακροδεξιά ατζέντα. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι λίγους μήνες πριν τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, υιοθετείται ήδη από μια σειρά δημάρχους η ακροδεξιά ατζέντα ενισχύοντας ακόμα περισσότερο το Εθνικό Μέτωπο της Μαρί Λεπέν.

Για τους παραπάνω λόγους είναι απολύτως κρίσιμο να αντισταθούμε ξεκάθαρα στην απαγόρευση του μπουρκίνι και τη δαιμονοποίηση που τη συνοδεύει και να σταθούμε αλληλέγγυες σε αυτές τις γυναίκες. Επειδή η πατριαρχία είναι καθολική και η μοίρα όλων των γυναικών είναι συνυφασμένη. Γνωρίζουμε επίσης πολύ καλά από την πρόσφατη ιστορία που μπορεί να οδηγήσει την Ευρώπη ο ρατσισμός. Ας μην αφήσουμε την ιστορία να επαναληφθεί.

 

Διαβάστε ακόμα

Απαγόρευση του μπουρκίνι στις Κάννες: τα γυναικεία σώματα και πάλι στο στόχαστρο

Share

Απαγόρευση του μπουρκίνι στις Κάννες: τα γυναικεία σώματα και πάλι στο στόχαστρο

burkini2

της Δήμητρας Σπανού

Τα γυναικεία σώματα αποτελούν από ό,τι φαίνεται για άλλη μια φορά βολικό πιόνι στα σχέδια φανατισμένων πολιτικών.

Πριν λίγες μέρες ο δήμαρχος των Καννών Ντέιβιντ Λισνάρντ εξέδωσε μια οδηγία για την επιτρεπόμενη περιβολή στις πλαζ της πόλης. Στόχος του δεν ήταν άλλος παρά το μπουρκίνι, ένα πραγματικά ολόσωμο μαγιό που επιλέγει να φορέσει ένα (μικρό) τμήμα πιστών μουσουλμάνων γυναικών. Σύμφωνα με τον ίδιο, το μπουρκίνι «επιδεικνύει τη θρησκευτική πίστη» και «μπορεί να διαταράξει τη δημόσια τάξη» και ο ίδιος το μόνο που κάνει, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά του, είναι «απλώς να απαγορεύσει μια περιβολή που αποτελεί σύμβολο του ισλαμικού εξτρεμισμού». Σύμφωνα με έτερο αξιωματούχο «δεν συζητάμε για απαγόρευση θρησκευτικών συμβόλων στην παραλία, αλλά περιβολή που αναφέρεται επιδεικτικά σε τρομοκρατικά κινήματα που βρίσκονται σε πόλεμο μαζί μας». Όποια βρεθεί ένοχη θα κληθεί να πληρώσει €38 πρόστιμο. Το παράδειγμα φαίνεται να ακολούθησαν κάποιοι ακόμα δήμαρχοι γειτονικών πόλεων. Μάλιστα, ένας από αυτούς, ο δήμαρχος του θέρετρου Βιλνέβ-Λουμπέτ δήλωσε ότι θεωρεί το να κολυμπάει μια γυναίκα καλυμμένη απαράδεκτο «για λόγους υγιεινής». Μερικές μέρες νωρίτερα, θεματικό πάρκο στη Μασσαλία ακύρωσε προγραμματισμένη ολοήμερη εκδήλωση μόνο για μουσουλμάνες με μπουρκίνι μετά από κριτικές που δέχτηκε από συντηρητικούς κύκλους λόγω λέει «ακραίων ιδεολογικών αντιλήψεων».

Το μπουρκίνι αποτελεί μια νέα μόδα που ξεκίνησε όταν η βιομηχανία αποφάσισε να ανοιχτεί στο καταναλωτικό κοινό των πιστών μουσουλμάνων γυναικών. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα ύφασμα μαγιό που καλύπτει ολόκληρο το σώμα εκτός από το πρόσωπο, παρόμοια με τις στολές κατάδυσης και άλλα παρόμοια ενδύματα για θαλάσσια σπορ. Περιέργως, ενώ τα τελευταία ποτέ δεν έχουν απασχολήσει κανέναν, το μπουρκίνι φαίνεται να θεωρείται τεράστια απειλή για τα ήθη και τις αξίες της γαλλικής κοινωνίας.

Μέχρι στιγμής η απαγόρευση του μπουρκίνι συνεχίζει να εξαπλώνεται σε περισσότερες πόλεις, ενώ σταδιακά αποσπά τη στήριξη πολιτικών όλων των αποχρώσεων. Ο ίδιος ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός Βαλς αποκάλεσε το μπουρκίνι μέρος της «υποδούλωσης των γυναικών», θυμίζοντας περισσότερο τον δεξιό Σαρκοζί. Η υπουργός οικογενειακών υποθέσεων Ροσινιόλ, φεμινίστρια και επίσης σοσιαλίστρια αποκάλεσε το μπουρκίνι «βαθιά αναχρονιστικό» και πως αντιμάχεται όσα πρεσβεύει. Σύμφωνα με τη Λεπέν, είναι «η ίδια η ψυχή της Γαλλίας που διακυβεύεται», καθώς «η Γαλλία δεν φυλακίζει το σώμα μιας γυναίκας ούτε και κρύβει το μισό πληθυσμό με το πρόσχημα ότι το άλλο μισό θα μπει σε πειρασμό». Στο μεταξύ, ακόμα και το τι συνιστά μπουρκίνι φαίνεται ότι δεν είναι τελικά και τόσο ξεκαθαρό. Αρκετές γυναίκες κάνουν μπάνιο φορώντας κοινά ρούχα με μακριά μανίκια και καλύπτουν το κεφάλι τους με μαντίλα. Υπάρχουν λοιπόν καταγγελίες σε μουσουλμανικές οργανώσεις ότι με αυτή την ένδυση κατηγορήθηκαν ότι παραβίαζαν την απαγόρευση και έπρεπε να εγκαταλείψουν την παραλία. Κοινώς, αν είσαι γυναίκα, μοιάζεις μουσουλμάνα και καλύπτεσαι, τότε δεν έχεις δικαίωμα να βρίσκεσαι στη (δημόσια) παραλία, ούτε και να απολαμβάνεις το μπάνιο σου στη θάλασσα. Αυτές οι πολιτικές πρακτικές φέρνουν αναπόφευκτα στο νου εποχές που κανονικά θεωρούνται ξεπερασμένες, όταν οι Γάλλοι αποικιοκράτες προσπαθούσαν με μανία να γδύσουν τις μουσουλμάνες γυναίκες στην Αλγερία και να εμπεδώσουν την υπεροχή τους έναντι των ντόπιων αντρών.

burkini1

Σε μια περίοδο που η γαλλική κοινωνία βράζει καθώς χτυπιέται από την κρίση, ενώ η νεολαία και οι εργαζόμενοι/ες κατεβαίνουν στους δρόμους για να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους που θίγονται από τις βίαιες μεταρρυθμίσεις, τα γυναικεία σώματα και δικαιώματα εργαλειοποιούνται και γίνονται πρόσχημα για να υποστηριχτούν διχαστικές πολιτικές. Η απόφαση απαγόρευσης του μπουρκίνι στις Κάννες και σε άλλες πόλεις της γαλλικής Ριβιέρας ως ‘σχετιζόμενο με την τρομοκρατία’ αποτελεί ένα εφεύρημα, ένα ιδεολόγημα, που βασίζεται στην ισλαμοφοβία, το ρατσισμό και το σεξισμό. Στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, αντί να προωθεί περισσότερη ισότητα και δημοκρατία, η κυβέρνηση οχυρώνεται πίσω από μια μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης που στοχοποιεί και στιγματίζει μερίδες του πληθυσμού ήδη καταπιεσμένες.

Σε εμάς το μπουρκίνι μπορεί να φαντάζει κάτι πραγματικά ξένο ή ξεπερασμένο, βγαλμένο από περιόδους που θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας, όταν οι γυναίκες έπρεπε αγωνιωδώς να παραμένουν αόρατες και αθόρυβες ώστε να αποδεικνύουν ότι είναι σεμνές και ταπεινές. Προσωπικά μου είναι αδιανόητο να υποστηρίξω ότι μια γυναίκα έχει κάτι εγγενώς κακό στο σώμα και τα μαλλιά της και πως δεν θα πρέπει να νιώσει ποτέ τον ήλιο και τον αέρα στο σώμα της ώστε να θεωρείται «γυναίκα». Ή ότι το να καλύπτουμε τα σώματά μας είναι απάντηση στην ηδονοβλεπτική κουλτούρα που αντικειμενοποιεί τα γυναικεία σώματα και επιβάλλει άπιαστα και ενίοτε απάνθρωπα πρότυπα ομορφιάς. Όμως δεν χρειάζεται να συμφωνούμε σε όλα ώστε να είμαστε όλοι οι άνθρωποι κοινωνοί των στοιχειωδών δικαιωμάτων. Κάθε φορά που διαβάζουμε για γυναίκες που πέταξαν τη μαντίλα σε χώρες υπό ισλαμικό καθεστώς χαιρόμαστε γιατί αναγνωρίζουμε σε αυτή την κίνηση μια ελευθερία. Όμως, είναι λάθος να θεωρούμε ότι αυτή η ελευθερία που υπερασπιζόμαστε συνίσταται στο γδύσιμο. Αυτό που γιορτάζουμε είναι το στοιχειώδες δικαίωμα ενός ανθρώπου στην αυτοδιάθεση, στην επιλογή για το πώς θα εμφανιστεί στο δημόσιο χώρο. Και ναι, αυτή δεν είναι ουδέτερη και ναι, καθορίζεται από ένα σύνθετο πλέγμα σχέσεων εξουσίας και ιεραρχιών – όπως και η κριτική που της κάνουμε άλλωστε. Η επιβολή τόσο της κάλυψης όσο και της αποκάλυψης των γυναικών καταστρατηγεί αυτό το δικαίωμα, το οποίο οφείλουμε να υπερασπιζόμαστε ακόμα κι αν δεν συμφωνούμε με το τελικό αποτέλεσμα. Από εκεί και πέρα, το τι απόχρωση θα αποκτήσει αυτή η επιλογή επαφίεται στην διαπάλη ιδεών και επιχειρημάτων, στους αγώνες για περισσότερη ελευθερία, δικαιοσύνη και ισότητα, καθώς και στην αλληλεγγύη μεταξύ των καταπιεσμένων.

burkini3

Διαβάστε ακόμη

Πολυπολιτισμικότητα, φεμινισμός και αντι-μεταναστευτική ατζέντα

Μουσουλμάνες γυναίκες: τα πρώτα θύματα της ισλαμοφοβίας

Με το μάτι του εγγαστρίμυθου

Ρεσιτάλ πατερναλισμού με αφορμή μια παρέλαση

 

 

Share

Ρεσιτάλ πατερναλισμού με αφορμή μια παρέλαση

parelasi-mantila

της Δήμητρας Σπανού

Πραγματικά με ενοχλεί που όλοι έχουν άποψη για τις γυναίκες στις παρελάσεις. Τη μια είναι τα μίνι, την άλλη είναι η ξανθιά δασκάλα, τώρα είναι η μαντίλα. Το ότι οι παρελάσεις είναι δημόσιο θέαμα δίνει το άλλοθι σε πάσης φύσης σχολιαστές να ξεσαλώνουν. Όλοι έχουν την αποψάρα τους για το μήκος της φούστας, πόσο ξέκωλα είναι σήμερα τα κορίτσια κτλ., λες και δεν είναι άνθρωποι αλλά παγκάκια σε μια πλατεία και συζητάμε αν έχουν ωραίο ντιζάιν ή όχι. Βέβαια, όλα ξεκινάνε από τα σώματα, για να προχωρήσουν και σε ανάλογους χαρακτηρισμούς για την προσωπικότητα των γυναικών και υποθέσεις για τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας. Βγαίνουν λοιπόν οι μεζούρες για να μας πουν ότι κάποια θα είναι πιο «πουτανάκι», άλλη θα είναι πιο «ξενέρωτη», η δασκάλα που «τι διάολο μαθαίνει στα παιδιά μας» κοκ. Σε κάθε παρέλαση καταλήγουμε να στιγματίζουμε ανθρώπους επιδοκιμάζοντας συγκεκριμένες συμπεριφορές έναντι άλλων, ανάλογα με το πόσο ταιριάζουν σε αυτά που θεωρούμε «αποδεκτά». Μια διαδικασία που εντέλει επιβεβαιώνει το αντρικό βλέμμα και την πατριαρχική κυριαρχία.

Σαν να μην έφτανε αυτό όμως, σε κάθε παρέλαση βρίσκει έδαφος να εκφραστεί και ο κάθε εθνοπατριώτης, που στα κοριτσάκια ψάχνει να δει απροστάτευτα γυναικόπαιδα και τις μελλοντικές μητέρες του έθνους. Τώρα δε και λόγω της συγκυρίας, η παρέλαση μιας μαθήτριας με μαντίλα θεωρήθηκε για αυτούς ευκαιρία να εκφράσουν την ισλαμοφοβία τους και να προβληθούν σαν προστάτες του «έθνους μας» από τον κίνδυνο εξισλαμισμού. Σου λένε, σήμερα είναι μια μαντίλα, αύριο όμως, με τόσους πρόσφυγες, θα εξισλαμιστούμε, πάνε και οι γυναίκες μας κτλ κτλ.. Ε, όχι! Δεν θα παίζουνε τα παιχνίδια τους πάνω στα γυναικεία σώματα. Οι ιδέες τους δεν έχουν καμία σχέση με την προστασία των γυναικών και τα δικαιώματά μας, ούτε καν με την ίδια τη μαντίλα, αλλά με την παγίωση της επιθετικής αρρενωπότητας, των προνομίων και εξουσιών τους.

Βέβαια, πρέπει να πούμε ότι και διάφοροι αριστεροί εδώ και εκεί πολλές φορές εκφράζουν αρκετά προβληματικές απόψεις επίσης. Βασισμένοι σε μια μονοσήμαντη ερμηνεία της μαντίλας ως συμβόλου καταπίεσης λόγω της επιβολής της από συγκεκριμένα καθεστώτα σε συγκεκριμένα χωρικά πλαίσια, αδυνατούν να διακρίνουν διαφορετικές προσεγγίσεις πέρα από την κάθετη άρνηση. Όμως, αυτή η αντιμετώπιση αποφεύγει να δει το πρόβλημα στην ουσία, που δεν είναι το ρούχο, αλλά οι σχέσεις εξουσίας, που έχουν γεωγραφία και ιστορία, καθώς και φύλο. Κατά τη γνώμη μου, αυτό αποτυπώνει μια προβληματική πολιτικοποίηση που ισοπεδώνει την υπαρκτή διαφορετικότητα στο όνομα μιας αόριστης καθολικότητας, ενώ κρύβει εξίσου πατερναλιστικές αντιλήψεις και δυτική υπεροψία. Επιπλέον, επιβεβαιώνει αυτό που ειδικά οι αριστερές φεμινίστριες λέγαμε πάντα, ότι κανένας πολιτικός χώρος δεν είναι απαλλαγμένος από την πατριαρχία, για αυτό και χρειάζεται διαρκής πάλη και στο εσωτερικό μας.

Προσωπικά, δυσκολεύομαι να δω τη μαντίλα απαλλαγμένη από τις πατριαρχικές της συνδηλώσεις και να καταλάβω όσες γυναίκες ισχυρίζονται ότι τη φοράνε από επιλογή. Πρόκειται σίγουρα για μια συζήτηση χωρίς τέλος, κυρίως όμως αναρωτιέμαι και τι νόημα έχει. Αυτό που βλέπουμε είναι ότι ένα γυναικείο ρούχο μετατρέπεται σε σύμβολο και ως τέτοιο νοηματοδοτείται διαρκώς από διάφορες πλευρές, μέχρι που καταλήγουμε να συζητάμε για το ίδιο το σύμβολο τοποθετημένο στη σφαίρα των ιδεών και μόνο, αυτονομημένα από κάθε κοινωνική πραγματικότητα. Και μετά εμπλέκουμε και τις γυναίκες σε αυτό. Συνήθως οι συζητήσεις για τη μαντίλα, όπως αυτή που παρακολουθούμε με αφορμή την παρέλαση, διεξάγονται ουσιαστικά γιατί κάποιοι θεωρούν ότι τους επιτρέπεται να μας υποδείξουν τι μας καταπιέζει και τι όχι, πότε και πού, ή ακόμα και ότι κάτι δεν μας καταπιέζει και το έχουμε δει στραβά. Κάπως έτσι καταλήγουμε στην επικίνδυνη άνεση που αισθάνονται διάφοροι να κουνάνε το χέρι και να κάνουν υποδείξεις, είτε γιατί μια γυναίκα φοράει είτε δεν φοράει μαντήλα, και να χρησιμοποιούν τις γυναίκες ως δικαιολογία ή επιχείρημα για τις ατζέντες τους. Τα γυναικεία σώματα στο δημόσιο χώρο αντικειμενοποιούνται και εργαλειοποιούνται για να αποτελέσουν πεδία άσκησης πολιτικών. Όταν ακόμα και στην Ελλάδα, πολλά ανήλικα κορίτσια κινδυνεύουν να παντρευτούν παρά τη θέλησή τους, ενώ υπάρχουν παντρεμένες γυναίκες που δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα (ή πρόσβαση) στο διαζύγιο με την πλειοψηφία των Ελληνίδων, καταλαβαίνουμε πόσο υποκριτικό είναι να ασχολούμαστε, δήθεν επειδή μας καίει η ισότητα των φύλων, με το αν φοράνε ή όχι μαντίλα και δει στις παρελάσεις; Ας φτάσουμε στο να έχουμε όλες οι γυναίκες ίσες ευκαιρίες στη ζωή μας και να αμειβόμαστε το ίδιο με τους άντρες, να μπορούμε να εκφράσουμε τη διαφορετικότητά μας, να μην είμαστε σεξουαλικοποιημένα αντικείμενα ή μηχανές αναπαραγωγής και μετά συζητάμε, ακούγοντας κυρίως τι λένε οι ίδιες οι μουσουλμάνες γυναίκες, υπέρ ή κατά, και για τη μαντίλα.

 

Διαβάστε ακόμα

Αποδομεί η εμφάνιση της ξανθιάς δασκάλας το θεσμό των παρελάσεων;

Μουσουλμάνες γυναίκες: τα πρώτα θύματα της ισλαμοφοβίας

Με το μάτι του εγγαστρίμυθου

 

Share

Μουσουλμάνες γυναίκες: τα πρώτα θύματα της ισλαμοφοβίας

french_niqab

των Άννα Σιγαλού και Γεωργία Μανώλη

«Μια μανδηλοφορούσα γυναίκα δέχθηκε επίθεση από άντρα στην Μασσαλία, επειδή αυτός νόμισε πως ήταν τρομοκράτισσα. Σύμφωνα με τη Νομαρχιακή Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας (DDSP), ο θύτης, βλέποντας μια γυναίκα με χιτζάμπ θεώρησε και αυτονόητα ότι είναι τρομοκράτισσα και της επιτέθηκε με αιχμηρό αντικείμενο, τραυματίζοντας την ελαφρά.» L’ express, 19/11/15

Λίγες μέρες μετά τα χτυπήματα στο Παρίσι, η παραπάνω είδηση –που δεν αποτελεί το μοναδικό κρούσμα ισλαμοφοβίας των τελευταίων ημερών στην Γαλλία- δείχνει ποιοι είναι οι καρποί της τρόμο-υστερίας και ειδικά όσον αφορά τις μουσουλμάνες γυναίκες. Ακριβώς λόγω της ενδυμασίας (είτε αυτή είναι νικάμπ, μπούργκα ή χιτζάμπ) αποτελούν και πιο εύκολο στόχο αυτής της υστερίας.

«Μετά την επίθεση στο Charlie Hebdo, η ισλαμοφοβία εκτοξεύτηκε στα ύψη και ήταν χειρότερη για τις γυναίκες μουσουλμάνες. Δεχόντουσαν μάλιστα σωματικές επιθέσεις στο δρόμο. Οι δράστες τέτοιων επιθέσεων επικεντρώνουν στις γυναίκες γιατί τις θεωρούν πιο αδύναμες» λέει η Γαλλίδα φοιτήτρια Dounia Benallal και μέλος του μη κερδοσκοπικού συλλόγου «Μουσουλμάνοι Φοιτητές Γαλλίας». The Telegraph, 18/11/15

Επομένως οι γυναίκες μουσουλμάνες, λόγω της ενδυμασίας αποτελούν πολύ πιο αναγνωρίσιμο και εύκολο στόχο για ρατσιστικές επιθέσεις καθώς και συχνό πεδίο παρέμβασης του γαλλικού κράτους. Οι Γαλλίδες μουσουλμάνες έχουν νιώσει πως καταπιέζονται από την αυστηρή κοσμικότητα που υπερασπίζεται μετά μανίας το κράτος, αφού αυτή ακριβώς η laicité δεν συνοδεύεται από την καταπολέμηση της ανεργίας, της γκετοποίησης και του ρατσισμού, φαινόμενα που επηρεάζουν την καθημερινότητα τους ούτως ή άλλως.

Μπορεί λοιπόν ο Ολάντ και τα γαλλικά ΜΜΕ να συγχέουν –συνήθως σκόπιμα- έννοιες και ταυτότητες όπως «μουσουλμάνοι», «τρομοκράτες», «ISIS» και «γυναίκες καμικάζι» μεταξύ τους προκειμένου να καλύψουν την εμπλοκή τους στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους στην Μέση Ανατολή και να δικαιολογήσουν την καταπίεση που επιβάλλουν στις μειονότητες εντός της Γαλλίας καθώς κι επειδή πάντα βολεύει –βραχυπρόθεσμα- να έχεις έναν αποδιοπομπαίο τράγο. Δεν είναι όμως καθόλου τυχαίο το ότι όλοι οι μέχρι τώρα θύτες προέρχονταν από την Ευρώπη κι όχι από την Συρία. Η Γαλλία σπέρνει χρόνια τώρα την περιθωριοποίηση στο εσωτερικό της και τώρα που βλέπει τους καρπούς της, επιλέγει να εντείνει την καταπίεση.

Και όπως φαίνεται οι γυναίκες θα είναι από τα πρώτα θύματα του αντιτρομοκρατικού νόμου που ετοιμάζει η γαλλική κυβέρνηση. Η μουσουλμανική μαντίλα, εκτός από σύμβολο καταπίεσης και από απαγορευμένο  ρούχο πλέον γίνεται και συνώνυμο του εξτρεμισμού και αποτελεί την εύκολη δικαιολογία για την περιθωριοποίηση των μουσουλμάνων γυναικών αλλά και τον περαιτέρω αποκλεισμό τους από τη δημόσια ζωή.

 

This slideshow requires JavaScript.

Διαβάστε ακόμα

Το πένθος γίνεται νόμος

Share

Πολυπολιτισμικότητα, φεμινισμός και αντι-μεταναστευτική ατζέντα

feminism 2

της Ιουλίας Λειβαδίτη

Ο όρος πολυπολιτισμικότητα, στην κοινή του χρήση, αναφέρεται στο γεγονός ότι σε μια κοινωνία μπορεί να συνυπάρχουν άτομα από διαφορετικό εθνο-πολιτισμικό και θρησκευτικό υπόβαθρο. Όμως, η πολυπολιτισμικότητα, σε επίπεδο δημόσιας πολιτικής και ανάλυσης, αναφέρεται σε ένα πολιτικό πρόγραμμα που αξιώνει θεσμική αναγνώριση των διαφορετικών πολιτισμικών ταυτοτήτων ή/και διαφοροποιημένη αντιμετώπιση των μειονοτικών πολιτισμικών ομάδων από την πολιτεία. Στον ευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο, κάθε συζήτηση για την «πολυπολιτισμικότητα» αναφέρεται κυρίως στα θέματα πολιτισμικής συστέγασης των μουσουλμανικών πληθυσμών που έχουν μεταναστεύσει πρόσφατα στην Ευρώπη και σε αυτή τη διάσταση θα επικεντρωθούμε και εδώ. Στο πλαίσιο αυτό προκύπτει το λεγόμενο «πολυπολιτισμικό δίλημμα», δηλαδή η πιθανή ένταση μεταξύ αιτημάτων μειονοτικών παραδόσεων ή θρησκειών και του μοντέλου της ισότητας των δύο φύλων, που τυπικά τουλάχιστον έχουν ενστερνιστεί οι ευρωπαϊκές κοινωνίες. Μια λύση στο δίλημμα αυτό είναι η απόρριψη οποιουδήποτε μειονοτικού αιτήματος θεωρείται ότι αποτελεί παραβίαση θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να επιλύει άμεσα (στη θεωρία τουλάχιστον) ζητήματα όπως ο γάμος ανηλίκων ή η κλειτοριδεκτομή, δεν απαντά όμως σε άλλα θέματα που έχουν απασχολήσει έντονα την κοινή γνώμη και τις πολιτικούς επιστήμονες, όπως η μαντίλα στη Γαλλία ή  οι κανονισμένοι γάμοι στη Μεγάλη Βρετανία και την Ολλανδία.

Η κριτική που έχουν ασκήσει οι φεμινίστριες στην πολυπολιτισμικότητα επικεντρώνεται στις πολιτικές που αποδίδουν εξουσίες στην ηγεσία των μειονοτικών κοινοτήτων, θεσμοθετώντας έτσι τη δύναμη των γηραιότερων και ισχυρότερων ανδρών της κοινότητας, συχνά εις βάρος των γυναικών. Αυτή η κριτική εντάσσεται στην ευρύτερη συζήτηση σχετικά με τις «μειονότητες μέσα στις μειονότητες», η οποία αφορά, εκτός από τις γυναίκες, τους ομοφυλόφιλους, τα άτομα με αναπηρία, τα παιδιά ή τους φτωχούς και έχει ως κεντρικό επιχείρημα τη θέση ότι ορισμένες πολυπολιτισμικές πολιτικές τελικά μπορεί να ενισχύουν τις υπάρχουσες ανισότητες ισχύος εντός μιας μειονοτικής κοινότητας. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι αυτή η κριτική δεν αρνείται ότι οι μειονοτικές ομάδες βρίσκονται όντως σε αδύναμη κοινωνικο-οικονομική θέση και πως θα πρέπει να αλλάξουν νόμοι και θεσμοί προς την κατεύθυνση αναγνώρισης και ένταξης αυτών των ομάδων στην κοινωνία. Το θέμα είναι ποιες είναι οι κατάλληλες δημόσιες πολιτικές, δηλαδή οι συμβατές με την προαγωγή της ισότητας των φύλων.

Ένας τρόπος να αποφευχθεί η ενίσχυση των ανισοτήτων εντός των μειονοτικών κοινοτήτων, είναι, σύμφωνα με την πολιτική επιστήμονα Anne Ρhillips, οι θρησκευτικές ή πολιτιστικές ομάδες να μην μπορούν να διεκδικούν αποκλειστική αρμοδιότητα για τη διευθέτηση θεμάτων οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου των μελών τους, καθώς οι θρησκευτικοί και εθιμικοί κανόνες τείνουν να ερμηνεύονται με τρόπο επιζήμιο για τις γυναίκες[1]. Στο πλαίσιο αυτό όμως -σύμφωνα πάντα με την Anne Ρhillips, αν μια γυναίκα επιθυμεί η ίδια να ζήσει σύμφωνα με παραδοσιακούς/θρησκευτικούς κανόνες, η κεντρική πολιτεία οφείλει να σεβαστεί την επιλογή της, ακόμα και αν θεωρείται επιζήμια για την ίδια.

Εδώ προκύπτει το ζήτημα της ελευθερίας της βούλησης και της προσαρμοστικότητας των επιλογών μας και του πώς μπορούμε να γνωρίζουμε αν η επιλογή των γυναικών να ζήσουν σύμφωνα με παραδοσιακούς κανόνες είναι πραγματικά αυτόνομη και ελεύθερη και όχι προϊόν έμμεσων καταναγκασμών και επιρροών. Όπως έχει επισημάνει η φιλόσοφος Martha Νussbaum, «η συνήθεια, ο φόβος, η άγνοια, οι χαμηλές προσδοκίες και οι άδικες συνθήκες διαβίωσης παραμορφώνουν τις επιλογές των ανθρώπων, ή ακόμα και τις επιθυμίες τους για το πώς θέλουν να είναι η ζωή τους». Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε αν π.χ. η χρήση της μαντίλας από μια μουσουλμάνα είναι πλήρως αυτόνομη, όπως δεν μπορούμε να ξέρουμε ούτε αν η επιλογή μιας χριστιανής να ζήσει μια παραδοσιακά χριστιανική ζωή είναι απόλυτα ελεύθερη. Η επιρροή από το περιβάλλον δεν συνεπάγεται απαραίτητα εξαναγκασμό ή κάποιο είδος «ψευδούς συνείδησης». Σύμφωνα και με τον ορισμό περί αυτονομίας του φιλόσοφου Gerald Dworkin «δεν είναι ανάγκη να είσαι ο μοναδικός δημιουργός των πράξεών σου ούτε να έχεις καταλήξει στις αρχές σου και στα πιστεύω σου ανεπηρέαστος από το περιβάλλον σου για να θεωρηθείς ως αυτόνομος δρών».

Πολλοί παράγοντες επηρεάζουν το ποιοι είμαστε και τι κάνουμε, όμως, τα τελευταία χρόνια ο πολιτισμός παρουσιάζεται ως ο πιο καθοριστικός και ο λιγότερο συμβατός με την αυτόνομη δράση, παράγοντας κυρίως για τα άτομα που προέρχονται από μη-Δυτικές ή μειονοτικές κουλτούρες.  Όπως σημειώνει η φεμινίστρια φιλόσοφος Uma Narayan, οι Δυτικές φεμινίστριες πολλές φορές υποπίπτουν στο σφάλμα ενός απόλυτου δυαδικού διαχωρισμού μεταξύ Δυτικού και μη-Δυτικού πολιτισμού, προϋποθέτοντας ότι οι γυναίκες από μειονοτικές κοινότητες πειθαναγκάζονται από θρησκευτικές και πολιτισμικές πιέσεις σε τέτοιο βαθμό που να έχουν απολέσει την αυτονομία τους. Η Phillips, σε αυτόν τον λόγο περί «προστασίας» των γυναικών που ανήκουν σε πολιτισμικές μειονότητες εντοπίζει δυο προβληματικές θέσεις: πρώτον, ότι γίνεται μια αξιολογική ιεράρχηση των πολιτισμών (ο κυρίαρχος, ο «δικός μας» είναι ανώτερος, λιγότερο πατερναλιστικός και πατριαρχικός από τον μειονοτικό) και δεύτερον, ότι ενισχύονται τα στερεότυπα σχετικά με τη γυναικεία συμπεριφορά εν γένει (γίνεται  αντιληπτή ως παθητική και ετεροκαθοριζόμενη).

Δεν μπορούμε να προϋποθέτουμε λοιπόν ότι οι γυναίκες από συγκεκριμένους πολιτισμούς στερούνται αυτενέργειας, όμως η δυνατότητα καταπίεσης εξακολουθεί να υπάρχει και να βαραίνει περισσότερο τις γυναίκες που υφίστανται πολλαπλές περιθωριοποιήσεις. Ο τρόπος για να εξασφαλίσει η πολιτεία τη μεγαλύτερη δυνατή αυτονομία και ελευθερία επιλογών για τις γυναίκες αυτές δεν είναι να επιβάλλει καθολικές και  a priori απαγορεύσεις[2], αλλά να εισάγει θεσμικά μέτρα για  την οικονομική, κοινωνική και πολιτική ενδυνάμωση των γυναικών. Η πολιτεία πρέπει, μεταξύ άλλων, να προωθήσει την ουσιαστική συμμετοχή των γυναικών των μειονοτικών ομάδων στις διαβουλεύσεις με το κεντρικό κράτος, να τους εξασφαλίσει οικονομικούς πόρους και πραγματικές εκπαιδευτικές και  επαγγελματικές δυνατότητες, να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα των κοινωνικών υπηρεσιών και της σχολικής εκπαίδευσης σε θέματα ισότητας των φύλων, να ενημερώνει τις γυναίκες για τα δικαιώματά τους και να ενισχύει τα μειονοτικά γυναικεία υποστηρικτικά δίκτυα.

Στην Ευρώπη, παρά τις διάφορες συντηρητικές κορώνες, οι πολιτικές πολυπολιτισμικότητας που έχουν εφαρμοστεί είναι από ελάχιστες έως ανύπαρκτες. Ακόμα και στη Βρετανία, όπου έχουν εισαχθεί κάποιες νομοθετικές ρυθμίσεις για τη πολυπολιτισμική συστέγαση, η πολυπολιτισμικότητα ποτέ δεν αποτέλεσε επίσημη κρατική πολιτική. Παρά τα προβληματικά σημεία που παρουσιάσαμε παραπάνω, πρέπει να μας προβληματίσει ότι συχνά η επίκληση των προβλημάτων ή αποτυχιών της πολυπολιτισμικότητας αποτελεί έναν τρόπο επανεισαγωγής του ρατσιστικού λόγου στην πολιτική ατζέντα, μιας και η ξεκάθαρη αναφορά σε θέματα φυλετικής κατωτερότητας ή «μη-συμβατότητας» έχει ιδεολογικά απονομιμοποιηθεί. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η δημόσια συζήτηση για τη διακρισιακή μεταχείριση των γυναικών, ως ένα θέμα που αφορά αποκλειστικά ή κυρίως τους «άλλους» πολιτισμούς.

Άτομα και φορείς που κατά τ’ άλλα αδιαφορούν πλήρως για την έμφυλη ισότητα εκφράζουν έντονη ανησυχία για τη δυνητικά μειονεκτική θέση των Μουσουλμάνων γυναικών στην Ευρώπη. Όμως, αυτή η ανησυχία συχνά εξυπηρετεί άλλους σκοπούς και χρησιμοποιείται όχι για την υπεράσπιση των γυναικών αυτών, αλλά ως  επιχείρημα-διαπίστωση για την κατωτερότητα ή την αδυναμία προσαρμογής των μουσουλμανικών κοινοτήτων στις «ευρωπαϊκές» αξίες. Τέτοιες απόλυτες διαπιστώσεις, πέρα από ρατσιστικές και διχαστικές, έρχονται και σε αντίθεση με την πραγματικότητα, καθώς βλέπουμε ότι σε πολλές χώρες αναπτύσσονται μουσουλμανικές γυναικείες οργανώσεις και κινήματα που προωθούν φεμινιστικές ερμηνείες του Ισλάμ. Πέραν τούτου, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι όχι μόνο το Ισλάμ, αλλά όλες οι θρησκείες και βασικά, οι περισσότεροι θεσμοί που μας περιβάλλουν είναι καταρχάς πατριαρχικοί. Όσοι από αυτούς τους θεσμούς έχουν αλλάξει, έστω και ελάχιστα, άλλαξαν επειδή οι γυναίκες πάλεψαν με νύχια και με δόντια για αυτό. Πρέπει να αποσυνδέσουμε το διάλογο υπέρ της έμφυλης ισότητας από την παραπάνω ρατσιστική και αντι-μεταναστευτική ατζέντα, ενώ συνεχίζουμε παράλληλα να αγωνιζόμαστε για την ισότητα σε όλα τα πολιτισμικά πλαίσια.

 

Βιβλιογραφία:

Dworkin, Gerald. The Theory and Practice of Autonomy. ΝέαΥόρκη: Cambridge University Press, 1988.

Narayan, Uma. “Essence of a Culture and a Sense of History: A Feminist Critique of Cultural Essentialism”. Hypatia 13, ν.2 (1998): 86-104.

Nussbaum, Martha C. Φύλο και Κοινωνική Δικαιοσύνη. Αθήνα: Εκδόσεις SCRIPTA, 2005.

Shachar, Ayalet. Multicultural Juristictions: Cultural Differences and Women´s Rights.Cambridge: Cambridge University Press, 2001.

Phillips, Anne. Multiculturalism Without Culture. Princeton Universtiy Press, 2009.

 

Σημειώσεις:

[1] Όπως συμβαίνει με το καθεστώς που διέπει την θέση του Μουφτή στην ελληνική έννομη τάξη, σύμφωνα με το οποίο οι Ελληνίδες μουσουλμάνες της περιοχής υπάγονται υποχρεωτικά και αποκλειστικά στη δικαιοδοσία θρησκευτικού δικαστηρίου για θέματα οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου. Για περισσότερα σχετικά με το αυτό το θέμα βλ. Ιουλία Λειβαδίτη, «Φεμινιστικές Κριτικές της Πολυπολιτισμικότητας», Σύγχρονα Θέματα, Τεύχος 117, Απρίλιος-Ιούνιος 2012.

[2] Οι καθολικές και  a priori απαγορεύσεις έχουν νόημα όταν βλάπτεται η σωματική ακεραιότητα των ατόμων ή/και η ευζωία των ανηλίκων, όπως στις περιπτώσεις της κλειτοριδεκτομής και του γάμου ανηλίκων.

 

Share

Η ύποπτη μαντίλα

του Niko Ago

Πέμπτη πρωί στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος». Έπειτα από δυο εβδομάδες στην Ελλάδα, η ώρα της επιστροφής στη Σουηδία και το δρομολόγιο λέει Αθήνα-Παρίσι-Στοκχόλμη. Οι έλεγχοι έχουν γίνει συνήθεια, και αφού διεκπεραιώνονται μονότονα, μαζί με τους άλλους ταξιδιώτες υποβαλλόμαστε στη ρουτίνα της αίθουσας αναμονής. Δίπλα μου κάθεται μια νεαρή γυναίκα, που φοράει μαντίλα, και μαζί της ένας χαρούμενος μπόμπιρας που παίζει στο δάπεδο με το αεροπλανάκι του. Ζηλεύω αφόρητα την ξεγνοιασιά του.

Η ώρα της επιβίβασης έχει έρθει και κατευθυνόμαστε προς τον τελευταίο έλεγχο. Όπως σε λίγα πια αεροδρόμια της Ευρώπης, δίπλα στις κοπέλες της εταιρίας, κάθεται ένας αστυνομικός. Η κυρία με τη μαντίλα και τον πιτσιρικά, είναι στο γκρουπ που θα επιβιβαστεί πρώτο. Η υπάλληλος κοιτάει το διαβατήριο και το εισιτήριο αλλά σε αντίθεση με τους άλλους, προφανώς λόγω μαντίλας που φοράει η κυρία, φωνάζει τον αστυνομικό και του το δίνει. Είμαι σε πολύ κοντινή απόσταση και ακούω τα πάντα. Αυτός κάνει νόημα στην κυρία να παραμερίσει και τη ρωτάει στα ελληνικά και στον ενικό: «Από πού είσαι;». Εκείνη σηκώνει τους ώμους και χαμογελάει αμήχανα. Ξανά το όργανο: «από πού είσαι;». Είναι ξεκάθαρο πως δεν καταλαβαίνει ελληνικά διότι δεν αντιδρά. Περιεργάζεται το διαβατήριο στο φως ο αστυνομικός -είναι της Γαλλικής Δημοκρατίας- θέλοντας να ανακαλύψει κάποια «λαδιά» και ταυτόχρονα φωνάζει την υπάλληλο να μεταφράσει στα αγγλικά. Τη ρωτάει η υπάλληλος και η κυρία ανταποκρίνεται απαντώντας πως είναι πολίτης Γαλλίας.

Γαλλία, λέει η υπάλληλος στον αστυνομικό. «Ρώτα την πού μένει στην Ελλάδα», επιμένει εκείνος. «Παρίσι», απαντά η κυρία. «Και στην Ελλάδα;» ξανά ο αστυνομικός. Χαμογελάει ειρωνικά και επαναλαμβάνει με φτωχά αγγλικά ότι έχει έρθει επίσκεψη στην Ελλάδα και ότι είναι πολίτης και κάτοικος Γαλλίας. «Ρώτα το παιδί», λέει ο αστυνομικός. Ο μικρός έχει πιαστεί στο παντελόνι της μητέρας του και προσπαθεί… να απογειώσει το αεροπλανάκι του στο κορμί της. Τον ρωτάνε στα αγγλικά και η μητέρα λέει πως μόνο γαλλικά ξέρει. Δείχνει να πείθεται ο αστυνομικός και της δίνει διστακτικά το διαβατήριο, με βλέμμα του τύπου «εσύ κάτι μου κρύβεις αλλά φύγε αυτή τη φορά».

Η διαδικασία δεν κράτησε πάνω από δυο λεπτά, με όλους τους άλλους επιβάτες να έχουν καρφώσει τα μάτια πάνω τους. Παίρνει το διαβατήριο και το παιδί από το χέρι και προχωράει. Στο αεροπλάνο, κάποια στιγμή που σηκώνομαι, τη βλέπω να διαβάζει τη “Liberation”. Σίγουρα θα της μείνει αξέχαστη η επίσκεψη στην Αθήνα. Και όχι μόνο λόγω καιρού και των συγγενών που συνάντησε, φαντάζομαι. Και μόνο η μαντίλα που φορούσε, την έκανε ύποπτη. Όπως εκατοντάδες χιλιάδες άλλους, τους κάνει ύποπτους το χρώμα.

Πηγή: protagon

 

Share

Με το μάτι του εγγαστρίμυθου

της Άμπρα Πίρρι[1]

Η κατάργηση της καύσης των Ινδών γυναικών μαζί με τον νεκρό σύζυγό τους από τους Βρετανούς αποικιοκράτες· ο αμερικάνικος πόλεμος για την «απελευθέρωση» των Αφγανών γυναικών από τη μπούργκα· η απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας στη Γαλλία: Η σύγκρουση ανάμεσα στη Δύση και τον υπόλοιπο κόσμο στο εννοιολογικό και κριτικό λεξιλόγιο της Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ, μετααποικιοκρατικής φεμινίστριας, οργανικής διανοούμενης του πλανήτη.    

Η Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ, μετααποικιοκρατική φεμινίστρια και μελετήτρια της συγκριτικής λογοτεχνίας, μπορεί να μας βοηθήσει να στοχαστούμε γύρω από τα όσα συμβαίνουν σήμερα στη Δύση και στον υπόλοιπο κόσμο, ανάμεσα σε μας και τον Άλλον. Στο [..] βιβλίο της Death of a Discipline[2] [Θάνατος μιας Επιστήμης]  [..], η Σπίβακ με δύναμη προτείνει εκ νέου –όπως επισημαίνει η Τζούντιθ Μπάτλερ- «ένα εννοιολογικό πλαίσιο ριζοσπαστικά ηθικό ως προσέγγιση στη μελέτη της διαφορετικότητας». Γιατί, ίσως, δεν μας μένει παρά να καταφύγουμε στην ηθική, εάν πραγματικά θέλουμε να αποπειραθούμε να έχουμε μια σχέση με την Άλλη, με τον Άλλον. Η Σπίβακ, που γεννήθηκε και σπούδασε στην Ινδία και ποτέ δεν απαρνήθηκε την ινδική υπηκοότητα και, έχοντας πράσινη κάρτα, διαμένει μόνιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Νέα Υόρκη, όπου διδάσκει στο πανεπιστήμιο Κολούμπια, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί οργανική διανοούμενη του πλανήτη. Γι’ αυτό ακριβώς ξεκινά πάντα από τον διεθνή καταμερισμό εργασίας  και από την παγκοσμιοποίηση που, με τις σχέσεις της εξουσίας ανάμεσα στον Πρώτο και τον Τρίτο Κόσμο, έχει παγιδευτεί στην οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ιστορία του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας.

Η ανάλυση των πολιτισμικών και κοινωνικών επιπτώσεων της αποικιοκρατίας, στο παρελθόν και το παρόν, στα κράτη και στα αποικιοκρατούμενα υποκείμενα είναι ένας από τους στόχους των μετα-αποικιοκρατικών σπουδών. Αλλά, διαφέροντας από τους άλλους μετααποικιοκρατικούς διανοούμενους που αντιπροσωπεύουν τις Subaltern Studies [Σπουδές Υπεξουσίων Τάξεων], η Σπίβακ έχει στραμμένη την προσοχή της πάντα στο έμφυλο θηλυκό υποκείμενο που είναι διπλά περιθωριοποιημένο: από την οικονομία και από την υποβάθμιση του φύλου. Για να γίνει κατανοητή η έμφυλη διαφορά στο εσωτερικό ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου, η Σπίβακ χρησιμοποιεί ένα εννοιολογικό και κριτικό λεξικό που σχεδόν πάντα επινοεί η ίδια. Γεννιούνται έτσι σημαντικοί όροι όπως η epistemic violence, η βία που ο ιμπεριαλισμός επέβαλε στις μορφές της γνώσης και εξακολουθεί να επιβάλει στους κάποτε αποικιοκρατούμενους λαούς και ειδικά στις γυναίκες.

Η epistemic violence είναι η βίαιη ρήξη που συντελείται στο σύστημα των σημείων, των αξιών, στις αναπαραστάσεις του κόσμου, στον πολιτισμό, στην οργάνωση της ζωής και της κοινωνίας των χωρών που χθες ήταν αποικίες και που σήμερα είναι, όχι τυχαία, ο νότος του κόσμου. Εξαιτίας της epistemic violence, ο αποικιοκρατούμενος χώρος απεχθώς μετασχηματίστηκε με τρόπο τέτοιο, ώστε να μπορεί να μεταφερθεί στο εσωτερικό ενός κόσμου κατασκευασμένου από τον ευρωκεντρισμό. Αυτήν τη διαδικασία, μέσω της οποίας η Δύση εδραιώθηκε και συγκροτήθηκε ως κυρίαρχο υποκείμενο σε όλο τον πλανήτη γεμίζοντάς τον με το δικό της τρόπο μάθησης, με τις δικές της αναπαραστάσεις, με το δικό της σύστημα αξιών, η Σπίβακ την ονομάζει worlding of a world. Σε αυτήν τη διαδικασία, η Δύση δημιούργησε τους Άλλους της ως αντικείμενα προς ανάλυση, αναλαμβάνοντας έτσι  την εξουσία/γνώση να τους αναπαριστά και να τους ελέγχει. Αυτοί οι Άλλοι, υπενθυμίζει η Σπίβακ, δεν είναι πραγματικά ανθρώπινοι: κατασκευασμένοι ως κατώτεροι από τότε που η Ευρώπη κατέκτησε σχεδόν όλο τον κόσμο,  εξακολουθούν να είναι το ίδιο και σήμερα γιατί δεν θεωρούνται αρκετά αναπτυγμένοι ή αρκετά δημοκρατικοί. Υπάρχει ένα μοναδικό καθολικό υποκείμενο, και μάλιστα σχεδόν τέλειο, που αντιπροσωπεύει την κανονικότητα: ο λευκός άνδρας· και η Δύση είναι η μεγάλη επέκταση του.

Ότι ο Άλλος εξακολουθεί να κατασκευάζεται και να αναπαριστάται ως ένα κατώτερο ον, χωρίς ιστορία και πολιτισμό, στα όρια ανθρώπου και κτήνους, και με τον οποίο δεν υπάρχει λόγος να συνομιλούμε γιατί ο μόνος δυνατός  λόγος είναι η ταπείνωση ή η βία, ποτέ δεν ίσχυε περισσότερο. Μας το επανέλαβαν για μια ακόμη φορά, στην περίπτωση που δεν το είχαμε αντιληφθεί, εκείνοι οι άντρες κι εκείνες οι γυναίκες που τους είδαμε να γελούν, να καπνίζουν, να σηκώνουν τον αντίχειρα σε όρθια θέση, ενώ τραβούσαν φωτογραφίες του Άλλου, γυμνού με το λουρί του σκύλου δεμένο στο λαιμό του ή νεκρού από τα βασανιστήρια. Η Σπίβακ, σε μια συνέντευξη της, το 1984, ομολογεί στην Elisabeth Grosh ότι την συνεπήρε η σκέψη του Ντεριντά όταν ανακάλυψε ότι ο Γάλλος φιλόσοφος διέλυε από τα μέσα την παραδοσιακή δυτική φιλοσοφία, της οποίας ήρωας ήταν ο καθολικός άνθρωπος. «Σε μας –λέει η Σπίβακ, μιλώντας για το βρετανικό αποικιακό εκπαιδευτικό σύστημα– δίδασκαν ότι αν μπορούσαμε ν’ αρχίσουμε να μοιάζουμε με κείνο το καθολικό ανθρώπινο ον, τότε κι εμείς θα γινόμασταν ανθρώπινοι». Ανθρώπινοι, συνεπώς υποκείμενα. Ή, μάλλον, υποκείμενα και συνεπώς ανθρώπινοι. Αλλά είναι στ’ αλήθεια έτσι; Υποκειμενικότητα[3] και ανθρωπισμός[4] ταιριάζουν πράγματι μαζί και στην πράξη ή μόνο στη δυτική σκέψη;

Σε ένα κείμενο τού 1985, που θεωρείται το πιο διάσημο, πιο παρανοημένο αλλά και το πιο μνημονευμένο δοκίμιό της, το Can the Subaltern speak? [Μπορεί ο Υπεξούσιος να μιλήσει;], το οποίο ασκεί πολεμική  στην ομάδα των Subaltern Studies αλλά και σε μερικούς μεταδομιστές και μεταουμανιστές διανοούμενους (Φουκώ και Ντελέζ), η Σπίβακ επισημαίνει πώς το ενδιαφέρον των δυτικών διανοουμένων απέναντι στο υποκείμενο των αποικιών καταλήγει πάντα να είναι «ευμενές»· η στάση τους και η οπτική τους γωνία, τελικά, συμπίπτει με την ιμπεριαλιστική αφήγηση γιατί αυτό που υπόσχεται στους ιθαγενείς είναι η «απελευθέρωση». Σε αυτό το δοκίμιο, η Σπίβακ αναρωτιέται εάν η υπεξούσια γυναίκα μπορεί να μιλήσει και να ακουστεί ή εάν υπάρχει πάντα κάποιος που το κάνει στη θέση της και που την αναπαριστά με παραποιημένο τρόπο: οι Βρετανοί,  καταργώντας τον νόμο που επέβαλε οι χήρες να θανατώνονται στην πυρά με τον νεκρό σύζυγό τους (1827), ανέλαβαν την υποχρέωση να μιλούν για την καταπιεσμένη από την τοπική πατριαρχική κοινωνία ιθαγενή γυναίκα. Με αυτό τον τρόπο, νομιμοποίησαν τους εαυτούς τους ως απελευθερωτές και τον ιμπεριαλισμό ως αποστολή εκπολιτισμού.

Οι Βρετανοί απέδωσαν στην υπεξούσια γυναίκα μια ελεύθερη φωνή, τέτοια που να διεκδικεί την απελευθέρωσή της από τον λευκό άνδρα, από τον βρετανικό ιμπεριαλισμό. Από την άλλη μεριά, και ενάντια στη βρετανική αναπαράσταση, υπήρχε η τοπική πατριαρχική κοινωνία, ο ιθαγενής άνδρας που υποστήριζε ότι η χήρα ήταν ευτυχισμένη να ανέβει στην πυρά με το πτώμα τους άνδρα της. Κατά τη Σπίβακ, ούτε η μια ούτε η άλλη εκδοχή παρουσιάζει την «αληθινή» φωνή της υπεξούσιας γυναίκας: και στις δυο αφηγήσεις η φωνή της είναι «εγγαστριμυθοποιημένη» και η ίδια εξαφανίζεται μέσα σε αυτό το βίαιο πήγαινε-έλα, ανάμεσα στην παράδοση και την εκμοντερνοποίηση, ανάμεσα στην πατριαρχία και τον ιμπεριαλισμό. Να, λοιπόν, που η θέση του υποκειμένου της ιθαγενούς γυναίκας κατασκευάζεται από τη Δύση και χρησιμεύει μόνο για να ενδυναμώνει το γόητρο του ευμενούς-διανοουμένου-ερμηνευτή της υπεξούσιας λειτουργίας.

Ή χρησιμεύει για να ενδυναμώνει τις λαϊκές και εθνικιστικές αξίες του έθνους: είναι αυτό που συνέβη στη Γαλλία με την ισλαμική μαντήλα. Ξαφνικά, η πατρίδα, τόσο συμβατή με την πατριαρχία και τις μιλιταριστικές και  σεξιστικές της αξίες, μετατρέπεται σε φεμινιστική και χρησιμοποιεί τον φεμινισμό ενάντια στις άλλες κουλτούρες· πριν δυο χρόνια παρακολουθήσαμε το παράδοξο: τον πολέμιο των εκτρώσεων Μπους να βομβαρδίζει το Αφγανιστάν για να απελευθερώσει τις γυναίκες από τη μπούργκα,  και σήμερα έχουμε τον άλλον[5] στη Γαλλία που απελευθερώνει τις μουσουλμάνες από την μαντήλα. Είναι γεγονός ότι η μαντήλα εξακολουθεί να εξάπτει τις  διεγερμένες φαντασιώσεις του δυτικού άνδρα που δεν ανέχεται να τον κοιτάζουν αλλά να μη μπορεί να κοιτάζει ο ίδιος· μόνο αυτός έχει το δικαίωμα να παρατηρεί, να αναλύει, να αξιολογεί, να κρίνει.

Το «imperial I-eye» του δεν πρέπει να συναντά εμπόδια: η έκφραση, που παίζει με τους πανομοιότυπους στα αγγλικά ήχους, που σημαίνει τόσο το Εγώ όσο και το ιμπεριαλιστικό μάτι, είναι της μετααποικιοκρατικής μελετήτριας Mary Louise Pratt· περιγράφει το επίμονο βλέμμα του λευκού άνδρα που «απανθρωποποιεί, παραλύει και δολοφονεί», όπως έγραφε ο Φανόν[6] με αφορμή την Αλγερία, τη γαλλική αποικιοκρατία και τη μαντήλα. Στην Αλγερία, στη διάρκεια των 130 χρόνων κατοχής, οι Γάλλοι επιχείρησαν να «φανερώσουν» τις γυναίκες, να καταστήσουν το σώμα τους διαθέσιμο στο δυτικό I-eye, ως μέσο για να κατακτήσουν πολιτισμικά ολόκληρη τη χώρα. Να που η μαντήλα μετατρέπεται σε διακύβευμα μιας μεγαλειώδους μάχης ανάμεσα στη Δύση και τον Άλλον, ενώ η Άλλη χρησιμοποιείται ως σύμβολο και έδαφος προς κατάκτηση και από τις δυο πλευρές. Το να κατακτήσεις αυτήν σημαίνει να εκμηδενίσεις αυτόν. Το να της επιβάλεις ή να της απαγορεύσεις τη μαντήλα σημαίνει να την εγγράψεις σε μια πατριαρχική κοινωνία ή σε μια άλλη. Σήμερα, στην εποχή της γυναικείας χειραφέτησης –που ωστόσο λίγο ή και καθόλου έχει να κάνει με την απελευθέρωση των γυναικών–, μετατρέπεται στο αντίθετο-όμοιό της: αυτή, η δυτική, που τραβάει αυτόν, τον μουσουλμάνο, με το λουρί του σκύλου: η σεξουαλική μεταφορά, άνδρας-εξουσιαστής, είναι η ίδια.

Αλλά η Σπίβακ ασκεί κριτική και στον διεθνή φεμινισμό που εξακολουθεί να τοποθετεί στο κέντρο τη Δύση –ή ένα δυτικό πρόσωπο, σε αυτή την περίπτωση τη φεμινίστρια– που αυτοπροσδιορίζεται ως υποκείμενο γνώσης, σωτηρίας, βοήθειας, ακριβώς γιατί κατασκεύασε την Άλλη ως αντικείμενο της πεφωτισμένης συμπόνιας της. Το να αναπαριστούμε την Άλλη, από την άλλη πλευρά του κόσμου, ως μειονεκτική αδελφή χρησιμεύει στο να μας κάνει να αισθανόμαστε απελευθερωμένα υποκείμενα, να μας επιστρέφει μια εικόνα εμάς των ιδίων μεγεθυμένη. Έτσι είναι που γινόμαστε υποκείμενα, με την αντρική έννοια, κατασκευάζοντας ένα αντικείμενο, ένα υπεξούσιο Άλλο. Ο δυτικός φεμινισμός άσκησε κριτική στο κυρίαρχο αντρικό υποκείμενο αλλά, στη συνέχεια, κινδυνεύει να κάνει με τις γυναίκες του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου ακριβώς το ίδιο που έκαναν οι άντρες επί 2.500 χρόνια. Και εξακολουθεί να θέτει με εμμονή αυτάρεσκες ερωτήσεις όπως, για παράδειγμα, «τι μπορώ να κάνω εγώ γι’ αυτές;».

Εάν θέλουμε ν’ αποφύγουμε να ζημιώσουμε τις γυναίκες του Τρίτου Κόσμου, θα πρέπει ν αποφύγουμε να κοιτάζουμε τα πράγματα από την οπτική γωνία εκείνου που, ως υποκείμενο, κάνει την ανάλυση: θα πρέπει να αποφύγουμε το κέντρο να είναι καθορισμένο, διασαφηνισμένο –ως συνήθως– από την ερευνήτρια. Το υποκείμενο δεν μπορεί να αποκεντρωθεί, διαφορετικά δεν είναι πια υποκείμενο, αλλά αυτό το κέντρο θα πρέπει διαρκώς να κριτικάρεται και να αποδομείται: «Η αποδόμηση –ισχυρίζεται η Σπίβακ σε μια συνέντευξή της στον Alfred Arteaga τo 1993– δεν λέει ότι δεν υπάρχει  το υποκείμενο, ότι δεν υπάρχει η αλήθεια, ότι δεν υπάρχει η ιστορία: απλά θέτει σε αμφισβήτηση την προνομιακή μεταχείριση της ταυτότητας ως συνώνυμο της αλήθειας.  Η αποδόμηση δεν είναι η έκθεση ενός λάθους. Διαρκώς και επίμονα κοιτάζει τον τρόπο με τον οποίο έχει παραχθεί η αλήθεια. Να γιατί η αποδόμηση δεν λέει ότι ο λογοκεντρισμός[7] είναι παθολογία. Η αποδόμηση είναι, μεταξύ άλλων, μια διαρκής κριτική όσων κάποιος δεν μπορεί να μη θέλει». Τι είναι αυτό που κάποιος  δεν μπορεί  να μη θέλει (και που προέρχεται από τη Δύση);

Για παράδειγμα, η ίδια η υποκειμενικότητα ή ο φεμινισμός. Εάν, ωστόσο, δεν επιθυμεί να γίνει εκείνο το επιτελεστικό υποκείμενο που είναι (ήταν) ο λευκός άνδρας, η μόνη δυνατότητα είναι μια διαρκής κριτική στον τρόπο που τοποθετείται στο κέντρο της αφήγησης. Να έχουμε αυτεπίγνωση, να ασκούμε κριτική, να αποδομούμε: αυτή είναι η «διαδρομή» της σκέψης της Σπίβακ που, πράγματι, δεν πιστεύει στις μεγάλες θεωρητικές κατασκευές που εξηγούν τα πάντα και που θέλουν να είναι συνεπείς με την απαίτησή τους να αφηγηθούν την απόλυτη και οριστική αλήθεια. Η Σπίβακ δεν πιστεύει στις μεγάλες αφηγήσεις [master narratives], τις αφηγήσεις των Δασκάλων αλλά και των κυρίαρχων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μεγάλες αφηγήσεις πρέπει να δαιμονοποιούνται όταν κάποιος πιάνεται να αφηγείται: πρέπει να αποδεχτούμε την παρόρμηση να σκεφτούμε τα αίτια και τον σκοπό, να καταστρώσουμε προγράμματα κοινωνικής δικαιοσύνης, έχοντας επίγνωση, όμως, την ίδια στιγμή, ότι πρόκειται για μια δική μας ανάγκη, δεν πρόκειται για την πορεία προς την αλήθεια, ούτε αποτελεί «λύση των προβλημάτων του κόσμου».

Η προειδοποίηση για τις μεγάλες αφηγήσεις, που υπάρχει κίνδυνος να πάρουν το επάνω χέρι και να παρουσιαστούν σε μας σαν να ήταν πραγματικές, ισχύει και για τις λέξεις τις οποίες οι αφηγήσεις χρησιμοποιούν: η Σπίβακ τις αποκαλεί masterwords, λέξεις των δασκάλων αλλά και, πάλι, των κυρίαρχων. Λέξεις όπως «ο εργάτης» ή «η γυναίκα» είναι λέξεις παρακινδυνευμένες γιατί οδηγούν στο να δημιουργηθούν και, στη συνέχεια, να κατασκευαστούν μεγάλες αφηγήσεις: κι ωστόσο είναι λέξεις που δεν έχουν καμιά  κυριολεκτική αναφορά, γιατί δεν υπάρχουν «αληθινά» παραδείγματα του «αληθινού» εργάτη ή της «αληθινής» γυναίκας που είναι «αληθινά» έτοιμοι να παλέψουν για τα ιδανικά που εμείς κατασκευάσαμε και για τα οποία κινητοποιήθηκαν. Αυτές οι σκέψεις θα έπρεπε να μας βάλουν σε επιφυλακή σχετικά με τις παγκόσμιες απαιτήσεις, για παράδειγμα του μαρξισμού ή του δυτικού φεμινισμού,  στο να μιλούμε στο όνομα των μεν και των δε.

Και η δυτική φεμινιστική στράτευση με τον νότο του κόσμου συχνά καλύπτει μια πατερναλιστική ανωτερότητα στο όνομα των περισσότερο μειονεκτικών αδελφών μας (που τις κατασκευάζουμε, συνεπώς έτσι τις θεωρούμε). Θα πρέπει να πάψουμε να αισθανόμαστε σε προνομιακή θέση, κατά συνέπεια καλύτερες, λέει η Σπίβακ, η οποία έτσι «καταλαμβάνει μια ιδιαίτερη θέση»[8]· ριψοκινδυνεύει, δηλαδή, τα αναρίθμητα προνόμια της: το ότι είναι διανοούμενη μεγάλης αξίας της αμερικάνικης ακαδημαϊκής κοινότητας που εμπλέκεται στη νεοαποικιοκρατική παραγωγή, το ότι διδάσκει τους πιο εξασφαλισμένους και καλομαθημένους ανθρώπους της γης και  ζει στην πιο πλούσια και καταναλωτική πόλη του πλανήτη. Το να «καταλαμβάνω μια ιδιαίτερη θέση» σημαίνει να μην επιδιώκω την καθολικότητα, δηλαδή την ουσία, ακόμα κι όταν, ανεξάρτητα αν το αναγνωρίζουμε ή όχι, δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς καθολικεύσεις. Το σημαντικό είναι να είμαστε ενσυνείδητοι και να χρησιμοποιούμε τις καθολικεύσεις παρά να τις απορρίπτουμε: είναι αυτό που εκείνη αποκαλεί στρατηγική ουσιοκρατία [strategic essentialism] γιατί, σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από τους άνδρες, δεν είναι δυνατό να  αναλύουμε και να ασκούμε φεμινιστική πολιτική παρά μόνο –ακόμα και αν κινδυνεύουμε από την ουσιοκρατία-  «ως γυναίκες»

Ακόμα και το προνόμιο αποδομείται γιατί δεν εμπλέκει, πάντα και απαραίτητα, εξυπνάδα, κατανόηση και δυνατότητα σχέσης. Συχνά, μάλιστα, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η Σπίβακ μας παροτρύνει να «ξεμάθουμε τα προνόμια μας γιατί είναι χασούρα» [unlearn one’s privilege as one’s loss]. Ο ρατσισμός –για παράδειγμα–, μαθαίνουμε, είναι μια οπτική γωνία και μια συμπεριφορά επίκτητη μου μας εμποδίζει να βλέπουμε, να καταλαβαίνουμε και να επικοινωνούμε με όποιον είναι διαφορετικός από μας: αποδίδουμε στην/ον Άλλη/ον στερεότυπα, την/τον ερμηνεύουμε μέσω προκαταλήψεων ενώ, στην πραγματικότητα, σφαλίζουμε το μυαλό μας, την πιθανότητα που έχουμε να επικοινωνήσουμε, να μάθουμε, να ανταλλάξουμε και να σχετιστούμε: να που το προνόμιο μας –σε αυτήν την περίπτωση το να ανήκεις στη λευκή φυλή– μετατρέπεται σε αδυναμία, σε ανικανότητα. Το να ξεμάθουμε το προνόμιο μας σημαίνει να αρχίσουμε να έχουμε μια «ηθική σχέση» με την/ον Άλλη/ον. Είναι ένας τρόπος να σκεπτόμαστε, να αντιλαμβανόμαστε την ταυτότητα τη δική μας και της Άλλης διαφορετικά.

Όχι πλέον η Άλλη που, από την άλλη πλευρά του κόσμου, λειτουργεί ως καθρέφτης που μεγεθύνει την εικόνα μας, αλλά η δυνατότητα να επικοινωνούμε διαμέσου αδύνατων αποστάσεων και διαφορών. Είναι ένα εναγκάλισμα, μια πράξη αγάπης στο εσωτερικό της οποίας και τα δυο πρόσωπα έχουν τη δυνατότητα να μάθει το ένα από το άλλο.

 


[1]  Η Ambra Pirri  (Παλέρμο, 1949) σπούδασε κοινωνιολογία και εργάστηκε ως δημοσιογράφος  σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά  όπως Paese Sera, Rinascita, Indice del Libro, Il Manifesto, DWF κα. Μετά από ένα μάστερs στο Σαν Φραντσίσκο, στις Women Studies, τα τελευταία χρόνια  ασχολείται με την μετααποικιοκρατική κριτική από τη φεμινιστική σκοπιά ενώ έχει επιμεληθεί την ιταλική έκδοση βιβλίων της Γκαγιάτρι Σπίβακ καθώς και το Who Sings the Nation-State?, διάλογο ανάμεσα στην Γκαγιάρτι Σπίβακ και την Τζούντιθ Μπάτλερ (2009).

[2] Τίτλοι και όροι που είναι αγγλικά στο κείμενο διατηρούνται και εδώ –  σε αγκύλη αν υπάρχει δόκιμη μτφ.

[3] Υποκειμενικότητα: συνείδηση εαυτού σε σχέση με τον αντικειμενικό κόσμο – συνείδηση ότι εγώ δεν είμαι αντικείμενο, είμαι φορέας σκέψεων, συναισθημάτων, θυμικών καταστάσεων.

[4] Ανθρωπισμός: μια ιδεολογία περί του υποκειμένου που το αναδεικνύει ως το πρωτεύον σημείο αναφοράς για την κατανόηση του κόσμου. Ο ανθρωπισμός ως ιδεολογία της μοναδικότητας της υποκειμενικότητας δεν υπάρχει σε πολλούς  πολιτισμούς της Ανατολής, καθώς δεν υπάρχει το εγώ από μόνο του αλλά εντάσσεται σε ένα «όλο» που δεν συνιστά  υποκείμενο. 

[5] Εννοεί τον Νικολά Σαρκοζί, όταν αυτός ήταν υπουργός Εσωτερικών (2002-2004)

[6] Frantz Fanon (1925-1961): Ψυχίατρος, συγγραφέας, φιλόσοφος από τη Μαρτινίκα, εργάστηκε πολλά χρόνια στην Αλγερία. Διεισδυτικός διανοητής των φυλετικών μηχανισμών επηρέασε τις μετααποικιοκρατικές μελέτες. Πιο διάσημο βιβλίο του «Της γης οι κολασμένοι».

[7] «Η μεταφυσική πάντα απέδιδε μεγαλύτερη αξία στον προφορικό λόγο αντί στον γραπτό με το επιχείρημα ότι στην προφορική επικοινωνία δεν μεσολαβεί καμιά απόσταση μεταξύ ομιλητή, ακροατή και ομιλητικού ενεργήματος.[…] ομιλητής, ακροατής και προφορική εκφορά του λόγου συν-παρίστανται. […] Η δυνατότητα μιας “πλήρους“ επικοινωνίας και κατανόησης αντιστοιχεί, τελικά, σ’ ένα νόημα τέλεια παρόν στον εαυτό του και συνιστά, ως “ιδεώδες”, θεμέλιο της δυτικής σκέψης και του δυτικού πολιτισμού, ανεξάρτητα από την επίτευξη της “πληρότητας” και της “τελειότητας” της επικοινωνίας στην πράξη. Η αυτονόητη εκ μέρους μας αποδοχή και πίστη ενός τέτοιου “ιδεώδους”, είτε στον καθημερινό, είτε στο δυτικό μας λόγο (φιλοσοφία) συνιστά ό,τι ο Ντεριντά αποκαλεί λογοκεντρισμό».(Σημειώσεις μεταπτυχιακού μαθήματος Φιλοσοφία και Επιστήμες στον 20ο αιώνα. Ντεριντά, [σελ. 11]. Διδάσκων: Αριστείδης Μπαλτάς).

[8] Στα ιταλικά  situarsi: το να βρίσκεσαι «εν τόπω». Αποδόθηκε περιφραστικά προκειμένου να τονιστεί η αντίθεση της «ιδιαίτερης θέσης» της Σπίβακ με τη καθολίκευση/γενίκευση.

 

Μετάφραση: Σοφία Ξυγκάκη

Πηγή: meltemi editore 

 

 

 

Share

Η φωτογραφία μιας νεαρής μουσουλμάνας χωρίς μαντήλα αναστατώνει τον αραβικό κόσμο και το Facebook

της Δήμητρας Δρακάκη

Είμαι μέλος της ”Εξέγερσης των Γυναικών στον Αραβικό Κόσμο” γιατί, για 20 χρόνια, δεν μου επιτρεπόταν να αισθάνομαι τον άνεμο στα μαλλιά και  στο σώμα μου “. Μια φωτογραφία με ένα 21χρονο κορίτσι από τη Σαουδική Αραβία που αποκαλύπτει το πρόσωπό της χωρίς μαντίλα έχει κινήσει το ενδιαφέρον στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καθώς και η αντίδραση του Facebook να διαγράψει τη φωτογραφία από το γνωστό ιστοχώρο.

Ανάμεσα στα δεκάδες γκρουπ που ξεπηδούν στο Facebook και σε άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με την εξέγερση των Σύριων, μία σελίδα για την υπεράσπιση των γυναικείων δικαιωμάτων έχει ξαφνικά τραβήξει την προσοχή.  Μία μουσουλμάνα δημοσίευσε στο γκρουπ  “Η Εξέγερση των Γυναικών του Αραβικού Κόσμου” μια φωτογραφία της χωρίς να φοράει μαντίλα και κρατώντας στα χέρια της το διαβατήριό της όπου απεικονίζεται η ίδια με μαντίλα. Η απεικονιζόμενη Dana Bakdounis, 21 ετών, μεγάλωσε στη συντηρητική Σαουδική Αραβία και αποφάσισε να σταματήσει να φοράει τη μαντίλα τον Αύγουστο του 2011 αντιδρώντας στην καταπίεση που δέχονται οι γυναίκες στη χώρα της.

“Η μαντίλα δε μου ταίριαζε, αλλά έπρεπε να τη φοράω εξαιτίας της οικογένειας μου και της κοινωνίας. Δεν καταλάβαινα για ποιο λόγο τα μαλλιά μου ήταν καλυμμένα . Ήθελα να νιώθω την ομορφιά του κόσμου.. Ήθελα να νιώθω τον ήλιο και τον αέρα” δηλώνει η ίδια.

Με ακάλυπτα τα μαλλιά της κοιτώντας απευθείας μέσα στο φακό, επιδεικνύει τη φωτογραφία του διαβατηρίου της συνοδευόμενο με ένα σημείωμα που γράφει: “το πρώτο πράγμα που ένιωσα όταν έβγαλα τη μαντίλα” και “είμαι μέλος της ”Εξέγερσης των Γυναικών στον Αραβικό Κόσμο” γιατί, για 20 χρόνια, δεν μου επιτρεπόταν να αισθάνομαι τον άνεμο στα μαλλιά και  στο σώμα μου ” .

Η φωτογραφία από την αρχή της δημοσίευσή της είχε μεγάλη απήχηση στο γκρουπ, καθώς πάνω από 1.600 χρήστες δήλωσαν ότι τους αρέσει, 600 διαμοίρασαν τη φωτογραφία και πάνω από 250 τη σχολίασαν. Η Ντάνα δέχτηκε μεγάλη υποστήριξη τόσο από φίλους της όσο και από άγνωστους χρήστες. Δέχτηκε μηνύματα υποστήριξης και πολλά αιτήματα φιλίας. Όμως η μητέρα της, με την οποία έχει απομακρυνθεί από τότε που αποφάσισε να βγάλει τη μαντίλα, δέχτηκε απειλητικό μήνυμα για τη ζωή της κόρης της.

“Όλα έχουν αλλάξει από τότε που αποφάσισα να βγάλω τη μαντίλα” δηλώνει η ίδια.

“Ήμουν πολύ χαρούμενη όταν έλαβα τόσα μηνύματα από κορίτσια που φορούν μαντίλα. Έδειξαν την υποστήριξή τους, λέγοντας ότι« σεβόμαστε αυτό που έκανες, είσαι γενναία, θέλουμε να κάνουμε το ίδιο, αλλά δεν έχουμε το θάρρος». Επίσης έλαβα μηνύματα και από ηλικιωμένες γυναίκες.”

Βέβαια δεν έχουν όλοι την ίδια άποψη. Μια γυναίκα σχολίασε τη φωτογραφία λέγοντας πως η αντίθεση προς τη μαντίλα είναι άστοχη. “Ο αγώνας μας πρέπει να είναι η ισότητα στην κοινωνία … Για αυτό θα πρέπει να αγωνιζόμαστε. Όταν μια γυναίκα απορρίπτεται από μια δουλειά επειδή φοράει μαντίλα. Να είστε υπερήφανες γι΄ αυτό, είναι ευλογία! ”

Το γεγονός πήρε ακόμα μεγαλύτερη έκταση εξαιτίας τη απόφασης του Facebook να διαγράψει την εικόνα. Οι διαχειριστές της σελίδας ισχυρίζονται ότι η φωτογραφία κατέβηκε στις 25 Οκτωβρίου, 4 μέρες μετά την αρχική δημοσίευσή της και ότι το facebook μπλόκαρε το λογαριασμό της Ντάνα και τους λογαριασμούς των ίδιων για μερικές ημέρες.

Επίσης υποστηρίζουν ότι αντίγραφα της φωτογραφίας που αναδημοσιεύτηκαν από άλλους χρήστες αλλά και από την ίδια τη σελίδα επίσης διαγράφηκαν και ολόκληρη η σελίδα “Εξέγερση των Γυναικών στον Αραβικό Κόσμο” ήταν εκτός λειτουργίας από τις 29 Οκτωβρίου έως τις 5 Νοεμβρίου.

To Facebook ανέφερε ότι διέγραψε τη φωτογραφία κατά λάθος και δημοσίευσε μια δήλωση στην ιστοσελίδα κοινωνικών ειδήσεων Reddit για το εν λόγω περιστατικό.

“Κάναμε ένα λάθος. Μπλοκάραμε κατά λάθος εικόνες από τη σελίδα “εξέγερση των γυναικών στον αραβικό κόσμο”, και δουλέψαμε για να διορθώσουμε το λάθος μόλις ειδοποιηθήκαμε. Λυπόμαστε για την αφαίρεση του περιεχομένου αυτού, και έχουμε ήδη λάβει μέτρα για να αποτρέψουμε παρόμοια περιστατικά στο μέλλον. 
Για να είμαστε σαφείς, οι φωτογραφίες της γυναίκας δεν παραβιάζουν τους όρους λειτουργίας μας. Αντίθετα, έγινε λάθος από τους διαχειριστές του Facebook στη διαδικασία  ανταπόκρισης σε μια αναφορά σχετικά με αμφιλεγόμενο περιεχόμενο.”

Πρόσθεσε επίσης ότι “αυτό που έκανε την κατάσταση χειρότερη είναι ότι κάναμε πολλά λάθη επί σειρά ημερών, και χρειάστηκε χρόνος για να διορθώσουμε κάθε ένα από αυτά τα λάθη. ”

Το γκρουπ “Εξέγερση των Γυναικών στον Αραβικό Κόσμο” δημιουργήθηκε τον Οκτώβριο του 2011 και μέσα σε ένα χρόνο είχε 35.000 υποστηρικτές.  Ο αριθμός διπλασιάστηκε μετά την έκταση που πήρε το θέμα της εν λόγω φωτογραφίας με αποτέλεσμα σήμερα να ξεπερνάει τα 70.000 μέλη.

Η Ντάνα δηλώνει ότι θέλει να δει μια νέα Συρία! Είναι μια από τις γυναίκες που τολμούν να υψώσουν το ανάστημά τους παρά την αναταραχή που επικρατεί. Δηλώνει:  “Θέλω μια Συρία με πλήρη δικαιώματα, με ισότητα μεταξύ των ανδρών και των γυναικών. Θέλω δικαιοσύνη, επειδή έχω ήδη την ελευθερία μου, και δεν φοβάμαι τίποτα τώρα. Τώρα μπορώ να κάνω ό, τι νομίζω ότι είναι σωστό.”

Πηγή: theinsider

Share