Subscribe via RSS Feed

Tag: "νεοφιλελευθερισμός"

«Η Κλίντον ενσαρκώνει ένα νεοφιλελεύθερο είδος φεμινισμού που ωφελεί κυρίως τις προνομιούχες γυναίκες»

Martha-Rosler-Photo-Op

Martha Rosler ‘Photo Op’ από τη σειρά ‘Bringing the War Home: House Beautiful’, 2004

του Álvaro Guzmán Bastida

Η Nancy Fraser (Βαλτιμόρη, 1947) υπήρξε στην πρώτη γραμμή των φεμινιστικών αγώνων και της κριτικής θεωρίας από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Η κριτική αυτού που αποκαλεί «νεοφιλελεύθερο φεμινισμό» και οι θεωρίες της σχετικά με την αναγνώριση και την αναδιανομή ως προϋπόθεση για την κατανόηση των κοινωνικών ανισοτήτων έχουν ασκήσει τεράστια επίδραση. Τη συναντήσαμε στο γραφείο της στο τμήμα Φιλοσοφίας της Νέας Σχολής Κοινωνικών Ερευνών στο Μανχάταν, για να συζητήσουμε για την επικράτηση των πολιτικών ταυτότητας στην εποχή μας, τη σημασία του Μπέρνι Σάντερς, του Ντόναλντ Τραμπ και της Χίλαρι Κλίντον, και για ποιο λόγο ένιωσε υποχρεωμένη να εισαγάγει μια τρίτη έννοια – αυτή της «εκπροσώπησης» – στο τελευταίο της βιβλίο (Περιουσίες του φεμινισμού), προκειμένου να εξηγήσει τι είναι αυτό που ταλανίζει τη σύγχρονη κοινωνία, αλλά και πού θα πρέπει να επικεντρωθούν οι αγώνες για να το διορθώσουμε.

Πριν από δεκαπέντε χρόνια γράψατε για έναν όρο που δανειστήκατε από τον Χέγκελ, την «αναγνώριση», λέγοντας ότι ήταν η λέξη-κλειδί εκείνης της περιόδου που ετίθεντο τα ζητήματα της διαφοράς και της ταυτότητας. Πώς τον κατανοούσε ο Χέγκελ και γιατί είναι σημαντικός;

Στον Χέγκελ έχουμε ουσιαστικά δύο δρώντες που συναντιούνται ο ένας με τον άλλο και ο καθένας είναι υποκείμενο, αλλά για να είναι πλήρες υποκείμενο, πρέπει ο καθένας να αναγνωρίζεται από τον άλλο. Καθένας επιβεβαιώνει τον άλλο ως υποκείμενο καθαυτό, που είναι ταυτόχρονα ίσο και διαφορετικό από μένα. Αν και οι δύο άνθρωποι μπορούν να το επιβεβαιώνουν, τότε έχουμε μια αμοιβαία ισότιμη, συμμετρική διαδικασία αναγνώρισης. Αλλά, ως γνωστόν, στη διαλεκτική κυρίου και δούλου αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο με εξαιρετικά ασύμμετρους, άνισους όρους, τους όρους της κυριαρχίας ή υποταγής. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε μη αμοιβαία αναγνώριση.

Γιατί είναι τόσο στη μόδα από τις αρχές της δεκαετίας του 2000;

Έχει σχέση με αυτό που τότε αποκαλούσα μετα-σοσιαλιστική κατάσταση. Αυτή ήταν μια στιγμή στην ιστορία των μεταπολεμικών κοινωνιών, κατά την οποία η προβληματική της διανεμητικής δικαιοσύνης είχε χάσει την ηγεμονική της ικανότητα να οργανώνει τις συντριπτικά μεγαλύτερες πλειοψηφικές μερίδες των κοινωνικών αγώνων και συγκρούσεων. Μέχρι αυτό το σημείο, στη μεταπολεμική περίοδο, αυτό το αναδιανεμητικό παράδειγμα ήταν ηγεμονικό, και σχεδόν όλη η κοινωνική συζήτηση και διαμάχη είχε οργανωθεί με αυτούς τους όρους. Αυτό σήμαινε ότι πολλά ζητήματα ήταν δύσκολο να εισακουστούν. Πολλοί ισχυρισμοί μπήκαν στο περιθώριο επειδή δεν ταίριαζαν με τη διανεμητική γραμματική. Βασικά, αυτό που τώρα μπορούμε να δούμε εκ των υστέρων είναι ότι η άνοδος της πολιτικής της αναγνώρισης συμπίπτει με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός εκτοπίζει στην πράξη το σοσιαλδημοκρατικό φαντασιακό και επιτίθεται στην εξισωτική διανεμητική δικαιοσύνη, ώστε ολόκληρο το σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο, αν δεν καταρρέει πλήρως, τουλάχιστον ξεφτίζει, παραπαίει, χάνει την ικανότητά του να οργανώνει τον πολιτικό χώρο και συζήτηση, με αποτέλεσμα να δημιουργείται χώρος για διάφορες διεκδικήσεις και αγώνες αναγνώρισης.

Μας δίνετε μερικά παραδείγματα;

Μετά το 1989, μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού και ολόκληρου του σοβιετικού μπλοκ, τι έχουμε; Πολύ σύντομα, την άνοδο του θρησκευτικού ανταγωνισμού, του εθνικού ανταγωνισμού – τώρα πια βρισκόμαστε στο πεδίο της αναγνώρισης, παλιότερα αυτές οι διεκδικήσεις αποκλείονταν. Υπήρξε λοιπόν μια κομμουνιστική εκδοχή της διανεμητικής συζήτησης, η οποία έχει πλέον καταστραφεί. Στη Δύση είναι η απώλεια της σοσιαλδημοκρατικής ηγεμονίας, κάτι που δεν σχετίζεται μόνο με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και με αυτό που συνέβη στα νέα κοινωνικά κινήματα που είχαν ξεπηδήσει τη δεκαετία του 1960. Η Νέα Αριστερά είχε μια ριζοσπαστική, θα μπορούσε μάλιστα να πει κάποιος και αντικαπιταλιστική ηθική, γι’ αυτό επικεντρώθηκε και στην αναδιανομή και την αναγνώριση, θα έλεγα με πολύ ριζοσπαστικούς τρόπους. Αλλά καθώς περνούσαν οι δεκαετίες και το είδος του ριζοσπαστικού αντικαπιταλιστικού πνεύματος της Νέας Αριστεράς άρχισε να ξεθωριάζει, αυτό που έμεινε, τα διάδοχα κινήματα – ένα νέο είδος φεμινισμού, ένα νέο είδος αντιρατσισμού, η πολιτική της σεξουαλικότητας των ΛΟΑΤ κινημάτων – έτειναν  να αγνοούν την οπτική της πολιτικής οικονομίας και να επικεντρώνονται σε ζητήματα τα οποία θα ανέλυα με όρους στάτους ή αναγνώρισης.

Συνδέετε αυτά τα ζητήματα με τις πολιτικές ταυτότητας. Σε ποιο βαθμό είναι υποτιμητικός ο όρος;

Μέρος αυτού που επιχείρησα να κάνω μέσω της ανάλυσής μου ήταν να διαχωρίσω μια πολύ εύκολη ταύτιση μεταξύ πολιτικών ταυτότητας και πολιτικών αναγνώρισης. Έχω προσπαθήσει να πω ότι οι πολιτικές αναγνώρισης αποτελούν μια απολύτως θεμιτή διάσταση της δικαιοσύνης και ότι οι διεκδικήσεις για την υπέρβαση αυτών των αδικιών είναι σημαντικές. Δεν μπορούν απλώς να αναχθούν σε διεκδικήσεις αναδιανομής όπως θα ήθελε ο χυδαίος μαρξισμός. Ήθελα να υπερασπιστώ τη σημασία, τη νομιμότητα, τη σχετική αυτονομία των διεκδικήσεων αναγνώρισης. Όμως, θέλω να δηλώσω ότι υπάρχουν περισσότεροι από ένας τρόποι για να τις κατανοήσουμε – δεν χρειάζεται να είναι μέσω των πολιτικών ταυτότητας. Στην πραγματικότητα, συχνά οι διεκδικήσεις αναγνώρισης παίρνουν τη μορφή των πολιτικών ταυτότητας. Αυτό είναι ατυχές, κατά την άποψή μου. Δημιουργεί ένα σωρό προβλήματα  και συνήθως είναι καλύτερα να αναζητούμε μια μη-ταυτοτική κατανόηση του τι σημαίνει να αγωνιζόμαστε για αναγνώριση.

Τι θα έπρεπε να σημαίνει;

Αυτό για το οποίο θα έπρεπε να αγωνίζεται ένα κίνημα όπως ο φεμινισμός, δεν είναι η ιδέα ότι υπάρχει κάποια ξεχωριστή ταυτότητα ή ηθική της θηλυκότητας που χρειάζεται θετική αναγνώριση, έτσι ώστε να είναι ίση με την αρρενωπότητα. Όχι, θα έλεγα ότι οι πολιτικές αναγνώρισης σε ένα φεμινιστικό κίνημα θα έπρεπε να είναι ένας αγώνας ενάντια στις μορφές άνισου στάτους που συνδέονται με όρους φύλου. Και αυτό αφήνει αρκετά ανοικτό το εάν θα πρέπει να επανεκτιμηθεί «το θηλυκό» ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Γι’ αυτό προσπαθώ να διαχωρίσω τις πολιτικές αναγνώρισης από τις πολιτικές ταυτότητας.

Κοιτάζοντας πίσω, έχω την αίσθηση ότι – διορθώστε με αν πρόκειται για λανθασμένη ανάλυση – έχει υπάρξει μεγάλη πρόοδος σε θέματα αναγνώρισης στις ΗΠΑ, ισότητας στο γάμο και ούτω καθεξής, ακόμη και σε θέματα ορατότητας, για παράδειγμα έχοντας έναν μαύρο πρόεδρο. Υπήρξε πάρα πολύ αναγνώριση και πολύ λίγη έμφαση στην αναδιανομή; Ζούμε σε πολύ άνισες εποχές και αυτό δεν φαίνεται να βελτιώνεται.

Δεν είναι ζήτημα πάρα πολύ ή πολύ λίγο, αλλά το γεγονός ότι δεν έχει υπάρξει ισορροπία. Υπήρξε μια ανισορροπία και μια μονομέρεια. Για παράδειγμα, το gay κίνημα, το ΛΟΑΤ κίνημα, επικεντρώνεται στην ισότητα στο γάμο και την πρόσβαση στη στρατιωτική θητεία. Τώρα, αυτά δεν θα αποτελούσαν την πρώτη μου επιλογή για να αγωνιστώ. Ωστόσο, και τα δύο, κατά έναν ενδιαφέροντα τρόπο, έχουν ένα διανεμητικό στοιχείο. Ο στρατός είναι μία από τις λίγες οδούς για πληρωμένη πανεπιστημιακή εκπαίδευση στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, οπότε υπάρχουν οικονομικά οφέλη σε αυτό. Και το δικαίωμα στο γάμο εμπεριέχει τόσο οικονομικά και κοινωνικά, όσο και συμβολικά οφέλη, όπως αυτό της αναγνώρισης.

Ποιες εναλλακτικές οδούς θα προτιμούσατε;

Λοιπόν, εγώ θα προτιμούσα έναν αγώνα ώστε κάποιες βασικές κοινωνικές παροχές να γίνουν απλώς τα κοινωνικά δικαιώματα όλων των ατόμων, ανεξάρτητα από την οικογενειακή τους κατάσταση, θα προτιμούσα μια κοινωνία που δεν δίνει έμφαση στο ποιος είναι παντρεμένος και ποιος δεν είναι. Αντί να λέμε, «θέλουμε κι εμείς να παντρευτούμε!» γιατί να μην πούμε «θέλω να έχω παροχές υγείας, φορολογικές και όλες τις απαραίτητες παροχές απλώς επειδή είμαι άτομο, πολίτης, κάτοικος που ζει στη χώρα»;

Επειδή θέματα όπως ο γάμος έχουν αναδιανεμητική διάσταση, αλλά δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο στάτους. Αυτός είναι ο λόγος;

Ναι, και η ιστορία με την ισότητα στο γάμο εισάγει τις δικές της επαχθείς συγκρίσεις στάτους, ανάμεσα σε εκείνους που είναι παντρεμένοι και σε εκείνους που δεν είναι και ούτω καθεξής. Δεν χρειάζεται να το ενισχύσουμε αυτό.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 γράφατε σχετικά με το πρόβλημα της «μετατόπισης», διαδικασία κατά την οποία «ζητήματα αναγνώρισης χρησιμοποιούνταν ώστε να περιθωριοποιηθούν και να αποκλειστούν  οι αναδιανεμητικές διεκδικήσεις». Πάλι, έχουν περάσει σχεδόν δύο δεκαετίες από τότε– Ποιος είναι ο απολογισμός σας γι’ αυτή την περίοδο;

Το τοπίο των κοινωνικών συγκρούσεων και διεκδικήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες, τουλάχιστον, είναι πολύ διαφορετικό από όταν έγραφα. Η πιο δραματική απεικόνιση είναι η τρέχουσα προκριματική αναμέτρηση για τις προεδρικές εκλογές, όπου από τη μία πλευρά έχουμε τον Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι ένας «δημοκρατικός  σοσιαλιστής» και ουσιαστικά προτάσσει μια ισχυρή ταξική γραμμή, επικεντρωμένη κυρίως στην αναδιανομή. Υποστηρίζει, παράλληλα τους αξιόλογους προοδευτικούς αγώνες αναγνώρισης, αλλά το πραγματικό κέντρο βάρους είναι το ζήτημα της τάξης των δισεκατομμυριούχων, το ένα τοις εκατό και ούτω καθεξής.

Σας προκαλεί έκπληξη που μπόρεσε να προχωρήσει τόσο πολύ στον προκριματικό κύκλο, δίνοντας έμφαση στο ταξική διάσταση;

Ναι! Είναι απίστευτα αναπάντεχο. Είμαι πολύ χαρούμενη γι ‘αυτό, ποτέ δεν θα το είχα προβλέψει και μου δείχνει, πρώτα απ’ όλα, πόσο έχουμε προχωρήσει από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Το γεγονός ότι μπορείς να χρησιμοποιήσεις τον όρο σοσιαλισμός χωρίς να κουβαλάει αυτό το φορτίο ή να εμπνέει το ίδιο είδος «κόκκινου πανικού» και τρέλας, είναι ενδιαφέρον. Από την άλλη, στην πλευρά του Ντόναλντ Τραμπ, εκεί υπάρχει σίγουρα ένα συγκεκριμένο είδος δεξιού αυταρχικού εθνικιστικού λαϊκισμού, ο οποίος κατά κάποιον τρόπο αναφέρεται στην ταξική προβληματική, αλλά τη  χρωματίζει με έναν ελιτίστικο, σχεδόν ρατσιστικό και σίγουρα εθνικιστικό τρόπο. Έτσι αυτές οι δύο φιγούρες, ενώ διαφέρουν πολύ έντονα όσον αφορά τις πολιτικές αναγνώρισης –καθώς επίσης και στις προγραμματικές τους θέσεις– από την άλλη, και οι δύο εκφράζουν αυτή τη νέα δυναμική που έχει αποκτήσει  το ζήτημα της διανομής. Αυτό είναι κάτι καινούριο, όταν έγραφα στα μέσα της δεκαετίας του 1990 γι ‘αυτό, το θέμα της διανομής ήταν στο περιθώριο και τα πάντα ήταν η αναγνώριση, η αναγνώριση, η αναγνώριση. Δεν ισχύει αυτό πια. Η αναγνώριση δεν εξαφανίζεται και δεν πρέπει να εξαφανιστεί, αλλά νομίζω ότι αναγνώριση και διανομή βρίσκονται πλέον σε μια διαφορετική ισορροπία.

Μιας και αναφέρατε τις εκλογές –Τι γνώμη έχετε για την άλλη υποψήφια στη δημοκρατική πλευρά, την Χίλαρι Κλίντον; Πολλές δευτεροκυματικές φεμινίστριες, όπως η Γκλόρια Στέινεμ, διατείνονται ότι οι γυναίκες θα πρέπει να την υποστηρίξουν γιατί και η ίδια είναι γυναίκα και είναι η φεμινίστρια υποψήφια. Είναι πράγματι;

Μάλλον θα διαφωνήσω. Αλλά συμβαίνει κάτι πολύ ενδιαφέρον. Η Κλίντον είναι γνωστή ως φεμινίστρια εδώ και δεκαετίες, ξεκίνησε την καριέρα της υπερασπιζόμενη παιδιά και γυναίκες, είναι διάσημη για την ομιλία της στα Ηνωμένα Έθνη για το ότι τα γυναικεία δικαιώματα είναι ανθρώπινα δικαιώματα, είναι με συνεπή τρόπο υπέρ της άμβλωσης και ούτω καθεξής. Έτσι, αν όλα αυτά ταιριάζουν με τις διεκδικήσεις αναγνώρισης, αυτή είναι εκεί, και μάλιστα με έναν πιο σαφή και εμφανή τρόπο από ότι ο Σάντερς. Αλλά, από την άλλη πλευρά, τι είδους φεμινισμός είναι αυτός; Η Κλίντον ενσωματώνει ένα συγκεκριμένο είδος νεοφιλελεύθερου φεμινισμού που εστιάζει στο σπάσιμο της γυάλινης οροφής με έξυπνο και ευέλικτο τρόπο, σύμφωνα και με την ιδέα του “lean in” της Σέρυλ Σάντμπεργκ. Αυτή η λογική εστιάζει στην άρση των εμποδίων που αποτρέπουν τις μάλλον προνομιούχες, υψηλού μορφωτικού επιπέδου γυναίκες, με ήδη υψηλό ποσοστό πολιτιστικού και άλλων μορφών κεφαλαίου, να ανέλθουν στις ιεραρχίες της κυβέρνησης και των επιχειρήσεων.

Αυτός είναι ένας φεμινισμός, του οποίου οι κύριες δικαιούχοι είναι μάλλον προνομιούχες γυναίκες, των οποίων η ικανότητα να ανέλθουν βασίζεται κατά μία έννοια στην τεράστια δεξαμενή πολύ χαμηλά αμειβόμενης και επισφαλούς εργασίας φροντίδας, εργασία η οποία είναι συχνά φυλετικοποιημένη και κατά κύριο λόγο γυναικεία.

Και την ίδια στιγμή η Χίλαρι Κλίντον, όπως και ο σύζυγός της, εμπλέκεται με την Wall Street, με την οικονομική απορρύθμιση, και με όλη αυτή την νεοφιλελευθεριοποίηση της οικονομίας. Έτσι, το είδος του φεμινισμού που αντιπροσωπεύει ο Σάντερς έχει καλύτερη πιθανότητα να είναι ο φεμινισμός για όλες τις γυναίκες, για τις φτωχές γυναίκες, για τις μαύρες γυναίκες, για τις γυναίκες της εργατικής τάξης και ούτω καθεξής, και να είναι πιο κοντά στο δικό μου είδος φεμινισμού.

Παρουσιάζεται έναν τρίτο όρο στο βιβλίο σας, όπου δεν μιλάτε μόνο για την αναγνώριση και την αναδιανομή, αλλά προσφέρετε και την εκπροσώπηση. Γιατί αισθάνεστε την ανάγκη να το κάνετε αυτό;

Επειδή θεματοποιεί την ιδέα με σαφή τρόπο ότι εκτός από τα ζητήματα της οικονομικής διανομής από τη μία πλευρά και τα ζητήματα στάτους και αναγνώρισης, από την άλλη, υπάρχουν ένα σωρό άλλα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ίδια την πολιτική ως μια θεμελιώδη διάσταση της κοινωνίας. Και πιστεύω ότι στην εποχή μας, το όλο ζήτημα του ποιος έχει πολιτική ισχύ, σε έναν κόσμο προσφύγων, αιτούντων άσυλο, ανθρώπων χωρίς χαρτιά, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Δεν αφορά ειδικά στην αναγνώριση ή την αναδιανομή, παρόλο που διασταυρώνεται σίγουρα με αυτές τις θεματικές. Αφορά και τη δυνατότητα να έχει κανείς πολιτική φωνή.

Σε ποιο βαθμό αυτά τα ζητήμα υπερβαίνουν τα σύνορα;

Όταν σκέφτομαι την πολιτική φωνή και ποιος την έχει και ποιος δεν την έχει, νομίζω ότι κάποιος πρέπει να σκεφτεί όχι μόνο την περιορισμένη πολιτική κοινότητα ενός συγκεκριμένου έθνους-κράτους, όπως οι ΗΠΑ ή οποιοδήποτε άλλο, αλλά και σε ευρύτερο διεθνές, διακρατικό, παγκόσμιο πλαίσιο. Υπάρχει επίσης το ζήτημα ενός κόσμου στον οποίο τα κράτη έχουν πολύ άνιση εξουσία. Έτσι, ας υποθέσουμε ότι είστε πολίτης, ας πούμε, της Σομαλίας, και έχετε, αν όχι ένα αποτυχημένο κράτος, ένα πολύ αδύναμο κράτος, υπό τον σχεδόν πλήρη έλεγχο μεγάλων παγκόσμιων δυνάμεων ή παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως το ΔΝΤ και ούτω καθεξής – υπάρχουν μεγάλα ζητήματα σχετικά με την πολιτική φωνή που έχουν να κάνουν με αυτό το ευρύτερο επίπεδο· όχι μόνο εντός ενός  κράτος, αλλά στο παγκόσμιο σύστημα ως τέτοιο. Και νομίζω ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε αυτά τα ζητήματα είναι μέσα από την έννοια της εκπροσώπησης. Έτσι, η ιδέα τώρα θα ήταν να σκεφτούμε για τρεις διαστάσεις της δικαιοσύνης – τρεις διαφορετικές μορφές αδικίας, αν θέλετε, την άνιση διανομή, την μη-αναγνώριση και τη στρεβλή ή μη-εκπροσώπηση, ή αλλιώς, τη λανθασμένη πλαισίωση των ζητημάτων της πολιτικής.

Οπότε πως το θα εξηγούσατε αυτό με όρους κοινωνικών κινημάτων ή πολιτικής; Σκέφτομαι την Ευρώπη, για παράδειγμα – Υπάρχει μια συζήτηση σχετικά με το πώς αρθρώνονται οι πολιτικές υποκειμενικότητες, για το αν αυτό μπορεί να συμβεί χωρίς οι πολιτικές ταυτότητας να μπουν σε αναμονή ούτε και να πάρουν τον έλεγχο. Επειδή εισάγετε την έννοια της αναπαράστασης ή της διεθνικότητας, μπορεί κανείς να χτίσει μια συλλογική δύναμη σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο χωρίς να δώσει έμφαση στην ταυτότητα, αλλά δίνοντας έμφαση, για παράδειγμα, στην εκπροσώπηση; Πώς προτείνετε ότι θα μπορούσε να συμβεί;

Λοιπόν νομίζω, για παράδειγμα, ότι η όλη δομή και το πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι εν μέρει ζήτημα εκπροσώπησης. Απλώς και μόνο δυνάμει του γεγονότος ότι τώρα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, στο πλαίσιο της λεγόμενης Τρόικας, έχουν τεράστια εξουσία, τόσο μεγάλη, που είναι σε θέση, μέσω της επιβολής της λιτότητας και ούτω καθεξής, να ακυρώνουν τις εκλογές. Μπορούν να πουν στους Έλληνες, «Δεν με νοιάζει ποιον ψηφίσατε! Δεν μπορείτε να εφαρμόσετε αυτές τις πολιτικές!». Άρα, τα βασικά ζητήματα σχετικά με το που βρίσκεται η πολιτική εξουσία και η πολιτική φωνή, εντοπίζονται στη δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη σχέση της με την παγκόσμια οικονομική τάξη. Αυτά τα θέματα είναι πάνω και πέρα από τα προβλήματα ή ας πούμε ότι εναλλάσσονται με τα προβλήματα της αναγνώρισης και της διανομής. Επειδή υπάρχουν θέματα που έχουν να κάνουν με την αναγνώριση στην Ευρώπη, όταν οι πλουσιότερες χώρες του Βορρά κοιτάνε περιφρονητικά τα PIGS – τις χώρες του Νότου, επειδή τάχα είναι τεμπέληδες και φοροδιαφεύγουν, κ.λπ. Πρόκειται για μια παλιά γνωστή ιστορία αναγνώρισης. Αλλά το σημείο που την καθιστά πραγματικά θανάσιμη είναι το σημείο όπου διασταυρώνεται με το δομικό πρόβλημα της ΕΕ, έτσι ώστε – και φυσικά αυτό έχει να κάνει με τη δημιουργία του ίδιου του Ευρώ – βλέπουμε ότι μπορούν να επιβάλλονται μέτρα λιτότητας ενάντια στη δημοκρατική έκφραση.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο CTXT

Μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

 

Διαβάστε ακόμα

Ο φεμινισμός που το να είσαι “έξυπνη και ευέλικτη” σημαίνει να πατάς πάνω στις άλλες

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

 

Share

Ο νεοφιλελευθερισμός έχει κυριαρχήσει στο λεξιλόγιό μας

Lowrys-Going-to-Work-1-008

της Ντορίν Μάσεΰ

Σε μια πρόσφατη έκθεση, είχα μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με μια από τις νεότερες εργαζόμενες στην γκαλερί. Καθώς γύρισε την πλάτη της είδα ότι στο πίσω μέρος του t-shirt έγραφε: «Εξυπηρέτηση πελατών». Έμεινα έκπληκτη. Ολόκληρη η συζήτηση φάνηκε να καταρρέει, η εμπειρία μου από αυτή υποβιβάστηκε σε ένα είδος εμπορικής συναλλαγής. Η σχέση μου με την γκαλερί και με αυτό το ελκυστικό άτομο μετατράπηκε σε μια εργαλειακή, αγοραία ανταλλαγή.

Το μήνυμα που υπογραμμίζει αυτή η χρήση του όρου «πελάτης» για τόσα πολλά διαφορετικά είδη ανθρώπινης δραστηριότητας είναι ότι σε σχεδόν όλες τις καθημερινές μας δραστηριότητες ενεργούμε ως καταναλωτές σε μια αγορά –και αυτή η αλήθεια δεν έχει προκύψει τυχαία, αλλά μέσω στρατηγικών των μάνατζερ  και τη ριζική αλλαγή της ονομασίας των θεσμικών πρακτικών.

Η υποχρεωτική άσκηση της «ελεύθερης επιλογής» -ενός προϊόντος, ενός νοσοκομείου, των σχολείων για τα παιδιά κάποιου– γίνεται τότε, ταυτόχρονα, ένα μάθημα για τις κοινωνικές ταυτότητες, επιβεβαιώνοντας κάθε φορά την ταυτότητά μας ως καταναλωτές.

Αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο του τρόπου με τον οποίο ο νεοφιλελευθερισμός έχει γίνει μέρος της κοινής λογικής κατανόησης της ζωής. Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούμε για να μιλήσουμε για την οικονομία είναι στην πραγματικότητα μια πολιτική κατασκευή, όπως έχουν υποστηρίξει ο Stuart Hall, ο Michael Rustin και εγώ στο Soundings manifesto.

Μια άλλη λέξη που ενισχύει τη νεοφιλελεύθερη κοινή λογική είναι η «ανάπτυξη», που επί του παρόντος θεωρείται ο συνολικός σκοπός της οικονομίας μας. Η παραγωγή ανάπτυξης και στη συνέχεια (ίσως) αναδιανομής μέρους αυτής, υπήρξε κοινός στόχος τόσο του νεοφιλελευθερισμού, όσο και της σοσιαλδημοκρατίας. Με μια πιο ωμή διατύπωση, αυτό συνεπάγεται τη δημιουργία συνθηκών ώστε η αγορά να παράγει ανάπτυξη, την αποδοχή ότι  αυτό θα οδηγήσει στην ανισότητα, και, στη συνέχεια, ότι η αναδιανομή ενός μέρους αυτής της ανάπτυξης θα συμβάλει στην αποκατάσταση της ανισότητας που έχει προκύψει από την παραγωγή της.

Ασφαλώς, αυτό δεν έχει σχέση με την αμφισβήτηση των μηχανισμών παραγωγής ανισότητας της ίδιας της αγοράς συναλλάγματος, και επίσης σημαίνει ότι οι κύριες γραμμές πάλης έχουν πολύ συχνά επικεντρωθεί κυρίως στα θέματα αναδιανομής. Επιπλέον, σήμερα ζούμε με τα απομεινάρια από τα περιορισμένα αναδιανεμητικά οφέλη που δημιουργήθηκαν από την εργασία στο πλαίσιο της σοσιαλδημοκρατίας. Παρόλα αυτά, η ανάπτυξη εξακολουθεί να θεωρείται ως απάντηση για τη λύση των προβλημάτων μας.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο η τρέχουσα αντίληψή μας για τη δημιουργία πλούτου και η δέσμευσή μας στην ανάπτυξή του, πρέπει να τεθεί σε αμφισβήτηση, έχει να κάνει με την σχέση μας με τον πλανήτη. Η περιβαλλοντική καταστροφή που επέφερε η επιδίωξη ανάπτυξης απειλεί να προκαλέσει μια καταστροφή της οποίας βλέπουμε ήδη τα αποτελέσματα. Και η τρίτη –και ίσως πιο σημαντική– ατέλεια αυτής της προσέγγισης είναι ότι ο αυξανόμενος πλούτος, κυρίως όπως μετράται σήμερα σε σταθερούς νομισματικούς όρους, έχει ελάχιστες πραγματικές συνέπειες για τα αισθήματα των ανθρώπων γύρω από την ευημερία,  από τη στιγμή που υπάρχει μια επάρκεια κάλυψης των βασικών αναγκών, όπως συμβαίνει στη Βρετανία. Στη διαδικασία της επιδίωξης «ανάπτυξης» με αυτούς τους όρους, ως μέσο για την επίτευξη στόχων και επιθυμιών της ζωής των ανθρώπων, οι οικονομίες επιδιώκουν μια χίμαιρα.

Αντί για μια αδιάκοπη αναζήτηση της ανάπτυξης, γιατί να μην μπορούσαμε να θέσουμε στο τέλος το ερώτημα: «τι είναι μια οικονομία;», «τι θέλουμε να παρέχει;».

Οι τρέχουσες φαντασιώσεις μας, προσδίδουν στην αγορά και τις παρεμφερείς μορφές της ένα ειδικό βάρος. Σκεφτόμαστε την «οικονομία» υπό το πρίσμα των φυσικών δυνάμεων, ως κάτι εντός του οποίου έχουμε κατά καιρούς παρέμβει,  και όχι κάτι ως που αφορά μια ολόκληρη ποικιλία κοινωνικών σχέσεων που χρειάζονται κάποιο είδος συντονισμού. Με αυτόν τον τρόπο, η «εργασία», για παράδειγμα, είναι κατανοητή με ένα πολύ περιορισμένο και εργαλειακό τρόπο. Όταν μόνο οι χρηματικές συναλλαγές αναγνωρίζονται ότι ανήκουν στην «οικονομία», το μεγαλύτερο μέρος της απλήρωτης εργασίας –όπως συμβαίνει στις οικογένειες και σε διάφορες τοπικές πραγματικότητες– δεν υπολογίζεται και δεν έχει αξία. Πρέπει να αμφισβητήσουμε  τη γνωστή κατηγοριοποίηση της οικονομίας ως ένα χώρο στον οποίο οι άνθρωποι εισέρχονται, προκειμένου να αναλάβουν απρόθυμα την ανεπιθύμητη και δυσάρεστη «εργασία», ανταλλάσσοντάς την με υλικά αγαθά που μπορούν να χρησιμοποιήσουν για κατανάλωση.

Αυτή είναι μια άποψη που παρερμηνεύει το σημείο στο οποίο η ευχαρίστηση και η ικανοποίηση βρίσκονται στις ανθρώπινες ζωές. Η εργασία είναι συνήθως –και ασφαλώς πρέπει να είναι – μια κεντρική πηγή νοήματος και ικανοποίησης στην ανθρώπινη ύπαρξη. Και έχει –ή θα μπορούσε να έχει– ηθικές και δημιουργικές (ή αισθητικές) αξίες στον πυρήνα της. Μια επανεξέταση της εργασίας θα μπορούσε να μας οδηγήσει να αντιμετωπίσουμε πιο δημιουργικά, τόσο τις κοινωνικές σχέσεις εργασίας, όσο και τον καταμερισμό εργασίας εντός της κοινωνίας  (συμπεριλαμβανομένης της καλύτερης κατανομής της κουραστικής εργασίας, καθώς και των δεξιοτήτων).

Υπάρχουν ένα σωρό άλλα παραδείγματα που σπάνια εξετάζονται σε σχέση με το οικονομικό τους λεξιλόγιο, για παράδειγμα η συγκεντρωμένη δέσμη όρων γύρω από την επένδυση και τις δαπάνες –όροι που κουβαλούν μαζί τους έμμεση ηθική χροιά. Η επένδυση συνεπάγεται μια δράση, ακόμα και μια θυσία, που πραγματοποιείται για ένα καλύτερο μέλλον. Αυτό προκαλεί ένα μελλοντικό θετικό αποτέλεσμα. Από την άλλη πλευρά, η δαπάνη φαίνεται ως κάτι εξωγενές, ένα κόστος, ένα βάρος.

Πάνω απ’ όλα, θα πρέπει να επαναφέρουμε στο οικονομικό λεξιλόγιο την πολιτική διαμάχη και να αμφισβητήσουμε τον ίδιο τον τρόπο που σκεφτόμαστε την οικονομία. Για να φανταστούμε κάτι νέο, πόσο μάλλον να γεννηθεί κάτι νέο, η τρέχουσα οικονομική «κοινή λογική» μας χρειάζεται να τεθεί ριζικά υπό αμφισβήτηση.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Guardian και μπορείτε να το βρείτε εδώ

Πηγή: Red notebook

Μετάφραση: Αιμιλία Κουκούμα

 

Διαβάστε ακόμα

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

.

Share

Ο φεμινισμός που το να είσαι “έξυπνη και ευέλικτη” σημαίνει να πατάς πάνω στις άλλες

ρειζερ

των Γκάρυ Γκάτινγκ και Νάνσυ Φρέιζερ

Αυτή η συνέντευξη, η τελευταία σε μια σειρά για πολιτικά θέματα, συζητά φιλοσοφικά ζητήματα γύρω από το φεμινισμό. Συνομιλήτριά μου είναι η Νάνσυ Φρέιζερ, καθηγήτρια φιλοσοφίας και πολιτικής στο New School. Είναι συγγραφέας του βιβλίου “Fortunes of Feminism: From State-Managed Capitalism to Neoliberal Crisis”.

Γκάρυ Γκάτινγκ

Πρόσφατα έχεις γράψει: “Ως φεμινίστρια, πάντα υπέθετα ότι παλεύοντας για τη γυναικεία χειραφέτηση έχτιζα έναν καλύτερο κόσμο -με περισσότερη ισότητα- πιο δίκαιο και ελεύθερο. Τελευταία όμως έχω αρχίσει να ανησυχώ ότι … η κριτική μας για το σεξισμό εφοδιάζει πλέον την αιτιολόγηση νέων μορφών ανισότητας και εκμετάλλευσης”. Μπορείς να εξηγήσεις τι έχεις κατά νου;

Ο φεμινισμός μου πηγάζει από τη Νέα Αριστερά και ακόμα χρωματίζεται από τη σκέψη εκείνης της περιόδου. Για μένα ο φεμινισμός δεν σημαίνει απλώς το να τοποθετήσεις μια χούφτα μεμονωμένες γυναίκες σε θέσεις εξουσίας και προνομίων μέσα στις υπάρχουσες κοινωνικές ιεραρχίες. Σημαίνει το να υπερβείς αυτές τις ιεραρχίες. Αυτό απαιτεί το να αμφισβητήσεις τις δομικές πηγές της έμφυλης εξουσίας στην καπιταλιστική κοινωνία – πάνω από όλα το θεσμοποιημένο διαχωρισμό δύο ειδών πράξης: από τη μια την αποκαλούμενη “παραγωγική” εργασία, ιστορικά ταυτισμένη με τους άντρες και με ανταμοιβή το μισθό, και από την άλλη τις εργασίες “φροντίδας”, ιστορικά συχνά απλήρωτες και που ακόμα και σήμερα εκτελούνται κυρίως από γυναίκες. Κατά τη γνώμη μου, αυτός ο έμφυλος, ιεραρχικός διαχωρισμός μεταξύ “παραγωγής” και “αναπαραγωγής” αποτελεί μια καθοριστική δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας και πηγή των έμφυλων ασυμμετριών που έχει ενσωματωμένες. Δεν μπορεί να υπάρξει “χειραφέτηση των γυναικών” όσο αυτή η δομή παραμένει ανέγγιχτη.

Γιατί δεν μπορεί η ανταπόκριση σε φεμινιστικές ανησυχίες να αντιμετωπιστεί απλά ως ένα μεγάλο βήμα για να διορθωθούν τα κοινωνικά και οικονομικά ελαττώματα της καπιταλιστικής κοινωνίας μας και όχι ως μια ολική μεταλλαγή του συστήματος;

Σίγουρα μπορεί να αντιμετωπιστεί κατά αυτό τον τρόπο. Αλλά αμφισβητώ το κατά πόσο ο σημερινός φεμινισμός πραγματικά προχωρά σε αυτή την κατεύθυνση. Όπως το βλέπω, ο σύγχρονος κυρίαρχος φεμινισμός έχει υιοθετήσει μια προσέγγιση που δεν μπορεί να πετύχει δικαιοσύνη ούτε καν για τις γυναίκες, πόσο μάλλον για όλους τους άλλους. Το θέμα είναι ότι αυτός ο φεμινισμός εστιάζει στο να ενθαρρύνει μορφωμένες γυναίκες της μεσαίας τάξης να “κινηθούν έξυπνα και ευέλικτα”[1] και να “σπάσουν τη γυάλινη οροφή” – με άλλα λόγια να αναρριχηθούν σε εταιρικές καριέρες. Εξορισμού λοιπόν, οι αποδέκτριες αυτού του φεμινισμού μπορούν να είναι μόνο γυναίκες από τις τάξεις  των επαγγελματιών μάνατζερ. Και απουσία δομικών αλλαγών στην καπιταλιστική κοινωνία, αυτές οι γυναίκες μπορούν να ωφεληθούν μόνο πατώντας πάνω σε άλλες/ους – με το να φορτώνουν τη δική τους εργασία φροντίδας και νοικοκυριού πάνω χαμηλόμισθες, επισφαλείς εργαζόμενες και/ή μετανάστριες. Αυτός λοιπόν δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ένας φεμινισμός για όλες τις γυναίκες!

Και έχει και συνέχεια. Ο κυρίαρχος φεμινισμός έχει υιοθετήσει μια περιορισμένη οπτική για την ισότητα, προσανατολισμένη στην αγορά, που συμφωνεί πλήρως με τις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες εταιρικές ιδέες. Έτσι, τείνει να συντάσσεται με μια ιδιαίτερα αρπαχτική μορφή καπιταλισμού, όπου ο νικητής τα παίρνει όλα και η οποία ταΐζει τους επενδυτές κανιβαλίζοντας το βιοτικό επίπεδο όλων των άλλων. Ακόμα χειρότερα, αυτός ο φεμινισμός παρέχει άλλοθι σε αυτές τις επιδρομές. Ολοένα και περισσότερο, η νοοτροπία του φιλελεύθερου φεμινισμού είναι εκείνη που παρέχει το χάρισμα, την αύρα χειραφέτησης, από την οποία ο νεοφιλελευθερισμός αντλεί για να νομιμοποιήσει την ευρεία αναδιανομή του πλούτου προς τους λίγους.

Μπορείς να μας δώσεις μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο εσύ βλέπεις ο κυρίαρχος φεμινισμός να βοηθάει την καπιταλιστική εκμετάλλευση;

Σίγουρα. Κατά τη δεκαετία του ‘70 οι φεμινίστριες ανέπτυξαν μια δυναμική κριτική της μεταπολεμικής πολιτισμικής ιδέας γνωστής ως “οικογενειακός μισθός”. Σύμφωνα με αυτή, οι γυναίκες θα πρέπει να είναι νοικοκυρές πλήρους απασχόλησης ενώ οι σύζυγοί τους θα πρέπει να είναι οι μοναδικοί (ή έστω οι βασικοί) κουβαλητές, που θα κερδίζουν αρκετά ώστε να συντηρούν ολόκληρο το σπιτικό. Φυσικά, μόνο μια μειοψηφία οικογενειών στην Αμερική μπόρεσε να πραγματοποιήσει αυτό το πρόταγμα. Αλλά είχε τεράστια αξία σε μια φάση του καπιταλισμού στηριγμένη στη μαζική παραγωγή και τη σχετικά καλή και προστατευμένη εργασία των (κυρίως λευκών) αντρών. Όλα αυτά άλλαξαν ωστόσο με το ξέσπασμα του δεύτερου κύματος του φεμινισμού, που απέρριψε τον οικογενειακό μισθό ως σεξιστικό, ως ένα στήριγμα της αντρικής εξουσίας και της εξάρτησης των γυναικών. Σε αυτή τη φάση, το κίνημα ακόμα μοιραζόταν το αντικαπιταλιστικό ήθος της Νέας Αριστεράς. Η κριτική του δεν στόχευε στην απόδοση μεγαλύτερης αξίας στη μισθωτή εργασία και ακόμα λιγότερο στην απαξίωση της απλήρωτης εργασίας φροντίδας. Αντίθετα, οι φεμινίστριες αυτής της περιόδου αμφισβητούσαν τον ανδροκεντρισμό με τον οποίο η κοινωνία ιεραρχούσε “τα κέρδη πάνω από τους ανθρώπους”, την οικονομική παραγωγή πάνω από την κοινωνική αναπαραγωγή. Επιχειρούσαν να μετασχηματίσουν τις βαθιές δομές του συστήματος και τις αξίες του – εν μέρει με το να βγάλουν από το επίκεντρο τη μισθωτή εργασία και να δώσουν αξία στις μη αμειβόμενες δραστηριότητες, ειδικά στην κοινωνικά αναγκαία εργασία φροντίδας που γίνεται από γυναίκες.

Οπότε πώς άλλαξε αυτή η κριτική του οικογενειακού μισθού;

Σήμερα η φεμινιστική κριτική του οικογενειακού μισθού έχει λάβει μια συνολικά διαφορετική σκοπιά. Βασική της κατεύθυνση είναι η νομιμοποίηση του νέου, πιο “μοντέρνου” προτάγματος για νοικοκυριό με δύο εργαζόμενους, που απαιτεί την εργασία της γυναίκας ενώ συμπιέζει το χρόνο για την απλήρωτη εργασία φροντίδας. Αγκαλιάζοντας αυτό το πρόταγμα, ο σύγχρονος κυρίαρχος φεμινισμός συντάσσεται με τις ανάγκες και τις αξίες του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Αυτός ο καπιταλισμός έχει επιστρατεύσει τις γυναίκες στη μισθωτή εργασία μαζικά, ενώ έχει εξαγάγει τη μεταποίηση στον Παγκόσμιο Νότο, αποδυναμώνοντας τα συνδικάτα και προωθώντας χαμηλόμισθες και ευάλωτες θέσεις εργασίας. Αυτό βέβαια ουσιαστικά σημαίνει τη μείωση των πραγματικών μισθών, τη μεγάλη αύξηση των απαραίτητων ωρών αμειβόμενης εργασίας ανά νοικοκυριό για τη συντήρηση μιας οικογένειας και ένας απελπισμένος αγώνας για να μεταφερθεί η εργασία φροντίδας σε άλλους ώστε να απελευθερωθεί περισσότερος χρόνος για αμειβόμενη εργασία. Πόσο ειρωνικό είναι λοιπόν να δίνεται σε όλο αυτό ένα φεμινιστικό περιτύλιγμα! Η φεμινιστική κριτική του οικογενειακού μισθού που κάποτε στρεφόταν ενάντια στην απαξίωση της εργασίας φροντίδας από τον καπιταλισμό, τώρα χρησιμοποιείται ώστε να εντατικοποιηθεί η αξιοποίηση της μισθωτής εργασίας από τον καπιταλισμό.

Δεν εστιάζουν όμως όλες οι φεμινιστικές προσπάθειες στις γυναίκες των ανώτερων τάξεων. Τι θα έλεγες για τα προγράμματα που δίνουν μικρά δάνεια (“microcredit”) σε φτωχές γυναίκες σε αναπτυσσόμενες χώρες για να τις βοηθήσουν να αναπτύξουν μικρές επιχειρήσεις;

Χαίρομαι που ρώτησες για αυτό γιατί είναι ένα ακόμα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο φεμινιστικές ιδέες διαστρεβλώνονται για να υπηρετήσουν νεοφλιλελεύθερους, καπιταλιστικούς σκοπούς. Ο μικροδανεισμός προβάλλεται ως ένας τρόπος “ενδυνάμωσης” γυναικών σε φτωχές αγροτικές περιοχές του Παγκόσμιου Νότου. Ταυτόχρονα, υποτίθεται ότι εκπροσωπεί έναν νέο, πιο συμμετοχικό τρόπο για την καταπολέμηση της φτώχειας, που απελευθερώνει επιχειρηματικές από τα κάτω δυναμικές, ενώ αποφεύγει τη γραφειοκρατεία των μεγάλης κλίμακας κρατικών προγραμμάτων ανάπτυξης της προηγούμενης περιόδου. Κατά αυτό τον τρόπο ο μικροδανεισμός έχει να κάνει τόσο με την εξύψωση της αγοράς και τη δαιμονοποίηση του κράτους όσο και με την ισότητα των φύλων. Βασικά συνδέει αυτές τις ιδέες μαζί σε ένα αμφιλεγόμενο αμάλγαμα, επικαλούμενος το φεμινισμό για να συγκαλύψει την ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς.

Αλλά το όλο θέμα αποτελεί μια λαθροχειρία. Ο μικροδανεισμός έγινε μανία ακριβώς τη στιγνή που τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προωθούσαν τα προγράμματα “διαρθρωτικών αλλαγών” στον Παγκόσμιο Νότο – καθορίζοντας συνθήκες δανεισμού που απαιτούν από τα μεταποικιακά κράτη να απελευθερώσουν και να ιδιωτικοποιήσουν τις οικονομίες τους, να περικόψουν δημόσιες δαπάνες και να εγκαταλείψουν τα μακροπρόθεσμα προγράμματα κατά της φτώχειας και υπέρ της προώθησης της εργασίας. Και κατά κανένα τρόπο δεν μπορεί ο μικροδανεισμός να αντικαταστήσει αυτές τις πολιτικές. Κάθε υπόνοια για το αντίθετο αποτελεί μια σκληρή φάρσα.

Οπότε να που και πάλι τα φεμινιστικά προτάγματα χρησιμοποιούνται για να νομιμοποιήσουν πολιτικές που βλάπτουν σοβαρά τη συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών, καθώς και τα παιδιά και τους άντρες.

Μήπως το να συνδέεις το φεμινισμό με τη συνολική κριτική του καπιταλισμού τον κάνει τελικά μια χαμένη υπόθεση; Οι περισσότεροι/ες Αμερικανοί/ίδες θεωρούν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική στον καπιταλισμό.

Δεν είμαι καθόλου πεισμένη ότι ο μετασχηματισμός τους νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού είναι χαμένη υπόθεση. Μου φαίνεται ότι αυτό το κοινωνικό σύστημα είναι σε μια βαθιά, πολυδιάστατη κρίση -μια κρίση ταυτόχρονα οικονομική, οικολογική, κοινωνική και πολιτική- και κάτι θα πρέπει να δώσει, όπως έκανε και κατά τη δεκαετία 1930. Οπότε το ερώτημα θα έλεγα δεν είναι το αν ο καπιταλισμός θα μετασχηματιστεί, αλλά από ποιόν και σύμφωνα με τα συμφέροντα ποιών.

Θα ήθελα οι φεμινίστριες να ενωθούν με άλλα προοδευτικά και χειραφετητικά κοινωνικά κινήματα σε προσπάθειες τόσο θεωρητικές όσο και πρακτικές, που θα διαμορφώσουν τη κατεύθυνση της αλλαγής.

Αυτό σημαίνει να ελλαττωθούν οι προσπάθειες για βελτίωση της κατάστασης των γυναικών στο σημερινό καπιταλιστικό σύστημα προς όφελος μιας μελλοντικής επανάστασης;

Σε καμία περίπτωση! Αυτό που θα συνιστούσα είναι μια στρατηγική ενός “επαναστατικού ρεφορμισμού”, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του Γάλλου οικοσοσιαλιστή φιλοσόφου Αντρέ Γκορζ. Αυτό σημαίνει να συλλάβουμε και να προωθήσουμε μεταρρυθμίσεις που φέρνουν αληθινά αποτελέσματα στο σήμερα ενώ ταυτόχρονα ανοίγουν μονοπάτια σε πιο ριζοσπαστικούς αγώνες για βαθύτερες και πιο δομικές αλλαγές στο μέλλον. Οι φεμινίστριες μπορούν να αγγαλιάσουν αυτή την προσέγγιση με πιο αγνωστικιστικό πνεύμα. Δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε τώρα αν το τελικό αποτέλεσμα πρέπει να είναι μια μετακαπιταλιστική κοινωνία.

Η άποψή μου, όπως είπα και προηγουμένως, είναι ότι η αντρική κυριαρχία δεν μπορεί να αλλάξει αν δεν αλλάξει η βαθιά ριζωμένη καπιταλιστική ιεράρχηση που θεωρεί την οικονομική παραγωγή πιο σημαντική από την κοινωνική αναπαραγωγή. Για αυτό και θεωρώ ότι μια ριζοσπαστική αλλαγή είναι στην πραγματικότητα πιο ρεαλιστικός σκοπός από το να “κινηθούμε έξυπνα και ευέλικτα”. Παρόλα αυτά δεν θα με πείραζε καθόλου να αποδειχτεί ότι έχω άδικο. Αν μια νέα μορφή καπιταλισμού μπορούσε να απελευθερώσει τις γυναίκες (και εννοώ όλες τις γυναίκες) χωρίς να διαλύσει όλους τους άλλους, τότε είμαι μέσα. Οπότε λέω, ας προσπαθήσουμε για επαναστατικές μεταρρυθμίσεις και να δούμε πού θα μας οδηγήσουν.

Πολλές φεμινίστριες σήμερα ασχολούνται ιδιαίτερα με τις υποσυνείδητες προκαταλήψεις εναντίων των γυναικών -διακρίσεις που εκφράζονται ακόμα και από εκείνους/ες που συνειδητά υποστηρίζουν τα δικαιώματα των γυναικών, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των ίδιων των γυναικών. Πόσο σημαντικό θεωρείς ότι είναι αυτό το ζήτημα;

Οι υποσυνείδητες προκαταλήψεις κατά των γυναικών -και απέναντι σε οτιδήποτε θεωρείται “γυναικείο”- είναι διάχυτες στην κοινωνία μας. Και έχεις δίκιο: επηρεάζει τον τρόπο που οι ίδιες οι γυναίκες σκέφτονται τους εαυτούς τους, ακόμα και εκείνες που αυτοπροσδιορίζονται ως φεμινίστριες. Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά παραδείγματα, αλλά ένα από τα αγαπημένα μου είναι ένας γρίφος. Αφορά έναν χειρούργο της εντατικής που πρέπει να χειρουργήσει ένα αγόρι που τραυματίστηκε σε τροχαίο και του οποίου ο πατέρας σκοτώθηκε ακαριαία. Ο χειρούργος κοιτάζει το αγόρι στο πρόσωπο και λέει “Δεν μπορώ να χειρουργήσω, είναι ο γιός μου”. Ογρίφος είναι το πώς είναι αυτό δυνατόν.

Θα εκπλαγείς με το πόση ώρα παίρνει στους περισσότερους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων γυναικών και φεμινιστριών, για να καταλάβουν ότι ο χειρούργος είναι γυναίκα -πολλοί καταλήγουν μάλιστα στο ότι πρόκειται για ομοφυλόφιλο άντρα. Και φυσικά υπάρχουν πολλά ακόμα παραδείγματα που αναδεικνύουν καλύτερα τις επιπτώσεις, όπως τους τρόπους με τους οποίους οι σεξιστικές προκαταλήψεις επηρεάζουν τις αποφάσεις σχετικά με τα προσόντα αιτούντων εργασία.

Είναι όμως μόνο ζήτημα προσωπικών προκαταλήψεων, συνειδητών ή υποσυνείδητων;

Σε καμία περίπτωση. Οι κανόνες που κατηγοριοποιούν τα “αρρενωπά” χαρακτηριστικά πιο πάνω από τα “θηλυκά” είναι ενσωματωμένοι στις κοινωνικές πρακτικές και τους θεσμούς, συμπεριλαμβανομένων των νόμων, των ιατρικών πρακτικών, της εταιρικής κουλτούρας και των κριτηρίων για το ποιός δικαιούται την κοινωνική πρόνοια. Οπότε το ότι υπάρχει μέσα στα μυαλά των ανθρώπων δεν είναι και τόσο περίεργο. Ίσα ίσα, πολιτισμικές αξίες που υποτάσσουν τις γυναίκες είναι βαθιά ριζωμένες στις κοινωνικές δομές που ρυθμίζουν τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις στην καθημερινή ζωή. Οπότε ο φεμινισμός δεν μπορεί να αυτοπεριοριστεί στην αλλαγή συνειδήσεων. Πρέπει να εξαλείψουμε τις σεξιστικές αξίες από τους κοινωνικούς θεσμούς μας και να τις αντικαταστήσουμε με αξίες που θα καλλιεργούν την ίση συμμετοχή αντρών και γυναικών -και μεταξύ όλων.

Μπορείς να δώσεις μερικά παραδείγματα του πώς τέτοιες αξίες είναι ριζωμένες στις κοινωνικές πρακτικές μας και τους θεσμούς;

Φυσικά. Ορίστε ένα: αρκετά δικαστήρια έχουν αποφασίσει ότι το να μην δίνει ο εργοδότης άδεια εγκυμοσύνης δεν συνιστά έμφυλη διάκριση γιατί δεν στερεί από τις γυναίκες ένα προνόμιο που έχουν οι άντρες. Βασιζόμενες στην υπόθεση ότι το πρότυπο εργάτη είναι ο άντρας, αυτές οι αποφάσεις ουσιαστικά τιμωρούν τις γυναίκες επειδή είναι “διαφορετικές”. Όπως και το ότι οι σημερινές πολιτικές για την κοινωνική πρόνοια σπρώχνουν τις μητέρες μικρών παιδιών στην “εργασία”. Υπό τη σιωπηλή παραδοχή ότι η ανατροφή παιδιών δεν συνιστά εργασία, αυτές οι πολιτικές ουσιαστικά περιγράφουν τις αποδέκτριες ως τρακαδόρους που λαμβάνουν κάτι για να μην κάνουν τίποτα. Τέλος, οι νομικές νόρμες που ορίζουν τι σημαίνει αυτοάμυνα προϋποθέτουν μια τυπικά αντρική κοινωνικοποίηση, κατά την οποία κάποιος μαθαίνει να αποκρούει άμεσες επιθέσεις. Έτσι, κακοποιημένες γυναίκες που περιμένουν για ένα άνοιγμα για να χτυπήσουν τους κακοποιητές τους έχουν δυσκολία να ισχυριστούν αυτοάμυνα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, και υπάρχουν πολλές, πολλές ακόμη, οι θεσμοί και οι κοινωνικές πρακτικές μας λειτουργούν στη βάση ανδροκεντρικών και σεξιστικών κανόνων, που αποκλείουν τις γυναίκες από την πλήρη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή με ισότιμους όρους με τους άντρες.

Ένα άλλο μεγάλο ζήτημα για τις φεμινίστριες είναι αυτό που περιγράφεται ως “κουλτούρα βιασμού”, ειδικά στα πανεπιστήμια. Ποιά είναι η άποψή σου για αυτό;

Αυτό είναι σίγουρα ένα καυτό θέμα σήμερα, και θα πρέπει να ομολογήσω ότι μου δημιουργεί ανάμεικτα συναισθήματα. Κι αυτό εν μέρει γιατί πάντα με ανησυχεί όταν ένα θέμα γίνεται τόσο κυρίαρχο που επισκιάζει την υπόλοιπη φεμινιστική ατζέντα -όπως έχει γίνει και με τις αμβλώσεις στις ΗΠΑ. Αλλά και γιατί έχω ένα αίσθημα déjà vu – είναι σαν να ξαναπαίζουμε μια προηγούμενη διαμάχη μεταξύ ενός “προστατευτικού” ρεύματος φεμινισμού, που εστίαζε στη βία κατά των γυναικών και αναζητούσε λύσεις μέσω του ποινικού κώδικα και ενός άλλου, φιλελεύθερου ρεύματος, που προσπαθεί να επικυρώσει την πρωτοβουλία των γυναικών και τη σεξουαλική τους ελευθερία.

Προσωπικά πάντα ήθελα να αναπτύξω μια τρίτη προσέγγιση που θα διασφαλίζει όχι μόνο τη σεξουαλική αυτονομία των γυναικών αλλά και κοινωνικά δικαιώματα για όλους/ες. Και θα ήθελα αυτή η προσέγγιση να μην ενδιαφέρεται μόνο για τις σεξουαλικές επιθέσεις αλλά και για άλλες, πιο απρόσωπες και συστημικές μορφές εξαναγκασμού που περιορίζουν την αυτονομία των γυναικών στο σεξ και σε άλλες σφαίρες. Για παράδειγμα, θα ήθελα να επανοικειοποιηθούμε τις ιδέες του κινήματος της δεκαετίας 1970 “battered women’s movement” (κίνημα κακοποιημένων γυναικών), που τόνιζε τη σημασία όχι μόνο των ποινικών μέτρων αλλά και των “δυνατοτήτων εξόδου” με τη μορφή της αξιοπρεπούς και οικονομικής στέγασης και μιας εργασίας που θα αμείβεται αρκετά ώστε η γυναίκα να μπορεί να υποστηρίξει τον εαυτό της και τα παιδιά της.

Πώς θα χρησιμοποιούσες αυτές τις ιδέες στο ζήτημα των βιασμών στα πανεπιστήμια;

Με ανησυχούν αφηγήσεις που περιγράφουν τα κολέγια και τα πανεπιστήμια ως κυνηγετικά πεδία για βιαστές. Αναγνωρίζω ότι πράγματι υπάρχουν θύλακες που τους αξίζει η ταμπέλα της “κουλτούρας βιασμού”, αλλά πιστεύω ότι είναι περιορισμένοι και δεν θέλω να δω αυτή την έκφραση μα χρησιμοποιείται τόσο χαλαρά ώστε να καταλήξει κενή περιεχομένου. Οι πιο κοινές περιπτώσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης (και αυτή η έκφραση είναι συχνά πιο ακριβής από τον “βιασμό”) χαρακτηρίζονται από ασάφεια στην επικοινωνία, ανάμεικτα συναισθήματα, δυσκολία στην κατανόηση της επιθυμίας ή και της έλλειψής της και η αίσθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα έκφρασης αυτής – όλες οι συνθήκες που στρέφονται ενάντια στη γυναικεία αυτονομία στο σεξ και τις σχέσεις, ειδικά (αλλά όχι μόνο!) σε ετεροφυλόφιλα περιβάλλοντα. Είναι πολύ σημαντικό να προωθήσουμε μια κριτική κατανόηση που θα δίνει τη δυνατότητα μετασχηματισμού αυτών των δυναμικών. Αλλά υποπτεύομαι ότι η σύγχρονη, κάπως υπερβολική καμπάνια ενάντια στην “κουλτούρα του βιασμού” είναι πολύ χοντροκομμένη για αυτό το εγχείρημα.

Η συνέντευξη διεξήχθη μέσω email και έχει υποστεί επιμέλεια

Ο Γκάρυ Γκάττινγκ είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Νοτρ Νταμ και συντάκτης του Notre Dame Philosophical Reviews.

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στη στήλη Oponionator των ΝΥ Times και μπορείτε να το βρείτε εδώ

Μετάφραση: Δήμητρα Σπανού

 


Σημειώσεις της Μεταφράστριας

[1] «lean in» στο πρωτότυπο, αμφιλεγόμενος όρος που εισηγήθηκε η Σέρυλ Σάντμπεργκ, στέλεχος της Facebook, στο βιβλίο της Lean In: Women, Work, and the Will to Lead

 

Διαβάστε ακόμα

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

Share

Περί του φύλου της κρίσης

σερμαν

της Ντίνας Βαΐου

Μέσα στη δίνη των εξελίξεων που ζούμε τραυματικά όλον αυτό τον μήνα, πολλοί θα σχολίαζαν τα περί φύλου της κρίσης με τη φράση «τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια». Όμως, στις 22 Ιουλίου 2015 η Αυγή (τελευταία σελίδα) μας πληροφόρησε, επικαλούμενη στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (2008- Α’ τρίμηνο 2015), ότι «οι άνδρες έχουν βιώσει σε υψηλότερο βαθμό την οικονομική κρίση από ό,τι οι γυναίκες», ενώ το σχετικό Δελτίο Τύπου της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων (ΓΓΙΦ) για την άτυπη σύνοδο των υπουργών Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων της Ε.Ε. (17 Ιουλίου 2015), στο πλαίσιο της Λουξεμβουργιανής Προεδρίας, σημειώνει ότι, ως αποτέλεσμα των σκληρών και απάνθρωπων μέτρων λιτότητας, «παρουσιάζεται μια τάση για εξίσωση των ποσοστών απασχόλησης των φύλων, εξίσωση όμως προς τα κάτω».

Δεν είναι εδώ ο τόπος ούτε ο χώρος για να σχολιάσει κανείς τα στατιστικά στοιχεία σε σχέση με την εργασία των γυναικών. Δύο σημεία όμως έχουν σημασία, ιδιαίτερα επειδή επικαλείται τα στοιχεία αυτά και η ΓΓΙΦ. Κατ’ αρχήν, η σύγκριση ποσοστών μεταβολής δεν αποκαλύπτει πολλά αν δεν λάβουμε υπ’ όψη τις εντελώς άνισες συνθήκες «εκκίνησης», δηλαδή το πολύ υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης των ανδρών έναντι των γυναικών και αντίστοιχα το εξαιρετικά υψηλότερο ποσοστό ανεργίας των γυναικών έναντι των ανδρών το 2008. Η όποια σύγκριση των σημερινών ποσοστών απασχόλησης/ανεργίας έχει νόημα μόνο σε αυτή τη βάση. Επιπλέον, και σύμφωνα με λεπτομερείς επεξεργασίες των στοιχείων από τη Μαρία Καραμεσίνη και άλλες ερευνήτριες, είναι στατιστικά αληθές ότι στα πρώτα χρόνια της κρίσης επλήγησαν περισσότερο οι άνδρες, λόγω της κατάρρευσης της οικοδομής και των συναφών επαγγελμάτων. Στη συνέχεια, η αποδιάρθρωση του τομέα των υπηρεσιών έπληξε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τις γυναίκες, και μάλιστα με τρόπους που ξεπερνούν την αγορά εργασίας, αλλά συνήθως διαφεύγουν της προσοχής των αναλύσεων της κρίσης.

Συγκεκριμένα, η αποδιάρθρωση του τομέα των υπηρεσιών έπληξε τις γυναίκες ως εργαζόμενες, μια και περισσότερο από 75% της στατιστικά καταγεγραμμένης γυναικείας απασχόλησης συγκεντρωνόταν στον τομέα αυτόν. Τις έπληξε όμως και ως αποδέκτριες των υπηρεσιών, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στη φροντίδα (παιδιών, ηλικιωμένων, ανήμπορων) και την παροχή υπηρεσιών υγείας και πρόνοιας, αυξάνοντας σημαντικά τον όγκο της εργασίας στο πλαίσιο της οικογένειας και μάλιστα σε περισσότερο αντίξοες συνθήκες, λόγω των μειωμένων εισοδημάτων και των χειρότερων συνθηκών κατοίκησης, κάποτε και με κομμένο ηλεκτρικό και νερό. Σε ό,τι αφορά τις μετανάστριες, οι επιπτώσεις είναι ακόμη βαρύτερες, καθώς η απώλεια της απασχόλησης στις προσωπικές υπηρεσίες και τη φροντίδα συνεπάγεται, όπως γνωρίζουμε, και απώλεια νομιμοποιητικών εγγράφων.

Πρόκειται για επιπτώσεις της κρίσης που δεν μετράει η στατιστική, στην Ελλάδα και διεθνώς, υποτιμώντας έτσι τόσο την εργασία των γυναικών όσο και τις επιπτώσεις της κρίσης. Η υποτίμηση δε, προκύπτει όχι από κάποια «αστοχία» τεχνικών, αλλά από τον ίδιο τον ορισμό της εργασίας/ανεργίας, από τον οποίο αποκλείονται πολλά πεδία δραστηριοποίησης και ανάλωσης χρόνου και δουλειάς. Αναφέρομαι εδώ στην (απλήρωτη) εργασία φροντίδας, στη «βοήθεια» σε οικογενειακές επιχειρήσεις, στις πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, στην άτυπη απασχόληση και πολλά ακόμη. Αν όμως η στατιστική δεσμεύεται από τις συμβάσεις των ορισμών της, θα περίμενε κανείς από τη ΓΓΙΦ μια συνθετότερη προσέγγιση, πέρα από τη γοητεία των αριθμών, ιδιαίτερα στους δύσκολους καιρούς, όπου η ισότητα των φύλων (κινδυνεύει να) πέφτει στα αζήτητα της πολιτικής.

* Η Ντίνα Βαΐου είναι καθηγήτρια στο ΕΜΠ

Πηγή: Αυγή

 

Share

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

barbie-emprendedora-2

των Victor Ginesta Rodríguez και Andrea Alvarado Vives

Η εμφάνιση της «Μπάρμπι επιχειρηματία» αποτελεί μια συμβολική επιβεβαίωση της νεοφιλελεύθερης διαστρέβλωσης του ιδανικού της οικονομικής ανεξαρτησίας των γυναικών. Η έξοδος στις αγορές της «Μπάρμπι επιχειρηματία» είναι ένα νέο παράδειγμα της ικανότητας του νεοφιλελευθερισμού να μεταλλάσσεται και να παίζει το χαλασμένο τηλέφωνο με τις επικριτικές φωνές.

Τον περασμένο Φεβρουάριο, η εταιρία Ματέλ παρουσίασε στην αμερικάνικη Διεθνή Έκθεση Παιγνιδιών την «Μπάρμπι επιχειρηματία», την τελευταία προσθήκη της στη γραμμή «I can be», η οποία έχει ως στόχο να παρακινήσει τα κορίτσια να «είναι αυτό που θέλουν να είναι». Η φεμινιστική κριτική δεν άργησε, καθώς  η κούκλα συνεχίζει να ενσαρκώνει ένα κανονιστικό πρότυπο ομορφιάς, πολιτισμικά ομοιογενές και εντελώς απομακρυσμένο από την πραγματικότητα. Τώρα, πέρα από αυτές τις σοβαρές κριτικές, είναι σημαντικό να αναρωτηθούμε ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους, μετά από 55 χρόνια παρουσίας και αφού έχει υποδυθεί 150 ρόλους, η Μπάρμπι μετατρέπεται σε επιχειρηματία ακριβώς αυτή την εποχή.

Θα ειπωθεί ότι η Μπάρμπι επιχειρηματίας δεν είναι κάτι παραπάνω από την αναπαράσταση της ‘σύγχρονης’ γυναίκας, και όντως, η Μισέλ Σιντονί, εκπρόσωπος της Ματέλ, εξήγησε με αυτούς της όρους την εμφάνιση της καινούριας κούκλας: «Οι ρόλοι της Μπάρμπι αντανακλούν την εποχή της και αυτή τη στιγμή υπάρχουν όλο και περισσότερες γυναίκες επιχειρηματίες». Είναι γεγονός ότι από την οπτική γωνία της αναπαράστασης της πραγματικότητας ή της γυναικείας εμπειρίας, είναι λογικό να εμφανιστεί το 2014 ο νέος ρόλος της Μπάρμπι, δεδομένου ότι το ποσοστό της επιχειρηματικής δραστηριότητας των γυναικών βρίσκεται σε ανοδική πορεία τα τελευταία 30 χρόνια σε πολλές χώρες του κόσμου.

Αλλά, από την άλλη πλευρά, το νέο παιχνίδι έχει τον στόχο να «κινητοποιήσει τα κορίτσια να μάθουν πράγματα για αυτόν τον καινούριο ρόλο». Δηλαδή, με άλλα λόγια: η κούκλα θέλει να προωθήσει την επιχειρηματική κουλτούρα μέσω της κοινωνικοποίησης των κοριτσιών. Υπο αυτή την έννοια, η εμφάνιση αυτής της Μπαρμπι πρέπει να ερμηνευθεί ως μέρος της πρόσφατης έμφασης στην επιχειρηματικότητα και ως μια νέα επιτυχία της προσπάθειας των υποστηρικτών του νεοφιλελευθερισμού να ουδετεροποιήσουν τις ιδεολογικές αρχές τους.

Το ειδύλλιο νεοφιλελευθερισμού και επιχειρηματικότητας

Το λανσάρισμα της Μπάρμπι επιχειρηματία στην αγορά αποτελεί ένδειξη της ευρείας δημοτικότητας  (με αφορμή την κρίση και την ανάγκη δημιουργίας θέσεων εργασίας) που έχει αποκτήσει η  φιγούρα του επιχειρηματία, καθώς όλες οι δυτικές κυβερνήσεις -βυθισμένες στις αποκαλούμενες πολιτικές δημοσιονομικής προσαρμογής- μεταβιβάζουν εξουσίες στην αγορά, καταργώντας κοινωνικά δικαιώματα και μειώνοντας τις δημόσιες δαπάνες. Από την μια πλευρά, πολλοί άνθρωποι αγκιστρώνονται στο πρότυπο της επιχειρηματικότητας και της αυτοαπασχόλησης ως μοναδικές επιλογές για να αποκτήσουν κάποιο εισόδημα στο πλαίσιο ενός ζοφερού εργασιακού τοπίου. Από την άλλη, οι κυβερνήσεις προωθούν το πρότυπο της επιχειρηματικότητας εδώ και καιρό, και στην περίπτωσή τους, αποτελεί μέρος μια ευρύτερης φιλοσοφίας που θέλει να αλλάξει τη μορφή και τον ρόλο του κράτος, όπως και το νόημα των εργασιακών δικαιωμάτων και των κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών. Αυτό εξηγεί εν μέρει και την εμφάνιση νεολογισμών όπως «κοινωνική επιχειρηματικότητα», πρακτική που προτείνεται ως απάντηση ή ως η εναλλακτική λύση στη μείωση των κρατικών κοινωνικών δαπανών.

Σε κάθε περίπτωση, η προώθηση αυτού του προτύπου σχετίζεται με την ουδετεροποίηση και εφαρμογή της φιλελεύθερης λογικής του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι ο επιχειρηματίας και ο τρόπος του να πράττει και να ‘βλέπει τη ζωή’ είναι ο ιδεότυπος που περισσότερο πλησιάζει τον ιδανικό πολίτη της ελεύθερης και χωρίς φραγμό αγοράς, όπως των σκιαγραφούν οι νεοφιλελεύθεροι: ευέλικτος, προσαρμοστικός, διαθέσιμος να αλλάξει, ενθουσιώδης απέναντι στις καινοτομίες, ικανός να λαμβάνει ορθολογικές οικονομικές αποφάσεις, εμφορούμενος από μια συναλλακτική λογική. Αυτός ο πολίτης είναι ο επιχειρηματίας του εαυτού του, κερδίζει ή/και χάνει χωρίς τη βοήθεια του κράτους και είναι επιπλέον, ένας επενδυτής που υποβάλει όλες τις αποφάσεις της ζωής του στη βάσανο της οικονομίας. Η τελευταία εκδοχή του homo economicus.

Η ενσάρκωση της φιγούρας του επιχειρηματία είναι ένα άτομο ανεξάρτητο, ικανό και υπεύθυνο για το προσωπικό του πεπρωμένο, διαχειριστής των ίδιων του των ικανοτήτων, ταλέντων και δράσεων. Πρόκειται για αξιοθαύμαστα και ελκυστικά χαρακτηριστικά, εμπνευσμένα εμφανώς από χειραφετητικά ιδεώδη, τα οποία συνδυάζονται όμως με έναν καθεστωτικό λόγο υπέρ των αγορών και την απόρριψη τόσο του ρόλου του κράτους, το οποίο θεωρείται ως εμπόδιο, όσο και του υποτίθεται παθητικού, εξαρτώμενου υποκειμένου που δέχεται την κρατική παρέμβαση. Η προαγωγή της ανταγωνιστικότητας και της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας πραγματοποιείται μέσω ενός διπλού άξονα που περιλαμβάνει, από την μια πλευρά, νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που διευκολύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα και, από την άλλη, έναν λόγο από την πλευρά του κράτους και των ΜΜΕ που τάσσεται αναφανδόν υπερ της επιχειρηματικής κουλτούρας. Παρά το ότι οι νεοφιλελεύθεροι υποτίθεται υποστηρίζουν ότι το κράτος δεν πρέπει να είναι παρεμβατικό, χρησιμοποιούν κατά κόρον τους νομοθετικούς μηχανισμούς του κράτους ώστε να εφαρμοστούν πολιτικές ενίσχυσης του ανταγωνισμού και  της αγοράς, οι οποίες συνήθως καταλήγουν σε ιδιωτικοποιήσεις και μείωση των κοινωνικών δαπανών.

Η νεοφιλελεύθερη διαστροφή του ιδανικού της γυναικείας οικονομικής ανεξαρτησίας

Η εμφάνιση της ‘Μπάρμπι επιχειρηματία’ μπορεί να ιδωθεί και ως ένα σύμβολο υπέρ της ένταξης των γυναικών στον επιχειρηματικό κόσμο. Η κούκλα έχει και θετικές όψεις, καθώς ενσαρκώνει και προωθεί τα ιδανικά της γυναικείας οικονομικής ανεξαρτησίας, αυτονομίας και αυτοπραγμάτωσης. Υπό αυτή την έννοια, στο βαθμό κατά τον οποίο αυτά τα ιδανικά ταιριάζουν με ένα μέρος των φεμινιστικών ιδεών, θα μπορούσαμε να δούμε την κούκλα ως μια ακόμα ένδειξη ότι ο 21ος αιώνας θα είναι ο αιώνας των γυναικών. Όμως, η κούκλα πρέπει να ερμηνευθεί και σε σχέση με την αποδοχή, εσωτερίκευση και προώθηση των ιδανικών της γυναικείας χειραφέτησης εκ μέρους του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος έχει ενσωματώσει επιλεκτικά μέρος αυτών των φεμινιστικών ιδανικών. Όπως πολύ σωστά επισημαίνει η Nancy Fraser, η οικειοποίηση μέρους των φεμινιστικών προτάσεων από τον καπιταλισμό έχει επιφέρει την ανασηματοδότηση τους και την αποδυνάμωση της χειραφετητικής δυναμικής τους.

Στο βιβλίο της Feminism, Capitalism and the Cunning of History, η Fraser αναφέρει ότι η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία παρενέβη στο πεδίο δράσης του δεύτερου κύματος του φεμινισμού, ενσωματώνοντας, μεταξύ άλλων, την -ορθή και απαραίτητη- κριτική που άσκησε ο φεμινισμός στον ανδροκεντρικό θεσμό του οικογενειακού μισθού και στη συνακόλουθη οικονομική εξάρτηση των γυναικών. Στην πορεία της μεταμόρφωσής του ο νέος καπιταλισμός ενσωμάτωσε, με δόλιο τρόπο, την κριτική που ασκούσε ο φεμινισμός και η νέα αριστερά στον κρατικό πατερναλισμό. Ο  φεμινισμός του δεύτερου κύματος, βέβαια, δεν τασσόταν συνολικά κατά της κρατικής παρέμβασης, αλλά ασκούσε κριτική στην αντιμετώπιση των γυναικών ως παθητικών αντικειμένων των κρατικών πολιτικών και όχι ως υποκειμένων με την ικανότητα να συμμετέχουν ενεργά σε δημοκρατικές διαδικασίες ερμηνείας των αναγκών τους. Ο νεοφιλελευθερισμός χρησιμοποίησε και διαστρέβλωσε αυτή την κριτική ώστε να νομιμοποιήσει τη σταδιακή απόσυρση του κράτους από την κοινωνική πολιτική, ανάγοντας όλα τα σχετικά κοινωνικά ζητήματα στο πεδίο της ατομικής επιλογής και ευθύνης.

Το αποτέλεσμα αυτής της διαστρέβλωσης ήταν η αποκλειστική έμφαση σε συγκεκριμένου τύπου πολιτικές όπως το Gender Mainstreaming, οι οποίες προωθούν την αύξηση της παρουσίας ορισμένων -προνομιούχων- γυναικών στα κέντρα αποφάσεων και στα εταιρικά συμβούλια εις βάρος άλλων πολιτικών, όπως είναι η συλλογικοποίηση της εργασίας της φροντίδας και η αύξηση των μισθών των επισφαλώς εργαζόμενων. Σε αυτή τη λογική εντάσσεται η υπεράσπιση και η ανάδειξη ενός συγκεκριμένου τύπου γυναικείας επιχειρηματικότητας, καθοδηγούμενη, στην πιο ελιτίστικη εκδοχή της, από προσωπικότητες όπως η Sheryl Sandberg, διευθύνουσα σύμβουλος του Facebook.

Τα θολά νερά της ευελισφάλειας (flexicurity)

Αυτό ήταν το γόνιμο έδαφος στο οποίο καλλιεργήθηκε το ακόλουθο σημερινό σκηνικό: από τη μία πλευρά, υπάρχουν περισσότερες γυναίκες παρά ποτέ στην έμμισθη αγορά εργασίας και στα κέντρα λήψης αποφάσεων, αλλά, από την άλλη, η κρίση προάγει την απόσυρση του κράτους και των ευθυνών του όσον αφορά την αναπαραγωγική εργασία -οικιακή εργασία και φροντίδα- η οποία επιστρέφει στο σπίτι ή περνάει στα χέρια της ιδιωτικής αγοράς. Αυτή η απόσυρση, την οποία ορισμένες μαρξίστριες φεμινίστριες όπως η Sandra Ezquerra και η Nancy Hartsock έχουν χαρακτηρίσει ως «μια νέα περίφραξη των συλλογικών αναπαραγωγικών αγαθών», αυξάνει ακόμα περισσότερο τον εργασιακό φόρτο των γυναικών. Η ‘Μπάρμπι επιχειρηματίας’ προκύπτει λοιπόν, σε ένα πλαίσιο στο οποίο ο ρόλος των γυναικών ως επισφαλών εργαζομένων αυξάνεται και παράλληλα συνδυάζεται και διασταυρώνεται με την επιστροφή σε παραδοσιακούς έμφυλους αναπαραγωγικούς ρόλους. Αυτή η τάση φαίνεται ότι θα συνεχιστεί, δεδομένου ότι οι πολιτικές της ευελισφάλειας έχουν ως αποτέλεσμα  την αύξηση της παρουσίας των γυναικών στις πιο επισφαλείς θέσεις εργασίας. Βλέπουμε ότι η Ολλανδία, η Γερμανία και η Δανία, τρεις από τις χώρες-αναφορά σε θέματα ευελισφάλειας, είναι οι χώρες που έχουν τις περισσότερες γυναίκες σε θέσεις μερικής απασχόλησης (77%, 46,1% και 35,8% αντίστοιχα). Δεν είναι δύσκολο να φαντασθούμε ότι αυτό το πλαίσιο δεν είναι και το πιο συμβατό σκηνικό για να μπορέσουν οι γυναίκες να αναπτύξουν «το δυναμικό τους και τις επιχειρηματικές ικανότητές τους». Υπό αυτή την έννοια, για πολλές γυναίκες, η φιγούρα της δυναμικής επιχειρηματία δρα ως δέλεαρ μιας επιλογής που δεν είναι ιδιαίτερα ρεαλιστική, αποκαλύπτοντας έτσι ένα από τα πιο ισχυρά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού: την προσφορά ενός πράγματος ως απόκρυψη κάποιου άλλου πράγματος που συμβαίνει στην πραγματικότητα

Ο νεοφιλελευθερισμός άνοιξε μια πόρτα ώστε ορισμένες προνομιούχες γυναίκες να μπορέσουν -ενώ εξακολουθούν βέβαια να υφίστανται διακρίσεις λόγω του φύλου τους-  να αποτελέσουν μέρος μιας ελίτ, κάνοντας παράλληλα αόρατη την κατάσταση των υπολοίπων γυναικών και βάζοντας εμπόδια στις δημόσιες διεκδικήσεις τους, οι οποίες δεν ακούγονται, ή ακόμα χειρότερα, απονομιμοποιούνται. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές επιτρέπουν σε ορισμένες γυναίκες ενταχθούν στα κέντρα λήψης αποφάσεων, αλλά δεν θέτουν υπό ουσιαστική αμφισβήτηση τις εξουσιαστικές σχέσεις ή την ασυμμετρία ευκαιριών στην ελεύθερη αγορά. Για παράδειγμα παραμερίζονται τα προγράμματα για τη βελτίωση της κοινωνικής θέσης των λιγότερο ειδικευμένων εργατριών, οι τομείς εργασίας των οποίων υφίστανται περικοπές και νέες μορφές επισφαλοποιήσης.

Η υφαρπαγή, διαστρέβλωση και παραχάραξη μερικών από τα πιο ελκυστικα στοιχεία της φεμινιστικής ιδεολογίας έχει συνεισφέρει στην διάδοση και αποδοχή αυτών των πολιτικών, καθώς η υπεράσπιση της επιχειρηματικότητας και των νεοφιλελεύθερων μοντέλων επιτυχίας συνδυάζεται με διαδικασίες επισφαλοποίησης της εργασίας και παγκόσμιας αύξησης των ανισοτήτων. Το πρότυπο της επιχειρηματικότητας νομιμοποιείται περαιτέρω μέσω του δημόσιου λόγου περί  προσωπικής υπευθυνότητας της καθεμίας για την κατάστασης της. Για όλους αυτούς του λόγους, πρέπει να είμαστε προσεκτικές με μοντέλα όπως η ‘Μπαρμπι επιχειρηματίας’, τα οποία χρησιμοποιώντας ως προπέτασμα καπνού την γυναικεία ενδυνάμωση τελικά αφαιρούν από τη γυναικεία αμειβόμενη εργασία τη χειραφετητική της διάσταση.

employement_rate

Παίζοντας το χαλασμένο τηλέφωνο με τις επικριτικές φωνές

Η αδηφάγος όρεξη του νεοφιλελευθερισμού για φεμινιστικές ιδέες δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά αποτελεί μέρος της συνηθισμένης στρατηγικής επιβίωσης του καπιταλιστικού συστήματος. Όπως έχουν εξηγήσει συγγραφείς όπως ο Luc Boltanski και η Eve Chiapello –σε σχέση με την καλλιτεχνική κριτική στην εργασία- ο Albert O. Hirschman –με σχέση με τον ρόλο των συμφερόντων- ή η Nancy Fraser –σε σχέση με τον οικογενειακό μισθό και την προοδευτική κριτική του κρατικού πατερναλισμού- ο καπιταλισμός  περισυλλέγει τις κριτικές που του ασκούνται και τις ενσωματώνει μερικώς στο αφήγημά του. Στην πορεία αφομοίωσής τους οι κριτικές διαστρεβλώνονται και χάνουν τον εν δυνάμει απειλητικό χαρακτήρα τους. Όσοι δε ασκούν αυτές τις κριτικές πολλές φορές ενσωματώνονται ιδεολογικά στον καπιταλισμό, ξεγελασμένοι από τις όποιες πύρρειες νίκες έχουν κερδίσει. Μέσω αυτής της μακιαβελικής μανούβρας, ο καπιταλισμός βγαίνει ενισχυμένος και επενδεδυμένος με ένα φρέσκο λούστρο νομιμότητας, ενώ έχει ουσιαστικά πραγματοποιήσει μικρές προσαρμογές που δεν αμφισβητούν τα θεμέλια του.

Η θεσμική αποδοχή και προβολή της ικανότητας γυναικών να είναι επιχειρηματίες και αφεντικά του ευατού τους και άρα να ενταχθούν στο νεοφιλελεύθερο οικοσυστήμα, είναι η ένεση νομιμότητας που έλειπε από το παρόν πλαίσιο εργασιακών μεταρρυθμίσεων. Το ιδανικό της χειραφέτησης μέσω της επιχειρηματικότητας χρησιμοποιείται ως φαντασιακό αντίβαρο σε ένα περιβάλλον όπου η πραγματική ανεξαρτησία των γυναικών απειλείται από τις συνεχείς ελαστικοποιήσεις της αγοράς εργασίας και περικοπές σε κοινωνικές δαπάνες.

Μετάφραση/επιμέλεια: Ιουλία Λειβαδίτη

Πηγή: Picara

 

Share

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

«Θα μπορούσαμε να σπάσουμε την επίπλαστη σχέση μεταξύ της κριτικής μας για τον οικογενειακό μισθό και τον ευέλικτο καπιταλισμό, αγωνιζόμενες για μια μορφή ζωής που να βγάζει από το κέντρο της προσοχής μας την αμειβόμενη εργασία και να αναδεικνύει τις μη αμειβόμενες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της προσφοράς φροντίδας – και όχι μόνο». Φωτογραφία: Robert Convery / Alamy

της Nancy Fraser

Ως φεμινίστρια, πάντα υπέθετα ότι με τον αγώνα μου για τη χειραφέτηση των γυναικών βοηθούσα στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου – πιο ισότιμου, δίκαιου και ελεύθερου. Αλλά τον τελευταίο καιρό έχω αρχίσει να ανησυχώ ότι ιδανικά που καθιερώθηκαν από τις φεμινίστριες υπηρετούν πολύ διαφορετικούς σκοπούς. Ανησυχώ συγκεκριμένα ότι η κριτική μας για τον σεξισμό προσφέρει τώρα την αιτιολόγηση σε νέες μορφές ανισότητας και εκμετάλλευσης.

Σε τούτη την τραγική στροφή της τύχης, φοβάμαι ότι το κίνημα για την απελευθέρωση των γυναικών έχει εμπλακεί σε έναν επικίνδυνο συσχετισμό με τις νεοφιλελεύθερες προσπάθειες για την οικοδόμηση της κοινωνίας της ελεύθερης αγοράς. Αυτό μπορεί να εξηγήσει πώς έχει γίνει αποδεκτό οι φεμινιστικές ιδέες που κάποτε αποτελούσαν μέρος μιας ριζοσπαστικής κοσμοθεωρίας να εκφράζονται όλο και πιο πολύ με ατομικιστικούς όρους. Όταν οι φεμινίστριες επέκριναν κάποτε μια κοινωνία που προωθεί τον καριερισμό, σήμερα συμβουλεύουν τις γυναίκες να «κλίνουν προς αυτόν». Ένα κίνημα που κάποτε έδινε προτεραιότητα στην κοινωνική αλληλεγγύη, σήμερα επευφημεί τις γυναίκες επιχειρηματίες. Μια προοπτική που κάποτε έδινε αξία στην «προσφορά φροντίδας» και στην αλληλεξάρτηση, σήμερα ενθαρρύνει πλέον την ατομική εξέλιξη και την αξιοκρατία.

Πίσω από αυτή την μετατόπιση κρύβεται μια ριζική αλλαγή στον χαρακτήρα του καπιταλισμού. Η κρατική διαχείριση του καπιταλισμού της μεταπολεμικής εποχής έχει δώσει τη θέση της σε μια νέα μορφή καπιταλισμού – «ανοργάνωτη», παγκοσμιοποιημένη, νεοφιλελεύθερη. Το δεύτερο κύμα φεμινισμού αναδύθηκε ως μια κριτική της προηγούμενης μορφής καπιταλισμού, αλλά έχει γίνει η θεραπαινίδα της σημερινής μορφής του.

Με το πλεονέκτημα της ύστερης γνώσης, μπορούμε τώρα να δούμε ότι το κίνημα για την απελευθέρωση των γυναικών έδειχνε ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικά πιθανά μέλλοντα. Σύμφωνα με το ένα σενάριο, προανήγγειλε έναν κόσμο στον οποίο η χειραφέτηση των φύλων πήγαινε χέρι -χέρι με τη συμμετοχική δημοκρατία και την κοινωνική αλληλεγγύη. Σύμφωνα με το δεύτερο, υποσχόταν μια νέα μορφή φιλελευθερισμού, που να είναι σε θέση να προσφέρει στις γυναίκες όσο και στους άνδρες τα αγαθά της ατομικής αυτονομίας, αυξημένη επιλογή και αξιοκρατική εξέλιξη. Υπό αυτή την έννοια, το δεύτερο κύμα φεμινισμού ήταν αμφίσημο. Συμβατό με καθένα από τα δύο διαφορετικά οράματα της κοινωνίας, ήταν ευαίσθητο σε δύο διαφορετικές ιστορικές επεξεργασίες.

Όπως το βλέπω εγώ, η αμφιθυμία του φεμινισμού έχει επιλυθεί τα τελευταία χρόνια υπέρ του δεύτερου, φιλελεύθερου-ατομικιστικού σεναρίου – αλλά όχι επειδή ήμασταν παθητικά θύματα νεοφιλελεύθερων αποπλανήσεων. Αντίθετα, εμείς οι ίδιες συμβάλλαμε με τρεις σημαντικές ιδέες σε αυτή την εξέλιξη.

Μία συμβολή ήταν η κριτική μας για τον «οικογενειακό μισθό»: το ιδανικό μοντέλο της οικογένειας του άνδρα κουβαλητή – της γυναίκας νοικοκυράς που ήταν στο επίκεντρο του κρατικά οργανωμένου καπιταλισμού. Η φεμινιστική κριτική του μοντέλου αυτού εξυπηρετεί σήμερα τη νομιμοποίηση του «ευέλικτου καπιταλισμού». Άλλωστε, αυτή η μορφή του καπιταλισμού βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αμειβόμενη εργασία των γυναικών, ιδιαίτερα στη χαμηλά αμειβόμενη προσφορά υπηρεσιών και στην βιομηχανική κατασκευή, όπου απασχολούνται όχι μόνο νεαρές ανύπαντρες γυναίκες, αλλά και παντρεμένες γυναίκες, όπως και γυναίκες με παιδιά, όχι μόνο από φυλετικές μειονότητες, αλλά από γυναίκες σχεδόν όλων των εθνικοτήτων και εθνοτήτων. Καθώς οι γυναίκες έχουν ριχτεί στις αγορές εργασίας σε όλο τον κόσμο, το ιδανικό πρότυπο οικογενειακού μισθού για τον κρατικά οργανωμένο καπιταλισμό έχει αντικατασταθεί από το νεότερο, πιο σύγχρονο πρότυπο – που προφανώς εγκρίνεται από τον φεμινισμό – της οικογένειας των δύο εργαζόμενων.

Δεν πειράζει ότι η πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από το νέο ιδανικό πρότυπο είναι τα χαμηλά επίπεδα των μισθών, η μειωμένη ασφάλεια των θέσεων εργασίας, η μείωση του βιοτικού επιπέδου, η απότομη αύξηση των ωρών εργασίας για τους μισθωτούς ανά νοικοκυριό, η αύξηση της διπλής βάρδιας – τώρα συχνά τριπλής ή τετραπλής βάρδιας – και η αύξηση της φτώχειας, που παρατηρείται σε όλο και περισσότερες γυναίκες-αρχηγούς μονογονεϊκών οικογενειών. Ο νεοφιλελευθερισμός μετατρέπει το αυτί ενός γουρουνιού σε τσάντα από μετάξι, αξιοποιώντας με επιδέξιο τρόπο το παραμύθι της ενδυνάμωσης των γυναικών. Η επίκληση της φεμινιστικής κριτικής σχετικά με τον οικογενειακό μισθό, για να δικαιολογήσει την εκμετάλλευση, αξιοποιεί το όνειρο της χειραφέτησης των γυναικών στην μηχανή της συσσώρευσης κεφαλαίου.

Ο φεμινισμός έχει επίσης μια δεύτερη συνεισφορά στο νεοφιλελεύθερο ήθος. Στην εποχή του κρατικά οργανωμένου καπιταλισμού επικρίναμε δικαίως ένα στενόχωρο πολιτικό όραμα που ήταν με τόση προσήλωση επικεντρωμένο στην ταξική ανισότητα και που δεν μπορούσε να δει «μη οικονομικές» αδικίες όπως η ενδοοικογενειακή βία, η σεξουαλική κακοποίηση και η αναπαραγωγική καταπίεση. Απορρίπτοντας τον «οικονομισμό» και πολιτικοποιώντας το «προσωπικό», οι φεμινίστριες διεύρυναν την πολιτική ατζέντα για να αμφισβητήσουν τις κατεστημένες ιεραρχίες που βασίστηκαν σε πολιτισμικές κατασκευές των διαφορών ανάμεσα στα φύλα. Το αποτέλεσμα θα έπρεπε να ήταν η διεύρυνση του αγώνα για τη δικαιοσύνη να καλύπτει τόσο τον πολιτισμό όσο και την οικονομία. Όμως, το πραγματικό αποτέλεσμα ήταν μια μονόπλευρη έμφαση στην «ταυτότητα του φύλου» σε βάρος των θεμάτων αιχμής. Ακόμη χειρότερα, η φεμινιστική στροφή στις πολιτικές της ταυτότητας εναρμονίστηκε πολύ προσεγμένα με έναν αυξανόμενο νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος δεν επιθυμούσε τίποτα περισσότερο από το να καταστείλει κάθε ανάμνηση κοινωνικής ισότητας. Στην πραγματικότητα, έχουμε θεοποιήσει την κριτική του πολιτισμικού σεξισμού, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που οι περιστάσεις απαιτούσαν να πολλαπλασιάσουμε την εστίαση μας στην κριτική της πολιτικής οικονομίας.

Τέλος, ο φεμινισμός συνέβαλε με μια τρίτη ιδέα στον νεοφιλελευθερισμό: με την κριτική του πατερναλισμού του κράτους-πρόνοιας. Αναμφισβήτητα προοδευτική στην εποχή του κρατικά οργανωμένου καπιταλισμού, αυτή η κριτική έχει από τότε συγκλίνει με τον πόλεμο του νεοφιλελευθερισμού εναντίον του «κράτους-νταντά» και με τον πιο πρόσφατο κυνικό εναγκαλισμό των ΜΚΟ. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι «μικροπιστώσεις», το πρόγραμμα των μικρών τραπεζικών δανείων προς τις φτωχές γυναίκες στον παγκόσμιο Νότο. Αφού εφαρμόστηκαν ως μια εναλλακτική μορφή ενδυνάμωσης από κάτω προς τα επάνω, έναντι των από την κορυφή προς τα κάτω γραφειοκρατικών κρατικών προγραμμάτων, οι μικροπιστώσεις έχουν προβληθεί ως το φεμινιστικό αντίδοτο για τη φτώχεια και την υποταγή των γυναικών. Αυτό που έχει παραληφθεί όμως είναι μια ανησυχητική σύμπτωση: η μικρή πίστωση έχει ξεφυτρώσει ακριβώς τη στιγμή που τα κράτη έχουν εγκαταλείψει τις μακρο-διαρθρωτικές προσπάθειες για την καταπολέμηση της φτώχειας, προσπάθειες που ο δανεισμός μικρής κλίμακας δεν είναι δυνατόν να αντικαταστήσει. Και σε αυτή την περίπτωση, μια φεμινιστική ιδέα έχει κατακτηθεί από τον νεοφιλελευθερισμό. Μια προοπτική με στόχο αρχικά τον εκδημοκρατισμό της κρατικής εξουσίας για την ενδυνάμωση των πολιτών, τώρα χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει την εμπορευματοποίηση και την περιστολή του κράτους.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η αμφιθυμία του φεμινισμού έχει επιλυθεί υπέρ του (νεο) φιλελεύθερου ατομικισμού. Αλλά το έτερο, αλληλέγγυο σενάριο ίσως να είναι ακόμα ζωντανό. Η σημερινή κρίση δίνει την ευκαιρία να πιάσουμε το νήμα του για μια ακόμη φορά, επανασυνδέοντας το όνειρο της απελευθέρωσης των γυναικών με το όραμα μιας αλληλέγγυας κοινωνίας. Για τον σκοπό αυτό, οι φεμινίστριες πρέπει να διακόψουμε την επικίνδυνη σχέση μας με τον νεοφιλελευθερισμό και να διεκδικήσουμε ξανά τις τρεις «συνεισφορές» μας για τους δικούς μας σκοπούς.

Πρώτον, θα μπορούσαμε να σπάσουμε την επίπλαστη σχέση μεταξύ της κριτικής μας για τον οικογενειακό μισθό και τον ευέλικτο καπιταλισμό, αγωνιζόμενες για μια μορφή ζωής που να βγάζει από το κέντρο της προσοχής μας την αμειβόμενη εργασία και να αναδεικνύει τις μη αμειβόμενες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της προσφοράς φροντίδας – και όχι μόνο. Δεύτερον, μπορούμε να διακόψουμε τη δίοδο μέσα από την κριτική μας για τον οικονομισμό στις πολιτικές της ταυτότητας, ενσωματώνοντας τον αγώνα για την μεταβολή της τάξης των πραγμάτων που βασίζεται στις ανδροκρατικές πολιτισμικές αξίες, με την πάλη για οικονομική δικαιοσύνη. Τέλος, μπορούμε να αποκόψουμε τον ψευδή δεσμό μεταξύ της κριτική μας για την γραφειοκρατία και του φονταμενταλισμού της ελεύθερης αγοράς, διεκδικώντας ξανά τον μανδύα της συμμετοχικής δημοκρατίας ως μέσο για την ενίσχυση των κοινωνικών δυνάμεων που είναι αναγκαίες για τον περιορισμό του κεφαλαίου προς όφελος της (κοινωνικής) δικαιοσύνης.

Μετάφραση: Χριστίνα Κούρκουλα

Πηγή: the guardian

 

Διαβάστε ακόμα

Το σύνδρομο της κόπωσης των Λευκών φεμινιστριών

 

Share