Subscribe via RSS Feed

Tag: "οικονομική κρίση"

Η κρίση σκοτώνει και τις γεννήσεις

της Χάρις Συμεωνίδου

Το έγκριτο Κέντρο Δημογραφικής Έρευνας Max Planck της Γερμανίας ανακαλύπτει σε μία πρόσφατη έρευνα[1], που διεξήγαγε σε 28 ευρωπαϊκές χώρες και δημοσιεύτηκε στις 10/7/2013, ότι τα ποσοστά των γεννήσεων μειώνονται από το 2008, αμέσως μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης, παράλληλα με την αύξηση της ανεργίας! Και ότι αυτή η μείωση είναι εντονότερη στους νέους κάτω των 25 ετών και στις χώρες της Ν. Ευρώπης, ενώ δεν επηρεάζει τη γονιμότητα των γυναικών άνω των 40 ετών, όσον αφορά την απόκτηση του πρώτου παιδιού!

Αλλά ας εξετάσουμε τα πράγματα πιο συγκεκριμένα, επικεντρωνόμενοι στην Ελλάδα. Από την εποχή του Μάλθους η βιβλιογραφία, που αναφερόταν στη δυναμική της γονιμότητας, υποστήριζε ότι η οικονομική δυσπραγία και η αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας θα προκαλέσει αναβολή ή αναθεώρηση των σχεδίων του πληθυσμού για απόκτηση παιδιών. Το αξιοσημείωτο όμως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της παρούσας κρίσης, σε συνάρτηση με τη γονιμότητα, είναι ότι άρχισε ακριβώς την εποχή που τα ποσοστά γεννήσεων στην Ευρώπη είχαν αρχίσει να ανακάμπτουν από την προηγούμενη πτώση ή στασιμότητα. Η κρίση οδήγησε σε ανατροπή της ανάκαμψης αυτής.

Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα της μείωσης της γονιμότητας ως επακόλουθο της ανεργίας αναφέρονται η Ελλάδα (βλ. Διάγραμμα 1) και η Ισπανία, αλλά και οι Βουλγαρία, Κροατία, Τσεχία, Εσθονία, Ουγγαρία, Ρουμανία και Λετονία, ενώ, αντίθετα, στη γειτονική της Λιθουανία δεν παρατηρείται έντονη μείωση της γονιμότητας, ούτε και σε Πορτογαλία και Ιταλία, παρ’ όλο που και αυτές παρουσίασαν έντονη ύφεση.

Εδώ βέβαια πιθανόν υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες, όπως για παράδειγμα η υιοθέτηση οικογενειακών πολιτικών ευνοϊκών στην απόκτηση παιδιών, σε κοντινή χρονική απόσταση από την έναρξη της κρίσης, που πιθανόν να είχαν δημιουργήσει θετικό κλίμα για την απόκτηση παιδιών.

Στις σκανδιναβικές χώρες, όπου η κρίση έγινε ελαφρά αισθητή, τα ποσοστά γονιμότητας παρουσίασαν ελαφρά μόνο μείωση, ενώ σε Αυστρία, Ελβετία και Γερμανία, οι δείκτες γονιμότητας παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητοι λόγω της, όπως αναφέρεται στη μελέτη, επιτυχούς αντιμετώπισης της κρίσης!…

Συνοπτικά, η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπάρχει σημαντική συσχέτιση μεταξύ γονιμότητας και ανεργίας σε Νότια, Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη.

Όσον αφορά την Ελλάδα, για να κατανοήσουμε την εξέλιξη της γονιμότητας μετά την κρίση, θα πρέπει να αναφερθούμε στην ιδιαιτερότητα του φαινομένου σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης πριν την κρίση.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 στην Ελλάδα, που δεν γνώρισε μεταπολεμικά το baby-boom όπως οι άλλες χώρες της Ευρώπης, ξεκινά η τέταρτη φάση της δημογραφικής μετάβασης, με συνεχιζόμενη μείωση της γονιμότητας και ανακοπή της φάσης μείωσης της θνησιμότητας (λόγω της ήδη αυξανόμενης πληθυσμιακής γήρανσης). Η διαφορά υπέρ των γεννήσεων μειώνεται σταδιακά, για να φθάσει τη δεκαετία του 1980 το 2,6 ανά 1.000 κατοίκους και το 1993 μόλις το 0,5. Το 1997 για πρώτη φορά οι θάνατοι υπερτερούν των γεννήσεων. Οδηγούμαστε έκτοτε προς μηδενική ή αρνητική αύξηση του πληθυσμού, με μικρές αυξομειώσεις στη γονιμότητα που οφείλονται κυρίως στις γεννήσεις από μετανάστες. Το σύνολο δε των γεννήσεων σχεδόν λαμβάνει χώρα μέσα στον γάμο, ενώ το ποσοστό των γεννήσεων εκτός γάμου (7,4% το 2011) είναι το χαμηλότερο στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία το 2011[2], οι θάνατοι υπερτερούσαν των γεννήσεων κατά 4.671 άτομα. Ήδη λοιπόν φαίνεται να εγκαθίσταται η επαπειλούμενη εδώ και χρόνια πληθυσμιακή μείωση. Εδώ θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι συμπεριλαμβάνονται και οι γεννήσεις από μετανάστες, που είναι νεανικότερος πληθυσμός, με υψηλότερους κατά κανόνα δείκτες γονιμότητας και χαμηλότερους δείκτες θνησιμότητας.

Ειδικότερα, η θνησιμότητα και η προσδοκώμενη ζωή κατά τη γέννηση, χωρίς να υπολογίσουμε τις αυτοκτονίες, για τις οποίες βέβαια δεν υπάρχουν στοιχεία, δεν φαίνεται να έχουν «προσαρμοστεί» ακόμη στην κρίση. Τα ακαθάριστα ποσοστά θνησιμότητας ανά 1.000 κατοίκους έχουν αυξηθεί ελαφρά μόνο, από 9,3% το 1991 σε 9,8% το 2011, ενώ η προσδοκώμενη ζωή κατά τη γέννηση είναι τα 78,3 χρόνια για τους άνδρες και τα 83,1 χρόνια για τις γυναίκες (2011). Ζούμε λοιπόν -όπως ζούμε- ακόμη αρκετά χρόνια…

Εξάλλου, είναι γνωστό, από την επιστήμη της δημογραφίας, ότι οι δείκτες γονιμότητας είναι οι πρώτοι που αντιδρούν -με κάποια βέβαια χρονική υστέρηση- στη χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού στις «αναπτυγμένες» χώρες, γιατί βέβαια για τις χώρες του Τρίτου Κόσμου οι αναλύσεις βασίζονται σε άλλα κοινωνικο-οικονομικά και πολιτισμικά δεδομένα. Χαρακτηριστικό δε παράδειγμα υπήρξε η αρνητική μεταβολή των δεικτών αυτών στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και στην τέως ΕΣΣΔ, μετά τις εξελίξεις του 1989 (μείωση της γονιμότητας, έντονη μείωση της προσδοκώμενης ζωής).

Στη σημερινή Ελλάδα, με την καθημερινή υποβάθμιση των παροχών υγείας και των όποιων κοινωνικών παροχών, είναι δυνατόν να μην επηρεαστεί αρνητικά η γονιμότητα, η θνησιμότητα (συμπεριλαμβανομένης της βρεφικής) και η προσδοκώμενη ζωή; Όταν θα έχουμε τους δείκτες για το 2012 και 2013, θα έχουμε και τις ανάλογες διαπιστώσεις. Αλλά τότε θα τρέχουν -εκτός αν υπάρξει η πολυπόθητη ανατροπή- ακόμη πιο δυσοίωνες εξελίξεις για το 2014 και το 2015.

Η εξέλιξη της γονιμότητας στην Ελλάδα, οι αιτίες και τα πιθανά μέτρα ανάκαμψης, (με ανάλυση κόστους-οφέλους) εξετάστηκαν διεξοδικά σε σειρά εκτεταμένων ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ)3[3], το 1983, 1997, 1999 και 2004. Από τις έρευνες αυτές είχε φανεί ότι ο επιθυμητός αριθμός παιδιών ήταν σαφώς υψηλότερος του πραγματικού και ξεπερνούσε το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών (2,1 παιδιά ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας).

Οι λόγοι της μειωμένης γονιμότητας των γυναικών, πάντα με τη δημογραφική έννοια του όρου, συνοψίζονται στο χαμηλό οικογενειακό εισόδημα και στο ισχνό, ελλειμματικό και πλέον ανύπαρκτο κράτος πρόνοιας.

Ο σημαντικός ρόλος των γυναικών στην υποκατάσταση του κράτους πρόνοιας επηρεάζει αρνητικά τη συμμετοχή τους στο εργατικό δυναμικό και επομένως την απόκτηση επιπλέον οικονομικών πόρων για τη δημιουργία μεγαλύτερης οικογένειας. Τα ζευγάρια, λόγω σοβαρών οικονομικών δυσχερειών και λόγω έλλειψης κρατικών υποδομών για την εναρμόνιση οικογενειακής και εργασιακής ζωής, αποκτούν μικρότερο από τον επιθυμητό αριθμό παιδιών.

Άμεση επίπτωση της μείωσης της γονιμότητας αποτελεί η πληθυσμιακή γήρανση, όπως εκφράζεται με την αναλογία των ατόμων 65+ ετών στο σύνολο του πληθυσμού (Πίνακας 1).

Πίνακας 1

Ποσοστιαία (%) κατανομή του πληθυσμού κατά Μεγάλες Ομάδες Ηλικιών

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Απογραφές Πληθυσμού 1971, 1981, 1991, 2001

ΕΛΣΤΑΤ, Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, Α’ τρίμηνο 2013.

 

Όπως φαίνεται από τα στοιχεία αυτά, η αναλογία των ατόμων 65+ ετών έχει διπλασιαστεί μεταξύ 1971 και 2013, ενώ τα ποσοστά της ομάδας 0-14 ετών έχουν κατά πολύ μειωθεί.

Ανάμεσα στις έμμεσες επιπτώσεις της μείωσης της γονιμότητας, η οποία περαιτέρω επιτείνει τις συνέπειες της άγριας πολιτικής της τρόικας, είναι και η επιδείνωση των παροχών του ασφαλιστικού συστήματος, εφόσον συνεχώς συρρικνώνεται η αναλογία των οικονομικά ενεργών (δηλαδή των απασχολούμενων και των ανέργων) έναντι των μη οικονομικά ενεργών πολιτών. Βρισκόμαστε δηλαδή σε έναν διαρκώς διευρυνόμενο φαύλο κύκλο.

Οι δείκτες βέβαια που εκτινάχθηκαν στα ύψη είναι αυτοί της ανεργίας. Το ετήσιο μέσο ποσοστό ανεργίας από 8,9% το 2006 και 12,5% το 2010, έφθασε το 27,4% το Α’ τρίμηνο του 2013 (24,7% για τους άνδρες και 31% για τις γυναίκες, που βρίσκονται πάντα στην «πρωτοπορία»). Τα γενικά όμως αυτά ποσοστά υπολογίζονται, από τη Στατιστική Υπηρεσία, για τις ηλικίες 15-75 ετών και δεν εκφράζουν την πραγματικότητα.

Για τις ηλικίες 20-44 ετών τα ποσοστά ανεργίας ανέρχονται σε 28,5% για τους άνδρες και 35,8% για τις γυναίκες. Στους νέους 15-24 ετών, από τους οποίους αναμένονται τα όποια σχέδια για απόκτηση παιδιών, τα ποσοστά είναι 54,9% για τους άνδρες και 66,3% για τις γυναίκες! Πόσο πιο ζοφερή θα μπορούσε να είναι η αποτύπωση των δημογραφικών μας προοπτικών; Οι νέοι φαίνεται ότι όχι μόνο δεν σκέπτονται τον γάμο και την απόκτηση παιδιών (η μέση ηλικία γάμου των γυναικών έχει αυξηθεί από 22,9 χρόνια το 1970 σε 28,9 χρόνια το 2011), αλλά ούτε τη συμβίωση, ούτε, συχνά, και τη δημιουργία σχέσης, και είναι γνωστό ότι επιστρέφουν ολοένα περισσότεροι για πολύ μετά τα 30 χρόνια τους στο πατρικό σπίτι, ξαναβρίσκοντας «το παιδικό τους δωμάτιο», συντηρούμενοι από γονείς ή/και παππούδες-γιαγιάδες, ή μεταναστεύουν -ίσως μόνιμα- στο εξωτερικό. Δυστυχώς, οι ερευνητές για τη μετανάστευση θα έχουν άφθονα στοιχεία από νέους με υψηλή πανεπιστημιακή μόρφωση, διασκορπισμένους σε Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία.

Η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός, λόγω ανεργίας, πλήττει κυρίως τις γυναίκες και τις μονογονεϊκές οικογένειες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας SILC (Statistics of Income and Livivng Conditions), της Ε.Ε., το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας (το όριο για κάθε χώρα καθορίζεται στο 60% της διαμέσου τού εθνικού εισοδήματος και στην περίπτωση της Ελλάδας ισοδυναμεί με 6.591 ευρώ ανά άτομο και αντιστοιχεί σε 3.430.000 άτομα, μετά μάλιστα από τις όποιες κοινωνικές παροχές), ανέρχεται στο 21,4%. Ο αριθμός αυτός όμως υπερδιπλασιάζεται στα μονογονεϊκά νοικοκυριά, με ένα τουλάχιστον παιδί, που πλήττει η ανεργία (43,2%) και που συνήθως αποτελούνται από τη μητέρα και τα παιδιά.

Αλλά ακόμη και ο χαμηλός αριθμός διαζυγίων στην Ελλάδα -χαμηλότερος στην Ε.Ε., μαζί με την Ιταλία- δεν θα πρέπει να αποδίδεται απαραίτητα στην ύπαρξη πιο έντονων οικογενειακών δεσμών, ή συντηρητικής συμπεριφοράς, σε σύγκριση με τις λοιπές χώρες της Ε.Ε., αλλά και στο οικονομικό αδιέξοδο που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες, σαν συνέπεια της αδυναμίας τους να ενταχθούν ή να επανενταχθούν στο εργατικό δυναμικό, επειδή υποκαθιστούν το κράτος πρόνοιας στη φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων μελών της οικογένειας. Σε περίπτωση διαζυγίου θα διέτρεχαν και πριν από την οικονομική κρίση, αλλά πολύ περισσότερο τώρα, μεγάλο κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Βρίσκονται λοιπόν συχνά εγκλωβισμένες σ’ έναν αποτυχημένο γάμο. Το κοινωνικό δε αυτό πρόβλημα φαίνεται να χειροτερεύει διαρκώς με την κρίση και την ανεργία, που οδηγεί σε τριβές και συγκρούσεις στα ζευγάρια πολύ συχνότερα από πριν, όπως προκύπτει από τη γραμμή SOS της Γενικής Γραμματείας Ισότητας, που δέχεται ολοένα μεγαλύτερο αριθμό τηλεφωνημάτων-καταγγελιών κακοποίησης γυναικών.

Αλλά ας επανέλθουμε στο θέμα της γονιμότητας, με τα μέτρα για την τόνωση των γεννήσεων, όπως είχαν προκύψει από τα αποτελέσματα των ερευνών του ΕΚΚΕ.

Μία αποτελεσματική πολιτική, που θα επέτρεπε στα ζευγάρια ν’ αποκτήσουν τον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν, συνίσταται σε συνδυασμό διαφόρων μέτρων που να σχετίζονται με: α) εισοδηματική πολιτική που να ευνοεί την οικογένεια με παιδιά (π.χ. ουσιαστικές φοροαπαλλαγές στις οικογένειες, ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών, παροχή επιδομάτων που να αναμορφώνονται με βάση τον δείκτη πληθωρισμού και να κλιμακώνονται ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών, ουσιαστικά επιδόματα γέννησης και φύλαξης παιδιών), β) πολιτική εναρμόνισης εργασιακής και οικογενειακής ζωής (π.χ., ρυθμίσεις για τη φύλαξη των παιδιών, ιδιαίτερα των παιδιών κάτω των δύο ετών, παροχή αμειβόμενων γονικών αδειών, μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας, με εξασφάλιση στη συνέχεια όχι μόνο της εργασίας αλλά και της θέσης στην εργασία, ενεργοποίηση του θεσμού των βοηθών μητέρων), γ) στεγαστική πολιτική (π.χ. στεγαστικά προγράμματα ειδικά σχεδιασμένα για τα νέα ζευγάρια), δ) ουσιαστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης ανεργίας.

Τα παραπάνω μέτρα είχαμε αξιολογήσει και κοστολογήσει, στην αντίστοιχη έρευνα του ΕΚΚΕ, για το σύνολο της χώρας και για τις επί μέρους περιφέρειες και νομούς με την τεχνική της ανάλυσης κόστους-οφέλους (βλ. υποσημείωση 2).

Σήμερα όμως, αυτά τα μέτρα φαίνονται εντελώς ανέφικτα. Αντί γι’ αυτά θεσπίζονται και εφαρμόζονται άλλα βάρβαρα «μέτρα», όπως η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, η μείωση ή κατάργηση σειράς επιδομάτων που προβλέπονταν από συλλογικές συμβάσεις για να διευκολύνουν τη ζωή των γυναικών και την ανατροφή των παιδιών. Παραδειγματικά αναφέρονται: η κατάργηση των επιδομάτων γάμου, βρεφονηπιακού σταθμού, παιδικής μέριμνας, κατασκήνωσης, τοκετού, γέννας και πολλών προγεννητικών εξετάσεων και η μείωση -κατά 22%- του επιδόματος φροντίδας του παιδιού για 6 μήνες μετά τον τοκετό, που ήταν ίσο με τον βασικό μισθό.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, η απόκτηση παιδιού γίνεται απαγορευτική στους νέους. Καταστρατηγείται το δικαίωμα στη μητρότητα και πολλές νέες γυναίκες δεν θα αποκτήσουν κανένα παιδί, ή θα τεκνοποιήσουν σε μεγάλη ηλικία, ή δεν θα αποκτήσουν ποτέ τον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν. Βασικό λόγο αποτελεί η ανεργία των ίδιων ή και των συντρόφων τους ή η επισφάλεια της τυχόν απασχόλησής τους (συχνά χωρίς κοινωνική ασφάλεια) και των εισοδημάτων τους. Το ήδη, πριν την κρίση, χαμηλό ποσοστό γονιμότητας αναμένεται να παρουσιάζει διαρκή επιδείνωση.

Το δημογραφικό ζήτημα μας αφορά όλους. Αποτελεί βασικό στοιχείο ενός προοδευτικού προγράμματος ανόρθωσης της κοινωνίας. Η Αριστερά θα πρέπει να ενσκύψει στο σοβαρό αυτό ζήτημα με προτάσεις για ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα δημογραφικής πολιτικής, με άξονα την ισότητα των φύλων.

Ο «υποχρεωτικός αλτρουισμός» των γυναικών, στο πλαίσιο ενός κράτους πρόνοιας «λατινικού περιθώριου», που συνεχώς εξαθλιώνεται, δεν αρκεί για να περισώσει την διαρκώς επιδεινούμενη δημογραφική εξέλιξη. Αντίθετα, φαίνεται ότι τη χειροτερεύει. Όσον αφορά δε την επίδραση της μετανάστευσης στην εξέλιξη αυτή, θα μπορούσε, βραχυχρόνια τουλάχιστον, να συμβάλει στην ανανέωση του πληθυσμού και αυτό να αποτελέσει ένα αντίβαρο στην εξαπλούμενη ξενοφοβία και τον ρατσισμό.

Τέλος, θα πρέπει άμεσα να αντιμετωπιστεί το έντονο ρεύμα αποδημίας των νέων ατόμων με υψηλή ειδίκευση, που στερούν τη χώρα από το δυναμικότερο τμήμα του πληθυσμού της, το οποίο θα συνέβαλε ουσιαστικά στην οικονομική, κοινωνική και δημογραφική της ανάκαμψη.

 

* Η Χάρις Συμεωνίδου είναι πρώην διευθύντρια Ερευνών του ΕΚΚΕ



[1] Goldstein, J. et al., 2013 “Fertility reactions to the ‘Great Recession’ in Europe: Recent evidence from order-specific data”, Demographic Research vol. 29, art. 4, pp 85-104.

[2] Τα συγκεκριμένα στοιχεία για το 2012, που θα αποτύπωναν την κρίση πολύ καθαρότερα, δεν διατίθενται ακόμη από τη Στατιστική Υπηρεσία για γραφειοκρατικoύς και πιθανόν και για άλλους λόγους.

[3] Συμεωνίδου Χ., κ.ά. (1992,1997). Κοινωνικο-οικονομικοί Προσδιοριστικοί Παράγοντες της Γονιμότητας στην Ελλάδα, τόμος Α, Β, Αθήνα: ΕΚΚΕ.

Συμεωνίδου Χ., Καβουριάρης Ε., κ.ά., (2000). Επιθυμητό και Πραγματικό Μέγεθος Οικογένειας. Γεγονότα του Κύκλου Ζωής. Μια Διαχρονική Προσέγγιση: 1983-1997, Αθήνα: ΕΚΚΕ.

Symeonidou, H., (2002). Standard Country Report Greece. Fertility and Family Surveys in Countries of the ECE Region. New York and Geneva: United Nations.

Συμεωνίδου Χ., Μαγδαληνός Μ., (2007). Πολιτικές για την Οικογένεια στις Χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ανάλυση Κόστους-Οφέλους για την Ελλάδα, Αθήνα: Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα.

 

Πηγή: Αυγή

 

Share

Γυναίκες, οι «πολυτραυματίες» της κρίσης

της Ρένας Δούρου

«Οι γυναίκες είναι τα πολλαπλά θύματα της κρίσης». Μπορεί να ακούγεται κλισέ αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που και να ήθελα να την αγνοήσω, δεν θα τα κατάφερνα. Έχω πολλές φίλες που είτε με αποχαιρετούν τα τελευταία χρόνια εγκαταλείποντας τη χώρα προς αναζήτηση εργασίας είτε βουλιάζουν προοδευτικά στα φαινόμενα που προκαλεί ακριβώς η κρίση, δηλαδή την κατάθλιψη, την εγκατάλειψη, τη βύθιση σε μια κατάσταση δίχως αύριο, παρά μόνο ένα παρατεταμένο, ανυπόφορο από όλες τις απόψεις παρόν. Ένα αφόρητο παρόν που μου θύμισε το τηλεφώνημα της φίλης μου Μαίρης Β., που με τον χειμαρρώδη της λόγο, στάθηκε και η αφορμή για τούτο το μικρό σημείωμα.

Πράγματι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στην αγορά εργασίας ή στην οικογένεια, η γυναίκα είναι εκείνη που πληρώνει πολύ ακριβά μια κρίση που δεν περιορίζεται σε αριθμούς ή στο στενά οικονομικό πλαίσιο. Από τη μείωση των εισοδημάτων ως την επιστροφή στα πατριαρχικά πρότυπα, οι συνέπειες είναι και πολλές και καταλυτικές. Και δεν χρειάζεται να διαθέτει κανείς μάστερ ή διδακτορικό για να αντιληφθεί τη νέα κατάσταση που δημιουργείται με μια κρίση, που ξεκινά από την οικονομία και εξαπλώνεται μέχρι και σε δικαιώματα που τα θεωρούσαμε δεδομένες κατακτήσεις.

Η προώθηση της ισότητας των φύλων (και από κοντά και άλλα κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα) τείνει να χάσει τη δυναμική της ως κοινωνικός στόχος, μαζί με τις έμφυλες διαστάσεις μιας κρίσης, η οποία συνεχίζεται ακάθεκτη και τίποτε δεν δείχνει φως στην άκρη του τούνελ.

Δεν θα ήταν υπερβολή, να ισχυριστεί κανείς ότι οι γυναίκες είναι οι «πολυτραυματίες» μίας κρίσης που θερίζει. Και όχι μόνο αυτό. «Πολυτραυματίες» που δεν έχουν δικαίωμα στην προσοχή και το ενδιαφέρον που τους πρέπει, ανάλογα με την κατάστασή τους. Οι εργαζόμενες, οι νέες, οι άνεργες, οι φοιτήτριες, οι άνεργες μητέρες, εκείνες που πρέπει μόνες τους να κρατήσουν το νοικοκυριό, οι συνταξιούχες, όλες τους βιώνουν τον έκτο χρόνο ύφεσης και το βάθεμα της κρίσης πολύ εντονότερα από ό,τι οι άνδρες, καθώς της υφίστανται σε πολλαπλά και παράλληλα επίπεδα.

Έτσι, δεν υφίστανται μόνο τις αμιγώς οικονομικές συνέπειες, καθώς είναι «πρωταθλήτριες» σε πολλούς τομείς, όπως στην ανεργία (65%), την ανασφάλιστη εργασία, την κακοπληρωμένη εργασία, τη μείωση της αγοραστικής δύναμης, αλλά και τις ευρύτερα κοινωνικές. Όπως, λ.χ., την αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας (ως απόρροια του οικονομικού αδιεξόδου των συντρόφων, συζύγων, αδελφών, κλπ). Ή, σε ένα άλλο επίπεδο, βιώνουν την επιστροφή, από την πίσω πόρτα, των πατριαρχικών προτύπων: η γυναίκα πρέπει να παραμένει κλεισμένη εντός των οικογενειακών τειχών, για αναπαραγωγικούς λόγους, να μην αναζητεί δουλειά στην αγορά εργασίας γιατί έτσι αυξάνει την ανεργία των ανδρών και επιπλέον «δεν επιτελεί και τον ρόλο της». Πέραν αυτού, παρατηρείται πλέον το φαινόμενο της μείωσης των γεννήσεων, όχι λόγω επιλογής, αλλά ως μια κατάσταση που επιβάλλεται από την οικονομική κρίση, σε αντίθεση π.χ. με ό,τι συνέβαινε κατά τη δεκαετία του 1980, όταν η μη απόκτηση παιδιού συνιστούσε συνειδητή, για συγκεκριμένους (ιδεολογικούς, φιλοσοφικούς) λόγους, επιλογή. Την ίδια στιγμή εκείνες που επιλέγουν να κάνουν παιδί, βρίσκονται μπροστά στα ανυπέρβλητα εμπόδια που δημιουργούν οι πολιτικές περικοπών και σκληρής λιτότητας, όπως, λ.χ., ο περιορισμός της λειτουργίας, όταν δεν υπάρχει πλήρης κατάργησή τους, των βρεφονηπιακών σταθμών των δήμων, το κλείσιμο των ολοήμερων σχολείων, της κατάργησης ΚΑΠΗ, της «συγχώνευσης» (ευφημισμός για το κλείσιμο) νοσοκομείων, δημοτικών, γυμνασίων, ΑΕΙ…

Όλα τούτα δεν είναι καινούργια. Τα έχει επισημάνει και αναλύσει πρόσφατα η Επιτροπή για την Εξάλειψη των Διακρίσεων Κατά των Γυναικών (CEDAW) του ΟΗΕ, κατά την 54η σύνοδό της στη Γενεύη, όπου εξέτασε την πορεία εφαρμογής από τη χώρα μας της αντίστοιχης σύμβασης. Τα συμπεράσματά της, που δόθηκαν στη δημοσιότητα φέτος τον Απρίλιο, δεν αφήνουν λόγους αισιοδοξίας. Δημιουργία παρατηρητηρίου για τις επιπτώσεις της κρίσης στις γυναίκες, ανάπτυξη ολοκληρωμένης πολιτικής για την ισότητα των φύλων, και άλλα σημαντικά μεν που όμως, επειδή χρειάζονται χρόνο για την εφαρμογή τους, είναι σίγουρο ότι δεν έχουν άμεσο αντίκτυπο στον Γολγοθά που βιώνουμε σήμερα ως «πολυτραυματίες» της κρίσης.

«Αυτή τη στιγμή αν δεν βρω άμεσα δουλειά, έστω και των 300 ευρώ το μήνα, ειλικρινά δεν ξέρω τι θα κάνω». Τα λόγια της Μαίρης ηχούν στο μυαλό μου ως «καμπανάκι». Ένα «καμπανάκι» για δράση, οργάνωση των δικτύων έμπρακτης αλληλεγγύης, δράσεων, οργάνωσης διαμαρτυριών, αντίστασης μέσα από κάθε φορέα, συλλογικότητα, πρωτοβουλία, προσφέρει ανάλογη δυνατότητα. Πράγματα που γίνονται αλλά που πρέπει να επιταθούν καθώς βρισκόμαστε μπροστά σε ραγδαία επιδείνωση των διακρίσεων, του ρατσισμού, του σεξισμού, σε βάρος των γυναικών, ως απότοκα της κρίσης ενός καπιταλισμού που γίνεται όλο και πιο βίαιος καθώς εισέρχεται σε αυτό που αρκετοί αναλυτές θεωρούν και το τέλος του.

Δεν έχουμε λοιπόν την πολυτέλεια να διυλίζουμε τον κώνωπα.

Βρισκόμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.

Ας δράσουμε ανάλογα.

ΥΓ.: Για την ιστορία του πράγματος: η Μαίρη μου ανακοίνωσε ότι μάζεψε ό,τι μπορούσε, άφησε τον μικρό στη μητέρα της, και φεύγει για Αυστραλία. Για έναν χρόνο τουλάχιστον…

 

Share

ΣτΠ: Η κρίση πλήττει την ίση μεταχείριση ανδρών – γυναικών στην εργασία

Τα προβλήματα που έχει επιφέρει η οικονομική κρίση στις εργασιακές σχέσεις, και ειδικά στις γυναίκες, είναι το κύριο χαρακτηριστικό στις υποθέσεις που χειρίστηκε ο Συνήγορος του Πολίτη το 2012, ενώ μητρότητα και εγκυμοσύνη εξακολουθούν να έχουν αρνητικά επακόλουθα στην επαγγελματική εξέλιξη των γυναικών και στην ανάληψη θέσεων ευθύνης.

Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία της αρχής, το μεγαλύτερο μέρος άνισης μεταχείρισης αφορά στους όρους και τις συνθήκες εργασίας με 40,8% και ακολουθεί η άνιση μεταχείριση ως προς τη λύση της σχέσης εργασίας με 30,2%. Στο 13,5% ανέρχονται οι υποθέσεις που αφορούν την άνιση μεταχείριση στις παροχές, στο 7,7% οι σεξουαλικές και άλλες παρενοχλήσεις, στο 4% η άνιση μεταχείριση προς την αμοιβή και στο 2% η άνιση μεταχείριση στην επαγγελματική- υπηρεσιακή εξέλιξη.

Η Ειδική Έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη του για την ίση μεταχείριση στην εργασία διαπιστώνει ότι, αντί η κρίση να οδηγήσει στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων όλου του δυναμικού της χώρας, τα στερεότυπα έρχονται πιο έντονα στο προσκήνιο και τείνουν να παράγουν αποκλεισμούς, απειλώντας να ακυρώσουν την όποια πρόοδο είχε συντελεστεί τα προηγούμενα χρόνια στην ίση μεταχείριση.

Η εγκυμοσύνη και η μητρότητα εξακολουθούν να επιδρούν ανασταλτικά στην εργασιακή ζωή των γυναικών, καθώς το πρόβλημα λαμβάνει την ακραία μορφή διάκρισης όταν συμβάσεις εργασίας καταγγέλλονται με αυτές τις αφορμές.

Η διαμεσολάβηση του Συνηγόρου ενεργοποιήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις καταγγελίας συμβάσεων εργασίας γυναικών, οι οποίες ανήκαν σε κάποια από τις παραπάνω κατηγορίες, ενώ σε ορισμένες επιβλήθηκε πρόστιμο από την Επιθεώρηση Εργασίας έπειτα από πρόταση της Αρχής.

Πάντως, όπως αναφέρεται στην Έκθεση, η μεγαλύτερη δυσκολία στον χειρισμό αυτών των υποθέσεων συνίσταται στην ανεύρεση αποδεικτικού υλικού, καθώς πρόκειται για υποθέσεις εκ φύσεως τους δυσαπόδεικτες. Επίσης, στον δημόσιο τομέα, όπου θα αναμενόταν να θεωρείται αυτονόητη η εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας για την ίση μεταχείριση, η ισότητα παρακάμπτεται σε ορισμένες περιπτώσεις.

Πηγή: tvxs

 

Share

Η μόνη ελπίδα: Γυναίκες, να αντισταθούμε όλες μαζί, πέρα από τα εθνικά μας σύνορα.

Το χρέος και τα μέτρα λιτότητας δεν είναι καθόλου ουδέτερα από πλευράς φύλου. Παντού στην Ευρώπη οι γυναίκες πληρώνουν το πιο υψηλό τίμημα για τις πολιτικές που επιβάλλονται στο όνομά του χρέους,  παντού πλήττονται κατ’ απόλυτη προτεραιότητα, σε όλες τις πλευρές της ζωής τους. Στη διάρκεια δύο εβδομάδων, φεμινίστριες της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Ελλάδας, της Αγγλίας και της Ουγγαρίας γύρισαν όλη τη Γαλλία και μίλησαν σε μια ντουζίνα συγκεντρώσεις  με θέμα ” Κοινωνικό κραχ, άνομο δημόσιο χρέος, λιτότητα και φεμινισμός”. Ο επόμενος σταθμός της φεμινιστικής περιοδείας θα είναι η Ισπανία. Το κείμενο που ακολουθεί είναι η εισήγηση της Σόνιας Μητραλιά σε αυτή την περιοδεία.

της Σόνιας Μητραλιά

Στην Ελλάδα, εμείς οι γυναίκες υφιστάμεθα μία πρωτοφανή ιστορική οπισθοχώρηση των δικαιωμάτων μας και της καθημερινής μας ζωής.

Και ιδού σε τι συνοψίζεται η  καθημερινή ζωή στην Ελλάδα στην εποχή της Τρόικας: ακραία ανασφάλεια και  φτώχεια, καταπίεση και  εξαρτήσεις, βία, αποκλεισμό από την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και… απελπισία!

Απελπισία, επειδή η Τρόικα και οι ντόπιοι  υπάλληλοί της  επιμένουν, σαδιστικά ξανά και ξανά σε αυτή την καταστροφική  και στείρα πολιτική , που έχει ήδη καταστρέψει το κράτος πρόνοιας σε λιγότερο από τρία χρόνια, που τίναξε στον αέρα την οικονομία, που προκάλεσε την ύφεση, και έχει εκτοξεύσει την ανεργία στα ύψη…

Οι δείκτες του χρέους είναι αμείλικτοι. Τα 299 δισεκατομμύρια δολάρια του δημόσιου χρέους  το 2009, πριν τη συμφωνία με την Τρόικα, δηλαδή το 129,3% του ΑΕΠ, ξεπέρασε τα 368 δισεκατομμύρια το 2011(169% του ΑΕΠ), όπως δείχνουν τα  επίσημα στοιχεία της κυβέρνησης, και σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις θα υπερβεί το 200% του ΑΕΠ, το 2020…

Πώς να μην απελπιζόμαστε λοιπόν, όταν η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες, υφίστανται τις καταστροφικές συνέπειες αυτών των πολιτικών, που όχι μόνο δε λύνουν το πρόβλημα του χρέους, αλλά μας βυθίζουν όλο και περισσότερο στην ανθρωπιστική κρίση και στο χάος, και όλα αυτά…για το τίποτα!

Η ζωή των γυναικών σε αυτή την Ελλάδα που κυβερνιέται από τη Τρόικα

Πρώτα απ όλα, τινάχτηκε στον αέρα το δικαίωμα στην εργασία. Με αφορμή το χρέος, αναστράφηκε η ιστορική τάση συνεχούς βελτίωσης της θέσης της γυναίκας στην αγορά εργασίας από τη δεκαετία του 1980 και μετά. Εφεξής, λοιπόν, έχουμε όχι μια προσωρινή αλλά μια ιστορικών διαστάσεων οπισθοδρόμηση: Πριν την κρίση, η ανεργία στις γυναίκες έφτανε στο 12%, ενώ σήμερα φθάνει αισίως το 29-30 %. Και στις νέες γυναίκες ηλικίας 15-24 ετών φτάνει  το 61%… μία πραγματική καταστροφή για αυτές, που συνειδητοποιούν ότι δεν έχουν πια μέλλον! Σήμερα, υπάρχουν πολλοί περισσότεροι άνεργοι (κυρίως γυναίκες) απ’ ότι εργαζόμενοι. Και το ένα τρίτο των εργαζομένων δεν πληρώνονται. Συχνά, οι πωλήτριες σε σούπερ μάρκετ πληρώνονται σε είδος.

Όσο για το δικαίωμα στην ελεύθερη μητρότητα ή στην ελεύθερη επιλογή να αποφασίζουμε εάν θέλουμε να αποκτήσουμε παιδιά, είναι κενό γράμμα. Τι ειρωνεία της ιστορίας! Σαράντα χρόνια πίσω, αγωνιζόμασταν κατά της καταναγκαστικής μητρότητας, ενώ σήμερα μας αρνούνται το δικαίωμα να αποκτήσουμε παιδί…

Η φτώχεια, η δυστυχία, η ανασφάλεια έχουν ήδη μειώσει τις γεννήσεις κατά 15%. Τρία εκατομμύρια ανασφάλιστοι Έλληνες είναι αναγκασμένοι να πληρώνουν την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη, η οποία έχει εμπορευματοποιηθεί και ιδιωτικοποιηθεί.

Ένα απλό παράδειγμα:  Εδώ και καιρό, ο τοκετός δεν είναι πια δωρεάν, και κοστίζει ακριβά, πολύ ακριβά: 800 ευρώ o  φυσικός τοκετός, και  1600 η καισαρική.

Να τι λέει μία πρόσφατη ανακοίνωση του  -μάλλον συντηρητικού- Ιατρικού Συλλόγου Ελλάδος: «Είναι ένα καθημερινό δράμα που έγκυες γυναίκες έρχονται να γεννήσουν με καισαρική, αλλά δεν το μπορούν επειδή δεν έχουν να πληρώσουν». «Αυτές οι γυναίκες πρέπει τότε να γεννήσουν στο δρόμο, με κίνδυνο να πεθάνουν ή να δώσουν ζωή σε ένα παιδί που θα είναι ανάπηρο εφόρου ζωής».

Επιπλέον, ακόμη και αυτές που μπορούν να πληρώσουν, «γεννούν σε μερικά νοσοκομεία χωρίς την παρουσία γυναικολόγου, καθώς υπάρχει έλλειψη προσωπικού, λόγω των περικοπών»!

Η ληστεία του αιώνα!

Υπάρχουν όμως και χειρότερα. Ολάκερο το ελληνικό Κράτος Προνοίας έχει καταστραφεί. Το αποτέλεσμα είναι ότι όλες οι δημόσιες υπηρεσίες που επωμιζόταν προηγουμένως το Κράτος, από τους βρεφονηπιακούς σταθμούς μέχρι τα γηροκομεία ή ακόμη και αυτή η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη να τις φορτώνονται τώρα… οι γυναίκες στην οικογένεια! Κι όλα αυτά, χωρίς αμοιβή, χωρίς καν να τους αναγνωρίζεται αυτή η απλήρωτη εργασία. Μια εργασία πραγματικά αστρονομικής αξίας, σε κάτι που θα μπορούσαμε δίκαια να  αποκαλέσουμε… μεγαλύτερη ληστεία του αιώνα!

Τα τεράστια ποσά που εξοικονομούνται από αυτή την τυπικά νεοφιλελεύθερη επιχείρηση, πηγαίνουν απευθείας στην αποπληρωμή του χρέους. Γιατί; Επειδή, σύμφωνα με το νεοφιλελεύθερο δόγμα, πρέπει να δοθεί απόλυτη προτεραιότητα στην ικανοποίηση των πιστωτών και των τραπεζιτών, και όχι  στις στοιχειώδεις ανάγκες των πολιτών.

Έχετε ακούσει ποτέ να μιλούν για όλα αυτά; Όχι, κανείς δεν κάνει τον κόπο ούτε καν να αναφέρει αυτήν την κολοσσιαία ληστεία εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ.

Λοιπόν, είναι γεγονός πως μόνο τα πρώτα και κύρια θύματα αυτής της επιχείρησης, δηλαδή εμείς οι γυναίκες, μπορούμε να μιλήσουμε, να καταγγείλουμε, και κυρίως να κινητοποιηθούμε και να αγωνιστούμε ενάντια σε αυτήν τη ληστεία. Κι αυτό γιατί δεν πρόκειται απλά και μόνο για την όλο και πιο απλήρωτη εργασία, αλλά επίσης και κυρίως για τη  γενική επίθεση κατά των δικαιωμάτων που έχουμε κατακτήσει με τους αγώνες μας σε αυτά τα τελευταία 40 χρόνια.

Όμως, υπάρχει κάτι παραπάνω. Μία τέτοια ιδιωτικοποίηση των δημοσίων υπηρεσιών χάρη στην απλήρωτη εργασία των γυναικών, πρέπει να δικαιολογηθεί ιδεολογικά προκειμένου να γίνει αποδεκτή. Να λοιπόν γιατί οι γυναίκες παρουσιάζονται ως «φύσει» αφιερωμένες στις οικογένειές τους, στους συζύγους τους, στα παιδιά τους και στα οικιακά.

Γιατί; Επειδή, λένε, αυτή είναι η «αποστολή» τους, η «αποστολή» των γυναικών,  να είναι οι υπηρέτριες των άλλων και στη περίπτωσή μας, να είναι το υποκατάστατο ενός Κράτους Προνοίας που έχει πια διαλυθεί.

Γνωρίζετε πολύ καλά το όνομα αυτού του ιδεολογικού περιτυλίγματος, αυτού του πολιτικού άλλοθι: Το όνομά του είναι πατριαρχία, και μάλιστα, το χειρότερο είδος της παλιάς καλής πατριαρχίας, που, στις μέρες μας, πάει χέρι-χέρι με την πιο πρόσφατη και συγχρόνως, την πιο βάρβαρη έκφραση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού…

Αυτό το πάντρεμα καπιταλισμού και πατριαρχίας μεταφράζεται σε κάτι πολύ συγκεκριμένο. Στο  ότι έχουμε μία μόνο επιλογή: να υπηρετούμε! Να υπηρετούμε , να φροντίζουμε και να αναθρέφουμε, να θρέφουμε και να καθαρίζουμε τα βλαστάρια μας, τους ηλικιωμένους μας, τους γιους μας, τους αδελφούς και τους συζύγους μας, που είναι άνεργοι, όλους εκείνους που δεν μπορούν πια να έχουν το δικό τους διαμέρισμα και αναγκάζονται να στοιβάζονται στο ίδιο σπίτι.

Μήπως, όμως έχουμε να κάνουμε, απλώς, με μία επιστροφή στις εστίες; Με μία επιστροφή στην δεκαετία του ΄50, πριν από τις φεμινιστικές κατακτήσεις, σε ένα οικογενειακό μοντέλο βασισμένο στο ζευγάρι, με τον άνδρα να δουλεύει στο εργοστάσιο και την γυναίκα στο σπίτι; Δεν αποκλείεται η κοινωνική κατάρρευση, μια κοινωνία ανέργων, χωρίς κοινωνικό κράτος, χωρίς κοινωνία πολιτών, να γεννήσουν μία οικογένεια που τείνει να πισωγυρίσει σε μία πιο αρχαϊκή μορφή κοινοτικής ζωής, προς ένα είδος φάρας ή φυλής όπου δεν θα υπάρχουν πια καθόλου ατομικά δικαιώματα για μας.


Γιατί χαραμίζεται μια ολάκερη κοινωνία;

Γιατί όλα αυτά; Επειδή αυτά τα χρήματα πρέπει να πάνε κατά προτεραιότητα και αυτόματα στην αποπληρωμή των δανειστών τους!

Κι έπειτα, θα μας ρωτήσετε, μα γιατί όλα αυτά; Ποια λογική διέπει αυτές τις πολιτικές που σπέρνουν την δυστυχία και καταστρέφουν μία ολάκερη κοινωνία; Γιατί αυτό το κοινωνικό χαράμισμα;

Η απάντησή μας είναι κατηγορηματική: επειδή δεν πρέπει να ικανοποιηθούν κατά προτεραιότητα οι ανάγκες των πολιτών, αλλά εκείνες των πιστωτών και των τραπεζιτών!

Ναι, ήταν τον Φλεβάρη του 2012 που  το Eurogroup, δηλαδή αυτοί που κυβερνούν σήμερα την Ευρώπη, επέβαλλε στην Ελλάδα, όχι μόνο να εγγράψει στο Σύνταγμα της την απόλυτη προτεραιότητα των πιστωτών αλλά και το τερατώδες μέτρο να ανοίξει ένα κλειστό τραπεζικό λογαριασμό στο Λουξεμβούργο, στον οποίο θα κατατίθεται η  λεγόμενη «βοήθεια» της Ευρώπης στην Ελλάδα … που η Ελλάδα δεν θα μπορεί  καν να αγγίξει.

Αυτό συνιστά μία πραγματική αντεπανάσταση παγκόσμιας εμβέλειας. Γιατί; Επειδή  μέχρι αυτό τον μοιραίο Φλεβάρη του 2012, το Διεθνές Δίκαιο είχε για θεμέλιο μια απαραβίαστη αρχή, την αρχή της «Κατάστασης Ανάγκης», που επιβάλλει στις κυβερνήσεις όλου του κόσμου να δίνουν προτεραιότητα στην ικανοποίηση των βασικών αναγκών των πολιτών τους, δηλαδή στην Υγεία, στην Παιδεία, στην Πρόνοια κλπ. Αυτό, λοιπόν, που επιβάλει το Eurogroup στην Ελλάδα, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα αλλά όλο το κόσμο!

Γιατί; Επειδή συνιστά ένα προηγούμενο, που αποσκοπεί να καταστρέψει την αρχή της Κατάστασης Ανάγκης, και να την αντικαταστήσει με αυτήν της προτεραιότητας των δανειστών.

Είναι σαν να  μας λένε κυνικά, «μπορείτε να πεθάνετε, εμείς δεν δίνουμε δεκάρα, γιατί το μόνο πράγμα που μας ενδιαφέρει είναι να εξυπηρετήσουμε τα συμφέροντα των πιστωτών και τίποτα άλλο.

Και το μέλλον της δημοκρατίας στην Ελλάδα και στην Ευρώπη;

Ωστόσο, αυτές οι πολιτικές η πολιτική δεν έχουν για μοναδικό αποτέλεσμα την τερατώδη φτωχοποίηση των Ελλήνων. Στην πραγματικότητα, αυτές οι πολιτικές δολοφονούν το μέλλον της δημοκρατίας στην  Ελλάδα και στην Ευρώπη. Γεννούν ένα κόσμο τυφλής βίας, έναν κόσμο χωρίς κανόνες, μια ζούγκλα, όπου το χειρότερο είναι δυνατό. Αυτός ο κόσμος στρώνει το έδαφος στην άκρα δεξιά και στους φασίστες, στα εγκλήματά τους ενάντια στις ελευθερίες, στις εθνικές και σεξουαλικές μειονότητες, στο μίσος τους ενάντια στις γυναίκες και στα φεμινιστικά δικαιώματα.

Θα γίνει, άραγε, η Ελλάδα, και εργαστήρι της απολυταρχικής βίας; Όχι μόνο αρχίζουμε να  συνηθίζουμε στη βίαιη ζωή,  στην αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή, αλλά είναι και η πολιτική που γίνεται ολοένα και πιο βίαιη, ενώ την ίδια ώρα μπαίνουν σε αμφισβήτηση κατακτήσεις, όπως η απαγόρευση των βασανιστηρίων από το κράτος  καθώς αποτελούν πια καθημερινό φαινόμενο.

Λίγες μέρες πριν τις εκλογές του Μάη και προκειμένου να τις κερδίσουν, δύο σοσιαλδημοκράτες υπουργοί διαβόητοι για την άγρια καταστολή των διαδηλώσεων ενάντια στην Τρόικα και τη διάλυση του συστήματος Υγείας,  σκηνοθέτησαν το θλιβερό δημόσιο  θέαμα  ενός πραγματικού λυντσαρίσματος εκδιδόμενων οροθετικών γυναικών (που πίστευαν ότι είναι αλλοδαπές). Με τη δημοσίευση των φωτογραφιών τους στο διαδίκτυο και την τηλεόραση, οι αρχές καλούσαν το λαό  να χαφιεδίζει προκειμένου να συλληφθούν εκείνες  που, σύμφωνα με τους υπουργούς, «αποτελούν μια υγειονομική ωρολογιακή βόμβα”, “μολύνουν τη κοινωνία με μεταδοτικές ασθένειες” και σκοτώνουν με AIDS τους έλληνες  οικογενειάρχες. Η κοινή γνώμη εξοικειώθηκε  για μια ακόμη φορά  με το ρατσιστικό μίσος και το σεξισμό.

Από την άλλη πλευρά, ένας υποψήφιος του νέο-ναζιστικού κόμματος «Χρυσή Αυγή», επιτέθηκε σε δύο βουλευτίνες της αριστεράς, μέσα σε τηλεοπτικό στούντιο, και μάλιστα στη διάρκεια ζωντανής εκπομπής, κατά την προεκλογική περίοδο της περασμένης άνοιξης. Αυτή η πράξη βίας, αντί να προκαλέσει κύμα αγανάκτησης και αποστροφής, δημιούργησε, αντιθέτως, μεγάλο κύμα λαϊκής συμπάθειας και οδήγησε στην εκλογική νίκη της Χρυσής Αυγής, που είναι, σήμερα, τρίτο κόμμα, σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις. Χαρακτηρίζοντας τους μετανάστες «υπανθρώπους», και μάλιστα στη διάρκεια συνεδρίασης στην ελληνική Βουλή, το ίδιο νέο-ναζιστικό κόμμα έχει ήδη στο ενεργητικό του πολλές αιματηρές επιθέσεις εναντίον μεταναστών, πιθανώς και φόνους, καθώς και επιθέσεις κατά των Ρομά των ομοφυλοφίλων, των αριστερών και των εθνικών μειονοτήτων! Και καθώς πρεσβεύει την πρόσβαση στα κοινωνικά δικαιώματα (βρεφονηπιακοί σταθμοί, διατροφή, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, αλληλεγγύη) μόνο για τους Έλληνες, είναι φυσικό η Χρυσή Αυγή να επιτίθεται περιοδικά σε παιδικούς σταθμούς ή ακόμα και σε νοσοκομεία, με το διακηρυγμένο στόχο να διώξει με τη βία  τους «ξένους», ώστε να κάνει χώρο στους Έλληνες!

Τι πρέπει να κάνουμε πριν είναι πολύ αργά; Πώς να αντισταθούμε στη νεοφιλελεύθερη μάστιγα και στην άνοδο του φασισμού και του ολοκληρωτισμού; Πώς να αντιμετωπίσουμε τον εκβιασμό του χρέους και τα εφιαλτικά μέτρα λιτότητας, πώς να αμυνθούμε κατά της βίας;

Καταρχήν, έχουμε κατεπειγόντως ανάγκη να μην μείνουμε μόνες. Έχουμε ανάγκη από βοήθεια, από την ενεργό αλληλεγγύη των κοινωνικών και φεμινιστικών κινημάτων της Ευρώπης. Πρέπει καθεμία από εμάς, στην χώρα της, να παλέψει ενάντια στις ίδιες ελευθεροκτόνες πολιτικές λιτότητας, που τις εμπνεύστηκαν και τις εφαρμόζουν οι ίδιοι εχθροί.

Με λίγα λόγια, πρέπει να αντισταθούμε όλες μαζί, πέρα από τα εθνικά μας σύνορα.

Ναι, πρέπει να το πούμε δυνατά και καθαρά: πρέπει να χτίσουμε ένα μαζικό ευρωπαϊκό γυναικείο κίνημα ενάντια στη λιτότητα, αλλά και ενάντια στο άνομο χρέος, που βρίσκεται στη ρίζα των προβλημάτων μας.

 

Μετάφραση από τα γαλλικά: Δήμητρα Αγγελοπούλου

 

 

 

Share

Δίκαιη εργασία και «βιώσιμη ζωή»: Η υπόθεση της Ευρώπης

Η Christa Wichterich, θεωρητικός και ακτιβίστρια του φεμινισμού, συγγραφέας του βιβλίου «Η παγκοσμιοποιημένη γυναίκα: Καταγραφές από ένα μέλλον ανισότητας» (The Globalised Woman: Reports From A Future Of Inequality), 2000, μελετά τις εργασιακές σχέσεις όπως διαμορφώνονται σε συνθήκες κρίσης του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος. Παρουσιάζοντας μία συνολική θεώρηση των πολύπλευρων κοινωνικών συνεπειών και της κοινωνικής ανισότητας, που οι νέες κυρίαρχες μορφές επισφαλούς εργασίας δημιουργούν -ειδικότερα από τη σκοπιά της αναπαραγωγής διακρίσεων φύλου και της φυλής-, προτείνοντας ένα ριζοσπαστικό μοντέλο που θα ανατρέψει τις κυρίαρχες σχέσεις εργασίας συνδεόμενο με τα χειραφετησιακά προτάγματα του φεμινισμού, αλλά και του αντιρατσιστικού κινήματος.

Μετάφραση του κειμένου: Αλίκη Κοσυφολόγου, Χρυσάνθη Χειμώνα

 

της Crista Wichterich

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με το φαινόμενο της αναδιάρθρωσης της εργασίας εξαιτίας των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Η ιδέα της ασφαλούς και αξιοπρεπούς εργασίας και της πλήρους απασχόλησης (η οποία ήταν προορισμένη για τους άντρες που κερδίζουν το ψωμί και όχι για τις γυναίκες) ήταν συνδεδεμένη με το διάσημο ευρωπαϊκό μοντέλο του κοινωνικού κράτους, το οποίο σταδιακά εξαφανίζεται.

Σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, σε διαφορετικό βαθμό, οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με τη συρρίκνωση της αγοράς εργασίας, την ισοπέδωση της εργατικής νομοθεσίας και της κοινωνικής προστασίας. Οι λόγοι γι’ αυτά είναι:

Α. Εξαιτίας των υψηλών ρυθμών παραγωγικότητας και της τεχνολογίας, όλο και λιγότεροι άνθρωποι χρειάζονται για την παραγωγή μεγάλου αριθμού προϊόντων. Ακόμα και στις χώρες όπου είναι υψηλά τα ποσοστά της ανάπτυξης, η ανάπτυξη αυτή είναι κυρίως ανάπτυξη χωρίς εργασία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας να αντισταθμίσει τις απώλειες θέσεων εργασίας που προέκυψαν από την αποβιομηχανοποίηση, ενισχύοντας τον τομέα της γραφειοκρατίας και της παροχής υπηρεσιών. Όμως, όπως φαίνεται, κάτι τέτοιο δεν πραγματοποιήθηκε.

Β. Ο αναπτυξιακός ανταγωνισμός στην παγκόσμια αγορά και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές της απορρύθμισης, καθώς και οι ιδιωτικοποιήσεις, άσκησαν μεγάλη πίεση με σκοπό τη μείωση του κόστους εργασίας. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει σε αύξηση της ανασφάλιστης, περιστασιακής και επισφαλούς εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των μισθολογικών περικοπών και του παγώματος των μισθών και σε συνδυασμό με την ολοένα και λιγότερη κοινωνική προστασία. Αρχικά οι μετανάστες και οι γυναίκες αποτέλεσαν την εφεδρεία για την εργασιακή επισφάλεια. Αλλά σήμερα και οι άντρες, και οι υψηλά ειδικευμένοι/ες επιστήμονες – άντρες και γυναίκες – πλήττονται από την ευελιξία και από την επισφάλεια, όπως επίσης έντονα θίγεται η μορφωμένη νεολαία.

Γ. Βεβαίως, η περικοπή των δαπανών είναι κύρια, αιτία για τη διάλυση του δημόσιου τομέα, που έχει οδηγήσει στη μείωση των θέσεων εργασίας και την υποβάθμιση της κοινωνικής πολιτικής. Η νέα μορφή δημόσιας διοίκησης αναπτύσσει τις αρχές του βιομηχανικού εξορθολογισμού στην ανάπτυξη των μη βιομηχανικών τομέων και των κοινωνικών υπηρεσιών που δίνουν προτεραιότητα στην ποσότητα σε βάρος της ποιότητας. Οι δημόσιες υπηρεσίες και υποδομές, από τις μεταφορές μέχρι την παροχή νερού σε νηπιαγωγεία και παιδικούς σταθμούς, έχουν ιδιωτικοποιηθεί. Οι πολιτικές λιτότητας οδηγούν σε περαιτέρω περικοπές στις επενδύσεις στα δημόσια αγαθά και στις κοινωνικές υπηρεσίες.

Δ. Το αυξανόμενο έλλειμμα στις αναδιανεμητικές πολιτικές, σε συνδυασμό με την κατάρρευση της κοινωνικής προστασίας και ένα φορολογικό σύστημα που απαλλάσσει από τα βάρη τους πλούσιους και τα μετακυλίει, στους φτωχούς πλαισιώνεται από μια αγοραία αντίληψη περί ατομικής ευθύνης: ο καθένας και η καθεμία επιχειρούν ατομικά στη ζωή τους. Αυτός ο αυξανόμενος κοινωνικός ανταγωνισμός, η καθόλου αναδιανομή και η όλο και λιγότερη αλληλεγγύη έχουν ως αποτελέσματα τον πολλαπλασιασμό των κοινωνικών ανισοτήτων, την εκτώχευση μεγάλων μερίδων του πληθυσμού και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό μιας κοινωνικής μειοψηφίας, σε πρωτοφανή επίπεδα μέσα στην κρίση.

Ε. Ολόκληρη η οικονομία της αγοράς λειτουργεί επειδή εκτός της αγοράς, τα νοικοκυριά και οι κοινότητες, οι άνθρωποι – πλειοψηφία εκ των οποίων είναι οι γυναίκες – φροντίζουν για την κοινωνική αναπαραγωγή. Η Ευρώπη, αντιμετωπίζει μία σειρά κρίσεων στην κοινωνική αναπαραγωγή: διαρκώς αυξανόμενη ανάγκη για τους μεγαλύτερους, έλλειψη των υποδομών για τη φροντίδα των παιδιών, ένας ολοένα και αυξανόμενος αριθμός ανέργων που υποφέρουν από κατάθλιψη για κοινωνικούς λόγους, ανασφάλεια των συντάξεων και το υψηλό κόστος των υπηρεσιών κ.ά. O διαρκώς αυξανόμενος αριθμός του μεταναστευτικού εργατικού πληθυσμού κάλυψε τα κενά στη φροντίδα των ηλικιωμένων στην Ευρώπη δημιουργώντας μία υπερεθνική αλυσίδα φροντίδας η οποία βασίζεται στην ανεπίσημη, επισφαλή και ακραία κακοπληρωμένη απασχόληση. Οι άνθρωποι από την Πολωνία έρχονται στη Δυτική Ευρώπη με σκοπό την εργασία, όταν γυναίκες από την Ουκρανία πηγαίνουν στην Πολωνία για να καλύψουν, με τη σειρά τους, τα κενά στη φροντίδα, τοποθετούμενες σε μία ακόμη πιο χαμηλή μισθολογική κλίμακα.

ΣΤ. Η κρίση έχει διογκώσει όλες αυτές τις τάσεις. Δε τις δημιούργησε. Η κρίση που πυροδοτήθηκε σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Ισπανία έχει οδηγήσει σε μία ανησυχητική αύξηση των επιπέδων της ανεργίας στις χώρες αυτές. Το 25% του πληθυσμού είναι άνεργοι, το 50% εκ των οποίων είναι νέοι/ες. Το 1/3 του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Επίσης αυξάνεται διαρκώς το φαινόμενο της υπεραπασχόλησης σε δύο ή τρεις «μικροδουλειές».

Ζ. Η κρίση έχει προκαλέσει πολλαπλασιασμό του παράπλευρου κοινωνικού κόστους υπονομεύοντας καταλυτικά το επίπεδο της ποιότητας της ζωής. Η κατάσταση που τείνει να παγιωθεί «απαιτεί» περισσότερη απλήρωτη εργασία, κυρίως από τις γυναίκες, έτσι ώστε να αντισταθμιστεί η απώλεια των θέσεων εργασίας, του εισοδήματος και της κοινωνικής προστασίας.

Το γενικό αίσθημα που έχει δημιουργήσει η συγκεκριμένη κρίση, ακόμη και σε χώρες που δεν έχουν πληγεί τόσο βαριά από τις συνέπειες, είναι ανασφάλεια και επισφάλεια της εργασίας, της ποιότητας ζωής και της κοινωνικής προστασίας.

Η δικαιοσύνη στον άδικο κόσμο της εργασίας

Προχωρώντας στη σκιαγράφηση της έννοιας της δίκαιης εργασίας, θα διερευνήσω τα κριτήρια της δικαιοσύνης στην εργασία σε σχέση με την εργασία των γυναικών, η οποία έχει κοινά σε μεγάλο βαθμό με την εργασία των μεταναστών. Η τοποθέτησή μου αφορά τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο είναι θεμιτό να γίνουν κάποιοι συσχετισμοί με την κατάσταση που έχει επικρατήσει στον ευρύτερο χώρο της Ασίας.

1. Το πρώτο κριτήριο για τη δικαιοσύνη είναι η διανομή εργασίας και απασχόλησης και συγκεκριμένα σε σχέση με τον έμφυλο καταμερισμό της εργασίας. Είναι ακόμη γεγονός ότι οι άντρες κάνουν τα 2/3 της έμμισθης εργασίας και το 1/3 της απλήρωτης εργασίας στην κοινωνία, όταν οι γυναίκες κάνουν το 1/3 της έμμισθης εργασίας. Οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ισότητα των φύλων στοχεύουν σε ένα μοντέλο «ενήλικου» εργαζόμενου. Ο στόχος μέχρι το 2010, ο οποίος τελικά επιτεύχθηκε, ήταν να πλησιάσει η γυναικεία απασχόληση το ποσοστό του 60%, ενώ ο επόμενος στόχος για το 2020 είναι το 75%.

Τις περασμένες δεκαετίες, οι γυναίκες στη δυτική και στη νότια Ευρώπη εισέρχονταν μαζικά στην αγορά εργασίας, ωστόσο, εξαιτίας της απορρύθμισης και της νεοφιλελευθεροποίησης, η ευέλικτη και ανεπίσημη εργασία αυξήθηκε και το μοντέλο της εργασίας του άνδρα – κουβαλητή επανεμφανίστηκε. Στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης – εκτός από τη Σκανδιναβία, την Ανατολική Ευρώπη και τη Γαλλία, έγινε μία παράδοξη ενσωμάτωση και συμπερίληψη με άδικους και άνισους όρους. Η γυναικεία εργασία στο μεγαλύτερο μέρος της είναι περιστασιακή και εποχική ημιαπασχόληση, αρκετές απ’ αυτές τις θέσεις εργασίας προέρχονται από τον κακοπληρωμένο τομέα των υπηρεσιών φροντίδας, όταν η γυάλινη οροφή προς διευθυντικές – στελεχικές θέσεις παραμένει. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εργασίας (ΙLO), οι γυναίκες αποτελούν το 70% των φτωχών εργαζομένων. Δεν υπήρξε μεγάλη αλλαγή αναφορικά με τον έμφυλο καταμερισμό της εργασίας, ούτε με το χάσμα των πληρωμών πάλι με έμφυλα κριτήρια, το οποίο παραμένει κατά μέσο όρο στο 15%, ενώ στη Γερμανία και στη Αυστρία κυμαίνεται στο 23%.

Με στόχο να επιτρέψουν τη “συμφιλίωση” της έμμισθης εργασίας και της παροχής υπηρεσιών φροντίδας στο σπίτι, η Ε.Ε. διαμόρφωσε στους αποκαλούμενους “στόχους” της Μπαρτσελόνα, το ότι το 2010 όλες οι υπηρεσίες που αφορούν την φροντίδα των παιδιών – για το 1/3 των παιδιών κάτω των τριών ετών και για το 90% όλων των παιδιών προσχολιικής ηλικίας- πρέπει να παρέχονται δωρεάν. Στη δυτική και τη νότια Ευρώπη ποτέ δεν πλησίασαν στην υλοποίηση αυτού του στόχου. Εξαιτίας των πολιτικών λιτότητας, των περικοπών στις κοινωνικές υπηρεσίες και τις περαιτέρω ιδιωτικοποιήσεις, οι κοινωνικές παροχές θα συρρικνωθούν ακόμη περισσότερο, πράγμα που σημαίνει: θα ασκηθεί ακόμη μεγαλύτερη πίεση στο νοικοκυριό και ειδικότερα στις γυναίκες να υπαναχωρήσουν σε σχέση με τις πιο δίκαιες μορφές καταμερισμού εργασίας στο σπίτι, τις οποίες μπορεί να έχουν κατακτήσει.

2. Το δεύτερο κριτήριο δικαιοσύνης που θα ήθελα να διερευνήσω είναι το εξής: Πώς η δουλειά αξιολογείται και αποτιμάται; Η κρίση έφερε στην επιφάνεια με αποκαλυπτικό τρόπο τις τεράστιες διαφορές μεταξύ μισθών και εισοδημάτων στην Ευρώπη. Από τη μία μεριά, σκανδαλώδεις αμοιβές και μπόνους για τραπεζίτες και μεσάζοντες και, από την άλλη μεριά, επισφαλής απασχόληση, περιστασιακή εργασία και χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας στον τομέα της καθαριότητας, της φροντίδας των ηλικιωμένων καθώς και στον τομέα της οικιακής εργασίας. Η περισσότερη από αυτή την εργασία είναι εργασία μεταναστών. Το 2009, σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. επενδύθηκαν τεράστια ποσά για τη διάσωση των τομέων που χαρακτηρίζονται ως “κομβικοί’ για το σύστημα (ή απλώς πολύ μεγάλοι για να αποτύχουν), όπως συγκεκριμένα οι τράπεζες και οι εξαγωγικές βιομηχανίες. Στην κορυφαία στιγμή της κρίσης, οι εργαζόμενες/οι στα νηπιαγωγεία της Γερμανίας, των οποίων η εργασία είναι κακοπληρωμένη και δεν φτάνει στα επίπεδα ούτε του βασικού μισθού, κατέβηκαν σε απεργία με το ερώτημα της σχέσης της δουλειάς τους με την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος.

Αυτό πυροδότησε μία πρωτόγνωρη φεμινιστικοποίηση των εργατικών αγώνων: αυξημένες κοινωνικές λειτουργοί, οικονόμοι, μαίες και δασκάλες που διαμαρτύρονται και απαιτούν αναγνώριση και καλύτερη πληρωμή για την εργασία τους, η οποία είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή της κοινωνίας και την οικονομία. Στην Ισπανία και την Πορτογαλία, επισφαλείς εργάτριες διαφόρων τομέων -από την οικιακή εργασία μέχρι τη σεξουαλική εργασία και τις τηλεφωνήτριες- οργανώθηκαν και εξερεύνησαν νέους, εκτός σωματείων τρόπους να διαμαρτυρηθούν ώστε να αποκτήσουν ορατότητα και αναγνώριση.

Αυτές οι διαμαρτυρίες επισημαίνουν ότι η εργασία φροντίδας θεωρείται χαμηλής αξίας επειδή θεωρείται τυπικά γυναικεία, όπου δεν είναι δυνατή μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας, εννοώντας ότι είναι επικερδής μόνο όταν πληρώνονται χαμηλοί μισθοί. Οι διαμαρτυρίες και οι απεργίες των κοινωνικών λειτουργών τονίζουν την ανάγκη να επαναξιολογηθούν η εργασία και οι οικονομικοί τομείς.

3. Εργασία εκτός αγοράς, στο νοικοκυριό και την κοινότητα, για επιβίωση και κοινωνική αναπαραγωγή, απλήρωτη και εθελοντική, δεν θεωρείται «σωστή» δουλειά. Η εργασία φροντίδας εκλαμβάνεται ως μη παραγωγική και μη δημιουργούσα αξία, απλώς μίας «φυσική» γυναικεία δεξιότητα. Ακόμη και στο μέλλον, η απλήρωτη και εθελοντική εργασία θα είναι απαραίτητη για την κοινωνική αναπαραγωγή και τη λειτουργία της οικονομίας. Η αύξηση σε ελαστικές και επισφαλείς μορφές εργασίας κάνει αδύνατο να σχεδιαστούν διαχωριστικές γραμμές μεταξύ επίσημης και ανεπίσημης, ασφαλούς και ανασφαλούς, πληρωμένης και απλήρωτης εργασίας.

Η εθελοντική και η εργασία αλληλεγγύης αποτελούν αναντικατάστατη στρατηγική επιβίωσης και υποστήριξης -ιδιαίτερα σε κατάσταση κρίσης. Μπορεί να είναι πυρηνική για άλλα οικονομικά παραδείγματα που οδηγούν σε μια οικονομία αλληλεγγύης. Γι’ αυτό είναι προϋπόθεση και θέμα δικαιοσύνης το να εκτιμούμε όλες τις μορφές εργασίας, εκτός αγοράς, είτε πρόκειται για απλήρωτη φροντίδα είτε εθελοντική εργασία στην κοινότητα, ως παραγωγική και αξίας επειδή παράγουν, διατηρούν και αναπαράγουν τη ζωή και διασφαλίζουν την κοινωνική προστασία.

Προτάσεις

Σε αυτήν την πολλαπλή κατάσταση κρίσης -κρίση επικερδούς εργασίας και κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής- οι κοινωνίες πρέπει να ξαναοργανώσουν και να αναδιαμορφώσουν τα συστήματα εργασίας και χρειάζονται νέες ιδέες εξασφάλισης βιοπορισμού, βασικών αναγκών, βασικού εισοδήματος και κοινωνικής ασφάλισης. Από φεμινιστική οπτική, μια στροφή στην ευρωπαϊκή Ιστορία, στην αποκαλούμενη πλήρη απασχόληση και τη μισθωτή εργασία που βασίζεται στο κοινωνικό σύστημα ευημερίας δεν είναι ούτε εφικτό ούτε επιθυμητό, επειδή οι γυναίκες και οι μετανάστες/ριες εξαιρούνταν σε μεγάλο βαθμό.

Όταν συντάσσουμε πρόχειρα πολιτικές προτάσεις για την εργασία και τον βιώσιμο βιοπορισμό, πρέπει να σκεφτούμε έντονα και πολύ περισσότερο έξω από το «κουτί», ακόμη και πηγαίνοντας πέρα από συμβατικές απαιτήσεις, οι οποίες επικεντρώνονται μόνο στην αγορά και τη μισθωτή εργασία.

Η φροντίδα και η κοινωνική αναπαραγωγή δεν είναι ιδιωτικά, αλλά πολιτικά ζητήματα επειδή σχετίζονται με την επιβίωση της κάθε κοινωνίας. Η εργασία εκτός αγοράς πρέπει να εκτιμηθεί και να επαναξιολογηθεί. Ένας κοινός παρονομαστής των Γερμανών υπαλλήλων στους παιδικούς σταθμούς και των επισφαλών στην Ισπανία, οι οικιακοί εργαζόμενοι/ες σε όλον τον κόσμο που συνέταξε τη σύμβαση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας για την οικιακή εργασία και το δίκτυο των γυναικών της νοτίου Ασίας που εξέφρασε πρόσφατα στη διακήρυξή του στο Νεγκόμπο: «όλες οι γυναίκες είναι εργάτριες και δικαιούνται κοινωνική ασφάλεια» σημαίνει ότι η εργασία φροντίδας -πληρωμένη, απλήρωτη ή εθελοντική- θα έπρεπε να αναγνωρίζεται ως κανονική εργασία, ως άξια και παραγωγική δουλειά. Δύο συγκεκριμένα αιτήματα συνδέονται με αυτό: α) η απλήρωτη φροντίδα και εργασία επιβίωσης θα έπρεπε να δικαιοδοτεί σε κοινωνική προστασία β) η κατάργηση της επισφάλειας της εργασίας φροντίδας σημαίνει πλήρη εργασιακά δικαιώματα για τις εργάτριες που πληρώνονται, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστριών.

Οι πολιτικές θα έπρεπε να εξισορροπούν την παραγωγή και την κοινωνική αναπαραγωγή, την αγορά και τις οικονομίες των νοικοκυριών και να μην αφήνουν την υποχρέωση του ισοσκελίσματος στα ιδιωτικά νοικοκυριά, συγκεκριμένα στις γυναίκες. Μια λογική πολιτική ίσων ευκαιριών πρέπει να φτάσει την αγορά και τα νοικοκυριά, πέραν της πληρωμένης και της απλήρωτης οικονομίας. Οικονομικά προσιτές και προσβάσιμες δημόσιες υποδομές για την κοινωνική αναπαραγωγή αποτελούν ένα παγκόσμιο κοινωνικό δικαίωμα. Ιδρύματα φροντίδας συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων εκπαίδευσης και υγείας θα έπρεπε να είναι δημόσιες και να μην υπόκεινται στη νεοφιλελεύθερη λογική της απόδοσης, εννοώντας: Όχι στην ιδιωτικοποίηση των σχολείων και της παροχής νερού. Όχι στην εμπορευματοποίηση των αγαθών, αλλά ανάκτηση των αγαθών στα δημόσια χέρια.

Αν θέλουμε να αλλάξουμε το σύνολο του άδικου συστήματος της αξιολόγησης και της κατανομής της εργασίας, θα πρέπει να απευθυνθούμε και στις δύο πλευρές. Κατώτατοι μισθοί για τις μίζερα πληρωμένες εργάτριες φροντίδας είναι αναγκαίοι, αλλά όχι αρκετοί. Θα έπρεπε να υπάρχει όχι μόνο «πάτος» στους μισθούς αλλά επίσης και κορυφή στο εισόδημα, μέγιστοι μισθοί μέσω ενός προοδευτικού φορολογικού συστήματος χρειάζεται να ανταποκρίνονται στους κατώτατους μισθούς ώστε να γίνει το σύνολο του συστήματος αξιών πιο ισορροπημένο και η κοινωνική ανισότητα να περιοριστεί. Δεν υπάρχει δικαιοσύνη στη δουλειά χωρίς δίκαιη φορολογία.

Αν απαιτούμε ίσες ευκαιρίες και ίση πληρωμή για τις γυναίκες στην αγορά εργασίας, θα έπρεπε να ζητήσουμε ίσες ευκαιρίες και ίση πληρωμή για τους άντρες στην οικονομία φροντίδας, με γυναίκες στις αίθουσες συνεδριάσεων και άντρες να αλλάζουν πάνες και να φροντίζουν τους ηλικιωμένους γονείς τους. Το δικαίωμα στη φροντίδα σημαίνει: πληρωμένη άδεια σε όλους/ες τους/ις υπαλλήλους, συμπεριλαμβανομένης μη μεταφερόμενης άδειας πατρότητας στους πατέρες. Ένας μηχανισμός λογικών πολιτικών ισότητας θα ήταν μια ανακατανομή της πληρωμένης και της απλήρωτης εργασίας μεταξύ των φύλων και μεταξύ των κοινωνικών τάξεων εμφυτευμένο σε ένα εκτενές δημόσιο σύστημα φροντίδας. Πληρωμένη και απλήρωτη εργασία φροντίδας πρέπει να μοιραστούν πιο ίσα μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ ατόμων και κοινοτήτων, σπάζοντας έτσι τα έμφυλα στερεότυπα και τους μηχανισμούς απαξίωσης των γυναικών, των μεταναστών/ριών εργατών/ριών και της εργασίας φροντίδας. Δεν υπάρχει εργασιακή δικαιοσύνη χωρίς έμφυλη δικαιοσύνη.

Συνοψίζοντας: υπάρχει επείγουσα ανάγκη για μια αντίληψη που να σχετίζεται με την εργασία η οποία να υπαινίσσεται έναν επανορισμό, μια επαναξιολόγηση και μια ανακατανομή της εργασίας που να βασίζεται σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Γι’ αυτό απαιτούμε μια αλλαγή στις πολιτικές, αλλά χρειαζόμαστε μια αλλαγή της νοοτροπίας μας εξίσου. Είναι χρέος μας ως οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών να εργαστούμε, να διαπραγματευτούμε και να αγωνιστούμε για τέτοια νέα κοινωνικά συμβόλαια, τα οποία περιλαμβάνουν και αξιοποιούν όλη την εργασία που χρειάζεται κάθε κοινωνία.

* Η Crista Wichterich είναι θεωρητικός και ακτιβίστρια του φεμινισμού, συγγραφέας του βιβλίου «Η παγκοσμιοποιημένη γυναίκα: Καταγραφές από ένα μέλλον ανισότητας» (The Globalised Woman: Reports From A Future Of Inequality), 2000

Πηγή: Αυγή


Share

Έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για το ποσοστό φτώχειας στη χώρα: θύμα τα μονογονεϊκά νοικοκυριά

της Δήμητρας Σπανού

Σύμφωνα με ανακοίνωση της Στατιστικής Αρχής, το 21,4% του συνολικού πληθυσμού της Χώρας απειλείται από τη φτώχεια, όπως προκύπτει από τη δειγματοληπτική έρευνα εισοδημάτων και συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών για το έτος 2011. Επίσης, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας μαζί με όλες τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (κοινωνικά επιδόματα, συντάξεις) ανέρχεται σε 24,8%. Αν όμως αυτά κοπούν, τότε ανέρχεται στο πραγματικά εντυπωσιακό 44,9%. Στη μείωση του ποσοστού φτώχειας συμβάλλουν κυρίως οι συντάξεις, με ποσοστό 20,1%, τις οποίες οι κυβερνήσεις του μνημονίου κάνουν ειλικρινή αγώνα για να εξαφανίσουν.

Μερικά από τα στοιχεία που ξεχωρίζουν:

Σύμφωνα με την έρευνα, το κατώφλι του κινδύνου φτώχειας ανά άτομο βρίσκεται στα 6.591,00 ευρώ και για νοικοκυριά με δυο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών στα 13.842,00 ευρώ. Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 901.194 και τα μέλη τους σε 2.341.400.

Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά ηλικίας 0-17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 23,7% και είναι υψηλότερος κατά 2,3 ποσοστιαίες μονάδες από το αντίστοιχο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού.

Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών υπολογίζεται σε ποσοστό 23.6% και είναι αυξημένος κατά 2,3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2010.

Ο πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται σε 3.403.000 άτομα.

Ο πληθυσμός που διαβιεί σε νοικοκυριά που δεν εργάζεται κανένα μέλος ή εργάζεται λιγότερο από 3 μήνες συνολικά το έτος ανέρχεται σε 837.300 άτομα, ενώ στο προηγούμενο έτος (2010) ανερχόταν σε 544.800 άτομα.

Ο πληθυσμός που απειλείται από τη φτώχεια είναι κυρίως:

– Άνδρες άνεργοι (48,4%)
– Μονογονεϊκά νοικοκυριά με, τουλάχιστον, ένα εξαρτώμενο παιδί (43,2%)
– Λοιποί μη οικονομικά ενεργοί (εκτός συνταξιούχων (30,0%)
– Νοικοκυριά με έναν ενήλικα ηλικίας 65 ετών και άνω (29,7%)
– Μονοπρόσωπα νοικοκυριά με μέλος θήλυ (25,8%)
– Παιδιά ηλικίας 0-17 ετών (23,7%)

Μερικά πρώτα σχόλια

Όλα τα παραπάνω στοιχεία είναι εντυπωσιακά και μιλούν από μόνα τους. Ειλικρινά προσπαθώ να καταλάβω ποιές ομάδες δεν κινδυνεύουν από τη φτώχεια. Όμως το πιο λυπηρό είναι τα ποσοστά φτώχειας για τα παιδιά και για τους ηλικιωμένους. Δύο ομάδες ευαίσθητες και ευάλωτες, που χρειάζονται τη φροντίδα και την πρόνοια,  αν και για πολύ διαφορετικούς λόγους. Είνια κρίμα για την κοινωνία μας αυτές οι ομάδες να υποφέρουν.

Έπειτα θα πρέπει να σημειωθεί πως αν και, όπως φαίνεται και παραπάνω, οι γυναίκες που μένουν μόνες βρίσκονται ανάμεσα στις ομάδες υψηλού κινδύνου, τα ποσοστά κινδύνου σε σχέση με τους άντρες έχουν μικρή διαφορά. Συνολικά για τις γυναίκες φτάνει το 21,9% ενώ για τους άντρες το 20,9% και για τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά 25,8% και 24,% αντίστοιχα.

Το μεγάλο πρόβλημα εντοπιζεται στα μονογονεϊκά νοικοκυριά καθώς ο κίνδυνος φτώχειας ανέρχεται σε 43,2%, τη στιγμή που για τις οικογένειες με δύο γονείς και ένα παιδί ανέρχεται σε 17,7%. Για αυτή την εξέλιξη δύο σύντομες σκέψεις: από τη μια η συντριπτική πλειοψηφία των μονογονεϊκών οικογενειών έχει γυναίκα αρχηγό. Δεύτερον, όσο προχωράει η κρίση ουσιαστικά τιμωρούνται κάποιες άλλες επιλογές πέρα από την παραδοσιακή οικογένεια – ασχέτως φύλου. Το διαζύγιο ή η επιλογή ανατροφής παιδιών εκτός γάμου, παρά τα όποια προβλήματα, όπως τα αυξημένα βάρη, αποτελούν μια συνειδητή επιλογή ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Μέσα από την έρευνα συμπεραίνουμε πως η μείωση των εισοδημάτων, η ανεργία, οι περικοπές, η απουσία κράτους πρόνοιας και οποιασδήποτε παρόμοιας δομής φαίνεται πως έχει χτυπήσει ασύμμετρα αυτή την επιλογή. Άραγε, αυτές οι οικογένειες πώς επιβιώνουν;

 

 

Share

Η κρίση ως πρόκληση για τις φεμινίστριες

της Μαρίας Καραμεσίνη*

Ζούμε στην Ευρώπη τη μεγαλύτερη από το 1929 δομική κρίση του αναπτυγμένου καπιταλισμού, οι δε λαοί των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας τη ζουν με ιδιαίτερα δραματικό τρόπο. Αυτή η κρίση είναι ακόμη σε εξέλιξη, εφόσον τα δομικά της αίτια δεν έχουν αντιμετωπιστεί ακόμα. Ανάμεσα στους κύριους πόλους της παγκόσμιας οικονομίας, η ΕΕ αποτελεί το κύριο προπύργιο της μονεταριστικής και νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας. Μετά από μία διετία μεγάλης ύφεσης 2008-2009 και μία σύντομη περίοδο ανάκαμψης, οι πολιτικές λιτότητας και διάλυσης του κοινωνικού κράτους, που εφαρμόζονται σήμερα στις περισσότερες χώρες μέλη της, έχουν βυθίσει την ΕΕ σε νέα ύφεση από το τέλος του 2011. Η επανεμφάνιση της ύφεσης έχει ως αποτέλεσμα την άνοδο της ανεργίας, την επιδείνωση της κρίσης χρέους και τον κλυδωνισμό της ευρωζώνης που κινδυνεύει με διάλυση.

Στο πλαίσιο αυτό, η ορθότητα της συνταγής της δημοσιονομικής εξυγίανσης αμφισβητείται όχι μόνο από τους πληττόμενους λαούς και τα κοινωνικά κινήματα, αλλά από έναν ολοένα αυξανόμενο αριθμό διανοοουμένων και πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο. Πουθενά η αποτυχία της συνταγής και η ανάγκη για πολιτική εναλλακτική λύση δεν είναι πιο εμφανής από ό, τι στην Ελλάδα, με το τεράστιο κοινωνικό κίνημα διαμαρτυρίας των δύο τελευταίων χρόνων και το θεαματικό αποτέλεσμα του ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες εκλογές. Η ανάγκη για προοδευτική εναλλακτική λύση υπαγορεύεται επίσης – με αρνητικό τρόπο – από την απειλητική εκλογική άνοδο της ναζιστικής άκρας δεξιάς.

Ένα εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο εξόδου από την κρίση δεν διαπνέεται εξ ορισμού από ένα όραμα για μια κοινωνία ισότητας των φύλων και γυναικείας απελευθέρωσης από όλες τις μορφές ανδρικής καταπίεσης στην ιδιωτική και δημόσια σφαίρα. Ούτε εμπεριέχει οπωσδήποτε προτάσεις άμεσου ή μακροπρόθεσμου πολιτικού, ιδεολογικού, οικονομικού και κοινωνικού μετασχηματισμού προς αυτή την κατεύθυνση. Για παράδειγμα, η φεμινιστική οπτική έλειψε από το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ στις δύο πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις, για λόγους που συνδέονται με την υποβάθμιση της ισότητας των φύλων και της απελευθέρωσης των γυναικών μεταξύ των στόχων του πολιτικού σχεδίου της ριζοσπαστικής αριστεράς και με την περιθωριοποίηση των φεμινιστριών στους κόλπους του.

Σε τί μας χρησιμεύει η οπτική του φύλου για την ανάλυση της κρίσης; Ποιες είναι οι διαφορετικές επιπτώσεις της ελληνικής κρίσης σε άνδρες και γυναίκες; Ποιες είναι οι προκλήσεις της εποχής μας για τις φεμινίστριες γενικά και τις αριστερές φεμινίστριες της Ευρώπης ειδικότερα; Αυτά είναι τα ζητήματα που θα επιχειρήσω να προσεγγίσω στη συνέχεια.

Ελληνική κρίση και διάσταση/οπτική του φύλου

Από τον Μάιο 2010, η Ελλάδα εφαρμόζει το πιο αυστηρό πρόγραμμα οικονομικής και δημοσιονομικής προσαρμογής στην ΕΕ και ένα από τα πιο αυστηρά που έχει ποτέ επιβάλει το ΔΝΤ στην ιστορία του. Η «θεραπεία σοκ» έχει οδηγήσει σε σωρευτική μείωση του ΑΕΠ κατά 17% μέσα σε δυόμισι χρόνια. Η ανεργία έχει φτάσει το 24,5% (επίσημα στοιχεία), οι ονομαστικοί μισθοί στον ιδιωτικό τομέα έχουν ήδη μειωθεί κατά περίπου 20%, ενώ στο δημόσιο τομέα κατά 35% περίπου, ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων δεν καλύπτεται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και υπηρεσίες υγείας και δεν ασφαλίζεται για σύνταξη και υγεία, η επισφαλής κατάσταση των μεταναστών έχει χειροτερέψει δραματικά – όχι μόνο από οικονομική άποψη – ενώ η φτώχεια επεκτείνεται ραγδαία.

Πριν την κρίση, η ανεργία των γυναικών ανέρχονταν στο 12%. Σήμερα έχει φθάσει στο 28%. Το ανδρικό ποσοστό ανεργίας ανέβηκε από το 5% στο 22%. Η ανεργία στις νέες γυναίκες 15-24 ετών ανέρχεται σήμερα στο 61% έναντι 46,5% στους νεαρούς άνδρες. Μια πραγματική κοινωνική καταστροφή, ενώ η ελληνική νεολαία συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει μέλλον γι ‘αυτήν στη χώρα. Η ανεργία των γυναικών δεν τροφοδοτείται μόνο από απολύσεις. Πολύ μεγάλος αριθμός γυναικών, στις ηλικίες των 30, 40 και 50, που προηγουμένως δεν αναζητούσαν εργασία, μπήκαν στην αγορά εργασίας για να ενισχύσουν το συρρικνούμενο οικογενειακό εισόδημα. Οι περισσότερες εντάχθηκαν τις στρατιές των ανέργων.

Όσον αφορά την καταστροφική εξέλιξη της απασχόλησης, ενώ η κρίση ξεκίνησε από την οικοδομή και τη μεταποίηση, με πρώτο θύμα την ανδρική απασχόληση,  η τεράστια μείωση των εισοδημάτων που προέκυψε από την άνοδο ανεργίας και τις πολιτικές άγριας λιτότητας, περικοπών και φορολόγησης οδήγησε στη συρρίκνωση του τομέα των υπηρεσιών, που συγκέντρωνε το 79% των εργαζόμενων γυναικών πριν την έναρξη της κρίσης. Αυτή η συρρίκνωση έβαλε τη γυναικεία απασχόληση στο μάτι του κυκλώνα. Στο δημόσιο τομέα, οι απολύσεις συμβασιούχων έπληξαν πολύ περισσότερο τις γυναίκες απ’ ότι τους άνδρες, ο δραστικός περιορισμός των προσλήψεων έθαψε τις επαγγελματικές προοπτικές χιλιάδων νέων μορφωμένων γυναικών που επικρατούσαν έναντι των ανδρών στις προσλήψεις κατά τη δεκαετία του 2000, ενώ οι αλλαγές στο συνταξιοδοτικό σύστημα ώθησαν πρόωρα στη σύνταξη πολλές γυναίκες υπαλλήλους μέσης ηλικίας.

Η γυναικεία απασχόληση έχει μειωθεί κατά 14% από την αρχή της κρίσης, ενώ το ποσοστό του γυναικείου πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας που απασχολείται από 49% σε 42%. Αν και οι αντίστοιχες μειώσεις στους άνδρες ήταν ακόμα μεγαλύτερες, αυτό που έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία να τονίσουμε είναι ότι η τρέχουσα κρίση στην Ελλάδα και οι καταστροφικές πολιτικές που ακολουθούνται από το 2010 στο όνομα της εξόδου απ’ αυτήν όχι μόνο έχουν αντιστρέψει την τάση διαρκούς ποσοτικής και ποιοτικής βελτίωσης της συμμετοχής των γυναικών στην αμειβόμενη εργασία, που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, αλλά έχουν οδηγήσει σε ραγδαία οπισθοδρόμηση. Όσον αφορά τις μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις, οι άνδρες πλήττονται περισσότερο από τις μειώσεις στις υψηλές κλίμακες, ενώ οι γυναίκες από τις μειώσεις στις κατώτατες κλίμακες όπως και από τις θεσμικές αλλαγές που ρυθμίζουν τις κατώτατες αποδοχές: μείωση κατώτατου μισθού και βασικών μισθών συλλογικών συμβάσεων, αναστολή της επέκτασης συλλογικών συμβάσεων σε μη συνδικαλισμένους κλπ.

Διαφορετικές επιπτώσεις ανά φύλο παρατηρούνται επίσης και στις θεσμικές αλλαγές και περικοπές στους τομείς της ασφάλισης, της υγείας, της κοινωνικής φροντίδας. Ο κύριος στόχος της τελευταίας μεταρρύθμισης του συστήματος συντάξεων ήταν η αντιμετώπιση της οικονομικής του κατάρρευσης, με τη δραστική περικοπή των δικαιωμάτων των συνταξιούχων. Ενώ αυτές οι περικοπές αφορούν και τα δύο φύλα, η αύξηση της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης θα είναι πολύ μεγαλύτερη στις γυναίκες, ενώ το νέο σύστημα υπολογισμού του ύψους της σύνταξης με βάση τις αποδοχές ολόκληρου του εργάσιμου βίου τις τιμωρεί περισσότερο, διότι αυτές έχουν κατά μέσο όρο πολύ βραχύτερο ιστορικό εργασίας και ασφάλισης από τους άνδρες (υψηλότερος κίνδυνος και μεγαλύτερης διάρκειας ανεργίας, αποχωρήσεις από το εργατικό δυναμικό λόγω ανατροφής παιδιών, μεγαλύτερη συμμετοχή στην ανασφάλιστη εργασία κλπ.). Οι αναθεωρήσεις της λίστας φαρμάκων και διαγνωστικών εξετάσεων και της συμμετοχής των ασφαλισμένων είχαν σημαντικές επιπτώσεις για τις γυναίκες. Για παράδειγμα, η συμμετοχή των εγκύων στις εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου αυξήθηκε από 0% στο 25% και όλων των γυναικών για υπέρηχο μαστού και μικροβιολογικές εξετάσεις κολπικού υγρού από 0% στο 100%.

Από την άλλη, τα αλλεπάλληλα πακέτα μέτρων υπονομεύουν τη διαθεσιμότητα, προσβασιμότητα και ποιότητα των κοινωνικών υπηρεσιών για μια σειρά από λόγους: μειωμένη χρηματοδότηση, δραστικός περιορισμός του αριθμού των συμβασιούχων παντού, των αναπληρωτών και ωρομισθίων καθηγητών στα σχολεία, μη αντικατάσταση των μονίμων υπαλλήλων που βγαίνουν στη σύνταξη,  συγχωνεύσεις δημόσιων σχολείων και νοσοκομείων, καθυστέρηση πληρωμής προμηθευτών ιατρικού και υγειονομικού υλικού στα νοσοκομεία, περικοπή εφημεριών γιατρών κλπ. Οι δημόσιες υπηρεσίες φροντίδας παιδιών απειλούνται λόγω της δραστικής περικοπής των οικονομικών πόρων των δήμων, σε μια εποχή όπου οι μεσαίου εισοδήματος οικογένειες δεν μπορούν πλέον να αγοράσουν ιδιωτικές υπηρεσίες φροντίδας και αναζητούν μια θέση σε δημόσιο βρεφονηπιακό σταθμό ή νηπιαγωγείο. Μετατόπιση της κοινωνική ζήτησης από ιδιωτικές σε δημόσιες υπηρεσίες παρατηρείται και στον τομέα της εκπαίδευσης και της υγείας.

Η μείωση του εισοδήματος των μεσαίων τάξεων έχει αρνητικές επιπτώσεις και στην απασχόληση των γυναικών μεταναστριών ως καθαρίστριες και φροντίστριες παιδιών και ηλικιωμένων, ενώ είναι βέβαιο ότι οι υπηρεσίες υποκαθίστανται με απλήρωτη οικιακή εργασία και ότι το μεγαλύτερο μέρος της το επωμίζονται οι γυναίκες. Οι ίδιες κυρίως καλούνται να τα φέρουν βόλτα με το μειωμένο οικογενειακό εισόδημα και να απορροφήσουν τις τριβές, εντάσεις και την ενδοοικογενειακή βία που προκύπτουν από τη μακροχρόνια ανδρική ανεργία και την κρίση που αυτή επιφέρει στην ανδρική ταυτότητα. Ως εκ τούτου, η κρίση ενισχύει τη σημασία της καθολικής πρόσβασης στη δημόσια υγεία, εκπαίδευση και κοινωνική φροντίδα ως καθοριστικό δίχτυ προστασίας των φτωχότερων και των υπό εκπτώχευση κοινωνικών στρωμάτων από όλα τα αρνητικά επακόλουθα της δραστικής μείωσης των εισοδημάτων.

Αξίζει να θυμίσουμε ότι η ισότητα στην εκπαίδευση και την αμειβόμενη εργασία, η απασχόληση στο δημόσιο τομέα και η κοινωνική φροντίδα αποτέλεσαν ιστορικά και συνεχίζουν να αποτελούν κοινές για όλες τις χώρες προϋποθέσεις για την οικονομική ανεξαρτησία και την απελευθέρωση των γυναικών από την ανδρική εξουσία και καταπιεστικούς κοινωνικούς ρόλους και πρότυπα. Οι κατακτήσεις αυτές δεν ήταν το φυσιολογικό προϊόν μιας γενικής κοινωνικής εξέλιξης και των κοινωνικών αγώνων αλλά αποτέλεσμα μακρόχρονων αγώνων του γυναικείου κινήματος και των ίδιων των γυναικών για αλλαγή νοοτροπιών, εξουσιαστικών πρακτικών και καταπιεστικών θεσμών. Η σημερινή καταστροφική πορεία της απασχόλησης και η συντελούμενη διάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων, του δημόσιου τομέα και του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα δεν προκαλεί μόνο γενική κοινωνική οπισθοδρόμηση. Υπονομεύει και τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίχθηκε τα τελευταία χρόνια η πρόοδος των γυναικών ως προς την οικονομική ανεξαρτησία και τον αυτοπροσδιορισμό.

Όπως και στην Ελλάδα, έτσι και στις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. η οικονομική κρίση έχει μέχρι σήμερα πλήξει περισσότερο την ανδρική απασχόληση, αλλά οι γυναίκες εξακολουθούν να βρίσκονται σε πολύ χειρότερη θέση στην αγορά εργασίας απ’ ότι οι άνδρες. Επίσης, παντού, η κρίση αντέστρεψε την τάση συνεχούς βελτίωσης της θέσης των γυναικών στην αγορά εργασίας, που παρατηρήθηκε τις προηγούμενες δεκαετίες. Οι γυναίκες κατά κανόνα πληρώνουν περισσότερο από τους άνδρες τις περικοπές στο κοινωνικό κράτος και τη συρρίκνωση της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα, ενώ η ενδοοικογενειακή βία εις βάρος τους αυξάνεται – φαινόμενο γνωστό και από προηγούμενες κρίσεις

Προκλήσεις για τις φεμινίστριες

Αν ο φεμινισμός ως κίνημα στοχεύει στην ανατροπή των εξουσιαστικών σχέσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών και της εκμετάλλευσης, καταπίεσης και υποτίμησης που υφίστανται οι γυναίκες μέσα στις ανδροκεντρικές-πατριαρχικές κοινωνίες, η σύγχρονη φεμινιστική σκέψη είχε ενσκήψει τις τελευταίες δεκαετίες στη μελέτη της διαπλοκής φύλου-τάξης-φυλής/εθνικής προέλευσης και των διαφορετικών εμπειριών καταπίεσης, εκμετάλλευσης και υποτίμησης που έχουν οι διαφορετικές ομάδες γυναικών από την ιδιωτική και δημόσια πατριαρχία. Η τρέχουσα παγκόσμια κρίση, προϊόν της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, οξύνοντας στο έπακρο τις ταξικές αντιθέσεις, τείνει να υπαγάγει τις αντιθέσεις φύλου στις τελευταίες.  Αποτελεί μία νέα πρόκληση όχι μόνο για τη φεμινιστική σκέψη αλλά και τη φεμινιστική πρακτική.

Στην τρέχουσα κρίση, η επίθεση στο δημόσιο τομέα και το κοινωνικό κράτος απειλεί καίρια της κατακτήσεις των γυναικών στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στις χώρες που εφαρμόζουν τις πιο σκληρές πολιτικές λιτότητας. Με αφορμή την κρίση χρέους της χώρας της, η αργεντίνα φεμινίστρια οικονομολόγος Βαλέρια Εσκιβέλ έγραφε ότι, σε συνθήκες δομικής κρίσης, θα πρέπει πρώτα να δημιουργηθεί ο αναγκαίος «πολιτικός χώρος» και «χώρος πολιτικής» ώστε οι όποιες εναλλακτικές λύσεις να καταστούν εφικτές. Εννοούσε ότι μόνο η κοινωνική και πολιτική παρέμβαση των μαζών μπορεί να διευρύνει τα κατεστημένα όρια άσκησης πολιτικής και να εκβάλει σε ριζοσπαστικές λύσεις. Το ερώτημα είναι αν φεμινίστριες στην Ευρώπη είναι σήμερα πρόθυμες να συμμετάσχουν, μαζί με άλλα προοδευτικά κοινωνικά κινήματα και πολιτικές δυνάμεις, στη δημιουργία αυτών των χώρων και στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων.

Η πρόκληση για τις αριστερές φεμινίστριες είναι να δείξουν ότι σε καιρούς δομικής κρίσης του καπιταλισμού, δεν μπορεί να υπάρξει μέλλον για την ισότητα των φύλων και τη γυναικεία απελευθέρωση εν απουσία ενός εναλλακτικού σχεδίου εξόδου από αυτήν. Είναι επίσης πρόκληση να πείσουν ότι αυτή η εναλλακτική λύση θα πρέπει να περιλαμβάνει την πλήρη αναδιοργάνωση όχι μόνο της παραγωγής, αλλά και της κοινωνικής αναπαραγωγής, καθώς και την αναμόρφωση των σχέσεων των δύο φύλων, των ρόλων φύλου και των αξιών στην οικογένεια, την οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική ώστε η εναλλακτική λύση να είναι προς όφελος γυναικών και ανδρών.

Ήδη, πέραν της καταγγελίας των καταστροφών που προκαλούν οι νεοφιλελεύθερες συνταγές εξόδου από την κρίση, πάρα πολλές φεμινίστριες διεθνώς συγκλίνουν στην ανάγκη ενσωμάτωσης στα εναλλακτικά προγράμματα εξόδου από την κρίση της πρότασης δημιουργίας μιας «οικονομίας φροντίδας» μέσα από δημόσιες επενδύσεις στις κοινωνικές υποδομές. Ιδέα που θεμελιώνεται στην αρχή της «οικονομίας των αναγκών» και έρχεται να αντιμετωπίσει τις αυξανόμενες ανάγκες φροντίδας των ηλικιωμένων σε κοινωνίες με γρήγορη δημογραφική γήρανση. Άλλες φεμινίστριες εργάζονται πάνω στο τρόπο που προώθηση της «πράσινης οικονομίας» θα ευνοεί εξίσου άνδρες και γυναίκες. Όπως και τα υπόλοιπα κινήματα, στη κρίση που ζούμε, το φεμινιστικό κίνημα αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις. Η μεγαλύτερη είναι να δείξει ότι η ισότητα των φύλων δεν είναι είδος πολυτελείας για καιρούς οικονομικής άνθησης, αλλά απαράγραπτος στόχος πάλης στο σήμερα, στο όνομα των αρχών που θέλουμε να διέπουν την κοινωνία που επιδιώκουμε να οικοδομήσουμε.

*Ευρωπαϊκή Αριστερά, Θερινό Πανεπιστήμιο
Πορταριά, 17 -22 Ιουλίου 2012
Ημέρα για το Φύλο: Εναρκτήρια Ομιλία – 17 Ιουλίου 2012
Share