Subscribe via RSS Feed

Tag: "πόλεμος"

Παλεύοντας σε όλα τα μέτωπα: Η αντίσταση των γυναικών στη Συρία

palestinh

της Leila al Shami

Καθώς έπεφτε το ανατολικό Χαλέπι, από το σφυροκόπημα του καθεστώτος, τις ρωσικές αεροπορικές επιδρομές και την εισβολή στο έδαφος των ελεγχόμενων από το Ιράν πολιτοφυλακών, μία νεαρή γυναίκα διακινδυνεύει τα πάντα για να επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο τη φρίκη των τελευταίων ημερών στο απελευθερωμένο τμήμα της πόλης.

Η Lina Shamy είναι στα είκοσί της. Είναι μία από τους πολλούς θαρραλέους ακτιβιστές που χρησιμοποιούν τα social media για να περιγράψουν τον τρόμο που προκλήθηκε στους πολίτες που βρέθηκαν παγιδευμένοι στην πολιορκημένη, ανταρτοκρατούμενη περιοχή, χωρίς ασφαλές μέρος να διαφύγουν. Εγκλωβισμένοι στις πιο τραγικές συνθήκες, περιβάλλονται από το θάνατο και την καταστροφή, με barrel bombs, βόμβες χλωρίου και φωσφόρου να πέφτουν βροχή από τον ουρανό. Όπως είναι γνωστό, οι ακτιβιστές δεν μπορούν να καταφύγουν στις περιοχές του καθεστώτος, όπου οι πολίτες από το ανατολικό Χαλέπι έχουν πυροβοληθεί, συλληφθεί ή έχουν επιστρατευτεί με τη βία και αποσταλεί στην πρώτη γραμμή του πολέμου. Το δικό τους παιχνίδι, είναι αυτό της αναμονής.

Τη στιγμή που γράφω, καθώς άλλη μία συμφωνία κατάπαυσης του πυρός καταρρέει, η Lina μόλις δημοσίευσε ένα βίντεο στο Twitter. Στέκεται πάνω σε ένα μπαλκόνι, κρατάει τη φωτογραφική μηχανή με το ένα χέρι, υπό τον ήχο των αμείλικτων βομβαρδισμών στο παρασκήνιο. «Το εγκληματικό καθεστώς Άσαντ και οι Ιρανοί έχουν σπάσει την κατάπαυση του πυρός και επέστρεψαν για να επιτεθούν σε αμάχους», μας λέει. Σε ένα άλλο βίντεο καταγγέλλει τη διεθνή κοινότητα για την αποτυχία της να ανταποκριθεί στον ανθρώπινο πόνο που κατάπιε τη Συρία. «Δεν είναι δικαίωμά μας … ως επαναστάτες που αρνηθήκαμε την καταπίεση και τη δουλεία, που καλέσαμε για ελευθερία και αξιοπρέπεια για να αντιμετωπίσουμε αυτό το άδικο καθεστώς με τις φωνές μας και τις ειρηνικές διαδηλώσεις, να μην εκτιθόμαστε σε συλλήψεις ή στα χειρότερα είδη βασανισμού ή δολοφονίας ή εκτοπισμού;» αναρωτιέται. Ωστόσο, παρά τη φρίκη και την εκκωφαντική σιωπή διεθνώς γύρω από την εξάλειψη του Ελεύθερου Χαλεπίου, διατηρεί την πίστη ότι οι άνθρωποι θα ξεσηκωθούν, θα δείξουν την αλληλεγγύη τους και θα καλέσουν τους πολιτικούς ηγέτες σε δράση. Στις 12 Δεκεμβρίου, καθώς τρομακτικές αγριότητες είχαν διαπραχθεί σε όλη την πόλη, απευθύνθηκε στην Twitterόσφαιρα: «Άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, μην κοιμάστε! Μπορείτε να κάνετε κάτι! Διαμαρτυρηθείτε τώρα!»

Η Lina δεν συμμορφώνεται στα τεμπέλικα δυτικά (ιμπεριαλιστικά) στερεότυπα για τις Σύριες μουσουλμάνες γυναίκες ως αδύναμες και υποτακτικές, ως στερούμενες οποιασδήποτε ενεργητικότητας, καταπιεσμένες πάνω απ’ όλα από τη δική τους κουλτούρα και θρησκεία. Ούτε συμμορφώνεται με την οριενταλιστική απεικόνιση της αντιπολίτευσης στον Άσαντ, σαν να είναι όλοι τρελαμένοι τζιχαντιστές μαχητές. Αυτή είναι μια ισχυρή, επαναστάτρια, Άραβας γυναίκα. Δεν δέχεται ούτε την εγχώρια τυραννία του Άσαντ, ούτε την εισβολή ξένων δυνάμεων κατοχής. Μέσω της εμφάνισης της στην κάμερα, απορρίπτει προκλητικά τα παραδοσιακά κοινωνικά ήθη, που συχνά καθιστούν τις γυναίκες αόρατες ή σιωπηλές. Δικός της αγώνας, είναι ένας αγώνας ενάντια στο φασισμό, τον ιμπεριαλισμό και την πατριαρχία.

Μακριά από το να είναι στο περιθώριο, οι γυναίκες ήταν στην πρώτη γραμμή της πολιτικής αντίστασης στο καθεστώς Άσαντ. Κατά τις πρώτες ημέρες της επανάστασης, πριν επιδεινωθεί η κατάσταση της ασφάλειας, θα μπορούσε να τις δει κανείς στους δρόμους σε μεγάλους αριθμούς, να διαμαρτύρονται ενάντια στο κράτος και την κτηνωδία του. Οι γυναίκες έχουν διαδραματίσει βασικό ρόλο στην επαναστατική οργάνωση. Οι δύο μεγαλύτεροι συνασπισμοί βάσης που αναδύθηκαν το 2011 ιδρύθηκαν και οι δύο από γυναίκες: οι τοπικές επιτροπές συντονισμού (LCCs) από την Razan Zeitouneh, και η Γενική Επιτροπή της Συριακής επανάστασης από την Suhair Attassi. Οι LCC, ήταν ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα της οριζόντιας οργάνωσης της νεολαίας και αντιπροσώπευε το καλύτερο από τα ιδανικά της επανάστασης: ήταν χωρίς αποκλεισμούς, δημοκρατικές και μη σεχταριστικές. Γυναίκες συμμετείχαν ενεργά στις επιτροπές που οργάνωσαν την πολιτική ανυπακοή και αργότερα την ανθρωπιστική βοήθεια, και επίσης συμμετείχαν στα μέσα ενημέρωσης που ανέλαβαν οι LCC για να επικοινωνήσουν τα μηνύματα της επανάστασης προς τον έξω κόσμο. Στο Χαλέπι, το Ραδιόφωνο Naseem ιδρύθηκε ως ο πρώτος ανεξάρτητος ραδιοφωνικός σταθμός γυναικών. Η δημοσιογράφος Zaina Erhaim από το Ιντλίμπ, εν τω μεταξύ, εκπαίδευσε πολλές γυναίκες στη δημοσιογραφία των πολιτών και βοήθησε στην καθιέρωση ενός Blog Γυναικών με έδρα τη Δαμασκό. Το blog περιλαμβάνει ιστορίες με αξιόλογες γυναίκες από όλα τα κοινωνικά στρώματα που έχουν ανταποκριθεί στην επανάσταση και στον πόλεμο με αφοσίωση και δημιουργικότητα.

Οι γυναίκες ήταν, επίσης, στην πρώτη γραμμή της αντίστασης σε μερικές από τις πιο ακραίες ισλαμιστικές πολιτοφυλακές που γιγαντώθηκαν σε ισχύ, καθώς η Συρία καιγόταν. Κάποιες από αυτές, έχουν εφαρμόσει κατασταλτικά μέτρα σε βάρος των γυναικών, όπως αυστηρούς κώδικες ένδυσης. Η Razan Zeitouneh, μαζί με τους ακτιβιστές Samira Khalil, Wael Hamadeh και Nazem Hammadi, απήχθη τον Δεκέμβριο του 2013, πιθανότατα από την ένοπλη ομάδα της αντιπολίτευσης, Jaish al Islam. Η Razan, χωρίς μαντίλα στο κεφάλι και έντονα ανεξάρτητη ακτιβιστής για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ασκούσε ισχυρή κριτική όχι μόνο εναντίον του καθεστώτος, αλλά και όλων των αυταρχικών ομάδων, συμπεριλαμβανομένων της Jaish al Islam. Αυτή ήταν μια πιθανή αιτία για την απαγωγή της.

Στη Raqqa, η Jana, μία γυναικεία οργάνωση που ιδρύθηκε ώστε οι γυναίκες να «επιβεβαιώσουν το ρόλο τους στην ανοικοδόμηση της κοινωνίας και να λάβουν την ισάξια θέση τους δίπλα σε άνδρες της συριακής επανάστασης», πραγματοποίησε διαδηλώσεις κατά της σκληροπυρηνικής ισλαμικής πολιτοφυλακής Ahrar Al Sham. Διένειμε ψωμί, όταν υπήρχαν ελλείψεις και αποκατέστησε ένα γυμνάσιο. Οι γυναίκες που ίδρυσαν τη Jana είναι όλες θρησκευόμενες, όμως έχουν αγωνιστεί εναντίον του πολιτικού ισλαμισμού στο κίνημα. Ο αγώνας τους ήταν ενάντια στην αυταρχική νοοτροπία. «Η θρησκεία είναι μια προσωπική υπόθεση και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να την επιβάλει σε άλλους ανθρώπους,» εξήγησε ένα από τα μέλη τους[1]

Στις κατεχόμενες από το Daesh περιοχές, οι γυναίκες αντιστάθηκαν γενναία στη βαρβαρότητα της οργάνωσης. Το 2013 η δασκάλα Souad Nofal από τη Raqqa πραγματοποιούσε διαδήλωση της μιας γυναίκας ενάντια στο Daesh κάθε μέρα για δύο μήνες. Μόνη, στάθηκε έξω από την έδρα τους, κρατώντας πανό – ένα κάλεσμα για την απελευθέρωση των κρατουμένων, ένα άλλο που δείχνει την αλληλεγγύη της προς τους χριστιανούς των οποίων οι εκκλησίες είχαν καταστραφεί. Έγινε ένα σύμβολο της αντίστασης των γυναικών για τους επαναστάτες της Συρίας. Τελικά διέφυγε στην Ευρώπη. Άλλες δεν ήταν τόσο τυχερές. Στα τέλη του περασμένου έτους η 30χρονη Ruqia Hassan (γνωστή με το ψευδώνυμο της «Nissan Ibrahem») μία Σύρια Κούρδη που ζούσε στην Raqqa, δολοφονήθηκε από το Daesh. Μία πρώην φοιτήτρια φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Χαλεπίου, προσχώρησε στις πρώτες διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος Άσαντ και όταν το Daesh κατέλαβε την πόλη της συνέχισε να μιλάει ανοιχτά και να πληροφορεί για τις φρικτές συνθήκες ζωής κάτω από την κατοχή του Daesh. Παρείχε τακτικές ενημερώσεις σχετικά με τους βομβαρδισμούς από τον διεθνή συνασπισμό και τις ρωσικές δυνάμεις. Σε μια από τις τελευταίες αναρτήσεις της στο Facebook έγραψε: «Είμαι στην Raqqa και δέχομαι απειλές για τη ζωή μου. Όταν το ISIL με συλλάβει και με σκοτώσει θα είμαι εντάξει, γιατί ενώ θα κόβεται το κεφάλι μου, θα έχω αξιοπρέπεια, που είναι καλύτερο από το να ζω στην ταπείνωση.»

Καθώς το κράτος κατέρρευσε οι γυναίκες είχαν συχνά αναλάβει ηγετικό ρόλο στην υποστήριξη των κοινοτήτων τους και στην οικοδόμηση εναλλακτικών λύσεων στον ολοκληρωτισμό του κράτους. Σήμερα εργάζονται ως γιατροί, νοσοκόμες και καθηγήτριες σε παράνομες κλινικές και σχολεία. Προσφέρονται εθελοντικά για τα Λευκά Κράνη και θυσιάζουν τη ζωή τους για να τραβήξουν τα θύματα των αεροπορικών επιδρομών από τα ερείπια. Παρέχουν υλικοτεχνική υποστήριξη για τις ένοπλες ομάδες και σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν πάρει τα όπλα, ιδρύοντας αποκλειστικά γυναικεία τάγματα. Μία περίπτωση είναι της Αλαουΐτισσας στρατηγού Zubaida Al Meeki, η οποία έγινε και εκπαιδευτρια μαχητών του Ελεύθερου Στρατού. Καθώς οι άνδρες συγκεντρώνονταν στις φυλακές, ή σκοτώνονταν στη μάχη, οι γυναίκες (συμπεριλαμβανομένων των πιο συντηρητικών κοινωνιών) αμφισβήτησαν τις παραδοσιακές νόρμες του φύλου και εργάστηκαν για να συντηρήσουν τις οικογένειές τους. Στη Banias, οι γυναίκες διαπραγματεύτηκαν επιτυχώς μια απελευθέρωση κρατουμένου, και στη Zabadani γυναίκες διαπραγματεύτηκαν μια προσωρινή κατάπαυση του πυρός για να επιτραπεί η χορήγηση βοήθειας στην πολιορκημένη πόλη.

Πολλές γυναίκες είναι πιο ανεξάρτητες από πριν και έχουν μεγαλύτερη ελευθερία στις επιλογές ζωής τους. Φυσικά η κατάσταση του πολέμου και του εκτοπισμού έχει επίσης επιδεινώσει τις συνθήκες για πολλές, καθώς παρατηρείται αύξηση στην πολυγαμία, στους γάμους ανηλίκων και την εργασία του σεξ, επειδή οι γυναίκες αγωνίζονται για την επιβίωση τους.

Σε όλες τις περιοχές που απελευθερώθηκαν από το καθεστώς και το Daesh, έχουν συσταθεί κέντρα γυναικών για να ξεπεραστούν τα εμπόδια της συμμετοχής των γυναικών στον πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό τομέα. Ένα παράδειγμα είναι το κέντρο Mazaya στο Kafranbel, του Ιντλίμπ. Ιδρύθηκε από την Um Khaled τον Ιούνιο του 2013, λειτουργεί μια βιβλιοθήκη και αποσκοπεί στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων και την εκπαιδευτική κατάρτιση των γυναικών, ώστε να μπορούν να επιτύχουν οικονομική ανεξαρτησία. Στην Ντούμα, προάστιο της Δαμασκού, το τοπικό συμβούλιο έχει καθιερώσει ένα Γραφείο Γυναικείων Υποθέσεων με επικεφαλής την Rehan Bayan, η οποία διεξάγει ακούραστα εκστρατείες για την μεγαλύτερη ένταξη των γυναικών στα πολιτικά όργανα της αντιπολίτευσης και ενθαρρύνει τις γυναίκες να αναλάβουν πιο ενεργό ρόλο.

Η μεγαλύτερη απειλή για τον πολιτικό ακτιβισμό των γυναικών παραμένει το καθεστώς. Ακόμη και πριν από την επανάσταση, οι ανεξάρτητες οργανώσεις γυναικών δυσκολεύονταν να λειτουργούν. Εκείνες που επιτρέπονταν ήταν στενά συνδεδεμένες με το καθεστώς και κυριαρχούνταν από κοινωνικά προνομιούχες γυναίκες από τα αστικά στρώματα που είχαν ελάχιστα κοινά με τις βιωματικές εμπειρίες των πιο απλών γυναικών. Σήμερα οι γυναίκες ακτιβίστριες και εθελόντριες ανθρωπιστικής βοήθειας, βρίσκονται στο στόχαστρο συλλήψεων και φυλακίσεων όπου αντιμετωπίζουν βασανιστήρια και σεξουαλική κακοποίηση. Μαζικές εκστρατείες βιασμού έχουν διεξαχθεί από τις φιλοκαθεστωτικές δυνάμεις εναντίον διαφωνούντων κοινοτήτων. Ο βιασμός και η απειλή του βιασμού είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται από το καθεστώς, όχι μόνο για την αντιμετώπιση της πολιτικής αντίστασης των γυναικών μέσω της χρησιμοποίησης του σώματός τους ως σημείο καταπίεσης και ταπείνωσης, αλλά και ως εργαλείο για τον έλεγχο των ανδρών και το σπάσιμο της κοινότητας των κοινωνικών δεσμών. Τα ταμπού του βιασμού και οι παραδοσιακές αξίες της τιμής και της ντροπής, συνεπάγονται ότι μερικές φορές υπάρχει ένα κοινωνικό στίγμα γύρω από τις γυναίκες που έχουν περάσει χρόνο υπό κράτηση, και ο βιασμός μπορεί να οδηγήσει σε διαζύγιο ή στην απόρριψη από την οικογένεια. Ένα εργαλείο εκτοπισμού, καθώς πολλές έχουν εγκαταλείψει τη χώρα λόγω της απειλής του βιασμού.

Το συριακό Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αναφέρει ότι 13.920 γυναίκες έχουν συλληφθεί ή εξαφανιστεί στη Συρία από τον Μάρτιο του 2011 έως τον Νοέμβριο του 2016, κατά κύριο λόγο από το καθεστώς. Ωστόσο, ακόμη και στις βάναυσες συνθήκες κράτησης, οι σύριες γυναίκες έχουν δείξει το θάρρος και την ενεργητικότητα τους. Τον Ιούλιο του 2013, μια ομάδα των γυναικών κρατουμένων στη διαβόητη φυλακή Adra κατέβηκαν σε απεργία πείνας. Ήταν σε καθεστώς επ’ αορίστου κράτησης από το δικαστήριο της τρομοκρατίας, και ανάμεσά τους ήταν ηλικιωμένες, έγκυες και ασθενείς γυναίκες. Οι απεργοί πείνας απαίτησαν το δικαίωμά τους σε δίκαιη δίκη, να λαμβάνουν οικογενειακές επισκέψεις και να έχουν πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη.

Οι γυναίκες στη Συρία αντιμετωπίζουν πολλές προκλήσεις, αλλά συνεχίζουν να αγωνίζονται ενάντια στο φασισμό, τον ιμπεριαλισμό και την πατριαρχία. Ωστόσο, με μερική εξαίρεση τις Σύριες-Κούρδισσες γυναίκες στο βορρά, είναι απούσες από τις επικρατείς αφηγήσεις για τη Συρία, υποβιβάστηκαν σε αόρατες από την εστίαση στον στρατιωτικό αγώνα, έναν αρσενικής ηγεμονίας τομέα. Οι σύριες γυναίκες διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στην πολιτική αντίσταση και στην οργάνωση της κοινότητας. Αλλά έχουν λάβει λίγη υποστήριξη από δυτικές φεμινίστριες ή μια αριστερά που προτιμά να τις βλέπει ως θύματα και όχι σαν τις ισχυρές επαναστάτριες που είναι. Το πρόβλημα, βέβαια, βρίσκεται με τις δυτικές φεμινίστριες και την αριστερά, όχι με τις σύριες γυναίκες.

Πηγή: elaliberta 

 

[1] Syria Untold, ‘‘Jana: Women of Raqqa reclaim their place in society’’, 30 November 2013.

http://www.syriauntold.com/en/2013/11/jana-women-of-raqqa-reclaim-their-place-in-society/

 

Συνέντευξη της Lina Shamy:

http://m.huffpost.com/us/entry/us_5898cc55e4b0c1284f275dd5

Για την επαναστάτρια Razan Zaitouneh:

https://en.m.wikipedia.org/wiki/Razan_Zaitouneh

 

 

Share

Μουσουλμάνες γυναίκες: τα πρώτα θύματα της ισλαμοφοβίας

french_niqab

των Άννα Σιγαλού και Γεωργία Μανώλη

«Μια μανδηλοφορούσα γυναίκα δέχθηκε επίθεση από άντρα στην Μασσαλία, επειδή αυτός νόμισε πως ήταν τρομοκράτισσα. Σύμφωνα με τη Νομαρχιακή Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας (DDSP), ο θύτης, βλέποντας μια γυναίκα με χιτζάμπ θεώρησε και αυτονόητα ότι είναι τρομοκράτισσα και της επιτέθηκε με αιχμηρό αντικείμενο, τραυματίζοντας την ελαφρά.» L’ express, 19/11/15

Λίγες μέρες μετά τα χτυπήματα στο Παρίσι, η παραπάνω είδηση –που δεν αποτελεί το μοναδικό κρούσμα ισλαμοφοβίας των τελευταίων ημερών στην Γαλλία- δείχνει ποιοι είναι οι καρποί της τρόμο-υστερίας και ειδικά όσον αφορά τις μουσουλμάνες γυναίκες. Ακριβώς λόγω της ενδυμασίας (είτε αυτή είναι νικάμπ, μπούργκα ή χιτζάμπ) αποτελούν και πιο εύκολο στόχο αυτής της υστερίας.

«Μετά την επίθεση στο Charlie Hebdo, η ισλαμοφοβία εκτοξεύτηκε στα ύψη και ήταν χειρότερη για τις γυναίκες μουσουλμάνες. Δεχόντουσαν μάλιστα σωματικές επιθέσεις στο δρόμο. Οι δράστες τέτοιων επιθέσεων επικεντρώνουν στις γυναίκες γιατί τις θεωρούν πιο αδύναμες» λέει η Γαλλίδα φοιτήτρια Dounia Benallal και μέλος του μη κερδοσκοπικού συλλόγου «Μουσουλμάνοι Φοιτητές Γαλλίας». The Telegraph, 18/11/15

Επομένως οι γυναίκες μουσουλμάνες, λόγω της ενδυμασίας αποτελούν πολύ πιο αναγνωρίσιμο και εύκολο στόχο για ρατσιστικές επιθέσεις καθώς και συχνό πεδίο παρέμβασης του γαλλικού κράτους. Οι Γαλλίδες μουσουλμάνες έχουν νιώσει πως καταπιέζονται από την αυστηρή κοσμικότητα που υπερασπίζεται μετά μανίας το κράτος, αφού αυτή ακριβώς η laicité δεν συνοδεύεται από την καταπολέμηση της ανεργίας, της γκετοποίησης και του ρατσισμού, φαινόμενα που επηρεάζουν την καθημερινότητα τους ούτως ή άλλως.

Μπορεί λοιπόν ο Ολάντ και τα γαλλικά ΜΜΕ να συγχέουν –συνήθως σκόπιμα- έννοιες και ταυτότητες όπως «μουσουλμάνοι», «τρομοκράτες», «ISIS» και «γυναίκες καμικάζι» μεταξύ τους προκειμένου να καλύψουν την εμπλοκή τους στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους στην Μέση Ανατολή και να δικαιολογήσουν την καταπίεση που επιβάλλουν στις μειονότητες εντός της Γαλλίας καθώς κι επειδή πάντα βολεύει –βραχυπρόθεσμα- να έχεις έναν αποδιοπομπαίο τράγο. Δεν είναι όμως καθόλου τυχαίο το ότι όλοι οι μέχρι τώρα θύτες προέρχονταν από την Ευρώπη κι όχι από την Συρία. Η Γαλλία σπέρνει χρόνια τώρα την περιθωριοποίηση στο εσωτερικό της και τώρα που βλέπει τους καρπούς της, επιλέγει να εντείνει την καταπίεση.

Και όπως φαίνεται οι γυναίκες θα είναι από τα πρώτα θύματα του αντιτρομοκρατικού νόμου που ετοιμάζει η γαλλική κυβέρνηση. Η μουσουλμανική μαντίλα, εκτός από σύμβολο καταπίεσης και από απαγορευμένο  ρούχο πλέον γίνεται και συνώνυμο του εξτρεμισμού και αποτελεί την εύκολη δικαιολογία για την περιθωριοποίηση των μουσουλμάνων γυναικών αλλά και τον περαιτέρω αποκλεισμό τους από τη δημόσια ζωή.

 

This slideshow requires JavaScript.

Διαβάστε ακόμα

Το πένθος γίνεται νόμος

Share

Το πένθος γίνεται νόμος

pourqui

Γράμμα της Judith Butler, Παρίσι, Σάββατο 14 Νοεμβρίου

Είμαι στο Παρίσι και την Παρασκευή πέρασα κοντά από το μέρος που έγιναν οι επιθέσεις στη λεωφόρο Beaumarchais. Γευμάτιζα σε απόσταση δέκα λεπτών από έναν άλλο στόχο. Όλοι οι γνωστοί μου είναι ασφαλείς, αλλά πολλοί άνθρωποι, άγνωστοι σε μένα, είναι νεκροί ή τραυματισμένοι ή πενθούν. Είναι σοκαριστικό και τρομερό. Σήμερα το απόγευμα οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με κόσμο, αλλά το βράδυ άδειασαν. Το πρωί δεν κινούταν τίποτα.

Από τις συζητήσεις στη δημόσια τηλεόραση αμέσως μετά τα γεγονότα είναι φανερό ότι το «καθεστώς έκτακτης ανάγκης», αν και προσωρινό, δίνει τον τόνο για ένα κράτος αυξημένης ασφάλειας. Τα θέματα που συζητήθηκαν στην τηλεόραση περιλάμβαναν τη στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας (πώς να «ολοκληρωθεί» αυτή η διαδικασία), το χώρο ελευθερίας και την πάλη ενάντια στο «Ισλάμ» -μια οντότητα αδιευκρίνιστης μορφής. Ο Ολάντ προσπάθησε να φανεί αρρενωπός καθώς κήρυττε τον πόλεμο, αλλά καθώς κυριάρχησε η μιμητική σκοπιά της επιτέλεσης κανείς δεν μπορούσε να τον πάρει στα σοβαρά.

Κι όμως, παρά τη γελοιότητα, είναι τώρα και επικεφαλής του στρατού. Ο διαχωρισμός κράτους/στρατού χάνεται στη σκιά του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης. Ο κόσμος θέλει να βλέπει την αστυνομία και μάλιστα θέλει μια στρατιωτικοποιημένη αστυνομία να τον προστατεύει. Μια επικίνδυνη, αν όχι ακατανόητη, επιθυμία. Οι θετικές πτυχές των ειδικών εξουσιών που χορηγήθηκαν στο καθεστώς έκτακτης ανάγκης περιλαμβάνουν δωρεάν μετακινήσεις με ταξί στα σπίτια τους χθες βράδυ και το άνοιγμα των νοσοκομείων σε όλους τους πληγέντες, κάτι που επίσης γίνεται ελκυστικό.  Δεν υπάρχει απαγόρευση κυκλοφορίας, αλλά οι δημόσιες υπηρεσίες δεν λειτουργούν και δεν επιτρέπονται οι διαδηλώσεις. Ακόμη και οι «rassemblements», συγκεντρώσεις μνήμης των νεκρών, ήταν τυπικά παράνομες. Πήγα σε μια εξ αυτών στην Place de la Republique, όπου η αστυνομία καλούσε τον κόσμο να διαλυθεί, κάλεσμα στο οποίο μόνο κάποιοι λίγοι ανταποκρίθηκαν. Για μένα αυτή ήταν μια σύντομη στιγμή ελπίδας.

Όσοι σχολιαστές προσπαθούν να διαχωρίσουν τις μουσουλμανικές κοινότητες από πολιτικές πεποιθήσεις κατηγορούνται πως αναλώνονται σε λεπτομέρειες. Απ’ ότι φαίνεται ο εχθρός πρέπει να είναι ενιαίος και μοναδικός προκειμένου να ηττηθεί και η διαφορά μεταξύ μουσουλμάνων, τζιχαντιστών και ISIL στη δημόσια συζήτηση γίνεται ολοένα πιο δυσδιάκριτη. Οι ειδήμονες δεν αμφέβαλαν ως προς την ταυτότητα του εχθρού, ακόμη και πριν αναλάβει την ευθύνη των επιθέσεων ο ISIS.

Μου φάνηκε ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο Ολάντ ανακοίνωσε τριήμερο πένθος ενώ αύξανε τα μέτρα ασφαλείας – μια άλλη ανάγνωση του βιβλίου της Gillian Rose Το πένθος γίνεται νόμος. Πενθούμε ή υποτασσόμαστε σε ένα ολοένα αυξανόμενο στρατιωτικοποιημένο κράτος όπου η δημοκρατία έχει καταλυθεί; Πως το δεύτερο λειτουργεί καλύτερα όταν πλασάρεται ως το πρώτο; Οι μέρες δημόσιου πένθους είναι τρεις, αλλά το κράτος έκτακτης ανάγκης μπορεί να διαρκέσει έως δώδεκα μέρες πριν απαιτηθεί έγκριση της εθνοσυνέλευσης.

Επιπλέον, όμως, το κράτος ξεκαθαρίζει ότι τώρα πρέπει να περιορίσει τις ελευθερίες προκειμένου να υπερασπιστεί την ελευθερία – ένα παράδοξο που δεν ενοχλεί τους τηλεοπτικούς ειδήμονες. Ναι, οι επιθέσεις ξεκάθαρα στόχευαν συμβολικές σκηνές της καθημερινής ελευθερίας στη Γαλλία: την καφετέρια, τη ροκ συναυλία, το γήπεδο ποδοσφαίρου. Στο συναυλιακό χώρο υπήρξε κατά τα φαινόμενα μια υβριστική ομιλία από έναν από τους δράστες που διέπραξε τις 89 βάναυσες δολοφονίες, που επίρριπτε ευθύνες στη Γαλλία γιατί δεν παρενέβη στη Συρία (ενάντια στο καθεστώς του Άσαντ) και τη Δύση για την παρέμβασή της στο Ιράκ (ενάντια στο καθεστώς Μπάαθ). Οπότε, δεν αποτελεί θέση, αν μπορούμε να το αποκαλέσουμε έτσι, κατά της δυτικής επέμβασης καθαυτής.

Υπάρχει επίσης μια πολιτική ονομάτων: ISIS, ISIL, Daesh. Η Γαλλία δεν μιλάει για «Ισλαμικό Κράτος» δεδομένου ότι έτσι θα αναγνώριζε την κρατική οντότητα. Προτιμούν επισης να κρατήσουν τον όρο «Daesh», ως αραβική λέξη που δεν θα περάσει στο γαλλικό λεξιλόγιο. Εν τω μεταξύ αυτή η οργάνωση ανέλαβε την ευθύνη για τις δολοφονίες, ως αντίποινα για το σύνολο των αεροπορικών βομβαρδισμών που έχουν σκοτώσει μουσουλμάνους στο έδαφος του χαλιφάτου. Η επιλογή της ροκ συναυλίας ως στόχου – στην πραγματικότητα ενός τόπου εκτελέσεων – δόθηκε ως εξήγηση: φιλοξενούσε την «ειδωλολατρία» και «ένα φεστιβάλ διαστροφής». Αναρωτιέμαι πως και επέλεξαν τον όρο «διαστροφή». Ακούγεται σαν να βρίσκονται έξω από τα νερά τους.

Οι υποψήφιοι των προεδρικών εκλογών έχουν ήδη αρχίσει να παρεμβαίνουν: ο Σαρκοζί προτείνει τώρα στρατόπεδα κράτησης, εξηγώντας ότι είναι απαραίτητο να συλλαμβάνονται όσοι είναι ύποπτοι για δεσμούς με τζιχαντιστές. Και η Λε Πεν υποστηρίζει την «απέλαση», έχοντας πρόσφατα αποκαλέσει τους νέους μετανάστες «βακτήρια». Το γεγονός ότι ένας από τους δολοφόνους συριακής καταγωγής μπήκε προφανώς στη Γαλλία από την Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει λόγο ώστε η Γαλλία να εδραιώσει τον εθνικιστικό της πόλεμο ενάντια στους μετανάστες*.

Πάω στοίχημα ότι θα είναι σημαντικό τις επόμενες ημέρες και βδομάδες να παρακολουθήσουμε τη συζήτηση για την ελευθερία και ότι θα έχει επιπτώσεις στο κράτος ασφαλείας και στις συρρικνωμένες εκδοχές της δημοκρατίας. Μια εκδοχή της ελευθερίας δέχεται επίθεση από τον εχθρό, μια άλλη περιορίζεται από το κράτος. Το κράτος υπερασπίζεται την εκδοχή της ελευθερίας που δέχτηκε επίθεση ως την ίδια τη ψυχή της Γαλλίας και όμως αναστέλλει την ελευθερία του συνέρχεσθαι («το δικαίωμα στη διαδήλωση») εν μέσω πένθους και προετοιμάζεται για μια ακόμη πιο ενδελεχή στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας. Το πολιτικό ζήτημα φαίνεται να είναι το ποια εκδοχή της δεξιάς θα επικρατήσει στις επερχόμενες εκλογές. Και ποιά θεωρείται επιτρεπόμενη δεξιά όταν η Λε Πεν μετατρέπεται σε «κέντρο». Φρικιαστικοί, λυπηροί και τρομακτικοί καιροί, αλλά ας ελπίσουμε ότι μπορούμε ακόμα να σκεφτόμαστε και να μιλάμε και να ενεργούμε εν μέσω αυτής της κατάστασης.

Το πένθος φαίνεται να περιορίζεται πλήρως μέσα στο εθνικό πλαίσιο. Οι σχεδόν 50 νεκροί στη Βηρυτό την προηγούμενη ημέρα ελάχιστα αναφέρθηκαν, όπως και οι 111 στην Παλαιστίνη που σκοτώθηκαν μόλις κατά τις τελευταίες εβδομάδες ή οι επιθέσεις στην Άγκυρα. Οι περισσότεροι άνθρωποι που γνωρίζω λένε ότι βρίσκονται «σε αδιέξοδο», δεν είναι σε θέση να σκεφτούν νηφάλια την κατάσταση. Ένας τρόπος για να το σκεφτούμε όλο αυτό είναι να επινοήσουμε μια αντίληψη εγκάρσιας θλίψης, να αναλογιστούμε την προσωδία των αξιοθρήνητων ζωών, για ποιο λόγο η καφετέρια ως στόχος κάνει την καρδιά μου να πιάνεται με τρόπους που άλλοι στόχοι δεν μπορούν. Φαίνεται ότι ο φόβος και η οργή μπορούν κάλλιστα να μετατραπούν σε έναν σφιχτό εναγκαλισμό ενός αστυνομικού κράτους. Υποθέτω ότι αυτός είναι ο λόγος που προτιμώ εκείνους που βρίσκονται σε αδιέξοδο. Αυτό σημαίνει ότι θα υπάρξει κάποιος χρόνος για αναστοχασμό. Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς καθαρά, όταν βρίσκεται σε κατάσταση σοκ. Απαιτεί χρόνο και εκείνους που είναι πρόθυμοι να τον πάρουν μαζί σου – κάτι που είναι πιθανό να συμβεί σε μια παράνομη «rassemblement».

Judith

Πηγή: verso

μετάφραση: φύλο συκής

 

Σημείωση των μεταφραστριών:

* Το κείμενο γράφτηκε με βάση τις αρχικές λανθασμένες πληροφορίες που διέρρευσαν στον τύπο. Είναι πλέον εξακριβωμένο ότι οι δράστες είχαν γαλλικά και βέλγικα διαβατήρια.

 

 

Share