Subscribe via RSS Feed

Tag: "φασισμός"

Ολοκαύτωμα: Μια Ελληνίδα Εβραία επιζήσασα αφηγείται

ραβενσμπρουκ

της Γεωργίας Μανώλη

Στις 27 Ιανουαρίου του 1945, τα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωσαν, κατά την προέλαση τους στην Πολωνία, τα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτωσης Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Έτσι, η ημερομηνία αυτή επιλέχθηκε πολύ αργότερα και μετά από πρωτοβουλία 90 χωρών, συμπεριλαμβανομένων και του Ισραήλ, ως Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Παρά τις προσπάθειες για τη διεκπεραίωση της Τελικής Λύσης, δηλαδή της πλήρους εξόντωσης των Εβραίων από τους ναζί και τις συντονισμένες απόπειρες εξαφάνισης μαρτύρων και στοιχείων των εγκλημάτων τους ακόμα και κατά την επερχόμενη ήττα τους, κάποιοι και κάποιες χιλιάδες επέζησαν. Και οι μαρτυρίες τους, είτε γραπτές είτε προφορικές, στέκονται απέναντι στην αποσιώπηση, τη λήθη και την άρνηση του Ολοκαυτώματος, διεκδικώντας το αυτονόητο, τη μνήμη για ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Αναπόφευκτα, η έκδοση των αφηγήσεων και μαρτυριών για τα στρατόπεδα εξόντωσης και το Ολοκαύτωμα έχει συνδεθεί περισσότερο με συγγραφείς όπως ο Primo Levi και οι Νομπελίστες Eli Wiesel και Ιmre Κertész. Καθώς η πλειονότητα των επιζήσαντων του Ολοκαυτώματος ήταν άνδρες είναι ίσως αναμενόμενο ότι οι περισσότερες μαρτυρίες θα είναι αντίστοιχα και δικές τους. Ωστόσο υπάρχουν γραπτές αφηγήσεις και από γυναίκες. Στην Ελλάδα μάλιστα τέσσερις γνώρισαν την έκδοση τους με πρώτη τη Μπέρρυς Ναχμία από την Καστοριά (1989), δεύτερη αυτή της Έρικας Κούνιο Αμαρίλιο (1995) από τη Θεσσαλονίκη, έπειτα ακολούθησε η μαρτυρία της Νάτας Όσμο Γκατένιο (2005) από την Κέρκυρα ενώ εννιά χρόνια μετά εκδόθηκε το ημερολόγιο της Λίζας Πίνχας (2014), επίσης από τη Θεσσαλονίκη[1]. Η αφήγηση της Πίνχας ξεκινάει από τον Απρίλη του 1941 και την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα και την αρχή της κακοποίησης και γκετοποίησης των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη. Τον Μάρτη του 1943 αρχίζουν οι εκτοπισμοί προς την Πολωνία και η Πίνχας μεταφέρεται μαζί σχεδόν με όλα τα μέλη της οικογένειας της στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Παρά την εγκληματική βιαιότητα που έχει δεχθεί η Πίνχας από τους ναζί και πριν τον εκτοπισμό της, όταν φτάνει στο Μπίρκεναου δεν μπορεί να πιστέψει τι συμβαίνει όταν οι συγκρατούμενες της την ενημερώνουν για την τύχη που περιμένει τους Εβραίους, για τα κρεματόρια και το θάνατο. Η Λίζα και η αδερφή της Μαρί θα επιβιώσουν. Συνολικά 112 μέλη της οικογένειας τους, μαζί και η μητέρα τους και ο σύζυγος της Λίζας θα θανατωθούν στους θαλάμους αερίων.

Η Πίνχας δηλώνει ήδη από την αρχή της αφήγησης της «Ακολουθώντας το παράδειγμα όλων εκείνων που έχουν γράψει για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ανδρών, θέλω και εγώ με τη σειρά μου να σας δώσω μερικές λεπτομέρειες για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των γυναικών»[2]. Μπίρκεναου, Άουσβιτς, Ράβενσμπρουκ. Η εξαθλίωση, η πείνα, οι ξυλοδαρμοί, ο αγώνας επιβίωσης για την ίδια και την αδερφή της Μαρί, το μίσος για την Τσέχα Κάπο, η οργή για την διαβόητη βοηθό των SS Dreschel, ο φόβος για το Μπλοκ 10, το «Ινστιτούτο Υγιεινής», όπου ναζί γιατροί πειραματίζονταν με τεχνικές στείρωσης και τεχνητής γονιμοποίησης πάνω στις κρατούμενες, η απελπισία πριν από την επιλογή των κρατούμενων στους θαλάμους αερίων, και ο τρόμος για το Μπλοκ 25 όπου έμπαιναν αυτές που είχαν επιλεχθεί, συνθέτουν την καθημερινότητα της Πίνχας στο στρατόπεδο. «Η Λίζα Πίνχας μας εισάγει σ’ ένα στρατοπεδικό σύμπαν γένους θηλυκού»[3]. Η κατάθεση της εμπειρίας της, ως γυναίκα κρατούμενη και επιζήσασα της κόλασης του Άουσβιτς, δεν αφορά μόνο την ίδια αφού η αφήγηση της περιλαμβάνει και τις συντρόφισσες της, αυτές που θανατώθηκαν και αυτές που επιζήσαν. Η ιστορία της Πίνχας λοιπόν δεν είναι μόνο η δική της ιστορία αλλά είναι και της Μάλα που πρόλαβε να κόψει τις φλέβες της πριν οδηγηθεί στον θάλαμο αερίων, είναι των 4 Πολωνέζων, κοριτσιών ακόμη, που απαγχονίστηκαν επειδή έκαναν σαμποτάζ, είναι της μητέρας της που δεν πρόλαβε να αποχαιρετήσει πριν την εξόντωση της, είναι της Γ. Πιτσόν που επέζησε των πειραμάτων και των επεμβάσεων στο Μπλοκ 10 αλλά είναι και τόσων άλλων γυναικών ακόμη.

Η αφήγηση της Πίνχας σταματάει στην απελευθέρωση της από τους Συμμάχους. Η  ίδια θα επιστρέψει στην Ελλάδα το 1945 (παρεμπιπτόντως το Υπουργείο Εξωτερικών Ελλάδας δίνει οδηγίες στα ελληνικά προξενεία σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις όχι μόνο να καθυστερήσουν τον επαναπατρισμό των Ελλήνων Εβραίων επιζήσαντων αλλά να τους ενθαρρύνουν είτε να μεταναστεύουν απευθείας στη Παλαιστίνη είτε να παραμείνουν όπου ήταν[4]) όπου θα αναπτύξει δράση και θα παλέψει για την ανάκτηση των περιουσιών των Εβραίων ενώ ως Γενική Γραμματέας της Ένωσης Επιζώντων Θεσσαλονίκης θα συμβάλλει στην επανένταξη των επιζώντων στην ελληνική κοινωνία. Ήδη από πολύ νωρίς η Πίνχας καταλαβαίνει τη σημασία της μαρτυρίας ενάντια στη λήθη. Γιατί το έγκλημα του Ολοκαυτώματος δεν τελειώνει το 1945 αλλά συνεχίζεται ακόμα και σήμερα τόσο μέσα από τις απόπειρες συγκαταβατικής απαξίωσης του όσο και μέσα την αμφισβήτηση του ως ιστορικό συμβάν. «Το Άουσβιτς θα πρέπει να αποτελέσει μάθημα. Κόστισε υπερβολικά ακριβά για να το ξεχάσουμε. Όχι! Δεν θα το επιτρέψουμε ˙θα κάνουμε τα πάντα γι’ αυτό. Πρέπει να παραμείνει πάντοτε ζωντανό˙τα εκατομμύρια των θυμάτων των ναζιστικών στρατοπέδων το επιβάλλουν» λέει στην ομιλία της στο Εβραϊκό Νεκροταφείο Θεσσαλονίκης το 1969[5]. Και σήμερα αυτό το μάθημα είναι σημαντικότερο από ποτέ. Η αφήγηση της Πίνχας θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στο εκπαιδευτικό υλικό των ελληνικών σχολείων -σε αυτά τα σχολεία που νεοναζί υπόδικοι εισβάλλουν και προπηλακίζουν δασκάλες  -και να μελετάται όχι μόνο, την 27 Ιανουαρίου, αλλά κάθε μέρα αφού «οι μελλοντικές γενιές πρέπει να μάθουν για να μη ξανακυλήσουν σε μια νέα άβυσσο αβεβαιότητας, μες στην οποία μπορούν μοιραία να οδηγηθούν, αν δεν λάβουμε εγκαίρως μέτρα»[6].

 

[1] Βαρών-Βασάρ Οντέτ, «Η Μαρτυρία της Λίζας Πίνχας 70 χρόνια μετά» στοThe Books’ Journal #63, Φεβρουαριος 2016, Αθήνα, σελ. 51.

[2] Πίνχας Λίζα, Αντιμέτωπη με το Ολοκαύτωμα-Η Λίζα Πίνχας διηγείται, Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, 2014, Αθήνα, σελ. 304.

[3] Βαρών-Βασάρ Οντέτ, ό.π. σελ, 52.

[4] Ετκμεκτσόγλου Γαβριέλλα, «Η Ζωή της Λϊζας Πρίν και Μετά τα Στρατόπεδα» στο Πίνχας Λίζα, Αντιμέτωπη με το Ολοκαύτωμα-Η Λίζα Πίνχας διηγείται, Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, 2014, Αθήνα, σελ. 27.

[5] Πίνχας Λίζα, ό.π. σελ. 302.

[6] Στο ίδιο, σελ. 302.

 

Διαβάτε ακόμη

Sarah Helm: «Το να δώσω στις επιζήσασες του Ravensbrück την ευκαιρία να αφηγηθούν την ιστορία τους ήταν ζωτικής σημασίας για μένα»

Share

Γιατί ο Τραμπ αποτελεί φασιστικό φαινόμενο

τραμπ φασίστας

της Τζούντιθ Μπάτλερ

Ας θυμηθούμε ότι τον Ντόναλντ Τραμπ τον ψήφισε λιγότερο από το ένα τέταρτο της αμερικανικής κοινωνίας, και ότι γίνεται πρόεδρος χάρη στο παρωχημένο εκλογικό σύστημα και μόνο. Δεν πρέπει να φανταστούμε ότι έχει κάποια διαδεδομένη λαϊκή υποστήριξη. Υπάρχει διαδεδομένη απογοήτευση με τη συμμετοχική πολιτική, και υπάρχει σοβαρή δυσπιστία και για τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα των ΗΠΑ. Αλλά η Χίλαρι Κλίντον πήρε περισσότερες ψήφους από τον Τραμπ. Έτσι, όταν ρωτάμε τι υποστήριξη έχει ο Τραμπ, ρωτάμε πώς μια μειοψηφία στις Ηνωμένες Πολιτείες κατόρθωσε να φέρει τον Τραμπ στην εξουσία. Μιλάμε για ένα έλλειμμα δημοκρατίας, όχι για μια κοσμοπλημμύρα.

Δική μου αίσθηση είναι ότι ο Τραμπ απελευθέρωσε μια οργή που έχει πολλά αντικείμενα και πολλές αιτίες, και μάλλον θα πρέπει να είμαστε δύσπιστοι απέναντι σε όσους ισχυρίζονται ότι ξέρουν την πραγματική αιτία και το μοναδικό της αντικείμενο. Η οικονομική ερήμωση και η απογοήτευση, η απώλεια της ελπίδας μπροστά σε ένα οικονομικό μέλλον και σε οικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς χειρισμούς που αποδεκατίζουν ολόκληρες κοινότητες, είναι σίγουρα σημαντική. Εξίσου σημαντική όμως η αυξανόμενη δημογραφική πολυπλοκότητα των Ηνωμένων Πολιτειών, και οι μορφές ρατσισμού –παλιές και νέες.

Ο Τραμπ ως φασίστας;

Ίσως είναι η στιγμή να διακρίνουμε μεταξύ παλαιών και νέων φασισμών. Βασικό σημείο αναφοράς παραμένουν οι μορφές ευρωπαϊκού φασισμού των μέσων του εικοστού αιώνα. Με τον Τραμπ έχουμε μια διαφορετική κατάσταση, την οποία όμως θα εξακολουθούσα να αποκαλώ φασιστική. Η φασιστική στιγμή έρχεται όταν ο Τραμπ επιφυλάσσει στον εαυτό του την εξουσία να απελάσει εκατομμύρια ανθρώπους ή να βάλει τη Χίλαρι στη φυλακή μόλις αναλάβει καθήκοντα (αυτό το πήρε πίσω τώρα), να σπάζει εμπορικές συμφωνίες κατά το δοκούν, να προσβάλλει την κυβέρνηση της Κίνας, να ζητά την επαναφορά του εικονικού πνιγμού και άλλων τρόπων βασανιστηρίων. Όταν μιλά έτσι, ενεργεί σαν να έχει την αποκλειστική εξουσία να καθορίζει την εξωτερική πολιτική, να αποφασίζει ποιος θα πάει φυλακή, ποιος θα απελαθεί, ποιες εμπορικές συμφωνίες θα τηρηθούν … Πολλοί από μας εξέλαβαν την αλαζονεία του, τη γελοία αυτοπροβολή του, τον ρατσισμό του, το μισογυνισμό του και τη φοροδιαφυγή του ως αυτοκαταστροφικά χαρακτηριστικά, αλλά όλα αυτά ήταν στ’ αλήθεια γοητευτικά για πολλούς από τους ψηφοφόρους του. Κανείς δεν είναι σίγουρος ότι έχει διαβάσει το Σύνταγμα ή ότι ενδιαφέρεται καν γι’ αυτό. Η αλαζονική αυτή αδιαφορία είναι κάτι που ελκύει κόσμο προς αυτόν. Και αυτό είναι φασιστικό φαινόμενο. Αν κάνει πράξεις τα λόγια του, τότε θα έχουμε μια φασιστική κυβέρνηση.

Η Προεδρία και η Reality TV

Είναι σαφές ότι η Προεδρία έχει γίνει όλο και περισσότερο une phénomène médiatique [ένα φαινόμενο των ΜΜΕ]. Είναι ένα ερώτημα αν πολλοί άνθρωποι βλέπουν την ψηφοφορία όπως βλέπουν τα like και τα dislike που βάζουν στο Φέισμπουκ. Ο Τραμπ καταλαμβάνει χώρο στην οθόνη, γίνεται μια φιγούρα απειλητική, και αυτό το απέδωσε πολύ ωραία ένα σκετς στο Saturday Night Live[1] στο οποίο ο Άλεκ Μπώλντουιν αλωνίζει γύρω γύρω στη σκηνή και εμφανίζεται σχεδόν να επιτίθεται στη Χίλαρι. Αυτού του είδους η υφέρπουσα και απειλητική δύναμη τρέφεται, επίσης, από τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις του Τραμπ. Πηγαίνει όπου γουστάρει, λέει ό,τι θέλει, παίρνει ό,τι θέλει. Έτσι, ακόμη κι αν κάποιος δεν είναι χαρισματικός με οποιαδήποτε παραδοσιακή έννοια, αποκτά μέγεθος και προσωπική ισχύ κυριαρχώντας στην οθόνη όπως κάνει αυτός. Με αυτή την έννοια, επιτρέπει την ταύτιση με κάποιον που σπάει τους κανόνες, κάνει αυτό που θέλει, βγάζει χρήματα, κάνει σεξ όποτε και όπου αυτός θέλει. Η χυδαιότητα γεμίζει την οθόνη, στην επιθυμία της να γεμίσει τον κόσμο. Και πολλοί χαίρονται που βλέπουν αυτό το άτσαλο και όχι ιδιαίτερα έξυπνο άτομο να ποζάρει ως το κέντρο του κόσμου και να αποκτά δύναμη μέσα απ’ αυτή την πόζα.

Μετα-αλήθεια

Δεν είμαι βέβαιη ότι είμαστε στη μέση της μετα-αλήθειας. Οι δηλώσεις του Τραμπ δεν είναι εντελώς αυθαίρετες, αλλά είναι πρόθυμος να αλλάξει θέσεις κατά το δοκούν, δεσμευμένος μόνο από την περίσταση, από την παρόρμησή του και την αποτελεσματικότητά του. Δεν ζει σε έναν κόσμο πειστηρίων. Δεν έχει σημασία αν αντιφάσκει προς τον εαυτό του ή αν είναι προφανές ότι απορρίπτει όσα συμπεράσματα μειώνουν την εξουσία ή τη δημοτικότητά του. Τόσο ο θρασύς και πληγωμένους ναρκισσισμός του, όσο και η άρνησή του να υποβληθεί στη λογική των αποδείξεων, τον κάνει όλο και πιο δημοφιλή. Ζει πάνω από το νόμο, και αυτό είναι κάτι που πολλοί από τους υποστηρικτές του θέλουν κι αυτοί να βιώσουν.

Η Συνέλευση και ο Ξένος

Το να πεις την αλήθεια απέναντι στην εξουσία δεν είναι κατά βάση ατομική πράξη. Πριν όμως ρωτήσουμε τι σημαίνει να λες την αλήθεια απέναντι στην εξουσία, πρέπει να ρωτήσουμε ποιος μπορεί να μιλήσει. Μερικές φορές, μέσα από τη δομή αυτή αναδύεται η ίδια η παρουσία όσων υποτίθεται ότι πρέπει να παραμείνουν βουβοί στον δημόσιο διάλογο.  Πολλές από τις διαδηλώσεις κατά της λιτότητας και της επισφάλειας βγάζουν στο δρόμο, και καθιστούν δημόσια ορατά, σώματα που έχουν τα ίδια υποστεί εκτοπισμό και στέρηση δικαιωμάτων. Επίσης, επιβεβαιώνουν την πολιτική αυτενέργεια που τα σώματα αυτά διαθέτουν από κοινού, καθώς συγκεντρώνονται. Έτσι, μολονότι μπορεί να σκεφτόμαστε τις κοινοβουλευτικές συνελεύσεις ως μέρος της δημοκρατίας, μπορούμε εξίσου να κατανοήσουμε πώς η εξωκοινοβουλευτική δύναμη των συνελεύσεων μετασχηματίζει τη δημόσια αντίληψη για το ποιος είναι ο λαός. Ιδίως όταν εμφανίζονται εκείνοι που ως τώρα δεν είχαν δικαίωμα να εμφανίζονται.

Παρότι οι διαδηλώσεις και οι συνελεύσεις συχνά δεν αρκούν για να φέρουν ριζική αλλαγή,  ωστόσο μεταβάλλουν τις αντιλήψεις μας για το ποιοι είναι «ο λαός», και εδραιώνουν θεμελιώδεις ελευθερίες οι οποίες ανήκουν σε σώματα στην πολλαπλότητά τους. Δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία χωρίς ελευθερία του συνέρχεσθαι, και δεν μπορεί να υπάρξει συνέλευση χωρίς την ελευθερία μετακίνησης και συγκέντρωσης. Όταν συγκεντρώνονται οι μετανάστες χωρίς χαρτιά, ή όσοι έχουν υποστεί έξωση, όσοι πλήττονται από την ανεργία ή τις περικοπές στις συντάξεις, επιβάλλουν την παρουσία τους μέσα στην εικονογραφία και την ανάπτυξη λόγων που μας δίνουν μια αίσθηση για το ποιος είναι ή θα έπρεπε να είναι ο λαός. Φυσικά, θέτουν και συγκεκριμένα αιτήματα, αλλά η συνέλευση είναι επίσης ένας τρόπος να θέσεις ένα αίτημα με το σώμα, μια ενσώματη αξίωση στο δημόσιο χώρο και ένα δημόσιο αίτημα προς τις πολιτικές εξουσίες. Όσο η «ασφάλεια» συνεχίζει να δικαιολογεί την απαγόρευση και τη διάλυση διαδηλώσεων, συνελεύσεων και κατασκηνώσεων σε πλατείες, τόσο θα εξυπηρετεί τον αποδεκατισμό δημοκρατικών δικαιωμάτων και της ίδιας της δημοκρατίας. Μόνο μια κινητοποίηση ευρείας βάσης –μια μορφή ενσώματου και διεθνικού θάρρους, θα μπορούσαμε να πούμε- μπορεί να αναχαιτίσει με επιτυχία τον ξενόφοβο εθνικισμό και τα διάφορα άλλοθι που απειλούν σήμερα τη δημοκρατία.

Επιλεγμένα αποσπάσματα από συνέντευξη της Judith Butler στον Christian Salmon. Η πλήρης συνέντευξη δημοσιεύθηκε στα γαλλικά, και μέρος της μεταφράστηκε από την ίδια την Μπάτλερ στα αγγλικά και δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του περιοδικού Cultural Anthropology με τον τίτλο Reflections on Trump. Στην παρούσα μετάφραση χρησιμοποιήθηκε το αγγλικό κείμενο και ο γαλλικός τίτλος.


Το μεταφρασμένο κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Nomadic Universality και μπορείτε να το βρείτε εδώ

 

[1] Μια από τις πιο μακρόβιες σατιρικές τηλεοπτικές εκπομπές στις ΗΠΑ [σ.τ.μ.]

 

Διαβάστε ακόμα

“Η ιστορία δεν μπορεί να διαγραφεί όπως οι ιστοσελίδες”

Οι γυναίκες ενάντια στον Τραμπ

Share

«Ατύχησε» ο Μπαντέμης

mpantemis

Ο πυρηνάρχης της Χρυσής Αυγής στη Δράμα Παναγιώτης Μπαντέμης

του Γιάννη Μπασκάκη

Μήνυμα μηδενικής ανοχής στη ρατσιστική βία έστειλε χθες το Γ΄Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων καταδικάζοντας με βαριές ποινές τους δράστες της άγριας χρυσαυγίτικης επίθεσης εναντίον δύο γυναικών από τη Βόρεια Ηπειρο, την 28η Οκτωβρίου του 2011 στην περιοχή του Μεταξουργείου.

Από τους τρεις κατηγορουμένους ο Παναγιώτης Μπαντέμης, πρώην πυρηνάρχης Δράμας της Χρυσής Αυγής, και ο Alexander Steven James καταδικάστηκαν σε κάθειρξη 14 ετών και 10 μηνών και ο Γιώργος Φουρνάρος σε κάθειρξη 15 ετών και 6 μηνών για τις κατηγορίες της ληστείας κατά συναυτουργία και της απόπειρας ληστείας, καθώς επίσης για επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή και για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. Ολοι χωρίς αναστολή και με στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων για 3 χρόνια.

Η συγκεκριμένη υπόθεση περιλαμβάνεται στη δικογραφία για τη μεγάλη δίκη της Χρυσής Αυγής και δείχνει για άλλη μια φορά το modus operandi της ναζιστικής οργάνωσης. Οπως κατέθεσαν στο ακροατήριο οι δύο παθούσες, τις περικύκλωσε 10μελής ομάδα με επικεφαλής τον Μπαντέμη, ο οποίος πρώτα τις ρώτησε αν είναι Αλβανίδες και όταν απάντησαν ότι είναι Ελληνίδες τους ζήτησε ταυτότητες. Εκείνες αρνήθηκαν να τις επιδείξουν και τότε άρχισαν να τις βρίζουν αποκαλώντας τες «καριόλες Αλβανίδες», με τον Μπαντέμη να χαστουκίζει τη μία και τον Φουρνάρο να την φτύνει και να χτυπάει την άλλη με κλομπ στο κεφάλι.

Μόνος στο εδώλιο

mpantemis_1

Ο πρώην πυρηνάρχης Δράμας της Χρυσής Αυγής Παναγιώτης Μπαντέμης Ο Παναγιώτης Μπαντέμης ποζάρει στον φακό και δίνει τηλεοπτική συνέντευξη ως πυρηνάρχης της Χ.Α. | πηγή jailgoldendawn

Ολα τα μέλη της ομάδας, αφού έριξαν κάτω τις δύο μεσήλικες γυναίκες, άρχισαν να τις χτυπούν βάναυσα με γροθιές, με κλoτσιές και με λοστούς. Μάλιστα κατά τη διάρκεια του περιστατικού απέσπασαν την τσάντα της πρώτης γυναίκας, αφαιρώντας χρηματικό ποσό και αποπειράθηκαν να πάρουν και το κινητό της δεύτερης. Από τους δράστες συνελήφθησαν μόνο οι πέντε και από αυτούς οι δύο ήταν ανήλικοι και καταδικάστηκαν στο δικαστήριο ανηλίκων για επικίνδυνη σωματική βλάβη.

Από τους τρεις κατηγορουμένους της χθεσινής δίκης μόνο ο Μπαντέμης εμφανίστηκε στο δικαστήριο. Ο Φουρνάρος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο του, ενώ ο James καταδικάστηκε ερήμην. Ο Μπαντέμης ισχυρίστηκε ότι μετά την αποχώρηση της κοπέλας του, με την οποία είχαν πάει μαζί στην παρέλαση, βρέθηκε σε μεγάλη παρέα, στην οποία συνυπήρχαν οι τρεις κατηγορούμενοι, οι δύο ανήλικοι καταδικασθέντες και άλλοι δύο που δεν συνελήφθησαν.

Για τον εαυτό του λοιπόν ισχυρίστηκε ότι την ώρα της επίθεσης βρισκόταν μακριά από το περιστατικό, ωστόσο σε απόσταση που μπορούσε να δει τον ξυλοδαρμό των γυναικών και κατηγόρησε για την επίθεση άλλα μέλη της παρέας του και συγκεκριμένα τον ένα ανήλικο και τους δύο μη συλληφθέντες.

Επίσης ο Μπαντέμης αποκάλυψε ότι έχει υπάρξει μόνιμος υπαξιωματικός του στρατού και τώρα είναι σε μονάδα της εθνοφυλακής, ενώ ισχυρίστηκε ότι στο παρελθόν έχει καταδιώξει δύο ληστείες, βοηθώντας την αστυνομία. Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση ούτε καταδίωξε τους θύτες των δύο γυναικών, ούτε καν κάλεσε την αστυνομία, διότι πολύ απλά -όπως επισήμανε η εισαγγελέας- ήταν ανάμεσα στους επιτιθέμενους.

Υπενθυμίζεται ότι ο Μπαντέμης δήλωνε το 2010 ότι η Χρυσή Αυγή -στην οποία ήταν πυρηνάρχης- «πρεσβεύει τον λαϊκό εθνικισμό-εθνικοσοσιαλισμό», δηλαδή τον ναζισμό και ότι ο Χίτλερ είναι «ιστορικό πρόσωπο», γιατί «εφάρμοσε ένα κομμάτι του εθνικοσοσιαλισμού, έτσι όπως έπρεπε» («Εφ.Συν.», 15/06/2015, «Στο σκαμνί ο πρώην πυρηνάρχης Δράμας»).

Φουρνάρος-James

Ο Γιώργος Φουρνάρος, ο οποίος συνελήφθη έχοντας πάνω του κλομπ και αλυσίδα, είχε προανακριτικά καταθέσει ότι το κλομπ το κουβαλούσε επειδή φορούσε μπλούζα του Ολυμπιακού και φοβόταν μην του επιτεθούν «Παναθηναϊκοί», ενώ την αλυσίδα την έχει λέει για κομπολόι. Στο δικαστήριο δεν εμφανίστηκε ο ίδιος, αλλά η μητέρα του ως μάρτυρας, η οποία κατέθεσε ότι ο γιος της πάσχει από επιληψία βαριάς μορφής και ότι το κλομπ το είχε για ασφάλεια, επειδή τον είχαν ληστέψει στο παρελθόν, ενώ την αλυσίδα για «μαγκιά», καθώς ήταν «ροκάς».

Εύλογη σ’ αυτό το σημείο ήταν η απορία της εισαγγελέως σχετικά με το αν η χρήση του κλομπ θα οδηγούσε σε έξαρση του προβλήματος επιληψίας. Αξιοσημείωτη όμως ήταν και η παρουσία του συνηγόρου του Φουρνάρου, ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης επιχειρούσε να απαξιώσει τα θύματα με ειρωνείες και με επιφωνήματα περί δήθεν στημένων καταθέσεων και ψεμάτων, ενώ ζητούσε οι παθούσες να κρατηθούν για ψευδορκία! Το αποτέλεσμα ήταν η πρόεδρος να διακόψει για μισή ώρα λόγω «έλλειψης σεβασμού στη διαδικασία» από μέρους του δικηγόρου.

Οσο για τον καταδικασθέντα ερήμην James, σε ένορκη κατάθεση μάρτυρα στην υπόθεση της εγκληματικής οργάνωσης, αναγνωρίζεται ως χρυσαυγίτης στρατολογητής παιδιών στην Καλλιθέα και συμμετέχων σε επιθέσεις εναντίον αλλοδαπών, αντιρατσιστών ή ατόμων που μπορεί απλώς να είχαν μακριά μαλλιά.

Δικαίωση

Για τις δύο γυναίκες από τη Βόρεια Ηπειρο πάντως, η καταδικαστική απόφαση αποτελεί σημαντική δικαίωση, καθώς όπως λένε στην «Εφ.Συν.»: «Μετά την επίθεση ήμασταν άρρωστες από φόβο. Κυκλοφορούσαμε παντού γυρίζοντας το κεφάλι μήπως μας ξαναχτυπήσουνε, εμάς και τα παιδιά μας. Μας το έκαναν αυτό γιατί είναι ρατσιστές. Και είναι βίαιοι. Πολύ βίαιοι. Δικαιωθήκαμε όχι μόνο για μας αλλά για όλα τα θύματα».

«Μπορεί μεν να μην καταγνώστηκε ρατσιστικό κίνητρο (τουλάχιστον με την αναγνώριση της επιβαρυντικής περίστασης του 79 παρ.3 Π.Κ. που ίσχυε το 2011), αλλά η έλλειψη αναστέλλουσας δύναμης στην έφεση φανερώνει ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε τη βαναυσότητα των εγκλημάτων και την επικινδυνότητα των δραστών. Νομίζω ότι το ύψος των ποινών έδειξε ότι αυτού του είδους οι πράξεις δεν μπορούν να είναι ανεκτές σε μια δημοκρατική κοινωνία», δηλώνει στην «Εφ.Συν.» ο Βασίλης Κερασιώτης, συνήγορος της πολιτικής αγωγής και μέλος του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

 

Share

Ο Εχθρός, το Αίμα, ο Τιμωρός. Αναλύοντας δεκατρείς λόγους του «Αρχηγού» της Χρυσής Αυγής – Σεξισμός και σεξουαλικότητα

dd

Το Φύλο Συκής δημοσιεύει απόσπασμα από το βιβλίο της Δέσποινας Παρασκευά-Βελουδογιάννη, Ο Εχθρός, το Αίμα, ο Τιμωρός. Αναλύοντας δεκατρείς λόγους του «Αρχηγού» της Χρυσής Αυγής, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Νήσος. Το συγκεκριμένο απόσπασμα αναφέρεται στο σεξισμό που διαπερνά το λόγο και τις πρακτικές της νεοναζιστικής οργάνωσης. Θεωρούμε ότι στη συγκυρία που διανύουμε η μελέτη της Δεσποινας Παρασκευά-Βελουδογιάννη έρχεται να εμπλουτίσει την εργαλειοθήκη που διαθέτουμε για να απαντήσουμε στην άνοδο του φασισμού. Για εμάς είναι πολύ σημαντικό ότι η οπτική του φύλου αναγνωρίζεται ως δομικό στοιχείο και καταγράφεται ως τέτοια και ελπίζουμε να ανοίξει ο δρόμος ώστε να δούμε ακόμα περισσότερες παρόμοιες συμβολές. Καλή ανάγνωση!

 

της Δέσποινας Παρασκευά-Βελουδογιάννη

Σεξισμός και σεξουαλικότητα

Οι λόγοι του Νικόλαου Μιχαλολιάκου διαμορφώνουν το ιδεατό πρότυπο του μέλους του «κινήματος»: άντρας λευκός, αρρενωπός, γυμνασμένος, ετοιμοπόλεμος, ταγμένος σε «μεγάλους σκοπούς» που εφορμούν από τα ιδεολογήματα τα ανώτερης φύσης και φυλής, υπάκουος στους ανωτέρους του, βίαιος στους κατώτερους, ταγμένος με κάθε τρόπο να διαφυλάσσει την καθαρότητα της «κατηγορίας» του[1]. Οι συνεχείς αναφορές στον πόλεμο και στη βίαιη δράση είναι ο τρόπος εικονοποίησης, διά του λόγου εγκαθίδρυσης και έγκλησης, καθώς και αναπαραγωγής αυτού του προτύπου. Όπως σημειώνει ο Τραβέρσο, ο πόλεμος γίνεται ο τόπος πραγμάτωσης του αρσενικού αρχέτυπου, που μετατρέπεται σε επιθετικό ανδρισμό. Η αρσενικότητα γίνεται συνώνυμο της δύναμης, του θάρρους, της επιθυμίας για δράση: το αρσενικό ιδεώδες συγκρούεται με όλα τα συμπτώματα της «παρακμής»[2]. Από διαφορετική σκοπιά, ο Ουμπέρτο Έκο επισημαίνει ότι η μετάθεση του πόθου για εξουσία στη σεξουαλική συμπεριφορά του πρωτοφασίστα διαμορφώνει το πρότυπο του macho αρσενικού, που περιφρονεί τις γυναίκες και καταδικάζει σεξουαλικές συμπεριφορές που βαφτίζει «παρεκκλίνουσες». «Και επειδή και το σεξ είναι δύσκολο παιχνίδι, ο πρωτοφασίστας ήρωας προτιμά να παίζει με τα όπλα – σαν φαλλικό υποκατάστατο»[3].

Η εικόνα της γυναίκας μπορεί να μην εντάσσεται στην κατηγορία των «εχθρών», ωστόσο περισσότερο εντάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία του «Άλλου», ακριβώς γιατί δεν ταυτίζεται με το ιδεατό πρότυπο της οργάνωσης. Παρόλο που σε κάθε λόγο του ο ομιλητής απευθύνεται σε «κυρίους και κυρίες», σε «συναγωνιστές και συναγωνίστριες», σε «Ελληνίδες και Έλληνες», φαίνεται ότι κάτι τέτοιο ανταποκρίνεται μονάχα στους σκοπούς της ρητορικής ευγένειας και της έλξης του ενδιαφέροντος του ακροατηρίου. Κατά τα άλλα, ο κόσμος που οικοδομεί και θέλει να εγκαταστήσει η Χ.Α. περιλαμβάνει μόνο το ιδεατό πρότυπό της. Η ζωή όλων των υπόλοιπων προσώπων είτε δεν κρίνεται άξια να βιωθεί είτε δεν κρίνεται άξια να αναφερθεί, καθώς θα βρίσκεται πάντοτε στο παρασκήνιο της ιστορίας. Είδαμε και προηγουμένως ότι η ιστορική θέση της γυναίκας ήταν είτε του θύματος είτε της υποστηρίκτριας των πολεμιστών.

Σε αυτό το πλαίσιο κινείται και η αντίληψη της οργάνωσης για τη θέση της γυναίκας σήμερα, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τις ίδιες τις γυναίκες που είναι μέλη της Χ.Α. Ο ιστότοπος Μέτωπο Γυναικών καθώς και ο ιστότοπος Ιδεολογική Βιβλιοθήκη Μετώπου Γυναικών αποτελούν τις επίσημες ιστοσελίδες των γυναικών της οργάνωσης – κάτι που διαπιστώνουμε και από τους υπερσυνδέσμους που παραπέμπουν στην επίσημη ιστοσελίδα της Χ.Α. Εκεί διαβάζουμε: «Η υποτιθέμενη απελευθέρωση της γυναίκας την αποπροσανατόλισε και από την πραγματική ουσία του ύψιστου ρόλου της, την Μητρότητα. Δηλαδή την υποχρέωση και την ύπατη τιμή, να φέρει στον κόσμο και ν’ αναθρέψει τα νέα βλαστάρια στον κορμό της Φυλής. […] Εμείς οι Ελληνίδες, μέλη του Λαϊκού Συνδέσμου, έχοντας βαθύτατη συναίσθηση της καταστροφής που επιφέρει το φεμινιστικό πνεύμα της εποχής μας, είμαστε ενάντια σε κάθε λογής διακηρύξεις για την ισότητα των δύο φύλων»[4].

Οι εύγλωττες διατυπώσεις καθιστούν σαφές ότι η γυναίκα δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από ένα εργαλείο –ή ένα δυνάμει εργαλείο όσον αφορά τις ανύπαντρες– αναπαραγωγής μελών της φυλής και μια υποταγμένη στον άντρα ύπαρξη, ο οποίος καθορίζει τη διοίκηση της κοινωνίας εν γένει. Εξάλλου, ό,τι δεν ενσαρκώνει το ιδεατό πρότυπο οφείλει να το υπηρετεί. Η γυναίκα οφείλει να ασχολείται με τα του οίκου και των τέκνων, να στέκει αρωγός στο έργο του άντρα της. Για την υλοποίηση αυτών των καθηκόντων, μπορεί να συμβουλευτεί τον εξειδικευμένο ιστότοπο Μαγειρείο Μετώπου Γυναικών [5], όπου θα βρει συνταγές παραδοσιακής μαγειρικής και καλλυντικών. Φυσικά, οτιδήποτε έχει να κάνει με την αυτόβουλη διαχείριση του σώματός της είναι απαγορευμένο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την προβολή της έκτρωσης ως «εγκλήματος κατά της φύσης»[6]. Βεβαίως, το πρότυπο της γυναίκας δεν είναι άλλο από το πρότυπο που δίδαξε η εθνικοσοσιαλιστή Γερμανία[7].

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι λόγοι που απευθύνονται αποκλειστικά στο γυναικείο κοινό της οργάνωσης ή οι λόγοι που διαμορφώνονται από τις γυναίκες της Χ.Α. φανερώνουν την αντίληψη ότι οι γυναίκες σήμερα καταπιέζονται και ότι είναι αναγκαίο να βρεθεί ο τρόπος που θα συμβάλει στην απελευθέρωσή τους – εξού και οι κινήσεις συγρότησης των γυναικών της οργάνωσης ως ομάδας, με διαδικτυακούς τόπους, ιδιαίτερες αναζητήσεις κ.λπ. Ωστόσο, γίνεται επίσης φανερό ότι η εν λόγω καταπίεση προέρχεται από τον κόσμο που έχουν διαμορφώσει οι «εχθροί» του «κινήματος», αριστεροί και δεξιοί. Με αυτή την έννοια, η Χ.Α. επισημαίνει ότι η «απελευθέρωση» θα προέλθει αφενός από την ενασχόληση των γυναικών με τα καθήκοντα τα οποία η φύση τούς έχει αποδώσει, αφετέρου μέσω της απομάκρυνσής τους από τα «αλλότρια», που έχει επιβάλει ο φεμινισμός και άλλα «καταστροφικά» κινήματα. Η «απελευθέρωση» για τη γυναίκα της Χ.Α., επομένως, είναι αποτέλεσμα της προσκόλλησης σε μια απολύτως καθορισμένη και στατική εικόνα, η οποία βασίζεται στα στερεότυπα περί φυσικά δοσμένων ρόλων με χαρακτήρα «θέσφατου», που εντείνουν στο έπακρο τις εξουσιαστικές κοινωνικές σχέσεις. Πρόκειται για μια απελευθέρωση διά της κανονικοποίησης και της υποταγής, για μια απελευθέρωση διά της ποινικοποίησης του «παρεκκλίνοντος» σώματος. Οι γυναίκες οφείλουν να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους και μέσα από ομάδες γυναικών που θα συζητούν τα ιδιαίτερα θέματά τους, προκειμένου να επιτυγχάνεται και θεσμικά η υποταγή τους στις νόρμες και στην ιεραρχία της οργάνωσης. Από μια άλλη οπτική, το γυναικείο σώμα γίνεται έτσι το κατεξοχήν σώμα υπό έλεγχο. Και ο έλεγχος αυτός προέρχεται από τις ίδιες τις γυναίκες, τους άντρες τους, και το κράτος. Η διαρκής επιτήρηση και αξιολόγηση του γυναικείου σώματος είναι απαραίτητα στοιχεία για τη διατήρηση της φυλετικής καθαρότητας, η οποία αποτελεί και τη βασική στρατηγική ενός ναζιστικού κράτους[8].

Αν, όπως σημειώθηκε προηγουμένως, ο πόθος για εξουσία μετατίθεται στη σεξουαλική συμπεριφορά, θα μπορούσε άραγε να υποστηριχτεί ότι το πεδίο του πολέμου αποτελεί έναν τόπο πραγμάτωσης της σεξουαλικής επιθυμίας; Σε αυτή την εκτίμηση κατατείνει το γεγονός ότι πολλές φορές ακούμε τον Νικόλαο Μιχαλολιάκο να προκαλεί συχνά το κοινό καλλιεργώντας προβολικά σαδιστικές φαντασιώσεις για σφαγές, απαγωγές και βιασμούς. Οι αναλυτικές περιγραφές περασμένων και μελλοντικών πολεμικών μαχών αντανακλούν ότι η βίαιη συμπεριφορά προκαλεί και παράγει μια επιθυμητή ηδονή στο πλαίσιο μιας εικονοποιημένης φαντασίωσης. Σύμφωνα με τον Έριχ Φρομ, «στις αυταρχικές κοινωνίες βρίσκουν την ικανοποίησή τους τόσο οι μαζοχιστικές όσο και οι σαδιστικές τάσεις. Ο καθένας είναι ενταγμένος σε ένα σύστημα εξαρτήσεων προς τα πάνω και προς τα κάτω. Όσο χαμηλότερα βρίσκεται η θέση ενός ατόμου μέσα σε αυτή την ιεραρχία τόσο μεγαλύτερη, ποσοτικά και ποιοτικά, είναι η εξάρτησή του από υψηλότερες αρχές. Πρέπει να υπακούει στις αρχές του άμεσου προϊσταμένου του, ο οποίος όμως δέχεται εντολές από ακόμη υψηλότερα ιστάμενους […]». Ακόμα και ο αρχηγός μιας κοινωνίας ικανοποιεί τα μαζοχιστικά ένστικτά του, καθώς υποτίθεται ότι υπακούει στον ύψιστο Θεό ή σε κάποια αντίστοιχη δύναμη. Εξάλλου, σαδιστικές τάσεις δεν ικανοποιούν μόνο τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα που μπορούν να τις ασκήσουν στα κατώτερα, αλλά και τα ίδια τα κατώτερα στρώματα «εξασκούνται» πάνω στις γυναίκες ή στα ζώα ή, όπου αυτό δεν είναι εφικτό, επιστρατεύονται οι δούλοι και οι φυλετικές μειονότητες[9]. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η προβληματική του Φρομ περί της ανάγκης του αυταρχικού ατόμου να υποτάσσεται στους ανώτερούς του και να ασκεί τα βίαια ένστικτά του στους κατώτερους, αντλώντας έτσι ικανοποίηση. Εξάλλου, όπως επισημαίνει ο Μπρους Φινκ, ο σαδομαζοχιστικός χαρακτήρας «αντλεί ικανοποίηση από την εκδραμάτιση της ίδιας της πράξης που απαιτεί να αποχωριστεί την πηγή της ικανοποίησής του»[10].

Το σεξουαλικό πρότυπο της Χ.Α. είναι αυστηρά ετεροσεξουαλικό και υποτάσσεται σε στενές κανονιστικές φόρμες και νόρμες. Σε αυτό το πλαίσιο, οτιδήποτε διαφορετικό θεωρείται απόκλιση και καταγγέλλεται ως προδοσία προς τη φύση, που πρέπει να τιμωρηθεί. Έτσι, οργανώνονται επιθέσεις και απειλές σε ομόφυλα ζευγάρια[11], αλλά και σε γυναίκες που δεν επιτελούν τον «γυναικείο ρόλο τους», όπως η Λιάνα Κανέλλη και η Ρένα Δούρου. Παράλληλα, αποδίδεται καθεστώς μιαρότητας ή ασθένειας στη σεξουαλικότητα («ανώμαλους που παίρνουν τα τηλέφωνα 690», «παρουσιάζεται […] ο Χριστός σαν ανώμαλος και κίναιδος»), ενώ συχνά αυτή αποδίδεται στον απεχθή «εχθρό» και στις πράξεις του («τσοντοκάναλα»).

Κλείνοντας, αξίζει να αναφερθεί για άλλη μία φορά η επέμβαση της Χ.Α. στο θέατρο «Χυτήριο». Κατά τη διάρκειά της, ακούμε τον βουλευτή Ηλία Παναγιώταρο να φωνάζει χυδαία επί αρκετή ώρα επιτιθέμενος στις σεξουαλικές επιλογές των gay ατόμων και στις γυναίκες[12]. Οι αποτρόπαιες ύβρεις του βουλευτή δεν είναι μόνο ταπεινωτικές για τα ομοφυλόφιλα άτομα και για τις γυναίκες· δεν αποτυπώνουν μονάχα το πρότυπο του macho επιθετικού άντρα που δεν μπορεί να ανέχεται κάτι άλλο πέρα από τη λεγόμενη ετεροκανονική σεξουαλικότητα, αλλά και να αναγνωρίζει ως το μόνο ισάξιο του ιδεατού αντρικού προτύπου το ταυτόσημό του· αποτυπώνουν ταυτόχρονα την αντίληψη της οργάνωσης για τη σεξουαλικότητα: το σεξ είναι λειτουργία που χρειάζεται έναν δράστη και έναν παθητικό αποδέκτη, μια πράξη τιμωρητική από την πλευρά ενός ενεργούντος και ταπεινωτική από την πλευρά ενός αποδέκτη. Τα πάντα σε αυτόν τον κόσμο γίνονται ιδεατά μέσω των διπόλων επίθεση-τιμωρία και τιμωρία-ταπείνωση, με τη σεξουαλικότητα να αποτελεί το πιο πρόσφορο έδαφος για την εφαρμογή αυτών των διπόλων, τα οποία συν τοις άλλοις αντανακλούν εναργώς και τα σαδομαζοχιστικά σύνδρομα των αυταρχικών ατόμων. Εδώ δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε επίσης ότι το τόσο αναλυτικό υβρεολόγιο του βουλευτή παραπέμπει σε μια εκπεφρασμένη φαντασίωση που βιώνεται προβολικά κατά τη στιγμή της εκφώνησής της. Το ενδιαφέρον σε αυτό το σημείο, ωστόσο, έγκειται σε μια υφέρπουσα αντίφαση: από τη μία υπάρχει μια σαφώς καθορισμένη τάξη πραγμάτων στην αντίληψη της οργάνωσης όσον αφορά την αποδεκτή σεξουαλική συπεριφορά, μια τάξη πραγμάτων που αποτυπώνεται στην «ετεροκανονική» σεξουαλική πρακτική, η οποία παρουσιάζεται ως «φυσική» και μοναδική επιλογή του ανθρώπου, ικανή να αναπαραγάγει το είδος· από την άλλη, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στις οποίες οι φορείς τής εν λόγω αντίληψης δύνανται –έστω και φαντασιωτικά– να καταρρίψουν αυτή την τάξη πραγμάτων. Οι περιπτώσεις αυτές δεν είναι άλλες από όσες ανακύπτουν στο ίδιο το πεδίο του πολέμου, όπου εκεί φαίνεται σαν όλα να επιτρέπονται, και όπου η σεξουαλική πρακτική επανανοηματοδοτείται και στόχο έχει όχι τη βιολογική αναπαραγωγή αλλά την επιβολή του ισχυρού πάνω στον αδύναμο και την εξόντωσή του, την επιβεβαίωση και την πλήρη κατίσχυση του ορατού προτύπου πάνω στο μη αξιοβίωτο, στο μη αποδεκτό.

 

[1] Δέσποινα Παρασκευά-Βελουδογιάννη, «Η συμβολή του επίσημου πολιτικού λόγου στη νομιμοποίηση της Χρυσής Αυγής», Εκτός Γραμμής, τχ. 31, Νοέμβριος 2012, σ. 43.

[2] Enzo Traverso, Διά πυρός και σιδήρου. Περί του ευρωπαϊκού εμφυλίου πολέμου 1914-1915, (μτφρ.: Γιάννης Ευαγγέλου), Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2013, σσ. 275-276.

[3] Ουμπέρτο Έκο, «Τα τυπικά χαρακτηριστικά του πρωτο-φασισμού. Αρχέγονος φασισμός», tvxs.gr, 13.10.2012.

[4] «Η θέση της γυναίκας στη Λαϊκή Κοινότητα», whitewomenfront.blogspot.gr, 26.5.2007.

[5] Μαγειρείο Μετώπου Γυναικών, whitewomenfront-cooking.blogspot.gr.

[6] «Η έκτρωση είναι έγκλημα κατά της φυλής», whitewomenfront.blogspot.gr, 27.5.2007.

[7] «Η γυναίκα στον εθνικοσοσιαλισμό», whitewomenfront.blogspot.gr, 28.8.2010.

[8] Αγγέλικα Ψαρρά, «Τιμωροί με φύλο στον Άγιο Παντελεήμονα», enthemata.wordpress.com, 29.1.2012· Αθηνά Αθανασίου, «Ο αντιφασιστικός αγώνας είναι απαραίτητο να συμπεριλάβει ζητήματα που αφορούν το φύλο και τη σεξουαλικότητα», Ενημερωτικό Δελτίο, τχ. 18, Αθήνα: Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, Οκτώβριος 2013, σσ. 4-7.

[9] Erich Fromm, «Μελέτη από τη σκοπιά της κοινωνικής ψυχολογίας», στο Max Horkheimer, Erich Fromm, Herbert Marcuse ό.π., σσ. 170-171.

[10] Bruce Fink, Κλινική εισαγωγή στην ψυχανάλυση. Θεωρία και τεχνική (μτφρ.: Νίκος Ηλιάδης), Αθήνα: Πλέθρον, 2006, σ. 248.

[11] Θεόφιλος Δουμάνης, «Ρατσιστική επίθεση σε gay άτομα στον Κεραμεικό», lifo.gr, 27.10.2012.

[12] Συγκεκριμένα ο βουλευτής λέει: «Πουστράκι τελειώνετε, κατάλαβες; Τελειώνουν τα πουστράκια. Άντε κωλομπήχτες, μαλάκες ηθοποιοί του κώλου, ε μαλάκες ηθοποιοί του κώλου. Κοίτα πουτανάκι, έρχεται η ώρα σου. Τράβα ρε, τράβα, έρχεται η ώρα σου. Έρχεται ρε και η αστυνομία σάς φυλάει τα κωλαράκια, αφού σας τα γαμάνε που σας τα γαμάνε οι Πακιστανοί ρε. Αδερφές ξεσκισμένες. Γαμημένες αλβανικές κωλοτρυπίδες, ε γαμημένες αλβανικές κωλοτρυπίδες»: «Ματ, Χυτήριο, Θέατρο», youtube.com, 11.10.2012.

 

books-big-cover_EXTHROSΔέσποινα Παρασκευά-Βελουδογιάννη, Ο Εχθρός, το Αίμα, ο Τιμωρός. Αναλύοντας δεκατρείς λόγους του «Αρχηγού» της Χρυσής Αυγής, Νήσος, Αθήνα 2015

Περισσότερα για το βιβλίο εδώ

Share

Sarah Helm: «Το να δώσω στις επιζήσασες του Ravensbrück την ευκαιρία να αφηγηθούν την ιστορία τους ήταν ζωτικής σημασίας για μένα»

LIBERATION DU CAMP DE CONCENTRATION DE RAVENSBRUCK 1945

του Γιάννη κοντού

Σχεδιασμένο από τον Χάινριχ Χίμλερ και χτισμένο σε ειδυλλιακή τοποθεσία 90χλμ βορείως του Βερολίνου, το διαβόητο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ravensbrück, το οποίο ξεκίνησε να λειτουργεί το Μάη του 1939, υπήρξε ένας τόπος μαρτυρίου αποκλειστικά για γυναίκες, μέχρι την απελευθέρωσή του από τον Κόκκινο Στρατό στα τέλη του Απρίλη του 1945. Μόνο ένα, αναλογικά, μικρό τμήμα του πληθυσμού του υπήρξαν Εβραίες. Το αισθητά μεγαλύτερο ήταν Ρομά, μαχήτριες της αντίστασης, πολιτικοί εχθροί του ναζιστικού καθεστώτος, Μάρτυρες του Ιεχωβά, πόρνες, ασθενείς, «τρελές». «Αντικοινωνικά στοιχεία», με δυο λόγια. Προέρχονταν από τουλάχιστον 20 χώρες. Αν κι η ιστορία του στρατοπέδου δεν είναι, γενικότερα, άγνωστη, έχει, ωστόσο, «σπρωχτεί» στο περιθώριο της ιστορίας της ναζιστικής γενοκτονίας.

Ένα καινούριο βιβλίο, το If this is a woman της Βρετανίδας δημοσιογράφου και συγγραφέως Sarah Helm, έρχεται να ρίξει «φως» στην ανατριχιαστική του «κληρονομιά», μέσα από σπάνιο αρχειακό υλικό και, κυρίως, μαρτυρίες από επιζήσασες, οι οποίες για πρώτη φορά «σπάνε» τη σιωπή τους, λίγο πριν πεθάνουν. Συνομιλούμε με την συγγραφέα.

Το βιβλίο σου, το οποίο υπήρξε προϊόν επίπονης έρευνας, τιτλοφορείται If this is a woman, παραπέμποντας στο Αν αυτό είναι ο άνθρωπος, τη μνημειώδη αυτοβιογραφική καταγραφή της εμπειρίας του Πρίμο Λέβι στο Άουσβιτς. Σε ποιο βαθμό αποτέλεσε το βιβλίο του πηγή έμπνευσης για σένα;

Πρωτοδιάβασα το Αν αυτό είναι ο άνθρωπος πριν από πολλά χρόνια κι εξακολουθώ να το θεωρώ το πιο επιβλητικό βιβλίο σχετικά με τη ναζιστική φρίκη. Ασφαλώς κι υπήρξε πηγή έμπνευσης, με πολλούς τρόπους. Ίσως το πιο σημαντικό ήταν το ότι ο Λέβι μετέφερε τον αναγνώστη μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αν και προφανώς δεν είμαι επιζήσασα, προσπάθησα να αναδημιουργήσω αυτό το αποτέλεσμα μέσα από τις φωνές των γυναικών, από τις οποίες πήρα συνέντευξη. Κι ο τίτλος του βιβλίου αναφέρεται ευθέως στο ποίημα του Λέβι με τον ίδιο τίτλο. Ο Λέβι ήθελε να μας κάνει να «σκεφτούμε αν αυτό είναι η γυναίκα», επίσης. Δεν ένιωθα πως είχαν γραφτεί αρκετά, ώστε να «σκεφτούμε» για τις γυναίκες.

Πότε πρωτάκουσες για το Ravensbrück; Και γιατί η ιστορία του, και πιο συγκεκριμένα η ιστορία των γυναικών κρατουμένων, αν και γενικότερα όχι άγνωστη, έχει «σπρωχτεί» στο περιθώριο της ιστορίας της ναζιστικής γενοκτονίας;

Άκουσαγιατο Ravensbrück γιαπρώτηφορά, ότανερευνούσαγιατοπρώτομουβιβλίοA Life in Secrets, the Story of Vera Atkins and the Lost Agents of SOE. Η Vera Atkins ήταν αξιωματούχος της British Special Operations Executive (SOE) κι ερεύνησε την τύχη των αγνοούμενων Βρετανών πρακτόρων μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εντόπισε πολλές από τις αγνοούμενες στο  Ravensbrück κι ήταν μία από τις πρώτες γυναίκες που προχώρησαν σε έρευνα στο στρατόπεδο. Είχα στην κατοχή μου τα αυθεντικά έγγραφά της, τα οποία υπήρξαν ανεκτίμητα στα αρχικά στάδια της έρευνάς μου.

Η ιστορία του Ravensbrück έχει περιθωριοποιηθεί για πολλούς λόγους. Κατά πρώτον, οι γυναίκες ιδιαιτέρως απεχθάνονταν να μιλήσουν για την εμπειρία τους επιστρέφοντας και κανένας δεν ήθελε να ακούσει. Το μεγαλύτερο μέρος από τα επίσημα έγγραφα καταστράφηκε. Το στρατόπεδο απελευθερώθηκε από τους Σοβιετικούς, που κράτησαν ελάχιστα αρχεία. Εξάλλου, βρισκόταν στην Ανατολή και για πολλά χρόνια ήταν κρυμμένο πίσω από το «Σιδηρούν Παραπέτασμα». Αργότερα, η ιστορία του εβραϊκού Ολοκαυτώματος αναδύθηκε στα ανατολικά σε μεγαλύτερη λεπτομέρεια, ενώ εκείνη του εγκλήματος εναντίον των γυναικών στο Ravensbrück επισκιάστηκε. Οι ιστορικοί, συνήθως άντρες, δεν μπήκαν στον κόπο να ερευνήσουν για το στρατόπεδο λεπτομερώς.

Frauenkommando_Ravensb-151_01 copy

Για εκείνους ανάμεσά μας που εξακολουθούν να μη γνωρίζουν, θα μπορούσες να μου εξηγήσεις πώς ήταν δομημένο και λειτουργούσε το συγκεκριμένο στρατόπεδο θανάτου;

Το στρατόπεδο ήταν διαρθρωμένο κατά τον ίδιο τρόπο που ήταν διαρθρωμένα τα αντρικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία. Οι γυναίκες ζούσαν σε μεγάλα κτίρια και χρησιμοποιούνταν για καταναγκαστική εργασία. Την ίδια στιγμή τους γίνονταν κάποιες παραχωρήσεις, λόγω του ότι ήταν γυναίκες. Για παράδειγμα, δεν υπήρχαν ένοπλα φυλάκια στους τοίχους αρχικά. Οι φύλακες χρησιμοποιούσαν περισσότερο σκυλιά, καθώς ο Χίμλερ θεωρούσε πως οι γυναίκες τα φοβόντουσαν πιο πολύ από ότι οι άντρες.

Από τα μέσα του πολέμου, το στρατόπεδο έγινε κέντρο καταναγκαστικής εργασίας και πολλές πέθαναν στη διάρκεια της δουλειάς από εξάντληση, λιμοκτονία ή αρρώστιες. Πολλές, επίσης, εξαναγκάστηκαν να κατασκευάζουν γερμανικά όπλα. Υπήρχε ένα εργοστάσιο της Siemens στο στρατόπεδο, όπου οι γυναίκες έφτιαχναν τμήματα των γερμανικών πυρομαχικών. Τους τελευταίους μήνες, εξαντλημένες γυναίκες στη Siemens επιλέχτηκαν για θανάτωση στους θαλάμους αερίων ή με εκτέλεση.

Αλλα, σε αντίθεση με αντρικά στρατόπεδα, υπήρχαν γυναίκες φύλακες που διατηρούσαν την τάξη. Λογοδοτούσαν σε ένα αντρικό στράτευμα των SS. Την πρώτη περίοδο, το στρατόπεδο ήταν πολύ μικρό κι η πειθαρχία αυστηρή. Αργότερα, διαβιούσαν περίπου 45.000 γυναίκες εκεί, γεγονός που το κατέστησε υπερπλήρες και χαοτικό. Όλο και περισσότερες φυλακισμένες χρησιμοποιούνταν, προκειμένου να βοηθούν στη διαχείριση του στρατοπέδου. Οι φυλακισμένες εργάζονταν ακόμη κι ως αστυνομικίνες του στρατοπέδου. Το Ravensbrück ήταν ένα από τα τελευταία στρατόπεδα που απελευθερώθηκαν. Πριν το τέλος, υπέστη εκκαθάριση και πολλές γυναίκες πέθαναν στους θαλάμους αερίων ή σε πορείες θανάτου.

ravensbruck-crema

Μια ενδιαφέρουσα πτυχή του βιβλίου σου είναι ότι εστιάζεις στη συνενοχή των γυναικών δεσμοφυλάκων στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπως η Johanna Langefeld, η επικεφαλής δεσμοφύλακας. Δεδομένου του γεγονότος πως η ιστοριογραφία της περιόδου προσεγγίζει τις γυναίκες κυρίως ως θύματα, το βιβλίο σου, όπως κι εκείνο της Wendy Lower Οι μαινάδες του Χίτλερ (σημ.: κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο»), είναι μια καλοδεχούμενη εξαίρεση. Αποφάσισες συνειδητά να εντάξεις αυτή τη διάσταση ή συνέβη, ενώ διεξήγαγες την έρευνα;

Ο χαρακτήρας και τα κίνητρα των γυναικών δεσμοφυλάκων με ενδιέφεραν πάντα. Είχα, λοιπόν, την πρόθεση να κάνω τις δεσμοφύλακες όσο πιο μεγάλο κομμάτι της ιστορίας μπορούσα.

Η Johanna Langefeld, η πρώτη επικεφαλής δεσμοφύλακας, δεν ήταν τυπικό δείγμα, αλλά ήταν ενδιαφέρουσα. Ήταν μια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας, που είχε εκπαιδευτεί στο σύστημα της φυλακής και πίστευε στον Χίτλερ και τις δεδηλωμένες προθέσεις του. Ήταν αντισημίτρια και σκληρή. Ήταν, όμως, και θρησκευόμενη κι είχε μια αίσθηση δικαιοσύνης. Όταν η κατάσταση στο Ravensbrück χειροτέρεψε, διαμαρτυρήθκε κι απολύθηκε.

Πολλές από τις νεότερες δεσμοφύλακες ήταν απλώς συνηθισμένες γυναίκες.- συχνά ντόπιες- που είχαν μικρή εμπειρία από τη ζωή και πίστευαν πως ό,τι έκαναν ήταν φυσιολογικό. Μερικές ανακάλυψαν ξεκάθαρα ένα σαδιστικό χαρακτηριστικό κι απολάμβαναν τη σκληρότητα. Άλλες, απλώς ακολουθούσαν εντολές κι αποδέχονταν πως οι άνθρωποι που φύλαγαν ήταν «άχρηστοι» και μπορούσαν να υποστούν κακομεταχείριση. Η ζωή για εκείνες ήταν σχετικά καλή στο στρατόπεδο. Έμεναν, ως επί το πλείστον, σε όμορφα μέρη, φορούσαν στολή κι είχαν τη δυνατότητα να συναντούν άντρες των SS και να τους παντρεύονται.

Η κανονικότητα πολλών από αυτές τις γυναίκες ήταν ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της ιστορίας που αποκάλυψα και που ήμουν αποφασισμένη να αποτυπώσω όσο πιο ζωντανά μπορούσα. Πιστεύω, όμως, ότι, σε κάποιο βαθμό, υπήρξαν θύματα. Αυτές οι δεσμοφύλακες συχνά εξαναγκάζονταν να εργαστούν κι υφίσταντο κακομεταχείριση από τους άντρες  SS. Δεν είχαν κάποιο status και πίστευαν πως δεν είχαν πιθανότητα να ζήσουν.

Υπήρξες αρκετά προνομιούχα, ώστε να καταφέρεις να εντοπίσεις αρκετές από τις επιζήσασες κατά τη διάρκεια της έρευνάς σου. Δεδομένης της τραυματικής φύσης όσων είχαν υποστεί τόσο σωματικά, όσο και ψυχολογικά, πόσο απρόθυμες ήταν οι γυναίκες, με τις οποίες μίλησες, να μοιραστούν τις εμπειρίες τους μαζί σου;

Οι γυναίκες, από τις οποίες πήρα συνέντευξη, δεν ήταν απρόθυμες. Μπορεί να υπήρξαν στο παρελθόν, αλλά τώρα είχαν αποφασίσει να μιλήσουν. Οι περισσότερες βρίσκονταν, προφανώς, στο τέλος της ζωής τους, οπότε, ακόμη κι αν είχαν παραμείνει σιωπηλές μέχρι τις μέρες μας, ένιωσαν ότι ήθελαν να καταγραφούν οι αναμνήσεις τους, πριν πεθάνουν.

Πολλές αισθάνθηκαν πως έπρεπε να έχουν μιλήσει άφοβα νωρίτερα και- αν το είχαν κάνει- τα βάσανα των συντροφισσών τους θα κατανοούνταν καλύτερα σήμερα..

Όσες ζούσαν σε κομμουνιστικές χώρες μετά τον πόλεμο δεν είχαν μπορέσει να μιλήσουν ανοιχτά από φόβο μήπως υποστούν διώξεις, αν αποκαλυπτόταν ότι είχαν αντισταθεί στον κομμουνισμό πριν και μετά τον πόλεμο. Από τότε που επέστρεψαν, οι Σοβιετικές ζούσαν με το φόβο των ανακριτών της KGB. Ο Στάλιν τους είχε ζητήσει να πολεμήσουν μέχρι θανάτου. Το γεγονός και μόνο πως είχαν βρεθεί σε ναζιστικά στρατόπεδα σήμαινε ότι ήταν «μολυσμένες» από τη Δύση. Αυτές οι γυναίκες μου μίλησαν για πρώτη φορά. Ήταν ένα σπουδαίο προνόμιο να ακούω τις ιστορίες τους, που ειπώθηκαν σαν κάτι καινούριο.

Τι σε εντυπωσίασε περισσότερο σε εκείνες τις γυναίκες, κι ιδιαίτερα σε όσες είχες την ευκαιρία να συναντήσεις;

Η ανθρωπιά τους κι η ανθρωπιά εκείνων, για τις οποίες μιλούσαν. Παρά τη φρίκη, τη σκληρότητα και την εκμετάλλευση, πολλές από τις φυλακισμένες διατηρούσαν μια αίσθηση του σωστού και του λάθους και μια αποφασιστικότητα να υπερασπιστούν τις πεποιθήσεις τους.

Η καθαρή ανάγκη επιβίωσης επανερχόταν διαρκώς. Μια φυλακισμένη στο μπούνκερ, χωρίς φως και σχεδόν καθόλου φαγητό για πολλούς μήνες, την «έβγαζε» με μικροσκοπικά κομμάτια ψωμιού, για να παραμείνει ζωντανή. Μια άλλη, έδωσε την κούπα με τη σούπα σε μια γυναίκα που πέθαινε της πείνας. Τέτοιες ιστορίες υπήρχαν άφθονες και δίνουν μια ιδέα για το πόσο πολλές γυναίκες είχαν πολεμήσει, ώστε να «κρατηθούν». Άλλες, βεβαίως, δεν είχαν τη δύναμη. Αυτές «δίπλωσαν τα φτερά τους», όπως κάποια είπε.

Ravensbrück_concentration_camp-01

Νιώθεις ότι κατάφερες να διασώσεις τη «φωνή» τους, λίγο πριν πεθάνουν; Είχαν όλες τους τη δυνατότητα να διαβάσουν το βιβλίο, όσο ήταν ακόμη ζωντανές;

Ναι, ελπίζω ότι κατάφερα να διασώσω όσο περισσότερες «φωνές» ήταν δυνατόν. Αυτή ήταν η πρόθεσή μου. Η ιστορία συχνά γράφεται με την ψυχρή, αποστασιοποιημένη «φωνή» του ιστορικού. Το να δώσω στις επιζήσασες την ευκαιρία να αφηγηθούν την ιστορία τους ήταν ζωτικής σημασίας για μένα. Πολύ λίγες είχαν τη δυνατότητα να διαβάσουν αυτά που έγραψα, καθώς οι περισσότερες πέθαναν πριν την ολοκλήρωση του βιβλίου. Κάποια από τα παιδιά και τους συγγενείς τους, ωστόσο, διάβασαν το χειρόγραφο κι έκαναν σχόλια και διορθώσεις.

Σχεδόν 70 χρόνια μετά την απελευθέρωση του Ravensbrück από τον Κόκκινο Στρατό και την ήττα του ναζισμού, η ακροδεξιά ιδεολογία κι οι πρακτικές της, ιδιαιτέρως στη νεοναζιστική εκδοχή τους, «σηκώνουν κεφάλι» για άλλη μια φορά- από την Ουκρανία και τη Νορβηγία, στην Ουγγαρία και την Ελλάδα, ανάμεσα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Εκτιμάς ότι βιβλία όπως το δικό σου μπορούν να λειτουργήσουν ως ανατριχιαστική υπόμνηση αυτού που στην ουσία είναι ο ναζισμός; Αισιοδοξείς για το μέλλον;

Ελπίζω ότι ισχύει αυτό, αλλά δεν έχω αυταπάτες πως τέτοια βιβλία μπορούν να επηρεάσουν.

Πράγματι, νομίζω ότι βιβλίο μου δείχνει πόσο εύκολα συντελέστηκε αυτό το έγκλημα- πόσο εύκολα οι εγκληματίες πείστηκαν να διαπράξουν αγριότητες και πόσο εύκολα ο κόσμος, κοντινός και μακρινός, κοίταζε αλλού. Με αυτή την έννοια, το βιβλίο θα μπορούσε να είναι μια προειδοποίηση, επειδή διατείνεται ότι φρίκη τέτοιων διαστάσεων θα μπορούσε να αναπαραχθεί. Δεν υπήρχε τίποτε το εξαιρετικό στους ανθρώπους που εμπλέκονταν στις αγριότητες στο Ravensbrück ή σε άλλα στρατόπεδα. Ένας από τους Βρετανούς δικηγόρους στη δίκη του 1946 μου είπε πως θα μπορούσε να διαλέξει το προσωπικό ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης «από οποιοδήποτε τρένο του λονδρέζικου μετρό».

Δεν είμαι, επομένως, αισιόδοξη για το μέλλον, με την έννοια ότι νομίζω πως θα μπορούσαμε να το ξανακάνουμε- αν και το πλαίσιο θα ήταν σαφώς διαφορετικό. Σήμερα παρακολουθούμε ωμότητες να ξεδιπλώνονται στη Συρία, τη Λωρίδα της Γάζας, την Ουκρανία κι αλλού κι ο κόσμος μοιάζει προφανώς ανίκανος να τις σταματήσει. Φαίνεται ότι τίποτε δε μάθαμε σχετικά με το πώς να διαχειριζόμαστε τις αντιπαραθέσεις μας. Επιπλέον, οι ελπίδες ότι οι καινούριοι διεθνείς νόμοι κι οι συμβάσεις που τέθηκαν σε εφαρμογή μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο θα προστάτευαν τους αμάχους στο μέλλον έχουν διαλυθεί. Η 4η Σύμβαση της Γενεύης για την προστασία των αμάχων σε καιρό πολέμου συμφωνήθηκε το 1949, αλλά σχεδόν αγνοείται στις μέρες μας.

Από πολλές απόψεις δεν είμαι, λοιπόν, αισιόδοξη για το μέλλον. Από την άλλη πλευρά, η δουλειά μου πάνω στο βιβλίο μου άφησε μια έντονη αίσθηση της δύναμης του ανθρώπινου πνεύματος. Οι αναγνώστες κι οι αναγνώστριες διαρκώς σχολιάζουν σχετικά με το πώς ο αγώνας των γυναικών να επιβιώσουν κι η ανθρωπιά τους «διαπερνούν» το βιβλίο. Αυτό μου δίνει ένα λόγο να ελπίζω.

If-this-is-a-woman

Το βιβλίο της Sarah Helm If this is a woman κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Little, Brown»

 

 

 

 

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

 

Share

Μάρσια Τζιβάρα: «Ο φασισμός δε γεννήθηκε στην κρίση και ούτε θα πεθάνει με την έξοδο από αυτήν»

BURNING FROM THE INSIDE ENG 005

του Γιάννη Κοντού

«Γεννημένο» στους δρόμους της Αθήνας και του Βερολίνου και χρησιμοποιώντας την ανάδυση της νεοναζιστικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής ως κύριο άξονά του, το κοινωνικό-πολιτικό ντοκιμαντέρ Burning from the inside της Μάρσιας Τζιβάρα, μέλους της γερμανικής κινηματογραφικής κολεκτίβας Ak-Kraak, αποκαλύπτει τις φασιστικές δομές που λειτουργούν στην Ελλάδα, από τη σκοπιά των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία. Συζητάμε με την σκηνοθέτρια, ενόψει της πρεμιέρας του ντοκιμαντέρ στα πλαίσια του 17ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Κυριακή 15 Μαρτίου (αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 17:30).

Το Burning from the inside αντανακλά, όπως γράφεις και στο επίσημο site της ταινίας, την αγωνία και τα αισθήματά σου για την Ελλάδα και την αηδία σου για όσους προσπαθούν να την καταστρέψουν. Πώς ξεκίνησαν όλα και ποιος είναι ο στόχος του ντοκιμαντέρ;

Ξεκινήσαμε τα γυρίσματα τον Γενάρη του 2013, όταν η Χ.Α αποπειράθηκε να ανοίξει γραφεία εδώ στη Γερμανία και συγκεκριμένα στη Νυρεμβέργη. Αυτό για μας ξεπερνούσε κάθε όριο και δε σου κρύβω ότι η οργή μας υπερέβη την ανασφάλειά μας για όλα τα επικείμενα εμπόδια που ενδεχομένως να βρίσκονταν στο δρόμο μας. Χωρίς συγκεκριμένο πλάνο, χωρίς βοήθεια από κάποιον φορέα και χωρίς λεφτά, αρχικά με τον Demian von Prittwitz, τον οπερατέρ της ταινίας, και εν συνεχεία με μια μικρή ομάδα κινηματογραφιστών-αντιφασιστών από Αθήνα και Βερολίνο, προβήκαμε σε guerilla γυρίσματα που κράτησαν σχεδόν 1.5 χρόνο.

Ο αρχικός στόχος ήταν να αποκαλύψουμε την αληθινή φύση της συμμορίας, αφού τη δεδομένη στιγμή κανείς από τα mainstream media δεν τολμούσε να το κάνει, και παράλληλα να τονίσουμε το παράδοξο που βιώναμε εμείς ως μετανάστες: το να ζούμε στη χώρα που «γέννησε» το ναζισμό και να παρακολουθούμε από μακριά, την αναβίωση του με πρωταγωνίστρια τη χώρα που «γέννησε» τη δημοκρατία. Βασικός στόχος λοιπόν, ήταν να θέσουμε ερωτήματα όσον αφορά τη λειτουργικότητα και εφαρμογή της δημοκρατίας σε μια χώρα τσακισμένη από τη διαφθορά και την καπιταλιστική λύσσα, τον ρόλο των νεοναζί ως κρατικού και παρακρατικού εργαλείου και φυσικά τη θέση της Γερμανίας μέσα σε όλο αυτό.

Ο δεύτερος μεγάλος στόχος ήταν η ευαισθητοποίηση του κοινού απέναντι στους μεγάλους αδικημένους της Ευρώπης-φρούριο: τους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Τέλος -χωρίς αυτό να αποτελεί συλλογικό στόχο της ομάδας μας, αλλά ίσως μια προσωπική ανάγκη- ήθελα να δώσουμε μια έμπρακτη απάντηση στις σκληρές κριτικές που κατά καιρούς δεχόμαστε όλοι εμείς που φύγαμε από την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια: ότι εγκαταλείπουμε στα δύσκολα, ότι δεν είμαστε μαχητές, ότι βολευτήκαμε και αδιαφορήσαμε. Η ταινία κατά κάποιο τρόπο απαντάει σε όλους αυτούς, αποδεικνύοντας πως οι αγώνες έχουν πολλαπλές μορφές και πως μέσα σε αυτούς υπάρχει μια θέση για όλους. Αρκεί ο καθένας να βρει τον τρόπο και το πλαίσιο, μέσα στο οποίο  μπορεί να δράσει και να προσφέρει.

Το ντοκιμαντέρ σου αποσκοπεί, επίσης, στο να αναδείξει τη σπουδαιότητα της συνύπαρξης «ντόπιων» και μεταναστών. Πόσο εύκολο ήταν να εξασφαλίσεις τη συνδρομή των μεταναστευτικών κοινοτήτων στην πραγματοποίηση της δουλειάς σου;

Η συνδρομή των μεταναστευτικών κοινοτήτων, πολιτικών ομάδων, αλλά και όλων των αντιφασιστικών φορέων που προσεγγίσαμε (γερμανικών και ελληνικών) ήταν άμεση και δυναμική. Όπως είπα και πριν, υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι ανθρώπων που έχουν έντονη πολιτική και κοινωνική δράση και αυτοί οι άνθρωποι μας άνοιξαν τον δρόμο και μας στήριξαν με τα όποια μέσα διέθεταν. Κάτι που ίσως ο πολύς κόσμος δε γνωρίζει, είναι ότι εδώ στο Βερολίνο υπάρχουν διάφορες ομάδες και επιτροπές αλληλεγγύης προς την Ελλάδα, οι οποίες απαρτίζονται από Γερμανούς του αναρχικού ή αριστερού/αντικαπιταλιστικού χώρου και η δράση τους απλώνεται σε ένα ευρύ φάσμα κοινωνικό-πολιτικού αγώνα: Από την συλλογή χρημάτων και φαρμάκων, μέχρι την αποστολή αντιπροσώπων, προκειμένου να στηρίξουν μια σημαντική προσπάθεια. Έχουν βρεθεί κατά καιρούς, αρκετοί Γερμανοί αλληλέγγυοι  σε μεγάλες γενικές απεργείς, ή σε μεγάλες αντιφασιστικές δράσεις στην Ελλάδα. Αυτές οι επισκέψεις, εκτός από το να στηρίξουν με την παρουσία τους, αποσκοπούν κυρίως και στο σχηματισμό μιας εικόνας για την Ελλάδα και τα προβλήματα του κόσμου, πέρα από την εικόνα που παρουσιάζουν τα  mainstream media. Αυτοί είναι οι άνθρωποι αν θέλεις, που δημιουργούν τον αντίλογο, σε μια χώρα, όπως η Γερμανία, που τον Έλληνα τον έχει συνδέσει με τον φτωχό-τεμπέλη συγγενή που του τρώει τα λεφτά. Σε γενικές γραμμές, όταν λέγαμε ποιοι είμαστε και τι θέλουμε να κάνουμε, οι πόρτες άνοιγαν εύκολα και τους ευχαριστούμε όλους για αυτό.

Βέβαια, για να μην τα παρουσιάζουμε όλα ρόδινα και ουτοπικά, πρέπει να πω ότι υπάρχει  και ένα άλλο κομμάτι μεταναστών – που ευτυχώς δε χρειάστηκε να συναναστραφούμε – το οποίο αναπαράγει είτε την καθεστωτική λογική του «βολέματος» που ο Έλληνας ξέρει τόσο καλά, είτε την «απολιτίκ» στάση του «δε μιλάω για να «τα έχω καλά με όλους», είτε ακόμα και το νεοναζισμό. Κάποιοι από αυτούς προσπάθησαν να «λασπώσουν» κατά καιρούς την προσπάθειά μας μέσω των social media και άλλου είδους προπαγάνδας, αλλά το μόνο πραγματικότητα. Η μετανάστευση δε μας κάνει απαραίτητα ούτε πιο ευαίσθητους, ούτε πιο αγωνιστές.

Δεδομένης της διαπλοκής κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών, θέλεις να αναφερθείς στους κινδύνους που το συνεργείο σου κι εσύ αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων τόσο από την πλευρά της αστυνομίας, όσο και των νεοναζί;

Τα γυρίσματα στην Γερμανία ήταν πολύ πιο εύκολα από ότι τα γυρίσματα στην Ελλάδα. Η βερολινέζικη αστυνομία, χωρίς βέβαια να θέλω να την εξευμενίσω, θεωρείται από τις λιγότερο βίαιες της Γερμανίας και έτσι είχαμε πιο «εύκολη» πρόσβαση στις ομάδες των νεοναζί, χωρίς να κινδυνεύουμε άμεσα. Υπήρχαν στιγμές βέβαια που γινόμασταν στόχος στα μάτια τους, κυρίως λόγω του «μεσσογειακού» παρουσιαστικού μας. Όμως, η αλήθεια είναι πως δε νιώσαμε ποτέ πραγματική απειλή.

Στην Ελλάδα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ένα μεγάλο πρόβλημα ήταν οτι κάποιοι  ήμασταν γνωστοί  στους φασιστικούς κύκλους, λόγω της αντιφασιστικής μας δράσης, και δεν ήταν καθόλου εύκολο να τους κινηματογραφήσουμε. Παρόλο που δεν εμφανιζόμασταν ως συνεργείο αλλά ως υποτιθέμενοι «οπαδοί» τους (ακόμα και μεταμφιεσμένοι), κυνηγηθήκαμε όλες τις φορές που προσπαθήσαμε να τους πλησιάσουμε. Πάντα βάβαια, με τις ευλογίες της αστυνομίας. Μετά από μια άσχημη εμπειρία που είχα σε μια συγκέντρωση  στα γραφεία τους και συγκεκριμένα όταν γιόρταζαν 1 χρόνο μετά την εκλογή τους στη βουλή, όπου με κυνήγησαν οι μπράβοι που περιφρουρούσαν την συγκέντρωση και προσπάθησαν να μου πάρουν την κάμερα, άρχισα να σκέφτομαι σοβάρά το ενδεχόμενο να σταματήσω αυτές τις απόπειρες, γιατί πια άρχισαν να γίνονται επικίνδυνες. ‘Ετσι, καταφύγαμε στην χρήση πλάνων αρχείου που μας παραχώρησαν αφιλοκερδώς οι αγωνιστές της αυτόνομης ΕΡΤ και της ΕΡΤ3, λύνοντας  το πρόβλημα. Όσο για την αστυνομία, δεν έχω λόγια. Σε όλες τις επιθέσεις ήταν παρούσα και έκανε οτι δε βλέπει, ενώ την ημέρα της σύλληψης των χρυσαυγιτών έξω από την ΓΑΔΑ, εφαρμόζοντας ένα πρωτοφανές «σχέδιο ασφαλείας» κατάφερε να με εγκλωβίσει για πάνω από τρεις ώρες (όπως και κάποιους τυχαίους περαστικούς) στο μετρό των Αμπελοκήπων, μαζί με περίπου 200 πωρωμένους νεοναζί που βρίσκονταν εκεί για συμπαράσταση στους χρυσαυγίτες- δολοφόνους! Αυτό είναι το μεγαλείο της ΕΛ.ΑΣ.

Οι βουλευτικές εκλογές της 25ης Ιανουαρίου αναδεικνύουν, αναπάντεχα ίσως, ως τρίτο κόμμα τη νεοναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής. Όπως για άλλη μια φορά αποδεικνύεται, η νεοναζιστική ακροδεξιά σε επίπεδο κοσμοαντίληψης, καθώς και πρακτικών, είναι στέρεα ριζωμένη σε σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Θα ήθελα ένα σχόλιό σου.

Δε μου προκαλεί καμία εντύπωση το εκλογικό αποτέλεσμα και αυτό το λέω με μεγάλη μου λύπη. Όπως υποστηρίζουμε και στην ταινία, ο φασισμός δε γεννήθηκε στην κρίση και ούτε θα πεθάνει με την έξοδο από αυτήν. Και η καραμέλα του «παραπληροφορημένου ψηφοφόρου», εμένα προσωπικά δε μου κάνει. Κατά τη γνώμη μου,  η πικρή αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι είναι στρατευμένοι νεοναζί, φασίστες και μαφιόζοι, που υπήρχαν όλα αυτά τα χρόνια ανάμεσα μας και δρούσαν υπόγεια στον κρατικό και παρακρατικό μηχανισμό. Και για αυτή την εξέλιξη, έχουνε ευθύνες όλοι. Ακόμα και η καθεστωτική Αριστερά, γιατί τόσα χρόνια δεν επέδειξε αντιφασιστική δράση, παρά μόνο όταν το πρόβλημα είχε γίνει πια απροσπέλαστο. Για μένα, η Ελλάδα χρειάζεται μια μεγάλη περίοδο «αποναζιστικοποίησης» προκειμένου να φύγει το μικρόβιο από τα σπλάχνα της και αυτό δεν γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη. Πρέπει να επενδύσουμε στην παιδεία -όσο κλισέ και να ακούγεται αυτό- στη δημιουργική ενσωμάτωση των μεταναστών και προσφύγων μέσα στην ελληνική κοινωνία, αλλά και στο συλλογικό αγώνα που δίνεται στους δρόμους και στις γειτονιές. Δε θα είναι εύκολα τα πράγματα, αλλά θα τα καταφέρουμε.

Πότε και πού πρόκειται να προβληθεί το Burning from the inside;

Το «Βurning from the inside» είναι μια εντελώς ανεξάρτητη παραγωγή και για αυτό η διανομή του είναι ακόμα κάπως «θολή». Αυτή τη στιγμή, κάνει τον κύκλο του σε διάφορα φεστιβάλ ανά τον κόσμο και το Μάρτη θα κάνει την ελληνική του πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Από κει και πέρα, η επιθυμία μας είναι να κάνουμε πολλαπλές παρουσιάσεις σε ελεύθερους κοινωνικούς χώρους σε Ελλάδα και εξωτερικό, προσπαθώντας να αγγίξουμε όσο το δυνατό μεγαλύτερο κοινό.

 

Το Burning from the inside της Μάρσιας Τζιβάρα προβάλλεται στα πλαίσια του 17ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Κυριακή 15 Μαρτίου (αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 17:30) και την Τρίτη 17 Μαρτίου (αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 22:30).

Το επίσημο site του ντοκιμαντέρ είναι http://www.burningfromtheinsidedoc.com/

Πηγή: εναντιοδρομίες

film poster

 

Share

Νίκη στις γυναικείες φυλακές

Prison bars and blue sky

ΝΙΚΗ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ

Χθες Παρασκευή 29 Αυγούστου επισκέφθηκε τις γυναικείες φυλακές εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης για να συναντηθεί με την επιτροπή αγώνα . Στη συνάντηση που έγινε το υπουργείο δεσμεύτηκε επίσημα να αναβάλλει την μεταφορά μας στην πτέρυγα των χρυσαυγιτών μέχρι να γίνουν οι απαραίτητες εργασίες διαμόρφωσης του χώρου. Εκτός απ’ τα καρτοτηλέφωνα και τις τουαλέτες που πρέπει να τοποθετηθούν αυτό που παραμένει σημαντικό είναι να υπάρξει προαύλιος χώρος για να προαυλιζόμαστε και να μην καταπατούνται τα δικαιώματα μας. Παραμένουμε σε ετοιμότητα και γνωρίζουμε πως τα δικαιώματα μας κερδίζονται μόνο απ’ τους αγώνες μας

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΓΩΝΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ

30/8/2014

Πηγή: Κινητοποιήσεις Ελληνικών Φυλακών 2014

 

Διαβάστε ακόμη

Ολοήμερη διαμαρτυρία-γυναικείες φυλακές

 

 

Share

Ολοήμερη διαμαρτυρία-γυναικείες φυλακές

prison

ΟΛΟΗΜΕΡΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ-ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ

Σήμερα Παρασκευή 29 Αυγούστου κλιμακώνουμε την κινητοποίση μας ενάντια στην άδικη μεταφορά-στριμωγμά μας στην πτέρυγα των 6 χρυσαυγιτών βουλευτών. Η επιβεβαίωση όλων όσων λέγαμε, ήρθε κιόλας την Τετάρτη, όταν αντιπροσωπεία της Θέμις Κατασκευαστικής (υπεύθυνη για τα κτίρια των φυλακών) έκρινε ακατάλληλη την πτέρυγα για την μεταφορά μας. Όμως παρά τις κινητοποιήσεις μας και τις επαναλαμβανόμενες κρούσεις προς τον υπουργό Δικαιοσύνης Χαράλαμπο Αθανασίου και τον γενικό γραμματέα Μαρίνο Σκανδάμη, οι ίδιοι επιμένουν να κωφεύουν προκλητικά. Για αυτό και εμείς ξεκινάμε σήμερα ολοήμερη διαμαρτυρία-άρνησης εισόδου στα κελιά, μέχρι να δοθεί απάντηση απ’ τους αρμόδιους φορείς στο δίκαιο αίτημα μας. Για ότι συμβεί από εδώ και πέρα υπεύθυνο είναι το υπουργείο Δικαιοσύνης και η αδιαφορία του για τα προβλήματα των κρατουμένων.

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΓΩΝΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ

Πηγή: Κινητοποιήσεις Ελληνικών Φυλακών 2014

 

Διαβάστε ακόμα

Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού: Νυχτερινή διαμαρτυρία

Share

Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού: Νυχτερινή διαμαρτυρία

prison

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ

Σήμερα Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014 εμείς οι γυναίκες κρατούμενες των φυλακών Κορυδαλλού πραγματοποιούμε νυχτερινή διαμαρτυρία και αρνούμαστε να μπούμε στα κελιά μας , για μία ώρα μετά το βραδυνό κλείσιμο της φυλακής

Αίτημα μας είναι η ακύρωση της άδικης και άνισης μεταφοράς μας που έχει προγραμματιστεί για το Σάββατο στον πρώτο όροφο της πτέρυγας που κρατούνται οι 6 χρυσαυγίτες βουλευτές.

Το υπουργείο αδιαφορώντας για τα δικαιώματά μας θέλει να μας στριμώξει σαν τα ποντίκια την μία πάνω στην άλλη στον πρώτο όροφο μιας πτέρυγας που δεν πληρεί τους βασικούς κανόνες ανθρώπινης διαβίωσης. Την ίδια στιγμή στην υπόλοιπη μισή πτέρυγα θα αλωνίζουν οι 6 χρυσαυγίτες βουλευτές σε ένα χώρο που αντιστοιχει σε 100 γυναίκες κρατούμενες και θα έδινε λύση στο πρόβλημα του υπερπληθυσμού .

Επειδή όμως το ψέμα δεν έχει ντροπή ακούσαμε και διαβάσαμε πως κύκλοι του υπουργείου διαρρέουν ότι η μετακίνησή μας αυτή αποσκοπεί στην βελτίωση των συνθηκών κράτησης μας , γι αυτό λοιπόν αναφέρουμε τα εξής :

1) Αυτή τη στιγμή είμαστε 85 κρατούμενες που τον Σεπτέμβρη ο αριθμός μας θα διπλασιαστεί λόγω μεταγωγών των δικαστηρίων και ο όροφος της πτέρυγας που θα μεταφερθούμε δεν επαρκεί ούτε για τις μισές από εμάς . Αυτό σημαίνει πως κάποιες κρατούμενες θα κοιμούνται ακόμα και στο πάτωμα

2) Ο όροφος της πτέρυγας δε διαθέτει ούτε ένα καρτοτηλέφωνο. Εκτός λοιπόν απο τη στέρηση της ελευθερίας μας στερούν και το δικαίωμα της επικοινωνίας με τα συγγενικά μας πρόσωπα.

3) Το προαύλιο της πτέρυγας θα χρησιμοποιείται απ’ τους χρυσαυγίτες βουλευτές και εμείς θα αναγκαζόμαστε για να προαυλιστούμε να κάνουμε μια ολόκληρη διαδρομή μέσα από κοινόχρηστους χώρους και μαγειρία για να βγαίνουμαι στο παλιό μας (!) προαύλιο.

4) Οι εγκαταστάσεις υγιεινής είναι ανεπαρκείς και ελλειπέστατες. Δεν υπάρχουν καν λεκάνες στις τουαλέτες

5) Η πρόταση να σκεπαστούν τα παράθυρα για να μην υπάρχει οπτική επαφή με τους χρυσαυγίτες και για την αποφυγή λεκτικών επιθέσεων θα μας στερήσει ακόμα και το φυσικό φως μέσα στην ακτίνα.

6) Οι κρατούμενες με αναπηρία και κινητικά προβλήματα θα μένουν καθηλωμένες στα κελιά τους καθώς δεν μπορούν να ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες ούτε καν για τη μεταφορά τους στο νοσοκομείο που λαμβάνουν την ιατροφαρμακευτική τους αγωγή.

Και όλα αυτά συμβαίνουν την ίδια στιγμή που η πτέρυγα που βρισκόμαστε θα συνεχίσει να λειτουργεί για να στεγαζει την καντινα της φυλακής και την βιβλιοθήκη. Δηλαδή θα είναι μια πτέρυγα χωρίς κρατούμενες. Απέναντι σε αυτόν τον παραλογισμό απαιτούμε απ’ τον υπουργό Δικαιοσύνης Χαράλαμπο Αθανασίου και τον γενικό γραμματέα Μαρίνο Σκανδάμη να βάλουν τέλος σε αυτήν την κοροϊδία. Ζητάμε να ακυρωθεί η άδικη μεταφορά μας και να παραμείνουμε στην πτέρυγα στην οποία κρατούμαστε. Η οποιαδήποτε απόπειρα μεταφοράς μας εκτός απο την αντίδρασή που θα συναντήσει απο τη μεριά μας θα επιβεβαιώσει την ύπαρξη του διαχωρισμού κρατουμένων Α’ κατηγορίας και κρατουμένων Β’ κατηγορίας. Ζητάμε να μπει τέλος στην αδικία. Ζητάμε για δεύτερη φορά να επισκεφτεί τις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού αντιπροσωπεία του υπουργείου για να συζητήσει με την επιτροπή αγώνα και να δώσει λύση στο δίκαιο αίτημα μας.

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΓΩΝΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ

Πηγή: Κινητοποιήσεις Ελληνικών Φυλακών 2014

 

Share

Βίντεο με την επίθεση 20 νεοναζί σε gay club στο Κίεβο

ukraine

Η επίθεση έγινε στις 7 Μάη στο club Pomada και ακολούθησε την απόφαση ακύρωσης του γκέι πράιντ της πόλης. Η απόφαση που από πολλούς χαρακτηρίστηκε ως αντιδημοκρατική είναι επηρεασμένη από ακροδεξιές ομοφοβικές ομάδας που δρουν ενεργά από την εξέγερση της Ουκρανίας και μετά. Σύμφωνα με το υπουργείο Εσωτερικών της Ουκρανίας στη συγκεκριμένη επίθεση έγινε και ρήψη κροτίδων μέσα στο χώρο του club. Αρκετοί από του άντρες που επιτίθενται φέρουν νεοναζιστικά σύμβολα όπως ο Kέλτικος σταυρός.

Πηγή: kar.org

 

YouTube Preview Image

 

 

Share

Νόννα Μάγιερ: Παραπειστικός ο λόγος της Μαρίν Λεπέν

marinelepen

της Αναστασίας Γιάμαλη

Αυτό που προκύπτει και από τη συνέντευξη της περασμένης εβδομάδας με τον Ζαν Ιβ Καμί, αλλά και από αυτήν με τη Νόννα Μάγιερ, υπεύθυνη έρευνας του Κέντρου Ευρωπαϊκών Σπουδών (Sciences Po.), είναι πως η πλειοψηφία του κόσμου της εργασίας στη Γαλλία θεωρεί (δυστυχώς) το Εθνικό Μέτωπο υπό την ηγεσία της Μαρίν Λεπέν “εγγυητή του κοινωνικού κράτους”.

Η Νόννα Μάγιερ, πρόεδρος του Οργανισμού Γαλλικής Πολιτικής Επιστήμης (ΑFSP), ερευνά τους μετασχηματισμούς της κοινωνικής δράσης, ενώ ασχολείται με την συμπεριφορά του εκλογικού σώματος, την πολιτική συμμετοχή, τον ρατσισμό και τον αντισημιτισμό. Μίλησε στην “Αυγή” για την άνοδο της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη και κυρίως για την άνοδο του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία.

Σε τι διαφέρει το Εθνικό Μέτωπο (ΕΜ) του σήμερα από εκείνο του Ζαν Μαρί Λεπέν;

H καρδιά του μηνύματός τους είναι ίδια, υπέρ των διακρίσεων και εναντίον της μετανάστευσης. Βασίζεται στην “εθνική επιλογή”, που μετονομάστηκε “εθνική προτεραιότητα” και σημαίνει ότι οι δουλειές, οι κοινωνικές παροχές, τα σπίτια, προορίζονται για τους πραγματικούς “Γάλλους”. Αλλά, με την κόρη να αναλαμβάνει τα ηνία το στυλ άλλαξε, είναι πιο μαλακό, λιγότερο βίαιο. Δεν έχει πλέον αντισημιτική ρητορική. Είναι περισσότερο στοχευμένο ενάντια στο Ισλάμ, το οποίο παρουσιάζεται αντίθετο με τις δυτικές δημοκρατικές αξίες, και με έξυπνο τρόπο γυρίζει τούμπα το επιχείρημα, παρουσιάζοντας το ΕΜ ως τον πρωταθλητή και υπέρμαχο των δημοκρατικών αξιών -της ισότητας και της ανεκτικότητας- σε αντιδιαστολή με τους μη ανεκτικούς Μουσουλμάνους. Ακόμη, είναι πιο ανοιχτή σε ζητήματα φύλου και οικογένειας (έκτρωσης, γάμου ομοφυλόφιλων). Αντίθετα με τον πατέρα της, που πάνω από όλα ήταν αντισυστημικός, ο στόχος της Μαρίν είναι να πάρει την εξουσία, να εκλεγεί πρόεδρος, να κυβερνήσει τη Γαλλία.

Η γαλλική Δεξιά δεν είναι αρκετά δεξιά ώστε να κερδίσει τους ψηφοφόρους του ΕΜ;

H γαλλική Δεξιά είναι πολυσχιδής, υπάρχει η Δεξιά του Ντε Γκολ, η Κεντροδεξιά και η Φιλελεύθερη. Ακροδεξιά στοιχεία που πρόσκεινται στο ΕΜ βρίσκονται και εντός της Ένωσης για ένα Λαϊκό Κίνημα (UMP), ομάδες όπως η Ισχυρή Δεξιά (Droite forte) και η Λαϊκή Δεξιά (Droite populaire) και οι υποστηρικτές τους, ενάντια σε αυτούς είναι οι Χριστιανοδημοκράτες και κεντρώα στοιχεία. Αλλά, όπως βλέπουμε από το ΕΜ, με τον λαϊκίστικο τρόπο που τάσσεται ενάντια στις ελίτ και απευθύνεται στον κόσμο, το πραγματικό πρόβλημα είναι η απονομιμοποίηση όλης της Δεξιάς. Η στρατηγική της Μαρίν Λεπέν, όπως και του πατέρα της, είναι να αντιτάξει το ΕΜ κόντρα στη σοσιαλιστική Κεντροαριστερά και στη συντηρητική Δεξιά, τους οποίους συνδέει με το ειρωνικό «UMPS». Και τα δύο κόμματα κυβέρνησαν, μάλιστα κυβέρνησαν και μαζί (περίοδοι συγκυβέρνησης), και δεν στάθηκαν ικανά να βρουν λύση στα προβλήματα της Γαλλίας.

Τι υπόσχεται το ΕΜ στις ανώτερες τάξεις και τι στον κόσμο της εργασίας; Πώς μπορεί η Αριστερά να κερδίσει αυτόν τον κόσμο;

Το ΕΜ υπόσχεται χαμηλότερη φορολογία στους αυτοαπασχολούμενους και ισχυρό κοινωνικό κράτος (αποκλειστικά για τους Γάλλους εργαζόμενους). Πρόκειται για έναν προνοιακό σωβινισμό. Και στις δύο κατηγορίες υπόσχεται επίσης προστατευτισμό, κλείσιμο των συνόρων – να είμαστε “μεταξύ μας”, να σταματήσει η μετανάστευση, αλλαγή των νόμων για την υπηκοότητα και “Νόμο και Τάξη”. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο να κερδίσει η Αριστερά αυτό το ακροατήριο όσο να το ανακτήσει. Η πλειοψηφία των εργατών υποστήριζε τους Σοσιαλιστές και τους Κομμουνιστές. Από τη δεκαετία του ’90 μια ισχυρή μειοψηφία στράφηκε στο ΕΜ, το 1995 ήδη ήταν πρώτο κόμμα στις προεδρικές εκλογές στους χειρώνακτες. Στις ευρωεκλογές του 2014, το 43% των εργατών που πήγαν να ψηφίσουν το υπερψήφισαν, ενώ η αποχή έφτασε σε ύψος ρεκόρ, πάνω από 70%. Υπάρχει μια καθαρή διχοτόμηση στην εργατική τάξη. Οι πιο επισφαλείς δεν ψηφίζουν ή παραμένουν στην Αριστερά (σε ποσοστό 58% ψήφισαν τον Ολάντ στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2012). Το ΕΜ προσήλκυσε αυτούς που έχουν κάτι να χάσουν, τους τεχνίτες, όσους έχουν κάποια περιουσία. Αυτοί στρέφονται και κατά των πλουσίων και κατά των φτωχότερων που εξαρτώνται από την πρόνοια. Φοβουνται το ενδεχόμενο της κοινωνικής υποβάθμισης, ότι δηλαδή κάποια μέρα θα γίνουν σαν τους από κάτω.

Πολλοί αναλυτές βλέπουν αναλογίες με το παρελθόν. Κάποιοι βλέπουν αναλογίες με το 1933, ο πρώην καγκελάριος Σμιτ είπε πρόσφατα ότι η ατμόσφαιρα θυμίζει το 1914. Συμφωνείτε με αυτές τις αναλογίες;

Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Η δημοκρατία είναι ισχυρότερη απ’ ό,τι στη δεκαετία του ’30, το κράτος πρόνοιας απορροφά την ύφεση τουλάχιστον στις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά, είναι ένα νέο είδος καπιταλισμού. Υπάρχει όμως ένα κοινό στοιχείο, οι οικονομικές κρίσεις ( της δεκαετίας του 30 ή του τέλους του 19ου αιώνα) στρέφουν τους ανθρώπους εναντίον των ξένων, των μεταναστών, μετατρέπουν τους “άλλους” σε αποδιοπομπαίους τράγους. Από το 2009, το Ετήσιο Βαρόμετρο για τον Ρατσισμό και την Ξενοφοβία δείχνει ότι ο δείκτης μη ανοχής στις μειονότητες, ειδικά στους προερχόμενους από το Μαγκρέμπ και τους μουσουλμάνους, αυξάνεται σταθερά και αυτό διευρύνει το δυνητικό εκλογικό σώμα της Μ. Λεπέν

Πώς βλέπετε το μέλλον της Ευρώπης. Πώς βλέπουν οι γάλλοι ψηφοφόροι χώρες σαν την Ελλάδα;

Είναι πολύ νωρίς για να πει κανείς, θα εξαρτηθεί από το πώς θα προχωρήσει η Ευρώπη, πώς θα αντιδράσει στη δυσαρέσκεια που εκφράζουν οι εκλογείς, αν θα κάνει κοινωνική στροφή. Όσον αφορά την Ελλάδα, οι Γάλλοι είναι αμφίθυμοι, καταλαβαίνουν ότι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές το έχουν παρατραβήξει, ότι ρίχνουν τα βάρη αποκλειστικά στους αδύναμους, ότι για τους πραγματικούς φταίχτες (τραπεζίτες και πλούσιους) είναι business as usual. Αλλά την ίδια στιγμή δεν θέλουν “να πληρώνουν για τον Νότο”…

Πηγή: Αυγή

 

Διαβάστε ακόμη

«Μια ύπουλη κατάσταση»: οι έμφυλοι ρόλοι των ακροδεξιών γυναικών

Το τίμημα της σιωπής – Μια ματιά στη γένεση ακροδεξιών πεποιθήσεων

Share

«Μια ύπουλη κατάσταση»: οι έμφυλοι ρόλοι των ακροδεξιών γυναικών

deutschefrauen

Συνέντευξη της Juliane Lang (Γιουλιάνε Λανγκ)[1], μέλος του «Ερευνητικού Δικτύου Γυναίκες και Δεξιός Εξτρεμισμός», στη Γερμανία, σχετικά με τους έμφυλους ρόλους των ακροδεξιών γυναικών τον Μάρτιο 2013 στην εφημερίδα taz.die tageszeitung.

taz: Κυρία Lang, πως είναι η «σύγχρονη γυναίκα της ακροδεξιάς»;

Juliane Lang: Δεν υπάρχει ένας τύπος. Η ζωή εντός της άκρας δεξιάς έχει διαφοροποιηθεί. Υπάρχει τόσο η παραδοσιακή εικόνα της μητέρας καθώς και η νέα ακτιβίστρια, η οποία συμμετέχει, λιγότερο ή περισσότερο, ισότιμα σε διαδηλώσεις ή μαχητικές δράσεις.

Πώς είναι η εξέλιξη των γυναικών στην ακροδεξιά σκηνή; 

Πάντα υπήρχαν γυναίκες στην ακροδεξιά. Η διαφορά είναι το πόσο επιθετικά παρουσιάζονται στο δημόσιο χώρο. Ενώ παλιότερα τις απασχολούσε κυρίως η κοινωνική συνοχή από το παρασκήνιο, σήμερα εμφανίζονται στο προσκήνιο πιο δυναμικά για να απευθυνθούν σε περισσότερες νέες γυναίκες. Σύμφωνα με το NPD (Εθνικοδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας), το ένα στα δύο νέα μέλη που εντάσσονται στο κόμμα είναι γυναίκες. Ο ρόλος των γυναικών στην ακροδεξιά σκηνή δεν πρέπει να υποτιμηθεί.

Τι σχέση έχουν μεταξύ τους ο σεξισμός και ο ρατσισμός; 

Ο ρατσισμός λειτουργεί συχνά έμφυλα – για παράδειγμα ως προς την εικόνα του μετανάστη ως απειλή για τις γυναίκες. Η ίδια η κοινότητα της ακροδεξιάς σκηνής κατασκευάζεται ως καταφύγιο, κάτι που όμως δεν είναι. Όπως πάντα κι εκεί η βία κατά των γυναικών βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη.

Υπάρχει ακροδεξιός φεμινισμός; 

Όχι. Το 2005 η συλλογικότητα ακροδεξιών γυναικών Mädelring Thüringen (MRT) ανακήρυξε τον «εθνικιστικό φεμινισμό», αλλά αντιμετωπίστηκε με φαιδρότητα. Για όλες τις πτέρυγες ο φεμινισμός και η ενσωμάτωση της αρχής της ισότητας (gender mainstreaming) χρησιμεύουν ως αρνητικό στερεότυπο. Το κοινωνικό φύλο ενέχει κινδύνους για την κατασκευή της «εθνικής κοινότητας», με βάση την οποία αποδίδονται στους άνδρες και στις γυναίκες σαφείς ρόλοι λόγω φύλου. Παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες σήμερα είναι ενεργές σε πολλούς τομείς, τους υπενθυμίζεται ωστόσο το εθνικό καθήκον της μητρότητας.

Η Beate Zschäpe (Μπεάτε Τσέπε)[2] αποτελεί πρότυπο για τις ναζί γυναίκες; 

Είναι μια ύπουλη κατάσταση το γεγονός ότι το πιο διάσημο πρόσωπο της γερμανικής ακροδεξιάς αυτή τη στιγμή είναι μια γυναίκα. Αυτό δείχνει το σημαντικό ρόλο των γυναικών στο πλαίσιο της άκρας δεξιάς. Ο πυρήνας του Εθνικού Σοσιαλιστικού Υπόγειου Ρεύματος (NSU) παρέμεινε χάρη στην ενεργή συμβολή της Zschäpe πίσω από το προσωπείο των ενεργών πολιτών. Είναι δευτερεύουσας σημασίας αν πράγματι κρατούσε όπλο στο χέρι της ή «μόνο» ήξεραν γι’ αυτό. Χωρίς την πολύπλευρη δράση των γυναικών η ακροδεξιά δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει.

 

[1] Η Juliane Lang σπούδασε Σπουδές Φύλου στο Πανεπιστήμιο Humboldt και Παιδαγωγική στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Συνεργάζεται με το Σύλλογο για Δημοκρατική Κουλτούρα στο Βερολίνο (VDK) και είναι μέλος του «Ερευνητικού Δικτύου Γυναίκες και Δεξιός Εξτρεμισμός» , που δημιουργήθηκε το 2000. Εστιάζει στις γυναίκες και στις σχέσεις των δύο φύλων μέσα στις ακροδεξιές οργανώσεις, στον πολιτισμό του ποδόσφαιρου και των φιλάθλων και στην παιδαγωγική ως αποτρεπτικό παράγοντα και πρόληψη της ακροδεξιάς.

[2] Η Beate Zschäpe γεννήθηκε στην Ανατολική Γερμανία. Στα 17 της γνώρισε τον κατά δύο χρόνια μεγαλύτερό της Ούβε Μούντλος, ο οποίος τη μύησε στις νεοναζιστικές ιδέες του. Ήταν μέλος της νεοναζιστικής οργάνωσης Εθνικό Σοσιαλιστικό Υπόγειο Ρεύμα (NSU), η οποία ευθύνεται για τη δολοφονία οκτώ Τούρκων, ενός Έλληνα και μιας αστυνομικού μεταξύ της περιόδου 2000-2007. Η Zschäpe είναι το μόνο μέλος της οργάνωσης που έχει επιζήσει, καθώς τα άλλα δύο μέλη της οργάνωσης έβαλαν τέλος στη ζωή τους, όταν εντοπίστηκαν από τις αρχές, το 2011. Η Zschäpe είναι η βασική κατηγορούμενη για συνέργεια στη δολοφονία των 9 μεταναστών και της αστυνομικού.

μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

Πηγή: taz.die tageszeitung

 

Διαβάστε ακόμη

Το τίμημα της σιωπής – Μια ματιά στη γένεση ακροδεξιών πεποιθήσεων

Ο λόγος στο αντιφασιστκό κίνημα

Το φύλο της Ακρας Δεξιάς

 

Share

Το τίμημα της σιωπής – Μια ματιά στη γένεση ακροδεξιών πεποιθήσεων

berlingegennazis

της Αndrea Schellinger

Η στροφή νέων ανθρώπων στον δεξιό εξτρεμισμό μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως συνισταμένη πολλών παραγόντων και εμπειριών. Η Michaela Köttig εξηγεί πώς η σιωπή γύρω από βιώματα της περιόδου του Εθνικοσοσιαλισμού έσπασε μόλις στην τρίτη γενιά, που μυείται, μέσα σε ένα κλίμα μυστικοπάθειας, στις ιστορίες των παππούδων – ιστορίες με πολλά θύματα και πολλή οδύνη.

Πώς γεννιούνται οι ακροδεξιές πεποιθήσεις;

Michaela Köttig: Το υπόστρωμα της γένεσης του δεξιού εξτρεμισμού είναι εξαιρετικά σύνθετο. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δεν ανάγεται επ’ ουδενί σε ένα συγκεκριμένο αστερισμό συνθηκών του παρελθόντος, όπως π.χ. Γερμανία και Εθνικοσοσιαλισμός ή στη σημερινή απουσία προσανατολισμού σε συνδυασμό με ολοένα πιο εξατομικευμένους τρόπους ζωής ή σε δυσμενείς κοινωνικές συνθήκες (ανεργία, δύσκολη παιδική ηλικία). Κάθε ένας απ’ αυτούς τους παράγοντες μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για μια σειρά εναλλακτικών δυνατοτήτων δράσης και εξέλιξης, που δεν έχουν καμιά σχέση με τον δεξιό εξτρεμισμό. Για να δημιουργηθούν συνθήκες πρόσφορες στον δεξιό εξτρεμισμό πρέπει να υπάρξει μια ειδοποιός σύνδεση και σύζευξη τριών επιπέδων, δηλ. της οικογενειακής ιστορίας, του κοινωνικού παράγοντα και της ατομικής βιογραφίας. Σε ό,τι αφορά τους εφήβους, πρέπει να υπάρχει ένα παρελθόν της γενιάς των παππούδων στην περίοδο του Εθνικοσοσιαλισμού, το οποίο η γενιά αυτή αποσιώπησε από την επόμενη, δηλ. τη γενιά των γονέων. Έτσι οι έφηβοι (δηλ. η τρίτη γενιά) εισπράττουν σιωπή απ’ τους γονείς, με αποτέλεσμα να μαθαίνουν για την περίοδο αυτή από τους παππούδες, που είχαν πάνω κάτω την ηλικία τους στη δεκαετία του 1930, και να ταυτίζονται με τις ιστορίες τους. Ένας παράγοντας που ενισχύει τις διεργασίες αυτές είναι ότι οι σχέσεις μεταξύ γονέων και παιδιών σε τέτοιες οικογένειες δεν προσφέρουν συναισθηματική σταθερότητα, με αποτέλεσμα τα παιδιά να αναπτύσσουν μεγαλύτερη εγγύτητα με τη γιαγιά και τον παππού.

Οι έρευνές σας αφορούν νεαρές ακροδεξιές γυναίκες. Τα πορίσματά σας επιδέχονται γενίκευση;

Συγκριτικές έρευνες, οι οποίες όμως διεξήχθησαν στην Ελβετία, κατέληξαν στα ίδια συμπεράσματα για νεαρούς άνδρες. Υποθέτω λοιπόν ότι οι θέσεις μου μπορεί να ισχύουν και για άρρενες εφήβους. Σε ό,τι αφορά το βιογραφικό υπόβαθρο, έχω καταλήξει σε τρία σχήματα: Πρώτον: Μπορεί να υπάρχει μια συνέχεια διαμέσου των γενεών, η οποία διευκολύνει τη μεταφορά τέτοιων πεποιθήσεων σε κάθε επόμενη γενιά. Δεύτερον: Έχω διαπιστώσει, ότι κόρες που έχουν υποστεί σοβαρά ψυχικά τραύματα είτε στη σχέση με έναν γονέα είτε από την απώλεια ενός γονέα αναπτύσσουν σχέσεις ιδιαίτερης εγγύτητας με τον παππού και τη γιαγιά. Μια τρίτη κατηγορία αφορά περιπτώσεις όπου οι οικογενειακοί δεσμοί είναι ασταθείς, ενώ παράλληλα η σχέση με τη μητέρα είναι εντόνως συμβιωτική.

Και τώρα οι κοινωνικοί παράγοντες: ακροδεξιές οργανώσεις φέρνουν νεαρές γυναίκες σε επαφή με διάφορα κοινωνικά ζητήματα, απέναντι στα οποία καλούνται να πάρουν θέση – π. χ. ανεργία, μετανάστευση κ.λπ. Η προτίμηση των γυναικών συναρτάται πάλι στενά με το οικογενειακό ιστορικό, αλλά και την ατομική βιογραφία.

Μπορείτε να μας δώσετε κάποιους αριθμούς όσον αφορά τη δυναμική του δεξιού εξτρεμισμού στη Γερμανία;

Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατον να μιλήσει κανείς με ποσοστά – εκτός ίσως αν πρόκειται για εκλογικά ποσοστά! Περίπου 1/3 των ακροδεξιών ψηφοφόρων είναι γυναίκες. Επιπλέον υπάρχουν περίπου 40.000 οργανωμένα ακροδεξιά άτομα όλων των ηλικιών, μεταξύ των οποίων 40% γυναίκες. Υπάρχουν επίσης νεανικές οργανώσεις και όμιλοι με περίπου 12.000 μέλη, από τα οποία το 30-60% είναι κορίτσια ή κοπέλες. Και, φυσικά, υπάρχουν και τα αντίστοιχα κόμματα. Η ΝDP διαθέτει 20% στελέχη θηλυκού γένους. Γεγονός είναι ότι κάθε παιδί από 12 ετών μπορεί να κοινωνικοποιηθεί μέσα σ’ αυτές τις δομές και να στρατευθεί σταδιακά σε διάφορες ομάδες.

Ποιος είναι ο ρόλος των γυναικών μέσα σε αυτό το πλαίσιο;

Για ένα μεγάλο διάστημα οι ακροδεξιές γυναίκες δεν πολυεμφανίζονταν στο προσκήνιο κι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο αρνιόμασταν να συνειδητοποιήσουμε ότι υπάρχουν και γυναίκες που δραστηριοποιούνται σ’ αυτόν τον χώρο. Στο μεταξύ βγήκαν και αυτές στην επιφάνεια, είτε με αποδεδειγμένη συμμετοχή σε βιαιοπραγίες, είτε ως στελέχη, είτε με την ιδιότητα του δικηγόρου. Επίσης το στερεότυπο του τραμπούκου ακροδεξιού δεν αντιστοιχεί πια στην πραγματικότητα. Η ακροδεξιά σκηνή στη Γερμανία έχει υιοθετήσει από καιρό μιαν άλλη στρατηγική. Έως περίπου το 2005 κρατούσε αποστάσεις από τους κοινωνικούς θεσμούς και φρόντιζε να ξεχωρίζει συνειδητά από το κυρίαρχο ρεύμα – και ως προς την εμφάνιση. Τώρα πια προσπαθεί να το υπονομεύσει, συμμετέχοντας π.χ. σε αθλητικούς συνδέσμους ή σε πρωτοβουλίες πολιτών, με σκοπό τη σταδιακή διάδοση ακροδεξιών στάσεων και απόψεων.

Τι δυνατότητες παρέμβασης υπάρχουν και ποιος θεσμός θα έπρεπε να αναλάβει δράση;

Αρχικά καλούνται όλοι οι κοινωνικά ενεργοί παράγοντες –από τον δημοσιογραφικό, τον δημοσιογραφικό και τον αστυνομικό κλάδο– να ευαισθητοποιηθούν και να δουν την κατάσταση κατάματα. Σε ό,τι αφορά τη δραστηριοποίηση σε κοινωνικό επίπεδο, πρέπει να έχει διπλή κατεύθυνση: να είναι δηλαδή και προληπτική και παρεμβατική, με σκοπό την υποστήριξη όσων επιλέγουν να αποχωρήσουν από την ακροδεξιά σκηνή. Αν κάποιος είναι πολύ χωμένος στην οργάνωση, οι πιθανότητες να τον βγάλουμε είναι ελάχιστες και συνεπώς η δουλειά του κοινωνικού λειτουργού δεν έχει καμιά χρησιμότητα στη φάση αυτή. Όσοι πάλι είναι έτοιμοι να πάρουν έναν τέτοιο δρόμο, προδίδονται πρώτ’ απ’ όλα από την εμφάνισή τους – το ντύσιμο, τα σήματα ή σύμβολα που κολλάνε στα ρούχα τους κ.λπ. Επίσης από το ότι, στην αρχή τουλάχιστον, κοιτάζουν να δουν τις αντιδράσεις του περιβάλλοντός τους. Στο στάδιο αυτό η κοινωνική λειτουργός δεν πρέπει να επιδιώκει καθόλου πολιτική συζήτηση, αλλά να προσπαθεί να καταλάβει ποιος συνδυασμός παραγόντων οδηγεί το συγκεκριμένο άτομο σε αυτή την κατεύθυνση. Εάν σε μια περιοχή δεν υπάρχουν επαρκείς δομές για τη δουλειά με εφήβους, τότε πρέπει να εκπαιδευτούν εργαζόμενοι σε άλλους θεσμούς – για παράδειγμα καθηγητές και καθηγήτριες.

Δυστυχώς στη Γερμανία, τόσο στη δυτική όσο και στην ανατολική, τα σχολεία και άλλοι θεσμοί που ασχολούνται με εφήβους, δεν αντιτάσσονται όσο θα έπρεπε στις ακροδεξιές δραστηριότητες. Στην ανατολική το φαινόμενο φαίνεται πως έχει μεγαλύτερη δημόσια παρουσία, ενώ στη δυτική έχουν αναπτυχθεί από παλιά αντίρροπες δομές της κοινωνίας των πολιτών, οι οποίες αντιδρούν σε επίπεδο ηθικής τάξης. Εν πάση περιπτώσει αυτό δεν αλλάζει και πολύ τα πράγματα: το πρόβλημα γενικά υπάρχει λίγο πολύ παντού στη Γερμανία.

Πώς θα εξηγούσατε τη γένεση ακροδεξιών συσπειρώσεων στην Ελλάδα, με δεδομένο το τραυματικό παρελθόν στη διάρκεια της Κατοχής;

Ως προς το ζήτημα αυτό μόνο υποθέσεις μπορώ να κάνω. Στην Ελλάδα υπάρχει πράγματι ένα επώδυνο παρελθόν όσον αφορά τον Εθνικοσοσιαλισμό, και πολλά θύματα. Δεν πρέπει ωστόσο να θεωρεί κανείς δεδομένο πως η ιστορία αυτή είχε μια μόνο, ξεκάθαρη όψη, και πως αφορούσε όλους στον ίδιο βαθμό. Εκτός από τους πολίτες που βίωσαν επώδυνα την Κατοχή, υπήρχαν ασφαλώς και συμπαθούντες, και συνεργάτες. Αυτό με οδηγεί στην κατ’ αρχήν υπόθεση ότι τα τωρινά φαινόμενα του δεξιού εξτρεμισμού συνδέονται μάλλον με αυτή την όψη του παρελθόντος. Είναι πιθανό να πρόκειται για άτομα ή οικογένειες που είχαν ανάμειξη στα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Η Ελλάδα υπέφερε από τους Γερμανούς τότε, εκτελέστηκαν πολλοί αντιστασιακοί, αλλά και απλοί πολίτες, υπήρχαν ωστόσο και άνθρωποι που ασπάζονταν αυτή την ιδεολογία. Είναι πιθανόν η ιδεολογική αυτή ροπή να μεταδόθηκε, ας πούμε στο πλαίσιο μιας οικογενειακής παράδοσης. Είναι επίσης πιθανόν, τα άτομα αυτά να φαντάζονται ότι με τις ιδέες τους αυτές λειτουργούν ως αντίποδας στην κομμουνιστική ή σοσιαλιστική ιδεολογία.

Πρέπει να λάβει κανείς υπόψη, ότι στις κοινωνικοπολιτικές αντιπαραθέσεις στην Ελλάδα εμπλέκεται και ο Εμφύλιος – ένα ζήτημα που (αν έχω καταλάβει σωστά) το περιέβαλλε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα απόλυτη σιωπή και που ακόμα και σήμερα αποτελεί ένα θέμα ευαίσθητο. Δεν θα με εξέπλησσε λοιπόν, αν μέσα από μια εκτεταμένη έρευνα πύκνωναν οι ενδείξεις, ότι τα σημερινά φαινόμενα αναπτύχθηκαν πάνω σε ένα τέτοιο ιστορικό υπόβαθρο. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν πιστεύω ότι η αιτιολογική αλληλουχία στην Ελλάδα εδράζεται απλά και μόνο στην οικονομική κρίση. Θα ήταν πολύ κοινότοπο. Άλλωστε, σε εποχές κρίσης επικρατούν και κινήματα άλλων αποχρώσεων.

H Michaela Köttig είναι καθηγήτρια στα ΤΕΙ της Frankfurt a. M. για επικοινωνία και επεξεργασία συγκρούσεων. H δουλειά της επικεντρώνεται στη βιογραφική έρευνα και σε αναλύσεις διαντίδρασης στα θέματα ισότητας φύλων, δεξιού εξτρεμισμού, μετανάστευσης και μετάβασης από το σχολείο στο επάγγελμα.

μετάφραση: Έμη Βαϊκούση

Πηγή:  Goethe Institut

 

Share

Οι γυναίκες και η φασιστική τέχνη

Mario Sironi, The Family

της Βέρας Σιατερλή

Το φασιστικό κίνημα στην Ιταλία τα τέλη της δεκαετίας του ’30 στην προσπάθεια να τονώσει την εθνική υπερηφάνεια του λαού και να καταπολεμήσει τα συμπλέγματα κατωτερότητας απέναντι στα άλλα, πιο ισχυρά κράτη της εποχής, συνειδητά σε κάθε ευκαιρία προέβαλε την σύνδεση της Ιταλίας του Μεσοπολέμου με την Αρχαία Ρώμη.

Ο έλεγχος και η άσκηση της εξουσίας αποτελεί μια σταθερά στις ανθρώπινες κοινωνίες. Όσοι κατέχουν, ασκούν, ή επιθυμούν να καταλάβουν την εξουσία βασίστηκαν, ανέκαθεν, στη δυνατότητα της εικόνας να πείθει το κοινό. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μελέτη των τρόπων με τους οποίους τα απολυταρχικά καθεστώτα και η εξουσία χρησιμοποιούν την εικαστική δημιουργία για να πετύχουν το σκοπό τους. Πρέπει να μάθουμε να κοιτάμε κριτικά την εικόνα και να την αποκωδικοποιούμε προκειμένου να αναγνωρίσουμε το βαθύτερο νόημά της και να την κατανοήσουμε στο πολιτισμικό και ιστορικό της πλαίσιο.

Η μελέτη της ιστορίας των λειτουργιών που έχει γνωρίσει η τέχνη στις διάφορες εποχές και στους διάφορους πολιτισμούς ταυτίζεται, στην ουσία, με τη μελέτη της έννοιας και του περιεχομένου του έργου τέχνης, τις κοινωνικές αντιλήψεις για την τέχνη, τη θέση του καλλιτέχνη στην εκάστοτε κοινωνία, τις θεωρίες για την τέχνη, τους θεσμούς και τους μηχανισμούς προώθησης της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Τι θέση θα μπορούσε να κατέχει σ’ αυτή τη σκηνή η γυναίκα; Ως εικαστική δημιουργός καμία. Οι γυναίκες δεν εκφράστηκαν εικαστικά μέσα από τα κινήματα που ανέδειξαν  το φασιστικό πνεύμα!

Το φασιστικό κόμμα στην Ιταλία προώθησε την στιλιστική επιστροφή στον κλασικισμό, σε πιο συντηρητικά μοτίβα και φόρμες, όμως αποδέχτηκε και νέα κινήματα όπως τον φουτουρισμό. Κατά περίπτωση μεταχειρίστηκε άριστα και τα δύο, πότε για να τονίσει την σχέση της χώρας με την αρχαία Ιστορία της και πότε για να δώσει έμφαση στο μέλλον, τα επιτεύγματα, τις καινοτομίες, αλλά και την θέση της σύγχρονης Ιταλίας στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Για τον Μουσολίνι η πολιτική γραμμή και η καλλιτεχνική έκφραση του Ιταλικού λαού συνδέονταν στενά. Ένας από τους στόχους του για την ανάδειξη του μεγαλείου του Ιταλικού Έθνους (αλλά και όχημα ελέγχου) ήταν η δημιουργία μιας νέας, “φασιστικής“, μορφής έκφρασης στις Καλές και Εφαρμοσμένες Τέχνες καθώς και την Αρχιτεκτονική, που θα αντικατόπτριζε την δύναμη της χώρας αλλά και του ίδιου του ηγέτη της.

Οι εικόνες του στρατιώτη, του απλού εργάτη αλλά και του ευτυχισμένου αγρότη στην ύπαιθρο, εξυψώθηκαν σε ηρωικές μορφές και συνδέθηκαν τόσο με την “πορεία στην Ρώμη” αλλά και με το πρόγραμμα που ακολούθησε το κράτος για να πετύχει αυτάρκεια στα σιτηρά. Με αντίστοιχο τρόπο, ο ρόλος της γυναίκας ως μητέρα -και κατά συνέπεια μητέρας του έθνους-, ήταν μια από τις επίσης δημοφιλείς εικόνες που προήγαγε το φασιστικό καθεστώς.

Vetrerie Salir, βάζο με ρωμαϊκό χαιρετισμό

Σε αντίθεση με το Γερμανικό μοντέλο αυστηρής προπαγάνδας, λογοκρισίας και διωγμών, η κυβέρνηση του Μουσολίνι οργάνωσε τους καλλιτέχνες σε ανδροκρατούμενα σωματεία τα οποία ήταν κηδεμονευόμενα από το Ιταλικό κράτος /Φασιστικό Κόμμα. Έτσι, κάθε μορφή δημιουργικής έκφρασης μπορούσε να ελεγχθεί και κάθε άποψη που παρέκλινε ή διαφωνούσε με την επίσημη γραμμή μπορούσε να αντιμετωπιστεί και να φιμωθεί μέσα από την δομή αυτών των σωματείων. Μια νέα μέθοδος χειραγώγησης του Μουσολίνι ήταν η διοργάνωση μεγάλων εκδηλώσεων στα πρότυπα των Διεθνών Εκθέσεων για να προβάλλει τη γραμμή του στον Ιταλικό λαό αλλά και στο εξωτερικό οι οποίες δεχόντουσαν χιλιάδες επισκέπτες από το σύνολο του Ιταλικού Λαού. Στόχος ήταν η παρουσίαση των επιτευγμάτων του έθνους σαν Ιστορικοί εορτασμοί της Ιταλίας, του Φασισμού, στον τεχνολογικό, βιομηχανικό και αγροτικό τομέα και η διαμόρφωση μιας αισθητικής συναίνεσης, μιας ομοφωνίας ανάμεσα στους πολίτες και το κράτος.

Εκείνη την εποχή οι γυναίκες δεν είχαν κάποιο ρόλο στη δημόσια ζωή. Ήταν εν πολλοίς απούσες. Ελάχιστες αστές σπούδαζαν και προφανώς οι σχολές στις οποίες είχαν πρόσβαση, ήταν αυστηρά θηλέων.  Ο προορισμός τους ήταν να δημιουργήσουν  οικογένεια. Η μόνη τέχνη στην οποία υπήρχε ελευθερία έκφρασης ήταν η ποίηση-λογοτεχνία. Μέσα στο σπίτι σε χρόνο που ξέκλεβαν μπορούσαν να γράφουν. Αν όμως οι δημιουργίες τους έβλεπαν το φως της δημοσιότητας ήταν κατ’ εξοχήν θέμα τύχης.

Οι αστές ήσαν κλεισμένες στα οικογενειακά τείχη. Η ασχολία τους; μητέρες και σύζυγοι. Οι ανύπαντρες και άτεκνες ήσαν από πάντα «καταραμένες» καθώς είχαν τον ελεύθερο χρόνο να σκεφτούν και να γίνουν επικίνδυνες για την «καθεστηκυία τάξη». Αυτές οι τελευταίες προβάλλονται ως πόρνες. Διότι τι άλλο να κάνει μία ελεύθερη  και ανύπαντρη γυναίκα;

Antonio Donghi, Le Baptême

Gino Severini, Οδαλίσκη με καθρέπτες

Αντίστοιχα προτείνεται και αναδεικνύεται ο ρόλος της ενάρετης συζύγου και κατ’ εξοχήν της μητρότητας, ως κυρίαρχη επιλογή, εθνικής ευθύνης για την επάνδρωση του δοξασμένου εθνικού στρατού. Προφανώς το τέκνο της προπαγανδιζόμενης μητρότητας  είναι ο πολυπόθητος αρσενικός απόγονος.
Ubaldo Cosimo Veneziani, Portrait of Mother and Child

Luciano Riccheti – Mother and Child

Απ’ την άλλη οι αγρότισσες δυνατές και ανεξαρτητοποιημένες λόγω εργασιακών συνθηκών ήσαν δυναμικός μοχλός ανατροπής. Έτσι προβάλλονται, υγιείς, ρωμαλέες γυναικείες μορφές αγροτισσών, να καλλιεργούν τη γη για να τραφεί ο ένδοξος εθνικός στρατός με σιτηρά, ηρωικές μορφές, πρότυπο θαυμασμού και σεβασμού από το λαό. Η αγρότισσα μάνα είναι προτεινόμενο σύμβολο πολύ συχνά στα απολυταρχικά καθεστώτα.

Adolfo Tommasi, το άχυρο του σταριού

Οι γυναίκες λοιπόν ως αντικείμενο της τέχνης, αντικείμενο της προπαγάνδας και αντικείμενο εξατομικευμένης δέσμευσης στα δεσμά του καθωσπρεπισμού και του εθνικού μεγαλείου, αποτελούν εργαλείο προπαγάνδας για τον φασισμό.  Αποδίδονται με νεοκλασικιστική κενότητα, όπως  εξ άλλου και στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Γυναικείες μορφές, άδειες από ζωή, μνημειακά κελύφη, που προτείνουν μεγαλειώδη μηνύματα για την εξυπηρέτηση των σκοπών «σοφών ανδρών». Σήμερα αυτή η νοοτροπία δεν είναι εκδηλωμένη.  Δεν έχει αναπαραχθεί επικαιροποιημένη τέτοια τέχνη που να προτείνεται στον δημόσιο χώρο. Όχι ότι δεν υπάρχουν διάφορες ομάδες που επικαλούνται τη δόξα της «Αρχαίας Ελλάδας», αλλά δεν πρόκειται για κάτι καθιερωμένο. Βρισκόμαστε ακόμα ευτυχώς στην εποχή της εκφυλισμένης τέχνης[i].

 


[i] Σύμφωνα με την Βικιπαίδεια, Εκφυλισμένη τέχνη (γερμανικά: Entartete Kunst) είναι ο όρος που χρησιμοποίησε το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας για να περιγράψει ουσιαστικά οποιαδήποτε μορφή μοντέρνας τέχνης. Η τέχνη αυτού του είδους απαγορεύτηκε, με τη δικαιολογία ότι η φύση της ήταν μη-γερμανική ή “εβραιο-μπολσεβίκικη” και οι δημιουργοί της, που χαρακτηρίστηκαν “εκφυλισμένοι καλλιτέχνες”, υπέστησαν διώξεις και ποινές. Διώχτηκαν από τις θέσεις διδασκαλίας σε πανεπιστήμια και σχολές, τους απαγορεύτηκε να εκθέτουν και να πωλούν τα έργα τους και σε ορισμένες περιπτώσεις τους απαγορεύτηκε συνολικά να παράγουν τέχνη. Η “Έκθεση Εκφυλισμένης Τέχνης”, που διοργανώθηκε από το ναζιστικό κόμμα στο Μόναχο το 1937, αποτελούνταν από μοντερνιστικά έργα τέχνης, τοποθετημένα στο χώρο με χαοτικό τρόπο και συνοδευόμενα από απαξιωτικά, προπαγανδιστικά συνθήματα. Έχοντας σαν σκοπό της να στρέψει την κοινή γνώμη κατά του μοντερνισμού, η έκθεση ταξίδεψε σε αρκετές ακόμα πόλεις της Γερμανίας και της Αυστρίας. Η τέχνη που επέτρεπαν οι Ναζί να υπάρχει ήταν η -καθορισμένη σε στενά όρια- παραδοσιακή στο ύφος, που εξύψωνε τα ιδανικά της φυλετικής καθαρότητας, του μιλιταρισμού και της υποταγής στην εξουσία. Όμοια, η μουσική έπρεπε να είναι τονική, χωρίς επιρροές από την τζαζ που οι Ναζί θεωρούσαν μουσική των μαύρων και των Εβραίων. Οι ταινίες και τα θεατρικά έργα λογοκρίνονταν με το ίδιο σκεπτικό.
Share

Άνανδρη επίθεση φασιστών κατά δημοσιογράφων

της Σίσσυς Βωβού

Ποιος είναι πιο άνδρας; Ιδού η απορία. Ο δημοσιογράφος που καλύπτει την εκδήλωση της «Χρυσής Αυγής» ή η Χρυσή Αυγή;

Μαθαίνουμε λοιπόν από ανακοίνωση της ΕΣΗΕΑ της 10-12-13, του συνδικαλιστικού οργάνου των δημοσιογράφων, που είναι ένα σωματείο μορφωμένων ανθρώπων, που έχουν στο καταστατικό τους την πρόνοια ότι σέβονται την ισότητα των δύο φύλων και δεν υποτιμούν τις γυναίκες επειδή είναι γυναίκες, ότι «Αυτή τη φορά θύμα των Χρυσαυγιτών ήταν ο δημοσιογράφος του ‘STAR’ Παναγιώτης Μπούσιος, ο οποίος χτυπήθηκε άνανδρα και αναίτια». Χτυπήθηκε ο δημοσιογράφος επειδή κάλυπτε την εκδήλωσή τους, αλλά χτυπήθηκε άνανδρα. Κάτι που είναι άνανδρο, που έχει δηλαδή το στερητικό «α», σημαίνει ότι δεν ταιριάζει σε άνδρες, και φανταζόμαστε ότι ταιριάζει σε γυναίκες. Αλλιώς γιατί θα ήταν «άνανδρο»;

Άρα, οι Χρυσαυγίτες δεν είναι καλοί άνδρες αφού κάνουν «άνανδρες επιθέσεις», δηλαδή είναι γυναίκες. Μόνο σε γυναίκες θα ταίριαζε μια τέτοια επίθεση, σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΣΗΕΑ. Και όπως ξέρουμε, οι γυναίκες είναι κατώτερα όντα, γι’ αυτό καθένας φροντίζει να μην είναι σαν αυτές.

Μα είναι δυνατόν οι Χρυσαυγίτες να είναι γυναίκες; Φοβερός ψόγος. Και όμως, η ΕΣΗΕΑ τους κατηγορεί γι’ αυτό.

Τώρα οι Χρυσαυγίτες θα υπερθεματίσουν ότι είναι μπρατσαράδες, επιθετικοί, γυμνασμένοι, έχουν δηλαδή όλα τα «προσόντα» του άνδρα, άρα πώς είναι δυνατόν να τους κατηγορεί κάποιος για «ανανδρία»;

Και στη συνέχεια η ΕΣΗΕΑ θα πρέπει να αποδείξει ότι οι Χρυσαυγίτες δεν είναι καλοί και σωστοί άνδρες, ενώ οι δημοσιογράφοι που επλήγησαν είναι.

Έτσι, υιοθετώντας τον άλογο «Λόγο» της Χρυσής Αυγής, η ΕΣΗΕΑ την αντιγράφει. Γιατί οι Χρυσαυγίτες είναι οι μόνοι που λένε καθαρά ότι δεν πιστεύουν στην ισότητα των δύο φύλων και ότι ο φεμινισμός είναι η καταστροφή των γυναικών και της κοινωνίας. Ενώ η ΕΣΗΕΑ λέει στο καταστατικό της ότι βασίζεται στην ισότητα των δύο φύλων, αλλά όταν κάποιος δέχεται επίθεση, αφού την επίθεση την καταγγέλλει ως άδικη, άρα την χαρακτηρίζει και ως άνανδρη.

Κι εμείς που είμαστε αντίθετες στο φασισμό, και που πιστεύουμε ότι η άνοδος του φασισμού είναι μεγάλο πλήγμα για τα γυναικεία δικαιώματα, ακούμε την ΕΣΗΕΑ να υπερθεματίζει για το ποιος είναι πιο άνδρας και ποιος λιγότερο, δηλαδή για το ποιος προσομοιάζει με γυναίκα περισσότερο ή λιγότερο.

Η ΕΣΗΕΑ δεν θα ζητήσει αύριο συγνώμη από τις γυναίκες για την υποτιμητική αυτή αναφορά, όταν της στείλουμε τη διαμαρτυρία μας, αντίθετα θα μας πει ότι εδώ εμείς πληττόμαστε από το φασισμό κι εσείς ενδιαφέρεστε για την πολιτική ορθότητα;

Κι εμείς θα της απαντήσουμε, ότι αυτού του είδους η υιοθέτηση της Χρυσαυγίτικης λογικής και των χρυσαυγίτικων αξιών, που θεωρούν ότι υπάρχει ανδρική κυριαρχία, απλώς στρώνει το δρόμο για τη Χρυσή Αυγή και για κάθε φασιστικό φαινόμενο. Γιατί, δυστυχώς, η πατριαρχία είναι βαθύτερη και διαχρονικότερη του φασισμού, και τον λόγο περί ισότητας των δύο φύλων τον χρησιμοποιούν κάποιοι μόνο όταν θέλουν να υποστηρίξουν πολιτικές επιλογές τους, μόνο όταν οι γυναίκες που πλήττονται από τον πατριαρχικό λόγο είναι της αρεσκείας τους.

Αντίθετα, εμείς θεωρούμε την ισότητα των δύο φύλων και τα γυναικεία δικαιώματα ως αυταξία, και στηλιτεύουμε την υπονόμευσή τους απ’ όπου κι αν προέρχεται. Και δυστυχώς, με αυτή την ανακοίνωση, η ΕΣΗΕΑ παραβιάζει το ίδιο το καταστατικό της, και υιοθετεί τον πατριαρχικό λόγο.

Αλήθεια, οι γυναίκες μέλη της ΕΣΗΕΑ δεν προσβάλλονται από τέτοιες ανακοινώσεις;

 

Share

Γυναίκες στον αντιφασιστικό αγώνα τότε και τώρα: προλογίζοντας τα “Πουλιά στο βάλτο”

της Σοφίας Ξυγκάκη

«Διάβασα βιβλία, ξεφύλλισα βιβλία και λευκώματα, είδα φωτογραφίες. Ελάχιστα γράφουν για τις γυναίκες εκείνης της εποχής». Μ’ αυτά τα λόγια αρχίζει η ταινία Πουλιά στο βάλτο. «Ξεκίνησα χωρίς κανένα σχέδιο», λέει σε συνέντευξή της η Αλίντα Δημητρίου, και συνεχίζει «ξεκίνησα με επώνυμους από εκείνη την εποχή. Στο δρόμο μπερδεύτηκα. Τι δουλειά έχω εγώ με του επώνυμους; Έτσι βρήκα τις γυναίκες εκείνες που έφτιαξαν Ιστορία. Όλες εκείνες που περπατάνε  πλάι μας στις πλατείες, στην αγορά, στα μανάβικα και δεν έχουμε ιδέα τι έκαναν – και αυτό, γιατί ποτέ δεν ζήτησαν τίποτα».

Η τριλογία αυτή, της οποίας την πρώτη ταινία θα δούμε σήμερα, αποτελεί το αποτέλεσμα πολλών χρόνων έρευνας. Για την Αλίντα Δημητρίου η δεκαετία του ’40 ήταν η δεκαετία που καθόρισε την πορεία της χώρας μας. Όπως είχε πει,  προβλήματα σκηνοθετικά ή θεωρητικά δεν είχε, το ερώτημα που την απασχολούσε ήταν: «τι κάνω εγώ;» και είχε φτάσει η ώρα να κάνει κάτι.

Η Αλίντα Δημητρίου έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό κυρίως από τις τρεις αυτές ταινίες∙ η σχέση της, όμως, με τον κινηματογράφο άρχισε πενήντα χρόνια πριν.

Το 1963, σε μια περίοδο ιδιαίτερα φορτισμένη πολιτικά, όταν ο ελληνικός εμπορικός κινηματογράφος παρουσίαζε ραγδαία άνοδο και η δύναμη βρισκόταν στα χέρια των παραγωγών που προωθούσαν σαχλές κωμωδίες ή ηθικοπλαστικά δράματα, να θυμηθούμε  την Ψεύτρα ή τον Νόμο 4000, στους κινηματογράφους προβάλλεται η μικρού μήκους ταινία 100 ώρες του Μάη του Δήμου Θέου, που ως θέμα της έχει τη δολοφονία του Λαμπράκη και την καταγγελία των παρακρατικών μηχανισμών που, δρώντας ανενόχλητοι, οδήγησαν σ’ αυτήν.

Η ταινία του Θέου, όπως επισημαίνει ο Γιάννης Σολδάτος στην Ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, έρχεται σε ρήξη με το κυρίαρχο πολιτικό και κινηματογραφικό κατεστημένο. Η Αλίντα Δημητρίου τη βλέπει, και τότε αποφασίζει να γίνει σκηνοθέτις.

Κατ’ αυτήν, κι όπως θα γράψει χρόνια αργότερα, το 1992, στην εισαγωγή του πολύ καλού και τεκμηριωμένου λεξικού ταινιών μικρού μήκους που έχει συντάξει, ο εθνικός κινηματογράφος που αναπτύσσεται μετά τον πόλεμο στη Δύση λειτουργεί ως φραγμός στην παντοδυναμία του Χόλυγουντ. Οι καλλιτεχνικές κινήσεις που αναπτύσσονται τότε στόχο έχουν την ανεξαρτητοποίηση από τα οικονομικά τραστ που ελέγχουν και καθορίζουν την παραγωγή. Μέσα από αυτές τις κινήσεις γεννήθηκε ο νεορεαλισμός στην Ιταλία, το free cinema στην Αγγλία, η νουβέλ βαγκ στη Γαλλία. Στην Ελλάδα, εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης, θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι μικρού μήκους ταινίες υπήρξαν ο δικός μας εθνικός κινηματογράφος καθώς ο κάθε  σκηνοθέτης καταργώντας, μεταξύ άλλων, τα ντεκόρ, τους ηθοποιούς-φίρμες, τα μεγάλα συνεργεία κατεβάζει το κόστος των ταινιών του και «διαμορφώνει το μυθικό επίπεδο μέσα από μια σειρά προβλημάτων που αντανακλούν την καθημερινή του  πραγματικότητα».* Κι αυτόν τον εθνικό κινηματογράφο η ίδια υπερασπίζεται ως δημιουργός, γυρίζοντας περισσότερες από πενήντα ταινίες.

Παράλληλα μελέτησε και έγραψε για τους Σοβιετικούς Μεντβέκιν και Βερτόβ, που γι’αυτήν αποτελούσαν σημείο αναφοράς.

Ο πρώτος, ο Αλεξάντρ Μεντβέκιν (1900-1989), με τα πολιτικοποιημένα μικρού μήκους φιλμ του και, κυρίως, με το σινε-τρένο με το οποίο γύριζε από πόλη σε πόλη προβάλλοντας ταινίες, μετά τον Μάη του ’68, υπήρξε πολύ σημαντικός και για τους γάλλους κινηματογραφιστές.

Ο δεύτερος, ο Τζίγκα Βερτόβ (1896-1954), αρνούμενος κάθε συμβιβασμό με τη θεατρική ή τη φιλολογική παράδοση, υπήρξε ο ανατρεπτικός πρωτοπόρος που δεν σταμάτησε να πειραματίζεται πάνω στην κινηματογράφηση της πραγματικότητας, και το φιλμ του Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή υπήρξε για πολλές γενιές το μανιφέστο του πειραματικού στρατευμένου σινεμά.

Άλλες σημαντικές επιρροές ήταν το γερμανικό ντοκιμαντέρ αλλά και το παγκόσμιο θέατρο που μελετούσε συστηματικά.

Μάλιστα το 1966, όταν φοιτούσε στη σχολή Σταυράκου, είχε παρουσιάσει με μεγάλη επιτυχία ένα δικό της μονόπρακτο έργο.

Αυτό αφηγείται την ιστορία ενός άντρα, καταδικασμένου σε θάνατο κατά τη διάρκεια του πολέμου, που οι Ναζί τον περιμένουν να γίνει καλά για να μπορέσει να στηθεί όρθιος για να εκτελεστεί. Ο γιατρός του, κάθε φορά που καλυτερεύει, του σπάει το πόδι για να αναβάλει την εκτέλεση.

Το 1974 στήνει μόνη της τις λέσχες κινηματογράφου και επίσης διοργανώνει σεμινάρια για το σινεμά.

Το 1977 γυρίζει την πρώτη της ταινία τους Καρβουνιάρηδες και στη συνέχεια, όπως είπαμε, περισσότερα από πενήντα ντοκιμαντέρ, ανάμεσά τους Το στιφάδο του Αγίου Πέτρου, για το αεροδρόμιο των Σπάτων, Το θέατρο στο βουνό, Ανθρώπινα δικαιώματα, Γυναίκες.

Από το 1992 έως το 2005 γύρισε δεκατρία βιομηχανικά ντοκιμαντέρ, κάνοντας εδώ μια τομή αφού μετέτρεψε τα, έως τότε, τυπικά  ντοκιμαντέρ του είδους, σε ανθρώπινες ιστορίες.

Η αριστερά, ο ρόλος της γυναίκας στην ελληνική ιστορία και κοινωνία την απασχολούσαν πάντα.

Στις γυναίκες βάσιζε το μέλλον, η κατανόηση, όμως, του παρελθόντος  θα φώτιζε αυτό το μέλλον και θα το σημασιολογούσε.

Δεν εντάχτηκε ποτέ σε κόμμα και πίστευε βαθιά σε μια αριστερά που έπρεπε να εμπνέει τους ανθρώπους και να τους γεμίζει με αξίες και οράματα.

Η τριλογία της, Πουλιά στο βάλτο, Η ζωή στους βράχους και Τα κορίτσια της βροχής, αποτελεί το πιο γνωστό της έργο και αγαπήθηκε πολύ από το κοινό. Συγκέντρωσε μαρτυρίες περίπου πενήντα γυναικών διαφορετικής προέλευσης, που όλες  θεωρούσαν πως ό,τι έκαναν ήταν καθαρή επιλογή τους και είχαν την ίδια επωδό «είμαστε έτοιμες και τώρα ακόμα, σ’ αυτή την ηλικία, να κάνουμε τα ίδια. Δεν μετανιώσαμε για τίποτα».

Σε αντίθεση με τα άλλα της ντοκιμαντέρ που γύρισε για την τηλεόραση, σε αυτές τις τρεις ταινίες παραγωγός ήταν η ίδια και ο άντρας της Σωτήρης Δημητρίου, και πολύ γενναιόδωρα τις πρόσφερε στον κόσμο, στις κινηματογραφικές λέσχες, στις τοπικές συλλογικότητες, στους φοιτητές – όλοι να έχουν πρόσβαση σε αυτές  και να τις βλέπουν ελεύθερα. Παίχτηκαν παντού στην Ελλάδα, γιατί, αφού δεν χρειάζεται άδεια, τα dvd περνούν από χέρι σε χέρι στους επόμενους. Δεν ήθελε να εμπορευτεί αυτές τις ταινίες, δεν ήθελε να βγάλει χρήματα από αυτές, γιατί ανήκουν στις επόμενες γενιές.

Πίστευε ότι οι κινηματογραφιστές πρέπει να φτιάξουν τη δική τους όχθη, έξω από τα κυρίαρχα κανάλια.

Η Έλλη Νικολάου, μάρτυρας των Πουλιών, που βρίσκεται απόψε μαζί μας, μας είπε: «Εμείς υπάρχουμε χάρη στην Αλίντα», εννοώντας ότι χάρη σ’ αυτήν ακούστηκαν οι φωνές τους, συμβάλλοντας έτσι στην τόσο σημαντική και για μας κατανόηση του παρελθόντος.

*Λεξικό ταινιών μικρού μήκους (1939-1992). Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ 14.

 

Περισσότερα

Οι γυναίκες στον αντιφασιστικό αγώνα, τότε και τώρα

 

Share

Η Αλίντα Δημητρίου και το πολιτικό ντοκιμαντέρ

της Αφροδίτης Νικολαΐδου και του Σωτήρη Δημητρίου

Η Αλίντα Δημητρίου υπήρξε μια πολιτικοποιημένη κινηματογραφίστρια. Υπηρέτησε το πολιτικό ντοκιμαντέρ και ξεχώρισε ακριβώς γιατί δεν έμεινε σε μια περιγραφή των διαφόρων κοινωνικών, πολιτικών και ιστορικών θεμάτων αλλά σε κάθε της έργο πραγμάτωνε αυτό που ο Dana Polan βρίσκει ότι έχει το πραγματικά πολιτικό έργο τέχνης, ενσωματώνει δηλαδή, τη διαφορά ανάμεσα στο πώς τα πράγματα είναι και πώς μπορούν να γίνουν.

Η Αλίντα Δημητρίου έκανε πάνω από πενήντα ντοκιμαντέρ. Ασχολήθηκε με τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη θέση των γυναικών, με ιστορικά γεγονότα που πήγαιναν κόντρα στην επίσημη ιστορία όπως είναι το Θέατρο στο Βουνό, με σημαντικά πρόσωπα όπως ο Δημήτρης Πικιώνης και η αρχιτεκτονική, ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης και το γλωσσικό ζήτημα, η εκτόπιση παραδοσιακών επαγγελμάτων από την ανάπτυξη του καπιταλισμού, αλλά και με το ιδιαίτερο είδος του Βιομηχανικού Ντοκιμαντέρ που το μπόλιασε με την διακριτική ευαισθησία και κατανόηση για τον εργαζόμενο. Η Αλίντα Δημητρίου όμως ήταν πολιτικοποιημένη σε κάθε της δημιουργική πλευρά. Ασχολήθηκε και προέβαλλε με σθένος την μικρού μήκους ταινία που πολλοί ακόμα και σήμερα την θεωρούν προάγγελο της μεγάλου μήκους και όχι, όπως εκείνη, ένα αυτόνομο κινηματογραφικό είδος. Έτσι ολοκλήρωσε τη μεγάλη προσφορά της με το Λεξικό Ταινιών Μικρού Μήκους που όχι μόνο κατέγραψε συστηματικά τις ελληνικές μικρού μήκους ταινίες αλλά και μέσα από μια αναλυτική εισαγωγή έθεσε τις βάσεις και το θεωρητικό και ιστορικό πλαίσιο ώστε η ταινία μικρού μήκους να θεωρηθεί ένα αυτόνομο είδος. Είχε αναλάβει, επίσης, τη διανομή ταινιών για τις κινηματογραφικές λέσχες, στην περίοδο όπου αυτές βρίσκονταν σε άνθιση, στα 1975-80. Τέλος, έγραψε άρθρα και επήρε μέρος στην οργάνωση σεμιναρίων για τον κινηματογράφο.

Με την τριλογία της που ξεκινά να γυρίζεται το 2005 και ολοκληρώνεται το 2012, η Αλίντα Δημητρίου συνεχίζει μια παράδοση πολιτικού ντοκιμαντέρ που σχετίζεται με τις γυναικείες φωνές και που οι ρίζες του βρίσκονται στη δεκαετία του ’70. Τα πολύ κοντινά στα γυναικεία πρόσωπα που σχεδόν δεν σε αφήνουν να πάρεις ανάσα, η εναλλαγή των μαρτυριών των δύσκολων συνθηκών και των βασανισμών με ένα γρήγορο μοντάζ και η ‘ακατέργαστη’ αισθητική του κάδρου που οδηγείται κατ’ αρχήν από αυτές τις ίδιες τις γυναίκες, από τις εκφραστικές κινήσεις του προσώπου και του σώματος τους, από τις διακυμάνσεις και τονικότητα της φωνής τους δεν αφήνουν περιθώρια ούτε για συναισθηματισμούς αλλά ούτε και για αποστασιοποιημένες μη-πολιτικές εν τέλει, θέσεις. Η τριλογία της που ξεκινά το 2008 με την ταινία για την αντίσταση των γυναικών στην Κατοχή, Πουλιά στο Βάλτο, αναζωπυρώνει το πολιτικό και ακτιβιστικό ντοκιμαντέρ που από τότε μέχρι σήμερα εμπλουτίζεται συνεχώς με νέους τίτλους και αναδεικνύουν τις καταπιεσμένες και φιμωμένες φωνές της σύγχρονης κατάστασης. Ταυτόχρονα, εισάγει στον κινηματογράφο τη μεθοδολογία της προφορικής ιστορίας, με την οποία οι «χωρίς φωνή» μάρτυρες των γεγονότων αποκαλύπτουν μέσα από τα βιώματά τους πτυχές της ιστορίας, που συχνά ανατρέπουν τις αναφορές της επίσημης ιστορίας. Με τα ντοκιμαντέρ της Αλίντας Δημητρίου αποδεικνύεται ότι το κινηματογραφικό έργο και, δη το ντοκιμαντέρ, λειτουργεί αφενός ως τεκμήριο της ιστορίας (αντικείμενο της ιστορίας) αλλά και αντίστροφα ως διαμορφωτής της (υποκείμενο της ιστορίας).

Ταυτόχρονα, συνέβαλε αποφασιστικά να αναπτυχθεί στη χώρα μας ο στρατευμένος κινηματογράφος που στηριζόταν στην κατάργηση των συνθηκών της αίθουσας προβολής του εμπορικού κινηματογράφου με τη διεξαγωγή ανάλυσης και συζήτησης της ταινίας μετά την προβολή και την εναλλαγή των θέσεων μεταξύ θεατή και κριτικού. Οι ταινίες της προβάλλονταν σε στέκια και συλλόγους, στην Αθήνα και στην επαρχία, έξω από τα εμπορικά κυκλώματα προβολής και έξω από τα κανάλια της TV. Στην περίοδο που διερχόμαστε, περίοδο όπου συντελείται η μεγαλύτερη αλλαγή πολιτισμού στην ιστορία της ανθρωπότητας, επεδίωξε με τις ταινίες της να συμβάλλει στη διαμόρφωση του πολιτισμού και των αξιών μιας πιο ανθρώπινης κοινωνίας, σε αντιδιαστολή με τον κυρίαρχο λόγο. Γι’ αυτό αρνήθηκε να παραχωρήσει την τριλογία της στα κανάλια και στις εφημερίδες που της την ζήτησαν. Υπηρέτησε τον κινηματογράφο σαν όπλο ιδεολογικής αλλά και πολιτικής πάλης.

Εκείνα που την χαρακτήριζαν ιδιαίτερα ήταν η αξιοπρέπεια, η αγάπη και το πάθος. Πάθος δια τη ζωή και για τη δουλειά της. Έγραφε για τις γυναίκες της τριλογίας της. «Τι διδάχτηκα από αυτές τις γυναίκες; Πριν από όλα και πάνω απ’ όλα το ήθος τους. Ζήλεψα την αντοχή τους. Έγινα πιο κάθετη, πιο ασυμβίβαστη».

Η Αλίντα Δημητρίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1933 και έφυγε από τη ζωή τον περασμένο Ιούλιο. Ήταν μία ασίγαστη κινηματογραφίστρια και δεινή ερευνήτρια. Γνώριζε καλά και χρησιμοποιούσε τη σύγχρονη τεχνολογία του κινηματογράφου, ενώ ταυτόχρονα ενθάρρυνε συνεχώς τους νέους κινηματογραφιστές στην προσπάθεια να ανοίξουν νέους δρόμους με κοινωνικο-πολιτικό προσανατολισμό. Κυρίως όμως ήταν μια μαχήτρια με όπλο την κάμερα που επί σαράντα και πλέον χρόνια αποκαλύπτει την φωνή των από κάτω, των ξυπόλυτων. Από την αρχή της καριέρας της ρίχνει φως στην ανθρωπολογική προσέγγιση με το ιδιαίτερο κινηματογραφικό της ύφος το οποίο συνδιαλέγεται με cinema-verite και, συγκεκριμένα, με την παράδοση των Dziga Vertov και Jean Rouch.

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ ΑΑΙΝΤΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

  • 1977 Καρβουνιάρηδες (30λ.)
  • 1978 Σπάτα (22λ.)
  • 1983 Φούρνοι (43λ.)
  • 1985 Θέατρο στο βουνό (47λ.)
  • ???? Άγγελος Προκοπίου
  • 1984 Πικιώνης
  • ???? Τριανταφυλλίδης
  • ???? 25η Μαρτίου
  • ???? Τσιγγάνοι
  • ???? Τυφλοί
  • ???? Ταινία μικρού μήκους 1η
  • ???? Ταινία μικρού μήκους 2η
  • ???? Δράμα
  • 1989 Προϊστορική έρευνα στην Ελλάδα (50λ.)
  • 1995 Αθήνα

Βιομηχανικά ντοκιμαντέρ (ημίωρα, ΔΕΗ)

  • 1994 Όλοι εμείς
  • 1995 Για μια στιγμή
  • 2003 Η ζωή στα σύρματα
  • ????Συγκολλήσεις
  • ????Μια γάτα κάποτε
  • ????…στο σπίτι μας
  • ????Ανάσα και πνοή
  • ????Πυρόσβεση
  • ????Πριν και μετά
  • ????Να προσέχεις
  • ????Εμείς και η φωτιά
  • ????Το σώμα μου

1988 Ανθρώπινα δικαιώματα (σειρά ημίωρων ντοκ)

  • Δικαίωμα στην οικογένεια
  • Δικαίωμα στην εργασία
  • Δικαίωμα στο συνδικαλισμό
  • Δικαίωμα στη δικαιοσύνη και τη σωματική ασφάλεια
  • Δικαίωμα στα γηρατειά
  • Δικαίωμα στην κατοικία
  • Ελευθερία της γνώμης, της έκφρασης και της συνείδησης
  • Δικαίωμα στον Πολιτισμό
  • Δικαίωμα στην μόρφωση

1990 Οι γυναίκες (σειρά ημίωρων ντοκ)

  • Γυναίκα και τιμή
  • Γυναίκα στην εργασία
  • Γυναίκα στην τέχνη
  • Γυναίκα στην αρχαιότητα
  • Γυναίκα αγρότισσα
  • Γυναίκα στα ελεύθερα επαγγέλματα

Ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους (Τριλογία)

  • 2008 Πουλιά στο βάλτο (104λ.)
  • 2009 Η ζωή στους βράχους (98λ.)
  • 2011 Κορίτσια της βροχής (120λ.)

 

Περισσότερα

Οι γυναίκες στον αντιφασιστικό αγώνα, τότε και τώρα

 

Share

Οι γυναίκες στον αντιφασιστικό αγώνα, τότε και τώρα

της Δήμητρας Σπανού

Με την εκδήλωση «Οι γυναίκες στον αντιφασιστικό αγώνα, τότε και τώρα», το Φύλο Συκής θέλησε να παρέμβει στη δημόσια συζήτηση που διεξάγεται για τον φασιστικό κίνδυνο στις μέρες μας, προβάλλοντας τη γυναικεία ματιά. Η εκδήλωση, που φιλοξενήθηκε με μεγάλη επιτυχία στο κατάμεστο Θέατρο Εξαρχείων την Κυριακή 3 Νοέμβρη, απέτισε φόρο τιμής στην Αλίντα Δημητρίου, που με το έργο της έδωσε φωνή στις γυναίκες της αντίστασης. Προβλήθηκε το ντοκυμαντέρ «Πουλιά στο βάλτο» για τις γυναίκες της ΕΠΟΝ, που αντιστάθηκαν με αυτοθυσία στο ναζιστικό τέρας, και συγκλονίζει με τις μαρτυρίες τους.

Την προβολή της ταινίας ακολούθησε συζήτηση, με συντονίστρια την Ελένη Λάλου, ιστορικό, και ομιλήτριες την  Έλλη Νικολάου, αγωνίστρια της ΕΠΟΝ και μάρτυρα στην ταινία και την Αγγελική Βαλσαμάκη, μέλος του Αντιφασιστικού Συντονισμού Αθήνας-Πειραιά· γυναίκες από διαφορετικές γενιές, με αγώνες σε διαφορετικές συγκυρίες.

Στο άνοιγμα της συζήτησης, η συντονίστρια αναφέρθηκε στην ιστορική έρευνα για την ταραχώδη περίοδο της αντίστασης, τονίζοντας ότι παρά τη συμβολή των γυναικών στην αντίσταση, η συμμετοχή τους συχνά απουσιάζει από τις κυρίαρχες αφηγήσεις, που κατασκευάζονται γύρω από την αντρική παρουσία και εμπειρία. Για τη σημερινή συγκυρία, στάθηκε στη μεγάλη συμμετοχή γυναικών στο αντιφασιστικό κίνημα και συσχέτισε την εμπλοκή τους με τον νέο-ναζιστικό λόγο της Χρυσής Αυγής και τα φασιστικά πρότυπα για τη θέση της γυναίκας. Η δυναμική εμπλοκή των γυναικών, που καθόρισε γεγονότα, σε όλους τους αγώνες, τονίστηκε και από τις τρεις ομιλήτριες.

Πόλεμος, κατοχή, εξορία, βασανιστήρια… «Σκοτώσαμε ή μάλλον θάψαμε τα όνειρά μας», δήλωσε η Έλλη Νικολάου, τονίζοντας την προσωπική θυσία για τον αγώνα, που δεν ανταμείφθηκε ποτέ. Παρόλα αυτά επέμεινε πως δεν μετάνιωσε για την εμπλοκή της. Σε αυτή την αυτοθυσία, που έφτανε μέχρι τον θάνατο, στάθηκε η Αγγελική Βαλσαμάκη, τονίζοντας τη διαφορά μεταξύ του τότε και του τώρα. Αλλά και στη συμμετοχή ως διαδικασία χειραφέτησης, που επέδρασε στις γυναίκες θετικά, ως απελευθερωτική πράξη. Ως τέτοια βοηθά τους αγώνες συνολικά να αποκτήσουν έναν οραματικό χαρακτήρα, καθώς βοηθά στην περιγραφή ενός καλύτερου κόσμου, ενός κόσμου ισότητας, τόσο τότε όσο και τώρα.

Η ίδια, ως αγωνίστρια στο σήμερα, στάθηκε στα διδάγματα που μπορούν να αντληθούν από την εαμική εμπειρία. Στις λανθασμένες αποφάσεις των ηγεσιών, τις πολιτικές του λαϊκού μετώπου και τον υποκριτικό αντιφασισμό των αποπάνω, ερωτήματα που ξανατίθενται και σήμερα από την κυρίαρχη ακροδεξιά ρητορική της κυβέρνησης. Ενώ η Έλλη Νικολάου διαπίστωσε με στενοχώρια πως τα κεκτημένα που οι δικοί τους αγώνες κέρδισαν τώρα χάνονται και για αυτό η σημερινή γενιά πρέπει να ξαναβγεί στους δρόμους.

 

Περισσότερα

Σοφία Ξυγκάκη: Γυναίκες στον αντιφασιστικό αγώνα τότε και τώρα: προλογίζοντας τα “Πουλιά στο βάλτο”

Αφροδίτη Νικολαΐδου και Σωτήρης Δημητρίου: Η Αλίντα Δημητρίου και το πολιτικό ντοκιμαντέρ

Έλλη Νικολάου: Δήλωση ή εξορία: το δίλημμα

Αγγελική Βαλσαμάκη: Ο λόγος στο αντιφασιστκό κίνημα

 

Share

Ο φασισμός και η Χρυσή Αυγή βλάπτουν σοβαρά ΚΑΙ τις γυναίκες

της Κατερίνας Παρδάλη

Η δράση της Χρυσής Αυγής έγινε πολύ όψιμα γνωστή στο ευρύ κοινό. Μετά την δολοφονία του αντιφασίστα, Παύλου Φύσσα, που ήταν Έλληνας, τα ΜΜΕ “ανακάλυψαν” τις δολοφονικές και τρομοκρατικές επιθέσεις της, τις διασυνδέσεις με τον υπόκοσμο αλλά και κομμάτια του μεγάλου κεφαλαίου, και τόσα άλλα ανατριχιαστικά, που χρόνια τώρα, όταν φώναζαν οι αντιφασίστες/τριες και η Αριστερά τα “αγνοούσαν”. Όμως, παρόλο που τις τελευταίες μέρες ζούμε μια “χρυσαυγιάδα”, οι απόψεις του φασισμού/ναζισμού και παλιά και σήμερα απέναντι στις γυναίκες δεν γίνονται ούτε σήμερα ευρέως γνωστές. Μέσα στα τελευταία χρόνια ελάχιστες φωνές (γυναικείες) προσπάθησαν να φέρουν στη δημοσιότητα αυτή τη στάση.

Η αντιμετώπιση του ναζιστικού μορφώματος απέναντι στις γυναίκες πιστεύω ότι είχε και έχει υποτιμηθεί. Και όχι τυχαία. Είχε καλλιεργηθεί το έδαφος-ανοχή γι αυτό.  Η έξαρση του σεξισμού και της βίας κατά των γυναικών μετά τις καταστροφικές συνέπειες του μνημονίου γινόντουσαν “ανεκτές” και από μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας που δεν ανήκε στη ΧΑ.

Ας θυμηθούμε το γεγονός της επίθεσης του Κασιδιάρη στις υποψήφιες τότε βουλευτίνες της Αριστεράς, Ρενό Δούρου και Λιάνα Κανέλλη μπροστά στις κάμερες. Αντιμετωπίστηκε από τα φασισταριά, αλλά δυστυχώς και μερίδα του κόσμου στο στυλ “καλά τις έκανε τις γλωσσούδες”.  Πέρα από τις χλιαρές καταγγελίες  δεν δόθηκε από τους δημοσιογράφους που σήμερα “πέφτουν από τα σύννεφα” καμία σημασία στο τι σήμαινε αυτή η στάση και πόσο μέσα στην ιδεολογία των φασιστών απέναντι στις γυναίκες ήταν. Και παρότι πλέον έχει γίνει φανερό (τουλάχιστον σε αυτούς που δεν φοράν ρατσιστικές παρωπίδες) η σχέση της ρατσιστικής βίας εναντίον μεταναστών με τους τρόπους εκφασισμού όλης της ζωής μας, ακόμα δεν είναι ξεκάθαρη η σχέση της βίας κατά γυναικών με αυτούς.

Κι όμως, τα σημάδια ήταν ολοφάνερα. Για παράδειγμα, έρευνα που δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 22/5/2013, έδειξε αύξηση της βίας κατά 47% κατά των γυναικών τον τελευταίο μνημονιακό χρόνο στην Ελλάδα! Πέρα από την κρίση, την ανεργία, την υποχρεωτική επιστροφή χιλιάδων γυναικών στο σπίτι, την φτώχεια αλλά και την ανεργία των ανδρών που τους κάνει πιο επιρρεπείς στη βία λόγω “ακύρωσης” του παραδοσιακού τους ρόλου (¨κουβαλητές της οικογένειας”),  το φαινόμενο βγάζει μάτια…Και νομίζω ότι είναι άμεσα δεμένο και με την έξαρση και την καλλιέργεια τόσο της ρατσιστικής όσο και της σεξιστικής βίας των Χρυσαυγιτών που η αποδοχή της από μεγάλο μέρος των (κατά πλειοψηφία ανδρών) ψηφοφόρων της, αλλά και άλλων ανθρώπων, είχε καλλιεργηθεί από τις κυβερνήσεις του μνημονίου ΠΑΣΟΚ-ΝΔ (Λοβέρδος και οροθετικές, απαξίωση των γυναικείων αιτημάτων κλπ).

Γνωρίζουμε ότι τα πρώτα θύματα των φασιστών της ΧΑ είναι οι μετανάστες, μετά  οι ομοφυλόφιλοι/ες, και πρόσφατα η Αριστερά, οι συνδικαλιστές κλπ. Πρέπει να καταλάβουμε –για να το αντιμετωπίσουμε- ότι υποψήφια θύματα τους ήταν και είναι και οι γυναίκες.

Πως αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει ο φασισμός και ο ναζισμός τις γυναίκες

Τότε….

Στη ναζιστική Γερμανία, σύμφωνα με τη ναζιστική ιδεολογία, οι γυναίκες και οι άνδρες υπήρχαν σε διαφορετικές κοινωνικές σφαίρες. Οι ναζί ισχυρίζονταν πως υπήρχαν βιολογικοί λόγοι γι’αυτό. Ο Χίτλερ έλεγε: “ ο κόσμος της γυναίκας είναι ένας μικρότερος κόσμος. Γιατί ο κόσμος της είναι ο σύζυγός της, η οικογένειά της, τα παιδιά της και το σπίτι της”. Ο ρόλος της κωδικά εκφραζόταν με τα τρία Κ (Kinder, Kirch, Kuche), δηλαδή, Παιδιά, Εκκλησία, Κουζίνα.

Η αποκλειστική ενασχόληση για τις γυναίκες στην ναζιστική Γερμανία έπρεπε να είναι η Μητρότητα, η φροντίδα του συζύγου και της όλης οικογένειας και το “σπιτικό” τους.

Στην πριν το ναζισμό Γερμανία οι γυναίκες είχαν πετύχει πολλές κατακτήσεις και στη μόρφωση και στη δουλειά και στην κοινωνική ζωή. Πριν τον Χίτλερ υπήρχαν στη Γερμανία 100.000 δασκάλες (και καθηγήτριες), 3.000 γιατρίνες, 13.000 γυναίκες μουσικοί, πολλές δικηγορίνες, εργαζόμενες στο δημόσιο κ.ά.

Αμέσως μετά την άνοδο του ναζισμού στην κυβέρνηση, χιλιάδες γυναίκες διώχτηκαν από τις δουλειές και τα επαγγέλματά τους, ενώ η πρόσβασή τους στα πανεπιστήμια περιορίστηκε δραματικά.

Ο ναζισμός υποχρέωσε τις γυναίκες να γυρίσουν στο σπίτι. Η τεκνοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων “άριων” παιδιών ήταν το ύψιστο προς την πατρίδα καθήκον τους (ενόψει και του επικείμενου πολέμου που θα χρειαζόταν επάνδρωση), και πιέζονταν να κάνουν “φυλετικά καθαρούς” γάμους, αφού οι άλλοι –μη άριοι- γάμοι δεν ήταν αποδεχτοί.

Ένας από τους πρώτους νόμους που πέρασε ο Χίτλερ αμέσως μόλις πήρε την εξουσία (1933) ήταν ο Νόμος για την ενίσχυση του γάμου και της τεκνοποίησης. Σύμφωνα με αυτόν, τα νιόπαντρα ζευγάρια έπαιρναν δάνειο από την κυβέρνηση 1.000 μάρκα (περίπου 9 μισθοί). Αν έκαναν 4 παιδιά, το δάνειο χαριζόταν. Αν έκαναν 2 παιδιά, επέστρεφαν το 50% του δανείου. Αν έκαναν ένα παιδί επέστρεφαν το 75% του δανείου. 800.000 ζευγάρια έκαναν χρήση αυτού του νόμου.

Δεν έμειναν όμως στις παραινέσεις και στις οικονομικές διευκολύνσεις για την παραγωγή παιδιών. Οι εκτρώσεις απαγορεύθηκαν, όπως και η πρόσβαση σε οποιαδήποτε πληροφορία ή μέθοδο αντισύλληψης. Οι γυναίκες που έκαναν πάνω από 4 παιδιά παίρναν μετάλλιο, όσες ήθελαν να έχουν τον έλεγχο του σώματός τους αντιμετώπιζαν το νόμο.

Τα κορίτσια διδάσκονταν στο σχολείο το πως θα ενταχθούν στο ρόλο της μητέρας και της υπάκουης συζύγου. Απο μικρή ηλικία μάθαιναν ότι όλες οι “καλές” Γερμανίδες παντρεύονται νέες με έναν “καθαρό” Γερμανό, κάνουν πολλά παιδιά και φροντίζουν τον εργαζόμενο σύζυγο, το σπίτι και την οικογένειά τους.

Η εμφάνισή και η συμπεριφορά των γυναικών αποτελούσε επίσης “υπόθεση” και υπόδειξη του ναζιστικού κράτους. Έπρεπε να μην ντύνονται μοντέρνα, να μη φορούν τακούνια, να μην βάφονται, να μην βάφουν ή κάνουν περμανάντ τα μαλλιά τους, να μην καπνίζουν, να μην κάνουν δίαιτες αδυνατίσματος !!!

Με λίγα λόγια, ο φασισμός και ο ναζισμός μετακίνησαν (με την κάθε είδους βία) τις γυναίκες από κάθε ενεργό ρόλο ή παραγωγική διαδικασία προς το σπίτι. Και ταυτόχρονα, τις υποχρέωσαν να υπακούν σε όλους αυτούς τους συντηρητικούς κανόνες συμπεριφοράς.

Και τώρα:

Η ΧΑ (και όχι μόνο) παρόμοια αντιμετώπιση έχει για τις γυναίκες σήμερα. Και περηφανεύεται για αυτό:

Σε συνέντευξή της  η Ευγενία Χρήστου (υπεύθυνη του Μετώπου Γυναικών Χρυσής Αυγής) στις 30/11/2012 στο elnewsgr (φασιστοσάιτ) αναφορικά με το ρόλο και το σκοπό του Μετώπου Γυναικών λέει: “ Προσπαθούμε να δείξουμε στις γυναίκες ένα άλλο τρόπο ζωής που δεν θα θεοποιεί τη καταναλωτική μανία και τα σεξιστικά πρότυπα, άλλα θα βασίζεται σε πιο υγιή πρότυπα. Να διαπαιδαγωγούν τα παιδιά τους με βάση τις αξίες και τα ιδανικά της φυλής μας. Να νοιώθουν περήφανες Ελληνίδες και να αγαπήσουν το θείο δώρο της μητρότητας που τους χάρισε η Φύση. Μέσα από τις δράσεις της Χρυσής Αυγής αγωνίζονται και αυτές με την σειρά τους για το μέλλον των παιδιών τους.”

Και συνεχίζει για το σκοπό της Ελληνίδας σήμερα: “…το δημογραφικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι τεράστιο, σύμφωνα με τις διεθνείς στατιστικές υπηρεσίες. Δυστυχώς η Ελλάδα κατέχει τα πρωτεία στις εκτρώσεις με 400.000 εκτρώσεις το χρόνο. Η Ελληνίδα δεν πρέπει να βλέπει τη μητρότητα ως θυσία ή καταδίκη, άλλωστε με ένα καλό προγραμματισμό καριέρα και οικογένεια μπορούν να συνδυαστούν. Εκείνη ως μητέρα – παιδαγωγός θα πρέπει να βρίσκεται στο υψηλότερο βάθρο της κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα πρότυπα εκπόρνευσης και όσους θέλουν την γυναίκα ως σεξιστικό αντικείμενο. Το κράτος οφείλει -εάν δεν επιθυμεί να είμαστε ως Έθνος μειονότητα σε λίγα χρόνια- να στηρίξει την Ελληνίδα μητέρα και όχι όλους αυτούς τους λαθρομετανάστες που απομυζούν το Ελληνικό κράτος.”

Στο site «Ιδεολογική Βιβλιοθήκη Μετώπου Γυναικών» της Χρ. Αυγής διαβάζουμε:

«Εμείς οι Ελληνίδες, μέλη του Λαϊκού Συνδέσμου, έχοντας βαθύτατη συναίσθηση της καταστροφής που επιφέρει το φεμινιστικό πνεύμα της εποχής μας, είμαστε ενάντια σε κάθε λογής διακηρύξεις για την ισότητα των δύο φύλων».

Η γυναίκα, εξηγεί το ίδιο site, έχει μόνο μία υποχρέωση: «Η υποτιθέμενη απελευθέρωση της γυναίκας την αποπροσανατόλισε και από την πραγματική ουσία του ύψιστου ρόλου της, την Μητρότητα. Δηλαδή την υποχρέωση και την ύπατη τιμή, να φέρει στον κόσμο και ν’ αναθρέψει τα νέα βλαστάρια στον κορμό της Φυλής, ώστε να γεφυρώσει μέσω του παρόντος, το παρελθόν και το μέλλον. Πιστεύουμε ότι η Μητρότητα είναι ένα ιερότατο καθήκον”.

Και:

«Το πρώτιστο Καθήκον που πράττει κάποιος για το Έθνος του είναι αυτό που έχει ορίσει η Φύση και για τα δύο φύλα, δηλαδή η τεκνοποιία και την σωστή διαπαιδαγώγηση των τέκνων αυτών».

Άρα, η τεκνοποιία είναι «Καθήκον» και όχι επιλογή για τις γυναίκες, που πρέπει να φτιάξουν τη ζωή τους σύμφωνα με τις επιταγές της «Φύσης». Άρα  και σήμερα –όπως και επί ναζισμού- το σώμα της γυναίκας πρέπει να είναι στα χέρια του Κράτους που αποφασίζει ποιες είναι οι «επιταγές της Φύσης» και καθορίζει την προσωπική ζωή όλων! Και σήμερα, αν επικρατούσε η ΧΑ οι μέθοδες αντισύλληψης θα ήταν απαγορευμένες κι οι εκτρώσεις παράνομες. Αν μια γυναίκα έμενε έγκυος δε θα είχε την επιλογή να κάνει έκτρωση. Στο άρθρο «Η έκτρωση είναι έγκλημα κατά της Φυλής» η Χ. Αυγή μας κάνει ξεκάθαρες τις προθέσεις της.

Αυτή είναι η θέση που θέλει να δώσει η ΧΑ στην γυναίκα. Να την κάνει μια «καλή νοικοκυρά και μητέρα» που θα ‘χει στις πλάτες της όλες τις οικογενειακές υποχρεώσεις. Βέβαια, αυτό θέλει ο καπιταλισμός σήμερα, αλλά, τουλάχιστον, δεν τολμά ακόμα να το κάνει με νόμους και άμεση βία.  Να μην ξεχνάμε όμως, ότι κεντρικές θέσεις του Μετώπου Γυναικών της νεοναζιστικής οργάνωσης όπως οι παραπάνω, έρχονται σαν “φυσική συνέχεια”  της ξενόφοβης και σεξιστικής επιστροφής στην «ελληνική οικογένεια», την οποία, στις προηγούμενες εκλογές λανσάρισε η πλειονότητα των πολιτικών δυνάμεων της χώρας. Ας μην ξεχνάμε τον επαχθή Λοβέρδο (υπουργό του ΠΑΣΟΚ τότε) που προέβη  στην διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών “για να προστατέψει την Ελληνική Οικογένεια”!

Τι να κάνουμε;

Οι συλλήψεις των στελεχών της ΧΑ, δεν εξαλείφουν το φασισμό και τις επιπτώσεις του στις γυναίκες (όπως βέβαια ούτε στους μετανάστες, ούτε στους ΛΟΑΤ). Η φασιστική προπαγάνδα πάτησε πάνω σε σημαντικές πτυχές της κυρίαρχης ιδεολογίας που καλλιεργούνται με ένταση τα χρόνια της κρίσης και των μνημονίων. Εκμεταλλεύτηκε τον ήδη υπάρχοντα ρατσισμό και σεξισμό. Ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι η αντιμετώπιση του υπουργού  οικονομικών, Στουρνάρα, στην τηλεοπτική εκπομπή “Στον ενικό” (7/10/2013), απέναντι στη δήλωση ενός ζευγαριού ότι αναγκάστηκε να κάνει έκτρωση, αφού έμειναν ξαφνικά άνεργοι. Δήλωσε ότι αυτός δεν θα “σκότωνε το παιδί του” και ειρωνεύτηκε το ζευγάρι ότι είναι “άξιο της τύχης του”. (σε τι διαφέρει από τη ΧΑ;)

Γι΄αυτό, η πάλη ενάντια στον φασισμό προϋποθέτει τη σύγκρουση με όλες τις αντιλήψεις και τις πρακτικές που συντηρούν την έμφυλη καταπίεση και επιτρέπουν στον ρατσισμό να ριζώνει. Τη σύγκρουση δηλαδή με τον καπιταλισμό και τους εκφραστές του στην κυβέρνηση, που σήμερα είναι ΝΔ-ΠΑΣΟΚ.

Είναι επείγον να αντιπαλέψουμε τις αντιλήψεις που οδηγούν τις γυναίκες σε αναίρεση όλων των βασικών τους δικαιωμάτων των τελευταίων 50 (τουλάχιστον) χρόνων. Το γυναικείο και φεμινιστικό κίνημα ήταν και είναι από τη φύση του ενάντια στο φασισμό και ασπίδα για την μη εξάπλωσή του στην κοινωνία.

Η Αριστερά δεν πρέπει να το αγνοεί, αλλά να το προτάσσει –μαζί με το εργατικό, το νεολαιίστικο και τα άλλα κινήματα.

Πηγή: rproject

 

Διαβάστε ακόμα

Ο λόγος στο αντιφασιστκό κίνημα

Οι σχολές νυφών των Ναζί & η ναζιστική ιδεολογία για τις γυναίκες

 

Share

Αποδομεί η εμφάνιση της ξανθιάς δασκάλας το θεσμό των παρελάσεων;

του Δημήτρη Τ.

Η πολυσυζητημένη πλέον εμφάνιση της ξανθιάς δασκάλας στη χθεσινή παρέλαση δέχθηκε δύο ειδών σχολιασμούς. Ο ένας από τη μεριά του συντηρητικού πολιτικού φάσματος, που υπερασπίζεται τις παρελάσεις, ήταν επικριτικός απέναντι στη δασκάλα διότι με το ντύσιμο της προσέβαλλε το θεσμό, την ιστορική επέτειο και τη μνήμη των “ηρώων” του 40. Στα μυαλά τέτοιων ανθρώπων η σεξουαλικότητα, πόσο μάλλον η γυναικεία σεξουαλικότητα είναι μία προβληματική και ανατρεπτική ποιότητα που απαιτεί αυστηρό έλεγχο και περιορισμό καθώς αν αφεθεί ελεύθερη, ιδίως στη δημόσια σφαίρα, απειλεί να αποσταθεροποιήσει τις θεμελιώδεις προκείμενες της κοινωνίας. Σε καμία περίπτωση λοιπόν η γυναικεία σεξουαλικότητα δεν πρέπει να εμφανίζεται στις εθνικές παρελάσεις καθώς προσβάλλει τις αξίες που οφείλει να αναδεικνύει ο συγκεκριμένος θεσμός και που έχουν εξυψωθεί τόσο ώστε να μην πρέπει να σχετίζονται διόλου με τις καθημερινές ζωές και ασχολίες των ανθρώπων. Ιδίως με τη γυναικεία σεξουαλικότητα που προσλαμβάνεται έμμεσα σαν κάτι επικίνδυνο, αν όχι μιαρό.

Ο δεύτερος σχολιασμός έγινε από εκείνο το τμήμα του αριστερού φάσματος που επικρίνει τις παρελάσεις και επιζητεί την κατάργηση τους. Οι σχολιαστές αυτοί χαιρέτισαν την εμφάνιση της δασκάλας αφού την ερμήνευσαν ως υπονόμευση και εκ των έσω αποδόμηση του αντιδραστικού θεσμού, αφού ακόμα και οι συμμετέχοντες σε αυτόν αρνούνται να υποταχθούν στο τελετουργικό του και με την παρουσία τους τον παρωδούν. Αδυνατίζουν έτσι, αν όχι ακυρώνουν, το συντηρητικό, μιλιταριστικό μήνυμα που υποτίθεται οφείλει να αναδείξει.

Οι δύο παραπάνω αναγνώσεις του ίδιου γεγονότος, αν και προέρχονται από τα δύο αντίπαλα άκρα του πολιτικού φάσματος μοιράζονται πολύ περισσότερο κοινά στοιχεία από όσα φαντάζονται οι φορείς τους. Καταρχήν οδηγούνται στο ίδιο συμπέρασμα – η συγκεκριμένη παρουσία της δασκάλας υπονομεύει το θεσμό των παρελάσεων, άσχετα αν αυτή η υπονόμευση επικρίνεται από τους μεν ενώ επικροτείται από τους δε. Ταυτόχρονα όμως συμμερίζονται και το λόγο αυτής της υπονόμευσης, την εμφάνιση δηλαδή και τη σεξουαλικότητα της εν λόγω γυναίκας. Από ότι φαίνεται και για τις δύο αναγνώσεις, η εισβολή της γυναικείας σεξουαλικότητας σε ένα εθνικιστικό-μιλιταριστικό θεσμό, έχει βλαπτική – ανατρεπτική επίδραση (για το θεσμό). Οι εκ του δεξιού φάσματος επειδή θεωρούν εν γένει μιαρή και επικίνδυνη τη γυναικεία σεξουαλικότητα. Οι εκ του αριστερού επειδή πιστεύουν πως η παρουσία αυτής στις παρελάσεις δεν μπορεί να συνάδει με τις αξίες που αυτές (πρέπει) να αναδεικνύουν. Ως ένα βαθμό βέβαια ίσως να υπάρχει και πιο βαθιά επικάλυψη καθώς και μέρος της αριστεράς διακρίνεται από πουριτανισμό και αντιλαμβάνεται το συγκεκριμένο τύπο εκδήλωσης της σεξουαλικότητας της δασκάλας ως χυδαίο και κιτς- διαστρέβλωση και εκχυδαϊσμό ενός πιο “αυθεντικού” ή πολιτικά ορθού τρόπου εκδήλωσης της σεξουαλικότητας από τη μεριά των γυναικών.

Το πρόβλημα όμως είναι πως η εμφάνιση της δασκάλας και η προβολή της σεξουαλικότητας της στην παρέλαση, όχι μόνο δεν υπονομεύει το θεσμό αλλά τον ενισχύει και τον αναζωογονεί. Ο λόγος έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ιδεολογία. Όπως έχει επισημάνει ο Ζίζεκ , κάθε αρχή – εξουσία η οποία διατυπώνει ένα ρητό σύστημα επιταγών που οι υποτελείς της οφείλουν να αποδέχονται και να εφαρμόζουν αδιαπραγμάτευτα, περιλαμβάνει και μία σειρά από άρρητους κώδικες που υποδεικνύουν στους υποτελείς πότε να παραβιάζουν αυτές τις επιταγές, χωρίς τιμωρία. Ένα παράδειγμα θα ήταν οι άτυποι κανόνες στο στρατό που δίνουν τη δυνατότητα στους φαντάρους να παραβιάζουν τις εντολές των αξιωματικών ή τους επίσημους κανόνες, χωρίς να κινδυνεύουν με κυρώσεις, αφού η διαδικασία είναι γνωστή και αποδεκτή από όλη την αλυσίδα της ιεραρχίας. Επίσης, την ίδια στιγμή που η εξουσία επιβάλλει ένα αυστηρό τελετουργικό ενσωματώνει και ένα χυδαίο συμπλήρωμα που συνοδεύει την εφαρμογή του τελετουργικού και το κάνει πιο δυναμικό και ελκτικό. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα ανόητα σεξιστικά τραγούδια που τραγουδάνε οι νεοσύλλεκτοι λοκατζήδες κατά τη διάρκεια της αυστηρής εκπαίδευσης τους. Η λειτουργία αυτή δεν αδυνατίζει την ισχύ της εκάστοτε εξουσίας, αντίθετα είναι προϋπόθεση της αφού δίνει ελεγχόμενη διέξοδο στα υποκείμενα της ώστε να μπορούν ξεφύγουν από το αυστηρό της πλαίσιο, χωρίς, ταυτόχρονα, να ακυρώνεται αυτό το πλαίσιο. Επιτρέπει την ταύτιση με την εξουσία και την απόλαυση εντός του πλαισίου που ορίζει η ίδια. Η απόλαυση καθίσταται δυνατή διότι εμφανίζεται να λαμβάνει σε αντίθεση με το πλαίσιο, όπου τα υποκείμενα έχουν την αίσθηση πως το παραβιάζουν, χωρίς όμως να αναλαμβάνουν τους κινδύνους που θα σήμαινε μία πραγματική παραβίαση.

Κάπως έτσι λειτουργεί και η εμφάνιση της εν λόγω δασκάλας αναφορικά με το θεσμό των παρελάσεων. Τυπικά η γυναίκα αυτή φαίνεται να παραβιάζει τους γνωστούς κανόνες εμφάνισης στην παρέλαση – λιτό, σεμνό και ομοιόμορφο ντύσιμο που να εκπέμπει σεβασμό στις αξίες που πρέπει να αναδεικνύει ο θεσμός. Κατ’ αυτό τον τρόπο φαίνεται να τον υπονομεύει. Στην πραγματικότητα όμως αυτό που κάνει είναι να “εκσυγχρονίζει” το θεσμό, να τον φέρνει στα μέτρα της εποχής, ως προς τον τρόπο εμφάνισης των γυναικών σήμερα, να του προσθέτει λίγη πραγματική ζωή και καθημερινότητα, ώστε να φαντάζει περισσότερο “κανονικός” από όσους καλούνται να συμμετέχουν σε αυτόν. Τον καθιστά έτσι πιο οικείο, “φυσιολογικό” και άρα αποδεκτό από τους σύγχρονους ανθρώπους, εκεί που έτεινε να εμφανίζεται σαν ένα απολίθωμα προ πολλού περασμένων εποχών και αντιλήψεων. Ταυτόχρονα του προσθέτει και ένα σεξουαλικό, ηδονοβλεπτικό στοιχείο με όρους τους σήμερα. Πάντοτε βέβαια οι παρελάσεις είχαν έντονα αυτά τα στοιχεία, κυρίως αυτές των πρώτων διδαξάντων, των ναζί, όμως η μορφή εμφάνισης αυτών διαφέρουν από εποχή σε εποχή. Την ίδια λειτουργία επιτελούν και τα μίνι των μαθητριών που παρελαύνουν, τα σκουλαρίκια, τα ψηλά τακούνια ή τα όποια άλλα αξεσουάρ που σκανδαλίζουν τους συντηρητικούς υπερασπιστές της παρέλασης.

Ο εκσυγχρονισμός αυτός ως προς το ντύσιμο και την εμφάνιση, ώστε να συνάδει με τη μόδα της εποχής, δεν υπονομεύει τις αξίες που αναδεικνύει η παρέλαση – τον εθνικισμό, την αντιδραστική πειθαρχία, τη φασιστική τάση για ομοιομορφία, το μιλιταρισμό. Αυτές παραμένουν σύμφυτες με το θεσμό, όμως η επιδραστικότητα τους αποκτά πλέον έναν έμμεσο χαρακτήρα. Τα παιδιά, οι καθηγητές αλλά και οι θεατές έλκονται ή ανέχονται τις παρελάσεις επειδή αυτές έχουν πάρει (και) το χαρακτήρα ενός νυφοπάζαρου ή οφθαλμόλουτρου. Γίνονται αντιληπτές και σαν μία ευκαιρία σωματικής (άρρητα ερωτικής) επίδειξης, πλήρως εναρμονισμένες με το ναρκισσιστικό και επιδειξιομανές πνεύμα της εποχής. Κατ’ αυτό τον τρόπο γίνονται κατανοητές από τους μαθητές (και τον κόσμο) της εποχής ως μία διαδικασία που μπορούν σχετικά εύκολα να την ενσωματώσουν στην αυτο-εικόνα τους, να την εντάξουν στον τρόπο με τον οποίο ζουν και όχι σαν μία κατά βάση καταπιεστική, αντιδραστική και αναχρονιστική αγγαρεία. Παρ’ όλα αυτά όμως οι παρελάσεις διόλου δεν έχουν μετατραπεί σε ένα πανηγύρι της νεολαίας και δεν κινδυνεύουν να γίνουν στο μέλλον, όσες μαθήτριες με μίνι ή και προκλητικά ντυμένες καθηγήτριες εμφανιστούν σε αυτές. Είναι πλήρως συνδεδεμένες με την ιδεολογία του εθνικισμού, του μιλιταρισμού, της τυφλής πειθαρχίας κλπ τόσο μέσα από την αφήγηση που της περιβάλλει – από το σχολείο και τον τρόπο διδασκαλίας της ιστορίας, όσο και από το δημόσιο διάλογο γι αυτές και τα ιστορικά γεγονότα που υποτίθεται πως τιμούν. Ταυτόχρονα, το τελετουργικό, η τήρηση του οποίου οδηγεί στην επιτέλεση αυτών των αντιδραστικών ιδεών παραμένει αυτούσιο – το ομοιόμορφο ντύσιμο (παρά τον αυθόρμητο εμπλουτισμό του από τους μαθητές), το στρατιωτικό βήμα, η σημαία, ο χαιρετισμός των επισήμων, η αναγκαστική συμμετοχή. Όλα αυτά στο σύνολο τους– ο λόγος που περιβάλλει τις παρελάσεις και το τελετουργικό – επιβεβαιώνουν και αναπαράγουν τις παραπάνω αξίες. Οι συμμετέχοντες στο θεσμό, από οποιαδήποτε θέση, βιώνουν αναμφισβήτητα (και) μία εθνικιστική – μιλιταριστική και πρωτοφασιστική εμπειρία. Οι σέξι – προκλητικές εμφανίσεις απλά λειτουργούν ως το χυδαίο συμπλήρωμα που καθιστά πολύ πιο λειτουργική και αποτελεσματική την αντιδραστική ιδεολογία που τις συνοδεύει.

Ειδομένη από αυτή τη σκοπιά η “προκλητική” παρουσία της δασκάλας είναι πλήρως συμβατή με τις αξίες που διεκδικεί να αναδείξει ο θεσμός των παρελάσεων και γι αυτό τον ενισχύει. Η εμφάνιση της θα ήταν υπονομευτική αν πράγματι παρωδούσε το τελετουργικό, τόσο με το ντύσιμο όσο και με την υπόλοιπη στάση της. Αν για παράδειγμα εμφανίζονταν με τέτοιο τρόπο προκλητικά ντυμένη που να υπερ-ταυτίζεται με το πρότυπο ντυσίματος της γυναίκας που πάει στα μπουζούκια, ώστε να συνιστά παρωδία αυτού του προτύπου. Και αν διακωμωδούσε το τελετουργικό της παρέλασης, ίσως με κάποιο αστείο βηματισμό και κινήσεις του σώματος που στο σύνολο τους θα αποδομούσαν το μήνυμα που επιδιώκει να περάσει η παρέλαση. Δεν έκανε όμως τίποτα από όλα αυτά, αντίθετα, υπήρξε πλήρως πιστή στο τελετουργικό, με εμφάνιση που διόλου δεν την ξεχωρίζει από το mainstream το οποίο αναγνωρίζουν και ταυτίζονται άπειρες γυναίκες ή επιθυμούν οι άντρες και σοβαρότητα που αρμόζει στο θεσμό και που υποδεικνύει σεβασμό προς αυτόν. Με λίγα λόγια- οι σέξι δασκάλες δεν θα μας απαλλάξουν από τις αντιδραστικές παρελάσεις…

 

 

Share