Subscribe via RSS Feed

Tag: "φασισμός"

Ο λόγος στο αντιφασιστκό κίνημα

της Δήμητρας Σπανού

Το Φύλο Συκής, θέλοντας να κρατήσει τη συζήτηση ανοιχτή για τον φασιστικό κίνδυνο, τη δράση των νεοναζί και τις κινήσεις της κυβέρνησης, δίνει τον λόγο αυτή τη φορά σε ένα μέλος του αντιφασιστικού κινήματος. Μπορεί στα ΜΜΕ η συζήτηση να καταλάγιασε, μετά από τις αλλεπάλληλες «πτώσεις από τα σύννεφα», όμως για πάρα πολύ κόσμο ο αγώνας συνεχίζεται –όπως βέβαια δεν ξεκίνησε πριν από έναν μήνα. Ζητήσαμε λοιπόν, από την  Αγγελική Βαλσαμάκη, μέλος του Αντιφασιστικού Συντονισμού Αθήνας/Πειραιά, να μας πει τη γνώμη της για τις εξελίξεις.

 

Ξεκινώντας, θέλω να μου πεις πώς ένοιωσες όταν είδες τις συλλήψεις των νεοναζί.

Δεν θα πω ψέματα, όταν είδα στις ειδήσεις την ηγεσία της Χρυσής Αυγής με χειροπέδες χάρηκα. Αυτή η εικόνα σίγουρα προκάλεσε θετικά συναισθήματα τόσο στον κόσμο του κινήματος, της αριστεράς και της αναρχίας , όσο και  στους μετανάστες και στις μετανάστριες που κάθε μέρα κινδυνεύουν από τους χρυσαυγίτες δολοφόνους.

Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες ότι κυβέρνηση και κράτος θα διαλύσουν τη Χρυσή Αυγή, ούτε ότι ξεμπερδέψαμε έτσι εύκολα με τους νεοναζί. Οι παλινωδίες της κυβέρνησης έχουν ήδη ξεκινήσει ενώ οι τελευταίες δημοσκοπήσεις αποκαλύπτουν πως ένα μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής έχει σταθεροποιηθεί αμετάκλητα στην ατζέντα και στις πρακτικές της. Οι κοινωνικοί όροι που γεννούν το φασισμό αλλά και οι πολιτικές που τον θεριεύουν παραμένουν ανέγγιχτες. Με αυτή την έννοια δεν υπάρχει ούτε λεπτό για χάσιμο. Το μαζικό και μαχητικό αντιφασιστικό κίνημα που παραμένει με ορμή στο δρόμο και μετά  τις συλλήψεις των νεοναζί θα πρέπει τώρα να κλιμακώσει τη δράση του.

Ποια είναι η γνώμη σου για τις εξελίξεις; Γιατί η κυβέρνηση προχώρησε στις συλλήψεις;

Θα πρέπει καταρχάς  να πούμε ότι η αντίδραση της κυβέρνησης με την επιχείρηση «εξάρθρωση» της Χρυσής Αυγής βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη μέχρι πρότινος τακτική της που στηριζόταν στην «προετοιμασία» των νεοναζί ώστε να αποτελέσουν έναν «αξιόπιστο» κυβερνητικό εταίρο. Άρα είναι απολύτως λογικό αυτή η αλλαγή τακτικής από μεριάς της κυβέρνησης να αιφνιδίασε και να προβλημάτισε.  Και νομίζω πως για να την καταλάβουμε θα πρέπει αρχικά να σταθούμε στη ποιοτική κλιμάκωση που επιχείρησε η Χρυσή Αυγή στη δράση της. Η «δυναμική της παρουσία» στο Μελιγαλά, η επίθεση σε μέλη του ΠΑΜΕ,  οι συμφωνίες με τους εργολάβους για τη δημιουργία «ειδικής οικονομικής ζώνης» στο Πέραμα και η δολοφονία του Παύλου Φύσσα ως κορύφωση, αποτέλεσαν για αυτήν στιγμές  μιας αποφασιστικής και τολμηρής στρατηγικής κίνησης. Οι νεοναζί μαχαιροβγάλτες επιχείρησαν να θέσουν ζήτημα ηγεσίας στη κοινωνική βάση της δεξιάς και να αποδείξουν στα αφεντικά πως η στήριξη τους αποτελεί βασική προϋπόθεση για την καταστολή των ταξικών αγώνων. Και τα δύο ήταν στοιχεία απαραίτητα ώστε να φωτίσουν το δρόμο τους προς την εξουσία. Ωστόσο δεν τα κατάφεραν διότι οι συνθήκες δεν ήταν ώριμες. Η Χρυσή Αυγή, όπως και άλλα πρώιμα φασιστικά κινήματα στην ιστορία, έκανε το λάθος μιας  «πρώιμης εφόδου».

Κατά τη γνώμη σου λοιπόν ποιοι είναι οι πιο σημαντικοί λόγοι;

Πρώτον, όπως είπα και πριν η Χρυσή Αυγή επιχείρησε μια στρατηγικής σημασίας τομή στη δράση της  πρόωρα και χωρίς να έχουν δημιουργηθεί οι απαραίτητες συνθήκες για την επιτυχία της. Η διάβρωση του κρατικού μηχανισμού απ τους φασίστες είναι βαθιά ωστόσο το κράτος δεν είναι φασιστικό. Η Χρυσή Αυγή επιχειρώντας να παρουσιαστεί ως ο βασικός και πιο αποτελεσματικός οργανωτής της καταστολής,  αμφισβήτησε το μονοπώλιο του κράτους σε αυτήν καταλήγοντας να το ενεργοποιήσει εναντίον της. Επιπλέον σε αυτή τη φάση, και με τους παρόντες ταξικούς συσχετισμούς δύναμης, η ηγεσία της άρχουσας τάξης δεν εξαναγκάζεται να παίξει το «χαρτί του φασισμού». Το αυταρχικό κράτος των Σαμαρά και Δένδια μπορεί να κάνει για χάρη των αφεντικών τη βρωμοδουλειά, και για αυτό εξάλλου ο έλεγχος του απέναντι στη δράση των νεοναζί ήταν βασικός όρος της «συνύπαρξης» τους.

Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με το ότι  η Χρυσή Αυγή έχει καταφέρει να διεμβολίσει ένα σημαντικό τμήμα της εκλογικής βάσης της Δεξιάς. Οι δημοσκοπήσεις για το δήμο της Αθήνας που έδιναν στο Κασιδιάρη τη πρωτιά είναι ενδεικτικές αυτής της τάσης. Η Χρυσή Αυγή έθετε με αξιώσεις την ηγεμονία στα Δεξιά καθώς για τους ακροδεξιούς ψηφοφόρους φαινόταν με τη δράση της πιο συνεπής «εκφραστής» του ρατσισμού και του αντικομουνισμού ενώ παράλληλα δεν ήταν αυτή που υλοποιούσε το μνημόνιο. Η δολοφονία του Φύσσα και η κοινωνική κατακραυγή που αυτή δημιούργησε έδωσαν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία στη ΝΔ να επανασυσπειρώσει τους ψηφοφόρους της. Και θα το επιχειρήσει εφαρμόζοντας με μεγαλύτερη ορμή το δόγμα «νόμος και τάξη» ώστε να ισχυροποιηθεί ως ο βασικός εγγυητής της «συστημικής σταθερότητας».

Το κίνημα τι ρόλο έπαιξε;

Με πρόλαβες. Αυτό θα έλεγα τώρα. Ο ρόλος που έπαιξε το κίνημα ήταν και θα εξακολουθήσει για τη συνέχεια να είναι καθοριστικής σημασίας. Οι παραπάνω λόγοι είναι σοβαροί, ωστόσο δεν επαρκούν για να εξηγήσουν γιατί επιλέχθηκε  από τη κυβέρνηση αυτή η σφοδρή μορφή αντιμετώπισης και όχι μια πιο ήπια, που θα μπορούσε ενδεχομένως να αναχαιτίσει τη δυναμική της Χρυσής Αυγής. Η μαζικότητα και η μαχητικότητα  των  αντιφασιστικών πορειών σε όλη τη χώρα, η δημιουργία ενωτικών αντιφασιστικών συσπειρώσεων βάσης σε επίπεδο γειτονιάς, η διάθεση συντονισμού, αλλά και το γεγονός ότι πάνω από 30000 διαδηλωτές πορεύτηκαν στη Μεσογείων την 25η του Σεπτέμβρη, προκαλώντας έτσι  την αποτυχία του «συνταγματικού τόξου», αποτέλεσαν  εξελίξεις εξαιρετικά επικίνδυνες για το αυταρχικό μνημονιακό κράτος. Το αντιφασιστικό κίνημα  όχι μόνο έστειλε το  μήνυμα της μαχητικής αναμέτρησης του ίδιου με τη Χρυσή Αυγή και τους φασίστες , αλλά και σε αντίθεση με άλλους αγώνες που δε καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα «επιμέρους» και «ειδικά» τους ζητήματα  φαίνεται να κινητοποίησε  ευρύτερα τμήματα των «από κάτω» θέτοντας έτσι τους όρους για  μια συνολική πολιτική σύγκρουση. Το ενδεχόμενο μιας αναμέτρησης  στο επίπεδο του δρόμου όχι μόνο με τους φασίστες αλλά και με τις κρατικές δυνάμεις καταστολής, ήταν ορατό και θα αποτελούσε μεγάλο παράγοντα αποσταθεροποίησης. Η κυβέρνηση, με τη βοήθεια από τα τσιράκια της στα ΜΜΕ, σήκωσε τα λάβαρα του «αντιφασισμού» προκειμένου να αποποιηθεί τις ευθύνες της για τη γιγάντωση των νεοναζί, να θολώσει τη κρίση και τη στοχοθεσία του κινήματος και να αποφύγει τη σύγκρουση μαζί του.

Όταν λες «μαχητική αναμέτρηση» τι εννοείς;

Εννοώ το κίνημα που δε μασάει σε λογικές «συνταγματικών τόξων». Που μένει σταθερά και αγωνιστικά στο δρόμο,  που γνωρίζει πως η ύπαρξη του και οι επιτυχίες του προϋποθέτουν τη περιφρούρηση και την αυτοάμυνα του από τη βία των νεοναζί.

Ποια είναι η γνώμη σου για τη θεωρία των δύο άκρων και πώς αυτή επηρεάζει το κίνημα;

Η θεωρία των δύο άκρων έχει ως αποκλειστικό στόχο το κίνημα και την αριστερά. Αφενός επιχειρεί  να τιθασεύσει ένα μεγάλο τμήμα της τελευταίας και συγκεκριμένα τον ΣΥΡΙΖΑ  αποκόβοντας τον από το κίνημα και βάζοντας τον  στη λογική της αντιπολίτευσης μόνο μέσα από το κοινοβούλιο και τους θεσμούς. Αφετέρου, προωθεί την όξυνση της καταστολής απέναντι στα πιο ριζοσπαστικά και μαχητικά  κομμάτια της αριστεράς αλλά και του κινήματος εν γένει. Δες τι γίνεται τον τελευταίο καιρό. Προσαγωγές αντιφασιστών επειδή μοιράζουν φυλλάδια. Τρομοκράτηση αγωνιστών του κινήματος επειδή κολλάνε αφίσες. Φυλακίσεις αγωνιστών στις Σκουριές της Χαλκιδικής. Η θεωρία των δύο άκρων υπηρετεί την εμφυλιοπολεμική τακτική της κυβέρνησης και συμβάλλει καθοριστικά στη περιστολή των δημοκρατικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του λαού, στο δικαίωμα του εν τέλει να αντιστέκεται.

Επιπλέον, να πω ότι ως μέλος του κινήματος δεν δέχομαι ότι βρίσκομαι στον αντίποδα των δολοφόνων, εγκληματιών, νεοναζιστών της Χρυσής Αυγής. Οι άνθρωποι της αριστεράς αγωνιζόμαστε για την ελευθερία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Και πώς να το κάνουμε τώρα. Δεν είναι το ίδιο πράγμα η βία που ασκεί ο νεοναζί με τη βία που ασκεί ο μετανάστης προκειμένου να αμυνθεί στο δολοφονικό μαχαίρι. Ούτε μπορεί να συγκριθεί με τη προσπάθεια, για παράδειγμα, απεργών να περιφρουρήσουν την απεργία τους από τη βία της αστυνομίας.

Ποιες είναι οι αιτίες της απότομης ανόδου της Χρυσής Αυγής τον τελευταίο καιρό, κατά τη γνώμη σου.

Ευθύνη για την πολιτική και επιχειρησιακή γιγάντωση της Χρυσής Αυγής έχουν όλες οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις που υπηρετούν τα μνημόνια και θρέφουν το ρατσισμό. Ωστόσο η καθοριστικής σημασίας τροφοδότηση των νεοναζί συντελέστηκε χάρη στη στροφή της ΝΔ στην ακροδεξιά πολιτική πρακτική και στην οικοδόμηση του αυταρχικού κράτους. Ο αντικομουνισμός και η εμφυλιοπολεμική τακτική απέναντι στην αριστερά, την αναρχία και τις εργατικές οργανώσεις (θεωρία δύο άκρων), ο ακραίος ρατσισμός (Ξένιος Δίας- στρατόπεδα συγκέντρωσης) και το δόγμα «νόμος και τάξη», αποτελούν για την κυβέρνηση απαραίτητες προϋποθέσεις περιφρούρησης της πολιτικής των μνημονίων. Παράλληλα όμως, οδηγούν στην ακροδεξιά μετατόπιση ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνικής βάσης της δεξιάς. Η Χρυσή Αυγή εκμεταλλευόμενη τη παρουσία της στη βουλή και την υποστήριξη ενός σημαντικού μέρους του κρατικού μηχανισμού αξιοποίησε αυτή τη μετατόπιση και κατάφερε να «ξεθάψει» από μεγάλα τμήματα του «δεξιού λαού», φασιστικά χαρακτηριστικά , που η «οικονομική ευμάρεια» και η «πολιτική σταθερότητα» της μεταπολιτευτικής περιόδου είχαν κρύψει. Η αποθράσυνση των νεοναζί ήταν δεδομένη.

Πιστεύεις ότι ο αγώνας ενάντια στη Χρυσής Αυγή θα πρέπει να αφορά τις γυναίκες ιδιαίτερα;

Η Χρυσή Αυγή είναι μια βαθιά μισογύνικη οργάνωση και τον τελευταίο καιρό με όσα βγήκαν στη φόρα μάθαμε ακόμα περισσότερα για αυτό το ζήτημα. Έχουμε δει περιστατικά βίας κατά γυναικών από μέλη της, ενώ παρόμοιες φήμες ακούγονται ακόμα και για βουλευτές της. Έπειτα, οι ίδιες οι χρυσαυγίτισσες δηλώσαν αντιφεμινίστριες και πλήρως υποταγμένες στους άντρες τους.

Η Χρυσή Αυγή διαχωρίζει τους ανθρώπους σε ανώτερους και κατώτερους, με ανιστόρητες θεωρίες περί ύπαρξης δυνατών και αδύναμων. Ο υπάνθρωπος Εβραίος, ο βρωμιάρης μετανάστης και η αδύναμη από τη φύση της γυναίκα. Αυτοί βρίσκονται σε μια διαρκή σύγκρουση με τον λευκό (λέμε τώρα..) άντρα που τελικά λόγω της υπεροχής του κυριαρχεί. Η Χρυσή Αυγή διακηρύσσει έναν διαρκή και συνεχή πόλεμο ανάμεσα στον δυνατό και τον αδύναμο. Άρα για τη Χρυσή Αυγή ο άντρας και η γυναίκα είναι δύο υποκείμενα που βρίσκονται μεταξύ τους συνεχώς σε σύγκρουση. Για τον νεοναζί η γυναίκα που τον αμφισβητεί και δε κάθεται φρόνιμη στο σπίτι να μεγαλώνει τα παιδιά του αποτελεί θανάσιμο εχθρό και θα πρέπει να εξοντωθεί.

Και στο κίνημα όμως έχουμε δει σεξισμό. Για παράδειγμα, μετά τις συλλήψεις διαβάσαμε αρκετά ομοφοβικά σχόλια στα διάφορα μέσα. Τι έχεις να πεις για αυτό;

Αυτό είναι πολύ προβληματικό. Δεν γίνεται  να προσπαθείς να αποδομήσεις τους όρους με τους οποίους η Χρυσή Αυγή συγκεντρώνει οπαδούς και παράλληλα να υιοθετείς έναν από αυτούς, όπως για παράδειγμα  τη μάτσο σεξιστική συμπεριφορά. Πρέπει να τους αποδομήσεις συνολικά και να καταδικάσεις αυτές τις λογικές. Εμείς είμαστε αγωνιστές και αγωνίστριες για την ελευθερία όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής και σεξουαλικού προσανατολισμού.

Να πω επίσης πως η οριστική εκθεμελίωση και συντριβή του φασισμού είναι αναπόσπαστα δεμένη με τους αγώνες για μια κοινωνία απαλλαγμένη  από φτώχεια, ρατσισμούς, εθνικισμούς και σεξισμούς. Είμαστε υπέρ μιας κοινωνίας ισότητας και αλληλεγγύης και αυτό θα πρέπει να το διακηρύσσουμε συνέχεια. Αυτό βέβαια από μόνο του δεν φτάνει. Το κίνημα θα πρέπει μέσα από τις δομές και τις πρακτικές του να περιγράφει αυτή την εναλλακτική κοινωνική συγκρότηση, έναν κόσμο ισότητας και αλληλεγγύης μεταξύ των καταπιεσμένων και εκεί είναι καθοριστική η συμβολή του φεμινιστικού κινήματος. Αυτό τον κόσμο χωρίς διακρίσεις πρέπει να τον περιγράψουμε από σήμερα και ένα σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα έχει πολλά να προσφέρει σε αυτή τη διαδικασία.

 

Share

Οι σχολές νυφών των Ναζί & η ναζιστική ιδεολογία για τις γυναίκες

 

«Πιάστε τηγάνι, φαράσι και σκούπα και παντρευτείτε έναν άνδρα». Αυτή η φράση θα μπορούσε να είχε γραφεί σε ένα συντηρητικό blog παραδοσιακών «μαμάδων» και θα κατακρινόταν από τις φεμινίστριες στο διαδίκτυο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μία από τις «Εννέα Εντολές για τον Αγώνα των Εργατών», του ηγετικού στελέχους των Ναζί, Χέρμαν Γκέρινγκ, οι οποίες δημοσιεύθηκαν και προωθήθηκαν σε όλη τη Γερμανία το 1934.

Πρόκειται για ένα βιβλίο κανόνων  (βρίσκεται στα ράφια του Ομοσπονδιακού Αρχείου της Γερμανίας) για την Reichsbräuteschule ή τη Σχολή Νυφών του Ράιχ, που συστάθηκε από τους Ναζί «για να φτιάξουν νοικοκυρές από τις γυναίκες γραφείου».

Το 1935, η Γκέρτρουντ Σσολτζ-Κλινκ, η γυναίκα που κατείχε την πιο υψηλόβαθμη θέση στο Τρίτο Ράιχ, συνιστούσε στις γυναίκες να αναλάβουν τον ρόλο τους: «Οι γυναίκες πρέπει να είναι οι πνευματικοί φροντιστές και οι κρυφές βασίλισσες του λαού μας, που έχουν κληθεί από τη μοίρα για αυτό τον ειδικό σκοπό!».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                        Η Γκέρντρουντ Σσολτζ-Κλινκ

 

Το 1936, ο Χάινριχ Χίμλερ σε συνεργασία με την Σσολτζ-Κλινκ, εξέδωσε διάταγμα απαιτώντας από τις γυναίκες που ήταν αρραβωνιασμένες με μέλη της Σουτσστάφφελ -δηλαδή των Ες-Ες που είχαν ήδη εξελιχθεί σε μια από τις μεγαλύτερες παραστρατιωτικές οργανώσεις της εποχής- να παρακολουθήσουν τα μαθήματα. Αυτό σήμαινε ρητή αφοσίωση στον Φύρερ και στον σκοπό του πάνω απ’ όλα. «Η γυναίκα είναι ένας μικρότερος κόσμος (σ.σ. κοινωνία, με την έννοια ίσως της οικογένειας)», είχε πει ο Χίτλερ σε μία συνάντηση του κόμματός του στη Νυρεμβέργη, κατά τη διάρκεια ομιλίας του στην Εθνικοσοσιαλιστική Λίγκα Γυναικών. «Όμως τι θα γινόταν με τον μεγαλύτερο κόσμο (κοινωνία), αν δεν υπήρχε κανείς να φροντίσει για τον μικρότερο; Πώς θα μπορούσε να επιβιώσει ο μεγαλύτερος κόσμος αν δεν υπήρχε κανείς να κάνει τη φροντίδα του μικρότερου κόσμου τον σκοπό της ζωής τους;»

Για την εκπαίδευση των γυναικών στη μικρότερη, όπως θεωρείτο, σφαίρα δράσης τους, χτίστηκε το 1937 μία βίλα στο νησί Schwanenwerder, στη λίμνη Βάνζεε του Βερολίνου. Σε αυτή την προσομοίωση νοικοκυριού, οι νέες γυναίκες –πολλές από αυτές έφηβες- θα ζούσαν σε ομάδες των είκοσι, περνώντας έξι εβδομάδες «κατά προτίμηση δύο εβδομάδες πριν από τον γάμο τους, ώστε να επανέλθουν σωματικά και πνευματικά, να ξεχάσουν τις καθημερινές έγνοιες που σχετίζονται με τα έως τώρα επαγγέλματά τους, να βρουν τον τρόπο να νιώσουν χαρά για τη νέα τους ζωή ως σύζυγοι».

Η Σσολτζ-Κλινκ βέβαια απέκλειε κάθε γυναίκα με εβραϊκή ή ρομά καταγωγή, με φυσική αναπηρία ή ψυχική ασθένεια, από το να λάβει μέρος. Το μάθημα κόστιζε 135 μάρκα του Ράιχ (περίπου 625 δολάρια σήμερα) και κάλυπτε τα πάντα, από τα ψώνια και το μαγείρεμα μέχρι την κηπουρική και τις κοινωνικές συζητήσεις, καθώς και από τη διακόσμηση του σπιτιού ως τα υποδήματα, τα στιλέτα κ.α.

Όμως, η δεξιοτεχνία στο νοικοκυριό και τις μαγειρικές τέχνες δεν ήταν ο βασικός σκοπός του «σχολείου» αυτού για τις νύφες των Ναζί. Είχε ως στόχο να εκπαιδεύσει τις γυναίκες αυτές στο ναζιστικό δόγμα, οι οποίες στο πλαίσιο του Νόμου για την Ενθάρρυνση του Γάμου, ουσιαστικά θα δελεάζονταν ή θα δωροδοκούνταν ώστε να παράγουν μωρά. Τα μαθήματα αυτά επέμεναν οι γυναίκες «να αποκτήσουν ειδική γνώση της ράτσας και της γενετικής» και πως μόνον όταν μία γυναίκα έχει αποκτήσει αυτή τη γνώση θα μπορούσε να κερδίσει πιστοποιητικά επιτευγμάτων (τα οποία επίσης βρίσκονται στο ομοσπονδιακό αρχείο της Γερμανίας).

Στις γυναίκες που δεν θα συμμορφώνονταν όχι μόνο δεν τους δινόταν το σχετικό πιστοποιητικό αλλά τους απαγορευόταν επίσης να παντρευτούν. Τα μαθήματα περιελάμβαναν επίσης τη δέσμευση των γυναικών μέχρι θανάτου στο ναζιστικό δόγμα όπως και τη δήλωση πίστης στον Φύρερ, που τοποθετούταν πάνω από τη θρησκευτική πίστη. Οι γάμοι έπρεπε να είναι νέο-παγανιστικές τελετές στις οποίες χοροστατούσαν μέλη του κόμματος και δεν γίνονταν σε εκκλησίες από κληρικούς. Τα παιδιά, δε, έπρεπε να μεγαλώσουν προσκυνώντας τον Χίτλερ και όχι τον Ιησού Χριστό.

Μέχρι το 1940 υπήρχαν στο Βερολίνο τουλάχιστον εννέα σχολές νυφών (Reichsbräuteschule) και περισσότερες ιδρύονταν σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ πλέον δέχονταν όχι μόνο τις μέλουσες συζύγους των Ες-Ες αλλά και όσες γυναίκες ήταν «φυλετικά κατάλληλες», δηλαδή ανώτερες κατά τη ναζιστική ιδεολογία. Στη διάρκεια του πολέμου προέκυψαν ελλείψεις στο εργατικό δυναμικό –ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η ναζιστική καταναγκαστική εργασία- και ο Χίλτερ αναγκάστηκε να επιτρέψει σε περισσότερες γυναίκες να δουλέψουν. Πάντως υπάρχουν ενδείξεις σύμφωνα με ιστορικούς πως οι σχολές νυφών συνέχισαν να λειτουργούν ως τον Μάιο του 1944.

Σύμφωνα με τη ναζιστική ιδεολογία, οι γυναίκες ανήκαν στην οικιακή σφαίρα, στη σφαίρα του σπιτιού. Αποκλείονταν από την ενασχόληση με την ιατρική, τον νόμο και τις δημόσιες υπηρεσίες.

Το ναζιστικό κόμμα απένειμε μάλιστα τον λεγόμενο «Σταυρό Τιμής της Γερμανίδας μητέρας», βραβείο που φοριόταν στον λαιμό. Ο χάλκινος σταυρός δινόταν σε «νόμιμες» μητέρες τεσσάρων ή πέντε παιδιών, ο αργυρός σε αυτές με έξι ή επτά και ο χρυσός στις μητέρες με οκτώ ή περισσότερα παιδιά.

Οι Ναζί χρησιμοποιούσαν ουσιαστικά τις γυναίκες -ακόμη και τις δικές τους- ως εργαλεία, μηχανές αναπαραγωγής «Αρίων». Επιβραβεύονταν για την γενετική και όχι για την πνευματική τους ικανότητα, καθώς και για την προπαγάνδιση του ναζιστικού δόγματος στα παιδιά τους, τους επίγονους της υποτιθέμενης ανώτερης φυλής. Ο λόγος που δεν θεωρούταν, ανοιχτά, κατώτερα όντα και δεν οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν η χρηστική τους λειτουργία και ούτε καν το συνανήκειν με τους άνδρες στην «άρια φυλή».

 

Αρχική πηγή: Newyorker.com

Απόδοση: Κατρίν Αλαμάνου

Πηγή: tvxs

 

Share

Ο δικηγόρος της Χρυσής Αυγής

της Σίσσυς Βωβού

Ότι στελέχη της Χρυσής Αυγής διακινούσαν γυναίκες και ήταν μπλεγμένα στο τράφικινγκ έχει γραφτεί πολλές φορές, γιατί είναι αλήθεια, μια αλήθεια που τώρα ανακαλύπτει και η πολιτεία. Και πώς να μην ήταν μπλεγμένα, είναι πολλά τα λεφτά, θα τα άφηναν;

Σ’ αυτό το πλαίσιο, φανταζόμαστε, γνώρισαν και τον δικηγόρο Σαράκη, πρώην υποψήφιο βουλευτή των Ανεξάρτητων Ελλήνων και στη συνέχεια της Νέας Δημοκρατίας (μιλάμε για τις δύο τελευταίες εκλογές) και μέχρι πριν λίγες μέρες μέλος της Νέας Δημοκρατίας.

Γιατί τον κ. Σαράκη τον έχουμε δει στα δικαστήρια να υπερασπίζεται μαστροπούς και διακινητές γυναικών που τις είχαν στην καταναγκαστική πορνεία και μάλιστα να συκοφαντεί βαρύτατα το Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης το οποίο κατάγγειλε ότι αυτό διακινούσε γυναίκες, αλλά παράλληλα δεν παρέλειπε να καταγγέλλει και τις γυναικείες οργανώσεις γενικότερα. Ο πελάτης του Σούλιος, έφαγε αρχικά 32 χρόνια φυλακή, αλλά στο εφετείο, ως εκ θαύματος, τα χρόνια κατέβηκαν στα 6 και βγήκε την ίδια μέρα.

Το 2007 ο Σαράκης είχε δεχτεί επίθεση με καυστικό υγρό στο πρόσωπο, από άγνωστους, υπόθεση που δεν έχει ακόμα εξιχνιαστεί. Δημοσιογραφικές πληροφορίες ή κουτσομπολιά συνέδεαν το κακούργημα αυτό εναντίον του με το πελατολόγιό του και τις κοινωνικές του σχέσεις, μεταξύ των οποίων, εκτός από τους τράφικερς, ήταν κάποιοι με κότερα και πολλά κιλά κοκαΐνης. Συγκεκριμένα, δημοσιογράφος από εκπομπή του τον αποκάλεσε τότε «Ο μαύρος Πιτ».

Από τις παρεμβάσεις του για την αθώωση των μαστροπών και την καταδίκη των γυναικών που άδικα τους έχουν καταγγείλει, πιθανώς τον πλησίασαν, τον γνώρισαν, τον συμβουλεύτηκαν, τον εκτίμησαν στελέχη της Χρυσής Αυγής που κατηγορούνταν για τράφικινγκ, χωρίς απ’ ότι ξέρουμε να έχουν καταδικαστεί ακόμα. Στη συνέχεια ίσως τον σύστησαν στην ηγεσία για τη νομική εκπροσώπηση του κόμματος για την υπόθεση της «άδικης», όπως τον ακούσαμε να λέει, προφυλάκισής τους και των άδικων καταγγελιών εναντίον τους.

Σε τηλεοπτική εκπομπή που αναφερόταν στην επίθεση με αυγά εναντίον της κ. Κούρτοβικ στον Άγιο Παντελεήμονα, πριν πολλούς μήνες, που μάλιστα είχε γίνει έξω από το αστυνομικό τμήμα στο οποίο τώρα ανακαλύφθηκαν από τις αρχές «θύλακοι» που προηγουμένως ήταν «άγνωστοι», ο κ. Σαράκης δήλωνε την συμπαράστασή του προς την κ. Κούρτοβικ και την ανάγκη να κάνει ο/η δικηγόρος απερίσπαστος τη δουλειά του.

Πριν από δύο χρόνια είχε τη νομική στήριξη των απαγωγέων της κόρης του Δημάρχου Ιωαννίνων, που την είχε απαγάγει για λύτρα μια συμμορία 5 ατόμων. Στην αγόρευσή του στο δικαστήριο είχε πει το ευφυέστατο «περισσότερο με φιλοξενία μοιάζει και όχι με απαγωγή, αφού της έδιναν και μπίρες να πιει».

Το να είναι νομικός εκπρόσωπος της εγκληματικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής, βέβαια, είναι κι αυτή μια δουλειά, έστω και αν με τόση ταύτιση τους υπεράσπισε αυτές τις μέρες μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες.

Εξάλλου καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή, όπως λέει ο λαός μας. Και οι διακινητές γυναικών και οι Χρυσαυγίτες δικαιούνται νομικής εκπροσώπησης. Απλώς, ο κ. Σαράκης έχει ένα γραφείο κυρίως εξειδικευμένο, φαίνεται, σε τέτοιου είδους «δύσκολες» αλλά και προσοδοφόρες, αν τουλάχιστον κρίνουμε από το τράφικινγκ, υποθέσεις.

Η Νέα Δημοκρατία τον διέγραψε από τις τάξεις της μόλις ανέλαβε τους Χρυσαυγίτες, μια και δεν θέλει να είναι μέλος της ένας δικηγόρος που ασκεί νόμιμα καθήκοντα, αλλά πολιτικά απαράδεκτα για το κόμμα τους.

Δεν διανοήθηκε βέβαια, κρίνοντας εκ των πράξεών της, να διαγράψει από τις τάξεις έναν δικηγόρο-μέλος της επειδή υπερασπίζεται τράφικερς. Τον διέγραψε όταν το πολιτικό της συμφέρον συγκρούστηκε με την υπεράσπιση των Χρυσαυγιτών. Δηλαδή, το πολιτικό μέτρησε πάνω από το κοινωνικό και, δυστυχώς, αυτό δεν ισχύει μόνο για το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας.

 

Share

Η γλώσσα των χρυσαυγιτών

της Σίσσυς Βωβού

Άφωνες μένουμε αυτές τις μέρες με τις «συνομιλίες» μεταξύ Χρυσαυγιτών, που είναι προϊόν παράνομων στις περισσότερες περιπτώσεις παρακολουθήσεων, για λόγους «εθνικής ασφάλειας», χωρίς αυτό να εμποδίζει την διάθεσή τους στην τηλεοπτική αρένα. Βέβαια, η εθνική ασφάλεια είναι υπόθεση όλων των Ελλήνων και των Ελληνίδων, επομένως ουδέν μεμπτόν. Όλοι και όλες πρέπει να γνωρίζουμε. Τόσο σεβασμό της δεοντολογίας έχουμε να θυμηθούμε από την εποχή της 17 Νοέμβρη, όπου εφημερίδες και κανάλια γνώριζαν τις δικογραφίες και έβγαζαν στη γύρα κάθε ανακριτικό υλικό πριν καλά καλά στεγνώσει το μελάνι του εκτυπωτή που το τύπωνε. Κι αυτό δημοκρατικό, κι αυτό διαφάνεια. Ποιος δίνει προς τα έξω απαγορευμένα υλικά, δεν το έχουμε μάθει γιατί υπάρχει το δημοσιογραφικό απόρρητο. Έτσι, το πάρτι των καναλιών, που ευτυχώς διακόπτεται συχνά για τις «απαραίτητες» διαφημίσεις, συνεχίζει. Η ώρα η καλή.

Αφού θέλαμε δεν θέλαμε ακούσαμε τις συνομιλίες, έχουμε μείνει άφωνες με το υψηλό πολιτιστικό τους επίπεδο. Η λέξη που κυριαρχεί, σύμφωνα με δική μας μέτρηση, είναι το γαμήσι, που το παρακολουθούμε να εκφέρεται σε όλες τις κλίσεις και σε όλες τις εγκλίσεις. Μάθαμε στη γραμματική την ενεργητική φωνή, που στην προκειμένη είναι «θα τους γαμίσουμε». Στην παθητική φωνή είναι «γαμιόμαστε» ή «δεν γαμιόμαστε». Το συνολάκι συμπληρώνεται με τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό «μουνιά» που είναι αυτοί, οι εχθροί, ή «μουνάκια» που εμείς είμαστε ή δεν είμαστε.

Η ανδρική σεξουαλικότητα λοιπόν μετατρέπεται σε επιθετική πράξη, τιμωρητική πράξη, πράξη βίας και εκδίκησης, ταπείνωσης, απαξίωσης, ή αντίθετα υπερηφάνειας, ανάλογα με τα συμφραζόμενα. Όχι ότι αυτού του είδους τον πολιτικό λόγο τον ακούμε για πρώτη φορά, μια και δεν ζούμε στον Άρη. Απλώς, με τη συχνότητα που ακούγεται, δημιουργεί ολόκληρο «πολιτισμό», ολόκληρη «πολιτική θεωρία», τη θεωρία που συνδέει ή και ταυτίζει ή και αναπαριστά τη φασιστική βία με τη σεξουαλική βία, που καταδεικνύει με τρόπο «κατανοητό» γι’ αυτούς που την εκφέρουν και για την μετάδοση των μηνυμάτων ότι η μόνη τιμωρία ή έπαινος είναι η βίαιη σεξουαλικότητα.

Κι εμείς που θεωρούμε τη σεξουαλικότητα ανάγκη, απόλαυση, έκφραση, τη βλέπουμε να μετατρέπεται σε πολιτικό όπλο που δηλητηριάζει τα μυαλά, καλλιεργεί «κουλτούρα», ετοιμάζει το πνεύμα και το σώμα για την έμφυλη βία, για την απαξίωση των γυναικών και των σεξουαλικά «μη κανονικών», βλέπουμε και ακούμε τη θεοποίηση του πέους που έχει αναλάβει μονοπωλιακά όλη την πολιτική αντιπαράθεση και τον πολιτικό αγώνα.

Αν πούμε ότι τέτοιου είδους νοοτροπίες και αντιπαραθέσεις τις ακούμε πρώτη φορά, ή αν πούμε ότι τις ακούμε μόνο από Χρυσαυγίτες, αυτό θα είναι ψέμα. Ο σεξισμός ως τρόπος σκέψης είναι βαθιά ριζωμένος, και όσο δεν εκλείπει ή έστω φθίνει, τόσο θα αναπαράγεται η «κατωτερότητα» των γυναικών ως όντων. Εξάλλου αυτού του είδους σεξουαλική επιθετικότητα βασίζεται ακριβώς στην «κατωτερότητα» των γυναικών, την οποία και ουσιαστικά επαναβεβαιώνει. Κατωτερότητα αποκρουστική, μειωτική, αποκηρυκτέα: «είσαι άντρας ρε;» «αυτό είναι άνανδρο», «άνανδρη δολοφονία», «ανδρώθηκε το κίνημα»… Η μετατροπή όμως αυτού του σεξισμού σε πολιτική θεωρία, κάτι που αναπτύσσεται ιδιαίτερα σε περιόδους έντονων συγκρούσεων και μιλιταρισμού και πολύ περισσότερο σε πολέμους, όπου ο μιλιταρισμός κυριαρχεί και θεωρείται αρετή, είναι ποιοτικά, ίσως διαφορετικό, μια και η ποσότητα μετατρέπει αυτό το σεξιστικό λόγο από συμπληρωματικό σε κυρίαρχο.

Σήμερα ζούμε αυτή τη στιγμή, με τον «πολιτισμό» των Χρυσαυγιτών να παρελαύνει στα κανάλια κυρίως μέσα από τις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες, σήμερα επαναβεβαιώνουμε το δικό μας πολιτισμό, με στόχο την πλήρη εξάλειψη αυτού του ναζιστικού φαινομένου και των σάπιων αξιών που το εμπνέουν.

 

 

Share

Red Hulk: από οπαδός στο κέντρο της ρατσιστικής βίας

της Σοφίας Ξυγκάκη

Η ταινία της Ασημίνας Προέδρου πραγματεύεται το θέμα του φασισμού και της  ρατσιστικής βίας στην ακραία της μορφή, ακολουθώντας τη ζωή ενός νέου άνδρα.

Ο Γιώργος μένει μόνος στην Αθήνα… Υποτίθεται σπουδάζει, αναγκάζεται να δουλεύει… Του λείπουν νόημα, αυτοπεποίθηση, ταυτότητα, αποδοχή… Γεμίζει το κενό ως «RED HULK», όπως είναι γνωστός στο σύνδεσμο οπαδών της ομάδας του… Ώσπου η εμπλοκή του σ’ ένα επεισόδιο ρατσιστικής βίας φέρνει μπροστά του νέα αδιέξοδα, διλήμματα και επιλογές…

Η ταινία απέσπασε τον  «Χρυσό Διόνυσο» στο 36ο  Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας και επίσης κέρδισε το Πρώτο Βραβείο του ελληνικού διαγωνιστικού τμήματος μικρού μήκους του 19ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας. Η Ασημίνα Προέδρου γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Σπούδασε μουσική στο «Αττικό Ωδείο» και το 2001 απέκτησε πτυχίο πιάνου με καθηγητή τον σολίστ Διονύση Μαλούχο. Μαθήτευσε δίπλα στο ζωγράφο Γιάννη Τσαγκάρη κι έκανε μαθήματα κλασικού και σύγχρονου χορού στη σχολή χορού «Ραλλού Μάνου». Παράλληλα, το 2007 ολοκλήρωσε το μάστερ της με τίτλο  «MSc in International Economics». στην ΑΣΟΕΕ. Από το 2010 έως το 2012 παρακολούθησε μαθήματα σεναρίου και σκηνοθεσίας κινηματογράφου στη σχολή Athens ΝYC. Τον Αύγουστο του 2012 συμμετείχε στον online διαβαλκανικό διαγωνισμό του «altcine.com» με την πρώτη της ταινία μυθοπλασίας, «Facets of Loneliness» (2010) , αποσπώντας το πρώτο βραβείο κοινού και κερδίζοντας πλήρη υποτροφία για το BA σκηνοθεσίας στη σχολή «Akmi Metropolitan College», από όπου αποφοίτησε τον Ιούνιο του 2013. Παράλληλα με τις σπουδές της, από το 2006 έως σήμερα, εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος σε λογιστήριο εταιρίας. Η ταινία “Red Hulk” είναι η πτυχιακή της ταινία. Μιλήσαμε με τη σκηνοθέτιδα.

Είχες κάνει τόσα άλλα πριν, πώς προέκυψε το σινεμά; Ποιες  ταινίες αποτελούν για σένα σημείο αναφοράς;

Από μικρή έκανα μουσική, χορό, ζωγραφική, καθώς οι γονείς μου ήθελαν να μου δώσουν ολόπλευρη καλλιέργεια. Άρχισα να λέω ότι θέλω να γίνω σκηνοθέτης κινηματογράφου όταν ήμουν δέκα χρονών και  είδα την ταινία «Σινεμά ο Παράδεισος» του Τζουζέπε Τορνατόρε.

Τι σε είχε συγκινήσει σ’ αυτήν;

Η νοσταλγική ατμόσφαιρα, η σχέση του πρωταγωνιστή με το σινεμά, τα παιδικά χρόνια του ήρωα, η σχέση του παιδιού με τον μηχανικό προβολής που τον παίζει ο Φιλίπ Νουαρέ. Μεγαλώνοντας, όμως, οι γονείς μου με αποθάρρυναν, στη λογική ότι έπρεπε να σπουδάσω κάτι που θα μου εξασφάλιζε τα προς το ζην. Έτσι, προέκυψε η ΑΣΟΕΕ και η δουλειά μου ως ιδιωτική υπάλληλος σε λογιστήριο εταιρίας. Όταν άρχισα να δουλεύω και να μπορώ να πληρώνω μόνη μου τη σχολή, τότε γράφτηκα και στη σχολή κινηματογράφου.

Γιατί επέλεξες αυτό το θέμα για την πτυχιακή σου εργασία;

Τα τελευταία χρόνια με απασχολούσε ιδιαίτερα το θέμα της ξενοφοβίας, του ρατσισμού – εθνικισμού. Περπατάω πολύ στο κέντρο της Αθήνας – όλοι όσοι το κάνουμε, βλέπουμε πολύ έντονα το πρόβλημα μπροστά μας.

Ο Ηulk είναι ήρωας κόμικ, γιατί αυτός ο τίτλος;  

“RED HULK” είναι το παρατσούκλι του ήρωα στον ποδοσφαιρικό σύνδεσμο. “RED” λόγω της συγκεκριμένης ομάδας, και “HULK” επειδή είναι σωματώδης, θυμωμένος και αποτελεσματικός στις συμπλοκές. Το παρατσούκλι ήταν ιδέα του Dr Zarko, ειδικού συμβούλου της ταινίας, μου άρεσε και το κρατήσαμε.

Και στην πρώτη σου ταινία το Facets of loneliness βλέπουμε απομονωμένους ανθρώπους, με μεγάλη  αίσθηση μοναξιάς, ακόμη κι όταν αυτή εκφράζεται ως απέραντη βαρεμάρα, όπως στις σκηνές με τον πιτσιρικά.  Κι εδώ, παρά το περιβάλλον (οικογένεια, δουλειά, φίλους του ποδοσφαιρικού συνδέσμου κτλ.) του πρωταγωνιστή, που παρουσιάζεις, παρακολουθούμε έναν εξαιρετικά μοναχικό άνθρωπο. Στην ταινία σου μου άρεσε που ακολουθείς το κεντρικό πρόσωπο χωρίς να επεξηγείς και να ηθικολογείς – ωστόσο, αναρωτιόμαστε: πώς αυτός κάνει τέτοιο άλμα και, αντί να τσακώνεται με τον αυταρχικό πατέρα του και τους βάζελους, εμπλέκεται σε ρατσιστική δολοφονία;  

Θα ήθελα να μην μπω ακόμα στη συζήτηση για την ανάλυση του χαρακτήρα και της ταινίας. Να πω μόνο ότι ο ήρωας προέρχεται από μια φτωχή αγροτική οικογένεια, ο ίδιος έχει παρατήσει τη σχολή του (εγώ τον φαντάζομαι περισσότερο σπουδαστή κάποιου απαξιωμένου και αδιέξοδου επαγγελματικά τμήματος ΤΕΙ) και εργάζεται περιστασιακά ως εργάτης, μένει στη σημερινή Αθήνα, σε μια πολύ φτωχική γκαρσονιέρα ανάμεσα σε μετανάστες, ενώ είναι ήδη “καταξιωμένο” μέλος ποδοσφαιρικού συνδέσμου.

Να πω επίσης, ότι η ταινία είναι κομμάτι του προβληματισμού μου πάνω στο πώς η ανάγκη για ένταξη και αποδοχή μπορεί συχνά να οδηγεί στη διαστροφή της προσωπικότητας του ατόμου, οπότε η ιστορία και προφανώς και το τέλος συνδέονται με αυτό.

Η σχέση του ήρωα με τη φασιστική ομάδα ξεκινάει πριν ξεκινήσει η ταινία, και τους λόγους δεν τους βλέπουμε καθαρά. Μαθαίνουμε όμως στην πορεία ότι οι φασίστες προσπαθούν να παρεισφρήσουν στην ποδοσφαιρική ομάδα κι έτσι καταλαβαίνουμε ότι, στην προσπάθειά τους αυτή, με κάποιον τρόπο ήρθαν σε επαφή και μαζί του. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία για τον ήρωα στην ταινία  δεν είναι αυτό (το πώς ήρθε αρχικά σε επαφή μαζί τους), αλλά το τι θα κάνει μετά τη ρατσιστική δολοφονία στην οποία έχει εμπλακεί.

Ο πρωταγωνιστής αποδίδει πολύ πειστικά  την προσωπικότητα του πρωταγωνιστή, όπως την περιγράφεις. Πες μας  λίγα λόγια για το πώς δούλεψες μαζί του.

Ο πρωταγωνιστής (Φρίξος Προέδρου) είναι ο αδερφός μου και είναι μη επαγγελματίας. Κάναμε ενάμιση μήνα casting, προσπαθώντας να βρούμε επαγγελματία ηθοποιό, όμως το μυαλό μου πάντα επέστρεφε σ’ εκείνον. Κι αυτό γιατί τον έχω δει στη ζωή του να βρίσκεται στις ψυχολογικές μεταπτώσεις που βρίσκεται ο ήρωας, τον έχω δει (σε νεότερη ηλικία) να παίρνει «ποζεράδικο» ύφος μπροστά σε κόσμο, και πολύ διαφορετικό όταν βρίσκεται μόνος του, ξέρω πόσο ευαίσθητος είναι γενικά, και παράλληλα πόσο βίαια ξεσπάσματα μπορεί να έχει. Συμμετείχε κανονικά στο casting και τον βρήκαμε εξαιρετικό, οπότε θεώρησα ότι έπρεπε να το ρισκάρω. Κάναμε αρκετές πρόβες οι δυο μας, και δουλέψαμε αρκετό διάστημα αυτοσχεδιαστικά, ωστόσο στα γυρίσματα η σχέση μας ήταν στενά επαγγελματική. Η αλήθεια είναι ότι θέλαμε και οι δύο πάρα πολύ να συνεργαστούμε, πράγμα που φάνηκε και από την τεράστια προσπάθεια που έκανε κι εκείνος στις πρόβες και στα γυρίσματα (παρόλο που δεν είχε ο ίδιος καμιά προσωπική φιλοδοξία) – κάτι που με συγκίνησε βαθιά.

Τι αντίκτυπο θα ήθελες να έχει η ταινία σου στους θεατές;  

Η ταινία δεν έχει κάνει ακόμα τον «κύκλο» της, οπότε θα ήθελα να μην αναλωθώ ακόμα σε αναλύσεις της ταινίας και των προθέσεών μου. Θέλω ο κόσμος να δει την ταινία και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

 

Share

Θρήνος βουβός

της Ρένας Δούρου

Αν υπάρχει ένας πόνος που δεν περιγράφεται, ένας πόνος που στοχεύει βαθιά μες την καρδιά χωρίς περιστροφές, ένας πόνος που δεν κάνει ταξικές, φυλετικές ή άλλου είδους διακρίσεις, αυτός είναι ο πόνος της μάνας για την απώλεια ενός παιδιού. Μια πληγή που δεν επουλώνεται όσα χρόνια κι αν περάσουν. Και μια πληγή που γίνεται ακόμη βαθύτερη όταν είναι αποτέλεσμα όχι κάποιας σοβαρής αρρώστιας με νομοτελειακή κατάληξη αλλά βίαιης ενέργειας και δη ρατσιστικής.

Τέτοιου είδους ενέργειες έσπερνε συστηματικά, με θύματα ξένους μετανάστες, έλληνες εργαζόμενους, ακτιβιστές, μέλη του κινήματος lgbt, αιρετούς, οποιονδήποτε δεν έμπαινε στα ναζιστικά της καλούπια και πρότυπα, η Χρυσή Αυγή. Αναγκάζοντας να μαυροφορεθούν μανάδες από το Μπαγκλαντές ως το Πέραμα.

Χρυσή Αυγή, η ελληνική εκδοχή της ρατσιστικής κτηνωδίας, της στοχευμένης βίας, του ανεγκέφαλου ναζισμού – του μόνου άλλωστε που υπάρχει…

Στο στόχαστρό της, πριν από τον αντιφασίστα μουσικό που τόσο πολύ ενοχλούσε τα λοβοτομημένα κρανία στην Αμφιάλη, είχε βρεθεί φέτος τον Ιανουάριο, στα Πετράλωνα, με την ίδια μοιραία κατάληξη, ο 27χρονος Σαχτζάτ Λουκμάν. Το ποδήλατό του ήταν η αφορμή, ο ρατσισμός η αιτία. Ο νεαρός έστελνε στο Πακιστάν τα χρήματα από τις λαϊκές όπου δούλευε, για να παντρευτούν οι αδελφές του…

Και μετά ήταν η σειρά να μαυροφορεθεί η μάνα, η οικογένεια του Παύλου Φύσσα…

Είναι παράδοξο και σίγουρα δεν το επεδίωξαν οι νεοναζί Χρυσαυγίτες: το κόκκινο νήμα του θανάτου, του κοινού θρήνου ενώνει γυναίκες διαφορετικές, διαφορετικής θρησκείας και εθνικότητας, γυναίκες από την Ελλάδα, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, το Αφγανιστάν, σε ένα κοινό μέτωπο. Όχι μέτωπο εκδίκησης, όπως αυτό της ΧΑ. Αλλά της ανθρωπιάς απέναντι στην κτηνωδία.

Ενωμένες στο θρήνο, βουβές στον βαθύ πόνο, οι γυναίκες αυτές απορούν με το μέγεθος της κτηνωδίας και της βαρβαρότητας. Έκπληκτες από τη φονική ιδεολογία που υπερβαίνει σύνορα, εθνικότητες, θρησκείες στοχοποιώντας συλλήβδην ανθρώπους.

Θρηνούν αλλά δεν είναι μόνες.

Γιατί ο θρήνος τους δεν είναι οργή. Αλλά ανθρωπιά. Ακριβώς αυτή που θέτει, όχι μόνο εκτός νόμου, αλλά κι εκτός ανθρώπινης κλίμακας τους δράστες αυτών των ενεργειών.

 

Η Ρένα Δούρου είναι βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ στη Β’ Αθήνας.

 

 

Share

Ο αγών τους

της Σίσσυς Βωβού

Καταιγιστικές οι εξελίξεις με την εγκληματική συμμορία της Χρυσής Αυγής, με τις συλλήψεις ηγεσίας, τοπικών τραμπούκων και εν ενεργεία αστυνομικών. Ξαφνικά η κυβέρνηση και το κράτος ανακάλυψαν αυτά που το αντιφασιστικό και προοδευτικό κίνημα έλεγε εδώ και χρόνια, καταγγέλλοντας συγκεκριμένα τις καθημερινές επιθέσεις, τα μαχαιρώματα Ελλήνων και μεταναστών, την εκβιαστική προστασία σε μαγαζιά, τους φόνους για ξεκαθάρισμα λογαριασμών της νύχτας, την προστασία κάποιων εφοπλιστών από τους «κινδύνους» του συνδικαλισμού, τον εμπρησμό γραφείων πολιτικών κομμάτων και αυτόνομων χώρων, τη συνεργασία με σπείρες καταναγκαστικής πορνείας και γενικά για αδικήματα και κακουργήματα που καλύπτουν όλο τον ποινικό κώδικα.

Χρειάστηκε το αίμα του λαμπρού νέου Παύλου Φύσσα, με την εμβληματική προσωπικότητα που γνωρίσαμε δυστυχώς πολύ αργά, χρειάστηκε η δυναμική παρουσία του αντιφασιστικού κινήματος που θα μπορούσε σύντομα να οδηγήσει σε μια εξέγερση όπως αυτή για τον Αλέξη Γρηγορόπουλο, για να κινηθεί η κυβέρνηση ενάντια στην εγκληματική συμμορία που ονομάζεται πολιτικό κόμμα.

Τώρα υπάρχουν αποδείξεις για άπειρα κακουργήματα, αλλά και αποδεικτικό υλικό, καθώς φαίνεται, για την άμεση συνέργεια και υποκίνηση της ηγεσίας γι’ αυτά. Επίσης υπάρχουν αποδείξεις για τη συνεργασία φασιστών και κρατικών οργάνων, τα οποία κάλυπταν τόσα χρόνια όλες αυτές τις ενέργειες, που ήταν καθημερινές. Επομένως η κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει πλέον το κορόιδο και να επαφίεται στη συμμορία αυτή που δρούσε ως το μακρύ χέρι της πολιτικής της.

Ο φόνος του Παύλου Φύσσα ήδη έχει γίνει πεδίο πολιτικής εκμετάλλευσης από την κυβέρνηση και οι διώξεις των φασιστών προσπαθείται να μετατραπούν σε κολυμβήθρα του Σιλωάμ που όλα τα ξεπλένει.

Έστω κι έτσι, ο Παύλος είναι παρών, αυτός μας εμπνέει και καθορίζει πολύ περισσότερο σήμερα, με την απουσία του, τις πολιτικές εξελίξεις προς θετική κατεύθυνση.

Το τέρας του φασισμού δυστυχώς ριζώνει στον ατομισμό και στο φόβο, με τον οποίο συστηματικά πολιτεύεται είτε για να τον εξαπολύσει είτε για να τον καθησυχάσει, επομένως αν τελειώσουμε με τη Χρυσή Αυγή δεν τελειώνουμε με τον φασισμό, με το ναζισμό ή με τις φασιστικές ιδέες που ενδημούν σε «ανυποψίαστους» πολιτικούς χώρους. Αλλά το έδαφος στο οποίο φύεται και καρπίζει ο φόβος είναι οι σημερινές καταστροφικές για το λαό πολιτικές, οι οποίες πρέπει να σταματήσουν και θα σταματήσουν μόνο όταν ο φόβος δώσει τη θέση του στην δύναμη των ιδεών και της κοινωνικής αλλαγής, στα οποία πίστευε ο Παύλος. Είμαστε πολλοί και πολλές, οι Παύλοι και οι Παυλίνες, που μπορούμε και πρέπει να ορθώσουμε ανάστημα στις καταστροφικές ιδέες και στις καταστροφικές αντικοινωνικές πολιτικές.

Όποιες εξελίξεις και αν προκύψουν από το σημερινό «ξαφνικό ξύπνημα» της κυβέρνησης και των μηχανισμών που συμβάλανε ή ανέχονταν το έγκλημα για τόσον καιρό, θέλουμε να πούμε ότι σήμερα είναι μια πολύ ωραία μέρα για το αντιφασιστικό κίνημα, και προπαντός για τα δικαιώματα των γυναικών που είναι ο πρώτος στόχος τον οποίο βάλλει, όπως έχουμε αναλύσει και όπως μας δείχνει η ιστορία.

 

Share

Παύλος Φύσσας – Ήταν…

των Σίσσυ Βωβού και Δήμητρα Σπανού

…ένας εργάτης στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, 34 χρόνων, περιστασιακά εργαζόμενος, ένας καλλιτέχνης της ραπ με δυνατό αντιρατσιστικό μήνυμα.

Ανατριχιαστικό έγκλημα στην Αθήνα, με δράστη Χρυσαυγίτη με τη βούλα. Ο τελευταίος από τους νεκρούς που έπεσαν από χέρια ρατσιστών ή φασιστών, ο δεύτερος για το φόνο του οποίου συνελήφθη Χρυσαυγίτης, ο πρώτος Έλληνας δολοφονημένος αντιφασίστας κατά τα τελευταία χρόνια.

Η οργή και η αγανάκτηση μεγάλη, δικαίως. Μας ενθαρρύνει το μέγεθος της εξέγερσης, όλη η Ελλάδα στο πόδι εναντίον των φασιστικών συμμοριών, που θα εξελιχθεί τις επόμενες ημέρες. Μας θλίβει ότι χρειάστηκε να είναι Έλληνας ο νεκρός για να κάνουμε κάτι περισσότερο από μια-δύο διαδηλώσεις, όπως είχε γίνει για κάθε προηγούμενο θύμα της ρατσιστικής και φασιστικής βίας.

Η αξία της ανθρώπινης ζωής μετράει ανάλογα με την υπηκοότητα του νεκρού, σε αντίθεση με κάθε ανθρωπιστική αρχή. Έστω κι έτσι, είναι η ώρα να μπει τέρμα στην εγκληματική δράση της ναζιστικής οργάνωσης και να θυμηθούμε το γνωστό ποίημα για την αδράνεια των πολιτών όταν δεν ανήκουν στην κατηγορία αυτού που πλήττεται και εξοντώνεται. Το ποίημα που απευθύνεται στους καθηγητές και τις καθηγήτριες που δεν μπήκαν στη διαθεσιμότητα, σε αυτούς και αυτές που δεν έχασαν τη δουλειά τους, το σπίτι τους, την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη, που δεν τους έκοψαν το νερό και το ρεύμα. Το ποίημα που μιλάει για την ανάγκη κοινών αγώνων αυτών που έχουν και είναι, με αυτούς και αυτές που χάνουν ή χάνονται.

Η κρίση με τις επιπτώσεις της που καθοδηγούν τις ζωές μας, δεν είναι μόνη της. Είναι στο μυαλό, στις ιδέες και τις συνήθειες πάνω στα οποία στηρίζεται για να απομονώσει τους πολίτες και να καταστρέψει τις ζωές τους. Η αναθεώρηση των αρχών και των αξιών μιας πλειοψηφίας καθημερινών ανθρώπων που είναι τα αιώνια γρανάζια του καπιταλισμού και της πατριαρχίας, που αναπαράγουν και μεταφέρουν την κοινωνική αδικία, είναι η μόνη εγγύηση, προϋπόθεση και ανάγκη για έξοδο από την κρίση προς μια θετική κατεύθυνση.

Υπάρχουν πολλά νοήματα και πολλά μηνύματα από αυτή τη δολοφονία και άλλα τόσα από την αντίδραση σε αυτήν. Το σίγουρο είναι ότι δεν φοβόμαστε τους φασίστες, μας φοβούνται. Γι’ αυτό και πήγαν 40 για να χτυπήσουν 4 νέους, γι’ αυτό και χτυπάνε νύχτα και πέφτουν με λύσσα ορδές εναντίον μεμονωμένων συνήθως μεταναστών. Το επίσης σίγουρο είναι ότι η έξαρση της βίας που προκαλείται από αυτές τις εγκληματικές συμμορίες εισάγει μέσα στις φλέβες της κοινωνίας και τη βία κατά των γυναικών, η αύξηση της οποίας συνδέεται με τη λατρεία και την καλλιέργεια του πραγματικού «ανδρισμού», με όλη την απροκάλυπτη και μιλιταριστική επιθετικότητά του, αφού προσπαθούν να μετατρέψουν την καθημερινή ζωή σε πολεμική αντιπαράθεση και τις ζωές των γυναικών σε πεδίο μάχης.

Οι λόγοι της αντιφασιστικής στάσης και δράσης για όσες από εμάς αγωνιζόμαστε για τα γυναικεία δικαιώματα γίνονται σήμερα πολύ περισσότεροι.

Ας σημειώσουμε τέλος, ότι η σύλληψη του Χρυσαυγίτη δολοφόνου έγινε από μια γυναίκα αστυνομικίνα της ομάδας Δίας, που είχε την ετοιμότητα να τον ακινητοποιήσει και να τον συλλάβει. Αλλιώς θα ξέραμε μεν τι ήταν ο δολοφόνος, αλλά δεν θα μπορούσαμε να αποδείξουμε ποιος ήταν και θα βρισκόταν ελεύθερος  να συνεχίζει το «έργο» του. Δεν εφησυχάζουμε φυσικά γι’ αυτό, επαγρυπνούμε, γιατί πολλοί από αυτούς δεν συλλαμβάνονται ποτέ, ή κι όταν συλλαμβάνονται δεν καταδικάζονται.

Το επόμενο βήμα; Η συγκρότηση ενός δυναμικού και μαζικού αντιφασιστικού και αντιρατσιστικού κινήματος και ενός ενωτικού αντιφασιστικού μετώπου, για να εξαφανιστεί από το χάρτη αυτή η ιδεολογία και αυτές οι οργανώσεις.

 

 

Share

Δημοσιογράφοι στο «Στόχο»: Ξυλοκοπήθηκε ο Τάσος Θεοδωρόπουλος

Τα ξημερώματα της Παρασκευής, γύρω στις 5.30, ο κριτικός κινηματογράφου και τηλεόρασης Τάσος Θεοδωρόπουλος, ανοιχτά ομοφυλόφιλος, ανέβαινε την Αλεξάνδρας στην πλευρά του ξενοδοχείου Παρκ. Σύμφωνα με την Εφημερίδα των Συντακτών, έξω από ένα μπαρ είδε έναν μεθυσμένο να κάνει «οχτάρια» και με το γνωστό χιούμορ του του είπε: «Πάρ’ το ίσια». Η απάντηση ήταν μια κλοτσιά στο πρόσωπο που τον έριξε στο οδόστρωμα. Από το μπαρ βγήκαν άλλοι δύο που τον άρχισαν στις μπουνιές και τις κλοτσιές και του φώναζαν «σε ξέρουμε, πούστη». «Μεθυσμένοι είναι, μη δίνεις σημασία», του φώναξε κάποιος, την ώρα που κρατούσε το πρόσωπό του να προστατευτεί και έτρεχε αίμα από το αυτί του. Ο Τάσος δεν είναι τόσο σίγουρος ότι επρόκειτο απλώς για μια απρόκλητη επίθεση μεθυσμένων.

Πρόσφατα, όταν είχε γράψει για την αντιδραστική στάση του Άνθιμου απέναντι στο γκέι πράιντ της Θεσσαλονίκης, ο γνωστός «Στόχος» είχε δημοσιεύσει μια μεγάλη φωτογραφία του και τον περιέγραφε ως «πισωγλέντη κριτικό κινηματογράφου». Πολλοί άλλωστε τον συμβουλεύουν από καιρό να μην το παρακάνει με τα αντιφασιστικά σχόλια που ανεβάζει συχνά πυκνά στο ίντερνετ.

Τι αναφέρει ο ίδιος στην Εφημερίδα των Συντακτών

Έχεις την αίσθηση ότι η επίθεση προέρχεται από συγκεκριμένο πολιτικό χώρο;

«Δημοσιογραφικά δεν μπορώ να το πω. Δεν φορούσαν τα γνωστά μπλουζάκια. Είναι όμως παράλογο να τρώω ξύλο ξαφνικά, χωρίς να έχω δείξει αυτό που οι ομοφοβικοί αποκαλούν “προκλητική γκέι συμπεριφορά”. Ακόμα και αν δεν είναι οργανωμένοι, αντλούν τη δύναμή τους από το ευρύτερο κλίμα μιας βίαιης και δολοφονικής στάσης απέναντι σε οποιονδήποτε διαφορετικό. Όταν ο “Στόχος” βάζει φωτογραφία μου, δεν χρειάζεται να γράψει “τσακίστε τον”. Τα έχει πει ήδη όλα».

Σε έχει φοβίσει η επίθεση;

«Όχι. Απλά η νύχτα στην Αθήνα έχει αρχίσει να μου θυμίζει θάλαμο νοσηλείας νοσοκομείου. Κάπως έτσι είναι τα όνειρα που βλέπω αυτές τις μέρες. Είμαι σε νοσοκομείο και δεν μπορώ να πάρω εξιτήριο. Είναι μια αίσθηση ψυχοπάθειας που σου επιβάλλουν, κάτι σαν Madhouse. Αυτό αντικατοπτρίζουν και τα σχόλια φίλων, που με αποτρέπουν να γράφω για τον φασισμό. Δεν το παίζω σούπερμαν, ούτε αισθάνομαι ηρωικά για κάτι. Υπάρχουν πολλοί που κάνουν πολύ ουσιαστικά πράγματα. Δεν μπορώ όμως να μη μιλήσω για τη νεοφασιστική βία. Όταν την επομένη μπήκα στο διαδίκτυο και είδα ότι βουλευτής της Χρυσής Αυγής είπε ότι οι Εβραίοι είναι μισητοί και η Λιάνα Κανέλλη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κυρία γιατί είναι κομμουνίστρια, η πρώτη μου αντίδραση, παρότι δαρμένος, ήταν να γράψω ότι το μεγαλύτερο σκάνδαλο στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης είναι πως κανείς δεν τολμάει να κηρύξει παράνομο αυτό το μόρφωμα».

Δεν κάνεις πίσω, δηλαδή;

«Όχι βέβαια. Είμαι ακόμα πιο αποφασισμένος και αναζητώ τρόπους πιο ουσιαστικής αντίστασης. Αν εγώ έχω τη δυνατότητα να δημοσιοποιήσω αυτό που μου συνέβη, δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι υπάρχουν γύρω μας άνθρωποι που υφίστανται καθημερινά τη βία και δεν έχουν καμία πρόσβαση στη δημοσιότητα. Οποιοσδήποτε αυτή τη στιγμή έχει πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης, δεν έχει δικαίωμα εκ των πραγμάτων να μην πάρει θέση. Μπορεί να είναι χοντροκομμένη η σύγκριση, αλλά όταν αποκαλύφθηκαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα διπλανά χωριά έλεγαν ότι δεν ήξεραν τίποτα. Το συνειδητοποίησα μέσα από συνεντεύξεις που έκανα αυτή τη χρονιά με ηθοποιούς. Όταν έφτανε η κουβέντα στο θέμα των ακραίων φασιστικών μορφωμάτων, μου λέγανε: “Η παράσταση είναι για όλους”. Η αναζωπύρωση του ναζισμού, πέρα από την πολιτική της πλευρά, αρχίζει να αποκτά ένα είδος ελκυστικού λαϊφστάιλ. Θεωρούν πολλοί ότι τους προσδίδει ένα χαρακτήρα αντίστασης. Αυτό που μου συνέβη δεν είναι ιδιαίτερο. Έχουν πέσει θύματα ξυλοδαρμού άνθρωποι που στοχοποιήθηκαν βγαίνοντας με τον φίλο τους από γκέι μπαρ στο Γκάζι. Η συμπεριφορά μου σίγουρα δεν θα αλλάξει. Το μόνο που δεν ξέρω πια είναι αν θα φιλήσω με την ίδια ευκολία τον σύντροφό μου στον δρόμο. Έχω συνδέσει την έκφραση του έρωτα, το φιλί, με κάτι που σου προκαλεί ανάταση. Δε θέλω να το συνδέσω με κάτι που σου προκαλεί φόβο».

Πηγή: tvxs

 

Share

Η ιστορία του «ροζ τριγώνου». Με αφορμή τις νεοναζιστικές επιθέσεις σε ομοφυλόφιλους στο κέντρο της Αθήνας

Το άρθρο δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβρη 2012. Σήμερα, παγκόσμια ημέρα κατά της ομοφοβίας το αναδημοσιεύουμε.

του Χρήστου Χρυσανθόπουλου

Το ναζιστικό κράτος, σύμφωνα με τα λόγια του Αδόλφου Χίτλερ, είχε σκοπό «να προωθήσει τη νίκη του καλύτερου και ισχυρότερου και να απαιτήσει την υποταγή των κατωτέρων και ασθενέστερων». Με βάση την «επιστήμη» της ευγονικής- η μελέτη για τη βελτίωση της κληρονομικότητας μέσω επιλεκτικής αναπαραγωγής- οι Ναζιστικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι έχουν νόμιμο δικαίωμα να αναλάβουν δράση εναντίων όσων θεωρούσαν ότι θα έβλαπταν την «Άρια» φυλή. Οι Ναζί χρεώνουν στην ομοφυλοφιλία, την αποδυνάμωση της Γερμανίας με διάφορους τρόπους. Κατηγορήθηκαν για τη μείωση των γεννήσεων και θεωρήθηκε ότι θα μπορούσαν να φέρουν σε δύσκολη θέση το κράτος για τους ιδιοτελής τους σκοπούς καθώς, επίσης ήταν επικίνδυνοι για τη δημόσια ηθική και συνέβαλαν στην παρακμή της κοινότητας. Οι ομοφυλόφιλοι αντιμετωπίζονταν ως μια μολυσματική επιδημία για τους ευάλωτους νέους του έθνους. Για το καλό του κράτους, λοιπόν, οι Ναζί υποστήριξαν με θέρμη θεωρητικά και πρακτικά την εξάλειψη της ομοφυλοφιλίας. Η ευγονική λογική των Ναζιστών, προσπάθησε να αξιοποιήσει όλα τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις σχετικά με την ομοφυλοφιλία ώστε να βρει λαϊκό έρεισμα αυτή η επίθεση.

Η γερμανική ομοφυλοφιλική κοινότητα ένιωσε τον αντίκτυπο του νέου καθεστώτος τις πρώτες κιόλας εβδομάδες μετά το διορισμό του Χίτλερ ως καγκελάριου. Το Φεβρουάριο του 1933 η αστυνομία με τη συνδρομή και του στρατού έκλεισε όλα τα ομοφυλοφιλικά μπαρ και απαγόρευσε την κυκλοφορία και πώληση εντύπων σεξουαλικού περιεχομένου. Τους επόμενους μήνες όλα τα σημεία συγκέντρωσης ομοφυλόφιλων ανδρών και γυναικών έκλεισαν διαταράσσοντας έτσι την δημόσια ζωή τους. Στις 6 Μαρτίου 1933 Ναζιστικές ομάδες φοιτητών και άλλοι υποστηρικτές τους λεηλάτησαν το Ινστιτούτο Magnus Hirschfeld που δραστηριοποιούνταν στη μελέτη της σεξουαλικής επιστήμης και ήταν το πλέον ορατό σύμβολο του Βερολίνου σχετικό με τη σεξουαλική μεταρρύθμιση. Ανθρωπιστικές και άλλες οργανώσεις για τα δικαιώματα των ανθρώπων διαφορετικής σεξουαλικότητας σταμάτησαν τις δράσεις τους. Το 1934 ιδρύθηκε στην Γκεστάπο ένα ειδικό τμήμα σχετικά με τους ομοφυλόφιλους και διέταξε να συγκροτηθούν «ροζ λίστες» για όλη τη Γερμανία.

Στις 28 Ιουλίου 1935 εκδόθηκε, και τέθηκε σε εφαρμογή την 1 Σεπτεμβρίου 1935, το νέο αναθεωρημένο άρθρο 175 του γερμανικού ποινικού κώδικα που τόνιζε ότι οι «άσεμνες περιπτύξεις» μεταξύ αντρών αποτελούσαν εγκληματική ενέργεια. Η αναθεώρηση του νόμου άνοιξε το δρόμο σε νέες δικαστικές ερμηνείες και στη γενική ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας. Μέχρι το 1938, τα γερμανικά δικαστήρια έκριναν ότι κάθε επαφή μεταξύ ανδρών θεωρείται σεξουαλική πρόθεση, ακόμη και το κοίταγμα ή το άγγιγμα θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για τη σύλληψη και την καταδίκη των εμπλεκομένων. Οι συλλήψεις, αρχικά, γίνονταν με επιλεκτικές εφόδους της αστυνομίας σε σπίτια ομοφυλοφίλων, που στη συνέχεια εξελίχθηκε σε μια ευρεία πρακτική. Οποιοσδήποτε ήταν ύποπτος για παράβαση του άρθρου 175 θα έπρεπε να ανακριθεί, πολύ συχνά με τη χρήση βίας και να φωτογραφηθεί. Κάτω από μεγάλη ψυχολογική και σωματική πίεση οι συλληφθέντες αναγκάζονταν να δώσουν ονόματα και διευθύνσεις άλλων γνωστών τους ομοφυλόφιλων. Συχνά μετά τις εφόδους της Γκεστάπο σε σπίτια υπόπτων, ο εντοπισμός μιας ατζέντας με ονόματα και διευθύνσεις ήταν αρκετό στοιχείο για να οδηγήσει αρκετό κόσμο στη φυλακή. Οι ομολογίες και οι δηλώσεις των υπόπτων γίνονταν ύστερα από εξαιρετική σωματική πίεση και δεδομένου ότι όλοι «ομολογούσαν» το έγκλημά τους, δεν είχαν το δικαίωμα δεύτερης ακρόασης ή μιας δίκαιης δίκης για την περίπτωση τους.

Μεταξύ 1933 και 1945 υπολογίζεται ότι 100.000 ομοφυλόφιλοι συνελήφθησαν και από αυτούς περίπου οι 50.000 καταδικάστηκαν. Οι περισσότεροι από αυτούς πέρασαν τα χρόνια τους στις φυλακές και περίπου 10.000 βρίσκονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Δεν γνωρίζουμε πόσοι από αυτούς εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης αλλά οι μελετητές εκτιμούν ότι το 60% των συγκεντρωμένων θανατώθηκαν. Όλοι οι κρατούμενοι των στρατοπέδων φορούσαν διακριτικά σύμβολα στις στολές τους. Οι καταδικασμένοι για ομοφυλοφιλία στην αρχή διακρίνονταν με μια μαύρη κουκίδα και την ένδειξη 175 στο πίσω μέρος των χιτωνίων τους και στη συνέχεια έκανε την εμφάνιση του το «ροζ τρίγωνο» πάνω στις στολές τους.  Οι συνθήκες διαβίωσης στα στρατόπεδα ήταν άθλιες και πολύ έχασαν τις ζωές τους από πείνα, εξάντληση, έκθεση στο κρύο και βάναυση μεταχείριση. Οι άντρες με τα ροζ τρίγωνα αντιμετωπίζονταν ιδιαίτερα αυστηρά από τους φύλακες αλλά και τους άλλους κρατούμενους των στρατοπέδων, εξαιτίας των ευρέως διαδεδομένων προκαταλήψεων σχετικά με αυτούς. Όπως ισχύει και με άλλους κρατούμενους πολλοί ομοφυλόφιλοι ήταν θύματα σκληρών ιατρικών πειραμάτων. Ο ιατρός Carl Vaernet, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ, δημιούργησε ένα πείραμα και πραγματοποιούσε εγχειρίσεις εισαγωγής μια κάψουλας τεστοστερόνης με σκοπό να μετατρέψει τις ομοφυλοφιλικές σεξουαλικές προτιμήσεις των κρατουμένων σε ετεροφυλοφιλικές. Πολλοί ομοφυλόφιλοι, επίσης, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού τους, ευνουχίστηκαν.

Στις αρχές του 1945, με τη σταδιακή ήττα και υποχώρηση του Ναζισμού στην Ευρώπη, εκατοντάδες χιλιάδες των κρατουμένων στρατοπέδων συγκέντρωσης απελευθερώθηκαν. Η Συμμαχική Στρατιωτική κυβέρνηση της Γερμανίας καταργεί πολλούς νόμους και διατάγματα. Αμετάβλητη, ωστόσο, έμεινε η από του 1935 ναζιστική αναθεώρηση του άρθρου 175. Κάποιοι ομοφυλόφιλοι συνέχισαν να βρίσκονται στις φυλακές, ανεξάρτητα από το χρόνο που ήταν έγκλειστοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η ναζιστική εκδοχή του άρθρου 175 παρέμεινε στα βιβλία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Δυτική Γερμανία), έως ότου ο νόμος αναθεωρήθηκε το 1969 για την αποποινικοποίηση των ομοφυλοφιλικών σχέσεων μεταξύ ανδρών άνω των 21 ετών.

Οι συνεχείς νομικές και κοινωνικές απαγορεύσεις κατά της ομοφυλοφιλίας στην Γερμανία παρεμπόδιζαν την αναγνώριση των Ναζιστικών ομοφυλόφιλων θυμάτων. Τον Ιούνιο του 1956, σύμφωνα με τον ομοσπονδιακό νόμο για τα θύματα του εθνικοσοσιαλισμού και την Αποκατάσταση της Δυτικής Γερμανίας  οι ομοφυλόφιλοι έγκλειστοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να λάβουν αποζημίωση. Η πρώτη δημόσια αναφορά στη μνήμη των ομοφυλόφιλων που δολοφονήθηκαν από τους Ναζί, πραγματοποιήθηκε στις 8 Μαΐου του 1985 στην ομιλία του Προέδρου της Δυτικής Γερμανίας, Richard von Weizscker, για την τεσσαρακοστή επέτειο από το τέλος του πολέμου. Τέσσερα χρόνια μετά την επανένωση, η Γερμανική Κυβέρνηση κατήργησε το άρθρο 175. Το Μάιο του 2002, το γερμανικό κοινοβούλιο συμπλήρωσε την νομοθεσία για την απονομή χάριτος σε όλους τους ομοφυλόφιλους που καταδικάστηκαν βάσει του άρθρου 175 κατά τη διάρκεια του Ναζισμού.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Beck, Gad, An Underground Life: Memoirs of a Gay Jew in Nazi Berlin, Madison: University of Wisconsin Press, 1999

Giles, Geoffrey J., «Legislating Homophobia in the Third Reich: The Radicalization of Prosecution against Homosexuality by the Legal Profession», German History 23, no. 3 (2005): 239-254

Giles, Geoffrey J., Why Bother About Homosexuals?: Homophobia and Sexual Politics in Nazi Germany, Washington, DC: United States Holocaust Memorial Museum, 2001

Herzog, Dagmar (ed), «Sexuality and German Fascism», Special issue, Journal of the History of Sexuality 11, nos. 1/2 (January/April 2002)

Hirschfeld, Magnus, The Homosexuality of Men and Women, Amherst, NY: Prometheus Books, 2000

Oosterhuis, Harry, Hubert Kennedy (ed), Homosexuality and Male Bonding in Pre-Nazi Germany: The Youth Movement, the Gay Movement, and Male Bonding before Hitler’s Rise: Original Transcripts from Der Eigene, the First Gay Journal in the World, New York: The Haworth Press, 1991

Plant, Richard, The Pink Triangle: The Nazi War Against Homosexuals, New York: H. Holt, 1986

Seifert, Dorthe. «Between Silence and License: The Representation of  The National Socialist Persecution of Homosexuality in Anglo-American Fiction and Film», History & Memory, 15, no. 2 (2003): 94-129

Steakley, James D., The Homosexual Emancipation Movement in Germany, Salem, NH: Ayer Company Publishers, 1975

Tamagne, Florence, A History of Homosexuality in Europe: Berlin, London, Paris, 1919-1939, Volume I & II, New York: Algora, 2006

Young, Ian, Gay Resistance: Homosexuals in the Anti-Nazi Underground, Toronto: Stubblejumper Press, 1985

 

Πηγή: Λέσχη

 

Share

Γερμανία: Δεν θα καταθέσει στη δίκη της η νεοναζίστρια Μπεάτε Τσέπε

Η Μπεάτε Τσέπε, η βασική κατηγορούμενη στη δίκη των νεοναζιστών που κατηγορούνται ότι σκότωσαν εννέα μετανάστες και μία Γερμανίδα αστυνομικό, ανακοίνωσε σήμερα μέσω των δικηγόρων της ότι θα ασκήσει το δικαίωμα που της παρέχει ο νόμος να μην κάνει καμία δήλωση στο δικαστήριο.

Η 38χρονη Τσέπε ήταν παρούσα στο δικαστήριο, κατά την τέταρτη ημέρα εκδίκασης της υπόθεσης που αναμένεται να διαρκέσει πάνω από ένα χρόνο. Σύμφωνα με τις εισαγγελικές αρχές του Μονάχου, η Τσέπε συνεργαζόταν με τους δύο άνδρες που αυτοκτόνησαν το 2011 και οι οποίοι σκότωσαν οκτώ Τούρκους, έναν Έλληνα και την αστυνομικίνα.

Οι συνήγοροί της, οι οποίοι είχαν πει στους δημοσιογράφους πριν από πολλούς μήνες ότι συμβούλευσαν την πελάτισσά τους να μην κάνει δηλώσεις, ενημέρωσαν και επίσημα σήμερα τον πρόεδρο του δικαστηρίου Μάνφρεντ Γκετσλ ότι δεν πρόκειται να καταθέσει. Με βάση τη γερμανική νομοθεσία θα πρέπει να δηλώσει το όνομά της και να απαντήσει σε σύντομες ερωτήσεις βιογραφικού περιεχομένου.

Το δικαστήριο, ακολουθώντας το χρονοδιάγραμμα που έχει θέσει ο Γκετσλ, θα ξανασυνεδριάσει σε τρεις εβδομάδες. Μέχρι στιγμής έχει διαβαστεί το κατηγορητήριο αλλά δεν έχουν κληθεί μάρτυρες, προς μεγάλη δυσαρέσκεια των συγγενών των θυμάτων που ήλπιζαν ότι θα άκουγαν γιατί μπήκαν στο στόχαστρο οι μετανάστες.

Πηγή: left.gr

Το δικό μας σχόλιο

Λέμε ότι ο ναζισμός και ο φασισμός ιδεολογικοποιεί και εντείνει την καταπίεση των γυναικών, αφού αντιτίθεται στην ισότητα των δύο φύλων και υπογραμμίζει τον παραδοσιακό ρόλο των γυναικών, τις οποίες και εκθειάζει μόνον, όμως, εάν και εφόσον είναι πιστές στον παραδοσιακό ρόλο τους.

Κι όμως, οι θλιβερές αντιφάσεις δεν λείπουν. Η νεοναζίστρια κατηγορούμενη για φόνους 9 μεταναστών και μιας αστυνομικίνας, αγέρωχη αρνείται καν να μιλήσει στα δικαστήρια, δεν μετανιώνει προφανώς, ενώ δύο από τους συνεγκληματίες της αυτοκτόνησαν ήδη. Αυτή, φαίνεται κατάκτησε την ισότητα στην εγκληματική δράση, μήπως και πρωταγωνιστικότητα, παρ’ ότι λειτουργεί μέσα σ’ ένα σύστημα ιδεών που θεωρεί τη γυναίκα κατάλληλη μόνο για τον παραδοσιακό ρόλο.

Και από τα καθ’ ημάς φασισταριά δεν λείπει η συγκεκριμένη αντίφαση, πράγμα που φαίνεται σε δράσεις που οργανώνουν οι γυναίκες αυτών των οργανώσεων αλλά και σε πρωταγωνιστικούς ρόλους σε μαχαιρώματα μεταναστών (π.χ. Σκορδέλλη).

Είναι γεμάτος αντιφάσεις ο δρόμος για την αποκάλυψη της αντιφεμινιστικότητας αυτής της θεωρίας και των πρακτικών των οπαδών της. Ευτυχώς, πάντως, είναι γεγονός ότι τα μαχητικά τμήματα των φασιστικών κινημάτων έχουν πολύ λιγότερο ποσοστό γυναικών, απ’ ό,τι άλλα κόμματα, και ιδίως τα προοδευτικά ή αριστερά.

 

Share

Οι νοσοκόμες των ναζί: Επί το έργον για την Άρια φυλή

Νοσοκόμα κρατάει τα χέρια παιδιών που “βομβαρδίζονται” με ακτινοβολίες UV προκειμένου να γίνουν ξανθά

του Στέλιου Παπαναστασίου

Όπως όλες οι αδελφές νοσοκόμες εν καιρώ πολέμου, έτσι και αυτές της Ναζιστικής Γερμανίας απρόσκοπτα και ανιδιοτελώς περιέθαλψαν τραυματισμένους στρατιώτες κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες και σκληρές συνθήκες. Εκτός από αυτό όμως, στην προκειμένη περίπτωση οι νοσοκόμες των Ναζί είχαν και μία επιπρόσθετη μελανή αποστολή να φέρουν εις πέρας – αυτή της υποβοήθησης των «πειραμάτων Ευγονικής» του 3ου Ράϊχ. 

Πειράματα…

Αυτά περιελάμβαναν την ευθανασία όσων έπασχαν από νοητική στέρηση ή χαρακτηρίζονταν από το χιτλερικό καθεστώς ως «ανεπιθύμητοι» καθώς και την ανατροφή των νέων γενεών παιδιών της «Άριας φυλής». Μία συλλογή φωτογραφιών που έφερε στο φως η εφημερίδα Daily Mail αποκαλύπτει τις σκοτεινότερες πτυχές του νοσηλευτικού λειτουργήματος.

Τα πειράματα των Ναζιστών ιατρών έχουν ερευνηθεί σε βάθος, όμως οι πράξεις νοσηλευτριών και όσων συνέβαλαν με οποιοδήποτε τρόπο σε απαξιωτικές για τον άνθρωπο συμπεριφορές, είναι κάτι που συχνά περνάει απαρατήρητο.

Είτε ακολουθώντας διαταγές, είτε προσπαθώντας να βοηθήσουν και να συμβάλουν για τον σκοπό στον οποίο πίστευαν, αυτές οι γυναίκες υπήρξαν πολλάκις το αντι-πρότυπο της Μητέρας Τερέζας.

Στις φωτογραφίες διακρίνονται οι ευγονικές αντι-ηρωίδες να συμβάλουν κατά τη διάρκεια της ναζιστικής προέλασης σε ιδιαιτέρως προσβλητικά για την ανθρώπινη ύπαρξη προγράμματα, όπως αυτό του Λέμπενσμπορν, όπου βοηθούσαν τους εντεταλμένους από τον Χάϊνριχ Χίμλερ επιστήμονες να αναθρέψουν μία γενιά φυλετικά καθαρών Άριων παίδων που έπειτα θα ηγούνταν του Τρίτου Ράϊχ.

 Δημιουργώντας την Άρια φυλή στο Λέμπενσμπορν

Με βάση το πρόγραμμα αυτό, όσα παιδιά δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις στέλνονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Το 1939, οι Ναζί πήγαν ένα βήμα παραπέρα, κάνοντας ένα ιδιότυπο παιδομάζωμα στις κατακτημένες περιοχές, π.χ. στην Πολωνία, αιχμαλωτίζοντας εκατοντάδες παιδιά που σύμφωνα με τους ίδιους έφεραν «Άρια» χαρακτηριστικά.

Τα παιδιά μεταφέρονταν στο νοσοκομείο του Λέμπενσμπορν όπως «Γερμανοποιούνταν» και αμέσως μετά υιοθετούνταν από οικογένειες των SS. Όσα εξ αυτών αρνούνταν να προσαρμοστούν στα στεγανά της «Άριας φυλής» έπεφταν θύματα ξυλοδαρμών και συχνά στέλνονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου ο θάνατος ήταν σχεδόν βέβαιος.

 Αναγνώριση: O στρατηγός Ρόμελ ανταλάσσει χειραψία με νοσοκόμες το 1943

Μέσα σε αυτές τις κλινικές οι νοσοκόμες επιτηρούσαν και επέβλεπαν πειράματα «βελτιστοποίησης» κατά τα οποία παιδιά με καστανά μαλλιά βομβαρδίζονταν με ακτινοβολίες UV προκειμένου να γίνουν ξανθά.

Είτε εκτελώντας άνωθεν εντολές, είτε από αφοσίωση σε άρρωστους κοινούς σκοπούς, αυτές οι νοσοκόμες αποτέλεσαν παράδειγμα προς αποφυγή σε ένα επάγγελμα, προαπαιτούμενο του οποίου είναι η ανιδιοτέλεια και ο ανθρωπισμός.

Πηγή: The insider

 

Share

Κουλτούρα της βίας και ακροδεξιά: Στόχος οι αδύναμοι

της Ιουλίας Κιλέρη

«Η βία στην καθημερινή ζωή και κυρίως στις πολιτικές δραστηριότητες των φασιστικών κομμάτων, όπως η Χρυσή Αυγή, είναι ένα πάγιο χαρακτηριστικό τους. Είναι στη φιλοσοφία τους, πιστεύουν δηλαδή ότι με τη βία της βίας μπορούν να πετύχουν τους σκοπούς», τονίζει στο tvxs.gr ο καθηγητής και πρόεδρος του τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Γιώργος Πλειός. Με αφορμή το θάνατο ενός 23χρονου κοριτσιού έπειτα από το άγριο ξυλοδαρμό της από τον φίλο της, ο οποίος φέρεται να είναι μέλος της Χρυσής Αυγής, ο κ. Πλειός τονίζει πως οι γυναίκες και γενικότερα οι αδύναμοι είναι τα ιδιαίτερα θύματα αυτής της ακροδεξιάς βίας.

Η Χρυσή Αυγή, όπως και τα υπόλοιπα φασιστικά κόμματα τα οποία δεν σέβονται τους συνταγματικούς κανόνες, πιστεύουν στην επικράτηση δια της βίας – όχι μόνο ως κόμματος αλλά και ως ατόμου σε επίπεδο προσωπικού ανταγωνισμού στο πλαίσιο της πολιτικής, εξηγεί ο κ. Πλειός. «Άλλωστε πρέπει να πω ότι τα φασιστικά κόμματα, μεταξύ αυτών και η Χρυσή Αυγή, είναι κόμματα των οποίων η προπαγάνδα δεν περιορίζεται μόνο στο συμβολικό επίπεδο, με λόγους, αφίσες κτλ, αλλά επικεντρώνουν τις δυνάμεις τους στην προπαγάνδα των έργων. Το βασικότερο κομμάτι της είναι η άσκηση βίας», συνεχίζει και αναφέρει ορισμένα δείγματα όπως εκείνο του Ηλία Κασιδιάρη, ο οποίος on camera άσκησε βία απέναντι σε δύο βουλευτίνες, το μαχαίρωμα ενός νεαρού παιδιού στο Μοναστηράκι, αλλά και τις επιθέσεις απέναντι σε μετανάστες.

«Δεν πιστεύουν στη δημοκρατία πιστεύουν στη φυσική αριστοκρατία. Και μια παράμετρος αυτής της φυσικής αριστοκρατίας είναι ακριβώς η ικανότητα στην άσκηση βίας», επισημαίνει ο καθηγητής.

Γιατί;

Σύμφωνα με τον κ. Πλειό, αυτή η κουλτούρα της βίας στην ακροδεξιά μπορεί να εξηγηθεί από ορισμένες παραμέτρους. Αρχικά, «υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι λόγω της συγκρότησης της προσωπικότητάς τους έχουν μια ροπή προς τη βία. Για αυτούς είναι πιο φυσικό, έρχονται πιο εύκολα στους κόπλους τέτοιων πολιτικών κομμάτων. Δηλαδή οι άνθρωποι που έχουν συνηθίσει να ασκούν βία, βρίσκουν πιο εύκολα πολιτικό καταφύγιο σε έναν τέτοιο χώρο».

Δεύτερη παράμετρος είναι ότι «οι άνθρωποι που στελεχώνουν τέτοιες οργανώσεις, οι ίδιοι ετοιμάζονται για την άσκηση βίας. Στελέχη τέτοιων κομμάτων συχνάζουν σε γυμναστήρια, προπονούνται σε γυμναστήρια, δηλαδή φροντίζουν να έχουν μια τέτοια προετοιμασία για να ασκήσουν βία».

Μια άλλη παράμετρος πολύ σημαντική, κατά τον καθηγητή, είναι ότι σε μια ατμόσφαιρα κρίσης, η βία αυξάνεται. «Δημιουργείται αυτό που διαχέεται μέσα στην κοινωνία… μια κουλτούρα, μια διάθεση, μια ανοχή προς τη βία ίσως… Σε αυτό το περιβάλλον της κρίσης η άσκηση βίας γίνεται πολύ πιο εύκολη γιατί υπάρχουν και άλλες μορφές βίας: η άσκηση εγκληματικότητας, η άσκηση υπερβολικής και αδικαιολόγητης καταστολής από πλευράς του κράτους. Επομένως μέσα σε συνθήκες κρίσης αυξάνεται αυτός ο συντελεστής βίας και επομένως είναι πιο εύκολο για ανθρώπους που ανήκουν σε φασιστικές οργανώσεις και πιστεύουν στη φυσική αριστοκρατία να το εφαρμόζουν αυτό στις πολιτικές τους συμπεριφορές».

Οι αδύναμοι τα ιδιαίτερα θύματα αυτής της βίας

Άνθρωποι που έχουν συνηθίσει να ασκούν βία, που καλύπτουν την άσκηση βίας με κάποιο ιδεολογικό περίβλημα πολύ πιο εύκολα θα χρησιμοποιήσουν τη βία στις καθημερινές τους συμπεριφορές, επισημαίνει ο καθηγητής και εξηγεί: «Βεβαίως δεν σημαίνει ότι όποιος ασκεί βία στην καθημερινή του συμπεριφορά οπωσδήποτε ανήκει σε κάποια φασιστική οργάνωση. Όμως άνθρωποι που ανήκουν σε φασιστικές οργανώσεις και λίγο πολύ πιστεύουν στη βία ή τη νομιμοποιούν κατά κάποιο τρόπο πιο εύκολα θα τη χρησιμοποιήσουν και στις προσωπικές τους σχέσεις. Τώρα αν αυτό είναι σε μια συνδιαλλαγή με τον περιπτερά της γειτονιάς τους, σε μια διαφωνία με τη γυναίκα ή με το γείτονά τους είναι μια άλλη ιστορία. Ωστόσο αυτό συμβαίνει… είναι πολύ πιο πιθανό να ασκήσουν βία στην επίλυση προσωπικών διαφορών».

«Ιδιαίτερα θύματα αυτής της συμπεριφοράς είναι οι γυναίκες και γενικώς όσοι είναι αδύναμοι, όπως οι μετανάστες. Αν παρατηρήσει κανείς ένα μεγάλο μέρος των θυμάτων των επιθέσεων ή των φερόμενων ως επιθέσεων είναι γυναίκες.  Για παράδειγμα, τα δύο άτομα που δέχτηκαν επιθέσεις από τον Κασιδιάρη ήταν γυναίκες – εννοώ τις βουλευτίνες. Το τελευταίο θύμα – και φημολογείται ότι ήταν θύμα της Χρυσής Αυγής μέχρι να αποδειχθεί – είναι γυναίκα. Ανάμεσα λοιπόν στις ομάδες που είναι ευάλωτες απέναντι σε αυτή τη βία είναι οι γυναίκες».

Γυναίκες και Χρυσή Αυγή

Σε ότι αφορά την ιδεολογία της Χρυσής Αυγής και γενικά των φασιστικών κομμάτων για τη γυναίκα, «για τους φασίστες η θέση της είναι στο σπίτι, η γυναίκα είναι προορισμένη για να γεννά παιδιά και να τα μεγαλώνει. Δηλαδή η θέση της γυναίκας δεν είναι στον κοινωνικό στίβο, δεν είναι στο εργασιακό στίβο αλλά στο σπίτι. Στην πραγματικότητα βεβαίως υπάρχουν γυναίκες οι οποίες στελεχώνουν τη Χρυσή Αυγή, ωστόσο ο αριθμός τους δεν είναι μεγάλος, δεν είναι και αντιπροσωπευτικός της κοινωνικής τους θέσης. Από άποψη κοινωνικής θέσης μπορεί να έχουμε πολύ μεγάλη πολυμορφία. Μπορεί να έχουμε γυναίκες διαφορετικού μορφωτικού επιπέδου και κοινωνικής θέσης και εισοδήματος που μπορεί να ψηφίζουν τη Χρυσή Αυγή αλλά δεν θα συναντήσουμε γυναίκες όλων των κοινωνικών στρωμάτων στη Χρυσή Αυγή. Ο αριθμός είναι περιορισμένος, αλλά και η κοινωνική δεξαμενή από την οποία προέρχονται αυτές οι γυναίκες είναι επίσης περιορισμένη».

Πηγή: tvxs

 

Περισσότερα

Μια ημέρα, δύο φόνοι γυναικών…

 

Share

Ο φασισμός και το επιθετικό λάιφ στάιλ

της Ελένης Καρασαββίδου

«Έναν τον κλότσησαν στο στομάχι ώσπου ξέρασε, έπειτα τον έκαναν να ξαναβάλει στο στόμα του ό,τι του είχαν βγάλει έξω. Όταν προσπάθησε να πνιγεί στο  ίδιο του το ζουμί τον συνέφεραν: «Είσαι χειρότερος από αράπη ή Οβριό», είπε ο κρανοφόρος «Είσαι διανοούμενος» (από το αριστουργηματικό ποίημα Γάγραινα του F. Lewin, μτφρ Κ. Αγγελάκη-Ρουρκ).

Αν θέλεις να έχεις ελπίδες να ανατρέψεις ή να σταματήσεις κάτι πρέπει να το κατανοήσεις. Το σκοτάδι είναι η καταδίκη του Μεφιστοφελή κι η αποδοχή αυτής της αλήθειας η απαρχή της λύτρωσής του (χαίρεται κ. Φρόυντ!) Η ανάγνωση, πχ, του ναζισμού ως μία έκφανση ακραίας συντηρητικότητας είναι ελλιπέστατη και «πολύ βολική» για το συλλογικό μας προσωπείο. Στην πραγματικότητα, όταν η χρονική απόσταση θα είναι επαρκής, θα κατανοηθεί πως δεν υπάρχει ούτε ιδεολογικός χώρος, ούτε τάξη που να απετέλεσαν στεγανά στην προσπάθεια του ναζιστικού καθεστώτος να στρατολογήσει στελέχη.  Μέλη του ΚΚΓ έτρεξαν με «ενθουσιασμό» στις γραμμές του, και η «καλλιεργημένη» μεγαλοαστική τάξη είχε τους Άλμπερ Σπίαρ της. Παρόλο που η κύρια πελατεία των ναζί λέγεται πως ήταν οι φοβικοί και αποτυχημένοι (και δεν έχουμε κανέναν λόγο να το αμφισβητήσουμε), δεν ίσχυε το ίδιο για όσους κυνικά διαχειρίστηκαν τις δυναμικές του και εν πολλοίς τις συνδημιούργησαν. Ούτε η θεωρητική συγκρότηση ούτε η επιτυχία απετέλεσαν ασπίδες. Για την ιστορία, χρειάστηκε βέβαια ένα κομμάτι των συντηρητικών  να συμμαχήσει με τους ναζί (κι έχει την σημασία του αφού αποτελεί εδραίο έδαφος του ναζισμού) ώστε αυτοί να αποκτήσουν τον απαραίτητο αριθμό εδρών και λίγα χρόνια επίπλαστης ευμάρειας κι ευτυχίας. Αλλά θα είναι λάθος στην  προσπάθεια ν’ αναλύσουμε μία από τις πλευρές του πολυσύνθετου αυτού φαινομένου να το ταυτίσουμε μονοσήμαντα με τον συντηρητισμό. Ο συντηρητισμός ο ίδιος δεν είναι συνεκτικός μονόλιθος, και υπάρχουν νησίδες του που εμφορούνται από έναν συντηρητικό μεν αλλά βαθύ ανθρωπισμό. Αν οι ιδιοσυγκρασίες και οι κοσμο-αντιλήψεις των ανθρώπων δρούσαν ανεξάρτητα από συμπαγείς ομάδες ταξικών -και όχι μόνο!- συμφερόντων, κι αν η παιδεία μας προσέφερε ορίζοντα κι ανάσα που θα νικούσε τον ατομικό και συλλογικό μας ναρκισσισμό, τότε είναι ελπίζω προφανές ότι θα χρειάζονταν «και τα δυο» (προοδευτικοί και συντηρητικοί) ώστε ο κόσμος να βρισκόταν διαρκώς σε μια κατάσταση δυναμικής (ποτέ ακίνητης, γιατί αυτή είναι η μαύρη συντήρηση ό,τι χρώμα κι αν φοράει) και δημιουργικής ισορροπίας. Αλλά τα πράγματα δεν είναι ανεξάρτητα, όπως κι οι άνθρωποι. “Το ζήτημα δεν είναι απλά ότι κάποιοι άνθρωποι δεν τυγχάνουν πολιτισμικής αναγνώρισης από άλλους. Αλλά ότι η διαχείριση της πολιτισμικής αναγνώρισης σχετίζεται με μια σύνθετη διαδικασία που μετατρέπει ένα υποκείμενο σε “Άλλον”, το λεγόμενο othering, (Beavouoir, 1979) κι αυτή η εξουσία, διάχυτη κι ανώνυμη, διακατέχει τους πάντες και κανέναν», όπως έγραψε η Butler στα 1999 (μτφρ. Α. Γαβριηλίδης).

Έτσι λοιπόν, υπάρχει και μια ποσόστωση του πληθυσμού που δεν ταυτίζεται  με την σημειολογία της συντήρησης, μα αποτελεί μεγάλη δεξαμενή της οργάνωσης με το ρομαντικό όνομα και το εφιαλτικό ραντεβού (γιατί μετά τη νύχτα με τους ναζί δεν σε περιμένει η χρυσή αυγή…). Η ομάδα αυτή (περισσότερο συσσωμάτωση παρά ομάδα) έχει αντικαταστήσει την πλάνη του γερμανικού αστισμού (Τ. Μαν) με την πλάνη του ελληνικού μικροαστισμού (και όχι μόνο ελληνικού…). Αν οι Γερμανοί αστοί αρνήθηκαν να πάρουν στα σοβαρά τον Χίτλερ και τα στρατόπεδα, ήταν γιατί θεωρούσαν την κλασσική παιδεία επαρκές αντιβιωτικό (λυπάμαι για την ιατρικοποιημένη πρόσληψη της πολιτικής, αλλά σ’ αυτόν τον αγώνα –αντοχής και δρόμου ταυτόχρονα- προτίθεμαι να πολεμήσω τον ραγδαία ανερχόμενο ιό με -μερικά από- τα όπλα του).

Οι Έλληνες μικροαστοί, -χαρακτηριστικά χαζοχαρούμενοι πάντα- στη θέση της κλασσικής παιδείας έχουν βάλει την μάτσο  (ψευτο)μαγκιά, την mainstream τσοντίτσα της γκόμενας-γλάστρας, το σεξιστικό/ρατσιστικό καλαμπουράκι, το σκουλαρικάκι  στο αυτί και την πολιτική συνείδηση στον κ… Και πάνω απ’ όλα, ως ομπρέλα τους, την ατομική/οικογενειακή επιτυχία του «δε γαμείς και μπρος εμείς» που προγκίζει παντοιοτρόπως τις συλλογικότητες από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα! Είναι ακριβώς το εμβληματικό κοινό ενός επιθετικού λάιφ στάιλ που δεν συναντάς στα κατηχητικά (όπου μπορείς να βρεις και μερικούς εξαιρετικά μειλίχιους ανθρώπους) αλλά στον καναπέ να βλέπει την πολιτιστική εκφορά του να συμπυκνώνεται στο πρόσωπο του Θέμου Αναστασιάδη….

Αν στην εκπομπή του οι φαντασιώσεις παίζουν με τον μέσο μαλάκα για να τον ευνουχίσουν ή να του τα πάρουνε («βαλιτσάκια έξω» λοιπόν ο Θέμος!) κι αν η φυλλάδα του δρα ως δελτίο τύπου της Χ.Α., κι αν ο ίδιος δεν είναι ο «μοναδικός Έλληνας μάγκας σερνικός» (Notis! Πέτρος! Tss!), παραπληρωματικές (και θα το γράψω ενόψει 8ης Μάρτη) σε αυτό το τόσο χαζό ώστε να ναι σίγουρα επιτυχημένο τοπίο είναι οι γυναίκες-βόμβες στυλ Τρέμη αλλά και της ανώνυμης ημίγυμνης του Θέμου. Όπως ο Κουβέλης είναι η αριστερά της Ε-φτύνεις! (έγραψε ο παιχταράς στον τοίχο, όχι στον τύπο φυσικά!) έτσι κι αυτές –ετεροκαθοριζόμενα με το αζημίωτο θηλυκά από την ηγεμονική ματιά- ρετουσάρουν ως εξισωτικό έναν βαθιά άνισο κόσμο, και τον ρετουσάρουν στον έναν ρόλο που θα μπορούσε να τις ανατεθεί: της διανοητικής ή σωματικής γλάστρας, σε έναν πλανήτη που ιδιωτικοποιείται ακόμη και το νερό. Και -ελλείψη του- τα μόνα φυτά (θηλυκά κι αρσενικά) που θα επιβιώσουν θα είναι όσα αποφεύγουν την κατάρα της σκέψης και έχουν το πλέον κατάλληλο προσόν απ’ όλα: Την υπακοή.

Αποφασίζοντας (και διατάσσοντας), και πάνω απ’ όλα πουλώντας, ότι το σκοτάδι δεν είναι η κατάρα του Μεφιστοφελή, αλλά η μοίρα του.

 

ΥΓ: Την ίδια ώρα ο Μιχαλολιάκος οργανώνεται σε όλα τα ένστολα σώματα, ακόμη και στα λογοτεχνικά σωματεία (κι είναι η λογοτεχνία η καταγραφή κάθε εποχής) και –αν δεν γίνει πραγματικά κάτι δυνατό και συνεργατικό και συντονισμένο- περιμένει απλώς να αποκτήσει την κρίσιμη μάζα πριν «κινηθεί»… Αλίμονο! Τέτοια πράγματα δεν γίνονται! Καημένη γιαγιά, που μας έλεγες ότι εμείς ποτέ δε θα γνωρίσουμε το Μακρονήσι…

 

 

 

Share

Το φύλο της Ακρας Δεξιάς

της Μαρίας Λούκα

«Το κίνημα των “σκίνγκερλς” είναι σαγηνευτικό. Γνώρισα πολλές από αυτές. Τις γυναικείες σκιν οργανώσεις απασχολούν πολύ η έκτρωση, τα διαφυλετικά ζευγάρια και οι ομοφυλόφιλοι, γιατί κατά τη γνώμη τους η διακοπή της κύησης, η φυλετική επιμειξία και οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις είναι οι λόγοι για τους οποίους γεννιούνται όλο και λιγότερα παιδιά από τη λευκή, άρια, καθαρή φυλή. Διοργανώνουν συναυλίες και διαδηλώσεις, εκδίδουν βιβλία και περιοδικά, συμμετέχουν ακόμη και στις ένοπλες δυνάμεις, όπως ακριβώς και οι άνδρες» μου λέει ο πιο γνωστός, αλλά καθόλου αναγνωρίσιμος, ισπανός δημοσιογράφος, ο Αντόνιο Σάλας. Ο Αντόνιο κυκλοφορεί με μαύρη κουκούλα και λαμβάνει υψηλά μέτρα προστασίας. Έχει εντρυφήσει αρκετά στις γυναίκες της Άκρας Δεξιάς και ειδικά της πιο εξτρεμιστικής εκδοχής της – έζησε μαζί τους επί έναν χρόνο. Φανατικός οπαδός της συμμετοχικής δημοσιογραφίας, διείσδυσε σε μια ομάδα σκίνχεντ γύρω από τη Ρεάλ Μαδρίτης, κατέγραψε τη ζωή τους και στη συνέχεια εξέδωσε ένα βιβλίο, στη βάση του οποίου στοιχειοθετήθηκε ένα πολύ βαρύ κατηγορητήριο για αυτούς.

Στην Ισπανία, βλέπεις, οι απολογητές του φρανκισμού έχουν εκφραστεί κατά καιρούς σε διάφορες ακροδεξιές ομαδοποιήσεις, οι οποίες, συχνά και υπογείως, συνδέονται με σκληροπυρηνικές ομάδες σκίνχεντ, οργανωμένες μιλιταριστικά και με έντονο, βίαιο φορτίο. Ο Αντόνιο περιγράφει περιστατικά από επιθέσεις των νεοναζί σε ζευγάρια: « Όταν ομάδες ναζί ανδρών επιτίθενται σε ένα ζευγάρι ή μια κοπέλα, συνηθίζουν περιορίζονται στο να τους χτυπούν ή να τους χαράζουν στο πρόσωπο μια σβάστικα ή κάποιο γερμανικό σύμβολο. Αλλά υπάρχουν μεμονωμένα περιστατικά ανεξέλεγκτων ομάδων ναζί που επιτίθενται σε ένα ζευγάρι και, πάνω στη μεθυστική έξαψη της βίας, προχωρούν πιο πέρα από τον απλό ξυλοδαρμό, διαπράττοντας κάποιον βιασμό, ωστόσο αυτό δεν είναι το σύνηθες. Οι σκιν θεωρούν ότι είναι αυθεντικοί άνδρες, ακριβοδίκαιοι και ευγενείς, που αγωνίζονται για έναν δίκαιο σκοπό. Και το φυσιολογικό είναι οι άνδρες σκιν να επιτίθενται σε άνδρες και τις επιθέσεις σε γυναίκες να τις πραγματοποιούν οι γυναίκες σκιν». Σε μια άλλη έρευνά του για το τράφικινγκ, ο ίδιος εκτιμά ότι στα συμπεράσματα που έβγαλε καταγράφεται η επιτομή της υποκρισίας της Άκρας Δεξιάς: «Ανακάλυψα ότι οι ηγέτες πολιτικών κομμάτων της Άκρας Δεξιάς, όπως το España 2000, το Fuerza Nueva κτλ., τα οποία οργανώνουν την πολιτική τους ενάντια στη μετανάστευση, ήταν την ίδια στιγμή οι διευθύνοντες και υπεύθυνοι οργανώσεων όπως η ANELA (η ισπανική ομοσπονδία των οίκων ανοχής), στους οποίους σε ποσοστό 96% εργάζονται γυναίκες που εκδίδονται στην Ευρώπη και προέρχονται από τη Ν. Αμερική, την Αφρική, την Ασία κ.α. Για τις γυναίκες σκιν ήταν ιδιαίτερα σκληρό να ανακαλύψουν ότι οι πολιτικοί ηγέτες τους βασίζουν την ιδεολογία τους στον αγώνα ενάντια στους μετανάστες, την ίδια στιγμή που πλουτίζουν από τις μετανάστριες τις οποίες διακινούν στην Ευρώπη για τα μπουρδέλα τους».

Και αν αυτά ισχύουν στην ευρωπαϊκή περιφέρεια της κρίσης, στο διευθυντήριο της ευρωπαϊκής σταθερότητας τα πράγματα δεν είναι πιο ενθαρρυντικά. Στη Γερμανία το «σκίνγκερλ» εξελίσσεται σε μόδα. Υπολογίζεται, μάλιστα, ότι υπάρχουν περίπου 50 σχετικές μπουτίκ στη χώρα. Ούτως η άλλως, τα τελευταία χρόνια η συμμετοχή των γυναικών στις ακροδεξιές οργανώσεις έχει αυξηθεί, φθάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις το 20%-30% επί του συνόλου των μελών. Μαζί έχει αυξηθεί και η συμμετοχή τους σε ακροδεξιά εγκλήματα, που αγγίζουν το 6% σε εθνικό επίπεδο. Υπάρχουν πάρα πολλές οργανώσεις, με δεσπόζουσα βέβαια το NPD που διαθέτει δύο εκλεγμένους βουλευτές στη Σαξονία και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία. Πρόσφατα αναζωπυρώθηκε η συζήτηση για την απαγόρευσή του, μετά την αποκάλυψη μια σειράς δολοφονιών εννέα μεταναστών από ακροδεξιούς, οι οποίες υπάρχει η υπόνοια ότι σχετίζονταν με το κόμμα. Κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα Ελλάδας – Γερμανίας, επίσης, μια 19χρονη Ελληνογερμανίδα ξυλοκοπήθηκε άγρια και οι αρχές εκτιμούν ότι πίσω από την επίθεση κρύβεται το NPD.

O Ρενάτε Μπιτζάν, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν, αναλύει στην αρθρογραφία του τη διαρκώς αυξανόμενη εμπλοκή των γυναικών σε νεοναζιστικές οργανώσεις ως εξής: «Κάποιες έχουν ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς με τους παππούδες τους και εσωτερικεύουν την ιστορική εμπειρία των ναζί. Άλλες έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση και προβάλλουν το μίσος τους στους ξένους άνδρες μετανάστες και άλλες απλώς αποκτούν την αίσθηση του ανήκειν σε μια κοινότητα λευκών γερμανών». Το περιοδικό «Spiegel» σκιαγραφεί το πορτρέτο της Κάτια (το όνομα επελέγη από τους συντάκτες για λόγους ασφαλείας), η οποία εμπίπτει μάλλον στην πρώτη κατηγορία. Μεγάλωσε με τον παππού της που ήταν στρατιώτης στη Βέρμαχτ: «Με τις πολλές διηγήσεις, είχα την εντύπωση ότι ο πατέρας του έθνους (σ.σ.: Χίτλερ) ήταν θείος μου» λέει. Eμεινε επί 20 χρόνια σε μια ακροδεξιά οργάνωση. Εκεί γνώρισε τον μετέπειτα άνδρα της. Για κάθε παιδί που γεννούσαν, η οργάνωση τους έδινε ένα χρηματικό μπόνους. Σιγά σιγά, όμως, άρχισε να αμφιβάλλει: «Δεν μου άρεσε η βία γενικά ούτε η βία του συζύγου μου απέναντι σε εμένα και στα παιδιά. Μια φορά, έφθασε σε σημείο να κάψει το δέρμα της κόρης μου. Τις υπόλοιπες ώρες απλώς έβλεπε ντοκυμαντέρ για το Γ΄ Ράιχ ή ρεπορτάζ για τις αυτοκτονίες». Η Κάτια έφυγε από αυτόν τον χώρο, και σήμερα, έπειτα από αλλεπάλληλες μετακινήσεις υπό αυστηρά μέτρα ασφαλείας, ελπίζει ότι έχουν χάσει τα ίχνη της. Σε αυτή την πορεία στάθηκε δίπλα της η ΜΚΟ Exit Deutschland, η οποία έχει βοηθήσει πάνω από 300 ανθρώπους να εγκαταλείψουν νεοναζιστικές οργανώσεις.

Ο Μπερντ Βάγκνερ, επικεφαλής της Exit Deutschland, στην ηλεκτρονική μας αλληλογραφία επισημαίνει ότι «οι ακροδεξιές οργανώσεις αλλάζουν από ανδροκρατικές που ήταν παλαιότερα σε ανοιχτές στις γυναίκες δομές. Οι γυναίκες αποτελούν πλέον αριθμητικά πολύ δυναμικό κομμάτι του ακροδεξιού ιδεολογικού ρεύματος. Υπάρχει, δηλαδή, μια επέκταση του παραδοσιακού ρόλου της γυναίκας στον χώρο της Ακροδεξιάς, ενός ρόλου που πλέον επιτρέπει ακόμη και την ηγεσία στον χώρο αυτό – αν και αυτό το τελευταίο προκαλεί μερικές φορές αντιπαραθέσεις. Ολοένα και περισσότερο η ισότητα των φύλων αναγνωρίζεται και προπαγανδίζεται ανοιχτά από τον χώρο αυτόν, παρ’ ότι υπάρχουν εκεί και κάποια ακραία στοιχεία που προτιμούν να παίζουν τον παραδοσιακό ρόλο του άνδρα-αφέντη». Θεωρεί, όμως, ότι «πάντα ο σεξισμός και ο σοβινισμός είναι παρόντες στον κόσμο των ακροδεξιών αντιλήψεων και υποστηρίζονται στην πράξη από την καθημερινότητα της Ακροδεξιάς. Υπάρχει και ένα ακόμη πρόβλημα: η πολύ έντονη εξουσιαστική κυριαρχία επάνω στα παιδιά, που υποστηρίζεται από αυτόν τον χώρο, κυριαρχία που συχνά φθάνει στη διαστροφή». Δεν παραλείπει με τη σειρά του να εκφράσει την ανησυχία του για την άνοδο της Χρυσής Αυγής, στέλνοντας το μήνυμα πως «η έκφραση της οργής μπορεί, σε κάποιες περιστάσεις, να οδηγεί στην άνοδο των εξτρεμιστών ακροδεξιών ή των ναζιστών, αλλά σύντομα οδηγεί σε ένα αδιέξοδο, και πολιτικά και προσωπικά».

Στις περισσότερες μελέτες που αφορούν την Άκρα Δεξιά, αυτή προσεγγίζεται ως ένα κατά βάση ανδρικό ζήτημα – προσέγγιση προφανώς όχι άσχετη με τον μάλλον εγγενή σεξισμό του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου. Η οπτικοποίηση της Άκρας Δεξιάς, και στην Ευρώπη ως έναν βαθμό, αλλά κυρίως στην Ελλάδα, δεν είναι άλλη από αυτή του ξυρισμένου, γυμνασμένου, αρρενωπού, λευκού άνδρα. Ωστόσο, η γυναίκα, τόσο ως φορέας πολιτικών αντιλήψεων του δεξιού εξτρεμισμού, όσο και ως αντικείμενο της βίας που αυτός συχνά συνεπάγεται, είναι παρούσα, αν και όχι πάντα ορατή. Και όσο περισσότερο η Ακρα Δεξιά εδραιώνει τη θέση της στη Γηραιά Ήπειρο – απότοκο της αποτυχίας του πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις της παγκοσμιοποίησης -, τόσο υπάρχει ανάγκη να ξεπεραστεί η αμηχανία με τη γνώση και τον διερεύνηση του φαινομένου, ακόμη και των αθέατων πτυχών του.

Ξεκινώντας από την παραδοχή ότι η Άκρα Δεξιά κάθε άλλο παρά αποτελεί έναν ομοιογενή πολιτικό χώρο, από την εθνικιστική και ριζοσπαστική Δεξιά ως τη νεοναζιστική ή μεταφασιστική Δεξιά, εντοπίζονται πολλές διαφοροποιήσεις – όχι τόσο ισχυρές, όμως, ώστε να επισκιάσουν την κοινή μήτρα ιδεών που διασυνδέει τα μορφώματα αυτού του χώρου δικαιολογώντας τον συνωστισμό τους υπό την ομπρέλα της Άκρας Δεξιάς. Ο λαϊκισμός, ο αντικομματισμός, ο αντιπλουραλισμός, και γενικώς οι κουλτούρες του αντιδιαφωτισμού, είναι ορισμένες από αυτές τις ιδέες, συνοδευόμενες από έναν υπολανθάνοντα ανδρικό σοβινισμό. Αυτό προφανώς το στοιχείο είναι που κάνει και τις γυναίκες πιο επιφυλακτικές απέναντι στην Άκρα Δεξιά. Είναι εμπειρικά διαπιστωμένο ότι όλα τα κόμματα της Άκρας Δεξιάς, ακόμη και τα πιο μετριοπαθή, ανεξαρτήτως χώρας και χρονικής συγκυρίας, είναι λιγότερο διεισδυτικά στο γυναικείο κοινό. Από το 53 – 47 του FPO της Αυστρίας (ποσοστά ανδρών – γυναικών ψηφοφόρων) έως το 65 – 35 της Χρυσής Αυγής στις πρόσφατες εκλογές. Υπάρχει ένα «gender gap», το οποίο αμβλύνεται μεν, αλλά δεν εξαφανίζεται.

Η Βασιλική Γεωργιάδου, καθηγήτρια Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, μιλώντας στο ΒHmagazino εξηγεί ότι «στα κόμματα της Άκρας Δεξιάς υπάρχει μια διάκριση με βάση το φύλο, καθώς όλες οι αναλύσεις ψήφου δείχνουν ότι οι άνδρες ψηφοφόροι του είναι περισσότεροι. Βασικά, απευθύνονται σε ένα συντηρητικό κοινό και οι συντηρητικές γυναίκες διατηρούν ισχυρούς δεσμούς με την Εκκλησία. Αυτό τις κρατάει στον χώρο της παραδοσιακής Δεξιάς και λειτουργεί ως ανάχωμα για τη δεξιότερη μετακίνησή τους. Επειδή, όμως, τα λαϊκιστικά κόμματα βλέπουν ότι υστερούν στις γυναίκες, επιδιώκουν κάποιους συμβολισμούς, όπως η τοποθέτηση γυναικών στη θέση του επικεφαλής του κόμματος. Δεν θα έλεγα, όμως, ότι είναι σεξιστικά τα περισσότερα κόμματα, αλλά μάλλον συντηρητικά. Η γυναίκα για αυτούς είναι βασικά μάνα και όχι σεξουαλικό αντικείμενο».

Όντως, τα κόμματα της Άκρας Δεξιάς, ιδίως τα πιο προσαρμοστικά στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, έχουν αναδείξει γυναίκες σε επιτελικές θέσεις. Στη Γαλλία, στη Δανία, στη Νορβηγία και στην Ουγγαρία, οι γυναίκες έχουν τοποθετηθεί στην ηγεσία των αντίστοιχων κομμάτων και σε ορισμένες περιπτώσεις ο πολιτικός λόγος τους ωχριά μπροστά όχι απλώς σε αυτόν των ελλήνων πολιτικών της παραδοσιακής Δεξιάς, αλλά ίσως και της Σοσιαλδημοκρατίας. Η Πία Κγιαερσγκάαρντ είναι επικεφαλής του Λαϊκού Κόμματος της Δανίας, το οποίο στις εκλογές του 2011 απέσπασε ποσοστό 14%.

Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας, για ζητήματα-ταμπού, όπως αυτό της άμβλωσης ή της ομοφυλοφιλίας, απάντησε ως εξής: «Το DPP υποστηρίζει το δικαίωμα της γυναίκας να αποφασίζει ελεύθερα από μόνη της για τη διακοπή ή όχι της εγκυμοσύνης μέχρι τις 12 πρώτες εβδομάδες της κύησης. Αποδέχεται την ομοφυλοφιλία. Υποστηρίζουμε το δικαίωμα των γκέι και λεσβιακών ζευγαριών στην καταγεγραμμένη και νομικά κατοχυρωμένη συμβίωση, όπως επίσης το δικαίωμα των ζευγαριών αυτών να λαμβάνουν την ευλογία της Δανέζικης Εκκλησίας. Ωστόσο, δεν συμφωνούμε με τον νέο νόμο που πέρασε τον Ιούνιο, ο οποίος καθιστά δυνατό τον θρησκευτικό γάμο των ζευγαριών αυτών από την Εκκλησία της Δανίας». Η ίδια δηλώνει, πάντως, αντίθετη στην επιβολή ποσοστώσεων φύλου στην κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, σχολιάζοντας δηκτικά ότι «στη Βόρεια Ευρώπη τουλάχιστον οι άνδρες και οι γυναίκες θεωρούνται ίσοι μεταξύ τους. Αν, λοιπόν, πιστεύει κανείς πραγματικά στην ισότητα των φύλων, τότε αποδέχεται ταυτόχρονα ότι το φύλο, είτε έτσι είτε αλλιώς, δεν πρέπει να παίζει κανέναν ρόλο στην επιλογή ηγετών, βουλευτών ή οποιασδήποτε άλλης θέσης».

Μια γυναίκα, η Σιβ Γιένσεν, βρίσκεται στο τιμόνι του Κόμματος της Προόδου, δεύτερης πολιτικής δύναμης στη Νορβηγία, με ποσοστό 23%. Μέλος της νεολαίας του είχε διατελέσει για ένα διάστημα και ο αυτουργός του περυσινού μακελειού στη χώρα, Αντερς Μπρέιβικ. Η πετρελαιοπαραγωγός ευρωπαϊκή χώρα ταλαντεύτηκε από την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου, με την περιθωριοποίηση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα, το ερώτημα για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και την αύξηση του αριθμού των μεταναστών. Σε αυτό το πλαίσιο, το πρόγραμμα του Κόμματος της Προόδου αποτελεί έναν συγκερασμό του θατσερικού νεοφιλελευθερισμού με την παράλληλη διατήρηση του κοινωνικού κράτους, τον κοινωνικό αυταρχισμό, την αντιμεταναστευτική κουλτούρα, την αντίθεση στο φεμινιστικό πνεύμα, χωρίς όμως την οπισθοδρόμηση στην παράδοση. Η νεολαία του, για παράδειγμα, υποστηρίζει τη νομιμοποίηση των μαλακών ναρκωτικών. Μελετώντας τις περιπτώσεις αυτών των κομμάτων στη Δανία και στη Νορβηγία, αλλά και του κόμματος «Αληθινοί Φινλανδοί» της Φινλανδίας, μια πρόσφατη έρευνα του Παντείου Πανεπιστημίου έκανε λόγο για τη γέννηση τη δεκαετία του ’80 του τρίτου κύματος του ακροδεξιού σκανδιναβικού μοντέλου, βασισμένου στον «προνοιακό σοβινισμό», με βασικά συστατικά στοιχεία την αντίδραση στην υψηλή φορολογία, τον αντικομματισμό και την αντίθεση στην πολυπολιτισμικότητα.

Η πιο διάσημη γυναίκα, ωστόσο, στο στερέωμα της σύγχρονης ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, και αναμφισβήτητα κερδισμένη των γαλλικών προεδρικών εκλογών, είναι η 44χρονη ηγέτιδα του Εθνικού Μετώπου της Γαλλίας, και κόρη του ιδρυτή του, Ζαν Μαρί Λεπέν, η Μαρίν Λεπέν. Το περιοδικό «Time» την κατέταξε στις 100 προσωπικότητες με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο για το 2011. Λανσάροντας το πρότυπο μιας σύγχρονης γυναίκας με τρία παιδιά και δύο διαζύγια, επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από τη σκληρή ακροδεξιά ρητορική του πατέρα της, χωρίς όμως να αποποιηθεί τον εθνικισμό του. Έγινε έξαλλη με τη Μαντόνα, όταν κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας της πρόσθεσε μια σβάστικα σε φωτογραφία της. Είναι σύμβολο του ευρωσκεπτικισμού στη Γαλλία και τάσσεται υπέρ της εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη. Από εκεί και πέρα, όμως, η Μαρίν Λεπέν διατηρεί αρκετά από τα στοιχεία του παραδοσιακού συντηρητισμού: προκρίνει την απαγόρευση της μετανάστευσης, είναι κατά της ευθανασίας, αλλά υπέρ της θανατικής ποινής σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν καταδικάζει ευθέως την έκτρωση, αλλά τη χαρακτηρίζει ως «συχνά μοναδική επιλογή, αφού το κράτος δεν στηρίζει οικονομικά και κοινωνικά αυτές τις γυναίκες», είναι εναντίον του δικαιώματος των ομοφυλοφίλων στον γάμο και στην υιοθεσία, αλλά υπέρ ενός συμφώνου συμβίωσης για ζευγάρια ομοφυλοφίλων. Σε πρόσφατη συνέντευξή της στο ΒΗmagazino (τεύχος 607, 3 Ιουνίου 2012), χαρακτήριζε «ακραία εξτρεμιστικές και καταδικαστέες» τις ενέργειες της Χρυσής Αυγής και «ενδιαφέρουσες τις θέσεις των Ανεξάρτητων Ελλήνων».

Όσο κατεβαίνουμε, όμως, πιο νότια στον ευρωπαϊκό χάρτη, τόσο πιο δύσκολο φαίνεται το έργο της αναβάπτισης της Άκρας Δεξιάς. Ο Τζιανφράνκο Φίνι προσπάθησε να μετατοπίσει το νεοφασιστικό MSI του Αλμιράντε (από το οποίο προέρχονταν και οι υπαίτιοι σωρείας τρομοκρατικών ενεργειών, όπως η βομβιστική επίθεση στην Πιάτσα Φοντάνα το 1969) προς το κέντρο του δεξιού φάσματος, ενσωματώνοντας τη μετέπειτα «Εθνική Συμμαχία» στο ιταλικό πολιτικό σύστημα. Ωστόσο η βουλευτής και εγγονή του Ντούτσε, Αλεσάντρα Μουσολίνι, φαίνεται ότι δεν συμφωνούσε μαζί του και ήρθαν σε ανοιχτή ρήξη όταν ο Φίνι αποκήρυξε το Ολοκαύτωμα και ζήτησε συγγνώμη από την κυβέρνηση του Ισραήλ για όσα έγιναν επί Μουσολίνι.

Η Αλεσάντρα απασχολεί συχνά τον ιταλικό Τύπο με την πληθωρική και αντιφατική στάση της. Δικαιολόγησε τα εξώφυλλά της στο «Playboy» ως απόρροια μιας μάλλον αδιάφορης καλλιτεχνικής πορείας, διεκδίκησε όταν χώρισε να διατηρήσουν τα παιδιά της το δικό της επώνυμο, διέλυσε τη βραχύβια ευρωομάδα «Ταυτότητα, Παράδοση, Κυριαρχία», αφού με τη φράση της ότι «οι Ρουμάνοι είναι συνήθεις παραβάτες του νόμου» προξένησε την αποχώρηση των πέντε ρουμάνων ευρωβουλευτών, συνελήφθη από τον φωτογραφικό φακό να υπογράφει ασπρόμαυρες φωτογραφίες του παππού της και να τις δίνει στη βουλευτή της ξενοφοβικής «Λέγκας του Βορρά» Καρολιάν Λουσάνα.

Ενώ κατά καιρούς έχει αρθρώσει προοδευτικές θέσεις για ζητήματα όπως τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, το 2006 προσέβαλε την τρανς βουλευτή Βλαντιμίρ Λουξούρια, διατεινόμενη ότι «είναι προτιμότερο να είσαι φασίστας παρά κραγμένη». Η Κιάρα Μορόνι, όμως, βουλευτής με το κόμμα του Φίνι και επικεφαλής του γυναικείου τμήματος, συμμερίζεται την προσπάθεια ανοίγματος στο γυναικείο κοινό και συνδέει αυτό το εγχείρημα με την αναμόρφωση της ιταλικής οικονομίας: «Ο εκσυγχρονισμός της οικονομίας μας θα μπορούσε να ξεκινήσει από τη μεγαλύτερη εκπροσώπηση των γυναικών σε ηγετικές θέσεις. Το γυναικείο εργατικό δυναμικό της χώρας μας αντιπροσωπεύει μια τεράστια δύναμη οικονομικής ανάπτυξης και μεγέθυνσης. Και είναι αλήθεια ότι το ιταλικό ΑΕΠ θα είχε αυξηθεί κατά 7%, αν η απασχόληση των γυναικών στην Ιταλία είχε φθάσει το 60%. Για να δημιουργηθούν περισσότερες ευκαιρίες για τις γυναίκες στην Ιταλία, θα πρέπει να μεταρρυθμιστεί το ιταλικό σύστημα, επιτρέποντάς τους να ασκούν τα επαγγελματικά τους καθήκοντα χωρίς να πρέπει για αυτό να απαρνηθούν τον ρόλο τους στην οικογένειά τους».

Η Ελένη Ζαρούλια, η μοναδική εκλεγμένη γυναίκα βουλευτής με τον συνδυασμό της Χρυσής Αυγής (η Χρυσή Αυγή έχει το χαμηλότερο ποσοστό γυναικείας συμμετοχής στις κοινοβουλευτικές ομάδες, μόλις 5,56 %, σύμφωνα με τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Ισότητας) και σύζυγος του γενικού γραμματέα του κόμματος, Νίκου Μιχαλολιάκου, βρίσκεται στην οργάνωση από την ίδρυσή της, ξεκινώντας την πολιτική δράση της από την ΕΠΕΝ, «πνευματικός ηγέτης» της οποίας υπήρξε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος. Το ζευγάρι έχει μια κόρη, την Ουρανία, επίσης μέλος της Χρυσής Αυγής, η οποία προσήχθη στη ΓΑΔΑ κατά την προεκλογική περίοδο, έπειτα από περιστατικό ξυλοδαρμού μεταναστών. Η ίδια πλέον δεν εργάζεται και ασχολείται με την αξιοποίηση των ακινήτων που κληρονόμησε από τον πατέρα της.

Το ΒHmagazino επιδίωξε μια συνομιλία μαζί της, την οποία η ίδια αρνήθηκε, ευθυγραμμιζόμενη με την κατεύθυνση του πολιτικού φορέα να παραχωρεί συνεντεύξεις επιλεκτικά και σε μικρά Μέσα, όπως τουλάχιστον παραδέχτηκε σε δημόσια τοποθέτησή του ο εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος, Ηλίας Κασιδιάρης. Στις λιγοστές, πάντως, συνεντεύξεις που έχει δώσει, κυρίως σε περιφερειακά Μέσα, είναι αποκαλυπτική. Υπερασπιζόμενη την επίθεση του Ηλία Κασιδιάρη στη Λιάνα Κανέλλη και στη Ρένα Δούρου, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Καλά έκανε. Αυτή η κυρία ήταν θρασύς… δεν είμαι από τις φεμινίστριες με τρίχες στα πόδια και τις μασχάλες». Στην ίδια συνέντευξη, μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι είναι εξαδέλφη με τη Λιάνα Κανέλλη, κάτι που η τελευταία διέψευσε κατηγορηματικά.

Η Ελένη Ζαρούλια τάσσεται ρητά κατά των εκτρώσεων και προκρίνει «τη δίωξη των γιατρών που τις αναλαμβάνουν». Χαρακτηρίζει τον Αδόλφο Χίτλερ «έναν μεγάλο άνδρα». Σε άλλη συνέντευξή της, άσκησε κριτική στις τηλεοπτικές επιλογές των καναλιών να προβάλλουν τουρκικά σίριαλ, αλλά και στους τηλεοπτικούς αστέρες που αμείβονται καλύτερα από τους έλληνες στρατιωτικούς: «Ξέρω ότι ακριβοπληρώνονται όλες αυτές οι κυρίες και μου κάνει πολύ εντύπωση. Ειδικά από τη στιγμή που οι στρατιωτικοί που φυλάνε το έθνος μας – και είναι έτοιμοι να πεθάνουν και να χύσουν το αίμα τους για αυτόν τον λόγο – πένονται». Ως «παραδοσιακή» γυναίκα, δεν αμφισβητεί την αδιαφιλονίκητη κυριαρχία του συζύγου της: «Είναι ο αρχηγός μου σε όλες τις περιπτώσεις» λέει με καμάρι. Οι εμφανίσεις της και στις δύο ορκωμοσίες της Βουλής έκαναν εντύπωση. Στην πρώτη, φορούσε ένα μεγάλο δαχτυλίδι με έναν μαύρο σταυρό, γνωστό και ως «Σταυρό των Τευτόνων Ιπποτών», έμβλημα ραμμένο στις στολές των Ες Ες και υψηλό παράσημο της ναζιστικής Γερμανίας. Στη δεύτερη, απλώς έσπασε το τακούνι της.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικές είναι οι θέσεις του Μετώπου Γυναικών της Χρυσής Αυγής, έτσι όπως καταγράφονται στην επίσημη ιστοσελίδα τους. Απηχούν τον σκληρό πυρήνα της Άκρας Δεξιάς με την απλοποίηση των νοημάτων, την ταύτιση της μετανάστευσης με την εγκληματικότητα, την αναγνώριση της γυναίκας ως μηχανής αναπαραγωγής παιδιών. Διαβάζουμε: «Εμείς οι Ελληνίδες, μέλη του Λαϊκού Συνδέσμου, έχοντας βαθύτατη συναίσθηση της καταστροφής που επιφέρει το φεμινιστικό πνεύμα της εποχής μας, είμαστε ενάντια σε κάθε λογής διακηρύξεις για την ισότητα των δύο φύλων. Η υποτιθέμενη απελευθέρωση της γυναίκας την αποπροσανατόλισε και από την πραγματική ουσία του ύψιστου ρόλου της, τη Μητρότητα. Δηλαδή την υποχρέωση και την ύπατη τιμή να φέρει στον κόσμο και να αναθρέψει τα νέα βλαστάρια στον κορμό της Φυλής». Η άμβλωση, όπως θα μπορούσε εύκολα να φανταστεί κανείς, χαρακτηρίζεται «έγκλημα κατά της Φυλής». Οι κοινωνικές οργανώσεις που αναπολούν είναι αυτές της αρχαίας Σπάρτης και φυσικά, της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας. Ο λόγος τους κινείται συχνά μεταξύ φυσιολατρίας και παγανισμού, διανθισμένος με συντηρητικό ρομαντισμό. Κατά τα άλλα, παρέχουν μια σειρά από συμβουλές αισθητικής και μαγειρικής, ενώ στον εσωτερικό καταμερισμό της οργάνωσης φαίνεται να κατέχουν δευτερεύοντες ρόλους, όπως η ενασχόληση με το κοινωνικό παντοπωλείο – παράλληλα οργανώνουν και σεμινάρια αυτοάμυνας.

Εκφράζουν τον θαυμασμό τους για γυναικείες φυσιογνωμίες όπως η Σαβίτρι Ντέβι, θιασώτρια του εθνικοσοσιαλισμού και του φυλετικού ρατσισμού σε ένα διάχυτο παγανιστικό πλαίσιο, αλλά και η Σίτσα Καραϊσκάκη. Η τελευταία «νεαρά Ελληνίδα», όπως την αποκαλούσε ο Γκέμπελς, κατέληξε από συνεργάτιδα του περιοδικού «Νέοι Πρωτοπόροι» της ΟΚΝΕ (Κομμουνιστική Νεολαία) σύμβουλος στο υπουργείο Προπαγάνδας στη Γερμανία την εποχή της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία και σύμβουλος Τύπου και Διαφώτισης στη γερμανική πρεσβεία στην Ελλάδα επί Κατοχής. Ο Πανσέληνος καυτηρίασε αυτή τη μεταστροφή της με άρθρο του στο περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα»: «Αλλά η κυρία Σίτσα ανήκει στην οικογένεια των ανθρώπων που καμιάν άλλη φιλοδοξία δεν έχουν παρά μοναχά πώς θα πετύχουν με κάθε τρόπο. Ξεκίνησε για να γίνει μεγάλη και ξέπεσε γιατί ήταν μικρή. Ζήτησε την επιτυχία με όλα τα μέσα. Στην ποίηση, στην πολιτική και στην επιστήμη. Και απέτυχε σε όλα με τη σειρά, γιατί δεν είχε μέσα της κανένα ιδεώδες». Πράγματι, μόνο το βιβλίο της «Ο γιος της καλόγριας», που αναφερόταν στη ζωή του Γεωργίου Καραϊσκάκη, σημείωσε μια κάποια εκδοτική επιτυχία. Κατά τα άλλα, η ίδια θα μείνει στην αιωνιότητα ως συνεργάτιδα των ναζί, αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ερήμην δύο φορές σε θάνατο.

«Η δημόσια εικόνα της Χρυσής Αυγής χαρακτηρίζεται από ένα πρότυπο επιθετικής αρρενωπότητας, δυσανεξίας στην ετερότητα και αναπόλησης μιας εποχής νόμου και τάξης» λέει ο ψυχίατρος Γιώργος Νικολαΐδης, και συνεχίζει: «Είναι το πρότυπο του λευκού άνδρα, που αναπληρώνει την κοινωνική ανασφάλεια με την υπερπροβολή του ανδρισμού, ιδιαίτερα σε επίπεδο σωματικής διάπλασης, και με έναν λόγο βαθιά λαϊκιστικό και οργισμένο. Όλα αυτά δεν είναι παρά υποδηλωτικά της έντονης ανασφάλειας. Πρόκειται για αυτό που κωδικοποιήθηκε από τη σχολή της Φραγκφούρτης ως αυταρχική προσωπικότητα και έγκειται ακριβώς σε μια επιφανειακά εξουσιαστική συμπεριφορά, η οποία όμως δεν αποζητά τόσο το να άρχει, όσο το να άρχεται σε ένα αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο εκλαμβάνεται ως επιστροφή στη φύση των πραγμάτων. Και, φυσικά, όσο οι πολλαπλές συλλογικές και προσωπικές ματαιώσεις σκιάζουν την κοινωνία στην εποχή της κρίσης, τόσο η προβολική αυτή στάση θα βρίσκει απήχηση, ακόμη και σε άτομα του γυναικείου φύλου. Η γυναίκα σε αυτή τη νόρμα γίνεται αόρατη, αντιλαμβανόμενη ως δυνητική απειλή αν εγερθεί από την αφάνεια και μπορεί να νοηθεί μόνο ως συμπληρωματική-υποστηρικτική του ανδρικού αυτού προτύπου».

Αυτό που είναι προφανές, χωρίς ιδιαίτερες ασκήσεις οράσεως, είναι ναι μεν ότι τα νήματα που συνδέουν τις διάφορες εκδοχές της ευρωπαϊκής Ακρας Δεξιάς δεν έχουν ατονήσει εντελώς, ωστόσο η ένταση του εξτρεμισμού της και η απήχησή της σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με τις δομές της κοινωνίας στην οποία παρεμβαίνει, από την προοδευτικότητά της. Όπως υποστηρίζουν πολλοί πολιτικοί επιστήμονες και κοινωνιολόγοι, στην Ελλάδα, μια σειρά από δομές, που σχετίζονταν με την πρόσληψη της ετερότητας, τη γυναικεία χειραφέτηση, την ανεξαρτησία από την οικογένεια, την κατοχύρωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ποτέ δεν εκσυγχρονίστηκαν στα επίπεδα του ευρωπαϊκού δημοκρατικού κεκτημένου. Κατά την άποψή τους, πιο ανησυχητική από το χαστούκι που έδωσε ο Κασιδιάρης στην Κανέλλη είναι η επικρότησή του, όπως αποτυπώθηκε στα social media και στα καφενεία από μερίδα του ελληνικού πληθυσμού, ακόμη και από γυναίκες. Γιατί αν το κράτος δημοσιοποιεί φωτογραφίες οροθετικών γυναικών, τότε είναι πολύ πιθανό το παρακράτος να επιτίθεται σε όποιον διαφωνεί μαζί του. Αυτή η συσκοτισμένη πλευρά της ελληνικής κοινωνίας στα χρόνια της ανάπτυξης τώρα απογυμνώνεται και παλινδρομεί στον χειρότερο εαυτό της, αφήνοντας έδαφος για αντιδραστικές αφηγήσεις. Ο επίλογος στον Μάνο Χατζιδάκι: «Ποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά».

Η εμπειρία του εθνικοσοσιαλισμού

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, τη διαμάχη των ανδρών ιστορικών για τα χαρακτηριστικά του ναζιστικού καθεστώτος ακολούθησε η διαμάχη των γυναικών ιστορικών με επίκεντρο το παραμελημένο συχνά ζήτημα της σχέσης των γυναικών με τον ναζισμό. Κατ’ αρχάς, η αντιπαράθεση επικεντρώθηκε στο διχοτομικό σχήμα «θύτη-θύματος», το ερώτημα δηλαδή που κυριάρχησε ήταν αν οι γυναίκες συγκαταλέγονταν στα θύματα της ναζιστικής πραγματικότητας ή συμμετείχαν, ενεργά ή λιγότερο ενεργά, στην παραγωγή της. Βέβαια, με την πάροδο του χρόνου, αποδείχθηκε ότι η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο περίπλοκη και πολυμορφική και χρειαζόταν η υπέρβαση αυτού του διπολισμού.

Για παράδειγμα, ναι μεν οι γυναίκες αποτελούσαν θύματα της ναζιστικής πολιτικής των υποχρεωτικών στειρώσεων στο πλαίσιο του γεννητικού ελέγχου και της φυλετικής καθαρότητας και το 90% των ατόμων που πέθαναν στο χειρουργείο κατά τη στείρωση ήταν γυναίκες. Επίσης, γυναίκες κρατούμενες υπήρχαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ οι γυναίκες υπέστησαν και μια έντονη και καθ’ όλα αποσιωπημένη σεξουαλική βία από τα συμμαχικά στρατεύματα στη Γερμανία του 1945. Από την άλλη, όμως, 3.300.000 γυναίκες συμμετείχαν σε ναζιστικές γυναικείες οργανώσεις – μέχρι και στα Ες Ες συγκροτήθηκε γυναικείο τμήμα, το οποίο αποτελούνταν από 10.000 γυναίκες. Γυναίκες φύλακες υπήρχαν και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και ιδιαίτερα σημαντική είναι η συνδρομή γυναικών που στήριξαν τις ρατσιστικές πολιτικές του καθεστώτος στον τομέα της υγείας και της πρόνοιας. Μάλιστα, έτυχαν και πολύ ευνοϊκότερης μεταχείρισης στις δίκες που ακολούθησαν για τα εγκλήματα του ναζισμού.

Η αντίληψη, πάντως, που είχε το καθεστώς για τον ρόλο των γυναικών συνίσταται στην κεντρικότητα της μητρότητας. Αυτό αποκρυσταλλώνεται και στα λόγια ενός εκ των αρχιερέων του, του Γιόζεφ Γκέμπελς: «Μας κατηγορούν ότι δεν αναθέτουμε αξιώματα στις γυναίκες, γιατί δεν τις σεβόμαστε. Αυτό είναι σφάλμα. Δεν τους αναθέτουμε αξιώματα, επειδή, αντίθετα, τις σεβόμαστε υπερβολικά. Θεωρούμε τη γυναίκα όχι κατώτερη, αλλά φέρουσα μια τελείως ξεχωριστή αποστολή από τον άνδρα». Ετσι, παρά τη συμμετοχή τους στο καθεστώς, δεν ανέλαβαν ποτέ υψηλή δημόσια θέση. Εκείνη την περίοδο, οι στατιστικές δείχνουν αύξηση των γάμων και των γεννήσεων, αλλά και μείωση των γυναικών στο φοιτητικό πληθυσμό.

Στις διασημότερες γυναίκες του καθεστώτος συγκαταλέγονται η Χάνα Ράιτς, η πρώτη γυναίκα που ταξίδεψε στις Άλπεις με ένα ανεμοπλάνο, κορυφαία πιλότος, ένθερμη οπαδός του Χίτλερ και η μόνη γυναίκα που τιμήθηκε με τον Σιδηρούν Σταυρό. Ηταν παντρεμένη με τον τελευταίο στρατάρχη του Γ΄ Ράιχ, τον Ρόμπερτ Ρίτερ φον Γκράιμ, ο οποίος αυτοκτόνησε μόλις πληροφορήθηκε την αυτοκτονία του Χίτλερ. Η ίδια χαρακτηρίστηκε «υστερική» από τους Αμερικανούς που τη συνέλαβαν. Προσπάθησε να δικαιολογήσει τη συνεργασία της με το καθεστώς ως απλή βοήθεια στους πιλότους, παρ’ ότι τα ιστορικά ντοκουμέντα δείχνουν μια πιο βαθιά σχέση. Τελικά, το 1961 επισκέφθηκε τον Λευκό Οίκο ως προσκεκλημένη του προέδρου Τζον Κένεντι.

Επίσης, η Λένι Ρίφενσταλ, χορεύτρια και ηθοποιός που ο Χίτλερ διόρισε παραγωγό του ναζιστικού κόμματος, θα μπορούσε να μείνει στην ιστορία της 7ης Τέχνης για το ταλέντο της, αν δεν συνδεόταν τόσο ξεκάθαρα με την προπαγάνδα του ναζιστικού καθεστώτος. Το πιο γνωστό έργο της τη «Δύναμη της θέλησης» χαρακτηρίστηκε μνημείο χιτλερικής προπαγάνδας. Πολλοί τής αποδίδουν καιροσκοπισμό μέχρι του σημείου της εκμετάλλευσης ανδρών για την επαγγελματική της καταξίωση. Αναστάτωσε την ελληνική κοινωνία όταν, το 1936, στα περιθώρια των γυρισμάτων της ταινίας «Olympia», ερωτεύτηκε και απήγαγε τον κατά 15 χρόνια μικρότερο της λαμπαδηδρόμο Ανατόλ Ντομπριάνσκι. Μετά την πτώση του καθεστώτος, στις ανακρίσεις που πέρασε προσπάθησε να αποποιηθεί – αν όχι να παραχαράξει – το παρελθόν της. Παρ’ όλα αυτά, τα «Ημερολόγια του Γκέμπελς» δείχνουν τη στενή σχέση της με την ελίτ του ναζισμού και κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ότι για τα γυρίσματα του «Tiefland» χρησιμοποίησε κρατούμενους από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η πιο διάσημη γυναίκα, ωστόσο, του Γ΄ Ράιχ δεν ήταν άλλη από την Εύα Μπράουν, ερωμένη επί 13 χρόνια και σύζυγο επί ένα 24ωρο του Αδόλφου Χίτλερ, προσδιορισμός ο οποίος την στιγμάτισε, παρά το γεγονός ότι δεν φαίνεται να ασκούσε ιδιαίτερη επιρροή επάνω του. Αυτοκτόνησε μαζί του στις 30 Απριλίου 1945, στο μπούνκερ της καγκελαρίας.

Πηγή: ΒHmagazino

 

Σχετικά Άρθρα

Απόκρυφες πτυχές της μελανής ψήφου

Η θέση των γυναικών στη θεωρία, την πολιτική και την πράξη του φασισμού

 

 

Share

«Η Χρυσή Αυγή με κατέστρεψε»

του Ματθαίου Τσιμπάκη

H Αναστασία είναι γνωστή στη γειτονιά του Αγίου Μελετίου, ιδίως στους νέους. Πρόκειται για την ιδιοκτήτρια του Ιντερνετ καφέ το οποίο διέλυσαν πριν από μερικές μέρες, με ρόπαλα και σιδερόβεργες, «αγανακτισμένοι» χρυσαυγίτες. Είχαν αγανακτήσει, είπαν, γιατί είχε προηγηθεί επίθεση από κάποιον άγνωστο σε κουρείο της διπλανής οδού Μιχαήλ Βόδα αλλά και ο τραυματισμός του κουρέα.

Η Αναστασία πήγε στην πρώτη συγκέντρωση των κατοίκων, λίγες ώρες μετά το περιστατικό, όπου έδωσε το «παρών» και κλιμάκιο χρυσαυγιτών, όπως άλλωστε σε κάθε συγκέντρωση που γίνεται στην ευρύτερη περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα, για να μάθει τι ακριβώς συνέβη. Δεν έμαθε περισσότερα απ’ όσα είχε ακούσει στις συνομιλίες με τους άλλους περιοίκους. Και δεν περίμενε ποτέ ότι αυτοί που υποτίθεται πως έσπευσαν εκεί, θα την κατέστρεφαν οικονομικά κάνοντας γυαλιά καρφιά και το δικό της μαγαζί, επειδή, όπως λέει, ο σύντροφός της είναι Αιγύπτιος. Την επόμενη ημέρα μια άγνωστη γυναίκα την επισκέφθηκε για να της εξηγήσει πως η ζημιά δεν θα γινόταν αν είχε βάλει στην είσοδο ταμπέλα με την ένδειξη ότι το Ιντερνετ καφέ είναι «Μόνο για Ελληνες». Η αφήγησή της είναι αποκαλυπτική για τον τρόπο με τον οποίο η Χρυσή Αυγή εκμεταλλεύεται τα προβλήματα της περιοχής:

«Στις έξι και μισή το απόγευμα της Παρασκευής μαζεύτηκε κόσμος στον δρόμο. Κάποιοι αλλοδαποί στάθηκαν έξω από το μαγαζί μας και κοιτούσαν, όταν τους αντιλήφθηκαν οι χρυσαυγίτες. Τους ζήτησα να φύγουν για να μη δημιουργηθεί πρόβλημα, όμως οι χρυσαυγίτες τούς πήραν στο κυνήγι. Τρεις Αφρικανοί μπήκαν μέσα για να κρυφτούν και απ’ έξω συγκεντρώθηκε πλήθος που φώναζε “βγάλ’ τους έξω, μην τους προστατεύεις”. Ενας άντρας με μπλούζα παραλλαγής των ΟΥΚ παρότρυνε το πλήθος να διαλύσουν το μαγαζί μου, παρότι υπήρχαν δύο περιπολικά ακριβώς απ’ έξω και πολλοί αστυνομικοί στην περιοχή».

Ο Αιγύπτιος σύντροφος της Αναστασίας μπήκε κι αυτός μέσα φοβισμένος, όμως οι χρυσαυγίτες και το οργισμένο πλήθος άρχισαν να φωνάζουν -όπως ισχυρίζεται η Αναστασία- ότι αυτός ήταν ο δολοφόνος του κουρέα κι ότι κρατούσε μαχαίρι. Οι τρεις Αφρικανοί που είχαν κρυφτεί στο κατάστημα πρόλαβαν να φύγουν από τον φωταγωγό την ώρα που κάποιος πέταξε πέτρα και έσπασε την τζαμαρία δίνοντας το σύνθημα της εισβολής. Οι αστυνομικοί κινήθηκαν προς τα εκεί. Ωστόσο, αντί να απομακρύνουν το πλήθος πήραν την Αναστασία και τον σύντροφό της, τους οποίους και οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής. «Τους ρώτησα τι θα γίνει με το μαγαζί, αλλά δεν μου απάντησαν. Ενώ εμείς φεύγαμε, το πλήθος διέλυσε το μαγαζί μας. Στο τμήμα οι αστυνομικοί είδαν ότι η άδεια παραμονής του συντρόφου μου δεν έχει ανανεωθεί, οπότε τον κράτησαν, και τώρα κινδυνεύει να απελαθεί».

Η Αναστασία ανησυχεί όχι μόνο γιατί είναι έγκυος στο παιδί τους. Την ρωτάμε ποια είναι η γνώμη της για τους μετανάστες. «Είναι πάρα πολλοί. Οι μόνοι που δικαιούνται πολιτικό άσυλο είναι όσοι έρχονται από τη Συρία». Η ίδια πιστεύει ότι οι παράνομοι μετανάστες θα πρέπει να φύγουν, όμως μπροστά στο ενδεχόμενο να απελαθεί ο σύντροφός της τρομάζει. «Είναι δύσκολη ερώτηση» μονολογεί. «Κανονικά θα πρέπει, αλλά…» και αμέσως συμπληρώνει «εγώ θα αναγκαστώ να φύγω μετανάστρια στην Αίγυπτο, επειδή οι Ελληνες μου έσπασαν το μαγαζί. Φορολογούμαι, βοηθάω το κράτος και προσπαθώ να τα κάνω όλα νόμιμα. Τον άντρα μου τον συνέλαβαν γιατί δεν ανανέωσε τα χαρτιά του, αυτόν που μου κατέστρεψε το μαγαζί δεν τον γνωρίζει η αστυνομία που ήταν και παρούσα;»

Οταν η συζήτηση φτάνει στην εγκληματικότητα που λέγεται ότι υπάρχει στη γειτονιά, η Αναστασία απαντά πως δεν πιστεύει ότι είναι περισσότερη απ’ ό,τι σε άλλες περιοχές της Αθήνας. Παρ’ όλα αυτά, οι λιγοστοί ηλικιωμένοι Ελληνες που έχουν απομείνει φοβούνται: «Τους ενοχλεί που κάθονται οι μετανάστες στις γωνίες και στα σκαλιά των πολυκατοικιών τη νύχτα, όμως δεν βλάπτουν κανέναν». Και παρατηρεί την αντίφαση που χαρακτηρίζει την ξενοφοβία των Ελλήνων της γειτονιάς: «Οι ίδιοι που νοικιάζουν τα διαμερίσματά τους στους μετανάστες τώρα που τους μείωσαν τις συντάξεις, ζητάνε να απελαθούν και υποστηρίζουν τη Χρυσή Αυγή. Ποιοι στηρίζουν όμως οικονομικά την περιοχή; Οι μετανάστες. Θα μου πει η Χρυσή Αυγή πώς θα ζήσω»; Μετά τα επεισόδια η Αναστασία αντιμετώπισε ακόμα περισσότερες εκπλήξεις. Ενώ, η αιγυπτιακή κοινότητα της συμπαραστάθηκε, η «γειτονιά» αδιαφόρησε. Μιλάμε για τις καταγγελίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, σύμφωνα με τις οποίες η ίδια η αστυνομία παραχωρεί το έργο της ασφάλειας στη νεοναζιστική ομάδα: «Θέλω να τους πω ένα μεγάλο ευχαριστώ. Κατέστρεψαν ένα μαγαζί που έδινε ψωμί σε μια μόνη μάνα. Νιώθω… ασφαλής τώρα», λέει.

 

Από την εφημερίδα των συντακτών

Πηγή: Παραλληλογράφος

Share

Επίθεση με μαχαίρια από φασίστες σε gay

Χτες στις 19:00 είχε διαμαρτυρία της αντιφασιστικής επιτροπής κατοίκων Μεταξουργείου – Κεραμεικού για τις ομοφοβικές επιθέσεις.
Ενημερωθήκαμε ότι επιτέθηκαν χρυσαυγίτες στον κόσμο που είχε μαζευτεί και μοίραζε φυλλάδια, και τους κυνηγούσαν με μαχαίρια.

15 περίπου φασίστες επιτέθηκαν σε άτομα LGBTIQ οργανώσεων και μελών της αντιφασιστικής Κεραμεικού στις 20:00 το βράδυ σε κεντρική πλατεία του Κεραμεικού, την ώρα που η ομάδα μοίραζε φυλλάδια κατά της ομοφοβικής βίας.

Ένας τραμπούκος έβγαλε μαχαίρι, μπροστά στα μάτια έκπληκτων πολιτών/ισσών. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο τραυματίες, ευτυχώς ελαφρά. Το παιδί που πήγε στο νοσοκομείο είναι καλύτερα. Είχε υποστεί εξάρθρωση της ωμοπλάτης, επειδή χρυσαυγίτες τον έριξαν στο δρόμο και τον χτυπούσαν. Επίσης άλλο ένα άτομο δέχτηκε επίθεση με μαχαίρι, χωρίς να τραυματιστεί σοβαρά. Μετά από επώνυμη καταγγελία μέλους της επιτροπής κατοίκων συνελήφθη ένας από τους δράστες της επίθεσης.

Όπως είπε ένας από τους ακτιβιστές: “Μπορεί να μη το διαλέξαμε εμείς, αλλά η ιστορία μας πέταξε το γάντι. Μάλλον έφτασε η ώρα να το σηκώσουμε”.

Σήμερα γίνεται συγκέντρωση κατά της φασιστικής βίας μπροστά στην είσοδο του Μετρό. Αν δεν υπερασπιζόμαστε εμείς οι ίδιοι τα δικαιώματα και τις ελευθερίες μας, αν παραμένουμε σιωπηλοί και αδρανείς, τότε το μέλλον ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας προβλέπεται ζοφερό, με τους πολίτες της καταδικασμένους να ζουν ξανά και ξανά τον απολυταρχισμό και τον βίαιο παραλογισμό του, καταλύοντας κάθε έννοια αξιοπρέπειας, ελευθερίας και αυτοπροσδιορισμού!

“Η ομορφιά της ζωής έγκειται στην ίδια την πολυχρωμία της!”

Με αυτή την υπέροχη δήλωση, σας προσκαλεί η ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΜΕΤΑΞΟΥΡΞΕΙΟΥ – ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΥ να ενώσετε τις φωνές σας ενάντια στην ομοφοβία και τον ρατσισμό, σήμερα 4/11 και ώρα 19:00, στην πλατεία Κεραμεικού, μπροστά στην είσοδο του Μετρό.

Πηγή: antivirus magazine

 

Share

Απόκρυφες πτυχές της μελανής ψήφου

των Εφη Αβδελα και Αγγέλικα Ψαρρα

Στις δύο πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις η Χρυσή Αυγή πήρε 7% των ψήφων και εγκαταστάθηκε για τα καλά στην Ελληνική Βουλή. Την ψήφισαν περίπου πεντακόσιες χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως νέοι άνδρες μέσου μορφωτικού επιπέδου, στα αστικά και ημιαστικά κέντρα. Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι πολλά, ένα, ωστόσο, αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία: Από πού τροφοδοτείται η συγκεκριμένη οργάνωση; Γιατί την επιλέγουν οι ψηφοφόροι της;

Είναι, πιστεύουμε, προφανές ότι το αναντίρρητο γεγονός πως η Χρυσή Αυγή είναι μια νεοναζιστική οργάνωση δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι ψηφοφόροι της ασπάζονται –και ακολουθούν– τις αμιγώς νεοναζιστικές θέσεις και πρακτικές της. Η πρόχειρη ταύτιση εκατοντάδων χιλιάδων ψηφοφόρων με τον φασισμό ή τον ναζισμό είναι ερμηνευτικά ανεπαρκής και ενδέχεται να αποδειχθεί και πολιτικά ατελέσφορη. Και είναι βέβαιο ότι οι ιστορικές αναλογίες με τις αιτίες που οδήγησαν στη γιγάντωση του φασισμού και του ναζισμού την εποχή του Μεσοπολέμου δεν είναι σε θέση να δώσουν απαντήσεις σε σύγχρονα ερωτήματα. Με άλλα λόγια, η ταύτιση των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής με τον ναζισμό δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα στην πολυπλοκότητά της και, κυρίως, δεν λειτουργεί αποτρεπτικά. Απόδειξη ότι η οργάνωση διατήρησε το ποσοστό της, παρά το ότι στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων αποκαλύφθηκε –και, με αδικαιολόγητη είναι αλήθεια καθυστέρηση, καταγγέλθηκε από πολλές πλευρές– ο νεοναζιστικός χαρακτήρας της.

Ο ναζισμός ή, έστω, οι σύγχρονες εκδοχές του δεν αποτελούν το κλειδί που θα μας επιτρέψει να αντιληφθούμε γιατί ένα 7% του εκλογικού σώματος στήριξε τη Χρυσή Αυγή — τη φορά, μάλιστα, αυτή μετά λόγου γνώσεως. Κατά τη γνώμη μας, οι βασικές αιτίες που οδήγησαν στην εντυπωσιακή εκλογική ενίσχυση της εγκληματικής συμμορίας πρέπει να αναζητηθούν στην ανθεκτικότητα –και τη συγκυριακή αναζωπύρωση στις συνθήκες της κρίσης– κάποιων «βαθιών δομών» της ελληνικής κοινωνίας, οι οποίες είχαν αφοπλιστεί πολιτικά, επομένως είχαν ως ένα σημείο περιθωριοποιηθεί στο κλίμα των πρώτων μεταπολιτευτικών δεκαετιών. Αναφερόμαστε στον αντισημιτισμό, τον ρατσισμό, τον εθνικισμό, την απαξίωση του πολιτικού προσωπικού –που φλερτάρει με τον αντικοινοβουλευτισμό– και τον σεξισμό. Οι «δομές» αυτές, οι οποίες αφορούν κατά κύριο λόγο τρόπους πρόσληψης και διαχείρισης της ετερότητας, συγκροτούν ένα συμπαγές σε μεγάλο βαθμό πλέγμα∙ αν τις διαχωρίζουμε, είναι γιατί έτσι μπορούμε ευχερέστερα να αντιληφθούμε τις κατά καιρούς εξάρσεις κάποιων από αυτές, αλλά και να παρακολουθήσουμε τη διάχυση που παρουσιάζουν οι λόγοι που επιτρέπουν τη νομιμοποίησή τους, εντοπίζοντας τους εκάστοτε πομπούς και τα αυξομειούμενα ακροατήριά τους.

Αρχέτυπη μορφή του ρατσισμού, ο αντισημιτισμός συνιστά σταθερό όσο και «αόρατο» χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας. Κι αν στις ημέρες μας άλλες εκδοχές ρατσισμού διεκδικούν μεγαλύτερη ορατότητα, το έδαφος παραμένει ιδιαίτερα πρόσφορο σε αρχαϊκές συνωμοσιολογικές θεωρίες με αντισημιτικό πρόσημο, ενώ απροκάλυπτοι αντισημίτες έχουν πλέον αποκτήσει κεντρική πολιτική νομιμοποίηση. Δεν θα σταθούμε στην πασίδηλη όξυνση της ξενοφοβίας, του ρατσισμού και του εθνικισμού: τα προβλήματα της κρίσης έχουν εντείνει την από καιρό διαπιστωμένη έλλειψη ανοχής της ελληνικής κοινωνίας στην ετερότητα. Δεν είναι βέβαια αμελητέο το γεγονός ότι σήμερα αυτή η έλλειψη ανοχής μετασχηματίζεται σε ευθεία και απροκάλυπτη εχθρότητα. Η πρωτοφανής και συστηματική εκστρατεία άσκησης σωματικής βίας σε βάρος των μεταναστών, στην οποία επιδίδεται η Χρυσή Αυγή, βρίσκει σήμερα πολλούς υποστηρικτές. Ούτως ή άλλως, η φαντασιακή μετάθεση των προβλημάτων μέσα από την ανακάλυψη εσωτερικών ή/και εξωτερικών εχθρών –αποδιοπομπαίων τράγων– συνιστά παμπάλαια καταφυγή σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας, ψυχικής ανασφάλειας και φόβου για το μέλλον. Στις επιπτώσεις της κρίσης συγκαταλέγεται ασφαλώς και η ολοένα και πιο σκληρή απαξίωση του πολιτικού προσωπικού, που ενίοτε συμπαρασύρει και το ίδιο το κοινοβουλευτικό σύστημα. Βασισμένη σε προϋπάρχοντα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας, και, κυρίως, τη δυσπιστία προς το κράτος και τους θεσμούς του, εκφράζει σήμερα τη διάρρηξη των παραδοσιακών δομών ταύτισης των πολιτών με συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα και κόμματα.

Είναι σαφές ότι οι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής μοιράζονται τις συγκεκριμένες προκαταλήψεις τους με τους ψηφοφόρους ενός ευρύτατου πολιτικού φάσματος. Στο κλίμα αυτό, η απροσχημάτιστη επίκληση του σεξισμού και της ομοφοβίας αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι αναφορές της νεοναζιστικής οργάνωσης στην «ελληνική φυλή» –ή στο «ελληνικό έθνος»– βασίζονται σε μια εκδοχή του επιθετικού ανδρισμού, η οποία συνιστά καθαρή παλινδρόμηση σε σχέση με τις διαφοροποιήσεις που σημειώθηκαν στις έμφυλες σχέσεις κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Τροφοδοτημένος από τις ανατροπές στην έμφυλη καθημερινότητα που παρήγαγε η κρίση, ο λόγος της Χρυσής Αυγής περί φύλων μοιάζει να αποκτά ανησυχητική εμβέλεια, ανεξάρτητη ως ένα βαθμό από το βιολογικό φύλο των υποστηρικτών του.

Η εκδοχή του ανδρισμού που προβάλλει η Χρυσή Αυγή συνιστά σημείο συνάντησης με σημαντική μερίδα ψηφοφόρων της. Πρόκειται για ένα πρότυπο επιθετικής αρρενωπότητας, το οποίο αντλεί από παραδοσιακές κοινωνικές αγκυλώσεις και είχε αμφισβητηθεί και περιθωριοποιηθεί στον δημόσιο χώρο εδώ και δεκαετίες ως αντίθετο με μια «ευρωπαϊκή» και «εκσυγχρονισμένη» εκδοχή των έμφυλων σχέσεων. Οι αναταράξεις που προκάλεσε η οικονομική κρίση έθεσαν σε αμφισβήτηση το ως πρόσφατα ηγεμονικό μοντέλο του «συναινετικού» ανδρισμού και πρόσφεραν το έδαφος για να στοχοποιηθούν στερεοτυπικά οι «υπεύθυνοι»: εκτός από τους «διεφθαρμένους» πολιτικούς, τους «εγκληματίες» ξένους, τους «θρασείς» ομοφυλόφιλους, μοιάζει να ενοχλούν πλέον και οι «γλωσσούδες» γυναίκες, αυτές που καταλαμβάνουν θέσεις ευθύνης, μιλούν στον δημόσιο χώρο ή –το χειρότερο–διατηρούν ενδεχομένως πιο εύκολα μορφές απασχόλησης στην άτυπη οικονομία, όταν νέοι άνδρες χάνουν τις δουλειές τους ή, απλώς, δεν έχουν δουλειά. Πόσοι –αλλά και πόσες– δεν είπαν ότι όλοι αυτοί χρειάζονται ένα «γερό χέρι ξύλο»; Και πόσοι ανάμεσά τους δεν έγιναν ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής;

Ας μην υποτιμήσουμε στο σημείο αυτό και το γεγονός ότι κεντρικές θέσεις του Μετώπου Γυναικών της νεοναζιστικής οργάνωσης, και συγκεκριμένα η έμφαση στον κοινωνικό και εθνικό ρόλο της μητρότητας σε συνδυασμό με την καταδίκη των εκτρώσεων ως «εγκλήματος κατά της φυλής», εφάπτονται με λόγους που εδώ και καιρό εκφέρονται με ολοένα μεγαλύτερη ζέση από ποικίλα κοινωνικά, πολιτικά και επιστημονικά περιβάλλοντα. Κι ας μην αγνοήσουμε τη συγγένεια των λόγων αυτών με την ευθέως ξενόφοβη και σεξιστική επιστροφή στην «ελληνική οικογένεια», την οποία, ενόψει των πρόσφατων εκλογών, ασπάστηκε η πλειονότητα των πολιτικών δυνάμεων της χώρας. Συνέπεια κι αυτή ανακατατάξεων που συνδέονται με τις οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης, η τρέχουσα εμμονή στην «ελληνική οικογένεια» και τα δίκαιά της συνεπάγεται στα σημερινά συμφραζόμενα τη νομιμοποίηση αποκλεισμών που αφορούν κατά κύριο λόγο τους μετανάστες, αλλά περιλαμβάνουν και εκείνους και εκείνες που δεν πληρούν τις κανονιστικές προϋποθέσεις του «ελληνικού» οικογενειακού προτύπου.

Την ίδια ώρα, έχει ενδιαφέρον ότι στον λόγο της Χρυσής Αυγής χρησιμεύουν και πολλά από τα γνώριμα όπλα του παραδοσιακού αντιφεμινισμού. Διεκδικώντας πλέον εθνικό ακροατήριο, και στο πλαίσιο της «αντισυστημικής» κριτικής της, η οργάνωση καταδικάζει τον –από καιρό λησμονημένο από τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις– φεμινισμό μαζί με άλλες «επικίνδυνες» –καθότι «ξενόφερτες»– έννοιες, όπως ο διεθνισμός, η ισότητα ή η ομοφυλοφυλία. Οι θέσεις της Χρυσής Αυγής για τις γυναίκες (είτε αφορούν τη «γενοκτονία των εκτρώσεων» είτε τις «φεμινίστριες με τις τρίχες στις μασχάλες» που θυμήθηκε όλως τυχαίως η Ελένη Ζαρούλια Μιχαλολιάκου) γειτονεύουν ανησυχητικά με αρχαϊκές προϊδεάσεις για τα φύλα και τον σύμφωνο με τη φύση «προορισμό» τους, οι οποίες μοιάζει να σηκώνουν κεφάλι στη συγκυρία της κρίσης. Πράγματι, δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε το νήμα που συνδέει ακραία συντηρητικές αντιλήψεις για τα φύλα, οι οποίες μέχρι πρότινος παρέμεναν περιθωριακές, με τον έμφυλο λόγο της νεοναζιστικής οργάνωσης. Στις σημερινές συνθήκες, οι παραδοσιακές αυτές αντιφεμινιστικές και ομοφοβικές αντιλήψεις εντάσσονται σε ένα νέο πλαίσιο, που τους επιτρέπει να εμφανίζονται ως όχημα για την αποκατάσταση της διαταραγμένης φυσικής τάξης των πραγμάτων.

Είναι πλέον βέβαιο ότι η κρίση οδήγησε σε παροξυσμό κάποιες «βαθιές δομές» της ελληνικής κοινωνίας, μετατρέποντάς τες σε κοινούς τόπους. Εξίσου σαφές είναι ότι επέτρεψε να γίνει δημόσια αποδεκτό το επιθετικό ιδίωμα που υιοθετεί στον δημόσιο λόγο και στις πρακτικές της η Χρυσή Αυγή, μια εκδοχή επιθετικού ανδρισμού που διεκδικεί την ηγεμονία ως φορέας της σωτηρίας του «έθνους». Η κρίση διευκολύνει το ιδίωμα αυτό να εκδηλωθεί κατ’ επανάληψη σε πολλές και διαφορετικές περιστάσεις. Παραμένει το γεγονός ότι η χρήση σωματικής βίας ως συστατικό στοιχείο της πολιτικής της διαφοροποιεί τη νεοναζιστική οργάνωση από άλλες πολιτικές δυνάμεις, με τις οποίες μοιράζεται ορισμένες –ή πολλές– από τις θέσεις της. Στο σημείο αυτό, συναντά και πάλι τις κοινωνικές επιπτώσεις της κατάστασης «έκτακτης δημοσιονομικής ανάγκης». Με άλλα λόγια, την ανασφάλεια και την οργή μερίδας του εκλογικού σώματος, η οποία, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά, αποδεικνύεται πρόθυμη να εκχωρήσει στη Χρυσή Αυγή τις προσδοκίες της για τον κυριολεκτικό «αφανισμό» όσων θεωρεί υπεύθυνους για τη σημερινή της κατάντια.

Έρχονται δύσκολες μέρες…

Πηγή: Αυγή

Share

Η θέση των γυναικών στη θεωρία, την πολιτική και την πράξη του φασισμού

της Σίσσυς Βωβού*

Αρχίζοντας την ομιλία μου για τη θέση των γυναικών στην ιδεολογία και την πρακτική του φασισμού, εν όψη της αυριανής αντιφασιστικής επετείου, θα ήθελα να αναφέρω ότι υπάρχουν δύο νέες γυναίκες που εκτελέστηκαν στη γειτονιά μας το 1944.  η Ηρώ Κωνσταντοπούλου και η Ιουλία Μπίμπα, λόγω της συμμετοχής τους σε σημαντικές αντιστασιακές πράξεις.

Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου, γεννήθηκε στις 16 Ιουλίου 1927 και εκτελέστηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1944 σε ηλικία 17 χρονών, στη συνοικία μας, στο Κουκάκι.

Ήταν μαθήτρια Γυμνασίου και οργανωμένη στην ΕΠΟΝ, όπου είχε αναπτύξει έντονη δράση, παρά το νεαρό της ηλικίας της. Μιλούσε τέσσερις γλώσσες και όταν τη βασάνιζαν οι χιτλερικοί στην οδό Μέρλιν, όπου βρισκόταν το αρχηγείο της Κομαντατούρ, αναφέρεται ότι τους “μαστίγωνε” στη γλώσσα τους.

Λίγο πριν την αποχώρηση των Γερμανών, συμμετέχει στην ανατίναξη ενός τρένου που μετέφερε πυρομαχικά και ξανά συλλαμβάνεται στις 31 Ιουλίου 1944. Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1944, οδηγήθηκε μαζί με άλλους 49 κρατούμενους, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Η ζωή της έγινε ταινία το 1981 με τίτλο “17 σφαίρες για έναν άγγελο, η αληθινή ιστορία της Ηρώς Κωνσταντοπούλου”

Η Ιουλία Μπίμπα ή «Ξανθούλα», συμμετείχε στην ανατίναξη των γραφείων της «Εθνικοσοσιαλιστικής Πατριωτικής Οργάνωσης ΕΣΠΟ» το 1942, στην γωνία Πατησίων και Γλάδστωνος, όπου τα γραφεία αυτά ήταν στο ίδιο κτίριο με την Κομαντατούρ.  Νεκροί: 39 μέλη της ΕΣΠΟ, κι ο αρχηγός τους, και 43 γκεσταπίτες. Τραυματίες: 27 της ΕΣΠΟ και 55 Γερμανοί. (Λυπάμαι, βέβαια, να μιλάω για νεκρούς).

Συνελήφθησαν και εκτελέσθηκαν στην Καισαριανή, για αντίποινα, οι: Κώστας Περρίκος, απότακτος αξιωματικός της αεροπορίας, Θανάσης Σκούρας (της γνωστής κινηματογραφικής οικογένειας), Γιάννης Κατεβάτης, Διονύσης Παπαδόπουλος, Δημήτρης Λόης.

Η Ιουλία Μπίμπα μεταφέρθηκε σε άγνωστο στρατόπεδο της Γερμανίας, Πολωνίας ή Βουλγαρίας και την αποκεφάλισαν με τσεκούρι. Ο Αντώνης Μυτιληναίος δραπέτευσε, πέθανε πρόσφατα, ο Σπύρος Γαλάτης απελευθερώθηκε από φυλακή της Γερμανίας.

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ

Πολλά ακούστηκαν και προβλήθηκαν αυτές τις μέρες για το φασισμό και τον πόλεμο, περισσότερα από κάθε άλλη φορά θα έλεγα, επειδή στις μέρες μας στη χώρα μας ζούμε την άνοδο του φασιστικού φαινομένου με επίκεντρο τους μετανάστες και μετανάστριες, τους «άλλους» της δικης μας εποχής, τους δικούς μας «Εβραίους» που υφίστανται καθημερινά διώξεις άτυπες και βάρβαρες, οι οποίες εκβαρβαρίζουν και δηλητηριάζουν την κοινωνία μας. Το μεγαλύτερο μερίδιο της καταστολής των μεταναστών έχει το κράτος, υπό δύο εκδοχές: Η μια είναι η άρνηση της νομιμότητας και της αποδοχής τους ως ισότιμων συμπολιτών, η συμπλήρωση είναι η καταστολή, η ηθική, πνευματική και φυσική κακοποίησή τους. Υπάρχει μια αλυσίδα αντίδρασης προς τους μετανάστες, η οποία αρχίζει από το κράτος, προχωρά στις εγκληματικές συμμορίες, και μετά στην υποστήριξη αυτών των πράξεων από μικρό μέρος της κοινωνίας και την αποδοχή από μεγαλύτερο, όχι από το μεγαλύτερο.

Εμείς είμαστε εδώ για να διακηρύξουμε μια άλλη πολιτική, αυτή της ισότητας των πολιτών και της πολυεθνικής κοινωνίας η οποία αποτελεί πραγματικότητα που βλέπουμε στον τόπο μας και βλέπουμε σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης.

Κοινωνική ιεραρχία

Η καταστολή και συνεπώς στρατιωτικοποίηση και αποκλεισμός του «διαφορετικού» αποτελεί τον πυρήνα της φασιστικής πολιτικής, αλλά είναι ανατριχιαστικό να την βλέπουμε σε μικρότερες δόσεις και συνθέσεις σε κάθε άλλη πολιτική, δημοκρατική, αριστερή, δεξιά, μεσαία.

Μιλώντας για τη θέση των γυναικών λοιπόν στο φασιστικό φαινόμενο του τότε και του τώρα, θέλουμε απλώς να επισημάνουμε πόσο αυτή η ιδεολογία πλήττει την πορεία εμάς των γυναικών προς την αυτονομία, τη συμμετοχή στο δημόσιο χώρο και την πολιτική, πόσο δημιουργεί μεγαλύτερη εξάρτηση και πόσο έντονα μεταφέρει στον ιδιωτικό χώρο την ανδρική εξουσία που υπάρχει στο δημόσιο χώρο. Η στέρηση δικαιωμάτων και συμμετοχής των γυναικών βρίσκεται στο σκληρό πυρήνα της φασιστικής ιδεολογίας και πολιτικής, γι’ αυτό και εμείς οι γυναίκες έχουμε κάθε πρόσθετο λόγο να αντιταχθούμε στο φασιστικό φαινόμενο.

Και τι σημασία έχει η αυτονομία σας, ακούμε συχνά, μπροστά στα μνημόνια για παράδειγμα, μπροστά στην καταστολή, και πολύ περισσότερο μπροστά στο θάνατο που έσπειρε ο φασισμός σε όλη την Ευρώπη; Η απάντηση είναι ότι όλοι και όλες υποκείμεθα στις κεντρικές πολιτικές της κάθε εξουσίας, αλλά η έμφυλη διάστασή της είναι εγγενές συστατικό της μέρος, παράγει υπεραξία γι’ αυτήν, αν δεν ξεχνάμε ότι οι γυναίκες είναι το μισό του πληθυσμού. Ιδιαίτερα στα φασιστικά καθεστώτα δυναμώνει την εξουσία, δημιουργεί τον «καταμερισμό» σ’ αυτούς που θα παράγουν πολιτική και αυτές που θα την υφίστανται, δημιουργεί αδυναμία και εξάρτηση για τις γυναίκες, και συνεπώς περισσότερη ανοχή για τις μεγάλες μάζες τους, που αδυνατούν μέσα στις συνθήκες που τους επιβάλλονται να αντισταθούν και να επαναστατήσουν.

Αν και ο φασισμός-ναζισμός είχε μεγάλη απήχηση στις γυναίκες, λόγω των συνθηκών ζωής που τους επέβαλε ήταν, και φυσικά είναι, μια πολιτική αντιγυναικεία ως προς τους στόχους της συμμετοχής των γυναικών και της αυτονομίας τους, όσο περιορισμένη και αν ήταν σε άλλα συστήματα εξουσίας.

Είναι κοινό χαρακτηριστικό στις περισσότερες εικόνες της τότε εποχής, ότι την περίοδο του Μουσολίνι και του Χίτλερ, οι γυναίκες μπορούσαν να έχουν τη συμμετοχή τους στο πλήθος, αλλά σπάνια τους επιτρεπόταν να εμφανιστούν στο βήμα. Ένα από τα κίνητρα του φασισμού ήταν πάντα να αρνούνται στις γυναίκες το ρόλο του φορέα που διαμορφώνει τη ζωή τους.

Στην Ιταλία, ο Μουσολίνι έκανε εκστρατεία για την επιστροφή των γυναικών στην οικογένεια, για να αυξηθεί η «χαμηλή» γεννητικότητα. Η αντισύλληψη ήταν απαγορευμένη και ο «φεμινισμός» περιγραφόταν ως «εβραϊκή» εφεύρεση. Στο κόμμα του Χίτλερ, οι γυναίκες αποτελούσαν το 6 ή 8 τοις εκατό (εξαρτάται απο τις μετρήσεις) των μελών. Η Βρετανική Ένωση Φασιστών (British Union of Fascists) της εποχής, μπορεί να είχε μεγαλύτερη αποδοχή στις γυναίκες απ’ ότι τα αδελφά κόμματα που αναφέρθηκαν, και μια μειοψηφία των συγγραφέων του αποδεχόταν ότι οι γυναίκες θα μπορούσαν να έχουν και το δικαίωμα στην εργασία. Πάντως, όπως αποδέχονταν οι υποστηρικτές του φασισμού, το κόμμα συνολικά είχε την φιλοσοφία της ευγονικής, ήταν στοχοπροσηλωμένο στην αύξηση των γεννήσεων και αντιτασσόταν στην ανεξαρτησία των γυναικών.

Στην προ-φασιστική Γερμανία της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η κοινωνία ήταν πιο φιλική προς τα δικαιώματα των γυναικών, θετικό παράδειγμα σχετικής ισότητας, όπου η απελευθέρωση των γυναικών σήμαινε περισσότερα από το δικαίωμα στην ψήφο. Στην πολιτιστική άνθιση της εποχής, ενυπήρχε η υπόσχεση για σεξουαλική και καλλιτεχνική έκφραση.

Στην εξουσία, το κόμμα του Χίτλερ προσπάθησε να απαγορεύσει την επαγγελματική ενασχόληση για τις γυναίκες. Τα μέτρα που εισάχθηκαν ταίριαζαν με τη ναζιστική ιδεολογία, που διακήρυσσε την ανάγκη να αυξάνονται οι ευκαιρίες των ανδρών για εύρεση εργασίας. (Σήμερα, μας λένε ότι αν φύγουν οι μετανάστες θα βρουν δουλειές οι Έλληνες. Αύριο, θα μας πουν ότι αν βγουν από την παραγωγή οι γυναίκες θα βρουν δουλειά οι άνδρες. Το γαϊτανάκι των απαγορεύσεων και των αποκλεισμών δεν έχει τέλος). Το κράτος εισήγαγε δάνεια για το γάμο, που εξαρτώντο τόσο από την πολιτική τοποθέτηση της οικογένειας όσο και από τη συναίνεση της γυναίκας να εγκαταλείψει την πληρωμένη απασχόληση. Και φυσικά, ο ρατσισμός του ναζισμού έδινε ιδιαίτερη αποστολή στις γυναίκες, να μεγαλώσουν τη νέα φυλή των Γερμανών, την καθαρή φυλή. Η εφαρμογή της ευγονικής σήμαινε μεγάλη επιτήρηση του κράτους στην γέννηση των παιδιών. Οι ηλικιωμένες ήταν περιττές σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εποχής. Οι νεότερες απλώς έπρεπε να ελπίζουν οτι το παιδί τους δεν θα περιλαμβανόταν στα 100.000 γερμανάκια που φονεύθηκαν εν ψυχρώ  λόγω κληρονομικής αναπηρίας. Και μέσα σ’ αυτό το χορό, οι ίδιες οι ναζιστικές γυναικείες οργανώσεις της εποχής, υποστήριζαν ότι οι γυναίκες έπρεπε να επιστρέψουν στο σπίτι, γιατί η σκληρότητα της πολιτικής «είναι ξένη προς τη γυναικεία φύση».

Χαρακτηριστικό απόσπασμα από ομιλία την Πρωτοχρονιά του 1935 της αρχηγού της γυναικείας οργάνωσης του NSDAP, GERTRUD SCHOLTZ-

«Το Εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα βλέπει τον άνδρα και τη γυναίκα ως ισάξιους κομιστές του μέλλοντος της Γερμανίας. Ζητά, όμως, περισσότερα απ’ ότι το παρελθόν: ο καθένας θα πρέπει πρώτα να εκπληρώσει πλήρως τα καθήκοντα που αρμόζουν στην φύση του… Η γυναίκα, πέρα από την φροντίδα των δικών της παιδιών, θα πρέπει πρώτιστα να νοιάζεται για αυτούς που χρειάζονται την βοήθεια της ως μητέρα του Έθνους».

Τον Ιανουάριο του 1943, φυσικά λόγω της εξέλιξης του πολέμου, το καθεστώς έβγαλε διάταξη όλες οι γυναίκες στις ηλικίες μεταξύ 17 και 45 να γραφτούν στην υπηρεσία ανεργίας, για να βρουν δουλειά. Και όμως, από τις 3.1 εκατομμύρια γυναίκες που εγγράφηκαν, μόνο το 1,2 εκατομμύρια θεωρήθηκαν κατάλληλες για εργασία.

Παρόμοιες ιδέες ευγονικής και πολιτικής γεννήσεων προωθήθηκαν από το καθεστώς Μουσολίνι στην Ιταλία. Δημιουργήθηκε εθνικός οργανισμός για την ρύθμιση μητρότητας και βρεφικής ηλικίας. Δόθηκαν δάνεια στις πιο παραγωγικές γυναίκες, με κριτήριο παραγωγής τον αριθμό των παιδιών που είχαν γεννήσει. Έγινε ολόκληρη δημογραφική καμπάνια για αύξηση γεννητικότητας (η οποία απέτυχε). Οι γυναίκες ωθούνταν να εγκαταλείψουν την πληρωμένη απασχόληση τόσο για να «επιστρέψουν» τις θέσεις εργασίας στους άνδρες, αλλά επίσης για να επιστρέψουν στον φυσικό τους ρόλο, ως φύλακες του σπιτιού. Με την αντιγραφή του αντι-σημιτισμού του Χίτλερ από τον Μουσολίνι, ο αντιφεμινισμός με τον ρατσισμό αναμείχθηκαν. Δόθηκε εντολή στις λευκές γυναίκες να γεννούν, και αν δεν ακολουθούσαν την εντολή αυτή, τις κατηγορούσαν ότι έφεραν τη μνήμη του «εβραϊκού» φεμνισμού. Η διαφορά στην ιταλική περίπτωση, ήταν ο βαθιά ριζωμένος μισογυνισμός της καθολικής εκκλησίας, που ενδυνάμωσε τον μισογυνισμό του καθεστώτος, την ώρα που επέσειε τις αξίες της παραδοσιακής Ιταλίας για να δικαιολογήσει όλο αυτό το σχήμα.

Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε και στο παράδειγμα της δικτατορίας του Μεταξά, το οποίο είχε πολλά φασιστικά στοιχεία, της «κλασικής» περιόδου, αν και του έλειπαν άλλα. Ενώ βρίσκουμε αρκετά παρόμοια στοιχεία με τα προαναφερθέντα, αξίζει να αναφέρουμε την οργάνωση της Νεολαίας του Μεταξά, η οποία ιδρύθηκε το 1937 και απέκτησε 1.250.000 μέλη, τα οποία όπως γνωρίζουμε καλά ήταν καταναγκασμένα σχεδόν, αλλιώς υπήρχαν κυρώσεις για τα παιδιά και τις οικογένειες. Εκεί συνυπήρχαν αγόρια και κορίτσια. Οι στόχοι της νεολαίας, πριν από τον πόλεμο, ήταν οι εθελοντικές κοινωνικές εργασίες (μια από αυτές να χαφιεδίζουν τους αντιφρονούντες στη δικτατορία, ακόμα και τους γονείς τους), ενώ η εκπαίδευση ήταν ότι τα αγόρια θα προορίζονταν για τον πόλεμο, ενώ τα κορίτσια για τα μετόπισθεν και για νοσοκόμες. Η οργάνωση διαλύθηκε μετά την είσοδο του ναζιστικού στρατού στην Ελλάδα, και ευτυχώς το άμεσο μέλλον της νεολαίας της εποχής έμελλε να είναι η ΕΠΟΝ, στην οποία συσπειρώθηκαν μαζικά και με ενθουσιασμό εκατοντάδες χιλιάδες νέοι και νέες.

Και κάποια θεωρητική τοποθέτηση:

Φεμινιστικές κολλεκτίβες στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Βρετανία, οι οποίες ανέπτυξαν ιδεολογική και πολιτική δράση πάνω στο ζήτημα αυτό όταν υπήρχε άνοδος του φασιστικού φαινομένου, τη δεκαετίες του 70-80, υποστήριζαν ότι το φασιστικό κόμμα δεν πρέπει να ιδωθεί πρωταρχικά ως ρατσιστικό κίνημα, αλλά ως κόμμα που ήταν σεξιστικό και ομοφοβικό. Με τα δικά τους λόγια «Ο φασισμός απευθύνεται στις γυναίκες ως γυναίκες – ή καλύτερα υπό την ιδιότητά τους ως συσύγων και μητέρων, που εκπαιδεύουν τη φυλή και το έθνος – και προσπαθεί να κερδίσει υποστήριξη σ’ αυτή τη βάση. Ο φασισμός επίσης απευθύνεται στους άνδρες – βλέπει τον εαυτό του ως προσωποποιημένη ανδροπρέπεια και θεωρεί το φιλελευθερισμό ως «θηλυκό» ή «γυναικωτό». ( Αρκετές από τις ιστορικές πληροφορίες του παρόντος, από dkrenton.co.uk). 6/2/2008

ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Μιλώντας όμως για το φασισμό, το μεγάλο έπος, όπως εμφανίστηκε από τους άλλους ομιλητές, είναι η αντίσταση και η προσδοκία για μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας. Όπως έλεγε και το τραγούδι «Θέλουμε πανανθρώπινη τη λευτεριά». Δυστυχώς, αλλιώς εξελίχτηκαν τα πράγματα στην Ελλάδα.

Μεγάλη ήταν η συμμετοχή των γυναικών στην αντίσταση κατά του φασισμού και για την κοινωνική απελευθέρωση, βέβαια σε μεγάλο βαθμό με βάση τους γνωστούς ρόλους των δύο φύλων. Πάντως, πολλές ήταν οι γυναίκες που συμμετείχαν στην πρώτη γραμμή όσο και στον αντάρτικο στρατό, και λίγες ήταν και βαθμοφόροι. Η πατριαρχία, όπως είπαμε και στην αρχή, δεν γνωρίζει ιδεολογίες, αλλά, είναι γεγονός ότι οι πιο ακραίες εκδοχές των επιταγών της αγκαλιάζονται από ακραία και αυταρχικά καθεστώτα.

Η Κυβέρνηση του Βουνού, δηλαδή η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), έδωσε για πρώτη φορά στις γυναίκες το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι.

Στις 23 Απρίλη 1944 έγιναν εκλογές για την ανάδειξη του Εθνικού Συμβουλίου και εκλέχτηκαν πέντε γυναίκες εθνοσύμβουλοι, η Χρύσα Χατζηβασιλείου, η Καίτη Ζεύγου, η Μαρία Σβώλου, η Φωτεινή Φιλιππίδου και η Μάχη Μαυροειδή.

Στις 20.7.1944 με την Πράξη 42 θεσμοθετείται επίσης η ισότητα των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών. (Η εργατική νομοθεσία της μεταπολεμικής περιόδου πρόβλεπε άνιση αμοιβή για γυναίκες και άνδρες, ενώ η ισότητα αμοιβών, έστω και τυπική, επανήλθε μόνο το 1975, από την κυβέρνηση Καραμανλή).

Σε πολλές πόλεις και χωριά της Ελεύθερης Ελλάδας εκλέχτηκαν γυναίκες δήμαρχοι και κοινοτάρχισσες καθώς και λαϊκές δικαστίνες. Η πρώτη δήμαρχος στην Ελλάδα ήταν η Μαρίκα Μπότση-Τσαπαλίρα στην Αμαλιάδα το 1944.

Στο ΨΗΦΙΣΜΑ Α’ του Εθνικού Συμβουλίου της ΠΕΕΑ, το άρθρο 5 αναφέρει: «Όλοι οι Έλληνες, άντρες και γυναίκες, έχουν ίσα πολιτικά και αστικά δικαιώματα».

ΔΥΣΤΥΧΩΣ, ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

Γυρνώντας στη σύγχρονη φασιστική ιδεολογία που εκπαιδεύει νέες γενιές γυναικών, διαβάζουμε μεταξύ άλλων στα εμπνεόμενα από τον εθνικοσοσιαλισμό κάθε είδους φασιστοσάιτ της Χρυσής Αυγής:

«Η έννοια του Καθήκοντος είναι αυτό που κάνει τον φεμινισμό απορριπτέο άνευ συζητήσεως, γιατί το πρώτιστο Καθήκον που πράττει κάποιος για το Έθνος του είναι αυτό που έχει ορίσει η Φύση και για τα δύο φύλα, δηλαδή η τεκνοποιία και την σωστή διαπαιδαγώγηση των τέκνων αυτών. Δύο οι βασικοί πυλώνες του Εθνικοσοσιαλισμού η Αξιοκρατία και η Φύση ή μάλλον μόνο ένας η Φύση, αφού οι δύο προηγούμενοι ουσιαστικά είναι ένας. Ούτε στο παρελθόν, ούτε στο μέλλον πρόκειται να προδοθεί η Φύση και το Έθνος προκειμένου να εξυπηρετηθούν φεμινιστομαρξιστικά εκτρώματα»

Σε άλλο σημείο: «Εμείς οι Ελληνίδες, μέλη του Λαϊκού Συνδέσμου, έχοντας βαθύτατη συναίσθηση της καταστροφής που επιφέρει το φεμινιστικό πνεύμα της εποχής μας, είμαστε ενάντια σε κάθε λογής διακηρύξεις για την ισότητα των δύο φύλων. Για εμάς δεν τίθεται πρόβλημα ισότητας ή υπεροχής ανάμεσα στον άνδρα και την γυναίκα, αφού πιστεύουμε ότι αποτελούν δύο διαφορετικές υποστάσεις, που έχουν ταχθεί από την Φύση να αλληλοσυμπληρώνονται, έχοντας να επιτελέσουν ο καθένας το δικό του ξεχωριστό Χρέος απέναντι στην Ζωή».

Είναι φυσικό επακόλουθο στην ιστοσελίδα τους να παραπέμπουν στην οργάνωση για την προστασία του αγέννητου παιδιού, ενώ εκφράζουν ανοιχτό αίτημα για την κατάργηση του δικαιώματος στην επιλογή αν μια γυναίκα θέλει να κάνει παιδί ή όχι, και ζητούν την ακύρωση του νόμου για την έκτρωση.

Επίσης, εκμεταλλευόμενες αρνητικά στοιχεία της σημερινής πραγματικότητας για τη γυναίκα αντικείμενο και παίρνοντας δάνεια από τις τρισκατάρατες φεμινίστριες, λένε: «Η ύπαρξη της γυναίκας δεν παύει να υφίσταται αν δεν είναι όμορφη, χειραφετημένη, καριερίστρια, μορφωμένη, περιποιημένη και όλα αυτά που μας βομβαρδίζουν τα περιοδικά. Η ύπαρξη της γυναίκας θα πάψει όμως να υφίσταται αν χαθούν οι ρόλοι που την διαχωρίζουν από τον άντρα, και αυτοί δεν σχετίζονται μόνο με την εμφάνιση… Σχετίζονται με τον ρόλο της γυναίκας σαν μητέρα, οικοδέσποινα, σύντροφο, αλλά και γενικότερα ενός ιδιαίτερου μέλους της κοινωνίας που έχει την δυνατότητα και την υποχρέωση να υπερασπιστεί, με τον δικό του τρόπο, τα ιδανικά του, τις αξίες του, τους θεσμούς, τις παραδόσεις του και όλα τα κεκτημένα που τείνουν να εξαφανισθούν. Τέτοιου είδους γυναίκες έβγαζε πάντα η Ελλάδα και όχι ψεύτικες κούκλες χωρίς περιεχόμενο…»

Γενικότερα μιλώντας για τον φασισμό, τόσο τον σημερινό όσο και τον ιστορικό, μπορούμε να πούμε ότι όλα τα ιδεολογικά καλούπια είχαν ως στόχο τον περιορισμό των γυναικών, αλλά ξεχείλωναν κατά το δοκούν ανάλογα με τις πολιτικές ανάγκες των φασιστικών κυβερνήσεων ή κινημάτων. Αυτό έγινε στον τομέα της εργασίας, της οικογένειας, της συμμετοχής των γυναικών και των ρόλων που επιβάλλονταν. Π.χ. το ελληνικό φασιστικό κίνημα στρατιωτικοποιεί τις γυναίκες, τους επιτρέπει να γίνονται μαχαιροβγάλτριες και τις επιβραβεύει γι’ αυτό (περίπτωση Σκορδέλη που είναι υπόδικη για βαρύ τραυματισμό Αφγανού) ζητά την υιοθέτηση στρατιωτικής θητείας 14 μηνών, διδάσκει ομάδες αυτοάμυνας (κάλυμμα για την ετεροεπίθεση), διδάσκει τη χρήση όπλων όπως άναυδες βλέπουμε στο u-tube χωρίς καθόλου να ενοχληθεί το επίσημο κράτος. Είναι το ίδιο κίνημα που προπαγανδίζει υπέρ της επιστροφής των γυναικών στο σπίτι και στηλιτεύει κάθε έννοια φεμινισμού ή ισότητας των δύο φύλων.

Οι ομάδες των ταγμάτων εφόδου που ήδη έχουν δημιουργηθεί, με μεγάλη επιθετικότητα απέναντι στους μετανάστες και μετανάστριες, είναι φοβισμένα και δειλά ανθρωπάκια που δεν τολμούν να περπατήσουν μόνα τους στο δρόμο, γιατί γνωρίζουν ότι το κίνημα δεν τους φοβάται, αλλά το φοβούνται. Πάντως το κίνημα χρειάζεται να αναπτύξει τις ομάδες περιφρούρησης από τις εγκληματικές συμμορίες..

Προς το παρόν η συμμετοχή των γυναικών στις επιθετικές ομάδες είναι μικρή αλλά δυστυχώς υπαρκτή, ίσως γιατί τα μηνύματα της ειρήνης έχουν πιο ευήκοα ώτα στις γυναίκες. Ίσως γιατί οι γυναίκες καταλαβαίνουν ότι κάθε πυγμή όπως αυτή των φασιστών θα στραφεί εναντίον τους στον ιδιωτικό τους χώρο. (Και μετά θα απευθύνονται στις φεμινίστριες να τις συμβουλεύσουν γιατί έφαγαν ξύλο από τον άντρα τους, και μάλιστα χωρίς ιδεολογικό κάλυμμα).

Τέλος, σας καλώ στο εξής, κάθε φορά που κάποιος ή κάποια θα μιλά εναντίον του φεμινισμού, να αναρωτιέται πώς και βρίσκεται σε ιδεολογική αντιστοιχία με τον φασισμό του χθες και του σήμερα.

Ομιλία σε εκδήλωση στο Κουκάκι, 27-10-2012

 

 

.

Share