Subscribe via RSS Feed

Tag: "φεμινισμός"

Για την αποχώρηση της Λεσβιακής Ομάδας Αθήνας από το Στέκι Μεταναστών

kyklos2

 

Την Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2016, κλήθηκε έκτακτα μία συνέλευση ομάδων του Στεκιού Μεταναστών για να συζητηθεί η καταγγελία μιας γυναίκας για τη σεξουαλική της παρενόχληση από μέλος του Στεκιού.

Πριν από το τέλος αυτής της συνέλευσης, αποχωρήσαμε από το Στέκι, γιατί δεν μπορούσαμε να ανεχτούμε την αναπαραγωγή σεξιστικών συμπεριφορών, πατριαρχικού λόγου, υποτίμησης της γυναίκας, δηλαδή όλα τα χαρακτηριστικά της κουλτούρας του βιασμού και τη βία που βιώσαμε εκεί μέσα.

Τα περιστατικά που μας οδήγησαν σε αυτήν την απόφαση είναι τα εξής:

Στην έκτακτη συνέλευση, μία γυναίκα έφερε τη μαρτυρία της για το περιστατικό σεξουαλικής παρενόχλησης και παραβίασης των ορίων του σώματός της από μέλος του Στεκιού. Η κατατροπωτική πλειοψηφία αρνήθηκε ότι έχει συμβεί οτιδήποτε παραβιαστικό και βίαιο. Δεν δόθηκε ούτε βάση ούτε χώρος στην ίδια την περιγραφή του περιστατικού όπως τη βίωσε η γυναίκα, ενώ, όπως μας έχει συνηθίσει το κυρίαρχο σεξιστικό αφήγημα, έγινε αποδεκτή η περιγραφή του σκηνικού από το δράστη, που ήταν τελείως δυσανάλογη της σοβαρότητας του περιστατικού.

Ο λόγος της γυναίκας αυτής, ο δικός μας και όσων τη στήριξαν αντιμετωπίστηκαν με ειρωνεία και διαρκή απαξίωση. Η συνέλευση, καθ’ όλη τη διάρκεια της παρουσίας μας εκεί, επιβεβαίωνε το σις στρειτ αντρικό προνόμιο που κυριαρχούσε μέσα στον χώρο χωρίς να αφήνει περιθώρια για την έκφραση, το βίωμα και την προσπάθεια να ανοίξει διάλογος για το ζήτημα του σεξισμού απέναντι στη γυναίκα, στη μετανάστρια.

Όταν αυτή η έκθεση του προνομίου μέσα στο χώρο δεν έλεγε να υποχωρήσει, και όταν δεν αντέχαμε άλλο τη βία που λάμβανε χώρο, εμείς αποχωρήσαμε. Να τονιστεί ότι σε καμία χρονική στιγμή δεν υπήρξε αναγνώριση του προνομίου τους, παρά μόνο από ελάχιστες ατομικότητες.

Μη λαμβάνοντας υπόψιν καθόλου τη δυσκολία μιας γυναίκας να καταφέρει να σπάσει τη σιωπή και να μιλήσει για τη βία που βίωσε (βλ. εικόνα), οι τοποθετήσεις περιστράφηκαν γύρω από το αντιρατσιστικό έργο που έχει παράξει για σειρά ετών ο θύτης και γύρω από τη λειτουργική του θέση μέσα στις διαδικασίες του Στεκιού.

Η τυπικά και επιθετικά σεξιστική κουλτούρα της “έλα μωρέ τώρα” παραβίασης των ορίων του σώματος μίας γυναίκας έγινε πλήρως αποδεκτή από την ομήγυρη, η οποία παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια έκπληκτη για το χαρακτηρισμό του περιστατικού ως σεξιστικού. Ακόμη πιο ενδεικτική ήταν η εμμονική άρνηση να ακουστεί ο τρόπος που βίωσε τη σεξουαλική παραβίαση η γυναίκα, ενώ αμέσως υιοθετήθηκε ως αλήθεια ο τρόπος που το περιέγραψε ο θύτης, κατηγορώντας τη γυναίκα για διασυρμό. Με κλασικό πατερναλιστικό τρόπο, οι χαρακτηρισμοί που δόθηκαν στη γυναίκα επικεντρώθηκαν στα σωματικά της χαρακτηριστικά κι υποτιμήθηκαν οι φεμινιστικές της ζυμώσεις, ως “κακές παρέες”.

Βγήκαμε από κει μέσα έχοντας ακούσει όλα τα στερεότυπα του αντιφεμινιστικού, λεσβοφοβικού, σεξιστικού μπίνγκο. Αυτό είχε διπλό αντίκτυπο σ’ εμάς. Πρώτον, συνειδητοποιήσαμε ότι δε χωράμε πια σ’ αυτόν τον χώρο. Εάν οι “σύντροφοι” κι οι “συντρόφισσες” δεν κατανοήσουν ότι ζήσαμε ένα ρεσιτάλ της κουλτούρας του βιασμού, τότε θα πρέπει να περιμένουμε ότι τα περιστατικά της βίας ενάντια στις γυναίκες στο χώρο, θα αυξάνονται και θα γίνονται όλο και πιο επικίνδυνα με τη βαθιά άγνοια και άρνηση της ξεκάθαρης ύπαρξης κουλτούρας του βιασμού που επισκιάζει και το Στέκι Μεταναστών (που ίσως όχι τυχαία, λέγεται Μεταναστών κι όχι και Μεταναστριών). Και δεύτερον, το περιστατικό μάς δημιούργησε την ανάγκη να μιλήσουμε παραπάνω για την κουλτούρα του βιασμού, να ζυμωθούμε και να ενδυναμωθούμε μεταξύ μας και με άλλες ομάδες δημιουργώντας ασφαλείς χώρους που να χωράνε τις διαφορετικότητές μας και τους πολλούς φεμινισμούς μας, διαθεματικά.

Ως κατακλείδα, αναγνωρίζουμε με μεγάλη στενοχώρια γι’ αυτό που συνέβη, ότι το Στέκι ήταν από τους πρώτους μη-ΛΟΑΤΚΙ χώρους που μας δέχτηκε με ανοιχτή αγκαλιά από το 2001 και έκτοτε η αλληλοστήριξη ήταν αδιαπραγμάτευτη. Επίσης, θυμόμαστε με συγκίνηση τη στήριξη του Στεκιού ως πρώτου συμμάχου στο Athens Pride του 2005. Γι’ αυτό, όλα τα παραπάνω είναι πολύ βαριά για μας. Δεν είναι απλώς ένας χώρος που του γυρίζουμε εύκολα την πλάτη λόγω του αντιφεμινισμού, σεξισμού και μισογυνισμού του. Περιμένουμε πραγματικά από τους τέως συντρόφους και τις τέως συντρόφισσες του Στεκιού να πάρουν όλα τα μέτρα που χρειάζονται για να καταλάβουν ότι οι φεμινισμοί είναι η κινητήρια δύναμη της κοινωνικής αλλαγής και συμπερίληψης όλων των διαφορετικοτήτων μας.

Δεκέμβρης 2016, Λεσβιακή Ομάδα Αθήνας

loa.gr

 

 

Share

Ο ελιτίστικος, λευκός φεμινισμός μάς έδωσε τον Τραμπ: Πρέπει να πεθάνει!

της Liza Featherstone

Όταν η γάτα μου πέθανε ξαφνικά το βράδυ πριν από τις εκλογές, ήξερα ότι θα εκλεγεί ο Ντόναλντ Τραμπ κι έτσι ξεκίνησα να πενθώ και τα δύο γεγονότα ταυτόχρονα. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που έχεις ένα μεταφυσικό προαίσθημα –ενισχυμένο από το ότι η γάτα μου ήταν μαύρη και τη θεωρούσα πλέον συγγενή μου– που φαίνεται τρομακτικό μόνο όταν αυτό αποδειχτεί αληθινό. Πριν πεθάνει, υπέθετα – όπως σχεδόν όλη η Νέα Υόρκη– ότι θα εκλεγεί η Χίλαρυ Κλίντον.

Στην τελική, πώς μπορούσε να χάσει μια ικανή, έμπειρη πολιτικός από έναν πραγματικό άνθρωπο των σπηλαίων; Για ποιον λόγο οι εργαζόμενοι –πολλοί από τους οποίους ζουν στις κεντροδυτικές πολιτείες, όπου η οικονομία έχει σταματήσει να ανθεί– να ψηφίσουν έναν άνθρωπο που έγινε γνωστός επειδή ούρλιαζε «Απολύεσαι!» στην τηλεόραση; Ακόμα πιο περίεργο, γιατί ένας κατ’ εξακολούθηση κατηγορούμενος για βιασμό να πάρει περισσότερες λευκές γυναικείες ψήφους από μια προσοντούχα γυναίκα;

Ας κατηγορήσουμε τον ελιτίστικο φεμινισμό που εκπροσωπεί η Κλίντον

Στο βιβλίο False Choices: The Faux Feminism of Hillary Rodham Clinton, εγώ και πολλοί συγγραφείς υποστηρίζουμε ότι ο αστικός φεμινισμός της Κλίντον στρέφεται ενάντια στα συμφέροντα της συντριπτικής πλειονότητας των γυναικών. Και αποδείχτηκε ότι ισχύει και με το παραπάνω. Ένας τέτοιος στιγματισμός του φεμινισμού μας έδωσε τον πιο σεξιστή και ρατσιστή πρόεδρο στη σύγχρονη ιστορία: τον Ντόναλντ Τραμπ.

Ο συντηρητικός βαθύς γνώστης της πολιτικής Καρλ Ρόουβ δήλωσε αυτή την εβδομάδα στο Fox News ότι έρευνες που διεξήγαν με ομάδες εστίασης έδειξε ότι τις γυναίκες της εργατικής τάξης δεν τις ένοιαζε αν η Κλίντον θα ήταν η πρώτη γυναίκα πρόεδρος. Και συγκριτικά με τον Ομπάμα το 2008, η Κλίντον πήρε λιγότερες ψήφους από τις γυναίκες, ανεξάρτητα αν ήταν λευκές, λατίνες ή μαύρες.

Θα ήταν λάθος να πούμε ότι οι ψηφοφόροι του Τραμπ ήταν συνειδητοποιημένοι, εξάλλου πολλοί από αυτούς πάντα ψήφιζαν τους Ρεπουμπλικανούς. Ούτε θα πρέπει να τους αποδώσουμε το τεκμήριο της ταξικότητας, ειδικά στον βαθμό που ήταν υψηλότερου εισοδήματος από τους ψηφοφόρους της Κλίντον. Αμφιβάλλω αν οι περισσότεροι από αυτούς γνωρίζουν ότι η Κλίντον έχει υπάρξει μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Walmart, μιας εταιρείας διάσημης για τα τεράστια κέρδη που αποκόμιζε από την κακοπληρωμένη εργασία γυναικών, και στόχου της μεγαλύτερης αγωγής για διακρίσεις φύλου στην ιστορία. Αλλά πολλοί Αμερικανοί –είτε όσοι ψήφισαν Τραμπ είτε, το πιο πιθανό, όσοι έμειναν σπίτι τους– γνώριζαν ότι η Κλίντον αποτελεί εδώ και καιρό οργανικό κομμάτι ενός συστήματος που τους εξαπάτησε. Οι γυναίκες της εργατικής τάξης ήξεραν πολύ καλά ότι στις «εκστρατείες ακρόασης» της Κλίντον, η μόνη ακρόαση που είχε σημασία ήταν εκείνη που αφορούσε τους υψηλούς χρηματοδότες της στα σαλόνια του Χάμπτον και του Μπέβερλι Χιλς ή στο σέσιον των ερωταπαντήσεων που ακολουθούσε τις ομιλίες των 250.000 δολαρίων στη Goldman Sachs. Το φθινόπωρο του 2016 περνούσε τον περισσότερο χρόνο της με τους ζάμπλουτους.

Η πραγματικά κουφή καμπάνια της δεν προσποιήθηκε καν ότι επιχειρούσε να υπερβεί αυτές τις ταξικές αποκλίσεις. Από τη στιγμή που εξασφάλισε το χρίσμα, η Κλίντον κόμισε ελάχιστες ιδέες για το πώς μπορεί να γίνει η ζωή των απλών γυναικών καλύτερη. Και αυτό γιατί εκείνο που θα βελτίωνε περισσότερο τη ζωή της μέσης γυναίκας θα ήταν η αναδιανομή, κάτι που δεν άρεσε και τόσο στους τραπεζίτες φίλους της Κλίντον. Το σύνθημα #ImWithHer ήταν ένα οδυνηρά κοινότοπο σύνθημα προεκλογικής εκστρατείας, που υπογράμμιζε ευκρινώς ότι το μήνυμα ολόκληρης της εκστρατείας επικεντρωνόταν αποκλειστικά στην υποψήφια ως άτομο και στο φύλο της και όχι σε ένα όραμα για την κοινωνία ή έστω για τις γυναίκες ως σύνολο. Η ίδια ξέγραψε ολόκληρα τμήματα πληθυσμού ως «παρίες» και δεν μπήκε καν στο κόπο να πραγματοποιήσει εκστρατεία στο Ουισκόνσιν. Ανάμεσα στα μέλη των σωματείων δε, η υποστήριξή της ήταν αναιμική σε σχέση με πρόσφατους υποψήφιους των Δημοκρατικών, ενώ σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις ήταν σημαντικά χαμηλότερη και από την υποστήριξη προς τον Ομπάμα το 2008.

Η καμπάνια πάσχιζε συνεχώς να προσελκύσει τη χρηματοδότηση από τις τάξεις των διασημοτήτων του πιο πλούσιου 1%. Και τελικά η Κλίντον κέρδισε πόντους λόγω φύλου μόνο στις τάξεις των αποφοίτων κολεγίου. Σε σχέση με τις λευκές γυναίκες χωρίς πτυχίο, η Κλίντον έχασε από τον Τραμπ κατά 28 μονάδες· ήταν σχεδόν σαν να μην ένοιαζε τη σερβιτόρα από το Οχάιο αν η Άννα Ουίντουρ ήταν #WithHer.

Ο ελιτίστικος φεμινισμός που εκπροσωπεί η Κλίντον είναι ταυτόχρονα ένας «λευκός φεμινισμός». Κατά τη διάρκεια του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών είχε συζητηθεί πολύ η εμπιστοσύνη των μαύρων ψηφοφόρων προς την Κλίντον, αλλά αποδείχτηκε παραπλανητική καθώς αφορούσε κυρίως όσους ήταν αρκετά πεισμένοι για να την ψηφίσουν ήδη από τον πρώτο γύρο, μα αυτό ποτέ δεν είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα του εκλογικού σώματος. Η Κλίντον είχε τεράστια συμβολή στην υλοποίηση πολιτικών που οδήγησαν σε μαζικές φυλακίσεις τη δεκαετία του ’90, είχε πραγματοποίησε ρατσιστική καμπάνια εις βάρος του Ομπάμα το 2008, ενώ συμπεριφέρθηκε στις γυναίκες του #BlackLivesMatter με οδυνηρή περιφρόνηση το 2016. Παρ’ όλα αυτά θεώρησε την ψήφο της μαύρης κοινότητας δεδομένη. Την ενδιέφερε περισσότερο να προσελκύσει την ψήφο των λευκών ρεπουμπλικάνων γυναικών των προαστίων. Τελικά, η προσέλευση των Αφροαμερικανών ήταν μικρότερη από του 2012.

Η αντίδραση των πιο αναγνωρισμένων φεμινιστριών σε αυτόν τον εθνικό τρόμο ήταν να κατηγορήσουν τους ψηφοφόρους. Σχολιάστριες όπως η Αμάντα Μάρξοτ ήταν σίγουρες για τη νίκη του Τραμπ επειδή οι άντρες –και ορισμένες γυναίκες– μισούν τις γυναίκες: «Αποδεικνύεται ότι δεν μπορούμε να δεχτούμε την ιδέα πως μια γυναίκα μπορεί να είναι ταυτόχρονα φιλόδοξη και ικανή». Ο μόνος άλλος λόγος για τον οποίο θα μπορούσε να κερδίσει, συνέχισε, είναι ο ρατσισμός. Η φεμινίστρια συγγραφέας Τζιλ Φιλίποβιτς πήγε ακόμα πιο μακριά την αποστροφή για τις μάζες τουιτάροντας για την Κλίντον: «Συγγνώμη, Αμερική, δεν την άξιζες».

O Τραμπ είναι ρατσιστής – και η εκλογή του ενθαρρύνει ήδη τα χειρότερα στοιχεία της αμερικανικής κοινωνίας, όπως οι ρατσιστές μπάτσοι, οι οργανωμένοι πιστοί της ανωτερότητας της λευκής φυλής, οι ετοιμοπόλεμοι στρατιώτες κατά των μεταναστών. Πράγματι, επρόκειτο για τεράστιο αυτογκόλ της αμερικανικής κοινωνίας. Και, στην καλύτερη περίπτωση, αποδεικνύει ότι πολλοί ψηφοφόροι είναι σοκαριστικά αδιάφοροι σε θέματα ρατσισμού και ξενοφοβίας. Αλλά θα ήταν μάλλον λάθος να πούμε ότι φταίει κυρίαρχα αυτό για την ήττα της Κλίντον. Εξάλλου, ο Τραμπ κέρδισε πολλές από τις εκλογικές περιφέρειες που το 2012 είχαν ψηφίσει έναν μαύρο με αφρικανικό όνομα. Ομοίως, ενώ είναι τραγελαφικό το ότι ο μισογυνισμός του Τραμπ δεν απομάκρυνε ψήφους, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με την αφήγηση ότι ο σεξισμός οδήγησε σε αυτά τα αποτελέσματα· ή με το ότι αυτή η εκλογή αποτέλεσε εντολή μισογυνισμού – εξάλλου τη λαϊκή ψήφο την κέρδισε γυναίκα. Επιπλέον αν η αλληλεγγύη των λευκών αντρών προς έναν μισογύνη ρατσιστή –ή η για οποιοδήποτε λόγο προτίμηση προς τον Τραμπ– ήταν σημαντικός παράγοντας, τότε ο Τραμπ θα έπρεπε να έχει συσπειρώσει την εκλογική του βάση. Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκε αύξηση στις ψήφους των Ρεμπουμπλικανών: ο Τραμπ πήρε λιγότερες από τον Ρόμνεϋ το 2012. Πολύ απλά η Κλίντον δεν ενέπνευσε αρκετούς –ειδικά τις γυναίκες και τους Αφροαμερικανούς– να την ψηφίσουν.

Ο Ομπάμα ενέπνευσε τους Αμερικανούς μιλώντας για αλλαγή και για ελπίδα. Η Κλίντον δεν μπορούσε να μιλήσει για αλλαγή γιατί δεν πιστεύει σε αυτήν, και δεν θα μπορούσε να μιλήσει για ελπίδα γιατί η ελπίδα είναι επικίνδυνη. Πράγματι, όταν ο Μπέρνι Σάντερς, ο αντίπαλός της για τον χρίσμα των Δημοκρατικών, μίλησε για μείζονες αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, η Κλίντον απάντησε με την ταξική οργή ενός ανθρώπου αφοσιωμένου στο 1%. Κατά τη διάρκεια του πρώτου γύρου των εκλογών υποστήριξε με πάθος ότι δεν θα έπρεπε να υπάρξει ποτέ μα ποτέ δημόσιο σύστημα υγείας –κάτι που θα ωφελούσε τους πάντες και ιδιαίτερα τις γυναίκες– καθώς το κόστος της υγειονομικής μας περίθαλψης είναι μεγαλύτερο και είναι πιθανότερο να «κηρύξουμε πτώχευση» εξαιτίας του «ιατρικού χρέους» (όταν πρόσφατα εξήγησα τι είναι αυτό σε έναν Καναδό δημοσιογράφο, είπε: «Ουάου, δεν είχα σκεφτεί πότε την πιθανότητα ύπαρξης ενός τέτοιου χρέους»· αυτό ακριβώς). Σε έναν ιδιωτικό έρανο, η Κλίντον χλεύασε ως «κάλπικες υποσχέσεις» την υπεράσπιση του Σάντερς για «δωρεάν σύστημα υγείας, δωρεάν εκπαίδευση», σημειώνοντας πατερναλιστικά ότι οι υποστηρικτές του «δεν ξέρουν τι είναι αυτό, αλλά είναι κάτι που το νιώθουν μέσα τους».

Ένας άνθρωπος που πιθανόν να πάει σε δίκη για παιδεραστία και που επέλεξε για αντιπρόεδρο έναν από τους πιο αντιδημοφιλείς πολιτικούς στον κόσμο, είναι πλέον στο τιμόνι της ισχυρότερης χώρας στον πλανήτη. Δεν μπορείς να χαρείς γι’ αυτό. Ήταν σφάλμα της Αμερικής να τον εκλέξει. Αλλά η αποτυχία της Κλίντον και των Δημοκρατικών της άρχουσας τάξης να τον νικήσουν είναι μια ευκαιρία για τον σοσιαλιστικό φεμινισμό. Πολλές γυναίκες θέλουν βαθιά αλλαγή, θέλουν να γίνει καλύτερη η ζωή τους. Απλώς δεν πίστευαν ότι ο ελιτίστικος φεμινισμός της Κλίντον θα φέρει αυτή την αλλαγή – και είχαν δίκιο.

O φεμινισμός έχει τώρα την ευκαιρία να αφήσει πίσω του το «go-girlism» που εγκαθίδρυσε η Σέρυλ Σάντμπεργκ. Οι αριστερές φεμινίστριες πρέπει να οργανώσουν την πάλη ενάντια στις πολιτικές Tραμπ-Πενς. Θα πρέπει να εργαστούμε όλες μαζί για την προστασία των δικαιωμάτων των προσφύγων, για τις θρησκευτικές ελευθερίες, και για να αποτρέψουμε μια πιθανή επίθεση στο δικαίωμά μας στην έκτρωση. Επιπλέον χρειάζεται να ασχοληθούμε με περιβαλλοντικά θέματα σε πολιτειακό και τοπικό επίπεδο αναγνωρίζοντας ότι τίποτα καλό δεν θα επιτευχθεί σε ομοσπονδιακό επίπεδο σε καθεστώς άρνησης της κλιματικής αλλαγής. Χρειαζόμαστε την ενίσχυση των δομών της αριστεράς: να οργανώσουμε σωματεία στους χώρους εργασίας μας, να συμμετέχουμε σε ανεξάρτητα αριστερά κόμματα, να στηρίξουμε προοδευτικούς υποψήφιους για τις τοπικές και τις πολιτειακές υπηρεσίες, και να δημιουργήσουμε αριστερά μέσα ενημέρωσης. Πρέπει να δουλέψουμε ειδικά και για την ενίσχυση των υπαρχουσών φεμινιστικών προσπαθειών που επικεντρώνονται στις υλικές ανάγκες των γυναικών είτε αυτό σημαίνει την ένταξή μας σε τοπικές και πολιτειακές καμπάνιες που απαιτούν αναρρωτική άδεια και άδεια για οικογενειακούς λόγους, δημόσια υγεία ή –ειδικά τώρα– δίνουν τη μάχη για τα 15 δολάρια την ώρα (#Fight for $15).

Νόμιζα ότι η άρχουσα τάξη θα εξασφάλιζε τη νίκη της υποψήφιάς της αλλά αποδείχτηκε ότι κάτι τέτοιο απαιτούσε πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορούσαν να διαχειριστούν οι εκπρόσωποί της στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού συστήματος, δεδομένης της ευρείας δυσαρέσκειας απέναντι σε ό,τι αντιπροσωπεύει η Κλίντον. Είχα υποστηρίξει ότι o κλιντονισμός δε θα νικήσει μακροπρόθεσμα τον τραμπισμό επειδή (όπως φάνηκε με την Αγγλία και το Brexit) η απόμακρη και διεφθαρμένη ελίτ και τα σκληρά νεοφιλελεύθερα καθεστώτα τρέφουν τον δεξιό λαϊκισμό. Αποδείχτηκε όμως ότι η Κλίντον και η πολιτική της έχει τελειώσει και βραχυπρόθεσμα ακόμα.

Οι φεμινίστριες πρέπει να πολεμήσουμε τον Τραμπ και τον βίαιο σεξισμό, τον ρατσισμό του και, ίσως πιο επειγόντως, την ξενοφοβία και τη θρησκευτική μισαλλοδοξία του. Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει με ηγέτες που προτιμούν να συναναστρέφονται δισεκατομμυριούχους από το να παλεύουν για την καθημερινή γυναίκα. Ένας φεμινισμός που ταυτίζεται με ανθρώπους όπως η Κλίντον –που φτιάχνει οργανισμούς με ονόματα όπως Pantsuits Nation (pantsuit: γυναικείο κουστούμι [ΣτΜ])– δεν είναι ένας φεμινισμός που εκτιμά τη ζωή της πλειονότητας των γυναικών.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτικε στο blog των εκδόσεων Verso και αναδημοσιεύεται από το ektosgrammis.

μετάφραση: Ματίνα Ρούσσου

 

Διαβάστε ακόμα

«Η Κλίντον ενσαρκώνει ένα νεοφιλελεύθερο είδος φεμινισμού που ωφελεί κυρίως τις προνομιούχες γυναίκες»

Ο φεμινισμός που το να είσαι “έξυπνη και ευέλικτη” σημαίνει να πατάς πάνω στις άλλες

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

Share

Ούτε τρίχα απ’ τα μαλλιά μας!

kamia_ano

Πορεία ενάντια στη σεξιστική βία

Ούτε τρίχα απ’ τα μαλλιά μας!

Πόσες γυναίκες ζούμε χωρίς βία; Κάποιες στατιστικές λένε πως 1 στις 3 γυναίκες έχει πέσει – ή θα πέσει – θύμα επίθεσης ή βιασμού. Είναι όμως μόνο ο βιασμός και το ξύλο βία;

Σε πόσες από εμάς την έχουν πέσει χοντρά άγνωστα άτομα στο λεωφορείο ή στο δρόμο; Πόσες από μας έχουμε αναγκαστεί να κάνουμε σεξ σε μια σχέση ενώ δεν θέλαμε; Πόσες έχουμε δεχτεί γλοιώδη και εν γένει παραβιαστικά σχόλια από κάποιον θείο, γείτονα, γνωστό άτομο; Πόσες μας έχουν χουφτώσει ή αγγίξει χωρίς την άδεια μας; Πόσες μας έχουν πει “πουτάνες” ή “σεμνότυφες” επειδή δεν συμμορφωθήκαμε σε κανονιστικά πρότυπα ή απλά δεν κάναμε το χατίρι σε κάποιους; Πόσες μας έχουν παρενοχλήσει στο δρόμο, στη δουλειά, στο σχολείο, στη σχολή, στη συλλογικότητα, σε κάποιο μαγαζί;

Στην προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική ζωή βιώνουμε βία και συνεχείς διακρίσεις. Τα σώματά μας θεωρούνται δημόσιος χώρος, όπου άλλα άτομα πέρα από εμάς νομίζουν πως έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν (σχόλια, άγγιγμα κτλ.). Όσες εργαζόμαστε αντιμετωπίζουμε μισθολογική ανισότητα ή δυσμενέστερη μεταχείριση σε σχέση με τους άντρες συναδέλφους –κι ας είμαστε εξίσου, αν όχι περισσότερο, ικανές από πολλούς απ’ αυτούς. Πολλές αναγκαζόμαστε να αφήσουμε δουλειά, χόμπι, κοινωνική ζωή για την οικογένεια γιατί ο άντρας είναι αδιανόητο να τα κάνει αυτά. Τα ποσοστά ανεργίας είναι σαφώς μεγαλύτερα για τις γυναίκες. Η αθέατη γυναικεία εργασία, το νοικοκυριό και η μητρότητα δεν υποστηρίζονται  επαρκώς θεσμικά, ενώ αντίθετα εξακολουθεί να αναπαράγεται η μη ορατότητα και ο αποκλεισμός των γυναικών.

Ό,τι η κοινωνία αντιλαμβάνεται ως «γυναικείο» ιεραρχείται ως κατώτερo και υποτιμάται. Ο μισογυνισμός κι η έμφυλη βία δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά, αλλά κομμάτι ενός συνολικού συστήματος σκέψης και καταπίεσης – της πατριαρχίας – που αναπαράγει βία κι αγγίζει όλα τα άτομα ανεξαιρέτως.

Πολλές πιστεύουμε ότι ζούμε χωρίς βία. Επειδή το σώμα μας δεν δέχεται επίθεση, επειδή η ψυχολογική βία ήταν πάντα εκεί και είναι η μόνη πραγματικότητα που ξέρουμε. Επειδή είμαστε γυναίκες η κάθε μας κίνηση καταγράφεται και κατακρίνεται. Είμαστε υπόλογες για κάθε τι λέμε και κάνουμε, λες και το δικαίωμά μας στο δημόσιο λόγο και χώρο μας παραχωρείται ή μας χαρίζεται. Ακούμε συχνά ότι είμαστε τρελές, υστερικές κι ότι είναι υπερβολή ή ακόμη και διχαστικό όταν προσπαθούμε να μιλήσουμε για τον σεξισμό που βιώνουμε στην καθημερινότητα μας.

Όμως όλα τα παραπάνω είναι επιθέσεις. Όλα τους είναι βία. Ως γυναίκες αναγκαζόμαστε καθημερινά να νιώθουμε στριμωγμένες, στοχοποιημένες, ανασφαλείς. Σήμερα και κάθε μέρα όλες οι γυναίκες θα βιώσουμε μια, έστω «μικρή», σεξιστική επίθεση.

Αρκετά έχουμε ανεχτεί!

Δεν θα αγγίζετε ούτε τρίχα απ’ τα μαλλιά μας!

Σήμερα και κάθε μέρα μιλάμε για αυτήν την καθημερινότητα και αντιστεκόμαστε σε αυτήν.

Αυτός ο κόσμος ανήκει και σε μας: Ενώνουμε τις φωνές μας με όλες τις γυναίκες και με τα κινήματα τους  που αγωνίζονται και διεκδικούν διεθνώς, στην Πολωνία, στην Αργεντινή, στη Ν. Κορέα, στην Ισλανδία! Νίκη στους αγώνες τους!

Καμιά Ανοχή

kamia-anoxi@googlegroups.com

fb:  Καμιά Ανοχή

Όλες 25/11 στις 8μμ στην πλατεία Καπνικαρέας!

 

Τι είναι βία:

  • Βία είναι να σε σκοτώνουν
  • Βία είναι να σε βιάζουν
  • Βία είναι να σε χτυπάνε
  • Βία είναι να σε ρωτάνε τι φόραγες όταν βιάστηκες ή παρενοχλήθηκες
  • Βία είναι να «πρέπει να του κάτσεις»
  • Βία είναι να σε τραμπουκίζει κάποιος επειδή τον απέρριψες ή τον χώρισες
  • Βία είναι να φοβάσαι μόνη στο δρόμο το βράδυ
  • Βία είναι να πρέπει να ξέρει συνέχεια που είσαι
  • Βία είναι να σε απαξιώνουν όταν εκφράζεις την σεξουαλικότητα σου
  • Βία είναι να σου λένε να χαμογελάσεις, λες και οφείλεις να είσαι χαρούμενη συνέχεια
  • Βία είναι να νιώθει άνετα κάποιος να σχολιάζει το σώμα και την εμφάνιση σου επειδή είσαι γυναίκα
  • Βία είναι να θεωρείται «ευγενής» όποιος δεν θα χτύπαγε γυναίκα λες και σου κάνει χάρη
  • Βία είναι το να σου λέει ότι «πάλι για αυτά τα φεμινιστικά θα μας πεις;;;»
  • Βία είναι το να σε αποκαλούνε «σκύλα» επειδή εξέφρασες την άποψή σου
  • Βία είναι να κρύβουν σεξιστικά σχόλια σε «χιούμορ»
  • Βία είναι να σε ρωτάνε σε συνέντευξη για δουλειά αν «σκοπεύειες να κάνεις οικογένεια»
  • Βία είναι να σε απολύουν επειδή έμεινες έγκυος
  • Βία είναι να πρέπει να αφήσεις εσύ τη δουλειά σου και τα ενδιαφέροντα σου για να προσέχεις τα παιδιά
  • Βία είναι να αποδίδουν την επιτυχία σου στην εμφάνιση σου και όχι στις ικανότητες σου
  • Βία είναι να σε πιέζουν να κάνεις καισαρική
  • Βία είναι να μην σ’ αφήνουν να μιλάς για την καταπίεση σου
  • Bία είναι η κακοποίηση που υφίστανται από μπάτσους-δικαστές οι γυναίκες που καταγγέλλουν τους βιαστές τους/βιασμούς τους
  • Βία είναι το να είσαι μετανάστρια και να θεωρούν αυτομάτως ότι εκδίδεσαι.
  • Βία είναι ο εσωτερικευμένος μισογυνισμός, όπου γυναίκες πια έχουμε δεχτεί και αναπαράγουμε τη πατριαρχική βία μεταξύ μας
  • Βία είναι να σε ενοχοποιούν επειδή έκανες ή σκέφτεσαι να κάνεις έκτρωση
  • Βία είναι να σε μεγαλώνουν με την ιδέα ότι θα εξαρτάσαι από έναν άντρα
  • Βία είναι να πρέπει να ξαναγυρίσεις στο σπίτι των γονιών σου και στην πατρική εξουσία γιατί είσαι άνεργη

 

Share

Το κράτος έκτακτης ανάγκης στην Τουρκία τώρα στοχοποιεί το κίνημα γυναικείας αλληλεγγύης

gezi-152

της Esra Dogan

Όταν επικρατεί αστάθεια και αντιδημοκρατικές πρακτικές, εμείς οι γυναίκες γνωρίζουμε από την ιστορία ότι θα είμαστε οι πρώτες που θα υποφέρουν και ότι οι αγώνες μας για ισότητα και ελευθερία θα δεχθούν επίθεση. Θα ήταν ψέματα αν έλεγα ότι σοκαρίστηκα όταν έμαθα ότι το σαββατοκύριακο η κυβέρνηση του ΑΚP, με το πρόσχημα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, έκλεισε γυναικείες οργανώσεις με νομοθετικά διατάγματα. Ήμουν τρομοκρατημένη αλλά σε καμία περίπτωση έκπληκτη.

Κι εγώ, όπως και οι περισσότερες από εσάς, παρακολουθούσα τις τελευταίες εξελίξεις στην Τουρκία με διαρκώς αυξανόμενο πόνο και τρόμο. Από τότε που η Τουρκική Κυβέρνηση απέκτησε τις εξουσίες του κράτους έκτακτης ανάγκης, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, έχουν γίνει χιλιάδες συλλήψεις, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί από το δημόσιο τομέα – συμπεριλαμβανομένων αξιωματούχων του στρατού, δημόσιων υπαλλήλων, δασκάλων και δικαστών – πολλά αντιπολιτευόμενα μέσα έχουν φιμωθεί και εκατοντάδες δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν διώξεις.

Στην αρχή, οι αρχές ισχυρίζονταν ότι κυνηγούσαν τους υποστηρικτές του Γκιουλέν, που κατηγορούνταν ως ενορχηστρωτές του πραξικοπήματος, καθώς και όσους μετά την ανανεωμένη στρατιωτική σύγκρουση είχαν δεσμούς με το ΡΚΚ. Κι όμως, η κυβέρνηση του ΑΚΡ δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει το πραξικόπημα και τις αυξημένες νομοθετικές εξουσίες ως ευκαιρία για την περαιτέρω φίμωση κάθε είδους αντιπολίτευσης – αυτή είναι η τελευταία φάση μιας διαδικασίας που ξεκίνησε όταν ο Ερντογάν μετά τις διαμαρτυρίες στο πάρκο Γκεζί το 2013 ορκίστηκε ανοιχτά ότι θα συντρίψει κάθε φωνή αμφισβήτησης. Μέσα στην προσπάθεια του Τουρκικού κράτους να απομονωθούν τα κινήματα αντίστασης από το σύνολο της κοινωνίας, τώρα πια ακόμα και δημοκρατικές φωνές κατηγορούνται ότι προβαίνουν σε τρομοκρατικές ενέργειες.

Με δεδομένες αυτές τις συνθήκες πια, η κυβέρνηση δεν άργησε να στραφεί ενάντια στα κινήματα αλληλεγγύης και αντίστασης των γυναικών.

Αρχικά το Σεπτέμβρη οι αρχές έκλεισαν πολλά κέντρα γυναικών, μετά το διορισμό νέων διοικητών σε αντικατάσταση των 28 εκλεγμένων δημάρχων και άλλων διοικητικών στελεχών στο Κουρδιστάν, που προέρχονταν κυρίως από το HDP. Έπειτα, από τα τέλη Οκτώβρη, το Υπουργικό Συμβούλιο εξέδωσε διάταγμα για το κλείσιμο του πρώτου στον κόσμο πρακτορείου ειδήσεων μόνο με γυναίκες JINHA, που λειτουργούσε από τα κεντρικά του γραφεία στο Ντιγιάρμπαρκιρ από το 2012.

Και τώρα, μόλις μια βδομάδα μετά τη σύλληψη των δύο συν-αρχηγών του HDP, Demirtas και Yuksekdag, καθώς και ακόμα οκτώ βουλευτών, ο Υπουργός Εσωτερικών ανακοίνωσε την προηγούμενη Παρασκευή το κλείσιμο 370 οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Από αυτές τουλάχιστον οι εννιά ήταν ενώσεις γυναικών από διάφορες πόλεις της Τουρκίας, όπως η Rainbow Women’s Association στην Ιστανμπούλ, την Panayir Women Solidarity Association στην Μπούρσα και την KJA (Ελεύθερο Κογκρέσο Γυναικών) στο Ντιγιάρμπαρκιρ. Καθώς δεν έχει ακόμα κοινοποιηθεί ολόκληρη η λίστα, αυτός ο αριθμός γυναικείων οργανώσεων αναμένεται δυστυχώς να αυξηθεί.

Οι βασικές δράσεις αυτών των οργανώσεων ήταν η παροχή καταφυγίου σε θύματα κακοποίησης, καθώς και επιμορφωτικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Το γιατί η κυβέρνηση του ΑΚΡ τις παρουσιάζει ως επικίνδυνες συνδέεται με το στόχο της να δαιμονοποιήσει τη γυναικεία αλληλεγγύη και το αναπτυσσόμενο φεμινιστικό κίνημα στην Τουρκία, ειδικά στο Κουρδιστάν. Πραγματικά, καθώς οι διεκδικήσεις των γυναικών για έμφυλη ισότητα εκλαμβάνονται ολοένα περισσότερο ως απειλή για την αρρενωπότητα και το καταπιεστικό καθεστώς, η κυβέρνηση του ΑΚΡ επιλέγει να χρησιμοποιήσει τον κρατικό μηχανισμό ως μια μορφή βίας κατά των γυναικών.

Όπως φαίνεται στην κοινή δήλωση που εξέδωσαν 50 οργανώσεις, ενώσεις και ομάδες γυναικών, συμπεριλαμβανομένης και της συνέλευσης γυναικών του HDP, την Κυριακή με τίτλο «Στεκόμαστε ενωμένες με τις συναγωνίστριές μας»:

«Η παρεμπόδιση των κοινωνικών πρωτοβουλιών και των οργανώσεων γυναικών που διεκδικούν ελευθερία και ισότητα είναι πρακτικές ασύμβατες με τη δημοκρατία, την ευνομία, τα δικαιώματα και τις ελευθερίες και δεν μπορεί να νομιμοποιείται υπό την πρόφαση της Κατάστασης Έκτακτης Ανάγκης. Αυτή η αρσενική οπτική, που δοξάζει την ισχύ, το φόβο και την πίεση, είναι ανοικτή κτηνωδία απέναντι στις γυναικείες οργανώσεις που παλεύουν ενάντια στη βία κατά των γυναικών, διεκδικώντας ελευθερία και ισότητα. Είναι η αγριότερη και η πιο επίσημη μορφή της βίας που υφίστανται οι γυναίκες καθημερινά».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το σφράγισμα των γραφείων των γυναικείων οργανώσεων αποτελεί κατεξοχήν προσπάθεια φίμωσης των γυναικών στην Τουρκία, που στέλνει ένα μήνυμα φόβου. Και σίγουρα η προσπάθεια αντίστασης σε τόσο καταπιεστικές πρακτικές που στοχεύουν τους αγώνες των γυναικών δεν μπορεί αν είναι ούτε εύκολη ούτε ανώδυνη. Κι όμως, καθώς έβλεπα τα δυνατά μηνύματα αλληλεγγύης εκατοντάδων γυναικών και γυναικείων οργανώσεων τις τελευταίες μέρες, δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ: Μπορεί η αντίσταση και η αλληλεγγύη των γυναικών να περιοριστεί μέσα σε τοίχους;

Η ανακοίνωση της οργάνωσης Van Women Association, που λειτουργούσε από το 2004, πριν σφραγιστεί το Σάββατο, μου δίνει την απάντηση, μου υπενθυμίζει ότι η γυναικεία αντίσταση και αλληλεγγύη είναι πολλά παραπάνω από μερικούς τοίχους.

«Εμείς οι γυναίκες δεν είμαστε κτίρια, γραφεία, πόρτες ή κλειδιά. Μπορείτε να σφραγίσετε τα κτίρια μας, τα γραφεία μας, τις πόρτες μας και να μας πάρετε τα κλειδιά. Αλλά δεν μπορείτε να περιορίσετε τον αγώνα, το πνεύμα της αλληλεγγύης μας. Δεν μπορείτε να κλέψετε τους κόπους, τις προσπάθειες μας. Μπορείτε να μας σφραγίσετε την πόρτα, αλλά όχι τα μάτια, το μυαλό, την ψυχή και τα έργα μας!»

Ειλικρινά πιστεύω ότι οι σπόροι της γυναικείας αντίστασης είναι εκεί, είναι παντού, και συνεχίζουν να μεγαλώνουν στα εδάφη από τα οποία προέρχομαι. Οπότε θα έλεγα ψέματα αν έλεγα ότι αισθάνομαι απελπισμένη. Είμαι τρομοκρατημένη, πράγματι, αλλά σε καμία περίπτωση απελπισμένη.

Και πράγματι, παίρνω όλο και περισσότερο θάρρος από το διαρκώς αναπτυσσόμενο φεμινιστικό κίνημα στην Τουρκία όπως και από το γυναικείο απελευθερωτικό κίνημα στο Κουρδιστάν και παραπέρα. Με εμπνέουν τα ιστορικά κατορθώματα της γυναικείας αλληλεγγύης και τα μελλοντικά του ιδανικά.

Όπως πολύ όμορφα γράφει και η παραπάνω κοινή δήλωση γυναικείων οργανώσεων:

«Εμείς οι γυναίκες θα συνεχίσουμε να είμαστε παρούσες, είτε υπό καθεστώς έκτακτης ανάγκης ή και με όποιες άλλες συνθήκες. Θα αγωνιζόμαστε ενάντια σε κάθε πραγματική και παράνομη μορφή καταπίεσης που στοχεύει να άρει την ελευθερία λόγου, συνεύρεσης και οργάνωσης. Θα συνεχίσουμε να επιμένουμε στην ανάγκη για ισότητα, δικαιοσύνη, ελευθερία και δημοκρατία. Ως γυναίκες, η θέση μας είναι εκεί όπου οι γυναίκες είναι παρούσες, η πόρτα μας είναι κάθε κατώφλι όπου υπάρχουν γυναίκες, παράθυρό μας είναι η ιστορία μας και κλειδί μας είναι η αλληλεγγύη μας.

Είναι μόνο κάποια κτίρια που έχουν αποκλειστεί, ενώ εμείς είμαστε παντού!

Ζήτω η Γυναικεία Αλληλεγγύη

#kadinlarsusmayacak (οι γυναίκες δεν θα μείνουν σιωπηλές)»

 

Παρακάτω μερικές φωτογραφίες:

This slideshow requires JavaScript.

 

Share

Όταν έρχονταν οι Μάγισσες

tumblr_n0t1zaivwa1qdcvfso1_1280

Διαμαρτυρία μπροστά από το Ομοσπονδιακό Κτήριο στο Σικάγο, 31 Οκτώβρη 1969

της Δήμητρας Σπανού

Από όλες τις φεμινιστικές ομάδες του δεύτερου κύματος κατά τη δεκαετία 1960 και 1970, καμία ομάδα δεν φαίνεται να είχε περάσει τόσο ωραία όσο η ομάδα WITCH – Women’s International Terrorist Conspiracy from Hell· σε ελεύθερη απόδοση, Διεθνής Τρομοκρατική Συνωμοσία Γυναικών από την Κόλαση.

Στην πραγματικότητα δεν ήταν μια μόνο ομάδα, αλλά αρκετές μικρότερες, αυτόνομες και αλληλοσυνδεδεμένες, που είχαν ως στόχο να κάνουν δράσεις. Συγκροτήθηκαν ανήμερα του Halloween το 1968 στη Νέα Υόρκη. Προέρχονταν από τις σοσιαλίστριες φεμινίστριες, ήταν αντικαπιταλίστριες και επεδίωκαν τη σύνδεση με τα υπόλοιπα κινήματα της περιόδου. Ξεχώριζαν, λόγω της περιβολής και του τρόπου διαμαρτυρίας. Τα μέλη, ντυμένα με μαύρα κουστούμια του Halloween και βαμμένα άσπρα πρόσωπα, διαμαρτύρονταν ουρλιάζοντας και ρίχνοντας «κατάρες» στους εχθρούς των γυναικών και του λαού.

Η πρώτη τους δράση το 1968 ήταν μια πορεία ενάντια στη Wall Street, με σκοπό να «καταραστούν» τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Ακριβώς επειδή οι δράσεις τους ήταν εύκολες, δεν χρειάζονταν πολύ κόσμο και ήταν ταυτόχρονα διασκεδαστικές και πολιτικές, σύντομα δημιουργήθηκαν νέες ομάδες σε άλλες πόλεις. Οι στόχοι τους ποικίλαν, από καλλιστεία και εκθέσεις με νυφικά (σε μια από αυτές φώναζαν μεταξύ άλλων το αμίμητο «here comes the slaves/off to their graves» – «ιδού έρχονται οι σκλάβες/βαδίζουν προς τους τάφους τους») μέχρι και την ορκωμοσία του προέδρου Νίξον και διαμαρτυρίες μπροστά από κυβερνητικά κτήρια ή οικονομικά ιδρύματα.

This slideshow requires JavaScript.

Share

Το ποτήρι ξεχείλισε: καμία ανοχή στους βιασμούς!

end-rape-culture

 

Το ποτήρι ξεχείλισε: καμία ανοχή στους βιασμούς

Δελτίο τύπου

Στη Λάρισα ένα κορίτσι 14 χρονών απήχθη, κρατήθηκε παρά τη θέληση του, βιάστηκε ομαδικά και συστηματικά και εξαναγκάστηκε σε πορνεία. Δεν είναι το πρώτο ούτε το τελευταίο περιστατικό βιασμού. Μάλιστα είναι από τα λίγα που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας.

Το ποτήρι έχει ξεχειλίσει προ πολλού. Γι’ αυτόν το λόγο συναντηθήκαμε τη Δευτέρα 12/9/2016 στην Αθήνα και δημιουργήσαμε την κίνηση «Καμιά Ανοχή»: γιατί δεν ανεχόμαστε πια τους βιασμούς, τις δολοφονίες, τους ξυλοδαρμούς, τις παρενοχλήσεις, το σεξιστικό λόγο και συμπεριφορά, την καθημερινή βία που στοχεύει τα γυναικεία σώματα.

Για όσα υπέστη  η 14χρονη κατηγορούνται 5 άτομα, τα οποία παρουσιάζονται για ακόμη μια φορά από τα ΜΜΕ ως «τέρατα», «ανώμαλοι» κλπ. Εμείς όμως κοιτάζοντας τις φωτογραφίες τους, βλέπουμε άντρες καθημερινούς και όχι «εξωκοινωνικά στοιχεία».

Βιασμό δεν διέπραξαν εξωκοινωνικά στοιχεία, τον διέπραξαν συγγενείς, δικηγόροι, μανάβηδες, οικογενειάρχες, γείτονες. Και στον βιασμό –στον κάθε βιασμό- συναινούν σιωπηλά ολόκληρες κοινωνίες. Συναινούν τα ΜΜΕ, που παρουσιάζουν την κάθε περίπτωση βιασμού, δολοφονίας και κακοποίησης ως σοκαριστικό μεμονωμένο γεγονός. Συναινούν όσοι αρχικά πέφτουν από τα σύννεφα, κάθε φορά, και στη συνέχεια ξεχνούν γρήγορα. Συναινούν και όσοι θεωρούν αποκλειστική ευθύνη των ίδιων των γυναικών την προστασία τους.

Εμείς αρνούμαστε να ξεχάσουμε. Ξέρουμε πως στη θέση της κοπέλας μπορούσε να είναι οποιαδήποτε από μας, μια γνωστή, μια φίλη, μια συμμαθήτρια και ξέρουμε πως στη θέση της υπήρξαν και θα υπάρξουν κι άλλες.

Απαιτούμε να αποδοθεί δικαιοσύνη. Δικαιοσύνη σημαίνει ποινή για όλους τους δράστες αντίστοιχη της πράξης τους. Δικαιοσύνη σημαίνει αλλαγή στο θεσμικό πλαίσιο έτσι ώστε να υποστηρίζονται τα θύματα. Δικαιοσύνη σημαίνει τα μέσα ενημέρωσης να μιλούν για το έγκλημα και όχι να ταΐζουν με κανιβαλιστικά άρθρα ένα κοινό που διψάει για θέαμα. Δικαιοσύνη σημαίνει να βρεθούν μπρος των ευθυνών τους όσοι κάνουν ότι δε βλέπουν και δεν ακούν, όσοι ποτέ δεν μιλάνε.

Δικαιοσύνη σημαίνει να μη φοβόμαστε – στο δρόμο, στη δουλειά, στο σπίτι, στην παρέα.

Σας περιμένουμε στην επόμενη συνάντηση μας στις 20/9 (Καλλιδρομίου 50 στις 6μμ) για να προετοιμάσουμε την συγκέντρωση για το Σάββατο 24/9 στην Καπνικαρέα στις 12μμ

Για να μη μείνει ο βιασμός της 14χρονης χωρίς απάντηση.

Για να μην νιώθει καμία μόνη της απέναντι στην πατριαρχία.

Καμία Ανοχή στη κουλτούρα του βιασμού.

 

Share

Féminisme Debout: ναι στις μη-μεικτές συνελεύσεις!

nuitdebout-marion-2

της Doriane Grey

Παρίσι

Έπειτα από τον Μάρτιο, ένα μήνα γεμάτο πορείες κι έπειτα από τις πρώτες συνελέυσεις των Nuit Debout, βρέθηκα τον Απρίλιο στο Παρίσι. Ήμουν πραγματικά ανυπόμονη να δω αυτό που συνέβαινε στη γεμάτη από δραστηριότητες Place de la République (κεντρική πλατεία του Παρισιού).

Είναι το απόγευμα πριν από τη γενική συνέλευση, πηγαίνω από τη μία ομάδα στην άλλη, ανακαλύπτοντας τις διαφορετικές επιτροπές (φεμινιστική, εκπαίδευσης, οικολογίας, οικονομικών, συνταγματική…) Ακούω όσα λέγονται αλλά φτερουγίζω από δω κι από κει και θέλω να είμαι παντού συγχρόνως.  Αποφασίζω να μείνω στην φεμινιστική επιτροπή, χωρίς αμφιβολία, καθώς ενδιαφέρομαι καιρό τώρα γι’ αυτό το ζήτημα, χωρίς ποτέ να κινηθώ πολιτικά επ’ αυτού. Τον τελευταίο καιρό, συμμετείχα σε όλο και περισσότερες συζητήσεις γύρω απ’ το έμφυλο ζήτημα, τη θέση των γυναικών στην κοινωνία, στον δρόμο, στη σχέση, στην εργασία,  στο σεξ… Πριν από κάποια χρόνια είχα ασχοληθεί, επίσης, με τις καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις του γυναικείου φύλου/οργάνου, μια δουλεία που δυστυχώς δεν συνέχισα.

Είμαι περίεργη. Προσεκτική: Ακούω και παρατηρώ τη μικρή αυτή ομάδα που έχουμε συστήσει. Στην αρχή, είμαστε περίπου 15 άτομα, γρήγορα όμως, περισσότερα άτομα στέκονται κι η φεμινιστική επιτροπή γεννά το ενδιαφέρον σε κάποιους άνδρες και γυναίκες διαφόρων ηλικιών. Εκεί συζητώνται μεταξύ άλλων η σεξουαλικότητα, η πορνεία, η δημόσια έκφραση, η αντισύλληψη κτλ. Συζητείται επίσης, η αναγκαιότητα ή όχι, των μη μεικτών συνελεύσεων (δηλαδή εκείνων μόνο ανάμεσα σε γυναίκες).

Η έννοια αυτή του μη μεικτού μου είναι ξένη. Στην αρχή δεν καταλαβαίνω πολύ καλά για το τι ακριβώς πρόκειται, στη συνέχεια όμως, μέσα από την κουβέντα και τα επιχειρήματα που εκτίθενται, γίνεται πιο ξεκάθαρη, πιο συνεκτική και πιο λογική.

Μια κοπέλα μας εξηγεί ότι οι μη μεικτές συνελεύσεις είναι ένα εργαλείο χειραφέτησης των γυναικών που επιτρέπει ν’ απελευθερωθεί ο λόγος των γυναικών ανάμεσα σε γυναίκες. Η Christine Delphy αναφέρεται πολλές φορές. Η κοπέλα συνεχίζει εξηγώντας ότι σε μια σχέση εξουσίας, όποια κι αν είναι αυτή, ο εξουσιαζόμενος δεν μπορεί να εκφράσει την καταστολή που υφίσταται παρουσία του εξουσιαστή του. Πράγματι, δυσκολευόμαστε να φανταστούμε μια συνδικαλιστική συνέλευση με την παρουσία, των αφεντικών. Πρόκειται για ένα εργαλείο (η μη μεικτή διαδικασία) και όχι βέβαια για τον αυτοσκοπό. Κάποιες δεν συναινούν μ’ αυτήν την ιδέα, πιστεύοντας ότι πρόκειται για ένα είδος αποκλεισμού των ανδρών. Όμως, επαναλαμβάνεται συχνά ότι η φεμινιστική επιτροπή οργανώνει κατά κανόνα μεικτές συνελεύσεις όπου οι άνδρες είναι καλοδεχούμενοι, ενώ οι μη μεικτές συνελεύσεις περιορίζονται σε μιάμιση ώρα κάθε μέρα.

Συμμετείχα αρκετές φορές ξανά στην φεμινιστική επιτροπή, σε συνελεύσεις μεικτές και μη. Όσο για τον χρόνο των περίφημων μη μεικτών συνελεύσεων, για τις οποίες γράφτηκαν τόσα πολλά στον Τύπο, στην πραγματικότητα περνούσε εξηγώντας στους άνδρες τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαίος κάποιος χρόνος μη μεικτών συνελεύσεων. Υπήρξαν ακόμη και βίαιες αντιδράσεις από την πλευρά κάποιων ανδρών.

Προκειμένου να εκτονωθούν οι εντάσεις και να γίνει κατανοητό το γιατί μια κοπέλα προτείνει τη δημιουργία μιας ξεχωριστής ομάδας, η οποία θα εξηγεί την ιδέα αυτής της μη μεικτής συνέλευσης σε εκείνους που τους ενδιαφέρει να μάθουν περισσότερα, έτσι ώστε να μπορέσει τελικά να πραγματοποιηθεί η συνέλευση αυτή.

Όμως ορισμένοι αδυνατούν να καταλάβουν και παραμένουν εκεί. Ένας άνδρας φωνάζει δυνατά: «Έχω το δικαίωμα να είμαι εδώ, είναι πλατεία, δημόσιος χώρος, θα μείνω εδώ αν θέλω να μείνω για ν’ ακούσω». Αμύνεται της θέσης του σαν να του στερείται ένα δικαίωμα (ή μήπως ένα προνόμιο?). Μονοπωλώντας έτσι την προσοχή του κόσμου, αυτός ο άνδρας δεν είχε καν λάβει υπόψη του ότι μιλούσε πιο δυνατά από μια κοπέλα που εκείνη τη στιγμή αφηγούνταν το γεγονός ότι είχε πέσει θύμα βιασμού.

Λίγο αργότερα, ενοχλήθηκα από δύο νεαρούς που βρίσκονταν πίσω μου: σχολίαζαν, έσπαγαν πλάκα ή συζητούσαν άσχετα θέματα. Σοκαρίστηκα όμως όταν ο ένας απ’ τους δύο σκύβει στο αυτί του άλλου και του λέει το εξής: «Όλες αυτές οι κοπέλες είναι τύπισσες που δεν βρήκαν κανέναν να τους γλείψει το μουνί». Το βλέμμα της κοπέλας που καθόταν δίπλα μου συναντιέται με το δικό μου. Είχαμε ακούσει και οι δύο το ίδιο πράγμα. Παρόλα αυτά δεν είπαμε τίποτα. Αισθάνθηκα δειλή και νευριασμένη. Ένα ακόμη σεξιστικό αστείο που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα είδος αντρικής κυριαρχίας και αποτελεί τρανταχτό παράδειγμα για την ανάγκη μη μεικτών συνελεύσεων.

Θα ήθελα να έχω πάρει το λόγο σ’ αυτές τις συνελεύσεις, άλλα είχα ανάγκη περισσότερο χρόνο, κι αναμφίβολα να νιώσω πιο άνετα όπως σε μια μικρή μη μεικτή επιτροπή. Εντέλει προσωπικά μου φάνηκε πολύ σημαντικό το ότι τέτοιες συνελεύσεις έλαβαν χώρα μέσα στο δημόσιο χώρο, δίνοντας έτσι την ευκαιρία σε γυναίκες όπως εγώ, μη στρατευμένες, αλλά με ευαισθησία πάνω στο ζήτημα του φεμινισμού, ν’ ακούσουν συζητήσεις, πολύ συχνά περιορισμένες σε πολιτικές ομάδες περισσότερο ή λιγότερο προσεγγίσιμες.

Μασσαλία

Ήμουν πολύ ενθουσιασμένη απ’ τα ερεθίσματα αυτά που είχα στο Παρίσι. Σκεφτόμουν πολύ. Μου είχαν δημιουργηθεί πολλές ερωτήσεις. Ήθελα να μεταφέρω αυτές τις εμπειρίες από την φεμινιστική επιτροπή, από τη συνέλευση των Νuit Debout, και να τις μοιραστώ με τους κοντινούς μου ανθρώπους. Όμως τις περισσότερες φορές, όταν ακουγόταν η λέξη ‘φεμινισμός’, ένιωθα μια καχυποψία. Κι όταν ασχολούμουν με το θέμα της ‘non- mixité’, ήταν φανερό ότι έπεφτε βαρύ. Χωρίς να έχω καν τον χρόνο να διηγηθώ την εμπειρία μου μέχρι τέλους, ακουγόντουσαν κάποια παλιά καλά κλισέ: «Μα ο φεμινισμός είναι λίγο ξεπερασμένος, έτσι δεν είναι; Από το ‘68 και μετά οι γυναίκες έχουν περισσότερα δικαιώματα, πρέπει να τελειώνουμε μ’ αυτό το θέμα. Κι έπειτα, οι μη μεικτές συνελεύσεις αφορούν τις extreme φεμινίστριες που τις χρησιμοποιούν ως στρατηγική προκειμένου ν΄ αποκλείσουν τους άντρες. Είναι μισογυνισμός από την ανάποδη πλευρά κι είναι παράλογο. Κάνουν ακριβώς αυτό για το οποίο κατηγορούν τους άντρες». Εκνευρίζει και προκαλεί έντονα συναισθήματα. Είναι λεπτό ζήτημα.

Νιώθω ακόμη υποχρεωμένη να πείσω ορισμένους/ες για την ανάγκη του φεμινισμού σήμερα. Πρέπει να επιχειρηματολογήσω αλλά δεν είμαι αρκετά δυνατή γι’ αυτό. Μου ζητούν αποδείξεις κι έτσι προσπαθώ να δώσω κάποια απλά παραδείγματα: διαφορά των μισθών σε κοινά επαγγέλματα και πόστα, την διαφορά των ανδρών και των γυναικών στο δημόσιο χώρο, το χρόνο που οι γυναίκες έχουν τον λόγο κτλ. Βρίσκομαι να πρέπει να αιτιολογήσω γιατί πιστεύω ότι η κοινωνία είναι ακόμη φτιαγμένη από και για τους άντρες. Υπάρχει ένα είδος άρνησης του σεξισμού, ακόμη και από την πλευρά των γυναικών.

Οι τελευταίες μου φαίνεται ότι έρχονται σε δύσκολη θέση ακόμα και με την έννοια του φεμινισμού. Είναι όμως κατά πλειοψηφία τους όλες φεμινίστριες στην καθημερινότητα τους, δίχως πάντοτε να το αντιλαμβάνονται ή να το διεκδικούν ανοιχτά. Αυτό που συμβαίνει συχνά είναι η επιθυμία της μη θυματοποίησης κάποιας ως γυναίκας. Προτιμάει καμιά να θεωρεί τον εαυτό της ως ελεύθερο άτομο που δεν υποτάσσεται στις κοινωνικές νόρμες.

Έπειτα απ’ όλες αυτές τις εμπειρίες, και αυτά τα χαστούκια, είμαι αποφασισμένη να συνεχίσω να σκέφτομαι πάνω στο ζήτημα. Αυτό το σύντομο πέρασμα μου από την φεμινιστική επιτροπή μου επέτρεψε ν΄ αναζητήσω τις προσωπικές μου απόψεις και να περάσω στο πολιτικό πεδίο μέσα από τη συλλογικότητα και την ανταλλαγή εργαλείων (αναφορές, εργαστήρια κτλ.). Ο φεμινισμός μένει ένα τεράστιο εργοτάξιο. Ας δημιουργήσουμε ανοίγματα και χώρους συζητήσεων: υπάρχουν ακόμη τόσα πράγματα να πούμε και να κάνουμε μαζί.

* «Φεμινισμός στο πόδι»: Λογοπαίγνιο με το κίνημα των Nuit Debout

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Γαλλικά στο τεύχος Ιουνίου του περιοδικού CQFD και μπορείτε να τη βρείτε εδώ. Η μετάφραση προέρχεται από το Δίκτυο Αθήνα Μασσαλία και μπορείτε να τη βρείτε εδώ

 

 

Share

Μια καλλιτέχνης επαναπροσδιορίζει τα πρότυπα ομορφιάς των γεννητικών μας οργάνων

vaginas2

επιμέλεια Λίνα Φιλοπούλου και Δήμητρα Σπανού

Το αιδοίο μας είναι φυσιολογικό, φυσικό και όμορφο, παρά το όσα μας λένε τα μίντια και η διαφήμιση

Στη φυσική του κατάσταση ο γυναικείος καβάλος είναι τριχωτός, πτυχωτός και μοναδικός. Τα κορίτσια μεγαλώνουν όμως υπό την επιρροή των μίντια και της διαφήμισης, που τους λένε ότι πρέπει να κουρεύονται, να αποτριχώνονται και να συγκαλύπτουν καθετί που μπορεί να θεωρηθεί ως ελάττωμα ώστε να μην ντρέπονται. Ακόμα και ως ενήλικες, τα αιδοία μας υπόκεινται σε εξονυχιστική ανάλυση και αντικειμενοποιούνται, ενώ οι θάμνοι παραμένουν «αφύσικοι» και τα γυμνά, λεία αιδοία που μοιάζουν με αυτά των πορνοστάρ υπερισχύουν ως πρότυπα.

Η καλλιτέχνης Meredith White επαναπροσδιορίζει τα πρότυπα ομορφιάς των γεννητικών οργάνων σχεδιάζοντας αιδοία που αντιτίθενται στα στάνταρ ομορφιάς των ΜΜΕ. Μια αρτιστική αντίθεση σε αυτό που λανσάρεται ως «τελειότητα» έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι τα θηλυκά γεννητικά όργανα έρχονται σε όλα τα μεγέθη, σχήματα και χρώματα. Όπως αναφέρει η ίδια: «Δυστυχώς η κουλτούρα μας εντείνει την ανασφάλεια των γυναικών. Τα μίντια προβάλλουν αδύνατα μοντέλα και πανέμορφες διασημότητες, αντί να τονίσουν την ομορφιά όλων των τύπων του σώματος, ενώ η πορνογραφία ενισχύει την τρομακτική ιδέα ότι οι γυναίκες (και τα αιδοία τους) είναι σεξουαλικά αντικείμενα. Και οι γυναίκες συνεχώς συγκρίνουν το σώμα τους με τα μη ρεαλιστικά ‘πρότυπα’».

Η Meredith White είναι φεμινίστρια και βέγκαν και αυτοπροσδιορίζεται ως «καλλιτέχνης αιδοίων». Μπορείτε να δείτε τη δουλειά της στο Instagram account Club Clitoris (@clubclitoris).

Για περισσότερα διαβάστε μια συνέντευξη με τη Meredith White εδώ (αγγλικά)

Λογαριασμός στο Instagram εδώστο twitter εδώ και στο society6 εδώ

 

This slideshow requires JavaScript.

Share

«Η Κλίντον ενσαρκώνει ένα νεοφιλελεύθερο είδος φεμινισμού που ωφελεί κυρίως τις προνομιούχες γυναίκες»

Martha-Rosler-Photo-Op

Martha Rosler ‘Photo Op’ από τη σειρά ‘Bringing the War Home: House Beautiful’, 2004

του Álvaro Guzmán Bastida

Η Nancy Fraser (Βαλτιμόρη, 1947) υπήρξε στην πρώτη γραμμή των φεμινιστικών αγώνων και της κριτικής θεωρίας από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Η κριτική αυτού που αποκαλεί «νεοφιλελεύθερο φεμινισμό» και οι θεωρίες της σχετικά με την αναγνώριση και την αναδιανομή ως προϋπόθεση για την κατανόηση των κοινωνικών ανισοτήτων έχουν ασκήσει τεράστια επίδραση. Τη συναντήσαμε στο γραφείο της στο τμήμα Φιλοσοφίας της Νέας Σχολής Κοινωνικών Ερευνών στο Μανχάταν, για να συζητήσουμε για την επικράτηση των πολιτικών ταυτότητας στην εποχή μας, τη σημασία του Μπέρνι Σάντερς, του Ντόναλντ Τραμπ και της Χίλαρι Κλίντον, και για ποιο λόγο ένιωσε υποχρεωμένη να εισαγάγει μια τρίτη έννοια – αυτή της «εκπροσώπησης» – στο τελευταίο της βιβλίο (Περιουσίες του φεμινισμού), προκειμένου να εξηγήσει τι είναι αυτό που ταλανίζει τη σύγχρονη κοινωνία, αλλά και πού θα πρέπει να επικεντρωθούν οι αγώνες για να το διορθώσουμε.

Πριν από δεκαπέντε χρόνια γράψατε για έναν όρο που δανειστήκατε από τον Χέγκελ, την «αναγνώριση», λέγοντας ότι ήταν η λέξη-κλειδί εκείνης της περιόδου που ετίθεντο τα ζητήματα της διαφοράς και της ταυτότητας. Πώς τον κατανοούσε ο Χέγκελ και γιατί είναι σημαντικός;

Στον Χέγκελ έχουμε ουσιαστικά δύο δρώντες που συναντιούνται ο ένας με τον άλλο και ο καθένας είναι υποκείμενο, αλλά για να είναι πλήρες υποκείμενο, πρέπει ο καθένας να αναγνωρίζεται από τον άλλο. Καθένας επιβεβαιώνει τον άλλο ως υποκείμενο καθαυτό, που είναι ταυτόχρονα ίσο και διαφορετικό από μένα. Αν και οι δύο άνθρωποι μπορούν να το επιβεβαιώνουν, τότε έχουμε μια αμοιβαία ισότιμη, συμμετρική διαδικασία αναγνώρισης. Αλλά, ως γνωστόν, στη διαλεκτική κυρίου και δούλου αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο με εξαιρετικά ασύμμετρους, άνισους όρους, τους όρους της κυριαρχίας ή υποταγής. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε μη αμοιβαία αναγνώριση.

Γιατί είναι τόσο στη μόδα από τις αρχές της δεκαετίας του 2000;

Έχει σχέση με αυτό που τότε αποκαλούσα μετα-σοσιαλιστική κατάσταση. Αυτή ήταν μια στιγμή στην ιστορία των μεταπολεμικών κοινωνιών, κατά την οποία η προβληματική της διανεμητικής δικαιοσύνης είχε χάσει την ηγεμονική της ικανότητα να οργανώνει τις συντριπτικά μεγαλύτερες πλειοψηφικές μερίδες των κοινωνικών αγώνων και συγκρούσεων. Μέχρι αυτό το σημείο, στη μεταπολεμική περίοδο, αυτό το αναδιανεμητικό παράδειγμα ήταν ηγεμονικό, και σχεδόν όλη η κοινωνική συζήτηση και διαμάχη είχε οργανωθεί με αυτούς τους όρους. Αυτό σήμαινε ότι πολλά ζητήματα ήταν δύσκολο να εισακουστούν. Πολλοί ισχυρισμοί μπήκαν στο περιθώριο επειδή δεν ταίριαζαν με τη διανεμητική γραμματική. Βασικά, αυτό που τώρα μπορούμε να δούμε εκ των υστέρων είναι ότι η άνοδος της πολιτικής της αναγνώρισης συμπίπτει με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός εκτοπίζει στην πράξη το σοσιαλδημοκρατικό φαντασιακό και επιτίθεται στην εξισωτική διανεμητική δικαιοσύνη, ώστε ολόκληρο το σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο, αν δεν καταρρέει πλήρως, τουλάχιστον ξεφτίζει, παραπαίει, χάνει την ικανότητά του να οργανώνει τον πολιτικό χώρο και συζήτηση, με αποτέλεσμα να δημιουργείται χώρος για διάφορες διεκδικήσεις και αγώνες αναγνώρισης.

Μας δίνετε μερικά παραδείγματα;

Μετά το 1989, μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού και ολόκληρου του σοβιετικού μπλοκ, τι έχουμε; Πολύ σύντομα, την άνοδο του θρησκευτικού ανταγωνισμού, του εθνικού ανταγωνισμού – τώρα πια βρισκόμαστε στο πεδίο της αναγνώρισης, παλιότερα αυτές οι διεκδικήσεις αποκλείονταν. Υπήρξε λοιπόν μια κομμουνιστική εκδοχή της διανεμητικής συζήτησης, η οποία έχει πλέον καταστραφεί. Στη Δύση είναι η απώλεια της σοσιαλδημοκρατικής ηγεμονίας, κάτι που δεν σχετίζεται μόνο με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και με αυτό που συνέβη στα νέα κοινωνικά κινήματα που είχαν ξεπηδήσει τη δεκαετία του 1960. Η Νέα Αριστερά είχε μια ριζοσπαστική, θα μπορούσε μάλιστα να πει κάποιος και αντικαπιταλιστική ηθική, γι’ αυτό επικεντρώθηκε και στην αναδιανομή και την αναγνώριση, θα έλεγα με πολύ ριζοσπαστικούς τρόπους. Αλλά καθώς περνούσαν οι δεκαετίες και το είδος του ριζοσπαστικού αντικαπιταλιστικού πνεύματος της Νέας Αριστεράς άρχισε να ξεθωριάζει, αυτό που έμεινε, τα διάδοχα κινήματα – ένα νέο είδος φεμινισμού, ένα νέο είδος αντιρατσισμού, η πολιτική της σεξουαλικότητας των ΛΟΑΤ κινημάτων – έτειναν  να αγνοούν την οπτική της πολιτικής οικονομίας και να επικεντρώνονται σε ζητήματα τα οποία θα ανέλυα με όρους στάτους ή αναγνώρισης.

Συνδέετε αυτά τα ζητήματα με τις πολιτικές ταυτότητας. Σε ποιο βαθμό είναι υποτιμητικός ο όρος;

Μέρος αυτού που επιχείρησα να κάνω μέσω της ανάλυσής μου ήταν να διαχωρίσω μια πολύ εύκολη ταύτιση μεταξύ πολιτικών ταυτότητας και πολιτικών αναγνώρισης. Έχω προσπαθήσει να πω ότι οι πολιτικές αναγνώρισης αποτελούν μια απολύτως θεμιτή διάσταση της δικαιοσύνης και ότι οι διεκδικήσεις για την υπέρβαση αυτών των αδικιών είναι σημαντικές. Δεν μπορούν απλώς να αναχθούν σε διεκδικήσεις αναδιανομής όπως θα ήθελε ο χυδαίος μαρξισμός. Ήθελα να υπερασπιστώ τη σημασία, τη νομιμότητα, τη σχετική αυτονομία των διεκδικήσεων αναγνώρισης. Όμως, θέλω να δηλώσω ότι υπάρχουν περισσότεροι από ένας τρόποι για να τις κατανοήσουμε – δεν χρειάζεται να είναι μέσω των πολιτικών ταυτότητας. Στην πραγματικότητα, συχνά οι διεκδικήσεις αναγνώρισης παίρνουν τη μορφή των πολιτικών ταυτότητας. Αυτό είναι ατυχές, κατά την άποψή μου. Δημιουργεί ένα σωρό προβλήματα  και συνήθως είναι καλύτερα να αναζητούμε μια μη-ταυτοτική κατανόηση του τι σημαίνει να αγωνιζόμαστε για αναγνώριση.

Τι θα έπρεπε να σημαίνει;

Αυτό για το οποίο θα έπρεπε να αγωνίζεται ένα κίνημα όπως ο φεμινισμός, δεν είναι η ιδέα ότι υπάρχει κάποια ξεχωριστή ταυτότητα ή ηθική της θηλυκότητας που χρειάζεται θετική αναγνώριση, έτσι ώστε να είναι ίση με την αρρενωπότητα. Όχι, θα έλεγα ότι οι πολιτικές αναγνώρισης σε ένα φεμινιστικό κίνημα θα έπρεπε να είναι ένας αγώνας ενάντια στις μορφές άνισου στάτους που συνδέονται με όρους φύλου. Και αυτό αφήνει αρκετά ανοικτό το εάν θα πρέπει να επανεκτιμηθεί «το θηλυκό» ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Γι’ αυτό προσπαθώ να διαχωρίσω τις πολιτικές αναγνώρισης από τις πολιτικές ταυτότητας.

Κοιτάζοντας πίσω, έχω την αίσθηση ότι – διορθώστε με αν πρόκειται για λανθασμένη ανάλυση – έχει υπάρξει μεγάλη πρόοδος σε θέματα αναγνώρισης στις ΗΠΑ, ισότητας στο γάμο και ούτω καθεξής, ακόμη και σε θέματα ορατότητας, για παράδειγμα έχοντας έναν μαύρο πρόεδρο. Υπήρξε πάρα πολύ αναγνώριση και πολύ λίγη έμφαση στην αναδιανομή; Ζούμε σε πολύ άνισες εποχές και αυτό δεν φαίνεται να βελτιώνεται.

Δεν είναι ζήτημα πάρα πολύ ή πολύ λίγο, αλλά το γεγονός ότι δεν έχει υπάρξει ισορροπία. Υπήρξε μια ανισορροπία και μια μονομέρεια. Για παράδειγμα, το gay κίνημα, το ΛΟΑΤ κίνημα, επικεντρώνεται στην ισότητα στο γάμο και την πρόσβαση στη στρατιωτική θητεία. Τώρα, αυτά δεν θα αποτελούσαν την πρώτη μου επιλογή για να αγωνιστώ. Ωστόσο, και τα δύο, κατά έναν ενδιαφέροντα τρόπο, έχουν ένα διανεμητικό στοιχείο. Ο στρατός είναι μία από τις λίγες οδούς για πληρωμένη πανεπιστημιακή εκπαίδευση στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, οπότε υπάρχουν οικονομικά οφέλη σε αυτό. Και το δικαίωμα στο γάμο εμπεριέχει τόσο οικονομικά και κοινωνικά, όσο και συμβολικά οφέλη, όπως αυτό της αναγνώρισης.

Ποιες εναλλακτικές οδούς θα προτιμούσατε;

Λοιπόν, εγώ θα προτιμούσα έναν αγώνα ώστε κάποιες βασικές κοινωνικές παροχές να γίνουν απλώς τα κοινωνικά δικαιώματα όλων των ατόμων, ανεξάρτητα από την οικογενειακή τους κατάσταση, θα προτιμούσα μια κοινωνία που δεν δίνει έμφαση στο ποιος είναι παντρεμένος και ποιος δεν είναι. Αντί να λέμε, «θέλουμε κι εμείς να παντρευτούμε!» γιατί να μην πούμε «θέλω να έχω παροχές υγείας, φορολογικές και όλες τις απαραίτητες παροχές απλώς επειδή είμαι άτομο, πολίτης, κάτοικος που ζει στη χώρα»;

Επειδή θέματα όπως ο γάμος έχουν αναδιανεμητική διάσταση, αλλά δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο στάτους. Αυτός είναι ο λόγος;

Ναι, και η ιστορία με την ισότητα στο γάμο εισάγει τις δικές της επαχθείς συγκρίσεις στάτους, ανάμεσα σε εκείνους που είναι παντρεμένοι και σε εκείνους που δεν είναι και ούτω καθεξής. Δεν χρειάζεται να το ενισχύσουμε αυτό.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 γράφατε σχετικά με το πρόβλημα της «μετατόπισης», διαδικασία κατά την οποία «ζητήματα αναγνώρισης χρησιμοποιούνταν ώστε να περιθωριοποιηθούν και να αποκλειστούν  οι αναδιανεμητικές διεκδικήσεις». Πάλι, έχουν περάσει σχεδόν δύο δεκαετίες από τότε– Ποιος είναι ο απολογισμός σας γι’ αυτή την περίοδο;

Το τοπίο των κοινωνικών συγκρούσεων και διεκδικήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες, τουλάχιστον, είναι πολύ διαφορετικό από όταν έγραφα. Η πιο δραματική απεικόνιση είναι η τρέχουσα προκριματική αναμέτρηση για τις προεδρικές εκλογές, όπου από τη μία πλευρά έχουμε τον Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι ένας «δημοκρατικός  σοσιαλιστής» και ουσιαστικά προτάσσει μια ισχυρή ταξική γραμμή, επικεντρωμένη κυρίως στην αναδιανομή. Υποστηρίζει, παράλληλα τους αξιόλογους προοδευτικούς αγώνες αναγνώρισης, αλλά το πραγματικό κέντρο βάρους είναι το ζήτημα της τάξης των δισεκατομμυριούχων, το ένα τοις εκατό και ούτω καθεξής.

Σας προκαλεί έκπληξη που μπόρεσε να προχωρήσει τόσο πολύ στον προκριματικό κύκλο, δίνοντας έμφαση στο ταξική διάσταση;

Ναι! Είναι απίστευτα αναπάντεχο. Είμαι πολύ χαρούμενη γι ‘αυτό, ποτέ δεν θα το είχα προβλέψει και μου δείχνει, πρώτα απ’ όλα, πόσο έχουμε προχωρήσει από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Το γεγονός ότι μπορείς να χρησιμοποιήσεις τον όρο σοσιαλισμός χωρίς να κουβαλάει αυτό το φορτίο ή να εμπνέει το ίδιο είδος «κόκκινου πανικού» και τρέλας, είναι ενδιαφέρον. Από την άλλη, στην πλευρά του Ντόναλντ Τραμπ, εκεί υπάρχει σίγουρα ένα συγκεκριμένο είδος δεξιού αυταρχικού εθνικιστικού λαϊκισμού, ο οποίος κατά κάποιον τρόπο αναφέρεται στην ταξική προβληματική, αλλά τη  χρωματίζει με έναν ελιτίστικο, σχεδόν ρατσιστικό και σίγουρα εθνικιστικό τρόπο. Έτσι αυτές οι δύο φιγούρες, ενώ διαφέρουν πολύ έντονα όσον αφορά τις πολιτικές αναγνώρισης –καθώς επίσης και στις προγραμματικές τους θέσεις– από την άλλη, και οι δύο εκφράζουν αυτή τη νέα δυναμική που έχει αποκτήσει  το ζήτημα της διανομής. Αυτό είναι κάτι καινούριο, όταν έγραφα στα μέσα της δεκαετίας του 1990 γι ‘αυτό, το θέμα της διανομής ήταν στο περιθώριο και τα πάντα ήταν η αναγνώριση, η αναγνώριση, η αναγνώριση. Δεν ισχύει αυτό πια. Η αναγνώριση δεν εξαφανίζεται και δεν πρέπει να εξαφανιστεί, αλλά νομίζω ότι αναγνώριση και διανομή βρίσκονται πλέον σε μια διαφορετική ισορροπία.

Μιας και αναφέρατε τις εκλογές –Τι γνώμη έχετε για την άλλη υποψήφια στη δημοκρατική πλευρά, την Χίλαρι Κλίντον; Πολλές δευτεροκυματικές φεμινίστριες, όπως η Γκλόρια Στέινεμ, διατείνονται ότι οι γυναίκες θα πρέπει να την υποστηρίξουν γιατί και η ίδια είναι γυναίκα και είναι η φεμινίστρια υποψήφια. Είναι πράγματι;

Μάλλον θα διαφωνήσω. Αλλά συμβαίνει κάτι πολύ ενδιαφέρον. Η Κλίντον είναι γνωστή ως φεμινίστρια εδώ και δεκαετίες, ξεκίνησε την καριέρα της υπερασπιζόμενη παιδιά και γυναίκες, είναι διάσημη για την ομιλία της στα Ηνωμένα Έθνη για το ότι τα γυναικεία δικαιώματα είναι ανθρώπινα δικαιώματα, είναι με συνεπή τρόπο υπέρ της άμβλωσης και ούτω καθεξής. Έτσι, αν όλα αυτά ταιριάζουν με τις διεκδικήσεις αναγνώρισης, αυτή είναι εκεί, και μάλιστα με έναν πιο σαφή και εμφανή τρόπο από ότι ο Σάντερς. Αλλά, από την άλλη πλευρά, τι είδους φεμινισμός είναι αυτός; Η Κλίντον ενσωματώνει ένα συγκεκριμένο είδος νεοφιλελεύθερου φεμινισμού που εστιάζει στο σπάσιμο της γυάλινης οροφής με έξυπνο και ευέλικτο τρόπο, σύμφωνα και με την ιδέα του “lean in” της Σέρυλ Σάντμπεργκ. Αυτή η λογική εστιάζει στην άρση των εμποδίων που αποτρέπουν τις μάλλον προνομιούχες, υψηλού μορφωτικού επιπέδου γυναίκες, με ήδη υψηλό ποσοστό πολιτιστικού και άλλων μορφών κεφαλαίου, να ανέλθουν στις ιεραρχίες της κυβέρνησης και των επιχειρήσεων.

Αυτός είναι ένας φεμινισμός, του οποίου οι κύριες δικαιούχοι είναι μάλλον προνομιούχες γυναίκες, των οποίων η ικανότητα να ανέλθουν βασίζεται κατά μία έννοια στην τεράστια δεξαμενή πολύ χαμηλά αμειβόμενης και επισφαλούς εργασίας φροντίδας, εργασία η οποία είναι συχνά φυλετικοποιημένη και κατά κύριο λόγο γυναικεία.

Και την ίδια στιγμή η Χίλαρι Κλίντον, όπως και ο σύζυγός της, εμπλέκεται με την Wall Street, με την οικονομική απορρύθμιση, και με όλη αυτή την νεοφιλελευθεριοποίηση της οικονομίας. Έτσι, το είδος του φεμινισμού που αντιπροσωπεύει ο Σάντερς έχει καλύτερη πιθανότητα να είναι ο φεμινισμός για όλες τις γυναίκες, για τις φτωχές γυναίκες, για τις μαύρες γυναίκες, για τις γυναίκες της εργατικής τάξης και ούτω καθεξής, και να είναι πιο κοντά στο δικό μου είδος φεμινισμού.

Παρουσιάζεται έναν τρίτο όρο στο βιβλίο σας, όπου δεν μιλάτε μόνο για την αναγνώριση και την αναδιανομή, αλλά προσφέρετε και την εκπροσώπηση. Γιατί αισθάνεστε την ανάγκη να το κάνετε αυτό;

Επειδή θεματοποιεί την ιδέα με σαφή τρόπο ότι εκτός από τα ζητήματα της οικονομικής διανομής από τη μία πλευρά και τα ζητήματα στάτους και αναγνώρισης, από την άλλη, υπάρχουν ένα σωρό άλλα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ίδια την πολιτική ως μια θεμελιώδη διάσταση της κοινωνίας. Και πιστεύω ότι στην εποχή μας, το όλο ζήτημα του ποιος έχει πολιτική ισχύ, σε έναν κόσμο προσφύγων, αιτούντων άσυλο, ανθρώπων χωρίς χαρτιά, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Δεν αφορά ειδικά στην αναγνώριση ή την αναδιανομή, παρόλο που διασταυρώνεται σίγουρα με αυτές τις θεματικές. Αφορά και τη δυνατότητα να έχει κανείς πολιτική φωνή.

Σε ποιο βαθμό αυτά τα ζητήμα υπερβαίνουν τα σύνορα;

Όταν σκέφτομαι την πολιτική φωνή και ποιος την έχει και ποιος δεν την έχει, νομίζω ότι κάποιος πρέπει να σκεφτεί όχι μόνο την περιορισμένη πολιτική κοινότητα ενός συγκεκριμένου έθνους-κράτους, όπως οι ΗΠΑ ή οποιοδήποτε άλλο, αλλά και σε ευρύτερο διεθνές, διακρατικό, παγκόσμιο πλαίσιο. Υπάρχει επίσης το ζήτημα ενός κόσμου στον οποίο τα κράτη έχουν πολύ άνιση εξουσία. Έτσι, ας υποθέσουμε ότι είστε πολίτης, ας πούμε, της Σομαλίας, και έχετε, αν όχι ένα αποτυχημένο κράτος, ένα πολύ αδύναμο κράτος, υπό τον σχεδόν πλήρη έλεγχο μεγάλων παγκόσμιων δυνάμεων ή παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως το ΔΝΤ και ούτω καθεξής – υπάρχουν μεγάλα ζητήματα σχετικά με την πολιτική φωνή που έχουν να κάνουν με αυτό το ευρύτερο επίπεδο· όχι μόνο εντός ενός  κράτος, αλλά στο παγκόσμιο σύστημα ως τέτοιο. Και νομίζω ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε αυτά τα ζητήματα είναι μέσα από την έννοια της εκπροσώπησης. Έτσι, η ιδέα τώρα θα ήταν να σκεφτούμε για τρεις διαστάσεις της δικαιοσύνης – τρεις διαφορετικές μορφές αδικίας, αν θέλετε, την άνιση διανομή, την μη-αναγνώριση και τη στρεβλή ή μη-εκπροσώπηση, ή αλλιώς, τη λανθασμένη πλαισίωση των ζητημάτων της πολιτικής.

Οπότε πως το θα εξηγούσατε αυτό με όρους κοινωνικών κινημάτων ή πολιτικής; Σκέφτομαι την Ευρώπη, για παράδειγμα – Υπάρχει μια συζήτηση σχετικά με το πώς αρθρώνονται οι πολιτικές υποκειμενικότητες, για το αν αυτό μπορεί να συμβεί χωρίς οι πολιτικές ταυτότητας να μπουν σε αναμονή ούτε και να πάρουν τον έλεγχο. Επειδή εισάγετε την έννοια της αναπαράστασης ή της διεθνικότητας, μπορεί κανείς να χτίσει μια συλλογική δύναμη σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο χωρίς να δώσει έμφαση στην ταυτότητα, αλλά δίνοντας έμφαση, για παράδειγμα, στην εκπροσώπηση; Πώς προτείνετε ότι θα μπορούσε να συμβεί;

Λοιπόν νομίζω, για παράδειγμα, ότι η όλη δομή και το πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι εν μέρει ζήτημα εκπροσώπησης. Απλώς και μόνο δυνάμει του γεγονότος ότι τώρα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, στο πλαίσιο της λεγόμενης Τρόικας, έχουν τεράστια εξουσία, τόσο μεγάλη, που είναι σε θέση, μέσω της επιβολής της λιτότητας και ούτω καθεξής, να ακυρώνουν τις εκλογές. Μπορούν να πουν στους Έλληνες, «Δεν με νοιάζει ποιον ψηφίσατε! Δεν μπορείτε να εφαρμόσετε αυτές τις πολιτικές!». Άρα, τα βασικά ζητήματα σχετικά με το που βρίσκεται η πολιτική εξουσία και η πολιτική φωνή, εντοπίζονται στη δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη σχέση της με την παγκόσμια οικονομική τάξη. Αυτά τα θέματα είναι πάνω και πέρα από τα προβλήματα ή ας πούμε ότι εναλλάσσονται με τα προβλήματα της αναγνώρισης και της διανομής. Επειδή υπάρχουν θέματα που έχουν να κάνουν με την αναγνώριση στην Ευρώπη, όταν οι πλουσιότερες χώρες του Βορρά κοιτάνε περιφρονητικά τα PIGS – τις χώρες του Νότου, επειδή τάχα είναι τεμπέληδες και φοροδιαφεύγουν, κ.λπ. Πρόκειται για μια παλιά γνωστή ιστορία αναγνώρισης. Αλλά το σημείο που την καθιστά πραγματικά θανάσιμη είναι το σημείο όπου διασταυρώνεται με το δομικό πρόβλημα της ΕΕ, έτσι ώστε – και φυσικά αυτό έχει να κάνει με τη δημιουργία του ίδιου του Ευρώ – βλέπουμε ότι μπορούν να επιβάλλονται μέτρα λιτότητας ενάντια στη δημοκρατική έκφραση.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο CTXT

Μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

 

Διαβάστε ακόμα

Ο φεμινισμός που το να είσαι “έξυπνη και ευέλικτη” σημαίνει να πατάς πάνω στις άλλες

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

 

Share

Ο φεμινισμός μάχεται κατά της καταπίεσης, όπως ακριβώς και ο αντιρατσισμός!

jane

της Esra Dogan

Ζώντας ως μετανάστρια στην Αθήνα, έχω γίνει μάρτυρας εθνικών/γλωσσικών/θρησκευτικών διακρίσεων και έχω ζήσει με τον διαρκή φόβο του ρατσισμού, ειδικά λόγω της απειλητικής ανόδου/αποδοχής της Χρυσής Αυγής. Μέσα από τις εμπειρίες αυτές, άρχισα να αναγνωρίζω όλο και περισσότερο τη σημασία του αντιρατσιστικού αγώνα.

Ως γυναίκα, σε όλη μου τη ζωή είτε στην Τουρκία είτε στην Ελλάδα είτε αλλού, έχω έρθει αντιμέτωπη με τον σεξισμό και τα μειονεκτήματα του να μην είσαι «άντρας», όχι μόνο ως υποκείμενο στην κοινωνία αλλά και στις προσωπικές μου σχέσεις. Και μέσα από αυτό, έμαθα τη σημασία του φεμινιστικού αγώνα.

Τελικά συνειδητοποίησα ότι ο αγώνας για ισότητα των φύλων είναι εξίσου σημαντικός με τον αγώνα για φυλετική ισότητα. Πράγματι, οι δυο αυτοί αγώνες αλληλοσυνδέονται περισσότερο από όσο θα μπορούσατε να φανταστείτε.

Συγκεκριμένα, ο ρατσισμός βιώνεται διαφορετικά από άτομα διαφορετικού φύλου.  Ομοίως, ο σεξισμός βιώνεται διαφορετικά ανάλογα με τη φυλή κάποιου, ενώ κάποιος που αντιμετωπίζει και ρατσισμό και σεξισμό έχει διαφορετική εμπειρία. Για παράδειγμα, ένας γκέι Αφγανός μετανάστης στην Ελλάδα μπορεί να βιώσει τον ρατσισμό με τρόπο αρκετά διαφορετικό από τους στρέιτ Αφγανούς μετανάστες. Θα βιώσει, επίσης, την ομοφοβία διαφορετικά από έναν Έλληνα γκέι.

Αυτή η διαπλοκή πολλαπλών μορφών διακρίσεων απαντάται στη βιβλιογραφία ως μελέτη της διαπλοκής ταυτοτικών χαρακτηριστικών (intersectionality ή «διαθεματικότητα»), η οποία επιχειρεί να σκιαγραφήσει την καταπίεση ως πολυδιάστατο κοινωνικό φαινόμενο. Η θεωρία της διαπλοκής ταυτοτικών χαρακτηριστικών υποστηρίζει ότι οι εκφάνσεις της καταπίεσης σε μια κοινωνία (όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η ομοφοβία, η τρανσφοβία κ.λπ.) δεν λειτουργούν ανεξάρτητα αλλά αλληλοσυνδέονται και διαμορφώνονται συνεχώς η μια βάσει της άλλης. Η κατανόηση της διαπλοκής αυτής είναι σημαντική, καθώς μας δείχνει γιατί ενδεχομένως να μην αρκεί μόνο η καταπολέμηση του ρατσισμού. Αντιθέτως, πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια σε όλες τις μορφές καταπίεσης στην κοινωνία.

Ο ρατσισμός είναι η άποψη ότι τα μέλη κάθε φυλής διαθέτουν χαρακτηριστικά ή ικανότητες που αποδίδονται αποκλειστικά στη συγκεκριμένη φυλή, μια πεποίθηση που συντελεί στη λανθασμένη ιεράρχηση ων φυλών, θεωρώντας κάποιες «κατώτερες» και κάποιες «ανώτερες» σε σχέση με τις άλλες. Με αυτόν τον τρόπο, ο ρατσισμός λειτουργεί ως θεσμική εξουσία που ευνοεί τη λευκή φυλή. Η πατριαρχία δημιουργεί μια παρόμοια θεσμική εξουσία. Ωστόσο, σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι η φυλή αλλά το φύλο που μετατρέπεται σε εργαλείο καταπίεσης – δημιουργώντας την επονομαζόμενη «ανωτερότητα του ανδρικού φύλου». Τόσο ο φεμινισμός όσο και ο αντιρατσισμός μάχονται για την κατάργηση των άδικων προνομίων που δημιουργούνται μέσα από τις εξουσιαστικές δομές της κοινωνίας.

Ωστόσο, αυτό που με ενοχλεί ως αντιρατσίστρια και φεμινίστρια που ζει στην Αθήνα είναι ότι ενώ ο αντιρατσιστικός ακτιβισμός μου είναι σε γενικές γραμμές καλοδεχούμενος, ο φεμινιστικός ακτιβισμός υπονομεύεται αρκετά.  Συνεχώς παρατηρώ ή συμμετέχω σε ακτιβιστικά κινήματα στην Ελλάδα τα οποία σε μεγάλο βαθμό αποκλείουν το πρόβλημα των άλλων φύλων (γυναίκες, lgbtqi+) και είναι περιορισμένη η αναγνώριση του γεγονότος ότι τέτοιες συμπεριφορές δημιουργούν ασυνέπειες στον αγώνα για ισότητα και ελευθερία όλων.

Όταν λέω «είμαι φεμινίστρια», παίρνω απαντήσεις όπως «δεν είμαι φεμινίστρια αλλά ανθρωπίστρια. Για εμένα η κάθε ζωή μετράει». «Είμαι αντιφεμινιστής, επειδή είμαι υπέρ της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ισότητας για όλους, όχι μόνο για τις γυναίκες.» Όσοι υιοθετούν τέτοιες απόψεις είναι σαφές ότι δεν γνωρίζουν τι σημαίνει φεμινισμός στην πραγματικότητα. Πολύ απλά, φεμινισμός σημαίνει ισότητα για όλους!

Και όσοι ισχυρίζονται ότι είναι κατά του ρατσισμού/εθνικισμού, όσοι προωθούν τις ιδέες του κοινωνικού εξισωτισμού κ.λπ. τείνουν να υποτιμούν την ίδια την ύπαρξη των ανδροκρατούμενων εξουσιαστικών δομών που δημιουργεί η πατριαρχία.

Σε περίπτωση που δεν το έχετε καταλάβει: Το φύλο αποτελεί μια τάξη, μια κατηγορία όπως είναι το χρώμα και η εθνικότητα, η οποία δημιουργεί ανώτερους και προνομιακή μεταχείριση. Επιπλέον, η πατριαρχία κάνει διακρίσεις όχι μόνο κατά των γυναικών αλλά και κατά όλων των άλλων τύπων φύλων που τυχαίνει να μην εμπίπτουν στην κοινωνική τάξη του «αρρενωπού ετεροφυλόφιλου άνδρα».

Άρα, λοιπόν, γιατί οι ακτιβιστές που είναι τόσο ευαίσθητοι σε θέματα φυλετικών/εθνικών/θρησκευτικών προκαταλήψεων και κοινωνικοοοικονομικών διακρίσεων δεν ενσωματώνουν στο πρόγραμμά τους τα φεμινιστικά ιδεώδη και αξίες;

Η απάντηση βρίσκεται εκεί έξω. Το πατριαρχικό σύστημα είναι τόσο βαθιά ριζωμένο στην κοινωνική μάθηση και πολιτισμική συμπεριφορά που βρίσκεται παντού. Βρίσκεται στη γλώσσα μας, στις προσωπικές μας σχέσεις, στις εργασιακές επιλογές μας, στα παιχνίδια των παιδιών μας κ.λπ. Δεν χρειάζεται να πάτε μακριά. Έχετε πιθανότατα δει ανθρώπους που κάνουν σεξιστικά αστεία (π.χ. ξανθιές γυναίκες), που βάζουν ταμπέλες στις γυναίκες με βάση τη σεξουαλικότητά τους (π.χ. τσούλα). Ουσιαστικά όμως δεν υπάρχει καμιά διαφορά μεταξύ της κοροϊδίας ενός άντρα για το χρώμα/εθνικότητά του και μιας γυναίκας για το φύλο/σεξουαλικότητά της.

Το πρόβλημα έγκειται στο ότι η πλειονότητα των ανθρώπων θεωρεί δεδομένο το ανδρικό πλεονέκτημα – δεν νιώθει την ανάγκη να αμφισβητήσει την προνομιακή αυτή μεταχείριση. Η πατριαρχία του σήμερα μας κάνει να πιστεύουμε δυο μύθους ταυτόχρονα. Ο πρώτος μύθος είναι ότι άνδρες και γυναίκες δεν είναι «βιολογικά ίσοι», άρα λοιπόν οι άνδρες είναι προνομιούχοι λόγω των σωματικών τους χαρακτηριστικών. Να θυμίσω εδώ ότι, αν κοιτάξουμε την ιστορία, παρόμοια επιχειρήματα περί «βιολογικών διαφορών» χρησιμοποιήθηκαν και από τους λευκούς ενάντια στους μαύρους, καθώς οι λευκοί θεωρούνται διανοητικά ανώτεροι και άξιοι «να τους υπηρετούν» ενώ οι μαύροι σωματικά ικανοί «να υπηρετούν».

Ο δεύτερος μύθος είναι ότι υφίσταται ήδη ισότητα ως προς τα νομικά δικαιώματα και τις συνθήκες εργασίας, άρα «τι άλλο μπορεί να θέλει μια φεμινίστρια»; Ωστόσο, η νομοθεσία λέει επίσης ότι ούτε ο ρατσισμός γίνεται ανεκτός στην Ελλάδα (όπως και σε πολλές άλλες χώρες), πράγμα που φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ρατσισμός. Παρομοίως, το ζήτημα της πατριαρχίας και της ανισότητας των φύλων δεν λύνεται απλά διατυπώνοντας ότι οι «γυναίκες έχουν τα ίδια πολιτικά και κοινωνικοοικονομικά δικαιώματα». Εμείς, οι γυναίκες, μπορούμε να εργαστούμε, να ψηφίσουμε και να εκλεχθούμε. Αν το θέλαμε πραγματικά, θα μπορούσε κάποια από εμάς να είναι Πρόεδρος της Ελλάδας, της Τουρκίας, του ΗΒ κ.λπ. Σίγουρα!

Αναμφίβολα, σε κοινωνίες όπου τα μέσα ενημέρωσης είναι ακόμα ανδροκρατούμενα, όπως είναι και η κρατική διακυβέρνηση, το εκπαιδευτικό σύστημα και οι οικογενειακές δομές, δεν αποτελεί έκπληξη ότι ο φεμινισμός συνοδεύεται από «αρνητικές συνυποδηλώσεις», χάρη σε αβάσιμα επιχειρήματα και μύθους εναντίον του.

Πολλοί αντιφεμινιστές έχουν «επινοήσει» τα δικά τους παράλογα επιχειρήματα, με γενικεύσεις που προέρχονται από το πολύ ευρύ φεμινιστικό κίνημα και καλλιεργώντας παρανοήσεις για να υπονομεύσουν το φεμινιστικό κίνημα.

Ακολουθούν κάποιες από αυτές τις παρανοήσεις που ακούγονται συχνά: «Οι φεμινίστριες μισούν τους άντρες!» ή «Ο φεμινισμός στερεοτυπικά χαρακτηρίζει όλους τους άντρες ως σεξιστές» ή «Ο φεμινισμός είναι μόνο για τις γυναίκες» ή «Ακόμα και κάποιες γυναίκες λένε ότι ο φεμινισμός είναι κακός» ή «Οι φεμινίστριες είναι κατά του σεξ, του γάμου, της μητρότητας» κ.λπ. Έχω συναντήσει και ανθρώπους που πιστεύουν ειλικρινά ότι όλες οι φεμινίστριες είναι λεσβίες και θέλουν έναν κόσμο μόνο με γυναίκες! Χωρίς πλάκα τώρα.

Ο φεμινισμός δεν προωθεί το «μίσος» αλλά την «αγάπη» επί ίσοις όροις

Οι φεμινίστριες δεν μισούμε τους άντρες. Μισούμε τις ιδέες περί ανδρικής ανωτερότητας και τη συνέχιση της προαιώνιας δυσανάλογης εξουσίας που δίνεται στους άντρες. Δεν είμαστε κατά του σεξ αλλά κατά της σεξουαλικής υποδούλωσης και της πορνοποίησης του γυναικείου σώματος. Ο φεμινισμός δεν είναι κατά του γάμου και της μητρότητας αλλά κατά του γάμου όταν νοείται ως θεσμός καταπίεσης των γυναικών σε συγκεκριμένους «υποχρεωτικούς» ρόλους, όπως η φροντίδα των παιδιών και του νοικοκυριού, σε βαθμό αναντίστοιχο με τους άντρες. Συνεπώς, ο φεμινισμός δεν επιδιώκει την κατάργηση της οικογένειας αλλά τον επαναπροσδιορισμό της. Όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των φύλων, ο φεμινισμός δεν προωθεί το «μίσος» αλλά την «αγάπη» επί ίσοις όροις.

Συνεπώς, γενικά ο φεμινισμός αγωνίζεται ενάντια στον σεξισμό – δηλαδή τη διάκριση βάση φύλου – καθώς και τους ρόλους φύλου που έχουν δημιουργηθεί εξαιτίας της θεσμικής εξουσίας που κατέχουν οι άντρες. Ο φεμινισμός αγωνίζεται ενάντια στον μισογυνισμό, ο οποίος μπορεί να εκδηλωθεί με την υποτίμηση των γυναικών, τη βία απέναντί τους, τη σεξουαλική αντικειμενοποίησή τους κ.λπ. Ως φεμινίστριες/-στές, θέλουμε να καταρρίψουμε το πατριαρχικό κοινωνικό σύστημα που καταπιέζει τις γυναίκες, τους διεμφυλικούς, τους παμφυλικούς κ.λπ.

Είσαι κατά του μισογυνισμού, της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας; Πρέπει οι γυναίκες και οι LGBTQI+ να αισθάνονται ασφαλείς, ίσοι και ελεύθεροι στην κοινωνία; Πιστεύεις ότι όλοι ανεξαρτήτως φύλου πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες εκπαίδευσης και εργασίας, καθώς και ίση αμοιβή; Αν απάντησες «ναι», είσαι φεμινιστής/-στρια. Τελεία. Δεν υπάρχει «ναι, αλλά…».

Ναι, γνωρίζω ότι πολλοί γύρω μου είναι σκεπτικοί ως προς τον φεμινισμό λόγω του γεγονότος ότι ο λευκός φεμινισμός αγνοεί την ίδια την ύπαρξη του ρατσισμού. Αυτό που ενδεχομένως δεν γνωρίζετε εσείς είναι ότι ιστορικά οι φεμινίστριες που υποστηρίζουν τη θεωρία των πολλαπλών διακρίσεων προωθούν τη σημασία του αγώνα κατά του ρατσισμού, αμφισβητώντας τη στάση των Λευκών Φεμινιστριών.

Με τον όρο Λευκές Φεμινίστριες δεν εννοούμε φεμινίστριες από τη λευκή φυλή αλλά όσες ενστερνίζονται φεμινιστικές απόψεις ενώ ταυτόχρονα αγνοούν την ύπαρξη προνομίων για τους λευκούς. Κάποιες μοιάζουν κολλημένες στην τοξική άποψη ότι τα ζητήματα των εθνικών και ρατσιστικών διακρίσεων θα επιλυθούν αν διασφαλιστεί η ισότητα των φύλων.

Αυτή η στάση δεν διαφέρει πολύ από τη στάση εκείνων που αγνοούν τα προνόμια του αντρικού φύλου που εξασφαλίζει η πατριαρχική κοινωνία. Έτσι, λοιπόν, κάποιοι «αντιρατσιστές αλλά όχι φεμινιστές» – όπως αυτοαποκαλούνται – διαιωνίζουν την ύπαρξη δύο μέτρων και δύο σταθμών στη συζήτηση για τα ζητήματα φύλου.

Και οι δύο αυτές κατηγορίες ατόμων είναι υποκριτές!

Δεν έχει έρθει η ώρα να βγείτε από το καβούκι σας, να καταρρίψετε τα δύο μέτρα και δύο σταθμά και να αποδεχτείτε ότι δεν μπορούμε να αρνηθούμε τόσο την ύπαρξη των αντρικών προνομίων/της καταπίεσης βάσει φύλου όσο και την παράλληλη ύπαρξη των λευκών προνομίων/των φυλετικών και εθνικών διακρίσεων; Δεν έχει έρθει η ώρα να συνειδητοποιήσετε ότι ο φεμινισμός μάχεται κατά της καταπίεσης, όπως και ο αντιρατσισμός, και ότι η φεμινιστική αντίσταση είναι απαραίτητη για την ενίσχυση του αγώνα κατά του έμφυλου ρατσισμού που αντιμετωπίζει καθημερινά μια μετανάστρια σαν εμένα;

 

 

Share

Ο φεμινισμός που το να είσαι “έξυπνη και ευέλικτη” σημαίνει να πατάς πάνω στις άλλες

ρειζερ

των Γκάρυ Γκάτινγκ και Νάνσυ Φρέιζερ

Αυτή η συνέντευξη, η τελευταία σε μια σειρά για πολιτικά θέματα, συζητά φιλοσοφικά ζητήματα γύρω από το φεμινισμό. Συνομιλήτριά μου είναι η Νάνσυ Φρέιζερ, καθηγήτρια φιλοσοφίας και πολιτικής στο New School. Είναι συγγραφέας του βιβλίου “Fortunes of Feminism: From State-Managed Capitalism to Neoliberal Crisis”.

Γκάρυ Γκάτινγκ

Πρόσφατα έχεις γράψει: “Ως φεμινίστρια, πάντα υπέθετα ότι παλεύοντας για τη γυναικεία χειραφέτηση έχτιζα έναν καλύτερο κόσμο -με περισσότερη ισότητα- πιο δίκαιο και ελεύθερο. Τελευταία όμως έχω αρχίσει να ανησυχώ ότι … η κριτική μας για το σεξισμό εφοδιάζει πλέον την αιτιολόγηση νέων μορφών ανισότητας και εκμετάλλευσης”. Μπορείς να εξηγήσεις τι έχεις κατά νου;

Ο φεμινισμός μου πηγάζει από τη Νέα Αριστερά και ακόμα χρωματίζεται από τη σκέψη εκείνης της περιόδου. Για μένα ο φεμινισμός δεν σημαίνει απλώς το να τοποθετήσεις μια χούφτα μεμονωμένες γυναίκες σε θέσεις εξουσίας και προνομίων μέσα στις υπάρχουσες κοινωνικές ιεραρχίες. Σημαίνει το να υπερβείς αυτές τις ιεραρχίες. Αυτό απαιτεί το να αμφισβητήσεις τις δομικές πηγές της έμφυλης εξουσίας στην καπιταλιστική κοινωνία – πάνω από όλα το θεσμοποιημένο διαχωρισμό δύο ειδών πράξης: από τη μια την αποκαλούμενη “παραγωγική” εργασία, ιστορικά ταυτισμένη με τους άντρες και με ανταμοιβή το μισθό, και από την άλλη τις εργασίες “φροντίδας”, ιστορικά συχνά απλήρωτες και που ακόμα και σήμερα εκτελούνται κυρίως από γυναίκες. Κατά τη γνώμη μου, αυτός ο έμφυλος, ιεραρχικός διαχωρισμός μεταξύ “παραγωγής” και “αναπαραγωγής” αποτελεί μια καθοριστική δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας και πηγή των έμφυλων ασυμμετριών που έχει ενσωματωμένες. Δεν μπορεί να υπάρξει “χειραφέτηση των γυναικών” όσο αυτή η δομή παραμένει ανέγγιχτη.

Γιατί δεν μπορεί η ανταπόκριση σε φεμινιστικές ανησυχίες να αντιμετωπιστεί απλά ως ένα μεγάλο βήμα για να διορθωθούν τα κοινωνικά και οικονομικά ελαττώματα της καπιταλιστικής κοινωνίας μας και όχι ως μια ολική μεταλλαγή του συστήματος;

Σίγουρα μπορεί να αντιμετωπιστεί κατά αυτό τον τρόπο. Αλλά αμφισβητώ το κατά πόσο ο σημερινός φεμινισμός πραγματικά προχωρά σε αυτή την κατεύθυνση. Όπως το βλέπω, ο σύγχρονος κυρίαρχος φεμινισμός έχει υιοθετήσει μια προσέγγιση που δεν μπορεί να πετύχει δικαιοσύνη ούτε καν για τις γυναίκες, πόσο μάλλον για όλους τους άλλους. Το θέμα είναι ότι αυτός ο φεμινισμός εστιάζει στο να ενθαρρύνει μορφωμένες γυναίκες της μεσαίας τάξης να “κινηθούν έξυπνα και ευέλικτα”[1] και να “σπάσουν τη γυάλινη οροφή” – με άλλα λόγια να αναρριχηθούν σε εταιρικές καριέρες. Εξορισμού λοιπόν, οι αποδέκτριες αυτού του φεμινισμού μπορούν να είναι μόνο γυναίκες από τις τάξεις  των επαγγελματιών μάνατζερ. Και απουσία δομικών αλλαγών στην καπιταλιστική κοινωνία, αυτές οι γυναίκες μπορούν να ωφεληθούν μόνο πατώντας πάνω σε άλλες/ους – με το να φορτώνουν τη δική τους εργασία φροντίδας και νοικοκυριού πάνω χαμηλόμισθες, επισφαλείς εργαζόμενες και/ή μετανάστριες. Αυτός λοιπόν δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ένας φεμινισμός για όλες τις γυναίκες!

Και έχει και συνέχεια. Ο κυρίαρχος φεμινισμός έχει υιοθετήσει μια περιορισμένη οπτική για την ισότητα, προσανατολισμένη στην αγορά, που συμφωνεί πλήρως με τις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες εταιρικές ιδέες. Έτσι, τείνει να συντάσσεται με μια ιδιαίτερα αρπαχτική μορφή καπιταλισμού, όπου ο νικητής τα παίρνει όλα και η οποία ταΐζει τους επενδυτές κανιβαλίζοντας το βιοτικό επίπεδο όλων των άλλων. Ακόμα χειρότερα, αυτός ο φεμινισμός παρέχει άλλοθι σε αυτές τις επιδρομές. Ολοένα και περισσότερο, η νοοτροπία του φιλελεύθερου φεμινισμού είναι εκείνη που παρέχει το χάρισμα, την αύρα χειραφέτησης, από την οποία ο νεοφιλελευθερισμός αντλεί για να νομιμοποιήσει την ευρεία αναδιανομή του πλούτου προς τους λίγους.

Μπορείς να μας δώσεις μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο εσύ βλέπεις ο κυρίαρχος φεμινισμός να βοηθάει την καπιταλιστική εκμετάλλευση;

Σίγουρα. Κατά τη δεκαετία του ‘70 οι φεμινίστριες ανέπτυξαν μια δυναμική κριτική της μεταπολεμικής πολιτισμικής ιδέας γνωστής ως “οικογενειακός μισθός”. Σύμφωνα με αυτή, οι γυναίκες θα πρέπει να είναι νοικοκυρές πλήρους απασχόλησης ενώ οι σύζυγοί τους θα πρέπει να είναι οι μοναδικοί (ή έστω οι βασικοί) κουβαλητές, που θα κερδίζουν αρκετά ώστε να συντηρούν ολόκληρο το σπιτικό. Φυσικά, μόνο μια μειοψηφία οικογενειών στην Αμερική μπόρεσε να πραγματοποιήσει αυτό το πρόταγμα. Αλλά είχε τεράστια αξία σε μια φάση του καπιταλισμού στηριγμένη στη μαζική παραγωγή και τη σχετικά καλή και προστατευμένη εργασία των (κυρίως λευκών) αντρών. Όλα αυτά άλλαξαν ωστόσο με το ξέσπασμα του δεύτερου κύματος του φεμινισμού, που απέρριψε τον οικογενειακό μισθό ως σεξιστικό, ως ένα στήριγμα της αντρικής εξουσίας και της εξάρτησης των γυναικών. Σε αυτή τη φάση, το κίνημα ακόμα μοιραζόταν το αντικαπιταλιστικό ήθος της Νέας Αριστεράς. Η κριτική του δεν στόχευε στην απόδοση μεγαλύτερης αξίας στη μισθωτή εργασία και ακόμα λιγότερο στην απαξίωση της απλήρωτης εργασίας φροντίδας. Αντίθετα, οι φεμινίστριες αυτής της περιόδου αμφισβητούσαν τον ανδροκεντρισμό με τον οποίο η κοινωνία ιεραρχούσε “τα κέρδη πάνω από τους ανθρώπους”, την οικονομική παραγωγή πάνω από την κοινωνική αναπαραγωγή. Επιχειρούσαν να μετασχηματίσουν τις βαθιές δομές του συστήματος και τις αξίες του – εν μέρει με το να βγάλουν από το επίκεντρο τη μισθωτή εργασία και να δώσουν αξία στις μη αμειβόμενες δραστηριότητες, ειδικά στην κοινωνικά αναγκαία εργασία φροντίδας που γίνεται από γυναίκες.

Οπότε πώς άλλαξε αυτή η κριτική του οικογενειακού μισθού;

Σήμερα η φεμινιστική κριτική του οικογενειακού μισθού έχει λάβει μια συνολικά διαφορετική σκοπιά. Βασική της κατεύθυνση είναι η νομιμοποίηση του νέου, πιο “μοντέρνου” προτάγματος για νοικοκυριό με δύο εργαζόμενους, που απαιτεί την εργασία της γυναίκας ενώ συμπιέζει το χρόνο για την απλήρωτη εργασία φροντίδας. Αγκαλιάζοντας αυτό το πρόταγμα, ο σύγχρονος κυρίαρχος φεμινισμός συντάσσεται με τις ανάγκες και τις αξίες του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Αυτός ο καπιταλισμός έχει επιστρατεύσει τις γυναίκες στη μισθωτή εργασία μαζικά, ενώ έχει εξαγάγει τη μεταποίηση στον Παγκόσμιο Νότο, αποδυναμώνοντας τα συνδικάτα και προωθώντας χαμηλόμισθες και ευάλωτες θέσεις εργασίας. Αυτό βέβαια ουσιαστικά σημαίνει τη μείωση των πραγματικών μισθών, τη μεγάλη αύξηση των απαραίτητων ωρών αμειβόμενης εργασίας ανά νοικοκυριό για τη συντήρηση μιας οικογένειας και ένας απελπισμένος αγώνας για να μεταφερθεί η εργασία φροντίδας σε άλλους ώστε να απελευθερωθεί περισσότερος χρόνος για αμειβόμενη εργασία. Πόσο ειρωνικό είναι λοιπόν να δίνεται σε όλο αυτό ένα φεμινιστικό περιτύλιγμα! Η φεμινιστική κριτική του οικογενειακού μισθού που κάποτε στρεφόταν ενάντια στην απαξίωση της εργασίας φροντίδας από τον καπιταλισμό, τώρα χρησιμοποιείται ώστε να εντατικοποιηθεί η αξιοποίηση της μισθωτής εργασίας από τον καπιταλισμό.

Δεν εστιάζουν όμως όλες οι φεμινιστικές προσπάθειες στις γυναίκες των ανώτερων τάξεων. Τι θα έλεγες για τα προγράμματα που δίνουν μικρά δάνεια (“microcredit”) σε φτωχές γυναίκες σε αναπτυσσόμενες χώρες για να τις βοηθήσουν να αναπτύξουν μικρές επιχειρήσεις;

Χαίρομαι που ρώτησες για αυτό γιατί είναι ένα ακόμα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο φεμινιστικές ιδέες διαστρεβλώνονται για να υπηρετήσουν νεοφλιλελεύθερους, καπιταλιστικούς σκοπούς. Ο μικροδανεισμός προβάλλεται ως ένας τρόπος “ενδυνάμωσης” γυναικών σε φτωχές αγροτικές περιοχές του Παγκόσμιου Νότου. Ταυτόχρονα, υποτίθεται ότι εκπροσωπεί έναν νέο, πιο συμμετοχικό τρόπο για την καταπολέμηση της φτώχειας, που απελευθερώνει επιχειρηματικές από τα κάτω δυναμικές, ενώ αποφεύγει τη γραφειοκρατεία των μεγάλης κλίμακας κρατικών προγραμμάτων ανάπτυξης της προηγούμενης περιόδου. Κατά αυτό τον τρόπο ο μικροδανεισμός έχει να κάνει τόσο με την εξύψωση της αγοράς και τη δαιμονοποίηση του κράτους όσο και με την ισότητα των φύλων. Βασικά συνδέει αυτές τις ιδέες μαζί σε ένα αμφιλεγόμενο αμάλγαμα, επικαλούμενος το φεμινισμό για να συγκαλύψει την ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς.

Αλλά το όλο θέμα αποτελεί μια λαθροχειρία. Ο μικροδανεισμός έγινε μανία ακριβώς τη στιγνή που τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προωθούσαν τα προγράμματα “διαρθρωτικών αλλαγών” στον Παγκόσμιο Νότο – καθορίζοντας συνθήκες δανεισμού που απαιτούν από τα μεταποικιακά κράτη να απελευθερώσουν και να ιδιωτικοποιήσουν τις οικονομίες τους, να περικόψουν δημόσιες δαπάνες και να εγκαταλείψουν τα μακροπρόθεσμα προγράμματα κατά της φτώχειας και υπέρ της προώθησης της εργασίας. Και κατά κανένα τρόπο δεν μπορεί ο μικροδανεισμός να αντικαταστήσει αυτές τις πολιτικές. Κάθε υπόνοια για το αντίθετο αποτελεί μια σκληρή φάρσα.

Οπότε να που και πάλι τα φεμινιστικά προτάγματα χρησιμοποιούνται για να νομιμοποιήσουν πολιτικές που βλάπτουν σοβαρά τη συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών, καθώς και τα παιδιά και τους άντρες.

Μήπως το να συνδέεις το φεμινισμό με τη συνολική κριτική του καπιταλισμού τον κάνει τελικά μια χαμένη υπόθεση; Οι περισσότεροι/ες Αμερικανοί/ίδες θεωρούν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική στον καπιταλισμό.

Δεν είμαι καθόλου πεισμένη ότι ο μετασχηματισμός τους νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού είναι χαμένη υπόθεση. Μου φαίνεται ότι αυτό το κοινωνικό σύστημα είναι σε μια βαθιά, πολυδιάστατη κρίση -μια κρίση ταυτόχρονα οικονομική, οικολογική, κοινωνική και πολιτική- και κάτι θα πρέπει να δώσει, όπως έκανε και κατά τη δεκαετία 1930. Οπότε το ερώτημα θα έλεγα δεν είναι το αν ο καπιταλισμός θα μετασχηματιστεί, αλλά από ποιόν και σύμφωνα με τα συμφέροντα ποιών.

Θα ήθελα οι φεμινίστριες να ενωθούν με άλλα προοδευτικά και χειραφετητικά κοινωνικά κινήματα σε προσπάθειες τόσο θεωρητικές όσο και πρακτικές, που θα διαμορφώσουν τη κατεύθυνση της αλλαγής.

Αυτό σημαίνει να ελλαττωθούν οι προσπάθειες για βελτίωση της κατάστασης των γυναικών στο σημερινό καπιταλιστικό σύστημα προς όφελος μιας μελλοντικής επανάστασης;

Σε καμία περίπτωση! Αυτό που θα συνιστούσα είναι μια στρατηγική ενός “επαναστατικού ρεφορμισμού”, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του Γάλλου οικοσοσιαλιστή φιλοσόφου Αντρέ Γκορζ. Αυτό σημαίνει να συλλάβουμε και να προωθήσουμε μεταρρυθμίσεις που φέρνουν αληθινά αποτελέσματα στο σήμερα ενώ ταυτόχρονα ανοίγουν μονοπάτια σε πιο ριζοσπαστικούς αγώνες για βαθύτερες και πιο δομικές αλλαγές στο μέλλον. Οι φεμινίστριες μπορούν να αγγαλιάσουν αυτή την προσέγγιση με πιο αγνωστικιστικό πνεύμα. Δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε τώρα αν το τελικό αποτέλεσμα πρέπει να είναι μια μετακαπιταλιστική κοινωνία.

Η άποψή μου, όπως είπα και προηγουμένως, είναι ότι η αντρική κυριαρχία δεν μπορεί να αλλάξει αν δεν αλλάξει η βαθιά ριζωμένη καπιταλιστική ιεράρχηση που θεωρεί την οικονομική παραγωγή πιο σημαντική από την κοινωνική αναπαραγωγή. Για αυτό και θεωρώ ότι μια ριζοσπαστική αλλαγή είναι στην πραγματικότητα πιο ρεαλιστικός σκοπός από το να “κινηθούμε έξυπνα και ευέλικτα”. Παρόλα αυτά δεν θα με πείραζε καθόλου να αποδειχτεί ότι έχω άδικο. Αν μια νέα μορφή καπιταλισμού μπορούσε να απελευθερώσει τις γυναίκες (και εννοώ όλες τις γυναίκες) χωρίς να διαλύσει όλους τους άλλους, τότε είμαι μέσα. Οπότε λέω, ας προσπαθήσουμε για επαναστατικές μεταρρυθμίσεις και να δούμε πού θα μας οδηγήσουν.

Πολλές φεμινίστριες σήμερα ασχολούνται ιδιαίτερα με τις υποσυνείδητες προκαταλήψεις εναντίων των γυναικών -διακρίσεις που εκφράζονται ακόμα και από εκείνους/ες που συνειδητά υποστηρίζουν τα δικαιώματα των γυναικών, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των ίδιων των γυναικών. Πόσο σημαντικό θεωρείς ότι είναι αυτό το ζήτημα;

Οι υποσυνείδητες προκαταλήψεις κατά των γυναικών -και απέναντι σε οτιδήποτε θεωρείται “γυναικείο”- είναι διάχυτες στην κοινωνία μας. Και έχεις δίκιο: επηρεάζει τον τρόπο που οι ίδιες οι γυναίκες σκέφτονται τους εαυτούς τους, ακόμα και εκείνες που αυτοπροσδιορίζονται ως φεμινίστριες. Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά παραδείγματα, αλλά ένα από τα αγαπημένα μου είναι ένας γρίφος. Αφορά έναν χειρούργο της εντατικής που πρέπει να χειρουργήσει ένα αγόρι που τραυματίστηκε σε τροχαίο και του οποίου ο πατέρας σκοτώθηκε ακαριαία. Ο χειρούργος κοιτάζει το αγόρι στο πρόσωπο και λέει “Δεν μπορώ να χειρουργήσω, είναι ο γιός μου”. Ογρίφος είναι το πώς είναι αυτό δυνατόν.

Θα εκπλαγείς με το πόση ώρα παίρνει στους περισσότερους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων γυναικών και φεμινιστριών, για να καταλάβουν ότι ο χειρούργος είναι γυναίκα -πολλοί καταλήγουν μάλιστα στο ότι πρόκειται για ομοφυλόφιλο άντρα. Και φυσικά υπάρχουν πολλά ακόμα παραδείγματα που αναδεικνύουν καλύτερα τις επιπτώσεις, όπως τους τρόπους με τους οποίους οι σεξιστικές προκαταλήψεις επηρεάζουν τις αποφάσεις σχετικά με τα προσόντα αιτούντων εργασία.

Είναι όμως μόνο ζήτημα προσωπικών προκαταλήψεων, συνειδητών ή υποσυνείδητων;

Σε καμία περίπτωση. Οι κανόνες που κατηγοριοποιούν τα “αρρενωπά” χαρακτηριστικά πιο πάνω από τα “θηλυκά” είναι ενσωματωμένοι στις κοινωνικές πρακτικές και τους θεσμούς, συμπεριλαμβανομένων των νόμων, των ιατρικών πρακτικών, της εταιρικής κουλτούρας και των κριτηρίων για το ποιός δικαιούται την κοινωνική πρόνοια. Οπότε το ότι υπάρχει μέσα στα μυαλά των ανθρώπων δεν είναι και τόσο περίεργο. Ίσα ίσα, πολιτισμικές αξίες που υποτάσσουν τις γυναίκες είναι βαθιά ριζωμένες στις κοινωνικές δομές που ρυθμίζουν τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις στην καθημερινή ζωή. Οπότε ο φεμινισμός δεν μπορεί να αυτοπεριοριστεί στην αλλαγή συνειδήσεων. Πρέπει να εξαλείψουμε τις σεξιστικές αξίες από τους κοινωνικούς θεσμούς μας και να τις αντικαταστήσουμε με αξίες που θα καλλιεργούν την ίση συμμετοχή αντρών και γυναικών -και μεταξύ όλων.

Μπορείς να δώσεις μερικά παραδείγματα του πώς τέτοιες αξίες είναι ριζωμένες στις κοινωνικές πρακτικές μας και τους θεσμούς;

Φυσικά. Ορίστε ένα: αρκετά δικαστήρια έχουν αποφασίσει ότι το να μην δίνει ο εργοδότης άδεια εγκυμοσύνης δεν συνιστά έμφυλη διάκριση γιατί δεν στερεί από τις γυναίκες ένα προνόμιο που έχουν οι άντρες. Βασιζόμενες στην υπόθεση ότι το πρότυπο εργάτη είναι ο άντρας, αυτές οι αποφάσεις ουσιαστικά τιμωρούν τις γυναίκες επειδή είναι “διαφορετικές”. Όπως και το ότι οι σημερινές πολιτικές για την κοινωνική πρόνοια σπρώχνουν τις μητέρες μικρών παιδιών στην “εργασία”. Υπό τη σιωπηλή παραδοχή ότι η ανατροφή παιδιών δεν συνιστά εργασία, αυτές οι πολιτικές ουσιαστικά περιγράφουν τις αποδέκτριες ως τρακαδόρους που λαμβάνουν κάτι για να μην κάνουν τίποτα. Τέλος, οι νομικές νόρμες που ορίζουν τι σημαίνει αυτοάμυνα προϋποθέτουν μια τυπικά αντρική κοινωνικοποίηση, κατά την οποία κάποιος μαθαίνει να αποκρούει άμεσες επιθέσεις. Έτσι, κακοποιημένες γυναίκες που περιμένουν για ένα άνοιγμα για να χτυπήσουν τους κακοποιητές τους έχουν δυσκολία να ισχυριστούν αυτοάμυνα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, και υπάρχουν πολλές, πολλές ακόμη, οι θεσμοί και οι κοινωνικές πρακτικές μας λειτουργούν στη βάση ανδροκεντρικών και σεξιστικών κανόνων, που αποκλείουν τις γυναίκες από την πλήρη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή με ισότιμους όρους με τους άντρες.

Ένα άλλο μεγάλο ζήτημα για τις φεμινίστριες είναι αυτό που περιγράφεται ως “κουλτούρα βιασμού”, ειδικά στα πανεπιστήμια. Ποιά είναι η άποψή σου για αυτό;

Αυτό είναι σίγουρα ένα καυτό θέμα σήμερα, και θα πρέπει να ομολογήσω ότι μου δημιουργεί ανάμεικτα συναισθήματα. Κι αυτό εν μέρει γιατί πάντα με ανησυχεί όταν ένα θέμα γίνεται τόσο κυρίαρχο που επισκιάζει την υπόλοιπη φεμινιστική ατζέντα -όπως έχει γίνει και με τις αμβλώσεις στις ΗΠΑ. Αλλά και γιατί έχω ένα αίσθημα déjà vu – είναι σαν να ξαναπαίζουμε μια προηγούμενη διαμάχη μεταξύ ενός “προστατευτικού” ρεύματος φεμινισμού, που εστίαζε στη βία κατά των γυναικών και αναζητούσε λύσεις μέσω του ποινικού κώδικα και ενός άλλου, φιλελεύθερου ρεύματος, που προσπαθεί να επικυρώσει την πρωτοβουλία των γυναικών και τη σεξουαλική τους ελευθερία.

Προσωπικά πάντα ήθελα να αναπτύξω μια τρίτη προσέγγιση που θα διασφαλίζει όχι μόνο τη σεξουαλική αυτονομία των γυναικών αλλά και κοινωνικά δικαιώματα για όλους/ες. Και θα ήθελα αυτή η προσέγγιση να μην ενδιαφέρεται μόνο για τις σεξουαλικές επιθέσεις αλλά και για άλλες, πιο απρόσωπες και συστημικές μορφές εξαναγκασμού που περιορίζουν την αυτονομία των γυναικών στο σεξ και σε άλλες σφαίρες. Για παράδειγμα, θα ήθελα να επανοικειοποιηθούμε τις ιδέες του κινήματος της δεκαετίας 1970 “battered women’s movement” (κίνημα κακοποιημένων γυναικών), που τόνιζε τη σημασία όχι μόνο των ποινικών μέτρων αλλά και των “δυνατοτήτων εξόδου” με τη μορφή της αξιοπρεπούς και οικονομικής στέγασης και μιας εργασίας που θα αμείβεται αρκετά ώστε η γυναίκα να μπορεί να υποστηρίξει τον εαυτό της και τα παιδιά της.

Πώς θα χρησιμοποιούσες αυτές τις ιδέες στο ζήτημα των βιασμών στα πανεπιστήμια;

Με ανησυχούν αφηγήσεις που περιγράφουν τα κολέγια και τα πανεπιστήμια ως κυνηγετικά πεδία για βιαστές. Αναγνωρίζω ότι πράγματι υπάρχουν θύλακες που τους αξίζει η ταμπέλα της “κουλτούρας βιασμού”, αλλά πιστεύω ότι είναι περιορισμένοι και δεν θέλω να δω αυτή την έκφραση μα χρησιμοποιείται τόσο χαλαρά ώστε να καταλήξει κενή περιεχομένου. Οι πιο κοινές περιπτώσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης (και αυτή η έκφραση είναι συχνά πιο ακριβής από τον “βιασμό”) χαρακτηρίζονται από ασάφεια στην επικοινωνία, ανάμεικτα συναισθήματα, δυσκολία στην κατανόηση της επιθυμίας ή και της έλλειψής της και η αίσθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα έκφρασης αυτής – όλες οι συνθήκες που στρέφονται ενάντια στη γυναικεία αυτονομία στο σεξ και τις σχέσεις, ειδικά (αλλά όχι μόνο!) σε ετεροφυλόφιλα περιβάλλοντα. Είναι πολύ σημαντικό να προωθήσουμε μια κριτική κατανόηση που θα δίνει τη δυνατότητα μετασχηματισμού αυτών των δυναμικών. Αλλά υποπτεύομαι ότι η σύγχρονη, κάπως υπερβολική καμπάνια ενάντια στην “κουλτούρα του βιασμού” είναι πολύ χοντροκομμένη για αυτό το εγχείρημα.

Η συνέντευξη διεξήχθη μέσω email και έχει υποστεί επιμέλεια

Ο Γκάρυ Γκάττινγκ είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Νοτρ Νταμ και συντάκτης του Notre Dame Philosophical Reviews.

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στη στήλη Oponionator των ΝΥ Times και μπορείτε να το βρείτε εδώ

Μετάφραση: Δήμητρα Σπανού

 


Σημειώσεις της Μεταφράστριας

[1] «lean in» στο πρωτότυπο, αμφιλεγόμενος όρος που εισηγήθηκε η Σέρυλ Σάντμπεργκ, στέλεχος της Facebook, στο βιβλίο της Lean In: Women, Work, and the Will to Lead

 

Διαβάστε ακόμα

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

Share

Μαδρίτη, 7 Νοέμβρη: Μια ιστορική συγκέντρωση ενάντια στην έμφυλη βία 

16

της Λίνας Φιλοπούλου

Μετά από μήνες προετοιμασίας, το περασμένο Σάββατο 7 Νοεμβρίου εκατοντάδες  χιλιάδες άνθρωποι απ’ όλη την Ισπανία, κυρίως γυναίκες, κατέκλεισαν με μια μεγαλειώδη συγκέντρωση το κέντρο της Μαδρίτης για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην έμφυλη βία, στις περικοπές και την αναθεώρηση της νομοθεσίας κατά της έμφυλης βίας που προωθεί η κυβέρνηση και για να απαιτήσουν να θεωρηθεί κρατικό ζήτημα η ενδοοικογενειακή βία.

Από νωρίς το πρωί γυναίκες από τις Κανάριους και Βαλεαρίδες Νήσους, την Ανδαλουσία, τις Αστούριας και τη Χώρα των Βάσκων, από γυναικείες και φεμινιστικές οργανώσεις, από συνδικάτα και πολιτικά κόμματα, που κατέφτασαν στη Μαδρίτη  με αεροπλάνα, λεωφορεία και τρένα, συγκεντρώθηκαν στην Paseo del Prado κρατώντας πανό και πλακάτ, τραγουδώντας και φωνάζοντας συνθήματα, όπως: «όχι στην τρομοκρατία της πατριαρχίας», «είναι δολοφόνοι, δεν είναι τρελοί», «δεν θέλω κομπλιμέντα, απαιτώ το σεβασμό σου», «ή με το σεξισμό ή με τον φεμινισμό», «δεν είναι πεθαμένες, είναι δολοφονημένες». Έξω από το Υπουργείο Υγείας, επίσης, πραγματοποιήθηκε δράση της οργάνωσης Γυναίκες με τα μαύρα, οι οποίες ξάπλωσαν πάνω στο δρόμο παριστάνοντας τα νεκρά γυναικεία σώματα εκείνων των γυναικών – μεταξύ των οποίων και πολλές ανήλικες – που σκοτώθηκαν από νυν ή πρώην συντρόφους τους το 2015, και ανάγνωσαν τα ονόματά τους.

Πριν ξεκινήσει η μεγάλη πορεία, η Angela Gonzalez, ο πρώην σύζυγος της οποίας δολοφόνησε την κόρη τους,  διάβασε το μανιφέστο της 7ης Νοέμβρη. «Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε ούτε μία δολοφονία παραπάνω. Θέλουμε τα παιδιά μας ζωντανά, μας θέλουμε ζωντανές», είπε κλείνοντας.

Η ενθουσιώδης πορεία, η οποία ξεκινούσε από την Atocha, περνούσε από την Plaza de Cibeles και κατέληγε στην Plaza de España, είχε στην κεφαλή της γυναίκες επιζήσασες της έμφυλης βίας και εκπροσώπους του φεμινιστικού κινήματος. Οι γυναίκες δήμαρχοι της Μαδρίτης και της Βαρκελώνης, Manuela Carmena και Ada Colau κατέβηκαν επίσης στο δρόμο, κρατώντας ένα από τα μεγάλα πανό. Στη Cibeles η πορεία έκανε μια πρώτη στάση, όπου η συλλογικότητα Generando Arte άφησε τεχνητά μωβ άνθη πάνω στο συντριβάνι. Φτάνοντας στην Gran Via οι γυναίκες καλούσαν κι άλλο κόσμο να συμμετάσχει στην πορεία. Ανάμεσα στις οργανώσεις που πήραν μέρος στην πορεία ήταν και ο Σύνδεσμος Ρομά Φεμινιστριών για τη Διαφορετικότητα. Η Aurora, μέλος της οργάνωσης, αναφέρει ότι και οι γυναίκες ρομά είναι θύματα της έμφυλης βίας και διεκδικούν κι αυτές ορατότητα.

Η δεύτερη στάση της πορείας πραγματοποιήθηκε στη γωνία της Gran Via και της οδού Montera. Εκεί μέλη του Φεμινιστικού Φοιτητικού Μπλοκ άνοιξαν ένα μαύρο πανί στο έδαφος και το γέμισαν με κρεμάστρες (σύμβολο για την άμβλωση) και κόκκινη μπογιά σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την τελευταία νομοθετική αλλαγή για την άμβλωση. Στην Plaza de Callao ενώθηκε με την πορεία μια ομάδα γυναικών, οι οποίες εκπροσωπούσαν τις επτά γυναίκες που ήταν για έβδομη ημέρα σε απεργία πείνας ενάντια τη βία κατά των γυναικών, στην πλατεία Puerta del Sol. Η πορεία κατέληξε στην Plaza de España, όπου όλες οι συμμετέχουσες και συμμετέχοντες κάθισαν οκλαδόν για να ακούσουν για δεύτερη φορά το μανιφέστο, αυτή τη φορά σε πολλές γλώσσες. Η εκδήλωση έκλεισε με τραγούδια με συμβολικό χαρακτήρα.

Ένας από τους στόχους αυτής της πορείας ήταν, επίσης, να κάνει ορατή την «κανονικότητα» της πολύμορφης βίας, γιατί η έμφυλη βία δεν εμφανίζεται μόνο στο πλαίσιο μιας σχέσης με έναν σύντροφο ή πρώην σύντροφο και στις σεξουαλικές επιθέσεις, αλλά και στις πολλές βίες που υφίστανται οι γυναίκες  στο χώρο εργασίας, στο κοινωνικό περιβάλλον, στις οικογενειακές σχέσεις, στη διαφήμιση και στα μέσα ενημέρωσης.

Ακολουθεί η μετάφραση από τα ισπανικά του Μανιφέστου της 7ης Νοέμβρη:

Το φεμινιστικό κίνημα καταγγέλλει ότι οι έμφυλες βίες αποτελούν την πιο βίαιη εκδήλωση της έμφυλης ανισότητας και επιφέρει την πιο σοβαρή παραβίαση των γυναικείων δικαιωμάτων που υφίστανται από την κοινωνία μας.

Από το 1995, 1378 γυναίκες έχουν σκοτωθεί από την πατριαρχική τρομοκρατία. Μέχρι στιγμής φέτος έχουν καταγραφεί 70 γυναικοκτονίες και άλλες δολοφονίες γυναικών από άντρες. Μόνο κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 2015, 37 γυναίκες και 8 ανήλικες έχουν σκοτωθεί από τους συντρόφους, τους πατεράδες ή τους συντρόφους των μητέρων τους. Οι γυναίκες και τα παιδιά υποφέρουν από την πατριαρχική βία σε διάφορες μορφές. Αυτό όμως είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου.

Τα τελευταία χρόνια έχουμε υποστεί συστηματικές περικοπές στις συνολικές δημόσιες υπηρεσίες και έχουμε υποχωρήσει ως προς τα σεξουαλικά και αναπαραγωγικά μας δικαιώματα, στο δικαίωμα στην άμβλωση για τις μικρότερες από 16 και 17 ετών. Η πατριαρχική κουλτούρα μας κατηγορεί, ενώ η κοινωνία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι δημόσιες αρχές κάνουν τα στραβά μάτια στους αντιφεμινιστικούς μύθους και στο μισογυνισμό.

Το φεμινιστικό κίνημα πιστεύει ότι η βία που υφιστάμεθα σε διαφορετικά περιβάλλοντα λαμβάνει χώρα σε μια κοινωνία που ανέχεται την ανισότητα και υπονομεύει την αξιοπιστία και το κύρος των γυναικών. Η πατριαρχία τροφοδοτεί την απαξίωσή μας, την αντικειμενοποίηση των σωμάτων μας και την έλλειψη σεβασμού για τις αποφάσεις μας. Επίσης, αυτές οι επιθετικότητες δεν μπορούν να διαχωριστούν από εκείνες που υφίστανται όσοι άνθρωποι δεν πληρούν τα κριτήρια της  ηγεμονικής αρρενωπότητας.

Ως εκ τούτου το φεμινιστικό κίνημα απευθύνει κάλεσμα για μια πορεία ενάντια στις έμφυλες βίες στις 7 Νοεμβρίου, για να απαιτήσει:

  • η καταπολέμηση της πατριαρχικής τρομοκρατίας να γίνει κρατικό ζήτημα.
  • την επέκταση και εφαρμογή της σύμβασης της Κωνσταντινούπολης και τη συμμόρφωση με τις συστάσεις της σύμβασης CEDAW και τη μεταρρύθμιση του νόμου 1/2004, έτσι ώστε να αντανακλώνται όλες οι μορφές της βίας κατά των γυναικών.
  • ολόκληρη η κοινωνία, οι οργανισμοί και οι αρχές της να συμμετέχουν σε αυτόν τον αγώνα.
  • ο αγώνας και οι πόροι να μην περιλαμβάνουν μόνο τη βία που ασκείται από τους συντρόφους ή πρώην συντρόφους, αλλά και τη σεξουαλική κακοποίηση, τη σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας, την εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση / εργασία των γυναικών και των κοριτσιών, καθώς και όλα τα είδη της πατριαρχικής βίας.
  • η κυβέρνηση να δεσμευτεί πραγματικά, σε όλα τα επίπεδα, για την πρόληψη και την εξάλειψη της αντρικής βίας, καθώς και για τη βοήθεια και αποκατάσταση για όλες τις γυναίκες που εκτίθενται σε βία, ανεξάρτητα από την εργασιακή κατάσταση, στην οποία βρίσκονται.
  • να δίνεται έμφαση στην προστασία των γυναικών που έχουν υποστεί βία, επιτρέποντας διάφορες διεξόδους που αφορούν μια βιοτική, οικονομική και κοινωνική ανάκαμψη για αυτές και τα παιδιά τους.
  • η πρόληψη να καταστεί πολιτική προτεραιότητα, που θα περιλαμβάνει ένα σύστημα μικτής εκπαίδευσης σε όλα τα επίπεδα και ειδική εκπαίδευση του επαγγελματικού προσωπικού που εμπλέκεται στη διαδικασία, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στην πολιτιστική παραγωγή και στην κοινωνία των πολιτών στον αγώνα για την καταπολέμηση της αντρικής βίας.
  • τη δέσμευση των μέσων ενημέρωσης να εφιστούν επαρκώς την προσοχή τους στα διαφορετικά είδη ανδρικής βίας, να την καθιστούν ορατή, αποφεύγοντας το νοσηρό εντυπωσιασμό, και να μην  χρησιμοποιούν σεξιστική γλώσσα και εικόνες.
  • την αφαίρεση του δικαιώματος της κοινής επιμέλειας και της επίσκεψης των παιδιών σε καταδικασθέντες δράστες, την ανάκληση και την αποτροπή της επιμέλειας σε καταδικασθέντες πατεράδες.

Είναι καιρός να καταλάβουμε ότι η ανδρική βία σκοτώνει και κάνει αδύνατη την απαιτούμενη συνύπαρξη σε μια δημοκρατία.

Είμαστε εδώ παρούσες για να ζητήσουμε από κάθε άτομο, από κάθε αρχή, από κάθε πολιτικό κόμμα και από κάθε κυβέρνηση να μην γίνουν συνένοχοι σε αυτή την κτηνωδία.

Το μισό της ανθρωπότητας πρέπει να συνεχίσει να ζει, δεν μπορούμε να επιτρέψουμε ούτε μία δολοφονία παραπάνω.

Μας θέλουμε ζωντανές!

Φτάνει πια!

This slideshow requires JavaScript.

Share

Οι μάγισσες είναι από τα πιο ισχυρά φεμινιστικά σύμβολα της εποχής μας

WizardOfOz

της Kristen Korvette

Το φάντασμα της μάγισσας στοιχειώνει τόσο το πραγματικό όσο και το φανταστικό. Είναι ταυτόχρονα ρυτιδιασμένη μέγαιρα με το δηλητηριασμένο μήλο στο χέρι· γεροντοκόρη παντρεμένη με τα βιβλία της· και σαγηνευτική ξελογιάστρα με γυμνό στήθος και υπνωτιστικό βλέμμα. Παρότι μπορεί να κατοικεί στο ίδιο πάνθεον της ποπ κουλτούρας με βρυκόλακες, ζόμπι και λυκάνθρωπους, η μάγισσα πάντοτε ήταν σύμβολο φόβου όχι μόνο γιατί μπορεί να επικαλεστεί δυνάμεις που ξεπερνούν την πεζή καθημερινότητα, αλλά και γιατί ενσαρκώνει μια πανίσχυρη θυληκότητα ελεύθερη από την αντρική επιρροή ή ιδιοκτησία. Πράγματι, σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, η μορφή της μάγισσας τόσο αμφισβήτησε όσο και αντικατόπτρισε πατριαρχικές αφηγήσεις για τη γυναικεία δύναμη, κάνοντάς την έτσι ένα από τα πιο ισχυρά φεμινιστικά σύμβολα όλων των εποχών.

Προερχόμενη από τους Μεσοποτάμιους μύθους για την Ινάννα, τις ινδικές ιστορίες για την Κάλι και τα ελληνικά παραμύθια της Εκάτης, η κληρονομιά των μαγισσών πηγαίνει χιλιάδες χρόνια πίσω. Αυτές οι θεές είχαν τη δύναμη να δίνουν ζωή και να την παίρνουν πίσω και γι’ αυτό λατρεύονταν. Αν και οι αναγεννητικές ικανότητες των γυναικών πάντοτε θεωρούνταν λίγο ύποπτες, ήταν όταν υπερίσχυσαν οι μονοθεϊστικές θρησκείες -παγιώνοντας την πίστη σε μια πανίσχυρη αντρική θεότητα- που οι γυναίκες ολοένα και συχνότερα αντιμετωπίζονταν ως “άλλοι” και ως κακοποιοί.

Μεταξύ του 14ου και 18ου αιώνα στην Ευρώπη χιλιάδες άνθρωποι που κατηγορήθηκαν για μαγεία εκτελέστηκαν στην Ιερά Εξέταση, που έγινε υπό την αιγίδα της Καθολικής Εκκλησίας. Παρότι υπήρξαν και άντρες θύματα της οργής και του μαζικού πανικού, η πλειοψηφία όσων υπέστησαν βασανιστήρια, σεξουαλική κακοποίηση και ρίχτηκαν στην πυρά ήταν γυναίκες. Αυτές ήταν θεραπεύτριες και μαίες με εις βάθος γνώση για την αναπαραγωγή και το ανθρώπινο σώμα και αποτελούσαν απειλή, γιατί μπορούσαν να εκπαιδεύσουν έναν πολύ αμόρφωτο πληθυσμό. Ήταν γυναίκες που προκαλούσαν υποψίες γιατί είχαν αποκτήσει γη, πλούτο ή επιρροή. Ήταν μητέρες, αδερφές και κόρες που βρέθηκαν στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Και τιμωρήθηκαν γι’ αυτό.

Παρότι πολύ λιγότερες γυναίκες κατηγορήθηκαν για μαγεία και καταδικάστηκαν σε θάνατο στη Βόρεια Αμερική, οι δίκες μαγισσών του Σάλεμ που έγιναν μεταξύ 1692 και 1693 έχουν εμπνεύσει τόσο τις τέχνες όσο και συζητήσεις σε αυτά τα 300 χρόνια. Το τι πραγματικά συνέβη στη μικρή πόλη της Νέας Αγγλίας συχνά αναθεωρείται από μελετητές και ιστορικούς, αλλά αυτό που σίγουρα γνωρίζουμε είναι ότι όταν μια ομάδα νεαρών κοριτσιών άρχισε να επιδεικνύει περίεργη συμπεριφορά, το φταίξιμο ρίχτηκε στη μαγεία και τρεις “μάγισσες” αμέσως ξεχώρισαν: μια φτωχή και άστεγη ζητιάνα, μια χήρα που δεν είχε πάει στην εκκλησία για χρόνια και μια σκλάβα από τα Μπαρμπέιντος. Η κατάσταση γρήγορα κλιμακώθηκε σε κάτι πολύ πιο περίπλοκο, αλλά το Σάλεμ είναι ακόμα ένα παράδειγμα του πώς γυναίκες -και ειδικά αυτές στα περιθώρια της κοινωνίας- έχουν καταδιωχτεί (γενικά από άντρες) με τη δικαιολογία της μαγείας.

Αυτές είναι μόνο δυο σημαντικές στιγμές στην ιστορία της μαγείας, καθώς οι ιστορίες είναι αναρίθμητες και ενσωματωμένες στα χρονικά σχεδόν κάθε πολιτισμού και θρησκείας στον κόσμο. Πιο συχνά όμως είναι η ευρωαμερικανική της εκδοχή, από την οποία αντλούνται οι ιστορίες που διασκεδάζουν τη Δύση. Και δεδομένης της ιστορίας της βγάζει νόημα το ότι όταν η πρώτη μάγισσα άρχισε να συλλαμβάνει τη φαντασία του κοινού στην οθόνη, οι απεικονίσεις βασίζονταν στον αντρικό φόβο για τη γυναικεία σεξουαλικότητα ή σε απλοϊκές αλληγορίες της ζηλιάρας γυναίκας που γερνάει για τις νέες και όμορφες ενζενί.

Καθώς το φεμινιστικό κίνημα κέρδιζε ορατότητα, πιο σύνθετες εκφράσεις της μάγισσας άρχισαν να εμφανίζονται. Η αφήγηση της μάγισσας δεν γραφόταν πια μόνο από άντρες: η ιστορία της επιτέλους άρχισε να ξαναλέγεται και να επαναδιατυπώνεται και από γυναίκες. Η πρώτη σημαντική μάγισσα της ποπ κουλτούρας ήταν η Σαμάνθα Στίβενς του Bewitched, η οποία εμφανίστηκε ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του The Feminine Mystique της Betty Friedan το 1963 και τόνιζε τα δεινά της λευκής, μεσοαστής νοικοκυράς. Παρά τις παγίδες του αστικού “λευκού φεμινισμού”, το σόου, που υπογράφεται από τη δηλωμένη φεμινίστρια Barbara Avedon, παρουσίαζε μια εναλλακτική οπτική των έμφυλων ρόλων και ισχύος μέσα πό τη μαγεία, μιας γυναίκας που παλεύει να απελευθερωθεί από την οικογενειακή ζωή.

Συνεχίζοντας σε αυτή την τάση πιο πρόσφατα, η J.K. Rowling προσέγγισε την αρχετυπική μάγισσα στα βιβλία του Harry Potter με σεβασμό στη μελέτη που απαιτείται για να μπορέσει κάποια/ος να ασκήσει μαγεία, αψηφώντας τα στερεότυπα  κατά την απεικόνιση της Ερμιόνης Γκρέιτζερ. Ομοίως, η σεναριογράφος Linda Woolverton ανασκεύασε την Ωραία Κοιμωμένη, ώστε να ανθρωποποιήσει την ιστορία της μάγισσας ανταγωνίστριάς της στην ταινία Maleficent της Disney, μια ταινία που διαλύει το δίπολο “καλή-κακή μάγισσα” μια για πάντα.

Είναι δεδομένο το ότι η σύγχρονη τηλεόραση και οι ταινίες ακόμα επιστρατεύουν επικίνδυνα κλισέ για τη θηλυκότητα για να πουλήσουν μια λιγότερο πολιτικοποιημένη και πιο εύπεπτη εκδοχή της μάγισσας, όμως η άνοδος του φεμινισμού στην ποπ κουλτούρα έχει μετατρέψει αυτές τις επιλογές σε λιγότερο βιώσιμες. Από τις μάγισσες του Ίστγουικ και την Buffy The Vampire Slayer μέχρι το Penny Dreadful και το American Horror Story: Coven, οι αναπαραστάσεις της μάγισσας έχουν ταυτόχρονα ανοίξει παλιές πληγές της γυναικείας καταπίεσης και έχουν βοηθήσει να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση σχετικά με τις κατάφωρες αδικίες που οι γυναίεκς έχουν υποστεί σε όλη την ιστορία – πολλές από τις οποίες συνεχίζουν και σήμερα.

Κατηγορίες για μαγεία χρησιμοποιούνταν κάποτε για την αστυνόμευση της γυναικείας συμπεριφοράς (και ακόμα συνεχίζουν σε απίστευτα πολλές χώρες ακόμα και σήμερα), όμως πλέον οι μάγισσες έχουν μετατραπεί σε σύμβολα των γυναικών που αντιστέκονται παρά τις δυσκολίες. Για όσο καρό τα αναπαραγωγικά δικαιώματα, η ισότητα στους μισθούς, η σεξουαλική ελευθερία και οι σεξουαλικές επιθέσεις παραμένουν σημαντικά ζητήματα του φεμινιστικού αγώνα, η μάγισσα θα παραμείνει μια αρχετυπική έκφραση των αγώνων και αγωνιών μας για εξουσία πέρα από την πατριαρχία.

Μετάφραση: Δήμητρα Σπανού

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στο Quartz και μπορείτε να το βρείτε εδώ

 

Share

Επισφαλής Εργασία: Μια Φεμινιστική Οπτική

policia_acordona_Congreso_protesta_indignados

της Σίλβια Φεντερίτσι

H επισφαλής εργασία είναι μία θεωρητική έννοια που έχει αναπτυχθεί στο πλαίσιο κινηματικών συζητήσεων σχετικά με την καπιταλιστική αναδιοργάνωση της εργασίας στη σημερινή παγκόσμια οικονομία. Η Σίλβια Φεντερίτσι αναλύει τις προοπτικές και τα όρια αυτής της έννοιας ως αναλυτικό εργαλείο. Υποστηρίζει ότι η αναπαραγωγική εργασία είναι μια κρυφή ήπειρος εργασίας και αγώνα, την οποία το κίνημα πρέπει να αναγνωρίσει πολιτικά, αν θέλει να απαντήσει στα βασικά ερωτήματα που αντιμετωπίζουμε όταν οργανώνουμε μια εναλλακτική πρόταση στην καπιταλιστική κοινωνία. Πώς αγωνιζόμαστε για την αναπαραγωγική εργασία χωρίς να καταστρέφουμε τους εαυτούς μας  και τις κοινότητές μας; Πώς δημιουργούμε ένα αυτο-αναπαραγώμενο κίνημα; Πως ξεπερνούμε τις έμφυλες, φυλετικές και ηλικιακές ιεραρχίες που έχουν χτιστεί στην έμμισθη εργασία;

Αυτή η διάλεξη έλαβε χώρα στις 28 Οκτωβρίου του 2006 στο  BluestockingsRadicalBookstore στην Νέα Υόρκη, ως μέρος μίας σειράς διαλέξεων με τίτλο Αυτό είναι για Πάντα: Από την Ερώτηση στην Άρνηση.

Απόψε θα παρουσιάσω μια κριτική της θεωρίας της επισφαλούς εργασίας που έχει αναπτυχθεί από Ιταλούς αυτόνομους μαρξιστές, με ιδιαίτερες αναφορές στη δουλειά των Αντόνιο Νέγκρι, Πάολο Βίρνο και Μάικλ Χαρντ. Την αποκαλώ θεωρία, επειδή οι απόψεις που ο Νέγκρι και άλλοι έχουν διατυπώσει, πάνε πέρα από την περιγραφή των αλλαγών στην οργάνωση της εργασίας κατά τις δεκαετίας 1980 και 1990 στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Αλλαγές όπως η “επισφαλειοποίηση της εργασίας”, το γεγονός ότι οι εργασιακές σχέσεις γίνονται περισσότερο ασυνεχείς, η εισαγωγή του “ευέλικτου ωραρίου” και ο αυξανόμενος κατακερματισμός της εργασιακής εμπειρίας. Η άποψη αυτών των θεωρητικών για την επισφαλή εργασία είναι ενδεικτική μιας ολόκληρης αντίληψης για το τι είναι καπιταλισμός και ποια είναι η φύση του αγώνα σήμερα. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι αυτά δεν είναι απλά οι ιδέες λίγων διανοούμενων, αλλά θεωρίες που έχουν κυκλοφορήσει ευρέως στο ιταλικό κίνημα για αρκετά χρόνια και έχουν πρόσφατα αρχίσει να επηρεάζουν και τις ΗΠΑ· με αυτή την έννοια έχουν γίνει ακόμα πιο σημαντικές για εμάς.

Ιστορία και Προέλευση της Θεωρίας Επισφαλούς και Άυλης Εργασίας

H πρώτη μου θέση είναι ότι οπωσδήποτε το θέμα της επισφαλούς εργασίας πρέπει να είναι στην ατζέντα μας. Όχι μόνο η σχέση μας με την μισθωτή εργασία έχει γίνει πιο ασυνεχής, αλλά επιπλέον, μια συζήτηση για την επισφαλή εργασία είναι κρίσιμη ώστε να κατανοήσουμε πως μπορούμε να προχωρήσουμε πέρα από τον καπιταλισμό. Οι θεωρίες που συζητάω εδώ αποτυπώνουν σημαντικές όψεις των εξελίξεων που έχουν πραγματοποιηθεί στην οργάνωση της εργασίας, αλλά παράλληλα μας γυρίζουν πίσω σε μια ανδροκεντρική αντίληψη της εργασίας και των κοινωνικών αγώνων. Θα αναφερθώ στα στοιχεία αυτά της θεωρίας που είναι πιο σχετικά με την κριτική μου.

Μια σημαντική υπόθεση στην θεωρία των Ιταλών αυτόνομων μαρξιστών για την επισφαλή εργασία είναι ότι η επισφαλειοποίηση της εργασίας, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 έως σήμερα, αποτέλεσε την καπιταλιστική απάντηση στην ταξική πάλη της δεκαετίας του 1960, μια πάλη που επικεντρώθηκε στην άρνηση της εργασίας, όπως είχε εκφραστεί από το σλόγκαν “περισσότερα λεφτά -λιγότερη δουλειά”. Ήταν η απάντηση σε μια σειρά αγώνων που είχε αμφισβητήσει τον καπιταλιστικό έλεγχο στην εργασία, με την έννοια ότι έκανε πραγματικότητα την απόρριψη της καπιταλιστικής εργασιακής πειθαρχίας, την απόρριψη μιας ζωής οργανωμένης με βάση τις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής, μίας ζωής που περνούσε στο εργοστάσιο ή στο γραφείο.

Ένα άλλο κεντρικό θέμα είναι ότι η επισφαλειοποίηση της εργασίας έχει ρίζες και σε μια άλλη μετάβαση, η οποία οφείλεται στην αναδιάρθρωση της παραγωγής που ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Πρόκειται για τη μετάβαση από τη βιομηχανική εργασία, σε αυτό που οι Νέγκρι και Βίρνο ονομάζουν “άυλη εργασία”. Ο Νέγκρι και άλλοι έχουν επιχειρηματολογήσει ότι η αναδιάρθρωση της εργασίας το ‘80 και το ’90, ως απάντηση στους αγώνες του ’60, έθεσε σε κίνηση μια διαδικασία κατά την οποία η βιομηχανική εργασία αντικαθίσταται από ένα άλλο είδος εργασίας, όπως η βιομηχανική εργασία είχε αντικαταστήσει την αγροτική εργασία. Οι θεωρητικοί ονομάζουν αυτό το  νέο είδος εργασίας “άυλη εργασία” επειδή, όπως υποστηρίζουν, με τον υπολογιστή και την επανάσταση της πληροφορικής η κυρίαρχη μορφή εργασίας άλλαξε. Ως τάση, η κυρίαρχη μορφή εργασίας στον σύγχρονο καπιταλισμό δεν παράγει φυσικά αντικείμενα, αλλά πληροφορίες, ιδέες, καταστάσεις, σχέσεις.

Με άλλα λόγια, η βιομηχανική εργασία -που ήταν ηγεμονική κατά την προηγούμενη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης- χάνει τώρα πια τη σημασία της: δεν είναι η μηχανή της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στη θέση της βρίσκουμε την “άυλη εργασία”, που είναι στην ουσία πολιτιστική, γνωσιακή εργασία και πληροφοριακή εργασία.

Οι Ιταλοί αυτόνομοι μαρξιστές πιστεύουν ότι η επισφαλειοποίηση της εργασίας και η εμφάνιση της άυλης εργασίας εκπληρώνει την πρόβλεψη που έκανε ο Μαρξ στο Grundrisse, σε ένα διάσημο απόσπασμα για τις μηχανές. Σε αυτή την ενότητα ο Μαρξ διατυπώνει την άποψη ότι με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, η καπιταλιστική παραγωγή θα βασίζεται  όλο και λιγότερο στο εργατικό δυναμικό και όλο και περισσότερο στην επιστήμη, τη γνώσης και τη τεχνολογία ως κινητήριες δυνάμεις της συσσώρευσης Οι Βίρνο και Νέγκρι βλέπουν τη μετατόπιση προς την επισφαλή εργασία ως πραγματοποίηση αυτής της πρόβλεψης.  Συνεπώς, η σημασία της γνωσιακής εργασίας και της πληροφοριακής εργασίας σήμερα, έγκειται στο γεγονός ότι αποτελούν μέρος μιας ιστορικής τάσης του καπιταλισμού προς μείωση της εργασίας.

Η επισφάλεια της εργασίας είναι ενσωματωμένη στις νέες αυτές μορφές παραγωγής. Η μετάβαση στην άυλη εργασία προκαλεί την επισφαλειοποίηση των εργασιακών σχέσεων, επειδή η δομή της είναι διαφορετική από αυτή της βιομηχανικής, σωματικής εργασίας. Η γνωσιακή και πληροφοριακή εργασία βασίζονται λιγότερο στην συνεχόμενη φυσική παρουσία του εργαζόμενου σε αυτό που ήταν παραδοσιακά ο χώρος εργασίας. Οι ρυθμοί της άυλης εργασίας είναι πιο διακεκομμένοι, ρευστοί και ασυνεχείς.

Συνολικά, η ανάπτυξη της επισφαλούς εργασίας και η μετατόπιση στην άυλη εργασία δεν είναι για τον Νέγκρι και για άλλους αυτόνομους μαρξιστές ένα εντελώς αρνητικό φαινόμενο. Αντίθετα, το βλέπουν ως απάντηση στους ταξικούς αγώνες του ΄60, ως έκφραση μιας τάσης προς μείωση της εργασίας και άρα, προς μείωση της εκμετάλλευσης.

Αυτό σημαίνει ότι η δομή των παραγωγικών δυνάμεων σήμερα μας δίνει μια φευγαλέα εικόνα ενός κόσμου στον οποίο μπορούμε να υπερβούμε την εργασία, μπορούμε να απελευθερώσουμε τους ευατούς μας από την αναγκαιότητα της εργασίας και να μπούμε σε ένα νέο χώρο ελευθερίας.

Οι αυτόνομοι μαρξιστές πιστεύουν ότι αυτή η εξέλιξη δημιουργεί και ένα νέο είδους “κοινού αγαθού”, καθώς η άυλη εργασία αντιπροσωπεύει ένα άλμα προς στην κοινωνικοποίηση και την ομογενοποίηση της εργασίας. Η ιδέα είναι ότι οι διαφορές μεταξύ των τύπων εργασίας που παλιότερα ήταν πολύ σημαντικές (π.χ. παραγωγική / αναπαραγωγική εργασία,  αγροτική / βιομηχανική / ”συναισθηματική εργασία”) έχουν εξαλειφθεί και όλα τα είδη εργασίας αφομοιώνονται, εφόσον όλα έχουν αρχίσει να ενσωματώνονται στην γνωσιακή εργασία. Επιπλέον, καθώς η κοινωνία μετατρέπεται σε ένα τεράστιο εργοστάσιο, όλες οι δραστηριότητες όλο και περισσότερο εντάσσονται στο πλαίσιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όλες τίθενται στην υπηρεσία της συσσώρευσης. Έτσι εξαφανίζεται και η διάκριση μεταξύ παραγωγικής και μη-παραγωγικής εργασίας.

Αυτό σημαίνει ότι ο καπιταλισμός όχι μόνο μας οδηγεί πέρα από την εργασία, αλλά και δημιουργεί τις συνθήκες για την “συλλογικοποίηση” της εργασιακής εμπειρίας μας, καθώς οι διαφορές μεταξύ των διαφόρων τύπων εργασίας αρχίζουν να καταρρέουν.

Μπορούμε να καταλάβουμε γιατί αυτές οι θεωρίες έχουν γίνει δημοφιλείς. Έχουν ουτοπικά στοιχεία τα οποία είναι ιδιαίτερα ελκυστικά για τους γνωσιακούς εργαζόμενους -το “cognitariat” όπως τους ονομάζουν ο Νέγκρι και άλλοι Ιταλοί ακτιβιστές. Με τη νέα αυτή θεωρία έχει εφευρεθεί και ένα νέα λεξιλόγιο. Αντί για το προλεταριάτο έχουμε το cognitariat. Αντί για εργατική τάξη έχουμε το “Πλήθος”, καθώς η έννοια του Πλήθους υποτίθεται ότι αποκαλύπτει την ενότητα που δημιουργείται από την νέα κοινωνικοποίηση της εργασίας, εκφράζει την συλλογικοποίηση της εργασιακής διαδικασίας, την ιδέα ότι εντός της εργασιακής διαδικασίας οι εργαζόμενοι γίνονται πιο ομοιογενείς. Γιατί κάθε είδος εργασίας ενσωματώνει στοιχεία γνωσιακής, πληροφοριακής, επικοινωνιακής εργασίας και ούτω καθ’ εξής.

Όπως είπα, αυτή η θεωρία έχει αποκτήσει μεγάλη δημοτικότητα, καθώς υπάρχει μια νέα γενιά ακτιβιστών, οποίοι μετά από πολλά χρόνια εκπαίδευσης και πτυχία, εργάζονται πλέον επισφαλώς σε διάφορες θέσεις στην πολιτιστική βιομηχανία ή τη βιομηχανία παραγωγής γνώσης. Μεταξύ τους, αυτές οι θεωρίες είναι πολύ δημοφιλείς γιατί τους λένε ότι, παρά τη μιζέρια και την εκμετάλλευση, κινούμαστε προς ένα υψηλότερο επίπεδο παραγωγής και κοινωνικών σχέσεων. Πρόκειται για μια γενιά εργαζομένων  η οποία βλέπει την ρουτίνα του “9 με 5” σα φυλακή. Θεωρούν ότι η επισφάλεια της εργασίας τους τούς ανοίγει νέες προοπτικές. Και έχουν προοπτικές που οι γονείς τους δεν είχαν και ούτε καν είχαν ονειρευτεί. Οι νέοι άντρες του σήμερα (για παράδειγμα) δεν είναι τόσο πειθαρχημένοι όσο οι πατεράδες τους, οι οποίοι περίμεναν ότι η γυναίκα τους ή η σύντροφός τους θα εξαρτώταν από αυτούς οικονομικά. Τώρα οι άντρες μπορούν να βασιστούν σε σχέσεις που περιλαμβάνουν πολύ λιγότερη οικονομική εξάρτηση. Οι περισσότερες γυναίκες έχουν πλέον αυτόνομη πρόσβαση στο μισθό και συχνά αρνούνται να αποκτήσουν παιδιά.

Οπότε, αυτή η θεωρία είναι ελκυστική για μια νέα γενιά ακτιβιστών, οι οποίοι παρά τις δυσκολίες της επισφαλούς εργασίας, θεωρούν ότι έχουν κάποιες προοπτικές. Θέλουν να αρχίσουν από εκεί. Δεν τους ενδιαφέρει ο αγώνας για την πλήρη απασχόληση. Αλλά επίσης εδώ υπάρχει μια διαφορά μεταξύ της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Στην Ιταλία π. χ. υπάρχει εντός του κινήματος ένα αίτημα για εγγυημένο εισόδημα. Το ονομάζουν “ευελισφάλεια”. Λένε, είμαστε χωρίς δουλειά, είμαστε επισφαλείς γιατί ο καπιταλισμός χρειάζεται  να είμαστε, οπότε θα πρέπει να μας πληρώνει γι’ αυτό. Στο Μιλάνο, την Πρωτομαγιά αυτού του χρόνου, άνθρωποι του κινήματος βγάλανε για λιτανεία τον “Άγιο Πρεκάριο” (από το precario στα ιταλικά: “επισφαλής”), τον προστάτη Άγιο του επισφαλώς εργαζόμενου. Το ειρωνικό εικόνισμα αποτελεί μέρος πολλών διαδηλώσεων και κινητοποιήσεων για το θέμα της εργασιακής επισφάλειας.

Κριτική της Επισφαλούς Εργασίας

Τώρα θα ασκήσω την κριτική μου σε αυτές τις θεωρίες – μια φεμινιστική κριτική. Αναπτύσσοντας την κριτική μου, δεν θέλω να υποτιμήσω τη σημασία των θεωριών που συζητάω. Είναι το αποτέλεσμα έντονων πολιτικών ζυμώσεων και μιας προσπάθειας να κατανοήσουμε τις αλλαγές του τρόπου οργάνωσης της εργασίας, αλλαγές που έχουν επηρεάσει τη ζωή όλων μας. Στην Ιταλία, τα τελευταία χρόνια η επισφαλής εργασία ήταν ένα από τα κύρια πεδία λαϊκής κινητοποίησης, μαζί με τον αγώνα για τα δικαιώματα των μεταναστών.

Δεν θέλω να υποτιμήσω τη σημασία της δουλειάς που γίνεται όσον αφορά την εργασιακή επισφάλεια. Είναι εμφανές ότι κατά την τελευταία δεκαετία παρατηρούμε μια νέα μορφή αγώνα. Ένα νέο είδος πολιτικής οργάνωσης, το οποίο σπάει τα όρια του παραδοσιακού χώρου εργασίας. Εκεί που ο χώρος εργασίας ήταν το εργοστάσιο ή το γραφείο, τώρα βλέπουμε μια νέα μορφή αγώνα που βγαίνει έξω από το εργοστάσιο, στο «πεδίο», συνδέοντας διαφορετικούς χώρους εργασίας και οικοδομώντας νέα κινήματα και οργανώσεις. Οι θεωρίες της επισφαλούς εργασίας επιδιώκουν να εξηγήσουν τις καινούριες μορφές οργάνωσης εργασίας και αγώνα, προσπαθώντας να κατανοήσουν τους αναδυόμενους τρόπους πολιτικής οργάνωσης.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Παράλληλα όμως, πιστεύω ότι αυτό που ονόμασα θεωρία της επισφαλούς εργασίας έχει σοβαρές ελλείψεις, στις όποιες ήδη αναφέρθηκα ακροθιγώς. Θα τις επισημάνω και στη συνέχεια θα συζητήσω τις  εναλλακτικές προτάσεις σε αυτή τη θεωρία.

Η πρώτη κριτική μου είναι ότι αυτή η θεωρία βασίζεται σε μια προβληματική κατανόηση του πως λειτουργεί ο καπιταλισμός, καθώς βλέπει την καπιταλιστική ανάπτυξη ως μια γραμμική πρόοδο προς πιο εξελιγμένες μορφές παραγωγής και εργασίας. Στο Πλήθος οι Χαρντ και Νέγκρι γράφουν ότι η εργασία έχει γίνει πιο “έξυπνη”. Η υπόθεση τους είναι ότι η καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής και η καπιταλιστική ανάπτυξη έχουν ήδη αρχίσει να δημιουργούν τις συνθήκες που θα επιτρέψουν την υπέρβαση της εκμετάλλευσης. Υποθετικά, κάποια στιγμή ο καπιταλισμός, το κέλυφος που κρατάει την κοινωνία ενωμένη, θα διαρραγεί και οι δυνατότητες που έχουν αναπτυχθεί εντός του θα απελευθερωθούν. Υποτίθεται ότι αυτή η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει με την παρούσα κατανομή της εργασίας. Κατά την άποψή μου, αυτή η θεώρηση αποτελεί παρανόηση των αποτελεσμάτων που παράγει η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και η νεοφιλελεύθερη στροφή.

Αυτό που δεν βλέπουν οι Χαρντ και Νέγκρι είναι ότι το τεράστιο τεχνολογικό άλμα που απαιτήθηκε για την ψηφιοποίηση της εργασίας και την ενσωμάτωση της πληροφορικής στην οργάνωση της εργασίας έχει εφαρμοστεί με κόστος μια τεράστια αύξηση της εκμετάλλευσης στο άλλο άκρο της διαδικασίας. Υπάρχει μια συνέχεια μεταξύ της εργαζόμενης στην πληροφορική και της εργαζόμενης στο Κονγκό που σκάβει για κολτάνιο με τα χέρια της, προσπαθώντας να επιβιώσει από την φτωχοποίηση, την υφαρπαγή της γης και των φυσικών πόρων της κοινότητάς της που επέφεραν συνεχόμενα προγράμματα διαρθρωτικών προσαρμογών.

Η θεμελιώδης αρχή εδώ είναι ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη είναι πάντοτε ταυτόχρονα και διαδικασία υπανάπτυξης. Η Μαρία Μις την περιγράφει εύγλωττα στο έργο της: “αυτό που εμφανίζεται ως ανάπτυξη σε ένα μέρος του καπιταλιστικού κόσμου είναι υπανάπτυξη σε ένα άλλο”.

Αυτή η σύνδεση έχει παντελώς αγνοηθεί στη θεωρία της εργασιακής επισφάλειας· κατά βάση ολόκληρη η θεωρία διαπερνάται από την αυταπάτη ότι η διαδικασία της εργασίας μας φέρνει κοντά. Όταν οι Χαρντ και Νέγκρι μιλούν για τον μετασχηματισμό της εργασίας σε  κάτι κοινό για όλους και χρησιμοποιούν την έννοια του Πλήθους για να δείξουν πως αυτός ο κομουναλισμός οικοδομείται μέσω της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, πιστεύω ότι έχουν κλείσει τα μάτια τους στο τι πραγματικά συμβαίνει στο παγκόσμιο προλεταριάτο.

Έχουν κλείσει τα μάτια τους και δεν βλέπουν την καπιταλιστική καταστροφή της ανθρώπινης ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος. Δεν βλέπουν ότι η αναδιάρθρωση της παραγωγής έχει ως στόχο την αναδιάρθρωση και εμβάθυνση των διαχωρισμών εντός της εργατικής τάξης, όχι την εξάλειψή τους. Η ιδέα ότι η ανάπτυξη του μικροτσίπ δημιουργεί νέα κοινά αγαθά είναι παραπλανητική. Ο κομουναλισμός μπορεί να είναι μόνο προϊόν αγώνα και όχι προϊόν του καπιταλισμού.

Μια από τις κριτικές μου στους Χαρντ και Νέγκρι είναι ότι φαίνεται να πιστεύουν πως η καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής αποτελεί έκφραση ενός ανώτερου ορθολογισμού και είναι αναγκαία για τη δημιουργία των υλικών συνθηκών του κομμουνισμού. Αυτή η πεποίθηση βρίσκεται στο κέντρο της θεωρίας της επισφαλούς εργασίας. Σε αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να συζητήσουμε κατά πόσο αυτή η άποψη αντιστοιχεί στη σκέψη του Μαρξ. Σίγουρα το Κομμουνιστικό Μανιφέστο κάνει λόγο για τον καπιταλισμό με αυτούς τους όρους και το ίδιο ισχύει για κάποια κεφάλαια του Grundrisse. Αλλά δεν είναι σαφές ότι αυτό αποτελούσε κυρίαρχο θέμα στο έργο του Μαρξ, τουλάχιστον όχι στο Κεφάλαιο.

Επισφαλής εργασίας και αναπαραγωγική εργασία

Ένα άλλο της σημείο κριτικής μου στη θεωρία της επισφαλούς εργασίας είναι ότι παρουσιάζεται ουδέτερη ως προς το φύλο. Υποθέτει ότι η αναδιοργάνωση της παραγωγής εξαλείφει τις σχέσεις εξουσίας και τις ιεραρχίες που υπάρχουν εντός της εργατικής τάξης βάσει της φυλής, του φύλου και της ηλικίας. Συνεπώς, δεν ενδιαφέρεται να εξετάσει αυτές τις διακρίσεις, δεν έχει τα θεωρητικά και πολιτικά εργαλεία ώστε να σκεφτεί πώς να τις αντιμετωπίσει. Δεν υπάρχει καμία συζήτηση στους Νέγκρι, Βιρνό και Χαρντ για το πώς ο μισθός χρησιμοποιούνταν και συνεχίζει να χρησιμοποιείται ώστε να οργανώσει αυτές τις διακρίσεις και άρα πώς πρέπει να προσεγγίσουμε τους αγώνες για τους μισθούς, ώστε να μην μετατρέπονται σε εργαλείο για περαιτέρω διακρίσεις, αλλά να τις υπονομεύουν. Για εμένα αυτό είναι ένα από τα βασικά θέματα που πρέπει να εξετάσουμε στο κίνημα.

Η έννοια του “Πλήθους” υπονοεί ότι όλες οι διακρίσεις εντός της εργατικής τάξης εξαφανίστηκαν ή δεν έχουν πια πολιτική σημασία. Αλλά αυτό είναι φυσικά μια αυταπάτη. Μερικές φεμινίστριες έχουν επισημάνει ότι η επισφαλής εργασία δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Οι γυναίκες πάντα είχαν μια επισφαλή σχέση με τη μισθωτή εργασία. Αλλά η κριτική μου πάει ακόμα πιο μακριά.

Ο προβληματισμός μου είναι ότι η θεωρία του Νέγκρι για την επισφαλή εργασία αγνοεί και προσπερνά μια από τις βασικές συνεισφορές της φεμινιστικής θεωρίας και αγώνα, που είναι ο επαναπροσιοδρισμός της έννοιας της εργασίας και η αναγνώριση της απλήρωτης αναπαραγωγικής εργασίας των γυναικών ως βασική πηγή της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Επαναπροσδιορίζοντας τις οικιακές εργασίες ως ΕΡΓΑΣΙΑ, όχι ως μια προσωπική υπηρεσία, αλλά ως εργασία που παράγει και αναπαράγει την εργατική δύναμη, οι φεμινίστριες ξεσκέπασαν ένα νέο, θεμελιώδες πεδίο εκμετάλλευσης, το οποίο ο Μαρξ και η μαρξιστική θεωρία είχαν παντελώς αγνοήσει. Όλες οι σημαντικές πολιτικές ιδέες που περιέχονται σε αυτές τις αναλύσεις παραμερίζονται, σαν να μην έχουν καμία σχέση με την κατανόηση του σημερινού τρόπου οργάνωσης της παραγωγής.

Υπάρχει μια ασθενής αντήχηση της φεμινιστικής ανάλυσης -που μένει στα λόγια- με τη συμπερίληψη της αποκαλούμενης “συναισθηματικής εργασίας” στο εύρος των εργασιών που χαρακτηρίζονται ως “άυλη εργασία”. Παρόλα αυτά, το καλύτερο που οι Χαρντ και Νέγκρι μπόρεσαν να σκεφτούν είναι η περίπτωση των γυναικών που εργάζονται ως αεροσυνοδοί ή στον τομέα της εστίασης, τις οποίες αποκαλούν “εργαζόμενες του συναισθήματος” γιατί μέρος της δουλειάς τους είναι να χαμογελούν στους πελάτες.

Αλλά τι είναι “συναισθηματική εργασία”; Και γιατί αποτελεί μέρος της θεωρίας για την άυλη εργασία; Φαντάζομαι επειδή -υποτίθεται- η συναισθηματική εργασία δεν περιλαμβάνει απτά αποτελέσματα αλλά “καταστάσεις”, δηλαδή παράγει συναισθήματα. Πάλι, για να το θέσω ωμά, νομίζω ότι αυτό είναι ένα κόκκαλο που πετάνε στο φεμινισμό τώρα που είναι πλέον μια οπτική με κάποιο κύρος και κοινωνική απεύθυνση και δεν μπορεί να αγνοηθεί τελείως.

Αλλά η θεωρία της “συναισθηματικής εργασίας” απογυμνώνει τη φεμινιστική ανάλυση της οικιακής εργασίας από όλη την απομυθοποιητική της δύναμη. Στην ουσία, ξαναφέρνει την αναπαραγωγική εργασία πίσω στον κόσμο του μύθου, υποστηρίζοντας ότι η αναπαραγωγή ανθρώπων είναι ένα ζήτημα παραγωγής “συναισθημάτων”. Παλιά το λέγανε “έργο αγάπης” ο Χαρντ και Νέγκρι στη θέση της αγάπης ανακάλυψαν την έννοια του “συναισθήματος”.

Η φεμινιστική ανάλυση του έμφυλου καταμερισμού εργασίας, της λειτουργίας των έμφυλων ιεραρχιών, των τρόπων με τους οποίους ο καπιταλισμός έχει χρησιμοποιήσει τη μισθωτή σχέση εργασίας για να κινητοποιήσει την εργασία των γυναικών στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης -όλα αυτά χάνονται πίσω από την ταμπέλα της “συναισθηματικής εργασίας”.

Το ότι αυτή η φεμινιστική ανάλυση αγνοείται στη δουλειά των Χαρντ και Νέγκρι επιβεβαιώνει τις υποψίες μου ότι αυτή η θεωρία εκφράζει τα συμφέροντα μιας επιλεγμένης ομάδας εργαζομένων, αν και ισχυρίζεται ότι μιλάει σε όλους, συγχωνευμένους στο μεγάλο καζάνι του Πλήθους. Στην πραγματικότητα, η θεωρία της επισφαλούς και άυλης εργασίας αντιστοιχεί στην κατάσταση και τα συμφέροντα των εργαζόμενων που απασχολούνται στο υψηλότερο επίπεδο της καπιταλιστικής τεχνολογίας. Η αδιαφορία των θεωρητικών αυτών για την αναπαραγωγική εργασία και η υπόθεση τους ότι όλες οι μορφές εργασίας συνθέτουν ένα κοινό αγαθό αποκαλύπτει ότι ενδιαφέρονται για το πιο προνομιούχο τμήμα της εργατικής τάξης. Αυτό σημαίνει ότι πρόκεται για μια θεωρία που δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να χτίσουμε ένα πραγματικά αυτό-αναπαραγώμενο κίνημα .

Για αυτό, τα διδάγματα του φεμινιστικού κινήματος είναι ακόμα κρίσιμα σήμερα. Οι φεμινίστριες της δεκαετίας 1970 προσπάθησαν μα κατανοήσουν τις ρίζες της γυναικείας καταπίεσης, της εκμετάλλευσης των γυναικών και των έμφυλων ιεραρχιών. Τις περιγράφουν ως προερχόμενες από μια άνιση κατανομή εργασίας που υποχρεώνει τις γυναίκες να εργάζονται για την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης. Αυτή η ανάλυση ήταν η βάση μιας ριζοσπαστικής κοινωνικής κριτικής, της οποίας τα συμπεράσματα έχουν ακόμα πολύ δρόμο μέχρι να γίνουν πλήρως κατανοητά και να αναπτυχθούν σε όλο το εύρος τους.

Όταν είπαμε ότι η οικιακή εργασία είναι στην πραγματικότητα εργασία για το κεφάλαιο, ότι παρά το γεγονός ότι είναι απλήρωτη συνεισφέρει στη συσσώρευση κεφαλαίου, διαπιστώσαμε κάτι εξαιρετικά σημαντικό για τη φύση του καπιταλισμού ως σύστημα παραγωγής. Διαπιστώσαμε ότι ο καπιταλισμός έχει οικοδομηθεί σε μια τεράστια ποσότητα απλήρωτης εργασίας, ότι δεν έχει οικοδομηθεί αποκλειστικά ή πρωταρχικά σε συμβολαιακές σχέσεις· ότι η έμμισθη σχέση εργασίας κρύβει την άμισθη, με μορφή δουλείας, φύση μεγάλου μέρους της εργασίας πάνω στην οποία βασίζεται η συσσώρευση κεφαλαίου.

Επίσης, όταν είπαμε ότι τα οικιακά είναι εργασία που αναπαράγει όχι μόνο “τη ζωή” αλλά “την εργατική δύναμη”, αρχίσαμε να διαχωρίζουμε δύο διαφορετικές σφαίρες της ζωής και της εργασίας που έμοιαζαν άρρηκτα συνδεδεμένες. Μπορέσαμε να συλλάβουμε μια πάλη ενάντια στην οικιακή εργασία, κατανοητή πλέον ως αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, ως αναπαραγωγή του πιο σημαντικού αγαθού του καπιταλισμού: της “ικανότητας για εργασία” των εργαζόμενων, της ικανότητας των εργαζόμενων να γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης. Με άλλα λόγια, αναγνωρίζοντας ότι αυτό που αποκαλούμε “αναπαραγωγική εργασία” είναι ένα πεδίο καπιταλιστικής συσσώρευσης, άρα και ένα πεδίο εκμετάλλευσης, μπορέσαμε να αναγνωρίσουμε την αναπαραγωγή επίσης ως ένα πεδίο αγώνα και, πολύ σημαντικό, να συλλάβουμε έναν αντικαπιταλιστικό αγώνα ενάντια στην αναπαραγωγική εργασία που δεν θα κατέστρεφε εμάς ή τις κοινότητές μας.

Πώς παλεύεις ενάντια/για την αναπαραγωγική εργασία; Δεν είναι το ίδιο με το να αγωνίζεται στο παραδοσιακό εργοστάσιο, ενάντια για παράδειγμα στην ταχύτητα της αλυσίδας παραγωγής, γιατί στο άλλο άκρο του αγώνα βρίσκονται άνθρωποι και όχι αντικείμενα. Όταν λέμε ότι η αναπαραγωγική εργασία είναι πεδίο αγώνα, πρέπει πρώτα από όλα να απαντήσουμε πώς αγωνιζόμαστε χωρίς να καταστρέψουμε τους ανθρώπους για τους οποίους νοιαζόμαστε. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που οι μητέρες, οι δασκάλες και οι νοσοκόμες γνωρίζουν πολύ καλά.

Γι’ αυτό και είναι σημαντικό να μπορούμε να διαχωρίσουμε τη δημιουργία ανθρώπινων πλασμάτων από την αναπαραγωγή τους από εμάς ως εργατική δύναμη, ως μελλοντικούς εργαζόμενους, που θα πρέπει για να εκπαιδευτούν, όχι απαραίτητα σύμφωνα με τις ανάγκες και επιθυμίες τους, αλλά ώστε να πειθαρχούν και υπακούν σε ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής και εργασίας.

Ήταν σημαντικό για τις φεμινίστριες να δουν, για παράδειγμα, ότι ένα μεγάλο μέρος της οικιακής εργασίας και της ανατροφής των παιδιών μας ήταν η αστυνόμευση τους ώστε να συμμορφωθούν με μια συγκεκριμένη εργασιακή πειθαρχία. Αρχίσαμε έτσι να βλέπουμε ότι αρνούμενες να εκτελέσουμε μεγάλο μέρος των οικιακών εργασιών δεν απελευθερωνόμασταν μόνο οι ίδιες, αλλά θα μπορούσαμε να απελευθερώσουμε και τα παιδιά μας. Είδαμε ότι ο αγώνας μας δεν ήταν εις βάρος τους ανθρώπων για τους οποίους νοιαζόμασταν, αν και αμελήσαμε κάποια γεύματα ή το σκούπισμα. Στην πραγματικότητα, η άρνησή μας άνοιξε το δρόμο για την τη δική τους άρνηση και τη διαδικασία απελευθέρωσής τους.

Όταν είδαμε ότι αντί να αναπαράγουμε ζωή, συνεισφέραμε στην καπιταλιστική συσσώρευση κεφαλαίου και αρχίσαμε να ορίζουμε την αναπαραγωγική εργασία ως εργασία για το κεφάλαιο, ανοίξαμε και τη δυνατότητα μιας διαδικασίας ανασυγκρότησης μεταξύ των γυναικών.

Ας σκεφτούμε για παράδειγμα το κίνημα των εκδιδόμενων γυναικών, που τώρα αποκαλούμε κίνημα των “εργατριών του σεξ”. Στην Ευρώπη οι απαρχές του κινήματος μπορούν να ανιχνευθούν στο 1975, όταν κάποιες εργάτριες του σεξ στο Παρίσι κατέλαβαν μια εκκλησία ως διαμαρτυρία ενάντια σε έναν νέο πολεοδομικό κανονισμό, τον οποίο εξέλαβαν ως απειλή για την ασφάλειά τους. Υπήρξε μια ξεκάθαρη σχέση μεταξύ του αγώνα τους, που σύντομα εξαπλώθηκε στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, και της αμφισβήτησης της οικιακής εργασίας από το φεμινιστικό κίνημα. Η δυνατότητα του να πεις ότι η σεξουαλικότητα για τις γυναίκες έχει αποτελέσει εργασία, οδήγησε σε έναν νέο τρόπο σκέψης για στις σεξουαλικές σχέσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ομόφυλων σχέσεων. Εξαιτίας του φεμινιστικού και ΛΟΑΤ κινήματος έχουμε αρχίσει να σκεφτόμαστε τους τρόπους με τους οποίους ο καπιταλισμός έχει εκμεταλλευτεί τη σεξουαλικότητά μας και να την έχει καταστήσει “παραγωγική”.

Συμπερασματικά, το γεγονός ότι οι γυναίκες θα άρχιζαν να κατανοούν την απλήρωτη εργασία και την παραγωγή που λαμβάνει χώρα τόσο εντός, όσο και εκτός σπιτιού, ως αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, αποτέλεσε ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη. Επέτρεψε τον αναστοχασμό πάνω σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής – ανατροφή παιδιών,  σχέσεις μεταξύ αντρών και γυναικών, ομόφυλες σχέσεις, σεξουαλικότητα γενικά – σε σχέση με την καπιταλιστική εκμετάλλευση και συσσώρευση.

Δημιουργώντας αυτο-αναπαραγώμενα κινήματα

Κατανοώντας κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής υπό το πρίσμα  των χειραφετητικών δυνατοτήτων της, είδαμε και τους πολλαπλούς τρόπους με τους οποίους οι γυναίκες και οι αγώνες των γυναικών συνδέονται μεταξύ τους. Συνειδητοποιήσαμε τη δυνατότητα “συμμαχιών” που δεν είχαμε φανταστεί και με την ίδια λογική, τη δυνατότητα γεφύρωσης των διακρίσεων που έχουν δημιουργηθεί ανάμεσα στις γυναίκες λόγω ηλικίας, φυλής και σεξουαλικού προσανατολισμού

Δεν μπορούμε να χτίσουμε ένα βιώσιμο κίνημα αν δεν κατανοήσουμε αυτές τις σχέσεις εξουσίας. Χρειάζεται επίσης να μάθουμε από τη φεμινιστική ανάλυση της αναπαραγωγικής εργασίας, γιατί κανένα κίνημα δεν μπορεί να επιβιώσει, εκτός κι αν πράγματι ασχοληθεί με την αναπαραγωγή των μελών του. Αυτή είναι μια από τις αδυναμίες του κινήματος κοινωνικής δικαιοσύνης στις ΗΠΑ.

Πάμε στις πορείες, οργανώνουμε εκδηλώσεις, και αυτά μετατρέπονται στην αιχμή των αγώνων μας. Η ανάλυση όμως για το πώς αναπαράγουμε αυτά τα κινήματα, πώς αναπαράγουμε τους εαυτούς μας, δεν είναι στο κέντρο της οργάνωσης του κινήματος. Πρέπει να είναι. Πρέπει να πάμε πίσω στην ιστορική παράδοση της εργατική τάξης που οργάνωνε συστήματα “αμοιβαίας βοήθειας” και να αναστοχαστούμε αυτή την εμπειρία, όχι απαραίτητα γιατί θέλουμε να την αναπαράξουμε, αλλά για να αντλήσουμε έμπνευση για το παρόν.

Πρέπει να χτίσουμε ένα κίνημα που θα βάζει στην ατζέντα του την ίδια του την αναπαραγωγή. Η πάλη ενάντια στον καπιταλισμό πρέπει να δημιουργήσει μορφές υποστήριξης και να έχει τη δυνατότητα να χτίζει συλλογικά μορφές αναπαραγωγής.

Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι δεν αντιμετωπίζουμε το κεφάλαιο μόνο τη στιγμή της διαδήλωσης, αλλά ότι το αντιμετωπίζουμε συλλογικά σε κάθε στιγμή της ζωής μας. Αυτό που συμβαίνει διεθνώς αποδεικνύει ότι μόνο όταν έχεις αυτές τις μορφές συλλογικής αναπαραγωγής, όταν έχεις κοινότητες που αναπαράγονται συλλογικά, έχεις και αγώνες που κινούνται ριζοσπαστικά ενάντια στην καθεστηκυία τάξη, όπως για παράδειγμα ο αγώνας των ιθαγενών της Βολιβίας ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του νερού ή στο Εκουαδόρ ενάντια στην καταστροφή της γης των ιθαγενών από τις πετρελαϊκές εταιρείες.

Θέλω να κλείσω λέγοντας ότι αν κοιτάξουμε το παράδειγμα των αγώνων στην Οαχάκα, στη Βολιβία και στο Εκουαδόρ τότε βλέπουμε ότι οι πιο ριζοσπαστικές αναμετρήσεις δεν γίνονται από τους διανοούμενους ή όσους κάνουν διανοητική/γνωσιακή εργασία ή χάρη στο “κοινό αγαθό” που δημιουργεί το ίντερνετ. Αυτό που έδωσε δύναμη στους ανθρώπους στην Οαχάκα ήταν η βαθιά αλληλεγγύη που έδενε τον έναν με τον άλλο -η αλληλεγγύη που για παράδειγμα έκανε ιθαγενείς ανθρώπους από κάθε γωνιά της χώρας να έρθουν να στηρίξουν τους “maestros” (δασκάλους), τους οποίους αναγνώρισαν ως μέλη των κοινοτήτων τους. Στη Βολιβία επίσης, οι άνθρωποι που απέτρεψαν την ιδιωτικοποίηση του νερού είχαν μακρά παράδοση κοινοτικών αγώνων. Το χτίσιμο αυτής της αλληλεγγύης, η κατανόηση του πώς μπορούμε να ξεπεράσουμε τους διαχωρισμούς μεταξύ μας, είναι ένα στόχος που πρέπει να μπει στην ατζέντα. Ως συμπέρασμα λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι το βασικό πρόβλημα της θεωρίας της επισφαλούς εργασίας, είναι ότι δεν μας δίνει τα απαραίτητα εργαλεία για  να υπερβούμε τις διακρίσεις που υπάρχουν ανάμεσά μας. Αλλά αυτές οι διακρίσεις, που διαρκώς αναδημιουργούνται, είναι η βασική αδυναμία μας, όσον αφορά την ικανότητα μας να αντισταθούμε στην εκμετάλλευση και να δημιουργήσουμε μια ισότιμη κοινωνία.

μετάφραση: Ιουλία Λειβαδίτη και Δήμητρα Σπανού

Πηγή: in the middle of a whirlwind

 

Διαβάστε ακόμα

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

Πολλαπλοί χώροι της δημοκρατίας

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

 

Share

Πρώτη φορά Αριστερά, δεύτερη φορά Στάλιν

πανο

Στις 29 Ιουνίου ημέρα Δευτέρα συνέβη κάτι πρωτόγνωρο για τα δεδομένα του κινηματικού-ριζοσπαστικού ή όπως αλλιώς θέλετε, χώρου της Ξάνθης. Άλλωστε οι λέξεις πολλές φορές μέσα στην ανθρώπινη ιστορία έχασαν  και εξακολουθούν να χάνουν την αξία τους και το σημασιακό τους μάγμα. Το γιγαντοπανό που κρέμασε η Συνέλευση ενάντια στην κουλτούρα του βιασμού και την έμφυλη βία στην εξωτερική όψη του αναγνωστηρίου του Δ.Π.Θ και αφορούσε την ανάδειξη και την καταγγελία δεκάδων περιστατικών βιασμών στην Ξάνθη,  καθώς  και την επιθετική μας διάθεση απέναντι στην κουλτούρα του βιασμού, μιας και για εμάς τουλάχιστον, η έμφυλη βία, αποτελεί κεντρική και αυτόνομη κοινωνική σχέση σε όλο το εύρος του ιστορικού χρόνου,  κατέβηκε με πρωτοβουλία μελών της νεολαίας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α Ξάνθης. Στην θέση του αναρτήθηκε ένα άλλο πανό, στα πλαίσια της καμπάνιας για την στήριξη του «όχι» από τα μέλη της συγκεκριμένης νεολαίας. Το πανό της συνέλευσής μας μεταφέρθηκε στο στέκι τους, το kardelen. Όταν μέλος της συνέλευσης πήγε να το πάρει πίσω, οι δημοκράτες ακτιβιστές  και υπερασπιστές μιας δικαιότερης κοινωνίας της νεολαίας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. του είπανε πως το κατέβασαν προσωρινά, για ένα πενθήμερο και μέχρι να τελειώσει η καμπάνια από την μεριά τους,  για την στήριξη του «όχι» στο δημοψήφισμα. Μετά θα μας το επέστρεφαν. «Αποφασίζομεν και διατάσσομεν». Όντως η Δημοκρατία δεν έχει διλήμματα!

Φαίνεται βέβαια  πως πέσαμε πάνω σε μια  άσχημη, για εμάς τουλάχιστον, πολιτική συγκυρία και όταν λέμε «εμάς», δεν υπονοούμε τίποτα άλλο παρά τον δικό μας χώρο ιδεών. Ή αλλιώς, η έμπνευσή μας πήγε και τράκαρε και χωροθετικά ακόμη αν το προτιμάτε, πάνω σε μία εξεγερσιακή στιγμή της ένδοξης ελληνικής κοινωνίας και μάλιστα του πιο πατριωτικά συνειδητοποιημένου της κομματιού. Αυτού της αριστεράς. Κομματιού πάντα διακριτού μέσα στην κοινωνική και πολιτική κονίστρα, που αδυνατεί να αντιληφτεί τον εαυτό του έξω από το πατριωτικό και εθνικό συγκείμενο. Ιστορικός θεματοφύλακας της εθνικής ενότητας και των συμφερόντων της. Που πάντα πιστό στις αρχέγονες και αδιαπραγμάτευτες δημοκρατικές παραδόσεις του, με έντονες πινελιές αμεσοδημοκρατίας και αντιιεραρχίας τα τελευταία χρόνια, ιεράρχησε το ζήτημα του δημοψηφίσματος σαν πιο σπουδαίο, παίρνοντας έτσι την «πρωτοβουλία», πάντα από μόνο του, και σε συστοιχία με την επαναστατική του συνείδηση, ηθική και προοπτική,  να κατεβάσει το πανό μας και στην θέση του να τοποθετήσει ένα δικό του για να στηρίξει την καμπάνια του «όχι» στο δημοψήφισμα της Κυριακής. Ένα «όχι» των Ελλήνων, όπως αρέσκονται να λένε μεταξύ τους, που θα γίνει ο πυροκροτητής και το εφαλτήριο για περισσότερη δημοκρατία εντός της Ευρώπης. Ολοκληρωτικός ακτιβισμός, εθνικισμός, σιχασιά ή και όλα μαζί; Αποκαΐδια της Δημοκρατίας που ευαγγελίζονται ή ράκη αυτής, που ιεραρχώντας για άλλη μία φορά σκοπούς και μέσα, υποτάσσουν τον πρώτο (σκοπό), στον δεύτερο (μέσο); Πρακτική, εκτίμηση και τροφός πολύ σκοτεινών στιγμών στην διάρκεια και εντός της ανθρώπινης ιστορικής περιπέτειας.

Αυτή η επιλογή τους βέβαια, δεν αποτελεί κάποια έκπληξη. Τουλάχιστον σε όσες/ους ασχολούνται με ζητήματα έμφυλης βίας και έμφυλων διαχωρισμών. Η στάση της ελληνικής κοινωνίας και της αριστεράς που της αναλογεί και όχι μόνο, είναι παλιά και γνωστή σε τέτοιου είδους ζητήματα. Έτσι και τα μέλη της Νεολαίας Σύριζα Ξάνθης δεν αποτελούν κάποιου είδους εξαίρεση από τις άλλες κομματολάγνες και εξουσιομανείς φοιτητικές παρατάξεις. Ενώ έχουν βιαστεί φοιτήτριες μέσα στη χρονιά, έχουν συνωμοτήσει με τη συγκαλυπτική και σεξιστική τοπική κοινωνία τηρώντας την ίδια συναινετική στάση στους βιασμούς.

Για  όλους αυτούς λοιπόν, αυτά είναι ζητήματα δευτερεύοντα. Λύση υπάρχει. Και όρεξη ταυτοχρόνως. Και έμπνευση επίσης. Ιεράρχηση, υποβάθμιση και τέλος αποσιώπηση. Ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσαμε. Πρωτεύει ο όχλος και οι ενοράσεις του. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως αν και αποτελούμε μια νεοπαγή συνέλευση, προλάβαμε να δούμε να κατεβαίνει πανό μας μέσα στην πόλη καθώς και άλλη μία φορά συστηματικά και στοχευμένα οι αφίσες μας. Είτε από μπράβους είτε από αριστερούς.

Υ.Γ.  Το πανό της συνέλευσής  μας υπολογίζουμε ότι κατέβηκε γύρω στις 9 το βράδυ της Δευτέρας. Το ίδιο βράδυ πράξαμε το αυτονόητο. Το πανό της νεολαίας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α αποκαθηλώθηκε με την σειρά του. Στο μεσοδιάστημα και μέχρι να ξανατοποθετήσουμε το πανό της συνέλευσης  μας, ανέβηκε νέο, στο ίδιο σημείο από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Το βράδυ της Πέμπτης 2 Ιουλίου κατεβάσαμε εκ νέου και το δεύτερο πανό τοποθετώντας αυτό της συνέλευσης μας. Πράξαμε αυτό που ήδη ορίσαμε σαν το αυτονόητο για εμάς. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Παλεύοντας κάθε στιγμή να συστοιχηθούμε  με ό,τι ορίζουμε και ό,τι ορίζει το πολιτικό και ηθικό αξιακό μας σύστημα. Αναλαμβάνοντας την ευθύνη, στο δημόσιο χώρο και όχι εν κρυπτώ.

Συνέλευση ενάντια στην κουλτούρα του βιασμού και την έμφυλη βία

22 Ιουλίου 2015

 

Διαβάστε ακόμα

Ξάνθη, η πόλη με τα χίλια χρώματα ή η πόλη με τους τόσους βιασμούς;

 

Share

Περί του φύλου της κρίσης

σερμαν

της Ντίνας Βαΐου

Μέσα στη δίνη των εξελίξεων που ζούμε τραυματικά όλον αυτό τον μήνα, πολλοί θα σχολίαζαν τα περί φύλου της κρίσης με τη φράση «τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια». Όμως, στις 22 Ιουλίου 2015 η Αυγή (τελευταία σελίδα) μας πληροφόρησε, επικαλούμενη στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (2008- Α’ τρίμηνο 2015), ότι «οι άνδρες έχουν βιώσει σε υψηλότερο βαθμό την οικονομική κρίση από ό,τι οι γυναίκες», ενώ το σχετικό Δελτίο Τύπου της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων (ΓΓΙΦ) για την άτυπη σύνοδο των υπουργών Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων της Ε.Ε. (17 Ιουλίου 2015), στο πλαίσιο της Λουξεμβουργιανής Προεδρίας, σημειώνει ότι, ως αποτέλεσμα των σκληρών και απάνθρωπων μέτρων λιτότητας, «παρουσιάζεται μια τάση για εξίσωση των ποσοστών απασχόλησης των φύλων, εξίσωση όμως προς τα κάτω».

Δεν είναι εδώ ο τόπος ούτε ο χώρος για να σχολιάσει κανείς τα στατιστικά στοιχεία σε σχέση με την εργασία των γυναικών. Δύο σημεία όμως έχουν σημασία, ιδιαίτερα επειδή επικαλείται τα στοιχεία αυτά και η ΓΓΙΦ. Κατ’ αρχήν, η σύγκριση ποσοστών μεταβολής δεν αποκαλύπτει πολλά αν δεν λάβουμε υπ’ όψη τις εντελώς άνισες συνθήκες «εκκίνησης», δηλαδή το πολύ υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης των ανδρών έναντι των γυναικών και αντίστοιχα το εξαιρετικά υψηλότερο ποσοστό ανεργίας των γυναικών έναντι των ανδρών το 2008. Η όποια σύγκριση των σημερινών ποσοστών απασχόλησης/ανεργίας έχει νόημα μόνο σε αυτή τη βάση. Επιπλέον, και σύμφωνα με λεπτομερείς επεξεργασίες των στοιχείων από τη Μαρία Καραμεσίνη και άλλες ερευνήτριες, είναι στατιστικά αληθές ότι στα πρώτα χρόνια της κρίσης επλήγησαν περισσότερο οι άνδρες, λόγω της κατάρρευσης της οικοδομής και των συναφών επαγγελμάτων. Στη συνέχεια, η αποδιάρθρωση του τομέα των υπηρεσιών έπληξε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τις γυναίκες, και μάλιστα με τρόπους που ξεπερνούν την αγορά εργασίας, αλλά συνήθως διαφεύγουν της προσοχής των αναλύσεων της κρίσης.

Συγκεκριμένα, η αποδιάρθρωση του τομέα των υπηρεσιών έπληξε τις γυναίκες ως εργαζόμενες, μια και περισσότερο από 75% της στατιστικά καταγεγραμμένης γυναικείας απασχόλησης συγκεντρωνόταν στον τομέα αυτόν. Τις έπληξε όμως και ως αποδέκτριες των υπηρεσιών, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στη φροντίδα (παιδιών, ηλικιωμένων, ανήμπορων) και την παροχή υπηρεσιών υγείας και πρόνοιας, αυξάνοντας σημαντικά τον όγκο της εργασίας στο πλαίσιο της οικογένειας και μάλιστα σε περισσότερο αντίξοες συνθήκες, λόγω των μειωμένων εισοδημάτων και των χειρότερων συνθηκών κατοίκησης, κάποτε και με κομμένο ηλεκτρικό και νερό. Σε ό,τι αφορά τις μετανάστριες, οι επιπτώσεις είναι ακόμη βαρύτερες, καθώς η απώλεια της απασχόλησης στις προσωπικές υπηρεσίες και τη φροντίδα συνεπάγεται, όπως γνωρίζουμε, και απώλεια νομιμοποιητικών εγγράφων.

Πρόκειται για επιπτώσεις της κρίσης που δεν μετράει η στατιστική, στην Ελλάδα και διεθνώς, υποτιμώντας έτσι τόσο την εργασία των γυναικών όσο και τις επιπτώσεις της κρίσης. Η υποτίμηση δε, προκύπτει όχι από κάποια «αστοχία» τεχνικών, αλλά από τον ίδιο τον ορισμό της εργασίας/ανεργίας, από τον οποίο αποκλείονται πολλά πεδία δραστηριοποίησης και ανάλωσης χρόνου και δουλειάς. Αναφέρομαι εδώ στην (απλήρωτη) εργασία φροντίδας, στη «βοήθεια» σε οικογενειακές επιχειρήσεις, στις πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, στην άτυπη απασχόληση και πολλά ακόμη. Αν όμως η στατιστική δεσμεύεται από τις συμβάσεις των ορισμών της, θα περίμενε κανείς από τη ΓΓΙΦ μια συνθετότερη προσέγγιση, πέρα από τη γοητεία των αριθμών, ιδιαίτερα στους δύσκολους καιρούς, όπου η ισότητα των φύλων (κινδυνεύει να) πέφτει στα αζήτητα της πολιτικής.

* Η Ντίνα Βαΐου είναι καθηγήτρια στο ΕΜΠ

Πηγή: Αυγή

 

Share

Για ένα φεμινιστικό «όχι»

οχι1

Στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, εμείς, οι γυναίκες της πληττόμενης πλειοψηφίας οφείλουμε στους εαυτούς μας να καταψηφίσουμε την πρόταση των πιστωτών· και θα εξηγήσουμε τους λόγους. Είναι αλήθεια ότι την τελευταία εβδομάδα έχουμε ίσως κάποια στιγμή νιώσει φόβο, ανασφάλεια, αβεβαιότητα και πως οι αποφάσεις παίρνονται κάπου εκεί έξω, πέρα από τον έλεγχό μας. Ακούμε διαρκώς για εκβιασμούς και για τελεσίγραφα· για «περηφάνεια» και «υποτέλεια»· για βράχια, γκρεμούς και άλλα ατυχήματα ή δυστυχήματα. Και πολύ φανατισμό και οργή, που συχνά επισκιάζει τα όποια λογικά επιχειρήματα. Πώς να μην ανησυχούμε; Πώς να κρατηθούμε στα λογικά μας; Και κυρίως, τι κάνουμε;

Ας κοιτάξουμε λοιπόν γύρω  μας. Από τη μια αντικρίζουμε το χάλι που έχουν επιφέρει τα συνεχή μέτρα σε κάθε πτυχή της ζωής μας. Ειδικά οι γυναίκες, κληθήκαμε τα τελευταία χρόνια να σηκώσουμε ακόμα περισσότερα βάρη. Και δεν έφτανε η «φροντίδα» που επωμιστήκανε πολλές από εμάς στα πλαίσια της οικογένειας, όπως και η αυξημένη ανεργία και ευελιξία εκτός σπιτιού. Μαζί τους αυξήθηκε και η βία, η παρενόχληση και κάθε είδους καθημερινός σεξισμός. Άλλες πάλι παραμένουμε εγκλωβισμένες στην οικογενειακή εστία, με πατεράδες και αδερφούς πάνω από το κεφάλι μας (τους οποίους μπορεί και να υπεραγαπάμε, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα, έτσι δεν είναι;) ενώ άλλες θα θέλαμε να ξεκινήσουμε τη δική μας οικογένεια, αλλά δεν μπορούμε. Σαν να μην έφτανε ότι ανησυχούμε για εμάς τις ίδιες, τις δουλειές μας, τα δικαιώματά μας που εξαφανίζονται, ανησυχούμε επιπλέον για τα παιδιά, τους/τις συντρόφους, τους γονείς, τους γείτονες και τις φίλες/φίλους μας και τρέχουμε να προλάβουμε (να «φροντίσουμε») τους πάντες. Κι όλα αυτά για όσες δεν είμαστε τρανς, λεσβίες ή με σκούρο δέρμα, για να αντιμετωπίζουμε επιπλέον αποκλεισμούς, βία και προβλήματα…

Από την άλλη βέβαια είδαμε και την ελπίδα. Είδαμε πρωτοβουλίες, κολλεκτίβες και κάθε είδους συλλογικά εγχειρήματα. Ζήσαμε τις πλατείες, φτιάξαμε λαϊκές συνελεύσεις και οργανώσαμε συλλογικές κουζίνες. Στηρίξαμε τις καθαρίστριες και την ΕΡΤ –ακόμα και με κριτική, δεν έχει σημασία. Μάθαμε το ίντερνετ, το φέισμπουκ και τα μπλόγκ. Μάθαμε ακόμα να βάζουμε τα παλιά ρούχα πλυμμένα και διπλωμένα δίπλα στον κάδο για εκείνους/ες που δεν έχουν, καθώς και το φαΐ που περισσεύει. Όταν είδαμε ότι τα όνειρά μας δεν πρόκειται να υλοποιηθούν, φοβηθήκαμε πολύ. Αλλά προσαρμοστήκαμε κιόλας και επιβιώσαμε. Και στην πορεία είδαμε ότι μπορούμε και αλλιώς. Όταν κοιτάμε λοιπόν γύρω μας, αυτές είναι οι εμπειρίες που σαν ψηφίδες μπαίνουν σε τάξη και συνθέτουν αυτά που ζούμε.

Κάποιοι θα μας πούνε βέβαια ότι όλα αυτά είναι λαϊκισμός και πως πολιτική είναι μόνο όταν μιλάς με μακροοικονομικούς δείκτες και στατιστικές, για το «λαό», το «έθνος» και κάποιο –αφηρημένο- καλό του. Όμως, ο φεμινισμός μας έχει διδάξει ότι η πολιτική δεν μπορεί να είναι ξεκομμένη από τα βιώματα της καθημερινότητάς μας. Μας έχει διδάξει ακόμα ότι αυτές οι γενικεύσεις, πάνω στις οποίες βασίζονται πολλές από τις αναλύσεις που ακούμε καθημερινά και χαράζονται πολιτικές, δεν είναι τελικά παρά αφηγήσεις λευκών, δυτικών, (μέσο)αστών στρέιτ αντρών. Άρα είναι κάθε άλλο παρά περιεκτικές και συνολικές. Για αυτό και εμείς οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν έχουμε καμία σχέση με κοκορομαχίες για το ποιός πολιτικός είναι δειλός και ποιός έχει «τ’αρχίδια». Δεν μας ενδιαφέρει να ματώσουμε για κάποια «εθνική ομοψυχία», γιατί ξέρουμε ποιά είναι η θέση των γυναικών σε αυτή την αφήγηση, και δεν εξαρτούμε την «περηφάνεια» και την «ταπείνωσή» μας από την πορεία των διαπραγματεύσεων ή από μια κάλπη. Είμαστε περήφανες ούτως ή άλλως γιατί οι αγώνες μας είναι καθημερινοί, στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο και δεν αφήνουμε κανέναν να υποθέτει το αντίθετο.

Εμείς θα κλείσουμε τα αυτιά σε όσες φωνές προσπαθούν να διαστρεβλώσουν αυτά που ξέρουμε και ζούμε και να μας πουλήσουν τη δική τους πραγματικότητα ως μοναδική αφήγηση. Θα πούμε «όχι» σε νέα μέτρα λιτότητας γιατί δεν ξεχνάμε ότι αυτή η κρίση δεν είναι δική μας, οπότε ούτε και η εξοντωτική λιτότητα πρέπει να φορτώνεται στις πλάτες μας. Θα πούμε «όχι» στην Ευρωπαϊκή Ένωση της ανισότητας, του σεξισμού και της λιτότητας, στην Ευρωπαϊκή Ένωση που προϋποθέτει και προωθεί την απλήρωτη εργασία «φροντίδας» από όλες εμάς και μας επιβραβεύει με ευέλικτη απασχόληση και βία για να σώζει τράπεζες. Εμείς έχουμε πλέον μάθει στην αλληλεγγύη και τη συλλογική προσπάθεια, γνωρίσαμε τη δημοκρατία των συνελεύσεων και αυτή την Ευρώπη απαιτούμε. Η ανάγκη μας είναι να υπάρχουμε και την επόμενη μέρα. Η επιθυμία μας είναι να υπάρχουμε σε μια κοινωνία με ισότητα και δικαιοσύνη –και θα αγωνιστούμε για αυτό.

Ενώνουμε τις φωνές μας, στηρίζουμε τους αγώνες!

5/7 όλες ψηφίζουμε «όχι» στα μνημόνια, στη λιτότητα, στους εκβιασμούς

 

φύλο συκής /www.fylosykis.gr

 

 

Share

Οι γυναίκες αντιδρούν στον νόμο για τους «θρησκευτικούς γάμους» στην Τουρκία

turkey

Ομάδες γυναικών σε όλη την Τουρκία αντιδρούν έντονα στη νέα αλλαγή του τουρκικού νόμου που επιτρέπει «θρησκευτικούς γάμους» χωρίς πολιτικό γάμο. Οι γυναίκες μιλώντας στην JINHA λένε ότι η απόφαση αυτή ανοίγει το δρόμο σε μια επιδημία αναγκαστικών γάμων των κοριτσιών στη χώρα.

Η Sevim Korkmaz Dinç, από το «Σύλλογο Γυναικών Συγγραφέων της Σμύρνης», θεωρεί την απόφαση «μια σφαίρα με στόχο την κίνημα των γυναικών». Η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Τουρκίας, που αποτελείται αποκλειστικά από άντρες, αφαίρεσε την προϋπόθεση ότι οι ιμάμηδες που έχουν παντρέψει ζευγάρια χωρίς πολιτικό γάμο θα υπόκεινται σε ποινή φυλάκισης. Πολλές οικογένειες στην Τουρκία χρησιμοποιούν τους «θρησκευτικούς γάμους» για να νομιμοποιήσουν τους γάμους που έγιναν πριν από την ηλικία συναίνεσης.

Στον απόηχο της απόφασης, η μόνη απάντηση από την Ayşenur İslam (Υπουργός Οικογένειας και Κοινωνικών Πολιτικών) – υπεύθυνη υποτίθεται για την ευημερία των γυναικών και των παιδιών – είπε ότι θα πρέπει να υπάρχουν «άλλα σχέδια» σχετικά με το «γάμο των κοριτσιών σε νεαρή ηλικία». Η Ayşenur İslam έχει ήδη δεχτεί πυρά για τη σιωπή και την αδράνεια της μπροστά στο κύμα γυναικοκτονίας στην Τουρκία.

Στην πραγματικότητα, η νομική αλλαγή έχει ήδη αποδώσει καρπούς για τους δράστες της βίας κατά των γυναικών. Χθες στην επαρχία Βαν, οι γυναίκες διαμαρτυρήθηκαν έξω από το δικαστήριο κατά τη διάρκεια της εν εξελίξει δίκης που σχετίζεται με το θάνατο της Kader Erten, 14 ετών. Η Kader είχε παντρευτεί με «θρησκευτικό γάμο» στην ηλικία των 12, γέννησε ένα παιδί στην ηλικία των 13 και βρέθηκε νεκρή στα 14 της. Παρόλο που κάποια μέλη της οικογένειας δικάζονται για τη διευκόλυνση της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών και σχετικών εγκλημάτων, οι δικηγόροι αναμένουν ότι οι κατηγορίες εναντίον του ιμάμη, ο οποίος τέλεσε το γάμο, θα εκπέσουν.

Η LGBTQI ακτιβίστρια Gözde Demirbilek από τη Σμύρνη δήλωσε ότι η αντίθεσή της με τον νόμο δεν είχε καμία σχέση με την υποστήριξη του γάμου ως νομικό θεσμό, αλλά με την υπεράσπιση των γυναικών και των κοριτσιών από τη σεξουαλική κακοποίηση. Είπε ότι ο νόμος είχε ως έμμεσο στόχο τα LGBTQI άτομα καθώς ενισχύει την υφιστάμενη καταχρηστική ετεροκανονική τάξη.

Η Selime Büyükgöze, δικηγόρος για το γυναικείο καταφύγιο «Purple Roof», είπε ότι ο νόμος θα οδηγήσει, εκτός από την αύξηση της πίεσης για τους γάμους παιδιών, στην αυξανόμενη κατάχρηση των νομικών δικαιωμάτων των γυναικών που πράγματι έχουν αυτοί οι γάμοι, καθώς οι γυναίκες που δεν έχουν κάνει πολιτικό γάμο δεν έχουν καμία εγγύηση για τα δικαιώματά τους σε περίπτωση διαζυγίου.

Η απόφαση έρχεται μετά από χρόνια έντονης πίεσης από το κυβερνόν κόμμα ΑΚΡ της Τουρκίας να παντρεύονται οι γυναίκες νωρίς και συχνά, όπως σημειώνει η ακτιβίστρια του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Σμύρνης Ceren Çökelek. Το AKP έχει προσπαθήσει να μειώσει την κατασκευή των διαμερισμάτων με ένα μόνο υπνοδωμάτιο, επειδή «δεν είναι κατάλληλο για οικογένειες». Ο Τούρκος Recep Tayyip Erdoğan αποκύρηξε επίσης τη συμβίωση «αγοριού-κοριτσιού» (μεικτή συμβίωση), γεγονός που οδήγησε σε αστυνομικές εφόδους σε σπίτια όπου γυναίκες και άνδρες ζούσαν στο ίδιο σπίτι.

μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

Πηγή: Jinha

 

Διαβάστε ακόμα

Selin Çağatay:«Η γυναικεία απελευθέρωση πρέπει να στοχεύει εξίσου την πατριαρχία και τον καπιταλισμό»

Οι θέσεις του AKP για τις γυναίκες: λόγος για να ξεσηκωθείς στην Τουρκία

 

Share

Σ. Φεντερίτσι: Οι γυναίκες είναι το κλειδί για να επανακαθορίσουμε την σημασία των ταξικών αγώνων

silvia-federici-por-barbara

της Σταυρούλας Πουλημένης

«Θα χρησιμοποιήσω τον όρο γυναίκα και αυτό το θεωρώ πολύ σημαντικό». Με την φράση αυτή η ριζοσπάστρια φεμινίστρια και φιλόσοφος Σίλβια Φεντερίτσι,  ομότιμη καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο Hofstra στην Νέα Υόρκη ξεκίνησε την Τρίτη την ομιλία της σε μια κατάμεστη αίθουσα στο Κέντρο Αρχιτεκτονική του Δήμου Θεσσαλονίκης, γεμάτη από γυναίκες και άνδρες, καλεσμένη του Ινστιτούτου Ν. Πουλαντζάς και του Συλλόγου Φίλων του Ινστιτούτου στην πόλη μας . Η Σ. Φεντερίτσι προχώρησε στην δήλωση αυτή που θα εξηγούσε στην συνέχεια, απορρίπτοντας την απαγόρευση του όρου από πολιτικούς κύκλους στις ΗΠΑ.

Να αναφέρουμε πως η Σ. Φεντερίτσι την δεκαετία του `70 είχε έντονη δράση και συμμετοχή στην καμπάνια «Μισθός για την οικιακή εργασία» βοηθώντας στην κατανόηση της οικιακής εργασίας ως απλήρωτης εργασίας ενώ κατά την 8χρονη παραμονή της στην Νιγηρία όπου και δίδαξε, αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των κοινοτήτων ενάντια στο πρόγραμμα Δομικής Προσαρμογής που είχε επιβάλλει το ΔΝΤ. Συνέδεσε τα έμφυλα ζητήματα με τις ταξικές διαιρέσεις αναλύοντας το πώς η είσοδος της γυναίκας στην εργασία δεν σήμαινε σε καμία περίπτωση την χειραφέτησή της αλλά την εγκαθίδρυση μιας νέας πατριαρχίας με νεωτερικό πρόσημο.

Παίρνοντας αφορμή από τον τίτλο της εκδήλωσης «Γυναίκες, σώμα και κοινωνική αναπαραγωγή» η Σ. Φεντερίτσι ξεκαθάρισε ότι δεν αποδέχεται την φυσικοποίηση  των κατηγοριών του φύλου καθώς συνιστούν μια κοινωνική κατασκευή αλλά, σύμφωνα με την ίδια,  με τον όρο γυναίκα  δηλώνεται μια συγκεκριμένη θέση στην καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας.

«Το να μην αναφέρουμε τον όρο αυτό είναι σαν να κλείνουμε το στόμα μας για σημαντικά ζητήματα της εκμετάλλευσης. Η αναλυτική κατηγορία γυναίκες είναι το κλειδί για να κατανοήσουμε την λειτουργία της αναπαραγωγικής εργασίας στον καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας, τους αγώνες και τους κόπους που κατέβαλλαν  οι γυναίκες στο πεδίο αυτό, τον σεξουαλικό διαχωρισμό της εργασίας  αλλά και να επανακαθορίσουμε την σημασία των ταξικών αγώνων».

silivia_2

Κινητήριος δύναμη της παγκόσμιας οικονομίας τα σώματα των γυναικών

Ο καπιταλισμός για την Σ. Φεντερίτσι χρησιμοποίησε μηχανισμούς για να διαιρεί τους ανθρώπους και να δικαιολογεί την απλήρωτη εργασία.

«Το να βλέπεις την ιστορία από την γυναικεία πραγματικότητα σημαίνει την αναγνώριση της αναπαραγωγική εργασίας ως πεδίο -κλειδί για την οργάνωση της κοινωνίας και για τον τρόπο που αυτή χρησιμοποιήθηκε για την πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου. Σημαίνει ότι κατανοείς πως ο καπιταλισμός που είναι συνδεδεμένος με τον ρατσισμό και τον σεξισμό πρέπει να υποτιμά την αναπαραγωγική εργασία με σκοπό να μειώνει ακόμη περισσότερο το εργατικό κόστος. Οι γυναίκες δεν αποτελούν όμως μόνο απλά ένα κομμάτι στον καταμερισμό της εργασίας αλλά και ένα μεγάλο τμήμα της αντίστασης σε αυτόν» τόνισε μεταξύ άλλων.

«Αν δούμε την παγκόσμια οικονομία τα τελευταία 40 χρόνια από την οπτική των γυναικών, θα καταλάβουμε πως η κινητήριος δύναμη της δεν ήταν οι νέες τεχνολογικές εφευρέσεις αλλά η  παγκόσμια επίθεση που δέχτηκαν τα σώματα των γυναικών,  μια επίθεση στην ανάγκη των ανθρώπων για αναπαραγωγή».

Η Σ. Φεντερίτσι αναφέρθηκε σε πολλά παραδείγματα  στον κόσμο όπως την μετεγκατάσταση βιομηχανικών ζωνών οι οποίες έγιναν χάρη στην εργασία των γυναικών. «Την ίδια στιγμή που ο καπιταλισμός άνοιγε τις πόρτες στην γυναικεία εργασία η μισθωτή εργασία έχανε όλα τα δικαιώματα με τα οποία ήταν συνδεδεμένη. Και ενώ οι γυναίκες απελευθερώνονταν με την είσοδό τους στην μισθωτή εργασία συνέχιζαν την απλήρωτη εργασία στο σπίτι» τόνισε απορρίπτοντας την θέση που συχνά λέγεται ότι οι γυναίκες έχουν πλέον εγκαταλείψει το σπίτι.

«Πράγματι κάποιες από τις οικιακές εργασίας έχουν εμπορευματοποιηθεί. Παρ’όλα αυτά ένα μεγάλο κομμάτι εργασίας έχει επιστρέψει στο σπίτι λόγω των περικοπών και την αποστέρηση πρόσβασης στα δημόσια αγαθά (φροντίδα, υγεία κ.α.)»

Μιλώντας για την κατάρρευση του κοινωνικού κράτους παγκοσμίως έφερε ως παράδειγμα την Ελλάδα τονίζοντας πως αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα συμπυκνώνει αυτό που έχει συμβεί σε παγκόσμιο επίπεδο εδώ και 40 χρόνια σε όλο τον κόσμο.

Η ζωή των γυναικών απέχει πολύ από το όραμα της χειραφέτησης

«Αν δούμε την ιστορία από την οπτική των γυναικών θα καταλάβουμε πως οι γυναίκες δεν αναπαρήγαγαν απλά μια οικογένεια αλλά δεκάδες εκατοντάδες εργαζομένους, σερβιτόρους, καθαρίστριες, εργάτριες τους σεξ κ.α.. Είναι οι γυναίκες αυτές που υπέστησαν τις περικοπές που έχει επιφέρει η διάλυση του κοινωνικού κράτους. Η ζωή των γυναικών μόνο άθλια μπορεί να χαρακτηριστεί και αυτό απέχει πολύ από το όραμα της χειραφέτησης» πρόσθεσε φέρνοντας ως παράδειγμα τις ΗΠΑ όπου ένα μεγάλο ποσοστό γυναικών πάσχει από κατάθλιψη λόγω του ελάχιστου χρόνου  που διαθέτουν για τον εαυτό τους.

Ταυτόχρονα σύμφωνα με στατιστικές ένα στα 4 παιδιά πάσχει από κάποιου είδους διαταραχή. «Ιατρικοποιούν το πρόβλημα της έλλειψης χρόνου των γονιών και αυτό γιατί η άμισθη εργασία στο σπίτι δεν αντισταθμίστηκε με δημόσιες δομές από το κράτος».

Τραγικές διαστάσεις  παίρνει  επίσης το φαινόμενο της αδυναμίας των γυναικών να φροντίσουν τα παιδιά τους με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να τα χάσουν. Στην Ιταλία π.χ. μόλις αποδειχτεί ότι οι γυναίκες χάνουν την δουλειά τους και κάνουν αίτηση για οικονομική ενίσχυση κινδυνεύουν να χάσουν και το ίδιο τους το παιδί από τις κοινωνικές υπηρεσίες του κράτους. Αντίστοιχες ρυθμίσεις έχουν περάσει και σε πολιτείες των ΗΠΑ που ορίζουν τους «ιδανικούς» γονείς.

«Αν για παράδειγμα στο αίμα μιας εγκύου γυναίκες βρεθούν ίχνη ναρκωτικών τιμωρείται με είκοσι χρόνια φυλακής» είπε η Φεντερίτσι επισημαίνοντας πως ενώ όλες αυτές οι πολιτικές παρουσιάζονται ως υπεράσπιση της ζωής των παιδιών ουσιαστικά αποτελούν πολιτικές που εμποδίζουν τις γυναίκες από το να κάνουν παιδιά για να μην είναι κοστοβόρες στο κράτος. «Εγώ το βλέπω ως μιας μορφής στείρωσης» δήλωσε.

Δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στους χιλιάδες πρόσφυγες που έχουν χάσει την ζωή τους στην Μεσόγειο η οποία έχει μετατραπεί σταδιακά σε ένα «νεκροταφείο ανθρώπων που η Ε.Ε. τους χειρίζεται ως σκουπίδια». «Πρέπει να ξεπεράσουμε τον τρόπο που διαχειρίζονται τις ζωές μας μέσα από τις γραμμές του φύλου και της εθνότητας και να ξαναχτίσουμε τον ιστό της κοινωνίας που έχει καταστραφεί από τα πολλά χρόνια καπιταλισμού» τόνισε.

Όσον αφορά την αυξανόμενη βία ενάντια στις γυναίκες διερωτήθηκε πως μπορούμε να έχουμε μεγάλους αγώνες όταν οι άνθρωποι που εμπλέκονται είναι τόσο διαχωρισμένοι μεταξύ τους και όταν επιτρέπονται τέτοια ποσοστά βίας εναντίον των γυναικών.

«Η βία αυτή δεν συνιστά μόνο μια παραβίαση των δικαιωμάτων αλλά αποτελεί υπονόμευση του ίδιου του αγώνα μας»

silvia

Τι να κάνουμε;

Η Σίλβια Φεντερίτσι δεν έμεινε μόνο σε διαπιστώσεις θεωρητικές και  πολιτικές αλλά προχώρησε και στην απάντηση του ερωτήματος “τι να κάνουμε;” καλώντας στην δημιουργία εναλλακτικών δρόμων στην καπιταλιστική ανάπτυξη.

«Μπορεί να μην μπορούμε  να αλλάξουμε την πολιτική του παγκόσμιου καπιταλισμού αλλά μπορούμε να αρνηθούμε ο πλούτος που παράγουμε να χρησιμοποιείται για τον πόλεμο». Αποτελεί τραγική ειρωνεία για την ίδια, πως «το  να μεγαλώνεις ένα παιδί δεν θεωρείται παραγωγική εργασία σε αντίθεση με το να φτιάχνεις ένα όπλο για να σκοτώσεις ένα παιδί»

Η Σ. Φεντερίτσι έφερε ως παράδειγμα κοινότητες της Λατινικής Αμερικής όπου άνθρωποι εκτοπισμένοι από τις πόλεις ξεκίνησαν να καλλιεργούν από μόνοι τους την αγροτική γη και μέσα από κολλεκτίβες δημιουργούν νέες μορφές ζωής και αναπαραγωγής πέρα από το κράτος και την αγορά.

Όπως είπε «Έχουν εφεύρει έναν άλλο τρόπο ζωής όχι εκκεινώντας από κάποια ιδεολογική συνειδητοποίηση αλλά από την ίδια την ανάγκη και  σήμερα βιώνουν την ευχαρίστηση του επανελέγχου της ζωής τους και της μεταξύ τους αλληλεγγύης. Αυτές οι πρακτικές δεν συνιστούν κάτι περιθωριακό καθώς εμπλέκουν χιλιάδες ανθρώπους με τις  γυναίκες να παίζουν κεντρικό ρόλο».

Εξάλλου όπως κατέληξε: «Αν δεν πάρουμε τις ζωές μας στα χέρια μας για να δομήσουμε διαφορετικά τον κόσμο μας θα είμαστε συνεχώς στο έλεος ενός συστήματος που το μόνο που θα δίνει θα είναι ψήγματα ‘ευημερίας΄ για λίγους τα οποία θα περιβάλλονται από την μιζέρια του κόσμου των άλλων».

Το βιβλίο της Σίλβια Φεντερίτσι Ο Κάλιμπαν και η Μάγισσα,Γυναίκες, σώμα και πρωταρχική συσσώρευση κυκλοφορεί από το 2011 (εκδόσεις των Ξένων) ενώ σε κυκλοφορία βρίσκεται από το 2012 και το τελευταίο βιβλίο της που αποτελεί συλλογή άρθρων της από το 1975 Revolution at Point Zero: Housework, Reproduciton and Feminist Struggle.

Πηγή: alterthess

Share

Γυναίκες στα όπλα: οι Ζαπατίστας και οι Κούρδοι της Ροχάβα Διαμορφώνουν μια Νέα Πολιτική για το Φύλο

kobane

της Charlotte Maria Sáenz

Η αντίσταση και η δύναμη μοιάζουν με το άγριο χορτάρι που ξεπηδάει μέσα από τις ρωγμές στην Τσιάπας, στο Μεξικό και στο διακρατικό Κουρδιστάν, όπου οι Ζαπατίστας και το Κουρδικό κίνημα αντίστασης, αντίστοιχα, δημιουργούν νέες σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων ως πρωτεύον κομμάτι της πάλης τους και της διαδικασίας οικοδόμησης ενός καλύτερου κόσμου. Και στα δύο μέρη, η συμμετοχή των γυναικών στις ένοπλες δυνάμεις έχει εισάγει μια νέα κοινωνική ερμηνεία της σχέσης των δύο φύλων βασισμένη στην ισότητα.

Ενώ οι Κούρδοι έχουν πολεμήσει για την επιβίωσή τους απέναντι στο ISIS στα σύνορα Συρίας-Τουρκίας, στην πόλη του Κομπάνι, οι Ζαπατίστας έχουν εγκαταλείψει τα όπλα για παραπάνω από 20 χρόνια και από τότε, έχουν στραφεί σε έναν μη βίαιο αγώνα. Και στις δύο περιπτώσεις, οι γυναίκες έχουν αγωνιστεί μαζί με τους άντρες απέναντι στο συλλογικό τους αφανισμό κάνοντας παράλληλα ριζοσπαστικές αλλαγές στις σχέσεις των δύο φύλων. Δουλεύοντας για περισσότερη ισότητα, γίνεται δυνατή μια περισσότερο άμεση δημοκρατία στην οικοδόμηση μεγαλύτερης αυτονομίας από το κράτος. [1] Και στις δυο προσπάθειες, υπάρχει επίσης μια βαθιά σύνδεση με τη γη[2] που αντιλαμβάνεται την αξία της γυναίκας και το περιβάλλον σαν απαραίτητες προϋποθέσεις για την ίδια τη ζωή.

Και στα δύο κινήματα αντίστασης, οι γυναίκες πήραν τα όπλα για να παλέψουν μαζί με τους άντρες συντρόφους τους, δείχνοντας τόσο θέληση αλλά και αξίωση να παλέψουν σαν στρατιώτες. Ωστόσο, ο κύριος στόχος τους στα βουνά δεν είναι στρατιωτικός. Αντιθέτως, το πιο σημαντικό τους έργο είναι η διαμόρφωση νέων υποκειμένων: άντρες και γυναίκες σε μια περισσότερο ισότιμη σχέση μεταξύ τους – μια σχέση που επίσης είναι και αντικαπιταλιστική. “Πάνω απ’ όλα, θέλουμε η αγωνιστικότητά μας να δημιουργήσει μια νέα προσωπικότητα, μια προσωπικότητα που να βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τον Καπιταλισμό”, λέει μια αντιπρόσωπος της Κουρδικής Επιτροπής της επιστήμης της Γυναίκας (Jineology Committee) μιας επιτροπής από γυναίκες, για γυναίκες που ιδρύθηκε από το διακρατικό PKK (Partiya Karkerên Kurdistanê), το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα.[3] Η δέσμευσή τους είναι η οικοδόμηση της δημοκρατίας, του σοσιαλισμού, της οικολογίας και του φεμινισμού.

Οι Ζαπατίστας, ομοίως, δεσμεύτηκαν σε περισσότερο ισότιμες σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων. Ένα από τα πρώτα πράγματα που προέκυψαν από την ένοπλη εξέγερση το 1994 ήταν ο Επαναστατικός Νόμος των Γυναικών. Ο νόμος αυτός διατύπωσε 10 νέους κανόνες δίνοντας στις γυναίκες πρωτοφανή εξουσία στις ζωές τους, εμπεριέχοντας το εάν και με ποιόν θα παντρευτούν, το δικαίωμα να υπηρετήσουν στα συμβούλια διακυβέρνησης, και το δικαίωμα να κουβαλάνε όπλα όπως οι milicianas, μαχητές της πολιτοφυλακής στον Ζαπατιστικό Στρατό Εθνικής Απελευθέρωσης (EZLN στα ισπανικά). Οι γυναίκες των Ζαπατίστας ζήτησαν επίσης να εμπεριέχεται στο νόμο η απαγόρευση ναρκωτικών και αλκοόλ, έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν τη μία από τις κύριες αιτίες της οικογενειακής βίας. Μετά την κατάπαυση πυρός μόλις δώδεκα μέρες μετά την εξέγερση, πολλές γυναίκες στρατιώτες ακολούθησαν μη στρατιωτική πολιτική ζωή, παίρνοντας πρωτοφανείς θέσεις στη διακυβέρνηση, την παιδεία, τη διαχείριση και την λήψη αποφάσεων – εναλλακτικούς τρόπους κατάληψης των όπλων, αυτή τη φορά μεταξύ τους και μαζί με τους άντρες. Για τα τελευταία 21 χρόνια, και οι άντρες και οι γυναίκες υπήρξαν σε μια διαδικασία αποδόμησης των παλιών προτύπων σχετικά με το φύλο, ξαναμαθαίνοντας πως να υπάρχουν και να σχετίζονται ο ένας με τον άλλο εκ νέου, και να μοιράζονται οικιακά και δημόσια καθήκοντα. Αν και το χτίσιμο της ισότητας των δυο φύλων βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, αυτές οι νέες σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών συγκροτούν ένα θεμελιώδες συστατικό της ίδιας της οικοδόμησης της αυτονομίας των Ζαπατίστας.

Οι ριζοσπαστικές αυτές αλλαγές στις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων διαμορφώνονται μέσα σε πλαίσια σκληρής βίας και πολέμου υψηλής και χαμηλής έντασης. Στο Κομπάνι, κοντά στα Τουρκικά σύνορα οι Κούρδοι αντιστέκονται ηρωικά στις καταστροφές του ISIS από τη μια, και τις ρατσιστικές και κατασταλτικές μεθοδεύσεις του Τουρκικού Κράτους από την άλλη. Στην Τσιάπας, οι Ζαπατίστας χτίζουν την αυτονομία τους μέσα στην εντεινόμενη βία ενός ναρκο-κράτους που δεσπόζει ένα μεγάλο μέρος του έθνους, όπου είναι δύσκολο να διακρίνεις τη διαφορά ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους εμπόρους ναρκωτικών. Στην κοντινή Γκερέρο – μια νοτιοδυτική πολιτεία του Μεξικό επίσης γνωστή για τις πλούσιες φυσικές πηγές της, το έντονο εμπόριο ναρκωτικών, τα κινήματα αντίστασης και την αστυνόμευση από την κοινότητα – οι γυναίκες επίσης προσχώρησαν στις ένοπλες τάξεις της policia comunitaria. Αυτές οι ένοπλες περιπολίες προέκυψαν για να γεμίσουν το κενό που δημιούργησε η διεφθαρμένη αστυνομία με την μισθοδοσία τους μέσω ναρκωτικών και βρίσκονται σε έξαρση σε διάφορες άλλες κοινότητες ανά την χώρα. Άντρες και γυναίκες παλεύουν μαζί σ’ αυτές τις διαφορετικές εμπροσθοφυλακές, πολλές φορές περνώντας κράτη και εθνικά σύνορα για να προσχωρήσουν στη μάχη, όπως οι πολλές νέες αναρχικές γυναίκες από την Τουρκία που πέρασαν με λεωφορεία στη Συρία για να βοηθήσουν τους Κούρδους στο Κομπάνι να αντισταθούν στο ISIS τους περασμένους μήνες.

Συγκεκριμένα κομμάτια της 30ετούς Κουρδικής αντίστασης ανέλαβαν επίσης το έργο να σφυρηλατήσουν περισσότερο ισότιμες σχέσεις ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες σαν κρίσιμο στοιχείο του πολιτικού τους εγχειρήματος. Με τους Κούρδους διάσπαρτους σε Τουρκία, Συρία και Ιράκ, το γεωπολιτικό σχέδιο του Κουρδιστάν έχει εξαπλωθεί σε διακρατικό επίπεδο σε αυτό που μερικοί περιγράφουν ως “Δημοκρατική Συνομοσπονδία” που υπερβαίνει τα εθνικά και κρατικά σύνορα. Αυτή είναι μια φιλοδοξία μέχρι στιγμής, όχι μια πλήρως αναπτυγμένη πραγματικότητα ούτε αγκαλιάζεται από όλους τους Κούρδους. Οι ιδέες αυτές απορρέουν κυρίως από τα εξελισσόμενα γραπτά του ηγέτη του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK) Αμπντουλάχ Οτσαλάν, που έχει φυλακιστεί στην Τουρκία από το 1999. Η “Δημοκρατική Συνομοσπονδία” στοχεύει στην οικοδόμηση ενός νέου συστήματος το οποίο θα λειτουργεί σύμφωνα με τη δίκαιη διανομή των πόρων και την προστασία του περιβάλλοντος. Επιδιώκει να δημιουργήσει μια κοινωνία χωρίς σεξισμό, αντικαθιστώντας τις παραδοσιακές πατριαρχικές κοινωνίες, τις θρησκευτικές ερμηνείες και την καπιταλιστική εμπορευματοποίηση των γυναικών. Το κίνημα έχει εργαστεί έντονα σε κοινωνικό και εκπαιδευτικό επίπεδο για να πολεμήσει τις πατριαρχικές νοοτροπίες που είναι ριζωμένες στις γυναίκες, σαν μια μορφή υποταγής, και στους άντρες, σαν μια μορφή κυριαρχίας. [4]

Η Ζαπατιστική και Κουρδική αντίσταση δημιούργησαν μια ριζοσπαστική αλλαγή παραδείγματος που μετασχηματίζει τα πάντα. Στα αυτόνομα δημοτικά κέντρα διοίκησης των Ζαπατίστας που ονομάζονται “Caracol de Oventic” υπάρχει το “Γραφείο Γυναικείας Αξιοπρέπειας” όπου γυναίκες συγκεντρώνονται για να συζητήσουν τις επιτυχίες και αποτυχίες του Επαναστατικού Νόμου των Γυναικών. Ομοίως, η Επιτροπή της επιστήμης της Γυναίκας (Jineology Committee) του PKK μελετά τις γυναικείες ιστορίες για την κατανόηση της κατασκευής των ιεραρχιών και των εθνών-κρατών που διαβρώνουν την γυναικεία δύναμη στην κοινωνία. Και οι δύο κοινότητες προέρχονται από έντονα πατριαρχικές ιστορίες και πλαίσια, επομένως υπάρχει μακρύς δρόμος ακόμα και για τις δυο. Εν τούτοις σε μικρό χρονικό διάστημα έχουν αποκομίσει τεράστια οφέλη. Οι γυναίκες εκπροσωπούνται όλο και περισσότερο στα συμβούλια διακυβέρνησης και ενεργές στις ένοπλες τάξεις, αλλά η πραγματική επανάσταση διεξάγεται στον οικιακό χώρο, όπου η φροντίδα των παιδιών, της υγείας και του σπιτιού είναι εργασίες καταμερισμένες μεταξύ ανδρών και γυναικών. Και οι Κούρδοι και οι Ζαπατίστας προσφέρουν ένα ζωντανό παράδειγμα όχι μόνο του τι είναι δυνατό, αλλά του τι ήδη ασκείται και μεγαλώνει.[5]

Άντρες και γυναίκες, δουλεύοντας στην κατεύθυνση αυτού που οι Ζαπατίστας θα αποκαλούσαν “Άλλο” τρόπο δημιουργίας σχέσεων μεταξύ τους, διασχίζουν εμπόλεμες περιοχές, αλλά και πνευματικής, γεωργικής και οικιακής φροντίδας – μαθαίνοντας μαζί με και από τον άλλο είτε στο πεδίο της μάχης ή φτιάχνοντας φαγητό. Είναι, σ’ αυτές τις καθημερινές πρακτικές οικοδόμησης της αυτονομίας, που ξεκινάμε να φέρουμε στην επιφάνεια την δυνατότητα ενός άλλου είδους ζωής, γνώσης, ύπαρξης και δημιουργίας σχέσεων μεταξύ μας που μπορεί να δημιουργήσει και να τροφοδοτήσει καλύτερους τρόπους ζωής. Ξεκινά με το να κάνει τις πατριαρχικές συνήθειες ορατές. Η οικοδόμηση περισσότερο ισότιμων σχέσεων σημαίνει μια καθημερινή πρακτική καλύτερων, ευγενέστερων τρόπων στις σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών. Αυτή είναι η γνώση για όλους εμάς για να την μετουσιώσουμε σε πράξη στα δικά μας μέρη και με τους δικούς μας ανθρώπους, όχι μόνο με τα όπλα στο χέρι αλλά και χέρι-χέρι…abrazándonos, αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλο.

 

Σημειώσεις

[1] Για παράδειγμα, οι Μεσοαμερικανικές συνελεύσεις ή οι πρώτοι Σουμέριοι και οι αποκεντρωμένοι οργανισμοί των σχηματισμών φυλών και φατριών όπως περιγράφονται στο “El confederalismo democrático: propuesta libertaria del pueblo kurdo.” ALB Noticias en Mar, 17 Σεπτέμβρη 2013.

[2] “Γη και Ελευθερία” ήταν το σύνθημα των Ζαπατίστας, τότε και τώρα, ενώ “Γη ή Θάνατος” το σύνθημα που ακούστηκε στην περιοχή Botan σήμερα όπως αναφέρθηκε από τον Heysam Mislim στο “Kobane Diary: 4 Days Inside the City Fighting an Unprecedented Resistance Against ISIS,” Newsweek, 15 Οκτώβρη 2014.

[3] Η Επιτροπή της επιστήμης της Γυναίκας (Committee of Jineology) όπως αναφέρεται από τον Jorge Ricardo Ottino, γράφοντας για το “Resumen Latinoamericano from mountains of Xinêre, areas of media defense, South Kurdistan, Republic of Iraq”, 3 Ιουλίου 2014.

[4] “El confederalismo democrático: propuesta libertaria del pueblo kurdo.” ALB Noticias en Mar, 17 Σεπτέμβρη 2013.

[5] Για μεγαλύτερη σε βάθος περιγραφή του κινήματος των Κούρδισσων Γυναικών δείτε https://www.opendemocracy.net/arab-awakening/necla-acik/kobane-struggle

Η Charlotte Maria Sáenz είναι Συντονίστρια Μέσων Ενημέρωσης και Εκπαίδευσης για το “Other Worlds” και διδάσκει στο CIIS (California Institute for Integral Studies) στο Σαν Φρανσίσκο, όπου είναι ιδρυτικό μέλος του Κέντρου για την Τέχνη και την Κοινωνική Δικαιοσύνη. Έχει εικοσαετή εμπειρία δουλεύοντας παγκοσμίως σε σχολεία, στους δρόμους, σε πανεπιστήμια, σε προσφυγικούς καταυλισμούς, αυτόνομες ζώνες και ταξιδιωτικά προγράμματα στην πατρίδα της το Μεξικό, σ’ ολόκληρο το Λίβανο και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επιστρέφει ετησίως για να δουλέψει με το Universidad de la Tierra Chiapas, το Al-Jana στη Βηρυτό, και για να διδάξει στο παγκόσμιο ταξιδιωτικό πρόγραμμα του World Learning “Beyond Globalization.” Είναι μέλος των παγκόσμιων Κοινωνιών Μάθησης και του Διεθνούς Οργανισμού για μια Συμμετοχική Κοινωνία.

Μετάφραση: Συραγώ Λιάτσικου

Πηγή: Barikat

 

Διαβάστε ακόμα

Η απεικόνιση των κουρδισσών μαχητριών στα μέσα ενημέρωσης

Οι Κούρδοι της Συρίας ανακηρύσσουν την ισότητα των γυναικών αψηφώντας τους τζιχαντιστές

Αλληλεγγύη στις γυναίκες που αντιστέκονται στο Κουρδιστάν

 

Share