Subscribe via RSS Feed

Tag: "φεμινισμός"

Με το μάτι του εγγαστρίμυθου

της Άμπρα Πίρρι[1]

Η κατάργηση της καύσης των Ινδών γυναικών μαζί με τον νεκρό σύζυγό τους από τους Βρετανούς αποικιοκράτες· ο αμερικάνικος πόλεμος για την «απελευθέρωση» των Αφγανών γυναικών από τη μπούργκα· η απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας στη Γαλλία: Η σύγκρουση ανάμεσα στη Δύση και τον υπόλοιπο κόσμο στο εννοιολογικό και κριτικό λεξιλόγιο της Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ, μετααποικιοκρατικής φεμινίστριας, οργανικής διανοούμενης του πλανήτη.    

Η Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ, μετααποικιοκρατική φεμινίστρια και μελετήτρια της συγκριτικής λογοτεχνίας, μπορεί να μας βοηθήσει να στοχαστούμε γύρω από τα όσα συμβαίνουν σήμερα στη Δύση και στον υπόλοιπο κόσμο, ανάμεσα σε μας και τον Άλλον. Στο [..] βιβλίο της Death of a Discipline[2] [Θάνατος μιας Επιστήμης]  [..], η Σπίβακ με δύναμη προτείνει εκ νέου –όπως επισημαίνει η Τζούντιθ Μπάτλερ- «ένα εννοιολογικό πλαίσιο ριζοσπαστικά ηθικό ως προσέγγιση στη μελέτη της διαφορετικότητας». Γιατί, ίσως, δεν μας μένει παρά να καταφύγουμε στην ηθική, εάν πραγματικά θέλουμε να αποπειραθούμε να έχουμε μια σχέση με την Άλλη, με τον Άλλον. Η Σπίβακ, που γεννήθηκε και σπούδασε στην Ινδία και ποτέ δεν απαρνήθηκε την ινδική υπηκοότητα και, έχοντας πράσινη κάρτα, διαμένει μόνιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Νέα Υόρκη, όπου διδάσκει στο πανεπιστήμιο Κολούμπια, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί οργανική διανοούμενη του πλανήτη. Γι’ αυτό ακριβώς ξεκινά πάντα από τον διεθνή καταμερισμό εργασίας  και από την παγκοσμιοποίηση που, με τις σχέσεις της εξουσίας ανάμεσα στον Πρώτο και τον Τρίτο Κόσμο, έχει παγιδευτεί στην οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ιστορία του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας.

Η ανάλυση των πολιτισμικών και κοινωνικών επιπτώσεων της αποικιοκρατίας, στο παρελθόν και το παρόν, στα κράτη και στα αποικιοκρατούμενα υποκείμενα είναι ένας από τους στόχους των μετα-αποικιοκρατικών σπουδών. Αλλά, διαφέροντας από τους άλλους μετααποικιοκρατικούς διανοούμενους που αντιπροσωπεύουν τις Subaltern Studies [Σπουδές Υπεξουσίων Τάξεων], η Σπίβακ έχει στραμμένη την προσοχή της πάντα στο έμφυλο θηλυκό υποκείμενο που είναι διπλά περιθωριοποιημένο: από την οικονομία και από την υποβάθμιση του φύλου. Για να γίνει κατανοητή η έμφυλη διαφορά στο εσωτερικό ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου, η Σπίβακ χρησιμοποιεί ένα εννοιολογικό και κριτικό λεξικό που σχεδόν πάντα επινοεί η ίδια. Γεννιούνται έτσι σημαντικοί όροι όπως η epistemic violence, η βία που ο ιμπεριαλισμός επέβαλε στις μορφές της γνώσης και εξακολουθεί να επιβάλει στους κάποτε αποικιοκρατούμενους λαούς και ειδικά στις γυναίκες.

Η epistemic violence είναι η βίαιη ρήξη που συντελείται στο σύστημα των σημείων, των αξιών, στις αναπαραστάσεις του κόσμου, στον πολιτισμό, στην οργάνωση της ζωής και της κοινωνίας των χωρών που χθες ήταν αποικίες και που σήμερα είναι, όχι τυχαία, ο νότος του κόσμου. Εξαιτίας της epistemic violence, ο αποικιοκρατούμενος χώρος απεχθώς μετασχηματίστηκε με τρόπο τέτοιο, ώστε να μπορεί να μεταφερθεί στο εσωτερικό ενός κόσμου κατασκευασμένου από τον ευρωκεντρισμό. Αυτήν τη διαδικασία, μέσω της οποίας η Δύση εδραιώθηκε και συγκροτήθηκε ως κυρίαρχο υποκείμενο σε όλο τον πλανήτη γεμίζοντάς τον με το δικό της τρόπο μάθησης, με τις δικές της αναπαραστάσεις, με το δικό της σύστημα αξιών, η Σπίβακ την ονομάζει worlding of a world. Σε αυτήν τη διαδικασία, η Δύση δημιούργησε τους Άλλους της ως αντικείμενα προς ανάλυση, αναλαμβάνοντας έτσι  την εξουσία/γνώση να τους αναπαριστά και να τους ελέγχει. Αυτοί οι Άλλοι, υπενθυμίζει η Σπίβακ, δεν είναι πραγματικά ανθρώπινοι: κατασκευασμένοι ως κατώτεροι από τότε που η Ευρώπη κατέκτησε σχεδόν όλο τον κόσμο,  εξακολουθούν να είναι το ίδιο και σήμερα γιατί δεν θεωρούνται αρκετά αναπτυγμένοι ή αρκετά δημοκρατικοί. Υπάρχει ένα μοναδικό καθολικό υποκείμενο, και μάλιστα σχεδόν τέλειο, που αντιπροσωπεύει την κανονικότητα: ο λευκός άνδρας· και η Δύση είναι η μεγάλη επέκταση του.

Ότι ο Άλλος εξακολουθεί να κατασκευάζεται και να αναπαριστάται ως ένα κατώτερο ον, χωρίς ιστορία και πολιτισμό, στα όρια ανθρώπου και κτήνους, και με τον οποίο δεν υπάρχει λόγος να συνομιλούμε γιατί ο μόνος δυνατός  λόγος είναι η ταπείνωση ή η βία, ποτέ δεν ίσχυε περισσότερο. Μας το επανέλαβαν για μια ακόμη φορά, στην περίπτωση που δεν το είχαμε αντιληφθεί, εκείνοι οι άντρες κι εκείνες οι γυναίκες που τους είδαμε να γελούν, να καπνίζουν, να σηκώνουν τον αντίχειρα σε όρθια θέση, ενώ τραβούσαν φωτογραφίες του Άλλου, γυμνού με το λουρί του σκύλου δεμένο στο λαιμό του ή νεκρού από τα βασανιστήρια. Η Σπίβακ, σε μια συνέντευξη της, το 1984, ομολογεί στην Elisabeth Grosh ότι την συνεπήρε η σκέψη του Ντεριντά όταν ανακάλυψε ότι ο Γάλλος φιλόσοφος διέλυε από τα μέσα την παραδοσιακή δυτική φιλοσοφία, της οποίας ήρωας ήταν ο καθολικός άνθρωπος. «Σε μας –λέει η Σπίβακ, μιλώντας για το βρετανικό αποικιακό εκπαιδευτικό σύστημα– δίδασκαν ότι αν μπορούσαμε ν’ αρχίσουμε να μοιάζουμε με κείνο το καθολικό ανθρώπινο ον, τότε κι εμείς θα γινόμασταν ανθρώπινοι». Ανθρώπινοι, συνεπώς υποκείμενα. Ή, μάλλον, υποκείμενα και συνεπώς ανθρώπινοι. Αλλά είναι στ’ αλήθεια έτσι; Υποκειμενικότητα[3] και ανθρωπισμός[4] ταιριάζουν πράγματι μαζί και στην πράξη ή μόνο στη δυτική σκέψη;

Σε ένα κείμενο τού 1985, που θεωρείται το πιο διάσημο, πιο παρανοημένο αλλά και το πιο μνημονευμένο δοκίμιό της, το Can the Subaltern speak? [Μπορεί ο Υπεξούσιος να μιλήσει;], το οποίο ασκεί πολεμική  στην ομάδα των Subaltern Studies αλλά και σε μερικούς μεταδομιστές και μεταουμανιστές διανοούμενους (Φουκώ και Ντελέζ), η Σπίβακ επισημαίνει πώς το ενδιαφέρον των δυτικών διανοουμένων απέναντι στο υποκείμενο των αποικιών καταλήγει πάντα να είναι «ευμενές»· η στάση τους και η οπτική τους γωνία, τελικά, συμπίπτει με την ιμπεριαλιστική αφήγηση γιατί αυτό που υπόσχεται στους ιθαγενείς είναι η «απελευθέρωση». Σε αυτό το δοκίμιο, η Σπίβακ αναρωτιέται εάν η υπεξούσια γυναίκα μπορεί να μιλήσει και να ακουστεί ή εάν υπάρχει πάντα κάποιος που το κάνει στη θέση της και που την αναπαριστά με παραποιημένο τρόπο: οι Βρετανοί,  καταργώντας τον νόμο που επέβαλε οι χήρες να θανατώνονται στην πυρά με τον νεκρό σύζυγό τους (1827), ανέλαβαν την υποχρέωση να μιλούν για την καταπιεσμένη από την τοπική πατριαρχική κοινωνία ιθαγενή γυναίκα. Με αυτό τον τρόπο, νομιμοποίησαν τους εαυτούς τους ως απελευθερωτές και τον ιμπεριαλισμό ως αποστολή εκπολιτισμού.

Οι Βρετανοί απέδωσαν στην υπεξούσια γυναίκα μια ελεύθερη φωνή, τέτοια που να διεκδικεί την απελευθέρωσή της από τον λευκό άνδρα, από τον βρετανικό ιμπεριαλισμό. Από την άλλη μεριά, και ενάντια στη βρετανική αναπαράσταση, υπήρχε η τοπική πατριαρχική κοινωνία, ο ιθαγενής άνδρας που υποστήριζε ότι η χήρα ήταν ευτυχισμένη να ανέβει στην πυρά με το πτώμα τους άνδρα της. Κατά τη Σπίβακ, ούτε η μια ούτε η άλλη εκδοχή παρουσιάζει την «αληθινή» φωνή της υπεξούσιας γυναίκας: και στις δυο αφηγήσεις η φωνή της είναι «εγγαστριμυθοποιημένη» και η ίδια εξαφανίζεται μέσα σε αυτό το βίαιο πήγαινε-έλα, ανάμεσα στην παράδοση και την εκμοντερνοποίηση, ανάμεσα στην πατριαρχία και τον ιμπεριαλισμό. Να, λοιπόν, που η θέση του υποκειμένου της ιθαγενούς γυναίκας κατασκευάζεται από τη Δύση και χρησιμεύει μόνο για να ενδυναμώνει το γόητρο του ευμενούς-διανοουμένου-ερμηνευτή της υπεξούσιας λειτουργίας.

Ή χρησιμεύει για να ενδυναμώνει τις λαϊκές και εθνικιστικές αξίες του έθνους: είναι αυτό που συνέβη στη Γαλλία με την ισλαμική μαντήλα. Ξαφνικά, η πατρίδα, τόσο συμβατή με την πατριαρχία και τις μιλιταριστικές και  σεξιστικές της αξίες, μετατρέπεται σε φεμινιστική και χρησιμοποιεί τον φεμινισμό ενάντια στις άλλες κουλτούρες· πριν δυο χρόνια παρακολουθήσαμε το παράδοξο: τον πολέμιο των εκτρώσεων Μπους να βομβαρδίζει το Αφγανιστάν για να απελευθερώσει τις γυναίκες από τη μπούργκα,  και σήμερα έχουμε τον άλλον[5] στη Γαλλία που απελευθερώνει τις μουσουλμάνες από την μαντήλα. Είναι γεγονός ότι η μαντήλα εξακολουθεί να εξάπτει τις  διεγερμένες φαντασιώσεις του δυτικού άνδρα που δεν ανέχεται να τον κοιτάζουν αλλά να μη μπορεί να κοιτάζει ο ίδιος· μόνο αυτός έχει το δικαίωμα να παρατηρεί, να αναλύει, να αξιολογεί, να κρίνει.

Το «imperial I-eye» του δεν πρέπει να συναντά εμπόδια: η έκφραση, που παίζει με τους πανομοιότυπους στα αγγλικά ήχους, που σημαίνει τόσο το Εγώ όσο και το ιμπεριαλιστικό μάτι, είναι της μετααποικιοκρατικής μελετήτριας Mary Louise Pratt· περιγράφει το επίμονο βλέμμα του λευκού άνδρα που «απανθρωποποιεί, παραλύει και δολοφονεί», όπως έγραφε ο Φανόν[6] με αφορμή την Αλγερία, τη γαλλική αποικιοκρατία και τη μαντήλα. Στην Αλγερία, στη διάρκεια των 130 χρόνων κατοχής, οι Γάλλοι επιχείρησαν να «φανερώσουν» τις γυναίκες, να καταστήσουν το σώμα τους διαθέσιμο στο δυτικό I-eye, ως μέσο για να κατακτήσουν πολιτισμικά ολόκληρη τη χώρα. Να που η μαντήλα μετατρέπεται σε διακύβευμα μιας μεγαλειώδους μάχης ανάμεσα στη Δύση και τον Άλλον, ενώ η Άλλη χρησιμοποιείται ως σύμβολο και έδαφος προς κατάκτηση και από τις δυο πλευρές. Το να κατακτήσεις αυτήν σημαίνει να εκμηδενίσεις αυτόν. Το να της επιβάλεις ή να της απαγορεύσεις τη μαντήλα σημαίνει να την εγγράψεις σε μια πατριαρχική κοινωνία ή σε μια άλλη. Σήμερα, στην εποχή της γυναικείας χειραφέτησης –που ωστόσο λίγο ή και καθόλου έχει να κάνει με την απελευθέρωση των γυναικών–, μετατρέπεται στο αντίθετο-όμοιό της: αυτή, η δυτική, που τραβάει αυτόν, τον μουσουλμάνο, με το λουρί του σκύλου: η σεξουαλική μεταφορά, άνδρας-εξουσιαστής, είναι η ίδια.

Αλλά η Σπίβακ ασκεί κριτική και στον διεθνή φεμινισμό που εξακολουθεί να τοποθετεί στο κέντρο τη Δύση –ή ένα δυτικό πρόσωπο, σε αυτή την περίπτωση τη φεμινίστρια– που αυτοπροσδιορίζεται ως υποκείμενο γνώσης, σωτηρίας, βοήθειας, ακριβώς γιατί κατασκεύασε την Άλλη ως αντικείμενο της πεφωτισμένης συμπόνιας της. Το να αναπαριστούμε την Άλλη, από την άλλη πλευρά του κόσμου, ως μειονεκτική αδελφή χρησιμεύει στο να μας κάνει να αισθανόμαστε απελευθερωμένα υποκείμενα, να μας επιστρέφει μια εικόνα εμάς των ιδίων μεγεθυμένη. Έτσι είναι που γινόμαστε υποκείμενα, με την αντρική έννοια, κατασκευάζοντας ένα αντικείμενο, ένα υπεξούσιο Άλλο. Ο δυτικός φεμινισμός άσκησε κριτική στο κυρίαρχο αντρικό υποκείμενο αλλά, στη συνέχεια, κινδυνεύει να κάνει με τις γυναίκες του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου ακριβώς το ίδιο που έκαναν οι άντρες επί 2.500 χρόνια. Και εξακολουθεί να θέτει με εμμονή αυτάρεσκες ερωτήσεις όπως, για παράδειγμα, «τι μπορώ να κάνω εγώ γι’ αυτές;».

Εάν θέλουμε ν’ αποφύγουμε να ζημιώσουμε τις γυναίκες του Τρίτου Κόσμου, θα πρέπει ν αποφύγουμε να κοιτάζουμε τα πράγματα από την οπτική γωνία εκείνου που, ως υποκείμενο, κάνει την ανάλυση: θα πρέπει να αποφύγουμε το κέντρο να είναι καθορισμένο, διασαφηνισμένο –ως συνήθως– από την ερευνήτρια. Το υποκείμενο δεν μπορεί να αποκεντρωθεί, διαφορετικά δεν είναι πια υποκείμενο, αλλά αυτό το κέντρο θα πρέπει διαρκώς να κριτικάρεται και να αποδομείται: «Η αποδόμηση –ισχυρίζεται η Σπίβακ σε μια συνέντευξή της στον Alfred Arteaga τo 1993– δεν λέει ότι δεν υπάρχει  το υποκείμενο, ότι δεν υπάρχει η αλήθεια, ότι δεν υπάρχει η ιστορία: απλά θέτει σε αμφισβήτηση την προνομιακή μεταχείριση της ταυτότητας ως συνώνυμο της αλήθειας.  Η αποδόμηση δεν είναι η έκθεση ενός λάθους. Διαρκώς και επίμονα κοιτάζει τον τρόπο με τον οποίο έχει παραχθεί η αλήθεια. Να γιατί η αποδόμηση δεν λέει ότι ο λογοκεντρισμός[7] είναι παθολογία. Η αποδόμηση είναι, μεταξύ άλλων, μια διαρκής κριτική όσων κάποιος δεν μπορεί να μη θέλει». Τι είναι αυτό που κάποιος  δεν μπορεί  να μη θέλει (και που προέρχεται από τη Δύση);

Για παράδειγμα, η ίδια η υποκειμενικότητα ή ο φεμινισμός. Εάν, ωστόσο, δεν επιθυμεί να γίνει εκείνο το επιτελεστικό υποκείμενο που είναι (ήταν) ο λευκός άνδρας, η μόνη δυνατότητα είναι μια διαρκής κριτική στον τρόπο που τοποθετείται στο κέντρο της αφήγησης. Να έχουμε αυτεπίγνωση, να ασκούμε κριτική, να αποδομούμε: αυτή είναι η «διαδρομή» της σκέψης της Σπίβακ που, πράγματι, δεν πιστεύει στις μεγάλες θεωρητικές κατασκευές που εξηγούν τα πάντα και που θέλουν να είναι συνεπείς με την απαίτησή τους να αφηγηθούν την απόλυτη και οριστική αλήθεια. Η Σπίβακ δεν πιστεύει στις μεγάλες αφηγήσεις [master narratives], τις αφηγήσεις των Δασκάλων αλλά και των κυρίαρχων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μεγάλες αφηγήσεις πρέπει να δαιμονοποιούνται όταν κάποιος πιάνεται να αφηγείται: πρέπει να αποδεχτούμε την παρόρμηση να σκεφτούμε τα αίτια και τον σκοπό, να καταστρώσουμε προγράμματα κοινωνικής δικαιοσύνης, έχοντας επίγνωση, όμως, την ίδια στιγμή, ότι πρόκειται για μια δική μας ανάγκη, δεν πρόκειται για την πορεία προς την αλήθεια, ούτε αποτελεί «λύση των προβλημάτων του κόσμου».

Η προειδοποίηση για τις μεγάλες αφηγήσεις, που υπάρχει κίνδυνος να πάρουν το επάνω χέρι και να παρουσιαστούν σε μας σαν να ήταν πραγματικές, ισχύει και για τις λέξεις τις οποίες οι αφηγήσεις χρησιμοποιούν: η Σπίβακ τις αποκαλεί masterwords, λέξεις των δασκάλων αλλά και, πάλι, των κυρίαρχων. Λέξεις όπως «ο εργάτης» ή «η γυναίκα» είναι λέξεις παρακινδυνευμένες γιατί οδηγούν στο να δημιουργηθούν και, στη συνέχεια, να κατασκευαστούν μεγάλες αφηγήσεις: κι ωστόσο είναι λέξεις που δεν έχουν καμιά  κυριολεκτική αναφορά, γιατί δεν υπάρχουν «αληθινά» παραδείγματα του «αληθινού» εργάτη ή της «αληθινής» γυναίκας που είναι «αληθινά» έτοιμοι να παλέψουν για τα ιδανικά που εμείς κατασκευάσαμε και για τα οποία κινητοποιήθηκαν. Αυτές οι σκέψεις θα έπρεπε να μας βάλουν σε επιφυλακή σχετικά με τις παγκόσμιες απαιτήσεις, για παράδειγμα του μαρξισμού ή του δυτικού φεμινισμού,  στο να μιλούμε στο όνομα των μεν και των δε.

Και η δυτική φεμινιστική στράτευση με τον νότο του κόσμου συχνά καλύπτει μια πατερναλιστική ανωτερότητα στο όνομα των περισσότερο μειονεκτικών αδελφών μας (που τις κατασκευάζουμε, συνεπώς έτσι τις θεωρούμε). Θα πρέπει να πάψουμε να αισθανόμαστε σε προνομιακή θέση, κατά συνέπεια καλύτερες, λέει η Σπίβακ, η οποία έτσι «καταλαμβάνει μια ιδιαίτερη θέση»[8]· ριψοκινδυνεύει, δηλαδή, τα αναρίθμητα προνόμια της: το ότι είναι διανοούμενη μεγάλης αξίας της αμερικάνικης ακαδημαϊκής κοινότητας που εμπλέκεται στη νεοαποικιοκρατική παραγωγή, το ότι διδάσκει τους πιο εξασφαλισμένους και καλομαθημένους ανθρώπους της γης και  ζει στην πιο πλούσια και καταναλωτική πόλη του πλανήτη. Το να «καταλαμβάνω μια ιδιαίτερη θέση» σημαίνει να μην επιδιώκω την καθολικότητα, δηλαδή την ουσία, ακόμα κι όταν, ανεξάρτητα αν το αναγνωρίζουμε ή όχι, δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς καθολικεύσεις. Το σημαντικό είναι να είμαστε ενσυνείδητοι και να χρησιμοποιούμε τις καθολικεύσεις παρά να τις απορρίπτουμε: είναι αυτό που εκείνη αποκαλεί στρατηγική ουσιοκρατία [strategic essentialism] γιατί, σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από τους άνδρες, δεν είναι δυνατό να  αναλύουμε και να ασκούμε φεμινιστική πολιτική παρά μόνο –ακόμα και αν κινδυνεύουμε από την ουσιοκρατία-  «ως γυναίκες»

Ακόμα και το προνόμιο αποδομείται γιατί δεν εμπλέκει, πάντα και απαραίτητα, εξυπνάδα, κατανόηση και δυνατότητα σχέσης. Συχνά, μάλιστα, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η Σπίβακ μας παροτρύνει να «ξεμάθουμε τα προνόμια μας γιατί είναι χασούρα» [unlearn one’s privilege as one’s loss]. Ο ρατσισμός –για παράδειγμα–, μαθαίνουμε, είναι μια οπτική γωνία και μια συμπεριφορά επίκτητη μου μας εμποδίζει να βλέπουμε, να καταλαβαίνουμε και να επικοινωνούμε με όποιον είναι διαφορετικός από μας: αποδίδουμε στην/ον Άλλη/ον στερεότυπα, την/τον ερμηνεύουμε μέσω προκαταλήψεων ενώ, στην πραγματικότητα, σφαλίζουμε το μυαλό μας, την πιθανότητα που έχουμε να επικοινωνήσουμε, να μάθουμε, να ανταλλάξουμε και να σχετιστούμε: να που το προνόμιο μας –σε αυτήν την περίπτωση το να ανήκεις στη λευκή φυλή– μετατρέπεται σε αδυναμία, σε ανικανότητα. Το να ξεμάθουμε το προνόμιο μας σημαίνει να αρχίσουμε να έχουμε μια «ηθική σχέση» με την/ον Άλλη/ον. Είναι ένας τρόπος να σκεπτόμαστε, να αντιλαμβανόμαστε την ταυτότητα τη δική μας και της Άλλης διαφορετικά.

Όχι πλέον η Άλλη που, από την άλλη πλευρά του κόσμου, λειτουργεί ως καθρέφτης που μεγεθύνει την εικόνα μας, αλλά η δυνατότητα να επικοινωνούμε διαμέσου αδύνατων αποστάσεων και διαφορών. Είναι ένα εναγκάλισμα, μια πράξη αγάπης στο εσωτερικό της οποίας και τα δυο πρόσωπα έχουν τη δυνατότητα να μάθει το ένα από το άλλο.

 


[1]  Η Ambra Pirri  (Παλέρμο, 1949) σπούδασε κοινωνιολογία και εργάστηκε ως δημοσιογράφος  σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά  όπως Paese Sera, Rinascita, Indice del Libro, Il Manifesto, DWF κα. Μετά από ένα μάστερs στο Σαν Φραντσίσκο, στις Women Studies, τα τελευταία χρόνια  ασχολείται με την μετααποικιοκρατική κριτική από τη φεμινιστική σκοπιά ενώ έχει επιμεληθεί την ιταλική έκδοση βιβλίων της Γκαγιάτρι Σπίβακ καθώς και το Who Sings the Nation-State?, διάλογο ανάμεσα στην Γκαγιάρτι Σπίβακ και την Τζούντιθ Μπάτλερ (2009).

[2] Τίτλοι και όροι που είναι αγγλικά στο κείμενο διατηρούνται και εδώ –  σε αγκύλη αν υπάρχει δόκιμη μτφ.

[3] Υποκειμενικότητα: συνείδηση εαυτού σε σχέση με τον αντικειμενικό κόσμο – συνείδηση ότι εγώ δεν είμαι αντικείμενο, είμαι φορέας σκέψεων, συναισθημάτων, θυμικών καταστάσεων.

[4] Ανθρωπισμός: μια ιδεολογία περί του υποκειμένου που το αναδεικνύει ως το πρωτεύον σημείο αναφοράς για την κατανόηση του κόσμου. Ο ανθρωπισμός ως ιδεολογία της μοναδικότητας της υποκειμενικότητας δεν υπάρχει σε πολλούς  πολιτισμούς της Ανατολής, καθώς δεν υπάρχει το εγώ από μόνο του αλλά εντάσσεται σε ένα «όλο» που δεν συνιστά  υποκείμενο. 

[5] Εννοεί τον Νικολά Σαρκοζί, όταν αυτός ήταν υπουργός Εσωτερικών (2002-2004)

[6] Frantz Fanon (1925-1961): Ψυχίατρος, συγγραφέας, φιλόσοφος από τη Μαρτινίκα, εργάστηκε πολλά χρόνια στην Αλγερία. Διεισδυτικός διανοητής των φυλετικών μηχανισμών επηρέασε τις μετααποικιοκρατικές μελέτες. Πιο διάσημο βιβλίο του «Της γης οι κολασμένοι».

[7] «Η μεταφυσική πάντα απέδιδε μεγαλύτερη αξία στον προφορικό λόγο αντί στον γραπτό με το επιχείρημα ότι στην προφορική επικοινωνία δεν μεσολαβεί καμιά απόσταση μεταξύ ομιλητή, ακροατή και ομιλητικού ενεργήματος.[…] ομιλητής, ακροατής και προφορική εκφορά του λόγου συν-παρίστανται. […] Η δυνατότητα μιας “πλήρους“ επικοινωνίας και κατανόησης αντιστοιχεί, τελικά, σ’ ένα νόημα τέλεια παρόν στον εαυτό του και συνιστά, ως “ιδεώδες”, θεμέλιο της δυτικής σκέψης και του δυτικού πολιτισμού, ανεξάρτητα από την επίτευξη της “πληρότητας” και της “τελειότητας” της επικοινωνίας στην πράξη. Η αυτονόητη εκ μέρους μας αποδοχή και πίστη ενός τέτοιου “ιδεώδους”, είτε στον καθημερινό, είτε στο δυτικό μας λόγο (φιλοσοφία) συνιστά ό,τι ο Ντεριντά αποκαλεί λογοκεντρισμό».(Σημειώσεις μεταπτυχιακού μαθήματος Φιλοσοφία και Επιστήμες στον 20ο αιώνα. Ντεριντά, [σελ. 11]. Διδάσκων: Αριστείδης Μπαλτάς).

[8] Στα ιταλικά  situarsi: το να βρίσκεσαι «εν τόπω». Αποδόθηκε περιφραστικά προκειμένου να τονιστεί η αντίθεση της «ιδιαίτερης θέσης» της Σπίβακ με τη καθολίκευση/γενίκευση.

 

Μετάφραση: Σοφία Ξυγκάκη

Πηγή: meltemi editore 

 

 

 

Share

Η στάση των γυναικών της αριστεράς, στο ζήτημα της πατριαρχίας.

της Φλώρας Νικολιδάκη

Θα ξεκινήσω με τον ορισμό της έννοιας «πατριαρχία», όπως αποδίδεται στα λεξικά της ελληνικής γλώσσας.

«πατριαρχία είναι κοινωνικό σύστημα που αποτυπώνει την ανδροκρατική εξουσία».

Το κοινωνικό σύστημα της πατριαρχίας είναι σαν τη γρίπη: χτυπάει παντού.

Με μεγάλη επιτυχία χτυπάει τις γυναίκες και ειδικά αυτές που έχουν αναδειχθεί σε θέσεις εξουσίας: στην πολιτική, στην οικονομία, στην κοινωνία. Τη στιγμή της ανόδου είναι σαν να ξεχάστηκαν όλα: «δεν υπάρχει ανδροκρατία. Απόδειξη? Εγώ».

Και έρχεται κάποια στιγμή που ένα μέτωπο ανδρών βρίσκεται απέναντί σου. Όχι όλων των ανδρών, αλλά των πολιτικών σου αντιπάλων.

Και τότε, οι άνδρες του κόμματος σου αρχίζουν και εγκαλούν τις φεμινίστριες: Που είσαστε? Δεν βλέπετε την επίθεση?

Απαντώ, και γνωρίζω ότι εκφράζω πολλούς και πολλές:

  • Το βλέπουμε, αλλά με ευρυγώνιο φακό. Το βλέπουμε αλλά με ζωντανή μνήμη. Το βλέπουμε και το καταδικάζουμε. Εδώ καταδικάσαμε την επίθεση του τότε γραμματέα του Πασόκ (πριν ένα χρόνο), στην Εύα Καιλή, με τη μνημειώδη φράση: «άντε μωρή καλτσοδέτα».
  • Ποιες καταδικάσαμε? Οι «εξωθεσμικές». Θα ήθελα κάποιος ή κάποια να μου θυμίσει τι έκαναν τα γυναικεία τμήματα των κομμάτων τότε: είτε φεμινιστικής είτε άλλης πολιτικής.
  • Τα γυναικεία στελέχη της Αριστεράς, δεν μπορεί να παίζουν άλλο σε δύο ταμπλώ. Είναι βολικό αλλά δεν είναι fair. Πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

Και τι σημαίνει αυτό:

  • Η ποσόστωση είναι αναγκαίο μέτρο, όταν καταργείται κατά το δοκούν (γραμματεία Σύριζα), παραιτούμαστε. Δεν χαμογελάμε ανόητα εννοώντας, ότι εμείς τα καταφέραμε γιατί είμαστε τα αουτσάιντερ.
  • Όταν μετέχουμε σε κέντρα λήψης αποφάσεων και διαχείρισης εξουσίας, δεν ξεχνάμε ότι είμαστε γυναίκες, και δεν κλείνουμε τα μάτια στα καθημερινά, συνεχή και αήθη επεισόδια σεξισμού.
  • Όταν μετέχουμε σε ενδο-εσωκομματικά κέντρα εξουσίας, δεν δείχνουμε κατανόηση στον «αγώνα» των  δικών μας συντρόφων, απέναντι «στους άλλους», στη βάση της σωτηρίας της ψυχής μας.

 

Άρα έχουμε αρχές.

Πόλεμος λοιπόν στον πόλεμο της ανδροκρατίας, της εργοδοσίας και της εξουσίας, γιατί:

«η πατριαρχία, σ’αυτή την κοινωνία, γεννιέται στα μπουρδέλα, πηγαίνει στα σχολεία, στρογγυλοκάθεται στην οικογένεια και παίρνει σύνταξη στην πολιτική».

 

Share

Το προσωπικό είναι πολιτικό #3

της Suzie

Δεν ξέρω πότε ακριβώς έγινα φεμινίστρια. Ή μάλλον ξέρω το πότε, το πώς ακριβώς δεν είναι πολύ ξεκάθαρο. Πιστεύω ακράδαντα ότι ο φεμινισμός είναι κοινή λογική, ότι κατά βάση οι περισσότεροι άνθρωποι είναι φεμινιστές, απλώς η κουλτούρα μας φροντίζει να τους στρέφει αλλού την προσοχή. Κι εγώ θα μπορούσα να είμαι φεμινίστρια από πάντα, κι ας μην το είχα συνειδητοποιήσει. Έλα όμως που δεν ήμουν.

Μεγάλωσα σε καλή μεσοαστική οικογένεια, όπου δε γίνονταν ποτέ διακρίσεις ανάμεσα σε μένα και στον αδελφό μου. Εκτός από το μπαλέτο (γελάω που το γράφω) που πήγαινα εγώ και κάτι που σίγουρα πήγαινε ο αδελφός μου αλλά το έχω ξεχάσει, στα πάντα πηγαίναμε και οι δύο, κολύμβηση, ενόργανη, θεατρικό εργαστήρι, ξένες γλώσσες. Δεν υπήρχε «αυτά είναι για αγόρια, αυτά για κορίτσια», ούτε στα παιχνίδια, ούτε στο ντύσιμο, ούτε στη συμπεριφορά. Εδώ θέλω να πω ένα μεγάλο, τεράστιο μπράβο στη μαμά και στον μπαμπά που το έκαναν αυτό. Όχι από άποψη, από φεμινισμό, από συνειδητοποιημένη πολιτική τέλος πάντων, το έκαναν γιατί είναι κοινή λογική. Θυμάμαι πως όταν ήμουν μικρή σκεφτόμουν το ότι η μητέρα μου (που ακούει για φεμινισμό και φρίττει) δεν άλλαξε όνομα με το γάμο και πώς θα ήταν να μου άλλαζαν εμένα το όνομα χωρίς να με ρωτήσουν. Καλά άμα το ήθελα, άμα δεν το ήθελα τι θα γινόταν; Και αλήθεια, γιατί οι γυναίκες δεν έχουν δικό τους όνομα αλλά το επίθετό τους σημαίνει ότι ανήκουν σε κάποιον; Ή στον πατέρα ή στον άντρα τους; Αυτό το γιατί με αγανακτούσε και, το χειρότερο απ’ όλα, δεν έβρισκα καμία εξήγηση, καμία απάντηση. Έτσι είναι, τι θες τώρα; Φεμινίστρια Τζούνιορ εν τη γενέσει; Ναι καλά.

Κάποια στιγμή, εκεί γύρω στα 17-18 έκανα ωραίες παρέες, με ανθρώπους που σκέφτονταν, αμφισβητούσαν, συζητούσαν. Ήμασταν διατεθειμένοι να δούμε τι στραβό έχει η κοινωνία και να μιλάμε γι’ αυτό. Καταλαβαίναμε και μιλούσαμε για το ρατσισμό, για τις κοινωνικές αδικίες, για την ομοφοβία, για το «σύστημα», με λίγη αφέλεια μεν αλλά ε, ήμασταν και μικρά. Για το φεμινισμό βέβαια ούτε λόγος. Είχαμε ισότητα πλέον, τι θα κάνετε, υστερίες σαν αυτές που έκαιγαν τα σουτιέν τους παλιά (χα); Τι μου λες τώρα, εδώ οι γυναίκες δεν πάνε στρατό. Μου το είχαν πει αυτό και φυσικά το δέχτηκα, γιατί δεν είχα ακούσει τίποτα άλλο. Δεν είχα διανοηθεί καν ότι μπορεί να οφείλεται κι αυτό στους πατριαρχικούς ρόλους για τη γυναίκα και τον άντρα. Άλλωστε δεν είχα και εικόνα στρατιωτίνας, γυναίκας που να θέλει να είναι στο στρατό. Δηλαδή φανταζόμουν ότι υπάρχουν, αλλά η γυναίκα στο στρατό δεν προβάλλεται ούτε σαν εικόνα, ούτε σαν ύπαρξη, ούτε σαν μειονότητα τέλος πάντων. Η γυναικεία άποψη αγνοείται σε κοινωνικό επίπεδο, όπως στους περισσότερους τομείς. Όχι ότι η δική μου άγνοια είναι απαραίτητα χαρακτηριστική της μέσης Ελληνίδας, αλλά αν μη τι άλλο δείχνει πόσο επικίνδυνη είναι η παράλειψη της εμπειρίας των μειονοτήτων στη διαμόρφωση του «μέσου», του «φυσιολογικού».

Κάπου εκεί βούτηξα στο ίντερνετ. Θα ήθελα να κατηγορήσω αποκλειστικά αυτό για ό,τι έγινα πιο μετά, αλλά η αλήθεια είναι ότι το κακό είχε γίνει από πολύ πιο πριν. Είχε γίνει από τότε που έμαθα ότι πρέπει να είμαι έτσι κι έτσι κι έτσι για να αρέσω στους άντρες. Ή ότι όχι, στους *δικούς μου* κύκλους οι άντρες τις γυναίκες τις θέλουν έτσι κι έτσι κι έτσι (μαχητικές, δυνατές, να πετάνε πέτρες, να φωνάζουν). Είτε έτσι είτε αλλιώς, έπρεπε να είμαι κάπως για να αρέσω στους άντρες. Και κυρίως, έπρεπε να αρέσω στους άντρες. Το κακό έγινε από τότε που άκουσα για πρώτη φορά τη λέξη «πουτανάκι» να λέγεται με απέχθεια. Και όταν τη χρησιμοποίησαν για να μειώσουν εμένα. Από τότε που έμαθα τη δύναμη της λέξης «πουτάνα», ότι αφού τη λένε με τόση αηδία, είναι κάτι πολύ κακό, άρα τώρα όταν θέλω να βρίσω μια γυναίκα, ακόμα και για κάτι άσχετο με την ερωτική της ζωή, ξέρω πώς να το κάνω. Ξέρω πώς να την πονέσω. Το κακό έγινε από τότε που άρχισα να ακούω ότι οι γυναίκες δεν ξέρουν να οδηγούν, δεν ξέρουν από μαθηματικά, δεν ξέρουν να συζητάνε για κάτι πέρα από το μακιγιάζ και τα σίριαλ, δε δίνουν προσοχή στα βασικά πράγματα, δεν έχουν «καλά» ενδιαφέροντα, δεν είναι δυνατές, δεν είναι αξιόπιστες, όλα τα στερεότυπα που ακούμε όλοι. Το αποτέλεσμα ήταν να με εξοργίζει η φράση «κλασική γυναίκα, κάνει ____» και να βάλω στόχο να αποδείξω στον κόσμο ότι ΕΓΩ δεν είμαι σαν τις άλλες. Εγώ ήμουν διαφορετική, γιατί αυτά τα στερεότυπα δεν ίσχυαν για μένα, και ακόμα κι αν ίσχυε ένα, δε σημαίνει ότι είμαι ίδια με όλες τις γυναίκες. Αντί να πάω ένα βήμα παραπέρα, να καταλάβω ότι αυτό ισχύει για κάθε μία γυναίκα, κατάπια αμάσητα τα στερεότυπα από δεξιά κι αριστερά και νόμιζα ότι ήταν στο χέρι μου να αποδείξω ότι εγώ δεν είμαι το στερεότυπο.

Κάπως έτσι άρχισα να εσωτερικεύω το μισογυνισμό, να τον αφήνω να ριζώσει βαθιά και να τον στρέφω κατά του εαυτού μου και όλων των γυναικών. Το ίντερνετ ήρθε και τον θέριεψε μέσα μου. Ο μισογυνισμός στο ίντερνετ τη δεκαετία του ’00, όπως και ο ρατσισμός και η ομοφοβία, ήταν τρομακτικός. Ακόμα είναι, απλώς τώρα υπάρχει περιθώριο για άλλες απόψεις και συζητήσεις, κάτι που όσο πιο παλιά πάμε τόσο μικρότερο ήταν. Πολύ περιληπτικά, στην κουλτούρα του αγγλόφωνου ίντερνετ οι γυναίκες δεν είχαν φωνή (Δεν Υπάρχουν Γυναίκες στο Ίντερνετ) και δεν είχαν αξία παρά μόνο ως αντικείμενα κοροϊδίας ή ως βυζιά. Όταν για χρόνια ζεις σ’ αυτή την κουλτούρα, δεν αργείς πολύ να αρχίσεις να βλέπεις τον εαυτό σου έτσι, ή τουλάχιστον αυτό έκανα εγώ. Η αξία μου, η αξία όσων είχα να πω, η εικόνα μου, ορίζονταν από άλλους, που δε με ήξεραν καν, που μπορεί να μη μιλούσαν καν για μένα. Αλλά μιλούσαν για Όλες τις Γυναίκες.

Όσο μεγάλωνα όμως άρχισε να αλλάζει και το ίντερνετ, ή τουλάχιστον οι χώροι όπου κυκλοφορούσα εγώ. Οι γυναίκες άρχισαν όχι μόνο να μιλάνε αλλά να φωνάζουν ότι είναι εδώ. Άρχισαν να συζητιούνται τα προβλήματα με το ρατσισμό πρώτα, μετά με την ομοφοβία, πρόσφατα με το μισογυνισμό, τώρα με την τρανσφοβία κτλ. Άρχισα να διαβάζω γυναίκες, άρθρα από γυναίκες, θρεντ με γυναίκες. Είδα ότι οι γυναίκες έχουν πράγματα να πουν, έχουν διαφωνίες, έχουν απόψεις, έχουν χιούμορ (τόσο βουτηγμένη στο μισογυνισμό ήμουν). Δε χρειαζόταν να προσπαθώ να είμαι τόσο διαφορετική από όλες πια, δεν ήταν όλες το χάλι που περιγράφουν τα στερεότυπα. Μετά άρχισα να διαβάζω και φεμινιστικές απόψεις σε συζητήσεις, χωρίς να το επιδιώκω. Στην αρχή και για πολύ καιρό η αντίστασή μου ήταν τεράστια. Αμάν πια πώς κάνουν έτσι, Ένα Αστείο Ήταν (all time classic). Εδώ με βοήθησε πολύ ότι γνωρίζω καταπληκτικούς ανθρώπους με τους οποίους μπορούσα να τα συζητάω αυτά, φίλες (καλά, μία πιο συγκεκριμένα) που είχαν αντίστοιχες εμπειρίες με μένα και που ανακαλύπταμε σχεδόν παράλληλα το φεμινισμό. Αυτές οι συζητήσεις που γίνονταν πρόσωπο με πρόσωπο ήταν πολύτιμες για μένα. Επίσης στο να μαλακώσουν οι αντιστάσεις μου βοήθησαν οι συζητήσεις για το ρατσισμό, για το συστημικό ρατσισμό, για τις καλές προθέσεις που έχουν ρίζες στο ρατσισμό, και κυρίως για το προνόμιο. Δεν είναι τυχαίο ότι πρώτα γνώρισα το womanism, το κίνημα από κυρίως Αφρο-Aμερικανές, γενικά σκουρόχρωμες γυναίκες που απορρίπτουν το δυτικό φεμινισμό, που δεν παραδέχεται ότι τα προβλήματα των μαύρων γυναικών είναι προβλήματα όλων των γυναικών, και τις αγνοεί εντελώς κατά τραγική ειρωνεία. Εκεί η σημασία του προνομίου με χτύπησε σαν χαστούκι.

Από τότε ήταν λες και τραβήχτηκε μια κουρτίνα στο μυαλό μου. Είδα με νέο μάτι την καταπίεση, την κοινωνική πίεση, το συστημικό πλαίσιο που ορίζει τους ρόλους. Ξαφνικά αυτές οι φεμινίστριες που μου φαίνονταν υπερβολικές έλεγαν τώρα κάτι κατανοητό. Κάτι λογικό. Τώρα πια δεν ήταν τόσο ενοχλητικές. Σιγά σιγά άρχισα να αναγνωρίζω ότι μιλούσαν και για μένα. Αυτό που κατηγορούσαν μου ήταν οικείο, όχι πλέον ως ο δικός μου τρόπος ζωής αλλά ως αυτό που με έπνιγε. Πρώτα διάβαζα άρθρα για τον τεράστιο μισογυνισμό στην κουλτούρα του ίντερνετ. Σιγά σιγά, πολύ σιγά, άρχισα να βλέπω ότι το ίντερνετ δεν απέχει πολύ από την κοινωνία. Άλλωστε στο ίντερνετ γράφουν άνθρωποι, και μάλιστα πλέον άνθρωποι κάθε κοινωνικής τάξης, κατάρτισης, υπόβαθρου και εμπειρίας, όχι εξωγήινοι.

Κάπως έτσι άρχισα να διαμορφώνω μια ιδέα για το φεμινισμό. Όσο περισσότερο διάβαζα, τόσο πιο ξεκάθαρα έβλεπα τα πάντα. Στο φεμινισμό βρήκα απαντήσεις. Μέσα από το φεμινισμό κατάλαβα και γιατί το όνομά μου σημαίνει ότι ανήκω στον πατέρα μου. Είδα το κοινωνικό πλαίσιο που δίνει αξία μόνο στην εμπειρία, στην άποψη και στο κύρος μόνο ενός συγκεκριμένου προτύπου άντρα. Είδα πώς σε αυτό το πλαίσιο η γυναίκα εγκλωβίζεται. Πώς τα πρότυπα που επιβάλλονται είναι τόσο στενά και περιορισμένα που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο έκφρασης του διαφορετικού. Είδα ότι η κάθε μορφή καταπίεσης στην κοινωνία έχει τον ίδιο τρόπο λειτουργίας. Κατάλαβα ότι δεν είμαι μόνη μου αλλά ότι την εμπειρία μου την έχουν ζήσει χιλιάδες άλλες γυναίκες. Γι’ αυτό είδα τη δύναμη της συζήτησης. Είδα ότι πρέπει να φωνάζουμε, πρέπει να λέμε την εμπειρία μας, πρέπει να μιλάμε, να συζητάμε, να διαφωνούμε, γιατί ακουγόμαστε, τώρα σε πιο πολύ κόσμο από ποτέ. Δεν ξέρω τι ακριβώς σκέφτηκα και έγινα φεμινίστρια, ξέρω όμως ότι ίσως το πιο σημαντικό πράγμα για μένα ήταν οι φωνές των γυναικών.

Πηγή: καμένα σουτιέν

 

Share

H ομάδα Parole di Donne παρουσιάζει το έργο Sex trafficking

Δελτίο Τύπου

H Ομάδα Parole di donne είναι μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα γυναικών που δημιουργήθηκε το 2007 από Ιταλίδες που μένουν στην Ελλάδα.

Κάθε χρόνο, με αφορμή την επέτειο της ημέρας της γυναίκας στις 8 Μαρτίου, δίνουμε μια παράσταση: ”Αιδοίων Mονόλογοι”(2007), ”Γυναίκες και μαφία (2008), ”Γυναίκες και βία (2009), ”Εμείς οι μετανάστριες” (2010), ”Η Εύα στον καθρέφτη’’( 2011), “Οι Θεές μέσα μας”  (2012) .

Φέτος με θέμα το «Sex Trafficking» αποφασίσαμε να δώσουμε φωνή στις μαρτυρίες των γυναικών θυμάτων της σωματεμπορίας. Το να αφηγηθούμε αυτό το ειδεχθές έγκλημα που διαπράττεται ενάντια στο έτερον ήμισυ του ουρανού, είναι μια χειρονομία αλληλεγγύης προς τις σύγχρονες σκλάβες της βιομηχανίας του σεξ.

Το λαθρεμπόριο γυναικών είναι πολύ πιο επικερδές από το λαθρεμπόριο ναρκωτικών. Σε αντίθεση με τις ναρκωτικές ουσίες, μια γυναίκα δεν χρειάζεται να καλλιεργηθεί, να ωριμάσει, να διυλιστεί και να συσκευαστεί. Σε αντίθεση με τις ναρκωτικές ουσίες, μια γυναίκα μπορεί να χρησιμοποιηθεί πολλές φορές από τον καταναλωτή. (Siddharth Kara μέλος της οργάνωσης «Ελευθερώστε του Σκλάβους»).

Παράλληλα με την παράσταση θα υπάρχει  έκθεση φωτογραφίας του Paolo Patrizi.

 

Σκηνοθεσία: Alessandra Maioletti

Ανθρωπολογική έρευνα: Μαρία Καραμητσοπούλου

Performer: Αλίκη Κόντζιου Γούσα

Κρουστά: Ιωάννα Μητσόγλου

 

ΘΕΑΤΡΟ ΕΜΠΡΟΣ

Ρήγα Παλαμήδου 2, Ψυρρή, Αθήνα, (στάση μετρό Μοναστηράκι)

 

Ημερομηνίες των παραστάσεων:

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013  ώρα 20.30 (στα ελληνικά)

Σάββατο 6 Απριλίου 2013  ώρα 20.30 (στα ιταλικά)

 

Είσοδος ελεύθερη

 

Eπικοινωνία Ομάδα PAROLE DI DONNE: dance.oneiro@gmail.com

 

 

Share

4 Απριλίου Διεθνής Ημέρα της Γυμνόστηθης Τζιχάντ!

 Κάναμε έκκληση στον κόσμο για στήριξη και ο κόσμος απάντησε! Η μοίρα της Femen – Τυνησίας ακτιβίστριας Amina Tyler ταρακούνησε και ένωσε χιλιάδες γυναίκες σε όλο τον κόσμο. Η πράξη πολιτικής ανυπακοής της Amina είχε ως αποτέλεσμα το φονικό μίσος των ισλαμιστικών απάνθρωπων τεράτων, για τους οποίους ο θάνατος μιας γυναίκας είναι πιο φυσικός από την αναγνώριση του δικαιώματός της να κάνει ό,τι θέλει το ίδιο το σώμα της. Γι ‘αυτούς, βλέπουμε τώρα, η αγάπη για την ελευθερία είναι το πιο επικίνδυνο είδος ψυχιατρικού νοσήματος, που χρειάζεται δραστική αναγκαστική θεραπεία στο της φασιστικής τιμωρητικής ιατρικής. Η «αραβική άνοιξη», για τις γυναίκες της Βόρειας Αφρικής, κατέληξε να είναι ένας ψυχρός χειμώνας της σαρίας που τις έχει στερήσει από ό, τι λίγα πολιτικά δικαιώματα και ελευθερίες απολάμβαναν.

Λιθοβολισμός και μαστίγωμα, απαγωγές και βιασμοί, αναγκαστική ψυχιατρική θεραπεία και άλλα είδη σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων είναι αυτά που επιφυλάσσει το νέο Χαλιφάτο της Σαρία για τις γυναίκες. Η ένωση θρησκείας και κράτους γεννά μορφές Ιεράς Εξέτασης και οι Ιερές Εξετάσεις ανάβουν τις εξιλαστήριες φωτιές της θρησκο-πολιτικής τρομοκρατίας, φωτιές που καίνε με τα σώματα των γυναικών ως καύσιμα – αυτό είναι και το μήνυμα που η αιματηρή ιστορία των μεσαιωνικών θεοκρατιών φωνάζει σε εμάς.

Κάθε μορφωμένη, με ελεύθερη σκέψη γυναίκα είναι, για τους Ιεροεξεταστές, μια μάγισσα που αξίζει καταδίκη και δολοφονία. Μουσουλμάνοι άντρες καλύπτουν τις γυναίκες τους σε μαύρες κουκούλες υποταγής και φόβου και φοβούνται όπως τον διάολο τη στιγμή που εκείνες θα δραπετέυσουν στο φως, την ειρήνη, την ελευθερία. Η θρησκευτική δικτατορία αρχίζει με την υποδούλωση των γυναικών, όμως η πράξη αυτό-ελευθέρωσης μιας γυναίκας είναι το πρώτο βήμα για την καταστροφή του καθεστώτος της σαρίας. Οι γυμνόστηθες διαμαρτυρίες είναι οι σημαίες πολέμου της γυναικείας αντίστασης, ένα σύμβολο της απόκτησης μιας γυναίκας των δικαιωμάτων της επί του ίδιου της του σώματος!

Η Femen  κηρύσσει  την 4η Απριλίου ημέρα ανελέητη γυμνόστηθης τζιχάντ κατά του ισλαμισμού!

Αλληλεγγύη στη γενναία Amina Tyler από την Τυνησία! Ελάτε στην πρεσβεία της Δημοκρατίας της Τυνησίας και διαμαρτυρηθείτε γυμνόστηθες, με το σύνθημα «Το σώμα μου κατά του ισλαμισμού!” γραμμένο στο σώμα σας, πάρτε μια φωτογραφία του εαυτού σας, και ποστάρετέ την στη σελίδα σας στα social media, καθώς και για στη σελίδα των Fan των Femen στο Facebook 

Αυτή η μέρα θα σηματοδοτήσει την αρχή μιας νέας, γνήσια Αραβικής Άνοιξης, μετά την οποία η αληθινή ελευθερία, η ελευθερία χωρίς μουλάδες και χαλίφηδες, θα έρθει στην Τυνησία! Ζήτω η γυμνόστηθη τζιχάντ εναντίον απίστων! Βυζιά μας είναι πιο θανατηφόρα από ό, τι πέτρες σας!

Πηγή: σελίδα Facebok των Femen

μετάφραση: Δήμητρα Σπανού

 

Περισσότερα

Αγνοείται η πρώτη Femen της Τυνησίας μετά από απειλές για τη ζωή της

Με λιθοβολισμό απειλείται 19χρονη ακτιβίστρια

 

 

Share

Με λιθοβολισμό απειλείται 19χρονη ακτιβίστρια

Με λιθοβολισμό απειλείται η 19χρονη ακτιβίστρια Άμινα Τάιλερ στην Τυνησία η οποία πόσταρε στην σελίδα της φωτογραφία στην οποία έχει γράψει στο στήθος της «Το σώμα μου ανήκει σε μένα». Ισλαμιστής ιεροκήρυκας ζήτησε να εκτελεστεί με λιθοβολισμό.Συγκεκριμένα ο σαλαφίτης ιεροκήρυκας Αντέλ Αλμί υποστήριξε ότι «Σύμφωνα με το Θείο Νόμο, πρέπει να τιμωρηθεί με 80 ως 100 βουρδουλιές, αλλά αυτό που έκανε επισείει πολύ περισσότερα. Πρέπει να θανατωθεί με λιθοβολισμό και μέχρι τότε να τεθεί υπό περιορισμό, γιατί αυτό που έκανε μπορεί να προκαλέσει επιδημία … Είναι σαν κάποιον που υποφέρει από σοβαρή μεταδοτική ασθένεια και πρέπει να απομονωθεί και να θεραπευτεί».

Η φεμινιστική οργάνωση FEMEN της οποίας φέρεται να είναι μέλος η 19χρονη τονίζει σε ανακοίνωσή της ότι

«Η 4η Απριλίου θα σηματοδοτήσει την αρχή μίας νέας, γνήσιας Αραβικής Ανοιξης, μετά την οποία η πραγματική ελευθερία, χωρίς μουλάδες και χαλίφηδες, θα έρθει στην Τυνησία»«Τα στήθη μας είναι πιο φονικά από τις πέτρες σας!». Η 4η Απριλίου ανακηρύχτηκε από την οργάνωση παγκόσμια ημέρα δράσης  δράσης για την συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ ανέβασε και ηλεκτρονική συλλογή υπογραφών, στην οποία έχουν ανταποκριθεί ήδη πάνω από 10.000 άτομα, τα οποία ζητούν να ασκηθεί δίωξη σε όσους απειλούν την 19χρονη.

Η οργάνωση για τα δικαιώματα” Human Rights Watch” τονίζει  ότι «Τα σχόλια του Αντέλ Αλμί … έθεσαν την Αμίνα Τάιλερ σε άμεσο κίνδυνο … το τυνησιακό κράτος θα πρέπει να δράσει άμεσα τουλάχιστον καταδικάζοντας τις δηλώσεις και προστατεύοντάς την από επιθέσεις, αλλά και με διερεύνηση για το αδίκημα της προτροπής σε βίαιες πράξεις».

Πηγή: alterthess

 

Περισσότερα

Αγνοείται η πρώτη Femen της Τυνησίας μετά από απειλές για τη ζωή της

 

Share

H ελληνίδα «FEMEN»

της Κατρίν Αλαμάνου

Η Ελίζα Γκορόγια, φοιτήτρια στο Λονδίνο, έδειξε έμπρακτα την υποστήριξή της στα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, την Κυριακή, στην πρωτεύουσα της Μ. Βρετανίας. Γυμνόστηθη, στο ύφος της διαμαρτυρίας των FEMEN, «έκλεψε» την παράσταση με τη φωτεινή της παρουσία, απέναντι σε ομοφοβικούς. Στο σώμα της είχε γραμμένο: «In Gay We Trust».

Η Ελίζα Γκορόγια -μελος της Γραμματείας της Ένωσης Ουμανιστών Ελλάδας, στέλεχος του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι και ένα από τα μέλη του προεδρείου του World Without Nazism- ήταν μία από τους διαδηλωτές που διαμαρτυρήθηκαν εκφράζοντας την αντίθεσή τους απέναντι σε διαδήλωση συντηρητικών, που φώναζαν συνθήματα κατά του γάμου και της υιοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια.

Όπως αναφέρει η κα Γκορόγια στο Tvxs, οι ομοφοβικοί που διαδήλωναν κατά του γάμου των ομοφυλοφίλων είχαν βάλει μικρά παιδιά παρατεταγμένα να φωνάζουν συνθήματα. «Εγώ με έναν άλλο ακτιβιστή ανεβήκαμε στη δική τους εξέδρα πίσω από τον κεντρικό ομιλητή και φωνάζαμε ‘shame on you’ και ‘no bigots here’». (σε ελεύθερη μετάφραση: ‘όχι φανατισμένοι ομοφοβικοί εδώ’, ‘ντροπή σας’).

«Επειδή δεν ήμουν εντελώς γυμνή δεν μπορούσαν να με μετακινήσουν», εξηγεί. Αντ’ αυτού, οι anti-gay διαδηλωτές «με κάλυπταν με τεράστιες σημαίες για να καλύψουν τη γύμνια μου», επισημαίνει.

Μάλιστα, δεν δίστασαν να εμπλέξουν τα παιδιά που είχαν αναγκάσει να συμμετάσχουν ενεργά στη διαδήλωση. «Μετά έβαλαν τα παιδιά να φωνάζουν προς εμένα το ίδιο σύνθημα που φώναζα εγώ, ‘shame on you’ (ντροπή σου)». «Δεν με σταμάτησαν και δεν με ακούμπησαν. Με κάλυπταν μόνο με σημαίες», υπογραμμίζει.

«Το θεωρώ συμβολικό ότι κάλυπταν τη γύμνια μου με σημαίες – ένα άλλο σύμβολο μισαλλοδοξίας», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Όταν κατέβηκε από την εξέδρα, η Ελίζα Γκορόγια είπε ότι «πάντα όταν συντελείται πρόοδος σχετική με ανθρώπινα δικαιώματα, υπάρχει μία συντηρητική μερίδα της κοινωνίας που αντιστέκεται, αν και έχει ήδη χάσει. Τους βλέπουμε σε όλες αυτές τις φωτογραφίες από τις διεκδικήσεις ισότητας των γυναικών, των μαύρων κτλ και μας φαίνονται κωμικοί τώρα πια. Στη φωτογραφία του σήμερα, επέλεξα να στέκομαι στη σωστή πλευρά της Ιστορίας», δήλωση που δημοσιεύθηκε στο PinkNews.

Όπως αναφέρει η ίδια το Tvxs για την ενέργειά της να εμφανιστεί ημίγυμνη, στο ύφος διαμαρτυρίας FEMEN: «Το έκανα ως αναφορά στην Τυνήσια FEMEN, Amina, που εξαφανίστηκε και γιατί ως γνωστόν οι Χριστιανοί μισαλλόδοξοι μισούν πολύ λίγα πράγματα περισσότερο από μία γυμνή γυναίκα με άποψη».

Η Ελίζα Γκορόγια μετά από τη διαμαρτυρία της a la FΕΜΕΝ, έγραψε στο Τwitter ότι με αυτή της την ενέργεια αισθάνθηκε ότι βρέθηκε στη σωστή πλευρά της ιστορίας.

Οι διαδηλώσεις υπέρ και κατά του γάμου μεταξύ ομοφυλοφίλων

Το απόγευμα της Κυριακής, αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι διαδήλωσαν εναντίον αλλά και υπέρ του γάμου μεταξύ ομοφυλοφίλων στην Trafalgar Square του Λονδίνου.

Η διαδήλωση εναντίον της ισότητας του γάμου ξεκίνησε στις 14:00. Πάνω από είκοσι μικρά παιδιά αναγκάστηκαν να σταθούν μέσα στο κρύο, φωνάζοντας συνθήματα κατά των gay και κρατώντας πανό ενάντια στον γάμου μεταξύ ομοφυλοφίλων. Άλλοι διαδηλωτές φώναξαν συνθήματα κατά της υιοθεσίας παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια. Οι διοργανωτές ισχυρίστηκαν ότι συμμετείχαν στη διαδήλωση περίπου 2 χιλιάδες άτομα.

Παρότι λιγότεροι σε αριθμό, οι διαδηλωτές υπέρ της ισότητας εξέφρασαν την αντίθεσή τους με πολύχρωμες σημαίες του gay κινήματος και φωνάζοντας «ντροπή σας»,  «όχι στους μισαλλόδοξους».

Η διαμαρτυρία αυτή υποστηρίχθηκε από την «Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Ουμανιστών», που περικλείει στου κόλπους τις πάνω από 80 Ενώσεις Ουμανιστών, καθώς και την «Ουμανιστική Ομοσπονδία για τα δικαιώματα των gay  & λεσβίων».

Φωτογραφίες: Nicolas Chinardet

Πηγή: tvxs

 

 

Share

Ριζοσπαστικός φεμινισμός στην εποχή και τη χώρα των τεράτων

των Terminal 119*

1. Όταν μιλάνε οι γυναίκες: η νόρμα, η σιωπή κι η απάντηση στην επίθεση

Μια γυναικεία ένοπλη ομάδα έγραφε στις προκηρύξεις της 25 χρόνια πριν στη γερμανία: «πολεμάμε την καταπίεση για να την κάνουμε ορατή». Το σκεπτικό ήταν το εξής: μέσω της γυναικείας, πολιτικά οργανωμένης, αντι-βίας γινόταν φανερή η βία την οποία δέχονταν οι γυναίκες. Μέσω της αντίστασης, η βία γινόταν ορατή. Αυτή η ιδιαίτερη βία, εναντίον συγκεκριμένων φορέων θηλυκού γένους, γυναικείων χαρακτηριστικών, μπορούσε πια να ονομάζεται βία και το ‘φύλο’, από τόπος κυνηγιού όσων δεν εξέπιπταν των αρρενωποτήτων (και πλήττονταν για αυτό), γινόταν τόπος αντίστασης.

Στην Ξάνθη μετά το πρόσφατο αποτρόπαιο έγκλημα κατά της ζωής και της αξιοπρέπειας της Ζωής Δαλακλίδου μάθαμε από τα μέσα ότι ένα μέρος της τοπικής κοινωνίας, κυρίως άντρες φανταζόμαστε, επιχείρησε να λιντσάρει τον δράστη στα δικαστήρια. Συνταυτιζόμενο με αυτό το μέρος της τοπικής κοινωνίας, κομμάτι του τοπικού Τύπου, όπως η “Φωνή της Ξάνθης” συκοφάντησε τις πολιτικές προθέσεις των διοργανωτριών και των συμμετεχουσών στη σημερινή διαδήλωση, διερωτώμενος σκωπτικά για το αν οι φεμινίστριες “ζουν εκτός τόπου χρόνου και πραγματικότητας”. “Ποια κοινωνία συγκάλυψε το έγκλημα; Αυτή που συγκεντρώθηκε έξω από τα δικαστήρια και επιχείρησε να λιντσάρει τον δράστη; (Φωνή της Ξάνθης, 15-02-2013). Σαν ζήτημα, εδώ, λοιπόν, μπαίνει το εξής: Για ποια “σιωπή” μιλά η αφίσα που καλούσε στη σημερινή διαδήλωση; Αφού, η σιωπή έσπασε από την τοπική κοινωνία της Ξάνθης. Άρα, μπαίνει θέμα ορατότητας του συγκεκριμένου πατριαρχικού εγκλήματος στην Ξάνθη ή, όντως, είμαστε “εκτός τόπου, χρόνου και πραγματικότητας”;

Αναφερόμαστε στο ερώτημα της φυλλάδας της Ξάνθης για να την αντιπαραθέσουμε μόνο στην προηγούμενη φράση της γυναικείας ομάδας Rote Zora («πολεμάμε την καταπίεση για να την κάνουμε ορατή»). Ισχυριζόμαστε ότι ακολουθώντας τις διαφορές μεταξύ των δύο πρακτικών λόγων, θα μας γίνει ορατή και η ουσία του εγκλήματος στην Ξάνθη, το οποίο αποτελεί βέβαια επαίσχυντη απόδειξη ενός κανόνα βίας και σεξουαλικοποιημένης αντικειμενοποίησης κατά των γυναικών.

Από τη μια πλευρά έχουμε μια γυναικεία βασικά ομάδα να μιλάει, από την άλλη πλευρά έχουμε μια μάζα κυρίως ντόπιων ανδρών. Από τη μια πλευρά έχουμε μια πολιτική γυναικεία ομάδα, ο λόγος και η πρακτική της οποίας εστιάζουν στην κριτική των εγκλημάτων βίας της πατριαρχικής κοινωνίας μέσα στον καπιταλισμό, από την άλλη έχουμε μια μάζα ανθρώπων με κοινή καταγωγή και μάλλον διαφορετικές πολιτικές τοποθετήσεις μεταξύ τους, που βρέθηκαν μαζί (και πιθανόν δεν θα ξαναβρεθούν) έξω από τα δικαστήρια μέσα από ένα κοινό κίνητρο: να καταφερθούν κατά του δράστη ενός συγκεκριμένου εγκλήματος κατά μιας γυναίκας. Ήδη οι διαφορές αρχίζουν να μιλάνε. Ο λόγος της γυναικείας ομάδας υπερασπίζεται την ύπαρξη των γυναικών που δέχονται βία. Ο λόγος των Ξανθιωτών έξω από τα δικαστήρια, φαίνεται να υπερασπίζεται, μεταξύ άλλων, “την τιμή μίας πόλης”.

Το έγκλημα στην Ξάνθη αποτρόπαιο, μοναδικό στην ένταση της βίας που δέχτηκε το θύμα και δύσκολο να γίνει ανεκτή ακόμα και η λεπτομερής ακρόαση της αφήγησης του από έναν κοινό νου. Η ένταση του εγκλήματος εξασφαλίζει στο θύμα ή στο όνομα του μνήμη, για κάποια χρόνια τουλάχιστον, στην ίδια την εκτέλεση του εγκλήματος τον χαρακτηρισμό του “ανατριχιαστικού” και στον ίδιο τον δράστη τον χαρακτηρισμό του “τέρατος”. Η δημοσιογραφική και, βέβαια, κοινωνική μεταφορά περί “τέρατος” ήρθε, λοιπόν, για να μείνει και θα μείνουμε κι εμείς λιγάκι σε αυτήν την μεταφορά. Η λέξη “τέρας” που χρησιμοποιήθηκε στην Ξάνθη, αλλά όχι μόνον εκεί, σε μεγάλο βαθμό για να περιγράψει τον δράστη, ό,τι συνειρμούς κι αν προκαλεί, ένα είναι το σίγουρο: ότι το νόημα της λέξης εννοεί πως στον δράστη μέσω της έντασης του εγκλήματος του, αξίζει να αφαιρεθεί η ανθρώπινη υπόσταση. Ότι ο δράστης – μετά το έγκλημα – αξίζει να αποβληθεί από την ανθρώπινη κοινότητα, την κοινότητα των (συν)ανθρώπων. Δίχως να αμφισβητηθεί, στην καθημερινή γλώσσα, το έγκλημα κατά της Ζωής μπορεί να γίνει αντιληπτό ως ένα έγκλημα που στόχευσε την “ανθρωπινότητα” της, σε αυτό που λέμε λίγο-πολύ συμβατικά “ανθρώπινη αξιοπρέπεια” και μοιράζονται όλοι οι φέροντες και οι φέρουσες ανθρώπινο πρόσωπο. Αν μπούμε σε αυτήν την κουβέντα, όμως, περί ανθρώπινου και εξω-ανθρώπινου, τεράτων και μη, με μία ευρεία κλίμακα παραδειγμάτων, γρήγορα θα καταλάβουμε ότι το τι συνιστά ‘ανθρώπινο’ και τι συνιστά ‘ανθρώπινη αξιοπρέπεια’, καθώς και το πότε αυτά τα δυο παραβιάζονται από κάποιον, αποτελούν ζήτημα αέναης και υποκειμενικής ενασχόλησης. Για άλλον η ανθρώπινη αξιοπρέπεια του παραβιάζεται αν χάσει το ημερήσιο μπάνιο του, για άλλον αν δεχτεί το πρώτο χτύπημα σε κάποια αστυνομικά κρατητήρια, για άλλην η ανθρώπινη αξιοπρέπεια της χάνεται όταν την κάνουν να αισθάνεται σαν ένα σεξουαλικοποιημένο αντικείμενο και για άλλην όταν την βάζουν να κατεβάζει τα ρούχα της μπροστά σε έναν γιατρό. Η ευρύτητα των όσων φέρουν την ταμπέλα “άνθρωπος”, πολλαπλασιάζει και τους ορισμούς περί του στάτους αυτού. Θα αποπειρόμασταν να καταθέσουμε ότι άνθρωπος είναι η ιστορία των εγκλημάτων του, δηλαδή οι στιγμές και οι εποχές – οι μεγαλύτερες σε διάρκεια ούτως ή άλλως απ’ όλη την ιστορία – κατά την οποία οι μεν προσπάθησαν να αφαιρέσουν την ύπαρξη των δε από μια ορισμένη βάσει φύλου, εθνικότητας, θρησκείας, σεξουαλικού προσανατολισμού κ.ο.κ.

Ωστόσο, το θύμα στην Ξάνθη πέρα από την ταμπέλα “άνθρωπος” είχε κι άλλα πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στα οποία πρέπει να ωθηθούμε εμείς οι υπόλοιπες για να καταλάβουμε γιατί τη σκότωσε, τη βίασε και την έκαψε ο δράστης. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο φυσικά. Ήταν αυτό που λέγεται ‘γυναίκα’. Κι ο δράστης είναι αυτό που λέγεται ‘άντρας’. Του άρεσε, την είχε προσέξει, μας είπε ο δράστης έπειτα. Και την βίασε. Το ότι της φέρθηκε αρχικά σαν σεξουαλικό αντικείμενο, δεν μπορεί παρά να οριοθετήσει κεντρικά το έγκλημα ως ένα έγκλημα έμφυλου χαρακτήρα. Την βίασε και την σκότωσε και την έκαψε γιατί δεν μπορούσε να την έχει για δική του: αυτή είναι η ελάχιστη ανάγνωση αυτού του έμφυλου εγκλήματος.

Ο δράστης παραμένει βέβαια και μετά το έγκλημα αυτό που λέμε ‘άντρας’. Επίσης, ο δράστης και πριν το έγκλημα ήταν, κατά τα άλλα, αυτό που λέμε ‘άντρας’. Μήπως, λοιπόν, μήπως θα έπρεπε οι χαρακτηρισμοί που θα έπρεπε να απευθύνουμε και σε αυτόν και στο έγκλημα του να είναι κεντρικά σχετικοί με την έμφυλη θέση του, διαπαιδαγώγησή του και βασικά πράξη του ως κάποιου από αυτούς που λέμε ‘άντρες’;

Λέμε ότι μια τέτοια προσπάθεια σίγουρα δεν έγινε από όσους μαζεύτηκαν έξω από τα δικαστήρια της Ξάνθης γιατί δεν υπήρχε και κανένα συμφέρον να γίνει μια τέτοια προσπάθεια. Γιατί σε μια προσπάθεια λιντσαρίσματος ενός “τέρατος”, ενός δηλαδή που έχει αποβληθεί στις συνειδήσεις μιας τοπικής κοινωνίας από το εσωτερικό της, και σε μια προσπάθεια εν γένει ξεπλύματος “της τιμής μιας πόλης”, όπου ο κάθε διαμαρτυρόμενος αναφέρεται ως τίμιο και σωστό μέλος της πόλης αυτής και της κοινωνίας αυτής, δεν χωρούν σκέψεις μήπως η πόλη αυτή και η κοινωνία αυτή είχαν προβλήματα από πριν, προβλήματα που έχουν να κάνουν με το τι εφαρμόζει και αναπαράγει η πόλη αυτή και η κοινωνία αυτή στις σχέσεις των αντρών ‘της’ με τις γυναίκες ‘της’.

Λέμε ότι η ελληνική κοινωνία, κι η ξανθιώτικη σαν επιμέρους τοπική κοινωνία, δεν έχει δικαίωμα ούτε να πέφτει από τα σύννεφα με κάθε αφορμή ενός τέτοιου αποτρόπαιου εγκλήματος αλλά ούτε και να “τερατολογεί”, βιαζόμενη να αποβάλλει κάθε έντιμο μέλος του συνόλου της αφού αυτό εγκληματήσει και διαχωριστεί έτσι από αυτήν. Η ελληνική κοινωνία λέμε, σαν εξόχως ορθόδοξη, πατριαρχική και υπερ-αρρενωπή, δεν έχει κανένα δικαίωμα να μιλά για “δράκους” και “τέρατα” μιας και η πατριαρχία που ζούν/ζούμε εκατομμύρια γυναίκες σε αυτή τη χώρα, η ιδιαίτερη καταπίεση με την οποία τις/μας διαπαιδαγωγούν από μικρές, δεν είναι ένα κακό παραμύθι αλλά μια κακή πραγματικότητα.

Λέμε ότι αυτή η κακή πραγματικότητα που μας εκδικείται για το φύλο μας, αφού φόρτωσε αυτό το ‘φύλο’ με ό,τι νοήματα ήθελε πρώτα, μας είναι αντιληπτή από μια λίστα πραγμάτων δίχως τέλος, από το αντρικό βλέμμα που είναι εκεί έξω κρίνοντας ανά πάση στιγμή τα σώματα μας, μετρώντας τα, βαθμολογώντας τα, διαμορφώνοντας τα, εκθέτοντάς τα ή τεμαχίζοντας τα. Αυτή η κακή πραγματικότητα που συνίσταται επίσης στον αληθινό και καθόλου παραμυθένιο κίνδυνο του βιασμού σε καθημερινή βάση (4.500 υπολογίζονται κάθε χρόνο οι βιασμοί στην ελλάδα), καθώς και τις κάθε είδους σεξουαλικές επιθέσεις (μία στις δύο γυναίκες λένε πως έχουν δεχτεί συχνά κακοποίηση ή παρενόχληση κάτι που συνίσταται και στον περιορισμό της ελευθερίας κίνησης μας και στον συνεχή φόβο της υπό αμφισβήτηση ύπαρξης μας μετά από μια ορισμένη νυχτερινή ώρα…). Αυτή η κακή πραγματικότητα που συνίσταται, εξάλλου, και στην καθημερινή έλλειψη σεβασμού στις κάθε είδους σχέσεις μας με το άλλο φύλο (φιλικές, οικογενειακές, ερωτικές κτλ), στο μάθεμα των κοριτσιών να γίνουν “υπάκουες μητέρες” και των αγοριών να επιβληθούν μέσω της ανταγωνιστικής τους αρρενωπότητας, στις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες και τις εκτρώσεις, στο αόρατο της λεσβιακής ύπαρξης και εν γένει την διάχυτη ομοφυλοφοβία που σε μεγάλο βαθμό περιφρουρεί την πατριαρχία στο σύνολο της, επίσης, συνίσταται στην κοροϊδία προς τις τρανς και η λίστα δεν έχει τελειωμό.

Λέμε, άρα, ότι αν η ελληνική κοινωνία κοιτάξει τη μούρη της στον καθρέφτη, ίσως δει κάπου να αχνοφαίνεται κι η μούρη του “τέρατος”, τουλάχιστον κατά την προετοιμασία του εγκλήματος. Θα ‘χει τότε δικαίωμα κανείς να αναρωτηθεί: “τι σχέση είχε το τέρας με την κοινωνία της Ξάνθης”, αν δηλαδή ‘θυμηθεί’ του πως από μικροί οι πιτσιρικάδες παίρνουν το μήνυμα πως έτσι τις κάνουν τις γυναίκες; Θα ‘χει κανείς τότε δικαίωμα για τέτοιες υποκριτικές διερωτήσεις αν ‘θυμηθεί’ τις δεκάδες αθωώσεις βιαστών από τα ελληνικά δικαστήρια, τα εκατοντάδες “έλα-μωρέ-αυτό-δεν-ήταν-βιασμός” των ελλήνων γειτόνων, συγγενών και φίλων; Θα ‘χει κανείς τότε δικαίωμα να αναρωτηθεί, αν ‘θυμηθεί’ την έλλειψη ορατότητας αυτών των δομών και άρα της καταπίεσης των γυναικών;

Για αυτήν, λοιπόν, την ορατότητα πιστεύουμε γίνεται η συγκεκριμένη εκδήλωση και διαδήλωση, για να σπάσει τη σιωπή όχι εναντίον ενός τέρατος που αποτελεί την δαιμονοποιημένη εξαίρεση μιας κοινωνίας στην οποία όλα κυλούν νορμάλ, αλλά, αντιθέτως, για να σπάσει τη σιωπή μιας κοινωνίας που προετοιμάζει κι άλλα τερατώδη εγκλήματα. Για να σπάσει τη σιωπή μιας κοινωνίας που είναι σιωπηλή ως συνενοχή, μιας κοινωνίας μικρών και μεγάλων τεράτων.

2. Εθνοτσαμπουκάς: αναγκαστικές συναρθρώσεις

Είμαστε, λοιπόν, “εκτός τόπου, χρόνου και πραγματικότητας”? Ο σημερινός χρόνος, η εποχή που έλαβε χώρα το έγκλημα κι η εποχή που έλαβε χώρα η διαδήλωση είναι μια ξεχωριστή εποχή. Η εποχή της λεγόμενης ‘κρίσης’ κατά την οποία ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας (και του ελληνικού κράτους βέβαια) ανοιχτά κι άλλο ένα κομμάτι ακόμα κλειστά πριμοδοτεί και προωθεί σαν φάρμακο στην κρίση λίγο ‘φασισμό’. Κι αναρωτιόμαστε τώρα εμείς μήπως πίστεψαν οι έλληνες και οι ελληνίδες πως αυτός ο ‘λίγος φασισμός’ που βρίσκει την ενσάρκωση του στα σώματα, τον εθνοτσαμπουκά και την μαγκιά των 20 αντρών της χρυσής αυγής (και της συζύγου του φύρερ τους), θα αντιστοιχεί σε ένα ασήμαντο και ανεπαίσθητο πέρασμα της οργάνωσης αυτής από την ελληνική ιστορία και κοινωνία. Δε νομίζουμε.

Ίσα-ίσα, λέμε. Οι σημερινοί “πέφτω-από-τα-σύννεφα” και οι σημερινοί “τερατολόγοι”, πολλές φορές μάλιστα, αν όχι πάντα, έχουν ποντάρει χοντρά, όχι απλά στο χώσιμο των νεοναζί μέσα στη βουλή αλλά και στο ξεκαθάρισμα και την προστασία από τους νεοναζί. Κι όταν, βέβαια, κάποιος αποφασίζει να συνδιαλλαγεί με αυτόν που πουλάει ξεκαθάρισμα και προστασία, όταν βέβαια κάποιος αποφασίζει να ονομάσει τον “τσαμπουκά” και την “μαγκιά” πολιτικά επιχειρήματα και αναγνωρίσιμα κοινοβουλευτικά ή εξωκοινοβουλευτικά μέσα, όταν κάποιος επιβραβεύει και αναπαράγει σιωπηλά την επιβράβευση του “εθνοτσαμπουκά” διά της εκλογής 21 νεοναζί στη βουλή και τη δράση μισού εκατομμυρίου ναζί παράλληλα (πχ κυνήγι, μαχαιρώματα και δολοφονίες μεταναστών), όταν κάποιος αποδέχεται το ενδεχόμενο στο μυαλό του και νομιμοποιεί ένα καθεστώς τρόμου όπου κάποιοι με βάση κριτήρια εθνικότητας θα κυνηγήσουν ανελέητα κάποιους άλλους, κι όταν κάποιος αποφασίζει να ενσωματώσει τους ναζί στον καθημερινό του/της τρόπο σκέψης, τότε καλά θα κάνει να κόψει και το δούλεμα για το ότι η βία τον κάνει να πέφτει από τα σύννεφα.

Η ‘εποχή των τεράτων’ αναμφισβήτητα είναι εδώ για να μας θυμίζει στοιχεία εγγενή της ελληνικής κοινωνίας όπως ο “διάχυτος κώδικας της εθνομαγκιάς”, στοιχεία που οι έλληνες άντρες μοιράζονταν εξάλλου πολύ πριν την άνοδο των νεοναζί[1]. Από την δεκαετία του ’90 κι έπειτα, όλο και με μεγαλύτερη ένταση, ένα ορισμένο lifestyle, σεξουαλικοποιημένης και πορνογραφικής αντικειμενοποίησης των γυναικών πουλιέται στα περίπτερα σε τιμές προσιτές. Από την δεκαετία του ’90 κι έπειτα, συγκεκριμένα πρότυπα εθνικών αρρενωποτήτων πλασάρονται σαν πρότυπα πολιτικής και προσωπικής συμπεριφοράς. Πάγκαλοι, πολύδωρες, μεϊμαράκηδες, τατσόπουλοι συναγωνίζονται στο ποιος είναι ο πιο άντρας, ποιος δεν είναι ο ομοφυλόφιλος. Δεν ήρθαν από το πουθενά οι σημερινοί ξυλοδαρμοί εναντίον gay ανδρών σε πάρκα στην Αθήνα. Κι ούτε το χέρι της χρυσής αυγής αποτελεί “περιθωριακό” χέρι που φρόντισε κανείς μέχρι στιγμής να της το σπάσει για να δείξει πως όποιο χέρι σηκώνεται πάνω σε ομοφυλόφιλους, πρέπει να σπάζεται. Χώρια που δεν τους ονόμασαν και “τέρατα”.

Η εποχή αυτή κολλάει γάντι στην χώρα των τεράτων. Εκτός αν νόμισαν κάποιοι πως επειδή η φασιστική/ ναζιστική βία προτίμησε θύματα άλλης εθνικότητας και άλλου σεξουαλικού προσανατολισμού, κάνει αυτή την βία λιγότερο “φασιστική/ναζιστική” ή κάνει την καθιέρωση της στην ελληνική κοινωνία περισσότερο αμελητέα. Η επικράτηση, όμως, της φασιστικής και ρατσιστικής βίας σε όλη την χώρα δεν μπορεί παρά να αποτελεί νομιμοποίηση του συγκεκριμένου φορέα της. Το πρότυπο του έλληνα φασίστα, ρατσιστή άντρα τη στιγμή που μιλάμε κοπιάρεται με όλο και πιο μεγάλη ένταση, σε σχολεία, στρατώνες, αστυνομικά τμήματα και … μανάβικα. Πως μπορεί, άρα, μια ελληνική κοινωνία υποκριτικά να καταφέρεται κατά της βίας ενώ όλο και πιο ενισχυμένα εξαπολύει ένα σύστημα βίας κατά κάποιων Άλλων; Πως μπορεί αυτός που θέλησε να μάθει τη γλώσσα του συστήματος του τρόμου, αυτός που έσπρωξε την χιονοστιβάδα, να διαμαρτυρηθεί για το ότι τον καταπλακώνει;

Άρα, για άλλη μια φορά, οι συγκεντρώσεις λιντσαρίσματος έξω από δικαστήρια από μια τοπική κοινωνία, δεν είναι ανάχωμα στην πατριαρχική βία. Είναι μάλιστα και επιβεβαίωση της, εφόσον συνεχίζεται ο αποκλεισμός των λόγων των γυναικών. Είναι, επιπλέον, επιβεβαίωση της, εφόσον η αρρενωπή βία επιχειρείται να ανταπαντηθεί με αρρενωπή βία, εν είδει ενός τοπικού τσαμπουκά για το ποιος θα έχει εξουσία πάνω στο σώμα “των γυναικών μας”.

Στην εποχή της κρίσης, η χώρα των τεράτων συναντά την εποχή της. Όπως γράφει και η Αλεξάνδρα Χαλκιά: “Τόσο το πατριαρχικό έθνος-κράτος όσο και το κεφάλαιο βάλλονται, ενώ η καταστατική αδυναμία που τα συνέχει γίνεται ολοένα και περισσότερο ορατή. Η “αδυναμία πληρωμής” του έθνους, του εργοδότη, ή και του οικογενειάρχη, σημαδεύει ένα είδος εκθήλυνσης του μέχρι πρότινος πανίσχυρου ‘πατέρα‘”[2]. Πακέτο με το κράτος τους, οι έλληνες πατεράδες νιώθουν την οικονομική τους ανισχυρότητα – ένα από τα μεγαλύτερα, αν όχι το μεγαλύτερο εξάλλου στήριγμα της αρρενωπότητας τους – να απειλείται με αφανισμό. Δεν μπορεί να μας ξεγελάσει κανείς για το τι γίνεται όταν ηγεμονικές αρρενωπότητες αυτής της χώρας συσσωρεύουν μέσα τους κομμάτια της γελοίας τους κατάρρευσης ως αρρενωποτήτων: θα κοιτάξουν να επιτεθούν ακόμα πιο λυσσαλέα, θα τρέξουν να επιβληθούν με μεγαλύτερη ένταση. Ο Daniel Mang λέει: “η καταστροφική δυναμική των πατριαρχικών κοινωνιών καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι η αρρενωπότητα γίνεται αντιληπτή ως θεμελιωδώς ελλιπής, ανασφαλής και απειλούμενη“[3]. Θύματα αυτής της επίθεσης είναι ήδη και θα είναι και οι έμφυλες θέσεις των γυναικών, των ομοφυλόφιλων, των τρανς.

3. Από την Πάρο στην Ξάνθη…

Ήδη αυτό που ονομάζουμε λυσσαλέα επίθεση και επιβολή έχει εφαρμοστεί σε μεγάλες επιφάνειες της ελληνικής ιστορίας και κοινωνίας. Πρόσφατο παράδειγμα, έξι μήνες περίπου πριν το πατριαρχικό έγκλημα στην Ξάνθη, ήταν το πανελλαδικό πογκρόμ ρατσιστικών επιθέσεων εναντίον κυρίως Πακιστανών μεταναστών ανά την επικράτεια, που εξαπολύθηκε με αφορμή έναν ακόμα βιασμό, αυτή την φορά στην Πάρο. Εκεί, με το πρόσχημα ότι ο κατηγορούμενος για τον βιασμό ήταν μετανάστης, το κράτος γύρεψε και φυσικά κέρδισε ευρεία κοινωνική νομιμοποίηση για τις ρατσιστικές του αστυνομικές επιχειρήσεις τύπου “Ξένιος Δίας” και οι χρυσαυγίτες μαζί με τους ψηφοφόρους του και απλά κομμάτια του όχλου βγήκαν υποτίθεται να “απαντήσουν στον βιασμό” από έναν “ξένο”, υπερασπιζόμενοι την τιμή μιας εθνικά ορισμένης θηλυκότητας. Φυσικά, μαχαιρώνοντας και σκοτώνοντας μετανάστες, λεηλατώντας και χτυπώντας τους χώρους τους, ζητώντας να “απελαθούν”.

Και πάλι: κανείς δεν θεωρεί περίεργο ότι εκ μέρους ενός θύματος βιασμού αναμένεται στην ελλάδα να μιλήσουν τόσο οι ρατσιστικές πολιτικές ενός κράτους ή οι φασιστικές πρακτικές μιας κοινωνίας. Ξέρουν καλά τόσο οι χρυσαυγίτες όσο και οι ψηφοφόροι τους (ή οι wanna-be ψηφοφόροι τους), τα γνήσια πατριαρχικά, ορθόδοξα και πατριωτικά κομμάτια αυτής της κοινωνίας ότι όσο οι γυναίκες σε αυτή στην ελλάδα δεν θα μπορούν να εκφραστούν αυτόνομα και ανεξάρτητα από τους πατεράδες τους, τους γκόμενους τους και τους συζύγους τους κι όσο οι φασίστες θα ‘χουν το πάνω χέρι στη δημόσια σφαίρα, δεν έχουν τίποτε να ανησυχούν. Κάθε βιασμός μιας γυναίκας για αυτούς θα ‘ναι εργαλείο ναζιστικής πολιτικής χρήσης – “έξω οι ξένοι!”, θα ουρλιάζουν, επιτελώντας κάθε βία ενάντια σε κάθε γυναίκα και άντρα που θα ναι μη-έλληνες. Και οι “πέφτω-από-τα-σύννεφα” θα αναρωτιούνται ακόμα…

Λέμε ότι για να μπορεί κανείς να διαβάσει τι έγινε στην Ξάνθη και να έχει μια άποψη στο μυαλό του για το πως να το αντιμετωπίσει πρέπει να ξεθάψει ιστορίες χρήσιμες από το παρελθόν, μακρινό και άμεσο αυτής της κοινωνίας, και να βάλει μπροστά εργαλεία που πάνε κόντρα στα εργαλεία και την επιλεκτική αμνησία που αυτή η κοινωνία έχει βάλει μπρος.

Λέμε ότι έχουν όνομα αυτά τα εργαλεία. ‘Ριζοσπαστικός Φεμινισμός’. Που, στο εδώ και τώρα, πάει να πει πως οι γυναίκες, θύματα ή μη, είναι αυτές που θα έχουν τον πρώτο λόγο ορισμού του βιώματος της καταπίεσης τους και τον πρώτο λόγο για το πως θα αντισταθούν σε αυτήν. Δεν είναι τυχαίο που τα θύματα βιασμού τα οποία πεθαίνουν ή καθίστανται ανήμπορα να μιλήσουν, είναι ακριβώς αυτά που σκυλεύουν οι κάθε λογής εθνικές αρρενωπότητες. Ποντάρουν στην μη-δυνατότητα αντίστασης. Ποντάρουν στη μη-δυνατότητα άρθρωσης λόγου. Ενώ τα υπόλοιπα θύματα, αυτά που ακόμα μπορούν να μιλήσουν, είναι αυτά τα θύματα των οποίων ο λόγος μπαίνει κάτω απ’ το χαλί. Εδώ είναι μια κρίσιμη ομοιότητα μεταξύ των δύο εγκλημάτων, της Ξάνθης και της Πάρου. Εργαλειοποιήθηκαν για πάσα χρήση, η ελληνική κοινωνία βολικά δεν μίλησε ούτε για βιασμό ούτε για πατριαρχία.

Αλλά λέμε επίσης ότι στην εποχή και την χώρα των τεράτων, δηλαδή σε έναν τόπο κρίσης όπου το έθνος και οι κοινωνοί του αυτοθυματοποιούνται σαν οι πιο ανίσχυροι, πρέπει καμιά να ‘ναι υποψιασμένη για το παιχνίδι της εποχής, που λέγεται “κυνήγι ξένων”.

Ξανά. Έχουν όνομα λοιπόν τα εργαλεία μας. ‘Μαχητικός αντιφασισμός’. Γιατί πρέπει να ‘μαστε υποψιασμένες, αποφασισμένες πως εμείς οι ίδιες δεν θα αφήσουμε τους βιασμούς και τη βία κατά των γυναικών να εργαλειοποιηθεί από αυτούς που μας έμαθαν στην σιωπή και την αυτουποτίμησή μας. Πρέπει να ‘χει καμιά το νου της για το ότι, όταν ο κάθε Σαμαράς, ο κάθε χρυσαυγίτης ή ο καθένας του όχλου ανησυχεί για τα όσα παθαίνουν οι ελληνίδες, κάπου αλλού στοχεύουν: συνήθως βέβαια στην κατασυκοφάντηση και το κυνήγι των ξένων. Αλλά βέβαια όλοι αυτοί ούτε και στο καλό των γυναικών στοχεύουν γενικά κι αφηρημένα μιας και “η προφύλαξη και η προστασία της ελληνίδας” αναγκαστικά θα περάσει πάνω από τα πτώματα τα δικά μας, των υπολοίπων γυναικών, εμάς που δεν ταιριάζουμε στα δικά τους όρια μητρότητας και εθνικής αναπαραγωγής, τις άτεκνες, τις λεσβίες, τις ‘βρωμερές οροθετικές πόρνες’, τις ξένες, τις εθνοπροδότριες κλπ κλπ.

Λέμε λοιπόν:

Φτάνει πια, γενικά, με τους “προστάτες” κάθε είδους, τον κόσμο τους, την εποχή τους και τη χώρα τους.

για τον ριζοσπαστικό φεμινισμό! για τον μαχητικό αντιφασισμό!

 


[1] Είμαστε όλοι ξεσκισμένες αδερφές; του Δημήτρη Παπανικολάου, εδώ

[2] Η κοινωνιολογία της σεξουαλικότητας, οι αρρενωπότητες και ο έμφυλος Δεκέμβρης, της Αλεξάνδρας Χαλκιά, σελ. 235, από το Σωμα, Φύλο, Σεξουαλικότητα: ΛΟΑΤΚ πολιτικές στην Ελλάδα (ΠΛΕΘΡΟΝ)

[3] Φυλή, τάξη και οι αντιφάσεις της αρρενωπότητας, του Daniel Mang, σελ. 20, από το τ. 4 του περιοδικού QV.

 

Εισήγηση στην εκδήλωση “Δώσε τέλος στη σιωπή”, στην Ξάνθη, 9 Μαρτίου 2013

Πηγή: terminal 119

 

Δείτε ακόμα

Ο καθημερινός βιασμός και η ατιμωρησία

Πανελλαδικό Κάλεσμα από την Πρωτοβουλία κατά της ομοφοβίας Ξάνθης για πορεία – εκδήλωση για τη βία κατά των γυναικών το Σάββατο 9 Μάρτη στην Ξάνθη

Μια ανταπόκριση από την Ξάνθη

 

Share

Μια ανταπόκριση από την Ξάνθη

της Φλώρας Νικολιδάκη

νομίζω ότι στους καιρούς που περνάμε το γέλιο είναι απαραίτητο.

η πορεία στη Ξάνθη ήταν μοναδική εμπειρία, για έναν άνθρωπο σαν και μένα που συνήθως κινούμαι σε γνωστά και οριοθετημένα πεδία. είχε όμως πολύ γέλιο, και θέλω να το μοιραστώ μαζί σας:

κατ’αρχήν η σύνθεση του πούλμαν: φεμινίστριες, λεσβίες, αναρχοαυτόνομοι, τρανς.

όταν το συνειδητοποίησα, είπα στη Γωγώ ότι ο οδηγός θα μας ρίξει σε κανένα χαντάκι να ξεβρωμίσει ο τόπος.

είμαι σίγουρη ότι ο οδηγός θα διηγείται για πολλά χρόνια όσα άκουσε σε 20 ώρες διαδρομής.

μερικά χαριτωμένα:

 

– ρωτάω τον διπλανό μου: -εσύ από ποιά οργάνωση είσαι?

– από τους κουην τρανς

– δηλ., (επιμένω εγώ) βασίλισσες τρανς?

– όχι κουήν, αλλά κουήρ τρανς

– δηλαδή ?

-δηλαδή, ανώμαλες τρανς.

φαίνεται κοίταξα λίγο περίεργα, και αποφάσισε να μου εξηγήσει:

– δηλ. γεννιέσαι με ανδρικά γεννητικά όργανα, αλλά από μέσα σου είσαι γυναίκα. γίνεσαι λοιπόν γυναίκα, μπορεί και με ορμονοθεραπεία, αλλά ως γυναίκα γίνεσαι λεσβία.

 

– Στο πίσω κάθισμα κάθονται δύο άνθρωποι νεαρής ηλικίας, ο ένας άνθρωπος έχει κοντά μαλλιά  και ο άλλος μακριά (δεν δεσμεύομαι για άλλη ιδιότητα), ανοίγουν ένα λαπτοπ, και με ρωτάνε:

– κυρία Φλώρα, θέλετε να δείτε τσόντα φεμινιστική?

– όχι, απαντάω, αλλά σε τι διαφέρει από μια κανονική?

– στην αισθητική, μου απαντάνε.

 

τα συνθήματα της πορείας ήταν εύστοχα, τα φωνάζαμε με άνεση όλες και όλοι και δεν έδειχναν να σοκάρουν τους μη συμμετέχοντες:

– οι βιαστές δεν είναι ράτσα ειδική, είναι άνδρες καθημερινοί.

– ελλάς ελλήνων ρατσιστών, μίζερων ορθόδοξων και πατριαρχών.

-δεν ήτανε το αλκοόλ, ούτε η ανεργία, το χέρι του το σήκωσε η πατριαρχία .

-η πατριαρχία, σ’αυτή την κοινωνία, τελειώνει στα μπουρδέλα, αρχίζει στα σχολεία.

-εκείνη τρώει ξύλο και κρύβει την πληγή, όλες μαζί να σπάσει η σιωπή

κλπ.

 

στους τοίχους εμφανίσθηκε με σπρέι το σύνθημα:

 

– στην τσάντα μαχαίρι, τ’αρχ..ια στο χέρι.

η αντίθεση του συνθήματος με τα ζευγάρια που περνούσαν, ήταν εκκωφαντική:

εκείνος κρατούσε τη γυναίκα από το χέρι, αυτή βάδιζε μισό βηματάκι πιο πίσω, με τυλιγμένο το κεφάλι σε μαντήλα, και ένα παλτό κλειστό στο λαιμό και μακρύ μέχρι τις πατούσες.

 

Γενικά, η πορεία ήταν απολύτως επιτυχημένη, το έντονο συγκινησιακό στοιχείο κάλυψε τις ατέλειες του περιεχομένου, ήταν μαζική, έκανε μεγάλη αίσθηση στην πόλη, και όταν ξεκίνησε, η αποκριάτικη μπάντα στην πλατεία σταμάτησε. Συγγενείς και φίλες της Ζωής Δαλακλίδου ήταν στην πορεία με πανό.

Η οργάνωση του Σύριζα δεν είχε ενημερωθεί αρμοδίως (δεν έφτασε η εγκύκλιος).

 

 

Share

Οταν ο ακτιβισμός προτάσσει τα …στήθη του

του Γιώργου Πιτροπάκη

Είναι Ουκρανές, είναι νέες, είναι ωραίες, είναι γυμνόστηθες, είναι οι Φέμεν. Είναι οι «σεξ-τρεμίστριες» που κήρυξαν «ανταρτοπόλεμο» στην πατριαρχία και που η τελευταία εκρηκτική εμφάνισή τους έγινε με την παραίτηση του Πάπα και την κατάληψη της Παναγίας των Παρισίων. Οι Φέμεν μιλούν στην «Κ.Ε.»

«Στην πλατεία Αγίου Πέτρου ο “Μητσάρας”, μαζί με χιλιάδες άλλους πιστούς και περίεργους, περίμενε να δει τον Πάπα. Όμως με το που εμφανίστηκε κι άρχισε να ευλογεί τα πλήθη, να σου γυμνόστηθες οι κοπέλες της ομάδας Φέμεν. Φωνάζουν για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων και κατηγορούν την Εκκλησία για υποκρισία. Επεμβαίνουν η αστυνομία και οι άνδρες ασφαλείας, γίνεται χαμός, φασαρία, φωνές, σπρωξίματα ένθεν και ένθεν, αφού το ανδρικό πλήθος θέλει να θαυμάσει τις “καθολικώς διαμαρτυρόμενες” νεαρές. Κι εκεί, πάνω στο χαμό, πετάγεται ένας Ιάπωνας και ρωτάει τον Μητσάρα: “Ποιος είναι ο τύπος με την καπελαδούρα δίπλα στις Φέμεν”».

Έτσι, παραφράζοντας το γνωστό ανέκδοτο αλλά και τη φράση του Τζον Λένον, «Οι Μπιτλς είναι πιο γνωστοί από τον Χριστό», μπορούμε να καταδείξουμε το πόσο διάσημες είναι τώρα πια οι Φέμεν. Μια ομάδα από νεαρές γυναίκες με καταγωγή την Ουκρανία που διαμαρτύρονται κατά της πατριαρχίας επιδεικνύοντας τα γυμνά τους στήθη. Τις είχαμε γνωρίσει τον Οκτώβριο του 2011, όταν μαζί με τον Ρώσο φωτογράφο και συνεργάτη της «Ελευθεροτυπίας» Sergey Kozmin είχαμε επισκεφθεί το Κίεβο. Ήταν τότε, στα δεύτερα εγκαίνια του σταδίου Ολιμπίνσκι μετά την ανακατασκευή του, για τις ανάγκες του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος ποδοσφαίρου του 2012. Σ’ αυτό έγινε και ο τελικός. Είχε κοστίσει ένα κάρο λεφτά και άλλο τόσο κόστισε και η φιέστα των εγκαινίων, αλλά την παράσταση έκλεψαν οι Φέμεν. Μπούκαραν γυμνόστηθες κρατώντας πλακάτ κατά της πορνείας και του σεξοτουρισμού, την ώρα που βρισκόταν επί σκηνής η γνωστή τραγουδίστρια Σακίρα. Το «χάπενινγκ» διήρκεσε μερικά μόνο δευτερόλεπτα αφού σχεδόν πάραυτα οι δυνάμεις ασφαλείας τις συνέλαβαν. Ηταν όμως αρκετά για να περάσουν το μήνυμά τους, αφού όλα τα φώτα στράφηκαν πάνω τους και έκλεψαν τις εντυπώσεις. Από τότε πέρασε κοντά ενάμισης χρόνος και μπορεί να μη συναντηθήκαμε ξανά, όμως είχαμε συχνή επικοινωνία. Μας προϊδέαζαν για τις επόμενες ενέργειές τους και μοιραστήκαμε τη χαρά τους, μέσω skype, για την παραίτηση του Πάπα.

Στο «στρατηγείο»

«Είναι τυχερές που ζουν στην Ουκρανία. Αν αυτά τα έκαναν στη Ρωσία, θα τις είχε φάει το μαύρο σκοτάδι», μου είπε ο Σεργκέι, πηγαίνοντας να τις συναντήσουμε στο «στρατηγείο» των δύο δωματίων με κουζίνα που διατηρούν, κοντά στην πλατεία Ανεξαρτησίας, στο κέντρο του Κιέβου. Όμως, όπως διαπιστώσαμε και με τα μάτια μας, τα μέλη των Φέμεν τελούν υπό μόνιμη παρακολούθηση. Οι πράκτορες της SBU (Ουκρανική Κρατική Ασφάλεια) είναι μόνιμα στημένοι έξω από το γραφείο τους.

Για την ομάδα Φέμεν όλα άρχισαν το 2010 στο Κίεβο της Ουκρανίας όταν έκαναν την πρώτη τόπλες ακτιβιστική τους ενέργεια. Η Αννα Γκουτσόλ, η ιδρύτρια της ομάδας, η Αλεξάνδρα (Σάσα) Σεβτσένκο και η Οκσάνα Σάντσκο γεννήθηκαν στην πόλη Χμελνίτσκι και συναντήθηκαν για πρώτη φόρα πριν συμπληρώσουν τα 15 τους χρόνια, στο «πανεπιστήμιο του δρόμου». Έτσι αποκαλούσαν τα σοκάκια και τις γωνιές των δρόμων ανάμεσα στα σπίτια τους και το σχολείο. «Σε εκείνη τη διαδρομή, πιτσιρίκες ακόμη, πριν και μετά το σχολείο, φλερτάραμε, συζητούσαμε και κυρίως αμφισβητούσαμε τους πάντες και τα πάντα», μας λέει η Οκσάνα.

Πρώτο «τόπλες» το 2010

Αυτά τα ιδιαιτέρως ενεργά κοινωνικά αγόρια και κορίτσια λίγο αργότερα απέκτησαν στέγη. Ηταν το Κέντρο Προοπτικής για την Νεολαία, αλλά δεν μακροημέρευσε, καθώς σύντομα αποσπάσθηκαν και έφτιαξαν τη δική τους, αμιγώς κοριτσίστικη κίνηση, με σκοπό να σπάσουν στερεότυπα που υπήρχαν στη μικρή τους πόλη. «Στα μέρη μας και μόνο η λέξη “φεμινισμός” ήταν “ντροπή” και δυστυχώς εξακολουθεί να είναι, αφού συνεχίζουν να πιστεύουν ότι φεμινίστριες είναι μόνο οι λεσβίες».

Το 2008 πήραν την απόφαση να μετακομίσουν στην πρωτεύουσα της χώρας και η πρώτη εντύπωση που αποκόμισαν από την πόλη τις σόκαρε. «Σε σχέση με το Κίεβο, η μικρή μας πόλη έμοιαζε ότι βρισκόταν σε μόνιμη χειμερία νάρκη. Το Κίεβο είναι μια μεγαλούπολη με συγκεντρωμένες εξουσίες και δραστηριότητες αλλά και με τεράστια συσσωρευμένα προβλήματα. Αυτό ήταν ένα έναυσμα, ένα κίνητρο και για τις τρεις μας. Το πρώτο για το οποίο αρχίσαμε να μιλάμε ανοιχτά ήταν η πορνεία και όχι τυχαία. Τη συναντούσαμε και τη συναντάμε ανά πάσα ώρα και στιγμή μπροστά μας. Από τη στιγμή που φτάσαμε στην πόλη, μας ακολουθεί σε κάθε μας βήμα. Τα κορίτσια στη χώρα μας είναι ανενεργά και άρα πολύ εύκολα μπορούν να ενισχύσουν τη βιομηχανία της πορνείας, που ούτως ή άλλως ανθεί. Μέχρι τότε στην Ουκρανία κανείς δεν είχε μιλήσει γι’ αυτά το θέματα, οπότε αποφασίσαμε να μη μιλήσουμε ούτε κι εμείς. Επρεπε να ουρλιάξουμε ή να μείνουμε για πάντα σιωπηλές. Αρχίσαμε να ουρλιάζουμε αλλά και τότε κανείς δεν μας άκουγε, οπότε περάσαμε σε πιο δραστικά μέσα. Τις τόπλες ακτιβιστικές ενέργειές μας. Το 2010 ήταν η πρώτη», μας λέει η Οκσάνα.

Τρία χρόνια μετά την πρώτη τους ενέργεια τα κορίτσια εξακολουθούν όχι μόνο να είναι το ίδιο οργισμένα, αλλά και να έχουν πλέον μετατραπεί σε μια διεθνή «σεξ-τρεμιστριών», όπως αυτοαποκαλούνται, που κάνουν «ανταρτοπόλεμο» με σκοπό να ανατρέψουν την πατριαρχία. Τους τελευταίους μήνες άρχισαν να δραστηριοποιούνται δυναμικά και σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Της Γαλλίας και της Γερμανίας κυρίως, όπου έχουν δημιουργηθεί δυναμικοί πυρήνες. «Σε ολόκληρο των κόσμο υπάρχουν γύρω στα 150 κορίτσια που παίρνουν μέρος σε ενέργειες τόπλες, αλλά όπως καταλαβαίνετε υπάρχει από πίσω ένας “μικρός στρατός” που τις υποστηρίζει και αποτελείται όχι μόνο από γυναίκες αλλά και από άντρες», λέει η Σάσα Σεβτσένκο.

Απειλές και κίνδυνοι

«Κάθε μας ενέργεια έχει μεγάλους κινδύνους. Στη Λευκορωσία», υποστηρίζει η Οκσάνα Σάντσκο, «εμένα, την Ινα Σεβτσένκο και τη Σάσα Νενσίμοβα παραλίγο να μας σκοτώσουν. Στη Ρωσία με κράτησαν για 2 εβδομάδες και ύστερα με απέλασαν διά βίου. Στην Ουκρανία κάθε μας ενέργεια τελειώνει με σύλληψη και μώλωπες σε όλο μας το κορμί. Για πολλά κορίτσια ακτιβίστριες εκκρεμούν αρκετές ποινικές υποθέσεις. Η Ινα Σεβτσένκο (σ.σ. ήταν από τις πρωταγωνίστριες στην εισβολή των Φέμεν στη Νοτρ Νταμ) αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα μας και τώρα ζει μόνιμα στη Γαλλία. Τα τηλέφωνά μας παρακολουθούνται και είμαστε σίγουρες ότι και εδώ μέσα υπάρχουν “κοριοί” που καταγράφουν τις συνομιλίες μας. Αλλά αυτό σχεδόν δεν μας απασχολεί. Εξάλλου δεν έχουμε και τίποτα να κρύψουμε. Μόνο όταν σχεδιάζουμε την επόμενή μας ενέργεια, αφήνουμε τα κινητά μας τηλέφωνα και πάμε στο πάρκο και κουβεντιάζουμε».

«Παλιότερα, τον πρώτο καιρό προσπαθούσαμε να “στρατολογήσουμε” κορίτσια στην ομάδα μας. Σήμερα έρχονται και μας βρίσκουν μόνες τους, γυναίκες από όλα τα μέρη του κόσμου. Από τον Καναδά μέχρι την Τυνησία και από την Αργεντινή ώς την Ινδία. Ηλικιακά εμείς (εννοεί τον ηγετικό πυρήνα) είμαστε ανάμεσα στα είκοσι και στα τριάντα, όμως έχουμε κορίτσια από 18 μέχρι κυρίες 65 χρόνων. Δεν υπάρχει κανένας ηλικιακός προσδιορισμός για να ενταχθεί μια γυναίκα στην ομάδα μας. Το βασικό είναι να συμφωνεί με τις απόψεις μας. Αυτό που ελπίζουμε είναι ότι σύντομα θα ακουστεί και στην Ελλάδα η κραυγή-σύνθημα των Φέμεν: Ήρθα! Γδύθηκα! Νίκησα!» συμπλήρωσε γελώντας η Άννα Γκουτσόλ.

Πηγή: enet.gr

 

Share

One billion rising: για τη βία κατά των γυναικών

της Δήμητρας Σπανού

Χθες, ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου, σε διάφορες πόλεις του κόσμου πραγματοποιήθηκε ένα διαφορετικό event για την ευαισθητοποίηση πάνω στη βία κατά των γυναικών. Γυναίκες, αλλά και άντρες που αισθάνονται αλληλέγγυοι, μαζεύτηκαν για να χορέψουν σε δημόσιους χώρους ως μια μορφή διαμαρτυρίας σε αυτό το σοβαρό ζήτημα, ανταποκρινόμενες/οι στην πρωτοβουλία της οργάνωσης V-day. Από το Σικάγο και το Λονδίνο μέχρι το Νέο Δελχί και την Καμπούλ, η χθεσινή μέρα προσπάθησε να ενώσει τις φωνές των γυναικών.

Αν και πολλά μπορούν να ειπωθούν για το κατά πόσο αυτή η κίνηση αποτελεί μια ουσιαστική διαμαρτυρία ή αν όντως μπορεί ο χορός να ευαισθητοποιήσει τις κοινωνίες, η πραγματικότητα δείχνει ότι η συμμετοχή ήταν μεγάλη και μάλιστα σε χώρες όπου τα δικαιώματα των γυναικών είναι σχεδόν -έως και τελείως- ανύπαρκτα. Η μεγάλη ανταπόκριση φανερώνει και τη μεγάλη ανάγκη για αλλαγές τόσο σε πολιτισμικό όσο και σε θεσμικό επίπεδο, ειδικά σε μια συγκυρία όπου εγκλήματα κατά των γυναικών προβάλλονται διαρκώς από τα διεθνή μέσα.

Για περισσότερες πληροφορίες, εντοπίσαμε μερικά χρήσιμα λινκς. Για φωτογραφίες από διάφορα μέρη στο aljazeera

Ενδιαφέροντα βιντεάκια φιλοξενεί και η Guardian. Καμπούλ, Κονγκό, Λονδίνο, Σίδνεϋ, Κατμαντού, Μανίλα

Στη Wall Street Journal (India) μερικά βιντεάκια από το Νέο Δελχί και τη Βομβάη

Φυσικά, υλικό υπάρχει και στην ιστοσελίδα του καλέσματος one billion rising

 

Στην Αθήνα υπήρξαν δύο καλέσματα, το πρώτο το μεσημέρι στο θέατρο Εμπρός και το δεύτερο το απόγευμα στην πλατεία Μοναστηρακίου, στα οποία και βρέθηκε το Φύλο Συκής. Αν και ο καιρός μας τα χάλασε λίγο, οι διοργανώτριες και στις δύο περιπτώσεις δε φάνηκαν πτοημένες. Η ομάδα του Εμπρός μάλιστα μας δήλωσε ότι επέλεξαν να βάλουν το ραντεβού το μεσημέρι, γιατί το νόημα είναι να σπάσουμε τη ρουτίνα μας για αυτό το σοβαρό ζήτημα. Παρακάτω και μερικές φωτογραφίες που λάβαμε από το δεύτερο κάλεσμα, που έγινε από εργαζόμενες στο Ιταλικό Σχολείο.

 

 

Share

Άνομο χρέος, λιτότητα, κοινωνικό κραχ και Φεμινισμός

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Ποιες προκλήσεις, ποιες εναλλακτικές λύσεις, ποιες δράσεις; 

 

Προσκαλούμε τα δίκτυα, τις ενώσεις και τις πρωτοβουλίες γυναικών στην Ευρώπη σ’ ένα φεμινιστικό Φόρουμ. Θα διεξαχθεί στη Φλωρεντία, στο πλαίσιο του «Firenze 10 + 10», από τις 8 έως τις 11 Νοεμβρίου, στη Fortezza da Basso / www.firenze1010.eu

Ενάντια στο χειρότερο πετσόκομμα των δικαιωμάτων μας από το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, ενάντια στις πολιτικές λιτότητας, θέλουμε να ξεκινήσουμε μια διαδικασία επανασυσπείρωσης, να συζητήσουμε τις νέες προκλήσεις και να επεξεργαστούμε εναλλακτικές φεμινιστικές λύσεις. Να οικοδομήσουμε ένα πλατύ και ενωτικό κίνημα φεμινιστικών δράσεων για μια άλλη Ευρώπη – Να ποιος είναι ο στόχος μας!

Κάτω από την πίεση των αγορών, οι πολιτικές λιτότητας εφαρμόζονται ακολουθώντας το ίδιο μοντέλο παντού στην Ευρώπη: αυτό της δραστικής μείωσης των δημόσιων δαπανών, που μεταφράζεται σε περικοπές στις δημόσιες υπηρεσίες, στη κοινωνική προστασία, στους μισθούς, στις συντάξεις, κάποιες φορές και με αύξηση των φόρων, που επιβαρύνει, κατά πλειοψηφία, τους φτωχούς πληθυσμούς. Τα μέτρα αυτά έρχονται να συμπληρώσουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων, της “ευελιξίας” της αγοράς εργασίας και της επισφάλειας των μισθωτών σχέσεων.

Οι γυναίκες είναι οι πρώτες που πλήττονται από αυτές τις πολιτικές λιτότητας -κι αυτό για πολλούς λόγους:

  • Εξαιτίας της διάλυσης του κοινωνικού κράτους, είναι οι γυναίκες που πρέπει, μέσω της αύξησης της άμισθης, “αόρατης” εργασίας τους, να επωμιστούν τα καθήκοντα περίθαλψης που εγκαταλείφτηκαν από το κοινωνικό κράτος. Γινόμαστε ήδη μάρτυρες μιας πραγματικής μεταφοράς ρόλων και ευθυνών από το κράτος προς τον ιδιωτικό τομέα και προς τις γυναίκες, με αύξηση της δωρεάν εργασίας τους, του άγχους τους, της εξάρτησής τους και της βίας εναντίον τους, με την ποινικοποίηση του δικαιώματός τους στην εργασία και την εξώθησή τους στον “παραδοσιακό” τους ρόλο.
  • Οι γυναίκες αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού του κοινωνικού κράτους και κατά συνέπεια, πλήττονται άμεσα από τις πολιτικές λιτότητας, από τη μείωση του προσωπικού και των αμοιβών στον δημόσιο τομέα.
  • Είναι, επίσης, οι πρώτοι χρήστες των υπηρεσιών του κοινωνικού κράτους, η ύπαρξη των οποίων είναι κρίσιμης σημασίας για το δικαίωμά τους στην εργασία, τη συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας και την οικονομική τους αυτονομία.
  • Η υγεία των γυναικών -και κυρίως η σεξουαλική και αναπαραγωγική τους υγεία- τους επιτρέπει να ασκούν έναν έλεγχο στο ίδιο τους το σώμα και άρα και στη ζωή τους. Αυτός ο τομέας της δημόσιας υγείας είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την αποτελεσματική προώθηση της ισότητας των φύλων. Όμως, τα μέτρα λιτότητας περιορίζουν διαρθρωτικά τη χρηματοδότησή του.
  • Λιγότερες δημόσιες επιδοτήσεις χορηγούνται επίσης στη καταπολέμηση του AIDS, στα κέντρα νόμιμων εκτρώσεων, στον οικογενειακό προγραμματισμό, στις υπηρεσίες υγείας πριν από και μετά τον τοκετό καθώς και στη προληπτική φροντίδα της υγείας των γυναικών.

Αυτές οι πολιτικές επωφελούμενες από τη κρίση, επιχειρούν να ολοκληρώσουν το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, πράγμα που αποτελεί απειλή για τη δημοκρατία και για τα δικαιώματά μας και μπορεί να οδηγήσει σε ένα πολιτισμικό πισωγύρισμα. Επιστροφή στο σπίτι, κατάσταση ακραίας ανασφάλειας, εξάρτησης, βίας κατά των γυναικών, αποκλεισμός εκατομμυρίων γυναικών από την πρόσβαση σε ζωτικές τους ανάγκες.

Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση οι γυναίκες οργανώνονται. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες δίκτυα φεμινιστικών οργανώσεων θέλουν να κάνουν να ακουστούν οι απαιτήσεις και οι εναλλακτικές λύσεις τους, να οικοδομήσουν την αλληλεγγύη, να χτίσουν ένα ευρωπαϊκό φεμινιστικό κίνημα αντίστασης ενάντια στη λιτότητα. Πρωτοβουλίες έχουν ήδη πάρει σάρκα και οστά και συνεχίζουν, μαζί με δημόσιες συζητήσεις, με την οργάνωση μιας περιοδείας διεθνών φεμινιστριών αγωνιστριών σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, την παραγωγή ποικίλων αναλύσεων και δημοσιευμάτων…

Να αρνηθούμε τη λιτότητα, να κάνουμε να ακουστούν οι προτάσεις μας

Τα μέτρα λιτότητας όχι μόνο είναι κοινωνικώς απαράδεκτα, αλλά είναι και αναποτελεσματικά από οικονομική άποψη: ενώ  παρουσιάστηκαν ως απαραίτητα για τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και χρεών, προκαλούν -αντίθετα- την έναρξη ενός φαύλου κύκλου: ύφεση, αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, λιτότητα, κ.λπ.

Υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις σε αυτό το κοινωνικό κραχ. Περνούν μέσα από τον αυστηρό έλεγχο οικονομίας και το δημοκρατικό έλεγχο του χρηματιστικού κεφαλαίου. Περνούν επίσης μέσα από την αμφισβήτηση του άνομου δημόσιου χρέους, που θα οργανωθεί από επιτροπές λογιστικού ελέγχου πολιτών, που υπάρχουν σε διάφορες χώρες.

Με δεδομένο ότι οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών δεν έχουν προφανώς τη πρόθεση να αρνηθούν τα κελεύσματα των αγορών, ούτε τη λιτότητα που αυτές επιβάλλουν, δεν μπορούμε να υπολογίζουμε παρά μόνο στους κοινωνικούς  συσχετισμούς δυνάμεων που θα δημιουργήσουν οι μεγάλες  κινητοποιήσεις, για να επιβάλλουν την αλλαγή. Αλλά δεν πρόκειται να υπάρξουν μεγάλες κινητοποιήσεις χωρίς τις γυναίκες, που αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το μισό πληθυσμό.

Για να αγωνιστούμε ενάντια σ’ αυτές τις πολιτικές λιτότητας και να συγκεκριμενοποιήσουμε τις προτάσεις για την επιβολή αυστηρού ελέγχου στο χρηματιστικό κεφάλαιο, για να επεξεργαστούμε ένα νέο μοντέλο κοινωνίας στην Ευρώπη, πρέπει όλες εμείς, οι γυναίκες της Ευρώπης, να μπορέσουμε να συναντηθούμε, να συζητήσουμε μαζί και να δράσουμε! Με λίγα λόγια, πρέπει να δημιουργήσουμε μια ενωτική ευρωπαϊκή διαδικασία φεμινιστικών αγώνων ενάντια στο άνομο χρέος και τη γενικευμένη λιτότητα.

 

Υπογραφές:

  1. Magda Alves – Μέλος της πορτογαλικής φεμινιστικής ένωσης UMAR
  2. Sylviane Dahan – “Dones dEnllac“,  εκπρόσωπος της FAVB (Ομοσπονδία Ενώσεων Γειτόνων της Βαρκελώνης)
  3. Christiane Marty – μέλος της Επιτροπής Φύλου του ATTAC και του Ιδρύματος Copernic
  4. Cathy Menard – Επιτροπή Γυναικών των συνδικάτων SUD του Loiret
  5. Σόνια Μητραλιά – μέλος της Πρωτοβουλίας “Γυναίκες ενάντια στο χρέος και τα μέτρα λιτότητας” και της “Ελληνικής Επιτροπής ενάντια στο χρέος”
  6. Judit Morva – μέλος της ευρωπαϊκής φεμινιστικής Πρωτοβουλίας (IFE)
  7. Marlene Tuininga – μέλος της Παγκόσμιας Πορείας Γυναικών (MMF) και της WILPF
  8. Christine Vanden Daelen – μέλος του CADTM και της Πρωτοβουλίας “Γυναίκες ενάντια στο χρέος και τα μέτρα λιτότητας”
  9. Felicity Dowling – Γυναίκες του Merseyside ενάντια στις Περικοπές
Share