Subscribe via RSS Feed

Tag: "Φύλο και Τεχνολογία"

«Ντυθείτε κυρία μου αλλά ντυθείτε σωστά»: Ο στηθόδεσμος ως τέχνημα στον γυναικείο τύπο

gender and technology5

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

«Φορώ μετάξι – η κάλυψη προς αποκάλυψη –

Γιατί μετάξι είναι αυτό που θέλω να σκέφτεσαι.

Μα τ’ αποστρέφομαι το ρούχο. Είναι υπερβολικά απαιτητικό.»

Anne Sexton – Το στήθος

της Θέμις Κανετάκη[1]

«Ντυθείτε κυρία μου αλλά ντυθείτε σωστά» προέτρεπε μια διαφήμιση το 1965 τις αναγνώστριες του περιοδικού «Γυναίκα». Στο κείμενο αυτό μελετώ τον τρόπο που δομείται το γυναικείο σώμα μέσα από την τεχνολογία του σουτιέν κατά τη δεκαετία 1960-1970, με τον τρόπο που αποτυπώνεται στο περιοδικό «Γυναίκα».[2] Το συγκεκριμένο περιοδικό, κυκλοφορεί το πρώτο του τεύχος την 1η Φεβρουαρίου του 1950, με εκδότη τον Ευάγγελο Τερζόπουλο. H γκάμα θεμάτων είναι μεγάλη, όπως μαγειρική, νοικοκυριό, μόδα, συμβουλές πλεξίματος, παιδαγωγικά ζητήματα, θέματα σχετικά με την κοινωνική θέση της γυναίκας, ψυχαγωγία και τέχνη. Το αναγνωστικό κοινό ήταν κυρίως γυναίκες αστές, μεσοαστές, αλλά και λίγες, χαμηλότερων οικονομικά στρωμάτων, λόγω του χαμηλού κόστους του περιοδικού. Σε σχέση με τον υπόλοιπο γυναικείο έντυπο τύπο αποτελούσε δείγμα αρκετά προοδευτικό. Η κυκλοφορία του έφτανε τα τριάντα χιλιάδες τεύχη.

Τη δεκαετία του 1960, είναι ήδη εμφανής η αστικοποίηση ενός μεγάλου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας˙ ενώ είναι σαφής μια τάση εξευρωπαϊσμού. Το 1961 η Ελλάδα εισέρχεται στην Ε.Ο.Κ., με άμεση απόρροια τη διευκόλυνση εισαγωγών ευρωπαϊκών προϊόντων και κατ’ επέκταση και των σουτιέν. Το γεγονός αυτό γίνεται άμεσα εμφανές και σε αρκετές διαφημίσεις που χαρακτηριστικά αναφέρουν: «εισαγωγή U.S.A.», «ευρωπαϊκά υλικά», διαφημίσεις εισαγωγών ευρωπαϊκών εταιρειών κ.ά. Αυτό που προκαλεί τεράστιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η εισροή βιομηχανοποιημένων στηθόδεσμων αυτή την εποχή, συνδυάζεται με μια έντονη ρητορεία τόσο γύρω από την κομψότητα όσο και γύρω από την τεχνολογική αρτιότητά τους (βλ. εικόνα 1).  Το βιομηχανοποιημένο εσώρουχο έρχεται πραγματικά να ανταγωνιστεί τα εσώρουχα που παράγουν οι μοδίστρες της εποχής, παραγκωνίζοντάς τες. Η προώθηση του βιομηχανοποιημένου εσώρουχου, φτάνει σε τέτοια έκταση που αποτελεί εχέγγυο της κομψής εμφάνισης, κάνοντας εμφανές το πέρασμα από την υφάντρα στο βιομηχανοποιημένο κόσμο των εσωρούχων. Έτσι, γύρω από το σουτιέν δημιουργείται μια βιομηχανία με εξαιρετικά μεγάλο κύκλο παραγωγής. Παράλληλα, δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας και στον τριτογενή τομέα, κυρίως μέσα από τα «καταστήματα νεωτερισμού», που κάνουν σταδιακά την εμφάνιση τους.

1. Το σουτιέν ως επιστημονικό και τεχνολογικό επίτευγμα

Μέσα από τις διαφημίσεις και τα σχετικά άρθρα του περιοδικού «Γυναικά», το σουτιέν παρουσιάζεται όχι ως ένα απλό εσώρουχο, αλλά ως ένα τέχνημα, που αποκρυσταλλώνει τη «μοντέρνα» τεχνολογία· σε αντίθεση με αυτήν του κορσέ, που παρουσιάζεται ως απαρχαιωμένη.[3]

Η συγκεκριμένη ορολογία των εξαρτημάτων του σουτιέν (όπως οι μπανέλες), τα διάφορα υλικά που χρησιμοποιούνται (όπως τα υφάσματα), αλλά και όσοι απασχολούνται για την κατασκευή του (όπως γιατροί), δημιουργούν ένα ολόκληρο δίκτυο όρων αλλά και σχέσεων μεσολαβημένων από την αντικειμενική ματιά της τεχνοεπιστήμης.

Συναντάμε συχνά το τρίπτυχο: ανθεκτικότητα, ποιότητα, γραμμή, το οποίο εξασφαλίζεται βάσει των διαφημίσεων από την «καινοτόμα» τεχνολογία. Όλη αυτή η τεχνολογία εγγυάται την ομορφιά, τη σωστή θέση του στήθους, την άρτια εμφάνιση και την υγεία της γυναικείας σιλουέτας. Παράλληλα, βλέπουμε αρκετές διαφημίσεις να νουθετούν τις γυναίκες να μην κάνουν απερίσκεπτη εκλογή εσώρουχου, διότι μπορεί να καταλήξει σε καταστροφή του σώματος. Επομένως, η τεχνολογία αυτή έρχεται και ως εγγυήτρια της διατήρησης ενός καλού σώματος.

Οι διαφημίσεις των σουτιέν χρησιμοποιούν τον επιστημονικό λόγο με βασικό άξονα την υγεία και την εργονομικότητα

Η ανάλυση των διαφημίσεων αναδεικνύει μια βαθιά αλλαγή στην έννοια της υγιεινής. Σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο, που ο κορσές χρησιμοποιούνταν καθημερινά και δίχως να πλένεται, τώρα το σουτιέν έρχεται ως υγειονομική επιλογή, καθαρή και επιστημονικά ελεγμένη. Χαρακτηριστικά αυτής της αλλαγής είναι δυο άρθρα που δημοσιεύονται το  1963[4] και αναδεικνύουν  μια νέα βάση υγειονομικής ρουτίνας: Η γυναίκα παροτρύνεται να έχει τουλάχιστον δυο στηθόδεσμους και δύο λαστέξ, έτσι ώστε να μπορεί εύκολα να πλένει το ένα ενώ φοράει το άλλο. Γίνεται χρήση εξειδικευμένης ορολογίας, όπως τα οξέα του ιδρώτα, τα οποία δε θα πρέπει να παραμένουν για καιρό στο ύφασμα, διότι αλλοιώνουν την ανθεκτικότητα των εσωρούχων. Μετά από τρεις με τέσσερις χρήσεις, θα πρέπει να πλένονται και να φοριούνται εναλλάξ. Η ρητορεία γύρω από την εργονομικότητα, αναπτύσσεται κυρίως στους άξονες της ευκολίας-άνεσης και της διευκόλυνσης της αναπνοής. (βλ. εικόνα 1)

kanetaki6

Εικόνα 1 (Τεύχος 294, 26.04.1961)

kanetaki10

Εικόνα 2 (Τεύχος 377, 01.07.1964)

Σε πολλές διαφημίσεις της εποχής, όπως προαναφέρθηκε, το σουτιέν αντιμετωπίζεται ως ένα καινοτόμο τέχνημα. Γίνονται αναφορές σε διάφορες υλικότητές του (όπως τα ειδικά ελαστικά), σε σημεία του σώματος μέσα από μια επιστημονίζουσα ρητορεία, ενώ συχνά παρατηρείται η ύπαρξη ενός σημείου που απεικονίζει μεγεθυμένο το εσωτερικό του σουτιέν, ως μια κλεφτή ματιά στο «μαύρο κουτί» του τεχνήματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η παραπάνω διαφήμιση (2), όπου γίνεται χρήση εκφράσεων όπως «παρέχει κοντρόλ». Έτσι το τεχνολογικό αυτό επίτευγμα, έρχεται να τιθασεύσει το σώμα, ελέγχοντάς το και δίνοντας του την ιδανική μορφή.

Χαρακτηριστικό είναι και ένα άρθρο της εποχής που συμπυκνώνει τις παραπάνω παρατηρήσεις, με τίτλο: «Πάντα κομψή, πάντα άψογη με… τα κατάλληλα ‘ντεσσού’»:[5]

«Το μελετημένο κόψιμο, οι σωστές ντεκούπ, οι πένσες, η μεγάλη ποικιλία υλικών, τα σοφά τεχνάσματα, στην αποκλειστική υπηρεσία του γυναικείου σώματος, τα διάφορα μοντέλλα, που ακολουθούν πιστά τις προσταγές της «Ωτ Κουτύρ», όλ’ αυτά του επιτρέπουν να μας χαρίση μια σιλουέττα που πλησιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο εκείνη που απαιτεί η μόδα. Τις… πονηριές αυτές δεν μπορούν ευτυχώς να τις καταλάβουν οι αθώοι άρρενες…παρατηρηταί, που θαυμάζουν μόνο την πλαστικότητά μας και διερωτώνται, πως είναι δυνατόν να προσαρμόζεται κάθε φορά η γυναικεία σιλουέττα τόσο εύκολα στις απαιτήσεις της άστατης αυτής θεάς…».

Τέλος, μπορούμε να αναφερθούμε σε ένα παραλληλισμό του στηθόδεσμου με την επιστημονική επικαιρότητα, όπως αποτυπώνεται στην παρακάτω διαφήμιση.

kanetaki11

Εικόνα 3: Το 1962 πάει στο διάστημα ο πρώτος αμερικανός αστροναύτης Τζον Γκλεν, 10μήνες μετά το Γιούρι Γκαγκάριν. Παραλληλίζει το επίτευγμα ενός άνδρα να κατακτήσει το διάστημα με το επίτευγμα των γυναικών να κατακτηθούν από τα συγκεκριμένα εσώρουχα. (Τεύχος 337, 19.12.1962)

Οι καινοτομίες στον κλάδο του στηθόδεσμου

Ο στηθόδεσμος κατάλληλος για ειδικές ή όχι περιστάσεις, με ή χωρίς τιράντες, με ή χωρίς μπανέλες, με αναφορές ή όχι στα υφάσματα κατασκευής, με ή χωρίς μεγεθύνσεις των ινών τους: ως νέα τεχνολογία αποτυπώνεται στις διαφημίσεις του έντυπου τύπου, ως τέχνημα εγγυητή των ιδανικών, αλλά και των φυσιολογικών διεργασιών του γυναικείου σώματος, όπως είναι η αναπνοή, χαρίζοντας ομορφιά και υγεία. Το σουτιέν παρουσιάζεται ως υλικότητα η οποία αποτελεί το απτό αποτέλεσμα της συνεργασίας επιστήμης, τεχνολογίας και βιομηχανίας.

Βλέπουμε πως αυτό το τρίπτυχο αποτελεί τη βάση, που ανοίγει το δρόμο για τη δημιουργία διαφόρων καινοτόμων εσωρούχων, π.χ. το παλλόμενο σουτιέν, το οποίο αυξάνει το μέγεθος του στήθους, το σουτιέν αδυνατίσματος, τα ηλεκτρονικά σουτιέν που αναγνωρίζουν τις γόνιμες μέρες καθώς και τυχόν καρκινικά κύτταρα.

kanetaki9

Εικόνα 4: Σουτιέν nothing, που υπογραμμίζει την ενσωμάτωση του τεχνήματος στο σώμα. (Τεύχος 397, 05.04.1965)

2. Το σουτιέν ως δεύτερο δέρμα

Στην παρακάτω διαφήμιση, διαβάζουμε πως το σουτιέν γίνεται ένα με το δέρμα, ώστε να χαρίσει με τον τρόπο αυτό την ιδανική όψη για κάθε εμφάνιση. Επίσης, φέρνει την επανάσταση μέσα από τη χρήση διαφόρων εξαρτημάτων (μπρετέλα, λάστιχο κ.ά.), ακολουθώντας την κάθε μας κίνηση. Προσαρμόζεται σε κάθε στήθος, ασχέτως μεγέθους.

kanetaki7

Εικόνα 5 (Τεύχος 389, 16.12.1964)

Σε άρθρο του 1963[6] σημειώνεται: «Μια τελευταία συμβουλή: περιποιηθήτε τα εσώρουχά σας σαν ναταν το … «δεύτερο δέρμα» σας! Θα σας το ανταπωδώσουν.» Τα εσώρουχα δομούνται ως η προέκταση του γυναικείου σώματος, ως δεύτερο δέρμα πάνω στο δέρμα, που οφείλει πάντοτε να πειθαρχεί βάσει των κυρίαρχων επιταγών, αλλά και ως βιωμένης εμπειρίας που όντως κατοικεί πάνω στο γυναικείο σώμα το οποίο κατασκευάζεται, δομείται και σμιλεύεται.

kanetaki2

Εικόνα 6 (Τεύχος 357, 25.09.1963)

Όπως διατυπώνεται στην παραπάνω διαφήμιση τα εσώρουχα προστατεύουν το σώμα ώστε να μη χαλαρώσει! Πρόκειται για μια  διαδικασία αντίστροφη αυτής που γνωρίζουμε σήμερα:  το σώμα διατηρεί την εμφάνισή του, μέσα από διαδικασία πειθάρχησης, όπως είναι η ρουτίνα της γυμναστικής, της σωστής διατροφής και μιας σειράς καθημερινών συνηθειών. Ωστόσο όπως μας πληροφορεί η διαφήμιση του 1963, όλα αυτά δε χρειάζονται. Αρκούν κάποια εσώρουχα, ώστε να εξασφαλιστεί μια επιθυμητή εμφάνιση. Ως  δεύτερο γυναικείο δέρμα φορμάρουν διαρκώς το σώμα και επομένως το τέλειο σώμα, αποκτάται μέσα από τη χρήση εσωρούχων.

«Η αρχή της κομψότητας: τα εσώρουχα»[7]

Το σουτιέν ως δεύτερο δέρμα έρχεται να «οργανώσει» κατά τέτοιο τρόπο το γυναικείο σώμα, ώστε να εξελιχθεί στον εγγυητή της κομψότητας. Η κομψότητα γίνεται προνόμιο της γυναίκας, που μπορεί να αγοράσει τα απαραίτητα εσώρουχα μετατρέποντας το κορμί της στο πολυπόθητο. Σε διάφορα άρθρα τουλάχιστον της πενταετίας 1960-1965,[8] κρίνεται ότι είναι ελάχιστες οι γυναίκες των οποίων το σώμα δεν χρειάζεται απαραιτήτως εσώρουχα, ενώ όλες αναγνωρίζουν τη σημασία και την αναγκαιότητά τους. Η κάθε γυναίκα χρειάζεται ένα σουτιέν ή και ένα λαστέξ, όχι απαραίτητα για να κρύψει πιθανές ατέλειες, αλλά «γιατί είναι ο κυριότερος τρόπος για να πέσει καλά ένα φόρεμα ή μια φούστα».[9]

Χαρακτηριστικά, μία διαφήμιση του 1965, έχει ως κεντρική πρόταση: «Η κομψότης αρχίζει απ’ τα εσώρουχα!».[10] Σε άλλο άρθρο, με τίτλο «Η βάσις της γυναικείας κομψότητας»,[11]  τα εσώρουχα κρίνονται ως ο θεμέλιος λίθος της κομψότητας. Το άρθρο ξεκινάει ως εξής:

«Μια γυναίκα στην κρεβατοκάμαρά της, την ώρα που ετοιμάζεται να ντυθή για έξω, φανερώνει το μυστικό της κομψότητάς της: ένα σουτιέν με φιξ μπρετέλες….»

Στο ίδιο άρθρο, λίγο παρακάτω αναφέρει: «Η πραγματικά κομψή και φίνα γυναίκα δεν κρίνεται απ’ τα φουστάνια της, μα από τα εσώρουχά της».

Ενώ σε ένα άλλο άρθρο βλέπουμε την εξής πρόταση κατακλείδα,[12] «Και μη ξεχνάτε αυτό που λένε οι Γάλλοι: «Η πραγματική κομψότης είναι αυτή που αρχίζει από μέσα» δηλαδή από τα εσώρουχα.».

Η σημασία της «έγκαιρης πρόληψης» στην επιλογή του στηθόδεσμου

Κατά τα άρθρα του περιοδικού, θεωρείται αναγκαία η έγκαιρη «πρόληψη» και χρήση του στηθόδεσμου από την προεφηβεία, αποτελώντας την προϋπόθεση της αρμονικής διάπλασης του στήθους. Η τεχνολογία τους, σύμφωνα με τις διαφημίσεις και τα άρθρα, είναι τέτοια ώστε, να μεγαλώνουν μαζί με το στήθος σε μια πορεία διαρκούς υποστήριξης και εξασφάλισης της κατάλληλης σιλουέτας, μέσα από μια συνεχόμενη διαδικασία εξατομικευμένης προσαρμογής. Η ηλικία αυτή παρουσιάζεται να αποτελεί την περίοδο όπου δημιουργείται η βάση του εύμορφου στήθους για μια ζωή.

3. Το δυτικό πρότυπο ομορφιάς στις διαφημίσεις των στηθόδεσμων

Παρατηρούμε πως στις περισσότερες διαφημίσεις, απεικονίζονται γυναίκες που τα χαρακτηριστικά τους παραπέμπουν σε δυτικά πρότυπα ομορφιάς. Συχνά είναι ανοιχτόχρωμες, με ξανθά μαλλιά και ανοιχτόχρωμα μάτια, αδύνατες και ψηλές. Χαρακτηριστικά που δεν παραπέμπουν στη μέση Ελληνίδα, επιβάλλοντας ένα πρότυπο ομορφιάς που είναι δύσκολο να ακολουθήσουν. Το σουτιέν παρουσιάζεται και ως μια τεχνολογία μετάβασης και προσαρμογής στο πρότυπο αυτό.

Το κέντρο βάρους βρίσκεται στο εξωτερικό είτε πρόκειται για ένα προϊόν είτε για κάποιο συγκεκριμένο εξάρτημα του στηθόδεσμου˙ ό,τι συμβαίνει εκεί αποκτά μια άλλη νοηματοδότηση και επιθυμητότητα.

kanetaki5

Εικόνα 7: Στην Ελλάδα φτάνει μια από τις πιο επιτυχημένες διαφημιστικές καμπάνιες, της εταιρείας «Maidenform», με τίτλο: «I Dreamed» ((Τεύχος 372, 22.04.1964) 

Η προσαρμογή (appropriation) της τεχνολογίας του σουτιέν στα ελληνικά δεδομένα

Καθώς οι διαφημίσεις δημιουργούν στις Ελληνίδες ένα έλλειμα, σε σχέση με τα δυτικά πρότυπα ομορφιάς που προβάλλονται ως ιδανικά, οι τεχνολογίες των εσωρούχων προτίθενται να «γεφυρώσουν» το χάσμα αυτό. Πιο συγκεκριμένα, η τεχνολογία του σουτιέν έρχεται να κανονικοποιήσει, να «υποβοηθήσει» τις Ελληνίδες που ως μεσογειακές γυναίκες δεν ανταποκρίνονται στα δυτικά πρότυπα. Τα συγκεκριμένα εσώρουχα είναι «ειδικά μελετημένα για το σώμα της Ελληνίδας. Όπου κι αν βρίσκεστε, όποιο κι αν είναι το σχήμα του σώματός σας, μπορείτε να βρήτε τον τύπο που σας ταιριάζει».[13]

Σε άρθρο-διαφήμιση με τίτλο «“Silhouette” τα είδη που σας χαρίζουν αιθέρια σιλουέτα!»[14] γράφεται:

«Ξεκινώντας από την άποψι ότι το σώμα της Ελληνίδας έχει έναν ωρισμένο και αρκετά χαρακτηριστικό τύπο κατασκευής, η «ΣΙΛΟΥΕΤ», στα είκοσι οκτώ χρόνια της λειτουργίας της, μας έχει δώσει 55 σχέδια σουτιέν και 30 σχέδια λαστέξ, ειδικά μελετημένα και τέλεια προσαρμοσμένα στο ελληνικό γυναικείο σώμα.».

Σε άλλες διαφημίσεις συναντάμε την ιδιαιτερότητα του σουτιέν να μεγαλώνει το μικρό στήθος και να μικραίνει το μεγάλο! Το κατόρθωμα αυτό επιτελείται μέσα από το άριστο ελαστικό αμερικανικής προελεύσεως, το οποίο διατηρεί συνεχώς το σχήμα του. Είναι προφανές ότι τα δυτικά πρότυπα επιτυγχάνονται μέσα από με τη χρήση δυτικής τεχνολογίας.

4. Ανόρθωση, σύσφιξη στήθους και τα κέντρα ομορφιάς

Σταδιακά αναπτύσσεται ο κλάδος της σύσφιξης, ομορφιάς και διατήρησης της νεότητας του στήθους. Τότε είναι και η περίοδος της μετάβασης, μεταξύ της αντίληψης ότι το γυναικείο σώμα προκειμένου να γίνει ιδανικό, αρκούν κάποια εξωτερικά εξαρτήματα και της αναδυόμενης αντίληψης ότι το γυναικείο σώμα οφείλει να είναι ιδανικό κι όχι απλώς να φαίνεται με τη χρήση εσωρούχων.

Αυτό μπορούσε να υλοποιηθεί με τη χρήση σκευασμάτων (π.χ. λοσιόν, κρέμες) και με την επίσκεψη σε ένα κέντρο ομορφιάς. Το σουτιέν μοιράζεται πλέον το διαφημιστικό χώρο των περιοδικών με τεχνολογίες που αφορούν το ίδιο το στήθος. Η ρητορεία ενός «επιστημονοφανούς» λόγου είναι εμφανής.

Η αναδυόμενη βιομηχανία της ομορφιάς και υγείας του σώματος, συναντά τη βαθιά  ρητορεία της επιτυχημένης και προοδευτικής επιστήμης. Η συγκεκριμένη βιομηχανία, εισάγεται από τη Δύση συγκεκαλυμένη μέσα  από την επιστήμη της ιατρικής. Τα κέντρα αυτά δεν είναι απλά κέντρα αισθητικής, αλλά κέντρα υγείας. Κεντρικούς άξονες αποτελούν: η επιστημονικότητα και η δυτική προέλευση.

Το αποτέλεσμα είναι ότι πιά δεν υπάρχουν άσχημες γυναίκες, με μια προϋπόθεση: την περιποίηση. Αυτό ακριβώς παρέχει τη η βεβαιότητα ότι όποια γυναίκα επιθυμεί να περιποιηθεί τον εαυτό της, θα καταλήξει στο συγκεκριμένο Επιστημονικό Ινστιτούτο, για να αποκτήσει την πολυπόθητη νεανική όψη του στήθους.

Προς το τέλος της δεκαετίας, το 1968 η επιστήμη πια μας εγγυάται, μέσα από το άρθρο «Το πρόβλημα ωραίο στήθος»,[15] νεανικό και σφριγηλό στήθος, με την εφαρμογή αμπούλας. Το προϊόν έρχεται από το εξωτερικό και μπορεί να αγοραστεί από τα φαρμακεία, όπως η επιστήμη ορίζει. Λίγο παρακάτω, η επιστήμη της στατιστικής έχει διαπιστώσει ότι το τέλειο στήθος, αφορά σε ένα πολύ μικρό κομμάτι του γυναικείου πληθυσμού. Αλλά ευτυχώς, «η επιστήμη έρχεται να δώση το μεγάλο της παρόν». Η επαναστατική αυτή λοσιόν, είναι τόσο επαναστατική που μπορεί να χαρίσει την επιθυμητή όψη όχι μόνο στο στήθος, αλλά μάλιστα στο λαιμό και την κοιλιά. Αρκεί η χρήση να είναι καθημερινή.

Η γυμναστική ως μέσο πειθάρχησης του σώματος

Η πειθάρχηση αυτή αφορά την υγεία του γυναικείου σώματος και παράλληλα τη μεγαλύτερη ανταπόκρισή του στα δυτικά πρότυπα: ένα σώμα σφριγηλό και εύρωστο.  Η γυμναστική αποκτά σταδιακά μια κεντρικότητα στα άρθρα του περιοδικού «Γυναίκα». Ήδη  από το 1965 ξεκινάνε δειλά δειλά να διαφημίζονται Σχολές Φυσικής Αγωγής. Παρατηρούμε μια μετατόπιση βάρους από το στηθόδεσμο και τα προϊόντα περιποίησης στήθους, στη φυσική εκγύμνασή του.

Τα ίχνη του στηθόδεσμου στον ελλαδικό χώρο: εκκωφαντική σιωπή

Τα ίχνη του στηθόδεσμου στην Ελλάδα χάνονται μέσα στα χρόνια κυρίως λόγω ελλιπούς συστηματοποίησης των ελαχίστων πηγών και σχετικών καταγεγραμμένων πληροφοριών. Είναι  εκκωφαντική η σιωπή, που περιβάλλει την ιστορία του στηθόδεσμου στην Ελλάδα.

Ακόμη και στο χώρο των ιστορικών της τεχνολογίας, ο στηθόδεσμος παρότι βρίσκεται στον πυρήνα της γυναικείας καθημερινότητας, κρίνεται ως ασήμαντη τεχνολογία ή καλύτερα ως μη-τεχνολογία, σε σχέση με τα υπόλοιπα τεχνολογικά επιτεύγματα, όπως για παράδειγμα το τηλέφωνο, το ραδιόφωνο ή  το αεροπλάνο· για τα οποία, πολύ μελάνι έχει χυθεί ώστε να περιγραφούν οι κοινωνικές σχέσεις που τα διέπουν.

Η ανάλυση του στηθόδεσμου, ως καθημερινού τεχνήματος, ως μια θηλυκής τεχνολογίας όπως θα υποστήριζε και η Judith McGaw, παρέχει μια άλλη οπτική της ίδιας της έννοιας της τεχνολογίας. Η χρήση του αφορούσε μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού και ως εκ τούτου με τεράστια επίδραση στις σύγχρονες κοινωνίες. Ένας ακόμη λόγος που υποβιβάζεται η κοινωνική του σημασία, είναι ενδεχομένως και η σύνδεσή του με τη θηλυκή σεξουαλικότητα, που «οφείλει» να μένει καλά κρυμμένη. Ο στηθόδεσμος αποτελεί το τέχνημα που από τη μια πλευρά, κατασκευάζει με τον πιο απτό τρόπο το φύλο και τη γυναικεία σεξουαλικότητα και από την άλλη, αποτελεί εμπορικό αγαθό, εξαιρετικά απαιτητικό τεχνολογικά, το οποίο παράγεται από μια από της πιο προσοδοφόρες βιομηχανίες παγκοσμίως. Ωστόσο, εξακολουθεί να παραλείπεται και να παραβλέπεται από τους ιστορικούς της τεχνολογίας, που επιμένουν να ταυτίζουν τα τεχνήματα με τα μεγάλα τεχνολογικά συστήματα.

 

 

[1] Σχετικά με τον τίτλο βλ. Τεύχος 405, 28.07.1965

[2] To κείμενο αυτό, αποτελεί κομμάτι μιας ευρύτερης έρευνας, στην οποία μελετώ το πώς κατασκευάζεται το γυναικείο σώμα μέσω των διαφημίσεων στηθόδεσμου, των σχετικών άρθρων και της αλληλογραφίας αναγνωστριών μέσα από το περιοδικό «Γυναίκα», τη χρονική περίοδο 1960-1980.  Η μελέτη αυτή με τίτλο «Τεχνολογία και Θηλυκότητα: Η ιστορία ενός έμφυλου τεχνήματος στην Ελλάδα», γίνεται στο πλαίσιο της πτυχιακής μου εργασίας, στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Ι.Φ.Ε. με επιβλέπουσα καθηγήτρια την Μ. Ρεντετζή. Οι φωτογραφίες που παρουσιάζονται αποτελούν προσωπικές λήψεις του αρχείου του Ε.Λ.Ι.Α.

[3] Τεύχος 406, 11.08.1965

[4] Τεύχος 348, 02.05.1963, Τεύχος 351, 03.07.1963

[5] Τεύχος 351, 03.07.1963

[6] Τεύχος 348, 22.05.1963

[7] αποτελεί τον τίτλο ενός άρθρου του περιοδικού «Γυναίκα», τεύχος 348, 22.05.1963

[8] Π.χ. τεύχος 348, 22.05.1963

[9] Τεύχος 348, 22.05.1963

[10]  Ibid.

[11] Τεύχος 292, 29.03.1961

[12] Τεύχος 323, 06.06.1962

[13] Τεύχος 332, 10.10.1962

[14] Τεύχος 332, 10.10.1962

[15] Τεύχος 484, 31.07.1968

Share

Διάρθρωση έμφυλου λόγου και άυλη εργασία: η περίπτωση του fashion vlogging

gender and technology4

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

του Ηρακλή Βογιατζή και της Ελένης Γρηγοριάδη 

Έμφυλος Λόγος

Η σχέση λόγου ή/και γλώσσας και φύλου έχει αποτελέσει (και ακόμα φυσικά αποτελεί) σημαντικό πεδίο προβληματισμού και μελέτης για πολλούς τομείς όπως η ανθρωπολογία, η κοινωνιολογία, η ψυχολογία καθώς επίσης και για το φεμινιστικό κίνημα. Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι είχαμε δυο μεγάλες προσεγγίσεις: η μια δίνει έμφαση στο πώς το φύλο αναπαρίσταται από τη γλώσσα και η άλλη μελετά τον τρόπο με τον οποίο τα υποκείμενα (γυναίκες και άντρες) χρησιμοποιούν τη γλώσσα. Με βάση κυρίως αυτούς τους άξονες έχουν διατυπωθεί διαφορετικές προσεγγίσεις κάθε μια από τις οποίες επικεντρώνεται σε μια διαφορετική πτυχή του ζητήματος. Οι κυρίαρχες προσεγγίσεις του φεμινισμού για το ζήτημα αυτό είναι τέσσερις (S.A.Speer, 2005): η σεξιστική γλώσσα, η κοινωνιογλωσσολογική αλληλεπίδραση και η εθνογραφία της επικοινωνίας, κριτικές προσεγγίσεις που αντλούν πληροφορίες από θεωρήσεις όπως ο μεταδομισμός ή η ψυχανάλυση και προσεγγίσεις που αντλούν το περιεχόμενό τους από την εθνομεθοδολογία (Ethnomethodology or EM) και την αναλυτική της συζήτησης (Conversation Analytic or CA).  Πλέον αυτές οι δυο γραμμές θεωρούνται σαν μια και το βάρος έχει δοθεί στον λόγο (discourse) και όχι απλά στη γλώσσα και στις μεμονωμένες λέξεις. Οι δυο πρώτες κατηγορίες αναπτύχθηκαν υπό το φως του πρώτου διαχωρισμού ενώ στη νέα θεώρηση του λόγου (discourse) τοποθετούνται οι δυο τελευταίες.

Λίγο πιο συγκεκριμένα για τις τέσσερις κατηγορίες που αναφέραμε:

1) Σεξιστική Γλώσσα

Η προσέγγιση αυτή έχει σαν αφετηρία τη θεώρηση ότι η γλώσσα αποτελεί ουσιαστικά ένα ιδεολογικό φίλτρο για τον κόσμο, όπως διατυπώθηκε από τους Ehrlich and King (1994) και έχει ως βασικό άξονα μελέτης το πώς το φύλο αναπαρίσταται στη γλώσσα. Σε αυτήν την περίπτωση, στη γλώσσα αντανακλάται μια σεξιστική και ετεροφυλόφιλη μορφή της πραγματικότητας και παράλληλα διαιωνίζεται μέσω αυτής.

2) Κοινωνιογλωσσολογική αλληλεπίδραση και εθνογραφία της επικοινωνίας

Η γραμμή μελέτης εδώ βρίσκεται στο πώς τα υποκείμενα χρησιμοποιούν τη γλώσσα. Η έμφαση δίνεται στη σχέση φύλου, γλώσσας και πολιτισμού και έχει τις ρίζες της στην ανθρωπολογία και στη γλωσσολογία. Η διαφορά στη χρήση της γλώσσας οφείλεται, σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, σε δημογραφικά και μακροκοινωνικά χαρακτηριστικά όπως η τάξη, το φύλο και το πλαίσιο στο οποίο γίνεται η εκφορά μιας πρότασης. Συμπληρωματικά, η εθνογραφία της επικοινωνίας παίρνει ως βασικά χαρακτηριστικά για την κατανόηση της χρήσης της γλώσσας την εθνικότητα, την κοινωνική τάξη και το πλαίσιο εκφοράς. Οι μελετητές εδώ, εστιάζουν είτε σε πολιτισμικές ομάδες εκτός του δυτικού πολιτισμού είτε σε ομάδες του δυτικού πολιτισμού οι οποίες αποτελούνται από μειονότητες.

3) Κριτικές προσεγγίσεις που αντλούν πληροφορίες από θεωρήσεις όπως ο μεταδομισμός ή η ψυχανάλυση

Γενικά πρόκειται για μια πολιτικά προσανατολισμένη (αριστερή ή σοσιαλιστική κατά κύριο λόγο) και «από πάνω προς τα κάτω» ιδεολογία. Οι μελετητές που την ασπάζονται επικεντρώνονται στις έννοιες της εξουσίας, της ιδεολογίας και του εαυτού, με τις έρευνές τους να διεξάγονται σε ευρεία κοινωνικά συστήματα. Δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη συστατική δύναμη του λόγου (constitutive power of discourse) και βασικός στόχος τους είναι ο προσδιορισμός των ευρύτερων συστημάτων νοήματος (broad meaning systems).

4) Προσεγγίσεις που αντλούν το περιεχόμενό τους από την εθνομεθοδολογία και την αναλυτική της συζήτησης

Αυτή η προσέγγιση πρόκειται για ένα συνδυασμό της εθνομεθοδολογίας και της αναλυτικής της συζήτησης (conversation analytic). Η εθνομεθοδολογία έχει σαν κύριο συστατικό μελέτης τις μεθόδους των μελών (members’ methods) τις οποίες θεωρεί ως συγκεκριμένες (και αλγοριθμοποιημένες θα λέγαμε) διαδικασίες τις οποίες ακολουθούν τα δρώντα υποκείμενα προκειμένου να φέρουν εις πέρας τις διάφορες υποθέσεις της καθημερινής ζωής στις οποίες εμπλέκονται. Οι μελετητές που υιοθετούν αυτήν την άποψη θεωρούν πως η κοινωνική τάξη επιτυγχάνεται εξαιτίας του ότι τα δρώντα υποκείμενα ενεργούν σύμφωνα με ένα εσωτερικό σύστημα περιορισμού των κοινωνικών κανονικοτήτων. Σε αντίθεση με αυτή την οπτική, η αναλυτική της συζήτησης επικεντρώνεται στην in situ οργάνωση της επαφής των υποκειμένων και στην τοπική παραγωγή της τάξης. Οι υποστηρικτές αυτής της ανάλυσης θεωρούν τα υποκείμενα ως ενεργά μέλη τα οποία μάλιστα παράγουν και καθορίζουν την τάξη καθώς αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.

Όλα αυτά επικρατούσαν μέχρι και τα τέλη του 20ου αιώνα όπου οι κριτικές ή/και αναλύσεις γίνονταν υπό το πρίσμα των φεμινιστικών θεωριών κατά κύριο λόγο. Στο σήμερα όμως, φαίνεται να έχει διαφοροποιηθεί αρκετά ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο φεμινισμός από ένα μεγάλο κοινωνικό σύνολο, και ένα νέο ‘φαινόμενο’ που καλείται «μεταφεμινισμός» έχει αναδυθεί. Η σύστασή του είναι εξαιρετικά ετερόμορφη μιας και μπορεί κανείς να βρει τελείως διαφορετικές, έως και αντιφατικές ίσως, απόψεις. Ο μεταφεμινισμός μπορεί να ανιχνευθεί και να κατανοηθεί καλύτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα οποία έχουν πλέον κυρίαρχο ρόλο στη ζωή πολλών ανθρώπων. Μεταξύ άλλων, ένα χαρακτηριστικό που μπορεί να μελετηθεί είναι ο λόγος που υιοθετείται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και στην περίπτωσή μας πώς οι fashion vloggers χρησιμοποιούν τις λέξεις στα διάφορα video που ανεβάζουν. Λίγο πιο αναλυτικά:

Μεταφεμινισμός στα μέσα

Σύμφωνα με την Gill, ο μεταφεμινιστικός λόγος που πλέον κυριαρχεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χαρακτηρίζεται τόσο από φεμινιστικές όσο και από αντιφεμινιστικές θέσεις, γεγονός που θα μπορούσε να πει κανείς ότι δημιουργεί μια σύγχυση, το λιγότερο. Πρόκειται για ένα λόγο ο οποίος δομείται, συνυπάρχει και προωθεί ανισότητες οι οποίες εντοπίζονται στην εθνικότητα, την τάξη, τη φυλή, την ηλικία αλλά και φυσικά το φύλο (Gill, 2007). Η θηλυκότητα πλέον προωθείται ως μια σωματική ιδιότητα και όχι ως μια κοινωνική ή ψυχολογική κατασκευή. Ένα σέξι γυναικείο σώμα παρουσιάζεται κάτι που κάθε σύγχρονη γυναίκα οφείλει να έχει. Πρόκειται για ένα μέσο επιβολής δύναμης, βρίσκεται σε συνεχή επιτήρηση και κριτική και ως εκ τούτου οφείλει να εναρμονίζεται με τα πρότυπα που προωθούνται. Αυτό φυσικά δεν συμβαίνει με το αντρικό σώμα. Παράλληλα, η σεξουαλικοποίηση του πολιτισμού παίζει νευραλγικό ρόλο στην παραπάνω θεώρηση. Πολλά περιοδικά για παράδειγμα, παρουσιάζουν τις γυναίκες ως πλάσματα που έχουν ανάγκη για συνεχή προσοχή, φροντίδα και που το μόνο πράγμα που τις απασχολεί είναι πώς θα γίνουν ποθητές για τον άντρα. Η εικόνα που δημιουργείται για τις γυναίκες αποτελείται από συνεχή αναζήτηση για ηδονή και φυσικά πρόκειται για ετερόφυλα υποκείμενα που επιδιώκουν την σεξουαλική ικανοποίηση του άντρα ενώ παράλληλα πρέπει να είναι υπεύθυνες οι ίδιες για την αντισύλληψη και την πρόληψη για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Η γυναίκα δεν είναι πλέον ένα αντικείμενο με παθητικό ρόλο αλλά η δράση της είναι πιο ενεργή μιας και η ίδια φαίνεται να προωθεί τον εαυτό της όπως περιγράφηκε παραπάνω. Ακόμη, θα πρέπει να αναφέρουμε πως μέσα από τα μέσα φαίνεται πως όλα τα παραπάνω αποτελούν ελεύθερες ατομικές επιλογές της γυναίκας και οι οποίες μάλιστα της προσδίδουν ένα είδος δύναμης. Βέβαια, αυτές οι ελεύθερες ατομικές επιλογές έρχονται με κάποιο κόστος. Το κόστος είναι η αυτοεπιτήρηση, η αυτοπαρακολούθηση και η αυτοπειθαρχία στις οποίες υποχρεώνονται πλέον οι γυναίκες. Όλα αυτά συνιστούν απαραίτητα συστατικά για μια επιτυχημένη θηλυκότητα. Οι γυναίκες πρέπει να ελέγχουν συνεχώς το μακιγιάζ τους, τις θερμίδες που καταναλώνουν προκειμένου να μένουν στο ‘κανονικό’ τους βάρος, ακόμη πρέπει να ακολουθούν τις συμβουλές για το πώς θα μαγειρέψουν το τέλειο φαγητό, ‘τα πέντε απλά βήματα για να αποκτήσουν τον άντρα των ονείρων τους’ και πολλά άλλα που μπορεί κανείς να βρει σε πληθώρα άρθρων τόσο σε περιοδικά όσο και σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Όπως έχει τονιστεί ήδη στο κείμενο, η θηλυκότητα είναι μια σωματική ιδιότητα και η οποία θα πρέπει να ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένες νόρμες. Αυτό συνεπάγεται τη δημιουργία μιας ανάγκης για αλλαγή· μια ολοκληρωτική αλλαγή (extreme makeover). Πολλές τηλεοπτικές σειρές φτιάχνονται με σκοπό να αλλάξουν ριζικά την εμφάνιση της γυναίκας. Η αλλαγή περιλαμβάνει την ενδυμασία, το μακιγιάζ, τα μαλλιά ακόμα και το βάρος ορισμένες φορές. Το γεγονός αυτό ενισχύει ή/και προωθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο θηλυκότητας στο οποίο οι γυναίκες θα πρέπει να προσαρμοστούν.

Οι γυναίκες είναι πλέον ίσες με τους άντρες μιας και πλέον ψηφίζουν, δουλεύουν και γενικά μπορούν να κάνουν ό,τι και ένας άντρας. Ο μεταφεμινισμός αφαιρεί κατά κάποιον τρόπο από το κίνημα κάθε είδους πολιτική συνιστώσα μιας και η έμφαση πλέον δίνεται στην ατομικότητα και όχι στη συλλογικότητα (βασικό συστατικό κάθε πολιτικής θεώρησης) καθώς επίσης και η ισότητα έχει πια επιτευχθεί. Φυσικά αυτό συμβαίνει σε συνδυασμό με το γεγονός πως δε γίνεται κάποια ουσιαστική αναφορά στην πολιτική διάσταση του φαινομένου παρά μόνο τονίζεται η θηλυκότητα ως ιδιότητα του σώματος και τίποτα παραπάνω και την οποία μάλιστα οφείλει να έχει κάθε γυναίκα εντός ορισμένου πλαισίου πάντα. Παράλληλα το στοιχείο της ειρωνείας που διαποτίζει οποιαδήποτε έκφραση σεξισμού ή/και ομοφοβίας καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την αναγνώριση αυτών αφενός και την αντίδραση αφετέρου. Θεωρείται τρόπον τινά δεδομένο πως οι γυναίκες έχουν κερδίσει τον αγώνα τους, κανείς δεν τις αμφισβητεί και η οποιαδήποτε υποτιμητική αναφορά σε αυτές είναι απλώς ‘πλάκα’.

Τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε την ενίσχυση του δίπολου άντρας – γυναίκα / αρρενωπότητα – θηλυκότητα με όρους τόσο φυλετικούς όσο και φυσικούς, κάτι το οποίο μας πηγαίνει πίσω αρκετές δεκαετίες. Σε αυτό καταλυτικό ρόλο έχει παίξει η ραγδαία ανάπτυξη της εξελικτικής ψυχολογίας από τη μια και η εμφάνιση της γενετικής επιστήμης από την άλλη. Το αποτέλεσμα είναι ότι πλέον έχουμε στραφεί στην ύπαρξη και σημασία διαφόρων γονιδίων που καθορίζουν τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων. Επιπλέον, υπάρχει μια (άλλοτε σιωπηρή και άλλοτε εμφανής) υποτίμηση της διαμάχης μεταξύ αντρών και γυναικών μέσω της υποτίμησης του φεμινισμού. Πολλοί αναρωτιούνται προς τι αυτή η διαμάχη  μεταξύ των δυο φύλων από τη στιγμή που το φεμινιστικό κίνημα είναι ισχυρό και μάλιστα έχει καταφέρει πολλά; Η απάντηση είναι φυσικά πολύ απλή και βρίσκεται στην εκ γενετής διαφορά των δυο φύλων η οποία είναι φυσικά αδύνατο να αλλάξει. Έτσι αντί να την αρνούμαστε αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να τη δεχτούμε (Gill 2006, 2007).

Θα μπορούσε να πει κανείς πως ο φεμινισμός βρίσκεται παντού στα μέσα. Μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας δεν έχει πρόσβαση στο φεμινιστικό λόγο πέραν των μέσων και ως εκ τούτου καταλήγουν να συνεισφέρουν σε μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση άποψης γύρω από το ζήτημα. Για όλους του λόγους που αναλύθηκαν παραπάνω ο φεμινισμός φαίνεται να δέχεται επίθεση ουσιαστικά από τον ίδιο του τον εαυτό. Ο μεταφεμινισμός μοιάζει να αποτελείται από ένα φεμινιστικό περιτύλιγμα με αντιφεμινιστικό περιεχόμενο κάτι το οποίο εκδηλώνεται ιδιαίτερα στα μέσα.

Δουλεύοντας στο YouTube

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες αναπτύσσεται ένα σώμα ιδεών, το οποίο ασχολείται με τις αλλαγές που επιφέρει η ψηφιακότητα στην εργασία. Μια από τις βασικές έννοιες ανάλυσης, αυτής της συζήτησης για την φύση των μετά- βιομηχανικών κοινωνιών είναι αυτή της άυλης εργασίας. Στη παρούσα εργασία θα χρησιμοποιήσουμε, κριτικά, την έννοια της άυλης εργασίας του Maurizzio Lazzarato επεκτείνοντας την με την ανάλυση των Mark Cote και Jeniffer Pybus για την Άυλη Εργασία 2.0 στη νέα συνθήκη του Παγκόσμιου Ιστού, προκειμένου να προσεγγίσουμε την περίπτωση των fashion vloggers. Οι ακαδημαϊκοί διάλογοι περί άυλης εργασίας είναι εκτενείς, όμως δεν είναι σκοπός αυτής της εργασίας η ανάλυση τους. Παρά τις κριτικές που έχουν δεχθεί οι έννοιες αυτές, κατά την γνώμη μας, θεμελιώνουν ένα θεωρητικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορούμε να αναλύσουμε τα χαρακτηριστικά της εργασίας των vloggers καθώς και τη συναισθηματική και οικονομική σχέση που δομούν με το κοινό, χρησιμοποιώντας τον έμφυλο λόγο.

Μια νέα μορφή εργασίας η οποία αναδύεται μέσα στα δίκτυα του Παγκόσμιου Ιστού είναι αυτή των fashion vloggers. Στην συνέχεια θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο οι fashion vloggers δουλεύουν και παράγουν το περιεχόμενο τους, το οποίο δεν είναι άλλο από το Youtube. Η πλατφόρμα του Youtube συνιστά το κατεξοχήν εργαλείο για την δημιουργία vlog και αποτελεί τον χώρο μέσα στον οποίο παράγουν, διαμοιράζουν και τελικά μετατρέπουν σε αξία, τα ιστολόγια τους οι vloggers. Οι τρόποι με τους οποίους οι δημιουργοί μετατρέπουν σε εισόδημα τις προτιμήσεις, τα γούστα και τις συναισθηματική οικειότητα που δημιουργούν με το κοινό τους αφορούν την σφαίρα της διαφήμισης. Οι fashion vloggers έχουν τρεις πηγές εσόδων 1. τις διαφημίσεις του Youtube 2. τη χρηματοδότηση από συγκεκριμένες εταιρίες για την προώθηση των προϊόντων τους 3. έσοδα από σειρές προϊόντων που φέρουν την επωνυμία τους και τα οποία πωλούν. Τα έσοδα των διαφημίσεων δεν είναι σταθερά και εξαρτώνται από διαφορετικούς παράγοντες. Σημαντικό είναι να τονίσουμε πως δεν υπολογίζονται με βάση τις επισκέψεις των βίντεο. Πολλές επισκέψεις στο βίντεο ή πολλοί συνδρομητές στο κανάλι ενός vlogger δεν μεταφράζονται αυτόματα σε πολλά χρήματα γι’ αυτούς.

Θα παρουσιάσουμε πολύ συνοπτικά την πολιτική οικονομία του Youtube (Wasko&Erickson 2009) και τους όρους με τους οποίους καλούνται οι fashion vloggers να εργαστούν. Το σύστημα είναι απλό και συγκροτείται από ένα τρίπτυχο, τους διαφημιστές, τους vloggers και το YouTube, το οποίο διαιτητεύει τις συναλλαγές. Ο κάθε διαφημιστής πληρώνει για να προβάλλει τις διαφημίσεις με βάση μια μονάδα μέτρησης: το Κόστος ανά Χιλιάδα (Cost Per Mille ή CPM). Το CPM είναι το ποσό που πληρώνει ο διαφημιστής ανά χίλιες εντυπώσεις της διαφήμισης στο βίντεο. «Εντύπωση» ονομάζεται μια πλήρης προβολή διαφήμισης (Pinsky 2014). Συνήθως οι διαφημίσεις έχουν τη μορφή μικρών βίντεο διάρκειας 30 δευτερολέπτων, τα οποία προβάλλονται πριν την έναρξη του περιεχομένου που θέλει να δει ο χρήστης ή παρεμβάλλονται στο περιεχόμενο που ήδη παρακολουθεί. Το ύψος του CPM εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, για παράδειγμα αυξάνεται τις περιόδους των διακοπών, όταν οι αγορές είναι εντονότερες. Επίσης το CPM εξαρτάται από το είδος του προϊόντος, για παράδειγμα το CPM για διαφημίσεις σπιτιών είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο για φαγητό. Μια μέση τιμή, χωρίς να είναι ενδεικτική, που προέκυψε από την έρευνα μας στο διαδίκτυο είναι περίπου $7,68 ανά CPM

Όμως, ένα μικρό ποσοστό των χρηστών του περιεχομένου δημιουργεί «εντυπώσεις», μόλις το 15% δεν επιλέγει να αποφύγει τις διαφημίσεις. Οι παραγωγοί περιεχομένου προκειμένου να υπολογίσουν τα έσοδα τους χρησιμοποιούν μια διαφορετική μονάδα μέτρησης το eCPM (effective CPM). Το αποτελεσματικό Κόστος Ανά Χιλιάδα είναι το ποσό χρημάτων που λαμβάνουν ανά 1000 προβολές του βίντεο που έχουν δημιουργήσει (Pinsky 2014). Η τιμές των CPM και eCPM, τα τελευταία χρόνια, έχουν πτωτικές τάσεις καθώς όσο περισσότεροι vloggers μπαίνουν στην «αγορά» τόσο απλώνεται το διαθέσιμο κεφάλαιο. Η λύση για να ανταπεξέλθουν οι παραγωγοί περιεχομένου σε αυτή την πτωτική τάση είναι όλο και πιο εντατικοί ρυθμοί εργασίας, όλο και πιο συχνά και ποιοτικά βίντεο (Calacanis 2013). Οι υπολογισμοί και οι πληρωμές γίνονται αυτόματα όταν ο vlogger εγγραφεί στην υπηρεσία AdSense, η οποία διαχειρίζεται τις διαφημίσεις. Το ποσό που «παράγουν» οι διαφημίσεις μοιράζεται ανάμεσα στα δύο εμπλεκόμενα μέρη. O παραγωγός του περιεχομένου παίρνει 68% του ποσού των διαφημίσεων. Για κάθε 100$ που παράγει ο vlogger λαμβάνει τα 68$ (Google 2017).

Από το 2012 η εταιρία έθεσε σε χρήση ένα απλούστατο μοντέλο διεπαφής παραγωγών περιεχομένου και διαφημιστών, το οποίο προκάλεσε τον «πυρετό του χρυσού» στο Youtube: Οι δημιουργοί με το πάτημα ενός κουμπιού αποδέχονται την προβολή διαφημίσεων στο περιεχόμενο τους με αντάλλαγμα ποσοστό επί των κερδών. Σύμφωνα με τους New York Times εκατομμύρια τέτοιοι συνεργάτες προσπαθούν να εργαστούν ως vloggers: «από μεγάλες επιχειρήσεις με αποθήκες μέχρι ερασιτέχνες μάγειροι σε μικρές κουζίνες στην Βραζιλία» (Kaufman 2014). Η Google στέλνει το μήνυμα: ελάτε στο youtube, προσελκύστε το κοινό και βγάλτε χρήματα. Στην κορυφή αυτού του σχήματος βρίσκονται διάσημοι vloggers όπως η Ζoella που τον Ιούλιο του 2017 είχε 11 εκατομμύρια εγγεγραμμένους ακολούθους στο κανάλι της ή ο PewDiePie με 56 εκατομμύρια, με τα έσοδα τους να ξεπερνούν τα 4 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο. Δεν θα ήταν υπερβολή να παρομοιάσουμε τη έξαψη του κινήματος των vloggers με τον πυρετό του χρυσού στην μετεμφυλιακές Η.Π.Α στα τέλη του 19ου αιώνα. Youtubers απ’ όλο τον κόσμο συρρέουν στην πλατφόρμα προκειμένου να εξασφαλίσουν γρήγορα από το σαλόνι του σπιτιού τους, μεγάλα εισοδήματα. Η πραγματικότητα όμως δεν είναι τόσο αστραφτερή για όλους. Όπως η Καλιφόρνια δεν έγινε η γη της επαγγελίας για του φτωχούς Αμερικανούς που συνέρρεαν σε αυτή- το αντίθετο μάλιστα έγινε τόπος μόχθου- έτσι και το youtube λειτουργεί ως πλατφόρμα που εκατομμύρια vloggers δουλεύουν ατελείωτες εργατοώρες όμως ελάχιστοι μπορούν όντως να βιοποριστούν από αυτή την εργασία. Η ίδια η εταιρία παραδέχεται πως ανάμεσα στα εκατομμύρια κανάλια μόνο μερικές χιλιάδες μπορούν να φτάσουν εξαψήφιο νούμερο στα κέρδη τους (Kaufman 2014).

 

 

Share

Εμπειρίες γυναικών: η χρήση της γυναικολογικής καρέκλας

gender and technology3

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

της Αντιγόνης Λαζοπούλου

Σε μια προσπάθεια κατανόησης του γυναικείου βιώματος κατά την γυναικολογική εξέταση, επιλέξαμε να εστιάσουμε στην μελέτη της γυναικολογικής καρέκλας, την οποία στο σύνολο της εργασίας την προσεγγίζουμε ως τέχνημα. Θέτοντας ως βασικό σημείο αναφοράς τις μεθοδολογικές και θεωρητικές αφετηρίες των Σπουδών Επιστήμης, Τεχνολογίας, Κοινωνίας αλλά και της Κοινωνιολογίας της επιστημονικής γνώσης και τις προσεγγίσεις της Κοινωνικής Κατασκευής της Τεχνολογίας, η αναζήτηση του νοήματος του τεχνήματος της γυναικολογικής καρέκλας θα αναζητηθεί στην ετερογένεια των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων και στις κοινωνικότητες που αυτό εγγενώς εμπεριέχει.

Ο L. Winner στο άρθρο του «Do artifacts have politics», χρησιμοποιώντας ως μεθοδολογία την μελέτη περιπτώσεων από το πεδίο της ιστορίας της τεχνολογίας, επιχειρηματολογεί ότι τα τεχνουργήματα περιέχουν εγγενώς πολιτικές ποιότητες, δηλαδή συγκεκριμένες μορφές εξουσίας και ισχύος, με σκοπό να καταδείξει τα κοινωνικοοικονομικά συστήματα τα οποία εγγράφουν στο εσωτερικό τους καθώς και τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώθηκε ο σχεδιασμός, η ανάπτυξη αλλά και η χρήση τους. Με τον όρο τεχνολογία, εννοεί οποιοδήποτε μοντέρνο πρακτικό τεχνούργημα, διάταξη και σύστημα, ενώ με τον όρο πολιτική τις διαπραγματεύσεις εξουσιών και ισχύος.

Σκοπός λοιπόν της παρούσας μελέτης, είναι η ανίχνευση και ανάδειξη των κοινωνικοτήτων και κοινωνικών σχέσεων που αποτυπώνονται στον σχεδιασμό και χρήση της γυναικολογικής καρέκλας και καθορίζουν και νοηματοδοτούν το γυναικείο βίωμα. Έτσι σε ένα πρώτο επίπεδο, θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε συνοπτικά την σχετική συζήτηση όπως αυτή προκύπτει από την σύγχρονη διεθνή βιβλιογραφία, στην συνέχεια θα εστιάσουμε στην ανάδειξη της σχέσης  του σχεδιασμού της γυναικολογικής καρέκλας και της επιτελεστικότητας του φύλου, ενώ στο τελευταίο μέρος, θα συζητήσουμε τα αποτελέσματα της περιορισμένης έρευνας μέσω ερωτηματολογίου που πραγματοποιήσαμε κατά την συγγραφή της εργασίας.

Μέρος Α’

Στο άρθρο «Women’s Experiences of Pelvic Examination: An Interview Study» (Oscarsson M. et. al.: 2009) παρατίθεται το ζήτημα της έκθεσης του γυναικείου σώματος κι η δυσκολία της γυναίκας να αποχωρήσει από τη γυναικολογική καρέκλα ακόμη κι όταν νιώθει άβολα και πρέπει να υπερασπιστεί το σώμα της απέναντι στην κριτική του γιατρού. Ένα εξίσου σημαντικό σημείο πέρα από το φύλο του γιατρού, το οποίο παίζει καθοριστικό ρόλο, είναι η διαδικασία στην οποία υποβάλλεται η γυναίκα πριν την επίσκεψη, όπου καλείται να καθαρίσει το σώμα της εξ αιτίας της επερχόμενης εξέτασης και να επιλέξει συγκεκριμένα ρούχα που θα εξυπηρετήσουν το γυναικολογικό έλεγχο. H επίσκεψη στο γυναικολόγο μετατρέπει το γυναικείο σώμα σε πρόβλημα που μπορεί να λυθεί, να αναλυθεί και να αξιολογηθεί αντικειμενικά, γεγονός που καθιστά το βίωμα των γυναικών «προβληματικό», ενώ ταυτόχρονα η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ ασθενή – γιατρού αναδεικνύεται σε παράγοντα κομβικής σημασίας.

Στο άρθρο «Women’s experiences of the gynecologic examination: factors associated with discomfort» (Hilden M. et. al.: 2003) γίνεται σαφές πως ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα και τις σεξουαλικές εμπειρίες των ασθενών αλλάζει και διαμορφώνεται η εμπειρία της επίσκεψης. Το αίσθημα άγχους και ντροπής συνδέεται τις περισσότερες φορές είτε με ανατομικές ιδιαιτερότητες ή έλλειψη εμπειρίας από τη συγκεκριμένη διαδικασία, είτε με περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης τα οποία οι ασθενείς δε συζητούν με το γιατρό. Ταυτόχρονα στη μελέτη αυτή επαναδιατυπώνεται ο φόβος για την κριτική που μπορεί να υποστεί η ασθενής από το γιατρό για το σώμα της ή/και τη σεξουαλική της ζωή.

Τέλος, στο άρθρο με τίτλο: «Gender and the Gynecological Examination: Women’s Identities in Doctors’ Narratives» (Galasinski D. et. al.: 2007) οι συγγραφείς υπογραμμίζουν πως η βιβλιογραφία δίνει έμφαση στο φύλο του γιατρού, δεν δίνεται όμως έμφαση στο φύλο της ασθενούς. Φαίνεται μάλιστα πως δεν υπάρχει καθόλου χώρος στο ιατρείο για το φύλο κι οι γυναίκες φαίνεται συστηματικά να απο-σεξουαλικοποιούνται κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Το βασικό επιχείρημα του άρθρου είναι ότι το φύλο της ασθενούς όχι μόνο απουσιάζει αλλά κατασκευάζεται από τον άντρα γυναικολόγο την ίδια στιγμή που αυτός κατασκευάζει το δικό του.

Μέρος Β’

Το αρνητικό βίωμα των γυναικών στη διάρκεια της γυναικολογικής εξέτασης έχει συσχετιστεί στην βιβλιογραφία και με το σχεδιασμό της γυναικολογικής καρέκλας. Στο άρθρο «The Androchair: Performing Gynaecology through the Practice of Gender Critical Design» (Ehrnberger K. et. al.:2017) συσχετίζουν το βίωμα και την καρέκλα με την επιτελεστικότητα του φύλου, καθώς και μια διατύπωση εναλλακτικής μορφής του τεχνουργήματος, τονίζοντας πως παρά τις συνεχείς απαιτήσεις στο πεδίο του design το συγκεκριμένο τεχνούργημα δεν έχει αμφισβητηθεί εδώ και 100 χρόνια.

Ξεκινώντας από την παραδοχή ότι η επιστήμη της γυναικολογίας είναι εγγενώς έμφυλη πρακτική καθώς βασίζεται στην εξουσία των αντρών πάνω στα γυναικεία σώματα υιοθετούμε την θέση των συγγραφέων ότι το design της καρέκλας οφείλει να προσληφθεί ως μία συνεχής κοινωνική διαδικασία που φτάνει πέρα από την υλικότητα και εγγράφει αφηγήσεις σχετικές με το ποιος έχει εξουσία και ποιος όχι.

Οι έννοιες του doing genderκαι της επιτελεστικότητας του φύλου όπως προτείνεται από την Butler, αποτελούν βασικά στοιχεία του επιχειρήματος των συγγραφέων σχετικά με το φύλο, την γυναικολογική εξέταση και το τεχνούργημα. Μέσω αυτών προσεγγίζεται η έννοια του φύλου όχι ως κάτι που «είναι», αλλά ως κάτι που κατασκευάζεται, διατηρείται και μετασχηματίζεται κοινωνικά. Παράλληλα η έννοια της επιστελεστικότητας του φύλου παρέχει έναν τρόπο κατανόησης των άκαμπτων ρυθμιστικών πλαισίων που καθοδηγούν τις πράξεις του υποκειμένου. Η τακτική επίσκεψη στο γυναικολόγο είναι μία πράξη κατά την οποία επιτελείται το φύλο. Καθώς η υλικότητα κατευθύνει τις πράξεις και τις σκέψεις μας, η γυναικολογική καρέκλα είναι μία υλικότητα που συμβάλλει στο κανονιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δρούμε ως υποκείμενα. Έτσι, εάν η γυναικολογική εξέταση αντιμετωπιστεί ως μία παράσταση που αποτελείται από την ασθενή, τις υλικότητες (καρέκλα, εργαλεία), το σκηνικό του γυναικολογικού γραφείο, μπορούμε να φανταστούμε ότι οι πολλαπλές αλληλεπιδράσεις των παραπάνω μπορούν να καταλήξουν σε πολλαπλές αφηγήσεις.

Οι συγγραφείς εστιάζουν στα βιώματα των γυναικών που σχετίζονται με την χρήση της καρέκλας διαβάζοντας το design ως οπτική γλώσσα, με σκοπό την αποδόμησή του και την ανάδειξη των ιεραρχικών και έμφυλων αξιών που το συγκροτούν. Η μεθοδολογία που ακολουθούν βασίζεται στις συνεντεύξεις χρηστών της γυναικολογικής καρέκλας, δηλαδή γυναίκες ασθενείς και ιατρικό προσωπικό. Ταυτόχρονα, παίρνουν συνεντεύξεις από άντρες ασθενείς κι ιατρικό προσωπικό αναζητώντας την εμπειρία εκείνη που θα μπορούσε να συγκριθεί με την γυναικολογική εξέταση.

Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η εξέταση αυτή είναι η εξέταση για τον προστάτη, και κατασκευάζουν μία καρέκλα Androchair που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εξέταση αυτή. Η καρέκλα, είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να μεταφέρει στον ασθενή τις δυσάρεστες εμπειρίες που έχουν αναφέρει οι ερωτηθείσες γυναίκες, όπως είναι η δυσκολία ισορροπίας στην άκρη της καρέκλας, ο περιορισμός των κινήσεων κι η αδυναμία παρέμβασης κατά τη διάρκεια της εξέτασης.

Τα αποτελέσματα της έρευνας καθώς κι η ίδια η καρέκλα παρουσιάστηκαν σε ένα σεμινάριο του Swedish Centre for Architecture and Design στη Στοκχόλμη, στις 8 Μάρτη 2013. Σκοπός της παρουσίασης αυτής ήταν να ξεπεράσει η συζήτηση σχετικά με την γυναικεία εμπειρία στο γυναικολόγο τα ακαδημαϊκά όρια και να εισέλθει στο δημόσιο χώρο. Η κατασκευή της Androchair συνέβαλε στο να γίνουν ορατά τα βιώματα των γυναικών από την καρέκλα του γυναικολόγου, καθώς υπέδειξε τις νόρμες που η γυναικολογική καρέκλα ενσωματώνει. Η αντιμετώπιση του design ως έμφυλη πρακτική, χρησιμοποιήθηκε ως βάση για την αναζήτηση εναλλακτικών σχεδίων, που δεν θα ακολουθούν κανονικότητες και απαιτήσεις για το πώς πρέπει να είναι ένα γυναικείο σώμα ενώ ταυτόχρονα δεν θα ενσωματώνουν ιεραρχικές σχέσεις μεταξύ εξεταστή/εξετάστριας –εξεταζόμενου/ης.

Μέρος Γ’

Τα ερωτηματολόγια απαντήθηκαν από 140 γυναίκες ηλικίας 15-40+. Ακολουθούν επιγραμματικά τα αποτελέσματα-συμπεράσματα.

  • Τουλάχιστον μία φορά το χρόνο επισκέπτεται το γυναικολόγο το 80% των ερωτηθέντων, υπογραμμίζοντας το γεγονός πως η διαδικασία αυτή έχει ενσωματωθεί στην καθημερινότητα της γυναίκας που ζει στην Ελλάδα το 2017, δεδομένου ότι το 85% των γυναικών δεν έχει κάποιο διαγνωσμένο πρόβλημα που να επιτάσσει την τακτική και συχνή επίσκεψη στο γιατρό.
  • Ένα τέταρτο μόνο των γυναικών έχουν γυναίκα γυναικολόγο, ενώ το συντριπτικό 75% έχει άντρα. Ταυτόχρονα το 65% δεν έχει προτίμηση στο φύλο του/της γιατρού.
  • Η αξιολόγηση της επίσκεψης βαθμολογήθηκε κατά μέσο όρο με 3,6 (1-εξαιρετικά άβολη, 5-εντελώς άνετη). Όμως, το 15% των ερωτηθέντων έχουν βαθμολογήσει την επίσκεψη με 1 και 2. Έτσι συμπεραίνουμε πως για πολλές γυναίκες που δεν αρνούνται και επαναλαμβάνουν την εξέταση χωρίς αντίσταση, αποτελεί αρνητικό βίωμα.
  • Στην ερώτηση αν η καρέκλα του γυναικολόγου αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της γυναικολογικής εξέτασης, απαντήθηκε θετικά κατά 75% και αρνητικά κατά 25%. Η ανάγνωση αυτού του αποτελέσματος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η γυναικολογική εξέταση συνδέεται με ένα τεχνούργημα και για μεγάλο ποσοστό γυναικών, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτό.
  • Η εμπειρία της χρήσης της γυναικολογικής καρέκλας (αξιολόγηση όπως πριν 1-5) αξιολογήθηκε με μέσο όρο 2,9, δηλαδή άβολη. Αξίζει να αναφέρουμε ότι 17 από τις 140 γυναίκες νιώθουν εξαιρετικά άβολα όταν χρησιμοποιούν την καρέκλα και άλλες 40 αρκετά άβολα.
  • Αντίστοιχα με την χρήση της καρέκλας ζητήσαμε να αξιολογηθεί η διαδικασία που απαιτείται πριν την τοποθέτηση του γυναικείου σώματος πάνω σε αυτή (απογύμνωση του σώματος από την μέση και κάτω, τοποθέτηση καλύμματος που να καλύπτει το γυμνό σώμα, διάνυση κάποιας, μικρής συνήθως, απόστασης μέχρι να βρεθεί η γυναίκα μπροστά στην καρέκλα, ανέβασμα σε αυτήν), παίρνει βαθμολογία 3. Ο συνδυασμός των δύο τελευταίων απαντήσεων, δείχνει πως όχι μόνο το να βρίσκεται η γυναίκα πάνω στην καρέκλα, αλλά κι η διαδικασία που απαιτείται από το ίδιο το τεχνούργημα ώστε να καταστεί αυτό λειτουργικό, αποτελούν μία δυσάρεστη εμπειρία.
  • Στην ερώτηση εάν πιστεύουν πως η καρέκλα θα μπορούσε να έχει άλλη μορφή, το 41,4% απάντησε ναι, το 28,6% όχι και το 30% δεν μπορώ να απαντήσω. Η πλειοψηφία των γυναικών πιστεύουν πως η μορφή που έχει σήμερα η καρέκλα είναι η μοναδική δυνατή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει πως 42 από τις 140 πιστεύουν ότι δεν μπορούν να απαντήσουν την ερώτηση.
  • Η τελευταία ερώτηση αφορά το εάν θα μπορούσε να έχει η γυναικολογική καρέκλα μορφή που θα βελτίωνε την εμπειρία της επίσκεψης. Έχοντας ήδη απαντήσει στη συντριπτική πλειοψηφία τους πως η καρέκλα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της επίσκεψης, είναι πολύ σημαντικό για να σκιαγραφήσουμε πως εκλαμβάνουν οι ίδιες οι χρήστριες τις δυνατότητες του τεχνουργήματος, το συμπέρασμα από αυτή την τελευταία ερώτηση. Το 52,9% απάντησε ναι, θα μπορούσε η καρέκλα να έχει μορφή που θα βελτίωνε την εμπειρία τους, το 22,1% όχι και το 25% δεν μπορεί αν απαντήσει στην ερώτηση.

Αναλύοντας τα αποτελέσματα ανά ηλικία, σημειώνει ενδιαφέρον ότι οι γυναίκες που ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 15-25, έχουν προτίμηση στο φύλο του/της γυναικολόγου τους, σε αντίθεση με τις ηλικίες 30-40+ που μόνο σε ποσοστό 18,4% έχουν τέτοια προτίμηση.

Επίσης, οι γυναίκες ηλικίας 30-40+ θεωρούν σε ποσοστό χαμηλότερο του γενικού (36,8%) πως η γυναικολογική καρέκλα θα μπορούσε να έχει άλλη μορφή σε αντίθεση με τις γυναίκες ηλικίας 15-25% έδωσαν καταφατική απάντηση σε ποσοστό 46,4%. Επιπλέον, οι ηλικίες 15-25 απαντούν σε ποσοστό 57,1% πως μία διαφορετική μορφή καρέκλας θα μπορούσε να βελτιώσει την εμπειρία της επίσκεψης, ενώ οι ηλικίες 30-40+ έδωσαν αυτή την απάντηση σε ποσοστό 44,7%.

Κλείνοντας θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι η μελέτη αυτή αποτελεί περισσότερο σημείο εκκίνησης, καθώς προσπαθεί να εντοπίσει και να θέσει τις προβληματικές, παρά μια ολοκληρωμένη προσπάθεια παρουσίασης του πολύπλοκου ζητήματος του γυναικείου βιώματος σε σχέση με την γυναικολογική εξέταση. Επιπλέον, θεωρούμε απαραίτητο να τονίσουμε ότι από την μελέτη απουσιάζει η ανάδειξη της σχέσης φύλου, τεχνολογίας και αναπηρίας, παρότι θεωρούμε εξαιρετικής σημασίας τα ζητήματα προσβασιμότητας και ανάλογου σχεδιασμού της γυναικολογικής καρέκλας. Παρά το γεγονός ότι στο ερωτηματολόγιο μας δε συμπεριλάβαμε τέτοιου τύπου ερωτήσεις, υπήρξε ένας μικρός αριθμός συμμετοχής γυναικών με περιορισμένη κινητικότητα που ανέδειξε αυτά τα θέματα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ehrnberger, K., Räsänen, M., Börjesson, E., Hertz, A., Sundbom, C., (2017), The Androchair: Performing Gynaecology through the Practice of Gender Critical Design, The Design Journal, An International Journal for all Aspects of Design, 20(2), pp. 181-198

Galasinski, D., Ziolokowska, J., (2007), Gender and the Gynecological Examination, Women’s Identities in Doctors’ Narratives , Qual Helath Res, 17(4), pp. 477-488

Hilden, M., Sidenius, K., Langhoff-Roos, J., Wijma, B., Schei, B., (2003), Women’s experiences of the gynecologic examination: factors associated with discomfort, Acta Obstetricia et Gynecologica Scandinavica, 82(11), pp. 1030-1036

Oscarsson, M., Benzein, E. (2002),Women’s Experiences of Pelvic Examination: An Interview Study, Journal of Psychosomatic Obstetrics & Gynecology, 23(1), pp. 17-25

Winner,L., (1986),The whale and the reactor: a search for limits in an age of high technology, University of Chicago Press

 

Share

Έμφυλη τεχνολογία και τηλεοπτική διαφήμιση

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

της Φραντζέσκας Παπανίκα

Τα έμφυλα χαρακτηριστικά στην προώθηση της «λευκής» τεχνολογίας  που απευθύνεται στη «νοικοκυρά»: η περίπτωση του πλυντηρίου ρούχων στην ελληνική τηλεοπτική διαφήμιση κατά την περίοδο 1980-1999.

Η διαφήμιση, όπως θα διερευνηθεί μέσω της εξέτασης σχετικού οπτικοακουστικού υλικού, υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο  διαμορφώνεται συστηματικά ο έμφυλος διαχωρισμός κατά την προβολή της δημόσιας εικόνας της τεχνολογίας πλύσης, του πλυντηρίου ρούχων, ειδικότερα μέσω των τηλεοπτικών διαφημίσεων. Βάσει των παρατηρήσεων αυτών, εξετάζονται τηλεοπτικές διαφημίσεις στη Ελλάδα κατά τη χρονική περίοδο 1980-1999.

Share

Οι Οικιακές Τεχνολογίες και η περίπτωση της προώθηση τους στην Ελλάδα την περίοδο του μεσοπολέμου

gender and technology1

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

της Γεωργίας Μάρκου

Η κυρίαρχη άποψη σε ότι άφορα τις οικιακές τεχνολογίες είναι πως μείωσαν τον χρόνο των οικιακών καθηκόντων και έκαναν το έργο της νοικοκυράς πιο ξεκούραστο. Στις διαφημίσεις ηλεκτρικών συσκευών βλέπουμε συνήθως να απεικονίζονται όμορφες και ξεκούραστες νεαρές νοικοκυρές, οι οποίες με το πάτημα κουμπιών εκτελούν άνετα τις εργασίες τους. Μάλιστα τα κουμπιά αυτά στις διαφημίσεις  πολύ συχνά  αναφέρονται ως μαγικά. Πίσω όμως από αυτές τις εικόνες της άνεσης και της εξοικονόμησης χρόνου που θεωρητικά προσφέρει η οικιακή τεχνολογία, μπορούμε να διακρίνουμε την αόρατη γυναικεία εργασία.

Οι ηλεκτρικές οικιακές συσκευές άρχισαν να χρησιμοποιούνται ευρέως στην Αμερική τη δεκαετία του 1920. Η μελέτη της Cowan για την οικιακή τεχνολογία στην Αμερική την περίοδο αυτή, υπήρξε διαφωτιστική. Στο άρθρο της με τίτλο Η Βιομηχανική Επανάσταση στο Σπίτι: Οικιακές Τεχνολογίες και οι Κοινωνικές Αλλαγές του 20ου αιώνα που κυκλοφόρησε το 1976[1], αναλύει τις βαθιές αλλαγές που συντελέστηκαν στα σπίτια στις αρχές του 20ου αιώνα  με την εισαγωγή διαφόρων τεχνολογιών. Αλλαγές που άλλαξαν όλη τη δομή του νοικοκυριού, καθώς η  χρήση οικιακών τεχνολογιών εντατικοποίησε τη γυναικεία εργασία στο σπίτι, ενώ συμπεριέλαβε και το αίτημα για αύξηση της αποδοτικότητας. Ο όρος αποδοτικότητα κέρδιζε συνεχώς έδαφος στις αρχές του 20ου αιώνα  και ήταν εμπνευσμένος από τις ιδέες του Τέιλορ γύρω από το επιστημονικό μάνατζμεντ και το αίτημα για εξορθολογισμό στη ροή της εργασίας. Τα προτάγματα αυτά αρχίζουν να εφαρμόζονται πέρα από το χώρο του εργοστασίου και στο σπίτι, στη διαχείριση του νοικοκυριού, όπου οι γυναίκες καλούνται να εγκαταλείψουν τις ακατάστατες συνήθειες εργασίας και να ταυτιστούν με τη σταθερή κανονικότητα της αυτόματης συσκευής. Πολύ χαρακτηριστικά αξίζει να αναφέρουμε  το βιβλίο της Christine Frederick The New Housekeeping: Efficiency Studies in Home Management, το οποίο κυκλοφορεί το 1914.  Σε ένα απόσπασμα στο βιβλίο της η Frederick γράφει: «George» είπα στον άνδρα μου, «μου φαίνεται πως αυτή η ‘αποτελεσματικότητα’ που έχει γίνει της μόδας τελευταία, έχει μεγάλη σχέση με το σύγχρονο νοικοκυριό. Ξέρεις, λέω να εφαρμόσω τις αρχές εδώ στο σπίτι μας. Δε θα κάτσω να βλέπω εσάς τους άντρες να ασχολείστε με όλα τα σπουδαία πράγματα. Θα κοιτάξω να βρω πως κάνουν τις έρευνές τους αυτοί οι ειδικοί και όλα τα άλλα, και μετά θα μπορώ να τα εφαρμόσω κι εγώ στο εργοστάσιό μου, στην επιχείρηση μου, στο σπιτικό μου».

Αυτό που τελικά συντελέστηκε με την εισαγωγή της οικιακής τεχνολογίας ήταν πως ο χρόνος των οικιακών καθηκόντων δεν μειώθηκε, απλά έγινε διαφορετικός καταμερισμός τους.[2] Η μηχανοποίηση δημιούργησε μια νέα σειρά εργασιών που, αν και δεν ήταν σωματικά απαιτητικές, ήταν εξίσου χρονοβόρες με τις εργασίες που αντικατέστησαν. Αυτή η αλλαγή στη δομή του νοικοκυριού συνοδεύτηκε και από αλλαγές στην ιδεολογία περί νοικοκυροσύνης. Η ανάπτυξη την εποχή αυτή της επιστήμης της οικοκυρικής, η επιστημονική μητρότητα και οι διάφορες θεωρίες περί μικροβίων και αρρώστιας, οδήγησαν σε νέα απαιτητικά πρότυπα γύρω από το νοικοκυριό και τη φροντίδα των παιδιών. Τέλος η μηχανοποίηση αυτή  είχε μικρή επίδραση, διότι είχε συντελεστεί σε ιδιωτικό πλαίσιο και για το νοικοκυριό μιας μόνο οικογένειας.

Η περίπτωση της Ελλάδας

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ξεκινά τη λειτουργία της η Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών Πειραιώς (ΗΕΑΠ). Από την αρχή της ίδρυσής της η εταιρεία δίνει μεγάλα βαρύτητα στην επέκταση της χρήσης του ηλεκτρισμού στην ιδιωτική ζωή, καθώς μέχρι  τότε η οικιακή χρήση περιοριζόταν μόνο σε λάμπες φωτισμού. Ωστόσο η ΗΕΑΠ, από το πρώτο έτος της λειτουργίας της προπαγανδίζει τη χρήση του ηλεκτρισμού για την κάλυψη πρόσθετων οικιακών αναγκών.

Από πολύ νωρίς η εταιρεία βάζει στην ατζέντα της την εντατική προώθηση ηλεκτρικών συσκευών. Διαφημίσεις της εταιρείας φιλοξενούνται σε εφημερίδες και περιοδικά, εισάγει το οικονομικό τιμολόγιο T3, που παρέχει τη δυνατότητα στους χρήστες ηλεκτρικών συσκευών να πληρώνουν πολύ χαμηλότερο ηλεκτρικό ρεύμα, έχει σταθερές και μόνιμες εκθέσεις ηλεκτρικών ειδών σε περιοχές της Αθήνας και των προαστείων. Προωθεί το σύστημα πωλήσεων με δόσεις και, τέλος, δίνει τη δυνατότητα δωρεάν εγκατάστασης και δοκιμαστικής χρήσης ηλεκτρικών συσκευών. Σε μια περίοδο λοιπόν με χαμηλά ποσοστά κατανάλωσης ρεύματος για ιδιωτική χρήση, η ΗΕΑΠ προωθεί πολύ εντατικά τις ηλεκτρικές συσκευές προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο ομοιόμορφη κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος καθόλη τη διάρκεια της ημέρας.

Η επιχειρηματολογία της εταιρείας σε ότι αφορά το γιατί οι γυναίκες έπρεπε να υιοθετήσουν τις νέες τεχνολογίες βασίζεται κυρίως σε τρεις πτυχές. Πρώτον, η αντικατάσταση των παλαιών οικοκυρικών μεθόδων από τις νέες τεχνολογίες ήταν απαραίτητη καθώς συνέβαλε στην οικιακή υγιεινή και κατά συνέπεια στην ευδαιμονία όλης της οικογένειας. Δεύτερον, οι οικιακές τεχνολογίες μείωναν το χρόνο του νοικοκυριού, καθώς επίσης το έκαναν και πιο ευχάριστο, με αποτέλεσμα οι μητέρες να έχουν στην διάθεσή τους περισσότερο χρόνο για να αφιερώσουν στη φροντίδα και ανατροφή των παιδιών τους. Τέλος, ένα σπίτι το οποίο διέθετε ηλεκτρικές συσκευές ήταν ένα μοντέρνο σπίτι, όπου τα πάντα γίνονταν απλά με το πάτημα μαγικών κουμπιών και χωρίς καθόλου κόπο. Να αναφέρουμε πως η έννοια  του μοντέρνου υπήρξε πολύ κεντρική σε όλη αυτή την περίοδο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Βλέπουμε από την παραπάνω επιχειρηματολογία πως οι ηλεκτρικές συσκευές συμβάλλουν στο να κατασκευαστεί μια νέα εικόνα για το νοικοκυριό το οποίο μεταβάλλεται από απεχθές έργο σε μια εργασία ευχάριστη και εύκολη, σε ένα «συναισθηματικό ταξίδι» όπως λέει η Cowan, καθώς η γυναίκα μέσο του νοικοκυριού της εκφράζει την στοργή και την φροντίδα της προς την οικογένειά της.

Η καμπάνια της χρήσης ηλεκτρικών συσκευών είχε ευρεία απεύθυνση, ωστόσο την περίοδο αυτή μόνο κάποιες αστικές οικογένειες είχαν την ευχέρεια να αποκτήσουν ηλεκτρικές συσκευές. Από τα αρχεία του Βελισσάριου Φρέρη[3], ο οποίος διετέλεσε μάνατζερ της εταιρείας την περίοδο 1937-1939 και επιμόρφωνε το προσωπικό σε θέματα διαφήμισης, μαθαίνουμε πως η ΗΕΑΠ εισήγαγε το 1931 την πρώτη ηλεκτρική κουζίνα, η οποία ήταν άγνωστη ως συσκευή στην Αθήνα ως τότε και ήταν κουζίνες των εταιρειών ΑEG και Magnet. Σε έγγραφο του λέει «το 1931, δηλαδή κατά το πρώτο έτος της εφαρμογής του ειδικού αυτού τιμολογίου, του γνωστού πλέον σήμερον Τιμολογίου Τ3, εγκατεστάθησαν στας Αθήνας και τον Πειραιά 124 ηλεκτρικές κουζίνες. Εις το τέλος της επόμενης διετίας ο αριθμός των έφθασε τας 738, εις το τέλος του 1935 έφθασεν τας 1966, εις το τέλος του 1938 ανήλθεν εις τας 7193 και την στιγμήν που τυπώνεται το βιβλιαράκι αυτό περισσότερες από…». Από το παραπάνω απόσπασμα του Βελισσάριου Φρέρη βλέπουμε πως η χρήση ηλεκτρικών συσκευών υπήρξε αρκετά περιορισμένη. Από την πλευρά της εταιρείας, το ενδιαφέρον εστιαζόταν σε μεγάλο βαθμό πέρα από την βραχυπρόθεσμη χρήση  ηλεκτρικών συσκευών, στην μακροπρόθεσμη καθιέρωση της χρήσης τους και στην μετατροπή τους από αγαθά πολυτελείας που ήταν αρχικά σε αγαθά πρώτης ανάγκης. Να σημειώσουμε πως την περίοδο αυτή, οι ηλεκτρικές συσκευές αποτελούν είδη πολυτελείας ενώ από την δεκαετία του 1960 και ύστερα άρχισε να διευρύνεται σημαντικά η χρήση τους.

Σε ότι αφορά τις χρήστριες της οικιακής τεχνολογίας στην Ελλάδα, ήδη από την δεκαετία του 1920 ξεκινά να γίνεται λόγος  για τη χρήση ηλεκτρικών συσκευών στο σπίτι.  Έτσι, με αφορμή μια έκθεση ηλεκτρικών ειδών στη Νέα Υόρκη το 1924,  το περιοδικό Ελληνίς φιλοξενεί άρθρο  υπό τον τίτλο Το ηλεκτρικό σπίτι, όπου η συγγραφέας αναφέρεται στο παράδειγμα των Αμερικανίδων οι οποίες έχουν στη διάθεση τους μηχανές οικιακής χρήσης αγορασμένες με δόσεις και μπορούν να κάνουν εύκολα τις δουλειές τους χωρίς την ανάγκη υπηρέτριας.[4]

Οι γυναίκες οι οποίες ανοίγουν τη συζήτηση που αφορά στη μηχανοποίηση του σπιτιού  προέρχονται κατά βάση από την αστική τάξη και είναι ενταγμένες στο φεμινιστικό κίνημα της περιόδου. Το φεμινιστικό κίνημα του μεσοπολέμου αποτελείται κυρίως από δυο οργανώσεις.  Τον Σύνδεσμο για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και το Εθνικό Συμβούλιο των Ελληνίδων. Πρόκειται για ένα κίνημα ταξικά και χωρικά οριοθετημένο. Από τα περιοδικά των δυο αυτών οργανώσεων, βλέπουμε πως η επιστημονικοποίηση του νοικοκυριού και εισαγωγή της οικιακής τεχνολογίας είναι κοινός τόπος[5] καθώς θεωρούν πως τα δυο αυτά συμβάλλουν στην αποτελεσματικότερη διαχείριση του. Το σημείο στο οποίο διαφοροποιούνται είναι το γιατί επιθυμούν την χρήση ηλεκτρικών συσκευών. Στο περιοδικό του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της γυναίκας φιλοξενούνται άρθρα για την εισαγωγή στο νοικοκυριό κανόνων τύπου μανατζμεντ και τη χρήση ηλεκτρικών συσκευών προκειμένου να μπορέσει η γυναίκα να συνδυάσει την οικιακή εργασία με την εξωοικιακή. Προτάσσουν μια πιο δίκαιη κοινωνική πολιτική και προκρίνουν το μοντέλο των εργατικών κατοικιών της Ευρώπης οι οποίες διαθέτουν δημόσιες παροχές όπως δημόσια πλυντήρια και  οι οποίες απαλλάσσουν τις εργαζόμενες από τα δύσκολα οικιακά τους καθήκοντα. Κύριο μέλημα τους είναι το δικαίωμα όλων των γυναικών στην εργασία, ανεξαρτήτου κοινωνικής τάξης ως μέσο κοινωνικής καταξίωσης και βλέπουν στις οικιακές τεχνολογίες το μέσο για να συνδυαστεί η οικιακή εργασία με το επάγγελμα.

Το Εθνικό  Συμβούλιο αντίθετα, προτάσσει έναν συντηρητικό λόγο και διαβάζει την οικιακή τεχνολογία και την επιστημονικοποίηση του νοικοκυριού ως μέσο για την καλύτερη φροντίδα της οικογένειας και την ανύψωση της νοικοκυράς μέσα στο σπίτι της, μέσο της αναβάθμισης των οικιακών της καθηκόντων. Η νοικοκυρά ανυψώνεται καθώς το οικιακό έργο παύει να είναι ταπεινό και γίνεται μια «πολύπλοκος επιστήμη». Σε ότι μάλιστα αφορά την γυναικεία  εργασία εκτός του σπιτιού  θωρείται επιθυμητή μόνο εφόσον συμβάλλει στην ευημερία της οικογένειας. Εφόσον όμως οι γυναίκες επιθυμούν να διεισδύουν σε παραδοσιακά αντρικές σφαίρες όπως είναι η ενασχόληση με την πολιτική και την κοινωνία, τότε λειτουργούν επιβαρυντικά για την οικογένεια και το έθνος τους. Χαρακτηριστικά σε τεύχος του περιοδικού Ελληνίς του έτους  1921 διαβάζουμε «Το ταπεινό νοικοκυριό  που περικλείει δια κάθε γυναίκα το βασίλειο της συνεχούς δράσεως της, έγεινεν αντικείμενον παρατηρήσεως και μελέτης, από ιατρούς, υγιεινολόγους, χημικούς, ιστορικούς, κοινωνιολόγους, καλλιτέχνας κτλ και έδωκεν αφορμήν εις όλους να ιδούν, ότι το «Νοικοκυριό» εκείνο που δεν στηρίζεται εις τα επιστημονικά θεμέλια χωλαίνει και έτσι ως επι το πλείστον η γυναίκα ή το εγκαταλείπει και φεύγει ζητώσα έξω την εργασίαν και την ευχαρίστησην η δι έλλειψιν γνώσεων του παρεμποδίζει την αποτελεσματικήν λειτουργίαν του. Και τότε εμφανίζεται η άθλια εικών , το Νοικοκυριό, το ανοικοκύρευτο, το ακάθαρτο που μαζεύει και μεταδίδει την αρρώστια, την φυματίωση, τον αλκοολισμό και θνησιμότητα των παιδιών, ή το ασυλλόγιστο που προδίδει μια άγονη προσπάθεια, όχι σπάνια εκείνο που μεταδίδει την σπατάλη και τον εκφυλισμό.»

Οι διαφορετικές αυτές τάσεις νοηματοδοτούν διαφορετικά και την κοινωνική σημασία της οικιακής τεχνολογίας. Υπάρχει μια ερμηνευτική ευελιξία ως προς το πώς αντιλαμβάνονταν  οι ίδιες οι γυναίκες την οικιακή εργασία και την οικιακή τεχνολογία. Ωστόσο αν κάνουμε ένα βήμα παραπέρα θα δούμε πως η χρήση ηλεκτρικών συσκευών στο σπίτι ουδέποτε αμφισβήτησε ότι ο χώρος της γυναίκας μέσα στο σπίτι είναι η κουζίνα. Αντίθετα, αυτό που έγινε είναι πως οργανώθηκε η απομονωμένη και απλήρωτη γυναικεία εργασία σαν να ήταν βιομηχανική. Ο επιστημονικός εξ ορθολογισμός πρόσθεσε στην οικιακή εργασία μια επαγγελματική διάσταση που εξωράιζε την εικόνα της. Οι οικιακές τεχνολογίες έχουν έναν έμφυλο χαρακτήρα, ο οποίος διαβάζεται και πάνω στα ίδια τα τεχνουργήματα. Είναι γυναικείες τεχνολογίες που συνέβαλλαν στο να ισχυροποιηθεί ο ρόλος της γυναίκας ως νοικοκυράς και να ορισθεί το σπίτι ως ο τόπος εργασίας των γυναικών και ως ο τόπος χαλάρωσης των αντρών.  Η απόδοση επιστημονικών χαρακτηριστικών στην οικιακή εργασία, ήταν μια νέα ματιά πάνω στους παραδοσιακούς θεσμούς της, ήταν ο εκμοντερνισμός της παράδοσης.

 

[1] The ‘’Industrial Revolution’’ in the Home: Household Technology And the Social Change in the 20th Century, Ruth Schwartz Cowan, Technology and Culture, Vol. 17, N.1 (Jan., 1976), pp.1-23

[2] Time spent in Housework, Vanek, Joann, Scientific American, Vol.231, Issue 5 (Nov., 1974)

[3] Αρχείο ΕΛΙΑ

[4] Αγνή Στικούδη, «Το ηλεκτρικό σπίτι», Ελληνίς Δ’8-9(1924)

[5] Αβδελά, Ε., Ψαρρά, Α., Ο Φεμινισμός στην Ελλάδα του μεσοπολέμου, εκδ. Γνώση 1985

 

Share

Χώρος και έμφυλοι ρόλοι: η ελάχιστη κατοικία και «ορθολογική» κουζίνα της Margarete Lihotzky

gender and technology

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

του Λουκά Φρέρη

Εισαγωγή

Στην παρούσα εργασία θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τη σχέση που έχει ο σχεδιασμός της κατοικίας με τον καθορισμό των έμφυλων ρόλων. Πιο συγκεκριμένα, θα μελετήσω το παράδειγμα του οικιστικού προγράμματος των κοινωνικών κατοικιών της Φρανκφούρτης, που υλοποιήθηκε την περίοδο του μεσοπολέμου. Μέσα από τη μελέτη του χώρου της κουζίνας, που είχαν αυτές οι κατοικίες, θα επιχειρήσω να αναδείξω σε ποιο βαθμό τα χωρικά χαρακτηριστικά συμμετέχουν στην κατασκευή ή/και στην ενίσχυση των έμφυλων διαχωρισμών και ταυτόχρονα πώς οι ίδιες έμφυλες σχέσεις επηρεάζουν τελικά τον σχεδιασμό της κατοικίας.

Από τον «Κύκλο της Βιέννης» στο Bauhaus

Το φιλοσοφικό ρεύμα του Λογικού Θετικισμού[1] ήταν ουσιαστικά η απόρροια των συζητήσεων και των αναζητήσεων μιας ομάδας φιλοσόφων στη Βιέννη (Κύκλος της Βιέννης), κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Τα µέλη του πρώτου πυρήνα, ήδη πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ο φυσικός Philipp Frank (1884-1966), οι μαθηματικοί Hans Hahn (1879-1934) και Richard von Mises (1883-1953) και ο οικονομολόγος και κοινωνικός επιστήμονας Otto Neurath (1882-1945).

Το 1926 στην ομάδα προστέθηκε ο Rudolf Carnap (1891-1970) και το 1929 ο Herbert Feigl (1902-1988). Η μοναδική γυναίκα στις συναντήσεις αυτές ήταν η Olga Hahn-Neurath. «Η άνοδος του ναζισμού και ο συνακόλουθος πόλεμος διέλυσε τη φιλοσοφική κοινότητα στην Αυστρία και στη Γερμανία, αναγκάζοντας τα περισσότερα μέλη της να μεταναστεύσουν στις ελεύθερες αγγλόφωνες χώρες και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ»[2].

Οι λογικοί θετικιστές είχαν ως πρότυπο τις φυσικές επιστήμες, τη λογική και τα μαθηματικά και προσδοκούσαν πως, εφαρμόζοντας τις μεθόδους τους, θα μπορούσαν να επιτύχουν στη φιλοσοφία, τη σαφήνεια, την ακρίβεια και τη βεβαιότητα που αυτές έχουν. Απώτερος στόχος τους ήταν να εξαλείψουν τη διάκριση μεταξύ φυσικών επιστημών και επιστημών του πνεύματος φτάνοντας στην ενιαία επιστήμη. Αυτή η τάση για εξορθολογισμό φαίνεται και πιο παραστατικά στην Bauhaus αρχιτεκτονική.

Το κίνημα του Bauhaus αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της βαθιάς επιρροής που άσκησε η τεχνολογία και η επιστήμη στη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης[3]. Βασική αρχή του κινήματος, αποτελούσε η λειτουργικότητα, η αποτελεσματικότητα και ορθολογισμός στη κατασκευή. Το Bauhaus ιδρύθηκε ως μία σχολή εφαρμοσμένων τεχνών στην Βαϊμάρη της Γερμανίας το 1919. Οι διευθυντές ήταν: ο Walter Gropius ως το 1925, ο Hannes Meyer έως το 1932 και ο Ludwig Mies van der Rohe έως το 1933 όπου η σχολή θα παύσει οριστικά τη λειτουργία της μετά από τις πιέσεις των ναζί.

Μετά το 1922, το Bauhaus αναζήτησε λύσεις στα προβλήματα της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας με έναν ορθολογικό και άμεσο τρόπο. Η έμφαση στη διακόσμηση και τη λεπτομέρεια αντικαταστάθηκε από έναν λειτουργικό σχεδιασμό. Αυτή η νέα τάση μπορεί να φανεί και στο ίδιο τη κτήριο που στέγαζε τις δραστηριότητες του Bauhaus, το κτίριο στο Dessau, το οποίο σχεδίασε ο Walter Gropius. Η έντονη σχέση, τόσο σε φιλοσοφικό όσο και διαπροσωπικό επίπεδο, που είχαν τα μέλη του κύκλου της Βιέννης με αυτά του Bauhaus φαίνεται και από το ότι στα εγκαίνια του κτηρίου αυτού μίλησε ο Feigl ενώ προσκλήθηκαν επανειλημμένα και έδωσαν ομιλίες ο Neurath, ο Carnap, ο Frank και ο Reichenbach[4].

Το 1928 τον Gropius διαδέχθηκε ο Hannes Meyer.

«Στόχος του Meyer, με βάση το πολιτικό και ιδεολογικό του υπόβαθρο, ήταν η μεγάλη αύξηση της παραγωγής. Επιθυμούσε να παραχθούν αντικείμενα φθηνά και εύχρηστα, για τις ανάγκες του λαού».[5]

Αντίστοιχα, ο Neurath, του κύκλου της Βιέννης, πίστευε ότι το Bauhaus θα μπορούσε να συμβάλλει σε μία ευρύτερη «επανάσταση» προς μία καλύτερη ζωή, όχι για την «ελίτ» αλλά για τους «πολλούς». Η αίσθηση λοιπόν ότι η βελτίωση των συνθηκών ζωής μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα από την ορθολογικοποίηση ήταν κοινή και για τα δύο κινήματα[6].

«Ο κύκλος της Βιέννης απέδωσε μια αύρα επιστημονικότητας στο Bauhaus και το Bauhaus απέδωσε μια εικόνα προοδευτισμού και μεταπολεμικής μεταρρύθμισης στον Κύκλο της Βιέννης».

Η τυπική λογική δηλαδή ήταν το επιστημονικό υπόβαθρο του Bauhaus. Ταυτόχρονα, οι λιτές γραμμές και ο λειτουργικός-ορθολογικός χαρακτήρας των κτιρίων της Bauhaus αρχιτεκτονικής ήταν η απόδειξη που χρειάζονταν οι θετικιστές φιλόσοφοι ότι η θεωρία τους είναι άμεσα εφαρμόσιμη.

Το οικιστικό πρόγραμμα του Ernst May και η κουζίνα της Φρανκφούρτης

Μετά το τέλος του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, οι γερμανικές πόλεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με έντονη φτώχεια καθώς και με ένα μεγάλο στεγαστικό ζήτημα. Εκείνη την εποχή, κατοχυρώθηκε το συνταγματικό καθήκον του κράτους να παρέχει σε κάθε Γερμανό πολίτη υγειονομική περίθαλψη καθώς και κατοικία που θα ήταν συμμορφωμένη, με τους τότε κανόνες υγιεινής[7]. Υπό αυτές τις συνθήκες ο Δήμος της Φρανκφούρτης ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Ernst May (1885-1970), την εντατική κατασκευή κοινωνικών κατοικιών, ο οποίος μέσα από ένα δεκαετές πρόγραμμα, έχτισε περίπου 10.000 κοινωνικές κατοικίες.

Ο May δημιούργησε την «γειτονιά» Römerstadt βορειοδυτικά της Φρανκφούρτης. Σύνδεσε την πόλη με τον νέο οικισμό μέσω ηλεκτροκίνητων τραμ, λεωφορείων και τρένων. Υπήρξε επίσης μελέτη για τη δημιουργία σχολείων, νοσοκομείων, καθώς και για την ταυτόχρονη ενίσχυση της τοπικής βιομηχανίας και κατ’ επέκταση της τοπικής οικονομίας[8].

Την εποχή εκείνη παράλληλα εμφανίστηκε στην Ευρώπη και στην Αμερική το φεμινιστικό ιδεατό της «Νέας Γυναίκας» (New Woman). Η «Νέα Γυναίκα» ήταν εργαζόμενη, μητέρα, διεκδικούσε ανώτερη εκπαίδευση και οικονομική ανεξαρτησία. Στην περίοδο 1890 με 1920, εμφανίστηκαν γυναίκες που έμπαιναν σε, μέχρι τότε, αυστηρά ανδρικά επαγγέλματα. Η μεγάλη αυτή αλλαγή μπορεί να γίνει πιο κατανοητή λαμβάνοντας υπόψιν τα στοιχεία που λένε ότι μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι γυναίκες που φοιτούσαν στα πανεπιστήμια υπερέβαιναν τους άνδρες κατά 2,5 εκατομμύρια. Τόσο οι σοσιαλδημοκράτες όσο και οι πιο συντηρητικοί πολιτικοί πίστευαν ότι το νέο αυτό «μοντέλο γυναίκας» αντιπροσωπεύει μια δύναμη αλλαγής που θα κατέστρεφε την οικογένεια και μαζί της τον ηθικό ιστό της χώρας, οδηγώντας στην οικονομική και πνευματική καταστροφή της Γερμανίας[9].

Για την αντιμετώπιση αυτής την νέας κατάστασης, το κράτος άσκησε μια πολιτική που ονομάστηκε «επανένταξη των γυναικών στο σπίτι» (female redomestication).[10] Η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης δηλαδή, επιδίωξε να ανασυντάξει τη «γυναικεία σφαίρα». Το ιεραρχικό σύστημα των «χωριστών σφαιρών» (separate spheres) συγκροτείται βάσει ενός δυισμού. Έχουμε δηλαδή από τη μία την «ανδρική σφαίρα», τον κυρίαρχο ανδρικό κόσμο της παραγωγής (η πόλη), και τη «γυναικεία σφαίρα» από την άλλη, έναν υποδεέστερο ιδιωτικό κόσμο της αναπαραγωγής (το σπίτι)[11].

Στα πλαίσια αυτού του προγράμματος, οι αντιπρόσωποι του κράτους και η Φιλελεύθερη πτέρυγα του γυναικείου κινήματος διαμόρφωσαν ένα ιδεώδες νοικοκυριού, ως «επαγγελματικό χώρο των γυναικών», που έχρηζε αντίστοιχης έρευνας με αυτή που γινόταν για τον επαγγελματικό χώρο των ανδρών, όσον αφορά την παραγωγικότητα και την τυποποίηση. Ο σκοπός ήταν να καταστήσουν το σπίτι μια προέκταση του (Φορντικού) εργοστασίου. Στο σχολικό πρόγραμμα προστέθηκε το υποχρεωτικό μάθημα οικιακής οικονομίας για τα κορίτσια και ιδρύθηκαν επαγγελματικά γυμνάσια θηλέων, στα οποία οι μαθήτριες εκπαιδεύονταν πάνω στον τομέα «παροχής οικιακών υπηρεσιών»[12].

Σε αυτό το κοινωνικό υπόβαθρο πραγματοποιήθηκε και ο σχεδιασμός της κοινωνικής κατοικίας. Ένας από τους σημαντικότερους στόχους του μοντερνιστικού κινήματος ήταν μέσα από τον ορθολογικό σχεδιασμό να περιοριστεί ο οικιακός μόχθος. Ο περιορισμός αυτός στόχευε τόσο στην μείωση του χρόνου που θα περνούσε μια νοικοκυρά κάνοντας δουλειές όσο και στην ελαχιστοποίηση της σωματικής κόπωσης που χρειάζονταν οι δουλειές αυτές. Ένας δεύτερος στόχος ήταν το κάθε σπίτι να πληροί μια σειρά από προϋποθέσεις που αφορούσαν στις συνθήκες «σωστής» διαβίωσης. Οι απαραίτητες προϋποθέσεις ήταν ο ηλιασμός, ο αερισμός και οι εγκαταστάσεις υγιεινής καθώς και, η θερμομόνωση, η ηχομόνωση και η ασφάλεια της ιδιοκτησίας.

Για την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών εισήχθη η ιδέα της «ελάχιστης κατοικίας». Η «ελάχιστη κατοικία» ήταν μία από τις προτάσεις του Bauhaus και επιδίωκε την οικονομία και τον ορθολογισμό στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, ούτως ώστε η ικανοποιητική διάταξη της κατοικίας να συνδυαστεί με την ανάγκη μείωσης του κόστους παραγωγής. Το  διαμέρισμα μιας εργατικής – κοινωνικής κατοικίας δεν θα ήταν δυνατό να προκύψει απλά ως μικρογραφία του διαμερίσματος της αστικής κατοικίας καθώς οι ανάγκες και τα ζητούμενα ήταν τελείως διαφορετικά. Η απάντηση που έδωσε το μοντερνιστικό αρχιτεκτονικό κίνημα αποτυπώθηκε σχεδιαστικά στη μετατόπιση του κέντρου του σπιτιού. Ενώ δηλαδή στις παλαιότερες προβιομηχανικές περιόδους, η «καρδιά του σπιτιού» ήταν η κουζίνα – τραπεζαρία, τώρα το βάρος πέφτει σε έναν ευρύ χώρο διημέρευσης για όλη την οικογένεια (καθιστικό), και η κουζίνα περιορίζεται στον κύριο λειτουργικά ρόλο της, αποκλειστικά δηλαδή στην ετοιμασία και διαχείριση του φαγητού[13].

Το μεγάλο πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας το οποίο εφαρμόστηκε στη Φρανκφούρτη, και υλοποιήθηκε κάτω από την εποπτεία του Ernst May, ήταν από τις πλέον χαρακτηριστικές εφαρμογές της «ελάχιστης κατοικίας». Το σχεδιασμό της κουζίνας στις κατοικίες αυτού του προγράμματος ανέλαβε το 1925 η Margarete Schütte – Lihotzky, η μοναδική γυναίκα αρχιτέκτων στην ομάδα του May. Στην πρώτη της εκδοχή, η κουζίνα της Lihotzky, είχε εμβαδό επιφάνειας 6.43 τ.μ., το οποίο μειώθηκε σε 5.50 τ.μ. στην πορεία του προγράμματος κοινωνικών κατοικιών.

Η κουζίνα στο μοντέρνο κίνημα σχεδιάστηκε, περισσότερο από κάθε άλλο μέρος της κατοικίας, με βάση τον ορθολογισμό και τον λειτουργισμό της μηχανής. Στην κουζίνα δηλαδή εγγράφονται σε πολύ μεγάλο ποσοστό οι απαιτήσεις των λογικιστών και των Bauhaus αρχιτεκτόνων. Τα μοντέλα κουζίνας που χρησιμοποίησε η Lihotzky ως πρότυπα ήταν μακριά από τις παραδοσιακές κουζίνες και γενικότερα εκτός της οικιακής σφαίρας: την ενέπνευσαν τα μαγειρεία πλοίων, η τροχήλατη κουζίνα, η τραπεζαρία των τρένων, και το βαγόνι γεύματος.[14] Οι κατεξοχήν χώροι δηλαδή, που ενσωματώνουν εξολοκλήρου το πρόταγμα του λειτουργισμού και του ορθολογισμού.

Η κουζίνα της Φρανκφούρτης, στην πιο διαδεδομένη εκδοχή της είχε διαστάσεις 1,96Χ3,44 τ.μ., ήταν φωτεινή και αεριζόταν καλά, αντίθετα με την κλασική κουζίνα των κατοικιών της εργατικής τάξης. Ο φούρνος τοποθετήθηκε στη μία γωνία και ο νεροχύτης στη άλλη. Το τραπέζι του φαγητού, που ήταν έξω από την κουζίνα – εργαστήριο, δεν έπρεπε να απέχει πάνω από τρία μέτρα από τον πάγκο της κουζίνας. Η νέα κουζίνα παρέπεμπε σε βιομηχανική κατασκευή και ουσιαστικά ήταν η πραγματοποίηση της κουζίνας ως μηχανή. Όλη η διάταξη είχε προκύψει μετά από συγκεκριμένες μετρήσεις και χωρομετρικούς υπολογισμούς. Για παράδειγμα, η Lihotzky υπολόγισε ότι σε μια παλιά εργατική κουζίνα, η συνολική απόσταση που θα έπρεπε να κάνει μια νοικοκυρά για να μεταφέρει τα πιάτα από την τραπεζαρία στον νεροχύτη και από εκεί στα ντουλάπια ήταν 19 μέτρα. Η ίδια απόσταση στην κουζίνα της Φρανκφούρτης υπολογίστηκε 8 μέτρα[15].

Η κουζίνα της Lihotzky υπερτερούσε σε σχέση με κάθε άλλη Bauhaus κουζίνα για δύο λόγους. Κατ’ αρχάς ικανοποιούσε περισσότερο από όλες τις άλλες κουζίνες την απαίτηση για τον εξορθολογισμό των οικιακών εργασιών. Επίσης η Lihotzky έδωσε στην κουζίνα το στάτους ενός προϊόντος προς κατανάλωση.[16] Δημιούργησε έναν προκατασκευασμένο θαλαμίσκο, η τοποθέτηση του οποίου γινόταν με γερανό στο χώρο της κουζίνας. Δημιουργήθηκαν περίπου 10000 τέτοιες προκατασκευασμένες κουζίνες. Με λίγα λόγια η Lihotzky κατάφερε να θέσει σε λειτουργία μια γραμμή παραγωγής «κουζίνας».

Μια ακόμη καινοτομία της κουζίνας αυτής, που συνδέεται και με την γενικότερη τάση των κρατών για εκσυγχρονισμό στην περίοδο του μεσοπολέμου, ήταν η άμεση «εξάρτηση» της κουζίνας από τις νέες τεχνολογίες. Στη Φρανκφούρτη υπήρχε η ικανότητα να παραχθεί ενέργεια, πολύ μεγαλύτερη από τις ανάγκες της υπάρχουσας αγοράς. Η υπερκάλυψη αυτή ισορροπήθηκε από την εισαγωγή όλων αυτών των νέων εξ-ηλεκτρισμένων κατοικιών του οικιστικού προγράμματος.[17]

Η λειτουργικότητα και ο ορθολογισμός στον σχεδιασμό υποτίθεται ότι θα βοηθούσαν τις γυναίκες να αποδεσμευτούν από την ολοήμερη φροντίδα του σπιτιού. Παρατηρούμε όμως τελικά ότι ο σαφής διαχωρισμός της κουζίνας από το υπόλοιπο σπίτι σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη ταύτιση της «γυναικείας σφαίρας» με τον χώρο της κουζίνας, οδήγησε τη νοικοκυρά στην απομόνωση. Μέσα στην κατοικία, η σφαίρα της γυναίκας εμποδιζόταν να εισβάλλει στην ηρεμία των άλλων σφαιρών, για να μην διαταράσσει, με τις θορυβώδεις δραστηριότητες, την ισορροπία του υπόλοιπου σπιτιού. Οι οικιακές εργασίες δηλαδή καθίστανται αόρατες και εσωτερικές, σε αντίθεση με τα εξωτερικά καθήκοντα του συζύγου.

Μέσα από αυτόν τον απόλυτο διαχωρισμό του χώρου της κουζίνας από τους υπόλοιπους χώρους του σπιτιού παρατηρούμε ότι η νοικοκυρά – εργάτρια «εντοιχίζεται» μαζί με τα έπιπλα της κουζίνας της Φρανκφούρτης, της πρώτης εντοιχισμένης κουζίνας. Έξω από την κουζίνα υπάρχει η σύζυγος, η μητέρα, η φίλη. Μέσα στην κουζίνα υπάρχει η νοικοκυρά – εργάτρια του σπιτιού. Η κουζίνα δηλαδή στις εργατικές κατοικίες της Φρανκφούρτης είναι ένα «μαύρο κουτί»,[18] όπου κάθε διαδικασία που συμβαίνει εντός του, παρουσιάζεται ως συντελεσμένο αποτέλεσμα δίχως αναφορά στις διαδικασίες παραγωγής του. Ό,τι συμβαίνει στην κουζίνα, αρχίζει και τελειώνει εντός της.

Επίλογος

Είδαμε ότι η ορθολογική οργάνωση και η οικονομία του χώρου επιχείρησαν να καταστήσουν, ως μέτρο του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού της κατοικίας, τις δυνατότητες και τις ανάγκες του ίδιου του ανθρώπου. Η οργάνωση της κατοικίας ως ένα ενιαίο σύνολο αλλά και κάθε επιμέρους χώρου, με γνώμονα τις διαστάσεις και τις βιολογικές ανάγκες των κατοίκων (ελάχιστη κατοικία), για την περίοδο του μεσοπολέμου ήταν περισσότερο από μια απλή καινοτομία. Ήταν ουσιαστικά η υλοποίηση των επιδιώξεων μιας ολόκληρης εποχής, που αποκρυσταλλώθηκε στη φιλοσοφία του «Κύκλου της Βιέννης». Οι αρχιτέκτονες του Bauhaus προσπάθησαν μέσα από την επιστημονικοποίηση της αρχιτεκτονικής, να εδραιώσουν έναν λειτουργικό σχεδιασμό ο οποίος στόχευε στο κοινό, το τυπικό και το καθολικά εφαρμόσιμο.

Μελετώντας το παράδειγμα της κουζίνας της Φρανκφούρτης είδαμε πως ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός καθορίζει τις έμφυλες σχέσεις και διαφορές, και ταυτόχρονα πως τα έμφυλα πρότυπα καθορίζουν τον σχεδιασμό της κατοικίας. Η λειτουργικότητα και ο ορθολογισμός, έννοιες που αποτέλεσαν την ιδεολογική βάση του σχεδιασμού της ελάχιστης κατοικίας την περίοδο του μεσοπολέμου, επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της οικογένειας και τον μετασχηματισμό της οικιακής εργασίας σε απομονωμένη, αναπαραγωγική, απλήρωτη εργασία.[19] Ταυτόχρονα οι αρχιτέκτονες, ταυτίζοντας την διαχείριση των οικιακών εργασιών με τη «γυναικεία φύση», διαίρεσαν την κατοικία με βάση τη θεωρία των «χωριστών σφαιρών», αντιστοιχίζοντας τον χώρο της κουζίνας με τη «γυναίκεια σφαίρα». Η «ανδρική σφαίρα» δεν «χωρούσε» πλέον στην μικρή κουζίνα της Φρανκφούρτης. Ο σχεδιασμός αυτός λοιπόν κατέστησε τις οικιακές εργασίες αόρατες και εσωτερικές, σε αντίθεση με τα εξωτερικά ανδρικά καθήκοντα.

 

Βιβλιογραφία

[1] Galison, P., Aufbau/Bauhaus: Logical Positivism and Architectural Modernism, στο: Critical Inquiry, Vol. 16, No. 4, Summer, 1990.

[2] Henderson, S., A revolution in the woman’s sphere: Grete Lihotzky and the Frankfurt Kitchen, στο Coleman, D., Danze, E., Henderson, C., (ed.), Architecture and Feminism, New York: Princeton Architectural Press, 1996.

[3] Heßler, Μ., The Frankfurt Kitchen: The Model of Modernity and the “Madness” of Traditional Users, 1926 to 1933, στο Oldenziel, R., Zachmann, K., (ed.), Cold War Kitchen: Americanization, Technology, and European Users, Massachusetts: MIT Press, 2009.

[4] Roberts, Μ., Living in a Man-Made World: Gender Assumptions in Modern Housing Design, [ελεύθερη μετάφραση των κεφαλαίων 2 έως 8 του βιβλίου από τη Σαλώμη Χατζηβασιλείου, λέκτορα στο Ε.Μ.Π., διαθέσιμη στο http://iktinos2.arch.ntua.gr], London: Routledge 1991.

[5] Αλεξάκη, O., Γούβαλη, O., Ο ρόλος των έμφυλων σχέσεων στον σχεδιασμό της κατοικίας Παραδείγματα από το Μοντέρνο Κίνημα, αδημοσίευτη διάλεξη, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών – Τομέας Ι, Αθήνα: ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: http://www.arch.ntua.gr/lectures, 2012.

[6] Γκιοτσαλίτης, Κ., Οι προσφυγικές πολυκατοικίες του ’30, αδημοσίευτη διάλεξη, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Αθήνα: ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: http://www.arch.ntua.gr/lectures, 2013.

[7] Κιντή, Β., Από τον προοδευτικό Κύκλο της Βιέννης στον αντιδραστικό Λογικό Θετικισμό, Cogito 07, 2007.

[8] Λαδά, Σ., Μύθοι και πραγματικότητες, το ‘ιδανικό σπίτι’, ο ρόλος της κατοικίας στην κατά φύλα διαίρεση του χώρου, στο: Λαδά, Σ., (επιμ.),  Μετα-τοπίσεις: Φύλο, διαφορά και αστικός χώρος, Αθήνα: future, 2009.

[9] Μπαλτάς, Α., Πρόλογος στην ελληνική έκδοση, στο: Ρεντετζή, Μ., (επιμ.),  Ο χώρος του Επιστημονικού εργαστηρίου, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 2011.

[10] Πανουτσόπουλος, Γ., Επιστήμη, Τεχνολογία και Νεορομαντισμός στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, αδημοσίευτη διπλωματική εργασία, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, Αθήνα: ΕΚΠΑ, ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: https://uoa.academia.edu/GrigorisPanoutsopoulos, 2011.

[11] Τσιαμπάος, Κ., H αρχιτεκτονική επιστήμη: Η επίδραση του λογικού θετικισμού στην ελληνική πολεοδομία και αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα, (μεταδιδακτορική έρευνα), Αθήνα: ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: https://ntua.academia.edu/KostasTsiambaos, 2011.

[12] Τσιτσάνης, Δ., Η κοντινή μας Βαϊμάρη: Τέχνη και πολιτική στο Bauhaus, [άρθρο στο διαδίκτυο], διαθέσιμο στο: https://akea2011.com/2011/10/03/ikontinimasvaimari/, 2011.

 

Σημειώσεις:

[1] Τα ιστορικά στοιχεία για τον Κύκλο της Βιέννης και τον Λογικό Θετικισμό τα δανείζομαι από την Κιντή, 2007, σελ. 78-82.

[2] Μπαλτάς, 2011, σελ. xiii.

[3] Πανουτσόπουλος, 2013 σελ. 59.

[4] Galison, 1990, σελ. 709.

[5] Τσιτσάνης, 2011, http://akea2011.wordpress.com/2011/10/03/ikontinimasvaimari/.

[6] Τσιαμπάος, σελ. 15, επίσης Galison, 1990, σελ. 716.

[7] https://en.wikipedia.org/wiki/Weimar_Constitution

[8] Αλεξάκη, Γούβαλη, 2012, σελ. 27.

[9] Henderson, 1996, σελ. 221-223.

[10] Ό.π, σελ. 223.

[11] Λαδά, 2009, σελ. 18-19.

[12] Henderson, 1996, σελ. 227.

[13] Γκιοτσαλίτης, 2013, σελ. 89-91.

[14] Henderson, 1996, σελ. 235.

[15] Heßler, 2009, σελ. 171.

[16] Ό.π, 171-172.

[17] Henderson, 1996, σελ. 239.

[18] Το «μαύρο κουτί» χρησιμοποιείται όπως ορίζει την έννοια  ο Bruno Latour στο έργο του Science in Action. Σύμφωνα με τον Latour, ένα «μαύρο κουτί» είναι ουσιαστικά το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας χωρίς να γίνεται αναφορά στον τρόπο που αυτή παράχθηκε.

[19] Λαδά, 2009, σελ. 26.

 

Διαβάστε ακόμα

Η κομμουνίστρια που επινόησε την εντοιχισμένη κουζίνα

 

Share