Subscribe via RSS Feed

Tag: "αντιφασισμός"

Σημαντική η παρουσία γυναικών στη διαδήλωση: 19 Γενάρη Αθήνα Πόλη Αντιφασιστική

της Βέρας Σιατερλή

To Σάββατο 19 Γενάρη εργαζόμενοι-ες νεολαία, εκατοντάδες άνθρωποι των Γραμμάτων και των Τεχνών, συνδικαλιστές-τριες, αγωνιστές-τριες της αριστεράς και των κινημάτων, Δημοτικά Συμβούλια, συνδικάτα, αντιφασίστες και αντιφασίστριες σε όλη την Ελλάδα και σε άλλες χώρες διαμαρτυρήθηκαν στην Αθήνα, στην αντιφασιστική κινητοποίηση.

Συγκλονιστική ήταν η σεμνή τελετή-προσευχή που οργάνωσε η Πακιστανική Κοινότητα Ελλάδος στη Πλατεία Κοτζιά νωρίτερα, με μεταφορά του φερέτρου του δολοφονημένου στα Πετράλωνα από νεοναζί εικοσιεξάχρονου εργαζόμενου στις Λαϊκές Αγορές Σεχζάτ Λουκμάν. Ακολούθησε μαζική συμμετοχή τους με τα παιδιά τους.

Η πορεία ξεκίνησε από την Ομόνοια μετά τις ομιλίες με μια μαχητική διαδήλωση πίσω από το πολύχρωμο πανό «Αθήνα, πόλη αντιφασιστική» που κάλυπτε όλη τη Σταδίου. Διαδηλωτές-τριες είχαν φτάσει από την Αλεξανδρούπολη, τη Θεσσαλονίκη, τα Γιάννενα τη Πάτρα, το Ναύπλιο κα. Μετανάστες-τριες από την Αφρική και την Ασία και την Μ.Ανατολή, βρίσκονταν σε όλη τη διάταξη της πορείας, ανάμεσα τους και πολλά παιδιά. Συνδικάτα εκπαιδευτικών, νοσοκομειακών, η Ιντρακόμ, η ΠΟΘΑ και πολλά άλλα κατέβηκαν στη διαδήλωση. Οπαδοί ποδοσφαιρικών ομάδων έδωσαν επίσης το παρών. Συμμετείχαν τοπικές αντιφασιστικές επιτροπές και λαϊκές συνελεύσεις, δημοτικές κινήσεις, οργανώσεις της Αριστεράς, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΣΕΚ, το ΝΑΡ, ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΙΝΗΜΑ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ, οι Οικολόγοι Πράσινοι, οι Αγωνιστικές Κινήσεις, το ΕΕΚ, το Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα.

Στη συναυλία, δεκαοκτώ καλλιτέχνες και συγκροτήματα ενώθηκαν με ομιλητές για να διατρανώσουν ότι δεν περνάει ο φασισμός και η δολοφονική τρομοκρατία των νεοναζί. Έγινε ένα λεπτό σιγής με χιλιάδες διαδηλωτές να υψώνουν τις γροθιές τους για τον Σαχζλάτ Λουκμάν και μετά την ομιλία του Τζαβέντ Ασλάμ οι Πακιστανοί μετανάστες μετέβησαν στο Περιστέρι στο σπίτι των συγγενών του. Την εκδήλωσε άνοιξε ο Κώστας Αρβανίτης, δημοσιογράφος, και ακολούθησαν ομιλίες για την ιθαγένεια των παιδιών των μεταναστών με τα ίδια πάνω στη σκηνή.

Το κάλεσμα μετατράπηκε σε διεθνή κινητοποίηση σε πάνω από 30 πόλεις σε όλον το Πλανήτη, ανάμεσα τους το Λονδίνο, το Εδιμβούργο, οι Βρυξέλλες, η Βιέννη, το Σίδνεϋ και η Καμπέρα στην Αυστραλία, το Τορόντο, η Ν.Υόρκη, το Σικάγο, το Τάμπερε στην Φινλανδία και αλλού. Παντού ήταν εμφανής η μεγάλη συμμετοχή των γυναικών.

τέλος, στη Νέα Υόρκη

Share

Διήγημα: H γλυκιά γριούλα

της Μαρώς Τριανταφύλλου

Η κ. Βέρα τα δύο τελευταία χρόνια δεν έβγαινε σχεδόν καθόλου από το σπίτι της. Φοβόταν κάπως. Όχι, φοβόταν πολύ, αλλά προσπαθούσε να μη το δείχνει. Είχε έρθει στη γειτονιά πριν από 52 χρόνια, νέα γυναίκα, φρεσκοπαντρεμένη, στη μετακόμιση κατάλαβε πως ήταν έγκυος.

Εκείνη δεν ήθελε να μείνουν στα Πατήσια. Είχε γεννηθεί στο Θησείο κι ονειρευόταν πως θα έπαιρναν ένα διαμέρισμα κοντά στο σταθμό και θα έμεναν εκεί. Όμως ο Παντελής ανένδοτος. είχε το φούρνο στα Πατήσια και δεν άκουγε τίποτε. Αναγκάστηκε να το δεχτεί. Τα δύο πρώτα χρόνια έμειναν σε ένα νοικιασμένο δυάρι στο δεύτερο όροφο μιας άχαρης πολυκατοικίας. Μετά αγόρασαν το δικό τους, δυο πολυκατοικίες παρά πέρα, προς την πλευρά της πλατείας του Αγίου Παντελεήμονα.  Το καινούριο σπίτι είχε τρία δωμάτια, ένα στενό μπαλκόνι που έβλεπε στην πλατεία και μια αποθηκούλα στο διάδρομο, όπου η Βέρα έκρυβε όλα εκείνα τα πράγματα που συνήθως δυσκολευόμαστε να βολέψουμε και δίνουν μια εικόνα αταξίας στα σπίτια μας –σκούπες, φαράσια, σφουγγαρίστρες, σκάλες, εργαλεία για τα μικρομερεμέτια, ακόμα και τη σανίδα του σιδερώματος και το ίδιο το ηλεκτρικό σίδερο. Αυτή η αποθηκούλα ήταν η βασική αιτία που αγόρασαν το διαμέρισμα. Είχε ταλαιπωρηθεί στο προηγούμενο σπίτι που δεν είχε αρκετά ντουλάπια και ενθουσιάστηκε.

Εν πάση περιπτώσει, αγόρασαν το διαμέρισμα, έκαναν ό,τι μικρομετατροπές χρειάζονταν για να το κάνουν περισσότερο λειτουργικό και ένα χρόνο μετά ήρθαν και τα δίδυμα. Ο Παντελής ήταν ευτυχισμένος με τους τρεις γιους του, η  Βέρα, όμως, ήθελε ένα κοριτσάκι να της κρατάει συντροφιά. Τότε που πρωτάρχισαν με τον Παντελή να μιλάνε για γάμο, ονειρευόταν πως θα έκανε, λέει, μια κόρη και θα της μάθαινε νοικοκυριό και μαγείρεμα, θα της έδειχνε να κεντάει και να πλέκει, θα έβγαιναν στα μαγαζιά παρέα να ψωνίζουνε. Ύστερα ήρθαν τ’ αγόρια, αλλά όταν ο Παντελής, που καταλάβαινε τον καημό της, τής πρότεινε να κάνουν μια προσπάθεια για κόρη, κατάλαβε ότι δεν άντεχε να κουβαλήσει στο σώμα της ένα ακόμα παιδί, να το γεννήσει και να το αναθρέψει. Αρνήθηκε και πρόσεχε πολύ για να μην έρθει κανένα μωρό κατά λάθος. Σ’ αυτό το διαμέρισμα, λοιπόν, μεγάλωσε τα τρία αγόρια –καλά παιδιά, μετρημένα, όλα βρήκαν γρήγορα το δρόμο τους, σπουδές, δουλειά, καριέρα και ένας επιτυχημένος γάμος μετά, δεν είχε κανένα παράπονο από τα παιδιά της η Βέρα. Συχνά την επισκέπτονταν μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, κάθε μέρα την έπαιρναν στο τηλέφωνο –ο μεγάλος την παρακάλαγε να πάει να ζήσει μαζί τους, είχε αγοράσει μια γκαρσονιέρα στον ίδιο όροφο με το σπίτι του, έτσι για επένδυση και της ζητούσε να πάει να μείνει εκεί για να μπορεί να τη φροντίζει καλύτερα. Ειδικά μετά το θάνατο του πατέρα του έγινε πολύ πιεστικός, μέχρι που μια μέρα μάνα και γιος αρπαχτήκανε, μπήκε στη μέση ο ένας από τους δίδυμους και πήρε το μέρος της, τέλειωσε αυτή η ιστορία. Το πήραν απόφαση όλοι πως η κ. Βέρα δεν άφηνε το σπίτι της.

Έβγαινε στο μπαλκόνι, χάζευε το δρόμο, μιλούσε με τη γειτόνισσα –λίγο νεότερη αυτή, καλοβαλμένη, πλακατζού. Κατέβαινε κάτω να ψωνίσει, ήξερε όλο τον κόσμο –εδώ ο χασάπης της, παραπέρα το σούπερ μάρκετ, απέναντι, στην άλλη πλευρά της Αχαρνών, το φαρμακείο. Με τον φαρμακοποιό είχε μεγάλες αγάπες. Ένας άντρας ψηλός, γεροδεμένος, έξυπνος, της άρεσε να τον ακούει να μιλάει. της εξηγούσε τι ακριβώς έκανε το κάθε φάρμακο, πώς έπρεπε να το παίρνει, τι να προσέ­χει κάθε φορά. Κι αν δεν είχε κόσμο, έπιαναν την κουβέντα κι όσο υπομονετικά πριν της είχε εξηγήσει για τα χάπια της υπέρτασης, άλλο τόσο υπομονετικά της εξηγούσε την πολιτική κατάσταση. Ήταν αριστερός ο φαρμακοποιός, τον ήξεραν όλοι στη γειτονιά, μάλιστα μια φορά είχε εκλεγεί και διαμερισματικός σύμβουλος αλλά παραιτήθηκε, γιατί του παρουσιάστηκε ένα σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα. Και βέβαια η μεγάλη εκκλησία… Όχι πως πήγαινε τακτικά, αλλά της άρεσε που δέσποζε στην περιοχή κι έλεγε με περηφάνια: ο μεγαλύτερος ναός των Βαλκανίων, ο με-γα-λύ-τε-ρος…

Η κ. Βέρα ήταν πολύ αγαπητή σε όλους. Γλυκιά, τρυφερή, μητρική, καλοσυνάτη. Μια γριούλα περιποιημένη, με λευκά μαλλιά προσεκτικά μαζεμένα κότσο στο πίσω μέρος τους κεφαλιού, λίγο κυρτωμένους ώμους,  καθαρά, πάντα άψογα σιδερωμένα ρούχα κι ένα γλυκό χαμόγελο, λες και έβγαινε από παιδικό παραμύθι.

Όχι δεν άφηνε το σπίτι της και τη γειτονιά της κι ας έλεγε ό,τι ήθελε ο γιος της. Εκεί  που έζησε, εκεί ήθελε και να πεθάνει. Με τους γείτονές της, με τον κόσμο που ήξερε, όπως τον ήξερε τόσα χρόνια.

 

Μετά άρχισαν να έρχονται οι ξένοι. Η γειτονιά γέμιζε με ανθρώπους που το χρώμα τους ήταν σκούρο, τα μάτια τους κοίταζαν γύρω-γύρω φοβισμένα, ξάπλωναν στα σκαλιά της μεγάλης εκκλησίας τα βράδια, έπαιρναν με ευγνωμοσύνη το φαγητό που τους έδιναν και ήξεραν μια μόνο λέξη στα ελληνικά: δουλειά. Τους πρώτους που ήρθαν τους λυπήθηκαν. Οι περισσότεροι στη γειτονιά τους λυπήθηκαν. Άλλος θυμήθηκε που είχε κάνει στα ξένα και είχε περάσει του Ιώβ τα βάσανα, άλλος που είχε μάθει από μικρός πως αν δεις αναγκεμένο άνθρωπο, πρέπει να τον στέρξεις, γιατί είναι ο ίδιος ο Χριστός, λέει, και απήγγειλε ολόκληρες περικοπές από το ευαγγέλιο  και τους πατέρες της εκκλησίας, άλλος γιατί καταλάβαινε πως έφτασαν εκεί οι άνθρωποι σπρωγμένοι από ανάγκη -δεν το αφήνεις αλλιώς το σπίτι σου, να διασχίσεις βουνά και θάλασσες για να πας κάπου που δεν ξέρεις τι είναι, σαν παραμύθι οι ζωές των βασανισμένων ανθρώπων. Άλλοι πάλι σχημάτιζαν ομάδες, καλούσαν το δήμο και την πολιτεία να αναλάβουν τις ευθύνες τους, μιλούσαν για εκμετάλλευση και προέβλεπαν προβλήματα που έπρεπε να λυθούν πριν από τη γέννησή τους, για να προλάβουμε το κακό πριν έρθει, όπως είναι το σωστό. Αλλά ποιος τους άκουγε…

Με τον καιρό πλήθυναν πολύ στην πλατεία, η πείνα είναι κακός σύμβουλος, άπλωσαν χέρι σε ξένα πράγματα για να ζήσουν. Νέοι άντρες ήταν, κοίταξαν τις κοπέλες. Κάποιοι που στις χώρες τους αλλιώς την έχουν τη γυναίκα, πράγμα υποταγμένο και αμίλητο, προχώρησαν παραπάνω. Ό,τι κι αν γίνει στον κόσμο, οι γυναίκες το πληρώνουν. Με το κορμί και την ψυχή τους, πράγμα που είναι το ίδιο. Η γειτονιά άρχισε να αγριεύεται. Ξέχναγε τον πόνο των ανθρώπων, την πολιτεία που χάζευε την κατάσταση, φλύαρη, ανόητη και ατελέσφορη. Ήξερε μόνο την απειλή κι αυτή έπαιρνε μέσα τους διαστάσεις αλλόκοτες. Οι άνθρωποι με το σκούρο δέρμα έχαναν τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους, γίνονταν εχθροί, έφταιγαν για όλα,  προκαλούσαν φόβο. Και σιχασιά. Ακόμα και στους ξένους που είχαν εγκατασταθεί στη γειτονιά πριν από δεκαετίες, με το προηγούμενο κύμα μεταναστών, και ζούσαν μόνιμα στην περιοχή από χρόνια. Μερικές φορές, αυτοί πιο πολύ φώναζαν, πιο έντονα δυσανασχετούσαν.

Στην αναμπουμπούλα χαίρεται ο λύκος. Οργανωμένες συμμορίες άρχισαν να δρουν ανενόχλητες –η αστυνομία έπιανε κάνα δυο πειναλέους σκουρόδερμους, τους έκανε τόπι στο ξύλο κι άλλοτε τους άφηνε να φύγουν, άλλοτε, επειδή δεν είχαν χαρτιά,  τους κρατούσε σε κάτι άθλια κρατητήρια που βρωμάνε κάτουρο και χνώτο ανθρώπινο, την αποπνικτική απόπνοια της πείνας και του αίματος που σαπίζει στην άκρη των χειλιών και μια αόριστη μυρωδιά εμετική, κρεμμυδίλα μαζί με τη μυρωδιά του σπέρματος. Τόσο άθλια είναι η κατάσταση, τόσο αφόρητη, που ήρθε στιγμή και κάλεσαν οι ίδιοι οι αστυνομικοί σε κάποια κρατητήρια κρυφά βουλευτές της αντιπολίτευσης και τους παρακαλούσαν να παρέμβουν, γιατί φοβούνταν για τη δική τους υγεία. «Πάμε στα σπίτια μας χολέρα και ηπατίτιδα» είπαν μια μέρα σε ένα βουλευτή της Αριστεράς, που πήγε για επιτόπια έρευνα σ’ ένα τέτοιο χώρο. Ακούστηκαν πολλά. Δεν είναι η πρώτη πόλη στον κόσμο η Αθήνα που ανακαλύπτει πόσο συμφέρον είναι να κάνεις μια περιοχή αβίωτη, να τρέχουν έντρομοι οι κάτοικοι να πουλήσουν τα σπίτια και τα μαγαζιά τους όσο-όσο κι έπειτα να έρθουν οι επιχειρηματίες και να τη μετατρέψουν σε οικιστικό και εμπορικό φιλέτο. Καλά, δεν διαβάζουμε όλοι μελέτες και διατριβές αλλά ταινίες αμερικάνικες έχουμε όλοι δει. Μόνο που εκεί οι καλοί πάντα θριαμβεύουν.

Η κ. Βέρα παρακολουθούσε από το μπαλκόνι της την κίνηση του δρόμου και της πλατείας την κίνηση. Καθόταν στο μικρό λευκό τραπέζι, ένα ξεχασμένο, παλιό φερ-φορζέ με πολλούς-πολλούς διακοσμητικούς έλικες σαν νταντέλα, ακουμπούσε την πλάτη της στην αντίστοιχη καρέκλα, εφοδιασμένη με διπλό μαξιλάρι για τη μέση της κι ανέβαζε τα γεμάτα κιρσούς πόδια της πάνω στη μεγάλη γλάστρα με το δεντρόφυλλο. Το καχεκτικό γιασεμάκι, που ‘χε φυτέψει πριν από χρόνια, όταν γεννήθηκε η πρώτη εγγόνα της, προσπαθούσε να απλωθεί στον μαυρισμένο από τα καυσαέρια τοίχο, πλην ματαίως, όμως έφτανε στα ρουθούνια της που και που μια πνοή από τη γλυκερή μυρωδιά του, που της θύμιζε άλλες εποχές και σινεμαδάκια θερινά κι ένα εξοχικό στη Σαλαμίνα που το πούλησαν τα παιδιά γιατί ποτέ δεν πήγαινε πια κανένας τους κι αυτό ρήμαζε μοναχό και στοίχιζε κι από πάνω –ρεύμα, νερό, εφορία, μικροεπισκευές…  Καθόταν και παρακολουθούσε την κίνηση άλλοτε διαβάζοντας, άλλοτε μασουλώντας κανένα φρούτο κι άλλοτε χωρίς να κάνει τίποτε,  έτσι να παρακολουθεί την κίνηση μονάχα.

Στην αρχή τους συμπαθούσε τους ξένους, αλλά μια μέρα που βρήκε την είσοδο της πολυκατοικίας μαγαρισμένη από ανθρώπινα περιττώματα, άρχισε ν’ αλλάζει. Άκουγε και την τηλεόραση μέρα νύχτα οι ξένοι και οι ξένοι, άκουγε και τους γείτονες. Πλήθαιναν κάθε μέρα αγανακτισμένες φωνές, γείτονες που τους ήξερε χρόνια η κ. Βέρα και μυρμήγκι δεν πείραζαν άλλη κουβέντα από τους ξένους δεν είχαν πια στο στόμα τους. Οι ξένοι, οι ξένοι… Για όλα έφταιγαν οι ξένοι. Κυρίως για την οικονομική κατάσταση –είχε αρχίσει να φαίνεται πια η κρίση, κάθε σπίτι μετρούσε ανέργους και χρέη. Για όλα τους έφταιγαν οι ξένοι. Οι δικοί μας οι ξένοι, οι λαθραίοι άνθρωποι. Όχι οι άλλοι, με τα κοστούμια, που μπορεί να είναι και Έλληνες.

Ήταν η εποχή που στην πλατεία άρχισαν να γίνονται μάχες. Έρχονταν κάποιοι νεαροί και φώναζαν πως η γειτονιά κατοικείται από ναζί και ανθρωποφάγους. Μετά έρχονταν οι άλλοι με τα ξυρισμένα κεφάλια κι έλεγαν όλα εκείνα τα ωραία λόγια για τους Έλληνες που είμαστε ράτσα μοναδική κι αμόλευτη και τέτοια πρέπει να μείνουμε. Δέρνονταν όλοι μαζί μεταξύ τους. Ερχόταν η αστυνομία. Σαν πόλεμος ήταν. Την ενοχλούσε τη Βέρα να τη λένε ναζί και ρατσίστρια. Αυτή ναζί… που είχε κατέβει μέχρι και στο Πολυτεχνείο; «Πού πας, τρελή γυναίκα;» της φώναζε ο Παντελής, «με μικρά παιδιά» όμως αυτή δεν τον άκουσε και πήγε. Ο Παντελής πάλι είχε το φούρνο, δεν μπορούσε να τον αφήσει, έτσι της είπε μετά από καιρό, που το ‘φερε ο λόγος. Δεν έμεινε μέχρι το τέλος, στο Πολυτεχνείο δεν έμεινε μέχρι το τέλος, αλλά πήγε πάντως. Αλήθεια πήγε, όχι σαν όλους που λένε πως ήταν εκεί ενώ αυτοί αρμένιζαν ποιος ξέρει πού… Αν ήταν όσοι τώρα λένε πως ήταν, δεν θα χώραγε τον κόσμο η Αθήνα κι αλλιώς θα ‘χανε πάει τα πράγματα. Την ενοχλούσε να τη βγάζουν τρελή, πως τάχα καμιά ενόχληση δεν είχε η γειτονιά από τους ξένους, μιλούσαν και μπερδεμένα όλοι αυτοί, οι άλλοι τα έλεγαν πιο καθαρά, πιο απλά, τουλάχιστον θα φρόντιζαν να μη βρωμίζουν οι άστεγοι τις πόρτες τους και να μπορούσαν να κυκλοφορούν το βράδυ ελεύθερα. Η κ. Βέρα γερνούσε και φοβόταν.

Ήρθε μια μέρα ο ένας από τα δίδυμα, όχι αυτός που πήρε το μέρος της στη διαμάχη με τον μεγάλο τότε, ο άλλος, τον έλεγαν «ο μικρός» γιατί είχε γεννηθεί δεύτερος και ήταν ο πιο μικροκαμωμένος από τους δύο. Αυτός της μιλούσε γλυκά και, όταν συναντιόνταν οι δυο τους, της έλεγε ιστορίες από τη δουλειά του και καμιά φορά της διάβαζε εφημερίδα ή καθόταν μαζί της για να δουν το αγαπημένο της σήριαλ –μια καθημερινή σειρά, από αυτές που κρατάνε χρόνια και κάποτε παύεις να θυμάσαι πώς ήταν η ζωή σου πριν αρχίσεις να τις βλέπεις, πώς ήταν να μην τα παρατάς όλα στις 6 ή στις 7 το απόγευμα για να συναντηθείς με τους ήρωες της σειράς, που σιγά-σιγά σου γίνονται οικείοι και απαραίτητοι. Ήρθε, λοιπόν, μια μέρα «ο μικρός» με δώρα και καλούδια κι έπιασαν την κουβέντα για τους ξένους. Δηλαδή ο γιος της τη ρώτησε πώς τα περνάει κι εκείνη του ‘πε ιστορίες με τους ξένους που της είχε μάθει στο σούπερ μάρκετ και το περίπτερο.

Το παλληκάρι προσπάθησε να της εξηγήσει μερικά πράγματα –ασχολιότανε αρκετά με το θέμα αυτός, ήταν και εθελοντής σε ένα τοπικό αντιρατσιστικό κίνημα στο δήμο που έμενε. Η κ. Βέρα δεν άκουγε. Του έκανε μεγάλη εντύπωση του γιου της που δεν έπιαναν ούτε τα θρησκευτικά επιχειρήματα. Παρόλο που ήταν θεοσεβούμενη αλλά όχι θρησκόληπτη, είχε πάψει να πονάει τον βασανισμένο συνάνθρωπο. Γιατί με τον καιρό είχε πάψει να τον βλέπει σαν άνθρωπο. Ένας άλλος είχε γίνει χωρίς πρόσωπο, εχθρικός και φοβιστικός. Κάτι, όχι κάποιος.

Στην κουβέντα της ανακάτευε ένα όνομα. Τα πιο πολλά από αυτά που του ανέφερε της τα είχε πει η κ. Καγιά. Και φαινόταν να την έχει περί πολλού την κ. Καγιά. «Ξέρει γράμματα αυτή, παιδί μου, βγαίνει στην τηλεόραση». Ο Θανάσης –Θανάση τον έλεγαν, τ’ όνομα του πατέρα της- κατάλαβε για ποια του έλεγε και τρόμαξε. Η Καγιά ήταν γνωστή για τις ακραίες πολιτικές πεποιθήσεις της, έβγαινε σε εκπομπές στην τηλεόραση, έστηνε συνελεύσεις στις γειτονιές γύρω από την πλατεία. Ήταν έξυπνη, δυναμική και γεμάτη μίσος. Έχυνε το φαρμάκι της με απίστευτη ευθυβολία, έβρισκε τρόπους να πείθει που θα τους ζήλευε ο καλύτερος δικηγόρος. Άρχιζε κάνοντας μικρούς ομόκεντρους κύκλους γύρω από το θέμα της και υπνώτιζε το ακροατήριό της με μια ρητορική που θύμιζε τα απονενοημένα διαβήματα των παρουσιαστών παρελάσεων που πρέπει να εφευρίσκουν λέξεις θαυμασμού για το αξιόμαχο των στρατευμένων παιδιών μας. Μόνο που αυτή αντέστρεφε και αντί για λόγια θαυμασμού εξακόντιζε λόγια μίσους και αποστροφής. Μαζί με ομάδες που θύμιζαν παραστρατιωτικά σώματα γύριζε τις γειτονιές και οργάνωνε κινητοποιήσεις εναντίον των ξένων. Μερικές φορές τα πράγματα έφταναν σε ανοιχτή συμπλοκή, άλλοτε η συμπλοκή γινόταν στα μουλωχτά. Παρέκει μια αδιάφορη πολιτεία που δεν τηρούσε καν τα προσχήματα, ήρθε μετά και η κρίση, ποιος να μιλήσει για τους ξένους, ποιος εχέφρων να μιλήσει για τους ξένους και τα δίκια τους, που να προσπαθεί να δει στα μάτια το πρόβλημα και από τις δυο πλευρές, να μη ρίχνει λάδι στη φωτιά και να προτείνει μια λογική λύση.

Και ποια θα ήταν πλέον η λογική λύση; Όλη η ανθρωπότητα ένα κουβάρι, σέρνει η μια χώρα την άλλη στην καταστροφή, ένα σύστημα που έφτασε στα όριά του και για να επιβιώσει θέλει αίμα και ζωές. Περισσότερο αίμα και περισσότερες ζωές από ποτέ όλα τα χρόνια της ζωής του.

Πήρε να της εξηγεί ο Θανάσης για την Καγιά και το ρόλο της, ανένδοτη η κ. Βέρα. Τη θαύμαζε. «Δεν είναι πολύ όμορφη, Θανάση μου, αλλά λάμπει».

 

Τον είχε ξαναδεί αυτόν τον πιτσιρίκο. 17-18 χρονών, στην ηλικία του μεγάλου εγγονού της. Κοιμόταν σ’ ένα παγκάκι. Ζητιάνευε στα φανάρια. Είχε δει να τον κυνηγάνε και να τον χτυπούν, είχε δει και να τον βοηθούν –αυτός που έμενε στον πρώτο, ο δάσκαλος των αγγλικών, του πήγαινε καμιά φορά φαγητό και μια μέρα του έδωσε και ένα ζευγάρι παπούτσια πάνινα, σχεδόν καινούρια. Ό,τι κι αν γινόταν, ο πιτσιρίκος γύριζε πίσω στην πλατεία. Ήξερε δυο τρεις κουβέντες ελληνικά-εγκώ, Αφγκανιστάν, ντοελιά, μάνα πείνα- και κάνα δυο παραπάνω στα αγγλικά. Όσο κι αν τσαντιζόταν με τους ξένους, όσο κι αν ήθελε πίσω τη γειτονιά της και την ησυχία της, αυτόν τον πιτσιρίκο τον συμπαθούσε. Τον λυπόταν. Της ξυπνούσε κάτι μητρικό, έτσι όπως κοίταζε σαν πανικόβλητο πεινασμένο ζούδι. «Δε βαριέσαι» της έλεγαν οι γείτονες «μην τον βλέπεις τώρα, σε λίγο να δεις που θα ξεθαρρέψει… ο χειρότερος θα γίνει. Μην τον λυπάσαι». Δεν τα κατάφερνε να μην τον λυπάται και μια μέρα είπε κάτι και δαγκώθηκε, είπε «τον πονάει η ψυχή μου τον μαύρο, δεν φαίνεται και σπίρτο». ‘Τον πονάει η ψυχή μου’ είναι μεγάλη κουβέντα, πάει πέρα από φιλανθρωπίες και εγωισμούς, πάει στη ρίζα της αγάπης και θέλει λίγο, ένα τόσο δα βήμα, να γίνει αγάπη και αλληλεγγύη και προσφορά.

Τον είχε ξαναδεί τον πιτσιρίκο, για την ακρίβεια τον έβλεπε τακτικά –βρώμικα τα ρούχα του έπλεαν πάνω του, σκονισμένο το κεφάλι του, τα μαλλιά του γκριζάριζαν τόπους – τόπους από τη σκόνη του δρόμου, σαν να γερνούσε. Βγήκε νωρίς το πρωί στο μπαλκόνι να ποτίσει τα δυο βασιλικά και είδε κόσμο μαζεμένο στην πλατεία, την πήρε η περιέργεια, κατέβηκε να δει τι συμβαίνει, στη βιασύνη της ξέχασε το κινητό της –και της έλεγαν τα παιδιά της, «μάνα, πρόσεχε να το έχεις συνέχεια μαζί σου». Πολύς ο κόσμος, δεν μπορούσε να πλησιάσει, άρχισε να ρωτάει τους διπλανούς της. «Βρήκανε σκοτωμένο έναν από δαύτους». «Λένε πως μαχαίρωσαν ένα ξένο, ένα μαυριδερό». «Έ, ξέρεις τώρα, αυτοί σκοτώνονται μεταξύ τους, δεν θα τα βρήκαν στη μοιρασιά και κάποιος τον έφαγε». Άκουσε τη σειρήνα του ασθενοφόρου και την ίδια στιγμή είδε το φαρμακοποιό της να βγαίνει μέσα από το πλήθος, να σπρώχνει ευγενικά να παραμερίσουν για να βγει από το δάσος των ανθρώπινων κορμιών που πλήθαιναν ολοένα και στένευαν τον κύκλο για να δουν, να γεμίσει το μάτι θέαμα.

Ο φαρμακοποιός της είπε τι ακριβώς έγινε. Ήταν ταραγμένος, στο πέτο του πουκάμισου είχε ένα κόκκινο λεκέ από αίμα, μικρό λεκέ αλλά φαινόταν πολύ πάνω στο λευκό καλοσιδερωμένο πουκάμισο. Πρέπει να ‘χε σκύψει πάνω από το νεκρό σώμα, να είχε αφουγκραστεί την καρδιά, να είχε βάλει το χέρι στα ρουθούνια μη και ανέπνεε. «Τον θυμάστε τον μικρό Αφγανό, κ. Βέρα; Σουλ τον έλεγαν ή τουλάχιστον έτσι ακούγαμε εμείς το όνομά του. Τη νύχτα τον χτύπησαν πολύ. Το πρόσωπό του είναι λιώμα κι έπειτα τον μαχαίρωσαν…». Σταμάτησε, κι έπειτα, σαν να μιλούσε στον εαυτό του «Πέθανε μόνος, αβοήθητος, ένα παιδάκι ήταν…» κι ολόκληρος άντρας παρά λίγο να βάλει τα κλάματα.

Αυτό δεν το χωρούσε το μυαλό της. Ένα παιδί είναι ένα παιδί. Ποιος το έκανε; Το βράδυ ήρθαν οι γιοι της με τις γυναίκες τους να κάτσουν μαζί της, να μην είναι μόνη της –τους είχε τηλεφωνήσει το μεσημέρι κι έκλαιγε, δηλαδή πήρε το Θανάση κι αυτός τηλεφώνησε στους άλλους δυο, που, στο μεταξύ το είχαν ακούσει στις ειδήσεις, αλλά δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι είχε γίνει τόσο κοντά στο πατρικό τους.

 

Χειρότερα δεν χώρεσε το μυαλό της, όταν μαθεύτηκε ποιοι το έκαναν. Την Καγιά συνέλαβαν και τρεις άλλους, ένα νεαρό από τη γειτονιά και δυο από άλλα μέρη που ξημεροβραδυάζονταν στην πλατεία, ο φαρμακοποιός της είπε ότι αυτοί οι τρεις είχαν χτυπήσει επίσης τα μέλη μιας ομάδας καλλιτεχνών που είχε έρθει να δώσει παράσταση στη μικρή παιδική χαρά λίγο παρακάτω. Η κ. Βέρα δεν το άντεχε. Ένιωθε να γκρεμίζεται ο κόσμος γύρω της. Ένιωθε πως έφταιγε κι αυτή για τη δολοφονία του πιτσιρίκου. Σαν να είχε σηκώσει χέρι πάνω του, σαν να είχε κρατήσει κι αυτή το φονικό μαχαίρι. Μέρες ολόκληρες δεν έτρωγε, δεν έπαιρνε τα χάπια της… Στα παιδιά της δεν είπε τίποτε. Φοβόταν ότι θα την περνούσαν για τρελή, άλλωστε και της ίδιας της είχε περάσει από το νου κάτι τέτοιο. Δεν καταλάβαινε τι της συνέβαινε, γιατί ένιωθε όσα ένιωθε.

Η Καγιά καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλακή, για ηθική αυτουργία, μολονότι ήταν ξεκάθαρο ότι είχε συμμετάσχει ενεργά στο λιντσάρισμα, οι υπόλοιποι πήραν από 15 χρόνια. Η γειτονιά διχάστηκε. Έδιναν κι έπαιρναν για μήνες οι κουβέντες. Πάντως, ευτυχώς, οι περισσότεροι έλεγαν ότι αυτά είναι απαράδεκτα και πως αφού το παιδί δεν είχε κάνει τίποτε, δεν είχε κανείς δικαίωμα να το πειράξει. «Ενώ αν είχε κάνει κάτι, δεν υπήρχε πρόβλημα να αποδώσουμε μόνοι μας δικαιοσύνη!» σχολίασε πικρόχολα και σαρκαστικά ο φαρμακοποιός, που την εβδομάδα της δίκης του άνοιξαν δυο φορές το φαρμακείο κι είχε πάθει μεγάλη ζημιά.

 

Την είδε, ούτε χρόνος δεν είχε περάσει και την είδε. Είχε βγει, κυκλοφορούσε ελεύθερη. Η Καγιά. Μιλούσε πάλι στις γειτονιές, είχε αρχίσει ήδη τις συγκεντρώσεις. Πρώτη φορά σκέφτηκε η κ. Βέρα να φύγει πια από τη γειτονιά, να πάει στα παιδιά της. Ανακατεύτηκε το στομάχι της. Της φάνηκε άδικο, παράλογο… Είχε σκοτώσει ένα παιδί –δεν ήξερε η κ. Βέρα ηθικές αυτουργίες και τέτοια. Κι αν δεν είχε σηκώσει το μαχαίρι, ήταν εκεί και είδε και δεν εμπόδισε. Έτσι σκεφτόταν η κ. Βέρα. Ναι, η Καγιά είχε σκοτώσει ένα παιδί και σε λιγότερο από ένα χρόνο ήταν έξω. Και να σκεφτείς ότι δεν ήξεραν ούτε ποιος ήταν ακριβώς, δεν τον εγύρεψε κανείς, τον έθαψαν στην άκρια του δημοτικού νεκροταφείου, μόνο του κι άκλαυτο. Είχε πάει στην κηδεία ο φαρμακοποιός και της τα διηγήθηκε. Η μάνα του, αν είχε, θα τον περίμενε. Αλλά αυτός δεν θα γύριζε ποτέ.

Την είδε και θύμωσε, οργίστηκε όταν την είδε. Και στο μυαλό της πήρε να σχηματίζεται μια ιδέα. Όσο περνούσαν οι μέρες η ιδέα τής σφυροκοπούσε το κεφάλι, δεν έφευγε λεπτό από το νου της. Η Καγιά άλλωστε το έλεγε συχνά, αφού ο νόμος δεν μας προστατεύει, να γίνουμε εμείς ο νόμος εναντίον τους. Αυτό ακριβώς. Αφού ο νόμος ήταν άδικος και δεν αρκούσε, αυτή θα έπαιρνε το νόμο στα χέρια της. Έτσι όπως της το ‘μαθε η Καγιά. Ό,τι ισχύει για ένα, ισχύει για όλους. Και για την Καγιά. Στη ζυγαριά, αδικήθηκε η ζωή του μικρού. Από τη μια ένας άνθρωπος νεκρός κι από την άλλη σκάρτος ένας χρόνος στη φυλακή. Κάτι δεν πάει καλά. Αποφάσισε η κ. Βέρα.

 

Το υπόγειο διαμέρισμα ήταν από χρόνια εγκαταλειμμένο. Τα τζάμια στα παράθυρα είχαν γίνει αδιάφανα σχεδόν από τη σκόνη, ένα τζάμι είχε σπάσει και το γυαλί σχημάτιζε ένα μισοφέγγαρο. Η είσοδος –ξέχωρη από την πολυκατοικία- είχε ένα σκαλάκι πάνω στο οποίο υπήρχε ένα δάχτυλο λίγδα και ίχνη από κάτουρο ζώων, μπορεί και ανθρώπων. Το δρομάκι ήταν μικρό και ήσυχο, χωρίς μαγαζιά, καθόλου περαστικό, ένα σχεδόν αδιέξοδο δρομάκι που σχηματιζόταν από δυο-τρεις πολυκατοικίες εκατέρωθεν, στένευε στην πάνω μεριά και άφηνε ένα στενό μονοπάτι, ένα διάδρομο σχεδόν, για να περάσει κανείς στον κάπως μεγαλύτερο κάθετο δρόμο πίσω από τις πολυκατοικίες. Πάνω στην πόρτα του υπόγειου υπήρχε ένα παμπάλαιο ξεθωριασμένο ενοικιαστήριο. Κάποιες σημειώσεις με στυλό –ένα τηλέφωνο προφανώς και άλλες πληροφορίες για τον υποψήφιο ενοικιαστή- είχαν σβηστεί σχεδόν τελείως. Είχε περάσει μια μέρα τυχαία από κει και –σαν παιδάκι που κάνει σκανταλιές- είχε σπρώξει με το χέρι της την πόρτα. Δεν άνοιξε, αλλά κατάλαβε ότι με μια πιο δυνατή σπρωξιά η πόρτα δεν θα αντιστεκόταν καθόλου. Τότε αυτή η πληροφορία δεν ήταν τίποτε, τώρα ήταν εξόχως πολύτιμη.

Την έφερε με τρόπο στο δρομάκι, την ξεγέλασε κανονικά, με τεχνάσματα και κόλπα την έπεισε να δουν το υπόγειο διαμέρισμα. Τι της είπε, ποιος ξέρει; Το θέμα δεν ήταν τι της είπε αλλά ότι το είπε αυτή, η κ. Βέρα η συμπαθητική, ήσυχη ηλικιωμένη κυρία, που είχε πάει μερικές φορές στις συγκεντρώσεις της. Μια συμπαθητική γριούλα δεν την υποψιάζεσαι, δεν περιμένεις κάτι παράτολμο απ’ αυτήν. Η κ. Βέρα, που είχε άσπρα μαλλιά, ρυτιδωμένο πρόσωπο, μάτια αθώα που δεν έβλεπαν καλά, μια ελαφριά καμπούρα από την οστεοπώρωση, και όταν περπάταγε λίγο παραπάνω άσθμαινε ενοχλητικά. Η εικόνα της αδυναμίας. Έσπρωξε την πόρτα –είχε περάσει το προηγούμενο βράδυ και με λίγο κόπο είχε καταφέρει να την ανοίξει- έσπρωξε την πόρτα και πέρασε πρώτη. Η Καγιά ήρθε πίσω της. Το διαμέρισμα μύριζε μούχλα και κλεισούρα. Φαίνεται ότι ο λιγοστός αέρας που έμπαινε από το σπασμένο παράθυρο δεν αρκούσε για να το αερίσει καλά. «Εδώ, στην κουζίνα ελάτε, εδώ τα βρήκα κι έχει κι άλλα» είπε κι έκανε χώρο να περάσει μπροστά η Καγιά…

 

Όταν η Σοφία Καγιά άνοιξε τα μάτια της, ένιωθε να μην μπορεί να εστιάσει το βλέμμα της σε ένα σημείο, σαν κάποιος να της τραβούσε τα μάτια προς τα πάνω. Ζαλιζόταν και κάτι υγρό έτρεχε ενοχλητικά από το κεφάλι προς το φρύδι της. Κατάλαβε πως ήταν μισοξαπλωμένη στο πάτωμα. Πήγε να πιάσει το κεφάλι της αλλά τα χέρια της δεν κουνιόνταν, έκανε να μιλήσει αλλά κατάλαβε ότι ήταν φιμωμένη. Την έπιασε ένας φόβος και της πάγωνε τα σωθικά, στα πονεμένα μάτια της κάθισε μια έκφραση τρόμου. Άρχισε να ξεχωρίζει σκιές στο μισοσκόταδο. Είδε πως ήταν μισοξαπλωμένη, ακουμπισμένη στο πορτάκι του νεροχύτη, στο λερό πάτωμα αυτής της άδειας κουζίνας που είχε χρόνια να καθαριστεί και ποιος ξέρει πόσα ποντίκια και κατσαρίδες είχαν περάσει και θα περνούσαν ξανά. Δεν είδε αλλά κατάλαβε πως το στόμα της ήταν σφραγισμένο με μονωτική ταινία και τα χέρια της κολλημένα στα πλευρά της επίσης με μονωτική ταινία που περιέβαλε το σώμα της. Μονωτική ταινία έδενε και τα πόδια της στα σφυρά. Προσπαθούσε να καταλάβει τι της συμβαίνει, να θυμηθεί, να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά, να δει πώς θα σωθεί από αυτή την κόλαση.

Κρύωνε.

Μέσα στο μισοσκόταδο είδε τον όγκο ενός σώματος να κινείται προς τη μεριά της. Θα ήθελε να ουρλιάξει από φόβο, απελπισία ή ελπίδα, αλλά η μονωτική ταινία της σφράγιζε τα χείλη. Συνειδητοποίησε ότι ήταν γυμνή. Τελείως γυμνή. Μούγκριζε και κουνούσε το κεφάλι, σαν να προσπαθούσε να λυθεί και σαν να απειλούσε. Θυμήθηκε. Είχε κατέβει με κείνη τη χαζή γριά. Κάποιος τις ακολούθησε… Κάποιοι… Σίγουρα αυτά τα γουρούνια. Πρέπει να το είχαν σχεδιασμένο, τα ζώα, ήθελαν να την εκδικηθούν… Τι θα της έκαναν; Θα τη βίαζαν μάλλον. Και μετά; Θα την σκότωναν… Και η γριά πού ήταν; Τι της είχαν κάνει αυτηνής; Μήπως μπορούσε να τη βοηθήσει; Κοίταξε γύρω της κι έπειτα προσηλώθηκε στον ανθρώπινο όγκο που είχε μπροστά της και την παρακολουθούσε ακίνητος. Ήταν γυναίκα. Το ‘βλεπε καλά, το ξεχώριζε πως ήταν γυναίκα. Μια σχετικά μικροκαμωμένη γυναίκα, με μακριά φούστα και ίσια παπούτσια.

Η κ. Βέρα έσπασε τη σιωπή. «Είσαι γυμνή και δεμένη καλά. Δεν μπορείς να ξεφύγεις. Πρέπει να τιμωρηθείς γι’ αυτό που έκανες. Πήρες άδικα μια ζωή και μια ζωή θα δώσεις. Οφθαλμόν αντί οφθαλμού. Δεν σου είχε κάνει τίποτε. Ήταν μικρός, ένα παιδί. Τον σκέφτομαι μέρα – νύχτα. Ένα παιδί. Έχεις κι εσύ ένα παιδί. Πώς μπόρεσες; Εσύ. Όχι οι άλλοι τρεις, εσύ πώς μπόρεσες; Είσαι γυναίκα, μάνα, πώς μπόρεσες; Τον βρήκες μόνο και τον σκότωσες. Χωρίς λόγο. Δεν τιμωρούμε κανένα χωρίς λόγο. Γι’ αυτό τώρα θα σε τιμωρήσω εγώ. Θα σε αφήσω να πεθάνεις μόνη σου εδώ μέσα. Θα έχεις όλο το χρόνο να σκεφτείς τι έκανες και να μετανιώσεις. Να κλάψεις και να ζητήσεις συγχώρεση από το Θεό γι’ αυτό που έκανες, κ. Καγιά. Θα σου πάρει πολύ χρόνο για να πεθάνεις, να ξέρεις ο άνθρωπος αντέχει πολύ. Αλλά μάλλον το ξέρεις. Τον δέρνατε για ώρες είπατε στο δικαστήριο και λίγο πριν ξεψυχήσει του ‘χώσατε το μαχαίρι εφτά φορές. Όχι, δεν πεθαίνει εύκολα ο άνθρωπος. Θα ‘χεις πολύ χρόνο να το σκεφτείς».

Το πρόσωπο της Σοφίας Καγιά είχε πάρει την έκφραση που λένε πως είχαν όσοι αντίκρισαν τη Μέδουσα. Κουνούσε το κεφάλι της δεξιά, αριστερά με τρόμο, η μονωτική επέτρεπε να δραπετεύουν μόνο κάτι μυκηθμοί μόλις ένα βήμα πριν από το άηχο, αλλά είχαν μέσα τους τον τρόμο του θανάτου και την απόγνωση του τέλους. Τα μάτια της ήταν έτοιμα να πεταχτούν από τις κόγχες τους. Μια βαθιά ρυτίδα έκοβε το μέτωπο στη μέση, οι φλέβες του λαιμού πάλλονταν ξετρελαμένες. Παρακαλούσε, ήταν φανερό ότι παρακαλούσε αλλά μόνο να το νιώσεις μπορούσες, δεν ακουγόταν άλλο παρά ένα μακρύ μμμμμμ…. Και ο λαιμός της φούσκωνε απελπισμένος. Η κ. Βέρα πάλι εντελώς ήρεμη. Είπε, «νυχτώνει για τα καλά. Καληνύχτα».

 

24 ώρες αργότερα, το επόμενο βράδυ ακριβώς, η κ. Βέρα έμπαινε στο πολυδύναμο της περιοχής της. «Τι θέλετε;» τη ρώτησε ο νεαρός αστυνομικός στην είσοδο, παραξενεμένος που μια γλυκιά γριούλα, με ευγενικό πρόσωπο και κάπως αστείο περπάτημα –κούτσαινε λίγο η κ. Βέρα, το είπαμε;- έμπαινε στο τμήμα τέτοια ώρα. «Θέλω να δω τον αξιωματικό υπηρεσίας για να του πω πού βρίσκεται η Σοφία Καγιά» είπε η κ. Βέρα με φωνή σταθερή, χωρίς να κομπιάζει καθόλου. Ο νεαρός αξιωματικός γούρλωσε τα μάτια –από το μεσημέρι όλη η αστυνομία την έψαχνε, έτρεμαν ότι σε λίγο θα άρχιζαν τα επεισόδια, οι δικοί της θα έκαναν φασαρίες, ήδη είχαν γίνει τα πρώτα τηλεφωνήματα στο διοικητή. Φώναξε ένα συνάδελφό του που οδήγησε την κ. Βέρα στον αξιωματικό υπηρεσίας. «Ήρθα να παραδοθώ» του είπε με απόλυτη ψυχραιμία, με φωνή καθαρή και τη ματιά ανενδοίαστη. «Ήρθα να παραδοθώ» και με μεγάλη συντομία του εξήγησε τι ακριβώς είχε κάνει και γιατί. «Δεν ήθελα να τη σκοτώσω. Όχι. Ποτέ. Τη ζωή μας την έδωσε ο Θεός και μόνο αυτός μπορεί να την πάρει για καλό ή για τιμωρία. Ήθελα μόνο να νιώσει λίγο όπως ένιωσε εκείνο το κουτάβι, όταν το σκότωναν, να καταλάβει τη συμφορά που έκανε».

 

Τη βρήκαν γυμνή, μέσα σε κάτουρα δικά της. Την Καγιά. Προσπαθώντας να λυθεί και να βγει από το δωμάτιο είχε μαζέψει πάνω στο σώμα της σκόνες και βρωμιές, στο δεξιό μαστό είχε κολλήσει το πτώμα μιας κατσαρίδας. Τα μαλλιά της είχαν ανακατευτεί, είχαν κολλήσει στο μέτωπό της, έπεφταν στα μάτια της, διαγώνια σχεδόν στο πρόσωπό της ένα ρυάκι ξεραμένο αίμα από το χτύπημα στο κεφάλι που είχε δεχτεί –«ένα παλιό γουδοχέρι πήρα και το ‘κρυψα στην τσέπη της φούστας μου». Είχε μαζευτεί κόσμος, παρόλο που η αστυνομία έδιωχνε, έσπρωχνε και απειλούσε. Την είχαν πρόχειρα σκεπασμένη με μια κουβέρτα αλλά δύσκολα την κρατούσε στους ώμους της. Έτρεμε σαν τρομαγμένο ζώο. Ήταν σε κατάσταση σοκ.

 

Καθώς την έβαζαν στο περιπολικό, η κ. Βέρα γύρισε και κοίταξε την πλατεία. «Καλά ήμασταν χωρίς τους ξένους» μουρμούρισε και κάθισε στο πίσω κάθισμα.

 

Για περισσότερα έργα της Μαρώς Τριανταφύλλου επισκεφτείτε το προσωπικό της blog Διηγήματα και Νουβέλες

 

Οκτώβριος 2011

Share

Ανακοίνωση πενταμελούς Επιτροπής Ιατρών ΕΙΝΑΠ Γ.Ν.Α. «ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ» για τον διπλασιασμό ΚΕΝ στους αλλοδαπούς

Με εγκύκλιο που στάλθηκε τα Νοσοκομεία προ ολίγων ημερών, σύμφωνα με το ΦΕΚ Β 3096/23.11.12 καθίσταται επιχειρείται να αποκλεισθεί η πρόσβαση στα νοσοκομεία μεταναστών και ανασφάλιστων και ιδιαίτερα γυναικών, γιατί προβλέπεται διπλασιασμός του κόστους της παροχής της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στους «…μη Έλληνες πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτων χωρών…».

Ο ρατσισμός και ο έμφυλος και έγχρωμος κοινωνικός αποκλεισμός έχει απλώσει για καλά τα πλοκάμια του στα δημόσια νοσοκομεία. Ειδικότερα στο νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», στο οποίο κατά κύριο λόγο καταφεύγουν για να γεννήσουν γυναίκες, ανασφάλιστες, άνεργες μετανάστριες οι επιπτώσεις μπορεί να είναι τραγικές. Είναι πιθανό οι γυναίκες να οδηγηθούν να γεννούν πια στο δρόμο ή στο σπίτι με ανορθόδοξες τακτικές σε μια χώρα της Ευρώπης τον 21ο αιώνα. Οι πιο αδύναμοι κρίκοι της αλυσίδας καλούνται να πληρώσουν λεφτά που δεν έχουν σε δημόσια νοσοκομεία, που για κάθε μέρα παράτασης της νοσηλείας τους στοιχίζουν όσο ένα πεντάστερο ξενοδοχείο!

Το Υπουργείο Υγείας προσπαθεί να δώσει τη χαριστική βολή όχι μόνο στο ΕΣΥ και στη δωρεάν πρόσβαση σ’ αυτό αλλά και σε κάθε άνεργο, ανασφάλιστο μετανάστη, που είναι βουτηγμένος μέσα στη φτώχεια, σε αγαστή συνεργασία με ρατσιστικούς κύκλους.

Αυτή η εγκύκλιος έχει στοιχεία παραλογισμού, ανεδαφικότητα και έλλειψη στοιχειώδους ανθρωπισμού. Ο ισχυρισμός ότι τα ταμεία των ευκατάστατων Ευρωπαίων θα ενισχύσουν τα έσοδα των ελληνικών νοσοκομείων είναι για γέλια, όταν είναι γνωστό ότι καμιά γυναίκα από χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θα προσέλθει στα τριτοκοσμικά νοσοκομεία της Ελλάδας για να γεννήσει. Αντιθέτως αυτά θα βουλιάζουν περισσότερο στα ελλείμματα μη μπορώντας να εισπράξουν λεφτά απ’ τους μη έχοντες.

Σε εφαρμογή της υπουργικής εγκυκλίου τα λογιστήρια των νοσοκομείων απαιτούν, με άλλοτε άλλο ζήλο, τη δήλωση του ασθενή για κάλυψη της δαπάνης ως προϋπόθεση για την εισαγωγή. Σε περίπτωση αδυναμίας καταβολής του διπλάσιου από το αναλογούν στους Έλληνες κόστος, καλείται να αναλάβει την ευθύνη της εισαγωγής  ο υπεύθυνος της εφημερίας γιατρός, χαρακτηρίζοντάς την ως επείγουσα. Με αυτό τον απολύτως απαράδεκτο τρόπο το Υπουργείο Υγείας και οι Διοικήσεις των Νοσοκομείων μετακυλύουν την ευθύνη για τη νοσηλεία ή το πέταγμα στο δρόμο των ασθενών στους όλο και λιγότερο αμειβόμενους γιατρούς, που επιπλέον έχουν ορκισθεί να υπηρετούν όλους αδιακρίτως τους ασθενείς χωρίς ανταπόδοση, καλλιεργώντας το ρατσισμό μεταξύ των γιατρών και αποδίδοντάς τους ευθύνες που σε καμία περίπτωση δεν τους ανήκουν.

Λέμε ΟΧΙ στην ξενοφοβία, στο ρατσισμό, στον κοινωνικό αποκλεισμό μέσα και έξω από τα νοσοκομεία.

Ζητούμε δωρεάν και ίση πρόσβαση όλων όσων το χρειάζονται σε κάθε δημόσιο νοσοκομείο.

Κάθε γυναίκα έχει δικαίωμα να γεννήσει δωρεάν ή να υποστεί οποιουδήποτε τύπου γυναικολογική εξέταση, ανεξάρτητα από κοινωνική προέλευση, καταγωγή, χρώμα και σχήμα ματιών ή χρώμα δέρματος.

Καλούμε τον Υπουργό να ανακαλέσει άμεσα το ρατσιστικό νόμο.

Η γέννα δεν είναι εμπόρευμα. Η υγεία δεν είναι εμπόρευμα.

Πενταμελής Επιτροπή ΕΙΝΑΠ Γιατρών Γ.Ν.Α. «ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ»

Share

Ενημέρωση από την πορεία στις 24 Νοέμβρη

 

Στις 24 Νοέμβρη πραγματοποιήθηκε αντιφασιστική-αντικατασταλτική πορεία στην Αθήνα. Η προσέλευση ήταν μεγάλη, με πολύ κόσμο να να στελεχώνει τα πανό αντιφασιστικών πρωτοβουλιών καθώς και συλλογικοτήτων. Ανάμεσά τους και τα φεμινιστικά πανό, να δηλώνουν τη διακριτή παρουσία μας σε αυτόν τον δύσκολο αγώνα. Γιατί ο φασισμός είναι απειλή για τα δικαιώματα και την αξιοπρέπειά μας, είναι σεξισμός και ομοφοβία, είναι η κουλτούρα του ματσισμού και της βίας, που συχνά στρέφεται εναντίον μας. Και πρέπει να τον ξεριζώσουμε!

 

 

 

Share

Του Πολυτεχνείου οι Ήρωες

της Κατερίνας Στυψανέλη

Οι πραγματικοί ήρωες του Πολυτεχνείου (όπως αναδείχθηκαν την χρονική αυτή περίοδο) δεν ήταν αυτοί που εξαργύρωσαν πολύ ακριβά την εκπομπή του ραδιοσταθμού, την παραμονή τους στις αίθουσες των συνελεύσεων, στο Πολυτεχνείο,

Οι ήρωες λοιπόν του Πολυτεχνείου δεν ήταν αυτοί που εμφανίστηκαν ως παρατρεχάμενοι, στελέχη υπουργείων και περιέφεραν αντιστασιακές περγαμηνές μεταξύ καναλιών, κομματικών γραφείων, ευρωβουλής, εν μέσω αμφισβητήσεων και διαπλοκής με τις εκάστοτε κυβερνητικές εξουσίες.

Οι ήρωες του Πολυτεχνείου δεν ήταν αυτοί, που γλείφοντας και έρποντας, τρέχανε στα κομματικά γραφεία να αρπάξουνε χαρτιά που βεβαίωνα την αντίσταση με μικρό ή μεγάλο οικονομικό όφελος.

Ήρωες του Πολυτεχνείου ήταν οι αφανείς άνθρωποι του μόχθου, οι εργάτες και οι αγρότες της Ελευσίνας και των Μεγάρων, οι μεροκαματιάρηδες, οι φοιτητριούλες και οι φοιτητές που δούλευαν το πρωί για να εξασφαλίσουν το χαρτζιλίκι και βρέθηκαν το μεσημεράκι έξω από τις πύλες του Πολυτεχνείου για να ενωθούν με τη φωνή και την αντίσταση των μαχόμενων φοιτητών.

Ήρωες ήταν αυτοί που αναρριχήθηκαν στα κάγκελα με τον ενθουσιασμό της νιότης, με πόθο για την ελευθερία και την ανατροπή της οστεωμένης χούντας των συνταγματαρχών. Δυστυχώς όμως, αργά το μεσημέρι οι πόρτες είχαν κλείσει. Γι’ αυτούς το Πολυτεχνείο ήταν και έμεινε ένα όνειρο ανεκπλήρωτης αντίστασης και ανατροπής.

Ήρωες ήταν αυτοί που βοήθησαν ενεργά με φάρμακα, τροφή και υλικά τους εγκλωβισμένους.

Ήρωες ήταν αυτοί που ξεχύθηκαν στους δρόμους προς την Ομόνοια, ύστερα από ανθρωποκυνηγητό και άλλοι κατέφυγαν στις διπλανές πολυκατοικίες γιατί ρίχναν στο ψαχνό, άλλους μαζέψανε και βασανίσανε στην  Ασφάλεια και άλλοι γυρνάγανε την επόμενη μέρα στους δρόμους, ψάχνοντας συγγενείς και φίλους.

Ηρωίδα ήταν η φίλη συντρόφισσα, συναδέλφισα Αγγελική, που βασανίστηκε φρικτά στην Ασφάλεια με φάλαγγα, έγινε κουρέλι γιατί την ανάγκασαν να ξαναδεί τους βασανιστές της στη δίκη της Χαλκίδας και ποτέ της δεν εξαργύρωσε τίποτα.

Ήρωες τελικά είναι οι πολλές δεκάδες νεκροί που πέρασαν στην Αθανασία.

Οι άνθρωποι, που με σεμνότητα αναζήτησαν άλλους συντρόφους να στήσουνε το σπίτι τους και να μεταφυτεύσουν στα παιδιά τους την αξία της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας είναι και αυτοί ήρωες.

Έγιναν θεατές της καθημερινής γελοιότητας, της ασυδοσίας των καναλιών, της διαφθοράς, της εξαγοράς και της αναλγησίας των δήθεν ηρώων του Πολυτεχνείου. Έγιναν θεατές της πολιτιστικής υποκουλτούρας και του καθημερινού βιασμού των συναισθημάτων, της καθημερινής υποτίμησης της νοημοσύνης από τους ήρωες του Πολυτεχνείου.

Ήταν όλοι εκεί οι ήρωες στην πορεία φέτος. Μεσήλικες πια, λίγο σκυφτοί, μα με πύρινη ματιά και φλόγα στην καρδιά. Με ανεκπλήρωτο έρωτα για τη δημοκρατία, την ελευθερία και την ανατροπή. Αυτοί είναι η καθαρή ηρωική γενιά του Πολυτεχνείου μαζί με τα παιδιά τους, τους συγγενείς και τους φίλους. Φώναξαν το ίδιο σύνθημα που φώναζαν πριν 39 χρόνια «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία». «Η Χούντα δεν τελείωσε το ’73». Από την χούντα των συνταγματαρχών στη χούντα της εξωτερικής και εσωτερικής τρόικας.

Ήταν και οι καλλιτέχνες, οι μουσικοί, οι ηθοποιοί και οι ποιητές. Αυτοί που μετρούν τ’ αστέρια, αγκαλιάζουν τις ρυτίδες, κατεβαίνουν σε απεργίες και διαδηλώσεις, γράφουν ποιήματα για την πύλη και τα τάνκς, για την πενηντάχρονη νεόπτωχη που ζητιανεύει στους δρόμους, για τον μετανάστη στη γωνία του δρόμου. Είναι αυτοί που ερωτεύονται και ονειρεύονται. Κρατάνε τη ζωή τους στα χέρια τους.

 

Et par le pouvoir d’un mot

Je recommence ma vie

Je suis né pour te connaître

Pour te nommer. Liberté.

 

Πηγή: www.ygeianet.gr

Share

Απόκρυφες πτυχές της μελανής ψήφου

των Εφη Αβδελα και Αγγέλικα Ψαρρα

Στις δύο πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις η Χρυσή Αυγή πήρε 7% των ψήφων και εγκαταστάθηκε για τα καλά στην Ελληνική Βουλή. Την ψήφισαν περίπου πεντακόσιες χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως νέοι άνδρες μέσου μορφωτικού επιπέδου, στα αστικά και ημιαστικά κέντρα. Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι πολλά, ένα, ωστόσο, αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία: Από πού τροφοδοτείται η συγκεκριμένη οργάνωση; Γιατί την επιλέγουν οι ψηφοφόροι της;

Είναι, πιστεύουμε, προφανές ότι το αναντίρρητο γεγονός πως η Χρυσή Αυγή είναι μια νεοναζιστική οργάνωση δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι ψηφοφόροι της ασπάζονται –και ακολουθούν– τις αμιγώς νεοναζιστικές θέσεις και πρακτικές της. Η πρόχειρη ταύτιση εκατοντάδων χιλιάδων ψηφοφόρων με τον φασισμό ή τον ναζισμό είναι ερμηνευτικά ανεπαρκής και ενδέχεται να αποδειχθεί και πολιτικά ατελέσφορη. Και είναι βέβαιο ότι οι ιστορικές αναλογίες με τις αιτίες που οδήγησαν στη γιγάντωση του φασισμού και του ναζισμού την εποχή του Μεσοπολέμου δεν είναι σε θέση να δώσουν απαντήσεις σε σύγχρονα ερωτήματα. Με άλλα λόγια, η ταύτιση των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής με τον ναζισμό δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα στην πολυπλοκότητά της και, κυρίως, δεν λειτουργεί αποτρεπτικά. Απόδειξη ότι η οργάνωση διατήρησε το ποσοστό της, παρά το ότι στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων αποκαλύφθηκε –και, με αδικαιολόγητη είναι αλήθεια καθυστέρηση, καταγγέλθηκε από πολλές πλευρές– ο νεοναζιστικός χαρακτήρας της.

Ο ναζισμός ή, έστω, οι σύγχρονες εκδοχές του δεν αποτελούν το κλειδί που θα μας επιτρέψει να αντιληφθούμε γιατί ένα 7% του εκλογικού σώματος στήριξε τη Χρυσή Αυγή — τη φορά, μάλιστα, αυτή μετά λόγου γνώσεως. Κατά τη γνώμη μας, οι βασικές αιτίες που οδήγησαν στην εντυπωσιακή εκλογική ενίσχυση της εγκληματικής συμμορίας πρέπει να αναζητηθούν στην ανθεκτικότητα –και τη συγκυριακή αναζωπύρωση στις συνθήκες της κρίσης– κάποιων «βαθιών δομών» της ελληνικής κοινωνίας, οι οποίες είχαν αφοπλιστεί πολιτικά, επομένως είχαν ως ένα σημείο περιθωριοποιηθεί στο κλίμα των πρώτων μεταπολιτευτικών δεκαετιών. Αναφερόμαστε στον αντισημιτισμό, τον ρατσισμό, τον εθνικισμό, την απαξίωση του πολιτικού προσωπικού –που φλερτάρει με τον αντικοινοβουλευτισμό– και τον σεξισμό. Οι «δομές» αυτές, οι οποίες αφορούν κατά κύριο λόγο τρόπους πρόσληψης και διαχείρισης της ετερότητας, συγκροτούν ένα συμπαγές σε μεγάλο βαθμό πλέγμα∙ αν τις διαχωρίζουμε, είναι γιατί έτσι μπορούμε ευχερέστερα να αντιληφθούμε τις κατά καιρούς εξάρσεις κάποιων από αυτές, αλλά και να παρακολουθήσουμε τη διάχυση που παρουσιάζουν οι λόγοι που επιτρέπουν τη νομιμοποίησή τους, εντοπίζοντας τους εκάστοτε πομπούς και τα αυξομειούμενα ακροατήριά τους.

Αρχέτυπη μορφή του ρατσισμού, ο αντισημιτισμός συνιστά σταθερό όσο και «αόρατο» χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας. Κι αν στις ημέρες μας άλλες εκδοχές ρατσισμού διεκδικούν μεγαλύτερη ορατότητα, το έδαφος παραμένει ιδιαίτερα πρόσφορο σε αρχαϊκές συνωμοσιολογικές θεωρίες με αντισημιτικό πρόσημο, ενώ απροκάλυπτοι αντισημίτες έχουν πλέον αποκτήσει κεντρική πολιτική νομιμοποίηση. Δεν θα σταθούμε στην πασίδηλη όξυνση της ξενοφοβίας, του ρατσισμού και του εθνικισμού: τα προβλήματα της κρίσης έχουν εντείνει την από καιρό διαπιστωμένη έλλειψη ανοχής της ελληνικής κοινωνίας στην ετερότητα. Δεν είναι βέβαια αμελητέο το γεγονός ότι σήμερα αυτή η έλλειψη ανοχής μετασχηματίζεται σε ευθεία και απροκάλυπτη εχθρότητα. Η πρωτοφανής και συστηματική εκστρατεία άσκησης σωματικής βίας σε βάρος των μεταναστών, στην οποία επιδίδεται η Χρυσή Αυγή, βρίσκει σήμερα πολλούς υποστηρικτές. Ούτως ή άλλως, η φαντασιακή μετάθεση των προβλημάτων μέσα από την ανακάλυψη εσωτερικών ή/και εξωτερικών εχθρών –αποδιοπομπαίων τράγων– συνιστά παμπάλαια καταφυγή σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας, ψυχικής ανασφάλειας και φόβου για το μέλλον. Στις επιπτώσεις της κρίσης συγκαταλέγεται ασφαλώς και η ολοένα και πιο σκληρή απαξίωση του πολιτικού προσωπικού, που ενίοτε συμπαρασύρει και το ίδιο το κοινοβουλευτικό σύστημα. Βασισμένη σε προϋπάρχοντα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας, και, κυρίως, τη δυσπιστία προς το κράτος και τους θεσμούς του, εκφράζει σήμερα τη διάρρηξη των παραδοσιακών δομών ταύτισης των πολιτών με συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα και κόμματα.

Είναι σαφές ότι οι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής μοιράζονται τις συγκεκριμένες προκαταλήψεις τους με τους ψηφοφόρους ενός ευρύτατου πολιτικού φάσματος. Στο κλίμα αυτό, η απροσχημάτιστη επίκληση του σεξισμού και της ομοφοβίας αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι αναφορές της νεοναζιστικής οργάνωσης στην «ελληνική φυλή» –ή στο «ελληνικό έθνος»– βασίζονται σε μια εκδοχή του επιθετικού ανδρισμού, η οποία συνιστά καθαρή παλινδρόμηση σε σχέση με τις διαφοροποιήσεις που σημειώθηκαν στις έμφυλες σχέσεις κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Τροφοδοτημένος από τις ανατροπές στην έμφυλη καθημερινότητα που παρήγαγε η κρίση, ο λόγος της Χρυσής Αυγής περί φύλων μοιάζει να αποκτά ανησυχητική εμβέλεια, ανεξάρτητη ως ένα βαθμό από το βιολογικό φύλο των υποστηρικτών του.

Η εκδοχή του ανδρισμού που προβάλλει η Χρυσή Αυγή συνιστά σημείο συνάντησης με σημαντική μερίδα ψηφοφόρων της. Πρόκειται για ένα πρότυπο επιθετικής αρρενωπότητας, το οποίο αντλεί από παραδοσιακές κοινωνικές αγκυλώσεις και είχε αμφισβητηθεί και περιθωριοποιηθεί στον δημόσιο χώρο εδώ και δεκαετίες ως αντίθετο με μια «ευρωπαϊκή» και «εκσυγχρονισμένη» εκδοχή των έμφυλων σχέσεων. Οι αναταράξεις που προκάλεσε η οικονομική κρίση έθεσαν σε αμφισβήτηση το ως πρόσφατα ηγεμονικό μοντέλο του «συναινετικού» ανδρισμού και πρόσφεραν το έδαφος για να στοχοποιηθούν στερεοτυπικά οι «υπεύθυνοι»: εκτός από τους «διεφθαρμένους» πολιτικούς, τους «εγκληματίες» ξένους, τους «θρασείς» ομοφυλόφιλους, μοιάζει να ενοχλούν πλέον και οι «γλωσσούδες» γυναίκες, αυτές που καταλαμβάνουν θέσεις ευθύνης, μιλούν στον δημόσιο χώρο ή –το χειρότερο–διατηρούν ενδεχομένως πιο εύκολα μορφές απασχόλησης στην άτυπη οικονομία, όταν νέοι άνδρες χάνουν τις δουλειές τους ή, απλώς, δεν έχουν δουλειά. Πόσοι –αλλά και πόσες– δεν είπαν ότι όλοι αυτοί χρειάζονται ένα «γερό χέρι ξύλο»; Και πόσοι ανάμεσά τους δεν έγιναν ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής;

Ας μην υποτιμήσουμε στο σημείο αυτό και το γεγονός ότι κεντρικές θέσεις του Μετώπου Γυναικών της νεοναζιστικής οργάνωσης, και συγκεκριμένα η έμφαση στον κοινωνικό και εθνικό ρόλο της μητρότητας σε συνδυασμό με την καταδίκη των εκτρώσεων ως «εγκλήματος κατά της φυλής», εφάπτονται με λόγους που εδώ και καιρό εκφέρονται με ολοένα μεγαλύτερη ζέση από ποικίλα κοινωνικά, πολιτικά και επιστημονικά περιβάλλοντα. Κι ας μην αγνοήσουμε τη συγγένεια των λόγων αυτών με την ευθέως ξενόφοβη και σεξιστική επιστροφή στην «ελληνική οικογένεια», την οποία, ενόψει των πρόσφατων εκλογών, ασπάστηκε η πλειονότητα των πολιτικών δυνάμεων της χώρας. Συνέπεια κι αυτή ανακατατάξεων που συνδέονται με τις οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης, η τρέχουσα εμμονή στην «ελληνική οικογένεια» και τα δίκαιά της συνεπάγεται στα σημερινά συμφραζόμενα τη νομιμοποίηση αποκλεισμών που αφορούν κατά κύριο λόγο τους μετανάστες, αλλά περιλαμβάνουν και εκείνους και εκείνες που δεν πληρούν τις κανονιστικές προϋποθέσεις του «ελληνικού» οικογενειακού προτύπου.

Την ίδια ώρα, έχει ενδιαφέρον ότι στον λόγο της Χρυσής Αυγής χρησιμεύουν και πολλά από τα γνώριμα όπλα του παραδοσιακού αντιφεμινισμού. Διεκδικώντας πλέον εθνικό ακροατήριο, και στο πλαίσιο της «αντισυστημικής» κριτικής της, η οργάνωση καταδικάζει τον –από καιρό λησμονημένο από τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις– φεμινισμό μαζί με άλλες «επικίνδυνες» –καθότι «ξενόφερτες»– έννοιες, όπως ο διεθνισμός, η ισότητα ή η ομοφυλοφυλία. Οι θέσεις της Χρυσής Αυγής για τις γυναίκες (είτε αφορούν τη «γενοκτονία των εκτρώσεων» είτε τις «φεμινίστριες με τις τρίχες στις μασχάλες» που θυμήθηκε όλως τυχαίως η Ελένη Ζαρούλια Μιχαλολιάκου) γειτονεύουν ανησυχητικά με αρχαϊκές προϊδεάσεις για τα φύλα και τον σύμφωνο με τη φύση «προορισμό» τους, οι οποίες μοιάζει να σηκώνουν κεφάλι στη συγκυρία της κρίσης. Πράγματι, δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε το νήμα που συνδέει ακραία συντηρητικές αντιλήψεις για τα φύλα, οι οποίες μέχρι πρότινος παρέμεναν περιθωριακές, με τον έμφυλο λόγο της νεοναζιστικής οργάνωσης. Στις σημερινές συνθήκες, οι παραδοσιακές αυτές αντιφεμινιστικές και ομοφοβικές αντιλήψεις εντάσσονται σε ένα νέο πλαίσιο, που τους επιτρέπει να εμφανίζονται ως όχημα για την αποκατάσταση της διαταραγμένης φυσικής τάξης των πραγμάτων.

Είναι πλέον βέβαιο ότι η κρίση οδήγησε σε παροξυσμό κάποιες «βαθιές δομές» της ελληνικής κοινωνίας, μετατρέποντάς τες σε κοινούς τόπους. Εξίσου σαφές είναι ότι επέτρεψε να γίνει δημόσια αποδεκτό το επιθετικό ιδίωμα που υιοθετεί στον δημόσιο λόγο και στις πρακτικές της η Χρυσή Αυγή, μια εκδοχή επιθετικού ανδρισμού που διεκδικεί την ηγεμονία ως φορέας της σωτηρίας του «έθνους». Η κρίση διευκολύνει το ιδίωμα αυτό να εκδηλωθεί κατ’ επανάληψη σε πολλές και διαφορετικές περιστάσεις. Παραμένει το γεγονός ότι η χρήση σωματικής βίας ως συστατικό στοιχείο της πολιτικής της διαφοροποιεί τη νεοναζιστική οργάνωση από άλλες πολιτικές δυνάμεις, με τις οποίες μοιράζεται ορισμένες –ή πολλές– από τις θέσεις της. Στο σημείο αυτό, συναντά και πάλι τις κοινωνικές επιπτώσεις της κατάστασης «έκτακτης δημοσιονομικής ανάγκης». Με άλλα λόγια, την ανασφάλεια και την οργή μερίδας του εκλογικού σώματος, η οποία, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά, αποδεικνύεται πρόθυμη να εκχωρήσει στη Χρυσή Αυγή τις προσδοκίες της για τον κυριολεκτικό «αφανισμό» όσων θεωρεί υπεύθυνους για τη σημερινή της κατάντια.

Έρχονται δύσκολες μέρες…

Πηγή: Αυγή

Share

Η θέση των γυναικών στη θεωρία, την πολιτική και την πράξη του φασισμού

της Σίσσυς Βωβού*

Αρχίζοντας την ομιλία μου για τη θέση των γυναικών στην ιδεολογία και την πρακτική του φασισμού, εν όψη της αυριανής αντιφασιστικής επετείου, θα ήθελα να αναφέρω ότι υπάρχουν δύο νέες γυναίκες που εκτελέστηκαν στη γειτονιά μας το 1944.  η Ηρώ Κωνσταντοπούλου και η Ιουλία Μπίμπα, λόγω της συμμετοχής τους σε σημαντικές αντιστασιακές πράξεις.

Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου, γεννήθηκε στις 16 Ιουλίου 1927 και εκτελέστηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1944 σε ηλικία 17 χρονών, στη συνοικία μας, στο Κουκάκι.

Ήταν μαθήτρια Γυμνασίου και οργανωμένη στην ΕΠΟΝ, όπου είχε αναπτύξει έντονη δράση, παρά το νεαρό της ηλικίας της. Μιλούσε τέσσερις γλώσσες και όταν τη βασάνιζαν οι χιτλερικοί στην οδό Μέρλιν, όπου βρισκόταν το αρχηγείο της Κομαντατούρ, αναφέρεται ότι τους “μαστίγωνε” στη γλώσσα τους.

Λίγο πριν την αποχώρηση των Γερμανών, συμμετέχει στην ανατίναξη ενός τρένου που μετέφερε πυρομαχικά και ξανά συλλαμβάνεται στις 31 Ιουλίου 1944. Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1944, οδηγήθηκε μαζί με άλλους 49 κρατούμενους, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Η ζωή της έγινε ταινία το 1981 με τίτλο “17 σφαίρες για έναν άγγελο, η αληθινή ιστορία της Ηρώς Κωνσταντοπούλου”

Η Ιουλία Μπίμπα ή «Ξανθούλα», συμμετείχε στην ανατίναξη των γραφείων της «Εθνικοσοσιαλιστικής Πατριωτικής Οργάνωσης ΕΣΠΟ» το 1942, στην γωνία Πατησίων και Γλάδστωνος, όπου τα γραφεία αυτά ήταν στο ίδιο κτίριο με την Κομαντατούρ.  Νεκροί: 39 μέλη της ΕΣΠΟ, κι ο αρχηγός τους, και 43 γκεσταπίτες. Τραυματίες: 27 της ΕΣΠΟ και 55 Γερμανοί. (Λυπάμαι, βέβαια, να μιλάω για νεκρούς).

Συνελήφθησαν και εκτελέσθηκαν στην Καισαριανή, για αντίποινα, οι: Κώστας Περρίκος, απότακτος αξιωματικός της αεροπορίας, Θανάσης Σκούρας (της γνωστής κινηματογραφικής οικογένειας), Γιάννης Κατεβάτης, Διονύσης Παπαδόπουλος, Δημήτρης Λόης.

Η Ιουλία Μπίμπα μεταφέρθηκε σε άγνωστο στρατόπεδο της Γερμανίας, Πολωνίας ή Βουλγαρίας και την αποκεφάλισαν με τσεκούρι. Ο Αντώνης Μυτιληναίος δραπέτευσε, πέθανε πρόσφατα, ο Σπύρος Γαλάτης απελευθερώθηκε από φυλακή της Γερμανίας.

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ

Πολλά ακούστηκαν και προβλήθηκαν αυτές τις μέρες για το φασισμό και τον πόλεμο, περισσότερα από κάθε άλλη φορά θα έλεγα, επειδή στις μέρες μας στη χώρα μας ζούμε την άνοδο του φασιστικού φαινομένου με επίκεντρο τους μετανάστες και μετανάστριες, τους «άλλους» της δικης μας εποχής, τους δικούς μας «Εβραίους» που υφίστανται καθημερινά διώξεις άτυπες και βάρβαρες, οι οποίες εκβαρβαρίζουν και δηλητηριάζουν την κοινωνία μας. Το μεγαλύτερο μερίδιο της καταστολής των μεταναστών έχει το κράτος, υπό δύο εκδοχές: Η μια είναι η άρνηση της νομιμότητας και της αποδοχής τους ως ισότιμων συμπολιτών, η συμπλήρωση είναι η καταστολή, η ηθική, πνευματική και φυσική κακοποίησή τους. Υπάρχει μια αλυσίδα αντίδρασης προς τους μετανάστες, η οποία αρχίζει από το κράτος, προχωρά στις εγκληματικές συμμορίες, και μετά στην υποστήριξη αυτών των πράξεων από μικρό μέρος της κοινωνίας και την αποδοχή από μεγαλύτερο, όχι από το μεγαλύτερο.

Εμείς είμαστε εδώ για να διακηρύξουμε μια άλλη πολιτική, αυτή της ισότητας των πολιτών και της πολυεθνικής κοινωνίας η οποία αποτελεί πραγματικότητα που βλέπουμε στον τόπο μας και βλέπουμε σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης.

Κοινωνική ιεραρχία

Η καταστολή και συνεπώς στρατιωτικοποίηση και αποκλεισμός του «διαφορετικού» αποτελεί τον πυρήνα της φασιστικής πολιτικής, αλλά είναι ανατριχιαστικό να την βλέπουμε σε μικρότερες δόσεις και συνθέσεις σε κάθε άλλη πολιτική, δημοκρατική, αριστερή, δεξιά, μεσαία.

Μιλώντας για τη θέση των γυναικών λοιπόν στο φασιστικό φαινόμενο του τότε και του τώρα, θέλουμε απλώς να επισημάνουμε πόσο αυτή η ιδεολογία πλήττει την πορεία εμάς των γυναικών προς την αυτονομία, τη συμμετοχή στο δημόσιο χώρο και την πολιτική, πόσο δημιουργεί μεγαλύτερη εξάρτηση και πόσο έντονα μεταφέρει στον ιδιωτικό χώρο την ανδρική εξουσία που υπάρχει στο δημόσιο χώρο. Η στέρηση δικαιωμάτων και συμμετοχής των γυναικών βρίσκεται στο σκληρό πυρήνα της φασιστικής ιδεολογίας και πολιτικής, γι’ αυτό και εμείς οι γυναίκες έχουμε κάθε πρόσθετο λόγο να αντιταχθούμε στο φασιστικό φαινόμενο.

Και τι σημασία έχει η αυτονομία σας, ακούμε συχνά, μπροστά στα μνημόνια για παράδειγμα, μπροστά στην καταστολή, και πολύ περισσότερο μπροστά στο θάνατο που έσπειρε ο φασισμός σε όλη την Ευρώπη; Η απάντηση είναι ότι όλοι και όλες υποκείμεθα στις κεντρικές πολιτικές της κάθε εξουσίας, αλλά η έμφυλη διάστασή της είναι εγγενές συστατικό της μέρος, παράγει υπεραξία γι’ αυτήν, αν δεν ξεχνάμε ότι οι γυναίκες είναι το μισό του πληθυσμού. Ιδιαίτερα στα φασιστικά καθεστώτα δυναμώνει την εξουσία, δημιουργεί τον «καταμερισμό» σ’ αυτούς που θα παράγουν πολιτική και αυτές που θα την υφίστανται, δημιουργεί αδυναμία και εξάρτηση για τις γυναίκες, και συνεπώς περισσότερη ανοχή για τις μεγάλες μάζες τους, που αδυνατούν μέσα στις συνθήκες που τους επιβάλλονται να αντισταθούν και να επαναστατήσουν.

Αν και ο φασισμός-ναζισμός είχε μεγάλη απήχηση στις γυναίκες, λόγω των συνθηκών ζωής που τους επέβαλε ήταν, και φυσικά είναι, μια πολιτική αντιγυναικεία ως προς τους στόχους της συμμετοχής των γυναικών και της αυτονομίας τους, όσο περιορισμένη και αν ήταν σε άλλα συστήματα εξουσίας.

Είναι κοινό χαρακτηριστικό στις περισσότερες εικόνες της τότε εποχής, ότι την περίοδο του Μουσολίνι και του Χίτλερ, οι γυναίκες μπορούσαν να έχουν τη συμμετοχή τους στο πλήθος, αλλά σπάνια τους επιτρεπόταν να εμφανιστούν στο βήμα. Ένα από τα κίνητρα του φασισμού ήταν πάντα να αρνούνται στις γυναίκες το ρόλο του φορέα που διαμορφώνει τη ζωή τους.

Στην Ιταλία, ο Μουσολίνι έκανε εκστρατεία για την επιστροφή των γυναικών στην οικογένεια, για να αυξηθεί η «χαμηλή» γεννητικότητα. Η αντισύλληψη ήταν απαγορευμένη και ο «φεμινισμός» περιγραφόταν ως «εβραϊκή» εφεύρεση. Στο κόμμα του Χίτλερ, οι γυναίκες αποτελούσαν το 6 ή 8 τοις εκατό (εξαρτάται απο τις μετρήσεις) των μελών. Η Βρετανική Ένωση Φασιστών (British Union of Fascists) της εποχής, μπορεί να είχε μεγαλύτερη αποδοχή στις γυναίκες απ’ ότι τα αδελφά κόμματα που αναφέρθηκαν, και μια μειοψηφία των συγγραφέων του αποδεχόταν ότι οι γυναίκες θα μπορούσαν να έχουν και το δικαίωμα στην εργασία. Πάντως, όπως αποδέχονταν οι υποστηρικτές του φασισμού, το κόμμα συνολικά είχε την φιλοσοφία της ευγονικής, ήταν στοχοπροσηλωμένο στην αύξηση των γεννήσεων και αντιτασσόταν στην ανεξαρτησία των γυναικών.

Στην προ-φασιστική Γερμανία της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η κοινωνία ήταν πιο φιλική προς τα δικαιώματα των γυναικών, θετικό παράδειγμα σχετικής ισότητας, όπου η απελευθέρωση των γυναικών σήμαινε περισσότερα από το δικαίωμα στην ψήφο. Στην πολιτιστική άνθιση της εποχής, ενυπήρχε η υπόσχεση για σεξουαλική και καλλιτεχνική έκφραση.

Στην εξουσία, το κόμμα του Χίτλερ προσπάθησε να απαγορεύσει την επαγγελματική ενασχόληση για τις γυναίκες. Τα μέτρα που εισάχθηκαν ταίριαζαν με τη ναζιστική ιδεολογία, που διακήρυσσε την ανάγκη να αυξάνονται οι ευκαιρίες των ανδρών για εύρεση εργασίας. (Σήμερα, μας λένε ότι αν φύγουν οι μετανάστες θα βρουν δουλειές οι Έλληνες. Αύριο, θα μας πουν ότι αν βγουν από την παραγωγή οι γυναίκες θα βρουν δουλειά οι άνδρες. Το γαϊτανάκι των απαγορεύσεων και των αποκλεισμών δεν έχει τέλος). Το κράτος εισήγαγε δάνεια για το γάμο, που εξαρτώντο τόσο από την πολιτική τοποθέτηση της οικογένειας όσο και από τη συναίνεση της γυναίκας να εγκαταλείψει την πληρωμένη απασχόληση. Και φυσικά, ο ρατσισμός του ναζισμού έδινε ιδιαίτερη αποστολή στις γυναίκες, να μεγαλώσουν τη νέα φυλή των Γερμανών, την καθαρή φυλή. Η εφαρμογή της ευγονικής σήμαινε μεγάλη επιτήρηση του κράτους στην γέννηση των παιδιών. Οι ηλικιωμένες ήταν περιττές σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εποχής. Οι νεότερες απλώς έπρεπε να ελπίζουν οτι το παιδί τους δεν θα περιλαμβανόταν στα 100.000 γερμανάκια που φονεύθηκαν εν ψυχρώ  λόγω κληρονομικής αναπηρίας. Και μέσα σ’ αυτό το χορό, οι ίδιες οι ναζιστικές γυναικείες οργανώσεις της εποχής, υποστήριζαν ότι οι γυναίκες έπρεπε να επιστρέψουν στο σπίτι, γιατί η σκληρότητα της πολιτικής «είναι ξένη προς τη γυναικεία φύση».

Χαρακτηριστικό απόσπασμα από ομιλία την Πρωτοχρονιά του 1935 της αρχηγού της γυναικείας οργάνωσης του NSDAP, GERTRUD SCHOLTZ-

«Το Εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα βλέπει τον άνδρα και τη γυναίκα ως ισάξιους κομιστές του μέλλοντος της Γερμανίας. Ζητά, όμως, περισσότερα απ’ ότι το παρελθόν: ο καθένας θα πρέπει πρώτα να εκπληρώσει πλήρως τα καθήκοντα που αρμόζουν στην φύση του… Η γυναίκα, πέρα από την φροντίδα των δικών της παιδιών, θα πρέπει πρώτιστα να νοιάζεται για αυτούς που χρειάζονται την βοήθεια της ως μητέρα του Έθνους».

Τον Ιανουάριο του 1943, φυσικά λόγω της εξέλιξης του πολέμου, το καθεστώς έβγαλε διάταξη όλες οι γυναίκες στις ηλικίες μεταξύ 17 και 45 να γραφτούν στην υπηρεσία ανεργίας, για να βρουν δουλειά. Και όμως, από τις 3.1 εκατομμύρια γυναίκες που εγγράφηκαν, μόνο το 1,2 εκατομμύρια θεωρήθηκαν κατάλληλες για εργασία.

Παρόμοιες ιδέες ευγονικής και πολιτικής γεννήσεων προωθήθηκαν από το καθεστώς Μουσολίνι στην Ιταλία. Δημιουργήθηκε εθνικός οργανισμός για την ρύθμιση μητρότητας και βρεφικής ηλικίας. Δόθηκαν δάνεια στις πιο παραγωγικές γυναίκες, με κριτήριο παραγωγής τον αριθμό των παιδιών που είχαν γεννήσει. Έγινε ολόκληρη δημογραφική καμπάνια για αύξηση γεννητικότητας (η οποία απέτυχε). Οι γυναίκες ωθούνταν να εγκαταλείψουν την πληρωμένη απασχόληση τόσο για να «επιστρέψουν» τις θέσεις εργασίας στους άνδρες, αλλά επίσης για να επιστρέψουν στον φυσικό τους ρόλο, ως φύλακες του σπιτιού. Με την αντιγραφή του αντι-σημιτισμού του Χίτλερ από τον Μουσολίνι, ο αντιφεμινισμός με τον ρατσισμό αναμείχθηκαν. Δόθηκε εντολή στις λευκές γυναίκες να γεννούν, και αν δεν ακολουθούσαν την εντολή αυτή, τις κατηγορούσαν ότι έφεραν τη μνήμη του «εβραϊκού» φεμνισμού. Η διαφορά στην ιταλική περίπτωση, ήταν ο βαθιά ριζωμένος μισογυνισμός της καθολικής εκκλησίας, που ενδυνάμωσε τον μισογυνισμό του καθεστώτος, την ώρα που επέσειε τις αξίες της παραδοσιακής Ιταλίας για να δικαιολογήσει όλο αυτό το σχήμα.

Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε και στο παράδειγμα της δικτατορίας του Μεταξά, το οποίο είχε πολλά φασιστικά στοιχεία, της «κλασικής» περιόδου, αν και του έλειπαν άλλα. Ενώ βρίσκουμε αρκετά παρόμοια στοιχεία με τα προαναφερθέντα, αξίζει να αναφέρουμε την οργάνωση της Νεολαίας του Μεταξά, η οποία ιδρύθηκε το 1937 και απέκτησε 1.250.000 μέλη, τα οποία όπως γνωρίζουμε καλά ήταν καταναγκασμένα σχεδόν, αλλιώς υπήρχαν κυρώσεις για τα παιδιά και τις οικογένειες. Εκεί συνυπήρχαν αγόρια και κορίτσια. Οι στόχοι της νεολαίας, πριν από τον πόλεμο, ήταν οι εθελοντικές κοινωνικές εργασίες (μια από αυτές να χαφιεδίζουν τους αντιφρονούντες στη δικτατορία, ακόμα και τους γονείς τους), ενώ η εκπαίδευση ήταν ότι τα αγόρια θα προορίζονταν για τον πόλεμο, ενώ τα κορίτσια για τα μετόπισθεν και για νοσοκόμες. Η οργάνωση διαλύθηκε μετά την είσοδο του ναζιστικού στρατού στην Ελλάδα, και ευτυχώς το άμεσο μέλλον της νεολαίας της εποχής έμελλε να είναι η ΕΠΟΝ, στην οποία συσπειρώθηκαν μαζικά και με ενθουσιασμό εκατοντάδες χιλιάδες νέοι και νέες.

Και κάποια θεωρητική τοποθέτηση:

Φεμινιστικές κολλεκτίβες στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Βρετανία, οι οποίες ανέπτυξαν ιδεολογική και πολιτική δράση πάνω στο ζήτημα αυτό όταν υπήρχε άνοδος του φασιστικού φαινομένου, τη δεκαετίες του 70-80, υποστήριζαν ότι το φασιστικό κόμμα δεν πρέπει να ιδωθεί πρωταρχικά ως ρατσιστικό κίνημα, αλλά ως κόμμα που ήταν σεξιστικό και ομοφοβικό. Με τα δικά τους λόγια «Ο φασισμός απευθύνεται στις γυναίκες ως γυναίκες – ή καλύτερα υπό την ιδιότητά τους ως συσύγων και μητέρων, που εκπαιδεύουν τη φυλή και το έθνος – και προσπαθεί να κερδίσει υποστήριξη σ’ αυτή τη βάση. Ο φασισμός επίσης απευθύνεται στους άνδρες – βλέπει τον εαυτό του ως προσωποποιημένη ανδροπρέπεια και θεωρεί το φιλελευθερισμό ως «θηλυκό» ή «γυναικωτό». ( Αρκετές από τις ιστορικές πληροφορίες του παρόντος, από dkrenton.co.uk). 6/2/2008

ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Μιλώντας όμως για το φασισμό, το μεγάλο έπος, όπως εμφανίστηκε από τους άλλους ομιλητές, είναι η αντίσταση και η προσδοκία για μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας. Όπως έλεγε και το τραγούδι «Θέλουμε πανανθρώπινη τη λευτεριά». Δυστυχώς, αλλιώς εξελίχτηκαν τα πράγματα στην Ελλάδα.

Μεγάλη ήταν η συμμετοχή των γυναικών στην αντίσταση κατά του φασισμού και για την κοινωνική απελευθέρωση, βέβαια σε μεγάλο βαθμό με βάση τους γνωστούς ρόλους των δύο φύλων. Πάντως, πολλές ήταν οι γυναίκες που συμμετείχαν στην πρώτη γραμμή όσο και στον αντάρτικο στρατό, και λίγες ήταν και βαθμοφόροι. Η πατριαρχία, όπως είπαμε και στην αρχή, δεν γνωρίζει ιδεολογίες, αλλά, είναι γεγονός ότι οι πιο ακραίες εκδοχές των επιταγών της αγκαλιάζονται από ακραία και αυταρχικά καθεστώτα.

Η Κυβέρνηση του Βουνού, δηλαδή η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), έδωσε για πρώτη φορά στις γυναίκες το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι.

Στις 23 Απρίλη 1944 έγιναν εκλογές για την ανάδειξη του Εθνικού Συμβουλίου και εκλέχτηκαν πέντε γυναίκες εθνοσύμβουλοι, η Χρύσα Χατζηβασιλείου, η Καίτη Ζεύγου, η Μαρία Σβώλου, η Φωτεινή Φιλιππίδου και η Μάχη Μαυροειδή.

Στις 20.7.1944 με την Πράξη 42 θεσμοθετείται επίσης η ισότητα των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών. (Η εργατική νομοθεσία της μεταπολεμικής περιόδου πρόβλεπε άνιση αμοιβή για γυναίκες και άνδρες, ενώ η ισότητα αμοιβών, έστω και τυπική, επανήλθε μόνο το 1975, από την κυβέρνηση Καραμανλή).

Σε πολλές πόλεις και χωριά της Ελεύθερης Ελλάδας εκλέχτηκαν γυναίκες δήμαρχοι και κοινοτάρχισσες καθώς και λαϊκές δικαστίνες. Η πρώτη δήμαρχος στην Ελλάδα ήταν η Μαρίκα Μπότση-Τσαπαλίρα στην Αμαλιάδα το 1944.

Στο ΨΗΦΙΣΜΑ Α’ του Εθνικού Συμβουλίου της ΠΕΕΑ, το άρθρο 5 αναφέρει: «Όλοι οι Έλληνες, άντρες και γυναίκες, έχουν ίσα πολιτικά και αστικά δικαιώματα».

ΔΥΣΤΥΧΩΣ, ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

Γυρνώντας στη σύγχρονη φασιστική ιδεολογία που εκπαιδεύει νέες γενιές γυναικών, διαβάζουμε μεταξύ άλλων στα εμπνεόμενα από τον εθνικοσοσιαλισμό κάθε είδους φασιστοσάιτ της Χρυσής Αυγής:

«Η έννοια του Καθήκοντος είναι αυτό που κάνει τον φεμινισμό απορριπτέο άνευ συζητήσεως, γιατί το πρώτιστο Καθήκον που πράττει κάποιος για το Έθνος του είναι αυτό που έχει ορίσει η Φύση και για τα δύο φύλα, δηλαδή η τεκνοποιία και την σωστή διαπαιδαγώγηση των τέκνων αυτών. Δύο οι βασικοί πυλώνες του Εθνικοσοσιαλισμού η Αξιοκρατία και η Φύση ή μάλλον μόνο ένας η Φύση, αφού οι δύο προηγούμενοι ουσιαστικά είναι ένας. Ούτε στο παρελθόν, ούτε στο μέλλον πρόκειται να προδοθεί η Φύση και το Έθνος προκειμένου να εξυπηρετηθούν φεμινιστομαρξιστικά εκτρώματα»

Σε άλλο σημείο: «Εμείς οι Ελληνίδες, μέλη του Λαϊκού Συνδέσμου, έχοντας βαθύτατη συναίσθηση της καταστροφής που επιφέρει το φεμινιστικό πνεύμα της εποχής μας, είμαστε ενάντια σε κάθε λογής διακηρύξεις για την ισότητα των δύο φύλων. Για εμάς δεν τίθεται πρόβλημα ισότητας ή υπεροχής ανάμεσα στον άνδρα και την γυναίκα, αφού πιστεύουμε ότι αποτελούν δύο διαφορετικές υποστάσεις, που έχουν ταχθεί από την Φύση να αλληλοσυμπληρώνονται, έχοντας να επιτελέσουν ο καθένας το δικό του ξεχωριστό Χρέος απέναντι στην Ζωή».

Είναι φυσικό επακόλουθο στην ιστοσελίδα τους να παραπέμπουν στην οργάνωση για την προστασία του αγέννητου παιδιού, ενώ εκφράζουν ανοιχτό αίτημα για την κατάργηση του δικαιώματος στην επιλογή αν μια γυναίκα θέλει να κάνει παιδί ή όχι, και ζητούν την ακύρωση του νόμου για την έκτρωση.

Επίσης, εκμεταλλευόμενες αρνητικά στοιχεία της σημερινής πραγματικότητας για τη γυναίκα αντικείμενο και παίρνοντας δάνεια από τις τρισκατάρατες φεμινίστριες, λένε: «Η ύπαρξη της γυναίκας δεν παύει να υφίσταται αν δεν είναι όμορφη, χειραφετημένη, καριερίστρια, μορφωμένη, περιποιημένη και όλα αυτά που μας βομβαρδίζουν τα περιοδικά. Η ύπαρξη της γυναίκας θα πάψει όμως να υφίσταται αν χαθούν οι ρόλοι που την διαχωρίζουν από τον άντρα, και αυτοί δεν σχετίζονται μόνο με την εμφάνιση… Σχετίζονται με τον ρόλο της γυναίκας σαν μητέρα, οικοδέσποινα, σύντροφο, αλλά και γενικότερα ενός ιδιαίτερου μέλους της κοινωνίας που έχει την δυνατότητα και την υποχρέωση να υπερασπιστεί, με τον δικό του τρόπο, τα ιδανικά του, τις αξίες του, τους θεσμούς, τις παραδόσεις του και όλα τα κεκτημένα που τείνουν να εξαφανισθούν. Τέτοιου είδους γυναίκες έβγαζε πάντα η Ελλάδα και όχι ψεύτικες κούκλες χωρίς περιεχόμενο…»

Γενικότερα μιλώντας για τον φασισμό, τόσο τον σημερινό όσο και τον ιστορικό, μπορούμε να πούμε ότι όλα τα ιδεολογικά καλούπια είχαν ως στόχο τον περιορισμό των γυναικών, αλλά ξεχείλωναν κατά το δοκούν ανάλογα με τις πολιτικές ανάγκες των φασιστικών κυβερνήσεων ή κινημάτων. Αυτό έγινε στον τομέα της εργασίας, της οικογένειας, της συμμετοχής των γυναικών και των ρόλων που επιβάλλονταν. Π.χ. το ελληνικό φασιστικό κίνημα στρατιωτικοποιεί τις γυναίκες, τους επιτρέπει να γίνονται μαχαιροβγάλτριες και τις επιβραβεύει γι’ αυτό (περίπτωση Σκορδέλη που είναι υπόδικη για βαρύ τραυματισμό Αφγανού) ζητά την υιοθέτηση στρατιωτικής θητείας 14 μηνών, διδάσκει ομάδες αυτοάμυνας (κάλυμμα για την ετεροεπίθεση), διδάσκει τη χρήση όπλων όπως άναυδες βλέπουμε στο u-tube χωρίς καθόλου να ενοχληθεί το επίσημο κράτος. Είναι το ίδιο κίνημα που προπαγανδίζει υπέρ της επιστροφής των γυναικών στο σπίτι και στηλιτεύει κάθε έννοια φεμινισμού ή ισότητας των δύο φύλων.

Οι ομάδες των ταγμάτων εφόδου που ήδη έχουν δημιουργηθεί, με μεγάλη επιθετικότητα απέναντι στους μετανάστες και μετανάστριες, είναι φοβισμένα και δειλά ανθρωπάκια που δεν τολμούν να περπατήσουν μόνα τους στο δρόμο, γιατί γνωρίζουν ότι το κίνημα δεν τους φοβάται, αλλά το φοβούνται. Πάντως το κίνημα χρειάζεται να αναπτύξει τις ομάδες περιφρούρησης από τις εγκληματικές συμμορίες..

Προς το παρόν η συμμετοχή των γυναικών στις επιθετικές ομάδες είναι μικρή αλλά δυστυχώς υπαρκτή, ίσως γιατί τα μηνύματα της ειρήνης έχουν πιο ευήκοα ώτα στις γυναίκες. Ίσως γιατί οι γυναίκες καταλαβαίνουν ότι κάθε πυγμή όπως αυτή των φασιστών θα στραφεί εναντίον τους στον ιδιωτικό τους χώρο. (Και μετά θα απευθύνονται στις φεμινίστριες να τις συμβουλεύσουν γιατί έφαγαν ξύλο από τον άντρα τους, και μάλιστα χωρίς ιδεολογικό κάλυμμα).

Τέλος, σας καλώ στο εξής, κάθε φορά που κάποιος ή κάποια θα μιλά εναντίον του φεμινισμού, να αναρωτιέται πώς και βρίσκεται σε ιδεολογική αντιστοιχία με τον φασισμό του χθες και του σήμερα.

Ομιλία σε εκδήλωση στο Κουκάκι, 27-10-2012

 

 

.

Share