Subscribe via RSS Feed

Tag: "βιβλίο"

Ούρσουλα Λε Γκεν: «Αν δεν αντισταθείς, είσαι συνεργός»…

Ούρσουλα-Λε-Γκεν1

της Maria Popova

Η Ούρσουλα Λε Γκεν μιλάει για την εξουσία, την καταπίεση, την ελευθερία και το πώς η ευφάνταστη αφήγηση ιστοριών διευρύνει τον ορίζοντα του εφικτού.

«Δεν θα κατανοήσουμε την αδικία που ζούμε, αν δεν μπορούμε να φανταστούμε την δικαιοσύνη. Δεν θα είμαστε ελεύθεροι αν δεν μπορούμε να φανταστούμε την ελευθερία. Δεν μπορούμε να αξιώνουμε να κατακτήσει την δικαιοσύνη και την ελευθερία κάποιος που δεν είχε την ευκαιρία να τις φανταστεί ως εφικτές».

«Πρέπει πάντα να διαλέγεις πλευρά» παρότρυνε ο Ελί Βίζελ στην εντυπωσιακή ομιλία του για την αποδοχή του βραβείου Νόμπελ. «Η ουδετερότητα βοηθάει τον καταπιεστή, ποτέ το θύμα. Η σιωπή ενθαρρύνει το βασανιστή, ποτέ το βασανιζόμενο». Ωστόσο, κομμάτι της ανθρώπινης τραγωδίας είναι το γεγονός, ότι παρά τις καλές προθέσεις μας και τα φλογερά ιδανικά μας, συχνά επαναπαυόμαστε στην ουδετερότητα μπροστά στην αδικία, είτε από φόβο για τη δική μας σταθερότητα είτε από έλλειψη εμπιστοσύνης στην ικανότητά μας να κάνουμε τη διαφορά, είτε λόγω του πιο καταστρεπτικού ελαττώματος της ψυχής, το δικέφαλο φίδι του κυνισμού και της απάθειας. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να απεγκλωβιστούμε από την παθητικότητα που εκλογικεύουμε με τόση τέχνη, ενθυμούμενοι ότι «η αδικία, οπουδήποτε και αν συμβαίνει, απειλεί τη δικαιοσύνη παντού»** και να κατακτήσουμε μία τέτοια επίγνωση με θάρρος και φαντασία;

Αυτό το ζήτημα εξετάζει η Ούρσουλα Λε Γκεν (γεννημένη 21 Οκτωβρίου του 1929) σε ένα από τα πολλά εξαιρετικά κομμάτια του έργου της «The Wave in the Mind: Talks and essays on the Writer, the Reader and the Imagination» (σσ δεν έχει εκδοθεί στα ελληνικά). Πρόκειται για ένα θησαυρό νηφάλιας και ζεστής σοφίας σε θέματα τόσο ετερόκλητα και ουσιαστικά όπως το φύλο, ο ιερός χαρακτήρας των δημόσιων βιβλιοθηκών, η μαγεία της πραγματικής ανθρώπινης συζήτησης και για το τί πραγματικά σημαίνει ομορφιά.

Σε ένα εξυψωτικό και ευχάριστα προκλητικό δοκίμιο της συλλογής με τίτλο «A War Without End», το οποίο η Λε Γκεν περιγράφει ως «σκέψεις, γραμμένες κατά διαλλείματα για την καταπίεση, την επανάσταση και τη φαντασία» γράφει :

«Η χώρα μου δημιουργήθηκε από μία επανάσταση και σχεδόν καταστράφηκε από μία άλλη. Η πρώτη επανάσταση αποτελούσε μία διαμαρτυρία ενάντια στην ενοχλητική, ηλίθια αλλά σχετικά ήπια κοινωνική και οικονομική εκμετάλλευση. Ηταν σχεδόν απόλυτα επιτυχής. Πολλοί από αυτούς που πραγματοποίησαν την πρώτη επανάσταση εφάρμοσαν την πιο ακραία μορφή οικονομικής εκμετάλλευσης και οικονομικής καταπίεσης: Ηταν δουλέμποροι. Η δεύτερη αμερικάνικη επανάσταση, ο Εμφύλιος Πόλεμος, ήταν μία προσπάθεια να διατηρηθεί η δουλεία. Ηταν εν μέρει επιτυχής. Ο θεσμός καταργήθηκε αλλά ο τρόπος σκέψης του αφέντη και ο τρόπος σκέψης του δούλου ακόμα επηρεάζουν πολλές από τις σκέψεις στην Αμερική».

Όταν αυτές οι κυρίαρχες αφηγήσεις ενσωματώνονται τόσο βαθιά σε μία κοινωνία, όπως θεωρεί η Λε Γκεν, ακόμα και αυτοί που υφίστανται την καταπίεσή τους, καταλήγουν να τις εσωτερικεύουν. Σκέφτομαι τον Τζέιμς Μπάλντουιν, ο οποίος σε μία τρομερή συνέντευξή του με την Νίκη Τζιοβάνι τόνισε: «Αυτό που σου κάνει ο κόσμος, αν το κάνει για αρκετό διάστημα και αρκετά αποτελεσματικά, αρχίζεις να το κάνεις στον εαυτό σου. Γίνεσαι προδότης, ένας συνεργός των δολοφόνων σου, επειδή πιστεύεις τα ίδια με αυτούς».

Περνώντας στο θέμα της αντίστασης στην καταπίεση, η Λε Γκεν επικαλείται τα αξιομνημόνευτα λόγια της ποιήτριας και πρώην σκλάβου Phillis Wheatley, η οποία έγραψε το 1774: «Σε κάθε ανθρώπινο ζώο, ο άνθρωπος έχει ενσταλάξει μία αρχή την οποία λέμε Αγάπη για την Ελευθερία· δεν ανέχεται την καταπίεση και διψάει για σωτηρία».

Η Λε Γκεν εξετάζει το ανησυχητικό παράδοξο στην καρδιά αυτής της μόνιμης αλήθειας: «Ό,τι είναι καλό στους θεσμούς και την πολιτική της χώρας μου βασίζεται σε αυτήν την αλήθεια. Ωστόσο βλέπω ότι παρόλο που αγαπάμε την ελευθερία, είμαστε τις περισσότερες φορές ανεκτικοί απέναντι στην καταπίεση και αρνούμαστε ακόμα και την απελευθέρωση. Βλέπω ένα κίνδυνο στο να επιμένουμε ότι η αγάπη μας για την ελευθέρια πάντα ξεπερνάει οποιαδήποτε δύναμη ή αδράνεια μας κρατάει από το να αντισταθούμε στην καταπίεση και να αναζητήσουμε την απελευθέρωση. Αν αρνηθώ ότι ισχυροί, έξυπνοι και ικανοί άνθρωποι θα αποδεχθούν και όντως αποδέχονται την καταπίεση, τότε χαρακτηρίζω τους καταπιεζόμενους ως αδύναμους, χαζούς και ανίκανους.

»Αν είναι αλήθεια ότι οι ανώτεροι άνθρωποι αρνούνται να τους αντιμετωπίζουν ως κατώτερους, τότε αυτό θα συνεπάγονταν ότι αυτοί που είναι χαμηλά στην κοινωνική ιεραρχία είναι όντως κατώτεροι, καθώς, αν ήταν ανώτεροι θα εξεγείρονταν. Αφ’ ης στιγμής αποδέχονται μία κατώτερη θέση, είναι όντως κατώτεροι. Αυτό είναι το βολικό ταυτολογικό επιχείρημα του δουλεμπόρου, αυτού που έχει κοινωνικά αντιδραστικές απόψεις, του ρατσιστή και του μισογύνη.»

Αντιπαρατιθέμενη με τις απόψεις του Κίρκεγκωρ σχετικά με την ισχύ της μειονότητας, η Λε Γκεν ελέγχει με βάση την πραγματικότητα την κατανομή της εξουσίας καθ’ όλη την ανθρώπινη ιστορία:

«Η κυρίαρχη τάξη είναι πάντα μικρή σε αριθμό και τα κατώτερα στρώματα μεγάλα, ακόμα και σε μία κοινωνία με κάστες. Οι φτωχοί πάντα ξεπερνούν κατά πολύ τους πλούσιους. Αυτοί που ασκούν την εξουσία είναι πάντα λιγότεροι έναντι αυτών επί των οποίων ασκείται. Οι ενήλικοι άνδρες κρατούν τις ανώτερες θέσεις σχεδόν σε όλες τις κοινωνίες παρόλο που αριθμητικά είναι λιγότεροι από τις γυναίκες και τα παιδιά. Οι κυβερνήσεις και οι θρησκείες επικυρώνουν και διατηρούν την ανισότητα, την κοινωνική ιεραρχία, τη διαφορά μεταξύ των φύλων και τα προνόμια, είτε καθολικά είτε με επιλεκτικό τρόπο.

»Οι περισσότεροι άνθρωποι, στα περισσότερη μέρη του κόσμου, στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας, κατέχουν κατώτερες κοινωνικές θέσεις. Και οι περισσότεροι άνθρωποι, ακόμα και σήμερα, ακόμα και στον “ελεύθερο κόσμο”, ακόμα και στη “χώρα της ελευθερίας”, θεωρούν ότι αυτή η τάξη πραγμάτων ή συγκεκριμένες πλευρές αυτής, είναι φυσικές, αναγκαίες και δεν υπόκεινται σε αλλαγές. Θεωρούν ότι τα πράγματα ήταν πάντα έτσι και συνεπώς έτσι πρέπει να είναι. Αυτό μπορεί να είναι είτε πεποίθηση είτε άγνοια. Συχνά είναι και τα δύο.

»Στη διάρκεια των αιώνων, οι περισσότεροι άνθρωποι με κατώτερη κοινωνική θέση δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι ένας άλλος τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας έχει υπάρξει ή θα μπορούσε να υπάρχει, ότι η αλλαγή είναι εφικτή. Μόνο όσοι βρίσκονταν στις ανώτερες θέσεις γνώριζαν αρκετά ώστε να το κατανοούν αυτό και η εξουσία και τα προνόμιά τους είναι αυτά που θα διακυβεύονταν αν άλλαζε η τάξη πραγμάτων».

Αλλά και πέρα από την κοινοτοπία ότι όσοι κατέχουν την εξουσία είναι πιο κατάλληλοι γι αυτήν, η Λε Γκεν ισχυρίζεται ότι μία βαθύτερη αδυναμία στην ηθική φαντασία διατηρεί τις καταπιεστικές δομές εξουσίας στη θέση τους. Γράφει τα εξής:

«Έχουμε έναν καλό λόγο να είμαστε προσεκτικοί, να είμαστε ήσυχοι, να μην κουνάμε πολύ τη βάρκα. Διακυβεύεται η ειρήνη και η άνεσή μας. Το διανοητικό και ηθικό πέρασμα από την άρνηση της αδικίας μέχρι τη συνειδητοποίηση της συνοδεύεται συνήθως από μεγάλο κόστος. (…) Η τελευταία φράση του ινδικού έπους Μαχαβαράτα λέει ότι “σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να πετύχω ένα στόχο πέρα από την ικανότητά μου”. Είναι πιθανό ότι η δικαιοσύνη, μία ανθρώπινη ιδέα, είναι ένας στόχος πέρα από τις ανθρώπινες ικανότητες. Είμαστε καλοί στο να επινοούμε πράγματα που δεν υπάρχουν.

»Πιθανώς η ελευθερία μπορεί να κατακτηθεί μέσα από ανθρώπινους θεσμούς αλλά πρέπει να παραμείνει μία ιδιότητα του μυαλού ή του πνεύματος που δεν εξαρτάται από τις περιστάσεις, ένα θείο δώρο…

»Το πρόβλημά μου με αυτή τη θέση είναι ότι απαξιώνει το γεγονός η δουλειά και η περίσταση ενθαρρύνουν την θεσμική αδικία που καθιστά απρόσιτο το θείο δώρο. Σε ένα παιδί δύο χρονών που πεθαίνει από την πείνα ή από χτυπήματα ή από βομβαρδισμούς δεν του χορηγήθηκε πρόσβαση στην ελευθερία, ούτε κάποιο θείο δώρο, υπό καμία έννοια που να μπορώ να καταλάβω. Μπορούμε να κατακτήσουμε μέσα από τις προσπάθειες μας μία ατελή δικαιοσύνη, μία περιορισμένη ελευθερία. Καλύτερα έτσι παρά καθόλου. Ας κρατήσουμε γερά αυτή την αρχή, την αγάπη της Ελευθερίας για την οποία μίλησε η απελευθερωμένη σκλάβος, η ποιήτρια».

Επαναλαμβάνοντας τον ισχυρισμό της Σούζαν Σόνταγκ ότι «το θάρρος είναι τόσο μεταδοτικό όσο ο φόβος», η Λε Γκεν εξετάζει την αναπόδραστα περίπλοκη διαδικασία συνειδητοποίησης και δράσης μέσα από την οποία αντιμετωπίζεται η αδικία :

«Το πέρασμα από την άρνηση της αδικίας στην αναγνώρισή της δεν μπορεί να αναιρεθεί. Τα μάτια δεν ξεχνούν αυτό που είδαν. Όταν αντιληφθείς την αδικία, δεν μπορείς ποτέ ξανά καλή τη πίστει να αρνηθείς την καταπίεση και να υπερασπιστείς τον καταπιεστή. Αυτό που ήταν αφοσίωση πριν, τώρα γίνεται προδοσία. Από δω και στο εξής, αν δεν αντισταθείς, είσαι συνεργός. Αλλά υπάρχει μία μέση οδός ανάμεσα στην άμυνα και την επίθεση, μία οδός ευέλικτης αντίστασης, ένα πεδίο που είναι ανοιχτό στην αλλαγή. Δεν είναι εύκολο να το βρει κανείς ή να ζήσει εντός του».

Στοχαζόμενη τον ισχυρισμό της Οντρ Λορντ ότι «κανείς δεν μπορεί να διαλύσει το σπίτι του αφέντη με τα δικά του εργαλεία», φράση που η Λε Γκεν θεωρεί μία «πλούσια και επικίνδυνη» μεταφορά, γράφει:

«Η εξουσία όχι μόνο διαφθείρει, αλλά εθίζει. Η εργασία γίνεται καταστροφή. Τίποτα δεν οικοδομείται. Οι κοινωνίες αλλάζουν και με και χωρίς βία. H επαναδημιουργία είναι εφικτή. Η οικοδόμηση είναι εφικτή. Τί εργαλεία έχουμε για να οικοδομήσουμε πέρα από σφυριά, καρφιά, πριόνια, εκπαίδευση, να μάθεις να σκέφτεσαι, να έχεις ικανότητες μάθησης;».

Με μία διάθεση που θυμίζει την υπέροχη σκέψη του μεγάλου βιολοντσελίστα Πάου Καζάλς για «τη δημιουργία ενός κόσμου αντάξιου των παιδιών του», η Λε Γκεν προσθέτει:

«Υπάρχουν όντως εργαλεία που δεν έχουν εφευρεθεί, που πρέπει εμείς να εφεύρουμε προκειμένου να χτίσουμε το σπίτι που θέλουμε να ζήσουν τα παιδιά μας; Μπορούμε να προχωρήσουμε πέρα από όσα ξέρουμε μέχρι σήμερα ή όσα ήδη γνωρίζουμε μας εμποδίζουμε να μάθουμε όσα έχουμε ανάγκη; Το να μάθουμε τί έχουν να διδάξουν οι έγχρωμοι άνθρωποι, οι γυναίκες, οι φτωχοί το να αποκτήσουμε την αναγκαία γνώση, σημαίνει να ξεχάσουμε όλη τη γνώση των λευκών, των ανδρών, των ισχυρών;»

Το πιο ισχυρό εργαλείο, ισχυρίζεται η Λε Γκεν, είναι η φαντασία. Η ικανότητα και η διάθεση να φανταστείς εναλλακτικές στην πραγματικότητα όπως την ξέρουμε, είναι πάντα το πρώτο βήμα προς το να καταστήσεις εφικτές, διαφορετικές και καλύτερες πραγματικότητες. Αναδεικνύει την αφήγηση ως την πιο ισχυρή χρήση της φαντασίας για την επέκταση του εφικτού:

«Η Ουτοπία και η Δυστοπία είναι μέρη που υπάρχουν διανοητικά. Γράφω από πάθος και παιχνιδιάρικη διάθεση. Οι ιστορίες μου δεν είναι ούτε καμπανάκια κινδύνου ούτε σχεδιαγράμματα για το τί πρέπει να κάνουμε. Νομίζω ότι οι περισσότερες είναι κωμωδίες των ανθρώπινων τρόπων, μας υπενθυμίζουν την τεράστια ποικιλία τρόπων με τους οποίους επιστρέφουμε στο ίδιο μέρος και επικροτούν αυτή την ποικιλία μέσα από την εφεύρεση ακόμα περισσότερων εναλλακτικών και πιθανοτήτων. (…) Για εμένα το πιο σημαντικό πράγμα δεν είναι να προσφέρεις κάποια συγκεκριμένη ελπίδα βελτίωσης, αλλά να προσφέρεις μία φανταστική αλλά πειστική εναλλακτική πραγματικότητα, να ταρακουνήσει το μυαλό μου και το μυαλό του αναγνώστη από την τεμπέλικη και άτολμη συνήθεια να σκέφτεται ότι ο τρόπος που ζούμε τώρα είναι ο μόνος τρόπος που μπορούν να ζήσουν οι άνθρωποι. Αυτή η αδράνεια επιτρέπει στους θεσμούς της αδικία να συνεχίζουν να υπάρχουν χωρίς να αμφισβητούνται.

»Η φαντασία και η επιστημονική φαντασία στην ίδια τη σύλληψή τους προσφέρουν εναλλακτικές στον παρόντα, υπαρκτό κόσμο του αναγνώστη. Νεότεροι άνθρωποι, σε γενικές γραμμές, υποδέχονται θετικά τέτοιου είδους ιστορίες επειδή μέσα από το σθένος και την προθυμία τους για εμπειρίες αποδέχονται θετικά τις εναλλακτικές, τις πιθανότητες, την αλλαγή. Έχοντας φτάσει να φοβούνται ακόμα και την φαντασία της πραγματικής αλλαγής, πολλοί ενήλικες αρνούνται όλη τη φανταστική λογοτεχνία και είναι υπερήφανοι με το ότι δεν βλέπουν τίποτα πέρα από αυτό που γνωρίζουν ή νομίζουν ότι γνωρίζουν».

Με μία διάθεση που απηχεί τις όμορφες σκέψεις της Σούζαν Σονταγκ σχετικά με την αφήγηση και το τί σημαίνει να είναι κανείς ηθικός άνθρωπος, η Λε Γκεν εξετάζει το καθήκον της αφήγησης φανταστικών ιστοριών και την ουσιαστική ανταμοιβή που αυτό φέρει:

«Η άσκηση της φαντασίας είναι επικίνδυνη για όσους επωφελούνται από τον τρόπο που είναι τα πράγματα επειδή έχει τη δύναμη να δείξει ότι αυτή η κατάσταση δεν είναι μόνιμη, δεν είναι καθολική, δεν είναι αναγκαία. Κατέχοντας την πραγματική, αν και περιορισμένη, δύναμη να θέσει υπό αμφισβήτηση τους κατεστημένους θεσμούς, η λογοτεχνία του φανταστικού έχει επίσης και την ευθύνη για αυτή τη δύναμη. O παραμυθάς είναι ο τελάλης της αλήθειας (…).

»Δεν θα κατανοήσουμε την αδικία που ζούμε, αν δεν μπορούμε να φανταστούμε τη δικαιοσύνη. Δεν θα είμαστε ελεύθεροι αν δεν μπορούμε να φανταστούμε την ελευθερία. Δεν μπορούμε να αξιώνουμε να κατακτήσει τη δικαιοσύνη και την ελευθερία κάποιος που δεν είχε την ευκαιρία να τις φανταστεί ως εφικτές».

Πηγή: Το Περιοδικό

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα brainpickings.org

** Μάρτιν Λούθερ Κινγκ

Share

Τι είναι ο «φεμινο-εθνικισμός»;

Le Pen PA-31744885 (1)

της Niki Seth–Smith

Η ακαδημαϊκός Sara Farris μιλά για την «εργαλειοποίηση» των μεταναστριών στην Ευρώπη από δεξιούς εθνικιστές και νεοφιλελεύθερους. Πρόσφατα δημοσίευσε ένα βιβλίο που προκάλεσε, με τον τίτλο Στο όνομα των δικαιωμάτων των γυναικών: η άνοδος του φεμινο-εθνικισμού[1]. Σε αυτό εξετάζει πώς δεξιοί εθνικιστές, νεοφιλελεύθεροι/ες, αλλά και ορισμένες φεμινίστριες και φορείς ισότητας, επικαλούνται τα δικαιώματα των γυναικών για να στιγματίσουν τους μουσουλμάνους και να προωθήσουν τη δική τους πολιτική ατζέντα. Υποστηρίζει ότι υπάρχει μια σημαντική πολιτικο-οικονομική διάσταση σε αυτήν τη φαινομενικά παράδοξη διασύνδεση.

Είναι ένα επίκαιρο –και σύνθετο– βιβλίο, που περιλαμβάνει μελέτες περιπτώσεων από τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ολλανδία. Ζήτησα από την Farris, που αυτή τη στιγμή είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Goldsmiths, του University of London, να εξετάσουμε σε βάθος ορισμένα από τα ερωτήματα που θέτει το βιβλίο της. Το παρακάτω κείμενο είναι η επιμελημένη απομαγνητοφώνηση της συζήτησης που είχαμε.

Στο βιβλίο σας, μιλάτε για φεμινίστριες και «φεμινο-κράτες» (γραφειοκράτες του φεμινισμού) που «προδίδουν τη χειραφετητική τους πολιτική» και «επιστρατεύουν τα δικαιώματα των γυναικών, προκειμένου να στιγματίσουν τους μουσουλμάνους», με στόχο την προώθηση άλλων πολιτικών στόχων. Πρόκειται για μια συνειδητή διαστρέβλωση, ή μήπως η δουλειά ορισμένων φεμινιστριών γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης;

Από τη μια πλευρά έχουμε δεξιούς/ές εθνικιστές/στριες που εκμεταλλεύονται και επιστρατεύουν ζητήματα φύλου και ισότητας, κυρίως στις καμπάνιες τους εναντίον των μουσουλμάνων.

Πρόκειται για δεξιούς ηγέτες, όπως στην περίπτωση της επικεφαλής του γαλλικού Εθνικού Μετώπου Μαρίν Λεπέν: δεν ενδιαφέρεται για τα δικαιώματα των γυναικών, και προφανώς αυτή είναι μια ρητορική για να στιγματίσει τους μουσουλμάνους. Αυτή είναι μια από τις όψεις του «φεμινο-εθνικισμού»: οι εθνικιστές που εργαλειοποιούν τον φεμινισμό.

Από την άλλη πλευρά, αυτή η έννοια περιγράφει το πώς ορισμένες φεμινίστριες –και θέλω να τονίσω ότι πρόκειται για ορισμένες, για μια μειοψηφία– επιτίθενται ολοένα και περισσότερο στο Ισλάμ ως θρησκεία, υποστηρίζοντας ότι είναι μια θρησκεία που καταπιέζει τις γυναίκες.

Ας πάρουμε το παράδειγμα της «απαγόρευσης του μπουρκίνι» στη Γαλλία, το οποίο εξετάζετε και στο βιβλίο σας. Ποιες ήταν οι φεμινίστριες που υποστήριξαν αυτήν την απαγόρευση; Θεωρείτε ότι είναι μορφές που εκπροσωπούν τον «φεμινο-εθνικισμό»;

Ορισμένες φεμινίστριες υποστήριξαν και την απαγόρευση της μαντίλας και του μπουρκίνι – έχω στον νου μου την πολύ γνωστή φεμινίστρια διανοούμενη Elizabeth Badinter, καθώς και την πρώην υπουργό Γυναικείων Υποθέσεων Najat Vallaud–Belkacem. Η τελευταία ήταν εκπρόσωπος της Κεντροαριστεράς, μια σοσιαλίστρια, η οποία μάλιστα πρότεινε ότι η απαγόρευση της μαντίλας θα πρέπει να ισχύσει και πέραν των σχολείων, να εφαρμοστεί και στους χώρους δουλειάς. Γνωστές φεμινίστριες και «φεμινο-κράτες» υποστήριξαν αυτούς τους νόμους, και το γεγονός αυτό έχει ενισχύσει τις αντι-ισλαμικές θέσεις στο όνομα των δικαιωμάτων των γυναικών.

Αναρωτιέστε αν υπάρχει μια «νέα ανίερη συμμαχία» ανάμεσα σε δεξιούς εθνικιστές/ιες, φεμινίστριες, «φεμινο-κράτες» και νεοφιλελεύθερους/ες. Όμως, η ιστορία των λευκών γυναικών που θέλουν να «σώσουν» μελαψές γυναίκες από μελαψούς άνδρες[2] δεν είναι καινούργια. Πώς διαβάζετε την ιστορία αυτής της τάσης;

Θα πρέπει να διευκρινίσω ότι στο βιβλίο μου αναρωτιέμαι για το κατά πόσο πρόκειται πράγματι για «ανίερη συμμαχία» και επιλέγω αντ’ αυτού να χρησιμοποιήσω τον όρο «σύγκλιση», καθώς θεωρώ ότι περιγράφει καλύτερα τη ρευστότητα του φαινομένου, δηλαδή το γεγονός ότι άνθρωποι και πολιτικές φιγούρες από πολύ διαφορετικές πολιτικές πλατφόρμες συγκλίνουν σε αυτό το έδαφος, και υπάρχουν πολλές αντιφάσεις σε αυτό το έδαφος.

Η λέξη «συμμαχία» θα σήμαινε ότι πρόκειται για συνειδητή ομαδοποίηση;

Ακριβώς. Και δεν νομίζω ότι μιλάμε για κάτι τέτοιο. Επιπλέον, δεν υπάρχει κάτι το ιδιαίτερα καινούργιο σε αυτήν την ιστορία.

Έχουμε πολλά παραδείγματα ιμπεριαλιστών και αποικιοκρατών που ισχυρίζονταν ότι θα φέρουν τον «πολιτισμό» σε «απολίτιστες» χώρες, επιστρατεύονται το ζήτημα των δικαιωμάτων των γυναικών. Στην Αλγερία, το 1950, ο γαλλικός στρατός ανέπτυξε αυτή την εμμονή να αφαιρέσει τη μαντίλα από τις μουσουλμάνες. Τότε, ορισμένες φεμινίστριες υποστήριξαν αυτές τις απόπειρες.

Το αξιοσημείωτο μετά την 11η Σεπτεμβρίου είναι η αυξανόμενη απήχηση της ιδέας ότι τα δικαιώματα των γυναικών διακυβεύονται όταν μιλάμε συγκεκριμένα για τις μουσουλμανικές κοινότητες.

Όμως, χωρίς να θέλω να γενικεύσω, γυναίκες σε πολλές μουσουλμανικές χώρες αντιμετωπίζουν όρια και απειλή όσον αφορά τα δικαιώματά τους. Για να μην αναφέρουμε και το σημερινό πλαίσιο, της ανόδου του Ισλαμικού Κράτους. Αυτό το γεγονός δεν θα μπορούσε να εξηγεί την αυξημένη εστίαση στο συγκεκριμένο ζήτημα;

Δεν είμαι πεπεισμένη. Ένα από τα επιχειρήματα που επιστρατεύτηκαν για την εισβολή στο Αφγανιστάν ήταν ακριβώς η απελευθέρωση των γυναικών, και αυτό ήταν πριν από το Ισλαμικό Κράτος και τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

Υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στο βιβλίο σας και αυτό της Jasbir Puar Terrorist assemblages: homonationalism in queer times [Τρομοκρατικές συναθροίσεις: ομο-εθνικισμός σε queer εποχές]; Μια δεκαετία πριν, υποστήριξε στο βιβλίο της ότι οι δυναμικές της σεξουαλικότητας, της φυλής, του φύλου, του έθνους, της τάξης και της εθνότητας επαν-ευθυγραμμίζονται με σύγχρονες δυνάμεις που οργανώνονται γύρω από την ασφάλεια, την αντιτρομοκρατία και τον εθνικισμό.

Το βιβλίο της Puar ήταν πηγή έμπνευσης για μένα. Αποτύπωσε με μεγάλη ακρίβεια το φαινόμενο όπου ορισμένες/οι εκπρόσωποι της  LGBT κοινότητας στις ΗΠΑ υποστηρίζουν τον αμερικανικό εθνικισμό, ιδιαίτερα μετά την 11η Σεπτεμβρίου, και ενισχύουν αντι-ισλαμικές καμπάνιες υπό την ιδέα ότι οι μουσουλμάνοι είναι ενάντια στα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Εγώ δεν εξετάζω το ζήτημα των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων, εστιάζω στα δικαιώματα των γυναικών, όμως το βιβλίο της Puar άνοιξε μια πολύ σημαντική συζήτηση. Επίσης, δίνω έμφαση στα πολιτικο-οικονομικά θεμέλια του «φεμινο-εθνικισμού».

Πράγματι, το βιβλίο σας εξετάζει την αυξανόμενη ζήτηση στη Δύση για θηλυκοποιημένη εργασία –φροντίδα παιδιών, ηλικιωμένων, καθαριότητα, οικιακή εργασία– και το πώς αυτή σχετίζεται με τη μεταχείριση των μουσουλμάνων μεταναστριών ειδικότερα.

Αυτό είναι ένα από τα βασικά σημεία στα οποία επιχείρησα να συμβάλω: να φωτίσω τις οικονομικές πλευρές της φεμινο-εθνικιστικής ιδεολογίας και της ισλαμοφοβίας. Η ιδέα ότι οι μετανάστες κλέβουν δουλειές είναι πολύ συνδεδεμένη με τους άνδρες. Έχω στον νου μου μια αφίσα του UKIP, για παράδειγμα, με έναν βρετανό λευκό άνδρα που ζητιανεύει στον δρόμο. Το ερώτημά μου ήταν: πού είναι οι γυναίκες μετανάστριες; Στα μίντια δεν αναπαρίστανται τόσο ως «κλέφτρες δουλειών», όσο ως υπάκουα παθητικά θύματα της δικής τους υποτιθέμενης οπισθοδρομικής κουλτούρας.

Στην Ιταλία, ο πρώην επικεφαλής της πολύ ρατσιστικής Λίγκας του Βορρά, ο Ρομπέρτο Μαρόνι, είπε: «Δεν μπορεί να υπάρξει νομιμοποίηση για εκείνους [τους μετανάστες] που μπήκαν παράνομα, για εκείνους που βιάζουν γυναίκες ή κλέβουν σπίτια, αλλά σίγουρα θα εξετάσουμε το ενδεχόμενο νομιμοποίησης εκείνων των περιπτώσεων που έχουν ισχυρό κοινωνικό αντίκτυπο, όπως για παράδειγμα των μεταναστών που συμβάλλουν στους τομείς της φροντίδας». Αυτοί οι πάροχοι φροντίδας είναι, φυσικά, στην πλειοψηφία τους γυναίκες. Αυτή είναι η εμφυλοποίηση του ρατσισμού.

Οι γυναίκες αναπαρίστανται ως θύματα, για τις οποίες –αν ενσωματωθούν σωστά– μπορεί να γίνει λίγος χώρος, ενώ οι άντρες είναι οι αναπόδραστοι Άλλοι. Οι φεμινίστριες που είναι εναντίον του Ισλάμ μιλούν για χειραφέτηση των γυναικών, αλλά με τι μοιάζει αυτή η χειραφέτηση; Κάνουν δουλειές που πολλές φεμινίστριες δεν θέλουν να κάνουν. Οι αγώνες του 1970 αφορούσαν ακριβώς την απελευθέρωση των γυναικών από τις αγγαρείες του νοικοκυριού και την οικιακή εργασία.

UKIPad

Μια αφίσα του UKIP απεικονίζει έναν λευκό Βρετανό να ζητιανεύει. Πού είναι οι γυναίκες;

Το βιβλίο σας φαίνεται να υποστηρίζει ότι υπάρχει κάτι προβληματικό στα προγράμματα εύρεσης εργασίας για τις γυναίκες μετανάστριες, όταν «υποστηρίζουν σιωπηλά» την «ιδέα των δυτικών φεμινιστριών για χειραφέτηση μέσω της παραγωγικής εργασίας». Όμως πολλές γυναίκες εργάζονταν και στις χώρες προέλευσής τους.

Κάποιοι λένε «τουλάχιστον έχουν μια δουλειά». Φυσικά. Και η φροντίδα, η καθαριότητα και άλλες κοινωνικά αναπαραγωγικές εργασίες είναι δουλειά και θα έπρεπε να αναγνωρίζεται ως τέτοια.

Όμως αυτές οι δουλειές είναι συνήθως υπο-πληρωμένες, δεν αναγνωρίζονται και είναι συχνά υψηλής εκμετάλλευσης χωρίς συμβόλαια. Ως φεμινίστριες πρέπει να βάλουμε το ζήτημα της κοινωνικής αναπαραγωγής πολύ ψηλά στην ατζέντα και πάλι. Τα τελευταία 20 χρόνια, ο φιλελεύθερος φεμινισμός έχει γίνει πολύ δημοφιλής. Χρειάζεται να επαναφέρουμε πολύ σημαντικά ζητήματα, όπως οι δωρεάν δομές για την παιδική φροντίδα. Είναι σημαντικό να στρατευθούμε στους αγώνες των οργανώσεων των οικιακών εργαζομένων.

Για παράδειγμα, αυτή τη στιγμή εξελίσσεται ένας αγώνας των εργαζομένων στην καθαριότητα στο London School of Economics, η πλειοψηφία των οποίων είναι γυναίκες μετανάστριες που αγωνίζονται για αναγνώριση και για αξιοπρεπή συμβόλαια εργασίας.

Η έρευνά σας δίνει έμφαση και στο ζήτημα της μητρότητας όπως εμφανίζεται στα προγράμματα ένταξης μεταναστών και στο πώς συνδέεται με την ουσιοκρατική ιδέα για τη γυναίκα ως φορέα πολιτισμού.

Αυτή είναι μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις αυτών των προγραμμάτων ένταξης: υπάρχει τόσο μεγάλη έμφαση στο να διδαχθούν οι μουσουλμανικές κοινότητες για τα δικαιώματα των γυναικών και τις φεμινιστικές ιδέες.

Και ταυτόχρονα αυτά τα προγράμματα περιέχουν την εξαιρετικά παραδοσιακή ιδέα ότι οι γυναίκες είναι πρωτίστως μητέρες. Στην Ολλανδία, ζητούν μάλιστα από τις γυναίκες να αποδείξουν ότι δεσμεύονται στη διαδικασία της σωστής μητρότητας: τους ζητούν να πάρουν μέρος σε μια εξέταση όπου απαντούν ερωτήσεις για τα ολλανδικά μοντέλα μητρότητας και πατρότητας.

Χρειάζεται να κομίσουν αποδείξεις για τις προσπάθειές τους, για παράδειγμα ότι πήγαν να δουν τον δάσκαλο του παιδιού τους ή ότι προσέφεραν κάποιου είδους εθελοντική εργασία. Υπάρχει τεράστια έμφαση στην αναπαράσταση των γυναικών ως μητέρων της μελλοντικής γενιάς. Πρέπει να αφομοιωθούν πολιτισμικά στις δυτικές αξίες για να μπορέσουν να τις μεταδώσουν.

Αν όμως, με τον φόβο του να μη δαιμονοποιήσουμε τους μουσουλμάνους ή να μην συμβάλουμε στην αντι-ισλαμική ατζέντα, η κατάσταση αντιστραφεί και οι προσπάθειες υποστήριξης και ενδυνάμωσης των μουσουλμάνων γυναικών οπισθοχωρήσουν; Υπάρχει ένας τέτοιος κίνδυνος;

Αυτό είναι ένα κλασικό δίλλημα: όταν ο αντι-σεξισμός παίζεται ενάντια στον αντι-ρατσισμό. Είναι κάτι για το οποίο έγραψαν πολύ οι φεμινίστριες του μαύρου κινήματος στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, και συνεχίζουν αυτόν τον διάλογο. Πώς μπορούμε να καταγγείλουμε τον σεξισμό στις κοινότητές μας, όταν ξέρουμε ότι αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ενάντια στους μαύρους άνδρες; Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση.

Πρέπει να υποστηρίζουμε με κάθε τρόπο τη δυνατότητα κάθε γυναίκας και κάθε κοινότητας να καταγγέλλει τον σεξισμό όπου αυτός εμφανίζεται. Έτσι πρέπει να αναρωτηθούμε: συμβάλλουμε πράγματι σε αυτόν τον σκοπό; Πώς μπορούμε να στηρίξουμε των αγώνα αυτών των γυναικών, σε ένα πλαίσιο εξαιρετικά σκληρής και εντεινόμενης ισλαμοφοβίας; Ο αγώνας ενάντια στον ρατσισμό και ο αγώνας ενάντια στον σεξισμό πρέπει να πηγαίνουν χέρι-χέρι.

[1] Sarra Farris, In the Name of Women’s Rights: Τhe Rise of Femonationalism, Duke University Press, 2017.

[2] Η φράση παραπέμπει στο έργο της Gayatri Chakravorty Spivak Can the Subaltern Speak?, στο οποίο κάνει αναφορά στην αποικιοκρατική ρητορική «διάσωσης των μελαψών γυναικών από μελαψούς άντρες». Η συγκεκριμένη φράση έχει μετατραπεί σε σημείο αναφοράς στη μεταποικιακή φεμινιστική κριτική της αποικιοκρατικής εργαλειοποίησης των γυναικών. [Σ.τ.Μ.]

 

Το πρωτότυπο άρθρο δημοσιεύτηκε στο Open Democracy, στις 13 Ιουλίου 2017.

Πηγή: passworld

 

Διαβάστε ακόμα

«Μια ύπουλη κατάσταση»: οι έμφυλοι ρόλοι των ακροδεξιών γυναικών

Το φύλο της Ακρας Δεξιάς

Share

Οι γυναίκες συγγραφείς στη λογοτεχνία τρόμου

WomanReading1-790x381

της Νατάσα Παυλίτσεβιτς

Ο τρόμος στα γεννοφάσκια του γράφτηκε από γυναίκες για γυναίκες. Τι εννοώ; Το είδος του τρόμου ανεξαρτητοποιήθηκε, όπως έχουμε σε προηγούμενο άρθρο αναφέρει, με το The Castle of Otranto (Το κάστρο του Οτράντο, εκδόσεις Αίολος) που με τη σειρά του γέννησε τον γοτθικό τρόμο. Μεγάλο μέρος του γοτθικού τρόμου δημιουργήθηκε από γυναίκες και προσανατολίστηκε προς το γυναικείο κοινό. Ο λόγος για αυτή τη στοχευμένη προώθηση σε αναγνώστριες ήταν ότι ο γοτθικός τρόμος εστίαζε συνήθως σε ένα γυναικείο βασικό χαρακτήρα.

Fun fact: οι πατριαρχικές δομές της εποχής σοκαρίστηκαν με τον ενθουσιασμό που έδειξαν οι γυναίκες για τον γοτθικό τρόμο. Το είδος κατηγορήθηκε ότι θα έκανε τις αναγνώστριές του «αντράκια», ότι θα δημιουργούσε στις γυναίκες προσδοκίες για τολμηρές περιπέτειες και ότι θα τις απέτρεπε ανεπανόρθωτα από το να επιδιώξουν τον γάμο και μια ήσυχη οικογενειακή ζωή.

Είναι λοιπόν τραγική ειρωνεία που στις περισσότερες ανθολογίες τρόμου σήμερα ψάχνουμε τα γυναικεία ονόματα με μεγεθυντικό φακό. Αυτή η ανισορροπία στις συμμετοχές αναπαράγει την εντύπωση ότι η λογοτεχνία του τρόμου είναι ανδροκρατούμενη τέχνη, την οποία δημιουργούν και εκτιμούν κυρίως άντρες. Το συγκεκριμένο στερεότυπο χαντακώνει τις νέες γυναίκες δημιουργούς με την εξής λογική:

Εδώ έρχεται (ευτυχώς) η διεθνής πρωτοβουλία του Women in Horror Month για να αναδείξει τη συμμετοχή των γυναικών στον τρόμο. Καθώς αποχαιρετάμε λοιπόν τον Φεβρουάριο, αποχαιρετάμε ένα μήνα με οργανωμένες προβολές ταινιών, παρουσιάσεις βιβλίων, podcasts και άλλων events επί του θέματος.

Στην Ελλάδα, αυτή η πρωτοβουλία δεν έχει πιάσει ακόμη. Άλλωστε, μέχρι και λίγα χρόνια πριν, μια ματιά στα ράφια των βιβλιοπωλείων θα έπειθε οποιονδήποτε ότι «δεν υπάρχουν γυναίκες συγγραφείς στον τρόμο». Η μεγαλύτερη σειρά του είδους στη χώρα μας, η σειρά Κόλαση από τις εκδόσεις Οξύ, είχε ανάμεσα στους 80 τίτλους της 4 μόλις βιβλία γραμμένα από γυναίκες. Για τους φίλους της στατιστικής, αυτό σημαίνει αναλογία 5%. Άλλοι εκδοτικοί που καταπιάστηκαν με το είδος έγειραν ακόμη περισσότερο την πλάστιγγα προς τις αντρικές πένες. Γυναικεία ονόματα ξεμύτιζαν αραιά και πού σε ανθολογίες, αλλά μέχρι εκεί.

Μπορεί για πολύ καιρό η γυναικεία γραφή να κρατήθηκε στις σκιές, έμεινε όμως ζωντανή. Σήμερα ζούμε την άνθιση του τρόμου στη χώρα μας και από τα πάρα πολλά βιβλία που κυκλοφορούν τελευταία, κάποια είναι γραμμένα από γυναίκες. Ιδού τρία ενδεικτικά παραδείγματα της εγχώριας παραγωγής: το «Έρχονται με την ομίχλη» (εκδόσεις Πατάκη) της Αγνής Σιούλα, το «Δαιμόνιο της γραφής» (εκδόσεις Ars Nocturna) της Ειρήνης Μαντά και η τριλογία «Εφιάλτες» (εκδόσεις iwrite) της Άρτεμις Βελούδου-Αποκότου. Το πρώτο είναι young adult μυθιστόρημα μεταφυσικού τρόμου με Έλληνες χαρακτήρες, το δεύτερο είναι μυθιστόρημα μεταφυσικού τρόμου που ιχνηλατεί τη ζωή του H. P. Lovecraft και η τριλογία ανήκει στο είδος του dark fantasy, με φόντο την Αγγλία.

Ο υπόλοιπος κόσμος κάνει μεγάλα βήματα για την ανάδειξη της γυναικείας προσφοράς τα τελευταία χρόνια. Έχουν κυκλοφορήσει πολλές αξιόλογες all-female-horror-anthologies καθώς και έχουν καθιερωθεί βραβεία για τις πιο δυναμικές καλλιτέχνιδες του χώρου.

Έτσι, όταν φτιάχνουμε λίστες με γυναίκες του τρόμου, δεν χρειάζεται να προσθέτουμε ξανά και ξανά την Mary Shelley (Φρανκενστάιν, εκδόσεις Οξύ) και την Shirley Jackson (Οι δαίμονες του Χιλ Χάουζ, εκδόσεις Θύραθεν & Ζούσαμε πάντα σε ένα κάστρο, εκδόσεις Μεταίχμιο). Καλά και χρυσά τα βιβλία τους, αλλά έχουμε και σύγχρονες συγγραφείς που έχουν επάξια βραβευτεί και διαβαστεί από μεγάλο κοινό. Πάμε να δούμε μια πεντάδα:

Η Sarah Langan για αρχή, έχει πάρει δύο βραβεία Bram Stoker για τα μυθιστορήματά της The missing (2007) και Audrey’s door (2009). Στο ενδιάμεσο αυτών των δύο βραβεύσεων, πήρε άλλο ένα Bram Stoker για το διήγημά της The lost (2008). Άλλα της διηγήματα έχουν εμφανιστεί σε διάφορα περιοδικά και ανθολογίες τρόμου όπως σε Mammoth Books of Best New Horror και στο The Mammoth Book of Ghost Stories by Women. Επίσης έκανε και ένα master στην Τοξικολογία, γιατί από ό,τι φαίνεται έχει πολλή ενέργεια και δεν ξέρει τι να την κάνει. Το ελληνικό κοινό πιθανόν να την ξέρει από το πρώτο της βιβλίο με τον τίτλο The keeper (Ο φύλακας, εκδόσεις Οξύ).

Πάμε σε ένα παλιότερο όνομα τώρα, αλλά ακόμη δυναμικό στα 78 του, αφού μόλις μπήκε στα shortlists για το φετινό βραβείο Bram Stoker. Η Joyce Carol Oates έχει ξαναδεχτεί τη συγκεκριμένη τιμή, αφού πήρε το Bram Stoker για το μυθιστόρημά της Zombie (Ζόμπι, εκδόσεις Οξύ) το 1995. Αυτό είναι μόνο ένα από τα δώδεκα συνολικά βραβεία που έχει πάρει για το γράψιμό της. Από τα βραβεία όπου ήταν φιναλίστ, αλλά δεν πήρε τελικά ίσως αναγνωρίζετε ένα ταπεινό βραβειάκι που το λένε Pulitzer. Ήταν μάλιστα φιναλίστ για αυτό όχι μία, όχι δύο, αλλά τρεις φορές (1970, 1993, 1995). Ένα άλλο ενδιαφέρον της είναι το boxing και συγκεκριμένα οι κατασκευασμένες αρρενωπότητες που περιβάλλουν το άθλημα καθώς και η ψυχολογία του θεατή. Έχει γράψει μεγάλης έκτασης άρθρα πάνω σε αυτό το ζήτημα που εκδόθηκαν το 2006 στα αγγλικά στη συλλογή On boxing.

Η Elizabeth Massie πήρε δύο Bram Stoker, το ένα για τη νοβελέτα της Stephen το 1990 και το άλλο για το μυθιστόρημά της Sineater το 1992. Το μυθιστόρημα μεταφράστηκε στα ελληνικά και εκδόθηκε από το Οξύ υπό τον τίτλο Ο Αμαρτοβόρος το 2000. Έχει κι αυτή ένα διήγημα στην ανθολογία The Mammoth Book of Ghost Stories by Women καθώς και σε διάφορες άλλες. Η Massie γράφει τρόμο για ενήλικες αλλά και για παιδιά. Επίσης ασχολείται με τη ρεαλιστική λογοτεχνία, την ιστορική λογοτεχνία για εφήβους και δημιουργεί ζωγραφιές στον κόσμο του Sceeryvilletown που καλύτερα να δείτε σε εικόνες, παρά να σας το περιγράφω εγώ.

Η Lisa Tuttle έχει γράψει ένα βιβλίο με τον George RR Martin, το Windhaven (Το καταφύγιο των ανέμων, εκδόσεις Μεταίχμιο). Το βιβλίο προτάθηκε για το βραβείο Locus και αυτό είναι μόνο ένα από τα κατορθώματά της στη λογοτεχνία. Έχει εκδώσει πάνω από μια ντουζίνα μυθιστορήματα τρόμου, επιστημονικής φαντασίας και φανταστικού, επτά συλλογές διηγημάτων και διάφορα μη λογοτεχνικά βιβλία, όπως το Encyclopedia of Feminism (1986). Στην ανθολογία της Anubis Τρέμω στο άγγιγμά σου, βιβλίο 2 (2002) υπάρχει το διήγημά της Κάποια γενέθλια. Επίσης κάνει παρέα στις Massie και Langan στο The Mammoth Book of Ghost Stories by Zomen. Έχει βραβευτεί με το John W. Campbell Award for Best New Writer (1974), το βραβείο BSFA (1989) και παραμένει ο μόνος άνθρωπος που αρνήθηκε ποτέ το βραβείο Nebula (1982). Ο λόγος ήταν η υπέρμετρη προώθηση μιας ιστορίας ενός συνδιαγωνιζόμενού της στους κριτές, κάτι που την προσέβαλε τόσο που αμφισβήτησε την ηθική του διαγωνισμού.

Η Natasha Mostert είναι μια Νοτιοαφρικανή συγγραφέας που έχει εκδώσει μυθιστορήματα που περιγράφονται ως ψυχολογικά θρίλερ φανταστικού, με υπερφυσικό στοιχείο. Μπορεί λοιπόν τα βιβλία της να μην έχουν πάνω τη σφραγίδα «τρόμος» είναι όμως τρομαχτικά βιβλία που δανείζονται μοτίβα από την ατμόσφαιρα υποειδών όπως του γοτθικού τρόμου. Στην Ελλάδα εκδόθηκαν δύο βιβλία της: το Season of the witch (Η εποχή των μαγισσών, εκδόσεις Bell) για το οποίο κέρδισε το Book to Talk About: World Book Day Award 2009 και το Keeper of Light and Dust (Η προστάτις του φωτός και της σκόνης, εκδόσεις Bell). Εντυπωσιακό δε το ότι τα κέρδη του βραβείου της, 5000 δολάρια, τα δώρισε στη φιλανθρωπική οργάνωση CPAU που προωθεί τα κοινωνικά δικαιώματα και την ειρήνη στο Αφγανιστάν. Η Mostert απασχολείται στο πρόγραμμα της οργάνωσης που έχει να κάνει με την χειραφέτηση των Αφγανών γυναικών μέσω της διδασκαλίας του kickboxing, ένα άθλημα που η ίδια αγαπάει πολύ.

Προφανώς αυτή η λίστα δε φιλοδοξεί να παρουσιάσει όλες τις γυναίκες συγγραφείς στην λογοτεχνία του τρόμου. Είναι όμως μια καλή αρχή με πένες ακόμη εν ζωή οι οποίες κέρδισαν κοινό και κριτικούς. Ίσως κάποτε φτάσουμε στο σημείο που κάτι τέτοιο, όπως και συγκεκριμένοι μήνες αφιερωμένοι στη γυναικεία προσφορά, να φαίνεται τελείως απαρχαιωμένο και αχρείαστο. Μέχρι τότε όμως η ανάδειξη των γυναικών, αλλά και των μειονοτήτων ως δημιουργών, είναι απαραίτητη και μας μαθαίνει νέα πράγματα για την κοινωνία μας.

Κλείνοντας, σας έχω συμμαζέψει τα βιβλία τρόμου που αναφέραμε και μπορείτε να βρείτε στα ελληνικά, συν άλλα πέντε στα αγγλικά. Αν τα διαβάσετε όλα, θα πάρετε βραβείο ένα πλαστικό μονόκερο με επιγραφή «Διευρύνω τους ορίζοντές μου – Διαβάζω γυναίκες συγγραφείς». Καλή διασκέδαση!

Μαζί με το βραβείο, θα πάρετε και +10 στο wisdom και +15 στο empathy.

  1. Η εποχή των μαγισσών, Natasha Mostert, εκδόσεις Bell,
  2. Η προστάτις του φωτός και της σκόνης, Natasha Mostert, εκδόσεις Bell
  3. Ο Αμαρτοβόρος, Elizabeth Massie, εκδόσεις Οξύ
  4. Ζόμπι, Joyce Carol Oates, εκδόσεις Οξύ
  5. Ο φύλακας, Sarah Langan, εκδόσεις Οξύ
  6. She walks in shadows, Silvia Moreno Garcia & Paula R. Stiles
  7. The Mammoth book of ghost stories by women, Marie O’Reagan
  8. The woman in black, Susan Hill
  9. The drowning girl, Caitlin R. Kiernan
  10. Experimental Film, Gemma Files

Πηγή: σκρα-punk

 

Διαβάστε ακόμα

Η φεμινιστική δύναμη των θηλυκών φαντασμάτων

 

Share

Η αποκάλυψη της ταυτότητας της Έλενας Φεράντε: ερευνητική δημοσιογραφία ή βίαιο ξεγύμνωμα;

accocella-elena-ferrantes-new-book

της Ιουλίας Λειβαδίτη

Πριν μερικές εβδομάδες δημοσιεύθηκε η έρευνα του δημοσιογράφου Claudio Gatti στο the New York Review of Books (με ταυτόχρονη αναδημοσίευση σε άλλες τρεις εφημερίδες σε Ιταλία, Γερμανία και Γαλλία) σχετικά με την ταυτότητα της Ιταλίδας συγγραφέα Elena Ferrante. Η Φεράντε γνωρίζει παγκόσμια επιτυχία και κριτική αναγνώριση τα τελευταία χρόνια με τα βιβλία της γνωστά ως «Ναπολιτάνικη Τετραλογία». To πρώτο βιβλίο, Η υπέροχη φίλη μου κυκλοφόρησε το 2011 (πρόσφατα και μεταφράστηκε και στα ελληνικά) και το τελευταίο, The Story of the Lost Child μόλις πέρσι.

Το παγκόσμιο ενδιαφέρον για τη Φεράντε, η οποία έχει δηλώσει επανειλημμένως ότι αυτό το όνομα είναι ένα ψευδώνυμο, ότι επιθυμεί να κρατήσει την ταυτότητα της μυστική και να μιλάει κυρίως μέσα από τα βιβλία της, είχε φτάσει στο ζενίθ του όταν δημοσιεύθηκε η έρευνα που αποκαλύπτει ποια πραγματικά είναι.

Όποιος έχει διαβάσει το άρθρο του Ιταλού δημοσιογράφου όπως δημοσιεύθηκε στα αγγλικά, εκτός από τη βαρεμάρα που θα τον κατακλύσει από την ατέρμονη παράθεση αριθμών και οικονομικών συναλλαγών, δεν μπορεί παρά να απορήσει με την κακεντρέχεια και τη σχεδόν απροκάλυπτη απαξίωση του δημοσιογράφου για το πρόσωπο της Φεράντε.

Το ότι το μεγαλύτερο μέρος του άρθρου αναλώνεται σε οικονομικά στοιχεία, λες και επρόκειτο για την αποκάλυψη των μυστικών εισοδημάτων κάποιου μαφιόζου, είναι αποκαλυπτικό κατά τη γνώμη μου όχι μόνο της κατάφορης παράβασης προσωπικών δεδομένων στην οποία προέβη ο δημοσιογράφος, αλλά αυτής της πολύ ιδιαίτερης αντιπάθειας που προκαλούν οι γυναίκες που έχουν πετύχει χάρη στο ταλέντο τους. Εντάξει, ίσως κάποιες γυναίκες είναι έξυπνες, μπορεί να κάνουν κάποια δευτερεύουσα επιστημονική ανακάλυψη, ίσως και κάποιες έχουν ταλέντο για να φτιάξουν ένα αξιόλογο έργο τέχνης. Αλλά «αριστούργημα»; Το οποίο απέφερε και τρελά λεφτά; Οποίο θράσος. Είναι τόσο εμφανής η εμμονή με τα λεφτά και η ζηλοφθονία του Gatti, που θα ήταν αστεία, αν δεν ήταν τοξική. Ο δημοσιογράφος καταγράφει τα κέρδη της Φεράντε από τις πωλήσεις των βιβλίων της σαν να είναι κατηγορητήριο: λες και τα έκλεψε από κανέναν ή δεν τα δηλώνει την εφορία ή δεν ήταν αναμενόμενο ένα τόσο πετυχημένο διεθνές μπεστ σέλλερ να έχει αποφέρει πολλά λεφτά. Παρακαλώ να μου βρείτε έναν άντρα, από τους πολλούς, πάρα πολλούς υπερ-επιτυχημένους, υπέρ-πλούσιους συγγραφείς, για τον οποίον να έχει διατυπωθεί τέτοιου τύπου δημόσιο κατηγορητήριο για την επιτυχία του.

Πέρα από το κόλλημα με τα λεφτά, ακόμα πιο θλιβερό είναι το κεντρικό επιχείρημα του δημοσιογράφου για το τι του δίνει το δικαίωμα να αποκαλύψει την ταυτότητα της  συγγραφέα: «Ανακοινώνοντας ότι θα πει ψέματα για την ταυτότητα της αν χρειαστεί, η Φεράντε κατά κάποιο τρόπο έχει απωλέσει το δικαίωμα της να εξαφανιστεί πίσω από τα βιβλία της». Συγγνώμη, τι; Αυτό ως επιχείρημα δεν έχει καν λογικό νόημα, δεν υπάρχει καμία απολύτως σύνδεση μεταξύ της υπόθεσης και του συμπεράσματος. Το ένα δεν οδηγεί στο άλλο με καμία λογική εκτός αν… εκτός αν χρησιμοποιήσεις την λογική του «με προκάλεσε, άρα τα θελε» που είναι πάνω-κάτω αυτό που θέλει να πει ο δημοσιογράφος αλλά κάπως πιο συγκαλυμμένα.

Για να διαλυθεί και κάθε αμφιβολία για τον σεξισμό του δημοσιογράφου, διάσπαρτες μέσα στο κείμενο είναι μπηχτές ότι τα βιβλία της Φεράντε τα έγραψε αν όχι εξολοκλήρου, τότε εν μέρει, ο σύζυγος της, γιατί αυτός έζησε στη Νάπολη και όχι αυτή, γιατί αυτός είναι συγγραφέας ενώ αυτή μια ταπεινή μεταφράστρια, γιατί ένας υπολογιστής διέγνωσε μια μεγάλη πιθανότητα τα γραπτά της να είναι του συζύγου-συγγραφέα (και εδώ όσοι έχουν μια ιδέα από τεχνητή νοημοσύνη γελάνε). Αν η Φεράντε ήταν άντρας, η σύντροφός του θα ήταν η πιστή του μούσα και η έμπνευσή του. Άντε να υπέθετε κάποιος ότι του είχε δακτυλογραφήσει κάτι και του μαγείρευε ενώ αυτός βυθιζόταν στο γράψιμο. Τώρα που είναι γυναίκα, ο σύντροφός της είναι τουλάχιστον Πυγμαλίωνας, αν όχι ο ουσιαστικός δημιουργός του έργου της.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία του θέματος: ο πατριαρχικός νους (που είναι και αντρικός και γυναικείος) δεν μπορεί να δει τις γυναίκες ως αυθεντικούς δημιουργούς σπουδαίων έργων τέχνης και εξοργίζεται ακόμα περισσότερο όταν αυτές οι γυναίκες διεκδικούν δυναμικά το δικαίωμα να επικοινωνήσουν την τέχνη τους με τον δικό τους τρόπο, μέσω της ανωνυμίας στην προκειμένη περίπτωση.

Η πατριαρχία λειτουργεί έτσι, που ό,τι και να αποκαλυπτόταν για την Φεράντε, θα έβγαινε χαμένη: Αν ήταν όντως από λαϊκή οικογένεια της Νάπολης, θα έλεγαν όλοι ότι το βιβλίο της είναι μια απλή αυτοβιογραφική, ημερολογιακή εξομολόγηση, το μοναδικό είδος γραφής στο οποίο θεωρείται ότι μπορούν να προσφέρουν κάτι οι γυναίκες.

Τώρα που η Φεράντε τελικά δεν είναι από λαϊκή οικογένεια της Νάπολης και είναι κόρη σχετικά ευκατάστατης οικογένειας, που μάλιστα έχει γίνει ακόμα πιο πλούσια από τα βιβλία της;; Ωιμέ!! Τι προδοσία στα αγνά λογοτεχνικά μας αισθήματα!! Ευτυχώς ήταν εδώ ο ηρωικός μας δημοσιογράφος και μας έσωσε από την πλάνη.

Η Φεράντε δεν είναι μόνο μια γυναίκα συγγραφέας, αλλά μια φεμινίστρια συγγραφέας, που γράφει στα βιβλία της με συγκλονιστική ειλικρίνεια για την γυναικεία φιλία, την αντικειμενοποιήση των έφηβων κοριτσιών, τη σεξουαλική αφύπνιση, τον γάμο, τη συζυγική κακοποίηση, τον έρωτα, τον σεξισμό στη δουλειά, τη μητρότητα, τη μοναξιά, την ερωτική απογοήτευση, τι σημαίνει για μια γυναίκα να γερνάει και τόσα άλλα… Για να μη πω για την εξιστόρηση του φεμινιστικού κινήματος του 1960 και 1970 στην Ιταλία. Για να μη πω για την μοναδική φορά που διάβασα να περιγράφεται η γυναικεία φιλία με όλη τη δύναμη και την απίστευτη βαρύτητα που έχει. Για την πρώτη φορά που ειπώθηκε ανοιχτά η αλήθεια, που έχω ζήσει εγώ τουλάχιστον, ότι διαχρονικά, το σημαντικότερο πρόσωπο στη ζωή μου δεν είναι ο εκάστοτε σύντροφός μου, αλλά η καλύτερη μου φίλη.

Όταν κάποιος μου είχε πρωτοπεί ότι το Φεράντε ήταν ψευδώνυμο (δεν είχα ιδέα) και ότι κάποιοι λένε ότι είναι άντρας, η αντίδραση μου ήταν αυθόρμητη: δεν υπάρχει η παραμικρή, ελαχιστότατη περίπτωση να έχει γράψει άντρας αυτά τα βιβλία. Πέραν τούτου, η Φεράντε δεν περιγράφει απλώς με ωμότητα και ακρίβεια γυναικείες εμπειρίες: έχει αναστοχαστεί πάνω σε αυτές και πάνω στον φεμινισμό. Μιλάει για την ανάγκη να εφεύρουμε μια νέα γλώσσα για να μιλήσουμε για εμάς, γιατί η γλώσσα που χρησιμοποιούμε  είναι αντρική και δεν αρκεί. Μιλάει για την ανάγκη να ξαναεφεύρουμε τον εαυτό μας πέρα από το αντρικό βλέμμα. Πόσο τραγικά ειρωνικό (και αναμενόμενο) ότι κάποιος άντρας θα της στερούσε το δικαίωμα να ξαναεφεύρει τον εαυτό της.

Και επειδή η Jeanette Winterson στο σχετικό άρθρο της στη Γκάρντιαν τα λέει πολύ καλύτερα από εμένα:

«Το ξεγύμνωμα και η διαπόμπευση της Έλενας Φεράντε είναι μια βίαιη και χοντροκομμένη πράξη. Δημιουργικά μπορεί να την καταστρέψει (έχει πει ότι δεν μπορεί να γράψει χωρίς την ανωνυμία της), οπότε είναι και μια κακόβουλη πράξη. Δικαίως, ανά τον κόσμο, οι περισσότεροι άνθρωποι φαίνεται να είναι αηδιασμένοι από αυτό που συνέβη.

Υπάρχει ένα δοκίμιο του TS Eliot από το 1919 που ονομάζεται Παράδοση και το ατομικό ταλέντο. Μιλάει για τον εαυτό –και πως η δημιουργική δουλειά είναι ένα είδος απόδρασης από τον εαυτό. Είναι αυτό το Εγώ μη-Εγώ που είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Χάνεις τον εαυτό σου, κι όμως είσαι πιο ξεκάθαρα ο εαυτός σου κατά την πράξη της δημιουργίας.

Η Φεράντε διεκδίκησε την ελευθερία του Εγώ μη-Εγώ. Ελπίζω ότι θα δει, εν καιρώ, ότι κανείς δεν μπορεί να της πάρει αυτή την ελευθερία με τη βία, όπως προσπάθησε ο Gatti. Είναι δικαίωμα της να την διεκδικήσει, δικαίωμά της να την κρατήσει. Όποια και να είναι, θα είναι πάντα η Έλενα Φεράντε.»

 

Share

Σμιλεύοντας την υποταγή: Η ιστορία των Ελληνίδων υπηρετριών όπως θα ‘πρεπε να ειπωθεί

charwoman-scrubbing-pots-001

της Χριστίνας Γαλανοπούλου

Η υπηρέτρια, η δούλα, η ψυχοκόρη, κοινωνικό σώμα και δομικό υλικό της αστικής τάξης, από πολλές γενιές και μέσω των media, αντιμετωπίστηκε και αφομοιώθηκε ως αντικείμενο φαντασίωσης, ως συνώνυμο του πειθήνιου, του αναγκαστικώς συνεργάσιμου, του υποτακτικού. Μπορεί, όμως, ένα τέτοιο σώμα – ένα δουλικό – εκτός από ταξική ντροπή και υποτέλεια, να παράξει σχέσεις και κοινωνικούς δεσμούς, να ερμηνεύσει το πλέγμα του αστικού ιστού, να εξηγήσει την ιστορία της οικογένειας, τη σχέση μεταξύ Κυρίας και Υπηρέτριας, να κατανοήσει τη γυναικεία χειραφέτηση από την πλευρά της εργοδότριας;

Και μετά, είναι η υποταγή κάτι που μαθαίνεται, κάτι στο οποίο τα σώματα εκπαιδεύονται για να τεθούν στην υπηρεσία των (όποιων) άλλων; Και τελικώς πώς παράγεται η ταξική υποτέλεια; Για να απαντήσει σε όλα τα παραπάνω, δίνοντας φωνή σε αυτό που αποκαλείται περιθώριο της ιστορίας, η Ποθητή Χαντζαρούλα, λέκτορας Ιστορικής Ανθρωπολογίας στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας της Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, κατέγραψε τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένη η υποταγή, αφηγούμενη την ιστορία των οικιακών εργατριών στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Επί της ουσίας, η Χαντζαρούλα υποστηρίζει ότι χωρίς τις οικιακές εργάτριες δεν θα μπορούσε να επιβιώσει ο αστικός πολιτισμός.

2

Η συγγραφέας Ποθητή Χαντζαρούλα: «Το πιο δύσκολο ήταν το κομμάτι των προσωπικών συνεντεύξεων, της επεξεργασίας, της προσέγγισης των μαρτυριών. Αν και κατηγορήθηκα ότι γράφω έντονα, παίρνοντας την πλευρά των αφηγούμενων προσώπων – και είναι αλήθεια, γιατί υπάρχει η αξίωση της αποστασιοποίησης του ιστορικού από την ιστορία»… Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Το επιχείρημα της υποστηρίζεται από πληθώρα στοιχείων για την κοινωνική διάσταση της ντροπής, για τις οικιακές εργάτριες ως κίνδυνο, αλλά και ως θεμέλιο λίθο της αστικής οικογένειας και τάξης στην Ελλάδα, για τις δυναμικές της σχέσης εργοδότριας και οικιακής εργάτριας, η σεξουαλικότητα -από κοντά με τις αφηγήσεις σεξουαλικής βίας- και από πολλά ακόμη ενδιαφέροντα στοιχεία (κοινωνικά, οικονομικά, δημογραφικά), μαζί με 33 προσωπικές αφηγήσεις που περιλαμβάνονται στο διαφωτιστικό Σμιλεύοντας την υποταγή (Εκδόσεις Παπαζήση). Και ενώ σπανίως τέτοιου είδους ακαδημαϊκά έργα καταφέρνουν να επεκταθούν πέρα από το αυστηρό πλαίσιο του αντικειμένου που αναλύουν, το συγκεκριμένο βιβλίο, αν και βασισμένο στη διδακτορική διατριβή, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως μεγεθυντικός φακός ή ακόμη και ως εργαλείο ανάλυσης συμπεριφορών και στο σήμερα.

Η δουλικότητα ως παρακαταθήκη στη συμπεριφορά κάποιων ανθρώπων, η αντιμετώπιση των σεξιστικών αστείων ή των προσβολών με αμηχανία και ντροπή, η “προίκα” που κουβαλάμε, σχεδόν στο DNA μας, περί τιμής και (γυναικείου) καθαρού κούτελου είναι πολλά από τα σημεία του βιβλίου που μπορούν να λειτουργήσουν ως τέτοια, ως εργαλεία ανάλυσης, τόσο της ταξικής μας πορείας, όσο και της κληρονομιάς του φύλου.

Ειδικά από τον 19ο αιώνα και μετά, η οικιακή εργασία είναι σχέση μεταξύ γυναικών, οι γυναίκες θεωρούνται αποκλειστικώς υπεύθυνες για τον ιδιωτικό χώρο και πρόκειται για έναν αιώνα κατά τον οποίο η γυναίκα έξω από το σπίτι, η γυναίκα στην εργασία εκλαμβάνεται ως ανωμαλία.

Ποια ήταν η αφορμή γι’ αυτή την έρευνα; 

Η ιδέα ξεκίνησε από τις μεταπτυχιακές μου σπουδές και από την αγγλική κοινωνική ιστορία. Κυρίως, όμως, από την επιβλέπουσα που είχα τότε, την Carolyn Steedman, και από το βιβλίο της Landscape for a Good Woman. Πρόκειται για την ιστορία της αγγλικής εργατικής τάξης της δεκαετίας του ’50, μέσα από τα μάτια της μητέρας της και χρησιμοποιεί το ψυχαναλυτικό παράδειγμα – δηλαδή, τα συναισθήματα, τον φθόνο, την επιθυμία, κ.λπ- για να ξαναγράψει την ιστορία. Επί της ουσίας, ήταν η πρώτη που χρησιμοποίησε την έννοια της τάξης για να αναλύσει την εμπειρία της οικιακής εργασίας. Αυτή την έννοια την παίρνει από τον Thompson[1], ο οποίος αναλύει την τάξη και το πώς παράγεται η ταξική υποτέλεια μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις. Ουσιαστικά τότε η Steedman είχε ξαναγράψει την ιστορία της εργατικής τάξης του 19ου αιώνα, πηγαίνοντας στις ίδιες περιοχές που είχε δουλέψει ο Thompson, υποστηρίζοντας ότι στην πραγματικότητα η τάξη δεν δημιουργήθηκε από τους εργάτες, τους υφαντές και τους βιοτέχνες των αγγλικών εργατουπόλεων, αλλά μέσα από τις σχέσεις των εργοδοτών και των εργοδοτριών με τις υπηρέτριες.  Αυτή η ιδέα ήταν η αφορμή: ότι η τάξη υπάρχει εκεί που δεν περιμένεις να τη βρεις κι ότι πρόκειται για μια εμπειρία που έχει σφραγίσει τις ζωές μας -της ελληνικής κοινωνίας πια, σ’ όλο τον 20ο αιώνα και τον 21ο. Ακριβώς όπως το λέει ο Μπεζανσόν, «δεν ξέρω αν ο αστικός πολιτισμός μπορεί να επιβιώσει χωρίς τις υπηρέτριες». Αν ρίξουμε μια ματιά σ’ αυτό που συμβαίνει με το μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό, πράγματι, φαίνεται ότι η αστική κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την οικιακή εργασία, έμμισθη ή μη.

Πόσα από τα βιώματα που έχετε καταγράψει μέσα από μαρτυρίες οικιακών εργατριών έχουν “χαραχτεί” στο συλλογικό ασυνείδητο των επόμενων γενεών γυναικών;

Δύσκολα απαντά κανείς σ’ αυτή την ερώτηση. Κυρίως, διότι διαφέρει ο αγροτικός πληθυσμός, δηλαδή οι γυναίκες από τη Φολέγανδρο που εξετάζω και στην έρευνα, ο τρόπος που βίωσαν τη σεξουαλικότητα, το φύλο τους, τις συζυγικές σχέσεις, το πώς αντιλαμβάνονται τη θέση τους μέσα στην οικογένεια, από τον προσφυγικό πληθυσμό και από τις γυναίκες που μετανάστευσαν στην Αθήνα. Οι άνθρωποι επηρεάζονται, φτιάχνονται μέσα από τις σχέσεις και εν προκειμένω δεν διαμορφώνεται μόνο η οικιακή εργάτρια από τη σχέση με την εργοδότρια της, αλλά και η εργοδότρια. Είναι η εποχή που οι αστές προσπαθούν να δημιουργήσουν μια συλλογική ταυτότητα στο όνομα της γυναικείας σφαίρας συμφερόντων και στο όνομα της γυναικείας ταυτότητας. Το να κυριαρχήσουν στην ιδιωτική σφαίρα ήταν τρόπος για διεκδικήσουν χώρο στη δημόσια. Και αυτή η σχέση ξεπερνά τη γενιά, ξεπερνά την εποχή που οι γυναίκες βιώνουν τις δυναμικές αυτών των σχέσεων και επηρεάζουν και τις επόμενες γενιές. Όμως, συμβαίνει και το εξής: ο τρόπος που εκείνες ερμηνεύουν το παρελθόν, την καταπίεση, την πατριαρχία, τον ρόλο της οικογένειας, γίνεται σε παρόντα χρόνο. Επομένως, ο τρόπος που ερμηνεύουν πια αυτή την πικρία προς τους συζύγους, την καταπίεση που έζησαν είναι επηρεασμένος από τα εγγόνια τους, από τον τρόπο που ζουν οι γυναίκες σήμερα. Τα περιοδικά, η τηλεόραση, ο τρόπος που ζουν τα εγγόνια και τα παιδιά τους, τις βοηθά να κατανοήσουν αυτό που έζησαν τότε με διαφορετικά εργαλεία. Το αποτύπωμα αυτών των κοινωνικών σχέσεων στις επόμενες γενιές υπάρχει, αλλά είναι αμφίδρομο.

scan-113

Στο κεφάλαιο που αναφέρεστε ακριβώς στις σχέσεις “εργοδότριας – οικιακής εργάτριας” περιγράφετε μία σειρά τεχνολογιών της υποταγής: από δοκιμές τιμιότητας και περιορισμούς στο φαγητό, μέχρι μεθόδους αποπροσωποποίησης (απαλοιφής της ατομικής ταυτότητας) και δημιουργίας κοινωνικού στίγματος. Θεωρείτε ότι κάποιος που εκπαιδεύεται στην υπηρεσία των άλλων και ειδικώς μία γυναίκα έχει συνείδηση τόσο αυτού που του συμβαίνει όσο και του ρόλου που παίζει το φύλο του;

Υπάρχει πλήρης συνείδηση. Το υποκείμενο μπορεί να μην αντιστέκεται στις πιο φρικτές μορφές καταπίεσης που βιώνει – που εμπεριέχουν τη σωματική βία, τη σεξουαλική βία, την αποπροσωποποίηση – αλλά, βάσει των μαρτυριών, πρόκειται για τη δική τους εμπειρία και ερμηνεία της ζωής τους. Γι’ αυτό μιλώ και για μία μορφή ταξικής συνείδησης, επομένως και της γνώσης για το πώς παράχθηκε η κοινωνική κατωτερότητα τους.  Το να βιώνεις κάτι, σημαίνει ότι το συνειδητοποιείς. Είναι μια διαδικασία όλο αυτό: δεν σημαίνει ότι υπάρχει εξ αρχής. Και η παραγωγή μας ως ανθρώπων, δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά συνδέεται και με το πώς σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας. Αυτή η διαδικασία αλλάζει. Μέσα από τις συνεντεύξεις βλέπουμε μια στρωματογραφία του εαυτού αυτών των γυναικών. Το πώς αυτή η εμπειρία ήταν τόσο σημαντική και τραυματική, που ακριβώς η σημασία της είναι τόσο μεγάλη σε ό,τι αφορά στη διαμόρφωση τους, αλλά και στη συνειδητοποίηση του τι συνέβη.

Γιατί επιλέξατε να εστιάσετε στο δίπολο της σχέσης μεταξύ γυναικών (εργοδότριας – οικιακής εργάτριας) αφήνοντας για λίγο στην άκρη την πατριαρχία;

Η πατριαρχία δεν αφορά τους άντρες. Αφορά τις σχέσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η θέση αυτών των γυναικών, η εργασία τους τοποθετείται στον ιδιωτικό χώρο, η σχέση τους πολύ συχνά γίνεται αντιληπτή και ως οικογενειακή. Κάποιες από αυτές τις γυναίκες, ακόμη και από τη νομοθεσία παρουσιάζονται ως ψυχοκόρες. Ειδικά από τον 19ο αιώνα και μετά, η οικιακή εργασία είναι σχέση μεταξύ γυναικών, οι γυναίκες θεωρούνται αποκλειστικώς υπεύθυνες για τον ιδιωτικό χώρο και πρόκειται για έναν αιώνα κατά τον οποίο η γυναίκα έξω από το σπίτι, η γυναίκα στην εργασία εκλαμβάνεται ως ανωμαλία. Επομένως, έχουμε να κάνουμε με απότοκο της νέας μορφής πατριαρχίας του 19ου αιώνα. Εδώ, η πατριαρχία εμφανίζεται μέσα από τα συμβόλαια γάμου. Σε ό,τι αφορά τη σχέση εργοδοτών και εργοδοτριών αυτή δομείται σαν σχέση μεταξύ γυναικών, επειδή η οικιακή εργασία και όλες οι ευθύνες που σχετίζονταν με το νοικοκυριό ήταν έμφυλες.

Στη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση, το θέατρο, η υπηρέτρια, σχεδόν πάντα, παρουσιάζεται ως πρόσωπο φαιδρό και απολύτως αναξιόπιστο, κάποτε και έκνομο. Γιατί;

Αυτού του είδους η αναπαράσταση έχει να κάνει με τον κυρίαρχο λόγο, με τον λόγο της αστικής τάξης. Μέχρι σήμερα ακούγαμε μόνο αυτήν την πλευρά. Το άλλο σκέλος της ιστορίας είχε αποσιωπηθεί. Και μόνο να πούμε τη λέξη υπηρέτρια, ντρεπόμαστε. Υπήρχε μονόλογος. Οι άλλοι μπορούσαν να μιλούν γι’ αυτά τα υποκείμενα, χωρίς αυτά να μπορούν να ανταπαντήσουν. Μπορεί να μιλούσαν, αλλά ποιος τους άκουγε. Αυτές οι αναπαραστάσεις – να παρουσιάζονται, δηλαδή, ως κλέφτρες, ως απειλή για τη συζυγική ενότητα – αυτού του είδους ο στιγματισμός προέρχεται από αυτόν τον δημόσιο λόγο. Το υποκείμενο ξέρει την αντίληψη που έχουν οι άλλοι γι’ αυτό, γνωρίζει αυτές τις αναπαραστάσεις, έχει απόλυτη συνείδηση γι’ αυτό που ονομάζουμε σωματικούς μηχανισμούς της υποταγής. Η ντροπή παράγεται μέσα από τη βίωση αυτών των σχέσεων και τη γνώση των αναπαραστάσεων.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία κατά τη διάρκεια της έρευνας σας και προς υποστήριξη της θέσης σας;

Το πιο δύσκολο ήταν το κομμάτι των προσωπικών συνεντεύξεων, της επεξεργασίας, της προσέγγισης των μαρτυριών. Αν και κατηγορήθηκα ότι γράφω έντονα, παίρνοντας την πλευρά των αφηγούμενων προσώπων – και είναι αλήθεια, γιατί υπάρχει η αξίωση της αποστασιοποίησης του ιστορικού από την ιστορία. Και σ’ αυτό δεν συμφωνώ. Πάντοτε γράφουμε από μία συγκεκριμένη οπτική γωνία – βάσει του φύλου, της τάξης που ανήκουμε, της σεξουαλικότητας μας, των πολιτικών πεποιθήσεων. Το ότι όσο πιο αποστασιοποιημένος είναι ο ιστορικός, τόσο πιο αντικειμενική ιστορία θα γράψει, ανατρέπεται και από τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας και από την κοινωνική ανθρωπολογία, που αμφισβητούν αυτή την απόσταση. Σε κάθε περίπτωση, ναι, το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν αυτό των προσωπικών ιστοριών.

Πέρα από την ιστορική διαδρομή των οικιακών εργατριών σε χρόνους παράλληλους με την ανάπτυξη των πόλεων, πέρα από τις τεκμηριώσεις του πώς η οικιακή εργασία χρησιμοποιήθηκε ως οργανωτική αρχή των τάξεων, το βιβλίο προσφέρει θεάσεις και στον τρόπο κατασκευής της ντροπής, του φόβου και της βίας ως εργαλείο εργοδοτικού ελέγχου των γυναικών με μοιραίες αναγωγές μέχρι τις μέρες μας. Παρατίθενται δύο σχετικά διαφωτιστικά αποσπάσματα από το βιβλίο.

ΚΕΦ. 13 – “Οι δυναμικές της σχέσης εργοδότριας και οικιακής εργάτριας”

“Αυτοί είχανε σ’ ένα κουτί μέσα σύκα και σταφίδες, εγώ παιδί τώρα, πεινούσα κιόλας και άνοιξα και πήρα, κι αυτοί με θεωρήσανε ότι ήμουν κλέφτρα, ότι τα έκλεψα. Στην ουσία τα έκλεψα, ας το πούμε. Ναι, στην ουσία τα πήρα, δεν το έκανα εσκεμμένα γιατί ήθελα να τα κλέψω, πεινούσα και τα ΄κλεψα, κατάλαβες; Και θυμάμαι με είχε βάλει τιμωρία τότε αυτή, η πρώτη και η τελευταία φορά, δεν το ‘χα ξανακάνει με. Με άφηκε όρθια και στεκόμουνα και μου ‘λεγε “κλεφτράκι” και “κλεφτράκι”. [Ελευθερία], σελ. 438.

“Ξέρεις μια φορά τι έκανε; Είχε το ζάχαρο και δεν έτρωγε ζάχαρη. Μας ενήστευε όλη τη Σαρακοστή, Τετάρτη και Παρασκευή το λάδι. Καρμίρες οι παλιές, οι Παλιοελλαδίτισσες ήταν πάρα πολύ καρμίρισσες. Λοιπόν, έψησα καφέ, να βουτήξω λίγο ψωμάκι να φάω που νήστευα. Μας νήστευε δεν μας έδινε γάλα. Εμένα με κορόιδευε, με έστελνε να πάω μέσα για να ρίξει στο γάλα μου νερό. Να μην είναι σκέτο όπως το άρμεγε από την κατσίκα […] Λοιπόν ψήνω τον καφέ και τον δοκιμάζει και γιατί ήταν γλυκό, μου δίνει μια ανάποδη με τα δαχτυλίδια που φόραγε. Ξεγένναγε πολλές και δεν είχαν να της δώσουνε λεφτά και της δίνανε χρυσαφικά και τα φόραγε. Ήταν τα χέρια της γεμάτα χρυσαφικά […] Δοκίμασε τον καφέ και γιατί ήτανε γλυκός, εσύ τον πίνεις σκέτο χωρίς ζάχαρη, εγώ πώς θα τον πιω πικρό; Έβαλα ζάχαρη, δεν μπορώ να εγώ να τον πιω, μικρό κοριτσάκι πόσο ήμουνα 12-13 χρονώ. Πίνεται ο πικρός καφές; Μου δίνει μια ανάποδη, με παίρνουν τα αίματα. Έτσι με χτύπαγε ανάποδα στο στόμα. Λοιπόν, με χτυπάει, παίρνω δρόμο και φεύγω και πάω στου Μακρυγιάννη, ήταν τα γραφεία, Αμερικανική Περίθαλψη που έλεγε […]. Λοιπόν εκεί πέρα ήταν η Λέσχη του Εργαζόμενου Κοριτσιού που πηγαίνανε και τρώγανε φτηνά […] Αφού ήρθε και με βρήκε εκεί πέρα, μου λέει πάμε σπίτι μας, τα παιδιά μας είναι στον δρόμο. Να πας, της λέω, εγώ παιδιά δεν έχω. Ε, ύστερα ήρθε η πρόεδρος, ήταν κι άλλες κυρίες εκεί. Της λένε, για σταθείτε, κυρία μου, μη τα πιέζετε τόσο, τους σπάτε τα νεύρα, δεν το καταλαβαίνετε ότι είναι παιδιά, της λέει. Έχετε μεγάλες απαιτήσεις από τα παιδιά. Της λέω, βλέπετε το στόμα μου, με δέρνει. Εκείνη μου ‘λεγε πάμε κι εκείνες της λέγανε κάτσε να ηρεμήσει. πού να ηρεμήσω εγώ, εκοπάναγα το τραπέζι με τις γροθιές μου, χτύπαγα τα τραπέζια. Είναι κακούργα, έλεγα, με χτυπάει, με σκοτώνει”. [Ευδοξία], σελ. 448.

ΚΕΦ. 14 – “Δημόσιοι λόγοι για τη σεξουαλικότητα και αφηγήσεις σεξουαλικής βίας των οικιακών εργατριών”

“Λοιπόν τι να σου πρωτοειπώ, όταν άρχισε και σφοντύλιαζε το βυζί και έγινε όσο είναι εκείνο το φλιτζανάκι, γιατί φαινόμουνα. Είχε άντρες και να μη με βλέπουν οι άντρες που είχα εγώ βυζιά, μόνο εκείνη είχε. Ξύλοοο. Ξύλοοο… Εκείνο ακούει και γράφει; [το κασετόφωνο]. Αλλά είχα καθημερινώς ξύλο. Ιδίως όταν πάταγε σερνικός στην πόρτα, έπρεπε να με γδάρει από το ξύλο. Να φανταστείς, επηγαίναμε έξι γυναίκες, εβγήκαμε από το σπίτι και πηγαίναμε στον δρόμο, από ‘δω μέχρι το τρίτο σπίτι, και πέρναγε ένας στον δρόμο και να κοιτάει εμένανε, ξύλοοο, γιατί κοίταγε εμένα. ‘Δεν είδες πώς την κοίταγε;’, έλεγε. Και την Παναγιώτα κοίταγε από τόσες; Αυτή κοίταγε, λέει. Αφού εδώ το μάγουλο μου είχε κρεμάσει μούσκουλο [;] από το ξύλο. Άι στο καλό, είχα αυτή τη ζωή του ξύλου. Με στέλνει σε μια ξαδέλφη της, να της πάω ένα σημείωμα. Δεν ήταν εκεί η ίδια. Λέει, ποιος το ΄φερε, η Ελένη; Όχι. Η Κωνσταντίνα; Όχι. Εκείνη η όμορφη με τις κοτσίδες. Το κακόμοιρο, η όμορφη με τις κοτσίδες. Είχα κάτι κοτσίδες, με σταίνει όρθια και πάλι. Κυρία μου, γιατί μου τα κόβεις; Να ξύλο να. Και μου άφησε έτσι, όπως είναι τούτο το φεσάκι γύρω γύρω και μου το κούρεψε και μου άφησε φούντα κι ήμουνα δεκαοχτώ χρονώ κορίτσι. Να μην περπατάω έτσι, να περπατάω έτσι. Και είχα ζουπιάσει να μη φαίνεται. ‘Ελα που φαινόμουνα […]”. [Παναγιώτα], σελ. 496.

“Μα είδες τι σου ‘πα η κοπέλα αυτή, ο κύριος, αυτή ήτανε μικρή, την ήπιασεν, τώρα τι να ηκάμει η κοπέλα, έπεσε στα κλάματα αυτή, στο τέλος για να μην πέσουν στα δικαστήρια της δώσανε 50.000, πήρε ένα σπιτάκι, δεν ξέρω πολύ τέλος πάντων, την πήρε κάποιο παιδί που ήξερε πώς ήταν η κατάσταση και την πήρε την κοπέλα. Υπήρχανε παλιάνθρωποι, τώρα είναι άλλοι. Αλλά υπήρχε και σέβος. Σου λέω η μητέρα μου που ήτανε τέτοιος άνθρωπος, μου λέει, μόλις ησθάνθηκα το χέρι του του ‘πα φύγε γιατί αύριο το πρωί φεύγω και θα ξυπνήσω την κυρία. Σσς, σώπα, σώπα. Σώπα, λέει εντάξει. Την άλλη μέρα με πιάσανε: Γιατί φεύγεις, Φλώρα; Λέει δεν μπορώ, κλαίει το παιδί και δεν μπορώ. Λέει κρίμα που εγώ θα σε… ήμουνα καλή αλλά δεν μπορώ. Δεν ήθελε ούτε να προδώσει ούτε να πει…” [Εύα], σελ.506

* “Σμιλεύοντας την υποταγή – Οι έμμισθες οικιακές εργάτριες στην Ελλάδα το πρώτο μισό του 20ου αιώνα” – Ποθητή Χαντζαρούλα – Εκδόσεις Παπαζήση (2012)

[1] Thompson, E.P., The Making of the English Working Class, Λονδίνο, Penguin, 1980 (1η Έκδοση, 1963).

Πηγή: lifo

 

Share

Η αμερικανική μαρξιστική εμπειρία του ΛΟΑΤΚΙΑ+ κινήματος

asdfeeeee

του Στρατή Γατελούζου

“Δεν μπορείς να μιλάς για συνολική ανθρώπινη χειραφέτηση, χωρίς να δουλεύεις επίμονα και μεθοδικά στο πεδίο της σεξουαλικής χειραφέτησης.”

Όταν στις αρχές Μάρτη η Κική Σταματόγιαννη άρχισε να μου δίνει κεφάλαιο-κεφάλαιο τη μετάφρασή της από το βιβλίο «Σεξουαλικότητα και Σοσιαλισμός» της αμερικανίδας Σέρι Γουλφ, δεν φανταζόμουν ότι επρόκειτο για ένα τόσο ξεχωριστό έργο. Άφησα τα πρώτα 2-3 κεφάλαια σε ένα ράφι και ξεκίνησα την ανάγνωση κάποιες μέρες μετά, νομίζοντας πως θα ήταν μια συνηθισμένη ανάλυση για τη σύνδεση των κινημάτων και την ταξικότητα όλων των καταπιέσεων. Καμία σχέση. Η Σέρι πράγματι αναλύει τα ΛΟΑΤ ζητήματα με μαρξιστικά επιχειρήματα, δίνοντας όμως την έκταση και έμφαση που χρειάζεται στους αυτόνομους ΛΟΑΤ αγώνες. Σήμερα, και όχι στο σοσιαλιστικό μέλλον. Η ανάλυσή της, λοιπόν, εντάσσεται στο πλαίσιο του επαναστατικού μαρξισμού και όχι του στείρου εργατισμού.

Πριν περάσω στη συνέντευξη της Κικής, σας παραθέτω μερικά σχόλια που έγραψε στον τοίχο μου στο fb η Κατερίνα Σεργίδου, μία από τις «πρωτεργάτριες» της ελληνικής έκδοσης από τα Red Marks:

«Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο που παρά τις επιμέρους διαφορές που μπορεί καμία ή κανείς να έχει, προχωράει μίλια μπροστά στη συζήτηση. Είναι ειλικρινές, θαρραλέο (ακόμα και στα σημεία που ασχολείται με τους Μαρξ και Ένγκελς), είναι διασκεδαστικό, είναι πολύ εκπαιδευτικό (μάθαμε τόσα και τόσα πράγματα), είναι απελευθερωμένο, ερωτεύσιμο, και προσωπικά είμαι περήφανη για όλες τι συντρόφισσες και τους συντρόφους που δούλεψαν γι αυτό.  Η απάντηση ζητημάτων, η προσαρμογή τους στην ελληνική πραγματικότητα είναι μια πρόκληση για όλες και όλους.» Κατερίνα Σεργίδου, εκδόσεις Red Marks

Ξεκινώντας, Κική, σου εκφράζω ένα μεγάλο μπράβο για την πολύμηνη συστηματική δουλειά που κατέβαλες, προκειμένου να έχουμε στα χέρια μας μια τόσο προσεγμένη μετάφραση του Σεξουαλικότητα και Σοσιαλισμός. Από μόνος του ο τίτλος του βιβλίου ίσως δεν προϊδεάζει την αναγνώστρια/αναγνώστη για το πολυδιάστατο περιεχόμενό του, που απλώνεται σε πάρα πολλές πτυχές του ΛΟΑΤ ζητήματος. Τι ήταν αυτό που σε ενέπνευσε να αναλάβεις αυτό το πραγματικά δύσκολο έργο;  Είχες ήδη διαβάσει το έργο από το πρωτότυπο, πριν πεις το ΟΚ στις εκδόσεις Red Marks;

Όταν μου ζητήθηκε από τις εκδόσεις Red Marks να μεταφράσω το βιβλίο, απάντησα θετικά πριν καν το διαβάσω. Λίγο η πρόκληση να μεταφερθεί η αμερικανική εμπειρία του ΛΟΑΤΚΙΑ+ κινήματος στην Ελλάδα, λίγο η ανάγκη να υπάρξουν βιβλία που να προσπαθούν να πραγματευτούν τέτοια ζητήματα μέσα από ένα μαρξιστικό πρίσμα, ήταν αρκετά. Επίσης, με συγκίνησε η πρωτοβουλία των εκδόσεων να καταπιαστούν με ένα ζήτημα καινούριο σχετικά και για το ίδιο το Red Marks. Όταν ξεκίνησα να το διαβάζω, είχα κι εγώ την αίσθηση ότι θα ήταν μια κάπως «στεγνή» μαρξιστική ανάλυση. Χάρηκα, λοιπόν, όταν ήρθα αντιμέτωπη με ένα βιβλίο με πολύ ζωντανές εικόνες και παραδείγματα, με έντονο προφορικό λόγο σε κάποιες στιγμές, με πίκρα ή με χιούμορ σε κάποιες άλλες, χωρίς να λείπει η συγκροτημένη μαρξιστική σκέψη μιας αγωνίστριας του επαναστατικού μαρξισμού. Το αν μπορέσαμε να μεταφέρουμε αυτή την αίσθηση και στην αναγνώστρια ή τον αναγνώστη είναι ένα πεδίο όπου και θα κριθούμε τελικά.

Στην ελληνική γλώσσα είναι πολύ λίγα τα βιβλία στο χώρο της επαναστατικής μαρξιστικής αριστεράς που πραγματεύονται το ΛΟΑΤ  ζήτημα. Από τα τόσα θέματα που αναλύει το βιβλίο μπορείς να ξεχωρίσεις κάποιο που θεωρείς σημαντικότερο για τη συζήτηση στην Ελλάδα σχετικά με τη σεξουαλικότητα και τους/τις[1]  ΛΟΑΤΚΙΑ+;

Από όλα αυτά τα ζητήματα θα ξεχώριζα δύο, που νομίζω πως είναι εντελώς νέα για τη συζήτηση στο ΛΟΑΤΚΙΑ+ χώρο στην Ελλάδα.

Το ένα έχει να κάνει με το γεγονός ότι με το βιβλίο αυτό ανοίγει το ζήτημα για την ομοφοβία μέσα στην Αριστερά και δεν αποφεύγονται «δύσκολες» πτυχές του, όπως για παράδειγμα ακόμα και ο ομοφοβικός λόγος σε ένα σημείο της αλληλογραφίας μεταξύ Μαρξ και  Ένγκελς. Νομίζω πως, τουλάχιστον από τη μεριά των μαρξιστών και μαρξιστριών συγγραφέων, πρώτη φορά αναλύεται αυτό το θέμα στη βιβλιογραφία που κυκλοφορεί στα ελληνικά.

Το δεύτερο που θα ήθελα να ξεχωρίσω, είναι αυτό της συζήτησης πάνω στη θεωρία της πολιτικής των ταυτοτήτων και της κουίρ θεωρίας που, πιστεύω πως από τη σκοπιά του μαρξιστικού στρατοπέδου, πρώτη φορά εκτίθεται μια τόσο συνολική και συγκροτημένη κριτική, έως και πολεμική σε κάποια σημεία.

Φυσικά, υπάρχουν και ένα σωρό άλλα καινούργια – για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό – ζητήματα, όπως για παράδειγμα το κεφάλαιο για τα ίντερσεξ[2]  άτομα, για τα χρόνια της ύφεσης στο αμερικανικό κίνημα μετά το σημείο-τομή της εξέγερσης του Στόουνγουόλ ή για τα στάδια από τα οποία πέρασε η διεκδίκηση του ομόφυλου γάμου στις ΗΠΑ.

Ένα ολόκληρο κεφάλαιο αναφέρεται στην ίντερσεξ ταυτότητα. Γιατί η Γουλφ κάνει αυτή την επιλογή να το αναπτύξει εκτενώς;

Η ίντερσεξ ταυτότητα είναι ένα από τα καλύτερα αποσιωπημένα μυστικά, που γεμίζει με ενοχές τα άτομα που τη φέρουν και καλύπτεται με ένα πέπλο σιωπής. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα τα ίντερσεξ άτομα αγνοούν ακόμα και το γεγονός ότι είναι ίντερσεξ. Η Γουλφ κατακεραυνώνει τις εγκληματικές πράξεις των γιατρών στις ΗΠΑ, που στην ουσία ακρωτηριάζουν νεογέννητα, προκειμένου να «ταιριάξουν» με την ιδέα που έχουν οι ίδιοι/ες σχετικά με το πώς πρέπει είναι ένα «κανονικό» αρσενικό ή θηλυκό σώμα. Πρόκειται για ένα θέμα που έχει μελετηθεί ελάχιστα – κι αυτός έχω την αίσθηση ότι είναι και ο λόγος που του αφιερώνει σημαντική έκταση στο βιβλίο της. Να αρχίσουμε σιγά-σιγά να βγάζουμε τους σκελετούς απ’ τη ντουλάπα και να τους εξετάζουμε στο φως.

Μεγάλη σημασία δίνει η αμερικανίδα συγγραφέας στην παράλληλη κριτική τόσο της πολιτικής των ταυτοτήτων όσο και της κουίρ θεωρίας, που αποδομεί τις ταυτότητες. Σε τι αποσκοπεί αυτή η «ακροβασία» της;

Κατά τη γνώμη μου, η συγγραφέας επιχειρεί όχι απλώς να υπερασπίσει τα πολιτικά της πιστεύω αλλά, κυρίως, να βοηθήσει και τους αγωνιστές του ΛΟΑΤΚΙΑ+ κινήματος και τους συντρόφους της επαναστατικής αριστεράς να κατακτήσουν και να εμπεδώσουν κριτήρια για το πώς να κρίνουν συνολικά αναλύσεις, τρόπους σκέψης και θεωρητικές συνεισφορές.

Έχω την αίσθηση πως μεταφράζοντας τις παρατηρήσεις της Σέρι Γουλφ κατάλαβα πολύ περισσότερα για την κουίρ προσέγγιση από όσα είχα καταφέρει να αντιληφθώ διαβάζοντας π.χ. κατευθείαν το έργο της Μπάτλερ. Για τους περισσότερους ανθρώπους που συμμετέχουν ενεργά σε ένα κίνημα ή μια πολιτική ομάδα, η θεωρία αυτή φαντάζει σαν μια αλυσίδα από «δύσκολα» ζητήματα, αντικείμενο κάποιων «ειδικών». Η Σέρι Γουλφ νομίζω πως σε βοηθάει να προσεγγίσεις τα δύσκολα αυτά θέματα, να τα μελετήσεις και να βγάλεις τα δικά σου συμπεράσματα.ελληνικό εξώφυλλο Σεξουαλικότητα και ΣοσιαλισμόςΣε μεγάλο μέρος της ελληνικής επαναστατικής μαρξιστικής αριστεράς μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ότι τα «δύο φύλα» αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες «φυσικές» συμπεριφορές. Σχεδόν δε γινόταν διάκριση μεταξύ βιολογικού και κοινωνικού φύλου. Για την επιτελεστικότητα του φύλου ούτε λόγος. Μήπως λοιπόν για τα ελληνικά δεδομένα η κριτική της Σέρι Γουλφ στην κουίρ θεωρία είναι αρκετά αυστηρή;

Η κουίρ θεωρία ήρθε στην ελληνική πραγματικότητα με σημαντική καθυστέρηση. Άλλαξε με πολύ κρίσιμο τρόπο την εγχώρια συζήτηση σχετικά με το έμφυλο ζήτημα, έθεσε παραμέτρους άγνωστες μέχρι εκείνη την εποχή, βάθυνε την κατανόησή μας σε μια σειρά από ζητήματα. Η συστηματική ανάλυση της έννοιας της επιτελεστικότητας του φύλου -κατά τη γνώμη μου η πιο σημαντική συνεισφορά της στη θεωρητική συζήτηση- βοήθησε στην απομάκρυνση από το δίπολο αρσενικό/θηλυκό. Ήταν λίγο σαν το καινούριο πλουμιστό θεωρητικό πολυεργαλείο. Πολλές και πολλοί πίστεψαν πως βρήκαν σε αυτήν τις απαντήσεις που έψαχναν.

Η συζήτηση που γίνεται αυτή τη στιγμή διεθνώς, η κριτική που έχει αρχίσει να ασκείται στην κουίρ θεωρία, ο εντοπισμός των θεωρητικών κενών που αφήνει ή η αναποτελεσματικότητά της ως εργαλείο παρέμβασης λειτουργεί κάπως σαν σχήμα πρωθύστερο για την Ελλάδα. Επομένως, η κριτική της Γουλφ φαντάζει ίσως αυστηρή για τον κινηματικό κόσμο στην Ελλάδα, που τώρα αρχίζει να ψηλαφίζει κάποιες έννοιες, ωστόσο είναι ένας καλός δείκτης για το που βρίσκεται αυτή τη στιγμή η συζήτηση «εκεί έξω». Και η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν κενά και αντιφάσεις, στα οποία προσπαθεί η Γουλφ να απαντήσει. Κυρίως όμως –κι αυτό είναι το σημαντικό στην περίπτωσή της- η έγνοια της είναι στο να εφοδιάσει τις συντρόφισσες και τους συντρόφους της στο αμερικανικό κίνημα με εργαλεία παρέμβασης. Με τη λογική αυτή εξετάζει -πέρα από την όποια θεωρητική της συμβολή- το πόσο αποτελεσματικό όπλο είναι τελικά η κουίρ θεωρία, όταν προσπαθείς να εξαλείψεις την καταπίεση.

Ένα ακόμη σημείο του βιβλίου που πιθανόν θα προκαλέσει αντιδράσεις στο ελληνικό ΛΟΑΤΚΙΑ+ κίνημα είναι η μαρξιστική επιχειρηματολόγηση της Σέρι ότι η καταπίεση με βάση το φύλο και τη σεξουαλικότητα έχει και υλική βάση. Αν έγραφε το βιβλίο κατευθείαν για το ελληνικό κοινό, υποθέτεις ότι θα έδινε λιγότερη έμφαση σε αυτό το σκέλος;

Η Γουλφ γράφει το βιβλίο της απευθυνόμενη στο αμερικανικό κοινό, άρα νιώθει την ανάγκη να απαντήσει σε ερωτήματα που αφορούν το αμερικανικό ΛΟΑΤΚΙΑ+ κίνημα και την εκεί αριστερά. Απευθύνεται σε μια αριστερά, που μετά από δεκαετίες ήττας και απογοήτευσης τώρα μόλις αρχίζει σιγά-σιγά να συνέρχεται. Την ίδια στιγμή το ΛΟΑΤΚΙΑ+ κίνημα στις ΗΠΑ έχει σαρωθεί από τις νεοφιλελεύθερες απόψεις, ενώ η θεωρία των πολιτικών ταυτότητας, που κυριάρχησε για μεγάλο διάστημα, οδήγησε σε κατακερματισμό των δυνάμεων του κινήματος και σε λογικές που δεν απαντούσαν στα βασικά υλικά προβλήματα που υφίστανται τα περισσότερα ΛΟΑΤΚΙΑ+ άτομα που ανήκουν στην εργατική τάξη. Γι’ αυτό και η συγγραφέας προσπαθεί να συνδέσει τον ΛΟΑΤΚΙΑ+ αγώνα με τους αγώνες και τις διεκδικήσεις της αριστεράς.  Στην Ελλάδα με ένα πολύ υψηλό επίπεδο ταξικής πάλης, ιδιαίτερα μετά το 2010, ορισμένα ζητήματα θεωρούνται σχεδόν αυτονόητα. Εδώ προβάλλει η ακριβώς αντίστροφη ανάγκη: να προσπαθήσεις να μπολιάσεις μια κατά βάση εργατοκεντρική αριστερά, με στοιχεία αντισεξισμού. Να δείξεις ότι πέρα από τη βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, υπάρχουν πτυχές στη ζωή των ανθρώπων που δεν μπορείς να αγνοήσεις, όταν ισχυρίζεσαι ότι παλεύεις για τη συνολική αλλαγή. Ότι μόνο μέσα από τη διεκδίκηση και αυτών μπορείς να φτάσεις σε μια πραγματικά χειραφετητική κοινωνία.

Οι υπερασπίστριες και υπερασπιστές της άποψης ότι τα ΛΟΑΤΚΙΑ+ μέλη των επαναστατικών μαρξιστικών οργανώσεων είναι προτιμότερο να μην επικεντρώνουν τη δράση τους στο ΛΟΑΤΚΙΑ+ κίνημα, αλλά στο ευρύτερο ταξικό κίνημα, θα δικαιωθούν διαβάζοντας το βιβλίο;

Δεν πρόκειται περί δικαίωσης ή μη. Εάν κάτι έχει να δείξει αυτό το βιβλίο είναι ότι οι αγώνες δεν διαχωρίζονται με στεγανά.  Μια παρέμβαση στο ΛΟΑΤΚΙΑ+ κίνημα που δεν συνδέεται με τον ευρύτερο αγώνα που δίνεται για υπεράσπιση εργατικών και άλλων δικαιωμάτων δεν θα πάει και πολύ μακριά. Και αντιστρόφως όμως, εάν μια επαναστατική μαρξιστική οργάνωση δεν επιλέγει να παρεμβαίνει συστηματικά στα επιμέρους κινήματα, όπως το ΛΟΑΤΚΙΑ+, χάνει τον πλούτο των ιδιαίτερων αναγκών και διεκδικήσεων μειονοτικών ομάδων. Δεν μπορείς να μιλάς για συνολική ανθρώπινη χειραφέτηση, χωρίς να δουλεύεις επίμονα και μεθοδικά στο πεδίο της σεξουαλικής χειραφέτησης.

Μεγάλη συζήτηση έχει γίνει  στο ΛΟΑΤΚΙΑ+ κίνημα κυρίως της Θεσσαλονίκης για τις χρηματοδοτήσεις κάποιων Pride και ΛΟΑΤΚΙΑ+ ομάδων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, πρεσβείες, προξενεία και επιχειρήσεις. Βρίσκεις αναλογίες με περιπτώσεις στις ΗΠΑ που αναλύει η συγγραφέας;

Αυτό ήταν από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου. Διαβάζοντάς το ήταν σα να βλέπεις να ξετυλίγεται από την αρχή το κουβάρι με την προσπάθεια του συστήματος να «εξαγοράσει» ό,τι δεν μπορεί να θέσει υπό τον έλεγχό του. Ο καπιταλισμός έχει ένα εκπληκτικό ένστικτο επιβίωσης: μια μοναδική ικανότητα να ενσωματώνει ό,τι νιώθει ότι τον απειλεί. Η επαναστατική διάθεση όλων αυτών που συμμετείχαν ενεργά στη διαμόρφωση του ΛΟΑΤΚΙΑ+ κινήματος στις ΗΠΑ «παραήταν» επικίνδυνη. Πόσο μάλλον που τότε βρισκόμασταν στις εκρηκτικές δεκαετίες ’60 και ’70 με ένα κίνημα συνολικής αμφισβήτησης να σαρώνει τους δρόμους. «Έπρεπε», λοιπόν, να κατασταλεί. Με κάθε τρόπο. Γι’ αυτό και η προσέγγιση και η σταδιακή απορρόφηση από το Δημοκρατικό κόμμα, με όλα όσα -αρνητικά- ακολούθησαν. Οι συστάσεις για μια πιο «ήπια» και μετριοπαθή πολιτική, το χαμήλωμα του πήχη στις διεκδικήσεις μέχρι να «ωριμάσει» η «ανέτοιμη» αμερικανική κοινωνία, η υπόκλιση στις απαιτήσεις της αγοράς, το «ροζ ξέπλυμα» βαθιά εκμεταλλευτικών εταιρειών ή της αμερικανικής κυβέρνησης που πετώντας δικαιωματικά ψίχουλα στη ΛΟΑΤΚΙΑ+ κοινότητα των ΗΠΑ μπορούσε ανενόχλητη να συνεχίζει την καταπάτηση δικαιωμάτων τόσο μέσα στην αμερικανική κοινωνία όσο και διεθνώς.

Μιας και η συνέντευξη φιλοξενείται στο Φύλο Συκής, διέκρινες ότι το βιβλίο συμβάλλει και στη συζήτηση για το φεμινισμό γενικότερα;

Η Γουλφ στα πρώτα κεφάλαια αναζητώντας τις ρίζες της καταπίεσης των ΛΟΑΤΚΙΑ+ ανθρώπων καταλήγει σε διαπιστώσεις που αφορούν με την ίδια ένταση και τη γυναικεία καταπίεση. Ο τρόπος, δηλαδή, με τον οποίο διαμορφώθηκε στο πέρασμα του χρόνου η πυρηνική πατριαρχική οικογένεια και κυρίως οι ανάγκες που εξυπηρετούσε κάτι τέτοιο, δίνουν μια ικανοποιητική απάντηση για τη θέση που επιφυλάσσουν ακόμα και σήμερα οι κοινωνίες, παρά τα όποια θετικά προχωρήματα έχουν γίνει ως αποτέλεσμα των αγώνων που έδωσε το φεμινιστικό κίνημα. Έχουν κατακτηθεί μια σειρά από δικαιώματα, αλλά για παράδειγμα η κουλτούρα του βιασμού καλά κρατεί. Η «αστυνόμευση» του σώματος των γυναικών παραμένει μια πραγματικότητα. Η λεκτική και η ψυχολογική βία είναι πολύ ηχηρές για να αποσιωπηθούν. Ωστόσο, η διεκδίκηση δικαιωμάτων μέσα από τις τάξεις του φεμινιστικού κινήματος έχει έναν περιορισμένο ορίζοντα. Και εδώ βρίσκω την αναλογία με το ΛΟΑΤΚΙΑ+ κίνημα: Οι διεκδικήσεις τους συμβάλλουν σημαντικά στη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας, στη σταδιακή αλλαγή των συνειδήσεων, στο ανέβασμα του επιπέδου και της ωριμότητας των αγωνιστριών και αγωνιστών που παρεμβαίνουν. Είναι όμως μόνο το πρώτο βήμα σε μια μακρά πορεία συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, που πρέπει να δεθεί με τις διεκδικήσεις όλων όσων υφίστανται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το «βαρύ χέρι» του συστήματος. Και τελικά με αυτό που για μένα παραμένει το υποκείμενο της επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας: τις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης.

Άφησα για το τέλος μια κάπως πιο προσωπική ερώτηση, σε σχέση με την εμπειρία που έχεις αποκομίσει με τη συμμετοχή σου στη HOMOphonia από την πρώτη της κιόλας συνέλευση, ύστερα στην ομάδα Sylvia Rivera, τώρα και στην Πρωτοβουλία για ένα αυτο-οργανωμένο Thessaloniki Pride. Κρίνεις ότι είναι υπαρκτή η ανάγκη για τη διοργάνωση ενός αυτο-οργανωμένου Pride στη Θεσσαλονίκη; Αν όντως διοργανωθεί το 1ο αυτο-οργανωμένο Thessaloniki Pride το φθινόπωρο, δε θα εκληφτεί από αρκετό κόσμο ως διασπαστική κίνηση;

Η δημιουργία της συλλογικότητας Sylvia Rivera ήρθε να απαντήσει σε ένα έλλειμμα που διαπιστώσαμε κάποιες και κάποιοι στο ΛΟΑΤΚΙΑ+ κίνημα της πόλης. Ήταν η προσπάθεια να υπάρξει μια ομάδα αγωνιστριών και αγωνιστών που νιώθαμε ότι δεν καλυπτόμασταν από τις δύο οργανωτικές ομάδες του Thessaloniki Pride. Δεν καλυπτόμασταν από τον έντονα νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα της μιας ομάδας, που αντιμετωπίζει το Pride ως προϊόν μιας εξειδικευμένης αγοράς. Επίσης, θεωρούσαμε αδιανόητο να μην υπάρχουν ανοιχτές συνελεύσεις με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, όπου η καθεμιά και ο καθένας θα μπορεί να εκφράζει ελεύθερα τη γνώμη του/της. Ή μας εξόργιζε το γεγονός ότι η διεκδίκηση δικαιωμάτων θα μπορούσε ποτέ να έχει ως χορηγούς προξενεία ή θεσμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Ανοιχτή Πρωτοβουλία για ένα Αυτό-οργανωμένο Thessaloniki Pride ήρθε ως συνέχεια για όλες και όλους που επιμένουμε ότι η διεκδίκηση δικαιωμάτων και η διεξαγωγή ενός Pride πρέπει να είναι θέμα των ΛΟΑΤΚΙΑ+ ανθρώπων και όσων θέλουν να σταθούν αλληλέγγυοι/ες. Δεν είναι ζήτημα λίγων, που θα κληθούν να πάρουν αποφάσεις για πολλούς. Θέσαμε εξαρχής τρεις βασικούς άξονες και προσπαθούμε έκτοτε να τους υπηρετήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε: αυτό-οργάνωση, αυτοχρηματοδότηση (ακριβώς για να αποφύγουμε τον σκόπελο της εξάρτησης και της απονεύρωσης της δυναμικής μας), διεύρυνση των θεματικών, οι οποίες σήμερα απουσιάζουν από τα Pride: αμφί ταυτότητα, πολυσυντροφικές σχέσεις, ίντερσεξ, ηλικιωμένα ή ανάπηρα ΛΟΑΤΚΙΑ+ άτομα, πρόσφυγες, εργασιακά δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙΑ+ ανθρώπων. Πρόκειται για ζητήματα που στην ενθουσιαστική ατμόσφαιρα των Pride συνήθως «ξεχνιούνται». Κάποια από αυτά θα αποτελέσουν και τους βασικούς άξονες του Φεστιβάλ που ετοιμάζουμε το φθινόπωρο. Θα είναι η δική μας πρόταση για το πώς αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας ως συνεχιστές της εξέγερσης του Στόουνγουόλ.

Όσο για τον κίνδυνο του διασπαστικού σε σχέση με το εγχείρημα αυτό, χρειάζεται μια κάπως εκτενέστερη εξήγηση:

Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα έχει αποκρυσταλλωθεί μια βαθιά ταξική αντιπαλότητα: έχουν στοιχηθεί από τη μια όσοι κάνουν περιουσίες και καριέρα με τα μνημόνια και τη λιτότητα, από την άλλη τα θύματά τους, η πλειονότητα της κοινωνίας. Το είδαμε αυτό στην περίπτωση του δημοψηφίσματος και της πόλωσης ανάμεσα στους «μένουμε ευρώπη» και τον οργισμένο λαό του ΟΧΙ. Θα το ξαναδούμε άμεσα τις μέρες που έρχονται με την εφαρμογή των μνημονιακών μέτρων.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, δεν μπορεί ο ΛΟΑΤΚΙΑ+ κόσμος να στέκεται ανέγγιχτος από την κρίση κι αποτραβηγμένος στη δική του δικαιωματική γωνιά.  Οι ΛΟΑΤΚΙΑ+ άνθρωποι σπάνια μπορούν να δραπετεύσουν από την όλο και πιο αφόρητη πραγματικότητα: από την ανελευθερία της γειτονιάς, από την όλο και πιο επισφαλή και κακοπληρωμένη εργασία και τη γκρίζα καθημερινότητα. Ο μόνος τρόπος για να την αλλάξουν είναι να σταθούν στο πλάι όσων έχουν τα ίδια συμφέροντα απέναντι σε έναν κοινό εχθρό.

Παρατηρώ πως τίποτα από αυτά δεν συμμερίζονται οι άνθρωποι που έχουν αναλάβει να φέρουν σε πέρας το φετινό Pride στη Θεσσαλονίκη. Ακόμη και με το σύνθημα της φετινής διοργάνωσης, το «Αγαπάτε αλλήλ@»(!) δηλώνουν πόσο μακριά βρίσκονται από την πραγματικότητα της ταξικής πόλωσης. Πολύ λίγα πράγματα -νιώθω- μπορούν να γίνουν από κοινού με αυτούς τους ανθρώπους.

Ο διαχωρισμός στον ΛΟΑΤΚΙΑ+ κόσμο δεν είναι κάτι διαφορετικό από τον διαχωρισμό σε όλη την υπόλοιπη κοινωνία. Οι άνθρωποι «διαχωρίζονται» με φυσικό τρόπο από τη στιγμή που παλεύουν για διαφορετικά συμφέροντα και φυσικά και οι «Αγαπάτε αλλήλ@», διεκδικώντας την υποστήριξη από πρεσβείες ΗΠΑ ή λαμβάνοντας κονδύλια από Ε.Ε., έχουν διαλέξει μια χαρά το στρατόπεδό τους.

 

* Διαβάστε και τη βιβλιοπαρουσίαση της μεταφράστριας στην εφημερίδα Εργατική Αριστερά εδώ 

** Η Κική Σταματόγιαννη θα παρουσιάσει το βιβλίο στη Γεωπονική Σχολή Αθήνας την Παρασκευή 10 Ιουνίου στις 19:30, σε εκδήλωση που θα συντονίσει η Κατερίνα Σεργίδου στα πλαίσια της 10ης Αντιρατσιστικής Γιορτής. Περισσότερα εδώ

 

Σημειώσεις:

[1]   Λεσβίες, Ομοφυλοφιλοι, Αμφιφυλόφιλες/οι, Τρανς, Κουίρ, Ίντερσεξ, Ασέξουαλ

[2]   Ίντερσεξ είναι τα άτομα με μη καθορισμένο φύλο. Υπάρχουν περιπτώσεις που σε ένα ίντερσεξ άτομο συναντώνται και τα δύο εξωτερικά αναπαραγωγικά γεννητικά όργανα, από τα οποία το ένα είναι μερικώς ανεπτυγμένο. Υπάρχουν ακόμα και οι περιπτώσεις που ένα ίντερσεξ άτομο παρουσιάζει ανεπτυγμένη μια από τις δύο φυσιολογίες, ενώ παράλληλα εκκρίνει διαφορετικές ορμόνες. (οι πληροφορίες είναι από σχετικό άρθρο της Πρωτοβουλίας κατά της Ομοφοβίας Ξάνθης)

 

Share

Μουσουλμάνες στη Βόρεια Νιγηρία γράφουν ερωτικά μυθιστορήματα, ενίοτε ανατρεπτικά

Heart_08-2-805x450

του Γιάννη Κοντού

Οι περισσότερες και οι περισσότεροι τείνουμε να συνδέουμε τη Νιγηρία, και ιδίως το βόρειο τμήμα της, με την ισλαμική φονταμενταλιστική οργάνωση Boko Haram, η οποία ιδρύθηκε το 2002, έχει διακηρύξει την αφοσίωσή της στον ISIS και είναι ενεργή στη βορειονατολική Νιγηρία, το Νίγηρα, το Τσάντ και το βόρειο Καμερούν.

Στην ίδια περιοχή της Νιγηρίας, ωστόσο, και με επίκεντρο την πόλη Kano, παρατηρείται, παράλληλα, μια αξιοσημείωτη λογοτεχνική παραγωγή μυθιστορημάτων ερωτικού περιεχομένου, γραμμένων από Μουσουλμάνες. Οι συγγραφείς αυτές γράφουν στη γλώσσα Hausa, η οποία μιλιέται από 50 εκατομμύρια άτομα, αλλά η δουλειά τους σπάνια βγαίνει από τα σύνορα της συγκεκριμένης γεωγραφικής ζώνης. Οι γυναίκες αυτές, οι ζωές τους, οι φιλοδοξίες τους και οι δουλειές τους αποτελούν τα θέματα του φωτογραφικού λευκώματος-βιβλίου της πολυβραβευμένης Αμερικανίδας φωτογράφου Glenna Gordon Diagram of the Heart, το οποίο κυκλοφόρησε στις 11 Φεβρουαρίου από τις Red Hook Editions.«Οι συγγραφείς συγκρούονται με τους ισλαμιστές λογοκριτές και πουλάνε τα βιβλία τους σε μερικές από τις ίδιες αγορές που γίνονται στόχος από τους βομβιστές αυτοκτονίας της Boko Haram. Τα βιβλία αναφέρονται στην αγάπη και το γάμο. Κάποια είναι ανατρεπτικά και μιλάνε άφοβα ενάντια στο trafficking και το γάμο παιδιών, ενώ άλλα είναι υποτακτικά, συμβουλεύοντας τις γυναίκες πώς να ικανοποιούν τους συζύγους τους κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, προσφέροντας φαντασιώσεις απόδρασης, και ιστορίες του φτωχού κοριτσιού που συναντά τον πλούσιο άντρα. Οδηγούμενο από τα θέματα αυτών των μυθιστορημάτων, το Diagram of the Heart εξερευνά το ειδύλλιο, την παράδοση, την αγάπη και την απώλεια των ζωών των γυναικών στη Βόρεια Νιγηρία», εξηγεί η Glenna Gordon στο προσωπικό της site.

Περισσότερες πληροφορίες για την φωτογράφο, η οποία από το 2006 δουλεύει στην Αφρική, και το εν λόγω βιβλίο μπορείτε να αναζητήσετε στα http://glennagordon.com/ και http://prisonphotography.org/2016/02/03/the-muslim-women-who-write-romance-novels-in-northern-nigeria-subversively/

Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν την ανάρτηση, όπου ως επί το πλείστον απεικονίζονται ορισμένες από τις συγγραφείς, προέρχονται από αυτό.

Πηγή: hitandrun

Heart_11-1

Heart_02-2

Heart_35-1

Heart_06-2

Heart_22-1

Heart_31-1-1

Heart_28-1

Heart_04-2

diagram01

 

Share

To queer comic έχει και συνέχεια!

steve

της Γεωργίας Μανώλη και της Άννας Σιγαλού

Στο περασμένο Athens comicdom εκτός από την Smar γνωρίσαμε και τα σχέδια του Steve. Και κάπως έτσι προέκυψε μια χειμαρρώδης και ενδιαφέρουσα συζήτηση μαζί του! O Steve έχει γεννηθεί στην Αθήνα την περίοδο που εκδόθηκαν τα Linux και άρχισε να γιορτάζεται η απελευθέρωση της Λευκορωσίας, δηλαδή το 1991. Από μικρός διάβαζε Αστερίξ, Ντόναλντ και Σκρουτζ και άλλα κλασσικά. Άρχισε να ζωγραφίζει από πιτσιρίκι λοιπόν γιατί ήθελε να κάνει τον κόσμο να γελάει. Έτσι σπούδασε στην Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών Ορνεράκη σχέδιο και κόμικ το 2009-2013. Ασχολείται εκτός από το κόμικς, τη γραφιστική και την εικονογράφηση και με το τατουάζ. Πολλές ιστορίες για τα χιουμοριστικά σκιτσάκια του τις εμπνέεται από τη γιαγιά του! Περισσότερες πληροφορίες για τα σχέδια και το έργο του Steve αλλά και για επικοινωνία μαζί του θα βρείτε εδώ.

Πότε και πώς ξεκίνησες τα φανζινάκια;

Ξεκίνησα το 2013, είχα κυκλοφορήσει ένα χιουμοριστικό -που το συνεχίζω ακόμα και μάλιστα τώρα βγάζω το 4ο τεύχος, το «Ιδιοτρόπιο»- ένα sketchbook κι ένα queer φανζινάκι που μου ‘χαν πει τότε ότι δεν είχε ξαναβγεί κάτι τέτοιο στην Ελλάδα.

Το 2014 συνέχισα τα φανζίν κι έβγαλα τον «Αμφιλάτρη», ένα queer παραμυθάκι που σκόπευα να βγάλω ως graphic novel. Τελικά βγήκε με κάποιες εικόνες αλλά ήθελε όμως πολύ δουλειά για να βγει πιο ολοκληρωμένο, γιατί αρχικά θέλαμε να το βγάλουμε με μια φίλη μου ως διπλό: από τη μια πλευρά να είναι ο αμφιλάτρης κι από την άλλη μια ιστορία με πριγκίπισσες, όπου μια τρανς πριγκίπισσα ερωτεύεται μια λεσβία κλέφτρα.

Φέτος έβγαλα 4 φανζίνς (το ρεκόρ μου!): «Ιδιοτρόπιο», «Σκιτσούχτρα», «101 λόγοι για να μην αυτοκτονήσεις» και «Συγγνώμη queerie ποιος είστε;» το οποίο το ξανατύπωσα γιατί είχε κάποια λαθάκια μέσα, ψάχτηκα λίγο περισσότερο μετά την πρώτη έκδοση και το ξανάβγαλα βελτιωμένο.

Ρίχνω αρκετή δουλεία κυρίως για πλάκα, αλλά αξίζει. Σε ένα comicdom είχε έρθει μια κοπέλα και είδε το «Ιδιοτρόπιο» κι ενθουσιάστηκε κι αυτό ήταν τεράστια αμοιβή!

Ήσουν στην Αγγλία μέχρι πρόσφατα, τί έκανες εκεί;

Ήμουν για 2 μήνες αλλά χρειάστηκε να γυρίσω λόγω κάποιων δυσκολιών. Έψαχνα για δουλειά στην εικονογράφηση αλλά δυστυχώς είναι δύσκολη αγορά. Εκεί υπάρχει βέβαια περισσότερη ζήτηση και πληρώνουν καλύτερα σε σχέση με την Ελλάδα, εδώ πολλές φορές δεν πληρώνουν καθόλου. Εκεί όμως ζητάνε πολύ περισσότερα πράγματα: εμπειρία, πτυχία. Υπήρχαν πρακτικές δυσκολίες αλλά ήταν μια εμπειρία, ίσως ξαναφύγω στο μέλλον.

Steve_granma

Έχεις σκεφτεί να διδάξεις σχέδιο;

Σε σχολή δεν ξέρω αν μπορώ και δεν ξέρω αν νιώθω κι έτοιμος, δίδασκα όμως πέρυσι σε παιδιά δημοτικού σε ένα πρόγραμμα του δήμου και περνάγαμε πολύ καλά, τα αγαπούσα κιόλας, μάλιστα υπήρξε κι ένας πιτσιρικάς που ήθελε να κάνει κόμικς.

Τώρα μαθαίνω να χτυπάω τατουάζ. Δεν είναι ακριβώς αυτό με το οποίο σκόπευα ν ασχοληθώ αλλά μ αρέσει, έχει δουλειά και γνωρίζεις κι ενδιαφέροντα κόσμο, με ικανοποιεί αρκετά σαν προοπτική. Έχει πολύ ζήτηση και μπορείς να το κάνεις και να πληρώνεσαι που είναι καλό γιατί αυτή τη στιγμή επιβιώνω απ’ αυτά που πουλάω στο internet, ότι βγάλω από φανζίνς και από κάτι μπλουζάδικα με τα οποία συνεργάζομαι φτιάχνοντας στάμπες.

Στον χώρο των κόμικς πιστεύεις ότι ίσως έχεις μεγαλύτερη αποδοχή ως τρανς σε σχέση με άλλους επαγγελματικούς χώρους;

Μέχρι τώρα δεν έχω βιώσει κάτι ιδιαίτερα αρνητικό, ο καλλιτεχνικός χώρος είναι όντως πιο δεκτικός από άλλα επαγγέλματα. Όταν συστηνόμουν παλιότερα στον χώρο των κόμικς –προ μετάβασης- υπήρχαν κάποια άτομα που ρωτάγανε «α Steve, γιατί;» αλλά σε άλλους χώρους με απορρίπτανε εντελώς. Πέρα απ’ αυτά βέβαια δεν έχω δει κάτι ιδιαίτερα αρνητικό.

Πες μας δύο λόγια για την queer κόμικ σκηνή στην Ελλάδα, έχει απήχηση στον κόσμο; Η συζήτηση και έκθεση σε νέες καταστάσεις περνάει στην υπόλοιπη κοινωνία μέσω των κόμικς;

Κάποιος κόσμος εκτός queer κοινότητας έχει μια κάποια επαφή μέσω των κόμικς, πχ με το «Μαλάκα λεσβίες!», αν και δεν υπάρχουν και πολλά. Τα δικά μου απευθύνονται πιο πολύ μάλλον στην queer κοινότητα, αν και υπήρξε κόσμος που τα διάβασε και μου είπε μετά ότι σκέφτηκε κάτι παραπάνω. Διαβάζοντας τα η συμπεριφορά κάποιων άλλαξε, άρα θα ίσως και να συνεισφέρουν κάτι τα κόμικς. Νομίζω πως όταν αντιμετωπίζεις κάτι με χιούμορ είναι πιο εύκολο να απευθυνθείς στον κόσμο. Πολλοί κατηγορούν τις μειονότητες ότι είναι πάντα θυμωμένες και χρησιμοποιούν αυτόν τον θυμό σαν δικαιολογία για να μην τις ακούνε πολύ σοβαρά. Όταν βγάζεις κάτι με χιούμορ πολύς κόσμος θα το ακούσει πιο εύκολα, δυστυχώς είναι πιο εύκολο να πιάσεις κόσμο έτσι.

Βλέπεις δηλαδή την δουλειά σου σαν εργαλείο για να φέρεις σε επαφή έναν παραέξω κόσμο με αυτά τα θέματα;

Σίγουρα γιατί χρειάζεται κιόλας, ειδικά σε χώρες σαν την Ελλάδα όπου υπάρχουν ελάχιστες ελευθερίες, όπου πρέπει να στειρωθείς για να μπορέσεις ν αλλάξεις το όνομα σου. Εδώ το κράτος ορίζει το φύλο σου βάσει των γεννητικών σου οργάνων. Αν μια γυναίκα χρειαστεί να βγάλει τις ωοθήκες της, αποκτά το δικαίωμα να αλλάξει επίσημα φύλο, ενώ όσοι ζούνε χρόνια ως άντρες και δεν έχουν προχωρήσει σε χειρουργείο δεν το έχουν. Είναι σωστό να έχεις τη δυνατότητα να κάνεις χειρουργείο αλλά δεν θα πρέπει να είναι υποχρεωτικό.

steve_tumblr

Κάποιο σχόλιο όσον αφορά την πολιτική ορθότητα και τα κόμικς ή γενικά την pop κουλτούρα;

Είμαστε σε έναν κόσμο ο οποίος ορίζεται από τη διαφορετικότητα του και απαρτίζεται από διαφορετικά άτομα και έτσι στα έργα μας βάζουμε έναν πραγματικό κόσμο αντίστοιχα. Δεν μπορείς να πεις ότι είναι πολιτική ορθότητα το να βάζεις μαύρους σε μια αμερικάνικη πόλη επειδή όντως υπάρχουν μαύροι άνθρωποι σε μια αμερικάνικη πόλη! Γενικά όμως σήμερα που στα υπερ-ηρωικά κόμικς επικρατεί το white-sausage fest  δεν είναι καθόλου κακό να υπάρχει περισσότερη διαφορετικότητα.

Και η εκπροσώπηση queer χαρακτήρων στα κόμικς ή αλλού;

Μου αρέσουν οι δημιουργοί που ακούν το κοινό τους. Για παράδειγμα, οι δημιουργοί του video-game Dragon Age, το οποίο μάλιστα ξεκίνησε με bisexual χαρακτήρες, ανταποκρίθηκαν στο αίτημα του κοινού για trans χαρακτήρα. Δεν είναι θέμα λοιπόν πολιτικής ορθότητας. Όταν στα 24 μου έφτασα να δω έναν χαρακτήρα σαν εμένα σε κάποιο media έβαλα τα κλάματα! Και μάλιστα έναν χαρακτήρα που δεν είναι π.χ. tragedy porn ή τόσο δυστυχισμένος που είναι queer ή πεθαίνει τραγικά στο τέλος! Όταν έχεις ένα κοινό και αποφασίζεις ότι άτομα όλων των ιδιοτήτων, σωμάτων και χρωμάτων πρέπει να δουν το εαυτό τους κάπου και το κάνεις αυτό πραγματικά δεν έχεις να χάσεις τίποτα. Δηλαδή το να αλλάξεις ένα λευκό cis-straight άνδρα και να το βάλεις κάτι άλλο οι λευκοί cis-straight άνδρες δεν χάνουν τίποτα σε εκπροσώπηση αφού οι μισοί χαρακτήρες στα media είναι σαν αυτούς! Το να βάλεις λοιπόν χαρακτήρες από μειονότητα θα κάνει κάποια παιδιά λοιπόν να νιώσουν καλύτερα. Γιατί αλλιώς αναγκάζουν τους ανθρώπους μειονοτήτων να  μας λένε ότι δεν είστε αρκετά καλοί ή ενδιαφέροντες για να είστε πρωταγωνιστές! Και εκεί είναι το πρόβλημα μου με την πολιτική ορθότητα, είναι σαν να μου κάνουν τη χάρη να σε βάλουμε και σένα κάπου, δεν θέλω όμως να μου κάνουν καμία χάρη! Θέλω να με αντιμετωπίζεις σαν ολοκληρωμένο άτομο!

Skitsouxtra

Ένιωσες ότι πρέπει να υιοθετήσεις κάποιες μάτσο συμπεριφορές προκειμένου να υλοποιήσεις καλύτερα τον ρόλο του άντρα; Θυμάσαι τον σεξισμό που βίωνες πριν την μετάβαση;

Ξέρω άτομα που νιώθουν την ανάγκη να είναι σεξιστές, ομοφοβικοί, που πουλάνε ένα πολύ μάτσο στυλ, υπάρχουν συγκεκριμένες προσδοκίες ανάλογα με το φύλο. Κατά τη μετάβαση οι προσδοκίες αλλάζουν, τελικά όμως σου αρέσουν αυτά που σου άρεσαν και πριν. Θεωρώ ότι σε μια ιδανική κοινωνία δεν θα ταυτιζόμουν με κάποιο συγκεκριμένο φύλο, αλλά σ αυτήν την κοινωνία ταυτίζομαι πιο άνετα με το αντρικό.

Ωστόσο για κάποιο και μεγάλο κομμάτι της ζωής σου οι άλλοι σε αντιμετώπιζαν ως κορίτσι-πλέον ζεις ως trans άνδρας. Ποιες οι διαφορές και αν υπάρχουν στο πώς σε αντιμετωπίζουν οι άλλοι;

Όταν ζούσα στην Αγγλία σε κάποια δουλειά  για πρώτη φορά με αντιμετώπισαν σαν cis-άνδρα συνάδελφοι  οι οποίοι δεν ήξεραν ότι είμαι trans. Είναι πολύ περίεργο πώς φέρονται οι cis-άνδρες μεταξύ τους. Παρόμοιες διαφορές βλέπω όταν στην Ελλάδα μπαίνω σε ταξί! Όταν λοιπόν ήμουν μια κοπέλα στο ταξί ο οδηγός με ρώταγε «Τι κάνεις κοπελιά; Σπουδάζεις; Α με τα καλλιτεχνικά ασχολείσαι;». Τώρα οι πολιτικές συζητήσεις πάνε αβέρτα! Ούτε κοινωνικό πείραμα να είχα κάνει! Πρέπει να σας πω επίσης ότι αυτό που δεν μου έχει λείψει καθόλου είναι το σφύριγμα στο δρόμο! Ή παλιότερα π.χ. είχα ακούσει άπειρες φορές «εσείς οι γυναίκες» το οποίο δεν ακούω πια. Είναι ταυτόχρονα ικανοποιητικό και εκνευριστικό αφού δεν χρειάζεται πια να απαντάω σε όλους αυτούς τους μαλάκες αλλά από την άλλη ναι είναι εκνευριστικό γιατί νιώθω πια στο πετσί μου πόσο διαφορετική είναι η αντιμετώπιση του μέσου κόσμου. Με βολεύει που δεν είμαι αντικείμενο σεξισμού αλλά συνειδητοποιώ ωστόσο πολύ έντονα ότι ήμουν μέχρι πρόσφατα το αντικείμενο σεξισμού!!!

Έχεις κάποια ακτιβιστική δράση; Είσαι π.χ. σε κάποια ομάδα; Στο ΣΥΔ; Κάποιο σχόλιο για τον τρανς ακτιβισμό;

Δεν μπορώ να πω ότι συμμετέχω στο ΣΥΔ. Παρακολουθώ τη δράση τους ωστόσο. Γενικά δεν είμαι ειδικός να σχολιάσω-πιο πολύ θα κράξω από το internet! Δυστυχώς υπάρχει πολύ bullying σε αυτό το θέμα, αφού trans γυναίκες δέχονται επιθέσεις πολύ περισσότερο από τους trans άνδρες και μέσα μάλιστα στο queer χώρο. Κάτι τέτοιο μάλιστα βλέπουμε και στο Pride. Δεν πήγα το ’15 γιατί ήμουν Αγγλία αλλά και εδώ να ήμουν δεν θα πήγαινα. Καθώς πρόπερσι υπήρξαν αρκετά τρανσφοβικά περιστατικά και μάλιστα από τους ίδιους τους οργανωτές. Το Pride θα έπρεπε να σταματήσει να πουλάει ότι είναι κάτι πολιτικό, είναι μια γιορτή, ένας χαβαλές ο οποίος καλά κάνει και υπάρχει. Δεν είμαι εναντίον του Pride αλλά υπάρχουν κοινότητες που δεν εμφανίζονται εκεί. Η μασκότ του ήταν ένας νέος θεογκόμενος cis-gay άνδρας. Δεν εμφανίζονται άλλα σώματα π.χ. χοντρά, trans, έγχρωμα! Μπορεί κάποια σώματα ή κάποιες σεξουαλικότητες να μη πουλάνε τόσο πολύ αλλά εγώ δεν θέλω να είμαι σε αυτό το Pride. Παρένθεση εδώ, όσον αφορά τα σώματα, έχω να πω ότι όλα τα σώματα, τα στυλ, τα ντυσίματα είναι θέμα καπιταλισμού και ορίζονται από κάποιους άλλους. Δεν είναι δυνατόν η 14χρονη κόρη γνωστού μου που είναι μπαλαρίνα να μου λέει ότι θέλει να χάσει βάρος! Και όταν τη ρωτάω γιατί θέλει να αδυνατίσει και άλλο να μην ξέρει να απαντήσει!

Τελικά πώς βλέπεις τον εαυτό σου επαγγελματικά σε δέκα χρόνια;

Δεν ξέρω και όχι επειδή δεν έχω εμπιστοσύνη στη δουλειά μου αλλά επειδή αλλάζω εύκολα προτιμήσεις. Μου αρέσει να μαθαίνω και να βρίσκω καινούργια ενδιαφέροντα. Ταυτόχρονα σχεδιάζω και γράφω και θα ήθελα να βγάλω μάλιστα ένα βιβλίο ή να ασχοληθώ κάποια στιγμή με το concept art! Απλά ελπίζω σε δέκα χρόνια να βγάζω προς τα ζην από τα καλλιτεχνικά, από όποιον κλάδο και αν είναι. Γενικά στόχος μου είναι να φτιάξω κάποια project τα οποία θα έχουν χαρακτήρες όλων ειδών μέσα, τα οποία θα είναι πολιτικοποιημένα χωρίς να είναι πολιτικά.

 

Διαβάστε ακόμα

Κι όμως υπάρχει queer comic στην Ελλάδα: “Μαλάκα Λεσβίες!”

 

Share

Η Πέπη Ρηγοπούλου γράφει για τα χρόνια της δικτατορίας

diktatoria

Απόσπασμα από το βιβλίο της αγωνίστριας του Πολυτεχνείου και καθηγήτριας Πανεπιστημίου Πέπης Ρηγοπούλου Θάλαμος ανανήψεως*

«Στα εφτά χρόνια της δικτατορίας ο λαός, ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος του, περιφρονούσε, απεχθανόταν, κορόιδευε αλλά και φοβόταν την Χούντα. Η Χούντα καλλιέργησε τον φόβο αυτόν με όλα τα μέσα που διέθετε, αλλά και οδήγησε τον λαό στην λησμονιά του θαυμαστού κόσμου της κατανάλωσης.

Έτσι ο κόσμος καταναλώνει αυτοκίνητα και τηλεοράσεις, το νέο μέσον που είχε μπει πρόσφατα στη ζωή του, επιδίδεται στον εσωτερικό ή και τον εξωτερικό τουρισμό, υιοθετεί όλο και πιο πολύ ως εθνικό ποτό το «ουισκάκι»: Όπως και τα χρόνια της καραμανλικής οκταετίας-και μάλιστα πολύ περισσότερο- η εφτάχρονη δικτατορία ήταν σε πείσμα πολλών αναλύσεων που ήθελαν τη χώρα να πεινά, μία περίοδος ευημερίας, πλην όμως επιτηρούμενης και σιδερόφραχτης,  και με το παρακτάτος να έχει γίνει η επίσημη ηγεσία της χώρας. Η κανονική και συχνά άνετη ζωή, που, τουλάχιστον στην επιφάνεια, ζούσαν τόσοι άνθρωποι, δεν διαταράσσονταν και πολύ από το γεγονός ότι κάποιες λίγες χιλιάδες άνθρωποι αντιστέκονταν, βασανίζονταν, φιλοξενούνταν στα ξερονήσια. Ενώ αρκετές χιλιάδες, αν όχι περισσότεροι Έλληνες, είχαν βρει ένα επάγγελμα με μέλλον: αυτό του χαφιέ.

Το πένθος για την απώλεια της δημοκρατίας δεν εμπόδιζε πολλές χιλιάδες λαού να γεμίζουν τα στάδια σε χουντικές γιορτές, παράτες και συγκεντρώσεις. Έστω κι αν κάποια πιτσιρίκια σκαρφάλωναν έξω από το Καλλιμάρμαρο στα δέντρα και γαύγισαν μιμούμενα τον τόνο της φωνής του δικτάτορα. Και είναι ένα από τα παράδοξα που βγάζουν άχρηστες πολλές κοινωνιολογικές αναλύσεις, το γεγονός ότι σε μεγάλο βαθμό αυτός ο λαός ήταν ο ίδιος που άλλες φορές κατέβηκε μαζικά στους δρόμους.

Την απόσταση αυτή ανάμεσα στην απώλεια που βιώναμε κάποιοι και στην κανονικότητα που ένιωθαν άλλοι, μπόρεσα γρήγορα να την διαπιστώσω και προσωπικά. Ανάμεσα μάλιστα και σε αυτούς τους άλλους, υπήρχαν και δικοί μου άνθρωποι.  Όπως ένα πραγματικά εξαιρετικό παιδί, ο πρώτος μου νεανικός έρωτας, που κάθε φορά που ξέσπαγα με οργή ή και με κλάματα εναντίον της δικτατορίας, με ρώταγε με μια ακαταμάχητη αθωότητα: «Μα τι έχεις επιτέλους; Τι σε νοιάζει τι κάνουν αυτοί; Εμείς δεν είμαστε καλά;»

Ένα πράγμα που ένιωθα αλλά δεν μπορούσα να ονομάσω εκείνα τα χρόνια είναι ότι κάποια βαθιά πράγματα της ζωής μας, που δεν είναι πάντα και τα καλύτερα, και που μπορεί να τα ονομάζουμε και λαϊκά ήθη, παράδοση, δεν αλλάζουν αυτόματα εξαιτίας των πολιτικών γεγονότων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αλλαγές στη ζωή μας στα χρόνια της δικτατορίας δεν υπήρξαν μεγάλες. Ηταν όμως συχνά πολύ λίγο ορατές, ίσως γιατί συνέβαιναν στο περιθώριο αυτού που ονομάζουμε πολιτικό. Στα χρόνια της χούντας, που εδώ συνέχισε τα έργα του καραμανλισμού, άλλαξε σε καθοριστικό βαθμό ο,τι είχε απομείνει από την φυσιογνωμία της πόλης μου, της Αθήνας. Η αύξηση του συντελεστή δόμησης έβαζε σταθερά τις βάσεις για την σημερινή κατάσταση.  Όχι απλή αντιπαροχή, που την είχε ήδη παραμορφώσει, αλλά ενισχυμένη. Οι «πύργοι των Αθηνών» που ακύρωσαν τους οπτικούς άξονες του αθηναϊκού τοπίου, η μετάλλαξη των κεντρικών και όχι μόνον περιοχών του Πειραιά, η αρχή της καταστροφής της ελληνικής γεωργίας, το ενδημικό κιτς και η ηθική αφασία της τηλεόρασης, είναι λίγα μόνο δείγματα αυτής της αλλαγής που παρέμεινε. Γιατί φαινόταν να εκδηλώνεται μέσα από αντικειμενικά γεγονότα και μάλιστα συνδεδεμένα με τα βήματα της προόδου, έννοιας θελκτικής ανεξαρτήτως ιδεολογίας.

Το χειρότερο ωστόσο είναι αυτό που συνέβη όχι στα κτίρια και τους δρόμους, αλλά στους κατοίκους της Αθήνας και των άλλων πόλεων: το σπάσιμο των ισχυρών ανθρώπινων δεσμών. Το μείγμα αυτό αμοιβαίας καταπίεσης μέσα σε κάθε γειτονιά, οικογένεια, αλλά και θερμού ενδιαφέροντος και αλληλεγγύης, που είχαν σφυρηλατηθεί μέσα από παλαιότερες δοκιμασίες του τόπου και επιβεβαιώθηκαν καθολικά από στην Κατοχή με την Αντίσταση χωρίς να μπορέσει να τους διαλύσει ούτε η φρίκη του Εμφυλίου.

Δεν είναι μόνο ότι οι άνθρωποι δεν ήξεραν ποιος είναι αυτός που χτυπά την πόρτα τους στις τέσσερις το πρωί. Είναι πως, αντίθετα με ο,τι γινόταν πριν την Χούντα, όταν άκουγαν να χτυπά η διπλανή πόρτα, πολλοί έκαναν πως δεν το ακούν. Ήταν από φόβο μην μολυνθούν και οι ίδιοι.

Ήταν όλοι οι άνθρωποι έτσι; Μια νύχτα κατάλαβα ότι κάπου υπήρχαν και οι άλλοι. Ένα βουητό ακούστηκε, από τη μεριά της σχολής Ευελπίδων, κάτι σαν κεραυνός, κάνοντας τα τζάμια να τρίξουν. Το πρωί μάθαμε. Κάποιοι είχαν βάλει βόμβα που ανατίναξε ένα στρατιωτικό φορτηγό Τζέιμς. Άργησα να μάθω ποιοί ήταν αυτοί οι κάποιοι, που μου έδωσαν μια ελπίδα πως η δικτατορία δεν ήταν παντοδύναμη. Και δεν μπορώ να πω τι θα έκανα, αν κάποιος από αυτούς, που αργότερα είδα τις φωτογραφίες στη δίκη τους, χτυπούσε την πόρτα μου. Εννοείται ότι αυτές οι πράξεις, ούτε εκείνες οι πιο μαζικές που ακολούθησαν, θα είχαν γίνει, αν κάποιοι δεν είχαν για λίγες μέρες, ώρες ή στιγμές ξεπεράσει τον φόβο.

Το ερώτημα ωστόσο παραμένει: τι είναι αυτό που μετρά στην ψυχή του καθενός μας, οι ώρες της εξέγερσης ή αυτές της υποταγής;»

* εκδόσεις Ταξιδευτής 

Πηγή: hitandrun

pepi_rigopoulou

 

 

Share

Νόμπελ Λογοτεχνίας 2015: Σβετλάνα Αλεξίεβιτς

σβετλανα

Η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς  από τη Λευκορωσία είναι η κάτοχος του Νόμπελ Λογοτεχνίας 2015. Δημοσιογραφούσε στο Μινσκ και ήταν πάντα μια διανοούμενη μαχητική, πολυφωνική και καταγγελτική του ολοκληρωτισμού, αυτά ήταν και τα στοιχεία που σύμφωνα με την Σουηδική Ακαδημία έκριναν τη βράβευσή της.

Το στίγμα της το έδωσε κάποτε σε μια ομιλία της: “Αν κοιτάξουμε πίσω στο σύνολο της ιστορίας, τόσο της σοβιετικής όσο και της μετα-σοβιετικής περιόδου θα δούμε ένα τεράστιο τάφο και ένα λουτρό αίματος. Ένας αιώνιος “διάλογος” μεταξύ  δημίων και των θυμάτων. Το καταραμένο ερώτημα παραμένει: τι πρέπει να γίνει και ποιος φταίει. Η επανάσταση, τα γκουλάγκ, o  Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η σοβιετική ανάμιξη στον αφγανικό πόλεμο, ένα σωρό πράγματα κρύβονται από τους ανθρώπους, η πτώση της μεγάλης αυτοκρατορίας, η πτώση του γίγαντα σοσιαλισμού, η γη-ουτοπία, και τώρα μια πρόκληση με κοσμικές διαστάσεις – Τσερνομπίλ. Αυτή είναι μια πρόκληση για όλα τα έμβια όντα στη γη. Αυτή είναι η ιστορία μας. Και αυτό είναι το θέμα των βιβλίων μου, αυτό είναι το μονοπάτι μου, οι  κύκλοι της κόλασης, από άνθρωπο σε άνθρωπο”.

Η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς γεννήθηκε το 1948 στο Ivano-Frankovsk της Ουκρανίας και μεγάλωσε στη Λευκορωσία. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος, ενώ έγραψε διηγήματα, θεατρικά έργα, σενάρια για ντοκιμαντέρ. Το κύριο έργο της, όμως, είναι τα βιβλία μαρτυριών που συγγράφει, προσδίδοντας νέα διάσταση στο γραμματολογικό είδος της λεγόμενης τεκμηριωτικής πεζογραφίας.

Το πρώτο της βιβλίο, “Ο πόλεμος δεν έχει πρόσωπο γυναίκας”(1985), περιέχει μαρτυρίες γυναικών που πολέμησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε το βιβλίο της “Τελευταίοι Μάρτυρες”, στο οποίο ενήλικοι ανακαλούν τις παιδικές τους αναμνήσεις από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το 1989, η Αλεξίεβιτς αποκάλυψε με το βιβλίο της “Οι Μολυβένιοι Στρατιώτες” τη σκληρή αλήθεια για τον δεκαετή “άγνωστο” πόλεμο των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν. Η έκδοση, απαγορευμένη επί πολλά χρόνια, προκάλεσε οξύτατες αντιδράσεις τόσο από στρατιωτικούς κύκλους όσο και από εκπροσώπους του παλαιού καθεστώτος, οι οποίες μάλιστα κατέληξαν σε δικαστική δίωξη της συγγραφέως. Το 1993 η Αλεξίεβιτς εξέδωσε το βιβλίο της “Γοητευμένοι από τον θάνατο”, με θέμα τις αυτοκτονίες που σημειώθηκαν στην πρώην ΕΣΣΔ μετά την πτώση του κομμουνισμού, ενώ το 1996 κυκλοφόρησε το βιβλίο της “Τσερνόμπιλ – Ένα χρονικό του μέλλοντος”, που περιλαμβάνει μαρτυρίες για το πυρηνικό ατύχημα του 1986, τις οποίες συνέλεξε η συγγραφεύς περιπλανώμενη επί δύο χρόνια στην Απαγορευμένη Ζώνη, με κίνδυνο της υγείας της και της ζωής της. Τα βιβλία της κυκλοφορούν μεταφρασμένα σε δεκάδες χώρες, όχι όμως και στην πατρίδα της, όπου η ίδια είναι στιγματισμένη ως αντικαθεστωτική. Από τον Οκτώβριο του 2000 ζει κάποιες περιόδους στην Ποντεντέρα, πόλη-άσυλο λογοτεχνών στην Τοσκάνη. Τα περισσότερα από τα βιβλία της διασκευάστηκαν για το θέατρο, τον κινηματογράφο ή την τηλεόραση ενώ η ίδια τιμήθηκε για τα έργα της με πλήθος διεθνών διακρίσεων, μεταξύ των οποίων το βραβείο της Ένωσης Συγγραφέων Σουηδίας, το βραβείο Αντρέι Σινιάφσκι, το ρωσικό βραβείο Θριάμβου, το Βραβείο Λειψίας “για αμοιβαία κατανόηση στην Ευρώπη -1998″, το γαλλικό Βραβείο “Μάρτυρας του Κόσμου – 1999″, το Βραβείο Χέρντερ και το Βραβείο Καλύτερου Πολιτικού Βιβλίου της Γερμανίας.

Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία της :

(2002)   Οι μολυβένιοι στρατιώτες, Σύγχρονοι Ορίζοντες

(2001)   Τσέρνομπιλ, Περίπλους

Η Σουηδική Ακαδημία έλαβε 259 προτάσεις για το φετεινό βραβείο και κατέληξε σε 198 υποψηφίους. Ανάμεσά τους είναι και 36 πρωοτεμφανιζόμενοι στην λίστα των υποψηφιοτήτων.

Πηγή: αναγνώστης

 

Διαβάστε ακόμα

Η δεξιοτέχνης του σύγχρονου διηγήματος Αλίς Μονρό κερδίζει το Νόμπελ λογοτεχνίας

Share

Κι όμως υπάρχει queer comic στην Ελλάδα: “Μαλάκα Λεσβίες!”

malaka-lesvies

της Γεωργίας Μανώλη και της Άννας Σιγαλού

Επισκεφθήκαμε το φεστιβάλ κόμικς (Athens comicdom) πριν λίγο καιρό και γνωρίσαμε τη δημιουργό του Μαλάκα Λεσβίες!, όπου είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε μαζί της. Ιδού λοιπόν:

Η Smar γεννήθηκε στην Αθήνα το Φλεβάρη του ’91. Έχει ίδια μέρα γενέθλια με τον Γαλιλαίο. Σπουδάζει πληροφορική. Σε ερώτηση μας αν θέλει να συνδυάσει σχέδιο, πληροφορική και γραφιστική απαντάει ότι πάνω απ’ όλα θέλει να κάνει κόμικς! Όταν ήταν μικρή διάβαζε Λούκι Λουκ και Σαΐνια όπως για παράδειγμα τη Ναταλία τη Φευγάτη! Αλλά και ό,τι ήταν χαριτωμένο, με χρώμα και σκιτσάκι όπως και τα κλασσικά Μίκυ Μάους, Ντόναλντ και άλλα. Δεν της αρέσουν οι σούπερ ήρωες και σούπερ ηρωίδες αλλά ούτε και οι super villains γιατί βαριέται τη βία και τη δράση!

Πριν το Μαλάκα Λεσβίες 1 είχε κάνει άλλη μια δουλειά στα αγγλικά στο ίντερνετ στο Smarmakescomics!. Για περισσότερες πληροφορίες, επικοινωνία και απόκτηση του Μαλάκα Λεσβίες 1 & 2 δείτε εδώ και εδώ

Πες μας λίγα λόγια για το πώς ξεκίνησες να ασχολείσαι με το κόμικ, το ήθελες πάντα;

Το ήθελα αλλά δεν το ήξερα! Πριν κάποια χρόνια ξεκίνησα να ασχολούμαι. Όταν ήμουν μικρή ήθελα να γίνω ζωγράφος και συγγραφέας και δασκάλα-άσχετο- και βασικά μου άρεσαν πάντα οι ιστορίες και να ζωγραφίζω. Όπως όλα τα παιδάκια ήθελαν να ζωγραφίζουν απλά εγώ δεν σταμάτησα!

Και η ιστορία και το σχέδιο με το Μαλάκα Λεσβίες! Πώς προέκυψε; Είχαμε διαβάσει σε κάποια συνέντευξη σου ότι σου συνέβη η ιστορία αυτή που αφηγείσαι;

Πριν δύο χρόνια αποφασίσαμε με φίλες να κάνουμε μία αυτοέκδοση, επειδή μας άρεσαν τα κόμικς, οι ιστορίες και τα χειροποίητα πράγματα. Έτσι βρέθηκα στο Comicdom με αυτό το zine. Μου άρεσε πολύ η εμπειρία του τραπεζιού, η επαφή με τον κόσμο που χαίρεται με τα κόμικς και ξεφυλλίζει τη δουλειά σου. Το συγκεκριμένο (που είχε θέμα ταξίδια) δεν είχε πολύ κόμικ μέσα, οπότε υπήρχαν και άτομα που το άφηναν αμέσως, επειδή είχε πολύ κείμενο! Οπότε σκέφτηκα ότι θέλω να επιστρέψω την επόμενη χρονιά με ένα κόμικ δικό μου. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι ήθελα να υπάρχουν περισσότερα ελληνικά ΛΟΑΤ κόμικς με έκανε να σκεφτώ και τον τίτλο.

Ο τίτλος «Μαλάκα Λεσβίες»  πώς προέκυψε:

Ήμουν με την κοπέλα μου στην Ερμού η οποία ήταν γεμάτη από παιδιά γυμνασίου και λυκείου, ίσως από κάποια εκδρομή. Κάποια στιγμή φιληθήκαμε με την κοπέλα μου και ακούω ένα παιδάκι να λέει « Μαλάκα λεσβίες» όλο χαρά. Ήταν κάπως «είσαι εξωγήινη αλλά χαίρομαι που σε βλέπω κιόλας» πολύ καρτούν του πώς σε βλέπουν γενικά. Και η ιστορία που προέκυψε στο κόμικ μετά ήταν πραγματική, όντως ήρθε το παιδί και μας λέει «θα φιληθείτε λίγο για τα γενέθλια μου;» και του λέει η κοπέλα μου «εσύ θα φιληθείς με το φίλο σου για τα δικά μου γενέθλια;» και το παιδάκι φρικάρει και φεύγει λέγοντας «Παλιολεσβίες»!!

Το πρώτο Μαλάκα Λεσβίες τι απήχηση είχε στο περσινό comicdom;

Πολύ καλή!

Οπότε υπήρχε στο φετινό comicdom ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον και μεγαλύτερη απήχηση από το περσινό;

Ναι γιατί πια το ήξεραν. Κάποιοι μάλιστα μου είπαν ότι ήρθαν για αυτό στο φεστιβάλ. Απλά νομίζω ότι το κόμικ είχε ένα τίτλο που  φώναζε και «έκραζε» με την καλή έννοια όλον τον κόσμο δηλαδή εκτός από γονείς με παιδάκια τα οποία τα έσπρωχναν μακριά και επιδεικτικά στο περσινό φεστιβάλ. Ο τίτλος σε συνδυασμό με το κίτρινο εξώφυλλο τράβηξε τον κόσμο.

Διαπίστωσες δηλαδή ότι οικογένειες απομακρύνονταν από το πάγκο σου στο φεστιβάλ;

Ναι, πέρυσι ειδικά. Φέτος ευτυχώς σε λιγότερο βαθμό. Ήρθαν μάλιστα κάποιοι άνθρωποι με τα παιδιά τους και το κοίταξαν.

σμαρ

Παρουσίασες τη δουλειά σου και στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Υπήρξαν διαφορές στο ενδιαφέρον του κόσμου με το comicdom Αθήνας;

Για μένα είχε λιγότερη κίνηση. Αντίθετα άλλοι σχεδιαστές είχαν μεγαλύτερη απήχηση.

Νομίζεις ότι αυτό οφείλεται σε κοινωνικούς λόγους; Είναι δηλαδή εκτός Αθήνας πιο συντηρητικοί οι αναγνώστες ή είναι απλά οικονομικοί λόγοι;

Ναι είχα κάποιες αρνητικές αντιδράσεις. Γενικά όμως δεν θα σε σχολιάσουν αρνητικά στη μούρη σου στο φεστιβάλ που όλοι πάνε επειδή αγαπάνε τα κόμικς και χαίρονται με τα περίεργα πράγματα, ότι και να σημαίνει αυτό. Αλλά ήρθαν ωστόσο κάποιοι  που με ρώτησαν «τι είναι αυτό;» και «απευθύνεται σε παιδιά»; Όταν τους απάντησα «όχι» σχολίασαν «Πάλι καλά!». Στην Αθήνα δεν το είδα αυτό. Δεν σημαίνει ότι δεν συμβαίνει  ή δεν υπάρχει αυτό στην Αθήνα. Ξέρουμε ότι υπάρχει απλά δεν το βλέπουμε.

Στο tumblr βλέπεις τέτοιες αντιδράσεις; Σου στέλνουν κάποια αρνητικά σχόλια;

Όχι, ίσως γιατί ο κόσμος που μπαίνει είναι πιο «μυημένος». Ίσως γιατί απλά δεν είναι τόσο εύκολο όπως στο facebook να κάνεις αρνητικό comment και να γράψεις την βλακεία σου! Το tumblr δεν είναι τόσο αλληλεπιδραστικό.

Τα χειρότερα στερεότυπα που έχεις συναντήσει τα έχεις χρησιμοποιήσει στο κόμικ σου;

Ό,τι κολλάει ναι θέλω να το βάζω αλλά θέλω να μπορώ να το κάνω να είναι αστείο αφού το είναι κόμικ  μου είναι με στριπάκια και δεν θέλω να το κάνω διάλεξη.

Μπορείς τελικά να διακωμωδήσεις το χειρότερο στερεότυπο και να βγάλεις χιούμορ από  αυτό; π.χ. «ναι έχω φίλους γκέι αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι  θα έπρεπε να υιοθετούν παιδιά»;

Ναι φυσικά και μπορείς. Και αν μπορώ να βγάλω κάποιο χιούμορ μέσα από αυτά τότε ίσως μπορώ να περάσω και ένα μήνυμα παράλληλα χωρίς να γίνομαι κουραστική.

Το Μαλάκα Λεσβίες! διακωμωδεί όχι και τόσο ευχάριστες καταστάσεις, καταστάσεις που θα αποκαλούσαμε πιο «ελαφρές» σε σύγκριση με άλλες. Σκέφτεσαι αργότερα ν’ ασχοληθείς με κάτι πιο ακτιβιστικό σαν περιεχόμενο;

Οι σκηνές που διακωμωδώ μπορούν στην πραγματικότητα να σ’ επηρεάσουν πολύ άσχημα. Απλά επέλεξα να μην γράψω το δράμα όσων τα ακούνε και τα ζούνε αλλά να τα διακωμωδήσω. Αλλά όλα τα μικρά συσσωρεύονται και μπορούν να σε καταπιέσουν τρομερά. Όμως όταν παρουσιάζονται κάποιες ιστορίες συνέχεια ως δράμα, σταματάμε να εντυπωσιαζόμαστε και να συγκινούμαστε από αυτό. Τελικά το αποδεχόμαστε ως κάτι δεδομένο.

Ήθελες να μοιραστείς κάποιες εμπειρίες με το κόμικ σου, είναι βιωματικό τεύχος ή απλά ήθελες να καταδείξεις πόσο γραφικά είναι τα στερεότυπα που αφορούν τις λεσβίες;

Σίγουρα είναι βιωματικό χωρίς να είναι αυτοβιογραφικό. Κάποια πράγματα τα έχω ζήσει, κάποια τα έχουν ζήσει φίλες, κάποια είναι βγαλμένα από εμπειρίες αλλά δεν έγιναν ακριβώς όπως παρουσιάζονται. Είναι βιωματικό με την έννοια ότι ο τρόπος αντιμετώπισης είναι αρκετά κοινός. Πολλές λεσβίες και μπάι γυναίκες έχουν ταυτιστεί με το κόμικ γιατί έχουμε ζήσει και ακούσει τα ίδια ή πολύ αντίστοιχα πράγματα ακόμα κι αν δεν είναι ακριβώς σκηνές από τη ζωή μίας.

Όταν ξεκίναγες το «Μαλάκα λεσβίες!» είχες στο μυαλό σου να εμπλουτίσεις το σκηνικό των κόμικ στην Ελλάδα;

Είχα στο μυαλό μου ότι θα ήθελα πολύ να έχω ένα τέτοιο κόμικ στην εφηβεία μου, ειδικά στα ελληνικά που είναι πιο δύσκολο να βρεις κάτι που θα ταυτιστείς ως λεσβία. Ειδικά στην αρχή που νομίζεις ότι είσαι η μόνη που υπάρχει. Στα αγγλικά έχει ξαναγίνει και μάλλον και καλύτερα

Τώρα έχει αρχίσει να σπάει  το στερεότυπο ότι οι γκέι κινούνται σε συγκεκριμένους χώρους και πλέον, όπως και στο κόμικ σου, αρχίζουμε να τους/τις βλέπουμε παντού, όπως  π.χ. στο σούπερ μάρκετ.

Συνήθως όταν θα ακούσεις τη λέξη λεσβία ή θα ‘ναι ανέκδοτο ή θα ‘ναι λες και πρόκειται για κάτι εξωγήινο. Όταν το πρωτοσκέφτεσαι για σένα δεν είναι εύκολο να φανταστείς ότι θα πηγαίνεις κανονικά στη σχόλη, θα γυρίζεις σπίτι, θα πηγαίνεις στο σούπερ μάρκετ και θα είσαι σαν τα άλλα παιδάκια.

Το έκανες για να εκφράσεις κάτι που σου συνέβη ή για να συμβάλλεις στην προβολή της ΛΟΑΤ κοινότητας;

Σκέφτηκα ότι ως έφηβη θα ήθελα να είχα βρει ένα τέτοιο κόμικ, άλλωστε δεν έχουμε αρκετά κόμικ ελληνικά με λεσβίες ούτε καν με γυναίκες εδώ που τα λέμε.

Στο comicdom παρατηρήσαμε ότι υπήρχαν αρκετές γυναίκες δημιουργοί.

Όντως.  Ειδικά, στο χώρο που φιλοξενούσε τις αυτοεκδόσεις συζητούσαμε με φίλους ότι ήταν 50%-50% μοιρασμένοι και μοιρασμένες οι δημιουργοί. Η εικόνα που βλέπαμε δεν είχε σχέση τελικά με αυτό που νομίζαμε ότι συμβαίνει. Στο ισόγειο που ήταν οι εκδόσεις ήταν κάπως διαφορετικά τα πράγματα. Αλλά γενικά δεν είναι τόσο λίγες οι σχεδιάστριες όσο νομίζουμε και ίσως είναι υπερβολή όταν βγαίνει κάποιο άρθρο που μιλάει για τις γυναίκες στο κόμικ σαν είναι ελάχιστες. Με ενοχλεί ότι αν είσαι στην απέξω και δεν έχεις περάσει από τον χώρο των Αυτοεκδόσεων θεωρείς ότι οι άντρες δημιουργοί είναι πολύ περισσότεροι.

Υπάρχει αυτή η εντύπωση γιατί τα κόμικς που βλέπουμε έξω στα περιοδικά και στις εφημερίδες ανήκουν σε άνδρες σχεδιαστές. Αλλά και οι ήρωες και οι χαρακτήρες στην πλειοψηφία τους είναι άνδρες και όχι γυναίκες.

Ακόμα και για μια γυναίκα σχεδιάστρια είναι πιο εύκολο να ταυτιστεί με την ιστορία ενός άνδρα από ότι ένας άνδρας δημιουργός να γράψει για μια γυναίκα και αυτό συμβαίνει ακριβώς γιατί έχουμε μάθει να ταυτιζόμαστε με την εμπειρία του straight-cis[1] άντρα

αφίσα

Οι φίλοι και οι δικοί σου άνθρωποι πώς ανταποκρίθηκαν στην  προσπάθεια σου αυτή;

Υποστηρικτικά!

Στο comicdom είχατε κολλήσει πίσω από το πάγκο μια αφίσα που δήλωνε την αντίθεση σας στο κυρίαρχο πρότυπο του straight-cis άνδρα στα κόμικ. Υπάρχει μια κοινότητα εντός των αυτοεκδόσεων που προσπαθεί να καθιερώσει ένα νέο στυλ κόμικ με άλλους χαρακτήρες και με άλλες ιστορίες;

Δεν είναι τόσο οργανωμένη αυτή η προσπάθεια όσο την φαντάζεστε. Στα  φεστιβάλ παρουσίαζα τη δουλειά μου με το φίλο μου τον Steve ο οποίος είναι τρανς αγόρι και κάνει κόμικ και σχολιάζαμε ότι έχουμε τη γωνίτσα με τα queer comic στο comicdom και υπήρχε η ατμόσφαιρα μεταξύ μας ότι είμαστε στο bubble του Ουράνιου Τόξου και είπαμε απλά να υποστηρίξουμε ο ένας τον άλλον και σαν συνεργάτες και σαν φίλοι. Συμφωνεί και αυτός ότι ο χώρος χρειάζεται περισσότερο υλικό και ορατότητα για τα άτομα που δεν είναι cis-straight.

Στο comicdom της Αθήνας νιώσαμε και σε διάφορα events και σε διάφορα stands αλλά κυρίως στον όροφο των Αυτοεκδόσεων ότι υπάρχει μια αίσθηση αλληλεγγύης ανάμεσα στους δημιουργούς αλλά και στους επισκέπτες, μια αίσθηση αποδοχής του διαφορετικού και του παράταιρου.

Ναι αυτή η αλληλεγγύη υπάρχει ειδικά στο χώρο των αυτό-εκδόσεων

Στο φετινό φεστιβάλ ήρθε κάποιος αναγνώστης ή αναγνώστρια να σου πει ότι ταυτίστηκε με το κόμικ σου;

Ναι!  Ήρθε μια γυναίκα η οποία μου είπε «16 χρόνια περίμενα να δω queer comic στην Ελλάδα!» Υπήρχαν κάνα δυο τέτοια περιστατικά που με έκαναν να χαρώ πολύ! Όπως επίσης ήρθε ένας υπέροχος θείος ο οποίος αγόρασε το κόμικ για την ανιψιά του και ήταν πολύ γλυκός-μου άρεσε που αυτή η κοπέλα θα έχει την υποστήριξή από κάποιον στην οικογένεια.

Έχεις κάποιο ίνδαλμα-σχεδιαστή/σχεδιάστρια κόμικ που να σε ενέπνευσε;

Θα μπορούσα να παραθέσω ολόκληρη λίστα αλλά αυτή  που μου έρχεται αυτή τη στιγμή στο μυαλό είναι η  Erica Moen, αμερικανίδα σχεδιάστρια, έχει κάνει ένα αυτοβιογραφικό κόμικ που μιλάει για την ταυτότητα της ως λεσβία και την μάχη της ταυτότητας και τον επαναπροσδιορισμό.

Μαλάκα Λεσβίες! 3 θα υπάρξει;

Εκτός απρόοπτου ναι!

Σε 10 χρόνια πως σε φαντάζεσαι;

Ελπίζω να κάνω κόμικ και να ζω απ’ αυτό!

 

[1] Cis αποκαλούνται τα άτομα των οποίων το φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννα συμβαδίζει με το φύλο που τελικά επιτελούν. Αντίστοιχα, trans αποκαλούνται τα άτομα των οποίων το φύλο που τους αποδόθηκε δεν συβαδίζει με το πραγματικό τους.

 

Share

Ο Εχθρός, το Αίμα, ο Τιμωρός. Αναλύοντας δεκατρείς λόγους του «Αρχηγού» της Χρυσής Αυγής – Σεξισμός και σεξουαλικότητα

dd

Το Φύλο Συκής δημοσιεύει απόσπασμα από το βιβλίο της Δέσποινας Παρασκευά-Βελουδογιάννη, Ο Εχθρός, το Αίμα, ο Τιμωρός. Αναλύοντας δεκατρείς λόγους του «Αρχηγού» της Χρυσής Αυγής, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Νήσος. Το συγκεκριμένο απόσπασμα αναφέρεται στο σεξισμό που διαπερνά το λόγο και τις πρακτικές της νεοναζιστικής οργάνωσης. Θεωρούμε ότι στη συγκυρία που διανύουμε η μελέτη της Δεσποινας Παρασκευά-Βελουδογιάννη έρχεται να εμπλουτίσει την εργαλειοθήκη που διαθέτουμε για να απαντήσουμε στην άνοδο του φασισμού. Για εμάς είναι πολύ σημαντικό ότι η οπτική του φύλου αναγνωρίζεται ως δομικό στοιχείο και καταγράφεται ως τέτοια και ελπίζουμε να ανοίξει ο δρόμος ώστε να δούμε ακόμα περισσότερες παρόμοιες συμβολές. Καλή ανάγνωση!

 

της Δέσποινας Παρασκευά-Βελουδογιάννη

Σεξισμός και σεξουαλικότητα

Οι λόγοι του Νικόλαου Μιχαλολιάκου διαμορφώνουν το ιδεατό πρότυπο του μέλους του «κινήματος»: άντρας λευκός, αρρενωπός, γυμνασμένος, ετοιμοπόλεμος, ταγμένος σε «μεγάλους σκοπούς» που εφορμούν από τα ιδεολογήματα τα ανώτερης φύσης και φυλής, υπάκουος στους ανωτέρους του, βίαιος στους κατώτερους, ταγμένος με κάθε τρόπο να διαφυλάσσει την καθαρότητα της «κατηγορίας» του[1]. Οι συνεχείς αναφορές στον πόλεμο και στη βίαιη δράση είναι ο τρόπος εικονοποίησης, διά του λόγου εγκαθίδρυσης και έγκλησης, καθώς και αναπαραγωγής αυτού του προτύπου. Όπως σημειώνει ο Τραβέρσο, ο πόλεμος γίνεται ο τόπος πραγμάτωσης του αρσενικού αρχέτυπου, που μετατρέπεται σε επιθετικό ανδρισμό. Η αρσενικότητα γίνεται συνώνυμο της δύναμης, του θάρρους, της επιθυμίας για δράση: το αρσενικό ιδεώδες συγκρούεται με όλα τα συμπτώματα της «παρακμής»[2]. Από διαφορετική σκοπιά, ο Ουμπέρτο Έκο επισημαίνει ότι η μετάθεση του πόθου για εξουσία στη σεξουαλική συμπεριφορά του πρωτοφασίστα διαμορφώνει το πρότυπο του macho αρσενικού, που περιφρονεί τις γυναίκες και καταδικάζει σεξουαλικές συμπεριφορές που βαφτίζει «παρεκκλίνουσες». «Και επειδή και το σεξ είναι δύσκολο παιχνίδι, ο πρωτοφασίστας ήρωας προτιμά να παίζει με τα όπλα – σαν φαλλικό υποκατάστατο»[3].

Η εικόνα της γυναίκας μπορεί να μην εντάσσεται στην κατηγορία των «εχθρών», ωστόσο περισσότερο εντάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία του «Άλλου», ακριβώς γιατί δεν ταυτίζεται με το ιδεατό πρότυπο της οργάνωσης. Παρόλο που σε κάθε λόγο του ο ομιλητής απευθύνεται σε «κυρίους και κυρίες», σε «συναγωνιστές και συναγωνίστριες», σε «Ελληνίδες και Έλληνες», φαίνεται ότι κάτι τέτοιο ανταποκρίνεται μονάχα στους σκοπούς της ρητορικής ευγένειας και της έλξης του ενδιαφέροντος του ακροατηρίου. Κατά τα άλλα, ο κόσμος που οικοδομεί και θέλει να εγκαταστήσει η Χ.Α. περιλαμβάνει μόνο το ιδεατό πρότυπό της. Η ζωή όλων των υπόλοιπων προσώπων είτε δεν κρίνεται άξια να βιωθεί είτε δεν κρίνεται άξια να αναφερθεί, καθώς θα βρίσκεται πάντοτε στο παρασκήνιο της ιστορίας. Είδαμε και προηγουμένως ότι η ιστορική θέση της γυναίκας ήταν είτε του θύματος είτε της υποστηρίκτριας των πολεμιστών.

Σε αυτό το πλαίσιο κινείται και η αντίληψη της οργάνωσης για τη θέση της γυναίκας σήμερα, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τις ίδιες τις γυναίκες που είναι μέλη της Χ.Α. Ο ιστότοπος Μέτωπο Γυναικών καθώς και ο ιστότοπος Ιδεολογική Βιβλιοθήκη Μετώπου Γυναικών αποτελούν τις επίσημες ιστοσελίδες των γυναικών της οργάνωσης – κάτι που διαπιστώνουμε και από τους υπερσυνδέσμους που παραπέμπουν στην επίσημη ιστοσελίδα της Χ.Α. Εκεί διαβάζουμε: «Η υποτιθέμενη απελευθέρωση της γυναίκας την αποπροσανατόλισε και από την πραγματική ουσία του ύψιστου ρόλου της, την Μητρότητα. Δηλαδή την υποχρέωση και την ύπατη τιμή, να φέρει στον κόσμο και ν’ αναθρέψει τα νέα βλαστάρια στον κορμό της Φυλής. […] Εμείς οι Ελληνίδες, μέλη του Λαϊκού Συνδέσμου, έχοντας βαθύτατη συναίσθηση της καταστροφής που επιφέρει το φεμινιστικό πνεύμα της εποχής μας, είμαστε ενάντια σε κάθε λογής διακηρύξεις για την ισότητα των δύο φύλων»[4].

Οι εύγλωττες διατυπώσεις καθιστούν σαφές ότι η γυναίκα δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από ένα εργαλείο –ή ένα δυνάμει εργαλείο όσον αφορά τις ανύπαντρες– αναπαραγωγής μελών της φυλής και μια υποταγμένη στον άντρα ύπαρξη, ο οποίος καθορίζει τη διοίκηση της κοινωνίας εν γένει. Εξάλλου, ό,τι δεν ενσαρκώνει το ιδεατό πρότυπο οφείλει να το υπηρετεί. Η γυναίκα οφείλει να ασχολείται με τα του οίκου και των τέκνων, να στέκει αρωγός στο έργο του άντρα της. Για την υλοποίηση αυτών των καθηκόντων, μπορεί να συμβουλευτεί τον εξειδικευμένο ιστότοπο Μαγειρείο Μετώπου Γυναικών [5], όπου θα βρει συνταγές παραδοσιακής μαγειρικής και καλλυντικών. Φυσικά, οτιδήποτε έχει να κάνει με την αυτόβουλη διαχείριση του σώματός της είναι απαγορευμένο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την προβολή της έκτρωσης ως «εγκλήματος κατά της φύσης»[6]. Βεβαίως, το πρότυπο της γυναίκας δεν είναι άλλο από το πρότυπο που δίδαξε η εθνικοσοσιαλιστή Γερμανία[7].

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι λόγοι που απευθύνονται αποκλειστικά στο γυναικείο κοινό της οργάνωσης ή οι λόγοι που διαμορφώνονται από τις γυναίκες της Χ.Α. φανερώνουν την αντίληψη ότι οι γυναίκες σήμερα καταπιέζονται και ότι είναι αναγκαίο να βρεθεί ο τρόπος που θα συμβάλει στην απελευθέρωσή τους – εξού και οι κινήσεις συγρότησης των γυναικών της οργάνωσης ως ομάδας, με διαδικτυακούς τόπους, ιδιαίτερες αναζητήσεις κ.λπ. Ωστόσο, γίνεται επίσης φανερό ότι η εν λόγω καταπίεση προέρχεται από τον κόσμο που έχουν διαμορφώσει οι «εχθροί» του «κινήματος», αριστεροί και δεξιοί. Με αυτή την έννοια, η Χ.Α. επισημαίνει ότι η «απελευθέρωση» θα προέλθει αφενός από την ενασχόληση των γυναικών με τα καθήκοντα τα οποία η φύση τούς έχει αποδώσει, αφετέρου μέσω της απομάκρυνσής τους από τα «αλλότρια», που έχει επιβάλει ο φεμινισμός και άλλα «καταστροφικά» κινήματα. Η «απελευθέρωση» για τη γυναίκα της Χ.Α., επομένως, είναι αποτέλεσμα της προσκόλλησης σε μια απολύτως καθορισμένη και στατική εικόνα, η οποία βασίζεται στα στερεότυπα περί φυσικά δοσμένων ρόλων με χαρακτήρα «θέσφατου», που εντείνουν στο έπακρο τις εξουσιαστικές κοινωνικές σχέσεις. Πρόκειται για μια απελευθέρωση διά της κανονικοποίησης και της υποταγής, για μια απελευθέρωση διά της ποινικοποίησης του «παρεκκλίνοντος» σώματος. Οι γυναίκες οφείλουν να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους και μέσα από ομάδες γυναικών που θα συζητούν τα ιδιαίτερα θέματά τους, προκειμένου να επιτυγχάνεται και θεσμικά η υποταγή τους στις νόρμες και στην ιεραρχία της οργάνωσης. Από μια άλλη οπτική, το γυναικείο σώμα γίνεται έτσι το κατεξοχήν σώμα υπό έλεγχο. Και ο έλεγχος αυτός προέρχεται από τις ίδιες τις γυναίκες, τους άντρες τους, και το κράτος. Η διαρκής επιτήρηση και αξιολόγηση του γυναικείου σώματος είναι απαραίτητα στοιχεία για τη διατήρηση της φυλετικής καθαρότητας, η οποία αποτελεί και τη βασική στρατηγική ενός ναζιστικού κράτους[8].

Αν, όπως σημειώθηκε προηγουμένως, ο πόθος για εξουσία μετατίθεται στη σεξουαλική συμπεριφορά, θα μπορούσε άραγε να υποστηριχτεί ότι το πεδίο του πολέμου αποτελεί έναν τόπο πραγμάτωσης της σεξουαλικής επιθυμίας; Σε αυτή την εκτίμηση κατατείνει το γεγονός ότι πολλές φορές ακούμε τον Νικόλαο Μιχαλολιάκο να προκαλεί συχνά το κοινό καλλιεργώντας προβολικά σαδιστικές φαντασιώσεις για σφαγές, απαγωγές και βιασμούς. Οι αναλυτικές περιγραφές περασμένων και μελλοντικών πολεμικών μαχών αντανακλούν ότι η βίαιη συμπεριφορά προκαλεί και παράγει μια επιθυμητή ηδονή στο πλαίσιο μιας εικονοποιημένης φαντασίωσης. Σύμφωνα με τον Έριχ Φρομ, «στις αυταρχικές κοινωνίες βρίσκουν την ικανοποίησή τους τόσο οι μαζοχιστικές όσο και οι σαδιστικές τάσεις. Ο καθένας είναι ενταγμένος σε ένα σύστημα εξαρτήσεων προς τα πάνω και προς τα κάτω. Όσο χαμηλότερα βρίσκεται η θέση ενός ατόμου μέσα σε αυτή την ιεραρχία τόσο μεγαλύτερη, ποσοτικά και ποιοτικά, είναι η εξάρτησή του από υψηλότερες αρχές. Πρέπει να υπακούει στις αρχές του άμεσου προϊσταμένου του, ο οποίος όμως δέχεται εντολές από ακόμη υψηλότερα ιστάμενους […]». Ακόμα και ο αρχηγός μιας κοινωνίας ικανοποιεί τα μαζοχιστικά ένστικτά του, καθώς υποτίθεται ότι υπακούει στον ύψιστο Θεό ή σε κάποια αντίστοιχη δύναμη. Εξάλλου, σαδιστικές τάσεις δεν ικανοποιούν μόνο τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα που μπορούν να τις ασκήσουν στα κατώτερα, αλλά και τα ίδια τα κατώτερα στρώματα «εξασκούνται» πάνω στις γυναίκες ή στα ζώα ή, όπου αυτό δεν είναι εφικτό, επιστρατεύονται οι δούλοι και οι φυλετικές μειονότητες[9]. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η προβληματική του Φρομ περί της ανάγκης του αυταρχικού ατόμου να υποτάσσεται στους ανώτερούς του και να ασκεί τα βίαια ένστικτά του στους κατώτερους, αντλώντας έτσι ικανοποίηση. Εξάλλου, όπως επισημαίνει ο Μπρους Φινκ, ο σαδομαζοχιστικός χαρακτήρας «αντλεί ικανοποίηση από την εκδραμάτιση της ίδιας της πράξης που απαιτεί να αποχωριστεί την πηγή της ικανοποίησής του»[10].

Το σεξουαλικό πρότυπο της Χ.Α. είναι αυστηρά ετεροσεξουαλικό και υποτάσσεται σε στενές κανονιστικές φόρμες και νόρμες. Σε αυτό το πλαίσιο, οτιδήποτε διαφορετικό θεωρείται απόκλιση και καταγγέλλεται ως προδοσία προς τη φύση, που πρέπει να τιμωρηθεί. Έτσι, οργανώνονται επιθέσεις και απειλές σε ομόφυλα ζευγάρια[11], αλλά και σε γυναίκες που δεν επιτελούν τον «γυναικείο ρόλο τους», όπως η Λιάνα Κανέλλη και η Ρένα Δούρου. Παράλληλα, αποδίδεται καθεστώς μιαρότητας ή ασθένειας στη σεξουαλικότητα («ανώμαλους που παίρνουν τα τηλέφωνα 690», «παρουσιάζεται […] ο Χριστός σαν ανώμαλος και κίναιδος»), ενώ συχνά αυτή αποδίδεται στον απεχθή «εχθρό» και στις πράξεις του («τσοντοκάναλα»).

Κλείνοντας, αξίζει να αναφερθεί για άλλη μία φορά η επέμβαση της Χ.Α. στο θέατρο «Χυτήριο». Κατά τη διάρκειά της, ακούμε τον βουλευτή Ηλία Παναγιώταρο να φωνάζει χυδαία επί αρκετή ώρα επιτιθέμενος στις σεξουαλικές επιλογές των gay ατόμων και στις γυναίκες[12]. Οι αποτρόπαιες ύβρεις του βουλευτή δεν είναι μόνο ταπεινωτικές για τα ομοφυλόφιλα άτομα και για τις γυναίκες· δεν αποτυπώνουν μονάχα το πρότυπο του macho επιθετικού άντρα που δεν μπορεί να ανέχεται κάτι άλλο πέρα από τη λεγόμενη ετεροκανονική σεξουαλικότητα, αλλά και να αναγνωρίζει ως το μόνο ισάξιο του ιδεατού αντρικού προτύπου το ταυτόσημό του· αποτυπώνουν ταυτόχρονα την αντίληψη της οργάνωσης για τη σεξουαλικότητα: το σεξ είναι λειτουργία που χρειάζεται έναν δράστη και έναν παθητικό αποδέκτη, μια πράξη τιμωρητική από την πλευρά ενός ενεργούντος και ταπεινωτική από την πλευρά ενός αποδέκτη. Τα πάντα σε αυτόν τον κόσμο γίνονται ιδεατά μέσω των διπόλων επίθεση-τιμωρία και τιμωρία-ταπείνωση, με τη σεξουαλικότητα να αποτελεί το πιο πρόσφορο έδαφος για την εφαρμογή αυτών των διπόλων, τα οποία συν τοις άλλοις αντανακλούν εναργώς και τα σαδομαζοχιστικά σύνδρομα των αυταρχικών ατόμων. Εδώ δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε επίσης ότι το τόσο αναλυτικό υβρεολόγιο του βουλευτή παραπέμπει σε μια εκπεφρασμένη φαντασίωση που βιώνεται προβολικά κατά τη στιγμή της εκφώνησής της. Το ενδιαφέρον σε αυτό το σημείο, ωστόσο, έγκειται σε μια υφέρπουσα αντίφαση: από τη μία υπάρχει μια σαφώς καθορισμένη τάξη πραγμάτων στην αντίληψη της οργάνωσης όσον αφορά την αποδεκτή σεξουαλική συπεριφορά, μια τάξη πραγμάτων που αποτυπώνεται στην «ετεροκανονική» σεξουαλική πρακτική, η οποία παρουσιάζεται ως «φυσική» και μοναδική επιλογή του ανθρώπου, ικανή να αναπαραγάγει το είδος· από την άλλη, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στις οποίες οι φορείς τής εν λόγω αντίληψης δύνανται –έστω και φαντασιωτικά– να καταρρίψουν αυτή την τάξη πραγμάτων. Οι περιπτώσεις αυτές δεν είναι άλλες από όσες ανακύπτουν στο ίδιο το πεδίο του πολέμου, όπου εκεί φαίνεται σαν όλα να επιτρέπονται, και όπου η σεξουαλική πρακτική επανανοηματοδοτείται και στόχο έχει όχι τη βιολογική αναπαραγωγή αλλά την επιβολή του ισχυρού πάνω στον αδύναμο και την εξόντωσή του, την επιβεβαίωση και την πλήρη κατίσχυση του ορατού προτύπου πάνω στο μη αξιοβίωτο, στο μη αποδεκτό.

 

[1] Δέσποινα Παρασκευά-Βελουδογιάννη, «Η συμβολή του επίσημου πολιτικού λόγου στη νομιμοποίηση της Χρυσής Αυγής», Εκτός Γραμμής, τχ. 31, Νοέμβριος 2012, σ. 43.

[2] Enzo Traverso, Διά πυρός και σιδήρου. Περί του ευρωπαϊκού εμφυλίου πολέμου 1914-1915, (μτφρ.: Γιάννης Ευαγγέλου), Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2013, σσ. 275-276.

[3] Ουμπέρτο Έκο, «Τα τυπικά χαρακτηριστικά του πρωτο-φασισμού. Αρχέγονος φασισμός», tvxs.gr, 13.10.2012.

[4] «Η θέση της γυναίκας στη Λαϊκή Κοινότητα», whitewomenfront.blogspot.gr, 26.5.2007.

[5] Μαγειρείο Μετώπου Γυναικών, whitewomenfront-cooking.blogspot.gr.

[6] «Η έκτρωση είναι έγκλημα κατά της φυλής», whitewomenfront.blogspot.gr, 27.5.2007.

[7] «Η γυναίκα στον εθνικοσοσιαλισμό», whitewomenfront.blogspot.gr, 28.8.2010.

[8] Αγγέλικα Ψαρρά, «Τιμωροί με φύλο στον Άγιο Παντελεήμονα», enthemata.wordpress.com, 29.1.2012· Αθηνά Αθανασίου, «Ο αντιφασιστικός αγώνας είναι απαραίτητο να συμπεριλάβει ζητήματα που αφορούν το φύλο και τη σεξουαλικότητα», Ενημερωτικό Δελτίο, τχ. 18, Αθήνα: Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, Οκτώβριος 2013, σσ. 4-7.

[9] Erich Fromm, «Μελέτη από τη σκοπιά της κοινωνικής ψυχολογίας», στο Max Horkheimer, Erich Fromm, Herbert Marcuse ό.π., σσ. 170-171.

[10] Bruce Fink, Κλινική εισαγωγή στην ψυχανάλυση. Θεωρία και τεχνική (μτφρ.: Νίκος Ηλιάδης), Αθήνα: Πλέθρον, 2006, σ. 248.

[11] Θεόφιλος Δουμάνης, «Ρατσιστική επίθεση σε gay άτομα στον Κεραμεικό», lifo.gr, 27.10.2012.

[12] Συγκεκριμένα ο βουλευτής λέει: «Πουστράκι τελειώνετε, κατάλαβες; Τελειώνουν τα πουστράκια. Άντε κωλομπήχτες, μαλάκες ηθοποιοί του κώλου, ε μαλάκες ηθοποιοί του κώλου. Κοίτα πουτανάκι, έρχεται η ώρα σου. Τράβα ρε, τράβα, έρχεται η ώρα σου. Έρχεται ρε και η αστυνομία σάς φυλάει τα κωλαράκια, αφού σας τα γαμάνε που σας τα γαμάνε οι Πακιστανοί ρε. Αδερφές ξεσκισμένες. Γαμημένες αλβανικές κωλοτρυπίδες, ε γαμημένες αλβανικές κωλοτρυπίδες»: «Ματ, Χυτήριο, Θέατρο», youtube.com, 11.10.2012.

 

books-big-cover_EXTHROSΔέσποινα Παρασκευά-Βελουδογιάννη, Ο Εχθρός, το Αίμα, ο Τιμωρός. Αναλύοντας δεκατρείς λόγους του «Αρχηγού» της Χρυσής Αυγής, Νήσος, Αθήνα 2015

Περισσότερα για το βιβλίο εδώ

Share

Φύλις Ντόροθι Τζέιμς: Το έγκλημα ως ρεαλισμός

pdjames

Φύλις Ντόροθι Τζέιμς 1920-2014

 της Σοφίας Ξυγκάκη

«Το “Ο βασιλιάς πέθανε κι ύστερα πέθανε κι η βασίλισσα”, είναι μια ιστορία. Το “Ο βασιλιάς πέθανε κι ύστερα πέθανε κι η βασίλισσα από θλίψη”, είναι μια πλοκή… “Η βασίλισσα πέθανε και κανείς δεν ήξερε γιατί, μέχρι που αποκαλύφθηκε ότι αυτό συνέβη εξαιτίας της θλίψης της για το θάνατο του βασιλιά”. Αυτή είναι μια πλοκή που ενέχει ένα μυστήριο, μια φόρμα ικανή να έχει σπουδαία ανάπτυξη».

Σε αυτό το κείμενο του Ε.Μ.Φόρστερ, η Τζέιμς θα προσθέσει: «“Όλοι πίστεψαν ότι η βασίλισσα είχε πεθάνει από θλίψη μέχρι που ανακαλύφθηκε το σημάδι της βελόνας στο λαιμό της”. Κι αυτό τότε είναι ένα μυστήριο δολοφονίας και είναι κι αυτή μια φόρμα ικανή να έχει σπουδαία ανάπτυξη»

••••

Η Φύλις Ντόροθι Τζέιμς γεννήθηκε στις 3 Αυγούστου του 1920 στην Οξφόρδη, ενώ αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Κέιμπριτζ. Ο πατέρας της δεν πίστευε ότι πρέπει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις εκείνες που θα επέτρεπαν στην κόρη του να σπουδάσει. Έτσι, στα δεκαέξι της ολοκλήρωσε τις σπουδές της. Αργότερα θα πει ότι η έλλειψη ακαδημαϊκών σπουδών δεν αποτέλεσε γι’ αυτήν εμπόδιο, σήμαινε αντίθετα ελευθερία. Στη διάρκεια του πολέμου εργάστηκε στον Ερυθρό Σταυρό, παντρεύτηκε και γέννησε την πρώτη κόρη της. Όταν ο άντρας της γύρισε από τον πόλεμο με σοβαρά προβλήματα υγείας και μεγάλες εξάρσεις βίας που απαιτούσαν τη νοσηλεία του σε ψυχιατρείο, αυτή ανέλαβε να συντηρήσει την οικογένεια δουλεύοντας στην Εθνική Υπηρεσία Υγείας και αργότερα στο εγκληματολογικό τμήμα της Βρετανικής αστυνομίας, απ’ όπου άντλησε πολλές πληροφορίες για τις ιστορίες της.

Όταν ήταν μικρή έφτιαχνε ιστορίες στις οποίες μιλούσε για τον εαυτό της στο τρίτο πρόσωπο: «χτένισε τα μαλλιά της, έπλυνε το πρόσωπό της και μετά φόρεσε το νυχτικό της…». Αυτό είναι χαρακτηριστικό των συγγραφέων, θα της έλεγαν χρόνια αργότερα φίλοι της συγγραφείς.

Άργησε, ωστόσο, να γράψει το πρώτο της βιβλίο, το Cover her face, που δημοσιεύτηκε το 1962, όταν αυτή ήταν 42 ετών. Όπως είχε πει σε συνεντεύξεις της, παρόλο που δεν έκανε διαχωρισμό ανάμεσα στα λεγόμενα λογοτεχνικά έργα και στα αστυνομικά, είχε επιλέξει να γράψει αστυνομικό, γιατί άρεσε στην ίδια να τα διαβάζει, γιατί πίστευε ότι αποτελούσαν μια θαυμάσια μαθητεία αφού είναι πολύ εύκολο να γράψεις μια κακή  αστυνομική ιστορία και πολύ δύσκολο μια καλή.

Συνήθως το περιβάλλον ή ένα τοπίο της έδινε το ερέθισμα για την ιστορία και όχι η πλοκή. Η ίδια αισθανόταν ότι οι χαρακτήρες των βιβλίων της ήδη υπήρχαν κι ότι δουλειά της ήταν να έρθει σ’ επαφή μαζί τους, να τους γνωρίσει. Όπως θα πει επανειλημμένα και θα γράψει στο βιβλίο Συζητώντας για το αστυνομικό μυθιστόρημα «το σκηνικό είναι ένα μέρος όπου αυτοί οι ήρωες ζουν, κινούνται, κι έχουμε την ανάγκη ν’ αναπνεύσουμε τον αέρα τους, να δούμε με τα δικά τους μάτια, να περπατήσουμε στα μονοπάτια που βαδίζουν και να κατοικήσουμε στα δωμάτια που ο συγγραφέας επίπλωσε γι’ αυτούς». Αλλά αυτό το σκηνικό επίσης «μπορεί ήδη από το πρώτο κεφάλαιο να εδραιώσει το κλίμα που θα διέπει το μυθιστόρημα, αν θα είναι κλίμα αγωνίας τρόμου, φόβου, απειλής ή μυστηρίου». Παράδειγμα Το σκυλί των Μπάσκερβιλ του Κόναν Ντόυλ όπου το σκηνικό είναι «εκείνη η σκοτεινή και δυσοίωνη έπαυλη που είναι τοποθετημένη στη μέση του χαμένου στην ομίχλη βαλτότοπου…».

Εξίσου σημαντική και η οπτική γωνία, η άποψη, μέσω ποιας ματιάς παρουσιάζεται η ιστορία. Έτσι, όταν το πτώμα το ανακαλύπτει μια καλοσυνάτη ηλικιωμένη γυναίκα, στον αναγνώστη μεταφέρονται τα συναισθήματα φρίκης που αυτή εκφράζει, ενώ όταν την ανακάλυψη την κάνει ο επιθεωρητής Άνταμ Νταλγκλίς, ως αναγνώστες παρακολουθούμε την παράθεση των γεγονότων μέσω της αποστασιοποιημένης και ψύχραιμης συμπεριφοράς του επαγγελματία.

Ντετέκτιβ των περισσοτέρων μυθιστορημάτων είναι ο επιθεωρητής Άνταμ Νταλγκλίς της Σκότλαντ Γιαρντ. Όπως είχε πει, αν ξεκινούσε σήμερα πιθανότατα θα διάλεγε γυναίκα, όμως εκείνη την εποχή τέτοια επιλογή ήταν αδύνατη, έπρεπε μόνο ν’ αποφασίσει αν ο ντετέκτιβ θα ήταν ερασιτέχνης ή επαγγελματίας αστυνομικός και αποφάσισε το δεύτερο. Κατ’ αυτήν, τόσο η Ντόροθι Σέγιερς όσο και η Άγκαθα Κρίστι είχαν εγκλωβιστεί με τους εκκεντρικούς ντετέκτιβς που είχαν επιλέξει, έτσι η ίδια έδωσε στον δικό της τις ιδιότητες που θαύμαζε και στα δύο φύλα: εξυπνάδα, θάρρος, ευαισθησία, επιφυλακτικότητα. Ήθελε έναν επαγγελματία αστυνομικό, αληθοφανή, που θα πρωταγωνιστούσε σε μια σειρά μυθιστορημάτων, θα είχε μια επιτυχημένη καριέρα στην εξιχνίαση εγκλημάτων, εμπνέοντας έτσι εμπιστοσύνη  στον αναγνώστη ότι σε κάθε νέο βιβλίο θα συναντήσει έναν παλιό αξιόπιστο φίλο.

Αντίθετα, η γυναίκα ντετέκτιβ προέκυψε από την επιθυμία της να γράψει μια ιστορία που να διαδραματίζεται στο Κέιμπριτς, πόλη που γνώριζε καλά, και στο φοιτητικό χώρο. Έτσι, το 1972 κάνει την εμφάνισή της η Cordelia Gray στο Un Unsuitable Job for a Woman, η πρώτη γυναίκα private eye, στην Αγγλία, όχι ερασιτέχνης, όπως η μις Μαρπλ αλλά το πρωτότυπο της φεμινίστριας ντετέκτιβ που έχει κοινά χαρακτηριστικά με τη συγγραφέα όπως ότι ο πατέρας της δεν θεωρούσε τις σπουδές απαραίτητες για ένα κορίτσι. Η Cordelia, 22 χρονών, θα αναγκαστεί ν’ αναλάβει το γραφείο ντετέκτιβ στο οποίο δουλεύει, όταν ο ιδιοκτήτης  και εραστής της αυτοκτονεί, και θα φέρει σε πέρας την πρώτη υπόθεση που θα αναλάβει. Σε αντίθεση με τις αμερικάνες συναδέλφους της, δεν οπλοφορεί – αυτό θα ήταν αντιρεαλιστικό, θα πει η Τζέιμς, αφού στην Αγγλία δεν επιτρέπεται να οπλοφορεί ο ιδιωτικός ντετέκτιβ. Από αυτόν τον χαρακτήρα πάντως θα εμπνευστεί η Σάρα Παρέτσκι τη V.I.Warshawski, τη δική της ντετέκτιβ, προσαρμόζοντάς την βέβαια στην αμερικάνικη κουλτούρα.

Ο ρεαλισμός αποτελούσε προϋπόθεση για την Φ. Ντ. Τζέιμς. Γι’ αυτήν, η ανάγνωση του μυθιστορήματος ήταν μια πράξη συμβίωσης γιατί μόνο αν το σκηνικό και η δράση είναι ριζωμένα στην πραγματικότητα, μπορούν οι αναγνώστες να εισχωρήσουν στον κόσμο του βιβλίου. Έτσι οι συγγραφείς πρέπει να γνωρίζουν την τοπογραφία της πόλης ή του χωριού που περιγράφουν, όπως για παράδειγμα το Σεντ Μέρι Μηντ στο οποίο κινείται η Μις Μαρπλ. Λίγη σημασία έχει αν υπάρχει πραγματικά ή όχι – ο αναγνώστης μπορεί να περιγράψει τα μαγαζιά στον κεντρικό δρόμο, την εκκλησία, τις διαδρομές ανάμεσα στο ένα σπίτι και στο άλλο,  ενώ και οι πληροφορίες για την  προσωπική και την οικογενειακή ζωή, τα γούστα και τις εμμονές των χαρακτήρων είναι εξίσου σημαντικά, καθώς μέσω αυτών δημιουργείται η οικειότητα με τους αναγνώστες. Η τάξη και η αυστηρή διαρρύθμιση του μοντέρνου διαμερίσματος του Πουαρώ, για παράδειγμα, είναι άρρηκτα δεμένα με την προσωπικότητά του και τη μέθοδο που χρησιμοποιεί για την επίλυση των υποθέσεων, ενώ λίγοι είναι αυτοί που δεν έχουν ταυτίσει τη Μπέικερ Στριτ με τον Σέρλοκ Χολμς. Εξάλλου, στα πλακάκια που κοσμούν την ομώνυμη στάση του μετρό στο Λονδίνο, αναγνωρίζουμε το χαρακτηριστικό προφίλ του ντετέκτιβ με το καπέλο και την πίπα – παιγνιώδης επιβεβαίωση της «ύπαρξης» του.

Η ενασχόληση της Φ. Ντ. Τζέιμς  με τη λογοτεχνία του παρελθόντος ήταν σχολαστική, η συνομιλία της με τους συγγραφείς και τα βιβλία τους διαρκής και παραγωγική. Στους συγγραφείς  της «Χρυσής Εποχής» του αστυνομικού μυθιστορήματος που καλύπτει τις δύο δεκαετίες ανάμεσα στον Α΄ και τον Β΄ Πόλεμο, η Τζέιμς θα αφιερώσει πολλές σελίδες, αρχίζοντας από το μυθιστόρημα Η Τελευταία Υπόθεση του Τρεντ του Ε.Κ. Μπέντλεϊ που εκδόθηκε λίγο νωρίτερα αλλά επηρέασε όλους σχεδόν, από την Αγκάθα Κρίστι έως τον Έντγκαρ Γουάλας και τον Τσέστερτον που το χαρακτήρισε το σπουδαιότερο αστυνομικό μυθιστόρημα της σύγχρονης εποχής. Μεγάλη επιρροή, όμως είχε δεχτεί και από τις Ντόροθι Σέγιερς, Ngaio Marsh, Josephine Tey, γεννημένες και οι τρεις την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα.

Τα βιβλία των Κόναν Ντόιλ, Γκράχαμ Γκριν, Ζορζ Σιμενόν αλλά και των Τζον Λε Καρέ, Ρουθ Ρέντελ, Ίαν Ράνκιν τις έδωσαν συχνά την αφορμή να αναλύσει διαφορετικές όψεις  της αστυνομικής λογοτεχνίας, ενώ οι συγγραφείς  του 19ου αιώνα, από τον Τσαρλς Ντίκενς έως τις αδελφές Μπροντέ και τον Άντονι Τρόλοπ, υπήρξαν γι’ αυτήν τα διαρκή σημεία αναφοράς.

Ιδιαίτερη θέση, όπως και σε πολλές βρετανίδες και μη συγγραφείς, κατέχει η Τζέιν Όστεν. Αν στον Τρόλοπ, που υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής στο γυναικείο αναγνωστικό κοινό, η Τζέιμς αναγνώρισε την ικανότητα να μεταφέρει στα βιβλία του ρεαλιστικά τις συζητήσεις μεταξύ γυναικών, για τον ρεαλισμό της Όστεν θα παράσχει «αποδείξεις». «Ποτέ», θα πει, στις σελίδες της Όστεν, «δεν θα βρούμε δύο άντρες να συζητούν χωρίς να είναι παρούσα μια γυναίκα». Η Τζέιν Όστεν έγραφε για όσα γνώριζε, στα βιβλία της καταγράφονται οι άμεσες εμπειρίες της.

Όμως, η Τζέιμς χαρακτήρισε αστυνομικό και την Έμμα, ένα από τα πιο δημοφιλή μυθιστορήματα της Όστεν, αφού τα αισθηματικά μυστικά αποτελούν το αθέατο κίνητρο μεγάλου μέρους της δράσης: η συγγραφέας έντεχνα μας καλλιεργεί διαρκώς υποψίες, καθώς η Έμμα, αφοσιωμένη όπως είναι στο να σκαρώνει προξενιά, αγνοεί τα δικά της συναισθήματα, η αποκάλυψη των οποίων θα φέρει μεγάλη ανατροπή στη ζωή της δικής της και του περιβάλλοντός της.

Το τελευταίο της βιβλίο της Φ.ΝΤ.Τζέιμς, το Death comes to Pemperley, είναι ένας φόρος τιμής στην Τζέιν Όστεν και αποτελεί συνέχεια του βιβλίου Υπερηφάνεια και Προκατάληψη. Η ιστορία αρχίζει έξι χρόνια μετά τον γάμο του Ντάρσυ και της Ελίζαμπεθ, συνοψίζει στην αρχή τη ζωή των δύο οικογενειών, για να εξελιχθεί στη συνέχεια σε αστυνομικό μυθιστόρημα. Ήδη έχει μεταφερθεί στην τηλεόραση.

Και αν η Ντόροθι Σέγιερς, το 1934, αναφερόμενη στους συγγραφείς ιστοριών μυστηρίου είχε γράψει ότι ο «θάνατος εφοδιάζει το αγγλοσαξωνικό πνεύμα με ένα απόθεμα αθώας ψυχαγωγίας», για την Τζέιμς αυτοί που διακατέχονται ιδιαίτερα από την ανθρώπινη αγωνία για τον θάνατο, όταν τον αποσπούν από την υπερβατική του διάσταση, μετατρέποντάς τον σε διανοητικό πρόβλημα, όπως συμβαίνει με ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, διαλύουν την αρχέγονη αγωνία που τους προκαλεί η βία και η ανυπαρξία.

Βιβλιογραφία:

Π.Ντ.Τζέιμς, Συζητώντας για το αστυνομικό μυθιστόρημα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014.

Στην ελληνικά έχουν εκδοθεί:

Μια άψογη δολοφονία, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014

Θάνατος σε ιδιωτική κλινική, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2010

Αθώο αίμα, Εκδόσεις Καστανιώτη,  2009

Θάνατος στην ιερατική σχολή, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007

Ο φάρος, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007

Περίπτωση δικαιοσύνης, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007

Η αίθουσα των φόνων, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2006

Τα παιδιά των ανθρώπων, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2006

Τεχνάσματα και επιθυμίες, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2002

Προπατορικό αμάρτημα, Εκδόσεις Πατάκη, 1996

Ο θάνατος του εμπειρογνώμονα, Ωκεανίδα, 1995

Τζούλιαν, Εκδόσεις Πατάκη, 1995

Ο μαύρος πύργος, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 1992

Φάμπιαν, Λιβάνης – Το κλειδί, 1989

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα:

Οι κεραίες της εποχής μου, Εκδόσεις Καστανιώτης, 2012

Χριστουγεννιάτικες αστυνομικές ιστορίες, Νάρκισσος, 2006

Ανθολογία αγγλικού αστυνομικού διηγήματος, Β΄, Άγρα, 1992

 

Share

Διεθνές Φεστιβάλ Άγκαθα Κρίστι

iacf1

της Σοφίας Ξυγκάκη

Έληξε χθες το 10ο Διεθνές Φεστιβάλ Άγκαθα Κρίστι που πραγματοποιήθηκε, όπως κάθε χρόνο, στο Τόρκι, στη νοτιοδυτική  Αγγλία, γενέθλια πόλη της Άγκαθα Κρίστι. Με μεγάλη συμμετοχή συγγραφέων, κυρίως γυναικών, ανάμεσα στις οποίες η Ann Cleeves, που τα αστυνομικά μυθιστορήματα της κυκλοφορούν και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος, η Kate Summerscale, αλλά και η Sarah Hilary της οποίας το πρώτο βιβλίο, Someone else’s skin, κυκλοφόρησε την περασμένη άνοιξη και έχει ως κεντρικό πρόσωπο μια ντετέκτιβ που, όταν μια υπόθεση θα φέρει στο προσκήνιο την προ ετών δολοφονία των γονιών της, θα την αναγκάσει να αντιμετωπίσει τον χειρότερο εχθρό της: τον φόβο της θυματοποίησης. Το βιβλίο χαρακτηρίστηκε συναρπαστικό ξεκίνημα και αναμένεται η συνέχεια.

Στη διάρκεια της βδομάδας έγιναν πολλές διαλέξεις και εργαστήρια γραφής, προβολές ταινιών, κυνήγι δολοφόνου, αναγνώσεις  ιστοριών της Άγκαθα Κρίστι διασκευασμένες για παιδιά, έκθεση εξωφύλλων βιβλίων της που ο διάσημος για τα εξώφυλλα του καλλιτέχνης Tom Adams φιλοτέχνησε ανάμεσα στο 1962 και αρχές του 1980. Και βέβαια, επειδή το φεστιβάλ είναι ένα fair στην παράδοση των Άγγλων, η συμμετοχή κατοίκων και επισκεπτών στα καθημερινά δρώμενα στην πόλη έδωσαν τον τόνο.

Οι προετοιμασίες για το φεστιβάλ της επόμενης χρονιάς, που θα έχουν συμπληρωθεί 125 χρόνια από τη γέννησή της Άγκαθα Κρίστι, ήδη άρχισαν, ενώ διάφορα κινηματογραφικά και εκδοτικά σχέδια που θα υλοποιηθούν στη διάρκεια του χρόνου θα ανακοινωθούν σύντομα. Κάποια ήδη έχουν ανακοινωθεί:η μεταφορά στην οθόνη του βιβλίου Σύντροφοι στο Έγκλημα (κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Λυχνάρι), η δεύτερη περιπέτεια με κεντρικά πρόσωπα το ζευγάρι Τούπενς και Τόμμυ Μπέρεσφορντ, σε  παραγωγή του BBC, η γιαπωνέζικη παραγωγή του Όριαν Εξπρές, όπου ο γιαπωνέζος σκηνοθέτης, στα πλαίσια της προώθησης της ταινίας, ποζάρει με μουστάκι και κοστούμι ως Ηρακλής Πουαρώ, αλλά και η πολυτελής  βιβλιόδετη έκδοση σταυρόλεξων με ερωτήσεις από ιστορίες της Άγκαθα Κρίστι. Αγαπάμε πολύ την Άγκαθα αλλά μην ξεχνάμε ότι τέσσερα δισεκατομμύρια αντίτυπα βιβλίων της έχουν πουληθεί παγκοσμίως, οπότε πρόκειται και για μια τεράστια επιχείρηση.

 

christiemurderatvicarage

tenlittleniggerschristie_cover

 

japanese_poirot

The monogram murders: Νέο βιβλίο με τον Πουαρώ

To γεγονός που φέτος συγκέντρωσε περισσότερο το ενδιαφέρον είναι η ‘επιστροφή’ του Ηρακλή Πουαρώ, γραμμένη από μια άλλη συγγραφέα, για πρώτη φορά σε ιστορία της Άγκαθα Κρίστι. Η Σόφι Χάνα, ποιήτρια και καταξιωμένη συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων η ίδια, ανέλαβε το δύσκολο έργο με την πλήρη συναίνεση της οικογένειας και του εγγονού της Άγκαθα Κρίστι, Mathew Prichard, 39 χρόνια μετά τον ‘θάνατο’ του Πουαρώ στην Αυλαία. Το βιβλίο, με τίτλο The monogram murders, που κυκλοφόρησε στις 8 Σεπτεμβρίου σε 28 γλώσσες, μετά από ένα χρόνο διαφήμισης κι ενώ έχει χαρακτηριστεί ένα από τα σπουδαιότερα εκδοτικά γεγονότα της χρονιάς, περιέχει όλα τα στοιχεία που αγάπησαν οι αναγνώστες της Άγκαθα Κρίστι: μυστήριο, ενδιαφέρουσες γυναικείες προσωπογραφίες, ρομάντζο, κοσμοπολιτισμό, Ηρακλή Πουαρώ. Κίνητρο για τη συγγραφή ενός νέου βιβλίου Άγκαθα Κρίστι, σύμφωνα με τους εκδότες, ήταν η ανάγκη να επικοινωνήσει η νεολαία με ένα τρόπο πιο σύγχρονο με τη θρυλική συγγραφέα. Αυτό, όπως έγραψε μια κριτικός, καθιστά τη Σόφι Χάνα, το medium, την ενδιάμεσο, αυτή που θα δημιουργήσει την αυταπάτη ότι η συγγραφέας του Ηρακλή Πουαρώ είναι ακόμη εδώ, ταυτόχρονα όμως επεσήμανε ότι έτσι χάθηκε το προσωπικό στίγμα της Χάνα. Η ίδια η συγγραφέας, ως μεγάλη θαυμάστρια της Άγκαθα Κρίστι, θεωρεί εξαιρετική εμπειρία την ανασκόπηση όλων των υπέροχων μυθιστορημάτων της, και είναι ενθουσιασμένη με τη δημιουργία της δικής της αστυνομικής ιστορίας με πρωταγωνιστή τον Πουαρώ.

Η ιστορία, που διαδραματίζεται το 1929 αλλά έχει τις ρίζες της 16 χρόνια πριν, ξεκινά όταν μια νεαρή γυναίκα στο εστιατόριο ενός ξενοδοχείου στο Λονδίνο, απευθύνεται στον Πουαρώ και του ανακοινώνει ότι πρόκειται να δολοφονηθεί, αλλά του ζητά να μη παρέμβει γιατί στο τέλος θα αποδοθεί δικαιοσύνη. Τρία πτώματα ανακαλύπτονται σε διαφορετικά δωμάτια του ξενοδοχείου με ένα μονόγραμμα τοποθετημένο στο στόμα τους.

Το μονόγραμμα αυτόματα ανακαλεί μερικά διάσημα βιβλία της Κρίστι, όπως το A.B.C murders ή το Μ ή Ν, αλλά θυμίζει και τα Πέντε γουρουνάκια, όπου μία νεαρή γυναίκα ζητά από τον Πουαρώ  να λύσει το μυστήριο της τραγωδίας που συνέβη στην οικογένειά της πολλά χρόνια πριν.

Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα τον Οκτώβριο από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Τα βιβλία της Άγκαθα Κρίστι, στην πλειοψηφία τους, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Λυχνάρι.

Διαβάστε το πρώτο κεφάλαιο στα αγγλικά εδώ

 

monogram murders

 

 

Share

Sarojini Sahoo: «Ο βιασμός είναι ένα όπλο που παραμορφώνει τη γυναικεία σεξουαλικότητα»

pg29b

του Γιάννη Κοντού

Γεννημένη σε μια μικρή πόλη στην Ινδία, η Sarojini Sahoo είναι η πιο καταξιωμένη και πολυβραβευμένη Ινδή φεμινίστρια συγγραφέας. Μας μιλά για τα παιδικά χρόνια και την εφηβεία της, το φεμινισμό στην Ινδία, την Virginia Woolf και την Judith Butler, τη θέση της γυναίκας στην ινδική κοινωνία, το βιασμό ως κοινωνικό φαινόμενο κι άλλα πολλά στη συνέντευξη που ακολουθεί.

Τι σε διαμόρφωσε ως άνθρωπο, φεμινίστρια, διανοούμενη; Ποιοι υπήρξαν οι πιο επιδραστικοί άνθρωποι στη ζωή σου και γιατί;

Είναι η λογοτεχνία που μου έδωσε την ταυτότητά μου κι ο μακαρίτης ο σύζυγός μου Jagadish Mohanty, που με διαμόρφωσε ως συγγραφέα και διανοούμενη από την εφηβική μου ηλικία. Υπήρξε ένας θαυμάσιος συγγραφέας και διαμορφωτής τάσεων στη λογοτεχνία Odia. Είναι δύσκολο, ξέρεις, για μια γυναίκα να γράφει με ειλικρίνεια μυθοπλασία, χωρίς να κρύβει τις εμπειρίες της. Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές συγγραφείς, με αναφέρουν ως μια ειλικρινή συγγραφέα κι ο άντρας μου ποτέ δεν παραπονέθηκε γι’ αυτό. Ήταν εραστής μου πριν το γάμο μας. Συνήθιζα να γράφω για τα συναισθήματά μου και ποτέ δε διαφώνησαν με αυτό ο πατέρας μου ή ο σύζυγός μου. Ως συγγραφέας, πάντοτε στάθηκε στο πλευρό μου, ανεξάρτητα από την πολεμική που μπορεί να προκαλούσαν τα γραπτά μου. Η σχέση μας δε θύμιζε τυπικό παντρεμένο ζευγάρι στην Ινδία, αλλά μια φιλία παρόμοια με εκείνη ανάμεσα στον Σαρτρ και την Σιμόν.

Σχετικά με το φεμινισμό, νομίζω ότι η ζωή μου είναι η πηγή της έμπνευσής μου. Είμαι η δεύτερη κόρη στην οικογένειά μου. Πριν τη γέννησή μου, ο πατέρας μου περίμενε γιο κι όταν γεννήθηκα δεν ήταν παρών στο δωμάτιο δίπλα στην μητέρα μου. Συνειδητοποιώντας πως ήμουν κοριτσάκι, η μητέρα μου υπέστη σοκ, γιατί η γέννησή μου μπορεί να αποτελούσε λόγο για την ταπείνωσή της στο μέλλον. Αργότερα μου είπε ότι δεν μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια, φοβούμενη να αντικρίσει τον πατέρα μου. Προσευχόταν όλη τη νύχτα στον Θεό να μου αλλάξει το φύλο, αλλά εκείνος δεν έδωσε σημασία στο κλάμα της κι έτσι το φύλο μου δεν άλλαξε. Ο πατέρας μου, ωστόσο, ήταν ξεροκέφαλος άνθρωπος και δεν μπορούσε να ξεπεράσει τη θλίψη του που δεν έγινε πατέρας ενός αγοριού. Ήθελε να ανατραφώ ως αγόρι. Η κόμμωσή μου ήταν τέτοια, ώστε, οποτεδήποτε με κοίταζε, να πιστεύει πως είναι ο περήφανος πατέρας ενός αγοριού. Με έντυναν με αγορίστικες μπλούζες και παντελόνια. Μέχρι που ο πατέρας μου με προσφωνούσε με αγορίστικο όνομα: Lala. Ποτέ δεν έπαιξα με κούκλες. Απολάμβανα όλες τις ελευθερίες που προορίζονταν για τα αγόρια, μέχρι που μπήκα στην εφηβεία.

Τη μέρα που η μητέρα μου είδε την πρώτη μου περίοδο, με πήγε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου έπρεπε να μείνω κρυμμένη για επτά μέρες, μακριά από κάθε αρσενικό πρόσωπο. Άκουγα πίσω από τον τοίχο τους θορύβους από τα παιχνίδια που έπαιζαν τα ξαδέρφια μου στο σπίτι, αλλά δε μου επιτρεπόταν να παίξω μαζί τους. Μετά από αυτό, με δίδαξαν ότι είμαι κορίτσι, γυναίκα, διαφορετική από τους άλλους και μου επέβαλαν λογοκρισία στις κινήσεις, το λόγο και το ντύσιμό μου. Δε με άφηναν να μένω εκτός σπιτιού τα βράδια, ούτε και να παίζω με τα ξαδέρφια μου. Αυτοί οι περιορισμοί ίσως με έκαναν επαναστάτρια κι αργότερα έγινα φεμινίστρια συγγραφέας. Στα διηγήματά μου Udibar Bela («Time to fly») και Moho Banga («End of the fascination»), τα οποία είναι γραμμένα στη γλώσσα Oriya και δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί στα αγγλικά, έχω περιγράψει αυτές τις εφηβικές μου εμπειρίες.

Συχνά σε έχουν συγκρίνει με την Virginia Woolf και την Judith Butler. Νομίζεις ότι τέτοιοι παραλληλισμοί είναι βάσιμοι; Πώς αντιλαμβάνεσαι, αρθρώνεις και βιώνεις το φεμινισμό, σε ένα ανατολικό πολιτισμικό πλαίσιο;

Ο Ορλάντο- Μια βιογραφία της Virginia Woolf είναι ένα εντυπωσιακό πεδίο συζήτησης σχετικά με την ταυτότητα φύλου. Στα πλαίσια του στοχασμού για την ιδέα της ταυτότητας, της θηλυκότητας, της αρρενωπότητας και της σεξουαλικής επιθυμίας, ο «Ορλάντο» παρέχει μια ανάλαφρη καταγραφή της «θεωρίας της σεξουαλικότητας» της Woolf, που ακόμη αιχμαλωτίζει την προσοχή των αναγνωστών. Εμπνεόμενη από την άνοδο της «νέας επιστήμης της σεξολογίας» και της ψυχανάλυσης, καθώς και από την προσωπική της κλίση προς το σαπφισμό, η Woolf σχολιάζει στον «Ορλάντο» την ουσία του σεξ, τη φύση των φυλετικών ρόλων, το ρόλο της ενδυμασίας στην ταυτότητα φύλου και το σεξουαλικό προσανατολισμό. Στο μυθιστόρημά της, ο ήρωας αισθάνεται ότι έχει μεταμορφωθεί σε γυναίκα. Η έννοια της «σωστής ψυχής στο λάθος σώμα» εξελίχτηκε από αυτό το μυθιστόρημα στο αναλυτικό μοντέλο της «queer theory» που εισήγαγε η Judith Butler, το οποίο δραματοποιεί ασυνέχειες στις υποτιθέμενα σταθερές σχέσεις ανάμεσα στο χρωμοσωματικό σεξ, το φύλο και τη σεξουαλική επιθυμία. Στο βιβλίο μου Sensible Sensuality πραγματεύομαι ορισμένες από αυτές τις αντιλήψεις. Μπορώ να κατανοήσω τη θέση των μεσοφυλικών (intersexuals) και των διεμφυλικών (transsexuals) που γεννιούνται με διαφορετικά βιολογικά σώματα. Πρέπει να υπάρχουν λογικά βήματα, ώστε όλοι να αισθάνονται άνετα και να ενσωματωθούν στο mainstream. Αυτό, στο οποίο είμαι αντίθετη, είναι τα κλισέ της pop κουλτούρας που εκφράζουν αισθήματα όπως «άντρας παγιδευμένος στο σώμα μιας γυναίκας», ή «γυναίκα παγιδευμένη στο σώμα ενός άντρα».

Ποια είναι, γενικότερα, η θέση της γυναίκας στην ινδική κοινωνία;

Στην Ινδία, οι προσυμφωνημένοι γάμοι πάντοτε προτιμώνται κι οι γάμοι από αγάπη θεωρούνται ζήτημα που προκαλεί κοινωνική ενόχληση. Πολλοί Ινδοί υποστηρίζουν ότι οι προσυμφωνημένοι γάμοι είναι πιο επιτυχημένοι από τους γάμους στη Δύση, ιδίως αν πάρει κάποιος υπόψη τα τεράστια ποσοστά διαζυγίων. Η ρομαντική αγάπη δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σ’ ένα καλό γάμο και συχνά αποτυγχάνει, όταν το πάθος υποχωρεί. Μια ανύπαντρη κόρη φέρνει ντροπή στην οικογένειά της κι είναι βάρος. Από τη στιγμή, όμως, που θα παντρευτεί, θεωρείται ιδιοκτησία των πεθερικών της. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ανύπαντρες, διαζευγμένες, μόνες ή άπιστες γυναίκες αντιμετωπίζονται ως παρίες. Το να ζεις με τον σύντροφό σου εκτός γάμου είναι ακόμη ουσιαστικά ανήκουστο.

Κατά τη διάρκεια του γάμου, ο πατέρας της νύφης είναι υποχρεωμένος να πληρώσει προίκα με τη μορφή μεγάλου χρηματικού ποσού, επίπλων, κοσμημάτων και ακριβών οικιακών ειδών- ακόμη και σπιτιών και ακριβών διακοπών στο εξωτερικό στον γαμπρό. Κι όμως, η φράση «το κάψιμο της νύφης», επινοήθηκε στην Ινδία αφότου είτε οι σύζυγοι ή τα πεθερικά πολλών νεαρών νυφών πυρπόλησαν τα σάρι που εκείνες φορούσαν, εξαιτίας της αποτυχίας των πατεράδων τους να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας υψηλότερης προίκας. Καθώς υπάρχει το έθιμο της κοινής οικογένειας, μια νύφη έχει να αντιμετωπίσει τα τυραννικά πεθερικά της. Παρόλα αυτά η παραδοσιακή ινδική κοινωνία απορρίπτει τις διαζευγμένες. Σε ό,τι αφορά τη σεξουαλικότητα, ο ενεργός ρόλος της γυναίκας ποτέ δεν ήταν αποδεκτός και δε θεωρείται ότι η γυναίκα πρέπει να εκφράζει ανοιχτά τις σεξουαλικές της επιθυμίες. Γι’ αυτό θα βρεις πολλές γυναίκες που μπήκαν στην εμμηνόπαυση, χωρίς ποτέ να έχουν  στη ζωή τους οργασμό.

Τους απαγορεύεται, εξάλλου, να συμμετέχουν σε θρησκευτικές τελετουργίες. Στον τομέα της πολιτικής, αν και όλα τα κόμματα έχουν στο προγραμματικό επίπεδο δεσμευτεί ότι θα διαθέσουν το 33% των εδρών στην Κάτω Βουλή και σε όλα τα κρατικά νομοθετικά σώματα σε γυναίκες, αυτό δεν έχει γίνει νόμος, γιατί τα κόμματα που κυριαρχούνται από άντρες είναι αντίθετα. Στα οικονομικά, αν και επιτρέπεται στις γυναίκες να δουλεύουν εκτός σπιτιού, τους αρνούνται τα δικαιώματά τους σε οικιακά ζητήματα. Η γυναίκα πρέπει να είναι υπεύθυνη για την κουζίνα, ακόμη κι αν εργάζεται και χρειάζεται γι’ αυτό το λόγο να βρίσκεται εκτός σπιτιού. Ο άντρας, ακόμη κι αν είναι άνεργος, δε μαγειρεύει, γιατί υποτίθεται ότι κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στον ανδρισμό του. Σύμφωνα με το νόμο, ωστόσο, οι γιοι κι οι κόρες έχουν ίσα δικαιώματα στην πατρική περιουσία, αλλά, ακόμη και τώρα, στην πράξη η ιδιοκτησία αλλάζει χέρια από τον πατέρα στον σύζυγο κι έπειτα στον γιο κι ο ρόλος της κόρης ή της νύφης δεν είναι αποδεκτός. Αυτές είναι νομίζω ορισμένες κοινωνικές συνθήκες που διαφοροποιούν τον ινδικό από το δυτικό φεμινισμό.

Σύμφωνα με τον ινδικό ποινικό κώδικα, τι θεωρείται βιασμός; Αφορά και στο εξαναγκαστικό σεξ εντός γάμου; Ως φαινόμενο, πόσο συχνός είναι, συγκριτικά με δυτικές ή αφρικανικές χώρες; Και ποιο είναι το «προφίλ» του μέσου θύματος από κοινωνικο-οικονομικής και εκπαιδευτικής άποψης, καθώς και του δράστη;

Υπάρχουν ορισμένα σημεία στο νόμο που είναι ανοιχτά σε συζήτηση. Η σεξουαλική πράξη ανάμεσα σε έναν άντρα και τη γυναίκα του, όταν εκείνη είναι μεγαλύτερη από 15 χρονών, δεν είναι βιασμός. Η σεξουαλική πράξη υπό κράτηση (αστυνομικοί, δεσμοφύλακες, δημόσιοι υπάλληλοι, διευθυντές δημόσιων νοσοκομείων), θεωρείται αδίκημα, ακόμη κι αν γίνεται με τη συναίνεση της γυναίκας. Στο σύνολό του, ο νόμος χαρακτηρίζεται από προκατάληψη απέναντι στο θύμα. Αν το θύμα είναι ανήλικη, πρέπει ο κατηγορούμενος να αποδείξει την αθωότητά του. Αν, όμως, είναι ενήλικη, εναπόκειται σε εκείνη να αποδείξει τις κατηγορίες της. Κατά συνέπεια, η υπεράσπιση επιδιώκει να αποδείξει ότι το θύμα είναι ενήλικη. Επιπλέον, εκτός κι αν η γυναίκα εξεταστεί ιατρικά μέσα σε 24 ώρες, καθίσταται δύσκολο να αποδειχτεί ότι υπέστη βιασμό.

Σύμφωνα με κάποια διάταξη, «όταν ένας άντρας διώκεται για βιασμό ή απόπειρα βιασμού, μπορεί να καταδειχτεί ότι η ενάγουσα (το θύμα) είναι άτομο με ανήθικο χαρακτήρα». Όταν οι ίδιοι οι νόμοι κουβαλούν μια εγγενή προκατάληψη, σε ποιο βαθμό μπορούν τα θύματα να είναι βέβαια ότι θα αποδοθεί δικαιοσύνη;

Ο βιασμός είναι ένα όπλο που παραμορφώνει τη γυναικεία σεξουαλικότητα, περιορίζει την ελευθερία κινήσεών της και παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματά της. Ένας βιαστής όχι μόνο παραβιάζει την ιδιωτικότητα του θύματος και την προσωπική του ακεραιότητα, αλλά και του προκαλεί σοβαρή ψυχολογική και σωματική βλάβη. Το 2006 ο μεγαλύτερος αριθμός κρουσμάτων είχε καταγραφεί την άνοιξη και το καλοκαίρι. Το Φεβρουάριο εκείνου του χρόνου είχαν διαπραχθεί 9 βιασμοί, ενώ το Μάρτιο ο αριθμός τους έφτασε τους 15, το Μάη ανέβηκε στους 22 και τον Ιούνη στους 23. Είναι γεγονός ότι μόνο το 20% των δραστών είναι οι λεγόμενοι σεξομανείς. Ένα άλλο 30% είναι μεθυσμένοι έφηβοι ή εγκληματίες που έχουν αφεθεί ελεύθεροι. Στις μισές από αυτές τις περιπτώσεις, ο βιαστής είναι ένα άτομο, με το οποίο το θύμα ήδη έχει οικειότητα, ακόμη κι αν είχαν μόλις συναντηθεί σε σπίτι κοινού γνωστού ή σε κάποια στάση λεωφορείου. Στην περίπτωση των εφήβων κοριτσιών, που δεν μπορούν πάντοτε να πουν «όχι» σε έναν ενήλικο, τα ποσοστά είναι ακόμη υψηλότερα: 4 από τα 5 θύματα σεξουαλικών εγκλημάτων υπέφεραν στα χέρια ενός γείτονα, συμμαθητή ή οικογενειακού φίλου. Πώς μπορεί, λοιπόν, κάποιος να ισχυριστεί ότι το δικαίωμα της γυναίκας πάνω στο σώμα της ευθύνεται για την αύξηση του ποσοστού των βιασμών;

Στη Δανία, για παράδειγμα, το 2007 υπήρχαν 6 καταγεγραμμένοι σεξουαλικοί εγκληματίες, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Δε γνωρίζουμε αν παραμένουν σε αυτή. Η αναλογία κατοίκων και σεξουαλικών εγκληματιών στη συγκεκριμένη χώρα είναι 357 προς 1.

Στην Ινδία, μια Dalit, ή μια γυναίκα που προέρχεται από κάποια φυλή, όχι μόνο παλεύουν εξαιτίας του χαμηλότερου οικονομικού status τους, αλλά είναι υποχρεωμένες να ζουν διατρέχοντας σοβαρό κίνδυνο να υποστούν βία βασισμένη στο φύλο τους. Το 40% όλων των περιστατικών σεξουαλικής κακομεταχείρισης αποτελούν οι αιμομιξίες, δράστες των οποίων είναι γνωστά μέλη της οικογένειας. Η οικιακή βία, οι ομαδικοί βιασμοί γυναικών χαμηλότερων τάξεων από άντρες που προέρχονται από υψηλότερες, η σωματική βία από αστυνομικούς προς γυναίκες από φυλές, όλα αυτά συντελούν στο αίσθημα ανασφάλειας των γυναικών στην Ινδία και εμποδίζουν την ανάπτυξή τους. Οι διαχωρισμοί σε τάξεις και κάστες δυσκολεύουν, επίσης, τις φτωχές, χαμηλότερων τάξεων και προερχόμενες από φυλές γυναίκες να αποκτήσουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη ως θύματα και επιζήσασες βίαιων περιστατικών. Αν και το Υπουργείο για την Ανάπτυξη των Γυναικών και των Παιδιών κι η Εθνική Επιτροπή για τις Γυναίκες έχουν συμβουλέψει την κυβέρνηση να αναθεωρήσει τον Κώδικα Ποινικής Διαδικασίας του 1973 και την Ινδική Αποδεικτική Πράξη του 1872, προκειμένου να επαναπροσδιοριστεί η έννοια του βιασμού, έτσι ώστε να περιλαμβάνει όλων των ειδών τις σεξουαλικές επιθέσεις, οι περισσότερες γυναίκες ακόμη έρχονται αντιμέτωπες με το βιασμό στα πλαίσια της έγγαμης ζωής τους.

Η μοχθηρότητα ορισμένων από τα πρόσφατα περιστατικά βιασμών (σε ορισμένες περιπτώσεις ακολουθούμενα από βάναυσους φόνους) και η ευρύτατη κάλυψή τους από τα Μ.Μ.Ε. έχουν προκαλέσει λαϊκή κατακραυγή τόσο στην Ινδία, όσο και διεθνώς. Είναι πιθανό η συνειδητοποίηση της σοβαρότητας τέτοιων γεγονότων να φέρει, με τον καιρό, την αλλαγή και να ριζοσπαστικοποιήσει τα άτομα εκείνα που περισσότερο επηρεάζονται από αυτές τις πράξεις;

Το γεγονός ότι γίνονται όλο και περισσότερες καταγγελίες δε σημαίνει πως το ποσοστό βιασμών αυξάνεται, αλλά ότι οι γυναίκες υψώνουν τη φωνή τους εναντίον αυτής της μορφής βίας. Επειδή το κύρος της οικογένειας θεωρείται σημαντικό, τόσο τα θύματα βιασμού όσο και οι οικογένειές τους τον κρατάνε μυστικό, γιατί φοβούνται πως θα ντροπιαστούν κοινωνικά. Αλλά μετά το βιασμό στο Δελχί στις 16 Δεκεμβρίου 2013, οι γυναίκες έχουν γίνει πιο θαρραλέες. Τα Μ.Μ.Ε. έπαιξαν ένα πολύ υποστηρικτικό ρόλο. Η αλλαγή του status των γυναικών είναι καλό σημάδι. Δεν αρκούν μόνο τα νομικά βήματα για να αλλάξει η κοινωνία μας. Έχουν υπάρξει αρκετές αλλαγές στη νομική αντιμετώπιση των βιασμών, παρατηρούνται, όμως, ακόμη διαφορές σε σχέση με το πώς αυτοί αντιμετωπίζονται σε δυτικές χώρες. Για παράδειγμα, ο νόμος δεν παρέχει ξεχωριστές και ταχείες δίκες σε περιπτώσεις βιασμού παιδιών. Αλλά κι ορισμός του βιασμού είναι πολύ περιοριστικός. Για να στοιχειοθετηθεί, πρέπει να αποδειχτεί η διείσδυση. Κάποιος μπορεί να βιάσει μια γυναίκα το ίδιο ή περισσότερο βίαια χρησιμοποιώντας ένα σιδερένιο ραβδί. Κι όμως, ένας τέτοιος άνθρωπος δε θα κριθεί ένοχος για βιασμό. Πολλές τέτοιες υποθέσεις έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Αν κάτι θα μπορούσε να αλλάξει αυτή την κατάσταση, είναι μονάχα η νοοτροπία μας. Αν, λοιπόν, οι γονείς συμβούλευαν τους γιους τους «μη νομίζετε ότι όταν μια γυναίκα σας χαμογελά σας αγαπάει ή έχετε δικαίωμα πάνω στο σώμα της».

Είσαι μια από τις λίγες Ινδές συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με το λεσβιακό σεξ. Σε ποιο βαθμό η ομοφυλοφιλία, ανδρική και γυναικεία, είναι ένα ταμπού στην ινδική κοινωνία και πώς αντιμετωπίζονται συνήθως οι ομοφυλόφιλοι σε θεσμικό και κοινωνικό επίπεδο;

Έχω γράψει μια λεσβιακή ιστορία με τίτλο Behind the scene (εδώ) κι ένα μυθιστόρημα στη γλώσσα Odia που τιτλοφορείται Asamajik (σημαίνει «αντικοινωνικός»). Η ομοφυλοφιλία, ανδρική και γυναικεία, είναι πολύ συνήθης στην Ινδία, αλλά οι άνθρωποι δε θεωρούν συνήθεις τέτοιου είδους σχέσεις. Ακόμη κι ο νόμος δεν επιτρέπει στα ομοφυλόφιλα ζευγάρια να ζουν τη ζωή τους με περηφάνια. Το 2009, το Ανώτατο Δικαστήριο στο Δελχί αποφάσισε ότι διάφορες νομικές απαγορεύσεις ιδιωτικών, ενήλικων, συναινετικών και μη εμπορευματικών σχέσεων ανάμεσα σε άτομα του ίδιου φύλου παραβιάζουν ευθέως τα θεμελιώδη δικαιώματα που παρέχει το Σύνταγμα. Παρόλα αυτά, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας ανέτρεψε την απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου στις 11 Δεκεμβρίου 2013 και διατήρησε την ισχύ προηγούμενων διατάξεων. Οι ομοφυλόφιλοι εξακολουθούν να παλεύουν για τα δικαιώματά τους.

Περισσότερες πληροφορίες για την Sarojini Sahoo και το έργο της μπορείτε να αναζητήσετε στο site της .

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

Share

Ναντίν Γκόρτιμερ (1923-2014) “Το τσεκούρι που σπάει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας”

της Σοφίας Ξυγκάκη

«….μια καλή εφημερίδα σου λέει τι συνέβη. Αλλά είναι οι θεατρικοί συγγραφείς, οι μυθιστοριογράφοι, οι ποιήτριες κι οι ποιητές, οι διηγηματογράφοι που σου δίνουν κάποια ιδέα για το γιατί».

Εμβληματική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας, η Ναντίν Γκόρντιμερ γεννήθηκε το 1923 στο Σπρινγκς της Νοτίου Αφρικής, κοντά στο Γιοχάνεσμπουργκ, όπου έζησε όλη τη ζωή της. Από γονείς εβραίους, η μητέρα αγγλικής και ο πατέρας ρώσικης καταγωγής, ενηλικιώθηκε στη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου και ήταν 25 χρονών όταν εγκαθιδρύθηκε το Απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική.

Προσωπικές εμπειρίες από το καθεστώς, όπως η εισβολή της αστυνομίας στο σπίτι της για να συλλάβει τη μαύρη οικιακή βοηθό,  καθώς και η σύλληψη της ακτιβίστριας και φίλης της Bettie du Toit αργότερα, όχι μόνο θα την ωθήσουν να στρατευθεί ενάντια στο Απαρτχάιντ και να γραφτεί στο Εθνικό Αφρικανικό Κογκρέσο (ANC), ενώ αυτό ήταν παράνομο, αλλά θα αποτελέσουν τη θεματολογία πολλών μυθιστορημάτων της. Στο πρώτο από αυτά, το The lying days που εκδόθηκε το 1953, σκιαγραφείται, ήδη, σε πρωτόλεια μορφή, η σύγκρουση ανάμεσα στο πολιτικό και το προσωπικό, η αλληλεπίδραση της ηθικής δέσμευσης με το συναίσθημα, η επιρροή που ασκούν εξωτερικοί παράγοντες και ανατρέπουν τις προσωπικές επιλογές και τη ζωή. Μοτίβα που επανέρχονται σε όλο της το έργο.

Εξάλλου, το 1991, όταν παρέλαβε το βραβείο Νόμπελ, δύο χρόνια μετά την έκδοση του «φετφά» που καταδίκαζε τον Σαλμάν Ρούσντι σε θάνατο, η σχέση ανάμεσα στη γραφή και την ύπαρξη, ανάμεσα στο να υπάρχεις ως συγγραφέας και να αντιδράς ως υπεύθυνο άτομο, να είσαι παρούσα και παρών τη συγκεκριμένη στιγμή, στο συγκεκριμένο μέρος, όπως και το καθήκον που έχει η γλώσσα να προστατεύεται από τα ίδια της τα ψεύδη, ήταν στο κέντρο της ομιλίας της. Γι’ αυτήν ο συγγραφέας πρέπει «να δημιουργεί θραύσματα αλήθειας, η οποία είναι η κατεξοχήν αδιαπραγμάτευτη λέξη, που ποτέ δεν πρέπει να αλλοιώνεται από τις παραπαίουσες προσπάθειες μας να την ονοματίσουμε και να την καταγράψουμε, που δεν την αλλοιώνουν τα ψέματα, οι σοφιστείες,  οι μολυσμένες από τον ρατσισμό λέξεις, ο σεξισμός, η κυριαρχία, η εξύμνηση της καταστροφής, οι κατάρες και οι διθύραμβοι». Και με τα λόγια του Καμύ «κάποιος υπηρετεί ολοκληρωτικά τον άνθρωπο ή δεν τον υπηρετεί. Κι αν ο άνθρωπος χρειάζεται ψωμί και δικαιοσύνη [..], χρειάζεται και την ομορφιά που είναι το ψωμί της καρδιάς..» αλλά και του Μάρκες «ο καλύτερος τρόπος για να εξυπηρετήσει κανείς την επανάσταση είναι να γράφει όσο καλύτερα μπορεί» συνόψισε τη δική της στάση σε σχέση με την τέχνη και τη προσωπική στράτευση.

Το γράψιμό της επηρεαζόταν πολύ από τις συνθήκες ζωής μιας χώρας που άλλαζε ραγδαία και τα θέματά της αφορούσαν τη μοναξιά, την απώλεια προσώπων αλλά και κομματιών του εαυτού που δεν υπήρχαν πια, ενώ δεν έπαυε να επαναλαμβάνει ότι μόνο αν προσπαθείς για την αλήθεια έχει νόημα η ζωή. Μέχρι την πτώση του καθεστώτος, στα βιβλία της, όπως Ο συντηρητής, στηλιτεύει την υποκρισία των λευκών και την υποτιθέμενη άγνοιά τους για όσα συνέβαιναν στη χώρα και, σε κάποια από αυτά, όπως Ο ύστερος αστικός κόσμος, είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία τους για χρόνια.

Υπήρξε στενή φίλη και συνεργάτις του Μαντέλα και πολέμια κάθε μορφής ρατσισμού και σεξισμού χωρίς διακρίσεις. Όπως είχε πει, στη διάρκεια του Απαρτχάιντ, υπήρχε ένα άγραφος νόμος και για τους μαύρους συγγραφείς, ένα είδος ηθικού πουριτανισμού∙ έτσι, αυτοί δεν είχαν την ελευθερία να υπάρχει ένας λευκός χαρακτήρας στα βιβλία τους που να είναι ανθρώπινος ή αξιοπρεπής∙ ενώ ο μαύρος έπρεπε πάντα να παρουσιάζεται  ευγενής και τέλειος. Παρόλα αυτά, οι σχέσεις ανάμεσα στους μαύρους και τους λευκούς συγγραφείς δεν είχαν επηρεαστεί από αυτές τις ηθικές δεσμεύσεις.

Σύμφωνα με τον Κουτσύ, το τέλος του Απαρτχάιντ σήμανε και την καλλιτεχνική της απελευθέρωση, αφού πια δεν αισθανόταν την ηθική υποχρέωση να μεταφέρει στα βιβλία της την οδύνη της με ρεαλιστικούς όρους κι έτσι η γραφή της έγινε πιο δύσκολη και υπαινικτική, εκφράζοντας  μιαν ανάγκη περισσότερο εσωτερική και καλλιτεχνική παρά ιδεολογική.

Πολλοί είναι οι συγγραφείς που υπήρξαν σημείο αναφοράς γι’ αυτήν:

Με τους λατινοαμερικάνους συγγραφείς, όπως τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ή τον Κάρλος Φουέντες, θεωρούσε ότι μοιραζόταν την κοινή εμπειρία της καταστολής.

Λάτρης της μικρής φόρμας, είχε επηρεαστεί από τους διηγηματογράφους των νότιων πολιτειών της Αμερικής, όπως τη Γιουντόρα Γουέλτι αλλά και τον Έρνστ Χεμινγουέι, του οποίου θαύμαζε τα διηγήματα αλλά, όπως είχε πει, όχι την τριτοπρόσωπη αφήγηση και τον πανταχού παρόντα συγγραφέα/αφηγητή. Ήθελε η όψη των προσώπων, στα δικά της βιβλία, να αποκαλύπτονται σταδιακά, χωρίς η ίδια να την περιγράφει εκ των προτέρων και η ανάγκη να περιγραφούν τα φυσικά χαρακτηριστικά τους να προκύπτει από τις ανάγκες της μυθοπλασίας∙ επιδίωξή της ήταν αυτά να αναγνωρίζονται από μια φράση ή τον τόνο της ‘φωνής’ τους και οι εσωτερικοί μονόλογοι να αποδίδουν τις διαφορετικές οπτικές γωνίες του έργου, ανακαλώντας έτσι τους μοντέρνους συγγραφείς, όπως τον Προυστ και τον Φόρστερ, που θεωρούσε δασκάλους της.

Πίστευε ότι ο εγκέφαλος δεν έχει φύλο κι ότι οι συγγραφείς είναι ανδρόγυνα, παραπέποντας στη Βιρτζίνια Γουλφ.

Όταν κάποτε θέλησε να περιγράψει πώς η ίδια επιθυμεί να είναι ένα μυθιστόρημα ή οποιαδήποτε ιστορία, χρησιμοποίησε μια φράση του Κάφκα: «Ένα βιβλίο θα έπρεπε να είναι ένα τσεκούρι για να σπάει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας».

 

Βιβλία της που έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά:

Ένας τυχαίος εραστής, Εκδόσεις Καστανιώτη  2010

Ο συντηρητής, Εκδόσεις Καστανιώτη  2010

Το όπλο του σπιτιού, Εκδόσεις Καστανιώτη  2009

Ο Μπετόβεν ήταν κατά το 1/16 μαύρος, Εκδόσεις Καστανιώτη 2008

Ξύπνα!, Εκδόσεις Καστανιώτη  2006

Λεηλασία και άλλες ιστορίες, Εκδόσεις Καστανιώτη  2005

Μια ιδιοτροπία της φύσης, Εκδόσεις Καστανιώτη 2005

Ζώντας με την ελπίδα και την ιστορία, Εκδόσεις Καστανιώτη  2004

Κανείς να μη με συνοδεύσει, Οδυσσέας  1995

Η ιστορία του γιου μου, Εκδόσεις Καστανιώτη  1992

Οι άνθρωποι του Τζούλι, Εκδοτικός οίκος Α.Α. Λιβάνη  1991

Ο ύστερος αστικός κόσμος, Μέδουσα  1988

Η κόρη του Μπέρτζερ, Οδυσσέας 1985

 

This slideshow requires JavaScript.

Share

Αναγνώσεις ενός ποιήματος: Μπαμπάς της Σύλβια Πλαθ

Η Σύλβια Πλαθ μωρό με τους γονείς της, Αουρέλια και Όττο. Φωτογραφία: Smith College/Mortimer Rare Book Room

της Σοφίας Ξυγκάκη

Από την ψυχανάλυση στους φακέλους του FBI

Η πατρική μορφή εμφανίζεται σε όλο το ποιητικό έργο της Πλαθ: στα πρώτα ποιήματα σπαρακτικά, ως οδυνηρή απώλεια, αλλά και ως τρυφερή ανάκληση ταυτισμένη με τον γενέθλιο τόπο που η οικογένεια θα εγκαταλείψει οριστικά το 1942, μετά τον θάνατο του πατέρα∙ στη συλλογή Άριελ, κυρίως στο ποίημα Μπαμπάς που παρουσιάζουμε εδώ, η μορφή του ξεπροβάλλει απειλητική, κυριαρχική, γκροτέσκα,  ενώ ο ρυθμός του ποιήματος παραπέμπει σε nursery rhyme, δηλαδή σε παιδικό νανούρισμα.

Ο Όττο Πλαθ, πατέρας της Σύλβια Πλαθ, είχε γεννηθεί το 1885 στο Grabow, μια κωμόπολη της Γερμανίας που, αργότερα, μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, θα βρεθεί στον λεγόμενο Πολωνικό Διάδρομο, τη λωρίδα που αναγκάστηκε η Γερμανία να παραχωρήσει στη Πολωνία και στη συνέχεια θα γινόταν η αφορμή που θα πυροδοτούσε την έναρξη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου. Η εθνικότητά του θεωρείται αβέβαιη καθώς οι γονείς ήταν Γερμανοί αλλά η μία γιαγιά Πολωνή. Έφηβος μεταναστεύει με τους παππούδες στην Αμερική που χρηματοδοτούν τις σπουδές του, με την προϋπόθεση να γίνει λουθηριανός ιερέας. Εγκαταλείποντας αυτό το σχέδιο, έρχεται σε οριστική ρήξη με την οικογένεια του και σπουδάζει βιολογία, εντομολογία και γερμανική φιλολογία, ενώ το παρατσούκλι του είναι “bienenkӧnig”, βασιλιάς των μελισσών, εξαιτίας της ενασχόλησης του με αυτές. Θα διδάξει για πολλά χρόνια στο Boston University. Όταν πεθαίνει το 1940 από επιπλοκές του διαβήτη η κόρη του είναι 8 χρονών.

Η Πλαθ σε μια εκπομπή στο BBC είχε δώσει μια φροϋδική ερμηνεία του συγκεκριμένου ποιήματος: «η φωνή του ποιήματος ανήκει σε μια κοπέλα με το σύνδρομο της Ηλέκτρας. Ο πατέρας της πέθανε όταν αυτή τον θεωρούσε θεό. Η κατάσταση περιπλέκεται και από το γεγονός ότι ο πατέρας της ήταν ναζιστής και η μητέρας της πιθανότατα λίγο Εβραία. Στην κόρη οι δυο τάσεις συγκρούονται και αλληλοεξουδετερώνονται – αυτή θα πρέπει να ζήσει την τρομερή μικρή αλληγορία για ακόμη μια φορά πριν απαλλαγεί απ’ αυτήν».

Πολλές ερμηνείες του ποιήματος είναι ψυχαναλυτικής κατεύθυνσης: η αναφορά στο πόδι παραπέμπει στη γάγγραινα και την κατάσταση υγείας του Πλαθ που ο ίδιος παραμέλησε προκαλώντας τον θάνατο του, εγκαταλείποντας έτσι την κόρη του, ενώ σε άλλα σημεία η εικόνα του πατέρα ταυτίζεται με αυτήν του συζύγου Τεντ Χιουζ.

Μετά τη δημοσίευση του ποιήματος υπήρξαν πολλές αναφορές στην ιδεολογία του Όττο Πλαθ, χωρίς στοιχεία∙ πρόσφατα, μάλιστα, με αφορμή την επέτειο θανάτου της Σύλβια Πλαθ, άρθρο ελληνικού σάιτ χαρακτήρισε τον πατέρα της «εξόριστο ναζιστή», ισχυρισμός εκτός από ακατανόητος και αβάσιμος. Αλλά και το  ότι η Πλαθ τον αποκαλεί ναζιστή, μεταφορικά, εξαιτίας του αυταρχικού του χαρακτήρα και των αυστηρών παιδαγωγικών μεθόδων του, μοιάζει, επίσης, αυθαίρετος αφού, σύμφωνα με το  βιογραφικό του, υπήρξε θερμός υποστηρικτής της μοντεσσοριανής αγωγής, σε αντίθεση με τη μητέρα της Πλαθ, Αουρέλια, η οποία ήταν υπέρ της παραδοσιακής παιδαγωγικής μεθόδου.

Μόλις πριν από δύο χρόνια, έγινε γνωστός ένας φάκελος του FBI* σύμφωνα με τον οποίο, στις αρχές του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, είχε έντονα πιθανολογηθεί ότι ο Όττο Πλαθ έτρεφε φιλογερμανικά αισθήματα, καθώς είχε δηλώσει στους ανακριτές ότι μετά το τέλος του πολέμου θα ήθελε να επιστρέψει στη Γερμανία∙ και παρόλο που είχε έρθει στις ΗΠΑ «λόγω των καλύτερων συνθηκών», στη συνέχεια είχε υπερασπιστεί την πατρίδα του λέγοντας ότι κάποια πράγματα ήταν σάπια στη Γερμανία, όμως ο Γερμανικός λαός δεν ήταν εξολοκλήρου σάπιος.

Οι μελετητές του έργου του Όττο Πλαθ ξαφνιάστηκαν με τις κατηγορίες, όπως και η Heather Clark, συγγραφέας μιας νέας βιογραφίας της Πλαθ, που τις απορρίπτει  χαρακτηρίζοντάς τον ειρηνιστή.

Μερικοί κριτικοί, τέλος, επεσήμαναν τη χρήση της  λέξης root, ρίζα, στο ποίημα, ως το αντίθετό της, uproot, κάνοντας άμεση νύξη στην εμπειρία του ξένου και της εκρίζωσης, όχι μόνο του Πλαθ και της γυναίκας του Αουρέλια, που επίσης λόγω της αυστριακής καταγωγής της είχε βιώσει από μικρή σκληρή αντιμετώπιση, αλλά βέβαια και της ίδιας της Σύλβια Πλαθ.

* http://www.theguardian.com/books/2012/aug/17/sylvia-plath-otto-father-files

YouTube Preview Image

 

Μπαμπάς

Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις

πια, μαύρο παπούτσι

που μέσα σου έζησα σαν πόδι

τριάντα χρόνια, κάτασπρο και φτωχό,

χωρίς να τολμώ να ανασάνω ή να φταρνιστώ.

 

Μπαμπά, έπρεπε να σε σκοτώσω.

Πέθανες προτού προλάβω —

ασήκωτος σαν μάρμαρο, ένα τσουβάλι γεμάτο Θεό,

αποτρόπαιο άγαλμα με ένα δάχτυλο ποδιού μελανό

μεγάλο σαν φώκια του Φρίσκο

 

και το κεφάλι στον φρικτό Ατλαντικό

όπου η βροχή βάφει πράσινο το κυανό

στα νερά έξω απ’ το όμορφο Nauset.

Προσευχόμουν να σε ξαναβρώ.

Ach, du.

 

Στη γερμανική γλώσσα, στην πολωνική πόλη

που ισοπέδωσε ο οδοστρωτήρας

του πολέμου, του πολέμου, του πολέμου.

Όμως το όνομα της πόλης είναι κοινό.

Η Πολωνέζα φίλη μου

 

είπε πως υπάρχουν ντουζίνες δυο

κι έτσι ποτέ δεν μπόρεσα να βρω

το ίχνος σου, τη ρίζα σου

ποτέ δεν μπόρεσα αυτά που ήθελα να σου πω.

Η γλώσσα μου κολλούσε στον ουρανίσκο.

 

Κολλούσε σε θηλιά από σύρμα αγκαθωτό.

Ich, ich, ich, ich.

Λέξη δεν μπορούσα να αρθρώσω σχεδόν.

Εσένα έβλεπα σε κάθε Γερμανό.

Κι η γλώσσα αισχρή

 

μια ατμομηχανή, μια ατμομηχανή

σαν να ήμουν Εβραία μ’ έπαιρνε μακριά από δω.

Μια Εβραία στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.

Άρχισα σαν Εβραία να μιλώ.

Εβραία πως θα ‘μαι θαρρώ.

 

Τα χιόνια του Τιρόλου, η κρυστάλλινη μπίρα της Βιέννης

ούτε το ‘να ούτε τ’ άλλο απόλυτα καθαρό ή αληθινό.

Με την τσιγγάνα προγιαγιά μου το αλλόκοτο μου ριζικό

και τα χαρτιά μου τα ταρό και τα χαρτιά μου τα ταρό

λιγάκι Εβραία πως είμαι θαρρώ.

 

Πάντα σε φοβόμουν εγώ,

με τη Lufrwaffe σου, τ’ αλαμπουρνέζικά σου.

Το μικρό σου το μουστάκι

και το άριο μάτι σου, γαλάζιο φωτεινό.

Panzer-man, Panzer-man, αχ Εσύ —

 

δεν είσαι Θεός παρά σβάστικα μαύρη

που κρύβει ολόκληρο τον ουρανό.

Όπως όλες οι γυναίκες έναν φασίστα αγαπώ,

την μπότα στο πρόσωπο, την κτηνώδη

κτηνώδη καρδιά ενός κτήνους σαν εσένα.

 

Στέκεσαι στον πίνακα, Μπαμπά,

στη φωτογραφία που κρατώ,

δεν έχεις δίχηλη οπλή παρά πιγούνι σχιστό

κι όμως διάβολος είσαι σωστός

είσαι ο άντρας ο σκοτεινός

 

που την όμορφη κόκκινη καρδιά μου έσκισε στα δυο.

Όταν σ’ έθαψαν ήμουν δέκα χρονών

και στα είκοσι προσπάθησα να σκοτωθώ

για να έρθω πίσω, πίσω σε σένα.

Και στα κόκαλα ακόμη θα μπορούσα να αρκεστώ

 

μα με ανάγκασαν όρθια ξανά να σταθώ

και με κόλλα με συναρμολόγησαν.

Κι έπειτα βρήκα ποιο ήταν το σωστό.

Έφτιαξα ένα μοντέλο με σένα ολόιδιο

έναν άντρα με μαύρα και βλέμμα Meinkampf

 

και μια κλίση στον πόνο και το μαρτύριο.

Και τον παντρεύτηκα δίχως δισταγμό.

Κι έτσι μπαμπά, μπορώ τώρα τέλος να πω.

Το μαύρο τηλέφωνο ξερίζωσα απ’ την πρίζα

κι οι φωνές δεν θα έρπουν πια ως εδώ.

 

Τι να σκοτώνεις έναν άντρα, τι δυο —

τον βρικόλακα που παρίστανε εσένα

και ολόκληρη χρονιά μού ρουφούσε το αίμα

εφτά χρονιές, αν θες να μάθεις.

Μπαμπά, τώρα πια μπορείς ν’ αναπαυθείς.

 

Στην μαύρη σου καρδιά είναι μπηγμένο ένα παλούκι χοντρό

ποτέ δεν σε χώνεψε το χωριό.

Επάνω σου έστησαν τώρα χορό.

Σε είχαν καταλάβει απ’ την αρχή.

Μπαμπά, μπαμπά, μπάσταρδε, μπορώ τώρα τέλος να πω.

 

————————————————————————

Daddy

You do not do, you do not do

Any more, black shoe

In which I have lived like a foot

For thirty years, poor and white,

Barely daring to breathe or Achoo.

 

Daddy, I have had to kill you. 

You died before I had time –  

Marble-heavy, a bag full of God,

Ghastly statue with one gray toe

Big as a Frisco seal

 

And a head in the freakish Atlantic 

Where it pours bean green over blue

In the waters off beautiful Nauset.

I used to pray to recover you.

Ach, du.

 

In the German tongue, in the Polish town 

Scraped flat by the roller

Of wars, wars, wars.

But the name of the town is common.

My Polack friend

 

Says there are a dozen or two. 

So I never could tell where you

Put your foot, your root,

I never could talk to you.

The tongue stuck in my jaw.

 

It stuck in a barb wire snare. 

Ich, ich, ich, ich, 

I could hardly speak. 

I thought every German was you.

And the language obscene

 

An engine, an engine 

Chuffing me off like a Jew. 

A Jew to Dachau, Auschwitz, Belsen. 

I began to talk like a Jew. 

I think I may well be a Jew.

 

The snows of the Tyrol, the clear beer of Vienna 

Are not very pure or true. 

With my gipsy ancestress and my weird luck 

And my Taroc pack and my Taroc pack 

I may be a bit of a Jew. 

 

I have always been scared of you, 

With your Luftwaffe, your gobbledygoo. 

And your neat mustache 

And your Aryan eye, bright blue. 

Panzer-man, panzer-man, O You–

 

Not God but a swastika 

So black no sky could squeak through. 

Every woman adores a Fascist, 

The boot in the face, the brute 

Brute heart of a brute like you. 

 

You stand at the blackboard, daddy, 

In the picture I have of you,

A cleft in your chin instead of your foot

But no less a devil for that, no not

Any less the black man who

 

Bit my pretty red heart in two. 

I was ten when they buried you. 

At twenty I tried to die 

And get back, back, back to you.

I thought even the bones would do.

 

But they pulled me out of the sack, 

And they stuck me together with glue.

And then I knew what to do.

I made a model of you,

A man in black with a Meinkampf look

 

And a love of the rack and the screw. 

And I said I do, I do.

So daddy, I’m finally through.

The black telephone’s off at the root,

The voices just can’t worm through.

 

If I’ve killed one man, I’ve killed two – 

The vampire who said he was you

And drank my blood for a year,

Seven years, if you want to know.

Daddy, you can lie back now.

 

There’s a stake in your fat black heart 

And the villagers never liked you. 

They are dancing and stamping on you. 

They always knew it was you.

Daddy, daddy, you bastard, I’m through.

 

Σύλβια Πλαθ, 2012, Άριελ, μετάφραση Κατερίνα Ηλιοπούλου & Ελένη Ηλιοπούλου, σελ. 107. Εκδόσεις Μελάνι

 

Διαβάστε ακόμη

Sylvia Plath, 1932-1963

 

 

Share

Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας στη Νίκη Αναστασέα

επιμέλεια Σοφία Ξυγκάκη

Ανακοινώθηκαν τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2013 που αφορούν τις εκδόσεις έτους 2012, και το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος απονέμεται κατά πλειοψηφία στη Νίκη Αναστασέα για το έργο της με τίτλο Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι, εκδόσεις Πόλις

Η Νίκη Αναστασέα γεννήθηκε το 1947 στην Αθήνα. Σπούδασε δημοσιογραφία και δούλεψε πολλά χρόνια ως βιβλιοπώλης, βιβλιοπαρουσιάστρια σε περιοδικά και διορθώτρια. Το πρώτο της βιβλίο Αυτή η αργή μέρα προχωρούσε (1997) βραβεύτηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του περιοδικού «Διαβάζω».

Αυτό είναι το τέταρτο βιβλίο της.

 

Βιβλιοκριτική: Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι

του Πάνου Ραμαντάνη

«Η ψυχή του γλάρωσε σιγά σιγά, καθώς άκουγε το χιόνι να πέφτει απαλά σ’ όλη την πλάση, και απαλά να πέφτει, σαν τον ερχομό του έσχατου τέλους, πάνω σε ζωντανούς και σε νεκρούς».

Τζέημς Τζόυς, Οι νεκροί

*****************************************

Αλήθεια… πως «ζυγίζει» κανείς ένα όπλο; Και πως σκοτώνει μ’ αυτό το όπλο; Αλήθεια… πως μπορεί μια πράξη βίας να «παίρνει» πολιτικά χαρακτηριστικά, ενώ παράλληλα να θεωρείται άλογη ενέργεια; Πως διάολο διαφοροποιείται η «οικογενειακή επικοινωνία» από την κοινωνική και ατομική ανάγκη για… «ατομική επικοινωνία»; Και τελικά… πως μπαίνει κανείς στο περιθώριο από τους ίδιους του τους φίλους;

Ερωτήματα που δεν έχουν πάντα «οριοθετημένες» απαντήσεις… Ερωτήματα που κινούνται ελεύθερα ανάμεσα σε αντιφατικές, όμως, λειτουργίες της ανθρώπινης σκέψης. Ερωτήματα που προσπαθεί, και καταφέρνει, μάλιστα, σε μεγάλο βαθμό, να απαντήσει η Νίκη Αναστασέα μέσα από το νέο της βιβλίο με τίτλο «Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι».

Η ιστορία «ανοίγεται» στον αναγνώστη μέσα από τον διάλογο ενός ζευγαριού. Του Στέφανου και της Πέρσας. Ένα ζευγάρι μικροαστών που ξεκινούν να ονειρεύονται μέσα σ’ ένα… «ιδεαλιστικό δωμάτιο» και καταλήγουν να ψάχνουν την (χαμένη;) ζωή τους μέσα «ξεπεσμένο σπίτι». Κινούμενες φιγούρες γεμάτες «βρώμικο αέρα» που πνίγει κάθε τους κίνηση… Σαν τους ζωντανούς – νεκρούς που ξεπηδούν από μυθιστορήματα του Τζέημς Τζόυς!

Την αφορμή για σκέψεις και προβληματισμούς, το ζευγάρι, θα πάρει από την δύσκολη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η κόρη τους Ηλέκτρα, οποία βρίσκεται στη φυλακή, μαζί με το φίλο της Στέλιο, περιμένοντας, αρκετά ψύχραιμα θα μπορούσαμε να πούμε, τη δίκη. Ο λόγος;  Ο Στέλιος, κατηγορείται ότι άνοιξε πυρ εναντίον κάποιου μπάτσου σκοτώνοντας τον, μπροστά στα μάτια της. Η Ηλέκτρα, όμως, αρνείται, τουλάχιστον αρχικά, να «δώσει» τον αγαπημένο της, πράγμα που της στοιχίζει την παραμονή της στην φυλακή.

Το σκηνικό αυτό φέρνει ταραχή και νευρικότητα στους γονείς της, Στέφανο και Πέρσα, αλλά και στον αδελφός της Παύλο. Η νευρικότητα αυτή θα είναι που θα τους οδηγήσει στο να απελευθερώσουν τις πιο κρυφές σκέψεις τους… να θυμηθούν  όλους τους  ανεκπλήρωτους πόθους…  να κλάψουν με τους συμβιβασμούς του παρελθόντος… Και όλα αυτά παρέα με το «φάντασμα» της Ηλέκτρας  να τους «μποϊκοτάρει», κάθε φορά, τις σκέψεις φυγής από την πραγματικότητα.

Το μυθιστόρημα δεν ακολουθεί την περπατημένη «λογική γραφής» ενός κλασσικού μυθιστορήματος. Η Νίκη Αναστασέα προτιμά να ξεδιπλώνει την ιστορία της  σε πρώτο χρόνο, κάνοντας παράλληλα την αφήγηση της, να «δείχνει» σαν εναλλακτικό θεατρικό με γρήγορες αλλαγές εικόνων. Αρκετά δύσκολο εγχείρημα αν αναλογιστεί κανείς πως στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια αρκετά δεμένη, νοηματικά, μυθιστορηματική πρόζα, με δυνατούς χαρακτήρες, που λειτουργούν κάτω από έντονους συναισθηματισμούς και που δύσκολα εκθέτουν τα ψυχικά τους προσωπεία σε τόσο μικρό λογοτεχνικό χρόνο. Και όμως η Νίκη Αναστασέα το καταφέρνει και μάλιστα με ιδιαίτερη μαεστρία!

Το βιβλίο έχει τελειώσει και οι… «σκέψεις τέλους» κάνουν την εμφάνιση τους. Τι είναι, τελικά, το «Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι»;  Γρήγορες εικόνες λογοτεχνικού ρεαλισμού, παρέα με «λόγια και συναισθήματα», με φόντο μια ιδιάζουσα πραγματικότητα και όλα αυτά σε «χρόνο θεατρικό». Τόσο απλά… τόσο σύνθετα…

*****************************************

ΠΟΛΥ ΧΙΟΝΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ της ΝΙΚΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΑ

Είδος: Μυθιστόρημα

Εκδόσεις: Πόλις, 2012

Σελίδες: 243

Πηγή βιβλιοκριτικής: Left.gr

 

Share

Sylvia Plath, 1932-1963

της Σοφίας Ξυγκάκη

“Από την ημέρα σχεδόν που αυτοκτόνησε η Σύλβια Πλαθ, αντιμετωπίστηκε από μερικούς ως αβοήθητο θύμα του Τεντ Χιουζ. Βιογραφίες που δημοσιεύτηκαν πέρυσι (τη πεντηκοστή επέτειο του θανάτου της) προβάλλουν ότι αυτή η «εμμονή» αποδυναμώνεται και το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη ζωή της πριν γνωρίσει τον άντρα της”.

Έτσι αρχίζει ένα άρθρο από το πιο πρόσφατο τεύχος του TLS, το αυστηρό και εκλεκτικό αγγλικό περιοδικό, με τη φωτογραφία της Πλαθ στο εξώφυλλο.

Όταν το 1965 πρωτοδημοσιεύτηκε το Άριελ, με την επιμέλεια του Τεντ Χιουζ, το φεμινιστικό αγγλικό κίνημα της δεκαετίας του ’60 ήδη μετρούσε μερικές σημαντικές νίκες: το 1961 είχε νομιμοποιηθεί το αντισυλληπτικό χάπι, το 1964 το οικογενειακό δίκαιο σε ό,τι αφορά τη περιουσία των γυναικών βελτιώθηκε παρέχοντάς τους μεγαλύτερη ανεξαρτησία ενώ 3 χρόνια αργότερα, το 1967, θα νομιμοποιηθεί η έκτρωση.

Το ταμπού της προσωπικής ζωής καταρρίπτεται και η ζωή της Σύλβιας Πλαθ αποκτά θρυλικές διαστάσεις. Κι ενώ το έργο της πολύ γρήγορα εντάσσεται στην ύλη της αγγλικής λογοτεχνίας των πανεπιστημίων για την αξία του, έξω από τον ακαδημαϊκό χώρο η ίδια γίνεται φεμινιστικό σημείο αναφοράς ως θύμα!

Ο θόρυβος γύρω από τη σχέση της με τον Χιουζ και την προδοσία του καταλήγει να καταπιεί τη δυσανεξία της, ήδη μια πολιτική πράξη άρνησης, απέναντι στο υπερσυντηρητικό κατεστημένο του ‘50,  την προσπάθειά της να ζήσει έξω από τους κατεστημένους ρόλους που της επέβαλλε μια βαθιά υποκριτική κοινωνία αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τα αποτύπωσε όλα αυτά στο έργο της.

Η προσπάθεια να μιλήσουμε, χωρίς κορώνες γι’ αυτήν εμπεριέχει τον κίνδυνο να αντιμετωπίσουμε απορίες του τύπου: ναι, αλλά τι φεμινιστικό έκανε;

Η Σύλβια Πλαθ γεννήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1932 στη Βοστώνη.  Μητέρα της ήταν η Αουρέλια  Σόμπερ, αυστριακής καταγωγής που δίδασκε αγγλικά σε ένα σχολείο και πολύ απρόθυμα αναγκάστηκε να αφήσει τη δουλειά της εξαιτίας της επιθυμίας του άντρα της να ασχολείται μόνο με το σπίτι. Ο πατέρας της Ότο Πλαθ ήταν γνωστός βιολόγος και εντομολόγος. Οι γονείς του ήταν Γερμανοί παρόλο που δεν είναι βέβαιη η καταγωγή του. Όταν γεννήθηκε η κόρη του είπε στους συναδέλφους του ότι ελπίζει σε δυόμιση χρόνια να αποκτήσει κι ένα αγόρι. Όταν πράγματι το 1935 γεννήθηκε ο γιος, αυτοί είπαν «πως πρόκειται για έναν άνθρωπο που αποκτά ό,τι θέλει, όποτε το θέλει». Εγκαταστάθηκαν σε μια μικρή πόλη, το Winthrop, στον ωκεανό. Χρόνια αργότερα, η Πλαθ σε μια συνέντευξή της στο ραδιόφωνο θα πει ότι από την παιδική της ηλικία θυμάται τη θάλασσα και τους τυφώνες∙ η θάλασσα επιστρέφει στα ποιήματά της χωρίς η ίδια να το καταλαβαίνει. Θα γράψει στο αυτοβιογραφικό Ocean1212 W: «Το τοπίο της παιδικής μου ηλικίας δεν ήταν η γη, ήταν το τέλος της γης – οι κρύοι, αλμυροί, φουρτουνιασμένοι λόφοι του Ατλαντικού».

Όταν είναι 8 χρονών ο πατέρας της πεθαίνει. Η μητέρα της αρχίζει να εργάζεται και πάλι και μετακομίζουν στο Wellesley, στη Βοστώνη. Δημοσιεύεται το πρώτο της ποίημα στη Sunday Herald.

Αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό του σχολείου. Μια καθηγήτρια λέει: «Είναι απίστευτο ότι ένα τόσο νέο κορίτσι έχει τόσο σπαρακτικές εμπειρίες».

Γράφει στο ημερολόγιό της: «Θέλω να ζήσω έντονα …Θέλω να είμαι ελεύθερη… νομίζω θέλω να είμαι παντογνώστρια … θα μπορούσα να με αποκαλώ «το κοριτσάκι που ήθελε να είναι Θεός..».

Το 1950 κερδίζει μια υποτροφία για να σπουδάσει στο Smith.

Οι κοινωνικές και καλλιτεχνικές παράμετροι του προνομιακού μικρόκοσμου αυτού του κολεγίου, εκείνη την εποχή, δεν αντανακλούν απαραίτητα τα  χαρακτηριστικά της Silent Generation[1] που στη συνέχεια θα ενισχυθεί και από τα «ιδεώδη» της μακαρθικής εποχής. Μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου ασκείται πίεση να επιστρέψουν οι γυναίκες στο σπίτι, για να φροντίσουν τους τραυματισμένους σωματικά και ψυχικά άντρες που γύρισαν από τον πόλεμο και να προστατέψουν τα παιδιά από τη βία που έμμεσα ή άμεσα είχαν βιώσει. Εκείνη την εποχή, γι’ αυτό τον σκοπό, πρωτοστατούν όχι μόνο η Hoover και άλλες εταιρείες ηλεκτρικών ειδών που ανταγωνίζονται η μια την άλλη στην παραγωγή μικροσυσκευών, με απόλυτα αντικείμενα του πόθου τις ηλεκτρικές σκούπες και τα μίξερ, αλλά επιστρατεύονται και σταρ του Χόλυγουντ, συχνά σε «κόντρα ρόλο», για να τα διαφημίσουν – χτυπητό παράδειγμα η Μπέτυ Ντέιβις, ταυτισμένη στο μεσοπόλεμο με τις πιο ενδιαφέρουσες και αντισυμβατικές γυναίκες,  να ποζάρει με ηλεκτρικό ανοιχτήρι κονσερβών και με κοκαλωμένο χαμόγελο ευτυχίας στο πρόσωπο. Επίσης, ένα νέο ελπιδοφόρο επάγγελμα γνωρίζει λαμπρές μέρες, αυτό του πλασιέ, καίτοι ενίοτε, όπως μαθαίνουμε από τα θεατρικά, κινηματογραφικά και λογοτεχνικά έργα της περιόδου, θέτει σε κίνδυνο την οικογενειακή γαλήνη.

Στον ακαδημαϊκό χώρο επικρατεί ο πραγματισμός που στη λογοτεχνία μεταφράζεται σε αναζήτηση νέων εκφραστικών μέσων, σε αγωνία να αποτυπωθεί η εμπειρία της καθημερινότητας, να γίνουν γνωστά στις νέες γενιές τα αντιπολεμικά ιδεώδη «μιας ποίησης που προκρίνει την καθαρότητα της στιχουργίας και της εικόνας, προτείνοντας ένα είδος εκστατικής αντικειμενικότητας στη θέση του ανεξέλεγκτου λυρισμού της δεκαετίας του ’40, κύριος αντιπρόσωπος του οποίου ήταν ο Ντύλαν Τόμας».

Η θεώρηση ζωής και οι αντιλήψεις της Σύλβια Πλαθ, παρόλο που δεν θέτουν σε αμφισβήτηση τη μεσοαστική τάξη της, γιατί δεν την αντιμετωπίζει με κριτική ματιά ή και υπεροψία όπως για παράδειγμα ο μαρξιστής  W.H.Auden, και δεν συγκρούεται μαζί της όπως η ισχνή πρωτόλεια μπήτνικ παρουσία στους χώρους του πανεπιστημίου, ωστόσο, στα γράμματα προς τη μητέρα της εκδηλώνει τα πρώτα συναισθήματα αποξένωσης∙ ενώ επιθυμεί τόσο να είναι μέρος της κοινωνικής ζωής του κολεγίου, «δεν μπορώ να πιστέψω ακόμα ότι ΕΙΜΑΙ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ SMITH», γράφει όλο ενθουσιασμό, και θέλει να συμμερίζεται την αντίληψη των συμφοιτητριών της σε ό,τι αφορά τα αγόρια και τη σπουδαιότητα των εξόδων μαζί τους «….το πρώτο ραντεβού στο κολέγιο είναι γεγονός και τώρα αισθάνομαι επιτέλους ότι συμμετέχω στη ζωή», μερικές βδομάδες αργότερα, στις 19 Οκτωβρίου 1950, θα γράψει «…Αυτό το Σάββατο βγήκα με τον Μπιλ. Βγήκαμε διπλό ραντεβού με την An Davidow, τη χαριτωμένη κοπέλα για την οποία σου μίλησα. Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει με τα ραντεβού. Τα αγόρια πηγαίνουν τα κορίτσια στο δωμάτιο, συνήθως για να πιουν κάτι. Μετά την πρώτη ώρα, οι ομάδες διαλύονται και τα ζευγάρια περιφέρονται αναζητώντας ένα πλήθος στο οποίο να ανακατευτούν ή ένα «πάρτι» για να συναγελαστούν. Είναι  σαν να παραπατούν, να σκουντουφλούν πηγαίνοντας από τον έναν θάλαμο στον άλλον, μαζεύοντας τα υπόλοιπα μιας βραδιάς που έχουν διασκορπιστεί εδώ κι εκεί. Πρέπει να πω ότι δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου».

Παράλληλα, με συστηματικότητα συγκεντρώνει ποιητικά βραβεία, συμμετέχει σε διαγωνισμούς, κερδίζει υποτροφίες.

Το 1953, το διήγημά της Sunday at the Mintons κερδίζει το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό του νεανικού γυναικείου περιοδικού Mademoiselle καθώς και μια υποτροφία για ένα μήνα στη Ν. Υόρκη ως προσκεκλημένη συντάκτρια περιοδικού. Το 1960 θα γράψει στο  Γυάλινος κώδων, το μοναδικό της μυθιστόρημα, που αναφέρεται σε αυτή την περίοδο:

«Ήταν ένα περίεργο αποπνικτικό καλοκαίρι, το καλοκαίρι που οι Ρόζενμπεργκ οδηγήθηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα κι εγώ ούτε που ήξερα τι γύρευα στη Νέα Υόρκη. Τα χάνω με τις εκτελέσεις. Η ιδέα της θανάτωσης με ηλεκτροπληξία με αρρωσταίνει κι ήταν το μόνο πράγμα για το οποίο έγραφαν οι εφημερίδες – οι επικεφαλίδες με κοιτούσαν επίμονα σαν γουρλωμένα μάτια στη γωνιά κάθε δρόμου και στις μουχλιασμένες εξόδους του μετρό που μύριζαν φιστίκια. Δεν είχε καμία σχέση με μένα, μα δεν μπορούσα να σταματήσω να αναρωτιέμαι πώς θα ήταν να καίγεσαι ζωντανός, η φωτιά να διατρέχει όλα σου τα νεύρα»

Δώδεκα κοπέλες που είχαν κερδίσει όλες στο διαγωνισμό ενός περιοδικού μόδας, γράφοντας δοκίμια, ποιήματα, κριτικές μόδας έμεναν το ίδιο ξενοδοχείο με όλα τα έξοδα πληρωμένα και ένα σωρό δωρεάν προνόμια, όπως εισιτήρια θεάτρου, χτενίσματα σε ακριβά κομμωτήρια, πολύτιμες συμβουλές καλλωπισμού, την ευκαιρία να γνωρίσουν επιτυχημένους ανθρώπους.

Γράφει: «Ήξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα εκείνο το καλοκαίρι, γιατί το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν οι Ρόζενμπεργκ και πόσο χαζή ήμουν που είχα αγοράσει όλα εκείνα τα άβολα, ακριβά, ρούχα, που κρέμονταν πλαδαρά σαν ψάρια μέσα στη ντουλάπα μου και πώς όλες οι μικρές επιτυχίες που είχα συναθροίσει με τόση χαρά στο κολέγιο εξατμίζονταν έξω από τα στιλπνά μάρμαρα και τις κρυστάλλινες προσόψεις της Μάντισον Άβενιου  [..] Υποτίθεται ότι ήμουν το αντικείμενο φθόνου χιλιάδων άλλων κοριτσιών που φοιτούσαν όπως κι εγώ στο κολέγιο σε ολόκληρη την Αμερική». Που ενώ ζει τόσο φτωχικά  τώρα «καταλήγει να οδηγεί τη Ν. Υόρκη σαν να είναι προσωπικό της όχημα. Μόνο που εγώ δεν οδηγούσα τίποτα, ούτε καν τον εαυτό μου. Απλώς σκουντουφλούσα από το ξενοδοχείο μου στη δουλειά και τα πάρτι και από τα πάρτι στο ξενοδοχείο μου και πίσω στη δουλειά σαν χαλασμένο τρόλεϊ».

Η πίεση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις και την έντονη κοινωνική ζωή μιας Αμερικής που οι αξίες της την απωθούν, έχει ως αποτέλεσμα να επιστρέψει στο σπίτι με βαριά κατάθλιψη, να μεταφερθεί στο νοσοκομείο όπου η αγωγή θα είναι το ηλεκτροσόκ, θα ακολουθήσει απόπειρα αυτοκτονίας και στη συνέχεια νοσηλεία σε ψυχιατρική κλινική.   Παρακάτω στο Γυάλινος κώδων γράφει: «…Το πρόβλημα με το σπίτι μας ήταν ότι είχε ακατάλληλα ταβάνια. Ήταν χαμηλά, άσπρα, σοβατισμένα, χωρίς ούτε ένα γάντζο για φωτιστικά, ούτε ένα ξύλινο δοκάρι. […]Αφού τριγύρισα αρκετή ώρα αποκαρδιωμένη με το μεταξωτό κορδόνι να κρέμεται από το λαιμό μου σαν ουρά κίτρινης γάτας χωρίς να βρίσκω πού να το δέσω, κάθισα στην άκρη του κρεβατιού της μητέρας μου και προσπάθησα να τραβήξω το κορδόνι μόνη μου. Όμως κάθε φορά που τραβούσα τόσο το σκοινί ώστε να νοιώσω μια βουή στ’ αφτιά μου και το αίμα να βάφει το πρόσωπό μου, τα χέρια μου λύνονταν και ένοιωθα πάλι καλά. Κατάλαβα τότε ότι το σώμα μου έβρισκε κάθε είδους κόλπο, όπως το να κάνει τα χέρια μου να παραλύουν το κρίσιμο δευτερόλεπτο, για να σώζεται, ξανά και ξανά, ενώ αν εξαρτιόταν αποκλειστικά από μένα, θα ήμουν νεκρή στη στιγμή».

Επιστρέφει στο κολέγιο μετά από ένα χρόνο και επιλέγει ως θέμα της διπλωματικής της εργασίας το «διπλό» στα πρόσωπα των μυθιστορημάτων του Ντοστογιέφσκι. Τελειώνει με άριστα και με υποτροφία Fulbright  φεύγει για το Κέιμπριτζ, στην Αγγλία.

Εκεί στο πάρτι του πρώτου τεύχους (και μοναδικού τελικά) του λογοτεχνικού περιοδικού St. Botolph’s Review γνωρίζει τον ποιητή Τεντ Χιουζ, που είναι και ένας από τους συντάκτες, ερωτεύονται με πάθος και παντρεύονται μερικούς μήνες αργότερα. Την πρώτη τους χρονιά μαζί, η Πλαθ στέλνει μερικά ποιήματά του σε ένα διαγωνισμό στον οποίο ένας από τους κριτές είναι και ο W.H.Auden, και κερδίζουν το πρώτο βραβείο. Ο Χιουζ είχε μεγαλώσει στην εξοχή, στο Γιόρκσαιρ, τα ποιήματά του συχνά ανακαλούν τη φύση και γι’ αυτό κατά μερικούς κριτικούς παραπέμπει στον Tennyson. Αργότερα θα γίνει γνωστός με το Κοράκι, προσφέροντας μερικές από τις πιο σκληρές και μελαγχολικές εικόνες, ένα έπος, όπως το αποκάλεσε ο ίδιος, γι’ αυτό το πουλί∙ είχε εγκαταλείψει την αγγλική φιλολογία για την αρχαιολογία και την ανθρωπολογία, τομείς, μαζί με τη μυθολογία, από τους οποίους άντλησε την έμπνευσή του σε όλη του τη ζωή. Η Σύλβια Πλαθ με τον Χιουζ εκπληρώνει το κοριτσίστικό της όνειρο του «literary wedding», της ζωής και της δημιουργίας μαζί. Μοιράζονται μαζί τη ζωή και συμβάλλει ο ένας στη δημιουργία του άλλου. Όπως είχε πει ο Χιουζ σε συνέντευξή του οι τεχνικές τους δεν ήταν οι ίδιες. Η δική της ήταν να συλλέγει  ένα σωρό ζωντανά αντικείμενα και καλές λέξεις και να φτιάχνει ένα σχέδιο που προβαλλόταν από κάπου βαθιά μέσα της, από τον προσωπικό της μύθο. Η δική του ήταν να αναζητά την άκρη του νήματος από ένα καλά κρυμμένο κουβάρι. Πάντα  δείχνουν ο ένας τους στίχους στον άλλο σε κάθε στάδιο, μέχρι τα ποιήματα της από το Ariel, τον Οκτώβριο του 1962, που θα χωρίσουν.

Μαζί θα πάνε στην Αμερική για να διδάξουν. Η Πλαθ παρακολουθεί τα μαθήματα ποίησης του Ρόμπερτ Λόυελ, στο Boston University. Εκεί θα γνωρίσει και θα γίνει φίλη με την Αν Σέξτον.

Αποφασίζουν ότι δεν μπορούν να διδάσκουν και να γράφουν ποίηση ταυτόχρονα. Το 1960 θα επιστρέψουν στην Αγγλία, θα εγκατασταθούν στο Λονδίνο αρχικά και μετά στο Ντέβον. Γεννιέται η κόρη, Φρίντα. Κυκλοφορεί η πρώτη ποιητική συλλογή της Πλαθ  Ο κολοσσός. Ο Λόουελ θα χαρακτηρίσει τα ποιήματα χαμηλών τόνων, δομικά τέλεια, με εύκολες παρηχήσεις που μεταδίδουν μια οδυνηρή αγωνία.

Το 1961 αποβάλλει και στο νοσοκομείο γράφει δύο διάσημα ποιήματά της, το Τουλίπες και το In Plaster.

Το 1962 γεννιέται ο γιος τους Νίκολας. Η Πλαθ γράφει ένα ραδιοδράμα για το BBC Οι τρεις γυναίκες εμπνευσμένο από ταινία του Μπέργκμαν. Ανακαλύπτει ότι ο Χιουζ έχει σχέση, η σύγκρουση είναι τεράστια και ο πόνος αφόρητος , εντέλει το Δεκέμβριο με τα παιδιά εγκαθίσταται στο Λονδίνο, στο σπίτι που πριν κατοικούσε ο Γέιτς. Είναι η περίοδος, πολύ παραγωγική, που γράφει τα ποιήματα της συλλογής Άριελ. Η κόρη της, Φρίντα Χιουζ, που επιμελήθηκε την τελευταία έκδοση του Άριελ, γράφει: «Η μητέρα μου είχε γράψει ότι το Άριελ άρχιζε με τη λέξη «αγάπη»* και τελείωνε με τη λέξη «άνοιξη»** και ήταν φανερό ότι κάλυπτε τη διαδρομή λίγο πριν από τη διάλυση του γάμου ως την απόφαση για μια καινούρια ζωή, με όλες τις αγωνίες και τα πάθη στο μεσοδιάστημα. […] Το χειρόγραφο έφερνε στο φως όσα πρέπει να ξεφορτωθεί κανείς προκειμένου να προχωρήσει».

Εκείνος ο xειμώνας ήταν ασυνήθιστα βαρύς, το κρύο είχε παγώσει την πόλη έτσι όπως το περιγράφει η Βιρτζίνια Γουλφ στον Ορλάντο: «οι σωλήνες του νερού είχαν μετατραπεί σε συμπαγείς μάζες πάγου, η ψυχραιμία μας χανόταν και οι γάμοι κατέρρεαν». Η Πλαθ σηκωνόταν 4.30 το πρωί, τη δική της ώρα, «την ασάλευτη ώρα, πριν από το λάλημα του κόκορα, πριν το κλάμα του μωρού..». Ετοιμάζει μια εκπομπή για το BBC με ανάγνωση των τελευταίων ποιημάτων της. Γράφει στη μητέρα της: «…Δεν επιθυμώ καθόλου να επιστρέψω στην Αμερική. Τουλάχιστον όχι προς το παρόν. [..] το Λονδίνο είναι η μόνη πόλη στην οποία επιθυμώ να ζήσω με τους καλούς γιατρούς, τους ευγενικούς γείτονες, τα πάρκα, τα θέατρα και το BBC – εκεί ποτέ δεν θα δημοσιεύσουν τη δουλειά μου, τα ποιήματα και τα μυθιστορήματα, όπως εδώ. Έγραψα ένα άρθρο για τα σχολικά μου χρόνια[…] κι έχω την ευκαιρία να συμμετάσχω σε ένα πρόγραμμα κριτικής του BBC για τρεις βδομάδες τον Μάιο, με 150 δολάρια τη βδομάδα, μια καταπληκτική ευκαιρία που ελπίζω να εκμεταλλευτώ με τον καλύτερο τρόπο…»

Στις 11 Φεβρουαρίου ετοιμάζει το γάλα των παιδιών, κλείνει καλά  πόρτα της κουζίνας και ανοίγει το γκάζι.

Τρεις μέρες αργότερα κυκλοφορεί Ο γυάλινος κώδων.

Το 1965 κυκλοφορεί η πρώτη έκδοση του Άριελ, σε επιμέλεια Τεντ Χιουζ.

Κατά τον Ρόμπερτ Λόουελ, που γράφει τον πρόλογο, αυτά τα ποιήματα είναι μια βαθιά εξομολόγηση που εκφράζεται ως ελεγχόμενη παραίσθηση, είναι η αυτοβιογραφία ενός πυρετού.

Η κόρη της, Φρίντα Χιουζ, πενήντα χρόνια αργότερα θα γράψει: «… Νομίζω ότι η μητέρα μου ήταν εκπληκτική στη δουλειά της και γενναία στην προσπάθειά της να πολεμήσει την κατάθλιψη που την καταδίωκε όλη της τη ζωή. Χρησιμοποίησε κάθε συναισθηματική εμπειρία σαν να ήταν ένα κομμάτι ύφασμα από το οποίο μπορούσε να φτιαχτεί ένα υπέροχο φόρεμα· δεν σπατάλησε τίποτα απ’ όσα είχε αισθανθεί κι όταν πήρε τον έλεγχο αυτών των θυελλωδών συναισθημάτων, μπόρεσε να συμπυκνώσει και να κατευθύνει το απίστευτο ποιητικό της ταλέντο σε ένα υπέροχο αποτέλεσμα».

 

*Πρωινό τραγούδι

**Ξεχειμώνιασμα

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πλαθ Σύλβια, 2012, Άριελ , εισαγωγή Κατερίνα Ηλιοπούλου, μτφ σημ. χρον. Κατερίνα Ηλιοπούλου & Ελένη Ηλιοπούλου, Εκδόσεις Μελάνι

Plath Sylvia, 1975, Lettere alla madre, c. Marta Fabiani Ed. Guanda

Plath Sylvia, 1966, The bell Jar, faber and faber

Πλαθ Σύλβια, 2007, Ο γυάλινος κώδων, μτφ Ελένη Ηλιοπούλου, Εκδόσεις Μελάνι

 



[1] Υπάρχουν διάφορες εκδοχές σχετικά με την προέλευση του όρου – κατά την επικρατέστερη ο  όρος εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο εξώφυλλο των Times  το Νοέμβριο του 1951 και αναφερόταν στους νέους που είχαν γεννηθεί το 1925-45 και τους χαρακτήριζε ο συντηρητισμός, η έλλειψη ιδανικών, η ατολμία.

 

Share

Η γυναίκα του αριθμού 4237: τα βάσανα των προλετάριων του 19ου αιώνα μέσα από τη γυναικεία οπτική

των Εκδόσεων των Συναδέλφων

Η γυναίκα του αριθμού 4237 είναι μια απλή μελοδραματική ιστορία με αρκετά στοιχεία «ελευθεριακού ρεαλισμού», που εν πολλοίς ακολουθεί τη θεματολογική, ιδεολογική και αισθητική πεπατημένη του ύστερου ρομαντισμού.

Παρότι λοιπόν το ύφος της αφήγησης φαντάζει ίσως στις μέρες μας κάπως παρωχημένο και δεν λείπουν κάποια στερεότυπα της εποχής, η νουβέλα εντούτοις παρουσιάζει στοιχεία πρώιμου ριζοσπαστισμού και μεγάλο ενδιαφέρον από ιστορική και κυρίως από φεμινιστική σκοπιά, καθώς όντας γραμμένη από μια γυναίκα συγγραφέα, τη Σοφία Κροπότκινα -σύντροφο του μεγάλου Ρώσου αναρχικού Πιότρ Κροπότκιν-  και έχοντας ως τραγική ηρωίδα μια γυναίκα, τη Ζιουλί Τισό -σύζυγο ενός κρατουμένου που φέρει τον αριθμό 4237- «χρωματίζει» τα βάσανα των κατατρεγμένων, των φτωχών, των βιοπαλαιστών, των μεταλλωρύχων και κυρίως των κρατουμένων, με πινελιές από την παλέτα της γυναικείας οπτικής, ψυχοσύνθεσης και εμπειρίας.

Βασίζεται εν μέρει στις ίδιες τις προσωπικές πικρές εμπειρίες της Σοφίας Κροπότκινα, αφού, όπως αναφέρεται στον πρόλογο του βιβλίου, «γράφτηκε στη σκιά των τειχών της περιβόητης φυλακής του Κλερβό –πρώην μοναστηριού–  όπου βρισκόταν δέσμιος για τρία χρόνια (1883-1886), μετά τη γνωστή Δίκη της Λυόν, ο αναρχικός φιλόσοφος και σύντροφός της Πιοτρ Κροπότκιν.

Με προτροπή του αμερικάνου αναρχοατομικιστή Μπέντζαμιν Τάκερ, το σύντομο μυθοπλαστικό κείμενο της Σοφίας Κροπότκινα μεταφράστηκε την ίδια χρονιά στα αγγλικά από τη μαχητική αναρχοφεμινίστρια Σάρα Ε. Χολμς [Sarah E. Holmes] και δημοσιεύτηκε σε πέντε συνεχόμενα φύλλα στην περίφημη βοστονέζικη εφημερίδα του, την Ελευθερία [Liberty].»

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και το επίμετρο του Γιάννη Φούντα, με τίτλο «Μνημόσυνο» που αναφέρεται στις συζύγους των μεγάλων πρωτοπόρων αναρχικών και ξεκινά ως εξής:

«Γυναίκες αλλοτινών καιρών. Γυναίκες στη σκιά της Αυθεντίας, γυναίκες στην πυρά της Ιστορίας. Δεύτερο φύλο, δεύτερο όνομα, δεύτερο σπίτι, δεύτερο πλάνο, σύντομες φράσεις στο σώμα, λιτές σημειώσεις στο περιθώριο, υπαινικτικές παρουσίες στα βιογραφικά σημειώματα των λεγόμενων μεγάλων αντρών. Λίγοι τις μνημόνευσαν, πολλοί τις αγνόησαν, ελάχιστοι μπήκαν στον κόπο να διερευνήσουν αν και πόσο φώτισε, αν και πόσο θάμπωσε, αν και πόσο έκαψε τη ζωή τους η αναμφισβήτητη ακτινοβολία των συντρόφων τους. Ανάμεσά τους και η Μέρι, η Εφραζί, η Μαρί, η Αντόνια και η Σοφία, οι συντρόφισσες των θεμελιωτών του πρώιμου και κλασικού αναρχισμού: του Ουίλιαμ Γκόντγουιν, του Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, του Μαξ Στίρνερ, του Μιχαήλ Μπακούνιν και του Πιοτρ Κροπότκιν.

Διαφορετικές εθνικότητες, διαφορετικές καταβολές, διαφορετικοί χαρακτήρες, διαφορετικές αντιδράσεις, διαφορετικές πορείες, κοινή η ιστορική τους μοίρα, θραύσματα μνήμης στο μαυσωλείο της λησμονιάς.»…

Η νουβέλα της Σοφίας Κροπότκινα: Η γυναίκα του αριθμού 4237, εκδίδεται για πρώτη φορά στον κόσμο σε μορφή βιβλίου και είναι πλαισιωμένη με γκραβούρες, καρτ ποστάλ και εικόνες «απαλλοτριωμένες» από άλλα μυθιστορήματα εκείνης της εποχής.

 

Σοφία Γκριγκόριεβνα Κροπότκινα

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΑΡΙΘΜΟΥ 4237

Σχήμα: 12,5Χ19,5 • Σελίδες: 56

Τιμή: 5 ευρώ

Εκδόσεις των Συναδέλφων

Ερεσού 35 Αθήνα

http://ekdoseisynadelfwn.wordpress.com/ 

 

Share
Page 1 of 212