Subscribe via RSS Feed

Tag: "βιβλίο"

Ελένη Βαρίκα: Η κληρονομιά που μας άφησαν οι παρίες

των Βασιάννα Κωνσταντοπούλου και Κωνσταντίνου Τσαλακού

Πώς προέκυψε το ενδιαφέρον σας για την έννοια του παρία; Με ποιο τρόπο συνδέεται με τα ευρύτερα θεωρητικά και ερευνητικά ερωτήματά σας;

Το ενδιαφέρον μου για την έννοια του παρία γεννήθηκε για πρώτη φορά στα μέσα της δεκαετίας του 1980, κατά τη διάρκεια μιας διεπιστημονικής έρευνας για τη διαμόρφωση της υποκειμενικότητας και τους όρους ανάδειξης σε δρώντα υποκείμενα  μιας ομάδας «σαινσιμονιστριών προλεταρίων» στη Γαλλία, της πρώτης ίσως αυτόνομης ομάδας με «φεμινιστική» σκέψη και πρακτική, όπως θα λέγαμε σήμερα. Στόχος μας ήταν τότε να διερευνήσουμε  τις διαφορετικές πορείες μέσα από τις οποίες άσημες γυναίκες, εργάτριες,  déclassées  – άτομα  που δεν μετράνε  και «κανονικά» δεν έχουν πρόσβαση στον αυτοπροσδιορισμό – διακόπτουν αυτήν την κανονικότητα και παίρνουν τον λόγο διεκδικώντας μια δική τους «αλήθεια» για τον κόσμο, για τις κοινωνικές σχέσεις, για τον εαυτό τους. Μια αλήθεια που διαφέρει όχι μόνο από εκείνη των ισχυρών, της αστικής τάξης, του κράτους αλλά και από εκείνη της κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκουν, όπως υπογραμμίζει λίγο αργότερα, το 1843, με εξαιρετική διορατικότητα και πάθος η Flora Tristan, στο γνωστό της σχόλιο για τη θέση της παρία, στο έργο της H Εργατική Ένωση.  Η χρήση του όρου «παρίας» στο πρώτο ενικό πρόσωπο και το εννοιολογικό πεδίο του μιάσματος, της περιφρόνησης, της υποβάθμισης σε μια ήσσονα ανθρωπότητα σηματοδοτούσαν τη δημόσια διατύπωση άφατων βιωμάτων αλλά και μιας  de facto  κατάστασης που δεν περιλαμβάνεται συνήθως σε έννοιες όπως «εργατική τάξη», «επαναστατικό υποκείμενο» κτλ. Έμοιαζε να μιλάει και για πηγές κοινωνικής συνείδησης, μορφές αντικαπιταλιστικής αντίστασης και δράσης που εμφανώς δεν αποτελούσαν μονοπώλιο όσων «παράγουν υπεραξία». Σε μια περίοδο, όπου κυριαρχούσε μια έντονα δομιστική οπτική, η δυνατότητα διερεύνησης αυτού του είδους των απροσδόκητων και ανοίκειων υποκειμενοποιήσεων ηχούσε  ενθαρρυντικά στα αυτιά όσων δεν είχαν σοβαρές αμφιβολίες για το αν η ιστορία γράφεται περισσότερο από τις τιμές των σιτηρών παρά από την απρόβλεπτη δράση και διάδραση των ανθρώπων.

Στον βαθμό που η μεταφορά του παρία σηματοδοτεί ένα «έλλειμμα» νοήματος, αν όχι και μια «αποτυχία» των κατηγοριών  με τις οποίες νοηματοδοτούμε και μελετάμε τις κοινωνικές σχέσεις, έχει το θεωρητικό προσόν να τραβά την προσοχή σε ό, τι έχει αφεθεί εκτός της έννοιας. Όχι ότι επιτρέπει να τα περιλάβουμε όλα εκ των προτέρων  – πράγμα αδύνατο και επικίνδυνο – αφού  όπως έλεγε  ο Σαββόπουλος «όσο  κι αν μετρώ κάτι περισσεύει»… Αλλά  αναγκάζει τη σκέψη να στοχαστεί περισσότερο ανοίγοντας τις αναλυτικές μας κατηγορίες και τις έννοιες σε νέες απρόβλεπτες καταστάσεις, σε ιστορίες και βιώματα λησμονημένα ή άκαιρα, για να τις επικαιροποιήσει και να είναι σε θέση  να χωρέσουν  τη  συστατική πολυμορφία και πολλαπλότητα όσων κάθε φορά αποτελούν αυτό που ο νέος Μαρξ ονόμαζε  «πάσχουσα ανθρωπότητα».

Μεταξύ δύο κόσμων

Η έρευνά σας ξεκινά από μια έμφαση στην πολυπλοκότητα των θέσεων και των βιωμάτων του παρία στη νεωτερικότητα που δεν μπορούν υπαχθούν σε έναν ιδεότυπο της αποκλεισμένης μορφής. Για ποιο λόγο αυτή η ανάγνωση είναι κρίσιμη για την κατανόηση των σύγχρονων μορφών αποκλεισμού;

Η έμφαση στην πολυπλοκότητα και την ποικιλομορφία των θέσεων και των βιωμάτων του παρία επιτρέπει, νομίζω, να αποδομήσουμε τους όρους με τους οποίους τίθεται το ζήτημα του αποκλεισμού. Το εβραϊκό, το γυναικείο, το μεταναστευτικό «ζήτημα», το «πρόβλημα» των μαύρων, των προσφύγων, των  Ρομά, των οροθετικών, των αστέγων κ.τ.λ διατυπώνουν ως προβληματικό όχι το καθεστώς εξαίρεσης, που επιβάλλεται από ένα κατά τα άλλα οικουμενικό σύστημα νομιμοποίησης, αλλά την ίδια την ύπαρξη του παρία  που βρίσκεται έτσι καθημερινά αντιμέτωπος με το ερώτημα που του απευθύνεται σιωπηρά: «πώς νοιώθει κάνεις όταν είναι πρόβλημα;».

Η ιστορική και κοινωνική ποικιλομορφία των σχέσεων εξουσίας, στις οποίες παραπέμπουν αυτά τα «ζητήματα», αποκαλύπτουν μια πολιτική λογική της νεωτερικότητας που συγκροτεί τις κατηγορίες αυτές ως παρίες με βάση ένα στερεοτυπικό ετεροπροδιορισμό της διαφοράς, η οποία δεν αποτελεί σχέση μεταξύ ετεροτήτων αλλά απόκλιση από τον κανόνα που ορίζεται κατ’ αντιπαράθεση  προς τον Άλλο. Η ανωτερότητα του «λευκού» δεν υπάρχει δίχως την κατωτερότητα  του «έγχρωμου», εκείνη του υπό εξαθλίωση Έλληνα δίχως την κατωτερότητα του Πακιστανού. Η πολιτική λογική της νεωτερικότητας  εισάγει, έτσι, μια νέα ιδιόμορφη σύνδεση ανάμεσα σε κοινωνικές σχέσεις, μορφές υποκειμενικότητας και ιστορίες αντίστασης διαφορετικής προέλευσης και φύσης με το να τις υπάγει στην ίδια  νομιμοποιητική λογική. Η κατανόηση της πολιτικής σημασίας ενός τέτοιου μορφώματος σήμερα είναι σημαντική για τη αυτο-συγκρότηση μιας συλλογικής αντίστασης και για τη δημοκρατική υπεράσπιση μιας νέας, δι-υποκειμενικής  αντίληψης για το τι είναι κοινό αγαθό.

Στο έργο σας, η μορφή του παρία βρίσκεται πάντοτε «στο μεταξύ δύο κόσμων», εντός και εκτός της πολιτικής κοινότητας, αναδεικνύοντας το χάσμα ανάμεσα στις διακηρύξεις περί ισότητας και την πραγματικότητα του αποκλεισμού. Ποια η πολιτική σημασία αυτής της οριακής εμπειρίας, ποιές προοπτικές χειραφέτησης και ποιες δυσκολίες αναδεικνύει;

Ναι, o παρίας είναι «εντός» στον βαθμό που ζει σε μια κοινωνία, όπου ισχύει ως αρχή το ένας νόμος για όλους, όπου δηλαδή η ιεραρχία δεν μπορεί να πει το όνομά της κι είναι αναγκασμένη να καλύπτεται από απατηλά προσχήματα. Αλλά και «εκτός» γιατί ο/η παρίας υποβάλλεται σε ένα καθεστώς εξαίρεσης, είτε αυτό είναι θεσμοθετημένο (όπως πχ στην περίπτωση  του απαρτχάιντ, των ξένων προσφύγων και των Ρομά στην Ευρώπη), είτε επιβάλλεται από αόρατους φραγμούς, είτε μέσα από πλατιά αποδεκτές πρακτικές εκφοβισμού και διωγμών που εφαρμόζονται σήμερα σε χώρες της Ευρώπης, όπως η Ουγγαρία και η Ελλάδα. Η οριακή αυτή εμπειρία ορίζει τον παρία ως εκπρόσωπο μιας ομοιογενούς περιφρονημένης ομάδας καθιστώντας αόρατη τόσο την ανθρώπινη ιδιότητα που συμμερίζεται με όλους τους άλλους, όσο και τη μοναδικότητά του που τον διαφοροποιεί από όλα τα άλλα άτομα.

Η άβολη  θέση «εντός-εκτός», στο «κατώφλι», όπως έγραφε η Woolf, ανοίγεται όμως και σε μια δυνατότητα κριτική που μετατρέπει την απόσταση  που  χωρίζει τους παρίες από την κοινωνία σε «τηλεσκοπική σκοπιά» (Αrendt), σε ένα  «αρχιμήδειο σημείο των κοινωνικών κανόνων» (Weber) που συναντάμε σε κοινωνικά στρώματα που «δεν υποτάσσονται στις κοινωνικές συμβάσεις», συχνά, μάλιστα, σε απλούς ανθρώπους που «δεν χρειάζονται καμιά πρωτοπορία να τους ψιθυρίζει τις απαντήσεις», όπως έγραφε ο Τζαμαϊκανός μαρξιστής C.R.L James. Η κριτική αυτή δυνατότητα δεν είναι, βέβαια, εγγενής στην καταπίεση. Είναι μάλλον ένα δώρο που κερδίζει ο παρίας, όταν δέχεται να μετατρέψει την οδύνη και την οργή της αδικίας που υφίσταται σε μια γενικευμένη απαίτηση  δικαιοσύνης, όχι για την ανθρωπότητα «εν γένει» αλλά για κάθε συγκεκριμένο άτομο. Αποτελεί πηγή μιας παγκόσμιας ανυπότακτης  παράδοσης που εμπνέει πολλά από τα σημερινά κοινωνικά κινήματα.

Δημοκρατία και μορφές αποκλεισμού

Μέσα από ποιους ιδιαίτερους μηχανισμούς οι δυτικές δημοκρατίες παράγουν διάφορες εκδοχές του σύγχρονου παρία;

Είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς σύντομα. Θα επανέλθω μόνο σε μια από τις συστατικές διαστάσεις της κατάστασης του παρία: την αορατότητα της μεταχείρισης που υφίσταται και η οποία πουθενά δεν αναγνωρίζεται ως αδικία. Στον βαθμό που η θέση του δεν ανήκει στις διακρίσεις που  θεωρούνται νόμιμες σε μια δημοκρατία (όπως αυτές που θεμελιώνονται για παράδειγμα στην αξιοκρατία) και επειδή διασχίζει όλες τις τάξεις, υπάγεται συνήθως σε άλλες πιο αναγνωρισμένες κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες καθιστούν αόρατες τις πραγματικές αιτίες του αποκλεισμού. Ο Εβραίος πρόσφυγας το 1936 ακούγεται πιο πειστικός ως Γερμανός αντιφασίστας, η λεσβία συνδικαλίστρια ως υπέρμαχος της ισότητας των φύλων  κ.τ.λ. Η ιστορική αδυναμία των κριτικών και επαναστατικών  παραδόσεων της νεωτερικότητας να αναγνωρίσουν και να καταγγείλουν τον σεξισμό, τον ρατσισμό, την ξενοφοβία, την ομοφοβία είναι ενδεικτική. Ακόμη και η ειδική μνεία που έχει στόχο να υπενθυμίσει  με αθροιστικό τρόπο (και οι γυναίκες και οι ξένοι κτλ) ότι ο παρίας μέσα σε μια ομάδα έχει και αυτός δικαιώματα, γίνεται παραδόξως αντιληπτή όχι ως διεκδίκηση πλήρους  αποδοχής στην πολιτική κοινότητα αλλά ως ιδιαίτερο αίτημα αν όχι και υπεράσπιση  «ιδιαίτερων προνομίων». Η κοινωνική κατασκευή του/της παρία είναι, λοιπόν, ταυτόχρονα κοινωνική  κατασκευή του γενικού και του ειδικού. Υπάρχει, όμως, και μια άλλη αορατότητα που προκύπτει. Οι κοινωνικές επιστήμες, όπως υπογραμμίζει ο Βauman, συμβάλλουν στην αορατότητα. Η τάση τους να  προσεγγίζουν μιμητικά το αντικείμενό τους, «την κοινωνία έτσι  όπως είναι», ευθύνεται για  την «κοινωνική παραγωγή της ηθικής αδιαφορίας» και της «ηθικής αορατότητας».

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο λόγος περί δικαιωμάτων και αποκλεισμού μοιάζει να διατυπώνεται από μια θέση εξωτερικότητας. Να διατηρεί, δηλαδή, μια απόσταση από την πραγματικότητα των αποκλεισμένων. Με ποιους τρόπους πιστεύετε ότι μπορεί να διαμορφωθεί ένας λόγος περί δικαιωμάτων και αλληλεγγύης που δεν θα υποκαθιστά τη φωνή των αποκλεισμένων αλλά θα συνδιαμορφώνεται από αυτήν;

Το πρόβλημα  είναι κι εδώ πρόβλημα  αυτοπροσδιορισμού και αυτοοργάνωσης. Η αναγνώριση ότι η μόνη δυνατή χειραφέτηση είναι η αυτοχειραφέτηση. Αν αυτό εμφανίζεται όλο και περισσότερο ως ένα βασικό διακύβευμα των πρόσφατων  κινημάτων (Οccupy, Guezi, αγανακτισμένων) σε μια εποχή αυξανόμενης ετερονομίας και αυταρχισμού, για τους σημερινούς παρίες είναι κυριολεκτικά θέμα ζωής και θανάτου. Όπως και για τους χθεσινούς. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η έννοια της vita activa και οι αναλύσεις  της Hannah  Arendt  περί  πολλαπλότητας, γράφτηκαν  στο φως των εμπειριών των απάτριδων και  άλλων παριών του μεσοπολέμου που κρίνονταν με βάση το χρώμα, τη φυλή, την εθνικότητα, στερημένοι από το δικαίωμα να πάρουν τον λόγο για να πουν ποιοι είναι και να συμμετάσχουν στη δημιουργία ενός κοινού κόσμου.

Η άσκηση αυτού  του δικαιώματος από τους ενδιαφερόμενους, η αντιμετώπιση τους ως αυτόνομων, πολιτικών δρώντων υποκειμένων και όχι ως αντικειμένων φιλανθρωπίας ή πολιτικής πελατείας είναι, νομίζω, προϋπόθεση κάθε μη πατερναλιστικής πολιτικής δικαιωμάτων, που έχει ως στόχο την  εκ νέου επινόηση ενός «κοινού κόσμου» (πράγμα που δε σημαίνει συναινετικού), που να περιλαμβάνει  όσους ζουν σε αυτόν τον τόπο και να τους να αναγνωρίζει το «δικαίωμα να έχουν δικαιώματα». Αυτή, νομίζω, είναι η κληρονομιά που μας έχουν αφήσει οι παρίες, τόσο οι παλιοί, θύματα των αυταρχικών (βίο) πολιτικών και του κοινωνικού δαρβινισμού του παλιού «δημοκρατικού» κράτους πρόνοιας αλλά και των «σοσιαλιστικών» παραδείσων, όσο και οι σημερινοί, θύματα ενός ανθρωποφάγου  νεοφιλελευθερισμού.

Μια τέτοια προοπτική θα συναντήσει ίσως δυσκολίες, αν πάρουμε υπόψη  μια ισχυρή παράδοση της Αριστεράς, που έχει κατά κάποιον τρόπο κρατήσει από την λογική του κράτους τον φόβο του πλήθους, της πολλαπλότητας. Αλλά σήμερα είναι ίσως πιο εύκολο να κατανοήσουμε ότι η πολλαπλότητα των προοπτικών δεν είναι αδυναμία ή ατέλεια που μπορεί να ξεπεραστεί αλλά η ίδια η συνθήκη του πολιτικού  γιατί γνωρίζουμε ότι το υποκείμενο της όποιας αλλαγής είναι άνθρωποι συγκεκριμένοι στον πληθυντικό και όχι «ο άνθρωπος».

Υπό συνθήκες κρίσης, ακραίας οικονομικής και κοινωνικής επισφάλειας πιστεύετε ότι η εμπειρία του παρία αποτελεί ένα γενικευμένο ενδεχόμενο;

Αν κρίνουμε από αυτά που συμβαίνουν γύρω μας αλλά και από άλλες περιοχές του πλανήτη, όπου οι πόλεμοι και οι συρράξεις τους δε θεωρούνται «παγκόσμιοι», όπως οι δικοί μας, ναι, νομίζω ότι η εμπειρία του παρία είναι δυνατόν να γενικευτεί υπό  συνθήκες ακραίας επισφάλειας. Το ζητούμενο είναι αν η «κρυφή παράδοση» του «ανυπότακτου παρία», όπως την ονόμασε η Arendt,  μια παράδοση δυο αιώνων, στην οποία οφείλουμε μερικά από τα πιο πολύτιμα κοσμήματα αντίστασης. ανυπακοής, αλληλεγγύης και χλεύης  της αυθαίρετης εξουσίας θα συνεχίσει κι αυτή. Αυτό δεν  το γνωρίζουμε. Αλλά αυτό το τελευταίο, σε κάποιο βαθμό εξαρτάται από όλους μας, από την πράξη μας.

Κατά πόσο πιστεύετε ότι η άνοδος ακροδεξιών κομμάτων και κινημάτων στην Ευρώπη συνδέεται με την απόπειρά τους να οικειοποιηθούν έναν λόγο περί καταπιεσμένων;

Τα ακροδεξιά κόμματα προσπαθούν, προφανώς, να οικειοποιηθούν έναν λόγο περί καταπιεσμένων και σε πολλές χώρες το καταφέρνουν. Το ζήτημα είναι, όμως, να δούμε γιατί αλλού το πετυχαίνουν και αλλού όχι. Γιατί ας πούμε στην Ισπανία, με δεκαετίες φαλαγγισμού, δεν βλέπουμε να αναπτύσσονται τέτοια μορφώματα όπως στην Ελλάδα, όπου υπάρχει μια αντιφασιστική παράδοση. Γιατί στις Σκανδιναβικές χώρες, όπου εθεωρούντο πρότυπα μιας ανοιχτής και «ανεκτικής» σοσιαλδημοκρατίας ο ρατσισμός κι η ακροδεξιά έχουν τόση επιτυχία; Γιατί στη Γαλλία, όπου η οικονομική κρίση δεν είναι ακόμη τόσο οξεία, όπως εδώ, ένα κόμμα ακροδεξιό, φασιστικής και νεοναζιστικής προέλευσης κινδυνεύει να κερδίσει τις εκλογές; Πως  να εξηγήσουμε ότι σε μια χώρα όπου – για πρώτη φορά, νομίζω, στην Ευρώπη –  φυλετικοποίησε δια νόμου μια κατηγορία, τους Τσιγγάνους, υπήρξε τόσο χλιαρή αντίσταση  στους διωγμούς και τους προπηλακισμούς τσιγγάνων και μάλιστα με ευρωπαϊκό διαβατήριο; Εδώ νομίζω ότι οι οικονομικές εξηγήσεις είναι χρήσιμες αλλά δεν αρκούν.

*Για την εισαγωγή του βιβλίου εδώ

Πηγή: Εποχή

 

Οι απόβλητοι του κόσμου. Μορφές του Παρία

 

Ελένη Βαρίκα

μετάφραση: Πάνος Αγγελόπουλος

επιμέλεια: Λουκάς Ρινόπουλος

 

Πλέθρον, 2013

224 σελ.

ISBN 978-960-348-215-4

 

Share

Κ. Μάτσα: Οι γυναίκες τοξικομανείς είναι διπλά στιγματισμένες

Το όνομα της Κατερίνας Μάτσα είναι ταυτισμένο με τη μονάδα 18 Άνω Απεξάρτησης του ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής. Η μαχητική και αφοσιωμένη στον αγώνα της απεξάρτησης από ουσίες και αλκοόλ, ψυχίατρος, έχει να επιδείξει στην πορεία της πλούσιο επιστημονικό και κοινωνικό έργο.

Το ΑΠΕ-ΜΠΕ τη συνάντησε με αφορμή το βιβλίο της «Ταπείνωση και Ντροπή-Γυναίκες Τοξικομανείς» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα, σαν επιστέγασμα ενός κύκλου 40 χρόνων κλινικής εμπειρίας. Ένα βιβλίο με τολμηρές απόψεις, που καλεί τον αναγνώστη να σκεφτεί κριτικά απέναντι στη λογική της κρίσης. «Ποιες ζωές μετράνε και πώς μετρούνται μέσα στην υγειονομική περιχαράκωση των ημερών;» αναρωτιέται η Κατερίνα Μάτσα.

Η θέση της είναι με «τις στρατιές των αποκλεισμένων ανθρώπων, που το σύστημα μέσα στην κρίση του αντιμετωπίζει ως “απορρίματα” χρησιμοποιώντας όλες τις μορφές ακραίας, ταπεινωτικής βίας, Άνεργοι, άστεγοι, οροθετικοί, τοξικομανείς, αλκοολικοί, ψυχασθενείς, μετανάστες και άλλοι “παρίες” βιώνουν την κρίση σαν μια τραυματική κατάσταση διαρκείας, αισθάνονται ταπεινωμένοι, χωρίς αξιοπρέπεια και ντρέπονται γι αυτό».

Οι γυναίκες τοξικομανείς είναι η πιο ευάλωτη κατηγορία τοξικομανών ή υπάρχει και πιο ευάλωτη;

Το έναυσμα για τη συγγραφή του βιβλίου ήταν η διαπόμπευση τοξικομανών, οροθετικών γυναικών, με βάση την υγειονομική διάταξη του Ανδρέα Λοβέρδου, την άνοιξη του 2012. Μια πράξη ακραίας πολιτικής βαρβαρότητας. Είναι η πιο εύθραυστη κατηγορία, που μολύνει την «αγία» ελληνική οικογένεια».

«Είναι το μάτι της ντροπής, που τα βλέπει όλα… Θέλω να του πω να μην κοιτάει τόσο έντονα και να ξεκουραστεί, γιατί είναι κουρασμένο κι έχει γίνει κόκκινο» λέει μια κοπέλα 26 ετών, εξαρτημένη από ηρωίνη, ενταγμένη στο πρόγραμμα Απεξάρτησης Μητέρων του 18 Ανω. Είναι μια από τις ιστορίες κοριτσιών, που συμπεριλάβατε στο βιβλίο. Γιατί δεν επιλέξατε και μαρτυρίες αγοριών τοξικομανών;

Παρότι το αίσθημα της ντροπής αφορά και τα δύο φύλα, οι εξαρτημένες γυναίκες είναι διπλά στιγματισμένες λόγω της θέσης τους στην κοινωνία. Τα κορίτσια από την ώρα που έρχονται στον κόσμο, μαθαίνουν ότι πρέπει να ντρέπονται επειδή είναι γυναίκες. Καθώς μεγαλώνουν, το σώμα τους αλλάζει, πρέπει να ντρέπονται για τη σεξουαλικότητά τους, για τη στάση τους, τις επιλογές τους. Για όλα πρέπει να ντρέπονται. Κι είναι ένα συναίσθημα που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Ο οικογενειακός χώρος αυτών των γυναικών, μεταβλήθηκε σε χώρο τυραννίας και τις σημάδεψε ανεξίτηλα. Με τρομακτικές ποσότητες βίας, αυθαιρεσίας και διακρίσεων, μόνο και μόνο επειδή έτυχε να γεννηθούν γυναίκες».

Αυτοί οι άνθρωποι σκιές, με τις πολύ οδυνηρές αφετηρίες, καταδικασμένες στο σκοτάδι, βγαίνουν με την θεραπεία οριστικά στο φως; Δεν θα ξαναγυρίσουν πάλι στα ναρκωτικά;

Στο βιβλίο μου θέλω να αποτυπώσω ότι αυτές οι γυναίκες τοξικομανείς, που το σύστημα τις έχει λιώσει, κατάφεραν μέσα από τη θεραπεία, όχι μόνο να μιλήσουν, αλλά και να διεκδικήσουν όλα όσα το σύστημα τους στερεί. «Περπατούσα πάντα με το κεφάλι κάτω. Ήμουν κόκκινη από ντροπή» λένε οι ίδιες, όμως κατάφεραν να αντισταθούν σε όλες τις δυνάμεις βιοεξουσίας, στη στρατηγική του φόβου που αναπτύσσει το σύστημα για να υποτάξει τους ανθρώπους.

Δηλαδή, η εξάρτηση οφείλεται μόνο στο κοινωνικό σύστημα, όχι σε ψυχολογικούς λόγους;

Βεβαίως και σε ψυχολογικούς. Με την έννοια ενός ελλειμματικού ψυχισμού, μιας μεγάλης συναισθηματικής ανωριμότητας και πολλών τραυμάτων από τη μικρή ηλικία, μέσα σε μια δυσλειτουργική οικογένεια. Σαφώς παίζουν ρόλο αυτοί οι παράγοντες. Όμως, δεν πιστεύω στα γονίδια. Ό,τι και να λένε -και κατά καιρούς ακούμε σχετικές ανακοινώσεις- δεν έχει αποδειχθεί τίποτε επιστημονικά. Πιστεύω ότι όλα αυτά περί γονίδιων, προδιαθέσεων κ.λπ., είναι για να πλουτίζουν οι φαρμακευτικές εταιρείες που παράγουν τα υποκατάστατα. Δεν γεννιέται κανείς τοξικομανής, γίνεται σε συγκεκριμένες συνθήκες. Κι είναι η εποχή μας σήμερα που κάνει ένα παιδί να στραφεί στα ναρκωτικά, ακόμα κι αν είναι πολύ ευάλωτο, ανώριμο.

Γιατί η διάδοση συνδέεται με πάρα πολλούς παράγοντες και με τον τρόπο -έστω και αρνητικό- που προβάλλονται τα ναρκωτικά. Απ’ αυτή την άποψη πιστεύω ότι η αντιμετώπιση αυτών των ανθρώπων είναι κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα. Δεν είναι απλά επιστημονικό, δεν είναι μόνο η θεραπεία. Τα ίδια τα παιδιά, τα οποία αυτοενοχοποιούνται πάρα πολύ, κι αυτό μεγαλώνει την ανασφάλεια τους φόβους και την ντροπή τους, πρέπει βεβαίως να ψάξουν τις ατομικές αιτίες που τους έκαναν να στραφούν στα ναρκωτικά, αλλά και να καταλάβουν ότι είναι ένα κοινωνικό πρόβλημα που δεν λύνεται με το κλειστούν στον εαυτό τους και να ομφαλοσκοπήσουν. Δεν μπορούν να έχουν αυτογνωσία εάν δεν βγουν στην κοινωνική πραγματικότητα και να δοκιμαστούν. Εάν δεν κάνουν τις αλλαγές εκεί, στην κοινωνία. Γι αυτό το 18 Άνω, δίνει πάρα πολύ μεγάλη σημασία στις ομάδες, στη συλλογικότητα που πρέπει να εγκαθιδρυθεί.

Ποιο είναι το κίνητρο της απεξάρτησης;

Το κίνητρο είναι διαφορετικό στον καθένα. Βασικά δημιουργείται όταν «δεν πάει άλλο». Όταν νιώσει ότι ο κύκλος του στις ουσίες έχει κλείσει. Βέβαια όταν έρθει στο πρόγραμμα και φτάσει στο σημείο να αισθανθεί ότι δεν είναι ο εαυτός του πια, ότι τα ΄χασε όλα, μπορεί το κίνητρό του να μην είναι τόσο δυνατό. Θέλει απλά να κόψει. Από κει και πέρα είναι στους θεραπευτές να τον κερδίσουν σε αυτή την υπόθεση. Να πιστεύουν οι ίδιοι οι θεραπευτές ότι μπορεί να γίνει καλά. Αυτό προσπαθούσα να περάσω όλα αυτά χρόνια στους νεότερους θεραπευτές. Απ΄αυτούς εξαρτάται το πώς θα ενισχυθεί το κίνητρο αυτού του παιδιού. Να του δώσουν το χέρι να το βοηθήσουν να σηκωθεί.

Όλοι νιώθουν την «εθνική» θλίψη στις μέρες μας. Εσείς τι λέτε;

Πιστεύω ότι υπάρχει θλίψη κι απελπισία, αλλά δεν πιστεύω ότι υπάρχει απάθεια. Το καζάνι βράζει. Αλλά από κάτω.

Για χρόνια προσπαθείτε να βοηθήσετε τους ανθρώπους αυτής της πόλης να ξεφύγουν από τους εθισμούς και τα πάθη τους. Πόσο έχει αλλάξει η γεωγραφία των γκέτο στην Αθήνα;

Τη διαμορφώνουν αυτή την εικόνα. Ακόμα και το πού βρίσκονται οι τοξικομανείς, το καθοριζουν η αστυνομία και τα επιτελεία της εξουσίας. Αν θα κάνουν μια επιχείρηση «σκούπα» στην πλατεία Εξαρχείων ή στο ιστορικό κέντρο, έχουν στόχο να πάνε από τη μια γειτονιά στην άλλη. Κι αυτός σχετίζεται με την αξία των κτιρίων.

Με αυτό το βιβλίο κλείνετε έναν κύκλο 40 χρόνων. Σκεφτήκατε να γράψετε ένα βιβλιο με αυτοβιογραφικά στοιχεία;

Σχεδιάζω αλλά χωρίς αυτοβιογραφικά στοιχεία, να γράψω την ιστορία του 18 Ανω. Η ιστορία του σχετίζεται πάρα πολύ και με την ιστορία του ψυχιατρείου, του ΨΝΑ, του μεγαλύτερου ψυχιατρείου της Ελλάδας, που το κλείνουν τώρα. Σε λίγο δεν θα μείνει τίποτε. Ακόμα κι αυτός ο χώρος, θα γίνει οικόπεδα – φιλέτα που θα πωλούνται σε ιδιώτες. Πρέπει κάτι να μείνει. Έχουν χαθεί χιλιάδες ζωές μέσα στον πόνο και τη φρίκη. Στο μεγάλο άσυλο.

Πηγή: tvxs

 

Διαβάστε ακόμα

Βιβλιοπαρουσίαση “Ταπείνωση και ντροπή: γυναίκες τοξικομανείς”

Malpractice η Μάτσα; Τ’ ακούσαμε κι αυτό!

Κατερίνα Μάτσα: Οι γυναίκες αντικείμενα εκμετάλλευσης από τους άντρες τοξικοεξαρτημένους

 

Share

Βιβλιοκριτική: “Τα φώτα στο βάθος” της Niemands Rose

του ηλεκτρονικού αναγνώστη

Θέλω να βλέπω μεγάλες γυναίκες στις παμπ και στα καφέ, να οδηγούν ποδήλατα, να είναι φρικιά, να κάνουν γυμνισμό, να πίνουν και να καπνίζουν, να πηγαίνουν σε συναυλίες, να κατεβαίνουν σε πορείες. Να γερνούν έξω από τους τέσσερις τοίχους με τα σεμεδάκια, τα εικονίσματα και την καταπίεση στο μάνταλο, γαμώτο.

– Niemands Rose, Για τη γυναίκα, το γήρας, το γαμώτο

 

Είναι από τις καλές στιγμές του internet και της λογοτεχνίας. Τα κείμενα μιας blogger που παρακολουθείς από την αρχή να γίνονται βιβλίο, που να φτάνει μάλιστα μέσα σε λίγους μήνες την τρίτη του έκδοση.

“Τα φώτα στο βάθος. Αφηγήσεις μικρού μήκους” (α’ έκδοση: Μάιος 2013, Εκδόσεις Απόπειρα) είναι μια επιλογή 38 κειμένων που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο blog της Niemands Rose από το 2007. Όπου το ψευδώνυμο Niemands Rose έλκει την καταγωγή του από την ποιητική συλλογή Die Niemandsrose του Πάουλ Τσέλαν, που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά ως “Του κανενός το ρόδο”.

Οι «αφηγήσεις μικρού μήκους» δεν μπορούν να ενταχθούν στα γνωστά μας κειμενικά είδη. Προσπαθώντας να ονομάσουμε το νέο με παλιά ονόματα, θα λέγαμε ότι πρόκειται για διηγήματα – αλλά στην πραγματικότητα αυτό δεν ισχύει. Εκτείνονται συνήθως σε 2-3 σελίδες, σπάνια λιγότερες ή περισσότερες, έχουν μια συντομία -που πυκνώνει το περιεχόμενο- ενδεικτική της πρώτης τους δημοσίευσης ως posts σε blog. Και το κειμενικό τους είδος είναι ακριβώς αυτό: αναρτήσεις σε blog.

Και πράγματι τα κείμενα της Niemands Rose οφείλουν πολλά στο internet, πέρα από τη μορφή τους. Είναι τα κείμενα κάποιας που δεν ξεκίνησε να γίνει συγγραφέας, αλλά ξεκίνησε να γράφει αυτά που την απασχολούν και μέσα από τη συζήτηση και την αναγνώριση της σημασίας τους, μέσα από την ενθάρρυνση γνωστών και όχι τόσο γνωστών αναγνωστών της, πείστηκε και η ίδια ότι θα μπορούσαν να γίνουν βιβλίο. Η τεχνική ευκολία του να ξεκινήσεις ένα blog, το σταδιακό, ανάρτηση την ανάρτηση γράψιμο, η δυνατότητα να βρουν τα κείμενα τους αναγνώστες τους μέσα από το internet και να διαδοθούν πληκτρολόγιο με πληκτρολόγιο, κοινοποίηση με κοινοποίηση, σχόλιο με σχόλιο είναι κινητήριες δυνάμεις εξίσου σημαντικές με τις συγγραφικές ικανότητες της Niemands Rose σε αυτήν την περίπτωση. Χωρίς υπερβολή, ήταν οι αναγνώστες που οδήγησαν στην έκδοση του βιβλίου – και οι Εκδόσεις Απόπειρα ολοκλήρωσαν αυτή τη διαδικασία τυπώνοντάς το.

Θα ήταν όμως άδικο να εξετάζαμε το βιβλίο της Niemands Rose μόνο ή κυρίως ως μια ιστορία επιτυχημένης έκδοσης χωρίς εκδότη χάρη στο internet.  Όσο και αν τα μέσα παραγωγής και διάδοσης των κειμένων είναι ψηφιακά και ιντερνετικά, το περιεχόμενο παραμένει “βασιλιάς”. Το σημαντικό με “Τα φώτα στο βάθος” είναι το πόσο διαφορετικά είναι τα κείμενα της Niemands Rose από αυτό που ονομάζουμε “σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία”.

Πυκνά, αλλά λιτά. Βιωμένα, αλλά όχι αυτοβιογραφικά. Γυναικεία, αλλά όχι ροζ. Στοχαστικά, αλλά όχι φλύαρα και αυτοαναφορικά. Πολιτικά, αλλά όχι προπαγανδιστικά. Με οπτική γωνία, αλλά και χώρο για τον αναγνώστη. Τοπικά, αλλά όχι τουριστικά ή φολκλόρ. Ριζοσπαστικά, αλλά λογοτεχνικά. Λογοτεχνικά αλλά όχι επιτηδευμένα.

Σκηνές, σχεδόν σαν φωτογραφίες, επιλέγονται προσεκτικά και οι φράσεις-πυροτεχνήματα της Niemands Rose τους δίνουν το πλαίσιό τους. Κρήτη, Λονδίνο, Αθήνα, οι σπουδές της στις κοινωνικές επιστήμες, η ριζοσπαστική της ατζέντα, εμπειρίες καθημερινές και παρατηρήσεις του γύρω κόσμου είναι διαθλασμένα παρούσες στην αφήγηση.

Τα κείμενα της Niemands Rose, γεννημένα στο blog, ευνοούνται τώρα από τη συγκέντρωση και την έκδοσή τους σε βιβλίο (προς το παρόν έντυπο) – και όχι μόνο γιατί αποκτούν την αίγλη της νέας τους μορφής ή φτάνουν και σε όσους δε διαβάζουν blogs. Αν η ανάρτηση στο blog συνδέεται με την άμεση, αλλά πιθανόν πιο γρήγορη και αποσπασματική ανάγνωση, η μορφή του βιβλίου -έντυπου ή ebook- σημαίνει μια απόφαση να διαβάσεις περισσότερο κείμενο, πιο προσεκτικά, να κατανοήσεις πιο ολοκληρωμένα.

Και “Τα φώτα στο βάθος” μπορεί να γράφτηκαν εν θερμώ, ως αναρτήσεις blog, αλλά διαβάζονται και ξαναδιαβάζονται με νέο ενδιαφέρον εν ψυχρώ, ως ολοκληρωμένη και αποπερατωμένη μονάδα. Δηλαδή ως βιβλίο.

Κείμενα της Niemands Rose έχουν δημοσιευτεί επίσης στο συλλογικό ebook “Ανθολόγιον Ιστολόγιον”.

Πηγή: eanagnostis.gr

 

Share

Το σκανδιναβικό αστυνομικό βάζει την κοινωνία σε πρώτο πλάνο

της Νόρας Ράλλη

Η επιτυχημένη συγγραφέας μάς εξηγεί γιατί τα πολάρ της πατρίδας της έγιναν παγκόσμια μόδα, γιατί διάλεξε για ηρωίδα μια ακούραστη δημοσιογράφο και ανύπαντρη μητέρα και πώς από αμόρφωτο κορίτσι της εργατικής τάξης εκτοξεύτηκε στην κορυφή, πουλώντας 15 εκατ. αντίτυπα σε πάνω από 30 γλώσσες

Η σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία είναι από τις πλέον δημοφιλείς. Η πιο επιτυχημένη εκπρόσωπός της, η Λίζα Μάρκλουντ έρχεται για πρώτη φορά σήμερα στην Ελλάδα. Τα αστυνομικά της μυθιστορήματα, με ηρωίδα την ακούραστη ρεπόρτερ Ανικα Μπένγτζον, σημείωσαν αμέσως διεθνή επιτυχία. Η Μάρκλουντ είναι η μοναδική συγγραφέας που έχει βρεθεί στην πρώτη θέση των ευπώλητων και στις πέντε σκανδιναβικές χώρες (Σουηδία, Δανία, Νορβηγία, Φινλανδία, Ισλανδία).

Από την κουβέντα που είχαμε μαζί της, καταλάβαμε και το γιατί -εκτός των άλλων- είναι τόσο επιτυχημένη: είναι άμεση, ευφυέστατη, ανθρώπινη, εξαιρετικά προσηνής και με πολύ καλή αίσθηση του χιούμορ (ο ήχος κλήσης των αστυνομικού πρωταγωνιστή της είναι το «My Number One»!). Και αν σκεφτεί κανείς ότι γεννήθηκε κοντά στον αρκτικό κύκλο, μάλλον μη αναμενόμενα είναι αυτά τα χαρακτηριστικά.

Ποιες πιστεύετε ότι είναι οι διαφορές μεταξύ των αστυνομικών μυθιστορημάτων των Αμερικανών συγγραφέων (π.χ. της Πατρίσια Χάισμιθ ή του Ρέιμοντ Τσάντλερ) και των αντίστοιχων Ευρωπαίων, όπως ο Κλοντ Ιζό, αλλά και των Σκανδιναβών, όπως εσείς;

«Ισως να μην το περίμενε κανείς, αλλά οι ομοιότητες είναι περισσότερες από ό,τι οι διαφορές, ειδικά ως προς τη δομή του κειμένου και τον τελικό σκοπό της ιστορίας. Στη Σκανδιναβία τείνουμε να βάζουμε την κοινωνία σε πρώτο πλάνο περισσότερο από ό,τι κάνουν οι Αμερικανοί συνάδελφοί μας. Και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της διαφορετικής παράδοσης και κουλτούρας μεταξύ των δύο ηπείρων, καθώς τόσο οι κρατικοί όσο και οι κοινωνικοί θεσμοί γενικότερα είναι πιο ισχυροί, περισσότερο “παρόντες” στην Ευρώπη απ’ ό,τι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Και μην ξεχνάμε, βέβαια, πως η λογοτεχνική κληρονομιά της γηραιάς ηπείρου είναι κάπως πιο… ποιητική από ό,τι στην Αμερική, όπου οι συγγραφείς είναι πιο άμεσοι και στοχευμένοι».

Οι Αμερικανοί μάστερ του είδους, όπως ο Ντάσιελ Χάμετ, βάσιζαν την πλοκή τους κυρίως στη δεκαετία του ’30, την οποία περιέγραφαν γλαφυρά, έχοντας στερεοτυπικούς χαρακτήρες της περιόδου αυτής ως ήρωες. Ποιο είναι το κοινωνικό υπόβαθρο των δικών σας ηρώων;

«Η κεντρική ηρωίδα μου είναι δημοσιογράφος και ανύπαντρη μητέρα και ταυτόχρονα “δευτέρας κατηγορίας” άνθρωπος, όπως οι περισσότερες γυναίκες σήμερα, παρότι θέλουμε να πιστεύουμε το αντίθετο. Ήθελα μια ηρωίδα δυναμική, που να είναι στο προσκήνιο. Γι’ αυτό την έκανα δημοσιογράφο. Τη δημοσιογραφία την ξέρω καλά, καθώς ήμουν και η ίδια δημοσιογράφος για περισσότερα από 25 χρόνια. Συνακόλουθα, ήθελα να θίξω το ζήτημα της εξουσίας των μίντια και της κακής τους χρήσης. Από την άλλη, μην ξεχνάμε πως, όταν έχεις συνηθίσει να γράφεις με χρονοδιάγραμμα ως δημοσιογράφος, τελειώνεις γρήγορα βιβλία!»

Στα γραπτά σας συνδυάζετε την ευφυΐα με τη χάρη, το πρωτοποριακό με το χαριτωμένο, το εμπορικό με το ανθρώπινο. Πώς γίνεται αυτό;

«Ο τρόπος που γράφω είναι αποτέλεσμα του ποια είμαι, σε ποια κοινωνία μεγάλωσα, των γνώσεων που έχω λάβει, των λαθών που έχω κάνει, των εμπειριών απ’ τις οποίες έχω μάθει. Ήμουν ένα αμόρφωτο κορίτσι, προερχόμενο από την εργατική τάξη, από ένα ξεχασμένο χωριό βόρεια στη Σουηδία. Έγινα ανύπαντρη μητέρα και μου δόθηκε η ευκαιρία να δουλέψω και να γράφω. Ξέρετε, δεν είναι και τόσο συνηθισμένο το να δοθούν τόσες ευκαιρίες σε κάποιον όπως εγώ. Κι όμως μου δόθηκαν και τις πήρα! Έχω ρίξει τρελή δουλειά στη ζωή μου και το λατρεύω!»

Αλήθεια, πώς είναι να σε αποκαλούν «βασίλισσα του σκανδιναβικού αστυνομικού μυθιστορήματος» και να έχουν πουληθεί πάνω από 15 εκατομμύρια αντίτυπα των βιβλίων σας σε πάνω από 30 γλώσσες;

«(γελάει)… Νομίζω πως δεν πρέπει να το σκέφτομαι καν αυτό, διαφορετικά δεν θα με άντεχα ούτε εγώ η ίδια. Ξέρεις, άρχισα να γράφω γιατί ήθελα να μιλήσω για θέματα που με αφορούν βαθιά, όπως τα δικαιώματα του παιδιού, η βία κατά των γυναικών, οι δυνατότητες της γυναίκας ως εργαζόμενου, η πραγματικότητα των μέσων ενημέρωσης, αυτά που όλοι λένε πως “δεν πουλάνε”». Κι όμως…»

Η αλήθεια είναι πως έχετε γεννηθεί πολύ κοντά στον αρκτικό κύκλο, έχετε διανύσει με τα πόδια την απόσταση Τελ Αβίβ – Λονδίνο μέσα σ’ ένα καλοκαίρι, έχετε δουλέψει στο τσίρκο, απ’ όπου φύγατε γιατί ανακαλύψατε πως έχετε αλλεργία στις τίγρεις, έχετε ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και σας έχουν συλλάβει στην Ελλάδα με την κατηγορία της αλητείας πριν από χρόνια, είπατε ψέματα πως έχετε πατέρα αστυνομικό διευθυντή στη Σουηδία και σας άφησαν να φύγετε -συγχαρητήρια, επί τη ευκαιρία!… Μετά απ’ όλα αυτά, πείτε μου: τι άλλο θα μπορούσατε να γίνετε εκτός από συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων;

«Ακριβώς! Μόνο αυτό! Δεν θα μπορούσατε να το θέσετε καλύτερα!»

 

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

 

Share

«Περί μανάδων Ελληνίδων και άλλων….»

της Μαρίας Τριαντοπούλου

Εχτές στη Αγγλία ανακοινώθηκαν τα λογοτεχνικά βραβεία Βooker, τα σημαντικότερα βραβεία του είδους. Παρόλο που το Βooker απονεμήθηκε στην Eleanor Catton για το βιβλίο The Luminaries εγώ θέλω να μιλήσω για ένα άλλο βιβλίο της λίστας των προτεινόμενων για το φετινό βραβείο. Θέλω να μιλήσω για το βιβλίο του Ιρλανδού συγγραφέα Colm Toibim με τον αιρετικό τίτλο «Το Ευαγγέλιο της Μαρίας».

Πρόκειται για μια σύντομη και περιεκτικότατη νουβέλα που εξιστορεί τα γεγονότα που οδήγησαν στη σταύρωση του Ιησού, την ίδια τη σταύρωση του άλλα και όσα επακολούθησαν ώστε να τεθούν οι θεμέλιοι λίθοι μιας ολόκληρης θρησκείας. Την ιστορία την αφηγείται η μάνα του Ιησού, ανατρεπτικά, ανθρωπινά και απόλυτα σπαραχτικά. Όπως ο νομπελίστας Πορτογάλος συγγραφέας Jose Saramango έτσι και ο Colm Toibim αποδομώντας την ιστορία της θυσίας του Χριστού μιλάει για τον πόνο άλλα και τον θυμό της μάνας, που δεν ήθελε τον γιο της ούτε ήρωα, ούτε σύμβολο, ούτε εξιλαστήριο θύμα. Τον ήθελε καλά, στο σπίτι του, στη δουλειά του, να μεθάει με τους φίλους του, ίσως να έχει οικογένεια και παιδιά, να είναι ευτυχισμένος και χαρούμενος. Ονειρευόταν δηλαδή ο,τι κάθε μάνα: να έχει έναν γιο ζωντανό να καμαρώνει όχι έναν γιο που κάνει θαύματα, τρελό, ταλαντούχο, ριψοκίνδυνο ή ηρώα. Τον παρακολουθεί καθώς έχει πάρει τον δρόμο της «καταστροφής και της απώλειας», όπως εκείνη το αντιλαμβάνεται, και θέλει να τον προλάβει, να τον σταματήσει, να τον σώσει γιατί βλέπει ξεκάθαρα το κακό να παραμονεύει.

Το βιβλίο το διάβασα απνευστί και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τις μέρες εκείνες, σαν τραγική επιβεβαίωση της κατά Toibim θεώρησης της αρχέτυπης μάνας του χριστιανισμού άκουσα μια συνέντευξη της μάνας του Παύλου Φύσσα. Κι εκείνη, όπως κάθε μάνα που χάνει το παιδί της άδικα και βίαια, δεν μπορεί να αντισταθμίσει τον απερίγραπτο και αβάσταχτο πόνο ούτε με την σκέψη ότι ίσως ο θάνατος αυτός αποτελέσει την αρχή του τέλους μιας δολοφονικής και εγκληματικής οργάνωσης όπως είναι η Χρυσή Αυγή, ούτε με τη σκέψη ότι ο γιος της είναι ήρωας, σύμβολο αγώνα και αντίστασης, αθάνατος και αιώνια νέος.

Παρόλο που είχα γνωρίσει κάποτε μια Ιρλανδή, μάνα τριών αγοριών, που μου είχε πει ότι δεν θα την πείραζε αν και οι τρεις γιοι της πέθαιναν προασπιζόμενοι την ενωμένη κι ανεξάρτητη Ιρλανδία, παρόλες τις εκατοντάδες ιστορίες για μανάδες που περήφανες ξεπροβοδίζουν τον γιο τους να πάει να σκοτωθεί σε έναν πόλεμο που εκείνες ούτε επέλεξαν ούτε θέλησαν, ή να θυσιαστεί για τα ιδανικά του και να δώσει και τη ζωή του ακόμα για τον αγώνα τον αγαθό,  παρόλο που η Σπαρτιάτισσα μάνα προτιμούσε να δει τον γιο της νεκρό πάρα ηττημένο – λυπάμαι που θα απογοητεύσω και τους ιδεαλιστές και τους πατριώτες και τους αγωνιστές – εγώ πιστεύω ότι όσο κι αν δεν το δείχνουν, όσο κι αν δεν το λένε όσο κι αν σκύβουν το κεφάλι στο αναπόφευκτο, όπως και η μάνα του Ιησού του Toibim έτσι και η μάνα του Παύλου ή του Αλέξη ή τόσων και τόσων άλλων δεν θέλουν μια φωτογραφία στον τοίχο, έναν δρόμο με το όνομα του γιου τους, ένα παράσημο ή ένα ηρώον αλλά τον γιο που χάσανε άδικα και βίαια, τον γιο που δεν κατάφεραν τελικά να προστατέψουν από το κακό που τόσα χρόνια ξορκίζαν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους. Γιατί αυτόν οι μανάδες ξέρουν ότι, τίποτα, μα τίποτα δεν θα τους τον φέρει πίσω.

Πηγή: tvxs

 

Share

Η δεξιοτέχνης του σύγχρονου διηγήματος Αλίς Μονρό κερδίζει το Νόμπελ λογοτεχνίας

της Σοφίας Ξυγκάκη

Για πρώτη φορά στην ιστορία της η Σουηδική Ακαδημία βραβεύει διηγηματογράφο – μια επιλογή που θεωρήθηκε η λιγότερη πολιτική και η κατεξοχήν λογοτεχνική.

Την τοποθετούν δίπλα στον Τσέχοφ για την τολμηρή ευγένεια και την ψυχολογική οξύνοια της, αλλά και δίπλα στον Χένρυ Τζέιμς για τις διαυγείς δίχως αυταπάτες περιγραφές της. Η ίδια πιστεύει ότι οι ιστορίες της μοιάζουν μ’ ένα σπίτι στο οποίο μπαίνεις και μένεις εκεί για λίγο, τριγυρνάς, βολεύεσαι όπου σ’ αρέσει, προσπαθείς ν’ ανακαλύψεις πώς συνδέονται οι διάφοροι χώροι μεταξύ τους και με ποιο τρόπο ο εξωτερικός κόσμος μεταβάλλεται όταν τον κοιτάς από αυτά τα παράθυρα.

Η Άλις Μονρό γεννήθηκε στο Γούινγκαμ του Οντάριο, το 1931, όπου ζει ακόμη σε μια πόλη τριών χιλιάδων κατοίκων, το Κλίντον. Σπούδασε στο κολλέγιο μόνο 2 χρόνια γιατί τόσο διαρκούσε η υποτροφία της, δεν υπήρχαν χρήματα για παραπάνω. Χαρακτηρίζει αυτή την περίοδο ως πολύ ευχάριστο διάλειμμα, αφού ήταν η μοναδική στη ζωή της που δεν ήταν επιφορτισμένη με δουλειές σπιτιού. Τότε αποφάσισε ότι θα γίνει συγγραφέας γιατί δεν ήξερε τι άλλο μπορούσε να κάνει.

Παντρεύτηκε αμέσως μετά και εγκαταστάθηκε με τον πρώτο της σύζυγο στο Βανκούβερ. Εκεί, στο προάστιο στο οποίο ζούσαν, η ζωή  ήταν αυστηρά καθορισμένη, καθορισμένες οι απόψεις και ο τρόπος που θα έπρεπε να συμπεριφέρεται ως γυναίκα. Σκεφτόταν ότι η μόνη διέξοδος ήταν το φλερτ με τους άντρες των άλλων γυναικών στα πάρτι – η σαρκική ήταν η μόνη πραγματική επαφή που μπορούσε να έχει με έναν άντρα. Αυτοί δεν μιλούσαν στις γυναίκες, κι αν το έκαναν, το έκαναν αφ’ υψηλού. Στους άντρες δεν άρεσε να μιλούν οι γυναίκες, ούτε και στις γυναίκες άρεσε να μιλούν οι γυναίκες. Λέει για τον εαυτό της ότι ήταν κι αυτή με τις γυναίκες των αναρριχώμενων αντρών. Το σιχαινόταν αυτό κι έτσι ποτέ δεν έγραψε για τη ζωή εκεί. Αλλά μετά, όταν πήγαν στο Δυτικό Βανκούβερ, σε μια γειτονιά όπου δεν κατοικούσαν μόνο ζευγάρια και οικογένειες, έκανε πολλούς φίλους, και αργότερα εγκαταστάθηκαν   σε μια άλλη μικρή πόλη του Οντάριο, τη Βικτώρια, όπου το Munro’s books, το βιβλιοπωλείο το οποίο άνοιξαν το 1963, υπάρχει ακόμη. Τη δεκαετία του ’50 άρχισε να δημοσιεύει τα διηγήματά της στο Tamarack Review, ένα μικρό λογοτεχνικό περιοδικό του Καναδά, ενώ το 1977 άρχισε η συνεργασία της με τον New Yorker. Το 1968 εκδίδεται η πρώτη συλλογή διηγημάτων της με τον τίτλο Dance of the Happy Shades. Το 1976 συναντά, μετά από χρόνια, τον Gerry Fremlin, παλιό της γνώριμο από το πανεπιστήμιο και μετά από τρία μαρτίνι αποφασίζουν να μείνουν μαζί.

Όπως έχει πει η ίδια: «Το διάβασμα μέχρι τα τριάντα μου ήταν η ζωή μου. Ζούσα στα βιβλία. Οι συγγραφείς του αμερικάνικου νότου ήταν οι πρώτοι που πραγματικά με συγκίνησαν γιατί μου έδειξαν ότι μπορείς να γράψεις για μικρές πόλεις, για κανονιστικές κοινωνίες, γι’ αυτού του είδους τη ζωή που γνώριζα καλά. Αλλά, χωρίς καν να το έχω αντιληφθεί,  οι συγγραφείς του αμερικάνικου νότου που είχα αγαπήσει ήταν γυναίκες. Δεν μ’ άρεσε στ’ αλήθεια τόσο πολύ ο Φόκνερ. Αγαπούσα την Γιουντόρα Γουέλτι, τη Φλάνερι Ο Κόνορ, την Κάθριν Αν Πόρτερ, την Κάρσον Μακ Κάλερς. Είχα αυτή την αίσθηση, ότι οι γυναίκες μπορούν να γράψουν για το αλλόκοτο, το περιθωριακό. Αισθανόμουν ότι αυτός ήταν ο δικός μας χώρος, ενώ οι καθιερωμένοι συγγραφείς του μεγάλου κοινωνικού μυθιστορήματος, που αφορούσε την πραγματική ζωή, ήταν αντρικός χώρος. Δεν ξέρω πώς απέκτησα αυτή την αίσθηση, ότι είμαι στο περιθώριο, δεν με έσπρωξαν προς τα κει. Ίσως γιατί μεγάλωσα στη περιφέρεια. Υπήρχε πάντα κάτι στους μεγάλους συγγραφείς από το οποίο αισθανόμουν αποκλεισμένη, αλλά δεν ήξερα τι είναι αυτό. Είχα ενοχληθεί τρομερά όταν πρωτοδιάβασα Λόρενς. Συχνά με τάραζε η οπτική των συγγραφέων σε ό,τι αφορά τη γυναικεία σεξουαλικότητα. Σκεπτόμουν: πώς μπορώ να είμαι εγώ συγγραφέας, από τη στιγμή που είμαι το αντικείμενο άλλων συγγραφέων;».

Τα πρόσωπα στα διηγήματα της Μονρό που ζουν σ’ αυτό το περιθώριο είναι κορίτσια και γυναίκες, έφηβες, ενήλικες που μεγάλωσαν αντιμέτωπες με την οικογένεια, τα προβλήματα, την αρχή ή το τέλος ενός γάμου, το διαζύγιο, τη μοναξιά, τα γηρατειά. Μεγάλωσαν με παλιομοδίτικες ιδέες και πρέπει ν’ ανταποκριθούν στην ανατρεπτική δεκαετία του ’60. Για κάποιες η οικογένεια είναι καταφύγιο και για κάποιες άλλες εμπόδιο για την αυτοπραγμάτωση τους.

Στη συλλογή διηγημάτων της Hateship, friendship, courtship, loveship, marriage* μια καμαριέρα πέφτει θύμα της φάρσας ενός κοριτσιού αλλά απρόσμενα εκπληρώνει τις επιθυμίες της και γίνεται ευτυχισμένη∙ μια φοιτήτρια επισκέπτεται τη θεία της και ανακαλύπτει ένα οικογενειακό έπιπλο που κρύβει ένα μυστικό∙ στο The love of a good wife το τελετουργικό του μεσημεριανού γεύματος αποδεικνύεται σημαντικότερη προτεραιότητα από την καταγγελία της ανεύρεσης ενός πτώματος, και μια σημαντική εκδοχή γύρω από αυτόν τον θάνατο μένει ανεξερεύνητη εξαιτίας ενός άλλου θανάτου∙ μια γυναίκα στο λεωφορείο πηγαίνει να επισκεφτεί τον άντρα της στο ψυχιατρείο και, στη συνέχεια, μαθαίνουμε ότι αυτός νοσηλεύεται γιατί έχει σκοτώσει τα τρία παιδιά τους – αυτή, ωστόσο, εξακολουθεί να στρέφεται σε αυτόν για παρηγοριά γιατί είναι ο μόνος που μπορεί να συναισθανθεί την οδύνη της.

Το τέλος των ιστοριών της συχνά μένει ανοιχτό και αινιγματικό και η ζωή των χαρακτήρων της ορίζονται, όπως και στον Τσέχoφ, από τη φύση, την αγάπη, τη μοναξιά, την απώλεια, τον χρόνο που απλώς περνάει, την ανάκληση και την παραμόρφωση της.

Τον περασμένο Ιούνιο ανακοίνωσε ότι δεν θα γράψει άλλο.

Το 1994 στη συνέντευξή της στο The Paris Review είχε πει: «Δεν φοβάμαι  να εγκαταλείψω το γράψιμο. Φοβάμαι να εγκαταλείψω την έξαψη ή ό,τι είναι αυτό που αισθάνεσαι και που σε κάνει να γράφεις».

 

* στην ελληνική έκδοση Μ’ αγαπάει, δεν μ’ αγαπάει

 

Στα ελληνικά κυκλοφορούν:

Πάρα πολύ ευτυχία, Μεταίχμιο, 2010 (μτφ Σοφία Σκουλικάρη)

Μ’ αγαπάει, δεν μ’ αγαπάει, Μεταίχμιο, 2003, (μτφ Σοφία Σκουλικάρη)

Συμμετοχή σε συλλογικό:

Της αγάπης μου ο σπουργίτης πέταξε, Libro, 2009, (ανθολόγηση Τζέφρι Ευγενίδης, μτφ Άννα Παπασταύρου)

 

 

Share

Νέο βιβλίο αμαυρώνει την ιδανική εικόνα που επικρατεί για τους ήρωες πολέμου

Η συμπεριφορά των στρατιωτών απέναντι στις γυναίκες σε κάθε πόλεμο, οι βιασμοί και παλιότερα η απαγωγή γυναικών από τους νικητές για να τις πουλήσουν  σκλάβες, είναι ένα τεράστιο και αποσιωπημένο θέμα. Χαρακτηριστικά, ο Αμίν Μαλούφ στο βιβλίο του “Οι σταυροφορίες από την πλευρά των Αράβων” (τη δεκαετία του 1980) γράφει, σύμφωνα με τη μνήμη μου:  Όταν κατέλαβαν την πόλη, ο στρατηγός έδωσε στους στρατιώτες τρεις μέρες (ή πέντε μέρες) για πλιάτσικο και βιασμό γυναικών. Για τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι γνωστή η βάρβαρη συμπεριφορά των Ρώσων όταν κατέλαβαν το Βερολίνο όσο και οι άπειροι βιασμοί. Αυτοί, βλέπετε, ήταν αντιφασίστες… και εντολή για σεβασμό των πολιτών και των γυναικών προφανώς δεν υπήρχε. Υπάρχουν πολλά βιβλία από φεμινίστριες γι’ αυτό το θέμα.

Η συμπεριφορά των Σέρβων στρατιωτών, και μάλιστα των άτυπων στρατιωτικών ομάδων,  στον εθνικιστικό πόλεμο της Βοσνίας απέναντι στις γυναίκες και οι ομαδικοί βιασμοί, και μάλιστα με στόχο την ταπείνωση του αντιπάλου και την εθνική εκκαθάριση, έγινε τεράστιο θέμα στο φεμινιστικό κίνημα στη δεκαετία του 1990. Εξαιτίας αυτής της μαζικής παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών τέθηκε στον ΟΗΕ το αίτημα να συμπεριληφθεί ο βιασμός στον πόλεμο στα εγκλήματα πολέμου, και αυτό το αίτημα ικανοποιήθηκε και πλέον ο βιασμός θεωρείται έγκλημα πολέμου και τιμωρείται ως τέτοιο. Η εφαρμογή βέβαια αυτού του νόμου, είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία.

Φυσικά, κι εδώ όπως και παντού αλλού, η εργαλειοποίηση των δικαιωμάτων των γυναικών είναι τεράστια, και το συμπέρασμά μας ήταν και πρέπει να είναι ένα και μοναδικό: Ο βιασμός είναι κακούργημα κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, και δεν εξαρτούμε την καταγγελία αυτού του κακουργήματος από το αν είμαστε υπέρ ή κατά αυτών που το πράττουν, όπως συμβαίνει πολύ συχνά.

Σίσσυ Βωβού

 

Η σκοτεινή πλευρά των Αμερικανών στρατιωτών στη Γαλλία του ’40

Οι αμερικανοί στρατιώτες που πολέμησαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο παρουσιάζονται πάντα σαν αξιέπαινοι πολεμιστές όμως ένα νέο βιβλίο αποκαλύπτει τη σκοτεινή πλευρά τους στην απελευθερωμένη Γαλλία, όπου έκλεβαν και βίαζαν κατά κόρον.

Στο βιβλίο «What Soldiers Do: Sex and the American GI in World War II France» (Τι κάνουν οι στρατιώτες: Σεξ και οι αμερικανοί στρατιώτες στη Γαλλία στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο), η Μέρι Λουίζ Ρόμπερτς, καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν στις ΗΠΑ, αμαυρώνει την ιδανική εικόνα που επικρατεί για τους ήρωες πολέμου.

Οι απελευθερωτές έκαναν πολλή φασαρία και έπιναν υπερβολικά. Ετρεχαν με τα τζιπ τους, τσακώνονταν στους δρόμους, έκλεβαν και είχαν μονομανία με τις Γαλλίδες. Ηθελαν σεξ _ μερικοί τζάμπα, άλλοι επί χρήμασι, άλλοι δια της βίας.

Ύστερα από τέσσερα χρόνια γερμανικής κατοχής, οι Γάλλοι υποδέχτηκαν τους αμερικανούς στρατιώτες που έκαναν την απόβαση στη Νορμανδία στις 6 Ιουνίου 1944 ως απελευθερωτές. Αλλά ως τα τέλη του ίδιου καλοκαιριού, μεγάλος αριθμός γυναικών ανέφερε βιασμούς από στρατιώτες. Μαζί με τον φόβο, εξαπλώθηκε και ένα ανέκδοτο: «Οι άντρες μας κρυβόντουσαν από τους Γερμανούς. Αλλά μόλις ήρθαν οι Αμερικανοί, έπρεπε να κρύψουμε τις γυναίκες».

Η Ρόμπερτς πιστεύει ότι ενώ τους στρατιώτες τους ακολουθεί η φήμη ότι βιάζουν σε πολλούς πολέμους, οι Αμερικανοί είχαν εν πολλοίς εξαιρεθεί από αυτό το στερεότυπο. Η ιστορική έρευνα έχει δώσει ελάχιστη σημασία σ’ αυτή τη σκοτεινή πλευρά της απελευθέρωσης της Ευρώπης που επί καιρό θεωρούταν ταμπού τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Γαλλία.

Σύμφωνα με τη Ρόμπερτς, η αμερικανική προπαγάνδα δεν πούλησε τον πόλεμο στους στρατιώτες ως αγώνα για την ελευθερία αλλά σαν μια «σεξουαλική περιπέτεια». Η Γαλλία «είναι ένας τεράστιος οίκος ανοχής» φαντασιωνόταν το περιοδικό «Life» της εποχής, «στον οποίο κατοικούν 40 εκατομμύρια ηδονιστές που περνούν τον καιρό τους τρώγοντας, πίνοντας και κάνοντας έρωτα». Το «Stars and Stripes», το επίσημο περιοδικό του αμερικανικού στρατού, δίδασκε στους στρατιώτες γερμανικές φράσεις όπως «Waffen niederlegen» (Πέταξε τα όπλα σου). Αλλά οι γαλλικές φράσεις που τους πρότεινε ήταν διαφορετικές: «Εχεις όμορφα μάτια», «Δεν είμαι παντρεμένος» και «Είναι οι γονείς σου σπίτι;».

Μετά τη νίκη, οι στρατιώτες θεώρησαν ότι είχε φθάσει ο καιρός για την ανταμοιβή τους. Η Ρόμπερτς γράφει ότι όταν χαίρονταν τις γαλλίδες, επιβεβαίωναν όχι μόνο τον ανδρισμό τους αλλά, κατά κάποιον τρόπο, και το νέο καθεστώς των ΗΠΑ σαν υπερδύναμη. Από την άλλη πλευρά, ύστερα από την ήττα τους από τους Γερμανούς, πολλοί Γάλλοι εκλάμβαναν την ανεξέλεγκτη συμπεριφορά των Αμερικανών στη χώρα τους ως μια ακόμη ταπείνωση. Αν και οι Γάλλοι ήταν επισήμως ανάμεσα στις νικήτριες δυνάμεις, οι Αμερικανοί είχαν πλέον το πάνω χέρι.

Πηγή: το Βήμα

 

Share

Τι φύλο έχει το smart phone σας;

της Εύας Στάμου

Έχουν φύλο τα προϊόντα της τεχνολογίας; Είναι για παράδειγμα το κινητό ένα «αντρικό» εργαλείο και η ηλεκτρική σκούπα ένα «γυναικείο»; Υπάρχουν «γυναικεία» αυτοκίνητα; Και η γραφομηχανή, είναι «αντρικό» ή «γυναικείο» αντικείμενο;

Ο ρόλος της τεχνολογίας στην καθημερινότητά μας, οι σχέσεις των κοινωνικών ομάδων με την τεχνολογία, και ειδικότερα οι τρόποι με τους οποίους τα τεχνήματα λειτουργούν ως σύμβολα του φύλου και των χαρακτηριστικών που του αποδίδονται σε κάθε κοινωνία, εξετάζονται στα δέκα κεφάλαια του βιβλίου Το Φύλο της Τεχνολογίας και η Τεχνολογία του Φύλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εκκρεμές. Η περιεκτική και κατατοπιστική εισαγωγή της επιμελήτριας βοηθάει τον αναγνώστη που δεν έχει οικειότητα με αυτή τη θεματολογία να την προσεγγίσει ευκολότερα.

Το βιβλίο επιχειρεί να εντάξει την συζήτηση για τις σχέσεις φύλου και τεχνολογίας -μία συζήτηση που στην Αμερική και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες αναπτύσσεται εδώ και τέσσερις δεκαετίες- στην ελληνική επιστημονική βιβλιογραφία. Η ιστορική αναδρομή λοιπόν είναι απαραίτητη, όπως και η μελέτη σημερινών διαφημίσεων που προσεγγίζουν τα τεχνολογικά προϊόντα μέσα από περισσότερο ή λιγότερο παραδοσιακά έμφυλους ρόλους. Αντικείμενα καθημερινής χρήσης που περιορίζονται στον χώρο της κατοικίας, όπως το πλυντήριο πιάτων, ο φούρνος μικροκυμάτων, ή το σίδερο, μετατρέπονται από την βιομηχανία της διαφήμισης σε έμφυλα αντικείμενα.

Ποιος καθορίζει όμως το φύλο των τεχνημάτων και ποιοι σκοποί εξυπηρετούνται; Ας μην ξεχνάμε ότι η έννοια του φύλου όσο και η έννοια της τεχνολογίας μεταβάλλονται στο χρόνο και η αλληλεπίδρασή τους σε επίπεδο σχεδιασμού, παραγωγής, χρήσης και κατανάλωσης, είναι σημαντική. Έννοιες που η κοινωνία μας αποδίδει στο φύλο, ενσωματώνονται στα τεχνολογικά επιτεύγματα, αλλά μπορεί να συμβεί και το αντίστροφο. Άλλωστε, όλες οι κοινωνικές ομάδες ούτε χρησιμοποιούν τα ίδια τεχνολογικά αντικείμενα, ούτε τα αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο, και συνεπώς το νόημα που τους αποδίδεται μπορεί να ποικίλει.

Ο έμφυλος καταμερισμός εργασίας και πώς προέκυψαν οι διακρίσεις

Αυτές οι διακρίσεις δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά. Αρκετές πηγάζουν από τον επιμερισμό εργασίας κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Την περίοδο εκείνη αφενός γίνεται κοινώς αποδεκτό ότι οι γυναίκες είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της βιομηχανίας, αφετέρου παγιώνεται ο διαχωρισμός ανάμεσα σε αντρικές και γυναικείες τεχνικές εργασίες. Οι δουλειές που απαιτούν είτε μεγάλη χειρωνακτική δύναμη είτε ειδικευμένες γνώσεις τεχνολογίας χαρακτηρίζονται αντρικές και ανατίθενται στους άντρες που επιστρέφουν από το μέτωπο. Οι γυναίκες που εργάζονται, για τον μισό μισθό, στα εργοστάσια παραγωγής προϊόντων τεχνολογίας, ένδυσης, και διατροφής, περιορίζονται σε ιδιαίτερα κουραστικές, επαναληπτικές δουλειές που δεν χρειάζονται συγκεκριμένες δεξιότητες.

Ένα άλλο παράδειγμα του έμφυλου καταμερισμού εργασίας και της σχέσης του φύλου με τα τεχνήματα όπως ο τηλέγραφος, το τηλέφωνο, η γραφομηχανή, είναι η εισροή Αμερικανίδων της μεσαίας τάξης σε μεγάλες εταιρίες από τις αρχές του εικοστού αιώνα αφού εργασίες που απαιτούν ευγένεια, υπομονή και υπακοή όπως η δουλειά γραφείου, κατατάσσονται αυτόματα στις γυναικείες.

Η είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας, ακόμα κι αν δεν έγινε με ιδανικούς όρους, έπαιξε αναμφίβολα σημαντικό ρόλο στην χειραφέτησή του γυναικείου φύλου. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι κατάλοιπα του φόβου κάποιων αντρών ότι οι θέσεις τους θα καταληφθούν από γυναίκες, δεν επηρέασαν την σχέση των φύλων με την τεχνολογία και δεν διαμόρφωσαν τους συμβολισμούς που φέρουν διαφορετικά τεχνήματα ακόμη και σήμερα.

Την επόμενη φορά που θα δείτε μια διαφήμιση για tablet ή για smart phone παρατηρείστε ποιος το κρατάει: πιθανότατα θα ανήκει στο ίδιο φύλο με αυτόν που κρατάει το τιμόνι στη διαφήμιση ενός σπορ αυτοκινήτου.

 

Το Φύλο της Τεχνολογίας και η Τεχνολογία του Φύλου

Συλλογικό Έργο

Επιμέλεια: Μαρία Ρεντετζή

Μτφρ: Αμαλία Χατζηευγενιάδου

Εκδόσεις Εκκρεμές, 2012

Τιμή: € 18,64, σελ: 344

 

Πηγή: Bookpress

 

Share

Γυναίκες Beat: αναγνωρισμένες μούσες, λησμονημένες δημιουργοί

Οι γυναίκες αποτελούσαν περιθωριοποιημένη ομάδα μέσα στον περιθωριοποιημένο κύκλο των μπιτ, αλλά δεν ήταν λιγότερο σημαντικές.

της Χίλντας Παπαδημητρίου

 

Και να που διαβάζω ξανά για το ταξίδι σου στην Ινδία /

Με τον Γκάρυ Σνάιντερ και τον Πήτερ Ορλόφσκι. Τελεία. /

Ποιος έβγαλε τη φωτογραφία όπου οι τρεις σας /

Στέκεστε με φόντο τα μοδάτα Ιμαλάια; /

Η αρκούδα;

(Τζοάν Κάιγκερ, Μια κακία για τον Άλεν, «The Again: Poems 1989-2000»)

 

Η Ιστορία μοιάζει να έχει ξεχάσει τις γυναίκες της Γενιάς των Μπιτ. Όταν αναφερόμαστε σ’ αυτή, φανταζόμαστε μια παρέα νέων, ή λιγότερο νέων, λευκών που έγραφαν, έπιναν, ταξίδευαν και μιλούσαν με φρενήρεις ρυθμούς, ενώ στο φόντο σιωπηλές κοπέλες ντυμένες στα μαύρα (όπως σημειώνει η  Ρόνα Τζόνσον στη συλλογή δοκιμίων για τις γυναίκες μπιτ) τις παρατηρούσαν με θαυμασμό και φθόνο. Ωστόσο, η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική και δεν εξαντλείται στην εξαίρεση της Νταϊάν ντι Πρίμα: η Μαρντού Φοξ στους «Υποχθόνιους» του Κέρουακ αποτελεί σύμβολο των γυναικών μπιτ όπως τις περιγράφει η Μπρέντα Νάιτ στο «Women of the Beat Generation»: «Οι γυναίκες των μπιτ ήταν φτιαγμένες από την ίδια στόφα με τους άνδρες: άφοβες, θυμωμένες, ριψοκίνδυνες, υπερβολικά έξυπνες, ανήσυχες, έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις: έκαναν αποκοτιές, σεξ και λάθη, έγραφαν ποίηση και ιστορία. Δεν φοβούνταν να λερωθούν […], μούσες συγγραφέων και συγγραφείς οι ίδιες που εξύφαιναν μαγείες αλλάζοντας τον κόσμο…».

Για τη συμβολή των γυναικών οι μπιτ διαφωνούν μεταξύ τους: μισογυνία, ομοφυλοφιλία και αποθέωση του οιδιποδείου. Ο Γκίνσμπεργκ είχε δηλώσει ότι, για να μην υπάρχουν γυναίκες στον κύκλο τους, σήμαινε ότι καμία δεν ήταν αρκετά ταλαντούχα, ενώ ο Γκρέγκορι Κόρσο επέμενε ότι υπήρχαν πολλές σημαντικές μπιτ ποιήτριες: ανάμεσά τους, η γερμανικής καταγωγής Ρουθ Γουάις, που ο Κέρουακ και ο Κόρσο γνώρισαν στο Μπιγκ Σουρ. To σίγουρο είναι ότι οι γυναίκες αποτελούσαν μια περιθωριοποιημένη ομάδα μέσα στον ήδη περιθωριοποιημένο κύκλο των μπιτ: στη δεκαετία του ’50  η συντηρητική αμερικανική κοινωνία δεν επέτρεπε στις γυναίκες να ζήσουν και να γράψουν όπως οι άνδρες. Τραγικό παράδειγμα η Ελίζ Κόουεν (σύντροφος του Γκίνσμπεργκ για σύντομο διάστημα), η οποία δεν πρόλαβε να εκδώσει τα ποιήματά της, αφού η πλούσια εβραϊκή οικογένειά της την έκλεισε σε ψυχιατρείο, όταν αποπειράθηκε να ζήσει την αντισυμβατική ζωή των μπιτ. Καταρρακωμένη από τα ηλεκτροσόκ, η Κόουεν αυτοκτόνησε πριν κλείσει τα 30 της χρόνια. Η Κόουεν είναι ένα από τα κεντρικά πρόσωπα του αυτοβιογραφικού βιβλίου της Τζόις Τζόνσον «Minor Characters», που σκιαγραφεί τους «δευτερεύοντες χαρακτήρες» των μπιτ, τις γυναίκες. Η Τζόνσον γράφει: «Στη σκηνή beat η καλλιτεχνική συμμετοχή των γυναικών ήταν ελάχιστη. Η αληθινή επικοινωνία περιοριζόταν  μεταξύ ανδρών, οι γυναίκες παρακολουθούσαν απλώς […]. Κρατούσες το στόμα σου κλειστό, κι αν ήσουν έξυπνη και σ’ ενδιέφεραν όσα λέγονταν, έπιανες ό,τι μπορούσες. Ήταν μια άκρως ανδρική αισθητική».

Ένα μέρος αυτών των γυναικών ανέλαβε την καταγραφή και την αποτίμηση της ιστορίας του κινήματος και του τρόπου ζωής των δημιουργών του. Το αποτέλεσμα είναι ένα πλήθος αυτοβιογραφικών βιβλίων, όπως το «Heart Beat» και το «Off the Road» της Κάρολιν Κάσαντι, το «How I Became Hattie Jones» της Χέτι Τζόουνς (συντρόφου του Αφροαμερικανού ποιητή Λιρόι Τζόουνς και συνεκδότριας του Totem Press), το «Baby Driver» της Τζαν Κέρουακ, κόρης του Κέρουακ, το «Troia: The Mexican Memoir» της Μπόνι Μπρέμσερ, συζύγου του Ρόι Μπρέμσερ, ή το «You’ll Be Okay» της Ίντι Πάρκερ, πρώτης συζύγου του Κέρουακ. Σε όλα αυτά τα απομνημονεύματα (κυρίως στο «Nobody’s Wife: The Smart Aleck and the King of Beats» της Τζόαν Χάβερτι) οι άνδρες μπιτ απεικονίζονται παραδοσιακοί και αμφίσημοι σε ό,τι αφορά τον ρόλο των γυναικών, ενώ η «επαναστατικότητά» τους απομυθοποιείται.

Από τον ευρύτερο κύκλο των μπιτ φαίνεται να εξέχει η Τζόαν Βόλμερ, η αυτοκαταστροφική σύζυγος του Γουίλιαμ Μπάροουζ, η οποία, παρότι δεν έγραψε ποτέ η ίδια, επηρέασε τους πρώτους μπιτ. Το διαμέρισμά της στο Άπερ Γουέστ Σάιντ ήταν το σημείο συνάντησής τους στα μέσα της δεκαετίας του ’40: εκεί γνώρισε τον Μπάροουζ. Το ιντερνετικό περιοδικό «Beatdom» γράφει (ειρωνικά άραγε ή σοβαρά;) ότι ο Μπάροουζ στρώθηκε στο γράψιμο από τότε που σκότωσε τη Βόλμερ, παριστάνοντας τον Γουλιέλμο Τέλο. Μια εξίσου σημαντική γυναίκα της Beat Generation είναι η ποιήτρια Νταϊάν ντι Πρίμα, η οποία αποτελεί γέφυρα ανάμεσα στους μπιτ και στους χίπις, καθώς και ανάμεσα στους καλλιτέχνες της Ανατολικής και της Δυτικής Ακτής. Αντισυμβατική όσο οι άνδρες μπιτ (έχει πέντε παιδιά από τέσσερις διαφορετικούς άνδρες, διαφορετικών εθνοτήτων), έχει γράψει, εκτός από ποιητικές συλλογές, το ερωτικό χρονικό της γνωριμίας της με τους μπιτ στο «Memoirs of a Beatnik».

Αρκετές ποιήτριες συναντάμε στη δεύτερη γενιά των μπιτ, στη δεκαετία του ’60, οι οποίες έχουν επηρεαστεί τόσο από την Αναγέννηση του Σαν Φρανσίσκο όσο και από την ποιητική σχολή του Μπλακ Μάουντεν. Οι πιο γνωστές είναι η Ντενίζ Λέβερτοβ, η Τζoάν Κάιγκερ, η Χάριετ Σόμερς-Ζέρλινγκ, η Λενόρ Καντέλ και οι (αρκετά νεότερες) Τζανίν Πόμι Βέγκα και Ανν Γουόλντμαν (από την ομάδα πειραματικής ποίησης «Outsider» της Νέας Υόρκης).

Πολύ σημαντική στην καταγραφή και στην αποτίμηση του έργου των μπιτ είναι η προσφορά της Ανν Τσάρτερς, η οποία άρχισε να συλλέγει εκδόσεις των έργων τους από τότε που ήταν φοιτήτρια. H Tσάρτερς έγραψε την πρώτη μετά θάνατο βιογραφία του Κέρουακ και τις πιο εμπεριστατωμένες μελέτες και συλλογές έργων των μπιτ (π.χ. «The Portable Beat Reader»).

Το σίγουρο είναι ότι ο Έλληνας αναγνώστης θα δυσκολευτεί να πάρει θέση για την αξία των γυναικών της Beat Generation, αφού σχεδόν κανένα αυτοτελές έργο τους δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Δείγματα δουλειάς τους βρίσκονται μόνο σε ανθολογίες, ενώ κυκλοφορεί και μια επιλογή ποιημάτων της Ντενίζ Λέβερτοβ.

Πηγή: Bookpress

 

Share

Βιβλιοπαρουσίαση: ….και μετά τα πενήντα τι; Μαρτυρίες γυναικών για τη Μέση Ηλικία

των Τασώ Γαϊτάνη, Φάνη Δημητρακούδη, Νίκη Σταυρίδη, Αναστασία Χουντουμάδη

«Η αλλαγή είναι κομμάτι της πορείας μας, κάτι φυσικό, απελευθερωτικό, εμπλουτιστικό, και η Μέση Ηλικία μια μετάβαση, που στο χέρι μας είναι να τη φέρουμε στα δικά μας μέτρα.»

Τασώ Γαϊτάνη (1954-2010)

… Εμείς οι τέσσερις φίλες και συνοδοιπόροι από παλιά, με ένα ενδιαφέρον ζωντανό η μια για την άλλη, αποφασίσαμε να ζήσουμε συντροφικά αυτή τη μετάβαση στο καταμεσήμερο της ατομικής μας ζωής, τη Μέση Ηλικία, και να τα πούμε όλα: τι σημαίνει για μας το πέρασμα του χρόνου, πόσο μας δυσκολεύει, τι φόβους ξεσηκώνει, ποια πλεονεκτήματα χαρίζει, και να μοιραστούμε τις μύχιες σκέψεις και τα συναισθήματά μας, σπάζοντας έτσι και τη μοναξιά που ενδεχομένως περιέχει αυτό το πέρασμα. Συμφωνήσαμε μάλιστα να διευρύνουμε τον κύκλο μας και με άλλες γυναίκες, όσες θα ήθελαν με τη σειρά τους να μπουν στη συντροφιά μας και να μιλήσουν. Η επιδίωξη ήταν να αφουγκραστούμε διαφορετικές μαρτυρίες που θα απεικόνιζαν το πολυεπίπεδο πρόσωπο της σύγχρονης γυναίκας στην Ελλάδα. Εκείνης που ωρίμασε σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, έχοντας μνήμες ακόμα από τη δεκαετία του ’60. Φυσικά δεν υπάρχει ομοιομορφία στις απαντήσεις, όπως δεν υπάρχουν ενός είδους βιώματα, παρά ένα πλούσιο μωσαϊκό εμπειριών. Εκεί συχνά η κάθε γυναίκα καθρεφτίζεται στα λόγια των άλλων γυναικών που μιλούν για το πριν, το μετά και το παρόν της μέσης ηλικίας.

Θεματικές που ερευνήθηκαν:

Η σχέση μας με το χρόνο – Υγεία – Εμμηνόπαυση – Εμφάνιση – Γυναίκα και Εργασία – Σεξουαλικότητα και Συντροφικότητα – Φιλία – Οι σχέσεις μας με γονείς και παιδιά – Η λεσβιακή εμπειρία.

Από τις μαρτυρίες των γυναικών

Στα 50 είδα το σώμα μου να καταρρέει και έπαθα σοκ…

Πολύ λίγο με απασχολεί η ηλικία. Αλλά καταλαβαίνω ότι αλλάζουν πράγματα μέσα μου…

Νιώθω πιο ανάλαφρη τώρα απ’ ότι στα 35. Μου βγαίνει μια ζωντάνια που ποτέ μου δεν είχα…

Νιώθω μεσήλικη από τότε που έφυγαν τα παιδιά μου από το σπίτι…

Είναι από τα καλύτερα χρόνια, γιατί συνδυάζεις νιάτα και ωριμότητα. Το υλικό σώμα αδυνατεί κάπως, ενισχύεται το πνεύμα…

Η λογική λέει ότι ανήκω στη μέση ηλικία, αλλά δεν το νιώθω, νιώθω πολύ νέα… Όμως ποτέ δε θα φλέρταρα…

Βιώνω την ωραιότερη περίοδο της ζωής μου…

 

Παρουσίαση του βιβλίου από την Ευτυχία Λεοντίδου στην εφημερίδα Αυγή (ένθετο “Αναγνώσεις”):

Το βιβλίο είναι καρπός μιας πρωτότυπης, δύσκολης και μακρόχρονης ερευνητικής δουλειάς. Κατ’ αρχήν, μου αρέσει που ο σχολιασμός των συγγραφέων τοποθετεί τις συνεντεύξεις μέσα στο κοινωνικοπολιτικό τους πλαίσιο και ιδίως στο πλαίσιο του γυναικείου κινήματος, άσχετα από το αν οι γυναίκες που δίνουν συνέντευξη το έχουν συνειδητοποιήσει ή όχι. Θα ήθελα να υπογραμμίσω ιδιαίτερα το κεφάλαιο για τη σεξουαλικότητα, που αποτελεί θέμα ταμπού για τις μη γόνιμες πλέον ηλικίες. Επίσης το κεφάλαιο για την ομοφυλοφιλία αποτέλεσε για μένα μια ευχάριστη έκπληξη, καθώς δεν είναι κάτι που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στα βιβλία για τις γυναίκες.

Ωστόσο το κεφάλαιο που με προβλημάτισε και με συγκίνησε περισσότερο απ’ όλα ήταν αυτό που αναφέρεται στις σχέσεις μητέρας-κόρης, συνήθως εξαιρετικά προβληματικές. Οι γυναίκες του βιβλίου αναλύουν τις σχέσεις τους αυτές, με θαυμαστή ειλικρίνεια και αποδοχή, με συγκινητική απλότητα. Χωρίς δραματοποίηση, αλλά γνωρίζοντας καλά το εκτόπισμα αυτών των σχέσεων στη ζωή κάθε γυναίκας.

Η ανεκτίμητη προσφορά όμως του βιβλίου κατά τη γνώμη μου βρίσκεται σε δύο σημεία: 1) Δίνει φωνή σε μια ομάδα γυναικών που αυτή τη στιγμή είναι απαξιωμένη, κοινωνικά υποτιμημένη και υπόκειται σε διακρίσεις. Το μόνο μέρος που αυτές οι γυναίκες έχουν φωνή μέχρι τώρα, είναι οι ομάδες εμμηνόπαυσης, οι παρέες γυναικών και, ίσως, κάποια ιδιωτικά ιατρεία, όπου όμως γίνεται κυρίως απαρίθμηση συμπτωμάτων και προβλημάτων, και σε πολύ μικρότερο βαθμό προσωπικές εξομολογήσεις. Η συνομιλία γυναίκας προς γυναίκα έχει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η σημερινή κοινωνία χαρακτηρίζεται από διακρίσεις ενάντια στα άτομα της λεγόμενης μέσης ηλικίας, ιδιαίτερα τις γυναίκες. Όταν η εξωτερική εμφάνιση απομακρύνεται από τα πρότυπα ομορφιάς που διαφημίζονται επιτακτικά, όταν η ελκυστικότητα ανάγεται σε εσωτερικότερα και πιο ολοκληρωμένα χαρίσματα προσωπικότητας, η γυναίκα αρχίζει να έρχεται αντιμέτωπη με την περιφρόνηση, τον παραγκωνισμό, τη βία. Αυτή η αντιμετώπιση προέρχεται εν μέρει και από το φόβο που προκαλεί μια γυναίκα με προσωπικότητα σε μια κοινωνία που την θέλει αδύναμη και εξαρτημένη – παράλληλα βέβαια και αεικίνητη και ικανή να κάνει τα πάντα ταυτόχρονα.

Να μην παραλείψω ότι αυτή η γυναίκα, που δεν παύουν να της υπενθυμίζουν ότι δεν είναι πια 20 χρονών, θεωρείται ικανή να μεγαλώνει τα εγγόνια της και συνήθως ταυτόχρονα να δουλεύει, να φροντίζει ηλικιωμένους γονείς και ενίοτε έναν σύζυγο μεγαλύτερό της. Η άποψη ότι οι γυναίκες μετά τα 50 (και μάλλον τώρα πια, με την οικονομική κρίση, και οι άντρες!) είναι ξοφλημένες, είναι μία ακόμα από τις παρενέργειες της πατριαρχικής κοινωνίας. Ο βασικός λόγος που οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν διαρκώς δυστυχείς και ανολοκλήρωτοι είναι μια γραμμική αντίληψη της ζωής: Το ότι, δηλαδή, συγκρίνουμε την κάθε στιγμή μας με κάποια θεωρητική ιδεατή κατάσταση κατά την οποία διαθέτουμε ομορφιά, πλούτο, εξυπνάδα, μόρφωση, επιτυχία και πιθανώς δημοσιότητα, εμφάνιση και σωματική ρώμη των 20 ετών.

2) Επίσης, το βιβλίο είναι πολύτιμο για την απομυθοποίηση της εμμηνόπαυσης ως εποχής παρακμής και την απομυθοποίηση της εικόνας που έχει η ίδια η γυναίκα για το σώμα της όταν αποκτά ρυτίδες και κάποια παραπανίσια κιλά. Έτσι η περίοδος αυτή της ζωής βγαίνει από την παραπλανητική εικόνα, ότι είναι ένα σύνολο από σωματικά συμπτώματα και κινδύνους, και τοποθετείται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, ως ένα ολόκληρο στάδιο της ζωής μας. Το στάδιο αυτό πολλές φεμινίστριες το αποκαλούν «βασίλισσα». Προσωπικά συμμερίζομαι τον χαρακτηρισμό.

Είναι η εποχή της ακμής για τη γυναίκα: Δύναμη, αυτοέλεγχος, αυτονομία και αληθινή, βαθειά γνώση, ιδιότητες αποκτημένες από την πείρα της ζωής. Η ώριμη γυναίκα έχει φτάσει στο απόγειο της δύναμής της. Χορεύει τον χορό της ζωής με πάθος αλλά και με αυτοέλεγχο. Η γυναίκα των 50, η «βασίλισσα» όπως ήδη είπα, έχει κατακτήσει την τέχνη της φλογερής αυτοέκφρασης, και είναι ικανή να παραδίδεται στις φλόγες της δημιουργικότητας, της αγάπης, της σεξουαλικότητας, χωρίς να τις αφήνει να την κάψουν. Ζει την εποχή της υλοποίησης των ονείρων, σαν το ρόδι που σκάει από χυμό.

Η ηλικία της εμμηνόπαυσης, που δεν είναι ακόμα η «3η ηλικία», αλλά έχει ξεπεράσει το στάδιο της βιολογικής γονιμότητας, είναι μια εποχή βαθύτερης γνώσης και ανακάλυψης νέων συναισθημάτων, δυνάμεων και ικανοτήτων! Ένα σημαντικό κομμάτι αυτής της νέας πτυχής της ζωής μας είναι η ενδοσκόπηση. Είναι επίσης η ηλικία της ισότητας με τις άλλες γυναίκες, η εποχή που η φιλία και η συντροφικότητα αποκτούν μεγαλύτερη σημασία, καθώς η οικογενειακή ζωή και οι προσπάθειες για επαγγελματική επιτυχία περνούν συνήθως σε δεύτερη μοίρα.

Ποιες είναι λοιπόν αυτές οι σημερινές «50ρες»; Μετά από 10 χρόνια έρευνας, που κατέληξαν σε αυτό το βιβλίο, οι περισσότερες αγγίζουν πια τα 60. Είναι αυτές που αποτέλεσαν την πρώτη μεταπολεμική γενιά. Μεγάλωσαν μέσα στην ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο, γαλουχήθηκαν με τα ανθρώπινα δικαιώματα και την διεκδικητικότητα στη ζωή. Τη δεκαετία του ’70 διεκδικούσαν το δικαίωμα στην έκτρωση και αντισύλληψη, τη δεκαετία του ’80 ανθρώπινες συνθήκες τοκετού με ενεργό συμμετοχή της γυναίκας και δικαιώματα μέσα στο γάμο και μετά τη λύση του, για πολλές δεκαετίες αγωνίστηκαν ενάντια στη βία και έμαθαν τεχνικές αυτοάμυνας, ενώ τα τελευταία χρόνια διεκδικούν αξιοπρέπεια και σεβασμό στη μέση ηλικία. Όλα αυτά είναι διαφορετικές πτυχές του ίδιου κεντρικού αιτήματος: να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας, να ορίζουμε εμείς το σώμα και τη ζωή μας. Η απομυθοποίηση και η λιτότητα που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο είναι ίσως η μεγαλύτερη αρετή του. Για τις γυναίκες, ιδιαίτερα τις νεότερες, αλλά και για τους άνδρες που μας αγαπούν, πιστεύω ότι αποτελεί πολύτιμο «οδηγό». Στην καθεμιά μας δείχνει ότι δεν είναι μόνη της.

Θα ήθελα να τελειώσω με κάποιες προσωπικές σκέψεις για τη μέση ηλικία, καθώς η «τρίτη» πλησιάζει με γρήγορα βήματα. Είναι η εποχή αμέσως πριν το σώμα γεράσει και φθαρεί – και επομένως η στιγμή που καταλαβαίνουμε πόσο το πνεύμα είναι δυνατότερο από το σώμα… Η έξοδος από την εργασία και η συνταξιοδότηση είναι ένα από τα χαρακτηριστικά αυτής της ηλικίας. Λιγότερη εργασιακή απασχόληση καθιστά αναγκαίο να βρούμε νέες ισορροπίες ανάμεσα στο «είναι» και στο «πράττειν». Περισσότερη ελευθερία από τις εξωτερικές συνθήκες δίνει περισσότερο χρόνο για μια στροφή μέσα μας, σε μια προστατευμένη δημιουργική κατάσταση του «είναι», σ’ ένα σημείο εκκίνησης βαθιά μέσα στον εαυτό μας, εκεί που θα συντελεστεί μια γνήσια, εσωτερική μεταμόρφωση.

Ανατροπές μας περιμένουν και χρειαζόμαστε μια συνειδητότητα που θα τις τοποθετήσει στη σωστή τους διάσταση. Στην τρίτη ηλικία θα λιγοστέψουν τα υλικά αγαθά, τα χρήματα, οι ευκαιρίες. Και πολιτισμικά θα υπονομευθεί ο σεβασμός και η αυτοεκτίμησή μας, αφού δεν θα είμαστε πλέον «παραγωγικά μέλη της κοινωνίας». Και όμως μπορούμε να έχουμε μια κοινωνία διαφορετική, όπου δεν θα έχει αξία μόνο η οικονομική παραγωγικότητα αλλά η απελευθέρωση του δημιουργικού δυναμικού των ηλικιωμένων, ώστε να ολοκληρώσουν τον κύκλο της ζωής τους με ευεξία, αξιοπρέπεια και ελεύθερη συμμετοχή στις συλλογικές διαδικασίες. Υπάρχει μια σοφία στην επιβράδυνση των ρυθμών, στην απλοποίηση, την λιτότητα και την ενδοσκόπηση, την περίσκεψη και τους καινούργιους τρόπους για την αντιμετώπιση της καθημερινής ζωής.

Οι γυναίκες του βιβλίου με μύησαν κυριολεκτικά σ’ αυτή την τέχνη της απόλαυσης της υπαρκτής, χειροπιαστής πραγματικότητας, η οποία πιστεύω ότι είναι το κλειδί για την ποιότητα στη ζωή μας. Έτσι, θαύμασα το ψύχραιμο θάρρος των γυναικών, όταν μετανιώνουν για πράξεις ή παραλείψεις τους, που δεν διορθώνονται πια. Τις περασμένες πράξεις ή παραλείψεις τους τις περιγράφουν, τις ερευνούν, τις φιλοσοφούν, αλλά δεν τις δραματοποιούν. Στο βιβλίο είδα τις γυναίκες να ανοίγουν δρόμους, να κάνουν όνειρα, να ετοιμάζουν νέα σχέδια για τα χρόνια που έρχονται.

Η επαναστατημένη γενιά του ’60 μπαίνει λοιπόν στα 60… Θα είμαστε βάρος ή δώρο για την κοινωνία μας; Σήμερα που η «καθεστηκυία τάξη» καταρρέει -σε προσωπικό και παγκόσμιο επίπεδο- που η ζωή όπως την ξέραμε διαλύεται, υπάρχει ελπίδα να προχωρήσουμε με ανοιχτό πνεύμα στην Μετάβαση, τη Μεταμόρφωση, την Αλλαγή…

 

Share

Η ιστορία των γυναικών: μια πολιτική ιστορία

της Ευτυχίας Παναγιώτου

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΜΠΟΥΚΗΣ, Ιστορίες ντροπής – Οι άνδρες, οι θρησκείες, οι νόμοι και η μοίρα των γυναικών, εκδόσεις Πατάκη, σελ. 421

Ο τίτλος του βιβλίου μάς προδιαθέτει για μια ιστορία υπέρ των γυναικών. Και, φυσικά, είναι. Ο υπότιτλος αιτιολογεί μια τέτοια υπεράσπιση: η ζωή των γυναικών διέγραψε εδώ και αιώνες μια πορεία μοιραία, αναπόδραστη και συνάμα κακότυχη, που σήμαινε ουσιαστικά πως η γυναίκα ιστορικά, σε καιρούς ειρήνης αλλά και πολέμου, δεν διέθετε το στοιχειώδες ανθρώπινο δικαίωμα που διέθετε ο άνδρας: να αποφασίζει για τον εαυτό της, να αναλαμβάνει συνεπώς την ευθύνη για τις πράξεις της. Παρά τις εξαιρέσεις της Ιστορίας, όπως ήταν οι προϊστορικές κοινωνίες των Κελτισσών, των Κρητικών και των μαχητικών Αμαζόνων, ή οι περιπτώσεις κοινωνικά προνομιούχων γυναικών (π.χ. στο Βυζάντιο), οι Ιστορίες ντροπής δίνουν μια συνολική εικόνα για το τι συνέβαινε στις γυναίκες ενόσω η επίσημη Ιστορία, καταδικάζοντάς τες στην αφάνεια και την ανυπαρξία, κατέγραφε τα κατορθώματα των ανδρών. Γιατί η πρώτη ολοκληρωμένη Ιστορία για τις γυναίκες γράφτηκε στον αγγλοσαξονικό κόσμο μόλις το 1960. Επομένως, η άλλη όψη της πραγματικότητας, την οποία μας παραθέτει με ιδιαίτερη ζωντάνια ο Γιώργος Παμπούκης, φέρνει στην επιφάνεια αποσιωπημένα γεγονότα, υπενθυμίζοντάς μας την υποχρέωση να αντιμετωπίζουμε όλα τα ιστορικά «αυτονόητα» με κριτικό βλέμμα.

Η «μοίρα» των γυναικών ταυτίστηκε λοιπόν με μια ανακύκληση της θυματοποίησής της μέσα στο χρόνο. Γι’ αυτό τον ασφυκτικό κλοιό υπεύθυνοι είναι οι άνδρες, οι οποίοι όχι μόνο θεσμοθέτησαν ένα τέτοιο καθεστώς υποτέλειας αλλά και το ανήγαγαν στη θεία βούληση. Μέσα από την οικουμενική ισχύ των θεσμών και των θρησκειών, οι μόνοι κατέχοντες πολιτική εξουσία «φυσικοποίησαν» σταδιακά στη συνείδησή μας τον δοτό, κατασκευασμένο και δαιμονοποιημένο κοινωνικό ρόλο του γυναικείου φύλου. Στις κοινωνίες τής μη μονοθεϊστικής Κίνας, για παράδειγμα, το απάνθρωπο παλιό έθιμο των σπασμένων και δεμένων γυναικείων ποδιών, που λειτούργησε σταδιακά ως σεξουαλικό φετίχ, κάλυπτε τον 19ο αιώνα το 40-50% του γυναικείου πληθυσμού. Αλλά και σήμερα ακόμα, στην ίδια χώρα και αλλού, πολλά νεογέννητα, μόνο και μόνο επειδή είναι θηλυκά, πετιούνται στους κάδους απορριμμάτων, όπου ξεψυχούν.

Η φυσικοποίηση του γυναικείου θανάτου, μεταφορικά και κυριολεκτικά, με τις επαναλήψεις τιμωριών ή άλλων επιτελεστικών διαδικασιών που ανταποκρίνονταν σε κάποιο «φυσικό δικαίο», έπειθαν και τη γυναίκα ότι αποτελεί υπάνθρωπο ή ότι εν πάση περιπτώσει δεν δικαιούνταν ίσης μεταχείρισης με τον άνδρα. Η μετατροπή εξωτερικών χαρακτηριστικών όπως το βιολογικό φύλο σε εσωτερικά, ηθικά μειονεκτήματα, οδήγησε την πλειονότητα των γυναικών στην αποδοχή και εκλογίκευση της μοίρας τους. Μόνος ιστορικός οδηγός τους, όπως παρατηρεί ο Παμπούκης, οι συμβουλές της υπάκουης και ενάρετης μητέρας τους, μα και ο φόβος της τιμωρίας, που καλλιεργούσε συγχρόνως το δυσβάστακτο αίσθημα της αμαρτίας. Αυτό το αίσθημα ενίσχυαν και τα στιγματισμένα «αντιπρότυπα» της Εύας, της Σαλώμης και της Μαγδαληνής, αν θέλουμε να μιλήσουμε για τη δική μας «θρησκεία της αγάπης». Η αμφισβήτηση και παράβαση των ανδρικών ηθικών ορίων θα στοίχιζε από ένα νέο κορίτσι την ίδια του τη ζωή. Αυτήν και τη μέλλουσα.

Από τις Ιστορίες ντροπής συμπεραίνει κανείς ότι η θρησκεία, ειδικά στα μονοθεϊστικά συστήματα, αποτέλεσε αρωγό της εξουσίας σε συνειδησιακό και ψυχολογικό επίπεδο. Η αδρανοποίηση της γυναίκας οφειλόταν έτσι και στην ενοχική της σχέση με το «μιαρό», όπως τη δίδαξαν από τα γεννοφάσκια, σώμα της. Το ερωτικό σκίρτημα γινόταν ένα τυραννικό μαρτύριο, μια ανολοκλήρωτη φαντασίωση, και οι σχέσεις καταπίεσης και ερωτικής ξηρασίας μεταφέρονταν στα του οίκου. Ενοχή και δυστυχία, άγνοια και αγραμματοσύνη. Με τι όπλα να συνειδητοποιήσει μια γυναίκα τον εαυτό της και τους άλλους; Πώς θα αντιλαμβανόταν μια γυναίκα τις αμφισημίες και αντιφάσεις των ίδιων των ιερών κειμένων; Παρότι κάποιοι διαφωνούν, η επικρατούσα πλέον άποψη είναι ότι τόσο ο Μωυσής όσο και ο Χριστός έτρεφαν φυσική συμπάθεια, διαφορετική ο καθένας, για τις γυναίκες. Αυτή η αγάπη έχει διαστρεβλωθεί, ίσως ανεπανόρθωτα, από τους ερμηνευτές των ιερών κειμένων, τους απολογητές του ισλάμ, του ιουδαϊσμού και του χριστιανισμού. Έχει ενδιαφέρον επίσης να σημειωθεί πως η Θρησκευτική Μεταρρύθμιση της Δυτική Εκκλησίας τον 16ο αιώνα, που οδήγησε στον προτεσταντισμό και υποχρέωνε τους πάντες να γνωρίζουν ανάγνωση ώστε να μελετούν τις Γραφές, αποτελούσε καλό οιωνό και για τον κοινωνικό ρόλο των γυναικών.

Στην Ιστορία, που φτιάχνεται από γεγονότα, που φτιάχνονται με τη σειρά τους από πράξεις υποκειμένων -όχι πάντα ελεύθερων-, η γυναίκα αντιμετωπίστηκε ως το βουβό χρηστικό αντικείμενο που έμελλε να αποκτήσει φωνή, στον δυτικό τουλάχιστον κόσμο, μετά τη δοκιμασία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ως προς τον ανατολικό κόσμο, είναι ενδεικτικό να πούμε ότι η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ καταδίκασε μόλις πρόσφατα τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων. Για 140 εκατομμύρια μη δυτικές γυναίκες, ο κόσμος αλλάζει τώρα που γράφω αυτό το κείμενο, ασκώντας το δικαίωμά μου για ελεύθερη έκφραση.

Παρά την απόσταση που χωρίζει ένα ψήφισμα από την εφαρμογή του, η πίστη σε ιστορικές αλλαγές, όπως συμπεραίνει κανείς από τις Ιστορίες ντροπής, είναι το πρώτο βήμα προς την αλλαγή. Για του λόγου το αληθές, ο Παμπούκης παραθέτει στατιστικές που επαληθεύουν τη λαχτάρα των γυναικών για παιδεία: στην Τυνησία, μετά την ευνοϊκή για το γυναικείο φύλο τριακονταετή προεδρία του Χαμπίμπ Μπουργκίμπα (1957-1987), οι αγράμματες γυναίκες δεν ξεπερνάνε το 30% του συνόλου, ενώ τα δύο τρίτα των εγγεγραμμένων στα πανεπιστήμια είναι σήμερα γυναίκες.

Τα παραπάνω είναι για αρκετούς σχεδόν αυτονόητα. Για αρκετούς άλλους, χιλιοειπωμένα. Για τους πολίτες της σύγχρονης δημοκρατίας, πλέον περιττά. Το βιβλίο του Παμπούκη δεν απευθύνεται ωστόσο μόνο σε ερευνητές και ιστορικούς όσο και σε αναγνώστες που δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσουν τις σύνθετες, πυκνές και εξειδικευμένες αναλύσεις της κοινωνικής θεωρίας και των φεμινιστικών σπουδών. Απευθύνεται σε όσους και όσες δεν μπορούν να δουν τη σκοπιμότητα ανίερων συμμαχιών, όπως εκείνη ανάμεσα σε τρεις παραδοσιακούς εχθρούς (υπερσυντηρητική προτεσταντική Δεξιά, καθολικούς, υπερσυντηρητικούς ισλαμιστές) επί Μπους του νεότερου, που απέβλεπε στην ανακοπή της πορείας εξίσωσης των δικαιωμάτων ανδρών και γυναικών.

Στη «μεταφεμινιστική» δεκαετία του 1990, χώρες όπως οι ΗΠΑ, όπου ο φεμινισμός φαντάζει στις εφαρμογές του, καλώς ή κακώς, απειλητικός, επιβεβαιώνεται η «ευελιξία» θρησκευτικών και πολιτικών αξιών ενόψει ωφελιμιστικών στόχων.

Οι Ιστορίες ντροπής είναι μια αφήγηση για το υπαρκτό και στις μέρες μας γυναικείο ζήτημα, για τον αφοπλισμό του ασθενούς από τον εξουσιαστή του με βάση τα εξωτερικά, τα βιολογικά του χαρακτηριστικά. Πρόκειται για την αφήγηση μιας δυσάρεστης πολιτικής υπόθεσης που βλέπουμε να αποκτά περίεργες διαστάσεις σήμερα στην Ελλάδα. Αν επαναστάσεις όπως η Γαλλική και η Ρωσική δεν βελτίωσαν ιδιαιτέρως τη θέση της γυναίκας, αυτό οφείλεται μάλλον στο ότι αποσυνέδεσαν την πολιτική ελευθερία από την προσωπική, με τον ίδιο τρόπο που συνδέθηκε, όπως γράφει η Ελένη Βαρίκα στο βιβλίο Για μια πολιτική γραμματική του φύλου, η αταξία στον οίκο με την αταξία στην πολιτική.

Το αρχαίο ρητό «τα εν οίκω μη εν δήμω» αντικαταστάθηκε ορθώς τέλη της δεκαετίας του 1960 από το σύνθημα «το προσωπικό είναι πολιτικό». Κι επειδή ακριβώς το ζήτημα είναι πολιτικό (δεν είναι ούτε φυσιοκρατικό ούτε οντολογικό), όπως μας αποδεικνύει στο βιβλίο του ο Παμπούκης, οι αγώνες έχουν ανάγκη από σαφή νομική κατοχύρωση. Το Άρθρο 2 της Παγκόσμιας Συνόδου του ΟΗΕ το 1993 ξεκαθαρίζει την απροσδιοριστία ανάμεσα στη σχέση ιδιωτικού και δημόσιου βίου: «Ορίζονται ως πράξεις βίας σε βάρος του θηλυκού γένους οι πράξεις εκείνες οι οποίες επιφέρουν ή μπορούν να επιφέρουν μια δυσμενή για τη γυναίκα φυσική, σεξουαλική ή ψυχολογική κατάσταση. Σ’ αυτές συμπεριλαμβάνονται και οι απειλές για παρόμοιες πράξεις, ο τυχόν καταναγκασμός συμμετοχής του υποκειμένου στις πράξεις αυτές, αλλά και η αυθαίρετη αποστέρηση της ελευθερίας του υποκειμένου, ασχέτως αν τα παραπάνω αφορούν την ιδιωτική ή τη δημόσια ζωή του …» Για τις ανυπεράσπιστες γυναίκες του ισλαμικού κόσμου, όπου η ίδια η κοινωνία συναινεί σε πράξεις ασύλληπτης βίας στον ιδιωτικό βίο, τέτοια ψηφίσματα είναι σωτήρια.

Το θέμα είναι ανεξάντλητο. Το βιβλίο διαφωτιστικό. Θα μπορούσε να έχει περισσότερη βιβλιογραφία για όσους επιθυμούν να συνεχίσουν το διάβασμα. Κλείνοντας, αναρωτιέμαι πόσοι έχουμε συνειδητοποιήσει ότι ο κόσμος αυτός θα ήταν εξαιρετικά διαφορετικός αν η γυναίκα ήταν σε όλες τις χώρες ελεύθερη πολίτης. Γράφω «πολίτης» και σκοντάφτω -όπως η Τζένη Μαστοράκη στα Διόδια σκόνταφτε στις προτομές- σε ένα νεοελληνικό αρσενικό όνομα.

Πηγή: Αυγή

 

 

Share

Μια συνέντευξη της Μάρως Δούκα

της Ελένης Γκίκα

 

Γιατί εμένα η ψυχή μου ο τίτλος του καινούργιου βιβλίου της, διηγήματα από τις εκδόσεις Πατάκη, θα μπορούσε να τα πει σύγχρονα κανείς. Στις δεκαεπτά ιστορίες, το παρελθόν, το παρόν κι ενδεχομένως και το μέλλον του τόπου. Η συγγραφέας γράφοντας ήξερε ότι αυτή η πλαστή ευμάρεια τελικά σε κακό θα μας βγει. Επιμένοντας ωστόσο ότι «η λογοτεχνία μάς μαθαίνει πρωτίστως να συμπονούμε ο ένας τον άλλον» και ότι «η τέχνη οφείλει να παρηγορεί», η συγγραφέας, μέσα απ’ αυτή μάς βοηθά να κατανοήσουμε και την εποχή.

Μια ζωή εξάλλου αυτό κάνει. Από την Αρχαία σκουριά, την Πλωτή πόλη και το Ένας σκούφος από πορφύρα, ως τα Μαύρα λουστρίνια, τους Αθώους και φταίχτες, την Ουράνια μηχανική και Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ. «Το σημαντικό είναι ν’ αναρωτιέται κανείς», θα μας πει. Και όσο για την τέχνη, «αν και φαινομενικά περιττή στον αγώνα για την επιβίωση, θα μπορούσε να συνδράμει στο να βρούμε το βηματισμό μας», θα πει.

 

Κυρία Δούκα, η Ιστορία μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την εποχή;

Θα μπορούσε, αν μη τι άλλο, να μας βοηθήσει να μην πέφτουμε παραζαλισμένοι κάθε λίγο και λιγάκι από τα σύννεφα για όσα μας συμβαίνουν. Έχοντας, για παράδειγμα, ιστορική γνώση και συνακόλουθα συνείδηση της διαδρομής μας τα τελευταία σαράντα χρόνια, θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε κάπως, χωρίς αγκυλώσεις και στερεότυπα, πώς και γιατί από τα δίχτυα των Διεθνών Αγορών και των σπεκουλαδόρων βρεθήκαμε στα γρανάζια του ΔΝΤ και του γερμανικού ηγεμονισμού. Διότι δεν αρκεί, εάν πραγματικά θέλουμε να μην καταποντιστούμε στον ωκεανό της παγκόσμιας κρίσης και της παραπαίουσας ευρωζώνης, να καταλογίζουμε μόνο ευθύνες στους πολιτικούς που διεκδικούσαν τόσα χρόνια την ψήφο μας, καταγγέλλοντας τις πασιφανείς στρεψοδικίες, τα αυταπόδεικτα λάθη, την ανικανότητα και τις εγκληματικές παραλείψεις τους. Απαιτείται ταυτόχρονα και η ειλικρινής συνομιλία με τον εαυτό μας για το τι ακριβώς θέλαμε, τι προσδοκούσαμε τόσα χρόνια από αυτούς όταν τους ψηφίζαμε. Σε τι ακριβώς προσβλέπαμε τότε και σε τι προσβλέπουμε σήμερα… Προσβλέπουμε, ας πούμε, σε μια αλλαγή ρότας ή απλώς σε μια ως εκ θαύματος σωτηρία, αργοπεθαίνοντας; Είμαστε αποφασισμένοι να πάρουμε τη ζωή μας αλλιώς ή απλώς αντιδρούμε γραπωμένοι από την εικονική ευημερία των δύο τελευταίων δεκαετιών;

Μπορεί να μας βοηθήσει η Ιστορία να κατανοήσουμε κάπως αυτό που μας περιμένει;

Η Ιστορία, όχι μόνο ως γνώση του παρελθόντος αλλά και ως τρόπος σκέψης, μπορεί να βαθύνει κριτικά τη ματιά μας και να μας οπλίσει μαχητικά απέναντι στο σήμερα. Μπορεί, για παράδειγμα, να μας βοηθήσει να συναισθανθούμε ότι από μας εξαρτάται να μην αφεθούμε στην απραξία και στην κατάθλιψη. Ως λαός δεν είναι η πρώτη φορά που κληθήκαμε να πληρώσουμε τα σπασμένα από την ανικανότητα των πολιτικών. Ούτε και είναι η πρώτη φορά που οι οικονομικά ισχυρές οικογένειες του τόπου, αυτές που επί της ουσίας κινούν τα νήματα της πολιτικής με την ανοχή ή και την αφέλειά μας, τρίβουν περιχαρώς «περίλυποι» τα χέρια τους…

Η τέχνη; Η λογοτεχνία; Αυτό το μπορεί;

Η λογοτεχνία μάς μαθαίνει πρωτίστως να συμπονούμε ο ένας τον άλλο. Πάντα πίστευα ότι η τέχνη οφείλει να παρηγορεί. Και παρηγορεί μόνο εάν είναι σε θέση να αναδεικνύει τα ιδεολογήματα, τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις μας, εάν φιλοδοξεί, ταυτόχρονα με την όποια απόλαυση που προσδοκούμε από αυτήν, να μας αποκαλύπτει τη δυνατότητά μας να σκεφτούμε και αλλιώς, να αναλογιστούμε τις χαμένες αξίες και να προβληματιστούμε για τις προτεραιότητές μας στη ζωή…

«Θα καταχρεωθούμε για το θεαθήναι» (από το διήγημα «Δεν είναι απλό», 2003)· παραμονές Ολυμπιακών Αγώνων, φαινόταν ότι «όλο αυτό» έρχεται;

Δε χρειάζεται, πιστεύω, να είσαι ειδικός για να γνωρίζεις ότι δε δικαιούσαι να διοργανώνεις πέραν των δυνατοτήτων σου φιέστες, και μάλιστα με δανεικά… Αυτή η πολιτική του αλόγιστου δανεισμού, σε συνδυασμό με την πολιτική-κρατική διαφθορά και την ανεμελιά με την οποία είχαν διαποτιστεί τα μεσοαστικά-μικροαστικά στρώματα της κοινωνίας, ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα μας οδηγούσε σε αδιέξοδο. Κι αυτό που τσούζει κυρίως σήμερα είναι ότι οι προορισμένοι να αποτελούν, όπως λένε οι ειδικοί, τη ραχοκοκαλιά μιας κοινωνίας κινδυνεύουν να βουτηχτούν, εάν δεν έχουν ήδη βουτηχτεί, στην ανεργία και την ανέχεια. Φτωχοί και άνεργοι όμως, και μάλιστα με αυξανόμενο ρυθμό, υπήρχαν και πριν από δέκα ή είκοσι χρόνια… αφημένοι στη μοίρα τους, και με την πλασματική ευημερία να τους γνέφει περιπαιχτικά πως θα μπορούσαν και αυτοί να χώσουν το δάχτυλο στο μέλι, αν δεν ήταν «άτυχοι» ή «ανίκανοι» ή «βλάκες»… Χαμηλόμισθοι συνταξιούχοι, παλαίμαχοι της ζωής, που έβλεπαν τη σύνταξή τους να εξανεμίζεται από την ακρίβεια, υπήρχαν και στα χρόνια του Ανδρέα Παπανδρέου. Θυμάστε τον ξυλοδαρμό των ηλικιωμένων συνταξιούχων από τα ΜΑΤ εκείνης της εποχής σε μια πορεία διαμαρτυρίας τους; Θυμάστε και τις διαδηλώσεις που διοργάνωνε η Νέα Δημοκρατία επί αρχηγίας Μητσοτάκη, τότε που κατέβαιναν στους δρόμους οι νοικοκυρές των βορείων προαστίων βροντώντας άδειες κατσαρόλες; Και τώρα αυτός ο «χουλιγκανικός» παλαιοκομματισμός και τα λογής φερέφωνά του έχουν την αναλγησία να κατηγορούν τον Σύριζα για λαϊκισμό!

«Για να καταλαβαίνεις τη διαφορά, πρέπει να νοσταλγείς. Όσο πιο πολύ θαμπώνει κάτι, τόσο σε πονάει. Δεν το θυμάσαι καθαρά κι αυτό σε πονάει» (Σας αρέσει ο Μπραμς;, 2000). Κυρία Δούκα, η μνήμη μάς σώζει τελικά;

Δεν ξέρω αν μας σώζει, σίγουρα πάντως μας βοηθάει να σταθούμε στα πόδια μας. Χωρίς τη μνήμη του ο άνθρωπος γίνεται φτερό στον άνεμο…

«Από μικρή άκουγα για την καταστροφή, ρωτούσα, αλλά κανείς δεν ήταν σε θέση να μου πει πολλά. Διότι αυτό συμβαίνει με τους ανθρώπους. Οσάκις τους χτυπάει το κακό, γαντζώνονται από τα εφήμερα. Όταν συνέρχονται, όλα έχουν τελειώσει» (Εις το βουνό ψηλά εκεί, 1994). Κυρία Δούκα, αυτό μας συνέβη; Τι ακριβώς μας συνέβη;

Αυτό που κυρίως συνέβη, ανεξάρτητα από το οργουελικής χροιάς κείμενό μου, είναι ότι αφεθήκαμε και χάσαμε την αίσθηση του μέτρου. Ότι επιτρέψαμε άκριτα να μας επιβάλουν πως για να είμαστε νικητές και επιτυχημένοι άλλος δρόμος δεν υπάρχει εκτός από αυτόν που οδηγεί στην υπερκατανάλωση και την κακοποίηση του περιβάλλοντος. Άλλο όμως να προσπαθείς για μια καλύτερη ζωή και άλλο να αναλώνεσαι για μια ζωή που εντέλει δε σου ανήκει…

«Η αναζήτηση του περιττού, άλλωστε, δεν ήταν αυτή που ωθούσε πάντοτε τον άνθρωπο; Αυτή δεν ήταν που εμψύχωνε τις ελεύθερες πτήσεις του;» (Σκάβοντας δίπλα στο παιδί, 2002). Το «περιττό» σήμερα;

Περιττό σήμερα, ικανό να πυροδοτήσει τις ελεύθερες πτήσεις μας, θα μπορούσε να είναι ένα βιβλίο, μια θεατρική παράσταση, μια συναυλία, μια ταινία… Θέλω να πω ότι πάντα, σε δύσκολες εποχές, η τέχνη, αν και φαινομενικά περιττή στον αγώνα για την επιβίωση, θα μπορούσε να συνδράμει στο να βρούμε το βηματισμό μας…

«Άμα ξέρεις τη γλώσσα που σε βασανίζουνε, έχεις μικρή ελπίδα να γλιτώσεις» (Σας αρέσει ο Μπραμς;, 2000). Οι μετανάστες την έμαθαν, φτάνει;

Το θέμα, θλιβερό και εξοργιστικό ταυτόχρονα, είναι ότι ποτέ δεν αξιωθήκαμε ως χώρα να έχουμε μια υπεύθυνη και συνεπή μεταναστευτική πολιτική. Το ΠΑΣΟΚ από τη μια, παρά τις ανθρωπιστικές προθέσεις του, θυμόταν συνήθως παραμονές εκλογών τους μετανάστες, πότε έτσι, πότε αλλιώς, ανάλογα με το προς τα πού φυσούσε κάθε φορά ο άνεμος, πάντοτε όμως ψηφοθηρικά. Η Νέα Δημοκρατία από την άλλη, παρά το ευρωπαϊκό ένδυμά της, προκειμένου να υψώσει φράγμα στη διαρροή των παραδοσιακών ψηφοφόρων της, ανέκαθεν συναγωνιζόταν, και σήμερα ακόμα πιο απροκάλυπτα, σε ξενοφοβική ρητορεία τις φασιστοειδείς παραφυάδες της. Η δε Αριστερά, στην προσπάθειά της να αναδείξει τις κοινωνικές και πολιτικές εκτροπές που ελλοχεύουν πίσω από κάθε αυτοδικία ενάντια στους μετανάστες και κάθε μεσαιωνικού τύπου εκμετάλλευσή τους, παραγνωρίζοντας ωστόσο τα υπαρκτά προβλήματα όσων συμπατριωτών μας ζουν σε εγκαταλειμμένες και υποβαθμισμένες περιοχές, συχνά καταλήγει να συρρικνώνει σε αντιρατσιστικές ασκήσεις επί χάρτου την όποια ευεργετική για την κοινωνία παρέμβασή της. Σ’ αυτό ακριβώς το τέλμα επωάζει εδώ και χρόνια με την ησυχία της το «αυγό» της η Χρυσή Αυγή… Κι επειδή η μια σκέψη φέρνει την άλλη, σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο κόμμα (μια και ο ναζισμός και ο φασισμός έρχονται από πολύ μακριά, όπως από πολύ μακριά έρχεται και το «σας βάζουμε εσάς τους άνεργους και φτωχούς αλλά «καθαρόαιμους» Έλληνες να μισείτε και να βαράτε τους μετανάστες, για να μπορούμε κι εμείς να κάνουμε απρόσκοπτα τη δουλειά μας») πιστεύω ότι αν γινόταν συστηματικά στα σχολεία η διδασκαλία των εθνικών και κοινωνικών αγώνων του λαού μας, πέρα από τις κενές ιστορικού-κοινωνικού βάθους κωδωνοκρουσίες, σήμερα δε θα ήταν τόσο ευάλωτοι οι νέοι στην όποια ναζιστική φρασεολογία. Και αν όλοι εμείς, οι ας πούμε προοδευτικοί, δεν είχαμε αφήσει, εδώ και δεκαετίες, στο έλεος των παρακρατικών συμμοριών και των λογής «εθνικοφρόνων» την έννοια της πατρίδας και του έθνους, σήμερα δε θα μπορούσε, ή θα δυσκολευόταν έστω, να ψηφοθηρεί ως εθνικιστής «λαϊκόφρων» ο κάθε τυχάρπαστος ανεμίζοντας την ελληνική σημαία…

«Να κλάψει πάλι ή να μην κλάψει; Αλλά γιατί; Εφόσον οι αλλαγές γίνονται πάντοτε χωρίς να τις αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος. Με αναισθητικό. Περνούν αθόρυβα και αβίαστα, ενσωματώνονται στη ζωή του, χωρίς να καταλαβαίνει την αλλοίωση, τη διαφορά, τη φθορά, τη διαφθορά» (Τριάντα χρόνια πριν και τριάντα μετά, 1999).

Αυτό πάθαμε; Αυτό πάθαμε!

Ο κόσμος αναπόφευκτα αλλάζει και αλίμονό μας αν δεν αλλάζουμε κι εμείς μαζί του… Καλό όμως είναι να μην ξεχνάμε ότι το θετικό πρόσημο της όποιας αλλαγής εξαρτάται και από μας. Αν και κατά πόσο, δηλαδή, καθώς αλλάζουμε, συντηρούμε ζωντανά μέσα μας τα δυο τρία ουσιώδη και ανεκτίμητα που επιλέξαμε για να πορευτούμε στη ζωή. Διότι αυτά, τα δικά μας «τιμαλφή», θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν να μην αλλοιωθούμε, να μη σαπίσουμε δηλαδή ηθικά και πνευματικά…

«Ιδού ο θρίαμβος της ελεύθερης αγοράς! Ελεύθερος πολίτης, επομένως, ο χειραγωγημένος καταναλωτής; Ο άνθρωπος μπορεί ή δεν μπορεί να επιλέξει;» (Σκάβοντας δίπλα στο παιδί, 2002). Έχετε την ερώτηση, βρήκατε την απάντηση;

Το σημαντικό δεν είναι να βρούμε την απάντηση. Το σημαντικό είναι να αναρωτιόμαστε. Ο άνθρωπος που έχει μάθει να αναρωτιέται αν μπορεί ή δεν μπορεί να επιλέξει, ολοένα και πιο σταθερά τείνει προς το να χαλαρώνει έστω τα δεσμά της όποιας χειραγώγησής του…

«Και θα το μάθεις, ο ουρανοξύστης που δούλευες γκρεμίστηκε, δε θα ρωτήσεις πώς ή γιατί, θα ανοίξεις την τηλεόραση και θα δεις, θα ξαναδείς άπειρες φορές με τα μάτια σου την ίδια εικόνα, τον εαυτό σου να ξεπροβάλλει από το παράθυρο του εκατοστού ορόφου, τι κάνεις; Μαντιλάκι είναι αυτό που ανεμίζει; Χαιρετάς; Αποχαιρετάς; Ζητάς βοήθεια; Θα μείνεις εκεί καρφωμένος να βλέπεις, θα αναλογιστείς τον πύργο της Βαβέλ;» (Η μνήμη του νερού, 2001). Πόσο εύκολο είναι να βρούμε την άκρη, να δούμε καθαρά, τώρα που συνηθίσαμε τα πάντα, σήμερα που ακόμα και τη ζωή μας τη βλέπουμε στην TV;

Καθόλου εύκολο… Γι’ αυτό αξίζει, και μόνο για τη χαρά του να αισθανόμαστε άνθρωποι, να αναζητούμε το αθέατο πίσω από την εικόνα και το κρυμμένο κάτω από τις λέξεις. Να προτιμούμε τη δυσκολία και το στένεμα της ανηφοριάς από την ευκολία και την άπλα της ισιάδας…

«Γιατί εμένα η ψυχή μου ήταν ελεύθερη από την ελπίδα, το φόβο, τα κόμματα» (Στον αυλόγυρο του Αϊ-Γιαννιού, 2000). Γάιος Σαλλούστιος Κρίσπος στον τίτλο…

Πώς φτάνει κανείς σε αυτή την ελευθερία, κυρία Δούκα; Γιατί με τα σημερινά δεδομένα αυτού του είδους η ελευθερία είναι άγνωστη έννοια…

Αν φτάσεις… τέλειωσες! Σημασία έχει να τείνεις προς την ελευθερία εν κινήσει και όχι στατικά. Να ελπίζεις, αλλά να μην επαναπαύεσαι άβουλα στις ελπίδες σου. Να φοβάσαι, αλλά να μην επιτρέπεις ούτε στον εαυτό σου, ούτε στους άλλους να σε τρομοκρατούν. Να έχεις την ιδεολογία σου, αλλά να μην αφήνεσαι άκριτα σ’ αυτήν, να μην τυφλώνεσαι.

 

Πηγή: Διάστιχο

 

 

Share

Διαβάζουμε: Έρωτας και σεξουαλικότητα

του Σωτήρη Βανδώρου

Το σεξ και ο ερωτισμός εκδηλώνονται μέσα από σχέσεις εξουσίας

Σεξ, σεξ, σεξ! Τι πιο φυσικό; Κι όμως όχι. Ακόμη κι όταν εμφανίζονται ως «φυσικές», οι σεξουαλικές μας αντιλήψεις και πρακτικές διαμεσολαβούνται από κι εγγράφονται σε κοινωνικές σχέσεις και σχέσεις εξουσίας.

Μπορεί βέβαια να υπάρχει μια βιολογική διάσταση –οι ορμές– αλλά το πώς αυτή θα εκφραστεί δεν έχει καμία σχέση με τη βιολογία. Είναι ο λόγος για τον οποίο επιστημονικά γίνεται λόγος για κοινωνικό φύλο (gender) κι έμφυλες σχέσεις: τι σημαίνει «άντρας», «γυναίκα» κι άλλες εκδοχές του έμφυλου εαυτού δεν είναι κάτι ούτε σταθερό, ούτε αυτονόητο, αλλά αποκτά νόημα μόνο σε συγκεκριμένα πολιτισμικά συμφραζόμενα. Έτσι, δεν υπάρχει κάποιο καθολικό πρότυπο σεξουαλικότητας, αλλά ποικίλες σεξουαλικές συμπεριφορές που μεταβάλλονται από κοινωνία σε κοινωνία κι από εποχή σε εποχή.

Για παράδειγμα, η σύνδεση της σεξουαλικότητας με το συναίσθημα και την απόλαυση είναι χαρακτηριστικά κυρίως της νεώτερης εποχής, με την έννοια ότι στις παραδοσιακές κοινωνίες η διευθέτηση των σεξουαλικών σχέσεων, οι οποίες ασκούνται στο πλαίσιο του έγγαμου βίου, λαμβάνει υπόψη άλλες μέριμνες: την οικονομική διασφάλιση της οικογένειας και την ανάγκη να υπάρξουν απόγονοι και ταυτόχρονα την ομαλή αναπαραγωγή των σχέσεων της κοινότητας. Είναι λόγοι σχετικοί με τους όρους κοινωνικής συμβίωσης που εξηγούν γιατί, ας πούμε, στις μέρες μας η πολυγυνία εξακολουθεί να παραμένει νόμιμη ή έστω ανεκτή σχεδόν στο 1/3 του κόσμου (σε κράτη, κυρίως μουσουλμανικά, της Αφρικής, της Ασίας, της Νότιας Αμερικής) και η πολυανδρία είναι σε ισχύ σε περιοχές της Μογγολίας, του Θιβέτ, της Ινδίας, της Βραζιλίας κι αλλού. Ενώ η μονογαμία στη Δύση εγκαθιδρύεται ως κυρίαρχο μοντέλο από τον 11ο αιώνα, όταν η Χριστιανική Εκκλησία ασκεί μεγαλύτερο έλεγχο στις ζωές των ανθρώπων και η ανάπτυξη των πόλεων επιβάλλει νέα πρότυπα (για μια συνοπτική παρουσίαση των πολλαπλών εκδοχών του φαινομένου βλ. «Η ιστορία του έρωτα»).

Στις δυτικές κοινωνίες, που μας ενδιαφέρουν περισσότερο εδώ, πριν το 1800 ο κανόνας ήταν ότι οι άνθρωποι δεν είχαν σεξουαλικές σχέσεις αν δεν ήταν βέβαιο ότι θα παντρευτούν, ενώ οι ερωτοτροπίες των νέων ήταν αυστηρά επιτηρούμενες από τους γονείς και γίνονταν δημοσίως – σε χορούς, γιορτές κ.ο.κ. Αυτό αφορούσε βέβαια περισσότερο τα λαϊκά στρώματα και λιγότερο τους ευγενείς και γενικότερα τις προνομιούχες τάξεις που γεύονταν περισσότερες σεξουαλικές ελευθερίες.

Ο Edward Shorter (βλ. «Σεξουαλικότητα, έρωτας και οικογένεια) εντοπίζει δύο σεξουαλικές επαναστάσεις. Την πρώτη τοποθετεί στα τέλη του 18ου αιώνα και τη συνδέει με τις προγαμιαίες σχέσεις που συνάπτονται από έρωτα, πέραν ή παρά τον έλεγχο των γονέων των εραστών, και οι οποίες αρχίζουν σταδιακά έκτοτε να απενοχοποιούνται. Τότε, σε πολλές περιοχές της Δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής σημειώνονται ακόμη και τριπλάσιες ή τετραπλάσιες εγκυμοσύνες εκτός γάμου, οι οποίες δικαιολογούνται από τις εγκύους ως αποτέλεσμα «πάθους» και «έρωτα», κάτι σχεδόν ανήκουστο παλαιότερα. Τη δεύτερη επανάσταση εντοπίζει βέβαια στη δεκαετία του 1960, οπότε η αναζήτηση της ηδονής στο σεξ παύει να συνοδεύεται (αναγκαστικά) από συναισθηματική πρόσδεση, πόσω μάλλον από όρκους αιώνιας πίστης ή να αναστέλλεται για οποιουσδήποτε λόγους άσχετους προς την επιθυμία των ατόμων. Εξ ου και η συχνή –και πάντως ασύγκριτα συχνότερη σε σχέση με το παρελθόν– εναλλαγή ερωτικών συντρόφων. Η εξέλιξη αυτή συνδυάζεται βέβαια με τον πολιτικό ριζοσπαστισμό εκείνων των χρόνων, ενώ επιβοηθήθηκε από τη χρήση του αντισυλληπτικού χαπιού που κυκλοφόρησε το 1960 κι έδωσε στις γυναίκες έλεγχο στο σώμα τους που δεν διέθεταν ως τότε.

Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι η σεξουαλικότητα δεν είναι ξεκομμένη από άλλες σφαίρες της ύπαρξης, αλλά διαπλέκεται αποφασιστικά με αυτές. Σύμφωνα με τις αναλύσεις του Μαξ Βέμπερ, κατά τους νεώτερους χρόνους η συνάρθρωση της προτεσταντικής ηθικής με το πνεύμα του αναδυόμενου καπιταλισμού –που επέτασσε τη συσσώρευση κεφαλαίου, κι όχι την κατανάλωση και το ξόδεμα– οδήγησαν στην επικράτηση ενός, κατά κάποιον τρόπο, εγκόσμιου ασκητισμού. Η απόλαυση των ηδονών δεν συνάδει με αυτόν, αντίθετα τον υπονομεύει. Επομένως, θα λέγαμε εμείς με μια δόση υπεραπλούστευσης, κράτος και εκκλησία αναλαμβάνουν την πάταξη της σεξουαλικής ελευθεριότητας. Οι σαρκικές ορέξεις είναι αποσταθεροποιητικές και πρέπει να τιθασευτούν. Άλλωστε, από τον Φρόιντ και μετά, είμαστε τουλάχιστον υποψιασμένοι ότι είναι στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού να «μετουσιώνει» τις –στη βάση τους σεξουαλικές– ορμές μας μετατρέποντάς τις σε δημιουργική εργασία και σε προϊόντα του πνεύματος.

Ο κατεξοχήν μελετητής του θέματος της ιστορίας της σεξουαλικότητας του οποίο το έργο εξακολουθεί να είναι σημείο αναφοράς, μολονότι έχουν εγερθεί και ισχυρές κριτικές σε βάρος του –βλ. ενδεικτικά Robert Muchembled, «Οργασμός και Δύση»– είναι ο Μισέλ Φουκώ (βλ. το τρίτομο έργο του «Ιστορία της σεξουαλικότητας»). Ο Φουκώ δεν θεωρεί ότι υπήρξε, με τη στενή έννοια, καταστολή κι απώθηση της σεξουαλικότητας τη νεώτερη εποχή. Τουναντίον, ισχυρίζεται, από τον 18ο αιώνα και μετά παρατηρείται μια αύξηση των λόγων (discours) περί των σεξουαλικών σχέσεων οι οποίοι τις φέρνουν έτσι εμφατικά στο προσκήνιο. Ωστόσο, ταυτόχρονα παράγεται αυτό που αποκαλεί βιοεξουσία στη βάση της οποίας ρυθμίζεται κι ελέγχεται η σεξουαλικότητα με τρόπους που είναι «παραγωγικοί» για το οικονομικό σύστημα και συντηρητικοί από πολιτική άποψη.

Οι επιστήμες αναλαμβάνουν να προσδιορίσουν τι είναι «φυσιολογικό» και τι «παθολογικό» με τις ανάλογες συνέπειες για όσους και όσες εμφανίζουν «παρεκκλίνουσες» τάσεις. Έτσι, η ιατρική ασχολείται με τις «υστερικές» γυναίκες, η παιδαγωγική με την εμπέδωση στους εφήβους της αντίληψης ότι ο αυνανισμός είναι ολέθριος, και λίγο-πολύ η ψυχιατρική αναλαμβάνει όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις. Μείζον είναι ότι με διάφορους παράλληλους μηχανισμούς επιτυγχάνεται η πειθάρχηση των σωμάτων και των συνειδήσεων κι αυτή η καθυπόταξη εσωτερικεύεται: τα ίδια τα άτομα την αντιλαμβάνονται ως κάτι το «φυσικό» στο οποίο οφείλουν να συμμορφωθούν.

Βεβαίως, αυτή η καθυπόταξη δεν είχε τις ίδιες συνέπειες για όλους, αλλά ευνοούσε την πατριαρχική εξουσία και πιο συγκεκριμένα τους ετεροφυλόφιλους παντρεμένους άντρες. Σύμφωνα με ορισμένους λόγους, οι γυναίκες θεωρούνταν σεξουαλικά «ψυχρές» από τη φύση τους, κάτι που παρείχε μια πρώτης τάξεως δικαιολογία να αναζητήσουν οι άντρες σεξουαλική συντροφιά σε πόρνες –οι οποίες βέβαια θεωρούνταν διεφθαρμένες–, ενώ οι παντρεμένες περιορίζονταν στα του οίκου τους.

Είναι ξεχωριστού ενδιαφέροντος εν προκειμένω ότι ο όρος «ομοφυλοφιλία» επινοήθηκε από έναν Ούγγρο γιατρό στα τέλη της δεκαετίας του 1860. Σύμφωνα με τον Φουκώ, αυτή η ονοματοδοσία δεν παραπέμπει απλώς σε ομοερωτικές πρακτικές. Αλλά πλέον (και) μέσω αυτής συγκροτείται ως τέτοια μια ολόκληρη ομάδα του πληθυσμού, μια νέα κοινωνική κατηγορία: οι «ομοφυλόφιλοι». Το καινούριο στοιχείο είναι ότι αναγνωρίζεται τόσο από τους άλλους όσο και από τους ίδιους ότι είναι κάτοχοι μιας ξεχωριστής ταυτότητας που τους προσδίδει η σεξουαλική τους συμπεριφορά. Αντίθετα, παλαιότερα δεν αποδιδόταν ανάλογο νόημα σε «σοδομιστικές» –όπως ήταν ο πλέον κοινόχρηστος όρος– πρακτικές, δηλαδή αυτές δεν προσδιόριζαν το ποιος είναι κάποιος, αυτός που τις ασκούσε δεν χαρακτηριζόταν από αυτές, δεν διακρινόταν από τους υπόλοιπους και βέβαια δεν στιγματιζόταν.

Μέχρι σχετικά πρόσφατα στη Δύση η ομοφυλοφιλία αντιμετωπιζόταν από πολλούς ως ασθένεια, ψυχική ή σωματική. Ακόμη και τη δεκαετία του 1950, ορισμένοι ψυχοθεραπευτές στις ΗΠΑ εφάρμοζαν τη «θεραπεία διά της αποστροφής». Μεταξύ των τεχνικών της ήταν και αυτή του ηλεκτροσόκ… (βλ. «Ομοφυλοφιλία. Μια παγκόσμια ιστορία»). Βέβαια, στο σημερινό θεοκρατικό Ιράν δεν αναγνωρίζεται θεραπεία. Οι ομοφυλόφιλοι απαγχονίζονται δημοσίως.

Το ότι το πεδίο της σεξουαλικότητας υπόκειται σε αυστηρό εξουσιαστικό έλεγχο επιβεβαιώνεται κι από την κατά περιόδους απηνή καταδίωξη όσων επιδίδονταν στις «κατά μόνας ηδονές». Στην Ισπανία του Μεσαίωνα μια τέτοια ομολογία μπορούσε να επισύρει τη θανατική ποινή. Τον 19ο αιώνα θα γλίτωνε κανείς με ξυλοδαρμό και καταναγκαστικά έργα. Όσο για τις γυναίκες, δαιμονοποιείται η κλειτορίδα. Κι αυτό διότι οι γυναικείες αυνανιστικές πρακτικές σημαίνουν ότι κι εκείνες διεκδικούν το δικαίωμα στην ηδονή και μάλιστα μπορούν να αναλάβουν τη σχετική πρωτοβουλία, χωρίς να είναι απαραίτητος ένας άντρας. Αυτή η πράξη λαμβάνει έτσι οιονεί επαναστατικό χαρακτήρα, εφόσον αμφισβητεί τη σχέση υποτέλειας προς τους άντρες. (βλ. «Εγκώμιο στον αυνανισμό»). Εξ ου και οι πρακτικές ακρωτηριασμού της κλειτορίδας, καθιερωμένες ακόμη και σήμερα σε πολλές χώρες της Αφρικής.

Ακόμη και στις μέρες μας –με κεκτημένη αφενός τη «σεξουαλική επανάσταση» του ’60– που υποτίθεται ότι οι γυναίκες είναι απελευθερωμένες κι έχουν κατακτήσει την ισότητα (και στο σεξ), εξακολουθούν να επιβιώνουν –στη συνείδηση όλων– τα παλαιότερα στερεότυπα. Έτσι, ακόμη κι όταν εκείνες αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία να φλερτάρουν, χρησιμοποιούν συνήθως κώδικες που υποδηλώνουν μεν εκδήλωση ερωτικού ενδιαφέροντος, αλλά ταυτόχρονα παίρνουν μια θέση περισσότερο παθητική. Αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από σχετικές έρευνες, όσο κι από τη συγκριτική μελέτη των εγχειριδίων φλερταρίσματος που απευθύνονται, χωριστά, σε άντρες και γυναίκες (βλ. «Ιστορία της ερωτικής κατάκτησης»). Άλλωστε, δεν χρειάζεται κανείς παρά να σκεφτεί ότι ενώ οι άντρες με πολλές ερωτικές κατακτήσεις απολαμβάνουν συνήθως το θαυμασμό των άλλων, οι αντίστοιχες γυναίκες αντιμετωπίζονται με επιφυλακτικότητα (κι όχι μόνον από τις μέλλουσες πεθερές).

Ο Ζακ Αταλί οραματίζεται μια εποχή πολύ-ερωτική, κατά την οποία ο καθένας θα συνάπτει ελεύθερα σεξουαλικές και συναισθηματικές σχέσεις με όσα άτομα επιθυμεί και, στην περίπτωση των σταθερών δεσμών, κάνει λόγο για «πολύ-οικογένεια», όπου ο καθένας θα ανήκει ανοιχτά σε πολλές οικογένειες. Ήδη, πάντως, από το 2005 οι Βίκτορ και Μπιάνκα ντε Μπρέιν, παντρεμένο ζευγάρι Ολλανδών, συνήψαν ερωτικό δεσμό από κοινού με την Μίριαμ, τον οποίο κατόπιν επισημοποίησαν ενώπιον συμβολαιογράφου και που η ολλανδική νομοθεσία αναγνώρισε! (βλ. «Η ιστορία του έρωτα»).

 

Η ιστορία του έρωτα

Ζακ Αταλί, Στεφανί Μπονβισινί

Μτφρ. Κλαιρ Νεβέ, Εύη Σιούγγαρη

Μεταίχμιο 2009

ΣΕΛ. 239, ΤΙΜΗ €28,13

 

 

 

 

 

Ιστορία της σεξουαλικότητας

Τομ. 1: Η δίψα της γνώσης

Μισέλ Φουκώ

Μτφρ. Γκλόρυ Ροζάκη

Κέδρος 1978

ΣΕΛ. 195, ΤΙΜΗ €14,00

 

 

 

 

 

Σεξουαλικότητα, έρωτας και οικογένεια

Ευρώπη  και Βόρεια Αμερική 17ος-20ος αιώνας

Edward Shorter

Μτφρ. Ανδρέας Παππάς

Νεφέλη 2009

ΣΕΛ. 380, ΤΙΜΗ €27,63

 

 

 

 

 

Ομοφυλοφιλία. Μια παγκόσμια ιστορία

Επιμ. Robert Aldrich

Μτφρ. Μαργαρίτα Μηλιώρη

Πάπυρος 2008

ΣΕΛ. 385, ΤΙΜΗ €48,23

 

 

 

 

 

Οργασμός και Δύση

Ιστορία της σαρκικής απόλαυσης από τον 16ο αιώνα ως την εποχή μας

Robert Muchembled

Μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου

Μεταίχμιο 2008

ΣΕΛ. 388, ΤΙΜΗ €20,10

 

 

 

 

 

H ιστορία της ερωτικής κατάκτησης

Jean Claude Bologne

Μτφρ. Γιάννης Καυκιάς

Πολύτροπον 2009

ΣΕΛ. 350, ΤΙΜΗ €29,40

 

 

 

 

 

Πηγή: book press

Share

Βιβλία για δώρα ή για εμάς

της Σίσσυς Βωβού

Αν έχετε χρόνο και χρήματα για βιβλία, αν θέλετε να χαρίσετε ή να διαβάσετε, υπάρχουν πολλά. Εμείς επιλέξαμε σήμερα τρία και σας τα προτείνουμε.

Θηλυκές Φαλλοκράτισσες-οι γυναίκες και η ανερχομένη κουλτούρα του ξέκωλου

της Αριέλ Λεβί, μετάφραση Νίκη Σταυρίδη, εκδόσεις Κουκκίδα

Ακούγοντας τόσο συχνά ότι βρισκόμαστε σε μια συντηρητική στιγμή της ιστορίας, αυθόρμητα θα περιμέναμε κάτι εντελώς αντίθετο απ ό,τι είναι η ανάδειξη του ξέκωλου, στην πραγματικότητα όμως ταιριάζει τέλεια αν το καλοσκεφτούμε. Η κουλτούρα του ξέκωλου στην ουσία δεν είναι προοδευτική, είναι εμπορική. Το νόημα της κουλτούρας του ξέκωλου δεν είναι να ανοίξουμε το μυαλό μας στις δυνατότητες και τα μυστήρια της σεξουαλικότητας. Είναι το να επαναλαμβάνουμε αενάως μια συγκεκριμένη -και ιδιαίτερα εμπορική- συντόμευση του τι είναι σέξι. Το βιβλίο αυτό δεν μιλάει για τη βιομηχανία του σεξ. Μιλάει γι αυτό που αποφασίσαμε ότι σημαίνει η βιομηχανία του σεξ… για το πώς τη στηρίξαμε, την καθαρίσαμε και την παραμορφώσαμε. Για το πόσο στηριζόμαστε σε αυτήν για να μας μαρκάρει ως σεξουαλική και χωρίς απαγορεύσεις κουλτούρα, σε μια εποχή που ο φόβος και η καταστολή οργιάζουν.

 

Η κρίση ως κατάσταση “έκτακτης ανάγκης”- Κριτικές και αντιστάσεις

της Αθηνάς Αθανασίου, εκδόσεις Σαββάλας

… Αν οι ζωές παράγονται με γνώμονα τις νόρμες που ρυθμίζουν το διανοητό της ανθρώπινης ζωής, αυτό διόλου δεν σημαίνει ότι οι ζωές μας εξαντλούνται στην παραγωγική και ρυθμιστική λειτουργία αυτών των νορμών. Αναδύεται ένα κοινωνικό αισθητήριο και αίτημα για αλλαγή των όρων ζωής, για αναχαίτιση του κοινωνικού εκφασισμού, για επανενοίκηση του δημόσιου χώρου, για αναδιεκδίκηση του κοινωνικού και του πολιτικού χρόνου.

Υπάρχει πάντα ένα φαντασματικό περίσσευμα, μια εκκρεμότητα κοινωνικής αλληλεγγύης, αντίστασης και ανατροπής, ένα ριζοσπαστικό αίτημα ισότητας και ελευθερίας, που πλανιέται πάνω από κάθε κατάσταση εξαίρεσης.

 

 

 

Σώμα, φύλο, σεξουαλικότητα -ΛOATK πολιτικές στην Eλλάδα

επιμέλεια Άννα Αποστολλέλη, Αλεξάνδρα Χαλκιά, εκδόσεις Πλέθρον

Γράφουν οι: Βενετία Καντσά, Άννα Αποστολίδου, Λίνα Λαχανιώτη, Κωστής Σπηλιώτης, Γιώργος Χαλάτσης, Κώστας Κανάκης, Κώστας Γιαννακόπουλος, Άννα Αποστολλέλη, Αλεξάνδρα Χαλκιά

Το βιβλίο αυτό έρχεται να συνεχίσει αυτό που ξεκίνησε η ημερίδα που διοργάνωσε το Φεστιβάλ Υπερηφάνειας Αθήνας-Athens Pride τον Μάιο του 2009.

Η δημόσια συζήτηση με αφορμή ακαδημαϊκές έρευνες και κινηματικές αναζητήσεις που αφορούν το φύλο και την σεξουαλικότητα είναι κάτι παραπάνω από αναγκαία. Η πολιτική/θεωρία του φύλου και της σεξουαλικότητας δεν είναι ούτε στην Ελλάδα, ούτε και διεθνώς, ένα καινούριο ζήτημα, αν και συχνά περιθωριοποιείται ως δευτερεύουσας σημασίας. Παράλληλα, το κοινό έδαφος μεταξύ “επιστήμης” και “ακτιβισμού” συχνά αμφισβητείται, με αποτέλεσμα την περιχαράκωση των δύο “κόσμων”. Η διατάραξη αυτών των διευθετήσεων και η διάρρηξη αυτών των οχυρών είναι μέρος του ζητούμενου του βιβλίου.

Αναπαραστάσεις της κυρίαρχης κουλτούρας, διαδικτυακά ψήγματα, αποσπάσματα συνεντεύξεων, ανθρωπολογικές παρατηρήσεις, κοινωνιολογικές διαβαθμίσεις, ιντερνετικές τοπογραφίες γνωρισμιών, διεπιστημονικά προτάγματα και ακτιβιστικά κείμενα αποτελούν την πρώτη ύλη των κειμένων που περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Τα κείμενα ασχολούνται με την εμπειρία, τη συγκρότηση του υποκειμένου, τις αναπαραστάσεις του εαυτού, τη δυναμική της συλλογικής ένταξης, τα όρια μεταξύ κανονικοποιημένης τάξης και παραβατικής ζωής. Ξεδιπλώνονται προβληματισμοί για τις πειθαρχήσεις της έμφυλης τάξης καθώς και για τις πειθαρχήσεις της ανατρεπτικής δυναμικής της σεξουαλικότητας και των εμφυλοποιήσεων.

Ως εγχείρημα, η συλλογή αυτή επιχειρεί μια φυγή προς τα μπρος με στόχο την κατοχή αλλά κα τη δημιουργία εδάφους. Στόχος είναι η συμβολή τόσο στην κατεστημένη “επιστημονική”, όσο και στην αντίστοιχη “κινηματική” πράξη, ενδεχομένως προσκαλώντας.

Share

Βιβλιοπαρουσίαση: “Φεμινισμός εσωτερικού χώρου”

Η καλή φίλη και με δεκαετίες συμμετοχής στο φεμινιστικό κίνημα Λιλίκα Μπομπόλου, στέλνει στο Φύλο Συκής μια ευχή:

Καλωσορίζουμε τη φεμινιστική ομάδα, που ακούει στο όνομα «Φύλο Συκής» (Φ/Σ). Ευχόμαστε και ελπίζουμε η νέα αυτή ομάδα να εργαστεί για τη διατήρηση και προώθηση των δικαιωμάτων των γυναικών, τα οποία (βοηθούσης και της οικονομικής κρίσης που υποβαθμίζει το θέμα σε δευτερεύον) αυτή την περίοδο, δείχνουν να είναι εντελώς ανυπεράσπιστα.

Εμείς παρουσιάζουμε καθυστερημένα το ωραίο βιβλίο της “Φεμινισμός εσωτερικού χώρου”, έκδοση του 2008, και το συνιστούμε ανεπιφύλακτα.

Το βιβλίο των 376 σελίδων, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Κουκκίδα”, περιέχει 59 φωτογραφίες και σχέδια. Πρόκειται για ένα ανθολόγιο 168 κειμένων της Λιλίκας Μπομπόλου, που έχουν δημοσιευθεί στο Δελτίο της Κίνησης Δημοκρατικών Γυναικών, σε άλλα γυναικεία έντυπα, καθώς και σε ημερήσιες εφημερίδες της Αθήνας.

Από το οπισθόφυλλο:
… μόνον η «σύζευξη» θεωρίας και πράξης μπορεί να κάνει βιώσιμο το κάθε κίνημα. Αν η θεωρία προχωρεί μόνη της, ξεπερνιέται και χάνεται, αφού δεν έχει την ευκαιρία να δοκιμαστεί στην πράξη και να αποδείξει τη χρησιμότητά της. Η θεωρία δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός αλλά το εργαλείο, το μέσον, το θεώρημα που θα μας βοηθήσει να λύσουμε την άσκηση. Και προκειμένου για το φεμινιστικό κίνημα, θα επιβιώσει μόνον αν στοχεύει στο τι θα κερδίσουν απ’ αυτό ξεχωριστά κάθε γυναίκα ή συγκεκριμένες κατηγορίες γυναικών, με σάρκα και οστά – οι νοικοκυρές, οι εργαζόμενες, οι άνεργες, οι φυλακισμένες, οι βιασμένες – και όχι ο φεμινισμός γενικά και αόριστα. Οι θεωρίες μόνες τους αντιπροσωπεύουν ιδέες, όχι αληθινούς ανθρώπους και πραγματικές καταστάσεις.

 

Share

Βιβλιοπαρουσίαση:«Κάιρο-Η πόλη μου, η Επανάστασή μας»

 

Παρουσιάζει η Ειρήνη Αποστολίδου

Η συγγραφέας Αχντάφ Σουέιφ γεννιέται και μεγαλώνει στο Κάιρο. Στη συνέχεια σπουδάζει και κάνει οικογένεια στην Αγγλία, ενώ διατηρεί στενούς δεσμούς με την πατρίδα της. Εκτός από τη συγγραφή μυθιστορημάτων, η Σουέιφ καταπιάνεται με το σχολιασμό σε θέματα πολιτικής και πολιτισμού. Αρθρογραφεί τακτικά στη βρετανική εφημερίδα Γκάρντιαν και την αιγυπτιακή Αλ Σορούκ. Επίσης είναι ιδρύτρια του φεστιβάλ λογοτεχνίας της Παλαιστίνης PALFEST.

Τα νέα της εξέγερσης τη βρίσκουν στις 25 του Γενάρη του 2011 σε λογοτεχνικό φεστιβάλ στην Ινδία. Αμέσως σπεύδει στη γενέτειρά της και συμμετέχει ενεργά στην επανάσταση ενώ παράλληλα την καλύπτει δημοσιογραφικά. Το βιβλίο της «Κάιρο» είναι η καταγραφή, ώρα προς ώρα, των 18 ημερών που συγκλόνισαν την Αίγυπτο το χειμώνα του 2011 και είχαν ως αποτέλεσμα την παραίτηση του προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ από την εξουσία. Παράλληλα η συγγραφέας υφαίνει μες στην αφήγησή της την εξέλιξη της επανάστασης στους κατοπινούς μήνες, προσφέροντας έτσι στους αναγνώστες μια καλύτερη κατανόηση των γεγονότων.

Στο «Κάιρο» κάθε δρόμος, κάθε γειτονιά, κάθε κτίριο και πλατεία, φέρει ένα ξεχωριστό φορτίο μνήμης. Μέσα από τις αναμνήσεις της συγγραφέως ξεδιπλώνεται η ιστορία της πόλης της, της οικογένειάς της και της πατρίδας της . Η Σουέιφ καταθέτει ένα βιβλίο βαθιά προσωπικό με θέμα μια συλλογική πράξη αντίστασης. Χάρη σ΄αυτό το συνδυασμό το «Κάιρο» συνομιλεί με το μυαλό και την καρδιά των αναγνωστών σε ένα «μήκος κύματος» το οποίο σπάνια χρησιμοποιεί η πρωτογενής πηγή πληροφόρησης για διεθνή θέματα, το ειδησεογραφικό κείμενο.

Μέσα στο βιβλίο αυτό πάλλονται οι εξεγερμένες καρδιές της ελπιδοφόρας Αιγυπτιακής νεολαίας, των σαμπάμπ· ζητούν μνήμη και δικαίωση του αγώνα οι νεκροί, κι η χώρα βαδίζει ψηλαφητά προς ένα άγνωστο μέλλον. Η Σουέιφ ξενυχτά στην Ταχρίρ, δίνει συνεντεύξεις σε ξένα μέσα ενημέρωσης, συλλέγει ιατρικό υλικό για την περίθαλψη των τραυματιών, φωνάζει,τραγουδά, ανεμίζει την αιγυπτιακή σημαία, τρέχει, πνίγεται από τα χημικά και πασχίζει να αναπνεύσει, φωνάζει συνθήματα μες στην παγωνιά του Φλεβάρη, γράφει και στέλνει τις ανταποκρίσεις της στο εξωτερικό. Γύρω της, φίλοι και συγγενείς, άντρες και γυναίκες όλων των ηλικιών αφιερώνονται ολόψυχα στον αγώνα για να πέσει το καθεστώς. Την ίδια στιγμή η αστυνομία, οι ελεύθεροι σκοπευτές, οι ασφαλίτες, οι φονιάδες της εθνοφυλακής, οι παρακρατικοί, οι εγκληματίες που ελευθερώθηκαν από το καθεστώς συνεργάζονται όλοι μαζί για να καταπνίξουν την επανάσταση, ενώ ο εξεγερμένος λαός τρέφει (φρούδες;) ελπίδες ότι ο στρατός θα φερθεί ως φίλια δύναμη. Στους μήνες που ακολουθούν μετά την παραίτηση του Μουμπάρακ, η πάλη για την ελευθερία συνεχίζεται, καθώς ο στρατός δε λέει να παραδώσει την εξουσία και ένα χάσμα που ολοένα και βαθαίνει χωρίζει τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης ανάμεσα σε φιλελεύθερους και ισλαμιστές. Από πού έρχεται και πού πηγαίνει η Αίγυπτος; Η αγωνία της συγγραφέως για την τύχη της πατρίδας της στρέφει αναπόφευκτα τη ματιά μας και στη δική μας χώρα. Και έτσι η Σουέιφ μας προσφέρει μια νέα οπτική που πονά μα που παράλληλα δίνει ελπίδα.

Το «Κάιρο» γράφτηκε στην αγγλική γλώσσα και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά από τον βρετανικό εκδοτικό οίκο Bloomsbury το Γενάρη του 2012. Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Δυστυχώς το βιβλίο φαίνεται να παρουσιάζει κάποια προβλήματα στη χρήση και τη ροή του λόγου. Παρατηρείται ανομοιογένεια στο επίπεδο της μετάφρασης ανάμεσα σε διαφορετικά κεφάλαια του βιβλίου, αγγλικές ιδιωματικές εκφράσεις αποδίδονται λανθασμένα, ενώ  σε σημεία όπου η γραφή εμπνέεται από μια πιο ποιητική διάθεση ο λόγος ηχεί αφύσικα και χαρακτηρίζεται από απουσία ομαλής ροής. Παρά τα όποια προβλήματα όμως, το «Κάιρο» είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται μονορούφι, σαν κατάθεση ψυχής. Της ψυχής της εξεγερμένης Αιγύπτου.

Πλατεία Ταχρίρ, Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011. Πολλοί ομιλητές παίρνουν το λόγο για λίγα λεπτά ο καθένας για να εμψυχώσουν τον κόσμο και να εκφράσουν τη στήριξή τους στην επανάσταση. Ανάμεσά τους και η Αχντάφ Σουέιφ, η οποία διαβάζει τα ονόματα των προσφάτως συλληφθέντων και απαχθέντων από τις Αρχές ζητώντας την απελευθέρωσή τους.

 

Ακολουθούν μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου

[…]Ψωμί. Ελευθερία. Κοινωνική δικαιοσύνη. Πόσοι έχουν έρθει στη σημερινή μιλιονέγια; Ο στρατός λέει ότι είναι δύο εκατομμύρια στην Ταχρίρ. Τέσσερα εκατομμύρια σ’όλη την Αίγυπτο. Και όλα αυτά τα εκατομμύρια μοιάζουν με ανθρώπους που ξύπνησαν από μάγια. Δείχνουμε ευτυχισμένοι. Δείχνουμε σαστισμένοι. Στρεφόμαστε ο ένας στον άλλον για να αναρωτηθούμε, να βεβαιωθούμε. Ένας άντρας ρωτά: «Πώς μας είχαν διχάσει; Πώς μας έκαναν να φοβόμαστε ο ένας τον άλλον με αυτόν τον τρόπο;». Ένας άλλος- με το χέρι του στον ώμο του γιου του-πιάνοντας το νήμα μιας δυνητικής συζήτησης, μου λέει: «Είν’αλήθεια, είχα τόσο άσχημη ιδέα γι αυτόν. Να κάθεται όλη μέρα μπροστά στον υπολογιστή του. Τώρα κοίτα τι έκαναν αυτός και οι φίλοι του. Τους σέβομαι. Τους σέβομαι!»[…]

Όλοι γινόμαστε αμέσως φίλοι. Βλέπω επίσης παλιούς φίλους. Καθώς περιπλανιέμαι στη Μιντάν, πέφτω πάνω σε ανθρώπους που ξέρω ότι ζουν στις Βρυξέλλες, στη Ντόχα, στην Ουάσινγκτον, στο Λονδίνο. Τα παράτησαν όλα και γύρισαν σπίτι*. Τριγυρίζουμε με έκπληκτα μάτια, ωχροί από συγκίνηση. Αγκαλιάζουμε ο ένας τον άλλο. «Κι εσύ εδώ; Μα και βέβαια θα ερχόσουν» λέμε κι αγκαλιαζόμαστε ξανά. […]

 

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου

[..]Μια γυναίκα με βλέπει να γράφω και πλησιάζει: «Γράψε» λέει «γράψε ότι ο γιος μου είναι εκεί με τους σαμπάμπ. Οτι απηυδήσαμε με ό,τι γίνεται εις βάρος της χώρας μας. Γράψε ότι αυτό το καθεστώς διχάζει μουσουλμάνους και χριστιανούς, τους πλούσιους και τους φτωχούς. Οτι έχει γίνει μια χώρα για διεφθαρμένους. Οτι αυτό έφερε την πείνα στην πόρτα μας. Οι νέοι μας ταπεινώνονται στο εξωτερικό, τη στιγμή που η χώρα μας διαθέτει πλουσιοπάροχα τα αγαθά της. Γίνε η φωνή μας στο έξω κόσμο. Πες τους ότι αυτό που συμβαίνει είναι ένα εθνικό έπος που θα διδάσκεται στα σχολεία στις επόμενες γενιές. Βρισκόμαστε στην Ταχρίρ από την Παρασκευή, ολόκληρη η Μιντάν λαμποκοπούσε. Κοίτα τι της έκαναν! Κοίτα όμως! Κοίτα το πουλμανάκι: δώδεκα άνθρωποι είναι συνέχεια πάνω σ’αυτό και τα πανό ποτέ δεν κατέβηκαν, ούτε η σημαία σταμάτησε ποτέ να ανεμίζει. Ο στρατός εμπόδισε τα ασθενοφόρα να έρθουν, όμως αυτοί οι νεαροί γιατροί-αυτοί έκαναν τα ράματα των σαμπάμπ πάνω στο πεζοδρόμιο. Χρειάστηκε μια ώρα για να ξεθάψουν τις σφαίρες απ’τα πόδια του γιου μου. Κι έπειτα πήγε πάλι μέσα». Όλοι, όλοι εδώ γύρω έχουν γίνει ρήτορες. Βρήκαμε τη φωνή μας. [..]

* εδώ η σωστή μετάφραση από τα αγγλικά είναι «…γύρισαν στην πατρίδα».

Μιντάν: πλατεία

Μιλιονέγια: ένα γεγονός όπου συμμετέχουν ένα εκατομμύριο άνθρωποι

Σαμπάμπ: λέξη παρεμφερής με τη λέξη «νεολαία»

 

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

 

Share

Στο ντιβάνι με τη Μέριλιν Γιάλομ

Με αφορμή το βιβλίο της Μέριλιν Γιάλομ “Η ιστορία της συζύγου”, αναδημοσιεύουμε εδώ μια παλιότερη συνέντευξη της συγγραφέως στο βήμα και στην Μαριλένα Αστραπέλλου. Υπεύθυνη για την αλίευση η Χριστίνα Κούρκουλα

Η Μέριλιν Γιάλομ είναι άνετα κομψή και διακριτικά περιποιημένη στα 76 της χρόνια. Εχει στον νου της την επικείμενη αναχώρησή της μαζί με τον σύζυγό της Ιρβιν και είναι κάπως αγχωμένη, λίγο απόμακρη, αλλά πολύ ευγενική. Σε λίγο θα πετάξουν για τα Ιωάννινα για μια ομιλία στο Πανεπιστήμιο. Ομιλία της Μέριλιν και όχι του Ιρβιν Γιάλομ. Διότι ναι μεν αυτός συγκεντρώνει όλα τα φώτα επάνω του, καθώς ο κόσμος κάνει ουρές ατελείωτες για να δει από κοντά και να ακούσει τον διάσημο ψυχοθεραπευτή, καθηγητή και συγγραφέα να μιλάει για «τον φόβο του θανάτου», όμως και η κυρία Γιάλομ στέκεται επάξια στο πλευρό του επιτυχημένου συζύγου. Και όχι μόνο επειδή πρόκειται για μια γυναίκα στην οποία ο Ιρβιν Γιάλομ χρωστά πολλά: «Της έχω χρέος, πολύ περισσότερο από όσο μπορώ να εκφράσω», διότι είναι το σημαίνον πρόσωπο το οποίο «με πιέζει να γράψω καλύτερα», σύμφωνα με τις αναφορές στις ευχαριστίες των βιβλίων του. Η Μέριλιν Γιάλομ, μια μικροσκοπική γυναίκα με καθαρό και ευθυτενές βλέμμα, δεν είναι μόνο η σύντροφος την οποία γνώρισε στο γυμνάσιο όταν εκείνη ήταν 14 και εκείνος 15, η μητέρα των τεσσάρων παιδιών τους και η γιαγιά των πέντε εγγονιών τους. Είναι μια γυναίκα που κατάφερε να μη συνθλιβεί από το βάρος του ονόματος του συζύγου της. Το αντίθετο μάλιστα, δημιούργησε το δικό της αντίβαρο. Σήμερα είναι διευθύντρια του Τμήματος Σπουδών για τις Γυναίκες και το Φύλο στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ στην Καλιφόρνια και έχει γράψει μέχρι στιγμής οκτώ βιβλία, τα οποία έχουν μεταφραστεί σε 20 γλώσσες, ενώ τρία εξ αυτών κυκλοφορούν και στα ελληνικά. Μετά την «Ιστορία του γυναικείου στήθους» και τη «Γέννηση της βασίλισσας του σκακιού», η πρόσφατη έκδοση του «Ο καιρός των καταιγίδων – Η Γαλλική Επανάσταση στη μνήμη των γυναικών» (εκδόσεις Αγρα) την έφερε στην Ελλάδα για δύο διαλέξεις. Συνεπής και έμπειρη στην εκπόνηση μελετών, με σαφή προσανατολισμό στην επιλογή θεματολογίας (υποδηλώνεται ξεκάθαρα από την επαγγελματική της ιδιότητα και αποδεικνύεται από τους τίτλους των βιβλίων της), επέλεξε αυτή τη φορά να σταχυολογήσει αφηγήσεις γυναικών που έζησαν από κοντά τη Γαλλική Επανάσταση. «Ανεξάρτητα από την καταγωγή τους, συνδέονταν με έναν κοινό εφιάλτη: το κόστος που επιφέρουν στην ανθρώπινη ψυχή οι ριζοσπαστικές κοινωνικές αλλαγές» σχολιάζει η Μέριλιν Γιάλομ στην αρχή της κουβέντας μας. Ο Ιρβιν Γιάλομ έχει αποσυρθεί στο δωμάτιό τους για να ετοιμαστεί και επωφελούμαι από την απουσία του για να δώσω τον λόγο περισσότερο στη γυναίκα Μέριλιν και λιγότερο στη σύζυγο Γιάλομ, έστω και αν στην ουσία πρόκειται για συγκοινωνούντα δοχεία.

Στo βιβλίο σας «Ο καιρός των καταιγίδων – Η Γαλλική Επανάσταση στη μνήμη των γυναικών» ξεκινάτε από το σχόλιο ότι «βρισκόμαστε στον αιώνα των απομνημονευμάτων». Αλήθεια, εσείς θα θέλατε να γράψετε τα δικά σας;

«Ναι, αλλά θα απευθύνονταν κυρίως στα παιδιά μου και στους φίλους μου, διότι δεν γνωρίζω αν θα ενδιέφεραν ένα ευρύτερο κοινό».

Γιατί όχι;

«Επειδή στην Αμερική ισχύουν δύο τινά σχετικά με τις αυτοβιογραφίες. Πρώτα απ’ όλα ο πήχης είναι πολύ ψηλά σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνική ποιότητα του κειμένου. Επειτα πρέπει να υπάρχει οπωσδήποτε κάποιο σκάνδαλο στη ζωή σου, λόγου χάρη να σε έχει κακοποιήσει ο πατέρας σου. Εγώ έζησα μια ευτυχισμένη ζωή ως επί το πλείστον, χωρίς σκάνδαλα. Επιπλέον είμαι μια καλή συγγραφέας, αλλά δεν είμαι μια εξαιρετική συγγραφέας. Γι’ αυτό δεν νομίζω ότι η αυτοβιογραφία μου θα ενδιέφερε πολύ κόσμο. Ωστόσο, ναι, τη γράφω λίγο λίγο. Μετά θα δούμε».

Τα βιβλία σας είναι ευπώλητα, γεγονός που αποδεικνύει ότι έχετε το κοινό σας. Επιπλέον, είστε το ήμισυ ενός επιτυχημένου γάμου, ο οποίος αριθμεί 55 χρόνια. Αυτό είναι… σκάνδαλο στις ημέρες μας, καλώς νοούμενο βέβαια. Πολλοί θα ήθελαν να μάθουν το μυστικό σας.

«Δεν έχω κάποιο μυστικό. Απλώς στάθηκα πολύ τυχερή. Δεν με βρήκαν συμφορές στη ζωή μου. Οι μεγάλες συμφορές μπορούν να διαλύσουν ένα ζευγάρι, όπως ένα άρρωστο παιδί, ένα παιδί που πεθαίνει. Συχνά πιστεύουμε ότι οι εξωσυζυγικές σχέσεις διαλύουν τους γάμους. Υπάρχουν όμως πολλοί λόγοι για τους οποίους μπορεί να αποτύχει ένας γάμος. Οι οικογένειες κάποιες φορές δεν μπορούν να μείνουν ενωμένες όταν υπάρχει έντονο άγχος που προέρχεται από εξωτερικούς παράγοντες: τα οικονομικά, την υγεία ή όταν υπάρχει πόλεμος. Ο σύζυγός μου και εγώ δεν αντιμετωπίσαμε τέτοιο άγχος. Βιώσαμε τις αγωνίες της μεταξύ μας σχέσης, οι οποίες όμως μπορούν να αντιμετωπιστούν αν σου αρέσει ο άνθρωπος που έχεις παντρευτεί, αν σε ευχαριστεί η παρέα του, αν πιστεύεις ότι αξίζει να προσπαθήσεις για να είσαι μαζί του. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν περάσαμε δύσκολες περιόδους, όπως τα πρώτα δέκα χρόνια του γάμου μας. Κάναμε τρία παιδιά σε πέντε χρόνια, ενώ δεν είχαμε ολοκληρώσει ακόμη τις σπουδές μας…».

Χρειάστηκε να βάλετε σε δεύτερη μοίρα κάποιες ανάγκες σας ή να κάνετε εκπτώσεις στις επιλογές σας προκειμένου να βρίσκεστε στο πλευρό του άνδρα σας;

«Παντρεύτηκα σε μια εποχή όπου η καριέρα του άνδρα είχε προτεραιότητα. Οπότε τον ακολουθούσα από το ένα πανεπιστήμιο στο άλλο. Αυτό σήμαινε ότι χρειάστηκε να φύγω από το Χάρβαρντ, όπου είχα ξεκινήσει τις σπουδές μου, αλλά και από το Κολούμπια, όπου τις συνέχισα. Κατέληξα όμως στο Πανεπιστήμιο “Τζονς Χόπκινς”, πάλι επειδή πήγε εκείνος εκεί. Αρχικά θεώρησα ότι ήταν θυσία από μέρους μου το να φύγω από το Χάρβαρντ, αλλά τελικά ήμουν τυχερή διότι ολοκλήρωσα τις σπουδές μου σε ένα υπέροχο πανεπιστήμιο. Ισως η μεγαλύτερη θυσία αφορούσε την καριέρα μου. Διότι, όταν πήγα στο Στάνφορντ – όταν εκείνος χρειάστηκε να πάει στο Στάνφορντ, το 1962 –, μου είπαν ότι στο Τμήμα Γαλλικών Σπουδών, όπου ήθελα εγώ να διδάξω, δεν προσλαμβάνουν συζύγους καθηγητών. Οπότε για 13 χρόνια δίδαξα το αντικείμενο που ήθελα σε ένα κατώτερο πανεπιστήμιο. Ημουν “αιχμάλωτη” του γεωγραφικού χώρου όπου βρισκόμουν. Συμβαίνει πολλές φορές σε ανθρώπους. Επρεπε όμως να οργανώσουμε τη ζωή μας γύρω από δύο καριέρες. Ισως η λέξη θυσία είναι λίγο υπερβολική. Δεν θα τη χρησιμοποιούσα. Θα έλεγα ότι κάναμε συμβιβασμούς. Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να δουλέψω κάπου μακριά του. Βέβαια αυτό συμβαίνει σε ζευγάρια σήμερα και συχνά στρεσάρει έναν γάμο».

Σήμερα η καριέρα του άνδρα δεν έχει την απόλυτη προτεραιότητα, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που συνέβαινε αυτό στην εποχή σας. Οι γάμοι όμως διαλύονται με ευκολία. Πιστεύετε ότι ο αυστηρός καθορισμός των ρόλων, και κατά συνέπεια των προτεραιοτήτων, ήταν κατά κάποιον τρόπο ευνοϊκός για τις σχέσεις, ότι έφερνε λιγότερο στρες στον γάμο;

«Ξέρετε, στη δική μου τη γενιά πολλές γυναίκες παράτησαν την καριέρα τους για να γίνουν σύζυγοι και δεν ήταν απαραίτητα ικανοποιητική αυτή η επιλογή, ούτε για τις ίδιες ούτε για την οικογένειά τους. Γνωρίζω περιπτώσεις γάμων όπου οι γυναίκες έμεναν σπίτι, μεγάλωναν τα παιδιά και μετά, όταν ο άνδρας περνούσε την κρίση της μέσης ηλικίας, στα 50-55, έφευγε. Επειδή έβρισκε μια άλλη γυναίκα που ήταν πιο κοντά στο πνευματικό του επίπεδο, επειδή εκείνη είχε μια αντίστοιχη καριέρα με αυτόν. Σήμερα οι γυναίκες έχουν πολλές επιλογές. Μπορούν να είναι παντρεμένες, μπορούν να συζούν, μπορούν να έχουν σχέσεις με άτομα του ιδίου φύλου, μπορούν να χωρίσουν. Είναι καλό να υπάρχουν επιλογές. Απλώς βιώνουμε τη μετάβαση από μια παραδοσιακή σε μια πιο ελεύθερη κοινωνία. Και η ελευθερία δεν έχει μόνο πλεονεκτήματα αλλά και μειονεκτήματα».

Εσείς περάσατε κρίση μέσης – ή άλλης – ηλικίας;

«Επειτα από όλα αυτά τα χρόνια που δίδασκα γαλλικά, δεν με ικανοποιούσε πλέον το αντικείμενό μου, κυρίως εξαιτίας του επιπέδου των φοιτητών. Αυτή ήταν η προσωπική μου κρίση μέσης ηλικίας. Ηθελα να κάνω κάτι που θα ήταν πιο ενδιαφέρον, σε ένα περιβάλλον πιο ενδιαφέρον. Θα μπορούσα να διδάσκω γαλλικά όλη μου τη ζωή στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, αλλά προτίμησα να πάω στο Στάνφορντ για να διδάξω για τις γυναίκες και το φύλο. Δεν θα ήμουν καθηγήτρια, αλλά αναπληρώτρια και επιπλέον σε έναν καινούργιο τομέα, ο οποίος έκανε τα πρώτα του βήματα ως ακαδημαϊκός κλάδος. Ηταν τολμηρή κίνηση. Δεν μπορούσα να γνωρίζω αν θα υπάρχει εξέλιξη. Ημουν όμως σε πλεονεκτική θέση, επειδή ήμουν παντρεμένη. Ο σύζυγός μου με ενθάρρυνε. Επιπλέον, από οικονομική άποψη, είχα τη δυνατότητα να κάνω αυτή την κίνηση, διότι είχαμε αναπτύξει μια σταθερή οικονομική βάση. Εκανα λοιπόν κάποιες θυσίες στην αρχή, στη συνέχεια όμως κατάφερα να κάνω κάτι δραστικό».

Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;

«Γεννήθηκα στην Ουάσιγκτον σε μια οικογένεια με τρεις κόρες. Ο πατέρας μου θα προτιμούσε να έχει και έναν γιο. Εγινα εγώ ο γιος της οικογένειας. Οι γονείς μου με ενθάρρυναν να είμαι καλή στο σχολείο, δεν στάθηκαν εμπόδιο στην πνευματική μου ανάπτυξη και στις αναζητήσεις μου. Ημουν τυχερή. Σε άλλες οικογένειες, όπου υπήρχε γιος, ήταν εκείνος που ενθάρρυναν και προωθούσαν».

Και μετά, όταν μεγαλώσατε;

«Εκείνη την εποχή τις γυναίκες δεν τις έπαιρναν σοβαρά ως διανοούμενες. Στην αρχή ήμουν η μόνη γυναίκα που δίδασκα στο Τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών. Είχα να αντιμετωπίσω προκαταλήψεις. Μπορώ να σας διηγηθώ πολλές ιστορίες από εκείνη την εποχή. Ξέρετε, όταν οι άλλοι δεν σε παίρνουν σοβαρά, δεν είναι εύκολο να έχεις υψηλές φιλοδοξίες. Μου πήρε πολύ καιρό για να αρχίσω να αισθάνομαι ότι, πέρα από το να είμαι σύζυγος, μητέρα και καθηγήτρια, θα μπορούσα να είμαι και συγγραφέας».

Το εργασιακό σας περιβάλλον δεν σας ενθάρρυνε να ικανοποιήσετε τις φιλοδοξίες σας, παρ’ όλο που είχατε αποδείξει την αξία σας;

«Ας πούμε ότι δεν ήταν τόσο ενθαρρυντικό όσο ήταν για τους άνδρες. Κανείς δεν περίμενε ότι θα προχωρήσω όσο προχώρησα. Ο Ερβ (σ.σ.: Ιρβιν Γιάλομ) όμως με στήριζε πολύ. Ηξερε ότι είχα πνευματικές αναζητήσεις, δουλεύαμε μαζί, του έλεγα πάντα τη γνώμη μου για τα γραπτά του».

Συμφωνείτε με τη ρήση της Σιμόν ντε Μποβουάρ «Γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι», την οποία αναφέρετε στην «Ιστορία του γυναικείου στήθους»;

«Είναι και τα δύο. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ συγκέντρωνε την προσοχή της μόνο στην κοινωνική κατασκευή του φύλου. Και σε μεγάλο βαθμό είχε δίκιο. Ως γυναίκα όμως έχεις και ένα σώμα. Το σώμα σου σου επιτρέπει να κυοφορήσεις, να θηλάσεις, πράγματα που δεν μπορεί να κάνει ένας άνδρας. Πιστεύω ότι το να κουβαλάς μια άλλη ύπαρξη μέσα σου μπορεί να σε συνδέσει με τα υπόλοιπα ανθρώπινα όντα, όπως και με άλλα πλάσματα, με έναν τρόπο μοναδικό. Χαίρομαι που είχα αυτή την εμπειρία. Μετανιώνω που δεν θήλασα τα παιδιά μου. Αυτό που λέει λοιπόν η Ντε Μποβουάρ είναι σωστό σε ποσοστό 75%. Μετά η κοινωνία έχει προσδοκίες και εν συνεχεία απαιτήσεις από τις γυναίκες. Επειδή όμως φέρνεις στον κόσμο παιδιά, δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα φροντίζεις για όλη σου τη ζωή. Και οι άνδρες μπορούν να αναλάβουν μεγάλο μέρος της φροντίδας. Σε αυτό το σημείο μεταφερόμαστε από τη βιολογική στην κοινωνική κατασκευή του φύλου».

Θα μπορούσαν να αντιστραφούν οι ρόλοι με τη συνδρομή της ανακατασκευής των κοινωνικών μοντέλων; Δηλαδή, ο άνδρας στο σπίτι, η γυναίκα στη δουλειά;

«Νομίζω ότι μπορεί να λειτουργήσει σε ορισμένες περιπτώσεις. Διότι πλέον οι γυναίκες φέρνουν μισθό στο σπίτι και οι άνδρες αρχίζουν να καταλαβαίνουν ότι δεν μπορούν να περιμένουν από εκείνες να κάνουν όλες τις δουλειές. Η αλλαγή έρχεται σταδιακά. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, λόγω συνθηκών – εξαιτίας μιας απόλυσης, όπως συμβαίνει ευρέως στις ημέρες μας λόγω της κρίσης –, ο άνδρας μένει στο σπίτι. Μπορεί να μην είναι ευχάριστο και να επιφέρει πλήγμα στο ανδρικό εγώ, αλλά δεν είναι και το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί. Δεν είναι θάνατος, δεν είναι αρρώστια, δεν είναι ένδεια».

Ποια είναι η άποψή σας για τη σημερινή και για την τέως πρώτη κυρία των ΗΠΑ;

«Η Λόρα Μπους ήταν πολύ διακριτική. Εκανε καλά πράγματα, προώθησε τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό στον Λευκό Οίκο, μίλησε για τις γυναίκες. Μισούσα όμως τον άνδρα της. Νομίζω ότι ήταν καταστροφικός. Η Μισέλ και ο Μπαράκ Ομπάμα αντιπροσωπεύουν μια άλλη γενιά, στην οποία η γυναίκα έχει εξίσου καλή μόρφωση με τον άνδρα και είναι ένας πολύτιμος σύντροφος. Τη θαυμάζω και πιστεύω ότι μπορεί να γίνει ένα καλό πρότυπο για τις γυναίκες, όπως και η σχέση τους ένα πρότυπο για τα ζευγάρια».

Και η Σάρα Πέιλιν;

«Απαίσια! Σκέτη καταστροφή. Είχε άσχημο αντίκτυπο στον Μακ Κέιν, ο οποίος την επέλεξε. Διότι αν νόμιζε ότι θα ήταν αρκετά καλή για να τον αντικαταστήσει, τότε νομίζω ότι είχε σκοπό να ξεπουλήσει με άσχημο τρόπο τις ΗΠΑ. Αρρωσταίνω και μόνο που το σκέφτομαι».

Μάλλον ήθελε διακαώς να αποδείξει ότι δεν είναι μισογύνης. Αλήθεια, γιατί πιστεύετε ότι γίνεται ένας άνδρας μισογύνης;

«Οι άνδρες ήταν πάντα το πρώτο φύλο. Είναι ελάχιστα τα παραδείγματα της μητριαρχίας στην Ιστορία. Οι άνδρες πάντα θεωρούσαν τον εαυτό τους πιο σημαντικό και υποβάθμιζαν τις γυναίκες. Τις θεωρούσαν λιγότερο έξυπνες, πιο συναισθηματικές. Νομίζω ότι πολλοί άνδρες ενστερνίστηκαν αυτή την άποψη, επειδή τους βόλευε. Εννοείται ότι χρειάζεται ένας άνδρας να είναι σίγουρος για τον εαυτό του για να δεχτεί τις γυναίκες ως ίσες του. Είναι όμως περίπλοκο το θέμα, δεν μπορείς να δώσεις μια απλή απάντηση».

Μπορεί μια γυναίκα να είναι ένα ελεύθερο σεξουαλικά ον και σύζυγος ταυτόχρονα;

«Μάλλον όχι. Εκτός και αν κάνεις μια συμφωνία με τον σύζυγό σου ότι καθένας έχει δικαίωμα σε μια ανεξάρτητη σεξουαλική ζωή και έχετε έναν ανοιχτό γάμο. Νομίζω όμως ότι είναι πολύ δύσκολο. Οι άνθρωποι ζηλεύουν και είναι πολύ πιθανό να δεθείς με κάποιον άλλο. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ και ο Ζαν-Πολ Σαρτρ έλεγαν ότι πρέπει να έχεις μία θεμελιώδη σχέση. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Κάποιοι καταφέρνουν να έχουν και άλλες σχέσεις. Νομίζω ότι είναι πολύ σπάνιο να το κάνεις αυτό και να διατηρήσεις τη θεμελιώδη σχέση. Δεν είναι ανέφικτο, αλλά πολύ δύσκολο».

Τι έχει απομείνει στις γυναίκες να κατακτήσουν, τουλάχιστον στςν δυτικό κόσμο;

«Οι γυναίκες δεν έχουν μέχρι στιγμής πολλές επιτυχίες στον χώρο της πολιτικής, αλλά αυτό θα αλλάξει στο μέλλον. Νομίζω ότι σε πολλά μέρη του κόσμου χρήζουν βελτίωσης τα δικαιώματα αναπαραγωγής. Το δικαίωμα δηλαδή να κάνεις ή να μην κάνεις παιδιά, αλλά και το δικαίωμα να επιλέγεις τον αριθμό των παιδιών που θα κάνεις. Η επιλογή πρέπει να ανήκει στη γυναίκα και δεν μπορούν οι άνδρες να καθορίζουν αν εμείς θα χρησιμοποιήσουμε ή όχι μέσα αντισύλληψης ή αν θα κάνουμε έκτρωση. Κάθε φορά όμως οι συντηρητικές δυνάμεις εισβάλλουν και θέλουν να έχουν λόγο επάνω σε αυτά τα θέματα… Κάθε φορά!»

Η συνέντευξη της Μέριλιν Γιάλομ δημοσιεύτηκε στο BHMagazino, τεύχος 443, 12/4/09

Πηγή: το βήμα

Share

Σύζυγος, ένα είδος υπό εξαφάνιση

Αλιεύσαμε από το διαδίκτυο την παρακάτω βιβλιοπαρουσίαση που μας φάνηκε ενδιαφέρουσα, για αυτό και την αναδημοσιεύουμε. Υπέυθυνη για την αλίευση η Χριστίνα Κούρκουλα

της Λαμπρινής Κουζέλη

Μία από τις «οικογενειακές φωτογραφίες» της Συνόδου Κορυφής των G-20 στο Πίτσμπουργκ το 2009 δείχνει τη Μισέλ Οµπάµα πλαισιωμένη από τις συζύγους των ηγετών που συνεδρίαζαν με τον αμερικανό πρόεδρο, συνολικά 22 γυναίκες. Κάποια μπλογκ σχολίαζαν τότε την εκκωφαντική απουσία από τη φωτογραφία των συζύγων της γερμανίδας καγκελαρίου και της προέδρου της Αργεντινής και πρόσθεταν: «Οι περισσότερες γυναίκες της φωτογραφίας έχουν εξίσου καλή μόρφωση με τους συζύγους τους και έχουν εργαστεί σε θέσεις ισχύος, τις οποίες άφησαν για να υποστηρίξουν εκείνους. Γιατί είναι πρώτες κυρίες και όχι ηγέτες των χωρών τους;».

Το βιβλίο της Μέριλιν Γιάλομ Η ιστορία της συζύγου (Αγρα, 2012) γράφτηκε πριν από το συγκεκριμένο γεγονός, έχει όμως τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που αφορούν τη γυναίκα ως σύζυγο από την αρχαιότητα ως σήμερα. Κάποτε, λέει η συγγραφέας, οι γυναίκες έφεραν τον τίτλο της «συζύγου» ως σύμβολο τιμής και η βέρα στο δάχτυλο αποτελούσε ένδειξη της γυναικείας αξίας. Σήμερα, η γυναίκα δεν χρειάζεται να είναι σύζυγος για να έχει υπόσταση και κοινωνικό κύρος, δεν έχει ανάγκη από έναν άντρα για να τη συντηρήσει, είναι κοινωνικά και νομικά αποδεκτό να γίνει μητέρα εκτός γάμου. Είναι επομένως η σύζυγος είδος υπό εξαφάνιση; αναρωτιόταν η Γιάλομ όταν ξεκίνησε να γράφει την ιστορία της γυναίκας μέσα στον γάμο.

Αυτή η δραστήρια ερευνήτρια και πανεπιστημιακός, που μας έχει δώσει συναρπαστικές και πρωτότυπες αφηγήσεις για τη γυναίκα – θυμόμαστε την Ιστορία του γυναικείου στήθους (εκδ. Αγρα, 2006) και τη Γέννηση της βασίλισσας του σκακιού (2008) – είναι σύζυγος του ψυχιάτρου και δημοφιλούς πεζογράφου Ιρβιν Γιάλομ. «Τον γνωρίζω από τα δεκατέσσερά μου» μου έλεγε σε μια συνέντευξή μας πριν από δύο χρόνια, «ήμασταν πολύ καλοί φίλοι, γίναμε σύζυγοι, αποκτήσαμε τέσσερα παιδιά και παραμένουμε φίλοι και συνέταιροι στον γάμο μας». Οι εμπειρίες της από τον γάμο της είναι θετικές, γι’ αυτό γράφει αυτό το βιβλίο με την πεποίθηση ότι «είναι “καλό πράγμα” για μια γυναίκα να είναι σύζυγος – υπό κάποιες προϋποθέσεις».

 

Από το «συμβόλαιο» στον έρωτα

Η προϋπόθεση νούμερο ένα στην εποχή μας, ο έρωτας, αρχίζει να αναγνωρίζεται ως προϋπόθεση γάμου αργά, τον 16ο αιώνα. Θα περάσουν ακόμη δύο αιώνες ώσπου να αποτελέσει κεκτημένο των γυναικών, πρώτα της μεσαίας τάξης, ενώ οι αριστοκράτισσες θα περιμένουν ως τον 19ο αιώνα. Η οικονομική ανεξαρτησία ως προϋπόθεση για έναν ισότιμο γάμο θεμελιώνεται μετά το 1950, όταν βελτιώνεται η θέση της γυναίκας στην αγορά εργασίας.

Οι ρωμαίοι πατεράδες έκλειναν οικονομικά συμβόλαια αρραβωνιάζοντας τις κόρες τους από έξι ετών. Στη γερμανόφωνη μεσαιωνική Ευρώπη ο σύζυγος είχε, βάσει νόμου, το δικαίωμα να ξυλοκοπεί τη γυναίκα του. Στο θεοκρατικό καθεστώς του Μεσαίωνα η θρησκεία υποστήριζε την υποτέλεια της γυναίκας στον σύζυγό της, αλλά ακόμη και ο προοδευτικός Ζαν-Ζακ Ρουσό στον παιδαγωγικό Αιμίλιο του 18ου αιώνα προτρέπει τη γυναίκα να είναι παθητική και να υπομένει την ανάρμοστη συμπεριφορά του άντρα της χωρίς να παραπονείται. Χρειάστηκαν αιώνες και αγώνες ώστε η γυναίκα να αποκτήσει ισότιμη θέση με τον άντρα μέσα στον γάμο στις δυτικές κοινωνίες, και αυτό πολύ πρόσφατα, μετά τα μέσα του 20ού αιώνα.

Η ιστορία της συζύγου είναι στενά συνυφασμένη με την ιστορία της θρησκείας, την οικονομική ιστορία, την ιστορία των τάξεων, της εκπαίδευσης, της πολιτικής συνειδητοποίησης και των κοινωνικών αγώνων. Σχετίζεται με παραδόσεις και κοινωνικές πρακτικές, αντικατοπτρίζεται σε νομοθετικές ρυθμίσεις, στη λογοτεχνία, στις γελοιογραφίες, στο ρεπορτάζ και στις μικρές αγγελίες των εφημερίδων. Η Γιάλομ μελετά κάθε δημόσια πηγή, έρευνες, στατιστικές αλλά και τα ημερολόγια, την αλληλογραφία και τα λογοτεχνικά κείμενα δεκάδων γνωστών ή άσημων γυναικών που περιγράφουν την καθημερινότητα του έγγαμου βίου τους.

Διάσημες γυναίκες της Ιστορίας, του μύθου και της τέχνης, θρυλικές σύζυγοι αποτελούν βεβαίως ορόσημα στην αφήγηση της Γιάλομ: η Εύα και η Παρθένος Μαρία, η καλή και η κακή «σύζυγος» της Βίβλου, η Πηνελόπη και η Ωραία Ελένη, η πιστή και η άπιστη σύζυγος του αρχαιοελληνικού μύθου, η Μήδεια και η Κλυταιμνήστρα, σύζυγοι εκδικητικές, η μοιχαλίδα ρωμαία Κλαυδία, η μοιραία Κλεοπάτρα, η σαιξπηρική «Στρίγκλα» Κατερίνα, η δημοκράτισσα Αμπιγκεϊλ Ανταμς, σύζυγος του δευτέρου προέδρου των ΗΠΑ, η Ελίζαμπεθ Κέιντι Στάντον, η διασημότερη ακτιβίστρια της χειραφέτησης των γυναικών κατά τον 19ο αιώνα, η απατημένη πρώτη κυρία Χίλαρι Κλίντον και η λιγότερο γνωστή Κατερίνα φον Μπόρα, σύζυγος του μεταρρυθμιστή θεολόγου Μαρτίνου Λούθηρου, που επηρέασε τον θεσμό του γάμου όσο ελάχιστοι συνιστώντας τον σε κληρικούς και λαϊκούς.

Οι ιστορίες τους, που η συγγραφέας συμπλέκει σε μια ευχάριστη αφήγηση, πυκνά αλλά διακριτικά τεκμηριωμένη και καλομεταφρασμένη στα ελληνικά, μιλούν για τη διαδρομή της γυναίκας από τον παραδοσιακό ρόλο της «ασήμαντης γυναίκας» που προσφέρει επί αιώνες στον άνδρα συναισθηματική στήριξη και σεξ, παιδιά και οικιακές υπηρεσίες, στη νέα σύζυγο του 21ου αιώνα, η οποία έχοντας καταρρίψει απαγορεύσεις και όρια βρίσκεται μπροστά σε έναν ρόλο που πρέπει να τον δημιουργήσει από την αρχή, με επίγνωση της πορείας που διένυσε.

Πηγή: το βήμα

 

Share