Subscribe via RSS Feed

Tag: "ιστορία"

«Ντυθείτε κυρία μου αλλά ντυθείτε σωστά»: Ο στηθόδεσμος ως τέχνημα στον γυναικείο τύπο

gender and technology5

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

«Φορώ μετάξι – η κάλυψη προς αποκάλυψη –

Γιατί μετάξι είναι αυτό που θέλω να σκέφτεσαι.

Μα τ’ αποστρέφομαι το ρούχο. Είναι υπερβολικά απαιτητικό.»

Anne Sexton – Το στήθος

της Θέμις Κανετάκη[1]

«Ντυθείτε κυρία μου αλλά ντυθείτε σωστά» προέτρεπε μια διαφήμιση το 1965 τις αναγνώστριες του περιοδικού «Γυναίκα». Στο κείμενο αυτό μελετώ τον τρόπο που δομείται το γυναικείο σώμα μέσα από την τεχνολογία του σουτιέν κατά τη δεκαετία 1960-1970, με τον τρόπο που αποτυπώνεται στο περιοδικό «Γυναίκα».[2] Το συγκεκριμένο περιοδικό, κυκλοφορεί το πρώτο του τεύχος την 1η Φεβρουαρίου του 1950, με εκδότη τον Ευάγγελο Τερζόπουλο. H γκάμα θεμάτων είναι μεγάλη, όπως μαγειρική, νοικοκυριό, μόδα, συμβουλές πλεξίματος, παιδαγωγικά ζητήματα, θέματα σχετικά με την κοινωνική θέση της γυναίκας, ψυχαγωγία και τέχνη. Το αναγνωστικό κοινό ήταν κυρίως γυναίκες αστές, μεσοαστές, αλλά και λίγες, χαμηλότερων οικονομικά στρωμάτων, λόγω του χαμηλού κόστους του περιοδικού. Σε σχέση με τον υπόλοιπο γυναικείο έντυπο τύπο αποτελούσε δείγμα αρκετά προοδευτικό. Η κυκλοφορία του έφτανε τα τριάντα χιλιάδες τεύχη.

Τη δεκαετία του 1960, είναι ήδη εμφανής η αστικοποίηση ενός μεγάλου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας˙ ενώ είναι σαφής μια τάση εξευρωπαϊσμού. Το 1961 η Ελλάδα εισέρχεται στην Ε.Ο.Κ., με άμεση απόρροια τη διευκόλυνση εισαγωγών ευρωπαϊκών προϊόντων και κατ’ επέκταση και των σουτιέν. Το γεγονός αυτό γίνεται άμεσα εμφανές και σε αρκετές διαφημίσεις που χαρακτηριστικά αναφέρουν: «εισαγωγή U.S.A.», «ευρωπαϊκά υλικά», διαφημίσεις εισαγωγών ευρωπαϊκών εταιρειών κ.ά. Αυτό που προκαλεί τεράστιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η εισροή βιομηχανοποιημένων στηθόδεσμων αυτή την εποχή, συνδυάζεται με μια έντονη ρητορεία τόσο γύρω από την κομψότητα όσο και γύρω από την τεχνολογική αρτιότητά τους (βλ. εικόνα 1).  Το βιομηχανοποιημένο εσώρουχο έρχεται πραγματικά να ανταγωνιστεί τα εσώρουχα που παράγουν οι μοδίστρες της εποχής, παραγκωνίζοντάς τες. Η προώθηση του βιομηχανοποιημένου εσώρουχου, φτάνει σε τέτοια έκταση που αποτελεί εχέγγυο της κομψής εμφάνισης, κάνοντας εμφανές το πέρασμα από την υφάντρα στο βιομηχανοποιημένο κόσμο των εσωρούχων. Έτσι, γύρω από το σουτιέν δημιουργείται μια βιομηχανία με εξαιρετικά μεγάλο κύκλο παραγωγής. Παράλληλα, δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας και στον τριτογενή τομέα, κυρίως μέσα από τα «καταστήματα νεωτερισμού», που κάνουν σταδιακά την εμφάνιση τους.

1. Το σουτιέν ως επιστημονικό και τεχνολογικό επίτευγμα

Μέσα από τις διαφημίσεις και τα σχετικά άρθρα του περιοδικού «Γυναικά», το σουτιέν παρουσιάζεται όχι ως ένα απλό εσώρουχο, αλλά ως ένα τέχνημα, που αποκρυσταλλώνει τη «μοντέρνα» τεχνολογία· σε αντίθεση με αυτήν του κορσέ, που παρουσιάζεται ως απαρχαιωμένη.[3]

Η συγκεκριμένη ορολογία των εξαρτημάτων του σουτιέν (όπως οι μπανέλες), τα διάφορα υλικά που χρησιμοποιούνται (όπως τα υφάσματα), αλλά και όσοι απασχολούνται για την κατασκευή του (όπως γιατροί), δημιουργούν ένα ολόκληρο δίκτυο όρων αλλά και σχέσεων μεσολαβημένων από την αντικειμενική ματιά της τεχνοεπιστήμης.

Συναντάμε συχνά το τρίπτυχο: ανθεκτικότητα, ποιότητα, γραμμή, το οποίο εξασφαλίζεται βάσει των διαφημίσεων από την «καινοτόμα» τεχνολογία. Όλη αυτή η τεχνολογία εγγυάται την ομορφιά, τη σωστή θέση του στήθους, την άρτια εμφάνιση και την υγεία της γυναικείας σιλουέτας. Παράλληλα, βλέπουμε αρκετές διαφημίσεις να νουθετούν τις γυναίκες να μην κάνουν απερίσκεπτη εκλογή εσώρουχου, διότι μπορεί να καταλήξει σε καταστροφή του σώματος. Επομένως, η τεχνολογία αυτή έρχεται και ως εγγυήτρια της διατήρησης ενός καλού σώματος.

Οι διαφημίσεις των σουτιέν χρησιμοποιούν τον επιστημονικό λόγο με βασικό άξονα την υγεία και την εργονομικότητα

Η ανάλυση των διαφημίσεων αναδεικνύει μια βαθιά αλλαγή στην έννοια της υγιεινής. Σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο, που ο κορσές χρησιμοποιούνταν καθημερινά και δίχως να πλένεται, τώρα το σουτιέν έρχεται ως υγειονομική επιλογή, καθαρή και επιστημονικά ελεγμένη. Χαρακτηριστικά αυτής της αλλαγής είναι δυο άρθρα που δημοσιεύονται το  1963[4] και αναδεικνύουν  μια νέα βάση υγειονομικής ρουτίνας: Η γυναίκα παροτρύνεται να έχει τουλάχιστον δυο στηθόδεσμους και δύο λαστέξ, έτσι ώστε να μπορεί εύκολα να πλένει το ένα ενώ φοράει το άλλο. Γίνεται χρήση εξειδικευμένης ορολογίας, όπως τα οξέα του ιδρώτα, τα οποία δε θα πρέπει να παραμένουν για καιρό στο ύφασμα, διότι αλλοιώνουν την ανθεκτικότητα των εσωρούχων. Μετά από τρεις με τέσσερις χρήσεις, θα πρέπει να πλένονται και να φοριούνται εναλλάξ. Η ρητορεία γύρω από την εργονομικότητα, αναπτύσσεται κυρίως στους άξονες της ευκολίας-άνεσης και της διευκόλυνσης της αναπνοής. (βλ. εικόνα 1)

kanetaki6

Εικόνα 1 (Τεύχος 294, 26.04.1961)

kanetaki10

Εικόνα 2 (Τεύχος 377, 01.07.1964)

Σε πολλές διαφημίσεις της εποχής, όπως προαναφέρθηκε, το σουτιέν αντιμετωπίζεται ως ένα καινοτόμο τέχνημα. Γίνονται αναφορές σε διάφορες υλικότητές του (όπως τα ειδικά ελαστικά), σε σημεία του σώματος μέσα από μια επιστημονίζουσα ρητορεία, ενώ συχνά παρατηρείται η ύπαρξη ενός σημείου που απεικονίζει μεγεθυμένο το εσωτερικό του σουτιέν, ως μια κλεφτή ματιά στο «μαύρο κουτί» του τεχνήματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η παραπάνω διαφήμιση (2), όπου γίνεται χρήση εκφράσεων όπως «παρέχει κοντρόλ». Έτσι το τεχνολογικό αυτό επίτευγμα, έρχεται να τιθασεύσει το σώμα, ελέγχοντάς το και δίνοντας του την ιδανική μορφή.

Χαρακτηριστικό είναι και ένα άρθρο της εποχής που συμπυκνώνει τις παραπάνω παρατηρήσεις, με τίτλο: «Πάντα κομψή, πάντα άψογη με… τα κατάλληλα ‘ντεσσού’»:[5]

«Το μελετημένο κόψιμο, οι σωστές ντεκούπ, οι πένσες, η μεγάλη ποικιλία υλικών, τα σοφά τεχνάσματα, στην αποκλειστική υπηρεσία του γυναικείου σώματος, τα διάφορα μοντέλλα, που ακολουθούν πιστά τις προσταγές της «Ωτ Κουτύρ», όλ’ αυτά του επιτρέπουν να μας χαρίση μια σιλουέττα που πλησιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο εκείνη που απαιτεί η μόδα. Τις… πονηριές αυτές δεν μπορούν ευτυχώς να τις καταλάβουν οι αθώοι άρρενες…παρατηρηταί, που θαυμάζουν μόνο την πλαστικότητά μας και διερωτώνται, πως είναι δυνατόν να προσαρμόζεται κάθε φορά η γυναικεία σιλουέττα τόσο εύκολα στις απαιτήσεις της άστατης αυτής θεάς…».

Τέλος, μπορούμε να αναφερθούμε σε ένα παραλληλισμό του στηθόδεσμου με την επιστημονική επικαιρότητα, όπως αποτυπώνεται στην παρακάτω διαφήμιση.

kanetaki11

Εικόνα 3: Το 1962 πάει στο διάστημα ο πρώτος αμερικανός αστροναύτης Τζον Γκλεν, 10μήνες μετά το Γιούρι Γκαγκάριν. Παραλληλίζει το επίτευγμα ενός άνδρα να κατακτήσει το διάστημα με το επίτευγμα των γυναικών να κατακτηθούν από τα συγκεκριμένα εσώρουχα. (Τεύχος 337, 19.12.1962)

Οι καινοτομίες στον κλάδο του στηθόδεσμου

Ο στηθόδεσμος κατάλληλος για ειδικές ή όχι περιστάσεις, με ή χωρίς τιράντες, με ή χωρίς μπανέλες, με αναφορές ή όχι στα υφάσματα κατασκευής, με ή χωρίς μεγεθύνσεις των ινών τους: ως νέα τεχνολογία αποτυπώνεται στις διαφημίσεις του έντυπου τύπου, ως τέχνημα εγγυητή των ιδανικών, αλλά και των φυσιολογικών διεργασιών του γυναικείου σώματος, όπως είναι η αναπνοή, χαρίζοντας ομορφιά και υγεία. Το σουτιέν παρουσιάζεται ως υλικότητα η οποία αποτελεί το απτό αποτέλεσμα της συνεργασίας επιστήμης, τεχνολογίας και βιομηχανίας.

Βλέπουμε πως αυτό το τρίπτυχο αποτελεί τη βάση, που ανοίγει το δρόμο για τη δημιουργία διαφόρων καινοτόμων εσωρούχων, π.χ. το παλλόμενο σουτιέν, το οποίο αυξάνει το μέγεθος του στήθους, το σουτιέν αδυνατίσματος, τα ηλεκτρονικά σουτιέν που αναγνωρίζουν τις γόνιμες μέρες καθώς και τυχόν καρκινικά κύτταρα.

kanetaki9

Εικόνα 4: Σουτιέν nothing, που υπογραμμίζει την ενσωμάτωση του τεχνήματος στο σώμα. (Τεύχος 397, 05.04.1965)

2. Το σουτιέν ως δεύτερο δέρμα

Στην παρακάτω διαφήμιση, διαβάζουμε πως το σουτιέν γίνεται ένα με το δέρμα, ώστε να χαρίσει με τον τρόπο αυτό την ιδανική όψη για κάθε εμφάνιση. Επίσης, φέρνει την επανάσταση μέσα από τη χρήση διαφόρων εξαρτημάτων (μπρετέλα, λάστιχο κ.ά.), ακολουθώντας την κάθε μας κίνηση. Προσαρμόζεται σε κάθε στήθος, ασχέτως μεγέθους.

kanetaki7

Εικόνα 5 (Τεύχος 389, 16.12.1964)

Σε άρθρο του 1963[6] σημειώνεται: «Μια τελευταία συμβουλή: περιποιηθήτε τα εσώρουχά σας σαν ναταν το … «δεύτερο δέρμα» σας! Θα σας το ανταπωδώσουν.» Τα εσώρουχα δομούνται ως η προέκταση του γυναικείου σώματος, ως δεύτερο δέρμα πάνω στο δέρμα, που οφείλει πάντοτε να πειθαρχεί βάσει των κυρίαρχων επιταγών, αλλά και ως βιωμένης εμπειρίας που όντως κατοικεί πάνω στο γυναικείο σώμα το οποίο κατασκευάζεται, δομείται και σμιλεύεται.

kanetaki2

Εικόνα 6 (Τεύχος 357, 25.09.1963)

Όπως διατυπώνεται στην παραπάνω διαφήμιση τα εσώρουχα προστατεύουν το σώμα ώστε να μη χαλαρώσει! Πρόκειται για μια  διαδικασία αντίστροφη αυτής που γνωρίζουμε σήμερα:  το σώμα διατηρεί την εμφάνισή του, μέσα από διαδικασία πειθάρχησης, όπως είναι η ρουτίνα της γυμναστικής, της σωστής διατροφής και μιας σειράς καθημερινών συνηθειών. Ωστόσο όπως μας πληροφορεί η διαφήμιση του 1963, όλα αυτά δε χρειάζονται. Αρκούν κάποια εσώρουχα, ώστε να εξασφαλιστεί μια επιθυμητή εμφάνιση. Ως  δεύτερο γυναικείο δέρμα φορμάρουν διαρκώς το σώμα και επομένως το τέλειο σώμα, αποκτάται μέσα από τη χρήση εσωρούχων.

«Η αρχή της κομψότητας: τα εσώρουχα»[7]

Το σουτιέν ως δεύτερο δέρμα έρχεται να «οργανώσει» κατά τέτοιο τρόπο το γυναικείο σώμα, ώστε να εξελιχθεί στον εγγυητή της κομψότητας. Η κομψότητα γίνεται προνόμιο της γυναίκας, που μπορεί να αγοράσει τα απαραίτητα εσώρουχα μετατρέποντας το κορμί της στο πολυπόθητο. Σε διάφορα άρθρα τουλάχιστον της πενταετίας 1960-1965,[8] κρίνεται ότι είναι ελάχιστες οι γυναίκες των οποίων το σώμα δεν χρειάζεται απαραιτήτως εσώρουχα, ενώ όλες αναγνωρίζουν τη σημασία και την αναγκαιότητά τους. Η κάθε γυναίκα χρειάζεται ένα σουτιέν ή και ένα λαστέξ, όχι απαραίτητα για να κρύψει πιθανές ατέλειες, αλλά «γιατί είναι ο κυριότερος τρόπος για να πέσει καλά ένα φόρεμα ή μια φούστα».[9]

Χαρακτηριστικά, μία διαφήμιση του 1965, έχει ως κεντρική πρόταση: «Η κομψότης αρχίζει απ’ τα εσώρουχα!».[10] Σε άλλο άρθρο, με τίτλο «Η βάσις της γυναικείας κομψότητας»,[11]  τα εσώρουχα κρίνονται ως ο θεμέλιος λίθος της κομψότητας. Το άρθρο ξεκινάει ως εξής:

«Μια γυναίκα στην κρεβατοκάμαρά της, την ώρα που ετοιμάζεται να ντυθή για έξω, φανερώνει το μυστικό της κομψότητάς της: ένα σουτιέν με φιξ μπρετέλες….»

Στο ίδιο άρθρο, λίγο παρακάτω αναφέρει: «Η πραγματικά κομψή και φίνα γυναίκα δεν κρίνεται απ’ τα φουστάνια της, μα από τα εσώρουχά της».

Ενώ σε ένα άλλο άρθρο βλέπουμε την εξής πρόταση κατακλείδα,[12] «Και μη ξεχνάτε αυτό που λένε οι Γάλλοι: «Η πραγματική κομψότης είναι αυτή που αρχίζει από μέσα» δηλαδή από τα εσώρουχα.».

Η σημασία της «έγκαιρης πρόληψης» στην επιλογή του στηθόδεσμου

Κατά τα άρθρα του περιοδικού, θεωρείται αναγκαία η έγκαιρη «πρόληψη» και χρήση του στηθόδεσμου από την προεφηβεία, αποτελώντας την προϋπόθεση της αρμονικής διάπλασης του στήθους. Η τεχνολογία τους, σύμφωνα με τις διαφημίσεις και τα άρθρα, είναι τέτοια ώστε, να μεγαλώνουν μαζί με το στήθος σε μια πορεία διαρκούς υποστήριξης και εξασφάλισης της κατάλληλης σιλουέτας, μέσα από μια συνεχόμενη διαδικασία εξατομικευμένης προσαρμογής. Η ηλικία αυτή παρουσιάζεται να αποτελεί την περίοδο όπου δημιουργείται η βάση του εύμορφου στήθους για μια ζωή.

3. Το δυτικό πρότυπο ομορφιάς στις διαφημίσεις των στηθόδεσμων

Παρατηρούμε πως στις περισσότερες διαφημίσεις, απεικονίζονται γυναίκες που τα χαρακτηριστικά τους παραπέμπουν σε δυτικά πρότυπα ομορφιάς. Συχνά είναι ανοιχτόχρωμες, με ξανθά μαλλιά και ανοιχτόχρωμα μάτια, αδύνατες και ψηλές. Χαρακτηριστικά που δεν παραπέμπουν στη μέση Ελληνίδα, επιβάλλοντας ένα πρότυπο ομορφιάς που είναι δύσκολο να ακολουθήσουν. Το σουτιέν παρουσιάζεται και ως μια τεχνολογία μετάβασης και προσαρμογής στο πρότυπο αυτό.

Το κέντρο βάρους βρίσκεται στο εξωτερικό είτε πρόκειται για ένα προϊόν είτε για κάποιο συγκεκριμένο εξάρτημα του στηθόδεσμου˙ ό,τι συμβαίνει εκεί αποκτά μια άλλη νοηματοδότηση και επιθυμητότητα.

kanetaki5

Εικόνα 7: Στην Ελλάδα φτάνει μια από τις πιο επιτυχημένες διαφημιστικές καμπάνιες, της εταιρείας «Maidenform», με τίτλο: «I Dreamed» ((Τεύχος 372, 22.04.1964) 

Η προσαρμογή (appropriation) της τεχνολογίας του σουτιέν στα ελληνικά δεδομένα

Καθώς οι διαφημίσεις δημιουργούν στις Ελληνίδες ένα έλλειμα, σε σχέση με τα δυτικά πρότυπα ομορφιάς που προβάλλονται ως ιδανικά, οι τεχνολογίες των εσωρούχων προτίθενται να «γεφυρώσουν» το χάσμα αυτό. Πιο συγκεκριμένα, η τεχνολογία του σουτιέν έρχεται να κανονικοποιήσει, να «υποβοηθήσει» τις Ελληνίδες που ως μεσογειακές γυναίκες δεν ανταποκρίνονται στα δυτικά πρότυπα. Τα συγκεκριμένα εσώρουχα είναι «ειδικά μελετημένα για το σώμα της Ελληνίδας. Όπου κι αν βρίσκεστε, όποιο κι αν είναι το σχήμα του σώματός σας, μπορείτε να βρήτε τον τύπο που σας ταιριάζει».[13]

Σε άρθρο-διαφήμιση με τίτλο «“Silhouette” τα είδη που σας χαρίζουν αιθέρια σιλουέτα!»[14] γράφεται:

«Ξεκινώντας από την άποψι ότι το σώμα της Ελληνίδας έχει έναν ωρισμένο και αρκετά χαρακτηριστικό τύπο κατασκευής, η «ΣΙΛΟΥΕΤ», στα είκοσι οκτώ χρόνια της λειτουργίας της, μας έχει δώσει 55 σχέδια σουτιέν και 30 σχέδια λαστέξ, ειδικά μελετημένα και τέλεια προσαρμοσμένα στο ελληνικό γυναικείο σώμα.».

Σε άλλες διαφημίσεις συναντάμε την ιδιαιτερότητα του σουτιέν να μεγαλώνει το μικρό στήθος και να μικραίνει το μεγάλο! Το κατόρθωμα αυτό επιτελείται μέσα από το άριστο ελαστικό αμερικανικής προελεύσεως, το οποίο διατηρεί συνεχώς το σχήμα του. Είναι προφανές ότι τα δυτικά πρότυπα επιτυγχάνονται μέσα από με τη χρήση δυτικής τεχνολογίας.

4. Ανόρθωση, σύσφιξη στήθους και τα κέντρα ομορφιάς

Σταδιακά αναπτύσσεται ο κλάδος της σύσφιξης, ομορφιάς και διατήρησης της νεότητας του στήθους. Τότε είναι και η περίοδος της μετάβασης, μεταξύ της αντίληψης ότι το γυναικείο σώμα προκειμένου να γίνει ιδανικό, αρκούν κάποια εξωτερικά εξαρτήματα και της αναδυόμενης αντίληψης ότι το γυναικείο σώμα οφείλει να είναι ιδανικό κι όχι απλώς να φαίνεται με τη χρήση εσωρούχων.

Αυτό μπορούσε να υλοποιηθεί με τη χρήση σκευασμάτων (π.χ. λοσιόν, κρέμες) και με την επίσκεψη σε ένα κέντρο ομορφιάς. Το σουτιέν μοιράζεται πλέον το διαφημιστικό χώρο των περιοδικών με τεχνολογίες που αφορούν το ίδιο το στήθος. Η ρητορεία ενός «επιστημονοφανούς» λόγου είναι εμφανής.

Η αναδυόμενη βιομηχανία της ομορφιάς και υγείας του σώματος, συναντά τη βαθιά  ρητορεία της επιτυχημένης και προοδευτικής επιστήμης. Η συγκεκριμένη βιομηχανία, εισάγεται από τη Δύση συγκεκαλυμένη μέσα  από την επιστήμη της ιατρικής. Τα κέντρα αυτά δεν είναι απλά κέντρα αισθητικής, αλλά κέντρα υγείας. Κεντρικούς άξονες αποτελούν: η επιστημονικότητα και η δυτική προέλευση.

Το αποτέλεσμα είναι ότι πιά δεν υπάρχουν άσχημες γυναίκες, με μια προϋπόθεση: την περιποίηση. Αυτό ακριβώς παρέχει τη η βεβαιότητα ότι όποια γυναίκα επιθυμεί να περιποιηθεί τον εαυτό της, θα καταλήξει στο συγκεκριμένο Επιστημονικό Ινστιτούτο, για να αποκτήσει την πολυπόθητη νεανική όψη του στήθους.

Προς το τέλος της δεκαετίας, το 1968 η επιστήμη πια μας εγγυάται, μέσα από το άρθρο «Το πρόβλημα ωραίο στήθος»,[15] νεανικό και σφριγηλό στήθος, με την εφαρμογή αμπούλας. Το προϊόν έρχεται από το εξωτερικό και μπορεί να αγοραστεί από τα φαρμακεία, όπως η επιστήμη ορίζει. Λίγο παρακάτω, η επιστήμη της στατιστικής έχει διαπιστώσει ότι το τέλειο στήθος, αφορά σε ένα πολύ μικρό κομμάτι του γυναικείου πληθυσμού. Αλλά ευτυχώς, «η επιστήμη έρχεται να δώση το μεγάλο της παρόν». Η επαναστατική αυτή λοσιόν, είναι τόσο επαναστατική που μπορεί να χαρίσει την επιθυμητή όψη όχι μόνο στο στήθος, αλλά μάλιστα στο λαιμό και την κοιλιά. Αρκεί η χρήση να είναι καθημερινή.

Η γυμναστική ως μέσο πειθάρχησης του σώματος

Η πειθάρχηση αυτή αφορά την υγεία του γυναικείου σώματος και παράλληλα τη μεγαλύτερη ανταπόκρισή του στα δυτικά πρότυπα: ένα σώμα σφριγηλό και εύρωστο.  Η γυμναστική αποκτά σταδιακά μια κεντρικότητα στα άρθρα του περιοδικού «Γυναίκα». Ήδη  από το 1965 ξεκινάνε δειλά δειλά να διαφημίζονται Σχολές Φυσικής Αγωγής. Παρατηρούμε μια μετατόπιση βάρους από το στηθόδεσμο και τα προϊόντα περιποίησης στήθους, στη φυσική εκγύμνασή του.

Τα ίχνη του στηθόδεσμου στον ελλαδικό χώρο: εκκωφαντική σιωπή

Τα ίχνη του στηθόδεσμου στην Ελλάδα χάνονται μέσα στα χρόνια κυρίως λόγω ελλιπούς συστηματοποίησης των ελαχίστων πηγών και σχετικών καταγεγραμμένων πληροφοριών. Είναι  εκκωφαντική η σιωπή, που περιβάλλει την ιστορία του στηθόδεσμου στην Ελλάδα.

Ακόμη και στο χώρο των ιστορικών της τεχνολογίας, ο στηθόδεσμος παρότι βρίσκεται στον πυρήνα της γυναικείας καθημερινότητας, κρίνεται ως ασήμαντη τεχνολογία ή καλύτερα ως μη-τεχνολογία, σε σχέση με τα υπόλοιπα τεχνολογικά επιτεύγματα, όπως για παράδειγμα το τηλέφωνο, το ραδιόφωνο ή  το αεροπλάνο· για τα οποία, πολύ μελάνι έχει χυθεί ώστε να περιγραφούν οι κοινωνικές σχέσεις που τα διέπουν.

Η ανάλυση του στηθόδεσμου, ως καθημερινού τεχνήματος, ως μια θηλυκής τεχνολογίας όπως θα υποστήριζε και η Judith McGaw, παρέχει μια άλλη οπτική της ίδιας της έννοιας της τεχνολογίας. Η χρήση του αφορούσε μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού και ως εκ τούτου με τεράστια επίδραση στις σύγχρονες κοινωνίες. Ένας ακόμη λόγος που υποβιβάζεται η κοινωνική του σημασία, είναι ενδεχομένως και η σύνδεσή του με τη θηλυκή σεξουαλικότητα, που «οφείλει» να μένει καλά κρυμμένη. Ο στηθόδεσμος αποτελεί το τέχνημα που από τη μια πλευρά, κατασκευάζει με τον πιο απτό τρόπο το φύλο και τη γυναικεία σεξουαλικότητα και από την άλλη, αποτελεί εμπορικό αγαθό, εξαιρετικά απαιτητικό τεχνολογικά, το οποίο παράγεται από μια από της πιο προσοδοφόρες βιομηχανίες παγκοσμίως. Ωστόσο, εξακολουθεί να παραλείπεται και να παραβλέπεται από τους ιστορικούς της τεχνολογίας, που επιμένουν να ταυτίζουν τα τεχνήματα με τα μεγάλα τεχνολογικά συστήματα.

 

 

[1] Σχετικά με τον τίτλο βλ. Τεύχος 405, 28.07.1965

[2] To κείμενο αυτό, αποτελεί κομμάτι μιας ευρύτερης έρευνας, στην οποία μελετώ το πώς κατασκευάζεται το γυναικείο σώμα μέσω των διαφημίσεων στηθόδεσμου, των σχετικών άρθρων και της αλληλογραφίας αναγνωστριών μέσα από το περιοδικό «Γυναίκα», τη χρονική περίοδο 1960-1980.  Η μελέτη αυτή με τίτλο «Τεχνολογία και Θηλυκότητα: Η ιστορία ενός έμφυλου τεχνήματος στην Ελλάδα», γίνεται στο πλαίσιο της πτυχιακής μου εργασίας, στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Ι.Φ.Ε. με επιβλέπουσα καθηγήτρια την Μ. Ρεντετζή. Οι φωτογραφίες που παρουσιάζονται αποτελούν προσωπικές λήψεις του αρχείου του Ε.Λ.Ι.Α.

[3] Τεύχος 406, 11.08.1965

[4] Τεύχος 348, 02.05.1963, Τεύχος 351, 03.07.1963

[5] Τεύχος 351, 03.07.1963

[6] Τεύχος 348, 22.05.1963

[7] αποτελεί τον τίτλο ενός άρθρου του περιοδικού «Γυναίκα», τεύχος 348, 22.05.1963

[8] Π.χ. τεύχος 348, 22.05.1963

[9] Τεύχος 348, 22.05.1963

[10]  Ibid.

[11] Τεύχος 292, 29.03.1961

[12] Τεύχος 323, 06.06.1962

[13] Τεύχος 332, 10.10.1962

[14] Τεύχος 332, 10.10.1962

[15] Τεύχος 484, 31.07.1968

Share

Έμφυλη τεχνολογία και τηλεοπτική διαφήμιση

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

της Φραντζέσκας Παπανίκα

Τα έμφυλα χαρακτηριστικά στην προώθηση της «λευκής» τεχνολογίας  που απευθύνεται στη «νοικοκυρά»: η περίπτωση του πλυντηρίου ρούχων στην ελληνική τηλεοπτική διαφήμιση κατά την περίοδο 1980-1999.

Η διαφήμιση, όπως θα διερευνηθεί μέσω της εξέτασης σχετικού οπτικοακουστικού υλικού, υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο  διαμορφώνεται συστηματικά ο έμφυλος διαχωρισμός κατά την προβολή της δημόσιας εικόνας της τεχνολογίας πλύσης, του πλυντηρίου ρούχων, ειδικότερα μέσω των τηλεοπτικών διαφημίσεων. Βάσει των παρατηρήσεων αυτών, εξετάζονται τηλεοπτικές διαφημίσεις στη Ελλάδα κατά τη χρονική περίοδο 1980-1999.

Share

Οι Οικιακές Τεχνολογίες και η περίπτωση της προώθηση τους στην Ελλάδα την περίοδο του μεσοπολέμου

gender and technology1

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

της Γεωργίας Μάρκου

Η κυρίαρχη άποψη σε ότι άφορα τις οικιακές τεχνολογίες είναι πως μείωσαν τον χρόνο των οικιακών καθηκόντων και έκαναν το έργο της νοικοκυράς πιο ξεκούραστο. Στις διαφημίσεις ηλεκτρικών συσκευών βλέπουμε συνήθως να απεικονίζονται όμορφες και ξεκούραστες νεαρές νοικοκυρές, οι οποίες με το πάτημα κουμπιών εκτελούν άνετα τις εργασίες τους. Μάλιστα τα κουμπιά αυτά στις διαφημίσεις  πολύ συχνά  αναφέρονται ως μαγικά. Πίσω όμως από αυτές τις εικόνες της άνεσης και της εξοικονόμησης χρόνου που θεωρητικά προσφέρει η οικιακή τεχνολογία, μπορούμε να διακρίνουμε την αόρατη γυναικεία εργασία.

Οι ηλεκτρικές οικιακές συσκευές άρχισαν να χρησιμοποιούνται ευρέως στην Αμερική τη δεκαετία του 1920. Η μελέτη της Cowan για την οικιακή τεχνολογία στην Αμερική την περίοδο αυτή, υπήρξε διαφωτιστική. Στο άρθρο της με τίτλο Η Βιομηχανική Επανάσταση στο Σπίτι: Οικιακές Τεχνολογίες και οι Κοινωνικές Αλλαγές του 20ου αιώνα που κυκλοφόρησε το 1976[1], αναλύει τις βαθιές αλλαγές που συντελέστηκαν στα σπίτια στις αρχές του 20ου αιώνα  με την εισαγωγή διαφόρων τεχνολογιών. Αλλαγές που άλλαξαν όλη τη δομή του νοικοκυριού, καθώς η  χρήση οικιακών τεχνολογιών εντατικοποίησε τη γυναικεία εργασία στο σπίτι, ενώ συμπεριέλαβε και το αίτημα για αύξηση της αποδοτικότητας. Ο όρος αποδοτικότητα κέρδιζε συνεχώς έδαφος στις αρχές του 20ου αιώνα  και ήταν εμπνευσμένος από τις ιδέες του Τέιλορ γύρω από το επιστημονικό μάνατζμεντ και το αίτημα για εξορθολογισμό στη ροή της εργασίας. Τα προτάγματα αυτά αρχίζουν να εφαρμόζονται πέρα από το χώρο του εργοστασίου και στο σπίτι, στη διαχείριση του νοικοκυριού, όπου οι γυναίκες καλούνται να εγκαταλείψουν τις ακατάστατες συνήθειες εργασίας και να ταυτιστούν με τη σταθερή κανονικότητα της αυτόματης συσκευής. Πολύ χαρακτηριστικά αξίζει να αναφέρουμε  το βιβλίο της Christine Frederick The New Housekeeping: Efficiency Studies in Home Management, το οποίο κυκλοφορεί το 1914.  Σε ένα απόσπασμα στο βιβλίο της η Frederick γράφει: «George» είπα στον άνδρα μου, «μου φαίνεται πως αυτή η ‘αποτελεσματικότητα’ που έχει γίνει της μόδας τελευταία, έχει μεγάλη σχέση με το σύγχρονο νοικοκυριό. Ξέρεις, λέω να εφαρμόσω τις αρχές εδώ στο σπίτι μας. Δε θα κάτσω να βλέπω εσάς τους άντρες να ασχολείστε με όλα τα σπουδαία πράγματα. Θα κοιτάξω να βρω πως κάνουν τις έρευνές τους αυτοί οι ειδικοί και όλα τα άλλα, και μετά θα μπορώ να τα εφαρμόσω κι εγώ στο εργοστάσιό μου, στην επιχείρηση μου, στο σπιτικό μου».

Αυτό που τελικά συντελέστηκε με την εισαγωγή της οικιακής τεχνολογίας ήταν πως ο χρόνος των οικιακών καθηκόντων δεν μειώθηκε, απλά έγινε διαφορετικός καταμερισμός τους.[2] Η μηχανοποίηση δημιούργησε μια νέα σειρά εργασιών που, αν και δεν ήταν σωματικά απαιτητικές, ήταν εξίσου χρονοβόρες με τις εργασίες που αντικατέστησαν. Αυτή η αλλαγή στη δομή του νοικοκυριού συνοδεύτηκε και από αλλαγές στην ιδεολογία περί νοικοκυροσύνης. Η ανάπτυξη την εποχή αυτή της επιστήμης της οικοκυρικής, η επιστημονική μητρότητα και οι διάφορες θεωρίες περί μικροβίων και αρρώστιας, οδήγησαν σε νέα απαιτητικά πρότυπα γύρω από το νοικοκυριό και τη φροντίδα των παιδιών. Τέλος η μηχανοποίηση αυτή  είχε μικρή επίδραση, διότι είχε συντελεστεί σε ιδιωτικό πλαίσιο και για το νοικοκυριό μιας μόνο οικογένειας.

Η περίπτωση της Ελλάδας

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ξεκινά τη λειτουργία της η Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών Πειραιώς (ΗΕΑΠ). Από την αρχή της ίδρυσής της η εταιρεία δίνει μεγάλα βαρύτητα στην επέκταση της χρήσης του ηλεκτρισμού στην ιδιωτική ζωή, καθώς μέχρι  τότε η οικιακή χρήση περιοριζόταν μόνο σε λάμπες φωτισμού. Ωστόσο η ΗΕΑΠ, από το πρώτο έτος της λειτουργίας της προπαγανδίζει τη χρήση του ηλεκτρισμού για την κάλυψη πρόσθετων οικιακών αναγκών.

Από πολύ νωρίς η εταιρεία βάζει στην ατζέντα της την εντατική προώθηση ηλεκτρικών συσκευών. Διαφημίσεις της εταιρείας φιλοξενούνται σε εφημερίδες και περιοδικά, εισάγει το οικονομικό τιμολόγιο T3, που παρέχει τη δυνατότητα στους χρήστες ηλεκτρικών συσκευών να πληρώνουν πολύ χαμηλότερο ηλεκτρικό ρεύμα, έχει σταθερές και μόνιμες εκθέσεις ηλεκτρικών ειδών σε περιοχές της Αθήνας και των προαστείων. Προωθεί το σύστημα πωλήσεων με δόσεις και, τέλος, δίνει τη δυνατότητα δωρεάν εγκατάστασης και δοκιμαστικής χρήσης ηλεκτρικών συσκευών. Σε μια περίοδο λοιπόν με χαμηλά ποσοστά κατανάλωσης ρεύματος για ιδιωτική χρήση, η ΗΕΑΠ προωθεί πολύ εντατικά τις ηλεκτρικές συσκευές προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο ομοιόμορφη κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος καθόλη τη διάρκεια της ημέρας.

Η επιχειρηματολογία της εταιρείας σε ότι αφορά το γιατί οι γυναίκες έπρεπε να υιοθετήσουν τις νέες τεχνολογίες βασίζεται κυρίως σε τρεις πτυχές. Πρώτον, η αντικατάσταση των παλαιών οικοκυρικών μεθόδων από τις νέες τεχνολογίες ήταν απαραίτητη καθώς συνέβαλε στην οικιακή υγιεινή και κατά συνέπεια στην ευδαιμονία όλης της οικογένειας. Δεύτερον, οι οικιακές τεχνολογίες μείωναν το χρόνο του νοικοκυριού, καθώς επίσης το έκαναν και πιο ευχάριστο, με αποτέλεσμα οι μητέρες να έχουν στην διάθεσή τους περισσότερο χρόνο για να αφιερώσουν στη φροντίδα και ανατροφή των παιδιών τους. Τέλος, ένα σπίτι το οποίο διέθετε ηλεκτρικές συσκευές ήταν ένα μοντέρνο σπίτι, όπου τα πάντα γίνονταν απλά με το πάτημα μαγικών κουμπιών και χωρίς καθόλου κόπο. Να αναφέρουμε πως η έννοια  του μοντέρνου υπήρξε πολύ κεντρική σε όλη αυτή την περίοδο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Βλέπουμε από την παραπάνω επιχειρηματολογία πως οι ηλεκτρικές συσκευές συμβάλλουν στο να κατασκευαστεί μια νέα εικόνα για το νοικοκυριό το οποίο μεταβάλλεται από απεχθές έργο σε μια εργασία ευχάριστη και εύκολη, σε ένα «συναισθηματικό ταξίδι» όπως λέει η Cowan, καθώς η γυναίκα μέσο του νοικοκυριού της εκφράζει την στοργή και την φροντίδα της προς την οικογένειά της.

Η καμπάνια της χρήσης ηλεκτρικών συσκευών είχε ευρεία απεύθυνση, ωστόσο την περίοδο αυτή μόνο κάποιες αστικές οικογένειες είχαν την ευχέρεια να αποκτήσουν ηλεκτρικές συσκευές. Από τα αρχεία του Βελισσάριου Φρέρη[3], ο οποίος διετέλεσε μάνατζερ της εταιρείας την περίοδο 1937-1939 και επιμόρφωνε το προσωπικό σε θέματα διαφήμισης, μαθαίνουμε πως η ΗΕΑΠ εισήγαγε το 1931 την πρώτη ηλεκτρική κουζίνα, η οποία ήταν άγνωστη ως συσκευή στην Αθήνα ως τότε και ήταν κουζίνες των εταιρειών ΑEG και Magnet. Σε έγγραφο του λέει «το 1931, δηλαδή κατά το πρώτο έτος της εφαρμογής του ειδικού αυτού τιμολογίου, του γνωστού πλέον σήμερον Τιμολογίου Τ3, εγκατεστάθησαν στας Αθήνας και τον Πειραιά 124 ηλεκτρικές κουζίνες. Εις το τέλος της επόμενης διετίας ο αριθμός των έφθασε τας 738, εις το τέλος του 1935 έφθασεν τας 1966, εις το τέλος του 1938 ανήλθεν εις τας 7193 και την στιγμήν που τυπώνεται το βιβλιαράκι αυτό περισσότερες από…». Από το παραπάνω απόσπασμα του Βελισσάριου Φρέρη βλέπουμε πως η χρήση ηλεκτρικών συσκευών υπήρξε αρκετά περιορισμένη. Από την πλευρά της εταιρείας, το ενδιαφέρον εστιαζόταν σε μεγάλο βαθμό πέρα από την βραχυπρόθεσμη χρήση  ηλεκτρικών συσκευών, στην μακροπρόθεσμη καθιέρωση της χρήσης τους και στην μετατροπή τους από αγαθά πολυτελείας που ήταν αρχικά σε αγαθά πρώτης ανάγκης. Να σημειώσουμε πως την περίοδο αυτή, οι ηλεκτρικές συσκευές αποτελούν είδη πολυτελείας ενώ από την δεκαετία του 1960 και ύστερα άρχισε να διευρύνεται σημαντικά η χρήση τους.

Σε ότι αφορά τις χρήστριες της οικιακής τεχνολογίας στην Ελλάδα, ήδη από την δεκαετία του 1920 ξεκινά να γίνεται λόγος  για τη χρήση ηλεκτρικών συσκευών στο σπίτι.  Έτσι, με αφορμή μια έκθεση ηλεκτρικών ειδών στη Νέα Υόρκη το 1924,  το περιοδικό Ελληνίς φιλοξενεί άρθρο  υπό τον τίτλο Το ηλεκτρικό σπίτι, όπου η συγγραφέας αναφέρεται στο παράδειγμα των Αμερικανίδων οι οποίες έχουν στη διάθεση τους μηχανές οικιακής χρήσης αγορασμένες με δόσεις και μπορούν να κάνουν εύκολα τις δουλειές τους χωρίς την ανάγκη υπηρέτριας.[4]

Οι γυναίκες οι οποίες ανοίγουν τη συζήτηση που αφορά στη μηχανοποίηση του σπιτιού  προέρχονται κατά βάση από την αστική τάξη και είναι ενταγμένες στο φεμινιστικό κίνημα της περιόδου. Το φεμινιστικό κίνημα του μεσοπολέμου αποτελείται κυρίως από δυο οργανώσεις.  Τον Σύνδεσμο για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και το Εθνικό Συμβούλιο των Ελληνίδων. Πρόκειται για ένα κίνημα ταξικά και χωρικά οριοθετημένο. Από τα περιοδικά των δυο αυτών οργανώσεων, βλέπουμε πως η επιστημονικοποίηση του νοικοκυριού και εισαγωγή της οικιακής τεχνολογίας είναι κοινός τόπος[5] καθώς θεωρούν πως τα δυο αυτά συμβάλλουν στην αποτελεσματικότερη διαχείριση του. Το σημείο στο οποίο διαφοροποιούνται είναι το γιατί επιθυμούν την χρήση ηλεκτρικών συσκευών. Στο περιοδικό του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της γυναίκας φιλοξενούνται άρθρα για την εισαγωγή στο νοικοκυριό κανόνων τύπου μανατζμεντ και τη χρήση ηλεκτρικών συσκευών προκειμένου να μπορέσει η γυναίκα να συνδυάσει την οικιακή εργασία με την εξωοικιακή. Προτάσσουν μια πιο δίκαιη κοινωνική πολιτική και προκρίνουν το μοντέλο των εργατικών κατοικιών της Ευρώπης οι οποίες διαθέτουν δημόσιες παροχές όπως δημόσια πλυντήρια και  οι οποίες απαλλάσσουν τις εργαζόμενες από τα δύσκολα οικιακά τους καθήκοντα. Κύριο μέλημα τους είναι το δικαίωμα όλων των γυναικών στην εργασία, ανεξαρτήτου κοινωνικής τάξης ως μέσο κοινωνικής καταξίωσης και βλέπουν στις οικιακές τεχνολογίες το μέσο για να συνδυαστεί η οικιακή εργασία με το επάγγελμα.

Το Εθνικό  Συμβούλιο αντίθετα, προτάσσει έναν συντηρητικό λόγο και διαβάζει την οικιακή τεχνολογία και την επιστημονικοποίηση του νοικοκυριού ως μέσο για την καλύτερη φροντίδα της οικογένειας και την ανύψωση της νοικοκυράς μέσα στο σπίτι της, μέσο της αναβάθμισης των οικιακών της καθηκόντων. Η νοικοκυρά ανυψώνεται καθώς το οικιακό έργο παύει να είναι ταπεινό και γίνεται μια «πολύπλοκος επιστήμη». Σε ότι μάλιστα αφορά την γυναικεία  εργασία εκτός του σπιτιού  θωρείται επιθυμητή μόνο εφόσον συμβάλλει στην ευημερία της οικογένειας. Εφόσον όμως οι γυναίκες επιθυμούν να διεισδύουν σε παραδοσιακά αντρικές σφαίρες όπως είναι η ενασχόληση με την πολιτική και την κοινωνία, τότε λειτουργούν επιβαρυντικά για την οικογένεια και το έθνος τους. Χαρακτηριστικά σε τεύχος του περιοδικού Ελληνίς του έτους  1921 διαβάζουμε «Το ταπεινό νοικοκυριό  που περικλείει δια κάθε γυναίκα το βασίλειο της συνεχούς δράσεως της, έγεινεν αντικείμενον παρατηρήσεως και μελέτης, από ιατρούς, υγιεινολόγους, χημικούς, ιστορικούς, κοινωνιολόγους, καλλιτέχνας κτλ και έδωκεν αφορμήν εις όλους να ιδούν, ότι το «Νοικοκυριό» εκείνο που δεν στηρίζεται εις τα επιστημονικά θεμέλια χωλαίνει και έτσι ως επι το πλείστον η γυναίκα ή το εγκαταλείπει και φεύγει ζητώσα έξω την εργασίαν και την ευχαρίστησην η δι έλλειψιν γνώσεων του παρεμποδίζει την αποτελεσματικήν λειτουργίαν του. Και τότε εμφανίζεται η άθλια εικών , το Νοικοκυριό, το ανοικοκύρευτο, το ακάθαρτο που μαζεύει και μεταδίδει την αρρώστια, την φυματίωση, τον αλκοολισμό και θνησιμότητα των παιδιών, ή το ασυλλόγιστο που προδίδει μια άγονη προσπάθεια, όχι σπάνια εκείνο που μεταδίδει την σπατάλη και τον εκφυλισμό.»

Οι διαφορετικές αυτές τάσεις νοηματοδοτούν διαφορετικά και την κοινωνική σημασία της οικιακής τεχνολογίας. Υπάρχει μια ερμηνευτική ευελιξία ως προς το πώς αντιλαμβάνονταν  οι ίδιες οι γυναίκες την οικιακή εργασία και την οικιακή τεχνολογία. Ωστόσο αν κάνουμε ένα βήμα παραπέρα θα δούμε πως η χρήση ηλεκτρικών συσκευών στο σπίτι ουδέποτε αμφισβήτησε ότι ο χώρος της γυναίκας μέσα στο σπίτι είναι η κουζίνα. Αντίθετα, αυτό που έγινε είναι πως οργανώθηκε η απομονωμένη και απλήρωτη γυναικεία εργασία σαν να ήταν βιομηχανική. Ο επιστημονικός εξ ορθολογισμός πρόσθεσε στην οικιακή εργασία μια επαγγελματική διάσταση που εξωράιζε την εικόνα της. Οι οικιακές τεχνολογίες έχουν έναν έμφυλο χαρακτήρα, ο οποίος διαβάζεται και πάνω στα ίδια τα τεχνουργήματα. Είναι γυναικείες τεχνολογίες που συνέβαλλαν στο να ισχυροποιηθεί ο ρόλος της γυναίκας ως νοικοκυράς και να ορισθεί το σπίτι ως ο τόπος εργασίας των γυναικών και ως ο τόπος χαλάρωσης των αντρών.  Η απόδοση επιστημονικών χαρακτηριστικών στην οικιακή εργασία, ήταν μια νέα ματιά πάνω στους παραδοσιακούς θεσμούς της, ήταν ο εκμοντερνισμός της παράδοσης.

 

[1] The ‘’Industrial Revolution’’ in the Home: Household Technology And the Social Change in the 20th Century, Ruth Schwartz Cowan, Technology and Culture, Vol. 17, N.1 (Jan., 1976), pp.1-23

[2] Time spent in Housework, Vanek, Joann, Scientific American, Vol.231, Issue 5 (Nov., 1974)

[3] Αρχείο ΕΛΙΑ

[4] Αγνή Στικούδη, «Το ηλεκτρικό σπίτι», Ελληνίς Δ’8-9(1924)

[5] Αβδελά, Ε., Ψαρρά, Α., Ο Φεμινισμός στην Ελλάδα του μεσοπολέμου, εκδ. Γνώση 1985

 

Share

Χώρος και έμφυλοι ρόλοι: η ελάχιστη κατοικία και «ορθολογική» κουζίνα της Margarete Lihotzky

gender and technology

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

του Λουκά Φρέρη

Εισαγωγή

Στην παρούσα εργασία θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τη σχέση που έχει ο σχεδιασμός της κατοικίας με τον καθορισμό των έμφυλων ρόλων. Πιο συγκεκριμένα, θα μελετήσω το παράδειγμα του οικιστικού προγράμματος των κοινωνικών κατοικιών της Φρανκφούρτης, που υλοποιήθηκε την περίοδο του μεσοπολέμου. Μέσα από τη μελέτη του χώρου της κουζίνας, που είχαν αυτές οι κατοικίες, θα επιχειρήσω να αναδείξω σε ποιο βαθμό τα χωρικά χαρακτηριστικά συμμετέχουν στην κατασκευή ή/και στην ενίσχυση των έμφυλων διαχωρισμών και ταυτόχρονα πώς οι ίδιες έμφυλες σχέσεις επηρεάζουν τελικά τον σχεδιασμό της κατοικίας.

Από τον «Κύκλο της Βιέννης» στο Bauhaus

Το φιλοσοφικό ρεύμα του Λογικού Θετικισμού[1] ήταν ουσιαστικά η απόρροια των συζητήσεων και των αναζητήσεων μιας ομάδας φιλοσόφων στη Βιέννη (Κύκλος της Βιέννης), κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Τα µέλη του πρώτου πυρήνα, ήδη πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ο φυσικός Philipp Frank (1884-1966), οι μαθηματικοί Hans Hahn (1879-1934) και Richard von Mises (1883-1953) και ο οικονομολόγος και κοινωνικός επιστήμονας Otto Neurath (1882-1945).

Το 1926 στην ομάδα προστέθηκε ο Rudolf Carnap (1891-1970) και το 1929 ο Herbert Feigl (1902-1988). Η μοναδική γυναίκα στις συναντήσεις αυτές ήταν η Olga Hahn-Neurath. «Η άνοδος του ναζισμού και ο συνακόλουθος πόλεμος διέλυσε τη φιλοσοφική κοινότητα στην Αυστρία και στη Γερμανία, αναγκάζοντας τα περισσότερα μέλη της να μεταναστεύσουν στις ελεύθερες αγγλόφωνες χώρες και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ»[2].

Οι λογικοί θετικιστές είχαν ως πρότυπο τις φυσικές επιστήμες, τη λογική και τα μαθηματικά και προσδοκούσαν πως, εφαρμόζοντας τις μεθόδους τους, θα μπορούσαν να επιτύχουν στη φιλοσοφία, τη σαφήνεια, την ακρίβεια και τη βεβαιότητα που αυτές έχουν. Απώτερος στόχος τους ήταν να εξαλείψουν τη διάκριση μεταξύ φυσικών επιστημών και επιστημών του πνεύματος φτάνοντας στην ενιαία επιστήμη. Αυτή η τάση για εξορθολογισμό φαίνεται και πιο παραστατικά στην Bauhaus αρχιτεκτονική.

Το κίνημα του Bauhaus αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της βαθιάς επιρροής που άσκησε η τεχνολογία και η επιστήμη στη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης[3]. Βασική αρχή του κινήματος, αποτελούσε η λειτουργικότητα, η αποτελεσματικότητα και ορθολογισμός στη κατασκευή. Το Bauhaus ιδρύθηκε ως μία σχολή εφαρμοσμένων τεχνών στην Βαϊμάρη της Γερμανίας το 1919. Οι διευθυντές ήταν: ο Walter Gropius ως το 1925, ο Hannes Meyer έως το 1932 και ο Ludwig Mies van der Rohe έως το 1933 όπου η σχολή θα παύσει οριστικά τη λειτουργία της μετά από τις πιέσεις των ναζί.

Μετά το 1922, το Bauhaus αναζήτησε λύσεις στα προβλήματα της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας με έναν ορθολογικό και άμεσο τρόπο. Η έμφαση στη διακόσμηση και τη λεπτομέρεια αντικαταστάθηκε από έναν λειτουργικό σχεδιασμό. Αυτή η νέα τάση μπορεί να φανεί και στο ίδιο τη κτήριο που στέγαζε τις δραστηριότητες του Bauhaus, το κτίριο στο Dessau, το οποίο σχεδίασε ο Walter Gropius. Η έντονη σχέση, τόσο σε φιλοσοφικό όσο και διαπροσωπικό επίπεδο, που είχαν τα μέλη του κύκλου της Βιέννης με αυτά του Bauhaus φαίνεται και από το ότι στα εγκαίνια του κτηρίου αυτού μίλησε ο Feigl ενώ προσκλήθηκαν επανειλημμένα και έδωσαν ομιλίες ο Neurath, ο Carnap, ο Frank και ο Reichenbach[4].

Το 1928 τον Gropius διαδέχθηκε ο Hannes Meyer.

«Στόχος του Meyer, με βάση το πολιτικό και ιδεολογικό του υπόβαθρο, ήταν η μεγάλη αύξηση της παραγωγής. Επιθυμούσε να παραχθούν αντικείμενα φθηνά και εύχρηστα, για τις ανάγκες του λαού».[5]

Αντίστοιχα, ο Neurath, του κύκλου της Βιέννης, πίστευε ότι το Bauhaus θα μπορούσε να συμβάλλει σε μία ευρύτερη «επανάσταση» προς μία καλύτερη ζωή, όχι για την «ελίτ» αλλά για τους «πολλούς». Η αίσθηση λοιπόν ότι η βελτίωση των συνθηκών ζωής μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα από την ορθολογικοποίηση ήταν κοινή και για τα δύο κινήματα[6].

«Ο κύκλος της Βιέννης απέδωσε μια αύρα επιστημονικότητας στο Bauhaus και το Bauhaus απέδωσε μια εικόνα προοδευτισμού και μεταπολεμικής μεταρρύθμισης στον Κύκλο της Βιέννης».

Η τυπική λογική δηλαδή ήταν το επιστημονικό υπόβαθρο του Bauhaus. Ταυτόχρονα, οι λιτές γραμμές και ο λειτουργικός-ορθολογικός χαρακτήρας των κτιρίων της Bauhaus αρχιτεκτονικής ήταν η απόδειξη που χρειάζονταν οι θετικιστές φιλόσοφοι ότι η θεωρία τους είναι άμεσα εφαρμόσιμη.

Το οικιστικό πρόγραμμα του Ernst May και η κουζίνα της Φρανκφούρτης

Μετά το τέλος του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, οι γερμανικές πόλεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με έντονη φτώχεια καθώς και με ένα μεγάλο στεγαστικό ζήτημα. Εκείνη την εποχή, κατοχυρώθηκε το συνταγματικό καθήκον του κράτους να παρέχει σε κάθε Γερμανό πολίτη υγειονομική περίθαλψη καθώς και κατοικία που θα ήταν συμμορφωμένη, με τους τότε κανόνες υγιεινής[7]. Υπό αυτές τις συνθήκες ο Δήμος της Φρανκφούρτης ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Ernst May (1885-1970), την εντατική κατασκευή κοινωνικών κατοικιών, ο οποίος μέσα από ένα δεκαετές πρόγραμμα, έχτισε περίπου 10.000 κοινωνικές κατοικίες.

Ο May δημιούργησε την «γειτονιά» Römerstadt βορειοδυτικά της Φρανκφούρτης. Σύνδεσε την πόλη με τον νέο οικισμό μέσω ηλεκτροκίνητων τραμ, λεωφορείων και τρένων. Υπήρξε επίσης μελέτη για τη δημιουργία σχολείων, νοσοκομείων, καθώς και για την ταυτόχρονη ενίσχυση της τοπικής βιομηχανίας και κατ’ επέκταση της τοπικής οικονομίας[8].

Την εποχή εκείνη παράλληλα εμφανίστηκε στην Ευρώπη και στην Αμερική το φεμινιστικό ιδεατό της «Νέας Γυναίκας» (New Woman). Η «Νέα Γυναίκα» ήταν εργαζόμενη, μητέρα, διεκδικούσε ανώτερη εκπαίδευση και οικονομική ανεξαρτησία. Στην περίοδο 1890 με 1920, εμφανίστηκαν γυναίκες που έμπαιναν σε, μέχρι τότε, αυστηρά ανδρικά επαγγέλματα. Η μεγάλη αυτή αλλαγή μπορεί να γίνει πιο κατανοητή λαμβάνοντας υπόψιν τα στοιχεία που λένε ότι μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι γυναίκες που φοιτούσαν στα πανεπιστήμια υπερέβαιναν τους άνδρες κατά 2,5 εκατομμύρια. Τόσο οι σοσιαλδημοκράτες όσο και οι πιο συντηρητικοί πολιτικοί πίστευαν ότι το νέο αυτό «μοντέλο γυναίκας» αντιπροσωπεύει μια δύναμη αλλαγής που θα κατέστρεφε την οικογένεια και μαζί της τον ηθικό ιστό της χώρας, οδηγώντας στην οικονομική και πνευματική καταστροφή της Γερμανίας[9].

Για την αντιμετώπιση αυτής την νέας κατάστασης, το κράτος άσκησε μια πολιτική που ονομάστηκε «επανένταξη των γυναικών στο σπίτι» (female redomestication).[10] Η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης δηλαδή, επιδίωξε να ανασυντάξει τη «γυναικεία σφαίρα». Το ιεραρχικό σύστημα των «χωριστών σφαιρών» (separate spheres) συγκροτείται βάσει ενός δυισμού. Έχουμε δηλαδή από τη μία την «ανδρική σφαίρα», τον κυρίαρχο ανδρικό κόσμο της παραγωγής (η πόλη), και τη «γυναικεία σφαίρα» από την άλλη, έναν υποδεέστερο ιδιωτικό κόσμο της αναπαραγωγής (το σπίτι)[11].

Στα πλαίσια αυτού του προγράμματος, οι αντιπρόσωποι του κράτους και η Φιλελεύθερη πτέρυγα του γυναικείου κινήματος διαμόρφωσαν ένα ιδεώδες νοικοκυριού, ως «επαγγελματικό χώρο των γυναικών», που έχρηζε αντίστοιχης έρευνας με αυτή που γινόταν για τον επαγγελματικό χώρο των ανδρών, όσον αφορά την παραγωγικότητα και την τυποποίηση. Ο σκοπός ήταν να καταστήσουν το σπίτι μια προέκταση του (Φορντικού) εργοστασίου. Στο σχολικό πρόγραμμα προστέθηκε το υποχρεωτικό μάθημα οικιακής οικονομίας για τα κορίτσια και ιδρύθηκαν επαγγελματικά γυμνάσια θηλέων, στα οποία οι μαθήτριες εκπαιδεύονταν πάνω στον τομέα «παροχής οικιακών υπηρεσιών»[12].

Σε αυτό το κοινωνικό υπόβαθρο πραγματοποιήθηκε και ο σχεδιασμός της κοινωνικής κατοικίας. Ένας από τους σημαντικότερους στόχους του μοντερνιστικού κινήματος ήταν μέσα από τον ορθολογικό σχεδιασμό να περιοριστεί ο οικιακός μόχθος. Ο περιορισμός αυτός στόχευε τόσο στην μείωση του χρόνου που θα περνούσε μια νοικοκυρά κάνοντας δουλειές όσο και στην ελαχιστοποίηση της σωματικής κόπωσης που χρειάζονταν οι δουλειές αυτές. Ένας δεύτερος στόχος ήταν το κάθε σπίτι να πληροί μια σειρά από προϋποθέσεις που αφορούσαν στις συνθήκες «σωστής» διαβίωσης. Οι απαραίτητες προϋποθέσεις ήταν ο ηλιασμός, ο αερισμός και οι εγκαταστάσεις υγιεινής καθώς και, η θερμομόνωση, η ηχομόνωση και η ασφάλεια της ιδιοκτησίας.

Για την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών εισήχθη η ιδέα της «ελάχιστης κατοικίας». Η «ελάχιστη κατοικία» ήταν μία από τις προτάσεις του Bauhaus και επιδίωκε την οικονομία και τον ορθολογισμό στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, ούτως ώστε η ικανοποιητική διάταξη της κατοικίας να συνδυαστεί με την ανάγκη μείωσης του κόστους παραγωγής. Το  διαμέρισμα μιας εργατικής – κοινωνικής κατοικίας δεν θα ήταν δυνατό να προκύψει απλά ως μικρογραφία του διαμερίσματος της αστικής κατοικίας καθώς οι ανάγκες και τα ζητούμενα ήταν τελείως διαφορετικά. Η απάντηση που έδωσε το μοντερνιστικό αρχιτεκτονικό κίνημα αποτυπώθηκε σχεδιαστικά στη μετατόπιση του κέντρου του σπιτιού. Ενώ δηλαδή στις παλαιότερες προβιομηχανικές περιόδους, η «καρδιά του σπιτιού» ήταν η κουζίνα – τραπεζαρία, τώρα το βάρος πέφτει σε έναν ευρύ χώρο διημέρευσης για όλη την οικογένεια (καθιστικό), και η κουζίνα περιορίζεται στον κύριο λειτουργικά ρόλο της, αποκλειστικά δηλαδή στην ετοιμασία και διαχείριση του φαγητού[13].

Το μεγάλο πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας το οποίο εφαρμόστηκε στη Φρανκφούρτη, και υλοποιήθηκε κάτω από την εποπτεία του Ernst May, ήταν από τις πλέον χαρακτηριστικές εφαρμογές της «ελάχιστης κατοικίας». Το σχεδιασμό της κουζίνας στις κατοικίες αυτού του προγράμματος ανέλαβε το 1925 η Margarete Schütte – Lihotzky, η μοναδική γυναίκα αρχιτέκτων στην ομάδα του May. Στην πρώτη της εκδοχή, η κουζίνα της Lihotzky, είχε εμβαδό επιφάνειας 6.43 τ.μ., το οποίο μειώθηκε σε 5.50 τ.μ. στην πορεία του προγράμματος κοινωνικών κατοικιών.

Η κουζίνα στο μοντέρνο κίνημα σχεδιάστηκε, περισσότερο από κάθε άλλο μέρος της κατοικίας, με βάση τον ορθολογισμό και τον λειτουργισμό της μηχανής. Στην κουζίνα δηλαδή εγγράφονται σε πολύ μεγάλο ποσοστό οι απαιτήσεις των λογικιστών και των Bauhaus αρχιτεκτόνων. Τα μοντέλα κουζίνας που χρησιμοποίησε η Lihotzky ως πρότυπα ήταν μακριά από τις παραδοσιακές κουζίνες και γενικότερα εκτός της οικιακής σφαίρας: την ενέπνευσαν τα μαγειρεία πλοίων, η τροχήλατη κουζίνα, η τραπεζαρία των τρένων, και το βαγόνι γεύματος.[14] Οι κατεξοχήν χώροι δηλαδή, που ενσωματώνουν εξολοκλήρου το πρόταγμα του λειτουργισμού και του ορθολογισμού.

Η κουζίνα της Φρανκφούρτης, στην πιο διαδεδομένη εκδοχή της είχε διαστάσεις 1,96Χ3,44 τ.μ., ήταν φωτεινή και αεριζόταν καλά, αντίθετα με την κλασική κουζίνα των κατοικιών της εργατικής τάξης. Ο φούρνος τοποθετήθηκε στη μία γωνία και ο νεροχύτης στη άλλη. Το τραπέζι του φαγητού, που ήταν έξω από την κουζίνα – εργαστήριο, δεν έπρεπε να απέχει πάνω από τρία μέτρα από τον πάγκο της κουζίνας. Η νέα κουζίνα παρέπεμπε σε βιομηχανική κατασκευή και ουσιαστικά ήταν η πραγματοποίηση της κουζίνας ως μηχανή. Όλη η διάταξη είχε προκύψει μετά από συγκεκριμένες μετρήσεις και χωρομετρικούς υπολογισμούς. Για παράδειγμα, η Lihotzky υπολόγισε ότι σε μια παλιά εργατική κουζίνα, η συνολική απόσταση που θα έπρεπε να κάνει μια νοικοκυρά για να μεταφέρει τα πιάτα από την τραπεζαρία στον νεροχύτη και από εκεί στα ντουλάπια ήταν 19 μέτρα. Η ίδια απόσταση στην κουζίνα της Φρανκφούρτης υπολογίστηκε 8 μέτρα[15].

Η κουζίνα της Lihotzky υπερτερούσε σε σχέση με κάθε άλλη Bauhaus κουζίνα για δύο λόγους. Κατ’ αρχάς ικανοποιούσε περισσότερο από όλες τις άλλες κουζίνες την απαίτηση για τον εξορθολογισμό των οικιακών εργασιών. Επίσης η Lihotzky έδωσε στην κουζίνα το στάτους ενός προϊόντος προς κατανάλωση.[16] Δημιούργησε έναν προκατασκευασμένο θαλαμίσκο, η τοποθέτηση του οποίου γινόταν με γερανό στο χώρο της κουζίνας. Δημιουργήθηκαν περίπου 10000 τέτοιες προκατασκευασμένες κουζίνες. Με λίγα λόγια η Lihotzky κατάφερε να θέσει σε λειτουργία μια γραμμή παραγωγής «κουζίνας».

Μια ακόμη καινοτομία της κουζίνας αυτής, που συνδέεται και με την γενικότερη τάση των κρατών για εκσυγχρονισμό στην περίοδο του μεσοπολέμου, ήταν η άμεση «εξάρτηση» της κουζίνας από τις νέες τεχνολογίες. Στη Φρανκφούρτη υπήρχε η ικανότητα να παραχθεί ενέργεια, πολύ μεγαλύτερη από τις ανάγκες της υπάρχουσας αγοράς. Η υπερκάλυψη αυτή ισορροπήθηκε από την εισαγωγή όλων αυτών των νέων εξ-ηλεκτρισμένων κατοικιών του οικιστικού προγράμματος.[17]

Η λειτουργικότητα και ο ορθολογισμός στον σχεδιασμό υποτίθεται ότι θα βοηθούσαν τις γυναίκες να αποδεσμευτούν από την ολοήμερη φροντίδα του σπιτιού. Παρατηρούμε όμως τελικά ότι ο σαφής διαχωρισμός της κουζίνας από το υπόλοιπο σπίτι σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη ταύτιση της «γυναικείας σφαίρας» με τον χώρο της κουζίνας, οδήγησε τη νοικοκυρά στην απομόνωση. Μέσα στην κατοικία, η σφαίρα της γυναίκας εμποδιζόταν να εισβάλλει στην ηρεμία των άλλων σφαιρών, για να μην διαταράσσει, με τις θορυβώδεις δραστηριότητες, την ισορροπία του υπόλοιπου σπιτιού. Οι οικιακές εργασίες δηλαδή καθίστανται αόρατες και εσωτερικές, σε αντίθεση με τα εξωτερικά καθήκοντα του συζύγου.

Μέσα από αυτόν τον απόλυτο διαχωρισμό του χώρου της κουζίνας από τους υπόλοιπους χώρους του σπιτιού παρατηρούμε ότι η νοικοκυρά – εργάτρια «εντοιχίζεται» μαζί με τα έπιπλα της κουζίνας της Φρανκφούρτης, της πρώτης εντοιχισμένης κουζίνας. Έξω από την κουζίνα υπάρχει η σύζυγος, η μητέρα, η φίλη. Μέσα στην κουζίνα υπάρχει η νοικοκυρά – εργάτρια του σπιτιού. Η κουζίνα δηλαδή στις εργατικές κατοικίες της Φρανκφούρτης είναι ένα «μαύρο κουτί»,[18] όπου κάθε διαδικασία που συμβαίνει εντός του, παρουσιάζεται ως συντελεσμένο αποτέλεσμα δίχως αναφορά στις διαδικασίες παραγωγής του. Ό,τι συμβαίνει στην κουζίνα, αρχίζει και τελειώνει εντός της.

Επίλογος

Είδαμε ότι η ορθολογική οργάνωση και η οικονομία του χώρου επιχείρησαν να καταστήσουν, ως μέτρο του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού της κατοικίας, τις δυνατότητες και τις ανάγκες του ίδιου του ανθρώπου. Η οργάνωση της κατοικίας ως ένα ενιαίο σύνολο αλλά και κάθε επιμέρους χώρου, με γνώμονα τις διαστάσεις και τις βιολογικές ανάγκες των κατοίκων (ελάχιστη κατοικία), για την περίοδο του μεσοπολέμου ήταν περισσότερο από μια απλή καινοτομία. Ήταν ουσιαστικά η υλοποίηση των επιδιώξεων μιας ολόκληρης εποχής, που αποκρυσταλλώθηκε στη φιλοσοφία του «Κύκλου της Βιέννης». Οι αρχιτέκτονες του Bauhaus προσπάθησαν μέσα από την επιστημονικοποίηση της αρχιτεκτονικής, να εδραιώσουν έναν λειτουργικό σχεδιασμό ο οποίος στόχευε στο κοινό, το τυπικό και το καθολικά εφαρμόσιμο.

Μελετώντας το παράδειγμα της κουζίνας της Φρανκφούρτης είδαμε πως ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός καθορίζει τις έμφυλες σχέσεις και διαφορές, και ταυτόχρονα πως τα έμφυλα πρότυπα καθορίζουν τον σχεδιασμό της κατοικίας. Η λειτουργικότητα και ο ορθολογισμός, έννοιες που αποτέλεσαν την ιδεολογική βάση του σχεδιασμού της ελάχιστης κατοικίας την περίοδο του μεσοπολέμου, επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της οικογένειας και τον μετασχηματισμό της οικιακής εργασίας σε απομονωμένη, αναπαραγωγική, απλήρωτη εργασία.[19] Ταυτόχρονα οι αρχιτέκτονες, ταυτίζοντας την διαχείριση των οικιακών εργασιών με τη «γυναικεία φύση», διαίρεσαν την κατοικία με βάση τη θεωρία των «χωριστών σφαιρών», αντιστοιχίζοντας τον χώρο της κουζίνας με τη «γυναίκεια σφαίρα». Η «ανδρική σφαίρα» δεν «χωρούσε» πλέον στην μικρή κουζίνα της Φρανκφούρτης. Ο σχεδιασμός αυτός λοιπόν κατέστησε τις οικιακές εργασίες αόρατες και εσωτερικές, σε αντίθεση με τα εξωτερικά ανδρικά καθήκοντα.

 

Βιβλιογραφία

[1] Galison, P., Aufbau/Bauhaus: Logical Positivism and Architectural Modernism, στο: Critical Inquiry, Vol. 16, No. 4, Summer, 1990.

[2] Henderson, S., A revolution in the woman’s sphere: Grete Lihotzky and the Frankfurt Kitchen, στο Coleman, D., Danze, E., Henderson, C., (ed.), Architecture and Feminism, New York: Princeton Architectural Press, 1996.

[3] Heßler, Μ., The Frankfurt Kitchen: The Model of Modernity and the “Madness” of Traditional Users, 1926 to 1933, στο Oldenziel, R., Zachmann, K., (ed.), Cold War Kitchen: Americanization, Technology, and European Users, Massachusetts: MIT Press, 2009.

[4] Roberts, Μ., Living in a Man-Made World: Gender Assumptions in Modern Housing Design, [ελεύθερη μετάφραση των κεφαλαίων 2 έως 8 του βιβλίου από τη Σαλώμη Χατζηβασιλείου, λέκτορα στο Ε.Μ.Π., διαθέσιμη στο http://iktinos2.arch.ntua.gr], London: Routledge 1991.

[5] Αλεξάκη, O., Γούβαλη, O., Ο ρόλος των έμφυλων σχέσεων στον σχεδιασμό της κατοικίας Παραδείγματα από το Μοντέρνο Κίνημα, αδημοσίευτη διάλεξη, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών – Τομέας Ι, Αθήνα: ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: http://www.arch.ntua.gr/lectures, 2012.

[6] Γκιοτσαλίτης, Κ., Οι προσφυγικές πολυκατοικίες του ’30, αδημοσίευτη διάλεξη, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Αθήνα: ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: http://www.arch.ntua.gr/lectures, 2013.

[7] Κιντή, Β., Από τον προοδευτικό Κύκλο της Βιέννης στον αντιδραστικό Λογικό Θετικισμό, Cogito 07, 2007.

[8] Λαδά, Σ., Μύθοι και πραγματικότητες, το ‘ιδανικό σπίτι’, ο ρόλος της κατοικίας στην κατά φύλα διαίρεση του χώρου, στο: Λαδά, Σ., (επιμ.),  Μετα-τοπίσεις: Φύλο, διαφορά και αστικός χώρος, Αθήνα: future, 2009.

[9] Μπαλτάς, Α., Πρόλογος στην ελληνική έκδοση, στο: Ρεντετζή, Μ., (επιμ.),  Ο χώρος του Επιστημονικού εργαστηρίου, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 2011.

[10] Πανουτσόπουλος, Γ., Επιστήμη, Τεχνολογία και Νεορομαντισμός στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, αδημοσίευτη διπλωματική εργασία, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, Αθήνα: ΕΚΠΑ, ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: https://uoa.academia.edu/GrigorisPanoutsopoulos, 2011.

[11] Τσιαμπάος, Κ., H αρχιτεκτονική επιστήμη: Η επίδραση του λογικού θετικισμού στην ελληνική πολεοδομία και αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα, (μεταδιδακτορική έρευνα), Αθήνα: ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: https://ntua.academia.edu/KostasTsiambaos, 2011.

[12] Τσιτσάνης, Δ., Η κοντινή μας Βαϊμάρη: Τέχνη και πολιτική στο Bauhaus, [άρθρο στο διαδίκτυο], διαθέσιμο στο: https://akea2011.com/2011/10/03/ikontinimasvaimari/, 2011.

 

Σημειώσεις:

[1] Τα ιστορικά στοιχεία για τον Κύκλο της Βιέννης και τον Λογικό Θετικισμό τα δανείζομαι από την Κιντή, 2007, σελ. 78-82.

[2] Μπαλτάς, 2011, σελ. xiii.

[3] Πανουτσόπουλος, 2013 σελ. 59.

[4] Galison, 1990, σελ. 709.

[5] Τσιτσάνης, 2011, http://akea2011.wordpress.com/2011/10/03/ikontinimasvaimari/.

[6] Τσιαμπάος, σελ. 15, επίσης Galison, 1990, σελ. 716.

[7] https://en.wikipedia.org/wiki/Weimar_Constitution

[8] Αλεξάκη, Γούβαλη, 2012, σελ. 27.

[9] Henderson, 1996, σελ. 221-223.

[10] Ό.π, σελ. 223.

[11] Λαδά, 2009, σελ. 18-19.

[12] Henderson, 1996, σελ. 227.

[13] Γκιοτσαλίτης, 2013, σελ. 89-91.

[14] Henderson, 1996, σελ. 235.

[15] Heßler, 2009, σελ. 171.

[16] Ό.π, 171-172.

[17] Henderson, 1996, σελ. 239.

[18] Το «μαύρο κουτί» χρησιμοποιείται όπως ορίζει την έννοια  ο Bruno Latour στο έργο του Science in Action. Σύμφωνα με τον Latour, ένα «μαύρο κουτί» είναι ουσιαστικά το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας χωρίς να γίνεται αναφορά στον τρόπο που αυτή παράχθηκε.

[19] Λαδά, 2009, σελ. 26.

 

Διαβάστε ακόμα

Η κομμουνίστρια που επινόησε την εντοιχισμένη κουζίνα

 

Share

25η Νοεμβρίου: Η κληρονομία των τριών γυναικών που ανέτρεψαν έναν δικτάτορα

mirabal-butterflies-sisters

της Esra Dogan

Πολλοί γνωρίζουν ότι η 25η Νοεμβρίου είναι η Διεθνής Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών, αλλά πολύ λιγότεροι γνωρίζουν την ιστορία πίσω από αυτήν, την ιστορία των τριών γενναίων γυναικών ακτιβιστριών, των Aδελφών Μιραμπάλ, που έδωσαν τη ζωή τους για να τερματίσουν μια δικτατορία. Στις 25 Νοεμβρίου 1960, τρεις από τις τέσσερις αδελφές Μιραμπάλ, η Minerva, η Maria Teresa και η Patria, σκοτώθηκαν από τη δικτατορία του Rafael Leonidas Trujillo στη Δομινικανή Δημοκρατία, προκαλώντας διαμαρτυρίες που τελικά οδήγησαν στη δολοφονία του δικτάτορα στις 30 Μαΐου, 1961.

Ο Trujillo εξελέγη Πρόεδρος της Δομινικανής Δημοκρατίας το 1931 με δημόσια ψηφοφορία μετά από στρατιωτικό πραξικόπημα. Σύντομα μετατράπηκε σε έναν από τους πιο σκληρούς δικτάτορες στην ιστορίας της Λατινικής Αμερικής και κυβέρνησε τη χώρα κάτω από ένα τυραννικό καθεστώς για τρεις δεκαετίες. Για πολλά χρόνια ο Trujillo υποστηρίχθηκε από την αστική τάξη, η οποία εκτίμησε τις πολιτικές οικονομικής ανάπτυξης που εφάρμοσε και έκανε τα στραβά μάτια στις αυξανόμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Καθώς η διαφθορά αυξήθηκε σημαντικά, εκείνοι που επωφελήθηκαν περισσότερο από την οικονομική πρόοδο ήταν οι επιχειρηματίες του πελατειακού και διεφθαρμένου κύκλου του Trujillo και οι στρατιωτικοί που στήριζαν την τυραννία του.

Καθ΄ όλη τη διάρκεια της εξουσίας του, ο Trujillo έλεγχε το ραδιόφωνο, τον Τύπο και τις υπηρεσίες μεταφοράς και τηλεπικοινωνιών και χρησιμοποιούσε ένα εκτεταμένο δίκτυο μυστικής αστυνομίας και κατασκόπων για να καταστείλει κάθε αντιπολίτευση εναντίον του. Όποιος τολμούσε να μιλήσει εναντίον του φυλακιζόταν, βασανιζόταν ή δολοφονούνταν από αγνώστους. Ο Trujillo ήταν προσωπικά υπεύθυνος για τη δολοφονία τουλάχιστον 50 χιλιάδων ανθρώπων. Είχε δώσει απευθείας εντολή για τη γενοκτονία του Πάρσλει, που διεξήχθη από το Δομινικανό Στρατό το 1937 ενάντια στους Αϊτινούς που ζούσαν στη χώρα, με αποτέλεσμα το θάνατο περίπου 20 χιλιάδων ανθρώπων.

Ως σκληρός και μισογύνης δικτάτορας, ο Trujillo χρησιμοποιούσε την εξουσία του για τη συστηματική κακοποίηση γυναικών και κοριτσιών. Προσλάμβανε άντρες για να διατρέχουν την ύπαιθρο για νεαρά κορίτσια, τα οποία απήγαγε και βίαζε, καθώς και «επιλεγμένα» κορίτσια που προσκαλούνταν στα πάρτι που οργάνωνε ο ίδιος για να ασελγήσει πάνω τους. Μετά από μια τέτοια αποστολή οι αδελφές Μιραμπάλ, οι οποίες ήταν από αγροτική οικογένεια της μεσαίας τάξης, αναγκάστηκαν να συμμετάσχουν σε ένα από τα πάρτι του. Εκεί o Trujillo στόχευσε τη Minerva. Η Minerva απέρριψε τις σεξουαλικές προτάσεις του Trujillo, τον χαστούκισε στο πρόσωπο και έφυγε από το πάρτι με την οικογένειά της.

Ο Trujillo, εξοργισμένος από την συμπεριφορά της, προσπάθησε να κάνει τη ζωή της Minerva μια σκέτη κόλαση. Σύντομα, ο πατέρας της Minerva φυλακίστηκε και βασανίστηκε, με αποτέλεσμα να πεθάνει λίγο μετά την αποφυλάκιση του. Στο δεύτερο έτος της νομικής σχολής η Minerva αποκλείστηκε από τα μαθήματα έως ότου έδωσε μια δημόσια ομιλία που εκθείαζε τις αρετές του Trujillo. Ακόμα και όταν αποφοίτησε χρόνια αργότερα, της αρνούνταν να ασκήσει το επάγγελμα.

Η Minerva όχι μόνο αρνήθηκε να λυγίσει στις απαιτήσεις του Trujillo, αλλά κατά τα σχολικά της χρόνια πήρε ενεργά μέρος στο αντιστασιακό κίνημα ώστε να καταπολεμήσει την οργή του. Σύντομα οι αδελφές της Minerva, Maria Teresa και Patria, την ακολούθησαν στην αντίσταση. Μαζί με τους συζύγους τους τελικά σχημάτισαν μια ομάδα που ονομάστηκε «Κίνημα της 14ης Ιουνίου», από την ημερομηνία μιας σφαγής της οποίας ήτανε μάρτυρας η Patria. Μοίραζαν φυλλάδια και συνέλεγαν υλικά για όπλα και βόμβες για να χρησιμοποιηθούν για την επανάστασή τους. Εντωμεταξύ, φυλακίστηκαν και ανακρίθηκαν πολλές φορές και οι οικογενειακές τους περιουσίες κατασχέθηκαν, αλλά δεν λύγισαν. Σύντομα, αυτές οι τρεις αδελφές έγιναν ευρέως γνωστές με την κωδική ονομασία Las Mariposas (οι Πεταλούδες) μεταξύ της Δομινικανής κοινωνίας.

Το 1960 η ομάδα σχεδίαζε να δολοφονήσει το Truijillo, ωστόσο οι προθέσεις τους διέρρευσαν και όλα τα μέλη της ομάδας, συμπεριλαμβανομένων των τριών αδελφών και των συζύγων τους, ρίχτηκαν στη φυλακή. Λόγω της διεθνούς πίεσης, οι γυναίκες της ομάδας απελευθερώθηκαν. Ωστόσο, λίγο μετά την απελευθέρωση, ο Trujillo διέταξε να σκοτωθούν οι αδελφές Μιραμπάλ.

Στις 25 Νοεμβρίου του 1960, καθώς η Minerva, η Maria και η Patria  επέστρεφαν από μια επίσκεψη στους συζύγους τους στη φυλακή, η μυστική αστυνομία έστησε ενέδρα στο τζιπ τους σε ένα ορεινό πέρασμα. Οι αδελφές Μιραμπάλ στραγγαλίστηκαν και ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου και τα σώματά τους ξανατοποθετήθηκαν στο τζιπ και ρίχτηκαν από έναν βράχο, για να φανεί ως ατύχημα.

Ο Trujillo σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να γλιτώσει από τη δολοφονία των αδελφών Μιραμπάλ, όπως και με τις χιλιάδες πριν από αυτή. Ωστόσο, ο «θάνατος των Πεταλούδων» αποτέλεσε καταλύτη για την ανατροπή του, τροφοδοτώντας το πνεύμα της επανάστασης στην κοινωνία. Η ιστορία του αγώνα των αδερφών Μιραμπάλ και του θανάτου τους έσπρωξε τους ανθρώπους να βρουν το θάρρος να εξαφανίσουν τον δεσπότη. Οι ταραχές αυξήθηκαν και έξι μήνες αργότερα ο Trujillo δολοφονήθηκε από στρατιωτικούς ηγέτες.

Τον Φεβρουάριο του 1963 η Δομινικανή Δημοκρατία εξέλεξε μια δημοκρατική κυβέρνηση για πρώτη φορά μετά από καιρό και οι αδελφές Μιραμπάλ έγιναν σύμβολα για τη λαϊκή αντίσταση. Τα επόμενα χρόνια η μοναδική επιβιώσασα από τις αδελφές Μιραμπάλ, Doña Dede, αφιέρωσε τη ζωή της για να διαδώσει την κληρονομιά που άφησαν οι ηρωίδες αδελφές της και να μεγαλώσει τα έξι παιδιά τους, πολλά από τα οποία έλαβαν κυβερνητικές θέσεις όταν μεγάλωσαν. Το 1992 ίδρυσε το Ίδρυμα των Αδελφών Μιραμπάλ και στη συνέχεια ένα μουσείο στην μνήμη τους στην ιδιαίτερη πατρίδα τους Salcedo (το οποίο μετονομάστηκε σε Hermanas Mirabal προς τιμή τους το 2007). Και το 1999 η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών όρισε και επισήμως την 25η Νοεμβρίου, ημερομηνία δολοφονίας των Αδελφών Μιραμπάλ, ως τη Διεθνή Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών.

Σήμερα η κληρονομιά της γενναίας αντίστασης των αδελφών Μιραμπάλ μας υπενθυμίζει πως οι γυναίκες που επέλεξαν να υψώσουν το ανάστημα τους εναντίον της τυραννίας και της βίας μπορούν να ανατρέψουν την υπεροχή των δεσποτικών εξουσιαστών. Η Julie Alvarez, η συγγραφέας του βιβλίου Ο καιρός των πεταλούδων ήταν εξαιρετικά εύστοχη όταν χαρακτήριζε τις αδελφές Μιραμπάλ «φεμινιστικά ινδάλματα». Όπως είπε, «είναι μια υπενθύμιση ότι έχουμε επίσης και τις δικές μας επαναστάτριες ηρωίδες, τις δικές μας Τσε Γκεβαρά».

αγωνίστριες λατινικής αμερικής

Share

Οι γυναίκες του 1917

RR

Διαδήλωση γυναικών κατά μήκος της Nevskii Prospekt στην Αγ. Πετρούπολη για τη Μέρα της Γυναίκας, 23 Φλεβάρη 1917

της Megan Trudell

Την παγκόσμια μέρα εορτασμού της γυναίκας το 1917, οι εργάτριες της υφαντουργίας στην περιφέρεια Βίμποργκ του Πέτρογκραντ ξεκίνησαν απεργία, παράτησαν τα εργοστάσια και κατά εκατοντάδες πήγαιναν από εργοστάσιο σε εργοστάσιο, καλώντας τους εργάτες σε απεργία και συμμετέχοντας σε  βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία και τα στρατεύματα.

Ανειδίκευτες, χαμηλά αμειβόμενες, δουλεύοντας δώδεκα ή δεκατρείς ώρες την μέρα, σε βρώμικες και ανθυγιεινές συνθήκες, οι γυναίκες ζητούσαν την αλληλεγγύη των εργατών και επέμεναν στη κοινή δράση με τους άνδρες, ιδιαίτερα αυτές που εργάζονταν στη βιομηχανία και τα εργοστάσια μετάλλου οι οποίες θεωρούνταν οι πιο συνειδητοποιημένες πολιτικά και οι πιο δυναμικές ανάμεσα στο εργατικό δυναμικό της πόλης. Οι γυναίκες πετούσαν ξύλα, πέτρες, χιονόμπαλες στα παράθυρα των εργοστασίων, εισέβαλλαν στους χώρους εργασίας και απαιτούσαν να μπει ένα τέλος στον πόλεμο καθώς και να επιστρέψουν οι άντρες από το μέτωπο.

Σύμφωνα με σύγχρονους ερευνητές και ιστορικούς, αυτές οι γυναίκες που  διαδήλωναν για «το ψωμί» χρησιμοποιώντας παλαιομοδίτικες και πρωτόγονες μεθόδους διαμαρτυρίας, στο πλαίσιο καθαρά οικονομικών αιτημάτων, κινούνταν περισσότερο συναισθηματικά και όχι τόσο μέσα από κάποια θεωρητική προετοιμασία – άθελά τους όμως, κινητοποίησαν την καταιγίδα που έκανε στην άκρη τον Τσαρισμό πριν εξαφανιστούν πάλι πίσω από τις μεγάλες μάχες των ανδρών εργατών και των ανδροκρατούμενων πολιτικών κομμάτων.

Από όταν ξεκίνησαν οι απεργίες του Φλεβάρη, τα πολιτικά συνθήματα ενάντια στον πόλεμο αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των κινητοποιήσεων. Η τόλμη των γυναικών, η αποφασιστικότητα και οι μέθοδοί τους φανέρωναν ότι αντιλαμβάνονταν τη ρίζα των προβλημάτων τους, την ανάγκη για την ενότητα των εργατών καθώς και τη σημασία που είχε, να κερδίσουν τους φαντάρους που θα έπαυαν έτσι  να προστατεύουν τον τσαρισμό και θα υποστήριζαν την επανάσταση. Σύμφωνα με την μετέπειτα μαρτυρία του Τρότσκι[i]:

«Σε αυτές τις συναντήσεις ανάμεσα σε στρατιώτες και εργάτες, οι εργάτριες παίζουν αποφασιστικό ρόλο. Πιο θαρρετά από τους άντρες, προχωρούν προς τις γραμμές του στρατού, γαντζώνονται από τα τουφέκια, ικετεύουν και σχεδόν διατάζουν: «Βγάλτε τις ξιφολόγχες, σμίξτε μαζί μας». Οι στρατιώτες συγκινούνται, νιώθουν σαν ντροπιασμένοι, κοιτάζει ο ένας τον άλλο με αγωνία, διστάζουν ακόμα. Ένας από αυτούς τέλος, αποφασίζει πριν από τους άλλους και οι ξιφολόγχες ανασηκώνονται σε κίνηση μεταμέλειας πάνω από τους ώμους των πολιορκητών».

Μέχρι το τέλος του Φλεβάρη, είκοσι τρεις φαντάροι που φρουρούσαν τους σταθμούς των τραμ είχαν πειστεί από τις εργάτριες που δούλευαν εκεί να τις βοηθήσουν και έτσι τα τραμ μετατράπηκαν σε οδοφράγματα ενάντια στην αστυνομία. Το γεγονός ότι οι γυναίκες έπαιρναν με το μέρος τους φαντάρους δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο της αυξανόμενης δυσαρέσκειας που προκαλούσε ο πόλεμος στα στρατεύματα, ούτε οφειλόταν μόνο στον μεταδοτικό «αυθορμητισμό» των διαδηλώσεων. Οι γυναίκες που εργάζονταν στα υφαντουργεία από το 1905 ακόμη συναναστρέφονταν με ένα μεγάλο αριθμό, κυρίως αγροτών φαντάρων από το Πέτρογκραντ. Οι άντρες στους στρατώνες και οι γυναίκες που δούλευαν στα εργοστάσια και κατάγονταν από τις ίδιες περιοχές με αυτούς συζητούσαν μεταξύ τους, δημιουργούσαν ουσιαστικές σχέσεις και έσπαγαν τις μέχρι πρότινος διαχωριστικές γραμμές μεταξύ εργατριών και φαντάρων. Έτσι οι γυναίκες είχαν συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της  ένοπλης στήριξης.

Οι εργάτριες βρίσκονταν σταθερά στην πρώτη γραμμή της Επανάστασης του Φλεβάρη η οποία οδήγησε στην καταστροφή του τσαρισμού. Δεν ήταν απλά «η σπίθα» αλλά η ίδια η κινητήρια δύναμη που τη συνέχισε – παρά την αρχική καχυποψία πολλών εργατών και επαναστατών.

Η Επανάσταση του Φλεβάρη συχνά περιγράφεται ως «αυθόρμητη» και κατά μία έννοια αυτό είναι αλήθεια: ούτε είχε σχεδιαστεί ούτε είχε εφαρμοστεί από  κάποιους επαναστάτες. Όμως ο αυθορμητισμός δεν σήμαινε έλλειψη πολιτικής συνείδησης. Η εμπειρία των γυναικών που εισέβαλαν σαν ανεμοστρόβιλος στα εργοστάσια του Πέτρογκραντ, ιδιαίτερα σε συνθήκες που οι ίδιες ως εργάτριες αλλά και ως υπεύθυνες για το νοικοκυριό περίμεναν στις ουρές για ώρες για να ταΐσουν τις οικογένειες τους, διέλυσε το διαχωρισμό μεταξύ των οικονομικών αιτημάτων για το ψωμί και των πολιτικών αιτημάτων για τερματισμό του πολέμου. Έτσι η υλική πραγματικότητα υπέδειξε τους πραγματικούς υπεύθυνους για τη πείνα και τη φτώχεια – δηλαδή τον πόλεμο και τους πολιτικούς που οδήγησαν σε αυτόν. Αυτά τα αιτήματα δεν θα μπορούσε παρά να συνοδευτούν από συγκλονιστικές πολιτικές αλλαγές.

Επιπλέον οι γυναίκες μέλη του Μπολσεβίκικου κόμματος έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην απεργία, είχαν παλέψει για χρόνια έτσι ώστε να οργανώσουν τις ανειδίκευτες γυναίκες, παρά το γεγονός ότι αυτό μέσα στο κόμμα θεωρούνταν αποπροσανατολισμός από τον αγώνα ενάντια στον Τσαρισμό ή στη χειρότερη πιστευόταν ότι θα οδηγούσε τις γυναίκες έξω από την ταξική πάλη και θα τις έκανε υποχείρια των αστών φεμινιστριών.

Πολλοί άνδρες μέσα στο επαναστατικό κίνημα θεωρούσαν ότι οι διαδηλώσεις για την Παγκόσμια Μέρα των Γυναικών ήταν ανώριμες και πρόωρες και ότι οι γυναίκες θα έπρεπε να «συγκρατηθούν» μέχρι οι ειδικευμένοι εργάτες να είναι έτοιμοι για την αποφασιστική δράση. Ήταν οι γυναίκες μέλη, μια μειοψηφία μέσα στο κόμμα, που πρότειναν τη διεξαγωγή μιας συνάντησης στην περιφέρεια Βίμποργκ με στόχο  οι εργάτριες να συζητήσουν για τον πόλεμο και τον πληθωρισμό. Μια από αυτές ήταν η Αναστασία Ντεβιάτκινα, μέλος των Μπολσεβίκων και εργάτρια που μετά την επανάσταση του Φλεβάρη έστησε ένα σωματείο για τις συζύγους των φαντάρων.

Από τον Φλεβάρη και μετά, από τις περισσότερες μαρτυρίες οι γυναίκες απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό από την ιστορία για το πώς εξελίχθηκε το 1917, πέρα από κάποιες εξέχουσες προσωπικότητες όπως η Αλεξάνδρα Κολλοντάϊ, η Ναντέζντα Κρούπσκαγια και η Ινέσσα Αρμάντ, που πολλές φορές μνημονεύονται περισσότερο για την προσωπική τους ζωή ως σύζυγοι και ερωμένες και λιγότερο για την πρακτική δράση και τη θεωρητική τους συνεισφορά.

Οι γυναίκες ήταν κυρίως απούσες από τα όργανα διοίκησης που αναδύθηκαν μέσα από τις στάχτες του Τσαρισμού. Λίγες εκπροσωπούνταν στα επαρχιακά συμβούλια ως αντιπρόσωποι στη Συνταγματική Συνέλευση ή ως αντιπρόσωποι στα Σοβιέτ. Οι εκλογές στις εργοστασιακές επιτροπές κυριαρχούνταν από άντρες ακόμα και στα εργοστάσια όπου οι εργάτριες ήταν περισσότερες. Ο λόγος ήταν διπλός: Οι γυναίκες συνέχιζαν να έχουν το καθήκον, σε αντίξοες συνθήκες, να θρέφουν τις οικογένειες τους και επιπλέον δεν είχαν την αυτοπεποίθηση και την παιδεία, ούτε και τον χρόνο, να διεκδικήσουν ρόλους ή να έχουν υψηλά ποσοστά πολιτικής δραστηριότητας. Έτσι το γεγονός ότι οι γυναίκες ζούσαν με ένα συγκεκριμένο τρόπο για πολλούς αιώνες, καθώς και η υλική πραγματικότητα της καταπίεσής τους, δεν επέτρεψε να συνδυάσουν την αδιαμφισβήτητη αύξηση της πολιτικής τους συνείδησης με ένα υψηλό επίπεδο δραστηριότητας.

Η Ρωσία το 1917 ήταν πρωτίστως μια κοινωνία χωρικών. Η απόλυτη εξουσία του Τσάρου κατοχυρωνόταν και ενισχυόταν από την εκκλησία ενώ αντανακλούσε και  στο θεσμό της οικογένειας. Ο γάμος και το διαζύγιο ήταν υπό θρησκευτικό έλεγχο, οι γυναίκες ήταν νομικά κατώτερες, θεωρούνταν περισσότερο ιδιοκτησία και λιγότερο άνθρωποι. Κάποιες από τις πιο γνωστές ρώσικες παροιμίες περιλάμβαναν απόψεις όπως «Νόμισα πως είδα δύο ανθρώπους, αλλά τελικά ήταν μόνο ένας και η γυναίκα του».

Η αντρική κυριαρχία στο σπίτι ήταν ολοκληρωτική και το σύνηθες ήταν οι γυναίκες να υπομένουν το ζυγό παρά τις βάρβαρες συνθήκες, να αλλάζουν απλά χέρια και να περνούν από πατέρα σε σύζυγο. Πολύ συχνά ήταν αποδέκτες μιας νομικά κατοχυρωμένης βίας. Οι χωρικές και οι εργάτριες αντιμετώπιζαν τιμωρίες, έπρεπε να τα βγάλουν πέρα με ιδιαίτερα  κοπιαστικές δουλειές στα χωράφια και τα εργοστάσια, έχοντας το επιπλέον βάρος της ανατροφής των παιδιών και του νοικοκυριού σε μια εποχή που οι γέννες ήταν δύσκολες και επικίνδυνες, η αντισύλληψη ανύπαρκτη και το ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας υψηλό.

Παρόλα αυτά, η πολιτική εμπλοκή των γυναικών το 1917 δεν προέκυψε από το πουθενά. Η Ρωσία ήταν μια χώρα με αντιφάσεις: μαζί με την βαθιά φτώχεια, την καταπίεση και την τυραννία που υπέμεναν οι περισσότεροι άνθρωποι, η Ρώσικη οικονομία είχε εκτιναχθεί τις δεκαετίες πριν το 1905. Τεράστια μοντέρνα εργοστάσια παρήγαγαν όπλα και ρούχα, σιδηρόδρομοι συνέδεαν τις ραγδαία αναπτυσσόμενες πόλεις, την ίδια στιγμή που οι επενδύσεις και η τεχνογνωσία που εισαγόταν από την Ευρώπη οδηγούσε σε τεράστιες αυξήσεις σε σίδερο και παραγωγή πετρελαίου.

Αυτές οι τρομερές οικονομικές αλλαγές οδήγησαν σε έναν πολύ μεγάλο κοινωνικό μετασχηματισμό τα χρόνια πριν τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο. Όλο και περισσότερες αγρότισσες εξαναγκάστηκαν από τη φτώχεια και τους εργοδότες να δουλέψουν στα εργοστάσια των αστικών κέντρων. Τα αφεντικά μέσα από την εκβιομηχάνιση οδήγησαν σε αύξηση της  ανειδίκευτης εργασίας και βέβαια προτιμούσαν να έχουν «υπάκουους» εργαζόμενους, γεγονός που οδήγησε σε μεγάλη αύξηση των γυναικών που δούλευαν σε υφαντουργεία, κεραμοποιεία και εργοστάσια χαρτιού.

Οι γυναίκες είχαν ήδη από το 1896 εμπλοκή στις απεργίες στα υφαντουργεία, συμμετείχαν σε διαμαρτυρίες ενάντια στην επιστράτευση πριν ακόμα από τον Ρωσο-Ιαπωνικό πόλεμο και είχαν πολύ κρίσιμο ρόλο στην επανάσταση του 1905, κατά τη διάρκεια της οποίας ανειδίκευτες εργάτριες στα υφάσματα, τον καπνό και τα εργοστάσια ζάχαρης, μαζί με οικιακές εργάτριες και πλύστρες, απέργησαν και προσπάθησαν να ιδρύσουν τα δικά τους σωματεία, αποτελώντας έτσι μέρος μιας μαζικής επανάστασης.

Οι επιπτώσεις του Α’ παγκοσμίου Πολέμου επέδρασαν καθοριστικά στην αύξηση της οικονομικής και πολιτικής δύναμης των γυναικών. Ο πόλεμος διέλυσε τις οικογένειες και αναστάτωσε τις ζωές των γυναικών. Εκατομμύρια άνδρες απουσίαζαν στο μέτωπο, πληγωμένοι ή σκοτωμένοι, αναγκάζοντας τις γυναίκες να δουλεύουν μόνες τους στη γη, να κρατούν τα σπιτικά και να ενταχθούν στο αστικό εργατικό δυναμικό. Οι γυναίκες αποτελούσαν το  26.6 % του εργατικού δυναμικού το 1914 και σχεδόν το μισό (43,4%) το 1917. Ακόμα και σε εξειδικευμένους τομείς, η γυναικεία συμμετοχή αυξήθηκε δραματικά. Το 1914 αποτελούσαν μόνο το 3% των εργατών μετάλλου ενώ το 1917 είχαν αυξηθεί φτάνοντας το 18%.

Στη δυαδική κατάσταση εξουσίας που ακολούθησε την Επανάσταση του Φλεβάρη, οι γυναικείες διαδηλώσεις δεν εξαφανίστηκαν αλλά αποτέλεσαν μέρος της κίνησης των εργατών που μετατόπισαν τη στήριξη τους, από την κυβέρνηση στα Σοβιέτ και μέχρι το Σεπτέμβρη από την ηγεσία των μετριοπαθών  Μενσεβίκων-Σοσιαλεπαναστατών στους Μπολσεβίκους.

Οι προσδοκίες των εργατριών και των εργατών για βελτίωση της ζωής τους μετά την πτώση του Τσάρου, διαλύθηκαν από το γεγονός ότι η κυβέρνηση και η Σοβιετική ηγεσία συνέχισαν τη διεξαγωγή του πολέμου. Μέχρι τον Μάη οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις οδήγησαν στη διάλυση της πρώτης προσωρινής κυβέρνησης και οι Μενσεβίκοι-Σοσιαλεπαναστάτες σχημάτισαν κυβέρνηση συμμαχίας με τους φιλελεύθερους που ήταν ακόμα αφοσιωμένοι στον πόλεμο. Η απογοήτευση των εργατών οδήγησε σε καινούριες απεργίες, και πάλι καθοδηγούμενες από γυναίκες. Γύρω στις σαράντα χιλιάδες πλύστρες, μέλη ενός συνδικάτου που καθοδηγούνταν από το μέλος των Μπολσεβίκων, Σοφία Γκοντσάρσκαγια, απέργησαν για μεγαλύτερο μεροκάματο, οχτάωρο και καλύτερες συνθήκες εργασίας: συνθήκες υγιεινής, παροχές μητρότητας (ήταν σύνηθες οι εργάτριες να κρύβουν την εγκυμοσύνη τους μέχρι να γεννήσουν στο πάτωμα του εργοστασίου), καθώς και το τέλος της σεξουαλικής παρενόχλησης.

Όπως περιγράφουν οι ιστορικοί Τζέιν ΜακΝτέρμιτ και Άννα Χάιλγιερ:

Μαζί με άλλες ακτιβίστριες του συνδικάτου, η Γκοντσάρσκαγια, πήγαινε από το ένα πλυντήριο στο άλλο πείθοντας τις γυναίκες να συμμετάσχουν στην απεργία. Γέμιζαν κουβάδες με κρύο νερό για να σβήσουν τους φούρνους. Σε ένα πλυντήριο ο ιδιοκτήτης επιτέθηκε στην Γκοντσάρσκαγια, με έναν λοστό. Σώθηκε από τις πλύστρες που τον ακινητοποίησαν.

Τον Αύγουστο αντιμέτωπες με τις απόπειρες του στρατηγού Κορνίλοφ, να τσακίσει την επανάσταση, οι γυναίκες διαδήλωσαν για να υπερασπιστούν το Πέτρογκραντ, στήνοντας οδοφράγματα και οργανώνοντας τις πρώτες βοήθειες. Τον Οκτώβρη, οι γυναίκες του Μπολσεβίκικου Κόμματος, ασχολούνταν με την παροχή ιατρικής βοήθειας καθώς και με τις κρίσιμες επικοινωνίες μεταξύ των διαφόρων περιοχών, μερικές είχαν την ευθύνη να συντονίζουν διαφορετικές περιοχές του Πέτρογκραντ, ενώ υπήρχαν και γυναίκες μέλη των ερυθροφρουρών. Οι ΜακΝτέρμιτ και Χάιλγιερ περιγράφουν την εμπλοκή ακόμα μιας γυναίκας μέλους των Μπολσεβίκων που έδρασε τον  Οκτώβρη:

Η οδηγός του τραμ A.E. Ροντιόνοβα είχε κρύψει 42 τουφέκια και διάφορα άλλα είδη οπλισμού στην αποθήκη της, όταν η Προσωρινή Κυβέρνηση είχε προσπαθήσει να αφοπλίσει τους εργάτες μετά από τις μέρες του Ιούλη. Τον Οκτώβρη ανέλαβε να οργανώσει δύο τραμ τα οποία θα έφευγαν από το σταθμό για να κατευθυνθούν προς την έφοδο στα Χειμερινά Ανάκτορα κουβαλώντας όπλα. Έπρεπε να φροντίσει για τη λειτουργία του τραμ τη νύχτα της 25ης προς 26η Οκτώβρη, έτσι ώστε η ίδια να βοηθήσει στην κατάληψη της εξουσίας και να περιπολήσει τα πόστα του Ερυθρού Στρατού μέσα στην πόλη.

Η επανάσταση μεγάλωσε το χάσμα ανάμεσα στις εργαζόμενες γυναίκες, για τις οποίες ο πόλεμος ήταν η αιτία των δεινών και οι οποίες έκαναν όλο και περισσότερα καλέσματα για την ειρήνη, και τις φεμινίστριες που συνέχισαν να στηρίζουν την αιματοχυσία. Για την πλειοψηφία των αστών-φεμινιστριών που διεκδικούσαν ισότητα απέναντι στο νόμο, εκπαίδευση και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, αυτά τα αιτήματα θα μπορούσαν να κερδηθούν μόνο εάν έμεναν πιστές στη νέα κυβέρνηση και στήριζαν τον πόλεμο. Το να αποδείξουν τον πατριωτισμό τους ήταν μέρος της προσπάθειας τους να συμμετάσχουν στη λήψη αποφάσεων και να κερδίσουν μια θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Η Επανάσταση του Φλεβάρη, είχε οδηγήσει σε μια επανεκκίνηση της καμπάνιας των φεμινιστριών για καθολική ψήφο, και αποτέλεσε  ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, μέχρι τον Ιούλιο που το αίτημα αυτό τελικά υλοποιήθηκε. Όμως για τις περισσότερες γυναίκες το δικαίωμα στη ψήφο δεν άλλαξε ουσιαστικά τη ζωή τους, αφού συνέχιζαν να υποφέρουν από τις ελλείψεις τροφίμων, τις πολλές ώρες εργασίας, την ίδια στιγμή που πάλευαν να κρατήσουν τις οικογένειές τους ενωμένες. Όπως έγραφε η Κολλοντάϊ το 1908[ii]:

Όσο φαινομενικά ριζοσπαστικά και αν είναι τα αιτήματα των φεμινιστριών, δεν πρέπει να χάνουμε από τα μάτια μας, το γεγονός ότι οι φεμινίστριες δεν μπορούν λόγω της ταξικής τους θέσης, να δώσουν τη μάχη για τον ριζικό οικονομικο-κοινωνικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, μετασχηματισμό ο οποίος δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς την απελευθέρωση των γυναικών.

Για τις περισσότερες εργάτριες και αγρότισσες, τα ζητήματα καταπίεσης και ισότητας δεν ετίθεντο αφηρημένα, αλλά αναδύονταν συγκεκριμένα μέσα από τις διαδικασίες της πάλης για την βελτίωση της ζωής τους, καθώς και των συζύγων και των παιδιών τους. Όσες γυναίκες ήταν πιο ανοιχτές πολιτικά και είχαν περισσότερη αυτοπεποίθηση ήταν συχνά μέλη του Μπολσεβίκικου κόμματος, όμως τα χαρακτηριστικά τους αυτά,  ήταν  το αποτέλεσμα της δικής τους συλλογικής δράσης  ενάντια στον πόλεμο και τους πολιτικούς. Οι δράσεις τους ήταν κυρίως επικεντρωμένες στα ζητήματα της πείνας, του πολέμου και της ιδιοκτησίας  γης. Όπως υποστηρίζει ο Ρόμπερτ Σέρβις[iii] :

Το πολιτικό πρόγραμμα των Μπολσεβίκων αποδεικνυόταν όλο και πιο ελκυστικό για την πλειοψηφία των εργατών, των φαντάρων και των χωρικών, όσο η κοινωνική αναταραχή και η οικονομική καταστροφή έφτανε σε κλιμάκωση στα τέλη του φθινοπώρου. Χωρίς αυτό δεν θα υπήρχε η Επανάσταση του Οκτώβρη.

Όλη η αυτή η κατάσταση είχε βιωθεί έντονα τόσο από τις εργάτριες, τις αγρότισσες και τις γυναίκες των φαντάρων  όσο και από τους άντρες συνάδελφούς τους. Χωρίς την υποστήριξη της πλειοψηφίας των ανειδίκευτων εργατών στο Πέτρογκραντ, στην πλειοψηφία τους γυναίκες, η Οκτωβριανή εξέγερση δεν θα είχε πετύχει.

Η στήριξη στους Μπολσεβίκους δεν ήταν τυφλή αλλά ήταν το αποτέλεσμα, με τα λόγια του Τρότσκι, «μιας επιφυλακτικής και οδυνηρής ανάπτυξης συνειδήσεων», από εκατομμύρια εργάτες, άνδρες και γυναίκες. Μέχρι τον Οκτώβρη όλα τα άλλα σενάρια είχαν δοκιμαστεί: Η προσωρινή κυβέρνηση και οι Μενσεβίκοι είχαν προδώσει το λαό, οι διαδηλώσεις είχαν προκαλέσει είτε καταστολή είτε κάποιες περιορισμένες κατακτήσεις που πλέον δεν ικανοποιούσαν τις ελπίδες για μια καλύτερη ζωή. Το πιο κρίσιμο ζήτημα όμως ήταν ότι  το πραξικόπημα του Κορνίλοφ είχε θέση με σαφήνεια τα διακυβεύματα: «Η θα προχωρήσουμε ή θα διαλυθούμε». Ένας εργάτης το έθεσε ως εξής: «Οι Μπολσεβίκοι πάντα έλεγαν: «Δεν είμαστε εμείς αυτοί που θα σε πείσουν, αλλά η ζωή η ίδια». Και τώρα οι Μπολσεβίκοι θριάμβευσαν γιατί η ζωή απέδειξε ότι η ταχτική τους ήταν σωστή».

Ήταν προς τιμή των Μπολσεβίκων το γεγονός ότι είχαν λάβει τόσο σοβαρά υπόψη το γυναικείο ζήτημα και παρόλο που με τα σημερινά δεδομένα οι γυναίκες τότε ήταν τραγικά υπό-εκπροσωπούμενες, πράγματι είχαν γίνει σοβαρές προσπάθειες για την οργάνωση και την ενίσχυση των εργατριών. Το γεγονός ότι οι Μπολσεβίκοι έκαναν περισσότερα από άλλα σοσιαλιστικά κόμματα για να σχετιστούν με τις εργάτριες δεν έγινε αναγκαία λόγω κάποιας μεγαλύτερης δέσμευσης τους ως προς  τα δικαιώματα των γυναικών.

Τόσο οι  Μενσεβίκοι όσο και οι  Μπολσεβίκοι κατανοούσαν την ανάγκη στράτευσης των γυναικών και απεύθυνσης προς αυτές αφού τις αντιλαμβάνονταν ως μέρος της εργατικής τάξης, αλλά οι Μπολσεβίκοι μπορούσαν να εντάξουν τον αγώνα για ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών σε μια στρατηγική βασισμένη στην ταξική πάλη ενάντια στην κυβέρνηση και τον πόλεμο, ενώ τα κόμματα που είχαν εμπλακεί στη συνέχιση του πολέμου και σε συμφωνίες με προνομιούχα αφεντικά, λίγα μπορούσαν να κάνουν πέρα από κάποια ρεπορτάζ για τις απεργίες των γυναικών και κάποιες ομιλίες για τα πολιτικά δικαιώματα, χωρίς όμως να προτείνουν συγκεκριμένες λύσεις για τις υλικές πιέσεις που βάραιναν στη ζωή των γυναικών.

Οι Μπολσεβίκοι όλο και περισσότερο αναλάμβαναν την οργάνωση και την πολιτικοποίηση των γυναικών, εν μέρει μαθαίνοντας από τα πρώτα ξεσπάσματα του Φλεβάρη και εν μέρει λόγω της  επιμονής των ίδιων των γυναικών μελών τους.

Ηγετικές μπολσεβίκες όπως η Κολλοντάϊ, η Κρούπσκαγια, η Ινέσσα Αρμάντ, η Κονκόρδια Σαμοϊλοβνα και η Βέρα Σλούτσκαγια, μεταξύ άλλων, αρκετό καιρό πριν υποστήριζαν ότι το κόμμα έπρεπε να κάνει ιδιαίτερες προσπάθειες για να οργανώσει τις εργάτριες και να συμβάλει στην πολιτική τους εκπαίδευση. Πάλευαν για να πείσουν τους άντρες συντρόφους τους ότι οι ανειδίκευτες εργάτριες είχαν πολύ κομβικό ρόλο και δεν ήταν ένα παθητικό, συντηρητικό και «οπισθοδρομικό» εμπόδιο για την επανάσταση. Η Μπολσεβίκικη εφημερίδα Ραμπότνιτσα (η εργάτρια), που πρωτοεκδόθηκε το 1914 και ξανακυκλοφόρησε τον Μάη του 1917, περιλάμβανε άρθρα για βρεφοκομεία, βρεφονηπιακούς σταθμούς και νομικό πλαίσιο προστασίας στους εργασιακούς χώρους για τις γυναίκες και επανειλημμένα υπογράμμιζε ότι η ανάγκη για ισότητα καθώς και για τα «γυναικεία ζητήματα» ήταν υπόθεση όλων των εργατών.

Ο ρόλος των εργατριών τον Φλεβάρη και η σημασία που είχε η δράση τους ως μέρος του εργατικού δυναμικού του Πέτρογκραντ συνέβαλαν στο να αλλάξει η οπτική ανάμεσα στους μπολσεβίκους άντρες που θεωρούσαν ότι η επικέντρωση στα γυναικεία ζητήματα έδινε έδαφος στο φεμινισμό και ότι η επανάσταση θα καθοδηγούνταν από τους πιο ειδικευμένους  και πολιτικά συνειδητοποιημένους (άντρες) εργαζόμενους. Παρ όλα αυτά ο αγώνας ήταν σκληρός και ο δρόμος ανηφορικός. Όταν η Κολλοντάϊ τον Απρίλη πρότεινε να δημιουργηθεί γυναικείο τμήμα είχε απομονωθεί πολύ, παρόλο που είχε τη στήριξη του Λένιν, του οποίου οι θέσεις του Απρίλη δεν είχαν γίνει αποδεκτές με μεγάλο ενθουσιασμό από την ηγεσία των Μπολσεβίκων, και αντίστροφα-η Κολλοντάϊ ήταν η μοναδική υποστηρίχτρια του Λένιν στην Κεντρική Επιτροπή.

Στους μήνες που ακολούθησαν παρόλα αυτά, ήταν ολοφάνερη η σημασία τόσο του επιχειρήματος του Λένιν για το «όλη η εξουσία στα σοβιέτ», όσο και η κατανόηση της Κολλοντάϊ για τον κομβικό ρόλο των γυναικών στη δυναμική και το προχώρημα της επανάστασης.

Πέρα από την Ραμπότνιτσα, άρχισαν και άλλες μπολσεβίκικες εφημερίδες να υποστηρίζουν ότι οι κυρίαρχες σεξιστικές συμπεριφορές έβαζαν σε κίνδυνο την ταξική ενότητα και το κόμμα ασχολήθηκε ιδιαίτερα έτσι ώστε οι γυναίκες να εκπροσωπούνται στις εργοστασιακές επιτροπές, προσπαθώντας να πείσει τους άντρες να ψηφίζουν γυναίκες, ιδιαίτερα στις βιομηχανίες που οι τελευταίες αποτελούσαν την πλειοψηφία των εργαζομένων. Οι προσπάθειες του κόμματος προκαλούσαν τις αντιδράσεις των ανδρών που θεωρούσαν τις εργάτριες  απειλή για τις θέσεις εργασίας.

Έξι βδομάδες μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο γάμος είχε αντικατασταθεί με μια απλή πολιτική καταχώρηση  και το διαζύγιο παραχωρούνταν εύκολα, μόνο με την αίτηση του ενός εκ των δύο συντρόφων. Αυτά τα μέτρα περιλήφθηκαν ένα χρόνο αργότερα στον οικογενειακό κώδικα, και έκαναν τις γυναίκες ίσες απέναντι στο νόμο. Ο θρησκευτικός έλεγχος καταργήθηκε αφαιρώντας αιώνες θεσμικής καταπίεσης με μια μόνο κίνηση. Το διαζύγιο μπορούσε να δοθεί σε οποιονδήποτε από τους δύο συντρόφους χωρίς δηλωμένο λόγο, οι γυναίκες  είχαν το δικαίωμα να κερδίζουν τα δικά τους  χρήματα και κανείς σύντροφος δεν είχε το δικαίωμα στην περιουσία του άλλου. Η φράση «νόθο παιδί» εξαφανίστηκε – αν μια γυναίκα δεν ήξερε ποιος ήταν ο πατέρας τους παιδιού της, όλοι οι προηγούμενοι σύντροφοί της αναλάμβαναν τη συλλογική ευθύνη του παιδιού. Το 1920 η Ρωσία έγινε η πρώτη χώρα που νομιμοποίησε την έκτρωση κατόπιν αιτήματος.

Το 1917, η επανάσταση ξεκίνησε και συνεχίστηκε από τις γυναίκες και κατά τη διάρκεια των πρώτων  χρόνων, πολλές παλιομοδίτικες αντιλήψεις που θεωρούσαν τις γυναίκες κατώτερες, ιδιοκτησία των ανδρών, παθητικές, οπισθοδρομικές, συντηρητικές, χωρίς αυτοπεποίθηση και αδύναμες όταν τις προκαλούσαν, αν και δεν εξαλείφθηκαν, τουλάχιστον κλονίστηκαν από τη δράση των γυναικών και την αφοσίωσή τους στην πολιτική.

Όμως η Ρώσικη Επανάσταση δεν εξάλειψε την αντρική κυριαρχία, ούτε απελευθέρωσε τις γυναίκες. Οι καταστροφικές συνέπειες του εμφυλίου πολέμου και οι μεταγενέστερες στρεβλώσεις της σοβιετικής κυβέρνησης δεν έκαναν εφικτές αυτές τις δυνατότητες. Οι ανισότητες παρέμειναν. Λίγες γυναίκες κατείχαν αξιώματα, λίγες είχαν εκλεχτεί σε όργανα διοίκησης και οι σεξιστικές ιδέες δεν μπορούσαν απλά να εξαφανιστούν στις ακραίες συνθήκες που ακολούθησαν του Οκτώβρη.

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, οι γυναίκες δεν συμμετείχαν ισότιμα με τους άντρες, ούτε συμμετείχαν τόσο στα υψηλότερα επίπεδα των πολιτικών διαδικασιών, αλλά παρ όλους τους περιορισμούς της ζωής τους, ξεπέρασαν κάθε προσδοκία και καθόρισαν την κατεύθυνση της επανάστασης. Όπως λένε οι  ΜακΝτέρμιτ και Χάιλερ[iv]:

Πράγματι, ο διαχωρισμός εργασίας ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες παρέμεινε, αντί όμως να φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες απέτυχαν να κλονίσουν την αντρική κυριαρχία, μπορούμε να εστιάσουμε στο πως ελίχθηκαν μέσα στην παραδοσιακή τους σφαίρα και τι σημασία είχε αυτό τελικά για την επαναστατική διαδικασία.

Οι γυναίκες αποτελούν μέρος της επανάστασης του 1917, έγραψαν ιστορία μαζί με τους άντρες, όχι ως παθητικοί θεατές ή σαν ασήμαντες προσωπικότητες αλλά ως γενναίες συμμετέχουσες, των οποίων η δέσμευση μετρούσε πολύ αφού σηματοδοτούσε μια συνολική απόρριψη της κυρίαρχης καταπίεσης τους. Βλέποντας την επανάσταση μέσα από τα μάτια των γυναικών, μας δίνεται η δυνατότητα μιας πλούσιας ανάγνωσης αυτού του γεγονότος που μέχρι σήμερα παραμένει η πιο μετασχηματιστική ιστορική στιγμή στη ζωή των γυναικών.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Jacobin

Μετάφραση: Κατερίνα Σεργίδου

Πηγή: Rproject

 

ΣτΜ:

[i]  Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο,  Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης  του Λέων Τρότσκι. Για τη μετάφραση χρησιμοποιήθηκε η  ελληνική έκδοση, Παρασκήνιο, 2006.

[ii] Πρόκειται για απόσπασμα  από ομιλία της Αλεξάνδρα Κολλοντάϊ σε ένα φεμινιστικό συνέδριο του 1908 που  δημοσιεύτηκε το 1909 με τον τίτλο: « Η κοινωνική βάση του γυναικείου ζητήματος» (The Social Basis of the Woman Question)  . Το κείμενο περιλαμβάνεται στο Selected Writings of Alexandra Kollontai, Allison & Busby, 1977 και δεν έχει μεταφραστεί μέχρι τώρα στα ελληνικά.

[iii] Ο Robert Service είναι Ιστορικός και έχει ασχοληθεί  επισταμένα με την ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης. Το απόσπασμα  που αναφέρεται στο άρθρο είναι από το βιβλίο  The Russian Revolution, 1900-1927  , Humanities Press International, 1986

[iv] Οι Anna Hillyar and Jane McDermid είναι ιστορικοί της Ρώσικης Επανάστασης και έχουν συγγράψει βιβλία για το ρόλο των γυναικών στην επανάσταση.

Share

Αι σωφρατζέτ: αναγνώσματα δια κυρίας

Suffragettes

Το Φεβρουάριο του 1908 οι “σωφρατζέτ” μεταξύ των οποίων και η Emily Pankhurst προσπάθησαν να μπουν στην αγγλική Βουλή και  δώσουν ένα ψήφισμα διαμαρτυρίας για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών στον τότε Πρωθυπουργό H. Asquith. Η ίδια η Pankhurst συνελήφθη για πρώτη φορά, και όπως και πολλές άλλες “σωφρατζέτ”, καταδικάστηκε σε έξι μήνες φυλάκισης για παρεμπόδιση. Η φυλάκιση τους υπήρξε και η αφορμή για να αρχίσει πλέον το κίνημα να παίρνει δημοσιότητα και το αίτημα τους να γίνεται γνωστό.

ΤΡΙΤΗ 5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1908

“ΑΘΗΝΑΙ”

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΔΙΑ ΚΥΡΙΑΣ

ΑΙ ΣΩΦΡΑΤΖΕΤ

Μα είνε να τας λησμονή κανείς; Πάλιν νέας ειδήσεις αγγέλλουν τα αγγλικά φύλλα. Αι σωφρατζέτ πάλιν έκαμαν πραγματικωτάτην και επιστημονικήν έφοδον κατά του Αγγλικού Κοινοβουλίου προ πέντε ημερών επί τω τέλει να επιδώσουν έστω και διά της βίας μίαν αναφοράν εις τον Πρόεδρον αυτού. Ολίγω προ της 4 μ.μ. ώρας ο κόσμος είδε να σταματούν κοντά εις μίαν από τας μεγάλας πύλας του Βουλευτηρίου, δύο τεράστια κάρρα της μετακομίσεως κεκαλυμμένα.

Αιφνιδίως αι θυρίδες ήνοιξαν και τριάκοντα περίπου γυναίκες εξεπήδησαν, ως λύκαιναι δε πεινασμέναι επέπεσαν κατά της πύλης.

Η έφοδος αυτή, καίτοι δεν ανεμένετο – που να υποθέση κανείς ότι αι σωφρατζέτ θα μετεχειρίζοντο δια την άλωσιν του Κοινοβουλίου δύο Δουρείους ίππους – απεκρούσθη εν τούτοις μετά πολλής δραστηριότητος· μερικαί όμως από τας εφορμήσασας κατώρθωσαν να διαφύγουν από τας χείρας των συλλαβόντων αυτάς και να διαβούν το κατώφλιον του Κοινοβουλίου. Αλλ’ οι θυρωροί κατώρθωσαν ταχέως ν’ ανακτήσουν το απολεσθέν έδαφος.

Οι διαβάται οι σπεύσαντες εις τας κραυγάς εγιουχάϊσαν σαρκαστικώτατα την πομπήν των ηττημένων. Τούτο δε εξηρέθισε τας σωφρατζέτ αι οποίαι στραφείσαι εκ νέου εφώρμησαν κατά του Βουλευτηρίου ως λυσσιασμέναι.

Τέλος οι προσδραμόντες αστυφύλακες τας συνέλαβον, τας έδεσαν και τας απήγαγον. Αι συλληφθείσαι ανέρχονται εις πεντήκοντα και τέσσαρας.

Και πάλιν όμως δεν ησύχασαν αι άλλαι σωφρατζέτ, διότι περί την 7 μ.μ. ώραν νέα έφοδος 100 περίπου σωφρατζέτ εγένετο, αλλά και άλλαι είκοσι συλλήψεις επηκολούθησαν. Εάν εξακολουθήσουν αι έφοδοι αυταί θα φθάση η στιγμή κατά την οποίαν θηλυκή γάτα δεν θα μείνη έξω των φυλακών.

Ψηφιοποίηση: Λίνα Φιλοπούλου

σουφραζέτες

Share

Οι έμμισθες οικιακές εργάτριες ως όψη συγκρότησης της εργατικής τάξης στην Ελλάδα

collageweb

της Ποθητής Χαντζαρούλα

Θα ξεκινήσω από το ερώτημα που με απασχόλησε[1]. Πώς παράγεται η ταξική υποτέλεια; Πώς ένα υποκείμενο παράγεται μέσα από τη σχέση του με μια άλλη τάξη ως υπάλληλο; Μέσα από ποιους μηχανισμούς επιτελεί την κατωτερότητά του; Ποια είναι πρόσωπα που παίρνουν οι σχέσεις εξουσίες στο πεδίο της εργασίας;

Κάθε σχέση εξουσίας οργανώνεται σε ένα συγκεκριμένο πεδίο και σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο. Το πεδίο αυτό είναι η έμμισθη οικιακή εργασία. Η μελέτη εντάσσεται στο πλαίσιο των ερευνών που επικεντρώνονται στη σχέση εργοδότριας – οικιακής εργαζόμενης, εμπνεόμενη από την εννοιολόγηση της τάξης από τον Έντουαρντ Τόμσον ως σχέσης. Πώς μελετάμε αυτή τη σχέση; Αν η τάξη δημιουργείται από τους ανθρώπους καθώς ζουν την ιστορία τους, αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι είναι παρόντες και συμμετέχουν στη δημιουργία των ταξικών ταυτοτήτων. Όπως υποστηρίζει ο Τόμσον, «η τάξη είναι ένα κοινωνικό και πολιτισμικό μόρφωμα (που συχνά αποκτά θεσμική έκφραση), το οποίο δεν μπορεί να οριστεί αφαιρετικά ή μεμονωμένα, αλλά μόνο με αναφορά στη σχέση με τις άλλες τάξεις· και σε τελευταία ανάλυση, μπορεί να οριστεί μόνο στο μέσο του χρόνου, δηλαδή της δράσης και της αντίδρασης, της αλλαγής και της σύγκρουσης. Όταν μιλάμε για τάξη, σκεφτόμαστε ένα πολύ χαλαρά ορισμένο σώμα ανθρώπων που μοιράζονται τις ίδιες κατηγορίες συμφερόντων, κοινωνικές εμπειρίες, παραδόσεις και αξιακά συστήματα, που έχουν την προδιάθεση να συμπεριφέρονται ως τάξη, να ορίζουν τους εαυτούς τους στη δράση τους και στη συνείδησή τους σε σχέση με άλλες ομάδες ανθρώπων με ταξικό τρόπο. Αλλά η ίδια η τάξη δεν είναι πράγμα, είναι συμβάν»[2].

Αν η τάξη είναι συμβάν, σε ποιο χρονικό ορίζοντα τη μελετάμε; Για να κατανοήσω την παραγωγή του υποκειμένου μέσα από τη σχέση, έπρεπε να την τοποθετήσω σε μια προοπτική και όχι να κόψω μια φέτα του χρόνου σύγχρονη με τη ζωή των υποκειμένων που μελετούσα. Προσπάθησα να τοποθετήσω την εμπειρία των οικιακών εργατριών στο πλαίσιο των κρατικών πολιτικών, της νομοθεσίας, της αγοράς εργασίας, της αγροτικής οικονομίας, της οικογένειας, των λόγων και των αναπαραστάσεων της αστικής τάξης.

Κάποιες κατηγορίες εργαζομένων είναι χρήσιμες για να σκέφτεται μια κοινωνία[3]. Καμία άλλη μορφή όσο η μορφή της οικιακής εργαζόμενης δεν απέδωσε καλύτερα τις αγωνίες της αστικής τάξης για τον εαυτό της και δεν αποτέλεσε για το φαντασιακό της αστικής τάξης την καλύτερη έκφραση των επιδιώξεών της. Η μορφή της υπηρέτριας αγνοημένη από την εργατική νομοθεσία και αποκλεισμένη από την κρατική προστασία εξυπηρέτησε την καμπάνια για την κατάργηση της παιδικής εργασίας όταν το κράτος αποφάσισε να προσχωρήσει στα πολιτισμένα κράτη της Δύσης αναγνωρίζοντας στα παιδιά της εργατικής τάξης το δικαίωμα στην παιδική ηλικία[4].

Η έννοια της υποκειμενικότητας αποσκοπεί στο να γίνει κατανοητό ότι τα υποκείμενα δεν συγκροτήθηκαν ερήμην τους αλλά μετείχαν στη διαδικασία της διαμόρφωσής τους. Το δίπολο αντίσταση-υποταγή αποτελεί μια διχοτομική προσέγγιση που εγκλωβίζει την έννοια του δρώντος υποκειμένου στο περιοριστικό δίλημμα ότι το υποκείμενο είτε αντιστέκεται είτε συναινεί στις κυριαρχικές δομές εξουσίας στον χώρο του σπιτιού. Κάθε ανάλυση που θέτει ως στόχο της να απαντήσει σε αυτό το δίλημμα αρχίζει πολύ αργά τη συγγραφή της ιστορίας, καθώς δέχεται ως δεδομένες τις κοινωνικές κατηγορίες και δεν εξετάζει τη σύνθετη διαδικασία της διαμόρφωσης του υποκειμένου, η οποία δεν μπορεί να συντελείται έξω από την έγκλησή του από την εξουσία[5]. Ως εκ τούτου η παραγωγή της υποτέλειας τέθηκε στο πλαίσιο της κατασκευής της «υπηρέτριας» ως κατηγορίας του νόμου, ως μορφής που συμπυκνώνει τον κίνδυνο για την ιδιοκτησία της αστικής τάξης, την ανησυχία για την ηθική, πνευματική και σωματική μόλυνση των παιδιών της, την καταναλώτρια που απειλεί μέσω της μίμησης να συσκοτίσει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ της αστικής και της εργατικής τάξης και δυνάμει να την ανατρέψει.

Κάθε βιβλίο έχει πλοκή. Πώς σχετίζεται αυτή η πλοκή με τις πηγές; Δηλαδή ποια είναι η διαδικασία να παραχθεί ιστορία από τις πηγές; Και τι είδους πηγές είναι αυτές;

Έχουν οι πηγές αυτονομία και σε ποιον βαθμό από τα ερωτήματα; Ποιος είναι ο ρόλος των συναισθημάτων στην παραγωγή της ιστορίας;

Πώς να αποδώσω τα συναισθήματα που μου γεννούσαν τα λόγια των ανθρώπων; Αυτά που μου έλεγαν οι άνθρωποι με συγκλόνιζαν, αλλά έπρεπε να φτιάξω μια αφήγηση ώστε ο αναγνώστης να αισθανθεί αυτό που με συγκλόνισε. Το πλαίσιο αυτό ήταν το πλαίσιο των έμφυλων, ταξικών και ηλικιακών σχέσεων εξουσίας. Επομένως η ιστορία τους, για να αποκτήσει νόημα, έπρεπε να ενταχθεί στο πλαίσιο που οι ίδιες έθεταν στην αφήγησή τους. Εδώ τίθεται το ζήτημα του κατά πόσο οι συνεντεύξεις αποτελούν για τον ιστορικό απλώς πρωτογενείς πηγές στις οποίες επενεργεί με την ερμηνεία του. Κατά πόσο ο ιστορικός ασκεί μέσω της ερμηνείας την εξουσία του πάνω στις πηγές ή κατά πόσο ο διάλογος που παράγει τις πηγές του εξακολουθεί να παράγει καρπούς και στο επίπεδο της συγγραφής της ιστορίας.

Με καθοδήγησαν στη συγγραφή της ιστορίας οι ερμηνείες των ίδιων των γυναικών από τις οποίες πήρα συνέντευξη και τα συναισθήματά τους. Με αυτή την έννοια, οι συνεντεύξεις δεν αποτελούν απλώς πρωτογενείς πηγές στις οποίες επενεργεί ο ιστορικός αλλά αποτελούν ήδη μια ερμηνεία, παρέχουν τα κλειδιά για να απαντήσω στα ερωτήματα και να κατανοήσω τι σήμαινε γι’ αυτές τις γυναίκες να δουλεύουν ως οικιακές εργάτριες. Πώς αισθάνονταν και ποια αισθήματα εξέφραζαν αναφορικά με τη σχέση τους με τις εργοδότριές τους και αναφορικά με την εργασία τους[6].

Το βιβλίο έθεσε στο επίκεντρο το υποκείμενο και τα συναισθήματά του, καθώς η βίωση της καταπίεσης εκφέρεται με συναισθήματα και αυτά τα συναισθήματα παράγουν τη συνείδηση.

Επομένως, τι σημαίνει ότι γράφω την ιστορία της οικιακής εργασίας από την οπτική των γυναικών που έκαναν αυτό το επάγγελμα; Θεωρώντας ότι έχει επιβληθεί ένας μονόλογος στη δική τους εμπειρία από την αστική τάξη, έπρεπε να ακουστεί και η δική τους φωνή. Οπότε η δική τους φωνή μελετάται σε σχέση με τον λόγο της αστικής τάξης και της κρατικής πολιτικής, που διαμόρφωσαν το πλαίσιο της εργασίας τους μέσα από τη νομοθεσία, τις αναπαραστάσεις γι’ αυτές και την πραγματικότητα της εργασίας στο αστικό νοικοκυριό. Διαμορφώθηκε μια εργασιακή κατηγορία, την οποία κατοικούν τα υποκείμενα της μελέτης, αλλά εκείνες είναι οι πρωταγωνίστριες καθώς διατυπώνουν τον δικό τους λόγο για την εργασία τους και τις σχέσεις τους με τις εργοδότριές τους.

Δεν τίθεται επομένως ζήτημα του να ακούσουμε και τις δύο πλευρές, οι οποίες έχουν διαφορετικές ιστορίες να μας πουν με στόχο να έχουμε μια πλήρη εικόνα. Διότι αυτό θα σήμαινε ότι λογαριάζουμε τα δύο μέρη στο εργασιακό συμβόλαιο σαν να είναι ίσα και όχι ασύμμετρα. Ούτε μπορούμε να ξεκινήσουμε τη μελέτη της εργασίας μόνο στο πλαίσιο του σπιτιού, της εργασίας, από τη στιγμή δηλαδή που τα υποκείμενα θα μπουν στη σχέση αυτή. Διότι είναι ήδη υποκείμενα του Λόγου και του νόμου, των λόγων που έχουν παραχθεί γι’ αυτές από την εξουσία και τους φορείς της. Εξέτασα λοιπόν πρώτα την έγκληση των υποκειμένων, ποιοι είναι αυτοί οι Λόγοι και πώς διαμορφώνουν τα υποκείμενα για τα οποία μιλούν. Το να εξετάσουμε τις δύο αυτές οπτικές σημαίνει ότι πρέπει να τις τοποθετήσουμε στο πλαίσιο των σχέσεων εξουσίας οι οποίες υπάρχουν προτού τα υποκείμενα –τα δύο μέρη– συνάψουν ένα συμβόλαιο. Οι μορφές του οικονομικού, κοινωνικού και συμβολικού κεφαλαίου με το οποίο εισέρχονται οι εργοδότριες και οι εργάτριες στο συμβόλαιο είναι άνισες και ασύμμετρες. Εισέρχονται επομένως με ένα habitus, με μια προδιάθεση, με μια αίσθηση των ορίων, η οποία έχει δημιουργηθεί από την εσωτερίκευση των δομών, των νοηματικών σχημάτων και των πράξεων που αντιστοιχούν στις μορφές του κεφαλαίου και είναι κοινές για όλα τα μέλη μιας ομάδας ή τάξης[7]. Μέσα από μια σειρά πρακτικών, τα υποκείμενα αναπαράγουν τι δομές, τα σχήματα, τις πράξεις. Αυτές οι πρακτικές είναι, όπως έδειξα στο βιβλίο, συνειδητές. Γίνονται συνειδητές μέσω της μνήμης και της επεξεργασίας που κάνει το υποκείμενο για να κατανοήσει τον εαυτό του. Η συνείδησή του για το πώς διαμορφώθηκε μέσα από τις σχέσεις του με άλλους ανθρώπους που ανήκουν σε μια άλλη τάξη.

Η «υπηρετική υποκειμενικότητα» αποτελεί επομένως μια έννοια και μια ταυτότητα που προέκυψε από τον τρόπο με τον οποίο επεξεργάστηκαν την ζωή τους και τις εμπειρίες τους οι ίδιες οι πληροφορήτριές μου. Οι ίδιες τοποθέτησαν την ιστορία τους στην πατρική οικογένεια, αφενός μιλώντας για τις αξίες και την πειθαρχία στο πατρικό σπίτι, τις έμφυλες και ηλικιακές ιεραρχίες μέσα από τις οποίες τα κορίτσια μάθαιναν την κατωτερότητά τους ως κορίτσια και ως γυναίκες. Το βιβλίο φωτίζει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και τις στρατηγικές της οικογένειας αναφορικά με τη διαχείριση του οικογενειακού νοικοκυριού ως παραγωγικής και αναπαραγωγικής μονάδας. Οι γονείς είχαν απόλυτη εξουσία πάνω στις αποφάσεις που αφορούσαν τον γάμο, την είσοδο και την έξοδο από την εργασία, την επιλογή του επαγγέλματος. Τα κορίτσια λοιπόν είχαν κατανοήσει την υποτελή θέση τους στην οικογένεια, η οποία τους είχε ενσταλάξει την πειθαρχία στις αποφάσεις των μεγαλυτέρων και την υποταγή τους στις ανάγκες της οικογένειας. Με αυτή την έννοια, είχαν διαμορφώσει μια υποκειμενικότητα που θα ετίθετο στην υπηρεσία της οικογένειας.

Τοποθέτησα την ιστορία τους στο πλαίσιο της πατρικής οικογένειας και με μια άλλη έννοια, αντιπαραβάλλοντας τις δικές τους εμπειρίες, τις πρακτικές και το υλικό κεφάλαιο που τις έκανε να βλέπουν το σπίτι των εργοδοτών σαν παλάτι και να μην αναγνωρίζουν τα αντικείμενα. Η είσοδος στο σπίτι των εργοδοτών σήμαινε την ενστάλαξη μιας νέας κοσμοθεώρησης και τη δημιουργία ενός καινούργιου εαυτού στην υπηρεσία των εργοδοτών, μέσα από την επιβολή σωματικών μηχανισμών υποταγής. Ενός συστήματος εξουσιαστικών πρακτικών και τελετουργιών μέσα από το οποίο το σώμα του παιδιού μάθαινε να υπηρετεί και να επιτελεί την κατωτερότητά του σε σχέση με τα σώματα των εργοδοτών. Το βλέμμα, η ομιλία, η στάση του σώματος, το ντύσιμο, η πρόσβαση και η χρήση των χώρων του σπιτιού και των αντικειμένων του, οι δοκιμές της τιμιότητας, η αφαίρεση του ονόματος και η αφαίρεση των προσωπικών χαρακτηριστικών του ατόμου, ο περιορισμός στην έξοδο από τον χώρο του σπιτιού. Το υλικό κεφάλαιο δεν μπορεί να ασκήσει την εξουσία του χωρίς τους ιδεολογικούς μηχανισμούς που την κάνουν να φαίνεται φυσική[8]. Είδα όμως αυτούς τους μηχανισμούς της εξουσίας από τη σκοπιά των υποκειμένων που τις υφίστανται. Τα ίδια τα υποκείμενα μιλούν για την ενστάλαξη και την επανάληψη των τελετουργιών μέσα από τις οποίες εμπεδώθηκε η υποταγή τους. Ο λόγος τους και τα συναισθήματα που παράχθηκαν μέσα από τη βίωση των μηχανισμών της εξουσίας δημιούργησαν μέσω της μνήμης τη χρονικότητα ενός διαρκούς παρόντος, ενός διαρκούς τώρα. Αυτό το διαρκές τώρα είναι η εκφορά της τραυματικής εμπειρίας μέσα από την οποία το υποκείμενο αναγνωρίζει την αποϋποκειμενοποίησή του στον χώρο του σπιτιού των εργοδοτών. Η ντροπή παράγεται μέσα από τη συνειδητοποίηση ότι το υποκείμενο δεν μπορεί να ξεφύγει από τον εαυτό του, ήταν παρόν στην αποϋποκειμενοποίησή του, στην αφαίρεση της ταυτότητάς του και στη δημιουργία μιας νέας ταυτότητας. Η συνείδηση της διαδικασίας μέσω της οποίας σμιλεύτηκε η παραγωγή του υποκειμένου ως κατώτερου είναι η ταξική συνείδηση που εκβάλλει σε αυτό το διαρκές παρόν, διότι αυτό είναι το παρόν του υποκειμένου.

Η ενστάλαξη αυτής της κοσμοθεωρίας διαμόρφωσε ένα υποκείμενο στην υπηρεσία των άλλων, το οποίο επιστρατεύτηκε στην οικογένειά τους. Η σκληρή εργασία, η υπακοή στους συζύγους και στις ανάγκες των παιδιών, η φροντίδα των ηλικιωμένων αποτελούν τα στοιχεία της επιτέλεσης της υπηρετικής υποκειμενικότητας στη μετέπειτα ζωή τους.

 

*Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της παρουσίασης της Ποθητής Χαντζαρούλα στην Πολιτική-Πολιτιστική Λέσχη Εκτός Γραμμής στην Αθήνα, την Τρίτη 28 Μαρτίου, στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου της με τίτλο Σμιλεύοντας την υποταγή: Οι έμμισθες οικιακές εργάτριες στην Ελλάδα το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα.

Πηγή: Εκτός Γραμμής

 

[1] Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Παναγιώτη Σωτήρη και τη Δέσποινα Παρασκευά-Βελουδογιάννη για την οργάνωση της παρουσίασης-συζήτησης, καθώς και τους συνομιλητές μου, τη Δήμητρα Λαμπροπούλου και τον Αποστόλη Καψάλη, που μου έκαναν την τιμή να συζητήσουν μαζί μου για το βιβλίο.

[2] E.P. Thompson, «Peculiarities of the English», στου ιδίου, The Poverty of Theory and Other Essays, Merlin Press, Λονδίνο 1978, σ. 295.

[3] C. Steedman, Labours Lost: Domestic Service and the Making of Modern England, Cambridge University Press, Καίμπριτζ 2009.

[4] Η απαγόρευση της εργασίας των ανηλίκων στη βιομηχανία και η απομάκρυνσή τους από αυτή εφαρμόστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ως μέσο για την καταπολέμηση της ανεργίας των ενήλικων ανδρών.

[5] Η ιστορία της γυναικείας εργασίας πρέπει να ξαναειπωθεί από αυτή την οπτική γωνία, ως μέρος της ιστορίας της δημιουργίας μιας έμφυλα προσδιορισμένης και ιεραρχημένης αγοράς εργασίας. J. Scott, «Αποδομώντας το δίλημμα “ισότητα ή διαφορά”, ή, αλλιώς η χρησιμότητα της μεταδομιστικής θεωρίας για το φεμινισμό», στο Α. Αθανασίου (επιμ.), Φεμινιστική θεωρία και πολιτισμική κριτική, νήσος, Αθήνα 2006, σ. 146-166.

[6] Για τον ρόλο της οδύνης στη δημιουργία της εργασιακής ταυτότητας βλ. Δ. Λαμπροπούλου, Οικοδόμοι: Οι άνθρωποι που έχτισαν την Αθήνα, 1950-1967, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009.

[7] P. Bourdieu, H διάκριση. Κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης, μτφρ. Κ. Καψαμπέλη, πρόλογος: N. Παναγιωτόπουλος, Πατάκης, Αθήνα 2002.

[8] Λ. Αλτουσέρ, «Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους», στου ιδίου, Θέσεις, μτφρ. Ξ. Γιαταγάνας, Θεμέλιο, Αθήνα 1990, σ. 69-121.

Share

8 Μαρτίου: μια γυναικεία ιστορία αγώνα

image1

της Esra Dogan

Σήμερα είναι 8 του Μάρτη, η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας. Είναι η ημέρα κατά την οποία οι περισσότερες από εμάς τις γυναίκες θα λάβουν προσφορές σε καλλυντικά, ρούχα, οικιακές συσκευές από τις εταιρείες που θα κάνουν ουρά για να μας κάνουν να νιώσουμε ξεχωριστές και η ημέρα στην οποία θα λάβουμε φιλιά και λουλούδια από τους άντρες γύρω μας που θέλουν να νιώσουμε ότι μας σέβονται.

Όμως τι σημαίνει η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας και γιατί γιορτάζεται στις 8 Μαρτίου; Αμφιβάλλω εάν πέρα από λίγες/οι γνωρίζουν τη σημαντικότητα της προέλευσης της συγκεκριμένης ημέρας, η οποία βασίζεται σε παραπάνω από ένα ιστορικά γεγονότα και αμέτρητο αριθμό γυναικών παγκοσμίως που αγωνίστηκαν για τα δικαιώματά  τους.

Για την ακρίβεια, η καθιέρωση της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας, υπήρξε η αποκορύφωση πάνω από ενός αιώνα αγώνων γυναικών μέσα στα σοσιαλιστικά, φεμινιστικά κι ενάντια στη δουλεία κινήματα. Εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες που δημιούργησαν και συμμετείχαν σε σωματεία, που κατέβηκαν σε απεργίες που διήρκησαν εβδομάδες, που βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για τα δικαιώματά τους. Υπήρξαν γυναίκες των οποίων η αποφασιστικότητα να αντιταχθούν στον πόλεμο σε αλληλεγγύη με γυναίκες σε όλο τον πλανήτη, πυροδότησε την έναρξη μίας Επανάστασης. Υπήρξαν οι γυναίκες που συνελήφθησαν από την αστυνομία ή εξορίστηκαν λόγω της προσπάθειάς τους να κινητοποιήσουν τις μάζες. Πίσω από την 8η Μαρτίου βρίσκονται γυναίκες των οποίων τα ονόματα δεν πρέπει να ξεχάσουμε, καθώς κι αυτές των οποίων τα ονόματα δεν θα γνωρίσουμε ποτέ. Παρόλα αυτά, θα πρέπει να θυμόμαστε συνεχώς ότι το θάρρος τους ήταν που διαμόρφωσε την ιστορία του αγώνα μας.

Μακάρι να γινόταν να αναφέρω στο άρθρο αυτό τις ιστορίες όλων αυτών των γυναικών με λεπτομέρεια, αλλά είναι προτιμότερο να σας παρουσιάσω σύντομα την ιστορία του αγώνα των γυναικών, την οποία τείνουμε να υπονομεύουμε, και να σας ενθαρρύνω να μάθετε περισοτερα για τις γυναίκες που βρίσκονται πίσω από τα δικαιώματα που απολαμβάνουμε σήμερα και πίσω από την μάχη μας για ισότητα.

Η πρώτη Ημέρα της Γυναίκας στις Η.Π.Α. το 1909

Οπότε, ας ξεκινήσουμε από τις αρχές του 20ου αιώνα, στη Νέα Υόρκη, όπου η πρώτη καταγεγραμμένη Ημέρα της Γυναίκας διοργανώθηκε από τις Αμερικανίδες σοσιαλίστριες στις 28 Φεβρουαρίου 1909, οι οποίες είχαν προβεί σε διαμαρτυρίες υποστηρίζοντας το δικαίωμα των γυναικών να ψηφίζουν στις εκλογές. Αυτή η μέρα, η οποία είχε επιλεγεί προς τιμή των απεργιακών κινητοποιήσεων των εργατριών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, δεν απείχε πολύ χρονικά από τις κινητοποιήσεις του 1908 του International Ladies Garment Workers Union (Παγκόσμιου Σωματείου Γυναικών Εργατριών Ενδυμασίας), στις οποίες 15.000 γυναίκες είχαν διαδηλώσει υπέρ της οικονομικής ασφάλειας, υψηλότερων μισθών και λιγότερων ωρών εργασίας.

Χωρίς αμφιβολία, πίσω από το αλληλέγγυο κίνημα των γυναικών, μέσα στο οποίο τελικά δημιουργήθηκε η έμπνευση για την Ημέρα της Γυναίκας, βρίσκονται οι ρίζες του εργατικού κινήματος. Με την άνοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού, όλο και περισσότερες γυναίκες εισήχθησαν στο εργατικό δυναμικό, ιδιαίτερα στη βιομηχανία της κλωστοϋφαντουργίας, αυξάνοντας σημαντικά τη γυναικεία παρουσία στο εργατικό κίνημα. Παρόλο που οι συγκεκριμένες γυναίκες απελευθερώνονταν από τα δεσμά των σπιτιών τους και αποκτούσαν οικονομική ανεξαρτητοποίηση, αντιτασσόμενες στον πατριαρχικό τρόπο ζωής που τους είχε επιβληθεί, γίνονταν θύματα στυγνής εκμετάλλευσης από τους καπιταλιστές που τις θεωρούσαν φτηνά εργατικά χέρια και πειθήνιες σε επισφαλείς συνθήκες εργασίας.

Καθόλου περίεργο που πολλές εξ’ αυτών που διαδήλωσαν στη Νέα Υόρκη για τα εργατικά τους δικαιώματα το 1908 ήταν νέες γυναίκες μετανάστριες από την Ευρώπη που είχαν φτάσει στις Η.Π.Α. για ένα καλύτερο μέλλον. Υποστήριζαν ενεργά τη σοσιαλιστική ατζέντα για δικαίωμα ψήφου των γυναικών σε παγκόσμιο επίπεδο και για εργατικά δικαιώματα που θα συμπεριλαμβάνουν τις γυναίκες.

Η εξέγερση των 20.000 το 1909 και η Πυρκαγιά στη Triangle Waist Company το 1911

Οι γυναίκες στο εργατικό κίνημα είχαν ένα αρκετά σημαίνοντα ρόλο στην ιστορία των σωματείων. Για παράδειγμα, η συντονισμένη απεργία που ξεκίνησε όταν οι μετανάστριες γυναίκες εργάτριες της Triangle Shirtwaist Company στη Νέα Υόρκη, αποχώρησαν από το εργοστάσιο το Νοέμβριο του 1909, διήρκησε 14 εβδομάδες και είναι γνωστή ως η Εξέγερση των 20.000, με τη συμμετοχή χιλιάδων που οργανώθηκαν ενάντια στις σκληρές συνθήκες των sweatshops στα οποία εργάζονταν. Η απεργία καταστάλθηκε βίαια, και παρότι  ήταν μόνο μερικώς πετυχημένη σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις των εργατριών, ήταν έμπνευση για όλα τα κινήματα που ακολούθησαν.

Δυστυχώς, η Triangle Shirtwaist Company είναι γνωστή περισσότερο για την τραγωδία που διαδραματίστηκε λιγότερο από 2 χρόνια αργότερα, όταν το κτίριο έπιασε φωτιά στις 25 Μαρτίου 1911, αφήνοντας 146 νεκρούς ανθρώπους, όλοι τους μετανάστες, 123 εκ των οποίων ήταν γυναίκες. Αποκαλύπτοντας τις φρικιαστικές συνθήκες εργασίας, αυτό το τραγικό περιστατικό όχι μόνο συνέβαλε στη παρουσία άνω των 100.000 ατόμων στη νεκρική πομπή των θυμάτων, αλλά και συνετέλεσε στην ψήφιση νομοθετικών αλλαγών στη Νέα Υόρκη που απαιτούσαν συγκεκριμένα μέτρα προστασίας και ασφάλειας για τον εργασιακό χώρο, θεσμοθέτηση κατώτατου μισθού για το εργατικό προσωπικό και παροχές για τους άνεργους.

image3Η Πρώτη Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας το 1911

Εντωμεταξύ, στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, το εργατικό κίνημα ηγούμενο από τις γυναίκες στην κλωστοϋφαντουργία της Βόρειας Αμερικής, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τις Ευρωπαίες γυναίκες σοσιαλίστριες για να οργανωθούν οι γυναίκες παγκοσμίως, προωθώντας την ιδέα μίας ετήσιας Ημέρας της Γυναίκας που θα προκηρυσσόταν παγκοσμίως. Το 1910, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Συνεδρίου των Σοσιαλιστριών στην Κοπεγχάγη, οι Γερμανίδες πολιτικοί του Εργατικού κόμματος Clara Zetkin και Luise Ziets, πρότειναν τη εγκαθίδρυση μίας Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας εις μνήμη των γυναικών που μάχονταν για ισότητα. Αν και δεν είχε επιλεγεί κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία, υποστηρίχθηκε η αρχή της μαζικής κινητοποίησης γυναικών σε συμφωνία με το ταξικά συνειδητοποιημένο εργατικό κίνημα των προλετάριων.

Εδώ πρέπει να ανοίξω μία παρένθεση και να μιλήσω για την Clara Zetkin, η οποία δικαίως θεωρείται ως η αρχιτέκτονας της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας. Η Zetkin, μία Γερμανίδα θεωρητική Μαρξίστρια, ακτιβίστρια και δημοσιογράφος, η οποία είχε ζήσει σχεδόν μία δεκαετία στο Παρίσι στην εξορία τη δεκαετία του 1880, αφού επέστρεψε στη Γερμανία, είχε γίνει μία από τις κύριες φιγούρες του αριστερού κόμματος SPD, μαζί με τη Rosa Luxemburg, και ήταν αυτή που ανέπτυξε το σοσιαλιστικό δημοκρατικό κίνημα των γυναικών στη Γερμανία. Η Zetkin ως γυναίκα που πίστευε ταυτόχρονα στην επαναστατική σοσιαλιστική ατζέντα, όσο και στα δικαιώματα των γυναικών, θεωρούσε τη γυναίκα της εργατικής τάξης ως την κινητήρια δύναμη στη μάχη για την απόκτηση ψήφου σε παγκόσμιο επίπεδο και την ισότητα για όλες και όλους. Οπότε, εξέφραζε ανοιχτά και ενεργά την ένταξη του γυναικείου κινήματος στο σοσιαλιστικό κίνημα της εργατικής τάξης, με βάση τα κοινά αιτήματα και στόχους, ενώ παράλληλα αρνείτο έντονα τη συμμαχία με φεμινίστριες της αστικής τάξης της εποχής, οι οποίες ενώ απαιτούσαν το δικαίωμα ψήφου, εθελοτυφλούσαν στην προαπαίτηση κατοχής τίτλου ιδιοκτησίας για την δυνατότητα ψήφου.

Συμπερασματικά, η κινητοποίηση των γυναικών εντός του εργατικού κινήματος, σύμφωνα με τις ιδέες της Zetkin και άλλων σοσιαλιστριών γυναικών στο συνέδριο της Κοπεγχάγης, ήταν το χαρακτηριστικό της πρώτης Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας, η οποία έλαβε χώρα στις 19 Μαρτίου 1911 στην Αυστρία, στη Δανία, στη Γερμανία και στην Ελβετία, όπου πάνω από ένα εκατομμύριο γυναίκες και άντρες παρευρέθηκαν, απαιτώντας το τέλος στη διάκριση βάσει φύλου στον εργασιακό χώρο και στο δικαίωμα ψήφου.

Με την έναρξη του Α’ Π.Π, η άνοδος τάσεων υπέρ του πολέμου εντός του σοσιαλιστικού κόμματος που έφερε ρήξη με τους εργάτες που ήταν συνδεδεμένοι με την Τρίτη Διεθνή είχε σημαντικές συνέπειες στην συνέχιση της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας. Η ύπαρξη και σημασία της όμως αναβίωσε με τις μετέπειτα εξελίξεις.

image4

Η Απεργία των Γυναικών στην Αγ. Πετρούπολη και η Ρωσική Επανάσταση του 1917

Όντως, το 1913 η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας αποτέλεσε το μηχανισμό για τα ειρηνευτικά κινήματα σε όλη την Ευρώπη, όπου οι γυναίκες διαδήλωναν ενάντια στον πόλεμο (Α’ Π.Π.) και εξέφραζαν παγκόσμια αλληλεγγύη με άλλες/ους ειρηνικές/ούς ακτιβίστριες/ιστές. Η χρονιά αυτή επίσης σηματοδότησε την οργάνωση της πρώτης Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας από Ρωσίδες που είχαν αναπτύξει μία αντιπολεμική πλατφόρμα. Την επόμενη χρονιά, οι διαδηλώσεις της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας στη Γερμανία έγιναν στις 8 Μαρτίου, επειδή συμπτωματικά ήταν Κυριακή. Όμως η ημέρα απέκτησε τη σημασία της το 1917, όταν Ρωσίδες εργάτριες της κλωστοϋφαντουργίας στο Πέτρογκαρντ (Αγία Πετρούπολη) προχώρησαν σε μαζική απεργία για “Ψωμί και Ειρήνη”, την τελευταία Κυριακή του Φεβρουαρίου σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο που τότε ακόμη χρησιμοποιούσε η Ρωσία (που αντιστοιχούσε με την 8η Μαρτίου στο Γρηγοριανό ημερολόγιο).

Η εξέγερση χιλιάδων γυναικών στο Πέτρογκαρντ που βγήκαν στους δρόμους για να γιορτάσουν την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας και να απαιτήσουν ένα τέλος στον πόλεμο και στον τσαρισμό, σύντομα γιγαντώθηκε, ανάβοντας τη σπίθα που οδήγησε στη Ρωσική Επανάσταση του Φλεβάρη του 1917, με το Ιουλιανό ημερολόγιο της Ρωσίας. Μόλις τέσσερις μέρες αργότερα, ο Τσάρος αναγκάστηκε να υποκύψει και η προσωρινή κυβέρνηση παραχώρησε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Αργότερα, η 8η Μαρτίου κηρύχθηκε ως εθνική εορτή στη Σοβιετική Ρωσία το 1917, και μετά το τέλος τους Β’ Π.Π. γιορταζόταν επίσημα στις σοσιαλιστικές χώρες ως η Παγκόσμια Ημέρα των Εργαζόμενων Γυναικών.

image2

Η αναγνώριση της Ημέρας της Γυναίκας από τον Ο.Η.Ε. το 1977

Εν τω μεταξύ, στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη, η αναβίωση της 8ης Μαρτίου, η οποία γιορταζόταν περιστασιακά για περίπου μισό αιώνα, είναι συνδεδεμένη ουσιαστικά με την ανάπτυξη του δεύτερου κύματος του φεμινισμού τη δεκαετία του 1960 στη Βόρεια Αμερική και την παγκόσμια άνθιση του γυναικείου κινήματος τη δεκαετία του 1970, που επιζητούσε να επαναφέρει την καθιέρωση της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας στη μνήμη των αγώνων των γυναικών εντός του κινήματος της εργατικής τάξης. Τελικά Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 1977 προσκάλεσε τα μέλη της να διακηρύξουν την 8η Μαρτίου ως την Ημέρα των Γυναικείων Δικαιωμάτων και της Παγκόσμιας Ειρήνης.

Ας επιστρέψουμε λοιπόν πίσω στο παρόν, στις 8 Μαρτίου 2017, τη μέρα που θα σημαδέψει η Παγκόσμια Απεργία των Γυναικών, στην οποία γυναίκες από πάνω από 40 χώρες θα ενώσουν τις φωνές τους, σηματοδοτώντας τη μεγαλύτερη πλατφόρμα αλληλεγγύης των γυναικών παγκοσμίως, είτε με την απεργία, είτε με την αποχή από έμμισθες ή άμισθες εργασίες, είτε με το να κατεβούν στους δρόμους, είτε με όποιο άλλο τρόπο μπορούν να δείξουν τη συμπαράστασή τους.

Σήμερα θα αντιταχθούμε στην προσπάθεια του καπιταλιστικού συστήματος και της πατριαρχικής κοινωνίας που προσπαθούν να παραμορφώσουν το νόημα αγώνων αιώνων από γυναίκες, ριζωμένες στο κίνημα της εργατικής τάξης, σε μία ημέρα εκπτώσεων, προσφορών καλλυντικών και δώρων λουλουδιών στις γυναίκες. Σήμερα δε θα γιορτάσουμε, αλλά θα τιμήσουμε αυτό τον αμέτρητο αριθμό γυναικών των οποίων οι αγώνες σηματοδότησαν την ιστορία της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας. Και θα συνεχίσουμε να γράφουμε ιστορία με τους αγώνες μας μέχρι την ημέρα που θα γιορτάσουμε τη νίκη μας.

Τα καλέσματα για τις πορείες σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Ηράκλειο

 

image5

 

Share

Vera Rubin, 1928-2016

verarubin4-1

της Γεωργίας Μανώλη

Η Vera Rubin, η αμερικανίδα αστρονόμος που επιβεβαίωσε την ύπαρξη της σκοτεινής ύλης μέσω της παρατήρησης γαλαξιών των οποίων η περιστροφή δεν συνέβαινε σύμφωνα με τις προβλεπόμενες αναλύσεις, πέθανε 88 ετών την Κυριακή των Χριστουγέννων.

Κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής της καριέρας εξέτασε 200 γαλαξίες! Και παρά την έρευνα της και τις ανακαλύψεις της δεν πήρε ποτέ Νόμπελ. Ήταν μόλις η δεύτερη γυναίκα αστρονόμος που εκλέχθηκε στην Αμερικάνικη Εθνική Ακαδημία των Επιστημών ενώ το 1993 είχε βραβευθεί με το Εθνικό Μετάλλιο Επιστήμης από τον τότε Προέδρο των Η.Π.Α., Bill Clinton. Ωστόσο όταν το 1948 προσπάθησε να κάνει διδακτορικό στο Princeton δεν έγινε δεκτή καθώς το μεταπτυχιακό πρόγραμμα αστροφυσικής δεν δεχόταν γυναίκες! Ολοκλήρωσε πολύ αργότερα το διδακτορικό της στο Georgetown και ενώ μεγάλωνε τα τέσσερα της παιδιά.

Στην ερευνητική της προσπάθεια συνάντησε απίστευτο σεξισμό. Για παράδειγμα, όταν πήγε σε συνάντηση με τον διακεκριμένο αστροφυσικό George Gamow και επόπτη της στο Georgetown αναγκάστηκε να συζητήσει μαζί του στην είσοδο αφού στα συγκεκριμένα γραφεία δεν επιτρέπονταν γυναίκες!! Έπρεπε να παλέψει για να είναι η πρώτη γυναίκα το 1965 που θα αποκτήσει πρόσβαση στο τηλεσκόπιο του Όρους Πάλομαρ στην Καλιφόρνια, το οποίο ανήκε από κοινού στο Ίδρυμα Επιστημών Carnegie, όπου δούλευε η Rubin και στο πανεπιστήμιο Kaltec. Όταν έφτασε εκεί διαπίστωσε ότι δεν είχε προβλεφθεί καν τουαλέτα για τις εργαζόμενες. Ήταν ένθερμη υποστηρίκτρια των φεμινιστικών διεκδικήσεων στο χώρο της αστρονομίας και της αστροφυσικής, ο οποίος ήταν απόλυτα ανδροκρατούμενος σχεδόν μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα. Αγωνίστηκε για την πρόσβαση γυναικών επιστημών στην έρευνα, όπως για παράδειγμα για να προσληφθούν περισσότερες γυναίκες ερευνήτριες στο Παρατηρητήριο  του San Diego, ενώ άσκησε πίεση στην ιστορική επιστημονική λέσχη της Washington, Cosmos, να καταργήσει την πολιτική της που δεν επέτρεπε γυναίκες-επιστήμονες ως μέλη. Όταν μάλιστα επρόκειτο να επισκεφτεί κάποιο Ίδρυμα ή Πανεπιστήμιο για κάποιο συνέδριο, εάν διαπίστωνε ότι δεν υπήρχαν γυναίκες ομιλήτριες, διαμαρτυρόταν στους διοργανωτές ότι αυτό είναι ένα πρόβλημα το οποίο πρέπει να διορθώσουν. Έχοντας συναντήσει τόσες δυσκολίες στην προσπάθεια της να γίνει αστρονόμος λόγω του φύλου της, πίστευε ότι ήταν ευθύνη της αλλά και προνόμιο να είναι μέντορας σε γυναίκες που αγωνιζόντουσαν να μπουν σε αυτό το χώρο και για αυτό δήλωνε “Είναι γνωστό ότι είμαι διαθέσιμη 24 ώρες το 24ωρο σε συναδέλφισσες αστρονόμους”.

Μερικά λινκ για τη ζωή και το έργο της (εδώ, εδώ και εδώ)

 

Share

Ερευνητική Χορηγία «Ζώγιας Χρονάκη και Νίκου Παπαμίχου»

banner-aski

Τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) ανακοινώνουν την πρώτη προκήρυξη της ερευνητικής χορηγίας «Ζώγιας Χρονάκη και Νίκου Παπαμίχου» με στόχο την ενίσχυση της μελέτης της ιστορίας των γυναικών, της φεμινιστικής σκέψης και των φεμινιστικών ή/και γυναικείων κινημάτων στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα.

Το Δεκέμβριο του 2006 η Ζώγια Χρονάκη δώρισε στα ΑΣΚΙ το προσωπικό της αρχείο, μια ιδιαίτερα πλούσια και σημαντική πηγή για την ιστορία του γυναικείου κινήματος. Το αρχείο περιλαμβάνει σειρές τεκμηρίων της Κίνησης Δημοκρατικών Γυναικών (1975-1989), της σημαντικότερης γυναικείας οργάνωσης στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς με μακρόχρονη και έντονη δράση στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, πληθώρα υλικού για την Ομάδα Γυναικείων Σπουδών, που λειτούργησε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης την περίοδο 1983-1994, καθώς και ποικίλα άλλα στοιχεία για τις πολλαπλές διαδρομές του γυναικείου κινήματος στην Ελλάδα. Το Αρχείο Ζώγιας Χρονάκη λειτούργησε ως εφαλτήριο για την περαιτέρω ενίσχυση των αρχειακών συλλογών των ΑΣΚΙ γύρω από την πορεία του φεμινιστικού κινήματος στην Ελλάδα, την ιστορική διαδρομή των γυναικών στις οργανώσεις της Αριστεράς και του προοδευτικού χώρου, και την εν γένει ανάδειξη των ερευνητικών προβληματισμών γύρω από τις σπουδές του φύλου στη σύγχρονη κοινωνική και πολιτική ιστορία.

Δέκα χρόνια μετά, τα ΑΣΚΙ είναι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσουν την πρώτη προκήρυξη της ερευνητικής χορηγίας «Ζώγιας Χρονάκη και Νίκου Παπαμίχου» και να προσκαλέσουν ερευνήτριες και ερευνητές να υποβάλουν σχετική αίτηση. Η χορηγία αυτή έγινε εφικτή χάρη στη γενναιόδωρη συνδρομή ανώνυμων δωρητών. Στόχος της χορηγίας είναι η ενίσχυση της έρευνας για την ιστορία των γυναικών, του φεμινισμού και του γυναικείου κινήματος μέσα από την αξιοποίηση του αρχείου Ζώγιας Χρονάκη και συναφών αρχειακών συλλογών που φυλάσσονται στα ΑΣΚΙ. Επιστημονική επιτροπή αποτελούμενη από εκπροσώπους των ΑΣΚΙ και ιστορικούς των γυναικών και του φύλου, θα απονείμει το ποσό των χιλίων ευρώ (1.000 ευρώ) σε μία ερευνήτρια/ή για την έρευνα και συγγραφή πρωτότυπης μελέτης και τη δημοσίευσή της εντός τριών ετών με τη μορφή μονογραφίας, κειμένου σε συλλογικό τόμο, ή αυτοτελούς άρθρου σε έγκριτο ελληνικό ή διεθνές περιοδικό.

Κατά τη διάρκεια της έρευνάς της στα ΑΣΚΙ, η επιλεγείσα ερευνήτρια/ής θα τύχει συστηματικής καθοδήγησης από την υπεύθυνη των αρχειακών συλλογών, ενώ θα έχει επίσης την ευκαιρία να παρουσιάσει την ερευνητική της/του πρόταση και έπειτα ένα ώριμο σχεδίασμα τής υπό εξέλιξη μελέτης σε σεμινάριο που θα οργανώσουν τα ΑΣΚΙ στο πλαίσιο των ΠροΣχεδίων Ιστορίας.

 

Δικαιολογητικά αίτησης:

Η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει:

α) εκτεταμένο βιογραφικό σημείωμα (με τη μορφή CV)

β) ερευνητική πρόταση (έως 1000 λέξεις, όπου θα παρουσιάζεται αναλυτικά το θέμα, η προβληματική της έρευνας και οι τρόποι αξιοποίησης του «Αρχείου Ζώγιας Χρονάκη» και άλλων συναφών αρχειακών σειρών των ΑΣΚΙ)

γ) μία συστατική επιστολή

Η αίτηση αποστέλλεται ηλεκτρονικά στο aski@askiweb.gr με τίτλο email «Ερευνητική Χορηγεία Ζώγιας Χρονάκη και Νίκου Παπαμίχου»

Ο αναλυτικός κατάλογος του εν λόγω αρχείου είναι διαθέσιμος σε μορφή pdf.

Για ερωτήσεις και περαιτέρω πληροφορίες οι ενδιαφερόμενες/οι μπορούν να επικοινωνήσουν με την Άντα Κάπολα, υπεύθυνη των αρχειακών συλλογών των ΑΣΚΙ.

Προθεσμίες:

Υποβολή αίτησης: έως 31 Μαρτίου 2017

Ανακοίνωση επιτροπής: 25 Απριλίου 2017

Περίοδος χρήσης της χορηγίας: από 1 Ιουνίου 2017  έως 1 Φεβρουαρίου 2018

 

Πηγή: ΑΣΚΙ

Share

Όταν έρχονταν οι Μάγισσες

tumblr_n0t1zaivwa1qdcvfso1_1280

Διαμαρτυρία μπροστά από το Ομοσπονδιακό Κτήριο στο Σικάγο, 31 Οκτώβρη 1969

της Δήμητρας Σπανού

Από όλες τις φεμινιστικές ομάδες του δεύτερου κύματος κατά τη δεκαετία 1960 και 1970, καμία ομάδα δεν φαίνεται να είχε περάσει τόσο ωραία όσο η ομάδα WITCH – Women’s International Terrorist Conspiracy from Hell· σε ελεύθερη απόδοση, Διεθνής Τρομοκρατική Συνωμοσία Γυναικών από την Κόλαση.

Στην πραγματικότητα δεν ήταν μια μόνο ομάδα, αλλά αρκετές μικρότερες, αυτόνομες και αλληλοσυνδεδεμένες, που είχαν ως στόχο να κάνουν δράσεις. Συγκροτήθηκαν ανήμερα του Halloween το 1968 στη Νέα Υόρκη. Προέρχονταν από τις σοσιαλίστριες φεμινίστριες, ήταν αντικαπιταλίστριες και επεδίωκαν τη σύνδεση με τα υπόλοιπα κινήματα της περιόδου. Ξεχώριζαν, λόγω της περιβολής και του τρόπου διαμαρτυρίας. Τα μέλη, ντυμένα με μαύρα κουστούμια του Halloween και βαμμένα άσπρα πρόσωπα, διαμαρτύρονταν ουρλιάζοντας και ρίχνοντας «κατάρες» στους εχθρούς των γυναικών και του λαού.

Η πρώτη τους δράση το 1968 ήταν μια πορεία ενάντια στη Wall Street, με σκοπό να «καταραστούν» τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Ακριβώς επειδή οι δράσεις τους ήταν εύκολες, δεν χρειάζονταν πολύ κόσμο και ήταν ταυτόχρονα διασκεδαστικές και πολιτικές, σύντομα δημιουργήθηκαν νέες ομάδες σε άλλες πόλεις. Οι στόχοι τους ποικίλαν, από καλλιστεία και εκθέσεις με νυφικά (σε μια από αυτές φώναζαν μεταξύ άλλων το αμίμητο «here comes the slaves/off to their graves» – «ιδού έρχονται οι σκλάβες/βαδίζουν προς τους τάφους τους») μέχρι και την ορκωμοσία του προέδρου Νίξον και διαμαρτυρίες μπροστά από κυβερνητικά κτήρια ή οικονομικά ιδρύματα.

This slideshow requires JavaScript.

Share

Σμιλεύοντας την υποταγή: Η ιστορία των Ελληνίδων υπηρετριών όπως θα ‘πρεπε να ειπωθεί

charwoman-scrubbing-pots-001

της Χριστίνας Γαλανοπούλου

Η υπηρέτρια, η δούλα, η ψυχοκόρη, κοινωνικό σώμα και δομικό υλικό της αστικής τάξης, από πολλές γενιές και μέσω των media, αντιμετωπίστηκε και αφομοιώθηκε ως αντικείμενο φαντασίωσης, ως συνώνυμο του πειθήνιου, του αναγκαστικώς συνεργάσιμου, του υποτακτικού. Μπορεί, όμως, ένα τέτοιο σώμα – ένα δουλικό – εκτός από ταξική ντροπή και υποτέλεια, να παράξει σχέσεις και κοινωνικούς δεσμούς, να ερμηνεύσει το πλέγμα του αστικού ιστού, να εξηγήσει την ιστορία της οικογένειας, τη σχέση μεταξύ Κυρίας και Υπηρέτριας, να κατανοήσει τη γυναικεία χειραφέτηση από την πλευρά της εργοδότριας;

Και μετά, είναι η υποταγή κάτι που μαθαίνεται, κάτι στο οποίο τα σώματα εκπαιδεύονται για να τεθούν στην υπηρεσία των (όποιων) άλλων; Και τελικώς πώς παράγεται η ταξική υποτέλεια; Για να απαντήσει σε όλα τα παραπάνω, δίνοντας φωνή σε αυτό που αποκαλείται περιθώριο της ιστορίας, η Ποθητή Χαντζαρούλα, λέκτορας Ιστορικής Ανθρωπολογίας στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας της Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, κατέγραψε τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένη η υποταγή, αφηγούμενη την ιστορία των οικιακών εργατριών στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Επί της ουσίας, η Χαντζαρούλα υποστηρίζει ότι χωρίς τις οικιακές εργάτριες δεν θα μπορούσε να επιβιώσει ο αστικός πολιτισμός.

2

Η συγγραφέας Ποθητή Χαντζαρούλα: «Το πιο δύσκολο ήταν το κομμάτι των προσωπικών συνεντεύξεων, της επεξεργασίας, της προσέγγισης των μαρτυριών. Αν και κατηγορήθηκα ότι γράφω έντονα, παίρνοντας την πλευρά των αφηγούμενων προσώπων – και είναι αλήθεια, γιατί υπάρχει η αξίωση της αποστασιοποίησης του ιστορικού από την ιστορία»… Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Το επιχείρημα της υποστηρίζεται από πληθώρα στοιχείων για την κοινωνική διάσταση της ντροπής, για τις οικιακές εργάτριες ως κίνδυνο, αλλά και ως θεμέλιο λίθο της αστικής οικογένειας και τάξης στην Ελλάδα, για τις δυναμικές της σχέσης εργοδότριας και οικιακής εργάτριας, η σεξουαλικότητα -από κοντά με τις αφηγήσεις σεξουαλικής βίας- και από πολλά ακόμη ενδιαφέροντα στοιχεία (κοινωνικά, οικονομικά, δημογραφικά), μαζί με 33 προσωπικές αφηγήσεις που περιλαμβάνονται στο διαφωτιστικό Σμιλεύοντας την υποταγή (Εκδόσεις Παπαζήση). Και ενώ σπανίως τέτοιου είδους ακαδημαϊκά έργα καταφέρνουν να επεκταθούν πέρα από το αυστηρό πλαίσιο του αντικειμένου που αναλύουν, το συγκεκριμένο βιβλίο, αν και βασισμένο στη διδακτορική διατριβή, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως μεγεθυντικός φακός ή ακόμη και ως εργαλείο ανάλυσης συμπεριφορών και στο σήμερα.

Η δουλικότητα ως παρακαταθήκη στη συμπεριφορά κάποιων ανθρώπων, η αντιμετώπιση των σεξιστικών αστείων ή των προσβολών με αμηχανία και ντροπή, η “προίκα” που κουβαλάμε, σχεδόν στο DNA μας, περί τιμής και (γυναικείου) καθαρού κούτελου είναι πολλά από τα σημεία του βιβλίου που μπορούν να λειτουργήσουν ως τέτοια, ως εργαλεία ανάλυσης, τόσο της ταξικής μας πορείας, όσο και της κληρονομιάς του φύλου.

Ειδικά από τον 19ο αιώνα και μετά, η οικιακή εργασία είναι σχέση μεταξύ γυναικών, οι γυναίκες θεωρούνται αποκλειστικώς υπεύθυνες για τον ιδιωτικό χώρο και πρόκειται για έναν αιώνα κατά τον οποίο η γυναίκα έξω από το σπίτι, η γυναίκα στην εργασία εκλαμβάνεται ως ανωμαλία.

Ποια ήταν η αφορμή γι’ αυτή την έρευνα; 

Η ιδέα ξεκίνησε από τις μεταπτυχιακές μου σπουδές και από την αγγλική κοινωνική ιστορία. Κυρίως, όμως, από την επιβλέπουσα που είχα τότε, την Carolyn Steedman, και από το βιβλίο της Landscape for a Good Woman. Πρόκειται για την ιστορία της αγγλικής εργατικής τάξης της δεκαετίας του ’50, μέσα από τα μάτια της μητέρας της και χρησιμοποιεί το ψυχαναλυτικό παράδειγμα – δηλαδή, τα συναισθήματα, τον φθόνο, την επιθυμία, κ.λπ- για να ξαναγράψει την ιστορία. Επί της ουσίας, ήταν η πρώτη που χρησιμοποίησε την έννοια της τάξης για να αναλύσει την εμπειρία της οικιακής εργασίας. Αυτή την έννοια την παίρνει από τον Thompson[1], ο οποίος αναλύει την τάξη και το πώς παράγεται η ταξική υποτέλεια μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις. Ουσιαστικά τότε η Steedman είχε ξαναγράψει την ιστορία της εργατικής τάξης του 19ου αιώνα, πηγαίνοντας στις ίδιες περιοχές που είχε δουλέψει ο Thompson, υποστηρίζοντας ότι στην πραγματικότητα η τάξη δεν δημιουργήθηκε από τους εργάτες, τους υφαντές και τους βιοτέχνες των αγγλικών εργατουπόλεων, αλλά μέσα από τις σχέσεις των εργοδοτών και των εργοδοτριών με τις υπηρέτριες.  Αυτή η ιδέα ήταν η αφορμή: ότι η τάξη υπάρχει εκεί που δεν περιμένεις να τη βρεις κι ότι πρόκειται για μια εμπειρία που έχει σφραγίσει τις ζωές μας -της ελληνικής κοινωνίας πια, σ’ όλο τον 20ο αιώνα και τον 21ο. Ακριβώς όπως το λέει ο Μπεζανσόν, «δεν ξέρω αν ο αστικός πολιτισμός μπορεί να επιβιώσει χωρίς τις υπηρέτριες». Αν ρίξουμε μια ματιά σ’ αυτό που συμβαίνει με το μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό, πράγματι, φαίνεται ότι η αστική κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την οικιακή εργασία, έμμισθη ή μη.

Πόσα από τα βιώματα που έχετε καταγράψει μέσα από μαρτυρίες οικιακών εργατριών έχουν “χαραχτεί” στο συλλογικό ασυνείδητο των επόμενων γενεών γυναικών;

Δύσκολα απαντά κανείς σ’ αυτή την ερώτηση. Κυρίως, διότι διαφέρει ο αγροτικός πληθυσμός, δηλαδή οι γυναίκες από τη Φολέγανδρο που εξετάζω και στην έρευνα, ο τρόπος που βίωσαν τη σεξουαλικότητα, το φύλο τους, τις συζυγικές σχέσεις, το πώς αντιλαμβάνονται τη θέση τους μέσα στην οικογένεια, από τον προσφυγικό πληθυσμό και από τις γυναίκες που μετανάστευσαν στην Αθήνα. Οι άνθρωποι επηρεάζονται, φτιάχνονται μέσα από τις σχέσεις και εν προκειμένω δεν διαμορφώνεται μόνο η οικιακή εργάτρια από τη σχέση με την εργοδότρια της, αλλά και η εργοδότρια. Είναι η εποχή που οι αστές προσπαθούν να δημιουργήσουν μια συλλογική ταυτότητα στο όνομα της γυναικείας σφαίρας συμφερόντων και στο όνομα της γυναικείας ταυτότητας. Το να κυριαρχήσουν στην ιδιωτική σφαίρα ήταν τρόπος για διεκδικήσουν χώρο στη δημόσια. Και αυτή η σχέση ξεπερνά τη γενιά, ξεπερνά την εποχή που οι γυναίκες βιώνουν τις δυναμικές αυτών των σχέσεων και επηρεάζουν και τις επόμενες γενιές. Όμως, συμβαίνει και το εξής: ο τρόπος που εκείνες ερμηνεύουν το παρελθόν, την καταπίεση, την πατριαρχία, τον ρόλο της οικογένειας, γίνεται σε παρόντα χρόνο. Επομένως, ο τρόπος που ερμηνεύουν πια αυτή την πικρία προς τους συζύγους, την καταπίεση που έζησαν είναι επηρεασμένος από τα εγγόνια τους, από τον τρόπο που ζουν οι γυναίκες σήμερα. Τα περιοδικά, η τηλεόραση, ο τρόπος που ζουν τα εγγόνια και τα παιδιά τους, τις βοηθά να κατανοήσουν αυτό που έζησαν τότε με διαφορετικά εργαλεία. Το αποτύπωμα αυτών των κοινωνικών σχέσεων στις επόμενες γενιές υπάρχει, αλλά είναι αμφίδρομο.

scan-113

Στο κεφάλαιο που αναφέρεστε ακριβώς στις σχέσεις “εργοδότριας – οικιακής εργάτριας” περιγράφετε μία σειρά τεχνολογιών της υποταγής: από δοκιμές τιμιότητας και περιορισμούς στο φαγητό, μέχρι μεθόδους αποπροσωποποίησης (απαλοιφής της ατομικής ταυτότητας) και δημιουργίας κοινωνικού στίγματος. Θεωρείτε ότι κάποιος που εκπαιδεύεται στην υπηρεσία των άλλων και ειδικώς μία γυναίκα έχει συνείδηση τόσο αυτού που του συμβαίνει όσο και του ρόλου που παίζει το φύλο του;

Υπάρχει πλήρης συνείδηση. Το υποκείμενο μπορεί να μην αντιστέκεται στις πιο φρικτές μορφές καταπίεσης που βιώνει – που εμπεριέχουν τη σωματική βία, τη σεξουαλική βία, την αποπροσωποποίηση – αλλά, βάσει των μαρτυριών, πρόκειται για τη δική τους εμπειρία και ερμηνεία της ζωής τους. Γι’ αυτό μιλώ και για μία μορφή ταξικής συνείδησης, επομένως και της γνώσης για το πώς παράχθηκε η κοινωνική κατωτερότητα τους.  Το να βιώνεις κάτι, σημαίνει ότι το συνειδητοποιείς. Είναι μια διαδικασία όλο αυτό: δεν σημαίνει ότι υπάρχει εξ αρχής. Και η παραγωγή μας ως ανθρώπων, δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά συνδέεται και με το πώς σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας. Αυτή η διαδικασία αλλάζει. Μέσα από τις συνεντεύξεις βλέπουμε μια στρωματογραφία του εαυτού αυτών των γυναικών. Το πώς αυτή η εμπειρία ήταν τόσο σημαντική και τραυματική, που ακριβώς η σημασία της είναι τόσο μεγάλη σε ό,τι αφορά στη διαμόρφωση τους, αλλά και στη συνειδητοποίηση του τι συνέβη.

Γιατί επιλέξατε να εστιάσετε στο δίπολο της σχέσης μεταξύ γυναικών (εργοδότριας – οικιακής εργάτριας) αφήνοντας για λίγο στην άκρη την πατριαρχία;

Η πατριαρχία δεν αφορά τους άντρες. Αφορά τις σχέσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η θέση αυτών των γυναικών, η εργασία τους τοποθετείται στον ιδιωτικό χώρο, η σχέση τους πολύ συχνά γίνεται αντιληπτή και ως οικογενειακή. Κάποιες από αυτές τις γυναίκες, ακόμη και από τη νομοθεσία παρουσιάζονται ως ψυχοκόρες. Ειδικά από τον 19ο αιώνα και μετά, η οικιακή εργασία είναι σχέση μεταξύ γυναικών, οι γυναίκες θεωρούνται αποκλειστικώς υπεύθυνες για τον ιδιωτικό χώρο και πρόκειται για έναν αιώνα κατά τον οποίο η γυναίκα έξω από το σπίτι, η γυναίκα στην εργασία εκλαμβάνεται ως ανωμαλία. Επομένως, έχουμε να κάνουμε με απότοκο της νέας μορφής πατριαρχίας του 19ου αιώνα. Εδώ, η πατριαρχία εμφανίζεται μέσα από τα συμβόλαια γάμου. Σε ό,τι αφορά τη σχέση εργοδοτών και εργοδοτριών αυτή δομείται σαν σχέση μεταξύ γυναικών, επειδή η οικιακή εργασία και όλες οι ευθύνες που σχετίζονταν με το νοικοκυριό ήταν έμφυλες.

Στη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση, το θέατρο, η υπηρέτρια, σχεδόν πάντα, παρουσιάζεται ως πρόσωπο φαιδρό και απολύτως αναξιόπιστο, κάποτε και έκνομο. Γιατί;

Αυτού του είδους η αναπαράσταση έχει να κάνει με τον κυρίαρχο λόγο, με τον λόγο της αστικής τάξης. Μέχρι σήμερα ακούγαμε μόνο αυτήν την πλευρά. Το άλλο σκέλος της ιστορίας είχε αποσιωπηθεί. Και μόνο να πούμε τη λέξη υπηρέτρια, ντρεπόμαστε. Υπήρχε μονόλογος. Οι άλλοι μπορούσαν να μιλούν γι’ αυτά τα υποκείμενα, χωρίς αυτά να μπορούν να ανταπαντήσουν. Μπορεί να μιλούσαν, αλλά ποιος τους άκουγε. Αυτές οι αναπαραστάσεις – να παρουσιάζονται, δηλαδή, ως κλέφτρες, ως απειλή για τη συζυγική ενότητα – αυτού του είδους ο στιγματισμός προέρχεται από αυτόν τον δημόσιο λόγο. Το υποκείμενο ξέρει την αντίληψη που έχουν οι άλλοι γι’ αυτό, γνωρίζει αυτές τις αναπαραστάσεις, έχει απόλυτη συνείδηση γι’ αυτό που ονομάζουμε σωματικούς μηχανισμούς της υποταγής. Η ντροπή παράγεται μέσα από τη βίωση αυτών των σχέσεων και τη γνώση των αναπαραστάσεων.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία κατά τη διάρκεια της έρευνας σας και προς υποστήριξη της θέσης σας;

Το πιο δύσκολο ήταν το κομμάτι των προσωπικών συνεντεύξεων, της επεξεργασίας, της προσέγγισης των μαρτυριών. Αν και κατηγορήθηκα ότι γράφω έντονα, παίρνοντας την πλευρά των αφηγούμενων προσώπων – και είναι αλήθεια, γιατί υπάρχει η αξίωση της αποστασιοποίησης του ιστορικού από την ιστορία. Και σ’ αυτό δεν συμφωνώ. Πάντοτε γράφουμε από μία συγκεκριμένη οπτική γωνία – βάσει του φύλου, της τάξης που ανήκουμε, της σεξουαλικότητας μας, των πολιτικών πεποιθήσεων. Το ότι όσο πιο αποστασιοποιημένος είναι ο ιστορικός, τόσο πιο αντικειμενική ιστορία θα γράψει, ανατρέπεται και από τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας και από την κοινωνική ανθρωπολογία, που αμφισβητούν αυτή την απόσταση. Σε κάθε περίπτωση, ναι, το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν αυτό των προσωπικών ιστοριών.

Πέρα από την ιστορική διαδρομή των οικιακών εργατριών σε χρόνους παράλληλους με την ανάπτυξη των πόλεων, πέρα από τις τεκμηριώσεις του πώς η οικιακή εργασία χρησιμοποιήθηκε ως οργανωτική αρχή των τάξεων, το βιβλίο προσφέρει θεάσεις και στον τρόπο κατασκευής της ντροπής, του φόβου και της βίας ως εργαλείο εργοδοτικού ελέγχου των γυναικών με μοιραίες αναγωγές μέχρι τις μέρες μας. Παρατίθενται δύο σχετικά διαφωτιστικά αποσπάσματα από το βιβλίο.

ΚΕΦ. 13 – “Οι δυναμικές της σχέσης εργοδότριας και οικιακής εργάτριας”

“Αυτοί είχανε σ’ ένα κουτί μέσα σύκα και σταφίδες, εγώ παιδί τώρα, πεινούσα κιόλας και άνοιξα και πήρα, κι αυτοί με θεωρήσανε ότι ήμουν κλέφτρα, ότι τα έκλεψα. Στην ουσία τα έκλεψα, ας το πούμε. Ναι, στην ουσία τα πήρα, δεν το έκανα εσκεμμένα γιατί ήθελα να τα κλέψω, πεινούσα και τα ΄κλεψα, κατάλαβες; Και θυμάμαι με είχε βάλει τιμωρία τότε αυτή, η πρώτη και η τελευταία φορά, δεν το ‘χα ξανακάνει με. Με άφηκε όρθια και στεκόμουνα και μου ‘λεγε “κλεφτράκι” και “κλεφτράκι”. [Ελευθερία], σελ. 438.

“Ξέρεις μια φορά τι έκανε; Είχε το ζάχαρο και δεν έτρωγε ζάχαρη. Μας ενήστευε όλη τη Σαρακοστή, Τετάρτη και Παρασκευή το λάδι. Καρμίρες οι παλιές, οι Παλιοελλαδίτισσες ήταν πάρα πολύ καρμίρισσες. Λοιπόν, έψησα καφέ, να βουτήξω λίγο ψωμάκι να φάω που νήστευα. Μας νήστευε δεν μας έδινε γάλα. Εμένα με κορόιδευε, με έστελνε να πάω μέσα για να ρίξει στο γάλα μου νερό. Να μην είναι σκέτο όπως το άρμεγε από την κατσίκα […] Λοιπόν ψήνω τον καφέ και τον δοκιμάζει και γιατί ήταν γλυκό, μου δίνει μια ανάποδη με τα δαχτυλίδια που φόραγε. Ξεγένναγε πολλές και δεν είχαν να της δώσουνε λεφτά και της δίνανε χρυσαφικά και τα φόραγε. Ήταν τα χέρια της γεμάτα χρυσαφικά […] Δοκίμασε τον καφέ και γιατί ήτανε γλυκός, εσύ τον πίνεις σκέτο χωρίς ζάχαρη, εγώ πώς θα τον πιω πικρό; Έβαλα ζάχαρη, δεν μπορώ να εγώ να τον πιω, μικρό κοριτσάκι πόσο ήμουνα 12-13 χρονώ. Πίνεται ο πικρός καφές; Μου δίνει μια ανάποδη, με παίρνουν τα αίματα. Έτσι με χτύπαγε ανάποδα στο στόμα. Λοιπόν, με χτυπάει, παίρνω δρόμο και φεύγω και πάω στου Μακρυγιάννη, ήταν τα γραφεία, Αμερικανική Περίθαλψη που έλεγε […]. Λοιπόν εκεί πέρα ήταν η Λέσχη του Εργαζόμενου Κοριτσιού που πηγαίνανε και τρώγανε φτηνά […] Αφού ήρθε και με βρήκε εκεί πέρα, μου λέει πάμε σπίτι μας, τα παιδιά μας είναι στον δρόμο. Να πας, της λέω, εγώ παιδιά δεν έχω. Ε, ύστερα ήρθε η πρόεδρος, ήταν κι άλλες κυρίες εκεί. Της λένε, για σταθείτε, κυρία μου, μη τα πιέζετε τόσο, τους σπάτε τα νεύρα, δεν το καταλαβαίνετε ότι είναι παιδιά, της λέει. Έχετε μεγάλες απαιτήσεις από τα παιδιά. Της λέω, βλέπετε το στόμα μου, με δέρνει. Εκείνη μου ‘λεγε πάμε κι εκείνες της λέγανε κάτσε να ηρεμήσει. πού να ηρεμήσω εγώ, εκοπάναγα το τραπέζι με τις γροθιές μου, χτύπαγα τα τραπέζια. Είναι κακούργα, έλεγα, με χτυπάει, με σκοτώνει”. [Ευδοξία], σελ. 448.

ΚΕΦ. 14 – “Δημόσιοι λόγοι για τη σεξουαλικότητα και αφηγήσεις σεξουαλικής βίας των οικιακών εργατριών”

“Λοιπόν τι να σου πρωτοειπώ, όταν άρχισε και σφοντύλιαζε το βυζί και έγινε όσο είναι εκείνο το φλιτζανάκι, γιατί φαινόμουνα. Είχε άντρες και να μη με βλέπουν οι άντρες που είχα εγώ βυζιά, μόνο εκείνη είχε. Ξύλοοο. Ξύλοοο… Εκείνο ακούει και γράφει; [το κασετόφωνο]. Αλλά είχα καθημερινώς ξύλο. Ιδίως όταν πάταγε σερνικός στην πόρτα, έπρεπε να με γδάρει από το ξύλο. Να φανταστείς, επηγαίναμε έξι γυναίκες, εβγήκαμε από το σπίτι και πηγαίναμε στον δρόμο, από ‘δω μέχρι το τρίτο σπίτι, και πέρναγε ένας στον δρόμο και να κοιτάει εμένανε, ξύλοοο, γιατί κοίταγε εμένα. ‘Δεν είδες πώς την κοίταγε;’, έλεγε. Και την Παναγιώτα κοίταγε από τόσες; Αυτή κοίταγε, λέει. Αφού εδώ το μάγουλο μου είχε κρεμάσει μούσκουλο [;] από το ξύλο. Άι στο καλό, είχα αυτή τη ζωή του ξύλου. Με στέλνει σε μια ξαδέλφη της, να της πάω ένα σημείωμα. Δεν ήταν εκεί η ίδια. Λέει, ποιος το ΄φερε, η Ελένη; Όχι. Η Κωνσταντίνα; Όχι. Εκείνη η όμορφη με τις κοτσίδες. Το κακόμοιρο, η όμορφη με τις κοτσίδες. Είχα κάτι κοτσίδες, με σταίνει όρθια και πάλι. Κυρία μου, γιατί μου τα κόβεις; Να ξύλο να. Και μου άφησε έτσι, όπως είναι τούτο το φεσάκι γύρω γύρω και μου το κούρεψε και μου άφησε φούντα κι ήμουνα δεκαοχτώ χρονώ κορίτσι. Να μην περπατάω έτσι, να περπατάω έτσι. Και είχα ζουπιάσει να μη φαίνεται. ‘Ελα που φαινόμουνα […]”. [Παναγιώτα], σελ. 496.

“Μα είδες τι σου ‘πα η κοπέλα αυτή, ο κύριος, αυτή ήτανε μικρή, την ήπιασεν, τώρα τι να ηκάμει η κοπέλα, έπεσε στα κλάματα αυτή, στο τέλος για να μην πέσουν στα δικαστήρια της δώσανε 50.000, πήρε ένα σπιτάκι, δεν ξέρω πολύ τέλος πάντων, την πήρε κάποιο παιδί που ήξερε πώς ήταν η κατάσταση και την πήρε την κοπέλα. Υπήρχανε παλιάνθρωποι, τώρα είναι άλλοι. Αλλά υπήρχε και σέβος. Σου λέω η μητέρα μου που ήτανε τέτοιος άνθρωπος, μου λέει, μόλις ησθάνθηκα το χέρι του του ‘πα φύγε γιατί αύριο το πρωί φεύγω και θα ξυπνήσω την κυρία. Σσς, σώπα, σώπα. Σώπα, λέει εντάξει. Την άλλη μέρα με πιάσανε: Γιατί φεύγεις, Φλώρα; Λέει δεν μπορώ, κλαίει το παιδί και δεν μπορώ. Λέει κρίμα που εγώ θα σε… ήμουνα καλή αλλά δεν μπορώ. Δεν ήθελε ούτε να προδώσει ούτε να πει…” [Εύα], σελ.506

* “Σμιλεύοντας την υποταγή – Οι έμμισθες οικιακές εργάτριες στην Ελλάδα το πρώτο μισό του 20ου αιώνα” – Ποθητή Χαντζαρούλα – Εκδόσεις Παπαζήση (2012)

[1] Thompson, E.P., The Making of the English Working Class, Λονδίνο, Penguin, 1980 (1η Έκδοση, 1963).

Πηγή: lifo

 

Share

Η έμφυλη Λευκή Τρομοκρατία

fantasma1_0

Η εμφυλη βία ήταν η απάντηση στη χειραφέτηση των γυναικών μέσα από το ΕΑΜικό κίνημα | ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ, τ.Δ1

του Κώστα Κατσούδα*

Τα κορίτσια πούταν πρώτα στην Ε.Π.Ο.Ν. / πίνουν φάρμακα, πονάνε / και τον Στάλιν βλαστημάνε / που τις έβγαλε στο δρόμο τον κακόν

Χίτικη εκδοχή του τραγουδιού «Γιούπι-Για» (1945-46)

Eδώ και περίπου δεκαπέντε χρόνια η εμφύλια βία είχε αναχθεί σε κεντρικό ερμηνευτικό ζήτημα της δεκαετίας του ’40. Προκαλώντας έντονες συζητήσεις και υπερακοντίζοντας τα στενά όρια του ακαδημαϊκού διαλόγου, η μελέτη της βίας αναμφίβολα εμπλούτισε τον τρόπο που κατανοούμε όσα συνέβησαν στην πιο δραματική περίοδο της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας.

Ωστόσο, οι μεθοδολογικές προϋποθέσεις που τέθηκαν και οι ερευνητικές προτεραιότητες που πρυτάνευσαν, έφεραν μεν στο προσκήνιο διαστάσεις του φαινομένου που είχαν παραγνωριστεί, συσκότισαν όμως άλλες.

Το αξίωμα ότι ο φόνος είναι η απόλυτη μορφή βίας, μετρήσιμη ποσοτικά, οδήγησε στην υποτίμηση άλλων μη ανθρωποκτόνων μορφών βίας, ενώ η τάση για ποσοτικοποίηση υποβίβασε σε δεύτερη μοίρα ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά της βίας.

Η σιωπή των ιστορικών

fantasma23_0

Γυναίκες, θύματα της “Λευκής τρομοκρατίας” του 1945-46 | ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ, τ.Δ1

Η ιστοριογραφία έχει ελάχιστα καταπιαστεί με την έμφυλη διάσταση της βίας, ιδιαίτερα δε το φαινόμενο της σεξουαλικής βίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στις περισσότερες μελέτες που έχουν αναγάγει τη βία σε ερμηνευτικό κλειδί της Ιστορίας, απουσιάζει οποιαδήποτε σχετική μνεία.

Οχι μόνο φαίνεται να τις διατρέχει η λογική ότι η βία της περιόδου εξαντλείται στους φόνους, αλλά και να αγνοούν την προβληματική του φύλου, σαν το ζήτημα της εμφύλιας βίας να εξαντλούνταν στη θεώρηση ότι αφορά άνδρες που σκοτώνουν άνδρες.

Δεν λείπουν και οι συγγραφείς που διεκπεραιώνουν σε μια-δυο προτάσεις το ζήτημα της σεξουαλικής βίας κατά των γυναικών σαν μία από τις πολλές μορφές φυσική βίας, μια λεπτομέρεια της Ιστορίας του ελληνικού εμφύλιου πολέμου, την οποία επιπλέον εκλογικεύουν ως κατανοητή και επουσιώδη αντεκδίκηση απέναντι στην «κόκκινη βία».

Παρόμοιοι συνδυασμοί αποσιώπησης και έμμεσης δικαιολόγησης της σεξουαλικής βίας ανακαλούν τη σαρκαστική off the record απάντηση ηγητόρων του αμερικανικού στρατού στο Βιετνάμ, όταν ερωτούνταν για ανάλογες ωμότητες σε βάρος αμάχων:

«Δεν έγιναν ποτέ – και επιπλέον τους άξιζε».

Τέτοιες προσεγγίσεις πάσχουν πολλαπλώς. Οι φρικτές εμπειρίες των συγκρούσεων στη Βοσνία και τη Ρουάντα πυροδότησαν δεκάδες επιστημονικές μελέτες του φαινομένου του πολεμικού βιασμού, οι οποίες κατέδειξαν ότι η σεξουαλική βία δεν είναι μια απλή υποκατηγορία της μη ανθρωποκτόνου βίας (ο ξυλοδαρμός και ο βιασμός δεν είναι ομόλογα φαινόμενα) ούτε έχει αμελητέες συνέπειες.

Προκαλεί βαθιές και συχνά αθεράπευτες ψυχολογικές πληγές που δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν και να αποτυπωθούν σε μαθηματικά σχήματα.

Επιπλέον, μοιάζει να λησμονείται ότι ο βιασμός δεν είναι ποτέ αυτοάμυνα και πως, στην ελληνική περίπτωση, η σεξουαλική βία αψηφά τη βολική λογική της αναλογικότητας.

Ο ΕΛΑΣ και κατόπιν ο Δημοκρατικός Στρατός άσκησαν φυσική και συχνά φονική βία κατά γυναικών, όμως ήταν κεντρική οδηγία να αποφεύγονται οι προσβολές εναντίον της γενετήσιας ελευθερίας.

Πέρα από λόγους αρχής, όπως η επαγγελία ενός προγράμματος γυναικείας χειραφέτησης, πρακτικές μέριμνες, όπως η επιδίωξη να στρατολογηθούν αντάρτισσες, συνηγορούσαν στην αποτροπή τέτοιων ενεργειών.

Όσα τέτοια κρούσματα εκδηλώθηκαν, πατάχθηκαν με αμείλικτη σκληρότητα. Οι δικαστικές πηγές επιβεβαιώνουν τα παραπάνω.

Μετά τα Δεκεμβριανά, ΕΑΜίτες και ΕΛΑΣίτες κατηγορήθηκαν, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν για κάθε είδους αδικήματα, εκτός από σεξουαλικές επιθέσεις.

Το ίδιο φαίνεται ότι συνέβη και με τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Η ευθύνη για τη σεξουαλική βία δεν μπορεί να μοιραστεί ισομερώς μεταξύ των εμπολέμων.

Ηταν ασύμμετρο όπλο στα χέρια της μίας από τις αντιμαχόμενες παρατάξεις του εμφύλιου πολέμου.

Αποσιώπηση κι ατιμωρησία

fantasma8

Ένοπλες επονίτισσες στην Τριφυλλία (1944) | ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ, τ.Δ1

Οι μεθοδολογικές ή άλλες εμμονές εξηγούν μόνο εν μέρει την έλλειψη ενδιαφέροντος για το φαινόμενο της σεξουαλικής βίας. Υπάρχει το πρόβλημα των πηγών.

Οι σχετικές αναφορές είναι αρκετές, όμως είναι αποσπασματικές και από δεύτερο χέρι. Η αξιοπιστία τους είναι δύσκολο να διασταυρωθεί.

Ως προς την έκταση του φαινομένου, το μόνο που διαθέτουμε είναι οι καταγγελίες της δεξιάς βίας από τις ΕΑΜικές οργανώσεις.

Εκθεση της Εθνικής Αλληλεγγύης προς την Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ καταγράφει μόλις 165 βιασμούς μεταξύ Φεβρουαρίου 1945 και Μαρτίου 1946.

Το δε υπόμνημα του Δημοκρατικού Στρατού προς την Ερευνητική Επιτροπή του ΟΗΕ έναν χρόνο αργότερα, το οποίο πάντως καλύπτει μόνο τη μισή επικράτεια της χώρας, αναφέρει 211 βιασμούς.

Δεν διαθέτουμε στατιστικές για τη φάση κλιμάκωσης του εμφύλιου πολέμου από την άνοιξη του 1947 και μετά. Αλλά και οι προαναφερθέντες αριθμοί δεν αντανακλούν επ’ ουδενί τα πραγματικά μεγέθη για την κατ’ εξοχήν περίοδο της Λευκής Τρομοκρατίας.

Το ΕΑΜ επεξεργαζόταν στοιχεία από περιστατικά για τα οποία είχαν υποβληθεί μηνύσεις.

Αποτελούσαν ένα κλάσμα του συνόλου και προϋπέθεταν αξιοθαύμαστο προσωπικό θάρρος εκ μέρους των μηνυτριών.

Το κοινωνικό στίγμα, αλλά και ο φόβος μην επισύρουν χειρότερα αντίποινα, εξανάγκαζε τα περισσότερα θύματα σε σιωπή.

Ας σκεφτούμε ότι στη δική μας εποχή, όταν πια έχει συντελεστεί ραγδαία μεταβολή των νοοτροπιών και οι διωκτικοί μηχανισμοί έχουν ευαισθητοποιηθεί, ο βιασμός παραμένει το λιγότερο καταγγελλόμενο έγκλημα.

Οι εγκληματολόγοι εκτιμούν ότι λιγότεροι από έναν στους πέντε βιασμούς καταγγέλλονται στις Αρχές. Μπορούμε να υποψιαστούμε τι συνέβαινε πριν από εβδομήντα χρόνια, σε συνθήκες οξείας πολιτικής πόλωσης.

Σύμφωνα με ξένους ερευνητές, οι βιασμοί πάντα υποαντιπροσωπεύονται στις στατιστικές των εγκλημάτων πολέμου.

Κάποιοι από αυτούς μάλιστα προτείνουν να πολλαπλασιάζουμε τα καταγεγραμμένα κρούσματα επί είκοσι για να έχουμε μια κατά προσέγγιση αίσθηση των πραγματικών μεγεθών.

Πράγματι, σε περιπτώσεις που οι παθούσες συνδέονταν έστω και κατ’ ελάχιστον με το ΕΑΜικό κίνημα, βρίσκονταν αντιμέτωπες με ένα πυκνοδομημένο πλέγμα προκατάληψης:

➤ των κρατικών αρχών που απέρριπταν τέτοια διαβήματα ως «αποκυήματα νοσηράς φαντασίας»,

➤ των αστυνομικών οργάνων που, όταν καταδέχονταν να σημειώσουν τέτοια περιστατικά στα δελτία συμβάντων, φρόντιζαν να προσθέτουν ότι τα θύματα ήταν «κακής διαγωγής» (άρα, κατά το κοινώς λεγόμενο, «πήγαιναν γυρεύοντας»),

➤ των μαρτύρων υπεράσπισης στις δίκες, οι οποίοι ορκίζονταν ότι «οι εθνικιστές δεν κάνουν τέτοια» και δεν απέκλειαν τα θύματα να ενεπλάκησαν σε όργια με «συναγωνιστές» για να δυσφημίσουν άσπιλους πατριώτες,

➤ των συνηγόρων υπεράσπισης που τις καλούσαν να προσκομίσουν πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων για να διαπιστωθεί το ποιόν τους,

➤ των βασιλικών επιτρόπων που φιλοφρονούσαν τους κατηγορουμένους και ζητούσαν να αντιμετωπιστούν με επιείκεια λόγω των αντικομμουνιστικών τους διαπιστευτηρίων,

➤ των δικαστών που ελαφρά τη καρδία αποφαίνονταν ότι τα θύματα δεν είχαν υποστεί δα και κάποια σοβαρή σωματική βλάβη.

Μια εμπειρική έρευνα στα διαθέσιμα δικαστικά αρχεία δείχνει ότι υπήρξαν ελάχιστες καταδίκες.

Θύματα με μητρώο αριστερής δράσης δεν έβρισκαν δικαίωση σχεδόν ποτέ, ακόμη και αν η ακροαματική διαδικασία παρήγε συντριπτικά στοιχεία σε βάρος των κατηγορουμένων.

Σε κάποιες περιπτώσεις, οι αποφάσεις ήταν ιδιαίτερα προκλητικές (βλ. παράπλευρη στήλη). Η ατιμωρησία ήταν το εκτροφείο και της σεξουαλικής βίας.

Από τον «Θίασο» του Θ. Αγγελόπουλου…

This slideshow requires JavaScript.

Μια «τιμωρητική» πρακτική

Αν και δεν είναι πάντα απλό να ξεδιαλύνουμε τα όρια δημόσιου και ιδιωτικού, οι υπάρχουσες πηγές μάς επιτρέπουν να σκιαγραφήσουμε τυπολογίες του εμφυλιοπολεμικού βιασμού.

Η σεξουαλική βία της περιόδου 1945-1947 αναπαράγει εν πολλοίς το γνωστό μοτίβο βίας της Λευκής Τρομοκρατίας.

Είναι φαινόμενο κυρίως της υπαίθρου.
Ομάδες ενόπλων εισέβαλλαν τις μικρές ώρες της νύχτας σε σπίτια με την πρόφαση της έρευνας για κρυμμένα όπλα, της αναζήτησης καταζητούμενων ή του ελέγχου ταυτοτήτων και κατέληγαν να σέρνουν το θύμα τους στους αγρούς δήθεν για ανάκριση, στην πραγματικότητα για να βιαιοπραγήσουν σε βάρος του.

Ενώ στην περίπτωση των ανδρών επακολουθούσε ξυλοδαρμός, στην περίπτωση των γυναικών το ρεπερτόριο συχνά περιλάμβανε σεξουαλική κακοποίηση.

Αλλοτε οι δράστες αναζητούσαν κάποιον άνδρα και όταν δεν τον εντόπιζαν, ξεσπούσαν πάνω στις γυναίκες του σπιτιού. Σε άλλες περιστάσεις εξ αρχής στόχος τους ήταν οι γυναίκες, δηλαδή ο βιασμός ήταν προμελετημένος.

fantasma7Aιχμάλωτες αντάρτισσες κατά τη διαδικασία μεταγωγής τους στα «σημεία υψηλού κινδύνου» – ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ Ν.Ε. ΤΟΛΗ (Αθήνα 1998)

Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σε περιόδους κανονικότητας, οι βιασμοί εκείνης της εποχής ήταν συχνότατα ομαδικοί με έντονο το στοιχείο της σαδιστικής βίας.

Φαίνεται ότι επρόκειτο για ενσυνείδητη επιλογή.

Εγκληματολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί έχουν διαπιστώσει ότι τα θύματα ακραίων μορφών κακοποίησης υφίστανται σοβαρότερο ψυχικό κλονισμό και δυσκολεύονται περισσότερο να αποκαταστήσουν μια ισορροπία στη ζωή τους.

Μερικές φορές η κακοποίηση ολοκληρωνόταν με την εκτέλεση του θύματος.

Όταν βασικός στόχος ήταν ο βιασμός, ο φόνος ήταν ένας τρόπος για να καλυφθούν τα ίχνη των δραστών.

Οι νεκρές δεν μπορούν να μιλήσουν. Οταν είχε ληφθεί απόφαση για την εξόντωση του θύματος, η σεξουαλική κακοποίηση ήταν το μαρτυρικό πρελούδιο του προαποφασισμένου τέλους.

Τα παραπάνω συνιστούν ακόμα έναν λόγο που το αληθινό μέγεθος των βιασμών δεν θα μαθευτεί ποτέ. Αρκετοί κρύφτηκαν πίσω από φόνους και εξαφανίσεις.

Τα θύματα μπορούν να διακριθούν σε δύο κατηγορίες.

Κατ’ αρχάς ήταν σχετικά νεαρής ηλικίας γυναίκες που πολύ σχηματικά μπορούμε να περιγράψουμε ως ακτιβίστριες: ΕΠΟΝίτισσες, καθοδηγήτριες του ΕΑΜ κ.ά.

Αυτές συνήθως επιλέγονται και ως θύματα διαπομπεύσεων. Σε αντίθεση με τους βιασμούς που συνήθως λάμβαναν χώρα εν κρυπτώ, οι διαπομπεύσεις προϋπέθεταν τη δημόσια έκθεση.

Η γνωστότερη μορφή διαπόμπευσης υπήρξε το κούρεμα των μαλλιών.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με ακόμα μια ελληνική πρωτοτυπία: ενώ στην υπόλοιπη απελευθερωμένη Ευρώπη η βάναυση αυτή τιμωρία επιβλήθηκε σε γυναίκες που κατηγορήθηκαν για ερωτικές ή άλλες δοσοληψίες με τον κατακτητή, στη μεταπολεμική Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε σχεδόν αποκλειστικά εναντίον γυναικών που είχαν θητεύσει στην ΕΑΜική Αντίσταση.

Το κούρεμα των μαλλιών, συχνά μια ιδιαίτερα επώδυνη διαδικασία (μαρτυρίες μνημονεύουν εθνικόφρονες οπλαρχηγούς που προτιμούσαν να χρησιμοποιούν μαχαίρια αντί για ψαλίδια για να μεγιστοποιούν τον πόνο), συνιστούσε μια συμβολική πράξη εξάλειψης της ταυτότητας του θύματος.

fantasma6a_1Η “έκφυλη συμμορίτισσα”, όπως την έβλεπε το επίσημο περιοδικό της Υπηρεσίας Στρατιωτικού Τύπου (20/4/1948) Πηγή: ΑΣΚΙ

Αρκετές φορές είχε σεξουαλικό υπόβαθρο: σε κάποιες περιπτώσεις αντικομμουνιστικές συμμορίες χάραζαν στα μάγουλα των θυμάτων το γράμμα «Π» («Πόρνη»), άλλοτε παρέτειναν τον εξευτελισμό με έκθεση του γυμνού σώματος του θύματος σε κοινή θέα, ορισμένες φορές το χυδαίο τελετουργικό επιστεγαζόταν με βιασμό.

Βασικός στόχος τέτοιων πρακτικών φαίνεται να ήταν η συντριβή του φρονήματος γυναικών που αποτόλμησαν να παραβούν τα παραδοσιακά έμφυλα πρότυπα συμπεριφοράς.

Όμως, προτιμώμενοι στόχοι φαίνεται να ήταν γυναίκες που οι ίδιες μεν είχαν ελάχιστη πολιτική εμπλοκή, αλλά οι άνδρες συγγενείς τους είχαν διαδραματίσει ρόλο στο πρώτο αντάρτικο.

Αυτοί συνήθως απουσίαζαν από την οικογενειακή στέγη, επειδή φυγοδικούσαν ή κρατούνταν στις φυλακές.

Άλλοτε ήταν κι αυτοί παρόντες στο σπίτι και ενίοτε υποχρεώνονταν να παρακολουθήσουν το δράμα των προσφιλών τους προσώπων.

Ο πόνος προκαλούνταν στα θύματα, αλλά το μήνυμα απευθυνόταν προς τους άρρενες οικείους τους.

Εκφερόμενο στον παραδοσιακό κώδικα των πατριαρχικών αξιών, ήταν μια υπενθύμιση της ανημπόριας τους να προστατέψουν την τιμή των συζύγων, μανάδων, κορών και αδελφών τους.

Εάν βασικός στόχος της Λευκής Τρομοκρατίας ήταν η πολιτική αποστράτευση των οπαδών της Αριστεράς και η αποδιάρθρωση των οργανωτικών αρμών της ΕΑΜικής παράταξης, τότε η σεξουαλική βία δηλητηρίαζε τη σχέση των θυμάτων με τον άμεσο περίγυρό τους και διασπούσε τις κοινωνικές και οικογενειακές σχέσεις των αντιπάλων ως ατόμων.

Ο βιασμός στις παραδοσιακές κοινωνίες στιγματίζει περισσότερο το θύμα παρά τον θύτη.

Οι παθούσες εξαναγκάζονταν να αποτραβηχτούν στην οικιακή σφαίρα ή να εγκαταλείψουν τους τόπους διαμονής τους για να αποφύγουν την κοινωνική κατακραυγή.

Αναφέρονται και περιστατικά όπου χώρισαν ζευγάρια και μέλη οικογενειών ψυχράνθηκαν μεταξύ τους.

Υπάρχει η τάση να καταλογίζεται η διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων στην απειθαρχία ανεξέλεγκτων ομάδων που έψαχναν να προσποριστούν προσωπικές ανταμοιβές σε ένα περιβάλλον γενικευμένης βαρβαρότητας.

Αυτή η ερμηνεία δεν στερείται αληθοφάνειας, καθώς αφενός οι κύριοι αυτουργοί σεξουαλικών εγκλημάτων ήταν συμμορίες ιδιωτών, αφετέρου δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει ότι οι βιασμοί του ελληνικού εμφυλίου είχαν συστηματικό χαρακτήρα ή υπάκουαν σε άνωθεν διαταγές.

Παρ’ όλα αυτά, αξίζει να σημειωθεί ότι τα θύματα δεν ήταν τυχαία επιλεγμένα, αλλά στοχοποιούνταν εξαιτίας της πραγματικής ή υποτιθέμενης ένταξής τους στο αντίπαλο στρατόπεδο.

Επιπλέον, αν το κράτος ήταν αποφασισμένο να περιορίσει το φαινόμενο, τότε η παραστρατιωτικοποίηση των δεξιών ατάκτων, δηλαδή η υπαγωγή τους υπό στρατιωτικό έλεγχο στην ύστερη φάση της σύρραξης, θα συνεπαγόταν τη δραστική μείωση τέτοιων κρουσμάτων.

Ανοιχτά ερωτήματα

Τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν είναι αρκετά για να εκφέρουμε ολοκληρωμένη γνώμη για τις πρακτικές σεξουαλικής κακοποίησης το 1947-1949.

Από τη μια, υπάρχει πληθώρα αναφορών σε περιστατικά όπου κληρωτοί προστάτευσαν αιχμάλωτες αντάρτισσες από τις σαδιστικές παρορμήσεις παραστρατιωτικών, από την άλλη όμως συνάγεται ότι τα σημεία υψηλού κινδύνου για τη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων ήταν τα αυτοσχέδια προσωρινά κρατητήρια στα μετόπισθεν των επιχειρήσεων και τα στρατόπεδα αιχμαλώτων, δηλαδή χώροι που τελούσαν υπό την εποπτεία των ενόπλων δυνάμεων.

Η διενέργεια σεξουαλικοποιημένων βασανιστηρίων από άνδρες των σωμάτων ασφαλείας είναι επίσης κοινό μυστικό.

Η έκταση του φαινομένου είναι άγνωστη. Οι αιχμάλωτες, οι πολιτικές κρατούμενες και εξόριστες ήταν υποκείμενα που διαβιούσαν σε καθεστώς εξαίρεσης και συνεπώς αδυνατούσαν να κινήσουν νομικές διαδικασίες εναντίον των βασανιστών τους.

karagianni_2Η τραγική ιστορία της δασκάλας Πέπης Καραγιάννη είναι διδακτική: ο βασανισμός και ο βιασμός της από ασφαλίτες στην Αθήνα το 1946 παρουσιάστηκε από τις Αρχές ως ατύχημα που προκλήθηκε από δική της υπαιτιότητα.

Με λίγα λόγια, υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι το φαινόμενο της σεξουαλικής βίας στον ελληνικό εμφύλιο προσέλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις από αυτές που θέλουμε να πιστεύουμε.

Η ιστορική έρευνα μπορεί να γκρεμίσει τα τείχη της σιωπής και να φωτίσει περαιτέρω αθέατες πτυχές ενός από τα μεγάλα ταμπού της Ιστορίας της δεκαετίας του ’40.

Η αμνήστευση του «αντισυμμοριακού» βιασμού

Ένα ντοκουμέντο του 1948

fantasma5_0

Ένοπλοι παρακρατικοί στη Θεσσαλία (1947) Ένοπλοι παρακρατικοί στη Θεσσαλία (1947). | ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ Ν.Ε. ΤΟΛΗ (Αθήνα 1998)

Το ΚΘ’ Ψήφισμα «περί αμνηστείας παραδιδομένων στασιαστών κτλ.» της 14ης Σεπτεμβρίου 1947 ήταν η πολυδιαφημισμένη αμνηστία του πρωθυπουργού Θεμιστοκλή Σοφούλη.

Υποσχόταν την αμνήστευση κάθε είδους αδικημάτων που σχετίζονταν «με την συμμοριακήν ή αντισυμμοριακήν δράσιν» για όσους «στασιαστές» παρουσιάζονταν αυτοβούλως στις Αρχές εντός δίμηνης προθεσμίας.

Παρότι το νομοθέτημα απευθυνόταν ουσιαστικά στους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού, τα στοιχεία του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως δείχνουν ότι από τους περίπου 10.000 φυγόδικους που κατέθεσαν τα όπλα, τα δύο τρίτα ήταν μέλη αντικομμουνιστικών ομάδων.

Η αμνηστία έγινε «πλυντήριο» των εγκλημάτων της Λευκής Τρομοκρατίας και διευκόλυνε πολλούς άτακτους της Δεξιάς, αναβαπτισμένους πια, να συνεχίσουν τη μάχη κατά της «ανταρσίας» υπό τη σκέπη του κράτους, ως ΜΑΥδες και χωροφύλακες «άνευ θητείας».

Αρκετοί από όσους επικαλέστηκαν τις ευεργετικές διατάξεις του ΚΘ’ Ψηφίσματος επιζήτησαν την αμνήστευση πράξεων βιασμού.

Η στάση των δικαστηρίων δεν ήταν ομόφωνη. Συνήθως, πάντως, τέτοια αιτήματα απορρίπτονταν ως απαράδεκτα.

Το σκεπτικό των αποφάσεων κατά κανόνα υπογράμμιζε ότι ο βιασμός δεν μπορούσε να θεωρηθεί μέρος του «αντισυμμοριακού» αγώνα.

Σε άλλες περιστάσεις, τα δικαστήρια απέφευγαν να αποφασίσουν ώσπου να λάβουν διευκρινίσεις από τον Αρειο Πάγο.

Το κακό ήταν μικρό βέβαια: ακόμη κι αν δεν πετύχαιναν να αμνηστευτούν, οι κατηγορούμενοι τέτοιων πράξεων κατά κανόνα αθωώνονταν πανηγυρικά.

Σε περιπτώσεις που τα θύματα ανήκαν στην αντίπαλη πολιτική παράταξη, η ατιμωρησία των βιαστών ήταν περίπου εξασφαλισμένη.

Η δικαστική απόφαση που παρουσιάζουμε εδώ αποτελεί ένα ιδιαίτερα επαίσχυντο δείγμα της αντιμετώπισης της σεξουαλικής βίας από τις ελληνικές δικαστικές αρχές.

Στην προκειμένη υπόθεση, οι δράστες –Χίτες από την Ακαρνανία, που δεν μπήκαν καν στον κόπο να τιμήσουν τη διαδικασία με την παρουσία τους- αμνηστεύτηκαν.

Το Κακουργιοδικείο Λευκάδας έκρινε ότι ο φόνος ενός αριστερού στελέχους, αλλά και ο ομαδικός βιασμός της συζύγου του –από έξι άτομα, με το μαχαίρι στον λαιμό, πλάι στο πτώμα του άντρα της– αποτελούσαν σκέλη του πολέμου κατά του «εσωτερικού εχθρού».

Ας σημειωθεί ότι στον δολοφονηθέντα προσάπτεται post mortem η ηθική αυτουργία κατοχικών εγκλημάτων, αλλά και ότι αμφότερα τα θύματα περιγράφονται ψευδώς ως «συμμορίτες» του ΕΑΜ, παρότι ήταν άοπλα και το ΕΑΜ ήταν ένας νόμιμος πολιτικός συνασπισμός κομμάτων το 1946.

Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε από δημοσιευμένες μαρτυρίες για τον εμφύλιο πόλεμο στη Στερεά Ελλάδα, η εν λόγω γυναίκα είχε βιαστεί ξανά στο παρελθόν από παρακρατικούς που δεν εννοούσαν να αφήσουν τον σύζυγό της σε ησυχία.

Την πρώτη φορά η υπόθεση «θάφτηκε». Το αντρόγυνο υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το χωριό του για να μετοικήσει κοντά στο Αγρίνιο, αναζητώντας ματαίως ασφάλεια.

Οι διώκτες το εντόπισαν ξανά και ολοκλήρωσαν την κτηνωδία.

Αυτή τη φορά, η παθούσα χήρα είδε τους δολοφόνους του άντρα της και βιαστές της να δικαιώνονται ενώπιον δικαστηρίου.

≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈

Αριθ. 14

Το Δικαστήριον των εν Λευκάδι Συνέδρων

Συγκείμενον εκ των Δικαστών Μ.Α. Προέδρου, Δ.Κ. και Γ.Ψ.

Συνεδριάσαν δημοσίως εν τω ακροατηρίω του την 10 Μαρτίου 1948 παρουσία του τε Εισαγγελέως των ενταύθα Πλημμ/δικών Ε.Π. και του Γραμματέα των αυτών Πλημμ/δικών Σ.Α., ίνα αποφανθή εάν αι εις τους κατηγορουμένους 1) Δ.Ν., 2) Μ.Μ., 3) Γ.Ν., 4) Φ.Ν., 5) Ε.Μ. και 6) Ε.Ν.,… απόντας, αποδιδόμεναι πράξεις του φόνου, βιασμού και οπλοχρησίας, εμπίπτουσιν εις τας διατάξεις του ΚΘ’ Ψηφίσματος «περί αμνηστείας παραδιδομένων στασιαστών»…

[…]

Σκεφθέν κατά τον Νόμον

Επειδή κατά την αληθή έννοιαν της διατάξεως του άρθρου 1 του ΚΘ’ Ψηφίσματος “περί αμνηστείας των παραδιδομένων στασιαστών” και την γενομένην δήλωσιν του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, καταχωρισθείσαν εις τα επίσημα πρακτικά της Βουλής,… εις την δι’ αυτού παρεχομένην αμνηστείαν περιλαμβάνονται, συν τοις άλλοις, και οι εκνόμως δράσαντες, εφόσον η δράσις αυτών σχετίζεται οπωσδήποτε με την συμμοριακήν ή αντισυμμοριακήν δράσιν, ανεξαρτήτως των βαθυτέρων αιτιών, υφ’ ων εκινήθησαν οι δράσται και του δοθέντος εις το αδίκημα χαρακτηρισμού…

Επειδή εκ των εν τη δικογραφία ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων της κατηγορίας και λοιπών εγγράφων προκύπτει και το Δικαστήριον πείθεται ότι τα κατά των κατηγορουμένων 1) Δ.Λ.Ν., 2) Μ.Μ., 3) Γ.Ν., 4) Φ.Ν., 5) Ε.Π.Μ. και 6) Ε.Ν., εμφανισθέντων εμπροσθέτως και κατά τους όρους και προϋποθέσεις του ειρημένου ΚΘ’ Ψηφίσματος, κατά τας προσαγομένας εκθέσεις εμφανίσεώς των, αποδιδόμενα αδικήματα διά του υπ’ αριθ. 449/1946 βουλεύματος του Συμβουλίου των εν Αγρινίω Πλημμελειοδικών, ετελέσθησαν κατ’ Ιούλιον 1946 και αφορμήν είχον τον διεξαγόμενον και τότε αντισυμμοριακόν αγώνα των κατηγορουμένων τούτων κατά των συμμοριτών της οργανώσεως ΕΑΜ, μέλη της οποίας ετύγχανον οι παθόντες, εκ των οποίων μάλιστα ο Ν.Γ. υπεύθυνος ων της οργανώσεως ΕΑΜ εν τω χωρίω του εγένετο παραίτιος του φόνου υπ’ αυτής συγγενών προσώπων των κατηγορουμένων και άλλων Εθνικοφρόνων πολιτών, δι’ ους φόνους και είχε φυλακισθή ούτος, πλην αμνηστευθείς δυνάμει του Νόμου 753. Συνέπεται όθεν ότι και τα αδικήματα ταύτα των ειρημένων κατηγορουμένων, εμφανισθέντων εμπροσθέτως, ως ερρέθη, ημνηστεύθησαν κατά το άρθρον 1 του Ψηφίσματος και δέον να παύση πάσα κατ’ αυτών διαδικασία… επί τούτοις.

[…]

Δια ταύτα

Παύει πάσαν ποινικήν διαδικασία κατά των κατηγορουμένων 1) Δ.Λ.Ν. 2) Μ.Μ., 3) Γ.Ν., 4) Φ.Ν., 5) Ε.Π.Μ. και 6) Ε.Ν. …, επί τω ότι υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι συναπεφάσισαν την εκτέλεσιν των επομένων αξιοποίνων πράξεων και ένεκα τούτων συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαίαν συνδρομήν την νύκτα της 18ης προς την 19ην Ιουλίου 1946 εις θέσιν “Ζαπάντι” της Μεγάλης Χώρας Αγρινίου, εκ προμελέτης απεφάσισαν και εσκεμμένως εξετέλεσαν ανθρωποκτονίαν κατά του Ν.Γ. πλήξαντες αυτόν διά μαχαιρών αιχμηρών εις διάφορα του σώματός του μέρη, εξ ων πληγμάτων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος τω παθόντι, 2) κατά τον αυτόν ως άνω τόπον και χρόνον ηνάγκασαν εις ασέλγειαν την Β. χήραν Ν.Γ. μεταχειριζόμενοι κατ’ αυτής σωματικήν βίαν και απειλάς, ηνωμένας με επικείμενον κίνδυνον του σώματος και της ζωής της, ήτοι απειλούντες διά των ως άνω όπλων ότι θα φονεύσωσιν αυτήν, έρριψαν χαμαί και ησέλγησαν κατ’ αυτής και 3) των απηγορευμένων τούτων όπλων εποιήσαντο χρήσιν προς διάπραξιν του άνω κακουργήματος του φόνου, ήτις χρήσις δεν αποτελεί, κατ’ ειδικήν του νόμου διάταξιν, στοιχείον του αδικήματος.

[…]

Εκρίθη, απεφασίσθη και απηγγέλθη εν Λευκάδι τη 10 Μαρτίου 1948 δημοσία επ’ ακροατηρίου.

[Πηγή: Γενικά Αρχεία του Κράτους Ν. Αχαΐας, Αρχείο Εφετείου Πατρών, Αρχείο Κακουργιοδικείου Λευκάδας, ΑΒΕ: 310, ΑΕΕ (Δικαστικά): 27.2]

≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈

*υποψήφιος διδάκτορας Ιστορίας

Επιμέλεια: Τάσος Κωστόπουλος

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

 

Share

Με αφορμή το 6ο Φεστιβάλ Εθνογραφικού Κινηματογράφου της Αθήνας: 9 γυναίκες που άλλαξαν την ανθρωπολογία

Margaret Mead with Trophy Heads

της Caroline Ervin

Θα πίστευε κανείς ότι η μελέτη των ανθρώπων – όλων των ανθρώπων, στο παρελθόν και το παρόν – θα ήταν λίγο πιο δίκαιη σε ζητήματα φύλου. Εξάλλου οι γυναίκες είναι το μισό της ανθρωπότητας. Μην αφήνετε όμως την κοινή λογική να θολώσει την κρίση σας! Από την αρχή της ανθρωπολογίας, ως επίσημου κοινωνικο-επιστημονικού κλάδου, τα μέλη της έκλιναν προς τον λευκό άντρα. Οι «πληροφοριοδότες» του ή τα ερωτηθέντα υποκείμενα από τους ξένους «ειδικούς» έχουν επίσης την τάση να κλίνουν προς τον άντρα. Για ποιο λόγο άλλωστε να πάρουν συνέντευξη από μερικές γυναίκες σχετικά με το τι κάνουν όλη την ημέρα, όταν θα μπορούσαν απλά να ρωτήσουν τους άντρες;

Αυτή η διευθέτηση όμως δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή για τις αποφασιστικές και ευφυείς γυναίκες της πρώιμης σύγχρονης ανθρωπολογίας. Ξεκινώντας από τα μέσα του 19ου αιώνα (το πρώτο κύμα της λεγόμενης φεμινιστικής ανθρωπολογίας) υπήρξε μια σοβαρή, αναπόφευκτη ώθηση όχι μόνο να συμπεριληφθούν περισσότερες γυναικείες φωνές στη μελέτη άλλων πολιτισμών, αλλά και να γίνει τουλάχιστον μια αναφορά στις γυναίκες σε αυτούς τους πολιτισμούς.

Αλλά οι γυναίκες που σήκωσαν το βάρος κατά τις πρώτες ημέρες της ανθρωπολογίας δεν ήταν σε καμία περίπτωση τέλειες. Ενώ μερικές συνέβαλαν στο να ανοίξει το μυαλό μας στην έννοια του φύλου, κάποιες άλλες εξακολουθούσαν να έχουν απλοϊκές απόψεις για τους άλλους πολιτισμούς.

Παρακάτω παρουσιάζουμε εννέα γυναίκες, των οποίων το έργο άλλαξε τον κλάδο της ανθρωπολογίας:

Alice Cunningham Fletcher, 1838-1923

anthro-fletcher1Φωτογραφία από Wikimedia Commons

anthro-fletcher2-1024x636Φωτογραφία από Wikimedia Commons

 Γεννημένη σε μια αστική οικογένεια, αλλά δίνοντας από νωρίς «σκληρή μάχη για τη ζωή», η Alice Fletcher είχε ήδη εξελιχθεί σε μια ενεργή φεμινίστρια και σουφραζέτα τη δεκαετία του 1870. Μέσω της κατάρτισής της στην αρχαιολογία (άτυπης λόγω φύλου) και του έργου της η Fletcher γνωρίστηκε με τους Ινδιάνους της Αμερικής ζώντας τελικά για ένα διάστημα με τη φυλή Omaha. Συνδυάζοντας το υποστηρικτικό της έργο και ενδιαφέρον για τους αυτόχθονες αμερικάνικους πολιτισμούς η Fletcher έκανε την πλέον αμφιλεγόμενη κίνηση, να πιέσει για την κατανομή ή το μοίρασμα της φυλετικής γης σε μεμονωμένα οικόπεδα. Υποστήριξε ότι η συλλογική γαιοκτησία εμποδίζει την πρόοδο και τον πολιτισμό των αυτόχθονων αμερικάνων (συγκαταβατική) και αποτρέπει τους λευκούς να σέβονται τα δικαιώματα που έχουν οι ιθαγενείς πληθυσμοί πάνω στη γη (ελαφρώς πιο έγκυρη).

Όταν δεν ήταν απασχολημένη υποστηρίζοντας την ανάγκη για μια τρομερή πολιτική γαιοκτησίας, εργαζόταν για τη διατήρηση διαφόρων πτυχών της ζωής των πολιτισμών που παρατηρούσε. Μαζί με τον μουσικό John Comfort Fillmore η Fletcher συγκέντρωσε τη μουσική των Ομάχα αποτυπώνοντάς την σε νότες και όχι ηχογραφώντας την (δεν εμπιστευόταν τον φωνογράφο). Ως μία από τις πρώτες γυναίκες ανθρωπολόγους της χώρας έγινε Αντιπρόεδρος του Αμερικάνικου Συλλόγου για την Πρόοδο της Επιστήμης και Πρόεδρος του Αμερικάνικου Λαογραφικού Συλλόγου, ενώ βοηθούσε παράλληλα στο ξεκίνημα του Αμερικάνικου Ανθρωπολογικού Συλλόγου.

Elsie Clews Parsons, 1875-1941

anthro-parsons1-741x1024Φωτογραφία ιδιοκτησία της οικογένειας Parsons (Wikimedia Commons)

Η Elsie Clews Parsons ήταν μια ακόμα ανθρωπολόγος της υψηλής κοινωνίας και σύζυγος μέλους του Κογκρέσσου, αλλά, ευτυχώς, δεν είχε υποστηρίξει οποιεσδήποτε πολιτικές που θα μπορούσαν να υφαρπάξουν γη από τους Ινδιάνους της Αμερικής. Αντίθετα, ενάντια στις επιθυμίες της μητέρας της, αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Barnard το 1896 και απέκτησε διδακτορικό δίπλωμα στην εκπαίδευση από το Πανεπιστήμιο Columbia το 1899. Επτά χρόνια αργότερα αυτή η λαοπλάνα δημοσίευσε ένα «ριζοσπαστικό» βιβλίο υποστηρίζοντας την ανάγκη να υπάρξει άμεση επιμόρφωση πάνω στις σεξουαλικές σχέσεις καθώς και συζητήσεις για το προγαμιαίο σεξ και τους «δοκιμαστικούς γάμους». Το 1912 η Parsons έγραψε μια εθνογραφική μελέτη για τις γυναίκες της ανώτερης κοινωνικής τάξης της Νέας Υόρκης και τους έμφυλους ρόλους τους με τίτλο «Η παλιομοδίτη γυναίκα». Εκεί υποστήριξε ότι η ίδια η «γυναίκα» ήταν μια ξεπερασμένη κατηγορία που διατηρούνταν ζωντανή από εξίσου ξεπερασμένες τελετουργίες.

Τα επόμενα χρόνια ταξίδεψε, μελέτησε, κυνήγησε την περιπέτεια – και κατέληξε να διαμορφώσει τον κλάδο της ανθρωπολογίας. Έγραψε άρθρα σχετικά με τους πολιτισμούς της Αριζόνας και του Νέου Μεξικού, συγκέντρωσε λαογραφικά έθιμα της Καραϊβικής, χρηματοδότησε την έρευνα φοιτητών, δέχτηκε και απέρριψε εραστές και αντιτάχθηκε σθεναρά στους περιορισμούς στο να εργάζονται μαζί άνδρες και γυναίκες. Καλή φίλη με τον φημισμένο ανθρωπολόγο Franz Boas, η Parsons δίδαξε την Ruth Benedict και ήταν η προκάτοχος της υψηλού κύρους και επιρροής Margaret Mead, έτσι είναι λογικό που ασχολήθηκε με τους έμφυλους ρόλους και την επίδραση της κοινωνίας στους ανθρώπους. Επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό, επίσης, στον πολιτισμό των Ινδιάνων της Αμερικής. Το 1939 δημοσίευσε το «Pueblo Indian Religion», ένα δίτομο έργο που περιλαμβάνει μια τεράστια έρευνα. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του Αμερικάνικου Ανθρωπολογικού Συλλόγου, αλλά πέθανε προτού μπορέσει να δώσει μια καταπληκτική εναρκτήρια ομιλία επισημαίνοντας ότι η ανθρωπολογία είναι δυνατόν να χρησιμεύσει ως εργαλείο για το ρατσισμό.

Maria Czaplicka, 1884-1921

anthro-czaplickaMaria Czaplicka (Wikimedia Commons)

Η Maria Czaplicka πήρε την πρώτη της ανώτερη εκπαίδευση σε ένα από τα «ιπτάμενα» ή «πλεούμενα» πανεπιστήμια της Πολωνίας – υπόγειες σχολές που επιδίωκαν να διατηρήσουν την πολωνική κουλτούρα και που αρχικά σκόπευαν να εκπαιδεύσουν γυναίκες, οι οποίες είχαν αποκλειστεί από τα νόμιμα πανεπιστήμια στον πρώσικο ή ρωσικό τομέα της Κοινοπολιτείας. Δεν επρόκειτο για αξιοκαταφρόνητα εγχειρήματα. Η Marie Curie ήταν μαθήτρια ενός τέτοιου προγράμματος και η ίδια η Czaplicka κατέληξε να σπουδάσει ανθρωπολογία στο Λονδίνο και στην Οξφόρδη, όπου τελικά έγινε η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια ανθρωπολογίας.

Αλλά δεν άντεχε μια ζωή καθισμένη σε ένα γραφείο ή δίνοντας διαλέξεις πίσω από ένα πόντιουμ. Τον Μάιο του 1914, αφού εργάστηκε μερικά χρόνια ως συγγραφέας και βοηθός πλούσιων γυναικών, η Czaplicka διοργάνωσε την πιο γυναικεία αποστολή στον ποταμό Yenisei στη Σιβηρία για τη διεξαγωγή έρευνας πεδίου και μελέτης των τοπικών πολιτισμών. Η μετα-ανάλυση της βιβλιογραφίας σχετικά με την περιοχή, «Η Σιβηρία των Αβορίγινων: Μια Μελέτη στην Κοινωνική Ανθρωπολογία», εκδόθηκε πριν από το ταξίδι και αποτέλεσε τη βάση για την έρευνά της. Αυτή και η ομάδα της έμειναν πάνω από ένα χρόνο συγκεντρώνοντας πληροφορίες σχετικά με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις αυτόχθονων της Σιβηρίας, φωτογραφίζοντάς τους και συλλέγοντας χειροποίητα αντικειμένα για το Μουσείο Pitt River πίσω στην Αγγλία.

Επιστρέφοντας στην Αγγλία έγραψε την προσωπική της άποψη για το ταξίδι, Ένας χρόνος στη Σιβηρία, αλλά ποτέ δεν δημοσίευσε την έρευνα πεδίου πέρα από μερικά άρθρα. Αφήνοντας τη θέση της στην Οξφόρδη το 1919 η Czaplicka αντιμετώπισε μια ζοφερή οικονομική κατάσταση. Δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει κανέναν άλλο ακαδημαϊκό διορισμό, ούτε θα μπορούσε να βρει άλλη υποτροφία για να ταξιδέψει. Το 1921, σε ηλικία μόλις 36 χρόνων, η Czaplicka αυτοκτόνησε.

Ruth Benedict, 1887-1948

Anthropologist Ruth BenedictCorbis

Η ανθρωπολόγος/ ποιήτρια Ruth Benedict ακολούθησε τα βήματα της μητέρας της για να αποκτήσει το πτυχίο της στο Πανεπιστήμιο Vassar το 1909, αλλά μόνο όταν σπούδασε υπό την καθηγεσία της Elsie Clews Parsons στη Νέα Σχολή Κοινωνικών Ερευνών απέκτησε την πρώτη της επαφή με την ανθρωπολογία. Χάρη στην Parsons και στον Alexander Goldenweiser, η Benedict σπούδασε στον καθηγητή Franz Boas στο Πανεπιστήμιο Columbia αποκτώντας το διδακτορικό της το 1923. Η διατριβή της επικεντρώθηκε στους ινδιάνικους πολιτισμούς της Βόρειας Αμερικής.

Η Benedict έδωσε μια νέα προοπτική στον κλάδο. Έβλεπε τους πολιτισμούς που μελετούσε ως άθροισμα πολλών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των πνευματικών, θρησκευτικών και αισθητικών. Η πολυγραφότατη και γεμάτη περιέργεια συγγραφέας σπούδασε λαογραφία, εξέτασε το πώς η προσωπικότητα ενός πολιτισμού ορίζει τα μέλη της (πολιτισμός είναι η «προσωπικότητα με κεφαλαία γράμματα») και απέρριψε ρατσιστικές θεωρίες που προωθούν την ανισότητα. Συνεχίζοντας την επικέντρωσή της στους Ινδιάνους της Αμερικής, η Benedict μελέτησε τις φυλές Serrano, Zuni, Pima και Apache, εκτός από τις φυλές στην περιοχή των Μεγάλων Πεδιάδων.

Ενώ εργαζόταν ως βοηθός του Boas, η Benedict συναντήθηκε με τη φοιτήτρια Margaret Mead και μεταξύ τους δημιουργήθηκε ένας δεσμός που θα διαρκούσε για μια ζωή. Παρά το γεγονός ότι δεν της άρεσε καθόλου να μιλάει σε κοινό, η συναρπαστική και πνευματώδης Benedict πήγε να εργαστεί ως λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Columbia και απέκτησε πλήρη καθηγεσία λίγο πριν από το θάνατό της.

Zora Neale Hurston, 1891-1960

Zora Neale HurstonCorbis

Zora Neale Hurston with MusiciansCorbis

Ίσως πιο ευρέως γνωστή ως μια βαθιά ταλαντούχα συγγραφέας της αναγέννησης του Χάρλεμ, η Zora Neale Hurston επίσης εκπαιδεύτηκε ως ανθρωπολόγος υπό τον Franz Boas. Όταν σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο Barnard στη δεκαετία του 1920, ήταν η μόνη μαύρη φοιτήτρια στη σχολή και το 1928 ήταν η πρώτη που αποφοίτησε. Όταν επιδίωξε να πάρει μεταπτυχιακό τίτλο στο Πανεπιστήμιο Columbia, ο Boas ενθάρρυνε το ενδιαφέρον της στην αφροαμερικάνικη λαογραφία. Αυτή η έρευνα διαπότισε τη μυθοπλασία της, ιδίως η χρήση της διαλέκτου και της «ντοπιολαλιάς» σε έργα όπως Τα μάτια τους κοιτούσαν τον Θεό. Η Hurston μεγάλωσε στην πόλη Eatonville στη Φλόριντα, μια ολόκληρη κοινότητα μαύρων που ιδρύθηκε στον απόηχο του Εμφυλίου Πολέμου, και επέστρεψε πίσω για να καταγράψει τα λαογραφικά έθιμα, τα θρησκευτικά κηρύγματα και τη μουσική, την οποία άκουγε καθώς μεγάλωνε.

Δεν έμεινε, ωστόσο, στις ΗΠΑ. Εκτός από την έρευνά της στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας, η Hurston ταξίδεψε στην Καραϊβική για να μελετήσει τις πρακτικές βουντού. Το σημαντικότερο ανθρωπολογικό έργο της το 1935 Μουλάρια και άνθρωποι ήταν η πρώτη συλλογή μαύρης λαογραφίας από Αφροαμερικανό, είτε άντρα είτε γυναίκα, και το Πες στο άλογό μου αποτύπωνε τις εμπειρίες της στην Τζαμάικα και την Αϊτή. Επίσης πρωτοστάτησε σε ανθρωπολογικές θεωρίες και μεθόδους μέσα από τη μελέτη της για την αφρικανική διασπορά, τον εντοπισμό πολιτιστικών δεσμών μεταξύ των μαύρων στην Αφρική και εκείνων στην Ευρώπη και στις Αμερικές.

Margaret Mead, 1901-1978

Margaret Mead with Trophy HeadsBettmann/Corbis

Margaret Mead with Manus Mother and ChildBettmann/Corbis

Συνεχίζοντας το έργο των προκατόχων της, ιδιαίτερα του Franz Boas, της Ruth Benedict και της Elsie Clews Parsons, η επιρροή της Margaret Mead, ωστόσο, δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί. Η έρευνά της σε πολιτισμούς της Πολυνησίας – αποκαλύπτοντας μεταξύ άλλων μια πιο χαλαρή προσέγγιση στο προγαμιαίο σεξ – βοήθησαν στο να ξεκινήσει η σεξουαλική επανάσταση στην Αμερική και το δεύτερο κύμα του φεμινισμού. Αν τυχόν νομίζετε ότι μοναδικό επίκεντρο του έργου της ήταν το σεξ και το φύλο, ας μας επιτρέψετε να σας δώσουμε μερικά στοιχεία: Αυτή η γυναίκα είχε βαθιά γνώση της εκπαίδευσης, της προσωπικότητας, της διατροφής, της ψυχικής υγείας (και πολλών περισσότερων) καθώς έβρισκαν εφαρμογή στον πολιτισμό και στις σχέσεις.

Γεννήθηκε από προοδευτικούς προτεστάντες γονείς και διδάχτηκε τα πρώτα χρόνια από τη γιαγιά της. Η Mead ενθαρρύνθηκε από πολύ μικρή ηλικία όχι μόνο να παρατηρεί τον κόσμο γύρω της, αλλά και να κρατάει λεπτομερείς, εκτενείς σημειώσεις. Όταν η γεμάτη περιέργεια φοιτήτρια σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο Barnard και πήρε ένα μάθημα που δίδασκε ο Boas (αργότερα θα έπαιρνε το μεταπτυχιακό και το διδακτορικό της στο Πανεπιστήμιο Columbia υπό την επίβλεψή του), τίποτε δεν μπορούσε να την σταματήσει. Γεννήθηκε για να γίνει ανθρωπολόγος.

Στο Σεξ και Ιδιοσυγκρασία διερεύνησε τους ρόλους της φύσης και της ανατροφής ανάμεσα σε πολιτισμούς στην Παπούα Νέα Γουινέα και ισχυρίστηκε ότι, πράγματι, το βιολογικό και το κοινωνικό φύλο είναι δύο διαφορετικές δυνάμεις. Στο Ενηλικίωση στη Σαμόα, το πρώτο και ίσως το πιο σημαντικό έργο της, αναφέρθηκε σε χαλαρές συμπεριφορές απέναντι στη σεξουαλική εξερεύνηση και στους ρόλους του βιολογικού/ κοινωνικού φύλου καθώς παίζουν έναν ευεργετικό ρόλο στην ανάπτυξη των έφηβων κοριτσιών.

Πέρα από όλα αυτά – μια καριέρα ταξιδιών και ανακαλύψεων, τρεις γάμους και ατελείωτες διαμάχες – διατήρησε ένα ειδύλλιο με την καθηγήτρια, φίλη και μέντορά της, Ruth Benedict, που κράτησε μια ολόκληρη ζωή. Μπορείτε να διαβάσετε τις ερωτικές επιστολές τους, αλλά σας προειδοποιούμε: μπορεί να συγκινηθείτε διαβάζοντάς τες.

Phyllis Kaberry, 1910-1977

Dr.Phyllis Kaberry. - December-1944Αρχείο Planet News

Γεννήθηκε στο Σαν Φρανσίσκο και μεγάλωσε στην Αυστραλία. Η Phyllis Kaberry ήταν περιπετειώδης από την αρχή. Τα πρώτα χρόνια που εξερευνούσε με τα αδέλφια της την προετοίμασαν καλά για μια καριέρα ως κοινωνική ανθρωπολόγος. Μετά την αποφοίτησή της από το Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, η Kaberry έγραψε τη μεταπτυχιακή της εργασία το 1934 για τους αυτόχθονες κατοίκους των νησιών πέρα από την Αυστραλία, συμπεριλαμβανομένης της Νέας Γουινέας, των νησιών Φίτζι και των νήσων του Σολομώντα. Συνέχισε την έρευνά της που κράτησε πάνω από έναν χρόνο διεξάγοντας έρευνα πεδίου στους ιθαγενείς στη Δυτική Αυστραλία, μια εμπειρία που θα διαμόρφωνε το πολύ σημαντικό έργο της, Αβορίγινες γυναίκες: ιερές και βέβηλες, που γράφτηκε κατά τη διάρκεια των σπουδών της στο Λονδίνο με τον Bronislaw Malinowski. Αποτελούσε μια καθ’ όλα αναγκαία επανεξέταση (ή μια άλλη θεώρηση) των αυτόχθονων γυναικών που προσπαθούσε να τις παρουσιάσει ως πραγματικά ανθρώπινα όντα με πραγματικά συναισθήματα. Τριάντα χρόνια μετά τη δημοσίευση, οι συνάδελφοι ερευνητές θα το χαιρέτιζαν ως τη μοναδική «πρωτοποριακή μελέτη για την κοινωνική θέση των γυναικών» στην Αυστραλία.

Δεν ήταν από τους ανθρώπους που θα χαλάρωνε μετά από ένα συναρπαστικό γεγονός. Η Kaberry συνέχισε να λαμβάνει επιχορηγήσεις, υποτροφίες και θερμές προσκλήσεις να διεξάγει έρευνα πεδίου και να δίνει διαλέξεις σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Μερικές από τις πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής της τις πέρασε ερευνώντας τον υποσιτισμό ανάμεσα στους ανθρώπους του βρετανικού Καμερούν (τώρα τμήματα της Νιγηρίας και του Καμερούν), όπου έγινε πολύ καλή φίλη με τις ντόπιες γυναίκες, πολλές από τις οποίες παραπονιούνταν ότι τα βόδια της γειτονικής φυλής τούς κατέστρεφαν τα αγροκτήματά τους. Η Kaberry προφανώς τις βοήθησε να οδηγήσουν τα βοοειδή μακριά από τη γη τους, κερδίζοντας έτσι τον τίτλο «Βασιλομήτωρ» από τις γυναίκες. Το διάστημα που έμεινε στην περιοχή την ενέπνευσε να γράψει το βιβλίο της Αυτόχθονες γυναίκες, στο οποίο εξέταζε την κοινωνική και οικονομική θέση των γυναικών και επιπλέον έριχνε φως σε θέματα βρεφικής θνησιμότητας και υποσιτισμού.

Επιπλέον, εκτός από το ότι υπηρέτησε ως αντιπρόεδρος του Βασιλικού Ανθρωπολογικού Ινστιτούτου της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας και έγινε μέλος του προσωπικού του University College του Λονδίνου, ήταν πνευματώδης και με μεγάλη αίσθηση του χιούμορ. Διασκέδαζε πολύ μεταφέροντας τα παράπονα των Αφρικανών φιλενάδων της για τους τεμπέληδες άντρες του χωριού τους στις συζητήσεις με τους άντρες συναδέλφους της.

Mary Leakey, 1913-1996

Mary and Louis Leakey Studying Skull FragmentsBettmann / Corbis

Great Britain, London. Mary Leakey. 1948Keystone-Γαλλία / Getty Images

Εξαιρετική κυνηγός απολιθωμάτων, η Mary Leakey ενδιαφερόταν για την τέχνη και την αρχαιολογία  από την αρχή. Ο πατέρας της (ένας απίθανος μπαμπάς!) την έπαιρνε μαζί του για να δει αρχαίες ζωγραφιές σε σπήλαια στη Γαλλία, εκτός από τα μουσεία όπου συμμετείχε σε αρχαιολογικές ανασκαφές. Όταν πέθανε ο πατέρας της και η μητέρα της την πήγε πίσω στο Λονδίνο, η Leakey, αρρωστημένη από το καθολικό σχολείο, άρχισε να παρακολουθεί πανεπιστημιακά μαθήματα στην αρχαιολογία, την προϊστορία και τη γεωλογία. Τρία χρόνια αργότερα η Leakey (το γένος Nicol) ήταν ήδη αυθεντία στον πυρόλιθο και στην επιστημονική απεικόνιση, γεγονός που λειτούργησε τέλεια για τον μέλλοντα σύζυγο (και παντρεμένο εκείνη την περίοδο) Louis Leakey. Την προσκάλεσε στην Αφρική για να ζωγραφίσει τα εργαλεία που θα έβρισκε.

Παρά το γεγονός ότι δεν την ενδιέφερε καθόλου να κυνηγήσει μια τυπική εκπαίδευση, τα πήγε μια χαρά. Κατά τη διάρκεια της καριέρας της η Leakey κέρδισε πολυάριθμους τιμητικούς τίτλους χάρη στην απίστευτη δουλειά που η ίδια (και ο σύζυγός της Louis) έκανε (αν και ο γιος της ο Richard πιστώνει και την ίδια τη μητέρα του ως επιτυχία του Louis). Στην Αφρική ανακάλυψε τον Proconsul africanus (βρήκε ένα άθικτο κρανίο το 1948), τον Zinjanthropus boisei (επίσης γνωστό ως Australopithecus boisei [η ανακάλυψη του οποίου, το 1959, εξασφάλισε σε αυτήν και στο Louis χρηματοδότηση από το National Geographic Society]), τον Homo habilis (1960) και ένα απολιθωμένο ίχνος από πατημασιές πρϊστορικού ανθρώπου που εκτεινόταν για περίπου 27 μέτρα (1979).

Ένα πράγμα δεν άρεσε στην πρωτοποριακή αρχαιολόγο. Οι ερωτήσεις σχετικά με το φύλο της, για το οποίο είπε σε μία αμερικανίδα δημοσιογράφο ότι δεν είχε καμία σχέση με τη δουλειά της. «Ποτέ δεν χρειάστηκε να συνειδητοποιήσω το φύλο μου», της είπε η Leakey. «Ποτέ δεν ένιωσα σε μειονεκτική θέση».

Pearl Primus, 1919-1994

Pearla Primus With AssociatesJoseph Schwartz / Corbis

SingersReg Birkett / Keystone / Getty Images

Η Pearl Primus ήταν χορεύτρια, χορογράφος, ακτιβίστρια, δασκάλα και λέκτορας που βοήθησε να βρει ο χορός της Αφρικής και της Καραϊβικής το αμερικανικό κοινό. Πρωτίστως όμως ήταν επιστήμονας. Η Primus, που καταγόταν από την Τρινιδάδ, μετακόμισε με την οικογένειά της στη Νέα Υόρκη σε ηλικία δύο χρονών. Έκανε τις προπτυχιακές σπουδές της στη βιολογία και τις εισαγωγικές σπουδές στην ιατρική στο Hunter College, αλλά μιας και δεν προσλάμβαναν μαύρους στα εργαστήρια, έκανε αίτηση στο Εθνικό Συμβούλιο Νέων, έναν οργανισμό New Deal που την τοποθέτησε στην Ομάδα Νέου Χορού.

Είχε βρει ένα πάθος, ακόμη και αν αυτό σήμαινε ότι θα έβαζε την επιστήμη για λίγο σε αναμονή. Η Primus γρήγορα έγινε δασκάλα και έδινε παραστάσεις με τη δική της δουλειά. Χρησιμοποιούσε τον χορό για να πει οδυνηρές ιστορίες για τη ζωή των Αφρο-αμερικανών. Οι παραστάσεις το 1943 περιλάμβαναν το Strange Fruit (για το λιντσάρισμα) και Ο Νέγρος μιλάει για Ποτάμια (που απεικονίζουν τη ζωή των μαύρων που ζούσαν κατά μήκος του Μισισιπή). Μετά τις περιοδείες της και αφού ίδρυσε τη δική της εταιρεία, η Primus έλαβε μια υποτροφία για σπουδές χορού στην Αφρική, παντρεύτηκε έναν συνάδελφο χορευτή και έγινε η διευθύντρια του Κέντρου Παραστατικών Τεχνών στη Λιβερία. Ήταν μια πολυάσχολη περίοδος, αλλά το 1978 πήρε ένα διδακτορικό στην ανθρωπολογία (Αφρικανικές και Καραϊβικές σπουδές) από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.

Τα δύο μεγάλα πάθη της συνδυάστηκαν. Εκτός από το να μοιράζεται αφροαμερικάνικεςς ιστορίες μέσα από τις παραστάσεις της, επέκτεινε την έρευνά της στην Καραϊβική και στη Νιγηρία, στη  Γκάνα, στο Ζαΐρ και στη Ρουάντα. Το δεξί και αριστερό της ημισφαίριο σε πλήρη λειτουργία, ήταν η τέλεια υποψήφια να συμμετάσχει στη «Μαύρη Παράδοση στον Αμερικανικό Χορό», ένα πρόγραμμα που επιδίωκε να διατηρήσει και να αναβιώσει τον μαύρο χορό.

Πηγή: stuff mom never told you

Μετάφραση-επιμέλεια: Λίνα Φιλοπούλου

***

Το Φεστιβάλ Εθνογραφικού Κινηματογράφου της Αθήνας θα πραγματοποιηθεί φέτος για 6η χρονιά από 26 έως 29 Νοεμβρίου στο Exile Room (Αθηνάς 12, 3ος όροφος, Μοναστηράκι). Οι προβολές (οι οποίες θα έχουν μόνο αγγλικούς υπότιτλους) θα γίνουν στο Exile Room (Αθηνάς 12, 3ος όροφος, Μοναστηράκι), η είσοδος θα είναι δωρεάν και θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας. Ολόκληρο το πρόγραμμα του φεστιβάλ μπορείτε να το δείτε εδώ.

 

Εμείς έχουμε ξεχωρίσει τις γυναικείες παραγωγές του φεστιβάλ:

Τετάρτη 25.11 στις 20.00 (ειδική προβολή)

News From Home της Chantal Akerman

Υπάρχουν κάποιοι δημιουργοί που, συνειδητά ή όχι, συνέβαλαν στη διαμόρφωση, εξέλιξη και ανάδειξη της σχέσης του κινηματογράφου και οπτικής ανθρωπολογίας, και η πρωτοπόρος δημιουργός Σαντάλ Ακερμάν ανήκει σίγουρα σε αυτή την κατηγορία. Ο κυριότερος λόγος είναι ότι μερικές από τις ταινίες της έχουν μια στενή σχέση με την έννοια της «διασποράς» και αυτό το στοιχείο τράβηξε το ενδιαφέρον για το έργο της πέρα από το χώρο των κινηματογραφικών σπουδών.

Το News From Home, ίσως η ταινία της Ακερμάν με την μεγαλύτερη επιρροή σε αυτή τη διαδικασία, είναι ένα «επιστολικό ντοκιμαντέρ διασποράς» που βασίζεται στα γράμματα που στέλνει η μητέρα της σε αυτήν ενώ ζούσε στη Νέα Υόρκη, και δεν απο- τελεί μόνο μια πολύ σημαντική ταινία, αλλά και ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς μια ταινία μπορεί να επηρεάσει πολλές πτυχές του κόσμου μας πέρα από τον κινηματογραφικό.

Φέτος έχουμε την ευκαιρία να προβάλουμε την ταινία στην Αθήνα, επιθυμώντας μόνο η αφορμή να ήταν διαφορετική, και όχι η ξαφνική απώλεια της που μας συγκλόνισε τον περασμένο Οκτώβριο.

Η προβολή θα φιλοξενηθεί στο Auditorium του Γαλλικού Ινστιτούτου (Σίνα 31, Αθήνα).

Πέμπτη 26.11 στις 18.30

Κινέζοι Γεννημένοι στη Βρετανία

Σκηνοθεσία: ElenaBarabantseva & AndyLawrence. 48’ (Ηνωμένο Βασίλειο)

Ο Ντάνιελ και ο Κέβιν είναι δύο παιδιά Κινέζων μεταναστών στο Μάντσεστερ. Καταγράφοντας τις προσπάθειες να συμφιλιώσουν την βρετανική με την κινέζικη πλευρά τους, η ταινία αποκαλύπτει νέες διαστάσεις στο πώς τα αγόρια βιώνουν τον κόσμο τους.

στις 19.30

Τα Θηλυκά Είναι Εδώ

Σκηνοθεσία Ναταλία Κουτσούγερα. 45’ (Ελλάδα) – Παρουσία της σκηνοθέτριας

Η ταινία περιγράφει τις ζωές δυο κοριτσιών που χορεύουν freestyle hip-hop, popping, και house dance, καθώς και τους τρόπους με τους οποίους οι διεθνείς διαγωνιστικοί χοροί χρησιμοποιούνται από τις γυναίκες της συγκεκριμένης σκηνής, εστιάζοντας στις εκφάνσεις της θηλυκότητας και του φύλου σ’ ένα ανδροκρατούμενο χώρο.

στις 21.45

Σε Έπαινο των Σκιών

Σκηνοθεσία: Kayla Reopelle & Εvan Raymond Spitzer. 34’ (Η.Π.Α., Γερμανία)

Η ταινία είναι η ποιητική απεικόνιση τριών νέων στη ζωή τους στα βόρεια της Νέας Υόρκης δίχως ηλεκτρικό, γκάζι, ίντερνετ και κινητά τηλέφωνα. Ο τρόπος ζωής τους, αν και αντισυμβατικός, προάγει την ερώτηση τού τι είναι απαραίτητο στις ζωές μας.

Ένα Πιάτο Σκουπίδια

Σκηνοθεσία: Adéla Košařová & Radka Mezníková. 12’ (Τσεχική Δημοκρατία)

Η ταινία είναι μια καταγραφή του φαινομένου «dumpster diving», η περισυλλογή δηλαδή φαγητού από κάδους απορριμμάτων πίσω από τα σουπερμάρκετ. Οι συμμετέχοντες προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν ξανά τα συχνά ακόμη βρώσιμα φαγητά και με τον τρόπο αυτό να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην υπέρμετρη σπατάλη.

Μαύρο Κάρβουνο

Σκηνοθεσία: Tania Sofia Oliveira Prates. 9’ (Πορτογαλία)

Μια σφαιρική μελέτη πάνω σε μία από τις παραδοσιακές μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή κάρβουνου στην Πορτογαλία, που ήταν ιδιαίτερα διαδομένες στις τελευταίες δεκαετίες. Η διαδικασία ξεκινά από το κόψιμο των δέντρων και φτάνει μέχρι την πώληση του προϊόντος.

Παρασκευή 27.11 στις 16.00 (Θεματική Ενότητα)

Nobel Nok Dah

Σκηνοθεσία: Emily Hong & Miasarah Lai & Mariangela Mihai. 23’ (Η.Π.Α.)

Η ταινία προσφέρει μια αποκαλυπτική ματιά στις ζωές τριών προσφύγων από τη Μιανμάρ που συναντήθηκαν στη Νέα Υόρκη, ιχνογραφώντας αναλαμπές υποκειμενικότητας που κάνουν περίπλοκη όποια μόνη αφήγηση της προσφυγικής εμπειρίας.

Πώς Είναι η Ζωή Εδώ

Σκηνοθεσία: Marlene Wynants. 30’ (Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Σερβία)

Σε έναν οικισμό στα προάστια του Βελιγραδίου, οι οικογένειες Ρομά ζουν σε ακραία φτώχεια, συνέπεια των διακρίσεων και του αποκλεισμού. Η ταινία εξετάζει τον αγώνα της επιβίωσης στο περιθώριο της κοινωνίας και τα όνειρα για τη Δυτική Ευρώπη.

Ένα Ονειρικό Σχολείο στις Στέπες

Σκηνοθεσία: Güliz Sağlam. 55’ (Τουρκία) – Παρουσία της σκηνοθέτη

Η ζωή του Uluçay, ανάμεσα σε πραγματικότητα και όνειρο, στους μισοφωτισμένους διαδρόμους του νοσοκομείου και του χωριού, και ο κόσμος του Ahmet Uluçay, που έπρεπε να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι είχε εγκεφαλικό όγκο πριν από 12 χρόνια.

στις 18.00 (Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά)

Η Νύφη του Καθρέφτη

Σκηνοθεσία: Δέσποινα Πανταζή

Στον ορεινό όγκο της Ροδόπης, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Βουλγαρία, κατοικούν οι Πομάκοι, παρά τη βίαιη αλλοίωση στην γλώσσα τους και άλλα πολιτισμικά στοιχεία. Το έθιμο του γάμου, όμως, φαίνεται να επιβίωσε.

στις 20.00 (Πανόραμα)

Εγώ και οι Άλλοι

Σκηνοθεσία: Θέλγεια Πετράκη. 53’ (Ελλάδα) – Παρουσία της σκηνοθέτη

Το ντοκιμαντέρ περιγράφει τον τελευταίο χρόνο του Ζαννείου Ιδρύματος Παιδικής Προστασίας και Αγωγής. Καταγράφοντας την καθημερινότητα του Ιδρύματος, διαπιστώνουμε ότι έπειτα από 130 χρόνια λειτουργίας βρίσκεται στην καλύτερή του μορφή.

στις 22.15 (Φοιτητικές)

Haraka Baraka: Η Μετακίνηση είναι Ευλογία

Σκηνοθεσία: Lana Askari. 27’ (Ηνωμένο Βασίλειο)

Έχοντας ζήσει στην Ολλανδία πάνω από 20 χρόνια, οι γονείς της δημιουργού επιστρέ- φουν στο Κουρδιστάν. Η ταινία τούς ακολουθεί, θίγοντας ταυτόχρονα την επανα-δι- απραγμάτευση του ανήκειν κατά τη διάρκεια μιας (φαινομενικά) διαχρονικής κρίσης.

Διάλογοι του Βάλτου

Σκηνοθεσία: Ildikó Zonga Plájás. 53’ (Ολλανδία)

Το Δέλτα του Δούναβη στη Ρουμανία είναι Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Παρόλο που γίνονται προσπάθειες για να προστατευτεί η βιοποικιλότητα, η δοκιμασία των τοπικών κοινοτήτων σε μεγάλο βαθμό παραβλέπεται.

Η Χαμένη Γη

Σκηνοθεσία: Daria Fedyaeva. 29’ (Ρωσία)

Η Tatiana και ο Sergei ήρθαν στο χωριό όταν περισσότεροι από δύο χιλιάδες έμεναν εδώ. Υπήρχε ένα σχολείο, ένα νοσοκομείο, ένας κινηματογράφος. Υπήρχαν δουλειές. Τώρα, είναι οι τελευταίοι κάτοικοι του χωριού, βλέποντας τον τόπο τους να οδηγείται στην ίδια μοίρα με πολλά άλλα χωριά στη Ρωσία.

Σάββατο 28.11 στις 21.00

Trans X Istanbul

Σκηνοθεσία: Maria Binder. 109’ (Τουρκία, Γερμανία) – Παρουσία των συντελεστών

Χιλιάδες διεμφυλικές γυναίκες ζουν στις μεγάλες πόλεις της Τουρκίας και τα εγκλήματα εναντία τους σε μεγάλο βαθμό δεν διερευνώνται. Η Ebru, μια διεμφυλική γυναίκα από την Κωνσταντινούπολη, μάχεται ενάντια στην μετακίνηση και τις δολοφονίες των συντρόφισσών της. Θέλει να αλλάξει την τουρκική κοινωνία με χιούμορ, αυτο-ειρωνεία, και πολιτική οξύνοια.

στις 23.00

Περίεργα Πλάσματα: Η Κρυφή Ζωή μιας Αγγλικής Φάρμας Γαλακτοκομικών

Σκηνοθεσία: Kriston Jackson. 18’ (Αγγλία)

Γυρισμένο στα περίχωρα του Δάσους του Μπόλαντ στο Βόρειο Λάνκασιρ, το «Περίεργα Πλάσματα» είναι μια αισθητήρια εξερεύνηση της κρυφής ζωής ενός γαλακτοκομείου. Παρακολουθώντας την ιδιαίτερη συνύπαρξη του ανθρώπου με ένα από τα πιο σημαντικά πλάσματα στην ανθρώπινη ιστορία: την αγελάδα.

Κυριακή 29.11 στις 17.00 (Φοιτητικές)

Παιχνίδι της Πόλης

Σκηνοθεσία: Paloma Yáñez Serrano. 31’ (Ηνωμένο Βασίλειο, Αίγυπτος)

Η ταινία, γυρισμένη στο Κάιρο, είναι ένα ταξίδι που παρουσιάζεται σε δύο οθόνες, αντιπαραθέτοντας τους διαφορετικούς ρόλους που μπορούν να πάρουν τα παιδιά στην πόλη και αργότερα το πώς αυτοί οι ρόλοι μεταμορφώνονται καθώς αυτά μεγαλώνουν.

Το να Δουλεύεις Σημαίνει να Μεγαλώνεις. Οργανωμένα Εργαζόμενα Παιδιά και τα Αιτήματά τους

Σκηνοθεσία: Léa Klaue. 32’ (Νορβηγία, Βολιβία)

Ο Τζέραλντ, η Ρούμπεν, η Νέισα και οι φίλοι τους είναι παιδιά και έφηβοι που δουλεύουν ως οδηγοί χειραμαξών στην αγορά και ως παπαδοπαίδια στα νεκροταφεία στην περιοχή της Κοτσαμπάμπα στη Βολιβία. Είναι επίσης μέλη του εργατικού σωματείου για τα εργαζόμενα παιδιά της Βολιβίας, μέσω του οποίου υπερασπίζονται το δικαίωμά τους στην εργασία ενώπιον των αρχών

στις 18.00

Φάε τα Παιδιά σου

Σκηνοθεσία: Treasa O’Brien & Mary Jane O’Leary. 78’ (Ιρλανδία) – Παρουσία των σκηνοθετών

Μία πέρα για πέρα ακτιβιστική ταινία, μια πρόκληση που επιχειρεί να καταγράψει το αόρατο. Είναι ένα road trip και μια αποστολή δύο φίλων που μετανάστευσαν από την Ιρλανδία κατά τη διάρκεια της οικονομικής κατάρρευσης του 2008 και επιστρέφουν για να εξετάσουν την υποτιθέμενη αποδοχή στη χώρα του χρέους και της λιτότητας.

 ***

Επίσης, με δεδομένες τις ανάγκες που προκύπτουν στα κέντρα φιλοξενίας προσφύγων και ύστερα από επικοινωνία με τις ομάδες αλληλεγγύης που δραστηριοποιούνται στο κέντρο του Βοτανικού, θα τοποθετηθούν στους χώρους του Exile Room κουτιά συλλογής για τα παρακάτω είδη:

– είδη προσωπικής υγιεινής (σαμπουάν, σαπούνια, σερβιέτες, ξυραφάκια, χαρτιά υγείας, οδοντόκρεμες, οδοντόβουρτσες)

– βρεφικά είδη (γάλατα σε σκόνη, κρέμες σκόνη ή βαζάκια, πάνες, μωρομάντηλα)

– τρόφιμα έτοιμα όπως: μπισκότα, κράκερς, κριτσίνια, μπάρες δημητριακών, παξιμάδια, ξηρούς καρπούς, παστέλια, σταφίδες, αποξηραμένα φρούτα, ατομικούς χυμούς και ατομικά παστεριωμένα γάλατα

– φάρμακα για ενήλικες και παιδιά

Τα είδη θα παραδοθούν στο κέντρο φιλοξενίας προσφύγων Βοτανικού μετά τη λήξη του φεστιβάλ.

 

 

 

Share

Οι μάγισσες είναι από τα πιο ισχυρά φεμινιστικά σύμβολα της εποχής μας

WizardOfOz

της Kristen Korvette

Το φάντασμα της μάγισσας στοιχειώνει τόσο το πραγματικό όσο και το φανταστικό. Είναι ταυτόχρονα ρυτιδιασμένη μέγαιρα με το δηλητηριασμένο μήλο στο χέρι· γεροντοκόρη παντρεμένη με τα βιβλία της· και σαγηνευτική ξελογιάστρα με γυμνό στήθος και υπνωτιστικό βλέμμα. Παρότι μπορεί να κατοικεί στο ίδιο πάνθεον της ποπ κουλτούρας με βρυκόλακες, ζόμπι και λυκάνθρωπους, η μάγισσα πάντοτε ήταν σύμβολο φόβου όχι μόνο γιατί μπορεί να επικαλεστεί δυνάμεις που ξεπερνούν την πεζή καθημερινότητα, αλλά και γιατί ενσαρκώνει μια πανίσχυρη θυληκότητα ελεύθερη από την αντρική επιρροή ή ιδιοκτησία. Πράγματι, σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, η μορφή της μάγισσας τόσο αμφισβήτησε όσο και αντικατόπτρισε πατριαρχικές αφηγήσεις για τη γυναικεία δύναμη, κάνοντάς την έτσι ένα από τα πιο ισχυρά φεμινιστικά σύμβολα όλων των εποχών.

Προερχόμενη από τους Μεσοποτάμιους μύθους για την Ινάννα, τις ινδικές ιστορίες για την Κάλι και τα ελληνικά παραμύθια της Εκάτης, η κληρονομιά των μαγισσών πηγαίνει χιλιάδες χρόνια πίσω. Αυτές οι θεές είχαν τη δύναμη να δίνουν ζωή και να την παίρνουν πίσω και γι’ αυτό λατρεύονταν. Αν και οι αναγεννητικές ικανότητες των γυναικών πάντοτε θεωρούνταν λίγο ύποπτες, ήταν όταν υπερίσχυσαν οι μονοθεϊστικές θρησκείες -παγιώνοντας την πίστη σε μια πανίσχυρη αντρική θεότητα- που οι γυναίκες ολοένα και συχνότερα αντιμετωπίζονταν ως “άλλοι” και ως κακοποιοί.

Μεταξύ του 14ου και 18ου αιώνα στην Ευρώπη χιλιάδες άνθρωποι που κατηγορήθηκαν για μαγεία εκτελέστηκαν στην Ιερά Εξέταση, που έγινε υπό την αιγίδα της Καθολικής Εκκλησίας. Παρότι υπήρξαν και άντρες θύματα της οργής και του μαζικού πανικού, η πλειοψηφία όσων υπέστησαν βασανιστήρια, σεξουαλική κακοποίηση και ρίχτηκαν στην πυρά ήταν γυναίκες. Αυτές ήταν θεραπεύτριες και μαίες με εις βάθος γνώση για την αναπαραγωγή και το ανθρώπινο σώμα και αποτελούσαν απειλή, γιατί μπορούσαν να εκπαιδεύσουν έναν πολύ αμόρφωτο πληθυσμό. Ήταν γυναίκες που προκαλούσαν υποψίες γιατί είχαν αποκτήσει γη, πλούτο ή επιρροή. Ήταν μητέρες, αδερφές και κόρες που βρέθηκαν στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Και τιμωρήθηκαν γι’ αυτό.

Παρότι πολύ λιγότερες γυναίκες κατηγορήθηκαν για μαγεία και καταδικάστηκαν σε θάνατο στη Βόρεια Αμερική, οι δίκες μαγισσών του Σάλεμ που έγιναν μεταξύ 1692 και 1693 έχουν εμπνεύσει τόσο τις τέχνες όσο και συζητήσεις σε αυτά τα 300 χρόνια. Το τι πραγματικά συνέβη στη μικρή πόλη της Νέας Αγγλίας συχνά αναθεωρείται από μελετητές και ιστορικούς, αλλά αυτό που σίγουρα γνωρίζουμε είναι ότι όταν μια ομάδα νεαρών κοριτσιών άρχισε να επιδεικνύει περίεργη συμπεριφορά, το φταίξιμο ρίχτηκε στη μαγεία και τρεις “μάγισσες” αμέσως ξεχώρισαν: μια φτωχή και άστεγη ζητιάνα, μια χήρα που δεν είχε πάει στην εκκλησία για χρόνια και μια σκλάβα από τα Μπαρμπέιντος. Η κατάσταση γρήγορα κλιμακώθηκε σε κάτι πολύ πιο περίπλοκο, αλλά το Σάλεμ είναι ακόμα ένα παράδειγμα του πώς γυναίκες -και ειδικά αυτές στα περιθώρια της κοινωνίας- έχουν καταδιωχτεί (γενικά από άντρες) με τη δικαιολογία της μαγείας.

Αυτές είναι μόνο δυο σημαντικές στιγμές στην ιστορία της μαγείας, καθώς οι ιστορίες είναι αναρίθμητες και ενσωματωμένες στα χρονικά σχεδόν κάθε πολιτισμού και θρησκείας στον κόσμο. Πιο συχνά όμως είναι η ευρωαμερικανική της εκδοχή, από την οποία αντλούνται οι ιστορίες που διασκεδάζουν τη Δύση. Και δεδομένης της ιστορίας της βγάζει νόημα το ότι όταν η πρώτη μάγισσα άρχισε να συλλαμβάνει τη φαντασία του κοινού στην οθόνη, οι απεικονίσεις βασίζονταν στον αντρικό φόβο για τη γυναικεία σεξουαλικότητα ή σε απλοϊκές αλληγορίες της ζηλιάρας γυναίκας που γερνάει για τις νέες και όμορφες ενζενί.

Καθώς το φεμινιστικό κίνημα κέρδιζε ορατότητα, πιο σύνθετες εκφράσεις της μάγισσας άρχισαν να εμφανίζονται. Η αφήγηση της μάγισσας δεν γραφόταν πια μόνο από άντρες: η ιστορία της επιτέλους άρχισε να ξαναλέγεται και να επαναδιατυπώνεται και από γυναίκες. Η πρώτη σημαντική μάγισσα της ποπ κουλτούρας ήταν η Σαμάνθα Στίβενς του Bewitched, η οποία εμφανίστηκε ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του The Feminine Mystique της Betty Friedan το 1963 και τόνιζε τα δεινά της λευκής, μεσοαστής νοικοκυράς. Παρά τις παγίδες του αστικού “λευκού φεμινισμού”, το σόου, που υπογράφεται από τη δηλωμένη φεμινίστρια Barbara Avedon, παρουσίαζε μια εναλλακτική οπτική των έμφυλων ρόλων και ισχύος μέσα πό τη μαγεία, μιας γυναίκας που παλεύει να απελευθερωθεί από την οικογενειακή ζωή.

Συνεχίζοντας σε αυτή την τάση πιο πρόσφατα, η J.K. Rowling προσέγγισε την αρχετυπική μάγισσα στα βιβλία του Harry Potter με σεβασμό στη μελέτη που απαιτείται για να μπορέσει κάποια/ος να ασκήσει μαγεία, αψηφώντας τα στερεότυπα  κατά την απεικόνιση της Ερμιόνης Γκρέιτζερ. Ομοίως, η σεναριογράφος Linda Woolverton ανασκεύασε την Ωραία Κοιμωμένη, ώστε να ανθρωποποιήσει την ιστορία της μάγισσας ανταγωνίστριάς της στην ταινία Maleficent της Disney, μια ταινία που διαλύει το δίπολο “καλή-κακή μάγισσα” μια για πάντα.

Είναι δεδομένο το ότι η σύγχρονη τηλεόραση και οι ταινίες ακόμα επιστρατεύουν επικίνδυνα κλισέ για τη θηλυκότητα για να πουλήσουν μια λιγότερο πολιτικοποιημένη και πιο εύπεπτη εκδοχή της μάγισσας, όμως η άνοδος του φεμινισμού στην ποπ κουλτούρα έχει μετατρέψει αυτές τις επιλογές σε λιγότερο βιώσιμες. Από τις μάγισσες του Ίστγουικ και την Buffy The Vampire Slayer μέχρι το Penny Dreadful και το American Horror Story: Coven, οι αναπαραστάσεις της μάγισσας έχουν ταυτόχρονα ανοίξει παλιές πληγές της γυναικείας καταπίεσης και έχουν βοηθήσει να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση σχετικά με τις κατάφωρες αδικίες που οι γυναίεκς έχουν υποστεί σε όλη την ιστορία – πολλές από τις οποίες συνεχίζουν και σήμερα.

Κατηγορίες για μαγεία χρησιμοποιούνταν κάποτε για την αστυνόμευση της γυναικείας συμπεριφοράς (και ακόμα συνεχίζουν σε απίστευτα πολλές χώρες ακόμα και σήμερα), όμως πλέον οι μάγισσες έχουν μετατραπεί σε σύμβολα των γυναικών που αντιστέκονται παρά τις δυσκολίες. Για όσο καρό τα αναπαραγωγικά δικαιώματα, η ισότητα στους μισθούς, η σεξουαλική ελευθερία και οι σεξουαλικές επιθέσεις παραμένουν σημαντικά ζητήματα του φεμινιστικού αγώνα, η μάγισσα θα παραμείνει μια αρχετυπική έκφραση των αγώνων και αγωνιών μας για εξουσία πέρα από την πατριαρχία.

Μετάφραση: Δήμητρα Σπανού

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στο Quartz και μπορείτε να το βρείτε εδώ

 

Share

Sylvia Rivera, η μεγάλη τρανς αγωνίστρια της εξέγερσης του Stonewall

sylvia-rivera-2

της Κικής Σταματόγιαννη

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα μπαράκι που το έλεγαν Stonewall

κι ένα παιδί που “γεννήθηκε αγόρι”, αλλά του άρεσαν τα φορέματα,

οι ψηλοτάκουνες γόβες και τα κραγιόν. H Sylvia Rivera 

«Όταν είδα το πρώτο μπουκάλι με κοκτέηλ μολότοφ

να φεύγει από τα χέρια κάποιου, σκέφτηκα στα ισπανικά:

“Θεέ μου, αυτό είναι επανάσταση! Αυτό είναι επιτέλους η επανάσταση!”»

(H Sylvia, μιλώντας για την εξέγερση του Stonewall)

Κάθε επιτυχημένο παραμύθι δίπλα στους ατρόμητους πολεμιστές και τις σοφές γυναίκες, τα καλά ξωτικά και τους μάγους, έχει απαραιτήτως και τον δράκο του. Έχει, δηλαδή, το εμπόδιο εκείνο που πρέπει να νικηθεί για να φτάσουμε στο … «και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…». Το λοατ κίνημα δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Τα είχε και τα έχει όλα. Είχε και τους γενναίους/γενναίες που πάλεψαν με θεούς και δαίμονες για να αλλάξουν τον κόσμο, αλλάζοντας τις ζωές τους. Είχε, ασφαλώς, και τον δράκο του. Ο τελευταίος, μάλιστα, έχοντας την ικανότητα να παίρνει διάφορες μορφές, εμφανίστηκε εδώ με τη μορφή της εξαγοράς, της συνθηκολόγησης, της σταδιακής ενσωμάτωσης στο σύστημα που αρχικά αντιπάλευε.

«Αυτό που συμβαίνει είναι επανάσταση»

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Αφορμή για αυτές τις γραμμές στάθηκε η Sylvia Rivera, μια εμβληματική προσωπικότητα του λοατ κινήματος, που στα 18 της χρόνια αποφάσισε πως δεν σκοπεύει να χάσει ούτε λεπτό, γιατί «αυτό που συμβαίνει είναι επανάσταση». Ήταν τα λόγια μιας ζεστής καλοκαιρινής νύχτας, της 27ης Ιούνη 1969 σε μια Νέα Υόρκη που σιγόβραζε – γυναικείο κίνημα, συλλαλητήρια ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, Μαύροι Πάνθηρες.

«Ήμουν επαναστάτρια. Ακόμη είμαι. Είμαι περήφανη που περπάτησα αυτό το δρόμο, που βοήθησα να αλλάξουν νόμοι. Ήμουν περήφανη που το έκανα, είμαι περήφανη που το κάνω ακόμη, με όποιο κόστος». Η φράση-κλειδί είναι αυτές οι τρεις λέξεις: «με όποιο κόστος». Ένα ρίσκο που η Sylvia δεν φοβήθηκε να πάρει σε καμία στιγμή της ζωής της, όταν ανθρώπινα δικαιώματα αμφισβητούνταν. Ένα κόστος που το πλήρωσε με αποκλεισμό από το κίνημα, στερήσεις, ανέχεια. Μια ζωή γεμάτη συγκινήσεις, που τέλειωσε μόλις στα 50 της χρόνια, σε ένα άσυλο για άπορα τρανς άτομα στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, έχοντας ήδη προλάβει να δώσει ένα δείγμα για το πώς δίνονται οι αγώνες στο λοατ κίνημα. Ανοίγοντας τα δύσκολα και αιχμηρά ζητήματα και παλεύοντάς τα ανυποχώρητα μέχρι τέλους.

Πλάσμα της ταραγμένης Νέας Υόρκης των δεκαετιών του ‘60 και ’70, με πορτορικάνικη και βενεζολάνικη καταγωγή, εγκαταλειμμένη από τον πατέρα της και ορφανή μετά την αυτοκτονία της μητέρας της, φεύγει από τα σπίτι και από τα δέκα ζει στους δρόμους. Συνειδητοποιεί από παιδί -μέσα από συνεχείς εξευτελισμούς- τι σημαίνει περιθώριο, τι σημαίνει αποκλεισμός, τι σημαίνει διάκριση. Τι σημαίνει οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Να εισπράττει τη βία του κράτους μόνο και μόνο γιατί “γεννήθηκε αγόρι”, αλλά θέλει να φορά γυναικεία ρούχα και κραγιόν. «Είχαμε πάντα την αίσθηση ότι ο πραγματικός μας εχθρός ήταν οι μπάτσοι. Δεν περιμέναμε, βέβαια, τίποτα καλύτερο απ’ αυτούς, μας συμπεριφέρονταν λες κι είμαστε ζώα. Και γι’ αυτούς, πράγματι ήμασταν. Μας χτυπούσαν στους δρόμους, μας βίαζαν, μας συλλάμβαναν». Νιώθει ότι τα πράγματα δεν μπορεί και δεν πρέπει να παραμείνουν έτσι. Θέλει να αλλάξει τον κόσμο και τους άδικους νόμους που τον κυριαρχούν. Μόνο που ακόμα δεν ξέρει το πώς. Η ιστορία θα της προσφέρει τον τρόπο να το κάνει, πριν κλείσει καλά-καλά τα είκοσι.

Εμπλέκεται στο κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα, το αντιπολεμικό, το κίνημα των γυναικών, των Λατινοαμερικανών (Young Lords), των Αφροαμερικανών (Μαύροι Πάνθηρες).

«Όλοι όσοι παλέψαμε στο Stonewall είχαμε εμπλακεί με κάποιο τρόπο σε κάποιο από τα κινήματα της εποχής: των αστικών/πολιτικών δικαιωμάτων, το γυναικείο, το αντιπολεμικό. Ήμαστε όλοι ακραίοι, ριζοσπάστες. Αυτός πιστεύω πως ήταν και ο λόγος που ξέσπασε η εξεγερση στο Stonewall. Είχαμε κάνει ήδη τόσα πολλά για όλα τα άλλα κινήματα. Τώρα είχε φτάσει η ώρα και για εμάς».

Για πολλούς ακτιβιστές, η Sylvia θεωρείται κατά κάποιον τρόπο η Rosa Parks του σύγχρονου λοατ κινήματος. Αντιλήφθηκε αμέσως τη σημασία της εξέγερσης στο Stonewall, το οποίο και χαρακτήριζε ως «σημείο καμπής» για την ιστορία του κινήματος. Τα πρώτα μπουκάλια ενάντια στους πανικόβλητους μπάτσους έφυγαν από τα δικά της χέρια.

Αμέσως μετά την εξέγερση γίνεται ιδρυτικό μέλος του Gay Liberation Front και του GAA (Gay Activists Alliance). Σχεδόν παράλληλα, μην αντέχοντας να βλέπει την εξαθλίωση των νέων άπορων τρανς που ζουν στο δρόμο, σχηματίζει με τη φίλη της Marsha P Johnson, την STAR (Street Transgender Action Revolutionaries), μια ριζοσπαστική ομάδα που προσπαθούσε να βοηθήσει νέους/νέες τρανς, άστεγους/ες, εκδιδόμενους/ες. Η ομάδα συγκρoτήθηκε γύρω από μια πολιτική ανάλυση των ταυτοτήτων του φύλου, του δικαιώματος έκφρασής του, γύρω από τα ζητήματα αυτοδιάθεσης και των δικαιωμάτων των μαύρων ή ισπανόφωνων τρανς ατόμων. Ήξερε ότι ήταν μάταιο να «πείσει» τα στελέχη των λοατ οργανώσεων να θέσουν στην ατζέντα των διεκδικήσεών τους και τα δικαιώματα για τα τρανς άτομα. Κι έτσι ξεκίνησε μόνη της έναν άνισο αγώνα κόντρα στις συμβιβασμένες ηγεσίες του αμερικανικού λοατ κινήματος της εποχής εκείνης, που καθόταν αναπαυτικά στις φρεσκοαποκτημένες δάφνες του Stonewall.

Μπροστά στον πόθο της για δικαιοσύνη, για ισοτιμία, για σεβασμό, για διεκδίκηση ανθρώπινων δικαιωμάτων τίποτα δεν έμοιαζε ικανό να τη σταματήσει. Δεν δίστασε να σκαρφαλώσει με τα ψηλοτάκουνά της τον τοίχο του Δημαρχείου της Νέας Υόρκης, όταν της έκλεισαν την πόρτα κατάμουτρα αρνούμενοι να τη δεχτούν σε μια κλειστή συνεδρίαση.

sylvia-rivera-1

Ο δράκος αρχίζει να κάνει δειλά-δειλά την εμφάνισή του

Οι θέσεις των μεγαλύτερων λοατ οργανώσεων άρχισαν σιγά-σιγά να λειαίνονται, η συστημική αμφισβήτηση έδωσε τη θέση της στα λόμπι, στους «παράγοντες» που «θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα πράγματα από μέσα» πίσω από κλειστές πόρτες και παζαρεύοντας τα δικαιώματα μιας ολόκληρης κοινότητας. Η Sylvia διαφωνούσε σταθερά με τη συμβατική λογική των «ηγετικών προσωπικοτήτων» της λοατ κοινότητας. Προσπαθούσε μέσα από τις τάξεις της GAA (Gay Activists Alliance) να ενσωματώσει στην λοατ ατζέντα μέτρα προστασίας για τους/τις τρανς, αλλά συναντούσε κλειστές πόρτες. Όλα όσα ζητούσε παραήταν ακραία για μια «φρόνιμη» λοατ οργάνωση, που είχε αρχίσει να στρογγυλεύει τα αιτήματά της, να συνηρητικοποιείται, να υποχωρεί συμβιβαζόμενη και πλέον ακίνδυνη. Τα ηγετικά στελέχη της άρχισαν να βάζουν πλώρη για τη δημόσια σφαίρα, να προσανατολίζονται στην κατάκτηση δημόσιων θέσεων και αξιωμάτων, δεν ήταν ώρα για σκληρές αντιπαραθέσεις πάνω σε αιχμηρά ζητήματα. Η ίδια η οργάνωση απέκλεισε από τις θέσεις της την προώθηση των δικαιωμάτων για τα πιο καταπιεσμένα, τα πιο περιθωριοποιημένα μέλη της κοινότητας. Όσο πιο πολύ νέρωνε το κρασί της η GAA, όσο πιο πολύ χαμήλωνε τον πήχυ στο μέσο όρο, τόσο πιο ενοχλητική γινόταν η φωνή της Sylvia με τις «παράλογες» και «ακραίες» απαιτήσεις της για προστασία των ανήμπορων τρανς που ζούσαν στους δρόμους στο έλεος των ετεροφυλόφιλων τραμπούκων, των νταβατζήδων και των μπάτσων.

Ήταν η δική της φωνή που συνέχιζε να διεκδικεί γι’ αυτούς που εξακολουθούσαν να δέχονται την πιο σοβαρή καταπίεση και κρατική καταστολή. Ακόμα και η λοατ κοινότητα σώπαινε μπροστά στα προβλήματα αυτών που είχαν τη μεγαλύτερη ανάγκη για προστασία. Η δυνατότητα έκφρασης φύλου είχε αποκλειστεί από τον «επίσημο» λόγο των μεγαλύτερων λοατ οργανώσεων στις ΗΠΑ. Μνημόνευαν, βέβαια, το Stonewall, «παρήλαυναν» στο Pride κάθε χρόνο, αλλά το φως της εξέγερσης έμοιαζε να είναι σβηστό. Όλα όσα σηματοδοτούσαν οι τρεις ταραχώδεις μέρες και νύχτες της εξέγερσης τον Ιούνη του ’69 πολύ λίγη σχέση είχαν με όσους πλέον ανοιχτά το καπηλεύονταν. Η ξεκάθαρη αμφισβήτηση του κράτους, των νόμων, των οργάνων του, έδινε πλέον τη θέση της στη σύμπλευση με αυτό. Ο δράκος  έμοιαζε να έχει πάρει το πάνω χέρι.

Ήδη από το 1973, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την εξέγερση, η Sylvia αρχίζει να μιλάει για εμπορευματοποίηση του Pride, για κυριαρχία φιλελεύθερων απόψεων και λογική της αγοράς. Ο αποκλεισμός της από το κίνημα, ο αποκλεισμός ενός ανθρώπου που κράτησε μαζί με άλλους την τύχη της εξέγερσης στα χέρια του,  ήρθε σαν μια θλιβερή φυσική συνέπεια.

Στα μέσα της δεκαετίας ’90 αποκλείστηκε από την Ένωση Ομοφυλόφιλων και Λεσβιών της Νέας Υόρκης, γιατί απαίτησε «επιθετικά» την προστασία των νέων και άστεγων τρανς, που σπίτι τους ήταν οι αφιλόξενοι δρόμοι της Νέας Υόρκης. Η απάντησή της στους αποκλεισμούς και τις απαγορεύσεις που της επέβαλε η ίδια η κοινότητά της, ήταν παρόμοια με αυτή που βροντοφώναζε στα στενά γύρω από το μπαράκι του Stonewall τον Ιούνη του 1969: «Fight back»! – «Αντεπίθεση»!

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία στην πολιτική διαδρομή της Sylvia ήταν ότι δεν πάλεψε αποκλειστικά για τα δικαιώματα της τρανς κοινότητας. Αντιλαμβανόμενη ότι οι αποκλεισμοί, οι περιορισμοί, η καταπίεση, το περιθώριο συνδέονται και με το ζήτημα των διακρίσεων λόγω φύλου, φυλετικής καταγωγής, οικονομικής κατάστασης, εντόπισε σωστά τη ρίζα του κακού. Απέναντί τους ορθωνόταν ένα άδικο καπιταλιστικό, πατριαρχικό κράτος που κατέστειλε με όποιον τρόπο ό,τι αμφισβητούσε την ύπαρξή του, ό,τι το πάλευε στα ίσα. Η κοινωνία ήταν χωρισμένη στα δυο, σε αυτούς που έχουν τα πάντα και σε αυτούς που τους στερούν το οτιδήποτε. Σκοπός της ζωής της έγινε η προσπάθεια να πάει κόντρα σε αυτόν τον καθόλου φυσικό νόμο.

Βοηθούσε στα κοινωνικά συσσίτια ή -όπου δεν υπήρχαν- τα οργάνωνε η ίδια, προσπαθούσε μέσω της οργάνωσης που είχε συγκροτήσει (STAR), να εξασφαλίσει στέγη και τροφή για όσους τη στερούνταν. Πάλεψε ενάντια στην αμερικανική κυβέρνηση που πετσόκοβε την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, την χορήγηση αντιρετροϊκών φαρμάκων για τους φορείς HIV/AIDS, τα επιδόματα για τις μητέρες. Με το πανώ της STAR κατέβαινε στις πορείες που καλούσε η κοινότητα των Πορτορικανών ενάντια στην αστυνομική βία και καταστολή. Τα μέλη των Young Lords τους καλωσόριζαν με χαρά, τους αντιμετώπιζαν ισότιμα, με σεβασμό. «Ήταν η πρώτη φορά που μας αντιμετώπιζε κάποιος σαν ανθρώπινα όντα».

«Είμαι χαρούμενη που έζησα την εξέγερση του Stonewall. Εάν το έχανα, θα έχανα τη στιγμή που άλλαξε ο κόσμος για μένα και για τους δικούς μου ανθρώπους. Ωστόσο, έχουμε πολύ δρόμο ακόμη μπροστά μας».

Ο δικός της δρόμος τέλειωσε μια μέρα του Φλεβάρη του 2002. Οι δικοί μας δρόμοι παραμένουν ανοιχτοί. Με τις απότομες στροφές τους, τα αδιέξοδα, τα πισωγυρίσματα, τα σταυροδρόμια, τα μικρά μονοπάτια και τις μεγάλες λεωφόρους. Ο δράκος που ορθώθηκε μπροστά στη Sylvia δεν βγάζει κόκκινες φωτιές από τα ρουθούνια του. Προσφέρει εξυπηρετήσεις, χορηγίες, «δωράκια», χρήμα. Εξαγοράζει ανθρώπους και συνειδήσεις. Ξέρει ότι, όταν δεν μπορεί να καταστείλει έναν επικίνδυνο αντίπαλο, το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να τον αφοπλίσει. Να τον ναρκώσει.

Αν θέλουμε να γκρεμίσουμε αυτό το σύστημα, για να μπορέσει ο κόσμος να είναι ανθρωπινότερος για όλα τα πλάσματα που τον κατοικούν, πρέπει να δίνουμε καθημερινές μάχες ενάντια σε αυτά τα ύπουλα χτυπήματα που κάνουν μεγαλύτερο κακό από μια ευθεία αντιπαράθεση. Η απάντηση, δοκιμασμένη την ώρα της φωτιάς, παραμένει ίδια: «Fight back» – «Αντεπίθεση!».

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο έντυπο περιοδικό lgbt Κόκκινο

 

Share

52 φωτογραφίες γυναικών που άλλαξαν την ιστορία για πάντα

history1

Μουσουλμάνα καλύπτει το κίτρινο αστέρι της Εβραίας γειτόνισσάς της με τον φερετζέ της για να την προστατέψει από σύλληψη. Σαράγεβο, πρώην Γιουγκοσλαβία (1941).

Αυτές οι γυναίκες άλλαξαν την ιστορία για πάντα με τη δυναμική τους, την τόλμη τους την ανθρωπιά τους, ανεξάρτητα από τις προσδοκίες που είχε η κοινωνία για τις ίδιες. Αποτελούν μόνο μερικά από τα πολλά παραδείγματα που μας δείχνουν πως οι γυναίκες μπορούμε να είμαστε πολλά περισσότερα από τα κυρίαρχα στερεότυπα.

history2

Η Maud Wagner, η πρώτη γνωστή γυναίκα με τατουάζ στις ΗΠΑ (1907).

history3

Η 18χρονη αγωνίστρια της γαλλικής Αντίστασης, Simone Segouin, στην απελευθέρωση του Παρισιού (9 Αυγούστου 1944).

history4

Η Sarla Thakral, 21 χρονών, η πρώτη Ινδή που απέκτησε δίπλωμα πιλότου (1936).

history5

Η Kathrine Switzer είναι η πρώτη γυναίκα που έτρεξε στο μαραθώνιο της Βοστώνης, παρά τις προσπάθειες των διοργανωτών να τη σταματήσουν (1967).

history6

Αφγανές σε δημόσια βιβλιοθήκη πριν την κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν ( δεκαετία του ‘50).

history7

Η Annette Kellerman φωτογραφίζεται με μαγιό, γεγονός που οδήγησε στη σύλληψη της λόγω προσβολής της δημοσίας αιδούς (γύρω στο 1907).

history8

Η πρώτη γυναικεία ομάδα μπάσκετ στο Κολέγιο Smith (1902).

history9

Φωτογραφία πολεμίστριας σαμουράι (γύρα στα τέλη του 1800).

history10

106χρονη Αρμένισσα προστατεύει το σπίτι της με όπλο τύπου AK-47 (1990).

history11

Γυναίκες παίζουν μποξ σε μια ταράτσα στο Λος Άντζελες (1933).

history12

Σουηδέζα επιτίθεται σε νεοναζί διαδηλωτή με την τσάντα της. Η γυναίκα αυτή ήταν επιζήσασα από στρατόπεδο συγκέντρωσης (1985).

history13

Γυναικείο πρωτάθλημα σκέιτινγκ στη Νέα Υόρκη (10 Μαρτίου 1950).

history14

Η ακτιβίστρια για το δικαίωμα στην ψήφο Annie Lumpkins στη φυλακή του Little Rock (1961).

history15

Μέλη της συμμορίας Άγγελοι της Κόλασης (1973)

history16

Κοπέλες μεταφέρουν βαριά κομμάτια πάγου λόγω της επιστράτευση αντρών εργατών (1918).

history17

Η Komako Kimura, γνωστή Γιαπωνέζα σουφραζέτα σε διαδήλωση στη Νέα Υόρκη (23 οκτωβρίου 1917).

history18

Η Marina Ginesta, μια 17χρονη κομμουνίστρια αντάρτισσα, με θέα τη Βαρκελώνη κατά τη διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου πολέμου (1936).

history19

Η Anna Fisher, «η πρώτη μητέρα στο διάστημα» (δεκαετία του ’80).

history20

Σουφραζέτα ακτιβίστρια διαδηλώνει μετά τη «Νύχτα του Τρόμου» (1917): 33 σουφραζέτες συνελήφθησαν για «παρεμπόδιση της κυκλοφορίας» και ξυλοκοπήθηκαν από σωφρονιστικούς υπαλλήλους.

history21

Η Margaret Bourke-White, φωτογράφος, σκαρφαλώνει στο κτίριο της Chrysler (1934).

history22

Μητέρα παίζει με το παιδί της στην παραλία (γύρω στα 1950).

history23

Η Elspeth Beard, στην προσπάθειά της να είναι η πρώτη Αγγλίδα που θα ταξιδέψει όλο τον κόσμο με μοτοσυκλέτα (δεκαετία ’80): ταξίδεψε 3 χρόνια και κάλυψε 48.000 μίλια.

history24

Δύο γυναίκες βγαίνουν στο δρόμο με ακάλυπτα πόδια για πρώτη φορά στο Τορόντο (1937).

history25

Γυναίκα πίνει τσάι μετά το βομβαρδισμό των Γερμανών μετά τη «δεύτερη μεγάλη πυρκαγιά του Λονδίνου» (1940).

history26

Winnie η συγκολλήτρια (1943): η Winnie ήταν μία από τις 2.000 γυναίκες που δούλεψαν στα ναυπηγεία των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Β’ παγκοσμίου Πολέμου.

history27

Η Jeanne Manford διαδηλώνει με τον γκέι γιο της σε Φεστιβάλ Υπερηφάνειας (1972): η Jeanne ίδρυσε την ομάδα για τα ανθρώπινα δικαιώματα «Γονείς, Οικογένειες και Φίλοι των Λεσβιών και των Γκέι».

history28

Η Sabiha Gökçen από την Τουρκία φωτογραφίζεται στο αεροπλάνο της. Το 1937 ήταν η πρώτη γυναίκα πιλότος μαχητικού αεροσκάφους.

history29

Εθελόντριες μαθαίνουν να σβήνουν φωτιές στο Περλ Χάρμπορ (γύρω στα 1941-1945).

history30

Ουκρανή γυναίκα δίνει νερό σε σοβιετικό στρατιώτη κατά την αιχμαλωσία του (1941).

history31

Χτίστρια ψηλά πάνω από το Βερολίνο (γύρω στα 1900).

history32

Σιδηροδρομικοί εργάτες και εργάτριες στο μεσημεριανό τους διάλειμμα. Πολλές ήταν γυναίκες ακόμα και μανάδες των εργατών που πήγαν στον πόλεμο (1943).

history33

Μερικές από τις πρώτες γυναίκες που ορκίζονται στο Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ (Αύγουστος 1918).

history34

Η Ellen O’Neal, μία από τις πρώτες επαγγελματίες γυναίκες σκέιτερς (1976).

history35

Παριζιάνες μητέρες προστατεύουν τα παιδιά τους από τα πυρά Γερμανών ελεύθερων σκοπευτών (1944).

history36

Φιλιππινέζα αντάρτισσα, η καπετάνισσα Nieves Fernandez, δείχνει σε Αμερικανό στρατιώτη πως σκότωσε Ιάπωνες στρατιώτες κατά τη διάρκεια της Κατοχής (1944).

history37

 Δανέζα αρνείται να αφήσει τον άντρα της, έναν Γερμανό στρατιώτη, μετά την αιχμαλωσία του από τον στρατό των Συμμάχων. Τον ακολούθησε στην αιχμαλωσία (1944).

history38

Η Gertrude Ederle είναι η πρώτη γυναίκα που κολύμπησε τη Μάγχη (1926).

history39

Η αεροπόρος Amelia Earhart είναι η πρώτη γυναίκα που πέταξε με αεροσκάφος πάνω από τον Ατλαντικό Ωκεανό (1928).

history40

Αφγανές γυναίκες φοιτήτριες ιατρικής (1962).

history41

Βρετανός λοχίας εκπαιδεύει μέλη του «στρατού των μητέρων» του Βρετανικού Στρατού στη μάχη της Βρετανίας (1940).

history42

Η φωτογραφία μιας ανήσυχης εργάτριας που μαζεύει μπιζέλια και μητέρας εφτά παιδιών κατά τη διάρκεια των θυελλών σκόνης στην Αμερική (1936).

history43

Η διαδήλωση από το Κίνημα Απελευθέρωσης των Γυναικών στο Ντιτρόιτ, Μίτσιγκαν (1970).

history44

Γυναίκα αστυνομικός του Λος Άντζελες προσέχει εγκαταλελειμμένο μωρό στο συρτάρι του γραφείου της (1971).

history45

Γυναίκες ελεύθεροι σκοπευτές του σοβιετικού στρατού (4 Μαΐου 1945).

history46

Μητέρα δείχνει φωτογραφία του γιού της σε αιχμαλώτους πολέμου που επιστρέφουν, στην προσπάθειά της να τον βρει (Βιέννη, 1947).

history47

Η Leola N. King, η πρώτη γυναίκα τροχονόμος της Αμερικής (Ουάσινγκτον, 1918).

history48

Η Erika, μια 15χρονη Ουγγαρέζα αγωνίστρια, που πολέμησε για ελευθερία  ενάντια στη Σοβιετική Ένωση (Οκτώβριος 1956).

history49

Αμερικανίδες νοσοκόμες αποβιβάζονται στη Νορμανδία (1944).

history50

Υπάλληλος της Εταιρείας Lockheed δουλεύει σε ένα πολεμικό αεροσκάφος τύπου P-38 στο Μπέρμπανκ της Καλιφόρνια (1944).

history51

Νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού σημειώνει τις τελευταίες λέξεις Βρετανού στρατιώτη (γύρω στο 1917).

history52

Γυναίκες πιλότοι μπροστά από το αεροσκάφος τύπου B-17, το λεγόμενο «Pistol Packin’ Mama» (γύρω στα 1941 – 1945).

μετάφραση – επιμέλεια: Λίνα Φιλοπούλου

Πηγή: distractify

Share

Η πεντάμορφη που έγινε τέρας  μέρος 1ο

alice

της Σοφίας Ξυγκάκη

ανακατασκευάζοντας την κυρίαρχη αφήγηση και τα φύλα στα παραμύθια

Τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι κινηματογραφικές παραγωγές παιδικών παραμυθιών στην «πειραγμένη» τους μορφή: από τις πολιτικά ορθές, όπως ο Παραμυθένιος έρωτας (1998), έως τις πιο επεξεργασμένες, όπως η περσινή βωβή Χιονάτη του Πάμπλο Μπέργκερ ή το Maleficent της Ντίσνεϊ που βασίζεται στην Ωραία κοιμωμένη και βγαίνει αύριο στις αίθουσες, οι εκδοχές μοιάζουν ανεξάντλητες. Ταυτόχρονα, στο θέατρο, ενώ ήδη παίζεται η Κοκκινοσκουφίτσα της Λένας Κιτσοπούλου, η Ξένια Καλογεροπούλου ετοιμάζει το Η κοιμωμένη ξύπνησε, για να αναφέρουμε μόνο μερικές παραστάσεις.

Πώς έγινε, όμως, και η Σταχτοπούτα, αντί να περιμένει τον πρίγκιπα με το περίφημο γοβάκι, αποφάσισε να σωθεί μόνη της;

Πώς η Χιονάτη επέλεξε να δουλέψει στα ορυχεία με τους νάνους, αντί να πλένει τα πιάτα τους;

Τα παραμύθια, καθώς και η κινηματογραφική τους μεταφορά στις παραγωγές του Ντίσνεϊ,  είχαν βρεθεί στο στόχαστρο των μεταπολεμικών γυναικείων κινημάτων της Ευρώπης και της Αμερικής, γιατί αντιπροσώπευαν βασικό μέρος της προπαγάνδας που εμπόδιζε τις γυναίκες να αναπτυχθούν∙ τα  μοτίβα τους, δηλαδή το αίσιο τέλος με το πριγκιπόπουλο, η ζήλεια, η αιμομικτική σχέση με τον πατέρα, η αντιζηλία κόρης μητέρας, η καταδιωγμένη κοπέλα, το φαρμάκωμα και η ανάσταση της ηρωίδας, η κακιά μητριά και οι μοχθηρές αδελφές, για να αναφέρουμε μερικά, κοινά στα πιο δημοφιλή παραμύθια, κατασκεύαζαν το φαντασιακό ενός απόλυτου κόσμου και τις γυναίκες όπως οι άντρες τις ήθελαν να είναι.

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ, ήδη το 1949, γράφει στο Δεύτερο φύλο: «Η παιδική λογοτεχνία, η μυθολογία, οι ιστορίες και κάθε λογής αφηγήματα, καθρεφτίζουν τους μύθους που δημιούργησαν η αλαζονεία και οι επιθυμίες των αντρών. Το μικρό κορίτσι εξερευνά τον κόσμο και ξεδιαλύνει τη μοίρα του με τα μάτια των αντρών». Εδώ, η συγγραφέας αναλύει τη λογοτεχνική παράδοση που διαπλάθει τα κορίτσια με τρόπο τέτοιο ώστε να δέχονται την αναμφισβήτητη υπεροχή του αρσενικού, και καταγγέλλει την ιεραρχία των φύλων που βασίστηκε στην αλαζονεία και τις επιθυμίες των αντρών. Επισημαίνει, ακόμη, πως δεν υπάρχει πιο ενοχλητικό πράγμα από τα βιβλία που αφηγούνται τη ζωή ένδοξων γυναικών. «Πόσο ωχρές διαγράφονται πλάι στις μορφές των μεγάλων αντρών. [..]Η Εύα πλάστηκε για να συντροφεύει τον Αδάμ [..], οι θεές της μυθολογίας είναι επιπόλαιες και πεισματάρες και όλες τρέμουν μπροστά στο Δία. Ενώ ο Προμηθέας κλέβει με ηρωισμό τη φωτιά από τον Όλυμπο, η Πανδώρα ανοίγει το κουτί που έκρυβε τα δεινά των ανθρώπων».

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ, εισάγοντας για πρώτη φορά την έννοια του κοινωνικού φύλου, στα τέλη της δεκαετίας του ’40, εισάγει και την κοινωνική κατασκευή, την επιβολή των ρόλων, που τα παιδιά σταδιακά αρχίζουν να βιώνουν στην οικογενειακή ζωή και που, στην ενήλικη ζωή τους, αναπαράγουν όχι μόνο στους νέους πυρήνες  οικογένειας που δημιουργούνται, αλλά και στο εργασιακό περιβάλλον, στις παρέες φίλων, ακόμα και σε πολιτικές δομές, ισχυροποιώντας και παγιώνοντας με αυτό τον τρόπο το ίδιο μοντέλο, κατά κύριο λόγο ασυνείδητα.

Έτσι, τις δεκαετίες του ’60 και ’70, πολλές φεμινίστριες, κριτικοί και λογοτέχνιδες, ονειρεύονται και επιδιώκουν να ‘ξανασχηματίσουν’ τον κόσμο, με βάση τη γυναικεία επιθυμία.

companyofwolves

Στη Γαλλία, επηρεασμένες κυρίως από τις μεταδομιστικές θεωρίες, τη σημειωτική και την αποδόμηση, συνεχίζουν και αναπτύσσουν την κριτική της Μποβουάρ με τη θεωρία του ρόλου του κοινωνικού φύλου στη γραφή και τη γυναικεία επιθυμία, ενώ κεντρικό μέρος της κριτικής τους αφορά τη γλώσσα. Σύμφωνα με αυτές, όλες οι δυτικές γλώσσες εξουσιάζονται από τους άντρες, οπότε ο λόγος είναι κυρίως «φαλοκεντρικός», όπως το θέτει ο Ντεριντά. Μπορεί να υπάρξει γυναικείος λόγος; Η Τζούλια Κρίστεβα, η Ελέν Σιξού και η Λους Ιριγκαρέ εξερευνούν τη δυνατότητα μιας γυναικείας γραφής.

Την ίδια εποχή, στην Αγγλία, μια σειρά από σημαντικές λογοτέχνιδες, κάποιες από αυτές και με ακαδημαϊκή καριέρα, τοποθετούν την επιθυμία στο κέντρο της δουλειάς τους και, μάλιστα, σύμφωνα με τη Maroula Joannou,έχουν ως κοινό τους σημείο το πώς και γιατί η επιθυμία είναι κεντρική στη λογοτεχνική τους παράδοση. Η Αννίτα Μπρούκνερ, για παράδειγμα, με καριέρα ως ιστορικός τέχνης, που γράφει με χιούμορ, με άμεσο και απλό τρόπο για γυναίκες διανοούμενες και μόνες ανατρέχει στο Ρομαντισμό∙ η Α.Σ. Μπάιατ  με πιο πειραματική γραφή, στα πιο ώριμα έργα της συνδυάζει το φανταστικό με το δοκίμιο, και στο μυθιστόρημά της The game ανατρέχει στο μύθο του Αρθούρου. Πολύ πιο ριζοσπαστική η Άντζελα Κάρτερ, που είναι και η μόνη από τις τρεις που δηλώνει φεμινίστρια, έχοντας σπουδάσει αγγλική λογοτεχνία και  ασχοληθεί ιδιαίτερα με τη μεσαιωνική γραμματεία,  υποστηρίζει  ότι οι μύθοι της σεξουαλικής επιθυμίας διαιωνίζονται μέσα από τη λειτουργία των παραμυθιών και καταπιάνεται με την ανακατασκευή τους.

Μέχρι τη δεκαετία του ’70, οι φεμινίστριες συγγραφείς, στη πλειοψηφία τους, απέρριπταν μετά βδελυγμίας τα παραμύθια και θεωρούσαν ότι κάθε προσπάθεια  ανασκευής τους περιείχε τόση ελευθερία όση παρείχε ένας  ζουρλομανδύας.

Το 1971, στις 11 Φεβρουαρίου, παρόλα αυτά, σε ένα άρθρο στη Guardian, με τον τίτλο New feminist version of classic fairy-tales, μια ομάδα από το κίνημα για την απελευθέρωση των γυναικών στο Μερσεσάιντ, στη βορειοδυτική Αγγλία, ανακοινώνει ότι ξαναγράφει κάποια παραμύθια και ότι η έμφαση δεν δίνεται στα πλούτη, την ομορφιά και τη νεότητα. Αντίθετα, στη Χιονάτη, που η ομάδα ήδη έχει ξαναγράψει, η ηρωίδα επιλέγει να δουλέψει στα ορυχεία με τους νάνους, παρά να πλένει τα πιάτα τους.

Μεταξύ άλλων, η ομάδα, μέσω της δουλειάς της, καταγγέλλει ότι τα παραμύθια υποβαθμίζουν τους ανθρώπους γιατί τους καθορίζουν μέσω των έμφυλων ρόλων τους, ότι οι γυναίκες δεν καθορίζουν τη μοίρα τους, ότι είναι πάντα ο πρίγκιπας που αποφασίζει να παντρευτεί την πριγκίπισσα ενώ αυτή δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να πει όχι∙ ότι οι αποφασιστικές γυναίκες είναι πάντα άσχημες, κακές, στριμμένες, πάντα στον ρόλο της μητριάς, της αδελφής ή της μάγισσας. Οι παθητικές πριγκίπισσες αναζητούν τις επιφανειακές απολαύσεις και ‘ζουν’ μέσω των συζύγων τους. Η ομορφιά είναι το μόνο περιουσιακό στοιχείο τους, που τις καθιστά απλά αντικείμενα, σε αντίθεση με τους άντρες που είναι πάντα δραστήριοι, γενναίοι , πλούσιοι, νικητές κτλ.

Στην πειραγμένη Χιονάτη της ομάδας, η βασίλισσα ζηλεύει την ευτυχία και τη ζωντάνια της Χιονάτης και όχι την ομορφιά της ενώ, στο τέλος, ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα δουλεύουν μαζί στο ορυχείο και μαζί χτίζουν ένα αγροτόσπιτο για να ‘ζήσουν καλά’ και να  ‘εργάζονται μαζί, να μοιράζονται τη ζωή και την αγάπη τους’, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρουν γάμο. Η ομάδα ξαναέγραψε ακόμα δύο παραμύθια.

Το 1972, η Αμερικανίδα ποιήτρια Αν Σέξτον, στη συλλογή ποιημάτων/παραμυθιών Transformations, διηγείται εκ νέου, με άλλη ‘φωνή’, δεκαεπτά γνωστά παραμύθια των αδελφών Γκριμ, καυτηριάζοντας με δηκτικότητα την όψη πτώματος της Ωραίας Κοιμωμένης και της Χιονάτης, και αντιμετωπίζοντας περιπαικτικά το όνειρο της Σταχτοπούτας και το ‘έζησαν αυτοί καλά’, το οποίο συνεπάγεται πλήξη, αιμομιξία, θάνατο της ψυχής. Η Σέξτον, ωστόσο, παρόλο που εναντιώνεται στη πατριαρχική αντίληψη της ευτυχίας, με αυτά τα ποιήματά της δεν επιχειρεί τόσο μια φεμινιστική γραφή, προτείνει μάλλον μια μεταδομιστική ανάγνωση: ζητά από τον αναγνώστη να απαρνηθεί την πλεονεκτική θέση του προκειμένου να αναρωτηθεί για την ίδια την ιστορία και πώς αυτή παρουσιάζεται∙ δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να αναρωτηθεί, κατά πόσο η προβληματική ανάγνωση των παραμυθιών, με όρους απόλυτης ευτυχίας, δεν είναι παρά η αντανάκλαση των μεγαλύτερων προβλημάτων που αυτός αντιμετωπίζει, δηλαδή το πώς τελικά αναγιγνώσκει τη ζωή.

Τη πιο μεγάλη επίθεση, όμως, στις παραδοσιακές αντιλήψεις, και την πιο τολμηρή κίνηση σε σχέση με τα παραμύθια, αφού αντί να τα απορρίψει τα χρησιμοποιεί με αιρετικό τρόπο για τις ιστορίες της, την κάνει η Άντζελα Κάρτερ, στην οποία, τις επόμενες μέρες αξίζει να αφιερώσουμε όλο το δεύτερο μέρος.

Τέλος πρώτου μέρους 

company of wolves1_0

 

 

Share

Αναγνώσεις ενός ποιήματος: Μπαμπάς της Σύλβια Πλαθ

Η Σύλβια Πλαθ μωρό με τους γονείς της, Αουρέλια και Όττο. Φωτογραφία: Smith College/Mortimer Rare Book Room

της Σοφίας Ξυγκάκη

Από την ψυχανάλυση στους φακέλους του FBI

Η πατρική μορφή εμφανίζεται σε όλο το ποιητικό έργο της Πλαθ: στα πρώτα ποιήματα σπαρακτικά, ως οδυνηρή απώλεια, αλλά και ως τρυφερή ανάκληση ταυτισμένη με τον γενέθλιο τόπο που η οικογένεια θα εγκαταλείψει οριστικά το 1942, μετά τον θάνατο του πατέρα∙ στη συλλογή Άριελ, κυρίως στο ποίημα Μπαμπάς που παρουσιάζουμε εδώ, η μορφή του ξεπροβάλλει απειλητική, κυριαρχική, γκροτέσκα,  ενώ ο ρυθμός του ποιήματος παραπέμπει σε nursery rhyme, δηλαδή σε παιδικό νανούρισμα.

Ο Όττο Πλαθ, πατέρας της Σύλβια Πλαθ, είχε γεννηθεί το 1885 στο Grabow, μια κωμόπολη της Γερμανίας που, αργότερα, μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, θα βρεθεί στον λεγόμενο Πολωνικό Διάδρομο, τη λωρίδα που αναγκάστηκε η Γερμανία να παραχωρήσει στη Πολωνία και στη συνέχεια θα γινόταν η αφορμή που θα πυροδοτούσε την έναρξη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου. Η εθνικότητά του θεωρείται αβέβαιη καθώς οι γονείς ήταν Γερμανοί αλλά η μία γιαγιά Πολωνή. Έφηβος μεταναστεύει με τους παππούδες στην Αμερική που χρηματοδοτούν τις σπουδές του, με την προϋπόθεση να γίνει λουθηριανός ιερέας. Εγκαταλείποντας αυτό το σχέδιο, έρχεται σε οριστική ρήξη με την οικογένεια του και σπουδάζει βιολογία, εντομολογία και γερμανική φιλολογία, ενώ το παρατσούκλι του είναι “bienenkӧnig”, βασιλιάς των μελισσών, εξαιτίας της ενασχόλησης του με αυτές. Θα διδάξει για πολλά χρόνια στο Boston University. Όταν πεθαίνει το 1940 από επιπλοκές του διαβήτη η κόρη του είναι 8 χρονών.

Η Πλαθ σε μια εκπομπή στο BBC είχε δώσει μια φροϋδική ερμηνεία του συγκεκριμένου ποιήματος: «η φωνή του ποιήματος ανήκει σε μια κοπέλα με το σύνδρομο της Ηλέκτρας. Ο πατέρας της πέθανε όταν αυτή τον θεωρούσε θεό. Η κατάσταση περιπλέκεται και από το γεγονός ότι ο πατέρας της ήταν ναζιστής και η μητέρας της πιθανότατα λίγο Εβραία. Στην κόρη οι δυο τάσεις συγκρούονται και αλληλοεξουδετερώνονται – αυτή θα πρέπει να ζήσει την τρομερή μικρή αλληγορία για ακόμη μια φορά πριν απαλλαγεί απ’ αυτήν».

Πολλές ερμηνείες του ποιήματος είναι ψυχαναλυτικής κατεύθυνσης: η αναφορά στο πόδι παραπέμπει στη γάγγραινα και την κατάσταση υγείας του Πλαθ που ο ίδιος παραμέλησε προκαλώντας τον θάνατο του, εγκαταλείποντας έτσι την κόρη του, ενώ σε άλλα σημεία η εικόνα του πατέρα ταυτίζεται με αυτήν του συζύγου Τεντ Χιουζ.

Μετά τη δημοσίευση του ποιήματος υπήρξαν πολλές αναφορές στην ιδεολογία του Όττο Πλαθ, χωρίς στοιχεία∙ πρόσφατα, μάλιστα, με αφορμή την επέτειο θανάτου της Σύλβια Πλαθ, άρθρο ελληνικού σάιτ χαρακτήρισε τον πατέρα της «εξόριστο ναζιστή», ισχυρισμός εκτός από ακατανόητος και αβάσιμος. Αλλά και το  ότι η Πλαθ τον αποκαλεί ναζιστή, μεταφορικά, εξαιτίας του αυταρχικού του χαρακτήρα και των αυστηρών παιδαγωγικών μεθόδων του, μοιάζει, επίσης, αυθαίρετος αφού, σύμφωνα με το  βιογραφικό του, υπήρξε θερμός υποστηρικτής της μοντεσσοριανής αγωγής, σε αντίθεση με τη μητέρα της Πλαθ, Αουρέλια, η οποία ήταν υπέρ της παραδοσιακής παιδαγωγικής μεθόδου.

Μόλις πριν από δύο χρόνια, έγινε γνωστός ένας φάκελος του FBI* σύμφωνα με τον οποίο, στις αρχές του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, είχε έντονα πιθανολογηθεί ότι ο Όττο Πλαθ έτρεφε φιλογερμανικά αισθήματα, καθώς είχε δηλώσει στους ανακριτές ότι μετά το τέλος του πολέμου θα ήθελε να επιστρέψει στη Γερμανία∙ και παρόλο που είχε έρθει στις ΗΠΑ «λόγω των καλύτερων συνθηκών», στη συνέχεια είχε υπερασπιστεί την πατρίδα του λέγοντας ότι κάποια πράγματα ήταν σάπια στη Γερμανία, όμως ο Γερμανικός λαός δεν ήταν εξολοκλήρου σάπιος.

Οι μελετητές του έργου του Όττο Πλαθ ξαφνιάστηκαν με τις κατηγορίες, όπως και η Heather Clark, συγγραφέας μιας νέας βιογραφίας της Πλαθ, που τις απορρίπτει  χαρακτηρίζοντάς τον ειρηνιστή.

Μερικοί κριτικοί, τέλος, επεσήμαναν τη χρήση της  λέξης root, ρίζα, στο ποίημα, ως το αντίθετό της, uproot, κάνοντας άμεση νύξη στην εμπειρία του ξένου και της εκρίζωσης, όχι μόνο του Πλαθ και της γυναίκας του Αουρέλια, που επίσης λόγω της αυστριακής καταγωγής της είχε βιώσει από μικρή σκληρή αντιμετώπιση, αλλά βέβαια και της ίδιας της Σύλβια Πλαθ.

* http://www.theguardian.com/books/2012/aug/17/sylvia-plath-otto-father-files

YouTube Preview Image

 

Μπαμπάς

Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις

πια, μαύρο παπούτσι

που μέσα σου έζησα σαν πόδι

τριάντα χρόνια, κάτασπρο και φτωχό,

χωρίς να τολμώ να ανασάνω ή να φταρνιστώ.

 

Μπαμπά, έπρεπε να σε σκοτώσω.

Πέθανες προτού προλάβω —

ασήκωτος σαν μάρμαρο, ένα τσουβάλι γεμάτο Θεό,

αποτρόπαιο άγαλμα με ένα δάχτυλο ποδιού μελανό

μεγάλο σαν φώκια του Φρίσκο

 

και το κεφάλι στον φρικτό Ατλαντικό

όπου η βροχή βάφει πράσινο το κυανό

στα νερά έξω απ’ το όμορφο Nauset.

Προσευχόμουν να σε ξαναβρώ.

Ach, du.

 

Στη γερμανική γλώσσα, στην πολωνική πόλη

που ισοπέδωσε ο οδοστρωτήρας

του πολέμου, του πολέμου, του πολέμου.

Όμως το όνομα της πόλης είναι κοινό.

Η Πολωνέζα φίλη μου

 

είπε πως υπάρχουν ντουζίνες δυο

κι έτσι ποτέ δεν μπόρεσα να βρω

το ίχνος σου, τη ρίζα σου

ποτέ δεν μπόρεσα αυτά που ήθελα να σου πω.

Η γλώσσα μου κολλούσε στον ουρανίσκο.

 

Κολλούσε σε θηλιά από σύρμα αγκαθωτό.

Ich, ich, ich, ich.

Λέξη δεν μπορούσα να αρθρώσω σχεδόν.

Εσένα έβλεπα σε κάθε Γερμανό.

Κι η γλώσσα αισχρή

 

μια ατμομηχανή, μια ατμομηχανή

σαν να ήμουν Εβραία μ’ έπαιρνε μακριά από δω.

Μια Εβραία στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.

Άρχισα σαν Εβραία να μιλώ.

Εβραία πως θα ‘μαι θαρρώ.

 

Τα χιόνια του Τιρόλου, η κρυστάλλινη μπίρα της Βιέννης

ούτε το ‘να ούτε τ’ άλλο απόλυτα καθαρό ή αληθινό.

Με την τσιγγάνα προγιαγιά μου το αλλόκοτο μου ριζικό

και τα χαρτιά μου τα ταρό και τα χαρτιά μου τα ταρό

λιγάκι Εβραία πως είμαι θαρρώ.

 

Πάντα σε φοβόμουν εγώ,

με τη Lufrwaffe σου, τ’ αλαμπουρνέζικά σου.

Το μικρό σου το μουστάκι

και το άριο μάτι σου, γαλάζιο φωτεινό.

Panzer-man, Panzer-man, αχ Εσύ —

 

δεν είσαι Θεός παρά σβάστικα μαύρη

που κρύβει ολόκληρο τον ουρανό.

Όπως όλες οι γυναίκες έναν φασίστα αγαπώ,

την μπότα στο πρόσωπο, την κτηνώδη

κτηνώδη καρδιά ενός κτήνους σαν εσένα.

 

Στέκεσαι στον πίνακα, Μπαμπά,

στη φωτογραφία που κρατώ,

δεν έχεις δίχηλη οπλή παρά πιγούνι σχιστό

κι όμως διάβολος είσαι σωστός

είσαι ο άντρας ο σκοτεινός

 

που την όμορφη κόκκινη καρδιά μου έσκισε στα δυο.

Όταν σ’ έθαψαν ήμουν δέκα χρονών

και στα είκοσι προσπάθησα να σκοτωθώ

για να έρθω πίσω, πίσω σε σένα.

Και στα κόκαλα ακόμη θα μπορούσα να αρκεστώ

 

μα με ανάγκασαν όρθια ξανά να σταθώ

και με κόλλα με συναρμολόγησαν.

Κι έπειτα βρήκα ποιο ήταν το σωστό.

Έφτιαξα ένα μοντέλο με σένα ολόιδιο

έναν άντρα με μαύρα και βλέμμα Meinkampf

 

και μια κλίση στον πόνο και το μαρτύριο.

Και τον παντρεύτηκα δίχως δισταγμό.

Κι έτσι μπαμπά, μπορώ τώρα τέλος να πω.

Το μαύρο τηλέφωνο ξερίζωσα απ’ την πρίζα

κι οι φωνές δεν θα έρπουν πια ως εδώ.

 

Τι να σκοτώνεις έναν άντρα, τι δυο —

τον βρικόλακα που παρίστανε εσένα

και ολόκληρη χρονιά μού ρουφούσε το αίμα

εφτά χρονιές, αν θες να μάθεις.

Μπαμπά, τώρα πια μπορείς ν’ αναπαυθείς.

 

Στην μαύρη σου καρδιά είναι μπηγμένο ένα παλούκι χοντρό

ποτέ δεν σε χώνεψε το χωριό.

Επάνω σου έστησαν τώρα χορό.

Σε είχαν καταλάβει απ’ την αρχή.

Μπαμπά, μπαμπά, μπάσταρδε, μπορώ τώρα τέλος να πω.

 

————————————————————————

Daddy

You do not do, you do not do

Any more, black shoe

In which I have lived like a foot

For thirty years, poor and white,

Barely daring to breathe or Achoo.

 

Daddy, I have had to kill you. 

You died before I had time –  

Marble-heavy, a bag full of God,

Ghastly statue with one gray toe

Big as a Frisco seal

 

And a head in the freakish Atlantic 

Where it pours bean green over blue

In the waters off beautiful Nauset.

I used to pray to recover you.

Ach, du.

 

In the German tongue, in the Polish town 

Scraped flat by the roller

Of wars, wars, wars.

But the name of the town is common.

My Polack friend

 

Says there are a dozen or two. 

So I never could tell where you

Put your foot, your root,

I never could talk to you.

The tongue stuck in my jaw.

 

It stuck in a barb wire snare. 

Ich, ich, ich, ich, 

I could hardly speak. 

I thought every German was you.

And the language obscene

 

An engine, an engine 

Chuffing me off like a Jew. 

A Jew to Dachau, Auschwitz, Belsen. 

I began to talk like a Jew. 

I think I may well be a Jew.

 

The snows of the Tyrol, the clear beer of Vienna 

Are not very pure or true. 

With my gipsy ancestress and my weird luck 

And my Taroc pack and my Taroc pack 

I may be a bit of a Jew. 

 

I have always been scared of you, 

With your Luftwaffe, your gobbledygoo. 

And your neat mustache 

And your Aryan eye, bright blue. 

Panzer-man, panzer-man, O You–

 

Not God but a swastika 

So black no sky could squeak through. 

Every woman adores a Fascist, 

The boot in the face, the brute 

Brute heart of a brute like you. 

 

You stand at the blackboard, daddy, 

In the picture I have of you,

A cleft in your chin instead of your foot

But no less a devil for that, no not

Any less the black man who

 

Bit my pretty red heart in two. 

I was ten when they buried you. 

At twenty I tried to die 

And get back, back, back to you.

I thought even the bones would do.

 

But they pulled me out of the sack, 

And they stuck me together with glue.

And then I knew what to do.

I made a model of you,

A man in black with a Meinkampf look

 

And a love of the rack and the screw. 

And I said I do, I do.

So daddy, I’m finally through.

The black telephone’s off at the root,

The voices just can’t worm through.

 

If I’ve killed one man, I’ve killed two – 

The vampire who said he was you

And drank my blood for a year,

Seven years, if you want to know.

Daddy, you can lie back now.

 

There’s a stake in your fat black heart 

And the villagers never liked you. 

They are dancing and stamping on you. 

They always knew it was you.

Daddy, daddy, you bastard, I’m through.

 

Σύλβια Πλαθ, 2012, Άριελ, μετάφραση Κατερίνα Ηλιοπούλου & Ελένη Ηλιοπούλου, σελ. 107. Εκδόσεις Μελάνι

 

Διαβάστε ακόμη

Sylvia Plath, 1932-1963

 

 

Share