Subscribe via RSS Feed

Tag: "ιστορία"

Εσθήρ Κοέν: Μου είναι αδιάφορος ο πρόεδρος της Γερμανίας, τι να του πω;

Η Εσθήρ Κοέν είναι μια από τα ελάχιστα μέλη της εβραϊκής κοινότητας των Ιωαννίνων που γλίτωσε από το Αουσβιτς. Την 90χρονη ζήτησε να συναντήσει κατά την επίσκεψή του στο μαρτυρικό χωριό Λιγκιάδες Ιωαννίνων ο γερμανός πρόεδρος Γιόαχιμ Γκάουκ.

Έτσι, τα φώτα της δημοσιότητας στράφηκαν πάνω της. Η ίδια ωστόσο δηλώνει: «Μου είναι αδιάφορος ο πρόεδρος της Γερμανίας. Τι να του πω; Τι να μου πει; Πώς να του ξεδιπλώσω τον πόνο μου για να τον καταλάβει;»

Η Εσθήρ Κοέν δεν μιλά, όμως, μόνο για τη θηριωδία των ναζί, αλλά και για τη συμπεριφορά των χριστιανών συντοπιτών της.

Η συγκλονιστική μαρτυρία της δημοσιοποιήθηκε από την Καθημερινή και το ΣΚΑΙ. Μιλώντας στο κανάλι το πρωί της Παρασκευής, λίγες ώρες πριν από τη συνάντηση με τον Γιόαχιμ Γκάουκ, η Εσθήρ Κοέν λέει:

«Μου είναι αδιάφορος ο πρόεδρος της Γερμανίας. Τι να του πω και τι να μου πει; Δεν μπορώ να του μιλήσω ελληνικά και να του ξεδιπλώσω τον πόνο μου για να τον καταλάβει. Όλα έχουν ειπωθεί. Αυτά που βιώσαμε εμείς, δεν μπορεί να τα καταλάβει. Δεν είναι δυνατόν να καταλάβει.

»Τι φταίξαμε; Ποιος ο λόγος; Μας ξεκλήρισαν. Μας πήραν από τα σπίτια μας σαν τσουβάλια, χειρότερα κι από ζώα, σε ένα μικρό βαγόνι 75 άτομα, μάνες με μωρά παιδιά. Η νύφη μου γεννούσε την ώρα που φθάναμε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης κι ο Γερμανός της έδωσε μια κλωτσιά κι εμένα με πέταξε έξω. Δεν ξέρω τι απέγινε. Δεν περιγράφονται αυτές οι εικόνες με λόγια» είπε.

Ερωτηθείσα εάν η Ελλάδα πρέπει να επιμείνει στο ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων, η κυρία Κοέν σημείωσε: «Μας κοροϊδεύουν όλους. Μας κάνουν οικονομικό πόλεμο, γιατί μόνο η μικρή Ελλαδίτσα μπόρεσε και σταμάτησε για δύο ημέρες τη Γερμανία στον Γοργοπόταμο και έγινε η απόβαση στη Νορμαδία. Δεν θα μας το συγχωρέσουν ποτέ».

Στην εφημερίδα η 90χρονη έχει περιγράψει τραγικές στιγμές από τα όσα έζησε στο Αουσβιτς, καθώς και τον τρόπο που γλίτωσε. Όμως, δεν μιλά μόνο για της θηριωδίες των ναζί, αλλά και για τον τρόπο που συμπεριφέρθηκαν οι χριστιανοί συντοπίτες της.

«Όταν μας έβγαζαν από τα σπίτια μας και μας έσερναν στους δρόμους για να μας πάνε στην Γερμανία, δεν τράβηξε κανένας γείτονας ούτε το κουρτινάκι για να δει τι γίνεται» ανέφερε.

Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε τα ξημερώματα της 25ης Μαρτίου του 1944. Με με τη βοήθεια της ελληνικής χωροφυλακής, η Γκεστάπο άδειασε την εβραϊκή γειτονιά των Ιωαννίνων και στοίβαξε σε φορτηγά 1.725 άντρες, γυναίκες και παιδιά.

«Δεν μας πόνεσε κανένας. Να δω ένα πρόσωπο στο τζάμι. Υπήρχε φόβος, δεν λέω, αλλά κάποιος θα έπρεπε να έχει το θάρρος, να στείλει ένα φιλί από το παράθυρο. Αυτό με πόνεσε πιο πολύ. Είχα τρέξει στους δρόμους μαζί τους…» είπε.

Όταν η Εσθήρ Κοέν κατάφερε να επιστρέψει στα Ιωάννινα από το Αουσβιτς -όπου δολοφονήθηκαν σχεδόν όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της, χωρίς εκείνη να γνωρίζει επακριβώς την τύχη τους-, πήγε στο σπίτι της και -όπως είπε- «με πόνο είδα έναν άγνωστο να ανοίγει· αντί να είναι η μητέρα μου εκεί».

«Χτύπησα την πόρτα και άνοιξε ένας άγνωστος. “Τι θέλετε”, με ρώτησε; “Εδώ είναι το σπίτι μου”, του είπα. “Θυμάσαι αν είχε φούρνο το σπίτι;”, είπε. “Ναι, βέβαια ψήναμε το ψωμί και ωραίες πίτες”, συνέχισα όλο χαρά. “Ε, λοιπόν, εξαφανίσου. Γλίτωσες από τους φούρνους στη Γερμανία, θα σε ψήσω εδώ στον φούρνο του σπιτιού σου”, άκουσα με φρίκη να μου λέει» περιέγραψε.

Πηγή: in.gr

 

Share

Η μνήμη αφηγείται την πόλη: με την ευκαιρία του Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου Προφορικής Ιστορίας, 6-9 Μαρτίου

του Στρατή Μπουρνάζου

Συνέντευξη των ιστορικών  Ρίκης Βαν Μπούσχοτεν και Ποθητής Χαντζαρούλα

Μιλάνε για την «ιστορία από τα κάτω», την επιλεκτικότητα της μνήμης, το τραύμα,  την κρίση, τη μνήμη και τον δημόσιο χώρο

Οι μνήμες και οι αποσιωπήσεις του παρελθόντος της πόλης, ο βιωμένος χώρος και οι μαζικές μετακινήσεις του 20ού αιώνα, η προσφυγιά, ο αποκλεισμός, του οι Άλλοι, η εσωτερική μετανάστευση, οι  τόποι μαρτυρίου και λατρείας, η κρίση και οι εικόνες του παρελθόντος που ανακαλεί: Όλα αυτά, με πεδίο μελέτης τον αστικό χώρο, με εργαλείο την προφορική ιστορία, και με άξονα τη μνήμη, θα αναπτυχθούν στο  δεύτερο διεθνές συνέδριο προφορικής Ιστορίας με τίτλο «Η μνήμη αφηγείται την πόλη… Προφορικές μαρτυρίες για το παρελθόν και το παρόν του αστικού χώρου» οργανώνουν το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και η Ένωση Προφορικής Ιστορίας, στο αμφιθέατρο Αργυριάδη (στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 6-8 Μαρτίου και στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206), στις 9 Μαρτίου). Μιλήσαμε για όλα αυτά με τις ιστορικούς Ποθητή Χαντζαρούλα (Πανεπιστήμιο Αιγαίου) και Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), μέλη της οργανωτικής επιτροπής του συνεδρίου.

Γιατί διαλέξατε την πόλη, τον αστικό χώρο ως θέμα αυτού του δεύτερου συνεδρίου προφορικής Ιστορίας;

Ποθητή Χαντζαρούλα: Τα τελευταία χρόνια στις κοινωνικές επιστήμες το ενδιαφέρον των ερευνητριών έχει στραφεί στη μελέτη του χώρου. Οι πόλεις αναδύονται ως πεδία διακυβέρνησης, αλλά και ως πεδία διεκδίκησης από διάφορες κοινωνικές ομάδες, συγκρότησης διαφορετικών μορφών κατοίκησης, συμβίωσης, έκφρασης, διαμόρφωσης υποκειμενικοτήτων, νέων μορφών αλληλεγγύης καθώς και ελέγχου.

Ενώ οι ιστορικοί σχετικά πρόσφατα άρχισαν να επικεντρώνονται στον χώρο, η μνήμη ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα θεωρούνταν ενσωματωμένη στο χώρο, εν-τοπισμένη. Ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της, ο Maurice Halbwachs, υποστηρίζει ότι η μνήμη, η πιο προσωπική λειτουργία, δεν υφίσταται εκτός του κοινωνικού πλαισίου (Κοινωνικά πλαίσια της μνήμης, μτφ. Ελευθερία Ζέη, Νεφέλη 2013). Ιδιαίτερα σημαντικό πλαίσιο για να θυμηθούμε και να αποκτήσουν νόημα οι αναμνήσεις μας είναι ο χώρος. Αλλά και η συλλογική μνήμη απορρέει από ένα χωρικό πλαίσιο. Τη δεκαετία του 1980 ο Πιερ Νορά θα κατανοήσει τη συλλογική μνήμη μέσα από τη χωρική εγγραφή της, κάνοντας αντικείμενο της έρευνάς του τους «μνημονικούς τόπους» (Les Lieux de mémoire, Παρίσι 1984).

Η σύνδεση της προφορικής ιστορίας με την πόλη έρχεται να δώσει χώρο σε μια οπτική που θα αφηγηθεί την ιστορία της πόλης μέσα από διαφορετικές θέσεις των δρώντων υποκειμένων. Στόχος λοιπόν είναι να έρθουν στο φως πολλαπλές ιστορίες της πόλης, διαφορετικές σημασιοδοτήσεις της, αντιμαχόμενες ιστορίες, αποκλεισμοί. Με άλλα λόγια, η πόλη να γίνει αφηγήσιμη μέσα από την οπτική των διαφορετικών υποκειμένων. Ταυτόχρονα, πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι δεν παράγονται μόνο ιστορίες της πόλης από τις αφηγήσεις των ανθρώπων αλλά και ο ίδιος ο εαυτός μέσα από τη σχέση του με την πόλη. Η πόλη, ο τρόπος με τον οποίο κατοικούν οι άνθρωποι την πόλη, διαμορφώνει την ταυτότητά τους. Η προφορική μαρτυρία είναι λοιπόν ένας προνομιακός χώρος για να κατανοήσουμε τη διαμόρφωση των υποκειμένων και των ταυτοτήτων.

Έχετε θέσει, όπως διαβάζω, ως κεντρικό στόχο του συνεδρίου «την από τα κάτω οπτική της σχέσης ανάμεσα στην πόλη και τη μνήμη». Πείτε μας για αυτή την «από τα κάτω οπτική».

Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν: Η «από τα κάτω οπτική» ήταν το καινοτόμο στοιχείο που έδωσε  φτερά στην ανάπτυξη της προφορικής ιστορίας τη δεκαετία του 1970. Δίνοντας φωνή στους «αφανείς της ιστορίας», σε γυναίκες, παιδιά, μετανάστες και άλλες «αόρατες ομάδες», η προφορική μαρτυρία άλλαξε συθέμελα το τοπίο της ιστοριογραφίας, παρά τις αντιδράσεις που υπήρχαν –και εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα– από «παραδοσιακούς» ιστορικούς. Βέβαια, η «από τα κάτω οπτική» υπήρχε ανέκαθεν στις κοινωνικές επιστήμες, στην ανθρωπολογία και στην κοινωνιολογία, ιδίως στον αγγλοσαξονικό χώρο, και στην Ελλάδα στη λαογραφία. Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονίσουμε ότι το σημερινό διεθνές ρεύμα προφορικής ιστορίας είναι ένα διεπιστημονικό πεδίο, όπου συναντιούνται η ιστορία με τις κοινωνικές επιστήμες, την κοινωνική ψυχολογία, την πολιτική επιστήμη, αλλά και με την τέχνη και την αρχιτεκτονική, όπως θα δείξουν οι ανακοινώσεις της Κυριακής.

Πώς εκφράζεται αυτή η «από τα κάτω οπτική» πιο συγκεκριμένα στη σχέση πόλης και μνήμης; Κεντρική έννοια για τη μνήμη της πόλης είναι η έννοια του χώρου. Ο πρωτοπόρος γάλλος κοινωνιολόγος της μνήμης Maurice Halbwachs έχει γράψει πολύ όμορφες σελίδες για το πώς οι αναμνήσεις συνδέονται με συγκεκριμένους χώρους και τη βίωση του χώρου από κοινωνικές ομάδες και άτομα. Στο συνέδριο θα δούμε πώς διάφορες «αόρατες» κοινωνικές ομάδες (Εβραίοι, μετανάστες, Μικρασιάτες πρόσφυγες, ανήλικα παιδιά, πόρνες, μουσικοί) βίωσαν τους χώρους της πόλης, πως διαμορφώνονται ενίοτε νοητικά –αλλά και πολύ υλικά– εσωτερικά σύνορα μέσα στην πόλη, πώς αλλάζει η κοινωνική γεωγραφία της πόλης ανάλογα με την πολιτική συγκυρία και πώς ανασημασιοδοτούνται συγκεκριμένα κτίρια, όταν αλλάζει η χρήση τους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από την πόλη του Βόλου, όπου συγκεντρώνουμε προφορικές μαρτυρίες για το μελλοντικό Μουσείο της Πόλης, είναι το κτίριο Σπύρερ: προπολεμικά καπναποθήκη, έδρα του Εργατικού Κέντρου το 1945, στρατοδικείο στον Εμφύλιο και σήμερα έδρα του Δημοτικού Κέντρου Ιστορίας. Μια τελευταία οπτική της μνήμης της πόλης, που μόνο η προφορική μαρτυρία μπορεί να μας δώσει, είναι πως διαπλέκονται τα συναισθήματα (ο φόβος, ο έρωτας) με συγκεκριμένους χώρους της πόλης.

Πέρα όμως από την «από τα κάτω» οπτική, το συνέδριό μας δίνει χώρο και στην «από τα πάνω οπτική», όχι με την έννοια της θεσμικής «επίσημης» μνήμης, αλλά από την άποψη της βιωμένης εμπειρίας των αστικών ελίτ (π.χ. για τα καλλιτεχνικά σαλόνια της Κωνσταντινούπολης στη δεκαετία του 1950), και των στελεχών επιχειρήσεων που καθορίζουν τις ζωές μας. Στο πλαίσιο αυτό, ο Ρομπ Περκς, διευθυντής του Εθνικού Αρχείου Αφηγήσεων Ζωής της Βρετανικής Βιβλιοθήκης, θα μας μιλήσει στην κεντρική ομιλία του, την Παρασκευή, για πρωτοποριακές έρευνες προφορικής ιστορίας που έγιναν στην Αγγλία για τους κύκλους του χρηματιστικού κεφαλαίου του Λονδίνου και μια μεγάλη αλυσίδα σουπερμάρκετ.

Πώς η μνήμη επιλέγει και διαμεσολαβεί την εμπειρία της πόλης, τι αποσιωπά, πώς διαχειρίζεται το τραυματικό;

Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν: Πρωτοποριακή όσον αφορά  τον ρόλο των σιωπών στην προφορική μνήμη των πόλεων ήταν η έρευνα της Λουίζα Πασσερίνι για την εργατική τάξη του Τορίνου τον Μεσοπόλεμο (Fascism in Popular Memory. The Cultural Experience of the Turin Working Class, 1987). Εκεί διαπίστωσε ότι –σε αντίθεση με τις ηρωικές αφηγήσεις των γραπτών πηγών για αντίσταση της εργατικής τάξης στο φασιστικό καθεστώς του Μουσσολίνι– υπήρχε μια μεγάλη σιωπή, αλλά ταυτόχρονα ανακάλυψε στις μαρτυρίες αυτές πιο λεπτές και υπόγειες μορφές αντίστασης (ειρωνεία, ανέκδοτα, ακόμα και η έκτρωση). Σε άλλα κείμενά της, η Πασσερίνι μας έδειξε ότι οι σιωπές μπορεί ενίοτε να είναι και αναγκαίες, προκειμένου να βρεθεί ένα modus vivendi σε κοινότητες που έζησαν τραυματικά γεγονότα. Μπορεί να είναι και ένα δικαίωμα των πληροφορητών μας, το οποίο οφείλουμε να σεβαστούμε.

Αυτή η επιλεκτικότητα της προφορικής μνήμης όμως χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις. Από τη μια πλευρά τραυματικά γεγονότα, όπως το Ολοκαύτωμα, η βία της Κατοχής και του Εμφυλίου, αλλά και η ενοχή, η ντροπή, ο φόβος, το στίγμα, η αμηχανία μπορεί να οδηγήσουν στη σιωπή. Από την άλλη πλευρά όμως οι εμπειρίες αυτές σπάνια ξεχνιούνται ολότελα και οι σχετικές αναμνήσεις μπορούν να αναβλύζουν κάποτε απροσδόκητα στη διάρκεια μιας συνέντευξης, είτε αυτούσια είτε με αλλοιωμένη μορφή (όπως στα ανέκδοτα για τα οποία μιλάει η Πασσερίνι). Έτσι, όπως θα δούμε και στο συνέδριο, οι προφορικές μαρτυρίες μας μιλάνε για θέματα-ταμπού, για θέματα που έχουν εξοστρακιστεί από την κυρίαρχη κοινωνική μνήμη και τις γραπτές πηγές. Τέτοια θέματα είναι, για παράδειγμα, η σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας, η παιδική εργασία, η πορνεία, οι συγκρούσεις γηγενών-προσφύγων, ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός, και –προπαντός– η εμφύλια βία του τέλους της Κατοχής. Η εικόνα της πόλης που αναδύεται μέσα από τις μαρτυρίες αυτές είναι συχνά μια εικόνα που βρίσκεται στον αντίποδα του ωραιοποιημένου παρελθόντος που βρίσκουμε σε πολλές γραπτές πηγές. Είναι ένα «δύσκολο παρελθόν» γεμάτο ανατροπές και ρήξεις, αλλά και ένα παρελθόν πιο πλούσιο και πιο περίπλοκο που μπορεί να εξοπλίζει τους κατοίκους καλύτερα για το μέλλον.

Πώς επιδρούν οι εποχές κρίσης, όπως η σημερινή,  στις πόλεις όσον αφορά τη μνήμη;

Ποθητή Χαντζαρούλα: Η συζήτηση για την πόλη συνδέεται με τη δημοκρατία και την έννοια του δημόσιου χώρου. Η ανάγκη θέσμισης ενός δημοκρατικού δημόσιου χώρου αναδύεται ως διακύβευμα τη στιγμή που ο νεοφιλελευθερισμός και ο φιλελεύθερος ατομικισμός προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν ή να ιδιωτικοποιήσουν τον δημόσιο χώρο, να δημιουργήσουν ζώνες «ασφάλειας», από τις οποίες κοινωνικές ομάδες θα αποκλείονται. Σε αυτό το μοντέλο, η πόλη ως τόπος πραγμάτωσης ατομικών επιθυμιών και αναγκών συνδέεται με πολιτικές πρόσβασης στο χώρο. Τα κράτη θέτοντας την ασφάλεια ως πεδίο στο οποίο εμφανίζονται χρήσιμα και αποφασιστικά, εστιάζουν κατεξοχήν στη μορφή του μετανάστη, σε αυτόν-ήν που περιφέρεται «ύποπτα», που «παρενοχλεί». Ταυτόχρονα, εμφανίζονται μορφές κοινότητας που ορίζουν την ταυτότητά τους μέσα από μια συγκεκριμένη τοπικότητα και μέσα από τη διαφοροποίησή τους από άλλες ομάδες που φοβίζουν, περιφρονούνται ή απλώς υποτιμώνται (Iris Marion Young, «Η ζωή στην πόλη και η διαφορά», μτφ. Δ. Λάλλας, σημειώσεις, τχ. 77, Ιούνιος 2013). Οι μύθοι της κοινότητας παράγουν και νομιμοποιούν ρατσιστικές και ταξικές συμπεριφορές και πολιτικές. Η  Μικαέλα Κέτινγκ στην κεντρική ομιλία της, την Πέμπτη, θα φωτίσει μέσα από την οικογενειακή ιστορία έμφυλες πλευρές του ακροδεξιού εξτρεμισμού στη Γερμανία.

Από την άλλη, εμφανίζονται ομάδες που επικαλούνται ένα ιδεώδες αστικής ζωής σύμφωνα με το οποίο τα σύνορα είναι ανοιχτά και μη διευθετήσιμα. Αντιλαμβάνονται την ζωή στην πόλη ως μια μορφή κοινωνικών σχέσεων ανάμεσα σε ξένους, όπου άνθρωποι και ομάδες αλληλεπιδρούν. Η κοινωνική δικαιοσύνη απαιτεί την πραγματοποίηση μιας πολιτικής της διαφοράς, ενός δημόσιου χώρου όπου όλοι συμμετέχουν και το οποίο είναι ανοιχτό και προσβάσιμο σε όλους.

Καθώς η σχέση του χώρου και των υποκειμένων στην κοινωνία είναι πάντοτε ιεραρχική, η θέση των υποκειμένων στον χώρο εκφράζει τις κοινωνικές αντιθέσεις, ενώ το υποκείμενο νοηματοδοτείται από την τοποθέτησή του στον χώρο. Για παράδειγμα, οι άστεγοι θεωρούνται κοινωνικά ανύπαρκτοι, ενώ η θέση των γυναικών εξαρτάται από τη δυνατότητα πρόσβασής τους σε συγκεκριμένους χώρους. Ο χώρος που καταλαμβάνει ένα υποκείμενο χάρη στην ιδιοκτησία το τοποθετεί ανάλογα και σε μία συγκεκριμένη κοινωνική θέση και του αποδίδει αξία ή απαξία. Πώς εκφράζεται η πάλη για το χώρο; Ποιες συλλογικές μορφές αναδύονται; Πώς οι πολιτικές ενός πατριαρχικού, γραφειοκρατικοποιημένου, καπιταλιστικού συστήματος βιώνονται από τους ανθρώπους, πώς η μνήμη τις επεξεργάζεται, πώς γίνονται αντικείμενο πάλης και αντίστασης; Πώς ανασυγκροτείται η πόλη στη μνήμη για να εκφράσει και να κατανοήσει το υποκείμενο τις εμπειρίες του πολέμου, την καταστροφή των κοινωνικών σχέσεων, την απουσία και το τραύμα στην εμπειρία του Ολοκαυτώματος; Με ποιο τρόπο η μνήμη νοηματοδοτεί το παρόν, πώς η παρούσα κρίση ενεργοποιεί την επαναδιαπραγμάτευση των εμπειριών του παρελθόντος και νέες νοηματοδοτήσεις του; Η Ομάδα της Προφορικής Ιστορίας της Κυψέλης για την Κρίση, λ.χ., φέρει στο προσκήνιο μαρτυρίες για το πώς οι άνθρωποι βιώνουν την κρίση.

αναλυτικά το πρόγραμμα  του συνεδρίου στο goo.gl/IcfOIF

Πηγή: ενθέματα

 

 

Share

Η Δεύτερη Δημοκρατία αποποινικοποίησε την άμβλωση με τον πιο προοδευτικό νόμο της Ευρώπης

Δημοσίευμα του περιοδικού Μούντο Γκράφικο (Mundo Gráfico) με θέμα τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων στην Καταλονία (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας).

Το 1937 η κυβέρνηση της Καταλονίας εξέδωσε διάταγμα το οποίο επέτρεπε την ελεύθερη άμβλωση μέχρι τους τρεις πρώτους μήνες της κύησης και ρύθμιζε τον τρόπο πραγματοποίησής της. Η δημοκρατική κυβέρνηση της Ισπανίας επέκτεινε την ισχύ του και στις άλλες  περιοχές που δεν είχαν καταληφθεί από τον Φράνκο.

της Πατρίθια Καμπέλο

Με την ψήφιση της αλλαγής του νόμου για τις αμβλώσεις, την οποία σχεδιάζει η κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι, τα δικαιώματα των γυναικών δεν θα υποχωρήσουν απλώς στην κατάσταση πριν από το 1985, χρονιά που η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Φελίπε Γκονθάλεθ νομιμοποίησε τις αμβλώσεις, αλλά σε εκείνη πριν από το 1937. Εκείνη τη χρονιά αποποινικοποιήθηκε η εκούσια διακοπή της κύησης πρώτη φορά στην Ισπανία. Η κυβέρνηση της Καταλονίας εξέδωσε στις 9 Ιανουαρίου την πιο προοδευτική απόφαση στην Ευρώπη σχετικά με το θέμα, η οποία επέτρεπε την ελεύθερη άμβλωση μέχρι τις δώδεκα εβδομάδες. Η Φεντερίκα Μοντσένι, υπουργός Υγείας της δημοκρατικής κυβέρνησης του Φρανθίσκο Λάργκο Καμπαγέρο, επίσης συνέταξε ένα νομοσχέδιο που νομιμοποιούσε τη διακοπή της κύησης, όμως η πρωτοβουλία της προσέκρουσε στην αντίθεση των περισσότερων μελών της κυβέρνησης. Παρόλα αυτά η Μοντσένι βρήκε τρόπο να εφαρμόσει το καταλανικό διάταγμα και στις άλλες περιοχές που έλεγχαν οι δημοκρατικοί [ενώ μαινόταν ο εμφύλιος πόλεμος, πολλές πόλεις ήδη βρίσκονταν υπό την κυριαρχία των πραξικοπηματιών στρατιωτικών].

«Χρειάστηκε να καταφύγω σε ένα τέχνασμα, να επεκτείνω και στην υπόλοιπη δημοκρατική Ισπανία τα ευεργετήματα του διατάγματος σχετικά με την τεχνητή διακοπή της κύησης, το οποίο είχε εφαρμόσει η καταλανική κυβέρνηση. Έπρεπε να βρεθεί λύση στο δράμα χιλιάδων γυναικών που, επιφορτισμένες με τη φροντίδα παιδιών, κατέφευγαν σε εξωιατρικά ή αυτοσχέδια μέσα για να απαλλαγούν από ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες (…) Έπρεπε να αποφευχθεί η εκατόμβη των γυναικών που ήταν θύματα επικίνδυνων τρόπων άμβλωσης, οι οποίοι προκαλούσαν ανεπανόρθωτες βλάβες και σε πολλές περιπτώσεις τούς κόστιζαν την ίδια τη ζωή», θυμάται η Μοντσένι στα απομνημονεύματά της Τα πρώτα μου σαράντα χρόνια (1987). «Κάθε θρησκευόμενος ή άλλος φανατικός μετρούσε λιγότερο από τη ζωή των γυναικών που έπρεπε να αντιμετωπίσουν μια τέτοια κατάσταση», συμπληρώνει.

Η ποινικοποίηση των αμβλώσεων ανάγκαζε τις γυναίκες να καταφεύγουν σε παράνομες μεθόδους με μοιραίες συνέπειες. Για πολλά χρόνια αυτός ο τρόπος διακοπής της κύησης υπήρξε μια από τις κύριες αιτίες θανάτου των γυναικών στην Ισπανία. «Η μέθοδος ήταν συνδεδεμένη με μια σειρά από ζοφερές εικόνες, κομπογιαννιτισμό, κερδοσκοπία, δράμα», σημείωνε το περιοδικό Μούντο Γκράφικο  σε ρεπορτάζ που δημοσίευσε όταν τέθηκε σε ισχύ το διάταγμα της καταλανικής κυβέρνησης. «Υπήρχαν μητέρες που πέθαιναν εξαιτίας των ακατάλληλων μεθόδων άμβλωσης, οι οποίες εφαρμόζονταν χωρίς ασφάλεια και προσοχή», κατήγγελλε το περιοδικό –ένα από τα πιο δημοφιλή και προοδευτικά στο πρώτο τρίτο του εικοστού αιώνα. Συγκεκριμένα αυτή η εβδομαδιαία έκδοση προέβαλλε με αισιοδοξία τη νομοθετική ρύθμιση της καταλανικής κυβέρνησης σχετικά με τις αμβλώσεις.

Το ρεπορτάζ, το οποίο υπογράφει ο Χοσέ Μ. Γκαράτ, συνοδεύεται από φωτογραφίες χαμογελαστών αγοριών και κοριτσιών και επιπλέον αναδημοσιεύει το δελτίο του υπουργείου Υγείας της Καταλονίας το οποίο έπρεπε να συμπληρώσουν οι γυναίκες για να ζητήσουν διακοπή κύησης. «Δεν θα έπρεπε να γεννιούνται παιδιά καταδικασμένα εκ των προτέρων σε μια ζωή κόλαση», σημείωνε ο δημοσιογράφος αναφορικά με τις περιπτώσεις σοβαρής αναπηρίας.

Στις σελίδες του Μούντο Γκράφικο δημοσιεύτηκε επίσης η περίπτωση της πρώτης γυναίκας που έκανε άμβλωση κατ’ εφαρμογή του καταλανικού διατάγματος. Επρόκειτο για μια εικοσιπεντάχρονη με εκ γενετής νόσημα, η οποία είχε διαφύγει από την εμπόλεμη ζώνη στη Βαρκελώνη μαζί με τα δύο ανάπηρα παιδιά της.

Μέχρι τότε μόνο τρεις ευρωπαϊκές χώρες είχαν συμπεριλάβει στη νομοθεσία τους το δικαίωμα της εκούσιας διακοπής της κύησης: η Ελβετία το 1916, η πρώην Τσεχοσλοβακία το 1925 και η Ρωσία το 1926. Τρία χρόνια αργότερα στον κατάλογο προστέθηκε και η Ιαπωνία.

Ελεύθερη άμβλωση μέχρι τις δώδεκα εβδομάδες

Το διάταγμα της καταλανικής κυβέρνησης –το οποίο υπέγραφαν οι υπουργοί Χοσέπ Ταραντέγιας από τη Δημοκρατική Αριστερά Καταλονίας, Πέρε Ερέρα από τη Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας και Ραφαέλ Βιντέγια από τη Γενική Ένωση Εργαζομένων– επέτρεπε την ελεύθερη άμβλωση μέχρι τον τρίτο μήνα, ένα μέτρο που δεν είχαν συμπεριλάβει όσες χώρες είχαν ήδη νομιμοποιήσει τη διακοπή της κύησης.

Το κείμενο αναγνώριζε τη δυνατότητα άμβλωσης εφόσον συνέτρεχαν θεραπευτικοί λόγοι –σωματική ή ψυχική ασθένεια της εγκύου απαγορευτική για τον τοκετό–, γενετικοί –σοβαρά κληρονομικά νοσήματα ή αιμομιξία– και ηθικοί –συνειδητή επιθυμία εκούσιου περιορισμού της γεννητικότητας. Στην τελευταία περίπτωση η διακοπή κύησης γινόταν με αίτημα της ενδιαφερόμενης, χωρίς να μπορεί η οικογένειά της να προβάλει αντίρρηση.

Μετά τους τρεις πρώτους μήνες κύησης η άμβλωση επιτρεπόταν μόνο για θεραπευτικούς λόγους. Το άρθρο 6 προέβλεπε τη δημιουργία επίσημα εξουσιοδοτημένων φορέων, οι οποίοι επιπλέον όφειλαν να επεξεργαστούν ένα σχέδιο οργάνωσης σε διάστημα 15 ημερών από τη δημοσίευση του διατάγματος. Ως αρμόδιο προσωπικό για την πραγματοποίηση των αμβλώσεων οριζόταν αυτό που ανήκε στις μονάδες μαιευτικής και γυναικολογίας «χωρίς δικαίωμα οποιασδήποτε αμοιβής για τις εν λόγω υπηρεσίες», διευκρίνιζε το νομικό κείμενο. Σε κάθε κέντρο προβλεπόταν ο διορισμός υπεύθυνου εκπροσώπου με αποστολή «τη διαχείριση, τον έλεγχο και την επίβλεψη» της σωστής λειτουργίας της υπηρεσίας.

Για να διασφαλιστεί ο έλεγχος κάθε μορφής άμβλωσης απαιτείτο γνωμάτευση σχετικά με την ιατρική, ψυχολογική, γενετική και κοινωνική κατάσταση κάθε γυναίκας που ζητούσε διακοπή κύησης. Επίσης η ενδιαφερόμενη υποβαλλόταν προηγουμένως σε εξετάσεις, για να ελεγχθεί «η ζωτική της ικανότητα και η ικανότητα αντοχής της στην επέμβαση».

Προς αποφυγή του ιδιωτικού τομέα, ο οποίος ευθυνόταν για μεγάλο αριθμό θανάτων, το διάταγμα όριζε «την παραπομπή στο αρμόδιο δικαστήριο» όσων πραγματοποιούσαν αμβλώσεις εκτός των εξουσιοδοτημένων δημοσίων κέντρων. «Και, αν ασκούν υγειονομικό επάγγελμα, θα τους αφαιρείται η άδεια άσκησης», πρόσθετε.

Ένα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα των νέων μέτρων ήταν η μείωση του αριθμού των αμβλώσεων, δεδομένου ότι, παράλληλα με τα κέντρα όπου γινόταν η διακοπή κύησης, προβλεπόταν η ίδρυση και άλλων «με προορισμό τη διάδοση των αντισυλληπτικών μέσων», συνέχιζε το Μούντο Γκράφικο. «Σκοπός είναι να αποκτήσουν οι γυναίκες την κατάλληλη νοοτροπία που θα τους επιτρέπει να αποφεύγουν την άμβλωση και να καταφεύγουν σε αυτή μόνο ως έσχατη λύση», διευκρίνιζε το περιοδικό και υπογράμμιζε τον αριθμό των γυναικών που θα σώζονταν χάρη στην εξάλειψη των παράνομων μεθόδων.

Η αντίθεση των μέσων ενημέρωσης του Φράνκο

Η εφαρμογή του μέτρου προκάλεσε την αντίδραση των φρανκικών μέσων ενημέρωσης. Η εφημερίδα ABC, σε δημοσίευμα της 17ης Δεκεμβρίου 1936, απέδιδε τον νόμο για τις αμβλώσεις στο αδηφάγο πάθος των εβραιοκομμουνιστών που σκοπός τους ήταν η εξολόθρευση της Ισπανίας». «Δεν ικανοποιούνται πια με τον θάνατο και τη σφαγή όσων γεννήθηκαν, αλλά θέλουν να εξολοθρεύσουν και όσους δεν έχουν γεννηθεί», αποκαλύπτει το αρχείο της εφημερίδας.

«Από νομική άποψη η άμβλωση είναι φόνος, έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, εφόσον καταδικάζει ένα ον, που επρόκειτο να γεννηθεί, να μη γεννηθεί, (…) η γυναίκα που προχωρεί σε άμβλωση με τη θέλησή της χάνει την τελειότερη ιδιότητα την οποία μπορεί να αποκτήσει χάρη στην εκπλήρωση του θείου ρόλου της, αυτού της μητέρας», υποστήριζαν οι οπαδοί του Φράνκο.

Η ακύρωση των κοινωνικών μέτρων από τους πραξικοπηματίες

Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία κατέστησε επείγουσα την υλοποίηση των κοινωνικών μέτρων της δημοκρατικής κυβέρνησης τα οποία εκκρεμούσαν. Η Φεντερίκα Μοντσένι, υπουργός Υγείας και Δημόσιας Περίθαλψης από τον Νοέμβριο του 1936 έως τον Μάιο του 1937, κατόρθωσε να εγκαινιάσει το πρώτο πρόγραμμα βοήθειας για ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και μέτρα όπως οι βρεφονηπιακοί σταθμοί και τα συσσίτια για εγκύους, μαζί με την αποποινικοποίηση της άμβλωσης. Η νίκη του Φράνκο ακύρωσε όλες τις κοινωνικές κατακτήσεις της Δεύτερης Δημοκρατίας.

Μετάφραση: Δήμητρα Κοκκινίδου

Πηγή: El Público

 

 

Share

Καρναβάλι

του Φύλου Συκής 

Σήμερα Τσικνοπέμπτη, ευκαιρία να κάνουμε μια αναφορά στις απόκριες ή, από τα λατινικά, καρναβάλι, μια ελευθεριακή γιορτή, της οποίας οι ρίζες βρίσκονται στις Διονυσιακές γιορτές της Αρχαίας Ελλάδας και στα Σατουρνάλια της Ρωμαϊκής εποχής.

Ο Μπαχτίν, στο διάσημο κείμενό του «Carnival and Carnivalesque», επισημαίνει ότι το καρναβάλι δεν είναι απλώς μια αναπαράσταση, ούτε διαφοροποιεί τον θεατή από τον ηθοποιό. Οι άνθρωποι που συμμετέχουν σ’ αυτό το «ζουν» όχι ως προέκταση του «πραγματικού κόσμου» και της «πραγματικής ζωής», αλλά ως έναν «κόσμο που στηρίζεται στο κεφάλι του», που έχει αναποδογυρίσει. Έτσι, στη διάρκεια του καρναβαλιού, οι κώδικες, οι περιορισμοί, οι αναστολές, οι κανόνες που καθορίζουν την καθημερινότητα καταργούνται προσωρινά – κυρίως οι ρόλοι, οπωσδήποτε οι έμφυλοι, που επιβάλλει η κοινωνία και όλες οι μορφές ιεραρχίας που τη διέπουν.

Σύμφωνα με τον Μπαχτίν, χαρακτηριστικά της «καρναβαλικής αίσθησης του κόσμου» είναι: η ανέμελη αλληλεπίδραση των ανθρώπων, αφού στο καρναβάλι όλες και όλοι μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα∙ η εκκεντρική συμπεριφορά που, ενώ καθημερινά δεν γίνεται αποδεκτή, στο καρναβάλι νομιμοποιείται, γιατί οι κρυμμένες όψεις της ανθρώπινης φύσης αποκαλύπτονται κι έτσι επιτρέπονται οι αταίριαστοι συναγελασμοί που συνδέουν το ιερό με το ανίερο, το νέο με το παλιό, το ψηλό με το χαμηλό∙ το ιερόσυλο στοιχείο, γιατί το καρναβάλι αποτελεί τόπο ασέβειας, βλασφημίας, αισχρολογίας και παρωδίας των ιερών και όσιων.

Το καρναβάλι ενώνει τους δύο πόλους, της αλλαγής και της κρίσης, της γέννησης και του θανάτου, του παλιού και του νέου, του πάνω και του κάτω, της σοφίας και της ηλιθιότητας, κλπ. Η αλληγορία του είναι πάντα δυαδική και διφορούμενη, άρα αντιφατική. Τα πράγματα έχουν αντιστραφεί: Τα ρούχα φοριούνται από την ανάποδη, τα είδη οικιακής χρήσης χρησιμοποιούνται ως όπλα και ο κλόουν είναι ο βασιλιάς.

Στην ελληνική λαϊκή παράδοση συναντάμε στιχάκια με τολμηρό και σκωπτικό χαρακτήρα, έντονα αντισυμβατικό και αντικληρικό, που τραγουδιούνται κατά τις αποκριές.

Η Δόμνα Σαμίου τραγούδησε κάποια από αυτά:

YouTube Preview Image YouTube Preview Image YouTube Preview Image

 

 

 

 

Share

Sylvia Plath, 1932-1963

της Σοφίας Ξυγκάκη

“Από την ημέρα σχεδόν που αυτοκτόνησε η Σύλβια Πλαθ, αντιμετωπίστηκε από μερικούς ως αβοήθητο θύμα του Τεντ Χιουζ. Βιογραφίες που δημοσιεύτηκαν πέρυσι (τη πεντηκοστή επέτειο του θανάτου της) προβάλλουν ότι αυτή η «εμμονή» αποδυναμώνεται και το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη ζωή της πριν γνωρίσει τον άντρα της”.

Έτσι αρχίζει ένα άρθρο από το πιο πρόσφατο τεύχος του TLS, το αυστηρό και εκλεκτικό αγγλικό περιοδικό, με τη φωτογραφία της Πλαθ στο εξώφυλλο.

Όταν το 1965 πρωτοδημοσιεύτηκε το Άριελ, με την επιμέλεια του Τεντ Χιουζ, το φεμινιστικό αγγλικό κίνημα της δεκαετίας του ’60 ήδη μετρούσε μερικές σημαντικές νίκες: το 1961 είχε νομιμοποιηθεί το αντισυλληπτικό χάπι, το 1964 το οικογενειακό δίκαιο σε ό,τι αφορά τη περιουσία των γυναικών βελτιώθηκε παρέχοντάς τους μεγαλύτερη ανεξαρτησία ενώ 3 χρόνια αργότερα, το 1967, θα νομιμοποιηθεί η έκτρωση.

Το ταμπού της προσωπικής ζωής καταρρίπτεται και η ζωή της Σύλβιας Πλαθ αποκτά θρυλικές διαστάσεις. Κι ενώ το έργο της πολύ γρήγορα εντάσσεται στην ύλη της αγγλικής λογοτεχνίας των πανεπιστημίων για την αξία του, έξω από τον ακαδημαϊκό χώρο η ίδια γίνεται φεμινιστικό σημείο αναφοράς ως θύμα!

Ο θόρυβος γύρω από τη σχέση της με τον Χιουζ και την προδοσία του καταλήγει να καταπιεί τη δυσανεξία της, ήδη μια πολιτική πράξη άρνησης, απέναντι στο υπερσυντηρητικό κατεστημένο του ‘50,  την προσπάθειά της να ζήσει έξω από τους κατεστημένους ρόλους που της επέβαλλε μια βαθιά υποκριτική κοινωνία αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τα αποτύπωσε όλα αυτά στο έργο της.

Η προσπάθεια να μιλήσουμε, χωρίς κορώνες γι’ αυτήν εμπεριέχει τον κίνδυνο να αντιμετωπίσουμε απορίες του τύπου: ναι, αλλά τι φεμινιστικό έκανε;

Η Σύλβια Πλαθ γεννήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1932 στη Βοστώνη.  Μητέρα της ήταν η Αουρέλια  Σόμπερ, αυστριακής καταγωγής που δίδασκε αγγλικά σε ένα σχολείο και πολύ απρόθυμα αναγκάστηκε να αφήσει τη δουλειά της εξαιτίας της επιθυμίας του άντρα της να ασχολείται μόνο με το σπίτι. Ο πατέρας της Ότο Πλαθ ήταν γνωστός βιολόγος και εντομολόγος. Οι γονείς του ήταν Γερμανοί παρόλο που δεν είναι βέβαιη η καταγωγή του. Όταν γεννήθηκε η κόρη του είπε στους συναδέλφους του ότι ελπίζει σε δυόμιση χρόνια να αποκτήσει κι ένα αγόρι. Όταν πράγματι το 1935 γεννήθηκε ο γιος, αυτοί είπαν «πως πρόκειται για έναν άνθρωπο που αποκτά ό,τι θέλει, όποτε το θέλει». Εγκαταστάθηκαν σε μια μικρή πόλη, το Winthrop, στον ωκεανό. Χρόνια αργότερα, η Πλαθ σε μια συνέντευξή της στο ραδιόφωνο θα πει ότι από την παιδική της ηλικία θυμάται τη θάλασσα και τους τυφώνες∙ η θάλασσα επιστρέφει στα ποιήματά της χωρίς η ίδια να το καταλαβαίνει. Θα γράψει στο αυτοβιογραφικό Ocean1212 W: «Το τοπίο της παιδικής μου ηλικίας δεν ήταν η γη, ήταν το τέλος της γης – οι κρύοι, αλμυροί, φουρτουνιασμένοι λόφοι του Ατλαντικού».

Όταν είναι 8 χρονών ο πατέρας της πεθαίνει. Η μητέρα της αρχίζει να εργάζεται και πάλι και μετακομίζουν στο Wellesley, στη Βοστώνη. Δημοσιεύεται το πρώτο της ποίημα στη Sunday Herald.

Αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό του σχολείου. Μια καθηγήτρια λέει: «Είναι απίστευτο ότι ένα τόσο νέο κορίτσι έχει τόσο σπαρακτικές εμπειρίες».

Γράφει στο ημερολόγιό της: «Θέλω να ζήσω έντονα …Θέλω να είμαι ελεύθερη… νομίζω θέλω να είμαι παντογνώστρια … θα μπορούσα να με αποκαλώ «το κοριτσάκι που ήθελε να είναι Θεός..».

Το 1950 κερδίζει μια υποτροφία για να σπουδάσει στο Smith.

Οι κοινωνικές και καλλιτεχνικές παράμετροι του προνομιακού μικρόκοσμου αυτού του κολεγίου, εκείνη την εποχή, δεν αντανακλούν απαραίτητα τα  χαρακτηριστικά της Silent Generation[1] που στη συνέχεια θα ενισχυθεί και από τα «ιδεώδη» της μακαρθικής εποχής. Μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου ασκείται πίεση να επιστρέψουν οι γυναίκες στο σπίτι, για να φροντίσουν τους τραυματισμένους σωματικά και ψυχικά άντρες που γύρισαν από τον πόλεμο και να προστατέψουν τα παιδιά από τη βία που έμμεσα ή άμεσα είχαν βιώσει. Εκείνη την εποχή, γι’ αυτό τον σκοπό, πρωτοστατούν όχι μόνο η Hoover και άλλες εταιρείες ηλεκτρικών ειδών που ανταγωνίζονται η μια την άλλη στην παραγωγή μικροσυσκευών, με απόλυτα αντικείμενα του πόθου τις ηλεκτρικές σκούπες και τα μίξερ, αλλά επιστρατεύονται και σταρ του Χόλυγουντ, συχνά σε «κόντρα ρόλο», για να τα διαφημίσουν – χτυπητό παράδειγμα η Μπέτυ Ντέιβις, ταυτισμένη στο μεσοπόλεμο με τις πιο ενδιαφέρουσες και αντισυμβατικές γυναίκες,  να ποζάρει με ηλεκτρικό ανοιχτήρι κονσερβών και με κοκαλωμένο χαμόγελο ευτυχίας στο πρόσωπο. Επίσης, ένα νέο ελπιδοφόρο επάγγελμα γνωρίζει λαμπρές μέρες, αυτό του πλασιέ, καίτοι ενίοτε, όπως μαθαίνουμε από τα θεατρικά, κινηματογραφικά και λογοτεχνικά έργα της περιόδου, θέτει σε κίνδυνο την οικογενειακή γαλήνη.

Στον ακαδημαϊκό χώρο επικρατεί ο πραγματισμός που στη λογοτεχνία μεταφράζεται σε αναζήτηση νέων εκφραστικών μέσων, σε αγωνία να αποτυπωθεί η εμπειρία της καθημερινότητας, να γίνουν γνωστά στις νέες γενιές τα αντιπολεμικά ιδεώδη «μιας ποίησης που προκρίνει την καθαρότητα της στιχουργίας και της εικόνας, προτείνοντας ένα είδος εκστατικής αντικειμενικότητας στη θέση του ανεξέλεγκτου λυρισμού της δεκαετίας του ’40, κύριος αντιπρόσωπος του οποίου ήταν ο Ντύλαν Τόμας».

Η θεώρηση ζωής και οι αντιλήψεις της Σύλβια Πλαθ, παρόλο που δεν θέτουν σε αμφισβήτηση τη μεσοαστική τάξη της, γιατί δεν την αντιμετωπίζει με κριτική ματιά ή και υπεροψία όπως για παράδειγμα ο μαρξιστής  W.H.Auden, και δεν συγκρούεται μαζί της όπως η ισχνή πρωτόλεια μπήτνικ παρουσία στους χώρους του πανεπιστημίου, ωστόσο, στα γράμματα προς τη μητέρα της εκδηλώνει τα πρώτα συναισθήματα αποξένωσης∙ ενώ επιθυμεί τόσο να είναι μέρος της κοινωνικής ζωής του κολεγίου, «δεν μπορώ να πιστέψω ακόμα ότι ΕΙΜΑΙ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ SMITH», γράφει όλο ενθουσιασμό, και θέλει να συμμερίζεται την αντίληψη των συμφοιτητριών της σε ό,τι αφορά τα αγόρια και τη σπουδαιότητα των εξόδων μαζί τους «….το πρώτο ραντεβού στο κολέγιο είναι γεγονός και τώρα αισθάνομαι επιτέλους ότι συμμετέχω στη ζωή», μερικές βδομάδες αργότερα, στις 19 Οκτωβρίου 1950, θα γράψει «…Αυτό το Σάββατο βγήκα με τον Μπιλ. Βγήκαμε διπλό ραντεβού με την An Davidow, τη χαριτωμένη κοπέλα για την οποία σου μίλησα. Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει με τα ραντεβού. Τα αγόρια πηγαίνουν τα κορίτσια στο δωμάτιο, συνήθως για να πιουν κάτι. Μετά την πρώτη ώρα, οι ομάδες διαλύονται και τα ζευγάρια περιφέρονται αναζητώντας ένα πλήθος στο οποίο να ανακατευτούν ή ένα «πάρτι» για να συναγελαστούν. Είναι  σαν να παραπατούν, να σκουντουφλούν πηγαίνοντας από τον έναν θάλαμο στον άλλον, μαζεύοντας τα υπόλοιπα μιας βραδιάς που έχουν διασκορπιστεί εδώ κι εκεί. Πρέπει να πω ότι δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου».

Παράλληλα, με συστηματικότητα συγκεντρώνει ποιητικά βραβεία, συμμετέχει σε διαγωνισμούς, κερδίζει υποτροφίες.

Το 1953, το διήγημά της Sunday at the Mintons κερδίζει το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό του νεανικού γυναικείου περιοδικού Mademoiselle καθώς και μια υποτροφία για ένα μήνα στη Ν. Υόρκη ως προσκεκλημένη συντάκτρια περιοδικού. Το 1960 θα γράψει στο  Γυάλινος κώδων, το μοναδικό της μυθιστόρημα, που αναφέρεται σε αυτή την περίοδο:

«Ήταν ένα περίεργο αποπνικτικό καλοκαίρι, το καλοκαίρι που οι Ρόζενμπεργκ οδηγήθηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα κι εγώ ούτε που ήξερα τι γύρευα στη Νέα Υόρκη. Τα χάνω με τις εκτελέσεις. Η ιδέα της θανάτωσης με ηλεκτροπληξία με αρρωσταίνει κι ήταν το μόνο πράγμα για το οποίο έγραφαν οι εφημερίδες – οι επικεφαλίδες με κοιτούσαν επίμονα σαν γουρλωμένα μάτια στη γωνιά κάθε δρόμου και στις μουχλιασμένες εξόδους του μετρό που μύριζαν φιστίκια. Δεν είχε καμία σχέση με μένα, μα δεν μπορούσα να σταματήσω να αναρωτιέμαι πώς θα ήταν να καίγεσαι ζωντανός, η φωτιά να διατρέχει όλα σου τα νεύρα»

Δώδεκα κοπέλες που είχαν κερδίσει όλες στο διαγωνισμό ενός περιοδικού μόδας, γράφοντας δοκίμια, ποιήματα, κριτικές μόδας έμεναν το ίδιο ξενοδοχείο με όλα τα έξοδα πληρωμένα και ένα σωρό δωρεάν προνόμια, όπως εισιτήρια θεάτρου, χτενίσματα σε ακριβά κομμωτήρια, πολύτιμες συμβουλές καλλωπισμού, την ευκαιρία να γνωρίσουν επιτυχημένους ανθρώπους.

Γράφει: «Ήξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα εκείνο το καλοκαίρι, γιατί το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν οι Ρόζενμπεργκ και πόσο χαζή ήμουν που είχα αγοράσει όλα εκείνα τα άβολα, ακριβά, ρούχα, που κρέμονταν πλαδαρά σαν ψάρια μέσα στη ντουλάπα μου και πώς όλες οι μικρές επιτυχίες που είχα συναθροίσει με τόση χαρά στο κολέγιο εξατμίζονταν έξω από τα στιλπνά μάρμαρα και τις κρυστάλλινες προσόψεις της Μάντισον Άβενιου  [..] Υποτίθεται ότι ήμουν το αντικείμενο φθόνου χιλιάδων άλλων κοριτσιών που φοιτούσαν όπως κι εγώ στο κολέγιο σε ολόκληρη την Αμερική». Που ενώ ζει τόσο φτωχικά  τώρα «καταλήγει να οδηγεί τη Ν. Υόρκη σαν να είναι προσωπικό της όχημα. Μόνο που εγώ δεν οδηγούσα τίποτα, ούτε καν τον εαυτό μου. Απλώς σκουντουφλούσα από το ξενοδοχείο μου στη δουλειά και τα πάρτι και από τα πάρτι στο ξενοδοχείο μου και πίσω στη δουλειά σαν χαλασμένο τρόλεϊ».

Η πίεση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις και την έντονη κοινωνική ζωή μιας Αμερικής που οι αξίες της την απωθούν, έχει ως αποτέλεσμα να επιστρέψει στο σπίτι με βαριά κατάθλιψη, να μεταφερθεί στο νοσοκομείο όπου η αγωγή θα είναι το ηλεκτροσόκ, θα ακολουθήσει απόπειρα αυτοκτονίας και στη συνέχεια νοσηλεία σε ψυχιατρική κλινική.   Παρακάτω στο Γυάλινος κώδων γράφει: «…Το πρόβλημα με το σπίτι μας ήταν ότι είχε ακατάλληλα ταβάνια. Ήταν χαμηλά, άσπρα, σοβατισμένα, χωρίς ούτε ένα γάντζο για φωτιστικά, ούτε ένα ξύλινο δοκάρι. […]Αφού τριγύρισα αρκετή ώρα αποκαρδιωμένη με το μεταξωτό κορδόνι να κρέμεται από το λαιμό μου σαν ουρά κίτρινης γάτας χωρίς να βρίσκω πού να το δέσω, κάθισα στην άκρη του κρεβατιού της μητέρας μου και προσπάθησα να τραβήξω το κορδόνι μόνη μου. Όμως κάθε φορά που τραβούσα τόσο το σκοινί ώστε να νοιώσω μια βουή στ’ αφτιά μου και το αίμα να βάφει το πρόσωπό μου, τα χέρια μου λύνονταν και ένοιωθα πάλι καλά. Κατάλαβα τότε ότι το σώμα μου έβρισκε κάθε είδους κόλπο, όπως το να κάνει τα χέρια μου να παραλύουν το κρίσιμο δευτερόλεπτο, για να σώζεται, ξανά και ξανά, ενώ αν εξαρτιόταν αποκλειστικά από μένα, θα ήμουν νεκρή στη στιγμή».

Επιστρέφει στο κολέγιο μετά από ένα χρόνο και επιλέγει ως θέμα της διπλωματικής της εργασίας το «διπλό» στα πρόσωπα των μυθιστορημάτων του Ντοστογιέφσκι. Τελειώνει με άριστα και με υποτροφία Fulbright  φεύγει για το Κέιμπριτζ, στην Αγγλία.

Εκεί στο πάρτι του πρώτου τεύχους (και μοναδικού τελικά) του λογοτεχνικού περιοδικού St. Botolph’s Review γνωρίζει τον ποιητή Τεντ Χιουζ, που είναι και ένας από τους συντάκτες, ερωτεύονται με πάθος και παντρεύονται μερικούς μήνες αργότερα. Την πρώτη τους χρονιά μαζί, η Πλαθ στέλνει μερικά ποιήματά του σε ένα διαγωνισμό στον οποίο ένας από τους κριτές είναι και ο W.H.Auden, και κερδίζουν το πρώτο βραβείο. Ο Χιουζ είχε μεγαλώσει στην εξοχή, στο Γιόρκσαιρ, τα ποιήματά του συχνά ανακαλούν τη φύση και γι’ αυτό κατά μερικούς κριτικούς παραπέμπει στον Tennyson. Αργότερα θα γίνει γνωστός με το Κοράκι, προσφέροντας μερικές από τις πιο σκληρές και μελαγχολικές εικόνες, ένα έπος, όπως το αποκάλεσε ο ίδιος, γι’ αυτό το πουλί∙ είχε εγκαταλείψει την αγγλική φιλολογία για την αρχαιολογία και την ανθρωπολογία, τομείς, μαζί με τη μυθολογία, από τους οποίους άντλησε την έμπνευσή του σε όλη του τη ζωή. Η Σύλβια Πλαθ με τον Χιουζ εκπληρώνει το κοριτσίστικό της όνειρο του «literary wedding», της ζωής και της δημιουργίας μαζί. Μοιράζονται μαζί τη ζωή και συμβάλλει ο ένας στη δημιουργία του άλλου. Όπως είχε πει ο Χιουζ σε συνέντευξή του οι τεχνικές τους δεν ήταν οι ίδιες. Η δική της ήταν να συλλέγει  ένα σωρό ζωντανά αντικείμενα και καλές λέξεις και να φτιάχνει ένα σχέδιο που προβαλλόταν από κάπου βαθιά μέσα της, από τον προσωπικό της μύθο. Η δική του ήταν να αναζητά την άκρη του νήματος από ένα καλά κρυμμένο κουβάρι. Πάντα  δείχνουν ο ένας τους στίχους στον άλλο σε κάθε στάδιο, μέχρι τα ποιήματα της από το Ariel, τον Οκτώβριο του 1962, που θα χωρίσουν.

Μαζί θα πάνε στην Αμερική για να διδάξουν. Η Πλαθ παρακολουθεί τα μαθήματα ποίησης του Ρόμπερτ Λόυελ, στο Boston University. Εκεί θα γνωρίσει και θα γίνει φίλη με την Αν Σέξτον.

Αποφασίζουν ότι δεν μπορούν να διδάσκουν και να γράφουν ποίηση ταυτόχρονα. Το 1960 θα επιστρέψουν στην Αγγλία, θα εγκατασταθούν στο Λονδίνο αρχικά και μετά στο Ντέβον. Γεννιέται η κόρη, Φρίντα. Κυκλοφορεί η πρώτη ποιητική συλλογή της Πλαθ  Ο κολοσσός. Ο Λόουελ θα χαρακτηρίσει τα ποιήματα χαμηλών τόνων, δομικά τέλεια, με εύκολες παρηχήσεις που μεταδίδουν μια οδυνηρή αγωνία.

Το 1961 αποβάλλει και στο νοσοκομείο γράφει δύο διάσημα ποιήματά της, το Τουλίπες και το In Plaster.

Το 1962 γεννιέται ο γιος τους Νίκολας. Η Πλαθ γράφει ένα ραδιοδράμα για το BBC Οι τρεις γυναίκες εμπνευσμένο από ταινία του Μπέργκμαν. Ανακαλύπτει ότι ο Χιουζ έχει σχέση, η σύγκρουση είναι τεράστια και ο πόνος αφόρητος , εντέλει το Δεκέμβριο με τα παιδιά εγκαθίσταται στο Λονδίνο, στο σπίτι που πριν κατοικούσε ο Γέιτς. Είναι η περίοδος, πολύ παραγωγική, που γράφει τα ποιήματα της συλλογής Άριελ. Η κόρη της, Φρίντα Χιουζ, που επιμελήθηκε την τελευταία έκδοση του Άριελ, γράφει: «Η μητέρα μου είχε γράψει ότι το Άριελ άρχιζε με τη λέξη «αγάπη»* και τελείωνε με τη λέξη «άνοιξη»** και ήταν φανερό ότι κάλυπτε τη διαδρομή λίγο πριν από τη διάλυση του γάμου ως την απόφαση για μια καινούρια ζωή, με όλες τις αγωνίες και τα πάθη στο μεσοδιάστημα. […] Το χειρόγραφο έφερνε στο φως όσα πρέπει να ξεφορτωθεί κανείς προκειμένου να προχωρήσει».

Εκείνος ο xειμώνας ήταν ασυνήθιστα βαρύς, το κρύο είχε παγώσει την πόλη έτσι όπως το περιγράφει η Βιρτζίνια Γουλφ στον Ορλάντο: «οι σωλήνες του νερού είχαν μετατραπεί σε συμπαγείς μάζες πάγου, η ψυχραιμία μας χανόταν και οι γάμοι κατέρρεαν». Η Πλαθ σηκωνόταν 4.30 το πρωί, τη δική της ώρα, «την ασάλευτη ώρα, πριν από το λάλημα του κόκορα, πριν το κλάμα του μωρού..». Ετοιμάζει μια εκπομπή για το BBC με ανάγνωση των τελευταίων ποιημάτων της. Γράφει στη μητέρα της: «…Δεν επιθυμώ καθόλου να επιστρέψω στην Αμερική. Τουλάχιστον όχι προς το παρόν. [..] το Λονδίνο είναι η μόνη πόλη στην οποία επιθυμώ να ζήσω με τους καλούς γιατρούς, τους ευγενικούς γείτονες, τα πάρκα, τα θέατρα και το BBC – εκεί ποτέ δεν θα δημοσιεύσουν τη δουλειά μου, τα ποιήματα και τα μυθιστορήματα, όπως εδώ. Έγραψα ένα άρθρο για τα σχολικά μου χρόνια[…] κι έχω την ευκαιρία να συμμετάσχω σε ένα πρόγραμμα κριτικής του BBC για τρεις βδομάδες τον Μάιο, με 150 δολάρια τη βδομάδα, μια καταπληκτική ευκαιρία που ελπίζω να εκμεταλλευτώ με τον καλύτερο τρόπο…»

Στις 11 Φεβρουαρίου ετοιμάζει το γάλα των παιδιών, κλείνει καλά  πόρτα της κουζίνας και ανοίγει το γκάζι.

Τρεις μέρες αργότερα κυκλοφορεί Ο γυάλινος κώδων.

Το 1965 κυκλοφορεί η πρώτη έκδοση του Άριελ, σε επιμέλεια Τεντ Χιουζ.

Κατά τον Ρόμπερτ Λόουελ, που γράφει τον πρόλογο, αυτά τα ποιήματα είναι μια βαθιά εξομολόγηση που εκφράζεται ως ελεγχόμενη παραίσθηση, είναι η αυτοβιογραφία ενός πυρετού.

Η κόρη της, Φρίντα Χιουζ, πενήντα χρόνια αργότερα θα γράψει: «… Νομίζω ότι η μητέρα μου ήταν εκπληκτική στη δουλειά της και γενναία στην προσπάθειά της να πολεμήσει την κατάθλιψη που την καταδίωκε όλη της τη ζωή. Χρησιμοποίησε κάθε συναισθηματική εμπειρία σαν να ήταν ένα κομμάτι ύφασμα από το οποίο μπορούσε να φτιαχτεί ένα υπέροχο φόρεμα· δεν σπατάλησε τίποτα απ’ όσα είχε αισθανθεί κι όταν πήρε τον έλεγχο αυτών των θυελλωδών συναισθημάτων, μπόρεσε να συμπυκνώσει και να κατευθύνει το απίστευτο ποιητικό της ταλέντο σε ένα υπέροχο αποτέλεσμα».

 

*Πρωινό τραγούδι

**Ξεχειμώνιασμα

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πλαθ Σύλβια, 2012, Άριελ , εισαγωγή Κατερίνα Ηλιοπούλου, μτφ σημ. χρον. Κατερίνα Ηλιοπούλου & Ελένη Ηλιοπούλου, Εκδόσεις Μελάνι

Plath Sylvia, 1975, Lettere alla madre, c. Marta Fabiani Ed. Guanda

Plath Sylvia, 1966, The bell Jar, faber and faber

Πλαθ Σύλβια, 2007, Ο γυάλινος κώδων, μτφ Ελένη Ηλιοπούλου, Εκδόσεις Μελάνι

 



[1] Υπάρχουν διάφορες εκδοχές σχετικά με την προέλευση του όρου – κατά την επικρατέστερη ο  όρος εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο εξώφυλλο των Times  το Νοέμβριο του 1951 και αναφερόταν στους νέους που είχαν γεννηθεί το 1925-45 και τους χαρακτήριζε ο συντηρητισμός, η έλλειψη ιδανικών, η ατολμία.

 

Share

Έφυγε η Μίκα Χαρίτου-Φατούρου

της Μαρίας Σπηλιωτοπούλου

Πέθανε στις 15 Ιανουαρίου 2014 στα 82 της χρόνια η Μίκα Χαρίτου-Φατούρου, ομότιμη καθηγήτρια του τμήματος Ψυχολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Υπήρξε  διακεκριμένη ψυχολόγος με έντονη κοινωνική και πολιτική δράση, κυρίως στον αγώνα ενάντια στα βασανιστήρια και την καταστολή αλλά και τα γυναικεία θέματα.

Η Μίκα Χαρίτου-Φατούρου σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και της Οξφόρδης ψυχολογία και κλινική συμπεριφορική ψυχοθεραπεία. Από τις πρωτεργάτριες της κλινικής ψυχολογίας στην Ελλάδα, ήταν η ουσιαστική ιδρύτρια του πρώτου πανεπιστημιακού τμήματος ψυχολογίας στην Ελλάδα, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης το 1993. Δίδαξε ως επισκέπτρια καθηγήτρια σε ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια και υπήρξε πρόεδρος της Επιτροπής για το επάγγελμα των ψυχολόγων του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής, σύμβουλος της Διεθνούς Εταιρείας Συμβουλευτικής και επίτιμη πρόεδρος του Κέντρου Αποκατάστασης Θυμάτων Βασανιστηρίων.

Η μελέτη της για τους βασανιστές το 1975 βασίστηκε στο μοντέλο των βασανιστών της ΕΑΤ-ΕΣΑ της δικτατορίας και υπήρξε πρωτοποριακή σε διεθνές επίπεδο. Η έρευνά της αυτή, που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «βασανιστής δεν γεννιέσαι αλλά γίνεσαι», αποτέλεσε σταθμό στη μελέτη του φαινομένου και γόνιμη αφετηρία για τις νεότερες γενιές των μελετητών.

Συνέδεσε την ψυχολογία με τα σημαντικά κοινωνικά προβλήματα του καιρού μας και στις πιο πρόσφατες μελέτες της ανέδειξε τα προβλήματα προσφύγων και μεταναστών, του ρόλου της μάθησης για την επίλυση και την πρόληψη των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων, τα προβλήματα των παιδιών του δρόμου καθώς και τη συμβουλευτική των γυναικών. Πάλεψε γενναία με τον καρκίνο τα τελευταία χρόνια και δεν σταμάτησε τον αγώνα της ενάντια στα βασανιστήρια, μελετώντας το μεταναστευτικό και αναδεικνύοντας τις πρακτικές καταστολής και βασανισμού που ακολούθησε η Ελλάδα για την αντιμετώπισή του.

 

Share

Η έγκυος καλόγρια και ο επίμονος εραστής

της Σοφίας Ξυγκάκη

Η Ρώμη, αυτές τις μέρες, θυμάται και αποτίει φόρο τιμής στη Φράνκα Ράμε, με προβολές, συζητήσεις, μια ημερίδα στη Villa Torlonia την Κυριακή 19/1, ενώ η παράσταση του έργου της In fuga dal Senato με τον Ντάριο Φο θα συνεχιστεί και τον επόμενο μήνα.

Με αυτή την ευκαιρία, κι εμείς στο ΦΣ, κάνουμε μια σύντομη παρουσίαση μιας λιγότερο γνωστής ιδιότητας της Φράνκα Ράμε, αυτή της αφοσιωμένης ερευνήτριας της γυναικείας θεατρικής δημιουργίας.

Η Φράνκα Ράμε ήταν figlia d’ arte, προερχόταν δηλαδή από οικογένεια θεατρανθρώπων, του λαϊκού θεάτρου, χαρακτηριστικά του οποίου ήταν η σπουδαία (αλλά και παρεξηγημένη) παράδοση του αυτοσχεδιασμού και η, ας την πούμε λόγω συντομίας, διαδραστική σχέση με το κοινό. Η ίδια είχε πρωτοεμφανιστεί στη σκηνή μωρό, στην αγκαλιά της μαμάς της. Είχε πει πως τα μέλη της οικογένειά της είχαν μεγαλώσει στη σκηνή και όταν αυτή άρχισε να παίζει με άλλους θιάσους, του αστικού θεάτρου, σχεδόν ντρεπόταν με την τάση της να αυτοσχεδιάζει ενώ, ταυτόχρονα, παρά την εμπειρία της από τον οικογενειακό θίασο, δεν μπορούσε να απευθυνθεί άμεσα στο κοινό, μόνο ο πατέρας της που ήταν και ο θιασάρχης ήταν σε θέση να το κάνει αυτό. Οι γυναίκες του θιάσου ερμήνευαν τους ρόλους, ασχολούνταν με τα κοστούμια, με το ταμείο, με τα πρακτικά ζητήματα του θεάτρου. Ποτέ όμως δεν «αντιμετώπιζαν» το κοινό. Αργότερα, όταν με τον Ντάριο Φο εγκατέλειψε τις «μεγάλες σκηνές» αναγκάστηκε να μάθει πώς να απευθύνεται άμεσα στους θεατές. Μια καλλιτεχνική επιλογή που την απαιτούσε το πολιτικό και το λαϊκό θέατρο.

Σε αυτά τα πλαίσια, η θέση της γυναίκας στη σκηνή και η σχέση της με τη συγγραφή και το κοινό, κυρίως κατά τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, ο εγκωμιασμός του ανίερου, η βλασφημία ως απελευθέρωση και ανατροπή ήταν μερικά από τα θέματα που βρίσκονταν στο κέντρο των ενδιαφερόντων και της διαρκούς έρευνας της Φράνκα Ράμε.

Σύμφωνα με στοιχεία από αναπαραστάσεις, από ιστορίες του γαλλικού Μεσαίωνα, από τα  fabliaux που πάντα τα ερμήνευαν γυναίκες, οι πρώτες γυναίκες στις οποίες επιτράπηκε να ανέβουν στη σκηνή ήταν οι Giullaresse. Oι Giullaresse και οι Giullari ήταν περιπλανώμενες/οι καλλιτέχνιδες/ες που στη διάρκεια του Μεσαίωνα ψυχαγωγούσαν τις Αυλές της Ευρώπης με τραγούδια, μουσική, απαγγελίες, ταχυδακτυλουργίες, ακροβατικά. Διέδιδαν στην Ιταλία την καρολλίγγεια αναγέννηση[1]  και τους μύθους της Βρετάνης συμμειγνύοντας  στοιχεία από τη λαϊκή παράδοση και από τη συχνά λόγια θεματολογία και το εκλεπτυσμένο ύφος  που αργότερα θα εξελισσόταν στη commedia dell’ arte. Συχνά τα θέματά τους ήταν προκλητικά και βλάσφημα. Για τη Φράνκα Ράμε η βλασφημία υπήρξε πάντα το πιο ισχυρό όπλο ενάντια στο αίσθημα ενοχής και ντροπής που η εξουσία ενσταλάζει στους ανθρώπους.

Το να καταστρέψουν και να απενοχοποιήσουν με το γέλιο το αίσθημα ενοχής, υπήρξε πάντα βασικό μέλημα των κωμικών ηθοποιών και κυρίως των γυναικών. Και αν, από τον 15ο αιώνα και μετά, γράφτηκαν και παίχτηκαν από γυναίκες πολλά έργα που παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά σε πραγματική σκηνή θεάτρου, είναι οι ηγούμενες των μοναστηριών της Βρετάνης, πολύ ισχυρές την περίοδο του μεσαίωνα, που γράφουν ήδη από τον 10ο αιώνα τις ιστορίες με ηθικό δίδαγμα (commedie morali) που χαρακτηρίζονται τόσο από κωμικά όσο και από τραγικά στοιχεία.

Μία από αυτές τις ιστορίες αφορά μια καλόγρια που ερωτεύεται ένα νεαρό δανδή και μένει έγκυος. Η Φράνκα Ράμε αφηγείται: «η ιστορία μοιάζει με αυτήν της μοναχής της Μόντζα[2], αλλά εδώ υπάρχει κάθαρση. Η καλόγρια απελπισμένη και εγκαταλειμμένη, σκέφτεται να κρεμαστεί. Δέχεται όμως ένα σημάδι από την Παναγία και αποφασίζει να αντιμετωπίσει το σκάνδαλο και μαζί μ’ αυτό να εξιλεωθεί για το αμάρτημά της. Έτσι, βαθιά αναστατωμένη, πέφτει στα γόνατα και προσεύχεται στην Παναγία. Το ξημέρωμα, αποβάλλει. Οι καλόγριες θάβουν το έμβρυο. Όταν η καλόγρια παρουσιάζεται στο ανώτατο συμβούλιο, το οποίο θέλει να εκμεταλλευτεί το σκάνδαλο και να κλείσει το μοναστήρι, αυτή αποδεικνύει ότι όλα ήταν συκοφαντία κι έτσι ο διαβολέας της τιμωρείται.

Εάν αναλύσουμε με λίγη προσοχή αυτήν την ιστορία με ηθικό δίδαγμα, καταλήγουμε σε ένα περίεργο αντι-ηθικό δίδαγμα. Εάν μια μαμή είχε συμβάλει στη διακοπή της κύησης[3], τότε θα επρόκειτο για απαίσιο έγκλημα. Αλλά από τη στιγμή που αυτή προκύπτει μετά από ολονύχτια προσευχή στη διάρκεια της οποίας η καλόγρια ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα στο ψυχρό δάπεδο της εκκλησίας, τότε, χωρίς αμφιβολία, πρόκειται για θαύμα, οπότε, ο καρπός της αμαρτίας μπορεί να ταφεί, ευλαβικά»[4] .

Πολύ τολμηρή και ειρωνική, επίσης, είναι μια ωδή της Οξιτανίας του 14ου αιώνα, που η Φράνκα Ράμε ερμήνευε σε ένα άδειο χώρο, απλά με μια καρέκλα, και με τη δική της φωνή μόνο να δημιουργεί όλες τις φωνές και τους ήχους του κειμένου.

 

Αποχαιρετισμός την αυγή                                               

Με το πρώτο φως της μέρας είμαι ακόμη ξαπλωμένη κάτω απ’ τα σεντόνια

σηκώνεσαι από το κρεβάτι μου και για να φορέσεις το παντελόνι σου

μου γυρίζεις την πλάτη

με ξαφνιάζει η παράξενη συστολή σου:

σε κρατούσα στη γυμνή αγκαλιά μου όλη τη νύχτα κι άφησα πάνω σου το αποτύπωμά μου

σε βάθος όλη τη νύχτα σε μάθαινα

γιατί τώρα αποφεύγεις το βλέμμα μου;

μόλις που σου ρίχνω μια ματιά

κι εσύ τραβάς από πάνω μου το σεντόνι

θα ’θελες να σε αποχαιρετήσω κρατώντας σε

θα ’θελες να μ’ ακούσεις να λέω αναστενάζοντας: «Μη φύγεις είναι ακόμα νωρίς,

ήταν υπέροχα ….πότε θα γυρίσεις;»

Όχι, δεν σου παραχωρώ αυτά τα φτερά για το καπέλο σου.

Φοράς το σακάκι σου και βάζεις τις μπότες σου

Χασομεράς με τα κορδόνια και κάνεις θόρυβο

Ελπίζεις  να σηκωθώ τρέχοντας και να σταθώ με την πλάτη στην πόρτα

για να σ’ εμποδίσω να φύγεις, λέγοντάς σου:

«Φίλα με γι’ ακόμη μια φορά, πες μου ότι θα με θέλεις κι άλλο».

Όχι, δεν κουνιέμαι

σ’ αφήνω να φύγεις

δεν θα σου επιτρέψω να προσθέσεις αυτά τα φτερά στο καπέλο σου

Κατέβηκες τις σκάλες κάνοντας σαματά

και περιμένεις στην μισάνοιχτη εξώπορτα

ελπίζεις ότι θα εμφανιστώ στο παράθυρο  και θα πω κλαψιάρικα:

«Θα ’θελα να σε ’χω μαζί μου πάντα κάθε νύχτα»

Όχι, εγώ ούτε που σηκώθηκα.

Όχι, δεν σου επιτρέπω να βάλεις τα δικά μου φτερά

στο καπέλο σου

Ιππεύεις το άλογό σου

Το κάνεις να χτυπάει  τις οπλές στο λιθόστρωτο για να σ’ ακούσω

στη γωνία που είναι η κουζίνα

κι εγώ είμαι στην κουζίνα αλλά για να μου βάλω

ένα ποτήρι κρασί

και πίνω στην υγειά μου και στο πόσο καλό έρωτα έκανα

κι εσύ θα φύγεις, λυπάμαι,  δίχως

φτερά… σαν μαδημένο κοτόπουλο![5]



[1] Όρος που αναφέρεται στον 9ο αιώνα στη διάρκεια του οποίου άνθισαν η παιδεία τα γράμματα και οι τέχνες.

[2] Η μοναχή Virginia Maria (1575-1650), γνωστή ως μοναχή της Monza, ήταν κόρη ενός ευγενή και καταδικάστηκε για τα εγκλήματα του εραστή της με τον οποίο είχε κάνει 2 παιδιά. Η τιμωρία της ήταν να την κτίσουν ζωντανή για 13 χρόνια. Από την ιστορία της εμπνεύστηκε ο Alessandro Manzoni το διάσημο μυθιστόρημά του Οι αρραβωνιασμένοι.

[3] Aborto στα ιταλικά: χρησιμοποιείται η ίδια λέξη για τη διακοπή της κύησης, είτε πρόκειται για αποβολή οπότε λέγεται aborto spontaneo ή naturale, δηλαδή αυτενέργητη ή φυσική αποβολή, είτε για έκτρωση οπότε λέγεται aborto provocato, δηλαδή που έχει προκληθεί.

[4] Dario Fo, Manuale minimo dell’ attore, σελ. 302, Einaudi: 1987

[5] Idem, τίτλος της ωδής στα ιταλ:. Il commiato all’ alba, σελ. 306-308

 

Διαβάστε ακόμα

Bella ciao

Πέθανε η ηθοποιός Φράνκα Ράμε

 

 

Share

Η κομμουνίστρια που επινόησε την εντοιχισμένη κουζίνα

 της Χριστίνας Τσαμουρά

Σαν σήμερα (18/1) το 2000 πέθανε η Μαργκαρέτε Σύττε Λιχότσκυ. Αρχιτέκτων, κομμουνίστρια κι ενεργή αντιναζίστρια, είναι αυτή που θεμελίωσε την έννοια της “εντοιχισμένης κουζίνας”.

Θεμελίωσε την ιδέα της «εντοιχισμένης κουζίνας» σηματοδοτώντας μόλις το 1926 την αυγή της νέας εποχής στο σχεδιασμό της κατοικίας, αλλά έπρεπε να φτάσει κοντά 90 χρόνων για να αναγνωριστεί η αξία της. Η ιστορία της Μαργκαρέτε Σύττε Λιχότσκυ (Margarete Schütte-Lihotzky) -συνυφασμένη με τη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία των Ναζί και του Ψυχρού Πολέμου- είναι ταυτόχρονα η ιστορία μιας σπουδαίας αρχιτεκτόνισσας και μιας θαρραλέας γυναίκας, που δεν έβαλε το κόστος πάνω απ’ τις ιδέες της.

Η Μαργκαρέτε Σύττε Λιχότσκυ (Margarete Schütte-Lihotzky) γεννήθηκε στις 23 Ιανουαρίου του 1897. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα που φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Τεχνών της Βιέννης, στο οποίο την εποχή εκείνη δίδασκαν και γνωστοί καλλιτέχνες (Όσκαρ Κοκόσκα, Άντον Χάνακ, Γιόζεφ Χόφμαν) και βέβαια η πρώτη Αυστριακή αρχιτεκτόνισσα. Σχολιάζοντας την τότε απόφασή της να σπουδάσει είπε σχετικά πολλά χρόνια αργότερα: «Το 1916 κανείς στην Αυστρία δεν πίστευε ότι μια γυναίκα μπορεί να χτίσει ένα σπίτι –ούτε καν εγώ».

Παρότι το αρχιτεκτονικό της έργο είναι ευρύτατο, ο κόσμος τη γνωρίζει –κι εμείς για ευνόητους λόγους την τιμούμε– ως την εμπνεύστρια της Κουζίνας της Φρανκφούρτης, ως τη γυναίκα που με τον πρωτοποριακό σχεδιασμό της εισήγαγε το καθημερινό μαγείρεμα στη νέα εποχή. Την Κουζίνα της Φρανκφούρτης, που θεωρείται η πρώτη «εντοιχισμένη κουζίνα»,  η Λιχότσκυ την εμπνεύστηκε το 1926 δουλεύοντας για ένα ευρύ κοινωνικό πρόγραμμα εργατικών κατοικιών με τίτλο «Νέα Φρανκφούρτη» (Neues Frankfurt). Το πρόγραμμα εκπονήθηκε από τον αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Ερνστ Μάυ, έπειτα από ανάθεση του δημάρχου της Φρανκφούρτης να σχεδιάσει και οργανώσει την πρωτοποριακή επέκταση της πόλης, σύμφωνα με το λειτουργικό και ορθολογικό πνεύμα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής κατά τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’20 κατασκευάστηκαν περίπου 10.000 καινούρια διαμερίσματα -κάθε διαμέρισμα διέθετε μπάνιο, ηλεκτρισμό και μια Κουζίνα της Φρανκφούρτης.

Η Κουζίνα της Φρανκφούρτης ήταν στενή, με διαστάσεις 1,9 μ. x 3,4 μ. Το προσωπικό στοίχημα της Λιχότσκυ ήταν να πετύχει στο μίνμουμ του χώρου το μάξιμουμ μιας λειτουργικότητας πρωτόγνωρης για την εποχή. Η Κουζίνα που σχεδίασε διέθετε ξεχωριστή είσοδο στη μια απ’ τις δυο στενές πλευρές και παράθυρο στην ακριβώς  απέναντί της. Μια δεύτερη συρόμενη πόρτα τη συνέδεε με το υπόλοιπο διαμέρισμα. Η στενή διαρρύθμιση της κουζίνας αξιοποιήθηκε ώστε να ελαχιστοποιήσει τα βήματα που θα απαιτούνταν κατά τη διάρκεια του μαγειρέματος, αλλά και του καθαρισμού και τακτοποίησης των υλικών και των σκευών. Η λιλιπούτεια κουζίνα είχε τα πάντα: από κινούμενο «συρτάρι» απορριμμάτων που «ακολουθούσε» τη μαγείρισσα στο χώρο εργασίας μέχρι πτυσσόμενο πάγκο σιδερώματος, που «εξαφανιζόταν» μετά τη χρήση. Τα δοχεία αποθήκευσης για καθημερινά υλικά όπως το αλεύρι, η ζάχαρη, το ρύζι, ήταν άψογα μελετημένα, ώστε να διατηρείται η κουζίνα καθαρή και καλά οργανωμένη. Η Λιχότσκι χρησιμοποίησε ξύλο δρυός για τα δοχεία αλευριού, επειδή απωθούσε τα σκουλήκια, και ξύλο οξιάς για τις επιτραπέζιες επιφάνειες, επειδή αντέχει στην …κακομεταχείριση. Έβαψε τα ξύλινα έπιπλα μπλε, καθώς έρευνες της εποχής συνηγορούσαν στο ότι οι μύγες απέφευγαν το συγκεκριμένο χρώμα. Η Κουζίνα της Φρανκφούρτης υπήρξε η πρώτη κουζίνα που στήριξε το σχεδιασμό της σε τέτοια σφαιρική μελέτη και σίγουρα ένα μικρό θαύμα για την εποχή της.

«Θα σας εκπλήξει» έλεγε η Λιχότσκι σε ραδιοφωνική της συνέντευξη στα 100στά της γενέθλια «το γεγονός ότι πριν σχεδιάσω την Κουζίνα της Φρανκφούρτης δεν είχα ποτέ μαγειρέψει η ίδια. Στο σπίτι μας, στη Βιέννη, μαγείρευε η μητέρα μου, και στη Φρανκφούρτη για φαγητό πήγαινα στην ταβέρνα. Εξέλιξα την Κουζίνα ως αρχιτέκτονας και όχι ως νοικοκυρά». Όμως αυτό που στην πραγματικότητα εκπλήσσει περισσότερο τους αναγνώστες της σημερινής εποχής, είναι πώς αυτή η σπουδαία αρχιτεκτόνισσα έμεινε τόσες δεκαετίες στην αφάνεια. Η απάντηση είναι μάλλον απλή, αν αναλογιστεί κανείς τους δύσβατους δρόμους που διέλεξε στη ζωή της στα διλήμματα που έβαζε η ιστορία.

Η Λιχότσκυ δεν υπήρξε μόνο κορυφαία αρχιτέκτονας, αλλά και ενεργή αντιναζίστρια. Το 1939 προσχωρεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Αυστρίας και το 1941 συλλαμβάνεται από την Γκεστάπο, στη Βιέννη, όπου βρίσκεται παράνομα, προκειμένου να έρθει σε επαφή με την αυστριακή αντίσταση. Καταδικάζεται σε θάνατο, αλλά μετά από «μια σειρά ευτυχών συμπτώσεων», όπως θα πει αργότερα η ίδια, η ποινή μετατρέπεται σε 15ετή φυλάκιση. Μπαίνει στις ναζιστικές φυλακές το 1941, όπου και θα παραμείνει μέχρι το 1945, οπότε και απελευθερώνεται από τα αμερικανικά στρατεύματα.  Μετά τον πόλεμο παραμένει ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος –έτσι εξηγείται το γεγονός ότι ενώ η Αυστρία διάγει περίοδο μαζικής ανοικοδόμησης των κατεστραμμένων κεντρικών κτιρίων, η Λιχότσκυ δεν αξιοποιείται πουθενά. Συνεχίζει να δουλεύει ως σύμβουλος σε αρχιτεκτονικά πρότζκετ στην Κούβα, την Κίνα και την πρώην Ανατολική Γερμανία. Η γενέτειρά της θα αναγνωρίσει τη σπουδαία προσφορά της στην αρχιτεκτονική μόλις το 1980, με το Βραβείο Αρχιτεκτονικής της Πόλης της Βιέννης. Στη συνέχεια οι τιμητικές διακρίσεις θα διαδέχονται η μία την άλλη. Ωστόσο το 1988, θα αρνηθεί να παραλάβει βραβείο από τον Πρόεδρο της Αυστρίας Κουρτ Βάλντχάιμ, λόγω του ναζιστικού παρελθόντος του. Η πόλη της Βιέννης πάντως την έχει αναγνωρίσει επίσημα. Το 1997, μάλιστα, στα γενέθλια των 100 της χρόνων, κατά τη διάρκεια τιμητικής εκδήλωσης, η αιωνόβια Λιχότσκι θα χορέψει κι ένα μικρό βαλσάκι με το Δήμαρχο της Βιέννης, δηλώνοντας με παιχνιδιάρικη διάθεση: «Θα ήθελα μια φορά να σχεδιάσω σπίτι για έναν πλούσιο –έτσι για αλλαγή». Πέθανε, σα σήμερα, στις 18 Ιανουαρίου του 2000, 6 μέρες πριν κλείσει τα 103 της χρόνια.

Πηγή: Left.gr

 

Share

«Γιατί είμαι φεμινίστρια»: Συνέντευξη της Σιμόν ντε Μποβουάρ

επιμέλεια Δήμητρα Σπανού

Ζούμε σε μια εποχή που η ισότητα μεταξύ των φύλων κεκτημένη –τουλάχιστον σε κάποια μέρη του κόσμου- και ο φεμινισμός εύκολα κατατάσσεται σε εκείνες τις ιδέες που θεωρούνται ξεπερασμένες. Είναι όμως έτσι; Κοιτάζοντας τα διλήμματα και τα ερωτήματα που απασχόλησαν λίγο προηγούμενες τέτοιου είδους βεβαιότητες μπορεί και να κλονίζονται.

Το Φύλο Συκής, με αφορμή την επέτειο των γενεθλίων της Σιμόν ντε Μποβουάρ στις 9 Γενάρη, αναδημοσιεύει εδώ μια συνέντευξή της στη γαλλική τηλεόραση από το 1975 με τίτλο «Γιατί είμαι φεμινίστρια». Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, η γνωστή φιλόσοφος αναλύει το σκεπτικό της για μια σειρά από ζητήματα σχετικά με το τι σημαίνει να είσαι γυναίκα, όπως το πώς χτίζεται η θηλυκότητα ως προϊόν της κοινωνίας και η σημασία και τα προβλήματα της αποκλειστικής ενασχόλησης με το νοικοκυριό, την επιρροή του σημαντικού της έργου «το δεύτερο φύλο» και την απήχηση που είχε σε άντρες, γυναίκες και στην αριστερά, τη σχέση του καπιταλισμού με την πατριαρχία, την αναγκαιότητα ενός κινήματος για τη γυναικεία χειραφέτηση και άλλα πολλά. Εντέλει, παρακολουθώντας την διαπιστώνει κανείς /καμία ότι παρότι οι καιροί αλλάζουν και έκτοτε έχουν συντελεστεί πολλά θετικά βήματα για τις γυναίκες, πολλά ζητήματα παραμένουν τραγικά επίκαιρα.

Το βίντεο διάρκειας 49:44΄ είναι στα γαλλικά, με αγγλικούς υπότιτλους

 

YouTube Preview Image

 

Διαβάστε ακόμα

Σιμόν ντε Μποβουάρ: Γυναίκα δε γεννιέσαι, γίνεσαι

 

Share

Σιμόν ντε Μποβουάρ: Γυναίκα δε γεννιέσαι, γίνεσαι

Σαν σήμερα το 1908 έρχεται στο κόσμο στο Παρίσι ένα κορίτσι που έγινε ένα από τα πιο φωτεινά γυναικεία σύμβολα του 20ού αιώνα και άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο νοείται η γυναίκα. Η ζωή και η σκέψη της Σιμόν ντε Μποβουάρ ξέφευγαν από τα στενά φεμινιστικά πλαίσια, περιπλέκονταν με τον υπαρξισμό, την Αριστερά, τη σεξουαλική απελευθέρωση, τη Γαλλική διανόηση και επηρέασαν σε επίπεδο ιδεών και φαινομένων την κοινωνία.

Η Σιμόν γεννιέται στις 9 Ιανουαρίου 1908 στο Παρίσι, μεγαλώνει σε ένα συντηρητικό, μεγαλοαστικό και καθολικό περιβάλλον και σε μικρή ηλικία θέλει να γίνει καλόγρια. Στα 14 της χρόνια περνάει μια σημαντική υπαρξιακή κρίση που την απομακρύνει μια και καλή από το Θεό και την εθίζει στη φιλοσοφική αναζήτηση. Το πάθος της για τη φιλοσοφία την οδηγεί στα έδρανα της École Normale Supérieure, όπου ξεχωρίζει για την ανατρεπτική της σκέψη και το 1921 γνωρίζει τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός πως η «μητέρα του φεμινισμού» έχει αποτυπωθεί στη συνείδηση πολλών ως η σύντροφος ενός σπουδαίου άντρα, αλλά η σχέση της Μποβουάρ με τον Σαρτρ, τόσο στον έρωτα όσο και στη φιλοσοφία, είναι ιδιαίτερη, αμφίδρομη και ανεξάρτητη. Ως ζευγάρι, μένουν σε διαφορετικά σπίτια και ως ερωτικοί σύντροφοι, διατηρούν ανοιχτές ερωτικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους, ενίοτε και όλοι μαζί, καταστάσεις που η Μποβουάρ θα εξιστορήσει μέσα από το λογοτεχνικό της έργο.

Ο ελεύθερος έρωτας και η αυτοδιάθεση του σώματος βρίσκονται στην καρδιά της σχέσης τους και η λέξη «γάμος» αποτελεί ένα «κακό αστείο». Όταν το 1931 ο Σαρτρ ζητά από τη Μποβουάρ να παντρευτούν –για πρακτικούς κυρίως λόγους– η Γαλλίδα είναι κάθετη: «ο γάμος είναι περιορισμός, αστικοποίηση, αλλά και θεσμοθετημένη παρέμβαση του κράτους στην ιδιωτική ζωή των πολιτών».

Για να κερδίσει την οικονομική ανεξαρτησία της, η Σιμόν γίνεται καθηγήτρια, αλλά το ναζιστικό κατοχικό καθεστώς την απολύει το 1943, επειδή υποστηρίζει τη σχέση μαθήτριάς της με Ισπανό εβραϊκής καταγωγής. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, η Μποβουάρ έρχεται σε επαφή με τον Καμύ, τον Ζενέ, τον Πικάσο και άλλα «αντιστασιακά στοιχεία» του Παρισιού, ενώ παίρνει μέρος στην οργάνωση ‘Σοσιαλισμός και Ελευθερία’ που ιδρύει ο Σαρτρ στα πλαίσια της αντίστασης.

Συχνάζει στο θρυλικό παρισινό καφέ Les Deux Magots, όπου οι πολιτικές και φιλοσοφικές συζητήσεις της με τον Σαρτρ και τους υπόλοιπους μένουν στην ιστορία. Όταν ο πόλεμος τελειώνει, αρχίζει η χρυσή εποχή για τη Σιμόν, που εκδίδει μαζί με τον Σαρτρ το πολιτικό περιοδικό ‘Les Temps Modernes’ στις σελίδες του οποίου αντανακλάται η ανατρεπτική της σκέψη πάνω στην πολιτική, τη φιλοσοφία και το γυναικείο ζήτημα. Είναι χαρακτηριστικό πως οι συντηρητικοί και καθολικοί κύκλοι της Γαλλίας την βλέπουν ως «πορνογράφο» και ως «νυμφομανή».

Στα μέσα του 1949, η Σιμόν ντε Μποβουάρ δημοσιεύει ‘Το Δεύτερο Φύλο’ (Le Deuxième Sexe), ένα έργο που σήμερα είναι γνωστό ως «η βίβλος του φεμινισμού» και που, σε κάθε περίπτωση, δίνει μια ριζοσπαστική ερμηνεία στο τι είναι γυναίκα. Για πρώτη φορά, η ταυτότητα της γυναίκας παρουσιάζεται ως κάτι μη φυσικό και μη δεδομένο, ως ένα κοινωνικό κατασκεύασμα που συντηρεί συγκεκριμένες σεξουαλικές σχέσεις εξουσίας: «Γυναίκα δε γεννιέσαι, γίνεσαι».

Υπό το πρίσμα του υπαρξισμού, η Μποβουάρ βλέπει τη Γυναίκα ως το σημαντικότερο παράδειγμα του κοινωνικού «Άλλου», ως μία ύπαρξη που ιστορικά ορίζεται σαν το αδύναμο, αφύσικο και μη ομαλό αντίθετο του Άντρα και το γεγονός αποτελεί τη ρίζα της καταπίεσης των γυναικών. Η θεώρηση αυτή είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία θα στηριχθεί η μετέπειτα φεμινιστική λογοτεχνία, που περιστρέφεται γύρω από το κοινωνικό κατασκεύασμα της θηλυκής ταυτότητας και την έννοια του σεξουαλικού «Άλλου».

Κάπως έτσι, η Σιμόν αναδεικνύεται σε αρχιέρεια του φεμινισμού κατά την ταραγμένη δεκαετία του ’60, ένα κίνημα που έχει ξεφύγει από τη διεκδίκηση ψήφου και ίσων δικαιωμάτων και θέλει να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι γυναίκες. Παράλληλα, θεωρείται παραδειγματική η στάση που κρατάει σε πολιτικά τεκταινόμενα όπως ο γαλλοαλγερινός πόλεμος.

Το έργο της Μποβουάρ είναι πολυδιάστατο, αφού περιλαμβάνει από πολιτικές θέσεις και φιλοσοφικά δοκίμια μέχρι μυθιστορήματα, βιογραφίες και θεατρικά έργα. Η αλληλοεπιρροή με το Σάρτρ είναι εμφανής σε πολλές περιπτώσεις, τόσο στα κείμενα της Μποβουάρ, όσο και σε αυτά του Σάρτρ, ακόμα και στο μεγαλούργημά του «Το Είναι και το Μηδέν».

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ πεθαίνει στις 14 Απριλίου 1986 από πνευμονία και θάβεται στο νεκροταφείο Μονπαρνάς του Παρισιού, δίπλα στον αγαπημένο της Σαρτρ.

Πηγή: tvxs

 

Share

Η μητέρα – κουρτίνα

Αναρωτιέστε μήπως και εσείς, με ποιο τρόπο στις παλιές φωτογραφίες κάθονται τα μωρά τόσο φρόνιμα και ήρεμα;

Το βιβλίο της Φρέγκνα Νάιγκλερς, The hidden mothers, που μόλις κυκλοφόρησε στην Αγγλία περιέχει μια σειρά φωτογραφιών της βικτωριανής εποχής, στις οποίες η γλυκιά μητέρα του μωρού φοράει ένα πλούσιο ύφασμα σαν μπούρκα και αποτελεί το φόντο της φωτογράφισης του ήσυχου και καλοαναθρεμμένου βλαστού στην πρώτη του ίσως φωτογράφιση.

Ήταν ένας δημοφιλής τρόπος φωτογράφισης επειδή και στη βικτωριανή εποχή τα μωρά έκλαιγαν, τρόμαζαν με το θορυβώδες φλας, πιπιλούσαν το δάχτυλό τους και έγερναν επικίνδυνα στα μαξιλάρια-στηρίγματα. Οι μητέρες λοιπόν κρατάνε τα μωρά στη θέση τους, ενώ υποδύονται καρέκλες, πάνες ή σκηνικά του στούντιο. Βέβαια μερικές φορές κρύβονται πίσω από τις κουρτίνες και φαίνονται μόνο τα χέρια τους, σαν εξωπραγματικά, ή ένα κομμάτι του κεφαλιού τους. Λίγο μακάβριο θέαμα. Στη συνέχεια ακολουθεί ρετούς και όλα τακτοποιούνται αυτομάτως.

Πηγή: lifo

 

 

Share

Δήλωση ή εξορία: το δίλημμα

Η εισήγηση της Έλλης Νικολάου, αγωνίστριας της ΕΠΟΝ και μάρτυρας στην ταινία της Αλίντας Δημητρίου “Πουλιά στο Βάλτο” στην εκδήλωση που διοργάνωσε το Φύλο Συκής “Οι γυναίκες στον αντιφασιστικό αγώνα, τότε και τώρα” 

της Έλλης Νικολάου

Δεν είναι κοντά μας η Αλίντα. Δεν θα ξανακούσουμε τη φωνή της (αυτή την χαρακτηριστική φωνή) να μας λέει: «..και μετά τι έγινε;», πότε ξαφνιασμένη γι’ αυτά τα τραγικά που άκουγε από το στόμα κάποιας από μας, τις ατέλειωτες ώρες κοντά μας, και πότε αμίλητη, συγκλονισμένη.

Ήταν όνειρο ζωής αυτό που πραγματοποίησε, τα τρία ντοκιμαντέρ που το καθένα αναφέρεται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Πόλεμος, Κατοχή, Πείνα, Αντίσταση και μετά Εμφύλιος, σκοτωμοί άδικοι και ακατανόητοι, εξορίες, φυλακές, όλα τα δεινά της πατρίδας μας, περάσανε από της δικής μας γενιάς τις πλάτες!

Δεν γλύτωσε κανένας αντιστασιακός. Η δράση σου στην Εθνική Αντίσταση, στην ΕΠΟΝ, στο ΕΑΜ ήταν ενοχοποιητικό στοιχείο για να σε πιάσουν και να σε περάσουν από στρατοδικείο, να σε στείλουν φυλακή, να σε βασανίσουν, να σε σκοτώσουν.

Στη δική μας γενιά έλαχε η μοίρα να συμπέσουν κατά τρόπο συγκλονιστικό τα χρόνια της νεανικής μας ζωής σε μια παγκόσμια ιστορική στιγμή. Τη ζήσαμε και δεν μετανιώσαμε γι’ αυτό. Σκοτώσαμε ή μάλλον θάψαμε τα όνειρά μας και αποπροσανατολίστηκε η ζωή μας. Ακολούθησα αυτό τον δρόμο και δεν μετάνιωσα∙  θα «ξαναπορευόμουν αν ήταν να ξαναπορευτώ» όπως γράφει σ’ένα ποίημά  του ο Αραγκόν.

Δέκα χρόνια σχεδόν 1946-56 που έφευγε και η τελευταία γυναίκα από τον Άη Στρατή. Ήμουν κι εγώ μία από αυτές. Το στρατόπεδο βέβαια δεν έκλεισε, διατηρήθηκε κάποια χρόνια ακόμη σαν μπαμπούλας για όλους μας.

Δήλωση ή εξορία: το δίλημμα.

Ικαρία, Χίος, Τρίκερι, Μακρόνησος, πάλι Τρίκερι, Άη Στράτη το τέλος. Αυτά τα νησιά ήταν το σπίτι μας για δέκα σχεδόν χρόνια.

Στο Μακρονήσι αυτά που ζήσαμε δεν λέγονται με δυο λόγια. Είναι αποτυπωμένα στο κορμί και την ψυχή της κάθε μιας μας. Τα λόγια του Ιωαννίδη «εδώ δεν ήρθατε για να ζήσετε αλλά για να πεθάνετε όλες». Αυτός ήταν ο σκοπός τους, αλλά δεν τους κάναμε τη χάρη… όμως.

Κουβαλάμε τραύματα και αναμνήσεις που στοιχειώνουν τη ζωή μας. Επιζήσαμε γιατί τόχαμε βάλει στόχο ζωής, ενάντια σε όλες τις στερήσεις, τον πόνο, σωματικό και ψυχικό. Χάσαμε ανθρώπους αγαπημένους, διαλύθηκαν οικογένειες, πόνεσαν παιδιά που βρέθηκαν στον δρόμο γιατί η μάνα ήταν εξορία και ο πατέρας φυλακή. Αυτά τα παιδιά δεν έχουν μιλήσει ακόμα. Και ήρθε αυτή η μέρα που τόσα χρόνια περιμέναμε, για να βρεθούμε η κάθε μια σε μια πόλη που ήταν δύσκολο, για πολλές, να επιβιώσει. Επιβιώσαμε, όμως, γιατί είχαμε μάθει να παλεύουμε.

Αγωνίστρια της ζωής και συ, Αλίντα, κοντά στους αδύναμους και καταφρονεμένους της γης, έψαχνες να βρεις φωνές να τις ενώσεις με τη δική σου. Μας βρήκες ψάχνοντας χρόνια ατελείωτα από πόλη σε χωριό. Εμάς! Γυναίκα κι εσύ έδωσες λόγο στη Γυναίκα της Ελλάδας που άφησε την κουζίνα και τη ζεστασιά του σπιτιού και βγήκε στους δρόμους φωνάζοντας για λευτεριά και για ένα κόσμο καλύτερο!

Η λευτεριά ήρθε αλλά ο κόσμος που γι’ αυτόν παλεύαμε δεν φάνηκε ακόμα.

Η γενιά μας χρόνια προσπαθούσε να ξεχάσει την πείνα και τους σκελετούς που περπατούσαν στους δρόμους της Αθήνας, γυρεύοντας κάτι για να φάνε. Και τώρα εμείς αυτά πάλι βλέπουμε, τους καινούριους πεινασμένους να ψάχνουν στους κάδους για φαΐ. Τότε ήταν ο κατακτητής με τους συνεργάτες του, που κανένας δεν τιμωρήθηκε. Τώρα ποιοι είναι; Χάθηκαν όλες οι κατακτήσεις που η γενιά μας και η γενιά των γονιών μας είχε με αίμα κερδίσει. Τώρα μέσα από τους δικούς τους δρόμους αυτή η γενιά, τα παιδιά μας πρέπει να κερδίσουν αυτά που χάθηκαν κι αυτά που τους χρωστά κάθε κοινωνία που γι’ αυτήν δίνουν και τη ζωή τους. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Είναι γι’ αυτούς ο πιο δύσκολος κι ο πιο οδυνηρός. Για τους καινούριους αγώνες ας είναι και η δικιά μας φωνή και τα δικά μας βήματα να κάνουν τα δικά τους πιο στέρεα.

Και θα τελειώσω με δυο λόγια από τους στίχους του Λειβαδίτη (Αθανασία):

Οι παλιοί σύντροφοι δεν πέθαναν αλλά κατοικούν τώρα στο βάθος των δρόμων,

Όποιον κι αν πάρεις θα τους συναντήσεις.

Εσύ, Αλίντα, δείχνεις αυτόν τον δρόμο και θα τον δείχνεις σε όλες τις γενιές που θα διαδέχεται η μια την άλλη.

Σ’ ευχαριστούμε, θα σε θυμόμαστε κι εμείς όσο ζούμε.

Και στον σύντροφό σου, ας είναι και γι’ αυτόν όλα αυτά που ζήσατε μαζί η καλύτερη συντροφιά για τις μοναχικές ώρες της ζωής του.

 

Περισσότερα

Οι γυναίκες στον αντιφασιστικό αγώνα, τότε και τώρα

 

Share

Οι σχολές νυφών των Ναζί & η ναζιστική ιδεολογία για τις γυναίκες

 

«Πιάστε τηγάνι, φαράσι και σκούπα και παντρευτείτε έναν άνδρα». Αυτή η φράση θα μπορούσε να είχε γραφεί σε ένα συντηρητικό blog παραδοσιακών «μαμάδων» και θα κατακρινόταν από τις φεμινίστριες στο διαδίκτυο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μία από τις «Εννέα Εντολές για τον Αγώνα των Εργατών», του ηγετικού στελέχους των Ναζί, Χέρμαν Γκέρινγκ, οι οποίες δημοσιεύθηκαν και προωθήθηκαν σε όλη τη Γερμανία το 1934.

Πρόκειται για ένα βιβλίο κανόνων  (βρίσκεται στα ράφια του Ομοσπονδιακού Αρχείου της Γερμανίας) για την Reichsbräuteschule ή τη Σχολή Νυφών του Ράιχ, που συστάθηκε από τους Ναζί «για να φτιάξουν νοικοκυρές από τις γυναίκες γραφείου».

Το 1935, η Γκέρτρουντ Σσολτζ-Κλινκ, η γυναίκα που κατείχε την πιο υψηλόβαθμη θέση στο Τρίτο Ράιχ, συνιστούσε στις γυναίκες να αναλάβουν τον ρόλο τους: «Οι γυναίκες πρέπει να είναι οι πνευματικοί φροντιστές και οι κρυφές βασίλισσες του λαού μας, που έχουν κληθεί από τη μοίρα για αυτό τον ειδικό σκοπό!».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                        Η Γκέρντρουντ Σσολτζ-Κλινκ

 

Το 1936, ο Χάινριχ Χίμλερ σε συνεργασία με την Σσολτζ-Κλινκ, εξέδωσε διάταγμα απαιτώντας από τις γυναίκες που ήταν αρραβωνιασμένες με μέλη της Σουτσστάφφελ -δηλαδή των Ες-Ες που είχαν ήδη εξελιχθεί σε μια από τις μεγαλύτερες παραστρατιωτικές οργανώσεις της εποχής- να παρακολουθήσουν τα μαθήματα. Αυτό σήμαινε ρητή αφοσίωση στον Φύρερ και στον σκοπό του πάνω απ’ όλα. «Η γυναίκα είναι ένας μικρότερος κόσμος (σ.σ. κοινωνία, με την έννοια ίσως της οικογένειας)», είχε πει ο Χίτλερ σε μία συνάντηση του κόμματός του στη Νυρεμβέργη, κατά τη διάρκεια ομιλίας του στην Εθνικοσοσιαλιστική Λίγκα Γυναικών. «Όμως τι θα γινόταν με τον μεγαλύτερο κόσμο (κοινωνία), αν δεν υπήρχε κανείς να φροντίσει για τον μικρότερο; Πώς θα μπορούσε να επιβιώσει ο μεγαλύτερος κόσμος αν δεν υπήρχε κανείς να κάνει τη φροντίδα του μικρότερου κόσμου τον σκοπό της ζωής τους;»

Για την εκπαίδευση των γυναικών στη μικρότερη, όπως θεωρείτο, σφαίρα δράσης τους, χτίστηκε το 1937 μία βίλα στο νησί Schwanenwerder, στη λίμνη Βάνζεε του Βερολίνου. Σε αυτή την προσομοίωση νοικοκυριού, οι νέες γυναίκες –πολλές από αυτές έφηβες- θα ζούσαν σε ομάδες των είκοσι, περνώντας έξι εβδομάδες «κατά προτίμηση δύο εβδομάδες πριν από τον γάμο τους, ώστε να επανέλθουν σωματικά και πνευματικά, να ξεχάσουν τις καθημερινές έγνοιες που σχετίζονται με τα έως τώρα επαγγέλματά τους, να βρουν τον τρόπο να νιώσουν χαρά για τη νέα τους ζωή ως σύζυγοι».

Η Σσολτζ-Κλινκ βέβαια απέκλειε κάθε γυναίκα με εβραϊκή ή ρομά καταγωγή, με φυσική αναπηρία ή ψυχική ασθένεια, από το να λάβει μέρος. Το μάθημα κόστιζε 135 μάρκα του Ράιχ (περίπου 625 δολάρια σήμερα) και κάλυπτε τα πάντα, από τα ψώνια και το μαγείρεμα μέχρι την κηπουρική και τις κοινωνικές συζητήσεις, καθώς και από τη διακόσμηση του σπιτιού ως τα υποδήματα, τα στιλέτα κ.α.

Όμως, η δεξιοτεχνία στο νοικοκυριό και τις μαγειρικές τέχνες δεν ήταν ο βασικός σκοπός του «σχολείου» αυτού για τις νύφες των Ναζί. Είχε ως στόχο να εκπαιδεύσει τις γυναίκες αυτές στο ναζιστικό δόγμα, οι οποίες στο πλαίσιο του Νόμου για την Ενθάρρυνση του Γάμου, ουσιαστικά θα δελεάζονταν ή θα δωροδοκούνταν ώστε να παράγουν μωρά. Τα μαθήματα αυτά επέμεναν οι γυναίκες «να αποκτήσουν ειδική γνώση της ράτσας και της γενετικής» και πως μόνον όταν μία γυναίκα έχει αποκτήσει αυτή τη γνώση θα μπορούσε να κερδίσει πιστοποιητικά επιτευγμάτων (τα οποία επίσης βρίσκονται στο ομοσπονδιακό αρχείο της Γερμανίας).

Στις γυναίκες που δεν θα συμμορφώνονταν όχι μόνο δεν τους δινόταν το σχετικό πιστοποιητικό αλλά τους απαγορευόταν επίσης να παντρευτούν. Τα μαθήματα περιελάμβαναν επίσης τη δέσμευση των γυναικών μέχρι θανάτου στο ναζιστικό δόγμα όπως και τη δήλωση πίστης στον Φύρερ, που τοποθετούταν πάνω από τη θρησκευτική πίστη. Οι γάμοι έπρεπε να είναι νέο-παγανιστικές τελετές στις οποίες χοροστατούσαν μέλη του κόμματος και δεν γίνονταν σε εκκλησίες από κληρικούς. Τα παιδιά, δε, έπρεπε να μεγαλώσουν προσκυνώντας τον Χίτλερ και όχι τον Ιησού Χριστό.

Μέχρι το 1940 υπήρχαν στο Βερολίνο τουλάχιστον εννέα σχολές νυφών (Reichsbräuteschule) και περισσότερες ιδρύονταν σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ πλέον δέχονταν όχι μόνο τις μέλουσες συζύγους των Ες-Ες αλλά και όσες γυναίκες ήταν «φυλετικά κατάλληλες», δηλαδή ανώτερες κατά τη ναζιστική ιδεολογία. Στη διάρκεια του πολέμου προέκυψαν ελλείψεις στο εργατικό δυναμικό –ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η ναζιστική καταναγκαστική εργασία- και ο Χίλτερ αναγκάστηκε να επιτρέψει σε περισσότερες γυναίκες να δουλέψουν. Πάντως υπάρχουν ενδείξεις σύμφωνα με ιστορικούς πως οι σχολές νυφών συνέχισαν να λειτουργούν ως τον Μάιο του 1944.

Σύμφωνα με τη ναζιστική ιδεολογία, οι γυναίκες ανήκαν στην οικιακή σφαίρα, στη σφαίρα του σπιτιού. Αποκλείονταν από την ενασχόληση με την ιατρική, τον νόμο και τις δημόσιες υπηρεσίες.

Το ναζιστικό κόμμα απένειμε μάλιστα τον λεγόμενο «Σταυρό Τιμής της Γερμανίδας μητέρας», βραβείο που φοριόταν στον λαιμό. Ο χάλκινος σταυρός δινόταν σε «νόμιμες» μητέρες τεσσάρων ή πέντε παιδιών, ο αργυρός σε αυτές με έξι ή επτά και ο χρυσός στις μητέρες με οκτώ ή περισσότερα παιδιά.

Οι Ναζί χρησιμοποιούσαν ουσιαστικά τις γυναίκες -ακόμη και τις δικές τους- ως εργαλεία, μηχανές αναπαραγωγής «Αρίων». Επιβραβεύονταν για την γενετική και όχι για την πνευματική τους ικανότητα, καθώς και για την προπαγάνδιση του ναζιστικού δόγματος στα παιδιά τους, τους επίγονους της υποτιθέμενης ανώτερης φυλής. Ο λόγος που δεν θεωρούταν, ανοιχτά, κατώτερα όντα και δεν οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν η χρηστική τους λειτουργία και ούτε καν το συνανήκειν με τους άνδρες στην «άρια φυλή».

 

Αρχική πηγή: Newyorker.com

Απόδοση: Κατρίν Αλαμάνου

Πηγή: tvxs

 

Share

Γυναίκες και εκπαίδευση: μια σύντομη ιστορική αναδρομή

της Μαρίας Γκασούκα

Η επώδυνη πορεία των γυναικών προς την κατάκτηση της ισότητας στη μόρφωση δεν αποτελεί ελληνικό φαινόμενο. Είναι η επανάληψη -με καθυστέρηση λόγω των συγκεκριμένων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών και της μακραίωνης σκλαβιάς- γεγονότων και διαδικασιών που προηγήθηκαν σε άλλες χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική, απόδειξη της κοινότητας και της οικουμενικότητας των προβλημάτων, αλλά και των αγώνων των γυναικών, τα οποία συχνά υπερβαίνουν και εθνικά όρια και ταξικές διαρθρώσεις.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80 η πορεία αυτή, οι πολιτικές, κοινωνικές και πολιτιστικές συνθήκες που απηχούσε, δεν απασχόλησαν σοβαρά τους ιστορικούς, του κοινωνιολόγους κ.ά., άνδρες και γυναίκες, με τις φωτεινές εξαιρέσεις του Δ. Γληνού και του Α. Σβώλου. Ο ανδροκεντρικός επιστημονικός λόγος  πανηγύρισε συχνά για τη δημοκρατικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος του μετεπαναστατικού κράτους, το ίδιο συχνά με την «καθολικότητα» της ψήφου του ελληνικού λαού, την οποία εξασφάλιζαν τα πρώτα συντάγματα. Το ότι δεν αφορούσαν στις γυναίκες, στον μισό δηλαδή πληθυσμό και παραπάνω, πολύ μικρή σημασία είχε. Μόλις τα τελευταία χρόνια η εμμονή των φεμινιστριών επιστημόνων ανέδειξαν τις γυναικείες κοινωνικές αναζητήσεις και διεκδικήσεις κι έκαναν ορατές τις προσπάθειες των γυναικών τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια σφαίρα της ζωής.

Η στοιχειώδης εκπαίδευση, σε επίπεδο θεσμών πάντοτε, έγινε άμεσα προσιτή στα κορίτσια του νεοσύστατου Βασιλείου. Ιδρύθηκαν σχολεία πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και διορίστηκαν οι πρώτες δασκάλες. Το διάταγμα της 18ης  Φεβρουαρίου κατοχύρωσε τη συμμετοχή των κοριτσιών στο αλληλοδιδακτικό σχολείο. Πυροδότησε, όμως, παράλληλα, μια έντονη συζήτηση για την ορθότητα της ενέργειας, για τις πιθανές επιπτώσεις της στη ζωή των κοριτσιών, στη μελλοντική τους μητρότητα, στις οικογένειες που επρόκειτο να αποκτηθούν, στην υγεία τους. Δεν έλειψαν ακόμα οι αναφορές και οι υπαινιγμοί για τις επιπτώσεις της στην ηθική τους. Το γεγονός φαίνεται καθαρά στους δύο διαφορετικούς όρους που τα εκπαιδευτικά προγράμματα χρησιμοποιούν προκειμένου να προσδιορίσουν τους σκοπούς τους: για χα αγόρια η «εκπαίδευση» είναι το διαβατήριο για την κατάκτηση του δημοσίου χώρου, το μέσον για ένα καλύτερο μέλλον, αυτό που προσδοκά η οικογενειακή στρατηγική, όσον αφορά στα αρσενικά μέλη που επιλέγει -όχι χωρίς υστεροβουλία είναι αλήθεια- να μορφώσει. Για τα κορίτσια είναι η «ανατροφή», ένας παράγοντας ενισχυτικός της προίκας τους, συμβολή στη μελλοντική κοινωνική καταξίωση του συζύγου. Τα ίδια προγράμματα διαφοροποιούνται ως προς το περιεχόμενο τους ανάλογα με το Φύλο και τον προορισμό του. Έτσι η διδασκαλία της Γεωμετρίας και της Φυσικής, για παράδειγμα, αντικαθίσταται στην περίπτωση των κοριτσιών με τα οικοκυρικά και, μάλιστα, με τα εργόχειρα.

Το ποσοστό των αναλφάβητων γυναικών, αμέσως μετά της απελευθέρωση, ανέρχεται στο 98% και των ανδρών στο 91%. Στο τέλος του αιώνα αυτό διαμορφώνεται σε 93% για τις γυναίκες και 69% για τους άνδρες, απόδειξη της δυσπιστίας καν της απροθυμίας κυρίως των κατοίκων της υπαίθρου να στείλουν τα κορίτσια τους στο σχολείο. Η σχέση αγοριών — κοριτσιών στις σχολικές τάξεις είναι στην ύπαιθρο συντριπτική υπέρ των αγοριών. Βελτιώνεται, ωστόσο, αισθητά σε συγκεντρωμένους αστικούς πληθυσμούς, ενώ αγγίζει το 50% σε περιοχές με έντονες επιδράσεις της Δυτικής κουλτούρας. Αυτό συμβαίνει στην Ερμούπολη της Σύρου και άλλες πόλεις των Κυκλάδων, όπου υπάρχουν καθολικές οικογένειες και ανεπτυγμένες εμπορικές και πολιτιστικές σχέσεις με τη Δυτική Ευρώπη. Εντούτοις, παρά την όποια κρατική μέριμνα για την είσοδο των κοριτσιών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, η δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση αντιμετωπίσθηκαν από την Πολιτεία ως αποκλειστικό προνόμιο των αγοριών. Κι αν το έλλειμμα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καλύπτεται, σ’ ένα βαθμό, από την ιδιωτική πρωτοβουλία και τα καθολικά μοναχικά τάγματα, η κερκόπορτα των πανεπιστημίων θα μείνει ερμητικά κλειστή ως το 1890. Το άνοιγμα της θα βαφτεί από το αίμα μιας νεαρής κοπέλας που αυτοκτονεί γιατί απορρίφθηκε η αίτηση εγγραφής της. Γεγονός παραμένει, πάντως, η καθολική δυσπιστία και προκατάληψη κοινωνίας και πολιτείας, όσον αφορά στη μόρφωση των κοριτσιών αλλά και όσον αφορά στις ελάχιστες μορφωμένες γυναίκες της εποχής και, ιδιαίτερα, εκείνες που τολμούν να διεκδικήσουν ένα μικρό έστω κομμάτι της δημόσιας σφαίρας της ζωής. Κλασικό παράδειγμα η ζωγράφος Ελένη Αλταμούρα. Παρήγορη εξαίρεση η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου.

Εν πάσει περιπτώσει, η δευτεροβάθμια εκπαίδευση των κοριτσιών είναι ιδιωτική, λειτουργεί με βάση τα πρότυπα της Δύσης και τα πρώτα παρθεναγωγεία ιδρύονται από αλλοδαπούς/ές, αν και σύντομα στον τομέα αυτόν θα δραστηριοποιηθεί και η Ελληνική Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία. Σκέψεις και προτάσεις Υπουργών «περί ιδρύσεως ελληνικών σχολείων κορασίδων», ήδη από το 1840, συναντούν τη σθεναρή αντίδραση των πολιτειακών και ευρύτερα των κοινωνικών παραγόντων. Και είναι ενδιαφέρον ότι την περίοδο αυτή η Ελλάδα υπερηφανεύεται για το υψηλό ποσοστό φοίτησης μαθητών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση της σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Το ότι η συμμετοχή των κοριτσιών κυμαίνεται μόλις στο 3,5 – 6% δεν φαίνεται ούτε να ξαφνιάζει ούτε να ενοχλεί. Η Εκπαίδευση είναι γένους αρσενικού κι αυτό αποτελεί την επίσημη κρατική επιλογή. Άλλωστε, ο χώρος της εκπαίδευσης είναι περιοχή όπου το έμφυλο όριο παρουσιάζει μοναδική αντοχή και εξαιρετικά περιορισμένη ευλυγισία. Η παρεχόμενη εκπαίδευση στα παρθεναγωγεία είναι υποβαθμισμένη σε σχέση με αυτή των Ελληνικών Σχολείων και όσον αφορά στη χρονική της διάρκεια και όσον αφορά στο περιεχόμενο σπουδών. Αποτυπώνεται δε με σαφήνεια στον κανονισμό του Λυκείου και Παρθεναγωγείου που συντάσσει ο Β. Γεννηματάς- «να παρασκευάσωμεν τους μεν παίδας χρηστούς πολίτας, τα δε κοράσια φρονίμους δεσποινίδας και αρίστας μητέρας». Τα δευτεροβάθμια σχολεία θηλέων ιδρύονται σε αστικά κέντρα, είναι ιδιωτικά και ταξικά προσδιορισμένα. Φοιτούν σ’ αυτά κόρες εύπορων οικογενειών, αν και η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία τουλάχιστον, χορηγεί ικανό αριθμό υποτροφιών, γεγονός που επιτρέπει τη φοίτηση και σε κορίτσια μικροαστικών στρωμάτων. Η μόρφωση που παρέχεται είναι καλλιτεχνικοφιλολογική με έμφαση στις ξένες γλώσσες, τα οικοκυρικά και τα χειροτεχνήματα, ό,τι δηλαδή απαιτείται «δια να καταστήσουν τας παιδευομένας καλάς θυγατέρας και οικοδέσποινας». Τα εύπορα κορίτσια θα αξιοποιήσουν αυτή τη μόρφωση ως είδος προίκας. Τα μη εύπορα κορίτσια θα τη χρησιμοποιήσουν για Βιοπορισμό, αφού δύο είναι τα επαγγέλματα που -τις πρώτες δεκαετίες τουλάχιστον- μπορούν να ασκήσουν οι γυναίκες: Της υπηρέτριας και της δασκάλας (ή γκουβερνάντας).

Η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία ιδρύει -στο πλαίσιο πάντοτε των παρθεναγωγείων- Διδασκαλείο, υποβαθμισμένο χρονικά και ως προς το περιεχόμενο σπουδών σε σχέση με αυτό των δασκάλων. Πρωταρχικός του στόχος να ολοκληρώσει πρώτα την εκπαίδευση της οικοδέσποινας και δευτερευόντως να δημιουργήσει δασκάλες. Πάντως, ως το 1886 ενώ αποφοιτούν 2004 δασκάλες είναι διορισμένες μόλις 175. Διδάσκουν σε σχολεία θηλέων -καθώς ήδη από το 1852 έχει καταργηθεί το μεικτό αρχικό σχολείο- και θα χρειασθούν πολλές δεκαετίες για να μπορέσουν να προαχθούν και αυτές στο βαθμό του επιθεωρητή Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Η οικονομία του χρόνου δεν επιτρέπει εκτενή αναφορά στον κοινωνικό και εθνικό ρόλο των ελληνίδων διδασκαλισσών, αυτών των δεκατετράχρονων κοριτσιών με την υποβαθμισμένη μόρφωση. Αρκεί να θυμηθούμε πως στέλνονταν όχι μόνο σε ημιάγριες περιοχές της υπαίθρου, αλλά και σε υπόδουλες περιοχές, με έντονο το ελληνικό στοιχείο. Δεν ήταν λίγες εκείνες που πλήρωσαν με τη ζωή τους την πατριωτική τους δράση, την ίδια στιγμή που το ελληνικό κράτος τις αντιμετώπιζε, λόγω του φύλου τους, ως «δια βίου» ανήλικες και ανίκανες. Ταυτόχρονα, παραμένει άγνωστη η προσφορά τους στη διαμόρφωση της νεότερης ελληνικής κοινωνικής συνείδησης. Ειδικότερα, εμείς οι γυναίκες -όσες τουλάχιστον το γνωρίζουμε- στρέφουμε με ευγνωμοσύνη τη σκέψη προς αυτές, που δημιούργημα τους υπήρξε ο πρώτος και ο δεύτερος κύκλος του ελληνικού φεμινισμού. Με την ίδια ευγνωμοσύνη στεκόμαστε μπροστά στη συγκλονιστική κοινωνική – πατριωτική τους δράση που θα συνεχιστεί στη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης και της Ελεύθερης Ελλάδας, δράση που εξακολούθησε ως τις μέρες μας η Ελένη Φωκά στα κατεχόμενα της Κύπρου. Οφείλουμε, ωστόσο, να ομολογήσουμε πως δεν ήταν μόνες τους, καθώς υπάρχουν και οι υποστηρικτές της «γυναικείας παιδεύσεως», οι οποίοι, μάλιστα, αντλούν επιχειρήματα και από την ανάπτυξη της Μεγάλης Ιδέας. Προσδοκώντας τον Νέου Τύπου Έλληνα για την Ελλάδα που ονειρεύονται, ζητούν από τις Ελληνίδες να είναι έτοιμες και ικανές να τον αναθρέψουν με τα οράματα της Μεγάλης Ιδέας και να του μεταβιβάσουν την εθνική παράδοση και συνείδηση: «Ελληνίς η δεδιδαγμένη την ιστορίαν της πατρίδος της, η γνωρίζουσα το Αρχαίον μεγαλείον της Ελλάδος θα είναι προδήλως τελειότερα της απαιδεύτου, δυσκολότερον θα παρεκτρέπεται και θα κυβεύσει την υπόληψίν της»· Κορυφαίος υποστηρικτής αυτής της άποψης ο Κ. Παλαμάς, ποιήματα του οποίου αν δεν είναι «φεμινιστικά», όπως βιάστηκαν κάποιοι να τα χαρακτηρίσουν, είναι οπωσδήποτε βαθύτατα «φιλογυναικεία».

Η ελληνική πολιτεία σύρεται κυριολεκτικά στο να επιτρέψει την είσοδο των γυναικών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Άλλωστε, εκεί προς το τέλος του αιώνα, οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες έχουν οδηγήσει αρκετές χιλιάδες γυναικών στην αγορά εργασίας, κυρίως στη βιομηχανία-βιοτεχνία, έχουν ήδη διαμορφωθεί χώροι για την επαγγελματική τους κατάρτιση -προϊόντα γυναικείων και φιλανθρωπικών οργανώσεων- ενώ στην πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα οι γυναίκες εισέρχονται στις Δημόσιες Υπηρεσίες (Τηλεπικοινωνίες). Η πρώτη ελληνίδα φοιτήτρια είναι η Ιωάννα Στεφανόπολι. Οι λίγες τολμηρές κοπέλες που την ακολούθησαν -με κοινό χαρακτηριστικό τους εύπορους, μορφωμένους και «φωτισμένους» γονείς- αντιμετώπισαν την αδιαφορία της πολιτείας. Αντιμετώπισαν ακόμα την προκατάληψη των πανεπιστημιακών, τη χλεύη των μαγγουροφόρων συμφοιτητών τους και χρειάστηκαν μέγα ψυχικό σθένος για να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Αρκετές απ’ αυτές συνέχισαν σε ξένα πανεπιστήμια, κάποιες 2-3 θέλησαν να αξιοποιηθούν τους επιστημονικούς τους τίτλους προς όφελος του ελληνικού πανεπιστημίου. Αναγκάστηκαν να τραπούν σε άτακτη φυγή. Ίσως να τις παρηγόρησε το γεγονός ότι τις δέχθηκαν σε ξένα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.

Ο νέος αιώνας ανατέλλει ενθαρρυντικός, όσον αφορά στη στοιχειώδη εκπαίδευση των κοριτσιών, η συμμετοχή των οποίων φτάνει το 25% περίπου του μαθητικού πληθυσμού. Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν σημειώνεται ουσιαστικά βελτίωση και το ποσοστό μόλις που κυμαίνεται στο 4-4,5%, ενδεικτικό του αργού και Βασανιστικού τρόπου αλλαγής της συλλογικής συνείδησης, σε ό,τι αφορά στην εκπαίδευση των γυναικών. Απόηχοι αυτής της καθυστέρησης υπάρχουν και στις μέρες μας, αφού στην Ελλάδα εξακολουθούν να είναι αναλφάβητες περισσότερες από 300.000 γυναίκες.

 

Share

Ο υστερικός παροξυσμός και η θηλή του διαβόλου

του Κοσμά Κέφαλου

Το προπατορικό αμάρτημα, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, διαπράχθηκε όταν οι πρωτόπλαστοι, παρακούοντας τις εντολές, γεύτηκαν καρπό από το δέντρο της Γνώσης του Καλού και του Κακού. Η Βίβλος, άλλωστε, χαρακτηρίζει την ερωτική πράξη καθοριστικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης και την παρουσιάζει ως θείο δώρο.

Από τον 4ο μ.Χ. αιώνα το προπατορικό αμάρτημα ταυτίζεται με τη σαρκική πράξη. Ρήτορες και δάσκαλοι του Χριστιανισμού θεωρούν την ερωτική συνεύρεση «πράξη επονείδιστη» (Τερτυλλιανός), «ρυπαρή και ταπεινωτική» (Αρνόβιος), «βέβηλη» (Αγ. Αμβρόσιος) και «ανάρμοστη» (Αγ. Μεθόδιος).

Επιχειρείται να μπει ταφόπλακα στην ελευθερία που απολάμβαναν οι Έλληνες από την αρχαιότητα (ο πρώτος πολιτισμός που μεθόδευσε την επιδίωξη της ηδονής), οι Αιγύπτιοι (όπου ο ερωτισμός συνέπαιρνε τα ημίγυμνα κορμιά στις όχθες του Νείλου), οι Ρωμαίοι, αλλά και να υπάρξει σαφής αντιδιαστολή με το Κοράνι (αξιοπρόσεκτη εύνοια της γυναικείας σεξουαλικότητας), καθώς και με την προνομιούχο θέση της ερωτικής πράξης στην Ανατολή.

Το διαχρονικό ερωτικό εγχειρίδιο Κάμα Σούτρα περιγράφει ποικίλες στάσεις και τρόπους προσέλκυσης ερωτικού συντρόφου, αλλά επικεντρώνεται στον οργασμό του άνδρα.

Ο γυναικείος οργασμός παρέμεινε για αιώνες θέμα έρευνας, αν και οι αρχαίοι μας πρόγονοι θα βάλουν τους θεούς του Ολύμπου να τσακώνονται για το αν η γυναίκα απολαμβάνει περισσότερο την ερωτική πράξη.

Ο Ιπποκράτης διατύπωσε την άποψη ότι το έμβρυο είναι αποτέλεσμα της ένωσης του σπέρματος του άνδρα και της γυναίκας (η οποία πρέπει να ικανοποιηθεί σεξουαλικά για να ανταποκριθεί), κάτι που αντέκρουσε ο Αριστοτέλης.

Τον 2ο μ.Χ. αιώνα ο Έλληνας γιατρός Γαληνός ασπάζεται τις θεωρίες του Ιπποκράτη, ωστόσο ο Μεσαιωνισμός θα τις απορρίψει. Η σεξουαλικότητα των γυναικών θα ταυτιστεί με τον Διάβολο, αλλά και πολύ αργότερα η Βικτωριανή ηθική θα αντιμετωπίσει τον γυναικείο οργασμό σαν ασθένεια και θα τον ονομάσει «υστερικό παροξυσμό». Ακόμα και στην μεταμεσαιωνική Ευρώπη, η ευμεγέθης κλειτορίδα, η «θηλή του διαβόλου», έπρεπε να αφαιρεθεί…

Ωστόσο η επιστήμη, από τον 12ο αιώνα, επιμένει στην ύπαρξη θηλυκού σπέρματος, ισοδύναμου με το ανδρικό. Οι θεολόγοι δέχονται ότι για να «εκσπερματίσει» η γυναίκα πρέπει να νιώσει ηδονή. Μέσα από καθαρά ανδρική θεώρηση δημιουργείται η παραδοχή του γυναικείου οργασμού!

«Η επιθυμία για συνουσία είναι η ευφυΐα του γένους» θα γράψει ο Σοπενχάουερ, σηματοδοτώντας την αρχή μιας περιόδου ελευθερίας γύρω από τα σεξουαλικά ζητήματα. Αργά αλλά σταθερά απενοχοποιείται η ομοφυλοφιλία, παύει να είναι αντικείμενο χλεύης ο αυνανισμός, παύουν να αποτελούν ταμπού τα όποια σεξουαλικά προβλήματα και αρχίζουν να συζητιούνται.

Οι κάτοικοι σε μεγάλο μέρος του πλανήτη απολαμβάνουν τον έρωτα (δυστυχώς, όχι παντού: σε κάποιες χώρες πρέπει να διανυθεί μεγάλη απόσταση, αφού πρώτα καταργηθούν το δουλεμπόριο, η μειονεκτική θέση της γυναίκας, ο ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων, η παιδική πορνεία και τόσα άλλα), η σεξουαλικότητα αποτελεί αντικείμενο ερευνών (πιστεύεται ότι ο άνδρας σκέπτεται το σεξ κάθε 7 δευτερόλεπτα και ότι ο γυναικείος οργασμός επηρεάζει 30 διαφορετικά μέρη του εγκεφάλου!), ενώ (ως δείγμα μοναξιάς;) καταγράφονται όλο και περισσότερες περιπτώσεις οργασμού ύστερα από όνειρα σεξουαλικού περιεχομένου.

Αν ξεφυλλίσετε το ημερολόγιό σας, μην αντιμετωπίσετε με ειρωνική διάθεση τη σημερινή παγκόσμια ημέρα οργασμού.

Πηγή: Αυγή

 

Share

Bella ciao

του Βασίλη Μουλόπουλου

Γνώρισα τη Φράνκα Ράμε στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Ρώμη, κινηματοθέατρο στην εργατική συνοικία Τιμπουρτίνα.

«Το φθινόπωρο του ’68 με τον Ντάριο αποφασίζουμε να εγκαταλείψουμε το παραδοσιακό θεατρικό κύκλωμα θέατρο επίσημα και να διαθέσει το έργο μας, τη ζωή μας -και δεν υπερβάλλω- στο κομμάτι εκείνο του κοινού που συνήθως αγνοείται από το επίσημο θέατρο: εργάτες, νοικοκυρές, φοιτητές, αγρότες. (…) Να τεθούμε στη διάθεση της τάξης στη οποία αισθανόμαστε ότι ανήκαμε. Στο προλεταριάτο. Τα έσοδα πήγαιναν συχνά σε κατειλημμένα εργοστάσια» (από το ημερολόγιο της Φράνκα Ράμε).

Εκείνη την ημέρα του ’70 τα έσοδα από την παράσταση θα πήγαιναν στην ελληνική αντίσταση και η Φράνκα αγωνιούσε για το ποσό που θα συγκεντρωνόταν.

Την παρατηρούσα πάνω στη σκηνή και έξω από τη σκηνή. Παθιασμένη, ειρωνική, μαγευτική, πλάι στον σύντροφο της “στη ζωή και στην τέχνη”.

Η Φράνκα Ράμε ήταν όμορφη με τον παραδοσιακό τρόπο. Ξανθιά, με καμπύλες και γεμάτο στήθος. Αλλά περιέφερε τα προσόντα της με μια σεμνότητα αλαζονική, τα χρησιμοποιούσε για να τα αντιστρέψει, για να διαλύσει τα γυναικεία στερεότυπα.

Με τη ευφυΐα της, την ευαισθησία της, την ειρωνεία της αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των γυναικών αλλά και όλων «της γης των κολασμένων».

«Οι γυναίκες αμείβονται πολύ λιγότερο από τους άνδρες και έχουν πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες να κάνουν καριέρα, εκτός και αν είναι πολύ νέες, έχουν στρογγυλά και μεγάλα βυζιά και κώλο που να ακουμπάει στους ώμους. Κάποια πονετική ψυχή μάς όρισε ως το άλλο μισό του ουρανού. Εγώ δεν αισθάνθηκα ποτέ έτσι, δεν θέλησα ποτέ τα πάντα για μένα. ‘Οοοοχι, κάτι τόσο πολύ μεγάλο. Νομίζω ότι για να αλλάξει αυτή η κοινωνία δεν αρκεί να είναι το μισό του ουρανού. Είναι απαραίτητο να μην χάνεις ποτέ την αξιοπρέπειά σου και τον σεβασμό των άλλων. Κυρίως των ανδρών. Να περπατάς με το χέρι στο χέρι του συντρόφου σου και, αν χρειάζεται, πού και πού, να τους τραβάς μια κλωτσιά στα δόντια και να τους δίνεις ένα φιλάκι στη μύτη». (Συνέντευξη στη Lara Rongoni).

Η Φράνκα Ράμε ήταν μια μαχητική φεμινίστρια και μια συντρόφισσα που ποτέ δεν συμβιβάστηκε, ποτέ δεν παραδόθηκε, πληρώνοντας σκληρά αυτή τη στάση της. Το 1973 μια ομάδα φασιστών την απήγαγε, τη βίασε και τη βασάνισε. Δεν λύγισε, χρησιμοποίησε τον βιασμό της ως όπλο κατά της βίας στις γυναίκες γράφοντας ένα θεατρικό έργο. Τον «Βιασμό».

“Ευχαριστώ, Franca” ήταν ο αποχαιρετισμός που ακούστηκε από χιλιάδες γυναίκες που τη συνόδευσαν στην τελευταία πορεία της, όπως γράφει ο ιταλικός Τύπος. Ευχαριστώ. Για τη δύναμη. Για την αξιοπρέπεια και το θάρρος να καταγγείλει, να διηγηθεί, να ουρλιάξει τον πόνο και την ταπείνωση του βιασμού.

Εγώ θέλω να την αποχαιρετήσω κρατώντας την εικόνα που ονειρεύτηκε η ίδια πρόσφατα στο ημερολόγιό της. “Σκέφτομαι την κηδεία μου και χαμογελάω. Γυναίκες, πολλές γυναίκες, όλες όσες βοήθησα, όλες όσες με βοήθησαν, φίλες και εχθρές… ντυμένες στα κόκκινα να τραγουδούν ‘bella ciao'”.

Πηγή: Αυγή

 

Περισσότερα

Πέθανε η ηθοποιός Φράνκα Ράμε

 

Share

Έναν αιώνα μετά, οι σουφραζέτες εμπνέουν ακόμα

 Η διάσημη σουφραζέτα Κρίσταμπελ Πάνκχερστ, διεκδικεί το δικαίωμα ψήφου για τις γυναίκες, στην Πλατεία Ταφάλγκαρ του Λονδίνου, το 1908.

 

Καθώς διογκώνεται στις μέρες μας το κίνημα πολιτικής διαμαρτυρίας Femen, με τις γυμνόστηθες ακτιβίστριες να κάνουν αισθητή την παρουσία τους απ’ τον αραβικό κόσμο και την Ευρώπη μέχρι τη Ρωσία, οι ρίζες του φεμινισμού αποκαλύπτονται βαθιές και ανθεκτικές στο χρόνο. Έναν αιώνα μετά τον θάνατο της Έμιλι Ντέιβισον, μιας  από τις εμβληματικότερες σουφραζέτες που πέρασαν από τη Βρετανία και συνέβαλαν δραστικά στο αποκτήσουν οι Βρετανίδες δικαίωμα ψήφου, εκείνες οι ψυχωμένες «γιαγιάδες» φαίνεται να έχουν ακόμη πολλά να διδάξουν στην συνεχιζόμενη μάχη των γυναικών για ισότητα.

Περίπου τέτοιες μέρες πριν από 100 χρόνια, στις 4 Ιουνίου 1913, η Ντέιβισον τραυματίστηκε θανάσιμα προσπαθώντας να σταματήσει την άμαξα του βασιλιά της Αγγλίας για να του μιλήσει, μετά από μια ολόκληρη ζωή φεμινιστικού  αγώνα.

Σε ένα κίνημα που χαρακτηρίζεται από τολμηρές πράξεις, η γενναιότητα της Ντέιβισον ήταν εκπληκτική. Έναν αιώνα αργότερα, οι γυναίκες έχουν κερδίσει το δικαίωμα ψήφου στις περισσότερες χώρες, όμως η φεμινιστική επανάσταση συνεχίζεται. Ακτιβίστριες από ολόκληρο τον κόσμο μάχονται για ίση πολιτική εκπροσώπηση, για να τεθεί τέλος στην φτώχεια των γυναικών, για να γλιτώσουν από την σεξουαλική βία, για να αποκτήσουν έλεγχο επί του σώματός τους, και τελικά για να αναγνωριστούν οι γυναίκες ως ανθρώπινα όντα.

Συχνά, το γεγονός ότι οι γυναίκες στη δημόσια ζωή σπανίζουν συχνά αποδίδεται σε έλλειψη αυτοπεποίθησης και σε πολλές περιστάσεις οι σουφραζέτες αναγκάστηκαν να παλέψουν ενάντια στον φόβο του να μιλήσουν ενώπιον ενός εχθρικού κοινού και χρειάστηκε όχι μόνο να βρουν την φωνή τους, αλλά και να την χρησιμοποιήσουν. «Την πρώτη φορά που πούλησαν την εφημερίδα η «Ψήφος των Γυναικών» στο Πικαντίλι του Λονδίνου, ένιωθα ότι κάθε μάτι με τρυπούσε σαν στιλέτο και έλπιζα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Παρόλα αυτά, αυτή η αίσθηση αποδυναμώθηκε.», είχε δηλώσει η βρετανίδα σουφραζέτα Κίτι Μάριον.

Από την άλλη, οι σουφραζέτες χρειάστηκε να σπάσουν τα στεγανά του γυναικείου ιδεώδους της εποχής τους, που τους ζητούσε να είναι πειθήνιες, περιποιητικές και γλυκές. Όμως, όμως έγραψε το 1991 ο Φρεντ Πέθικ Λόρενς, ο οποίος πολεμούσε στο πλευρό της συζύγου του Έμελιν για το γυναικείο δικαίωμα στην ψήφο, «τίποτε δεν έχει καθυστερήσει περισσότερο την πρόοδο της ανθρώπινης φυλής από την εξύμνηση της υποχωρητικότητας  σε υψηλή και ευγενή αρετή».

Όποιος ή όποια διατηρεί ιστολόγιο σχετικά με τον φεμινισμό γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει να δέχεσαι λεκτική επίθεση και αυτό είναι σίγουρα κάτι που γνώριζαν οι σουφραζέτες, καθώς λάμβαναν  συχνά προσβλητικές επιστολές, αλλά και επιθέσεις. Ο μόνος τρόπος να  τις αντιπαρέλθουν ήταν να πάρουν δύναμη από τους επιτιθέμενους: ακριβώς η αντίδραση ενάντια στις φεμινίστριες είναι που δικαιώνει το φεμινιστικό κίνημα.

Ένα άλλο δίδαγμα από τις σουφραζέτες του περασμένου αιώνα είναι ότι η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς. Κατά τη διάρκεια της δράσης τους, περίπου 1,000 σουφραζέτες φυλακίστηκαν στη Βρετανία και πολλές κατέβηκαν σε απεργία πείνας, με αποτέλεσμα να υποστούν τις βάρβαρες τεχνικές της εποχής για αναγκαστική λήψη τροφής. Το 1913, εισήχθη στη Βρετανία μια νομοθεσία που όριζε ότι αν μια φυλακισμένη σουφραζέτα κατέβαινε σε απεργία πείνας, θα μπορούσε να συνεχίσει μέχρι του σημείου της «εξαΰλωσης», έπειτα απελευθερωνόταν για να ανανήψει στο σπίτι της και μόλις συνερχόταν θα επέστρεφε στη φυλακή για να εκτίσει το υπόλοιπο της θητείας της, μια πρακτική που θα μπορούσε να επαναληφθεί όσες φορές άντεχε η φυλακισμένη. Όμως οι σουφραζέτες, δεν κάμφθηκαν, συνέχισαν τον αγώνα τους, παρά τις αντιδράσεις και τις άμεσες συνέπειες.

Ένα όπλο αυτών των αναμφίβολα τολμηρών γυναικών, ήταν η δημιουργικότητά τους,  καθώς συνεχώς σκαρφίζονταν νέους τρόπους να τραβήξουν την προσοχή των πολιτικών και του κοινού.  Σε μία περίσταση, δύο γυναίκες «ταχυδρομήθηκαν» σαν ανθρώπινες επιστολές προς την Ντάουνινγκ Στριτ, σε μία άλλη ανέβηκαν σε ένα πλοίο και ξεκίνησαν για την προβλήτα του Κοινοβουλίου, όπου 800 άτομα ήταν συγκεντρωμένα και έπαιρναν το τσάι τους. Όταν έφτασαν αρκετά κοντά, αποκάλυψαν δύο πανό, το πρώτο με λεπτομέρειες από την επικείμενη διαδήλωσή τους και το δεύτερο έλεγε «Υπουργοί ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτοι».

Το βασικότερο δίδαγμα όμως, πέραν της αλληλεγγύης μεταξύ των μελών μας φεμινιστικής οργάνωσης, είναι απλώς ποτέ να μην αποδέχονται την αποτυχία και να μην υποκύπτουν στις αντιξοότητες.

Πηγή: Βήμα

 

Share

Απεβίωσε η Ελένη Παμπούκη

Πέθανε χθες η Ελένη Παμπούκη γνωστή για την πρωτοποριακή δραστηριότητά της όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών στη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Είχε δημιουργήσει τη «Σελάνα», το πρώτο βιβλιοπωλείο για γυναικεία θέματα. Εξέδιδε το Ημερολόγιο των Γυναικών. Συνεργάστηκε με το Β΄Πρόγραμμα του ραδιοφώνου για την παρουσίαση του παιδικού βιβλίου. Κείμενά της είχαν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Δώρισε μεγάλο μέρος του προσωπικού της αρχείου στη Γενική Γραμματεία Ισότητας, εμπλουτίζοντας σημαντικά το Ιστορικό Αρχείο της Βιβλιοθήκης Θεμάτων Ισότητας και Φύλου, καθώς και στο Αρχείο Γυναικών “Δελφύς”.

Η κηδεία της θα γίνει στο μέρος που γεννήθηκε, στην παραλία Ακράτας, την Τετάρτη 5 Ιουνίου, στις 17:30, στον Ι.Ν. Μεταμορφώσεως Σωτήρος.

 

Αναγγελία Θανάτου

Την πολυαγαπημένη μας μητέρα, γιαγιά, αδερφή Ελένη Παμπούκη κηδεύουμε την Τετάρτη 5/6/2013 στον Ι.Ν. Μεταμορφώσεως Σωτήρος στην Παραλία Ακράτας

Τα παιδιά Κωσταντής, Τάνια, Μαρία, Νικόλας, Μαρίνα, Γιώργος

Τα εγγόνια Ελένη, Γιάννος, Αλίκη

Η αδερφή Ουρανία

 

Παράκληση αντί στεφάνου τα χρήματα να διατεθούν για ευπαθείς κοινωνικές ομάδες όπως

Ξενώνας φιλοξενίας γυναικών ΦΟΙΒΗ Χολαργός τηλ : 2106521500

Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης,  Εθνική τράπεζα αριθ. λογαριασμού 06429603381

 

Share

Πέθανε η ηθοποιός Φράνκα Ράμε

Πάντα αριστερή, πάντα μαχητική

Πέθανε σήμερα στο Μιλάνο σε ηλικία 84 ετών η Ιταλίδα ηθοποιός Φράνκα Ράμε, σύζυγος του σκηνοθέτη, ηθοποιού και λογοτέχνη Ντάριο Φο, βραβευμένου με Νόμπελ λογοτεχνίας. Η Φράνκα Ράμε είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο τον Απρίλιο του 2012 και από τότε η κατάσταση της υγείας της παρέμενε κρίσιμη.

Καταγόμενη από ιστορική οικογένεια θεατρανθρώπων, με ιδιαίτερη κλίση στο κουκλοθέατρο και τις μαριονέττες, η Φράνκα Ράμε είχε πρωτοεμφανιστεί στο θέατρο το 1924,  σχεδόν νεογέννητη, παίζοντας τον ρόλο του βρέφους. Το 1954 παντρεύτηκε τον Ντάριο Φο και τέσσερα χρόνια αργότερα ίδρυσαν τον θίασό τους στο Μιλάνο. Με τον θίασο La Comune δεν ανέβαζαν μόνο έργα, όπως τον «Τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού» και το «Δεν πληρώνω-δεν πληρώνω!», αλλά συμμετείχαν και στο κίνημα της αντι-πληροφόρησης, προκαλώντας το «κοινό» μικροαστικό αίσθημα, την μήνι των αρχών και της χριστιανοδημοκρατίας, την δικαιοσύνη (μηνύθηκαν πάμπολλες φορές, παραστάσεις τους απαγορεύθηκαν). Η καλλιτεχνική δημιουργία συμβάδιζε πάντα με την πολιτική και κοινωνική προσφορά τους. Αγκάλιασαν το κίνημα του Μάη του 1968 και ασπάσθηκαν τις ιδέες και διεκδικήσεις του φεμινιστικού κινήματος.

Πάντα στο πλευρό του συζύγου της στην καλλιτεχνική αλλά και πολιτική του στράτευση, έδωσε πολλές μάχες, συμμετέχοντας έντονα τα τελευταία χρόνια στον αγώνα κατά των βιασμών των γυναικών. Η ίδια είχε πέσει θύμα βιασμού, από μέρους νεοφασιστών, τo 1973. Το έγκλημα δεν εξιχνιάστηκε ποτέ και παραγράφηκε με την πάροδο 25 ετών. Μάλιστα, είχε την δύναμη, από την εμπειρία της αυτή, να γράψει κι έναν μονόλογο («Ο βιασμός»).

Πηγή: REDNotebook

Share

Σαν σήμερα οι Ελληνίδες αποκτούν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι

Στις 28 Μαΐου 1952 ο νόμος 2159, κατοχυρώνει το δικαίωμα της γυναίκας όχι μόνο να εκλέγει, αλλά και να εκλέγεται στις Δημοτικές και Βουλευτικές εκλογές. Παρόλα αυτά, οι Ελληνίδες δεν μπορούν να ψηφίσουν στις εκλογές του Νοέμβρη που ακολουθεί, αφού δεν έχουν ενημερωθεί οι εκλογικοί κατάλογοι. Στις επαναληπτικές εκλογές, ωστόσο, λίγους μήνες αργότερα, εκλέγεται στη Θεσσαλονίκη πρώτη γυναίκα βουλευτής στην ιστορία της Ελλάδας, η Ελένη Σκούρα.

Το 1844 πραγματοποιείται η Α΄ Εθνοσυνέλευση και ψηφίζεται το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας, το οποίο ορίζει στο άρθρο 3 ότι « οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου», ξεχνώντας παντελώς να αναφέρει τον υπόλοιπο πληθυσμό, ήτοι τις Ελληνίδες, οι οποίες είχαν μάλιστα προσφέρει ουκ ολίγα στον πόλεμο για την ανεξαρτησία από τον οθωμανικό ζυγό. Έτσι, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘20 θεωρούνταν δεδομένο ότι μόνον οι άνδρες είχαν δικαίωμα να μετέχουν στις εκλογικές διαδικασίες, ενώ η γυναικεία ψήφος θεωρείτο «πράγμα επικίνδυνον, άρα αποκρουστέον».

Το 1921 ο πρωθυπουργός Γούναρης επαναφέρει στη Βουλή την πρόταση για ψήφο των γυναικών αλλά προκαλούνται βίαιες αντιδράσεις από πολλούς πολέμιους της ιδέας. Η πρόταση επιστρέφει εκ νέου το 1924 και μετά από ακόμα πέντε χρόνια διαμάχης, υπερψηφίζεται και με Προεδρικό Διάταγμα. Στις 5 Φεβρουαρίου 1930, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα (μόνο) του εκλέγειν για τις Ελληνίδες.

Δεν έλειπαν ωστόσο οι περιορισμοί, αφού το δικαίωμα ψήφου ίσχυε μόνο για τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές και αφορούσε μόνο στις εγγράμματες γυναίκες, που είχαν συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας τους. Έτσι, για πρώτη φορά οι γυναίκες ψήφισαν στις δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934. ΟΙ προκαταλήψεις, η μη εγγραφή στους καταλόγους και ο μεγάλος αριθμός αναλφάβητων γυναικών έχει ως αποτέλεσμα να ψηφίσουν μόλις 240 – 480 κυρίες.

Η Ελληνική Βουλή ψηφίζει το νόμο 2159 στις 28 Μαΐου 1952 ο οποίος παραχωρεί ίσα πολιτικά δικαιώματα στις γυναίκες. Ωστόσο δεν ασκείται το δικαίωμα στις προσεχείς εκλογές του Νοεμβρίου αφού δεν είχαν ενημερωθεί οι εκλογικοί κατάλογοι. Λίγους μήνες αργότερα, όμως, σε επαναληπτικές εκλογές που διεξήχθησαν στη Θεσσαλονίκη, εξελέγη η πρώτη γυναίκα βουλευτής. Πρόκειται για την Ελένη Σκούρα, του Ελληνικού Συναγερμού, η οποία μαζί με την Βιργινία Ζάννα, του Κόμματος Φιλελευθέρων, υπήρξαν οι πρώτες γυναίκες υποψήφιες για το βουλευτικό αξίωμα.

Σε βουλευτικές εκλογές, οι Ελληνίδες ψήφισαν για πρώτη φορά στις 19 Φεβρουαρίου 1956, οπότε η Λίνα Τσαλδάρη της ΕΡΕ και η Βάσω Θανασέκου της Δημοκρατικής Ένωσης κέρδισαν την είσοδό τους στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Μάλιστα η Λίνα Τσαλδάρη έγινε και η πρώτη γυναίκα υπουργός, αναλαμβάνοντας το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας στην κυβέρνηση Καραμανλή. Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια χρονιά εξελέγη και η πρώτη γυναίκα Δήμαρχος, η Μαρία Δεσύλλα στην Κέρκυρα. Πρέπει να περάσουν ακόμα δυο δεκαετίες, ώσπου το Σύνταγμα του 1975 να ορίσει επιτέλους ότι «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες είναι ίσοι».

Η Εφημερίδα Κυριών και η Καλλιρόη Παρρέν

Στον αγώνα για τη συμμετοχή των γυναικών στα πολιτικά πράγματα της χώρας, πρωτοστάτησε το φεμινιστικό κίνημα, με πιο σημαντική φωνή έκφρασης των διεκδικήσεων αυτήν της Καλλιρρόης Παρρέν, το γένος Σιγανού. Πρόκειται για την πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που δημοσιογράφησε και εξέδιδε από το 1887 και για 31 χρόνια την «Εφημερίδα των Κυριών». Η Εφημερίδα των Κυριών διατύπωνε από τον 19ο αι. το θαρραλέο σύνθημα «Ψήφος στη Γυναίκα» παρά τα ειρωνικά, υβριστικά, και απειλητικά σχόλια εναντίον της «αναρχικής» Καλλιρρόης Παρρέν από τον Τύπο της εποχής.

Η Καλλιρόη Παρρέν, αγωνίστηκε κατά της αμάθειας και των προλήψεων, εκφράζοντας έναν υγιή φεμινισμό που ζητούσε ισοτιμία των δύο φύλων και όχι αναστροφή ρόλων. Με την βοήθεια όμως κάποιων λιγοστών υποστηρικτών της, μεταξύ των οποίων και οι Κωστής Παλαμάς και Γρηγόρης Ξενόπουλος, η Παρρέν κατόρθωσε να επιβάλει τον διεκδικητικό λόγο της και να συνεχίσει τον αγώνα της για 31 συνεχή χρόνια, διακόπτοντας μόνον όταν το 1918 εξορίστηκε για περίπου 10 μήνες στην Ύδρα λόγω των πολιτικών της φρονημάτων.

Η Καλλιρόη Παρρέν, στην οποία ο Παλαμάς είχε αφιερώσει και ένα ποίημά του («Χαίρε γυναίκα της Αθήνας, Μαρία, Ελένη, Εύα. Να η ώρα σου. Τα ωραία σου φτερά δοκίμασε και ανέβα και καθώς είσαι ανάλαφρη και πια δεν είσαι σκλάβα προς τη μελλούμενη άγια γη πρωτύτερα εσύ τράβα και ετοίμασε τη νέα ζωή, μιας νέας χαράς υφάντρα και ύστερα αγκάλιασε, ύψωσε και φέρε εκεί τον άντρα…») εκπροσώπησε την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα την Ελλάδα σε διεθνή Συνέδρια Γυναικών στο Παρίσι, το Λονδίνο και το Σικάγο (1888, 1889, 1893, 1896, 1900).

Η Καλλιρόη Παρρέν, παρόλο που πέτυχε να πείσει τον πρωθυπουργό Δ. Γούναρη να τοποθετηθεί προσωπικά υπέρ την χορήγησης ψήφου στις γυναίκες, δεν πρόλαβε να δει την χορήγηση των ίσων εκλογικών δικαιωμάτων αφού πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 16 Ιανουαρίου 1940 στην Αθήνα. Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη στο 1ο Νεκροταφείο, όπου πέντε δεκαετίες αργότερα, στις 6 Ιουνίου 1992, έγιναν τα αποκαλυπτήρια προτομής της από τον Δήμο Αθηναίων.

Πηγή: tvxs

 

Share