Subscribe via RSS Feed

Tag: "ιστορία"

Η ιστορία του «ροζ τριγώνου». Με αφορμή τις νεοναζιστικές επιθέσεις σε ομοφυλόφιλους στο κέντρο της Αθήνας

Το άρθρο δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβρη 2012. Σήμερα, παγκόσμια ημέρα κατά της ομοφοβίας το αναδημοσιεύουμε.

του Χρήστου Χρυσανθόπουλου

Το ναζιστικό κράτος, σύμφωνα με τα λόγια του Αδόλφου Χίτλερ, είχε σκοπό «να προωθήσει τη νίκη του καλύτερου και ισχυρότερου και να απαιτήσει την υποταγή των κατωτέρων και ασθενέστερων». Με βάση την «επιστήμη» της ευγονικής- η μελέτη για τη βελτίωση της κληρονομικότητας μέσω επιλεκτικής αναπαραγωγής- οι Ναζιστικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι έχουν νόμιμο δικαίωμα να αναλάβουν δράση εναντίων όσων θεωρούσαν ότι θα έβλαπταν την «Άρια» φυλή. Οι Ναζί χρεώνουν στην ομοφυλοφιλία, την αποδυνάμωση της Γερμανίας με διάφορους τρόπους. Κατηγορήθηκαν για τη μείωση των γεννήσεων και θεωρήθηκε ότι θα μπορούσαν να φέρουν σε δύσκολη θέση το κράτος για τους ιδιοτελής τους σκοπούς καθώς, επίσης ήταν επικίνδυνοι για τη δημόσια ηθική και συνέβαλαν στην παρακμή της κοινότητας. Οι ομοφυλόφιλοι αντιμετωπίζονταν ως μια μολυσματική επιδημία για τους ευάλωτους νέους του έθνους. Για το καλό του κράτους, λοιπόν, οι Ναζί υποστήριξαν με θέρμη θεωρητικά και πρακτικά την εξάλειψη της ομοφυλοφιλίας. Η ευγονική λογική των Ναζιστών, προσπάθησε να αξιοποιήσει όλα τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις σχετικά με την ομοφυλοφιλία ώστε να βρει λαϊκό έρεισμα αυτή η επίθεση.

Η γερμανική ομοφυλοφιλική κοινότητα ένιωσε τον αντίκτυπο του νέου καθεστώτος τις πρώτες κιόλας εβδομάδες μετά το διορισμό του Χίτλερ ως καγκελάριου. Το Φεβρουάριο του 1933 η αστυνομία με τη συνδρομή και του στρατού έκλεισε όλα τα ομοφυλοφιλικά μπαρ και απαγόρευσε την κυκλοφορία και πώληση εντύπων σεξουαλικού περιεχομένου. Τους επόμενους μήνες όλα τα σημεία συγκέντρωσης ομοφυλόφιλων ανδρών και γυναικών έκλεισαν διαταράσσοντας έτσι την δημόσια ζωή τους. Στις 6 Μαρτίου 1933 Ναζιστικές ομάδες φοιτητών και άλλοι υποστηρικτές τους λεηλάτησαν το Ινστιτούτο Magnus Hirschfeld που δραστηριοποιούνταν στη μελέτη της σεξουαλικής επιστήμης και ήταν το πλέον ορατό σύμβολο του Βερολίνου σχετικό με τη σεξουαλική μεταρρύθμιση. Ανθρωπιστικές και άλλες οργανώσεις για τα δικαιώματα των ανθρώπων διαφορετικής σεξουαλικότητας σταμάτησαν τις δράσεις τους. Το 1934 ιδρύθηκε στην Γκεστάπο ένα ειδικό τμήμα σχετικά με τους ομοφυλόφιλους και διέταξε να συγκροτηθούν «ροζ λίστες» για όλη τη Γερμανία.

Στις 28 Ιουλίου 1935 εκδόθηκε, και τέθηκε σε εφαρμογή την 1 Σεπτεμβρίου 1935, το νέο αναθεωρημένο άρθρο 175 του γερμανικού ποινικού κώδικα που τόνιζε ότι οι «άσεμνες περιπτύξεις» μεταξύ αντρών αποτελούσαν εγκληματική ενέργεια. Η αναθεώρηση του νόμου άνοιξε το δρόμο σε νέες δικαστικές ερμηνείες και στη γενική ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας. Μέχρι το 1938, τα γερμανικά δικαστήρια έκριναν ότι κάθε επαφή μεταξύ ανδρών θεωρείται σεξουαλική πρόθεση, ακόμη και το κοίταγμα ή το άγγιγμα θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για τη σύλληψη και την καταδίκη των εμπλεκομένων. Οι συλλήψεις, αρχικά, γίνονταν με επιλεκτικές εφόδους της αστυνομίας σε σπίτια ομοφυλοφίλων, που στη συνέχεια εξελίχθηκε σε μια ευρεία πρακτική. Οποιοσδήποτε ήταν ύποπτος για παράβαση του άρθρου 175 θα έπρεπε να ανακριθεί, πολύ συχνά με τη χρήση βίας και να φωτογραφηθεί. Κάτω από μεγάλη ψυχολογική και σωματική πίεση οι συλληφθέντες αναγκάζονταν να δώσουν ονόματα και διευθύνσεις άλλων γνωστών τους ομοφυλόφιλων. Συχνά μετά τις εφόδους της Γκεστάπο σε σπίτια υπόπτων, ο εντοπισμός μιας ατζέντας με ονόματα και διευθύνσεις ήταν αρκετό στοιχείο για να οδηγήσει αρκετό κόσμο στη φυλακή. Οι ομολογίες και οι δηλώσεις των υπόπτων γίνονταν ύστερα από εξαιρετική σωματική πίεση και δεδομένου ότι όλοι «ομολογούσαν» το έγκλημά τους, δεν είχαν το δικαίωμα δεύτερης ακρόασης ή μιας δίκαιης δίκης για την περίπτωση τους.

Μεταξύ 1933 και 1945 υπολογίζεται ότι 100.000 ομοφυλόφιλοι συνελήφθησαν και από αυτούς περίπου οι 50.000 καταδικάστηκαν. Οι περισσότεροι από αυτούς πέρασαν τα χρόνια τους στις φυλακές και περίπου 10.000 βρίσκονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Δεν γνωρίζουμε πόσοι από αυτούς εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης αλλά οι μελετητές εκτιμούν ότι το 60% των συγκεντρωμένων θανατώθηκαν. Όλοι οι κρατούμενοι των στρατοπέδων φορούσαν διακριτικά σύμβολα στις στολές τους. Οι καταδικασμένοι για ομοφυλοφιλία στην αρχή διακρίνονταν με μια μαύρη κουκίδα και την ένδειξη 175 στο πίσω μέρος των χιτωνίων τους και στη συνέχεια έκανε την εμφάνιση του το «ροζ τρίγωνο» πάνω στις στολές τους.  Οι συνθήκες διαβίωσης στα στρατόπεδα ήταν άθλιες και πολύ έχασαν τις ζωές τους από πείνα, εξάντληση, έκθεση στο κρύο και βάναυση μεταχείριση. Οι άντρες με τα ροζ τρίγωνα αντιμετωπίζονταν ιδιαίτερα αυστηρά από τους φύλακες αλλά και τους άλλους κρατούμενους των στρατοπέδων, εξαιτίας των ευρέως διαδεδομένων προκαταλήψεων σχετικά με αυτούς. Όπως ισχύει και με άλλους κρατούμενους πολλοί ομοφυλόφιλοι ήταν θύματα σκληρών ιατρικών πειραμάτων. Ο ιατρός Carl Vaernet, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ, δημιούργησε ένα πείραμα και πραγματοποιούσε εγχειρίσεις εισαγωγής μια κάψουλας τεστοστερόνης με σκοπό να μετατρέψει τις ομοφυλοφιλικές σεξουαλικές προτιμήσεις των κρατουμένων σε ετεροφυλοφιλικές. Πολλοί ομοφυλόφιλοι, επίσης, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού τους, ευνουχίστηκαν.

Στις αρχές του 1945, με τη σταδιακή ήττα και υποχώρηση του Ναζισμού στην Ευρώπη, εκατοντάδες χιλιάδες των κρατουμένων στρατοπέδων συγκέντρωσης απελευθερώθηκαν. Η Συμμαχική Στρατιωτική κυβέρνηση της Γερμανίας καταργεί πολλούς νόμους και διατάγματα. Αμετάβλητη, ωστόσο, έμεινε η από του 1935 ναζιστική αναθεώρηση του άρθρου 175. Κάποιοι ομοφυλόφιλοι συνέχισαν να βρίσκονται στις φυλακές, ανεξάρτητα από το χρόνο που ήταν έγκλειστοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η ναζιστική εκδοχή του άρθρου 175 παρέμεινε στα βιβλία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Δυτική Γερμανία), έως ότου ο νόμος αναθεωρήθηκε το 1969 για την αποποινικοποίηση των ομοφυλοφιλικών σχέσεων μεταξύ ανδρών άνω των 21 ετών.

Οι συνεχείς νομικές και κοινωνικές απαγορεύσεις κατά της ομοφυλοφιλίας στην Γερμανία παρεμπόδιζαν την αναγνώριση των Ναζιστικών ομοφυλόφιλων θυμάτων. Τον Ιούνιο του 1956, σύμφωνα με τον ομοσπονδιακό νόμο για τα θύματα του εθνικοσοσιαλισμού και την Αποκατάσταση της Δυτικής Γερμανίας  οι ομοφυλόφιλοι έγκλειστοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να λάβουν αποζημίωση. Η πρώτη δημόσια αναφορά στη μνήμη των ομοφυλόφιλων που δολοφονήθηκαν από τους Ναζί, πραγματοποιήθηκε στις 8 Μαΐου του 1985 στην ομιλία του Προέδρου της Δυτικής Γερμανίας, Richard von Weizscker, για την τεσσαρακοστή επέτειο από το τέλος του πολέμου. Τέσσερα χρόνια μετά την επανένωση, η Γερμανική Κυβέρνηση κατήργησε το άρθρο 175. Το Μάιο του 2002, το γερμανικό κοινοβούλιο συμπλήρωσε την νομοθεσία για την απονομή χάριτος σε όλους τους ομοφυλόφιλους που καταδικάστηκαν βάσει του άρθρου 175 κατά τη διάρκεια του Ναζισμού.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Beck, Gad, An Underground Life: Memoirs of a Gay Jew in Nazi Berlin, Madison: University of Wisconsin Press, 1999

Giles, Geoffrey J., «Legislating Homophobia in the Third Reich: The Radicalization of Prosecution against Homosexuality by the Legal Profession», German History 23, no. 3 (2005): 239-254

Giles, Geoffrey J., Why Bother About Homosexuals?: Homophobia and Sexual Politics in Nazi Germany, Washington, DC: United States Holocaust Memorial Museum, 2001

Herzog, Dagmar (ed), «Sexuality and German Fascism», Special issue, Journal of the History of Sexuality 11, nos. 1/2 (January/April 2002)

Hirschfeld, Magnus, The Homosexuality of Men and Women, Amherst, NY: Prometheus Books, 2000

Oosterhuis, Harry, Hubert Kennedy (ed), Homosexuality and Male Bonding in Pre-Nazi Germany: The Youth Movement, the Gay Movement, and Male Bonding before Hitler’s Rise: Original Transcripts from Der Eigene, the First Gay Journal in the World, New York: The Haworth Press, 1991

Plant, Richard, The Pink Triangle: The Nazi War Against Homosexuals, New York: H. Holt, 1986

Seifert, Dorthe. «Between Silence and License: The Representation of  The National Socialist Persecution of Homosexuality in Anglo-American Fiction and Film», History & Memory, 15, no. 2 (2003): 94-129

Steakley, James D., The Homosexual Emancipation Movement in Germany, Salem, NH: Ayer Company Publishers, 1975

Tamagne, Florence, A History of Homosexuality in Europe: Berlin, London, Paris, 1919-1939, Volume I & II, New York: Algora, 2006

Young, Ian, Gay Resistance: Homosexuals in the Anti-Nazi Underground, Toronto: Stubblejumper Press, 1985

 

Πηγή: Λέσχη

 

Share

Μια μάντρα, ένα δέντρο, λίγος ήλιος: Χαρακτικά της Ζιζής Μακρή από τις Φυλακές Αβέρωφ, 1960-1961

 

Tην Τρίτη 14 Μαΐου, στις 8 το βράδυ, στην γκαλερί Astra, της Λένας Κουγέα, που τόσα και τόσο ωραία μας έχει προσφέρει, εγκαινιάζεται η έκθεση χαρακτικών και σχεδίων της Ζιζής Μακρή από τις Φυλακές Αβέρωφ (1960-1961). Τα έργα, καρπός της παραμονής της Μακρή στις φυλακές, μετά τη σύλληψή της για τη συμμετοχή της στην απόπειρα φυγάδευσης του στελέχους του ΚΚΕ Φώκου Βέττα, απεικονίζουν κυρίως τη ζωή των ποινικών κρατουμένων. Στην έκθεση παρουσιάζονται και άγνωστα αρχειακά τεκμήρια των γυναικών πολιτικών κρατουμένων (επιστολικά δελτάρια, χειροτεχνήματα, κάρτες) από τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ). Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι την 1η Ιουνίου, στην γκαλερί Astra (Καρυατίδων 8, Ακρόπολη, τηλ. 210-9220236, www.astragalerie.gr). Παράλληλα, τα ΑΣΚΙ και οι εκδόσεις Θεμέλιο, εξέδωσαν το βιβλίο Μια μάντρα, ένα δέντρο, λίγος ήλιος. Στην έκδοση, η οποία εικονογραφείται με τα χαρακτικά της έκθεσης, περιλαμβάνεται το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου Το δέντρο της φυλακής και οι γυναίκες, αφιερωμένο στη Ζ. Μακρή (σε ψηφιακή αναπαραγωγή από την έκδοση της Επιθεώρησης Τέχνης, το 1963) και κείμενα της Αμαλίας Ατσαλάκη, του Βαγγέλη Καραμανωλάκη, της Φώφης Λαζάρου και της Ζιζής Μακρή (συγκέντρωση, επιλογή, επεξεργασία αρχειακού υλικού: Αγγελική Χριστοδούλου). Δημοσιεύουμε μικρά αποσπάσματα από τα κείμενα της Φ. Λαζάρου και της Ζ. Μακρή.

 

Aπό το Μεταγωγών στη Φυλακή

της Ζιζής Μακρή

Ήταν ένας φίλος του Μέμου [Μακρή], τον οποίο κατά σύμπτωση τον είχαν βάλει να κάνει κάτι διορθώσεις στην εκκλησία, είχαμε μια μικρή εκκλησία, Φέρτης λεγόταν, ζωγράφος από την Σχολή. Αυτός μου έφερνε [κρυφά] λινόλεουμ, ξύλα και κάτι εργαλεία, τι εργαλεία, ήταν μόνο ένα μαχαιράκι και με αυτά τα έκανα όλα. Το λινόλεουμ ήταν λεπτό και τα κρύβαμε κάτω από το στρώμα.

Τις γυναίκες, τις ποινικές, τις ζωγράφιζα έξω στην αυλή, με αφήναν οι φύλακες και μετά έκανα στον θάλαμο την ξυλογραφία, αυτό ήταν που έκανα κρυφά… Σχεδίαζα τις ποινικές γιατί οι πολιτικές δεν είχαν γραφικότητα, οι ποινικές, για μένα τουλάχιστον –το μαντήλι, όλη η στάση–, ήταν κάτι εντελώς καινούριο. Αυτό με τράβηξε πολύ. Οι πολιτικές κρατούμενες ήταν γυναίκες όπως όλες οι γυναίκες του κόσμου. Δεν επέμεναν να τις ζωγραφίσω, τους είχα εξηγήσει από την αρχή ότι με ενδιέφεραν περισσότερο οι ποινικές, αλλά έκανα ένα-δυο σκίτσα.

Τα έργα τα έδειχνα στις συγκρατούμενές μου και στο τέλος ήμουν και τυχερή, γιατί η διευθύντρια της φυλακής κάτι είδε, κάτι υποψιάστηκε και εγώ δεν είπα τίποτα, γιατί έκανα πως δεν μιλούσα ελληνικά. Ο Φέρτης, όμως, της εξήγησε ότι ναι, σχεδιάζει τη ζωή εδώ και τις γυναίκες και, δεν ξέρω πώς κατάφερε, να την πείσει ότι είναι καλό αυτό που κάνω. Γιατί, της έλεγε, σε λίγο θα γκρεμιστούν και οι φυλακές Αβέρωφ και ο φοίνικας, δεν λυπόσαστε να μην έχετε καμία εικόνα από τον φοίνικα; Και είπε τελικά η διευθύντρια εντάξει, ας κάνει, αλλά θα πάρω το πρώτο αντίτυπο. Εγώ δεν έπρεπε να εκδηλώσω τη χαρά μου και έκανα ότι δεν καταλάβαινα. Όταν μου μετέφρασε ο Φέρτης, της είπα ευχαρίστως. Λοιπόν το πρώτο αντίτυπο, τυλιγμένο σε χαρτί εφημερίδας, της το πήγα και είπε αυτό για την προίκα της κόρης μου. Ήρθε μετά στην έκθεσή μου, της έστειλα πρόσκληση, τι χαρά που είχα που την είδα, γνώρισε και τον Μέμο, ήταν πολύ περήφανη που χάρη σ’ αυτήν ζωγράφιζα.

Ξέρω ότι εκείνη τη στιγμή που έκανα τα έργα στη φυλακή έδωσα όλο τον εαυτό μου, ξέρω ότι καλύτερα δεν μπορούσα να κάνω εκείνη την εποχή. Όλα τα αισθήματα που είχα τα έβαλα, το καλλιτεχνικό ήρθε σε δεύτερη μοίρα, ούτε το σκέφτηκα, ήθελα να εκφραστώ, πάει τελείωσε. Δεν ήταν δουλειά του εργαστηρίου, ήταν μια έκφραση με πολύ περιορισμένα υλικά και αυτό μάλιστα βγήκε και θετικό, δηλαδή να παλεύει κανείς με όσες δυνατότητες έχει. Ήθελα να έχω μπροστά μου μια δυσκολία, λίγα υλικά και πρέπει με αυτά να τα βγάλεις πέρα, το ξύλο και δύο χρώματα που είχα στη φυλακή, το πράσινο και το κόκκινο. Είχα κάποτε και το κίτρινο, δεν θυμάμαι από πού. Ήθελα να δείξω και μια αισιοδοξία, ήθελα και μια θετική άποψη της ζωής στα έργα μου.

 

Το καινούργιο στοιχείο

της Φώφης Λαζάρου

Μπαίνοντας στη φυλακή [η Ζιζή Μακρή] άλλαξε τη ζωή μας με κάποιο τρόπο. Εκτός από τον αέρα της κοινωνίας, που αυτόν θα τον έφερνε οποιαδήποτε θα έμπαινε στη φυλακή, η Ζιζή είχε ορισμένα χαρίσματα, και πιστεύω ότι θα τα έχει ακόμα: διηγιόταν θαυμάσια, η διήγησή της ήταν θαυμάσια, δηλαδή σου δημιουργούσε αμέσως μια εικόνα. Ήξερε τη γλώσσα, αλλά επειδή ήταν από γαλλικά η προφορά της, είχε μια τέτοια γοητεία, μια τέτοια χάρη που σε συνάρπαζε. Αυτό το πράγμα μας ενθουσίαζε. Όταν ήρθε έκανε τη Γαλλίδα και τα μιλούσε μπροστά στις υπαλλήλους, αλλά σε μας ελληνικότατα, τραγούδαγε, όλα αυτά. Ως τη δίκη το κράτησε — ότι δήθεν δεν μίλαγε ελληνικά. Εμείς ξέραμε από την αρχή ποια είναι, το είχαμε διαβάσει στις εφημερίδες και στην Αυγή.

Η Ζιζή είχε χιούμορ, πολύ χιούμορ. Μας έφερε ανάμεσα σε όλα και τραγούδια, καινούρια τραγούδια, ελληνικά, που εμείς δεν τα ξέραμε. Εγώ ήμουν μέσα χρόνια και δεν τα ήξερα. Και τα τραγούδαγε τόσο ωραία! Θα σας πω ένα που έλεγε, που δεν θυμάμαι πως αρχίζει, κάθε φορά που ξημερώνει δεκατρείς και αυτή το έλεγε δεκατγγγείς [με γαλλικό ρ], και όλα αυτά ήταν πάρα πολύ συναρπαστικά.

(Τα κείμενα προέκυψαν από τις συζητήσεις της Φώφης Λαζάρου και της Ζιζής Μακρή με τον Βαγγέλη Καραμανωλάκη και την Αγγελική Χριστοδούλου)

Πηγή: ενθέματα

 

Share

Οι νοσοκόμες των ναζί: Επί το έργον για την Άρια φυλή

Νοσοκόμα κρατάει τα χέρια παιδιών που “βομβαρδίζονται” με ακτινοβολίες UV προκειμένου να γίνουν ξανθά

του Στέλιου Παπαναστασίου

Όπως όλες οι αδελφές νοσοκόμες εν καιρώ πολέμου, έτσι και αυτές της Ναζιστικής Γερμανίας απρόσκοπτα και ανιδιοτελώς περιέθαλψαν τραυματισμένους στρατιώτες κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες και σκληρές συνθήκες. Εκτός από αυτό όμως, στην προκειμένη περίπτωση οι νοσοκόμες των Ναζί είχαν και μία επιπρόσθετη μελανή αποστολή να φέρουν εις πέρας – αυτή της υποβοήθησης των «πειραμάτων Ευγονικής» του 3ου Ράϊχ. 

Πειράματα…

Αυτά περιελάμβαναν την ευθανασία όσων έπασχαν από νοητική στέρηση ή χαρακτηρίζονταν από το χιτλερικό καθεστώς ως «ανεπιθύμητοι» καθώς και την ανατροφή των νέων γενεών παιδιών της «Άριας φυλής». Μία συλλογή φωτογραφιών που έφερε στο φως η εφημερίδα Daily Mail αποκαλύπτει τις σκοτεινότερες πτυχές του νοσηλευτικού λειτουργήματος.

Τα πειράματα των Ναζιστών ιατρών έχουν ερευνηθεί σε βάθος, όμως οι πράξεις νοσηλευτριών και όσων συνέβαλαν με οποιοδήποτε τρόπο σε απαξιωτικές για τον άνθρωπο συμπεριφορές, είναι κάτι που συχνά περνάει απαρατήρητο.

Είτε ακολουθώντας διαταγές, είτε προσπαθώντας να βοηθήσουν και να συμβάλουν για τον σκοπό στον οποίο πίστευαν, αυτές οι γυναίκες υπήρξαν πολλάκις το αντι-πρότυπο της Μητέρας Τερέζας.

Στις φωτογραφίες διακρίνονται οι ευγονικές αντι-ηρωίδες να συμβάλουν κατά τη διάρκεια της ναζιστικής προέλασης σε ιδιαιτέρως προσβλητικά για την ανθρώπινη ύπαρξη προγράμματα, όπως αυτό του Λέμπενσμπορν, όπου βοηθούσαν τους εντεταλμένους από τον Χάϊνριχ Χίμλερ επιστήμονες να αναθρέψουν μία γενιά φυλετικά καθαρών Άριων παίδων που έπειτα θα ηγούνταν του Τρίτου Ράϊχ.

 Δημιουργώντας την Άρια φυλή στο Λέμπενσμπορν

Με βάση το πρόγραμμα αυτό, όσα παιδιά δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις στέλνονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Το 1939, οι Ναζί πήγαν ένα βήμα παραπέρα, κάνοντας ένα ιδιότυπο παιδομάζωμα στις κατακτημένες περιοχές, π.χ. στην Πολωνία, αιχμαλωτίζοντας εκατοντάδες παιδιά που σύμφωνα με τους ίδιους έφεραν «Άρια» χαρακτηριστικά.

Τα παιδιά μεταφέρονταν στο νοσοκομείο του Λέμπενσμπορν όπως «Γερμανοποιούνταν» και αμέσως μετά υιοθετούνταν από οικογένειες των SS. Όσα εξ αυτών αρνούνταν να προσαρμοστούν στα στεγανά της «Άριας φυλής» έπεφταν θύματα ξυλοδαρμών και συχνά στέλνονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου ο θάνατος ήταν σχεδόν βέβαιος.

 Αναγνώριση: O στρατηγός Ρόμελ ανταλάσσει χειραψία με νοσοκόμες το 1943

Μέσα σε αυτές τις κλινικές οι νοσοκόμες επιτηρούσαν και επέβλεπαν πειράματα «βελτιστοποίησης» κατά τα οποία παιδιά με καστανά μαλλιά βομβαρδίζονταν με ακτινοβολίες UV προκειμένου να γίνουν ξανθά.

Είτε εκτελώντας άνωθεν εντολές, είτε από αφοσίωση σε άρρωστους κοινούς σκοπούς, αυτές οι νοσοκόμες αποτέλεσαν παράδειγμα προς αποφυγή σε ένα επάγγελμα, προαπαιτούμενο του οποίου είναι η ανιδιοτέλεια και ο ανθρωπισμός.

Πηγή: The insider

 

Share

Οι γυναίκες και η 25η Απρίλη

της Μαριάνα Ορνέλας*

Η 25η Απρίλη αυτού του έτους είναι μία ακόμα ημέρα ελευθερίας δημοκρατικής, κοινωνικής και πολιτιστικής. Η 25η Απρίλη ήταν ένα από τα πιο σημαντικά ιστορικά γεγονότα στη ζωή των Πορτογάλων, ανδρών και γυναικών. Με την επανάσταση ήρθε η ελευθερία, η δημοκρατία, αλλά όχι μόνο. Ήρθαν και τα δικαιώματα των εργαζόμενων, τα δικαιώματα των γυναικών, το εθνικό σύστημα υγείας, το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα, το δικαίωμα στη δικαιοσύνη, με λίγα λόγια, με την επανάσταση του Απρίλη γεννήθηκε το κράτος πρόνοιας.

Το Νέο Κράτος (Σ.τ.Μ.: η φασιστική δικτατορία) εγκαθιδρύθηκε στην Πορτογαλία το 1933 και έληξε στις 25 Απριλίου του 1974. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι ίσες ευκαιρίες μεταξύ των ανθρώπων απείχαν πολύ από ό, τι ισχύει σήμερα, και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι λόγω των συντηρητικών αντιλήψεων και παραδόσεων η ζωή των ανθρώπων ήταν δύσκολη ή εύκολη σύμφωνα με την οικονομική και κοινωνική κατάσταση, τις πολιτικές, θρησκευτικές ή ιδεολογικές πεποιθήσεις, την εκπαίδευση, τον τόπο καταγωγής, το σεξουαλικό προσανατολισμό, το φύλο…

Οι γυναίκες συνδέονταν με τον παραδοσιακό ρόλο της νοικοκυράς, της μητέρας και της συντρόφου, και τίποτε άλλο. Λίγες εργάζονταν και όσες είχαν δουλειά έβγαζαν περίπου 40% λιγότερα από τους άνδρες. Ο νόμος της ατομικής σύμβασης εργασίας προέβλεπε ότι ο σύζυγος μπορούσε να απαγορεύει στις γυναίκες να εργάζονται έξω από το σπίτι. Αν η γυναίκα συμμετείχε σε δραστηριότητες που επιφέρουν κάποιο κέρδος χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου της, αυτό θα μπορούσε να ακυρώσει τη σύμβαση εργασίας της με τον εργοδότη. Οι γυναίκες δεν είχαν πρόσβαση στους ακόλουθους κλάδους: των δικαστών, των διπλωματών, των στρατιωτικών και των αστυνομικών. Ορισμένα επαγγέλματα (όπως των νοσηλευτριών ή των αεροσυνοδών) προϋπέθεταν περιορισμό δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στο γάμο.

Το μοναδικό αποδεκτό μοντέλο οικογένειας ήταν ο γάμος ανάμεσα σε άνδρα και γυναίκα. Η γυναίκα, σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, θα μπορούσε να απορριφθεί από το σύζυγό της σε περίπτωση που δεν ήταν παρθένα πριν το γάμο. Ο καθολικός γάμος είχε ακατάλυτο χαρακτήρα (τα ζευγάρια δεν μπορούσαν να πάρουν διαζύγιο). Ο άνδρας ήταν ο κυρίαρχος της οικογένειας, αυτός ήταν ο μοναδικός διαχειριστής της συζυγικής περιουσίας. Σύμφωνα με το νόμο, «η γυναίκα ασχολείται με τη συζυγική ζωή και τη διαχείριση του σπιτιού». Υπήρχαν διακρίσεις μεταξύ νόμιμων και παράνομων παιδιών (που γεννήθηκαν εντός και εκτός γάμου): τα δικαιώματά τους ήταν διαφορετικά. Οι μητέρες δεν είχαν καμία νομική προστασία. Ο σύζυγος είχε το δικαίωμα να ανοίξει την αλληλογραφία της συζύγου του. Ο ποινικός κώδικας άφηνε το περιθώριο στο σύζυγο να σκοτώσει τη γυναίκα του σε περίπτωση μοιχείας (και την κόρη του σε περίπτωση διακόρευσης), στέλνοντάς τον εξορία μόνο για έξι μήνες. Μέχρι το 1969 οι γυναίκες δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν στο εξωτερικό χωρίς την άδεια του συζύγου ή του πατέρα τους.

Σε θέματα κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’60 οι γυναίκες μπορούσαν να ψηφίσουν μόνο αν είχαν ιδιοκτησία και κατείχαν πτυχία δευτεροβάθμιας ή ανώτερης εκπαίδευσης. Το 1968 καθιερώθηκε από την Εθνοσυνέλευση ο νόμος για το δικαίωμα ψήφου για όλους τους πολίτες που ήξεραν να διαβάζουν και να γράφουν. Το γεγονός ότι υπήρχε ένα υψηλό ποσοστό αναλφαβητισμού στην Πορτογαλία, το οποίο αφορούσε κυρίως τις γυναίκες, ήταν ο λόγος που το 1973 οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι ήταν το 24% . Οι γυναίκες μπορούσαν να ψηφίσουν μόνο στις εκλογές για τα Κοινοτικά Συμβούλια, εφόσον ήταν προστάτιδες οικογενειών (αν ήταν χήρες για παράδειγμα), και εφόσον μπορούσαν να παρουσιάσουν πιστοποιητικό ηθικής ακεραιότητας.

Σε σχέση με τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία, οι γιατροί δεν είχαν την εξουσιοδότηση να συνταγογραφούν αντισυλληπτικά χάπια. Οι αμβλώσεις τιμωρούνταν, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, με φυλάκιση 2-8 ετών. Περίπου το 43% των γεννήσεων γινόταν στο σπίτι, το 17% εκ των οποίων χωρίς ιατρική περίθαλψη. Πολλές περιοχές δεν είχαν καν μαιευτήρια. Η γυναίκα δεν είχε δικαίωμα να πάρει αντισυλληπτικά εάν δεν ήταν σύμφωνος ο σύζυγός της, καθώς αυτό θα μπορούσε να στηρίξει την υποβολή αίτησης διαζυγίου.

Αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα της δύσκολης κατάστασης των Πορτογαλίδων γυναικών, που διάρκεσε μέχρι τις 25 Απριλίου του 1974, τη μέρα που ήρθε στην Πορτογαλία η δημοκρατία. Σήμερα η γυναίκα έχει πια έναν πιο ενεργό ρόλο στην κοινωνία, έχουν αυξηθεί οι ίσες ευκαιρίες μεταξύ ανδρών και γυναικών και όλα αυτά χάρη στην Επανάσταση του Απρίλη (Σ.τ.Μ. Επανάσταση των Γαρυφάλων). Με αυτόν τον τρόπο, ως γυναίκα, θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους και όσες, άμεσα ή έμμεσα συνέβαλαν και συμμετείχαν στην Επανάσταση του Απρίλη και, συνεπώς, έχουν βελτιώσει τις ζωές όλων των γυναικών.

Καταλήγοντας και επειδή η ιστορία επαναλαμβάνεται, είναι αναγκαίο οι πολίτες και πολίτιδες που έχουν γεννηθεί μετά τις 25 Απριλίου του 1974 να έχουν επίγνωση αυτής της ιστορικής στιγμής και να συνεχίσουν με τη συνειδητοποίηση ότι οι δημοκρατικές κατακτήσεις και τα πλέον στοιχειώδη κοινωνικά δικαιώματα είναι ο καρπός αυτής της επανάστασης. Η κρίσιμη στιγμή που βιώνει η χώρα πρέπει να αξιοποιηθεί για την προώθηση της οικονομικής και υλικής κληρονομιάς και για να μην ξεχάσουμε την ιδεολογία της ισότητας. Η άγνοια για την ιστορία μας ταυτόχρονα με την παρούσα οικονομική κρίση μπορεί να αποφέρει ένα σοβαρό πλήγμα, πρωτοφανές και ενδεχομένως μη ανατρέψιμο.

Ψυχολόγος της UMAR (Σύνδεσμος για την ισότητα και τα δικαιώματα των γυναικών) – Αζόρες/ CIPA (Κέντρο Ενημέρωσης και Προώθησης Πολιτικών Ισότητας) – τμήμα της νήσου Τερσέιρα

Μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

Πηγή: IGUALDADE XXI

 

 

 

Share

Σκατά στον τάφο της

των Σίσσυ Βωβού και Δήμητρα Σπανού

Μεγαλύτερο τέρας στην πολιτική ζωή της Ευρώπης δύσκολα θα βρούμε μεταπολεμικά. Συγνώμη για τον πολιτικά ανορθόδοξο χαρακτηρισμό, αλλά μας θυμίζει τα τέρατα που φοβόμασταν στα παραμύθια,  που είχαν μύτη γαμψή, μεγάλα δόντια, δέκα χέρια με νύχια που σου ορμούσαν για να σε ξεσκίσουν.

Η πρώτη της σημαντική ενέργεια στην πολιτική, ήταν ως υπουργός Παιδείας όταν έκοψε το γάλα από τα παιδιά άνω των 7 ετών στο σχολείο. Αυτό ήταν περίπου το 1974 ή 1973. Ναι, τα παιδιά πίνανε γάλα στο σχολείο και αυτή ήταν μια σπατάλη. Γι’ αυτό της έβγαλαν το παρατσούκλι «Η κλέφτρα του γάλακτος».

Ήταν μάλλον η πρώτη πρωθυπουργός γυναίκα της μεταπολεμικής Ευρώπης, και ανέβηκε στο κόμμα της ως αρχηγός μέσα από τη σκληρή και άτεγκτη πολιτική της. Όταν έγινε πρωθυπουργός, εγκαινίασε μαζί με τον Ρέηγκαν, ή λίγο μετά από αυτόν, τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, τη λατρεία της αγοράς και του χρήματος, την ελευθερία των κεφαλαίων, προχώρησε σε προσπάθεια να τσακίσει τα συνδικάτα για να μην έχουν οι εργαζόμενες και εργαζόμενοι τρόπο αντίστασης, διακήρυξε ότι δεν υπάρχει “κοινωνία”, υπάρχουν “άτομα”. Συγκεκριμένα: “Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως κοινωνία… Υπάρχουν μεμονωμένοι άνδρες και γυναίκες και.. υπάρχουν οικογένειες και καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Είναι καθήκον μας να δουλέψουμε για τον εαυτό μας».

Οι ανθρακωρύχοι που έκαναν ηρωικό αγώνα για να σώσουν τις δουλειές τους και την οργάνωσή τους, ονομάστηκαν από αυτήν “ο εσωτερικός εχθρός”. Στη διάρκεια της μακρόχρονης πάλης τους, πολλοί σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις με την αστυνομία.

Στον πόλεμο των Φόκλαντς-Μαλβίνες, συμπεριφέρθηκε πράγματι πολεμοκάπηλα και ιμπεριαλιστικά, έσωσε «τα σύνορα της Βρετανίας» (ξέρετε, οι Μαλβίδες ή Φόκλαντς όπως τα ονόμαζαν οι ντόπιοι, σύμφωνα με το διεθνές «δίκαιο», είναι κομμάτι της βρετανικής επικράτειας (στην άλλη άκρη της γης, αλλά τι πειράζει;). Στον πόλεμο αυτό για την σωτηρία των συνόρων, βυθίστηκε ένα βρετανικό πολεμικό πλοίο με 1600 άτομα μέσα. Λεπτομέρειες. Εκείνη συνέχισε ακάθεκτη.

Μην ξεχνάμε την τοπική αυτοδιοίκηση. Έκοψε τα κονδύλια, που αφορούσαν πρωτίστως την κοινωνική πρόνοια και κοινωνικές παροχές, την εκπαίδευση και την κοινωνική κατοικία.

Εμείς όλες που μιλάμε για το δικαίωμα των γυναικών να είναι στην εξουσία και ζητούμε την ποσόστωση, ποτέ δεν εννοούμε ότι θα υποστηρίζαμε γυναίκες που έχουν μια πλήρως αντικοινωνική πολιτική, λόγω φύλου. Όπως με το δικαίωμα της ψήφου. Είναι ένα δικαίωμα για όλες και όλους, από εκεί και πέρα το τι ψηφίζουμε είναι επόμενο ζήτημα, εξίσου σημαντικό.

Τις ενέργειές της και την πολιτική της ποτέ δεν μπορούμε, κατά τη γνώμη μας, να τις θεωρήσουμε ενέργειες μιας γυναίκας, δεν μπήκε εκεί ως γυναίκα που ήθελε να προσφέρει με αυτή την ιδιότητα, εκτός αν εννοούμε την επίκλησή της στην ιδέα του “νοικοκυρέματος”, αλλά ως ένα τέρας που ήθελε να καταπιεί τις κατακτήσεις των λαϊκών στρωμάτων και λιθοβολούσε από το πρωί μέχρι το βράδυ την έννοια του σοσιαλισμού, της αριστεράς, της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Αν, δε, εξετάσουμε τις επιπτώσεις των πολιτικών λιτότητας στις ζωές των γυναικών, τότε πρέπει να της βάλουμε ακόμα περισσότερα πλην.

Μια και είπαμε για γυναίκες, η Θάτσερ είχε πει για τις φεμινίστριες: «Ο αγώνας για τα δικαιώματα των γυναικών έχει σε μεγάλο βαθμό κερδηθεί. Οι μέρες όπου τα δικαιώματα αυτά διεκδικούντο και συζητούνταν σε υψηλούς τόνους, έχουν παρέλθει για πάντα. Μισώ αυτούς τους υψηλούς τόνους που ακούμε από κάποιες της Γυναικείας Απελευθέρωσης».

Αν δεν φτάνει αυτό, ας συνεχίσουμε με «αποφθέγματα της Σιδηράς Κυρίας»: «Οι φεμινίστριες με μισούν έτσι δεν είναι; Δεν τις κατηγορώ. Γιατί μισώ το φεμινισμό. Είναι δηλητήριο». (μήπως μας θυμίζει κάτι από Χρυσή Αυγή; λέμε, μήπως…)

Ήταν και ρατσίστρια, και προτιμούσε τους λευκούς μετανάστες και μετανάστριες αντί τους έγχρωμους, υποστήριζε το απαρτχάιντ, αποκαλώντας τρομοκράτη τον Νέλσον Μαντέλα, αλλά ήταν τρυφερή απέναντι στον δικτάτορα της Χιλής Πινοσέτ.

Συμμετέχουμε σήμερα στη χαρά πολλών ανθρώπων στη Βρετανία, γιατί έφυγε από τη ζωή αυτό το τέρας, αν και είχε καταστεί πλέον ακίνδυνο και βρισκόταν στη λήθη. Θα χαρούμε δε ακόμα περισσότερο όταν θάψουμε μια για πάντα την πολιτική της διαθήκη.

 

Ένα ενδιαφέρον, αν και βιαστικό, δημοσίευμα που ψαρέψαμε εδώ

 

 

Share

Με το μάτι του εγγαστρίμυθου

της Άμπρα Πίρρι[1]

Η κατάργηση της καύσης των Ινδών γυναικών μαζί με τον νεκρό σύζυγό τους από τους Βρετανούς αποικιοκράτες· ο αμερικάνικος πόλεμος για την «απελευθέρωση» των Αφγανών γυναικών από τη μπούργκα· η απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας στη Γαλλία: Η σύγκρουση ανάμεσα στη Δύση και τον υπόλοιπο κόσμο στο εννοιολογικό και κριτικό λεξιλόγιο της Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ, μετααποικιοκρατικής φεμινίστριας, οργανικής διανοούμενης του πλανήτη.    

Η Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ, μετααποικιοκρατική φεμινίστρια και μελετήτρια της συγκριτικής λογοτεχνίας, μπορεί να μας βοηθήσει να στοχαστούμε γύρω από τα όσα συμβαίνουν σήμερα στη Δύση και στον υπόλοιπο κόσμο, ανάμεσα σε μας και τον Άλλον. Στο [..] βιβλίο της Death of a Discipline[2] [Θάνατος μιας Επιστήμης]  [..], η Σπίβακ με δύναμη προτείνει εκ νέου –όπως επισημαίνει η Τζούντιθ Μπάτλερ- «ένα εννοιολογικό πλαίσιο ριζοσπαστικά ηθικό ως προσέγγιση στη μελέτη της διαφορετικότητας». Γιατί, ίσως, δεν μας μένει παρά να καταφύγουμε στην ηθική, εάν πραγματικά θέλουμε να αποπειραθούμε να έχουμε μια σχέση με την Άλλη, με τον Άλλον. Η Σπίβακ, που γεννήθηκε και σπούδασε στην Ινδία και ποτέ δεν απαρνήθηκε την ινδική υπηκοότητα και, έχοντας πράσινη κάρτα, διαμένει μόνιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Νέα Υόρκη, όπου διδάσκει στο πανεπιστήμιο Κολούμπια, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί οργανική διανοούμενη του πλανήτη. Γι’ αυτό ακριβώς ξεκινά πάντα από τον διεθνή καταμερισμό εργασίας  και από την παγκοσμιοποίηση που, με τις σχέσεις της εξουσίας ανάμεσα στον Πρώτο και τον Τρίτο Κόσμο, έχει παγιδευτεί στην οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ιστορία του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας.

Η ανάλυση των πολιτισμικών και κοινωνικών επιπτώσεων της αποικιοκρατίας, στο παρελθόν και το παρόν, στα κράτη και στα αποικιοκρατούμενα υποκείμενα είναι ένας από τους στόχους των μετα-αποικιοκρατικών σπουδών. Αλλά, διαφέροντας από τους άλλους μετααποικιοκρατικούς διανοούμενους που αντιπροσωπεύουν τις Subaltern Studies [Σπουδές Υπεξουσίων Τάξεων], η Σπίβακ έχει στραμμένη την προσοχή της πάντα στο έμφυλο θηλυκό υποκείμενο που είναι διπλά περιθωριοποιημένο: από την οικονομία και από την υποβάθμιση του φύλου. Για να γίνει κατανοητή η έμφυλη διαφορά στο εσωτερικό ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου, η Σπίβακ χρησιμοποιεί ένα εννοιολογικό και κριτικό λεξικό που σχεδόν πάντα επινοεί η ίδια. Γεννιούνται έτσι σημαντικοί όροι όπως η epistemic violence, η βία που ο ιμπεριαλισμός επέβαλε στις μορφές της γνώσης και εξακολουθεί να επιβάλει στους κάποτε αποικιοκρατούμενους λαούς και ειδικά στις γυναίκες.

Η epistemic violence είναι η βίαιη ρήξη που συντελείται στο σύστημα των σημείων, των αξιών, στις αναπαραστάσεις του κόσμου, στον πολιτισμό, στην οργάνωση της ζωής και της κοινωνίας των χωρών που χθες ήταν αποικίες και που σήμερα είναι, όχι τυχαία, ο νότος του κόσμου. Εξαιτίας της epistemic violence, ο αποικιοκρατούμενος χώρος απεχθώς μετασχηματίστηκε με τρόπο τέτοιο, ώστε να μπορεί να μεταφερθεί στο εσωτερικό ενός κόσμου κατασκευασμένου από τον ευρωκεντρισμό. Αυτήν τη διαδικασία, μέσω της οποίας η Δύση εδραιώθηκε και συγκροτήθηκε ως κυρίαρχο υποκείμενο σε όλο τον πλανήτη γεμίζοντάς τον με το δικό της τρόπο μάθησης, με τις δικές της αναπαραστάσεις, με το δικό της σύστημα αξιών, η Σπίβακ την ονομάζει worlding of a world. Σε αυτήν τη διαδικασία, η Δύση δημιούργησε τους Άλλους της ως αντικείμενα προς ανάλυση, αναλαμβάνοντας έτσι  την εξουσία/γνώση να τους αναπαριστά και να τους ελέγχει. Αυτοί οι Άλλοι, υπενθυμίζει η Σπίβακ, δεν είναι πραγματικά ανθρώπινοι: κατασκευασμένοι ως κατώτεροι από τότε που η Ευρώπη κατέκτησε σχεδόν όλο τον κόσμο,  εξακολουθούν να είναι το ίδιο και σήμερα γιατί δεν θεωρούνται αρκετά αναπτυγμένοι ή αρκετά δημοκρατικοί. Υπάρχει ένα μοναδικό καθολικό υποκείμενο, και μάλιστα σχεδόν τέλειο, που αντιπροσωπεύει την κανονικότητα: ο λευκός άνδρας· και η Δύση είναι η μεγάλη επέκταση του.

Ότι ο Άλλος εξακολουθεί να κατασκευάζεται και να αναπαριστάται ως ένα κατώτερο ον, χωρίς ιστορία και πολιτισμό, στα όρια ανθρώπου και κτήνους, και με τον οποίο δεν υπάρχει λόγος να συνομιλούμε γιατί ο μόνος δυνατός  λόγος είναι η ταπείνωση ή η βία, ποτέ δεν ίσχυε περισσότερο. Μας το επανέλαβαν για μια ακόμη φορά, στην περίπτωση που δεν το είχαμε αντιληφθεί, εκείνοι οι άντρες κι εκείνες οι γυναίκες που τους είδαμε να γελούν, να καπνίζουν, να σηκώνουν τον αντίχειρα σε όρθια θέση, ενώ τραβούσαν φωτογραφίες του Άλλου, γυμνού με το λουρί του σκύλου δεμένο στο λαιμό του ή νεκρού από τα βασανιστήρια. Η Σπίβακ, σε μια συνέντευξη της, το 1984, ομολογεί στην Elisabeth Grosh ότι την συνεπήρε η σκέψη του Ντεριντά όταν ανακάλυψε ότι ο Γάλλος φιλόσοφος διέλυε από τα μέσα την παραδοσιακή δυτική φιλοσοφία, της οποίας ήρωας ήταν ο καθολικός άνθρωπος. «Σε μας –λέει η Σπίβακ, μιλώντας για το βρετανικό αποικιακό εκπαιδευτικό σύστημα– δίδασκαν ότι αν μπορούσαμε ν’ αρχίσουμε να μοιάζουμε με κείνο το καθολικό ανθρώπινο ον, τότε κι εμείς θα γινόμασταν ανθρώπινοι». Ανθρώπινοι, συνεπώς υποκείμενα. Ή, μάλλον, υποκείμενα και συνεπώς ανθρώπινοι. Αλλά είναι στ’ αλήθεια έτσι; Υποκειμενικότητα[3] και ανθρωπισμός[4] ταιριάζουν πράγματι μαζί και στην πράξη ή μόνο στη δυτική σκέψη;

Σε ένα κείμενο τού 1985, που θεωρείται το πιο διάσημο, πιο παρανοημένο αλλά και το πιο μνημονευμένο δοκίμιό της, το Can the Subaltern speak? [Μπορεί ο Υπεξούσιος να μιλήσει;], το οποίο ασκεί πολεμική  στην ομάδα των Subaltern Studies αλλά και σε μερικούς μεταδομιστές και μεταουμανιστές διανοούμενους (Φουκώ και Ντελέζ), η Σπίβακ επισημαίνει πώς το ενδιαφέρον των δυτικών διανοουμένων απέναντι στο υποκείμενο των αποικιών καταλήγει πάντα να είναι «ευμενές»· η στάση τους και η οπτική τους γωνία, τελικά, συμπίπτει με την ιμπεριαλιστική αφήγηση γιατί αυτό που υπόσχεται στους ιθαγενείς είναι η «απελευθέρωση». Σε αυτό το δοκίμιο, η Σπίβακ αναρωτιέται εάν η υπεξούσια γυναίκα μπορεί να μιλήσει και να ακουστεί ή εάν υπάρχει πάντα κάποιος που το κάνει στη θέση της και που την αναπαριστά με παραποιημένο τρόπο: οι Βρετανοί,  καταργώντας τον νόμο που επέβαλε οι χήρες να θανατώνονται στην πυρά με τον νεκρό σύζυγό τους (1827), ανέλαβαν την υποχρέωση να μιλούν για την καταπιεσμένη από την τοπική πατριαρχική κοινωνία ιθαγενή γυναίκα. Με αυτό τον τρόπο, νομιμοποίησαν τους εαυτούς τους ως απελευθερωτές και τον ιμπεριαλισμό ως αποστολή εκπολιτισμού.

Οι Βρετανοί απέδωσαν στην υπεξούσια γυναίκα μια ελεύθερη φωνή, τέτοια που να διεκδικεί την απελευθέρωσή της από τον λευκό άνδρα, από τον βρετανικό ιμπεριαλισμό. Από την άλλη μεριά, και ενάντια στη βρετανική αναπαράσταση, υπήρχε η τοπική πατριαρχική κοινωνία, ο ιθαγενής άνδρας που υποστήριζε ότι η χήρα ήταν ευτυχισμένη να ανέβει στην πυρά με το πτώμα τους άνδρα της. Κατά τη Σπίβακ, ούτε η μια ούτε η άλλη εκδοχή παρουσιάζει την «αληθινή» φωνή της υπεξούσιας γυναίκας: και στις δυο αφηγήσεις η φωνή της είναι «εγγαστριμυθοποιημένη» και η ίδια εξαφανίζεται μέσα σε αυτό το βίαιο πήγαινε-έλα, ανάμεσα στην παράδοση και την εκμοντερνοποίηση, ανάμεσα στην πατριαρχία και τον ιμπεριαλισμό. Να, λοιπόν, που η θέση του υποκειμένου της ιθαγενούς γυναίκας κατασκευάζεται από τη Δύση και χρησιμεύει μόνο για να ενδυναμώνει το γόητρο του ευμενούς-διανοουμένου-ερμηνευτή της υπεξούσιας λειτουργίας.

Ή χρησιμεύει για να ενδυναμώνει τις λαϊκές και εθνικιστικές αξίες του έθνους: είναι αυτό που συνέβη στη Γαλλία με την ισλαμική μαντήλα. Ξαφνικά, η πατρίδα, τόσο συμβατή με την πατριαρχία και τις μιλιταριστικές και  σεξιστικές της αξίες, μετατρέπεται σε φεμινιστική και χρησιμοποιεί τον φεμινισμό ενάντια στις άλλες κουλτούρες· πριν δυο χρόνια παρακολουθήσαμε το παράδοξο: τον πολέμιο των εκτρώσεων Μπους να βομβαρδίζει το Αφγανιστάν για να απελευθερώσει τις γυναίκες από τη μπούργκα,  και σήμερα έχουμε τον άλλον[5] στη Γαλλία που απελευθερώνει τις μουσουλμάνες από την μαντήλα. Είναι γεγονός ότι η μαντήλα εξακολουθεί να εξάπτει τις  διεγερμένες φαντασιώσεις του δυτικού άνδρα που δεν ανέχεται να τον κοιτάζουν αλλά να μη μπορεί να κοιτάζει ο ίδιος· μόνο αυτός έχει το δικαίωμα να παρατηρεί, να αναλύει, να αξιολογεί, να κρίνει.

Το «imperial I-eye» του δεν πρέπει να συναντά εμπόδια: η έκφραση, που παίζει με τους πανομοιότυπους στα αγγλικά ήχους, που σημαίνει τόσο το Εγώ όσο και το ιμπεριαλιστικό μάτι, είναι της μετααποικιοκρατικής μελετήτριας Mary Louise Pratt· περιγράφει το επίμονο βλέμμα του λευκού άνδρα που «απανθρωποποιεί, παραλύει και δολοφονεί», όπως έγραφε ο Φανόν[6] με αφορμή την Αλγερία, τη γαλλική αποικιοκρατία και τη μαντήλα. Στην Αλγερία, στη διάρκεια των 130 χρόνων κατοχής, οι Γάλλοι επιχείρησαν να «φανερώσουν» τις γυναίκες, να καταστήσουν το σώμα τους διαθέσιμο στο δυτικό I-eye, ως μέσο για να κατακτήσουν πολιτισμικά ολόκληρη τη χώρα. Να που η μαντήλα μετατρέπεται σε διακύβευμα μιας μεγαλειώδους μάχης ανάμεσα στη Δύση και τον Άλλον, ενώ η Άλλη χρησιμοποιείται ως σύμβολο και έδαφος προς κατάκτηση και από τις δυο πλευρές. Το να κατακτήσεις αυτήν σημαίνει να εκμηδενίσεις αυτόν. Το να της επιβάλεις ή να της απαγορεύσεις τη μαντήλα σημαίνει να την εγγράψεις σε μια πατριαρχική κοινωνία ή σε μια άλλη. Σήμερα, στην εποχή της γυναικείας χειραφέτησης –που ωστόσο λίγο ή και καθόλου έχει να κάνει με την απελευθέρωση των γυναικών–, μετατρέπεται στο αντίθετο-όμοιό της: αυτή, η δυτική, που τραβάει αυτόν, τον μουσουλμάνο, με το λουρί του σκύλου: η σεξουαλική μεταφορά, άνδρας-εξουσιαστής, είναι η ίδια.

Αλλά η Σπίβακ ασκεί κριτική και στον διεθνή φεμινισμό που εξακολουθεί να τοποθετεί στο κέντρο τη Δύση –ή ένα δυτικό πρόσωπο, σε αυτή την περίπτωση τη φεμινίστρια– που αυτοπροσδιορίζεται ως υποκείμενο γνώσης, σωτηρίας, βοήθειας, ακριβώς γιατί κατασκεύασε την Άλλη ως αντικείμενο της πεφωτισμένης συμπόνιας της. Το να αναπαριστούμε την Άλλη, από την άλλη πλευρά του κόσμου, ως μειονεκτική αδελφή χρησιμεύει στο να μας κάνει να αισθανόμαστε απελευθερωμένα υποκείμενα, να μας επιστρέφει μια εικόνα εμάς των ιδίων μεγεθυμένη. Έτσι είναι που γινόμαστε υποκείμενα, με την αντρική έννοια, κατασκευάζοντας ένα αντικείμενο, ένα υπεξούσιο Άλλο. Ο δυτικός φεμινισμός άσκησε κριτική στο κυρίαρχο αντρικό υποκείμενο αλλά, στη συνέχεια, κινδυνεύει να κάνει με τις γυναίκες του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου ακριβώς το ίδιο που έκαναν οι άντρες επί 2.500 χρόνια. Και εξακολουθεί να θέτει με εμμονή αυτάρεσκες ερωτήσεις όπως, για παράδειγμα, «τι μπορώ να κάνω εγώ γι’ αυτές;».

Εάν θέλουμε ν’ αποφύγουμε να ζημιώσουμε τις γυναίκες του Τρίτου Κόσμου, θα πρέπει ν αποφύγουμε να κοιτάζουμε τα πράγματα από την οπτική γωνία εκείνου που, ως υποκείμενο, κάνει την ανάλυση: θα πρέπει να αποφύγουμε το κέντρο να είναι καθορισμένο, διασαφηνισμένο –ως συνήθως– από την ερευνήτρια. Το υποκείμενο δεν μπορεί να αποκεντρωθεί, διαφορετικά δεν είναι πια υποκείμενο, αλλά αυτό το κέντρο θα πρέπει διαρκώς να κριτικάρεται και να αποδομείται: «Η αποδόμηση –ισχυρίζεται η Σπίβακ σε μια συνέντευξή της στον Alfred Arteaga τo 1993– δεν λέει ότι δεν υπάρχει  το υποκείμενο, ότι δεν υπάρχει η αλήθεια, ότι δεν υπάρχει η ιστορία: απλά θέτει σε αμφισβήτηση την προνομιακή μεταχείριση της ταυτότητας ως συνώνυμο της αλήθειας.  Η αποδόμηση δεν είναι η έκθεση ενός λάθους. Διαρκώς και επίμονα κοιτάζει τον τρόπο με τον οποίο έχει παραχθεί η αλήθεια. Να γιατί η αποδόμηση δεν λέει ότι ο λογοκεντρισμός[7] είναι παθολογία. Η αποδόμηση είναι, μεταξύ άλλων, μια διαρκής κριτική όσων κάποιος δεν μπορεί να μη θέλει». Τι είναι αυτό που κάποιος  δεν μπορεί  να μη θέλει (και που προέρχεται από τη Δύση);

Για παράδειγμα, η ίδια η υποκειμενικότητα ή ο φεμινισμός. Εάν, ωστόσο, δεν επιθυμεί να γίνει εκείνο το επιτελεστικό υποκείμενο που είναι (ήταν) ο λευκός άνδρας, η μόνη δυνατότητα είναι μια διαρκής κριτική στον τρόπο που τοποθετείται στο κέντρο της αφήγησης. Να έχουμε αυτεπίγνωση, να ασκούμε κριτική, να αποδομούμε: αυτή είναι η «διαδρομή» της σκέψης της Σπίβακ που, πράγματι, δεν πιστεύει στις μεγάλες θεωρητικές κατασκευές που εξηγούν τα πάντα και που θέλουν να είναι συνεπείς με την απαίτησή τους να αφηγηθούν την απόλυτη και οριστική αλήθεια. Η Σπίβακ δεν πιστεύει στις μεγάλες αφηγήσεις [master narratives], τις αφηγήσεις των Δασκάλων αλλά και των κυρίαρχων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μεγάλες αφηγήσεις πρέπει να δαιμονοποιούνται όταν κάποιος πιάνεται να αφηγείται: πρέπει να αποδεχτούμε την παρόρμηση να σκεφτούμε τα αίτια και τον σκοπό, να καταστρώσουμε προγράμματα κοινωνικής δικαιοσύνης, έχοντας επίγνωση, όμως, την ίδια στιγμή, ότι πρόκειται για μια δική μας ανάγκη, δεν πρόκειται για την πορεία προς την αλήθεια, ούτε αποτελεί «λύση των προβλημάτων του κόσμου».

Η προειδοποίηση για τις μεγάλες αφηγήσεις, που υπάρχει κίνδυνος να πάρουν το επάνω χέρι και να παρουσιαστούν σε μας σαν να ήταν πραγματικές, ισχύει και για τις λέξεις τις οποίες οι αφηγήσεις χρησιμοποιούν: η Σπίβακ τις αποκαλεί masterwords, λέξεις των δασκάλων αλλά και, πάλι, των κυρίαρχων. Λέξεις όπως «ο εργάτης» ή «η γυναίκα» είναι λέξεις παρακινδυνευμένες γιατί οδηγούν στο να δημιουργηθούν και, στη συνέχεια, να κατασκευαστούν μεγάλες αφηγήσεις: κι ωστόσο είναι λέξεις που δεν έχουν καμιά  κυριολεκτική αναφορά, γιατί δεν υπάρχουν «αληθινά» παραδείγματα του «αληθινού» εργάτη ή της «αληθινής» γυναίκας που είναι «αληθινά» έτοιμοι να παλέψουν για τα ιδανικά που εμείς κατασκευάσαμε και για τα οποία κινητοποιήθηκαν. Αυτές οι σκέψεις θα έπρεπε να μας βάλουν σε επιφυλακή σχετικά με τις παγκόσμιες απαιτήσεις, για παράδειγμα του μαρξισμού ή του δυτικού φεμινισμού,  στο να μιλούμε στο όνομα των μεν και των δε.

Και η δυτική φεμινιστική στράτευση με τον νότο του κόσμου συχνά καλύπτει μια πατερναλιστική ανωτερότητα στο όνομα των περισσότερο μειονεκτικών αδελφών μας (που τις κατασκευάζουμε, συνεπώς έτσι τις θεωρούμε). Θα πρέπει να πάψουμε να αισθανόμαστε σε προνομιακή θέση, κατά συνέπεια καλύτερες, λέει η Σπίβακ, η οποία έτσι «καταλαμβάνει μια ιδιαίτερη θέση»[8]· ριψοκινδυνεύει, δηλαδή, τα αναρίθμητα προνόμια της: το ότι είναι διανοούμενη μεγάλης αξίας της αμερικάνικης ακαδημαϊκής κοινότητας που εμπλέκεται στη νεοαποικιοκρατική παραγωγή, το ότι διδάσκει τους πιο εξασφαλισμένους και καλομαθημένους ανθρώπους της γης και  ζει στην πιο πλούσια και καταναλωτική πόλη του πλανήτη. Το να «καταλαμβάνω μια ιδιαίτερη θέση» σημαίνει να μην επιδιώκω την καθολικότητα, δηλαδή την ουσία, ακόμα κι όταν, ανεξάρτητα αν το αναγνωρίζουμε ή όχι, δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς καθολικεύσεις. Το σημαντικό είναι να είμαστε ενσυνείδητοι και να χρησιμοποιούμε τις καθολικεύσεις παρά να τις απορρίπτουμε: είναι αυτό που εκείνη αποκαλεί στρατηγική ουσιοκρατία [strategic essentialism] γιατί, σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από τους άνδρες, δεν είναι δυνατό να  αναλύουμε και να ασκούμε φεμινιστική πολιτική παρά μόνο –ακόμα και αν κινδυνεύουμε από την ουσιοκρατία-  «ως γυναίκες»

Ακόμα και το προνόμιο αποδομείται γιατί δεν εμπλέκει, πάντα και απαραίτητα, εξυπνάδα, κατανόηση και δυνατότητα σχέσης. Συχνά, μάλιστα, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η Σπίβακ μας παροτρύνει να «ξεμάθουμε τα προνόμια μας γιατί είναι χασούρα» [unlearn one’s privilege as one’s loss]. Ο ρατσισμός –για παράδειγμα–, μαθαίνουμε, είναι μια οπτική γωνία και μια συμπεριφορά επίκτητη μου μας εμποδίζει να βλέπουμε, να καταλαβαίνουμε και να επικοινωνούμε με όποιον είναι διαφορετικός από μας: αποδίδουμε στην/ον Άλλη/ον στερεότυπα, την/τον ερμηνεύουμε μέσω προκαταλήψεων ενώ, στην πραγματικότητα, σφαλίζουμε το μυαλό μας, την πιθανότητα που έχουμε να επικοινωνήσουμε, να μάθουμε, να ανταλλάξουμε και να σχετιστούμε: να που το προνόμιο μας –σε αυτήν την περίπτωση το να ανήκεις στη λευκή φυλή– μετατρέπεται σε αδυναμία, σε ανικανότητα. Το να ξεμάθουμε το προνόμιο μας σημαίνει να αρχίσουμε να έχουμε μια «ηθική σχέση» με την/ον Άλλη/ον. Είναι ένας τρόπος να σκεπτόμαστε, να αντιλαμβανόμαστε την ταυτότητα τη δική μας και της Άλλης διαφορετικά.

Όχι πλέον η Άλλη που, από την άλλη πλευρά του κόσμου, λειτουργεί ως καθρέφτης που μεγεθύνει την εικόνα μας, αλλά η δυνατότητα να επικοινωνούμε διαμέσου αδύνατων αποστάσεων και διαφορών. Είναι ένα εναγκάλισμα, μια πράξη αγάπης στο εσωτερικό της οποίας και τα δυο πρόσωπα έχουν τη δυνατότητα να μάθει το ένα από το άλλο.

 


[1]  Η Ambra Pirri  (Παλέρμο, 1949) σπούδασε κοινωνιολογία και εργάστηκε ως δημοσιογράφος  σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά  όπως Paese Sera, Rinascita, Indice del Libro, Il Manifesto, DWF κα. Μετά από ένα μάστερs στο Σαν Φραντσίσκο, στις Women Studies, τα τελευταία χρόνια  ασχολείται με την μετααποικιοκρατική κριτική από τη φεμινιστική σκοπιά ενώ έχει επιμεληθεί την ιταλική έκδοση βιβλίων της Γκαγιάτρι Σπίβακ καθώς και το Who Sings the Nation-State?, διάλογο ανάμεσα στην Γκαγιάρτι Σπίβακ και την Τζούντιθ Μπάτλερ (2009).

[2] Τίτλοι και όροι που είναι αγγλικά στο κείμενο διατηρούνται και εδώ –  σε αγκύλη αν υπάρχει δόκιμη μτφ.

[3] Υποκειμενικότητα: συνείδηση εαυτού σε σχέση με τον αντικειμενικό κόσμο – συνείδηση ότι εγώ δεν είμαι αντικείμενο, είμαι φορέας σκέψεων, συναισθημάτων, θυμικών καταστάσεων.

[4] Ανθρωπισμός: μια ιδεολογία περί του υποκειμένου που το αναδεικνύει ως το πρωτεύον σημείο αναφοράς για την κατανόηση του κόσμου. Ο ανθρωπισμός ως ιδεολογία της μοναδικότητας της υποκειμενικότητας δεν υπάρχει σε πολλούς  πολιτισμούς της Ανατολής, καθώς δεν υπάρχει το εγώ από μόνο του αλλά εντάσσεται σε ένα «όλο» που δεν συνιστά  υποκείμενο. 

[5] Εννοεί τον Νικολά Σαρκοζί, όταν αυτός ήταν υπουργός Εσωτερικών (2002-2004)

[6] Frantz Fanon (1925-1961): Ψυχίατρος, συγγραφέας, φιλόσοφος από τη Μαρτινίκα, εργάστηκε πολλά χρόνια στην Αλγερία. Διεισδυτικός διανοητής των φυλετικών μηχανισμών επηρέασε τις μετααποικιοκρατικές μελέτες. Πιο διάσημο βιβλίο του «Της γης οι κολασμένοι».

[7] «Η μεταφυσική πάντα απέδιδε μεγαλύτερη αξία στον προφορικό λόγο αντί στον γραπτό με το επιχείρημα ότι στην προφορική επικοινωνία δεν μεσολαβεί καμιά απόσταση μεταξύ ομιλητή, ακροατή και ομιλητικού ενεργήματος.[…] ομιλητής, ακροατής και προφορική εκφορά του λόγου συν-παρίστανται. […] Η δυνατότητα μιας “πλήρους“ επικοινωνίας και κατανόησης αντιστοιχεί, τελικά, σ’ ένα νόημα τέλεια παρόν στον εαυτό του και συνιστά, ως “ιδεώδες”, θεμέλιο της δυτικής σκέψης και του δυτικού πολιτισμού, ανεξάρτητα από την επίτευξη της “πληρότητας” και της “τελειότητας” της επικοινωνίας στην πράξη. Η αυτονόητη εκ μέρους μας αποδοχή και πίστη ενός τέτοιου “ιδεώδους”, είτε στον καθημερινό, είτε στο δυτικό μας λόγο (φιλοσοφία) συνιστά ό,τι ο Ντεριντά αποκαλεί λογοκεντρισμό».(Σημειώσεις μεταπτυχιακού μαθήματος Φιλοσοφία και Επιστήμες στον 20ο αιώνα. Ντεριντά, [σελ. 11]. Διδάσκων: Αριστείδης Μπαλτάς).

[8] Στα ιταλικά  situarsi: το να βρίσκεσαι «εν τόπω». Αποδόθηκε περιφραστικά προκειμένου να τονιστεί η αντίθεση της «ιδιαίτερης θέσης» της Σπίβακ με τη καθολίκευση/γενίκευση.

 

Μετάφραση: Σοφία Ξυγκάκη

Πηγή: meltemi editore 

 

 

 

Share

Μαντώ Μαυρογένους

Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από τη βιογραφία της Μαντώς Μαυρογένους από τον Σπύρο Μελά, και παρουσιάστηκε σε διεθνή εκδήλωση της Παγκόσμιας Πορείας Γυναικών το 2008 για να τιμηθούν σημαντικές γυναίκες της ιστορίας, από την Αφροδίτη Σταμπουλή, και την Ομάδα Γυναικών Σερρών. Δυστυχώς το είχαμε μόνο στην αγγλική του μετάφραση, οπότε η επιστολή προς τον βασιλιά έχει ξαναμεταφραστεί προς τα Ελληνικά και άρα δεν έχει την πρωτότυπη γραφή της. 

Σ.Β.

Μια σπουδαία γυναίκα, ηρωίδα της ελληνικής επανάστασης ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία, για τη δημιουργία του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Υπέστη διακρίσεις επειδή ήταν γυναίκα, παρά τη μεγάλη της προσφορά στην επανάσταση.

Η Μαντώ Μαυρογένους ζούσε στην Τεργέστη, την οποία άφησε μαζί με τον πατέρα της για να μεταβεί στην Ελλάδα, στη Μύκονο, και να βοηθήσει στην ελληνική επανάσταση από την αρχή της, το 1821. Φόρεσε ανδρικά ρούχα και αρμάτωσε δύο πλοία με δικά της χρήματα. Πήρε προσωπικά μέρος σε πολλές μάχες και εργάστηκε γενικότερα για την στρατολόγηση Ελλήνων ανδρών και για την παροχή όπλων και εφοδίων για τον αγώνα. Έδωσε όλα τα χρήματά της για την επανάσταση.

Πολύ μετά την δημιουργία του σύγχρονου ελληνικού κράτους, το 1828, της παραχωρήθηκε ένα σπίτι στο Ναύπλιο (την πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας) ως ανταμοιβή για τον ηρωισμό της και της δόθηκε επίσης τιμητικά το αξίωμα της αντιστρατήγου. Αργότερα εξορίστηκε στο νησί της Μυκόνου και πέθανε το 1848, σε πλήρη ένδεια. Υπέστη αδικία από το κράτος που τόσο ηρωικά είχε αγωνιστεί για να δημιουργηθεί, επειδή ήταν γυναίκα. Αυτό φαίνεται από την επιστολή της στον βασιλιά που δημοσιεύουμε παρακάτω, με κάποιες επεξηγήσεις για τις προσπάθειές της.

Αναγκάστηκε να γράψει στον Βασιλικό Γραμματέα, μια αναφορά που συνοδευόταν από τα σχετικά έγγραφα, όπου εξηγούσε «τις στρατιωτικές προσφορές, τις χρηματικές προσφορές και τις χρηματικές θυσίες που πρόσφερε για την ανεξαρτησία της μητέρας πατρίδας». Ο Βασιλικός Γραμματέας διέταξε να γίνει δεκτή η αναφορά της Μαντώς, και να της δοθεί «ένα ικανό ποσόν ως ανταμοιβή και μια διάκριση». Αλλά η Μαντώ έπρεπε να περιμένει πολύ. Την χαρακτήριζαν ως χήρα και έφεδρη, και της έδωσαν μια μικρή σύνταξη.

Για έξι ολόκληρα χρόνια η Μαντώ περίμενε για την διόρθωση αυτής της αδικίας. Αλλά ματαίως. Τελικά αναγκάστηκε να πάει στην Αθήνα και να υποβάλει στον βασιλιά Όθωνα μια δεύτερη αναφορά:

«Υψηλότατε!

Είχα υποβάλει τα επίσημα έγγραφα στην Επιτροπή Ελέγχου στο Ναύπλιο, όπου έγραφα για τις στρατιωτικές προσφορές και τις χρηματικές θυσίες που πρόσφερα για την ανεξαρτησία της μητέρας πατρίδας. Η Βασιλική Γραμματεία του Στρατού, με το έγγραφό της της 30/1/1834 προς την αναφερόμενη επιτροπή,  διέταξε οι προσφορές και οι θυσίες μου να αξιολογηθούν, και συγκεκριμένα να προτείνει τα δικαιώματα που μου αποδόθηκαν ως ανταμοιβή.

Στην απόκρισή της η επιτροπή, όπως με διαβεβαίωσαν, πρότεινε να μου δοθεί ένα ικανό ποσό χρημάτων ή γη και μια διάκριση που η Μεγαλειότητά σας θα αποδεχόταν. Αλλά, από τότε δεν έλαβα ούτε διάκριση ούτε χρηματική ανταμοιβή ή γη, αλλά μόνο μια σύνταξη, που αρκεί μόνο να πληρώνω τον μηνιαίο μισθό της υπηρέτριάς μου.

Όσον αφορά την αναφερόμενη σύνταξη, η Γραμματεία με θεώρησε ως χήρα ή έφεδρη, αλλά δεν ήμουν ποτέ ούτε έφεδρη ούτε παντρεμένη ώστε να υπάρξει η πιθανότητα να καταστώ χήρα. Όπως λέει η ανωτέρω διαταγή, δεν συναινεί να μετέχω στα δικαιώματα των αξιωματικών του στρατού, ως οι δικές μου προσφορές να ήταν διαφορετικές από τις προσφορές των άλλων αξιωματικών, και ως εάν το έθνος, στις διακηρύξεις και αποφάσεις του έκανε ποτέ διάκριση μεταξύ γυναικών και ανδρών που υπηρέτησαν στρατιωτικά τη μητέρα πατρίδα ή θυσιάστηκαν άλλως γι’ αυτή. Η Γραμματεία θα έπρεπε να με θεωρήσει ως έχουσα προσωπικά αγωνιστεί εναντίον των εχθρών της μητέρας πατρίδας, και ως έχουσα θυσιάσει τεράστια ποσά προσωπικής χρηματικής περιουσίας, ως έχουσα στρατολογήσει στρατιώτες και εκστρατεύσει εναντίον των εχθρών της πατρίδας και ως έχουσα υπηρετήσει στρατιωτικά καθήκοντα, τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα, και εκ τούτου, φυσικά, δεν θα είχε ολισθήσει στο βαρύ σφάλμα να με θεωρήσει ως χήρα ή έφεδρη. Θα έπρεπε να έχει κρίνει η Βασιλική Δικαιοσύνη τις προσφορές και τις θυσίες μου, και τότε, εάν δεν μπορούσα να λάβω στρατιωτικό αξίωμα, αφού είμαι γυναίκα, τουλάχιστον θα έπρεπε να μου δοθεί η διάκριση που δικαιούμαι, που εγώ, επίσης, είμαι σε θέση να φέρω, και μια προσφορά, όπως αυτή που δίδεται στους αξιωματικούς, ώστε να μην είμαι εγώ η μόνη παραπονούμενη, μεταξύ των αγωνιστών για την μητέρα πατρίδα.

Αυτό είναι μια ανάγκη για την Βασιλική Δικαιοσύνη. Και προς την Υψηλότητά σας ξανά εκφράζω την ελπίδα ότι εσείς, Βασιλέα, θα αποφασίσετε να μου απονείμετε την διάκριση και την σχετική προσφορά προς τους στρατιωτικούς, ως ανταμοιβή για τις προσφορές και τις θυσίες μου».

Μετάφραση: Σίσσυ Βωβού

 

Share

Το όνομά του η ψυχή της; Βουλεύτριες, χορεύτριες και βουλευτίνες

της Αγγέλικας Ψαρρά

«Κύριοι βουλευταί! Πιστεύω ότι ερμηνεύω τα αισθήματα πάντων υμών, εκφράζων την βαθείαν χαράν του Σώματος, διότι υποδεχόμεθα […] την πρώτην βουλευτίδα των Ελλήνων». Ήταν Φεβρουάριος του 1953 και ο πρόεδρος της Βουλής Ι. Μακρόπουλος προσφωνούσε την Ελένη Σκούρα του Ελληνικού Συναγερμού, η οποία είχε αναδειχθεί νικήτρια στις επαναληπτικές εκλογές της Θεσσαλονίκης αφήνοντας στη δεύτερη θέση τον Ι. Πασαλίδη της ΕΔΑ και τη Β. Ζάννα της ΕΠΕΚ στην τρίτη. Από την πλευρά της, η πρώτη μητέρα του έθνους υποσχόταν, καταχειροκροτούμενη, να δικαιώσει τις προσδοκίες των Ελληνίδων και του Στρατάρχη Παπάγου.

Αυτομάτως, οι εξαιρετικά μακρόσυρτες όσο και επίπονες –για κάποιες, τουλάχιστον– διαδικασίες που οδήγησαν τις Ελληνίδες στις κάλπες και στα βουλευτικά έδρανα θα συρρικνώνονταν σε ένα άνευρο και ευθύγραμμο χρονικό, προσεκτικά αποκαθαρμένο από την ανυπακοή γένους θηλυκού που συνόδευσε κατά καιρούς τη διεκδίκηση της ψήφου. Αρχαϊκοί συμβολισμοί φρόντιζαν την τελευταία στιγμή να διασκεδάσουν τις όποιες ανδρικές ανησυχίες: οι γυναίκες γίνονταν δεκτές στο περίκλειστο ανδρικό άβατο στις 2 Φεβρουαρίου του 1953, ανήμερα της Υπαπαντής κατά την οποία οι «εθνικόφρονες» γυναικείες οργανώσεις γιόρταζαν την Ημέρα της Μητέρας. Πατρικό αντίδωρο κερδισμένο χάρη στη μητρική συνεισφορά τους στις πρόσφατες περιπέτειες του έθνους, η εκχώρηση της ψήφου μαρτυρούσε ότι τα δίκαια αιτήματά τους εισακούστηκαν, οι συνετοί αγώνες τους δικαιώθηκαν. Μοναδική προϋπόθεση της ισοπολιτείας η προσαρμογή τους σε κάποιες «θηλυκές» εκδοχές της ιδιότητας του πολίτη, η παραδοχή πως η «γυναικεία φύση» τους συνιστούσε την πρώτη ύλη από την οποία θα προέκυπτε η έννοια της πολίτισσας.

Εξήντα χρόνια μετά, την επέτειο προτίθεται να γιορτάσει η Βουλή των Ελλήνων (η μνεία και των Ελληνίδων, ως γνωστόν, πλεονάζει). Στο μεταξύ, εκπρόσωποι κομμάτων και γυναικείων οργανώσεων ανέλαβαν να την τιμήσουν σε συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ισότητας Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με τίτλο «Οι αγώνες των γυναικών για το δικαίωμα της ψήφου» (21.12.2012). Και την τίμησαν, αναμασώντας, οι περισσότερες τουλάχιστον, κοινοτοπίες, υποπίπτοντας σε ανακρίβειες, επιμένοντας στις απαραίτητες μυθολογικές απαρχές των γυναικείων κινημάτων (από το «Ολοκαύτωμα του Ζαλόγγου» ως την απεργία των εργατριών της Νέας Υόρκης στα 1857). Και σαν να μην έφταναν αυτά, την καταδίκη της «φοιτητικής φασίζουσας βίας» πρόταξε η πρόεδρος της επιτροπής Κατερίνα Παπακώστα προεξοφλώντας, και δικαίως, την πρόθυμη σύμπραξη όσων από τις παριστάμενες ασπάζονται τις πολιτικές των τριών κυβερνητικών κομμάτων.

Στο κλίμα αυτό, η παρέμβαση της Αφροδίτης Σταμπουλή, εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ, έμοιαζε εκτός τόπου και χρόνου. Όχι μόνο γιατί επιχείρησε να υπογραμμίσει την έμφυλη όσο και ταξική διάσταση της τρέχουσας οικονομικής κρίσης, αλλά και γιατί έβαλε στη συζήτηση ένα καίριο κατά την κρίση της ζήτημα ορολογίας: η συνεχιζόμενη χρήση του γραμματικά λανθασμένου τύπου η βουλευτής, υποστήριξε, οδηγεί στην αορατότητα των γυναικών που βρίσκονται στα έδρανα της Βουλής. Εντοπίζοντας μια κάποια σκωπτική χροιά στο βουλευτίνα, η Α. Σταμπουλή αναρωτήθηκε γιατί ο ορθός γραμματικά τύπος η βουλεύτρια συνάντησε εξαρχής τόσες αντιδράσεις. Δεν μας αρέσει ο σωστός θηλυκός όρος που αντιστοιχεί στο αξίωμα, σημείωσε, επειδή δεν μας αρέσει η πραγματικότητα: ότι, δηλαδή, άτομα γένους θηλυκού βρίσκονται σ’ αυτό το αξίωμα.

Παλιό το πρόβλημα, κουβαλά κι αυτό στην πλάτη του τα χρόνια της γυναικείας ψήφου. Κορεσμένη λίγο πολύ και η συζήτηση για τις εξωγλωσσικές αιτίες που δυσχεραίνουν, αν δεν απαγορεύουν, τη δημιουργία θηλυκών τύπων, όταν πρόκειται για τα περιβόητα επαγγελματικά ουσιαστικά «κύρους». Δεν έχει νόημα να επιμείνω: κοντά είκοσι πέντε χρόνια μετά, κι όσες απαντήσεις κι αν δόθηκαν κατά καιρούς στο καίριο ερώτημα της Άννας Φραγκουδάκη «γιατί δεν υπάρχουν βουλεύτριες παρά μόνο χορεύτριες;», πάμπολλες γυναικείες επαγγελματικές δραστηριότητες συνεχίζουν να βολεύονται με τον αρσενικό τύπο — να φοράνε «γλωσσικά μουστάκια», που θα έλεγε και ο Νίκος Σαραντάκος.

Την ώρα, πάντως, που η Ελένη Σκούρα περνούσε το κατώφλι της Βουλής, για την ονομασία του αξιώματός της έριζαν εφτά διαφορετικές εκδοχές, «περισσότερες και από τις υποψήφιες της Θεσσαλονίκης», όπως σημείωνε τότε ο Μ. Τριανταφυλλίδης: βουλευτής, βουλευτού, βουλευτίς, βούλευτις, βουλεύτρια, βουλεύτρα, βουλευτίνα. Το βουλευτίς προτιμούσε ο πρόεδρος της Βουλής Μακρόπουλος, το βουλευτίνα ο διευθυντής του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Α. Παπαδόπουλος, το βουλεύτρια ο Η. Τσιριμώκος και ο Σπ. Μαρινάτος: ως «εύηχο» και σύμφωνο με την «αττική παράδοση» το πρώτο, ως «γνήσιο δημοτικό τύπο» το δεύτερο, ως «ορθό γραμματικά» και ικανοποιητικό τόσο για δημοτικιστές όσο και για καθαρευουσιάνους το τρίτο. Στη σχετική διαμάχη, βέβαιος ότι δεν υπήρχε περίπτωση να επικρατήσει το η βουλευτής εμφανιζόταν ο Α. Παπαδόπουλος, ενώ σίγουρος για το βουλεύτρια δήλωνε ο Σπ. Μαρινάτος απορρίπτοντας ως ανδρωνυμικό το βουλευτίνα (=η γυναίκα του βουλευτή). Παρεμβαίνοντας στη συζήτηση, ο Τριανταφυλλίδης υποστήριζε τη λύση η βουλευτίνα, θεωρώντας θεμιτή σε ορισμένες περιστάσεις και τη χρήση της λέξης βουλευτής ως κατηγορούμενο (=γυναίκες βουλευτές).

Στο μεταξύ, οι εφημερίδες έδειχναν ήδη την προτίμησή τους στους δύο τύπους που σύντομα θα επικρατούσαν: η βουλευτής και η βουλευτίνα. Από την πλευρά τους, οι γυναικείες οργανώσεις της εποχής δεν έμοιαζαν διατεθειμένες να ασχοληθούν συστηματικά με το θέμα: την πρώτη Ελληνίδα βουλευτή τίμησαν στο πρόσωπο της Ελένης Σκούρα, ενώ ως «εκπρόσωπο του γυναικείου κόσμου της Ελλάδος» επέλεξε να την προσφωνήσει η Λίνα Τσαλδάρη σε εκδήλωση του Λυκείου Ελληνίδων. Τρία μόλις χρόνια αργότερα, ο Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας φρόντιζε να συγχαρεί θερμά τη Βάσω Θανασέκου για την ανάδειξή της «ως βουλευτού Αθηνών».

Από τότε η συζήτηση γνώρισε κάμποσες κατά καιρούς αναζωπυρώσεις. Περιορίζομαι να θυμίσω πως τη βουλεύτρια υποστήριξε στο τέλος της δεκαετίας του ’70 ο Αγαπητός Τσοπανάκης, τη βουλευτίνα αντιπρότεινε λίγα χρόνια αργότερα ο Εμμανουήλ Κριαράς. Και πως ο Τσοπανάκης μίλησε για τη «διαφορά ήθους» που διακρίνει τους δύο τύπους — το κύρος της βουλεύτριας, την οικειότητα ή την έλλειψη σεβασμού που μαρτυρεί το βουλευτίνα. Δεν θα σταθώ στη νεότερη φουρνιά που πήρε στη συνέχεια τη σκυτάλη: οι πιο πρόσφατες προτάσεις είναι λίγο πολύ γνωστές, ενώ σημαντικό μέρος τους είναι προσιτό στο διαδίκτυο. Είναι βέβαιο ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, βασικό μέλημα της συνομιλίας παραμένει η εξομάλυνση των θηλυκών επαγγελματικών σύμφωνα με το γλωσσικό σύστημα της δημοτικής. Μολαταύτα, δεν λείπουν και προσεγγίσεις που, προκειμένου να κατανοήσουν τη γραμματική αυτή παραδοξότητα, παίρνουν υπόψη τους τα ευρήματα πρόσφατων αναλύσεων σχετικών με τον γλωσσικό σεξισμό ή, καλύτερα, με την τόσο δυσερμήνευτη διαπλοκή της γλώσσας με το φύλο.

Όπως και να έχει, το ζήτημα μοιάζει να έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο, καθώς εδραιώνεται πια η αρσενική κατάληξη που δανείστηκαν –, υποτίθεται– πάμπολλα θηλυκά επαγγελματικά ουσιαστικά. Πρόκειται, κατά κοινή ομολογία, για τη χειρότερη δυνατή εξέλιξη. Ασφαλώς και δεν προσβλέπω στη συγκρότηση ενός αντισεξιστικού γλωσσικού οδηγού. Διόλου δεν με γοητεύει το όραμα μιας άνωθεν επιβεβλημένης «καθαρής» γλώσσας. Μήπως, ωστόσο, έφτασε η ώρα να παραδεχτούμε ότι κάποια λύση πρέπει επιτέλους να δοθεί στις τόσες επαγγελματικές ιδιότητες γένους θηλυκού που παραμένουν δίχως όνομα;

Εξήντα χρόνια μετά την είσοδο της Ε. Σκούρα στο Κοινοβούλιο, οι γυναίκες που τη διαδέχτηκαν –και είναι πια πολλές– αυτοαποκαλούνται συνήθως βουλευτές, ενώ οι άλλοι τις αποκαλούν συνήθως βουλευτίνες. Όχι, δεν έχει πρόβλημα το βουλευτίνες. Μόνο που διαιωνίζει, φοβάμαι, εκείνο το άθλιο η βουλευτής. Και το ενισχύει: γιατί, όσο κι αν δεν μας αρέσει, οι συνδηλώσεις του ενός (το κύρος της βουλευτού) τροφοδοτούν και τροφοδοτούνται από τις συνδηλώσεις του άλλου (την έλλειψη γοήτρου της βουλευτίνας).

Δεν τρέφω αυταπάτες: αρκετές γυναίκες –και όχι μόνο στο Κοινοβούλιο– αισθάνονται μια χαρά με την αρσενική εκδοχή του επαγγέλματός τους. Δεν την υφίστανται, την επιλέγουν. Αντιλαμβάνομαι ακόμη πως το βουλεύτρια ξενίζει∙ ελάχιστες το αποτόλμησαν ίσαμε σήμερα. Ανάμεσά τους μετρημένες στα δάχτυλα πολιτικοί, η Φεμινιστική Πρωτοβουλία για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών και ο ιστότοπος fylosykis.gr, ενώ μια κάπως παλιότερη σχετική πρωτοβουλία του Περικλή Κοροβέση δεν πρέπει να είχε συνέχεια. Μολαταύτα, η πρόταση της Αφροδίτης Σταμπουλή συνιστά μιαν ενδιαφέρουσα πρόκληση: πόσες άραγε από τις άμεσα ενδιαφερόμενες θα δέχονταν σήμερα να διεκδικήσουν συλλογικά τη γλωσσική ορατότητα της επαγγελματικής τους ιδιότητας;

Πηγή: Ενθέματα

 

 

Share

Για του Αγίου Βαλεντίνου

της Ελένης Καρασαββίδου

H γιορτή του Aγίου Βαλεντίνου που εορτάζεται κάθε 14 Φεβρουαρίου αποτελεί όχι μόνο παγκόσμια ημέρα των ερωτευμένων και της καταναλωτικής αντίληψης του έρωτα, αλλά και κατάλοιπο αρχαίων ρωμαϊκών εθίμων: Πιο συγκεκριμένα της γιορτής της γονιμότητας που γιόρταζαν οι Ρωμαίοι κατά την ίδια περίοδο (14-15 Φεβρουαρίου), τα περίφημα Λουπερκάλια, προς τιμή της Θεάς Γιούνο, αντίστοιχης της ελληνικής Θεάς Ήρας και πιθανής «νονάς» σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς/λαογράφους του «Ιανουαρίου». Ήταν η αρχαιότερη ρωμαϊκή γιορτή και γιορταζόταν αρκετά χρόνια προ Χριστού. Την ημέρα εκείνη τα νέα κορίτσια έριχναν σε μια κληρωτίδα το όνομα τους και τα αγόρια επέλεγαν στην τύχη την κοπέλα με την οποία θα περνούσαν το σύνολο της γιορτής. Κάτι που είχε υπερβολική βαρύτητα εκείνη την εποχή αφού οι ζωές των ανδρών και των γυναικών στην εφηβεία ήταν αυστηρά διαχωρισμένες…

Όταν ο Χριστιανισμός αναγορεύτηκε σε επίσημη θρησκεία, οι χριστιανοί προσπάθησαν να καταργήσουν αυτήν τη γιορτή κι αφού δεν τα κατάφεραν, την εγκόλπωσαν ως χριστιανική γιορτή του αγίου Βαλεντίνου, όπως αναφέρει η Σκούταρη, παρόλο που δεν μνημονεύεται στα επίσημα εορτολόγια. Χαρακτηριστική είναι και η αλλαγή φύλου του αγίου συμβόλου, αφού κυρίως (αν και όχι μόνο) η γυναίκα στερήθηκε σώματος στη νέα θρησκεία (όπως η διαδρομή από τα γυμνά αγάλματα στους μακριούς χιτώνες υποβάλλει) και δεν μπορούσε να ηγηθεί του έρωτα…

Μάλιστα, κατά τα νεότερα χρόνια, η γιορτή του αγίου Βαλεντίνου «έχει επικρατήσει παγκόσμια ως γιορτή των ερωτευμένων, μια γιορτή συρμού κι εμπορικότητας» (ό.π.) Στην Ελλάδα η γιορτή καθιερώθηκε επίσημα το 1977, και είναι από τις ελάχιστες φορές που το χριστεπώνυμο πλήθος (στο σύνολο του και παρά τις επιμέρους αντιδράσεις «αντιδυτικών» κύκλων) αποδέχθηκε έναν καθολικό Άγιο, αφού η ρομαντική επένδυση που αγγίζει -λιγότερο ή περισσότερο- όλους/ες τους ανθρώπους «νομιμοποίησε» τα αγοραία, καταναλωτικά «μεγέθη» αυτής της απόφασης. Χαρακτηριστικό των κοινωνικών, και οικονομικών παραμέτρων που τόσο συχνά κρύβονται πίσω από «ενοποιητικές» ιεροτελεστίες που -«καθαγιασμένες»- αφήνουν στο περιθώριο όσους κι όσες τις αμφισβητούνε…

 

 

Share

Η ιστορία των γυναικών: μια πολιτική ιστορία

της Ευτυχίας Παναγιώτου

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΜΠΟΥΚΗΣ, Ιστορίες ντροπής – Οι άνδρες, οι θρησκείες, οι νόμοι και η μοίρα των γυναικών, εκδόσεις Πατάκη, σελ. 421

Ο τίτλος του βιβλίου μάς προδιαθέτει για μια ιστορία υπέρ των γυναικών. Και, φυσικά, είναι. Ο υπότιτλος αιτιολογεί μια τέτοια υπεράσπιση: η ζωή των γυναικών διέγραψε εδώ και αιώνες μια πορεία μοιραία, αναπόδραστη και συνάμα κακότυχη, που σήμαινε ουσιαστικά πως η γυναίκα ιστορικά, σε καιρούς ειρήνης αλλά και πολέμου, δεν διέθετε το στοιχειώδες ανθρώπινο δικαίωμα που διέθετε ο άνδρας: να αποφασίζει για τον εαυτό της, να αναλαμβάνει συνεπώς την ευθύνη για τις πράξεις της. Παρά τις εξαιρέσεις της Ιστορίας, όπως ήταν οι προϊστορικές κοινωνίες των Κελτισσών, των Κρητικών και των μαχητικών Αμαζόνων, ή οι περιπτώσεις κοινωνικά προνομιούχων γυναικών (π.χ. στο Βυζάντιο), οι Ιστορίες ντροπής δίνουν μια συνολική εικόνα για το τι συνέβαινε στις γυναίκες ενόσω η επίσημη Ιστορία, καταδικάζοντάς τες στην αφάνεια και την ανυπαρξία, κατέγραφε τα κατορθώματα των ανδρών. Γιατί η πρώτη ολοκληρωμένη Ιστορία για τις γυναίκες γράφτηκε στον αγγλοσαξονικό κόσμο μόλις το 1960. Επομένως, η άλλη όψη της πραγματικότητας, την οποία μας παραθέτει με ιδιαίτερη ζωντάνια ο Γιώργος Παμπούκης, φέρνει στην επιφάνεια αποσιωπημένα γεγονότα, υπενθυμίζοντάς μας την υποχρέωση να αντιμετωπίζουμε όλα τα ιστορικά «αυτονόητα» με κριτικό βλέμμα.

Η «μοίρα» των γυναικών ταυτίστηκε λοιπόν με μια ανακύκληση της θυματοποίησής της μέσα στο χρόνο. Γι’ αυτό τον ασφυκτικό κλοιό υπεύθυνοι είναι οι άνδρες, οι οποίοι όχι μόνο θεσμοθέτησαν ένα τέτοιο καθεστώς υποτέλειας αλλά και το ανήγαγαν στη θεία βούληση. Μέσα από την οικουμενική ισχύ των θεσμών και των θρησκειών, οι μόνοι κατέχοντες πολιτική εξουσία «φυσικοποίησαν» σταδιακά στη συνείδησή μας τον δοτό, κατασκευασμένο και δαιμονοποιημένο κοινωνικό ρόλο του γυναικείου φύλου. Στις κοινωνίες τής μη μονοθεϊστικής Κίνας, για παράδειγμα, το απάνθρωπο παλιό έθιμο των σπασμένων και δεμένων γυναικείων ποδιών, που λειτούργησε σταδιακά ως σεξουαλικό φετίχ, κάλυπτε τον 19ο αιώνα το 40-50% του γυναικείου πληθυσμού. Αλλά και σήμερα ακόμα, στην ίδια χώρα και αλλού, πολλά νεογέννητα, μόνο και μόνο επειδή είναι θηλυκά, πετιούνται στους κάδους απορριμμάτων, όπου ξεψυχούν.

Η φυσικοποίηση του γυναικείου θανάτου, μεταφορικά και κυριολεκτικά, με τις επαναλήψεις τιμωριών ή άλλων επιτελεστικών διαδικασιών που ανταποκρίνονταν σε κάποιο «φυσικό δικαίο», έπειθαν και τη γυναίκα ότι αποτελεί υπάνθρωπο ή ότι εν πάση περιπτώσει δεν δικαιούνταν ίσης μεταχείρισης με τον άνδρα. Η μετατροπή εξωτερικών χαρακτηριστικών όπως το βιολογικό φύλο σε εσωτερικά, ηθικά μειονεκτήματα, οδήγησε την πλειονότητα των γυναικών στην αποδοχή και εκλογίκευση της μοίρας τους. Μόνος ιστορικός οδηγός τους, όπως παρατηρεί ο Παμπούκης, οι συμβουλές της υπάκουης και ενάρετης μητέρας τους, μα και ο φόβος της τιμωρίας, που καλλιεργούσε συγχρόνως το δυσβάστακτο αίσθημα της αμαρτίας. Αυτό το αίσθημα ενίσχυαν και τα στιγματισμένα «αντιπρότυπα» της Εύας, της Σαλώμης και της Μαγδαληνής, αν θέλουμε να μιλήσουμε για τη δική μας «θρησκεία της αγάπης». Η αμφισβήτηση και παράβαση των ανδρικών ηθικών ορίων θα στοίχιζε από ένα νέο κορίτσι την ίδια του τη ζωή. Αυτήν και τη μέλλουσα.

Από τις Ιστορίες ντροπής συμπεραίνει κανείς ότι η θρησκεία, ειδικά στα μονοθεϊστικά συστήματα, αποτέλεσε αρωγό της εξουσίας σε συνειδησιακό και ψυχολογικό επίπεδο. Η αδρανοποίηση της γυναίκας οφειλόταν έτσι και στην ενοχική της σχέση με το «μιαρό», όπως τη δίδαξαν από τα γεννοφάσκια, σώμα της. Το ερωτικό σκίρτημα γινόταν ένα τυραννικό μαρτύριο, μια ανολοκλήρωτη φαντασίωση, και οι σχέσεις καταπίεσης και ερωτικής ξηρασίας μεταφέρονταν στα του οίκου. Ενοχή και δυστυχία, άγνοια και αγραμματοσύνη. Με τι όπλα να συνειδητοποιήσει μια γυναίκα τον εαυτό της και τους άλλους; Πώς θα αντιλαμβανόταν μια γυναίκα τις αμφισημίες και αντιφάσεις των ίδιων των ιερών κειμένων; Παρότι κάποιοι διαφωνούν, η επικρατούσα πλέον άποψη είναι ότι τόσο ο Μωυσής όσο και ο Χριστός έτρεφαν φυσική συμπάθεια, διαφορετική ο καθένας, για τις γυναίκες. Αυτή η αγάπη έχει διαστρεβλωθεί, ίσως ανεπανόρθωτα, από τους ερμηνευτές των ιερών κειμένων, τους απολογητές του ισλάμ, του ιουδαϊσμού και του χριστιανισμού. Έχει ενδιαφέρον επίσης να σημειωθεί πως η Θρησκευτική Μεταρρύθμιση της Δυτική Εκκλησίας τον 16ο αιώνα, που οδήγησε στον προτεσταντισμό και υποχρέωνε τους πάντες να γνωρίζουν ανάγνωση ώστε να μελετούν τις Γραφές, αποτελούσε καλό οιωνό και για τον κοινωνικό ρόλο των γυναικών.

Στην Ιστορία, που φτιάχνεται από γεγονότα, που φτιάχνονται με τη σειρά τους από πράξεις υποκειμένων -όχι πάντα ελεύθερων-, η γυναίκα αντιμετωπίστηκε ως το βουβό χρηστικό αντικείμενο που έμελλε να αποκτήσει φωνή, στον δυτικό τουλάχιστον κόσμο, μετά τη δοκιμασία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ως προς τον ανατολικό κόσμο, είναι ενδεικτικό να πούμε ότι η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ καταδίκασε μόλις πρόσφατα τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων. Για 140 εκατομμύρια μη δυτικές γυναίκες, ο κόσμος αλλάζει τώρα που γράφω αυτό το κείμενο, ασκώντας το δικαίωμά μου για ελεύθερη έκφραση.

Παρά την απόσταση που χωρίζει ένα ψήφισμα από την εφαρμογή του, η πίστη σε ιστορικές αλλαγές, όπως συμπεραίνει κανείς από τις Ιστορίες ντροπής, είναι το πρώτο βήμα προς την αλλαγή. Για του λόγου το αληθές, ο Παμπούκης παραθέτει στατιστικές που επαληθεύουν τη λαχτάρα των γυναικών για παιδεία: στην Τυνησία, μετά την ευνοϊκή για το γυναικείο φύλο τριακονταετή προεδρία του Χαμπίμπ Μπουργκίμπα (1957-1987), οι αγράμματες γυναίκες δεν ξεπερνάνε το 30% του συνόλου, ενώ τα δύο τρίτα των εγγεγραμμένων στα πανεπιστήμια είναι σήμερα γυναίκες.

Τα παραπάνω είναι για αρκετούς σχεδόν αυτονόητα. Για αρκετούς άλλους, χιλιοειπωμένα. Για τους πολίτες της σύγχρονης δημοκρατίας, πλέον περιττά. Το βιβλίο του Παμπούκη δεν απευθύνεται ωστόσο μόνο σε ερευνητές και ιστορικούς όσο και σε αναγνώστες που δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσουν τις σύνθετες, πυκνές και εξειδικευμένες αναλύσεις της κοινωνικής θεωρίας και των φεμινιστικών σπουδών. Απευθύνεται σε όσους και όσες δεν μπορούν να δουν τη σκοπιμότητα ανίερων συμμαχιών, όπως εκείνη ανάμεσα σε τρεις παραδοσιακούς εχθρούς (υπερσυντηρητική προτεσταντική Δεξιά, καθολικούς, υπερσυντηρητικούς ισλαμιστές) επί Μπους του νεότερου, που απέβλεπε στην ανακοπή της πορείας εξίσωσης των δικαιωμάτων ανδρών και γυναικών.

Στη «μεταφεμινιστική» δεκαετία του 1990, χώρες όπως οι ΗΠΑ, όπου ο φεμινισμός φαντάζει στις εφαρμογές του, καλώς ή κακώς, απειλητικός, επιβεβαιώνεται η «ευελιξία» θρησκευτικών και πολιτικών αξιών ενόψει ωφελιμιστικών στόχων.

Οι Ιστορίες ντροπής είναι μια αφήγηση για το υπαρκτό και στις μέρες μας γυναικείο ζήτημα, για τον αφοπλισμό του ασθενούς από τον εξουσιαστή του με βάση τα εξωτερικά, τα βιολογικά του χαρακτηριστικά. Πρόκειται για την αφήγηση μιας δυσάρεστης πολιτικής υπόθεσης που βλέπουμε να αποκτά περίεργες διαστάσεις σήμερα στην Ελλάδα. Αν επαναστάσεις όπως η Γαλλική και η Ρωσική δεν βελτίωσαν ιδιαιτέρως τη θέση της γυναίκας, αυτό οφείλεται μάλλον στο ότι αποσυνέδεσαν την πολιτική ελευθερία από την προσωπική, με τον ίδιο τρόπο που συνδέθηκε, όπως γράφει η Ελένη Βαρίκα στο βιβλίο Για μια πολιτική γραμματική του φύλου, η αταξία στον οίκο με την αταξία στην πολιτική.

Το αρχαίο ρητό «τα εν οίκω μη εν δήμω» αντικαταστάθηκε ορθώς τέλη της δεκαετίας του 1960 από το σύνθημα «το προσωπικό είναι πολιτικό». Κι επειδή ακριβώς το ζήτημα είναι πολιτικό (δεν είναι ούτε φυσιοκρατικό ούτε οντολογικό), όπως μας αποδεικνύει στο βιβλίο του ο Παμπούκης, οι αγώνες έχουν ανάγκη από σαφή νομική κατοχύρωση. Το Άρθρο 2 της Παγκόσμιας Συνόδου του ΟΗΕ το 1993 ξεκαθαρίζει την απροσδιοριστία ανάμεσα στη σχέση ιδιωτικού και δημόσιου βίου: «Ορίζονται ως πράξεις βίας σε βάρος του θηλυκού γένους οι πράξεις εκείνες οι οποίες επιφέρουν ή μπορούν να επιφέρουν μια δυσμενή για τη γυναίκα φυσική, σεξουαλική ή ψυχολογική κατάσταση. Σ’ αυτές συμπεριλαμβάνονται και οι απειλές για παρόμοιες πράξεις, ο τυχόν καταναγκασμός συμμετοχής του υποκειμένου στις πράξεις αυτές, αλλά και η αυθαίρετη αποστέρηση της ελευθερίας του υποκειμένου, ασχέτως αν τα παραπάνω αφορούν την ιδιωτική ή τη δημόσια ζωή του …» Για τις ανυπεράσπιστες γυναίκες του ισλαμικού κόσμου, όπου η ίδια η κοινωνία συναινεί σε πράξεις ασύλληπτης βίας στον ιδιωτικό βίο, τέτοια ψηφίσματα είναι σωτήρια.

Το θέμα είναι ανεξάντλητο. Το βιβλίο διαφωτιστικό. Θα μπορούσε να έχει περισσότερη βιβλιογραφία για όσους επιθυμούν να συνεχίσουν το διάβασμα. Κλείνοντας, αναρωτιέμαι πόσοι έχουμε συνειδητοποιήσει ότι ο κόσμος αυτός θα ήταν εξαιρετικά διαφορετικός αν η γυναίκα ήταν σε όλες τις χώρες ελεύθερη πολίτης. Γράφω «πολίτης» και σκοντάφτω -όπως η Τζένη Μαστοράκη στα Διόδια σκόνταφτε στις προτομές- σε ένα νεοελληνικό αρσενικό όνομα.

Πηγή: Αυγή

 

 

Share

Έφυγε πρόσφατα από τη ζωή η Έλια Κολοκυθά.

της Άννας Κοντοθανάση

Η τυπική της ιδιότητα ήταν νομικός, διδάκτορας του Συγκριτικού Δικαίου, Αντιπρόεδρος επί σειρά ετών στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας.

Ακούραστη υπεύθυνη από το 1977 του Τμήματος Νομικής Συμβουλευτικής του Συνδέσμου, χάρισε στήριξη νομική αλλά και ψυχολογική σε χιλιάδες γυναίκες που ζήτησαν τη συνδρομή της.

Ακόμη με μελέτες και άρθρα της σε πολλά περιοδικά αλλά και στον Αγώνα της Γυναίκας, το περιοδικό του ΣΓΤΔΤΓ, υποστήριξε όλες τις απαραίτητες νομοθετικές αλλά και γενικότερες κοινωνικές αλλαγές που απαιτούνται για την απόκτηση της πραγματικής ισοτιμίας γυναικών και ανδρών.

Για όσες τη γνωρίσαμε πιο ουσιαστικά, η Έλια ήταν μία ψυχή που παλλόταν ενάντια στο άδικο, ενάντια στις κάθε μορφής διακρίσεις και ιδιαίτερα στις διακρίσεις και τη βία κατά των γυναικών.

Βαθιά δημοκρατική και μαχητική, πάλεψε σε όλη της τη ζωή για τα ιδανικά της, υποστηρίζοντας τις γυναίκες όχι μόνο σ το Τμήμα Νομικής Συμβουλευτικής, αλλά ακόμη και στο σπίτι της, καθημερινά, ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας, ποτέ δεν έπαψε να προσφέρει ανιδιοτελώς και ακούραστα τις γνώσεις και τη μέριμνά της.

Οραματιζόταν για τις γυναίκες ένα δίκαιο που το ονόμαζε «Δίκαιο της Στοργής», δηλαδή ένα δίκαιο ισότιμο αλλά και με καρδιά και τόλμη για την άρση των διακρίσεων.

Share

Περιδιαβάζοντας τον Περιοδικό Τύπο: Από τη Σκούπα στο Κοσμοπόλιταν

της Μαρίας Λούκα

«Τι κάνεις την πρώτη μέρα της single ζωής σου: Ανοίγεις προφίλ στο Compare Hotness του Facebook και ψηφίζεις δέκα άνδρες για το sexapeal τους. Στατιστικά, αν χτυπήσεις 10 πόρτες, η μία θα ανοίξει… Είναι γνωστό ότι οι άνδρες δεν τρελαίνονται για το υπερβολικό μακιγιάζ, προτιμούν γυναίκες που είναι ανεπιτήδευτα όμορφες. Και να ξέρεις ότι όσο πιο κουνιστή περπατάς στο δρόμο , τόσο πιο έντονοι είναι οι οργασμοί σου»

Cosmopolitan, 2010

«Να μιλήσουμε εμείς οι γυναίκες για το κορμί μας σημαίνει να μιλήσουμε για τον τόπο αφετηρίας και συμπύκνωσης του γυναικείου προβλήματος. Ο λόγος για το κορμί δεν περιορίζεται σ΄αυτό, απλώνεται και περιλαμβάνει όλα τα θέματα που αφορούν τη γυναίκα. Έτσι μιλώντας για το κορμί μας, μιλάμε για μας , για το χώρο που μας περιβάλλει, για τον τρόπο που είμαστε, για το πώς γινόμαστε όπως είμαστε»

Σκούπα για το γυναικείο ζήτημα, 1979

 

Μια γυναίκα νέα, όμορφη, σεξουαλική, χαριτωμένη, έξυπνη όχι απαραίτητα, πολιτικοποιημένη ούτε κατά διάνοια, με αστραφτερό χαμόγελο αλλά ποτέ έντονο γέλιο, που δε μυρίζει άσχημα, δεν αφήνει καν την υπόνοια ότι μπορεί να εκπληρώνει βασικές βιολογικές ανάγκες σε καλεί απ’ το εξώφυλλο του περιοδικού για να σε ξεναγήσει στον κόσμο των celebrities (είναι κι αυτές οι αγωνίες που δε σ’ αφήνουν να κοιμηθείς), να σε μυήσει στα μυστικά τη μόδας, να σου δώσει συμβουλές ομορφιάς αλλά και να σε βοηθήσει να τον κατακτήσεις ή να ξεπεράσεις το χωρισμό σου με τις μεθόδους του shopping therapy (δύσκολα πράγματα την εποχή του ΔΝΤ) ή του shopping a new man (ευκολότερο). Είναι η γυναίκα που δεν είσαι αλλά θα ήθελες να είσαι και γι’ αυτό ανταποκρίνεσαι στο κάλεσμα της.

Στο απέναντι εξώφυλλο υπάρχει ένας άνδρας γοητευτικός, αποφασιστικός, πολυάσχολος, με θέσεις κοινωνικής ευθύνης (καμία σχέση δηλαδή με το Μήτσο που βλέπεις κάθε πρωί), με πολιτική άποψη, απορροφημένος ανάμεσα στις επαγγελματικές του προοπτικές και τη μπάλα, bon viveur που ξέρει να διαλέγει τα πιο απολαυστικά πούρα αλλά και τα πιο σύγχρονα gadgets. Απ’ τους πρίγκιπες  που όταν τους φιλάς γίνονται βάτραχοι. Περιτριγυρισμένος από «κουνελάκια στον κήπο των playboys» «ψηφίζει τις 50 πιο sexy Ελληνίδες». Και δυστυχώς δεν είσαι μια απ’ αυτές.

Είναι τα εξώφυλλα των γυναικείων και ανδρικών περιοδικών, αυστηρώς ταξινομημένων στα πλαίσια του περιοδικού τύπου στην πληθωρική ελληνική αγορά των media. Απευθύνονται σε εξειδικευμένα ακροατήρια στη βάση του φύλου με αξιώσεις καταγραφής της κοινωνικής πραγματικότητας, ακόμα κι αν συνήθως πρόκειται για πλαστογραφία. Η σύγχρονη ακαδημαϊκή αναζήτηση που αμφισβητεί το σκληρό δίπολο «άνδρας» – «γυναίκα» και μιλάει για την πολυπλοκότητα των φύλων, όχι απλώς δε βρέθηκε αλλά μάλλον δεν αναζητήθηκε καν.

Σύμφωνα με τα στοιχεία των πρακτορείων διανομής Τύπου αυτή την περίοδο κυκλοφορούν 15 γυναικεία περιοδικά πανελλαδικής εμβέλειας και επιπλέον ακόμη 4 ως μηνιαία ένθετα σε εκδόσεις κυριακάτικών εφημερίδων, με τις πωλήσεις τους να προσεγγίζουν κατά μέσο όρο τις 400.000 μηνιαίως. Σ΄αυτά δεν συνεκτιμώνται τα περιοδικά γάμου, τα εφηβικά περιοδικά ή αυτά που απευθύνονται σε γονείς παρόλο που συναντούν προνομιακή απήχηση στο γυναικείο κοινό. Από την άλλη, τα αμιγώς προσδιοριζόμενα ως ανδρικά περιοδικά δεν υπερβαίνουν τα 7 και οι πωλήσεις τους κυμαίνονται στις 70.000 σε μηνιαία βάση.

Δε χρειάζονται ειδικές ασκήσεις οράσεως για να είναι σαφής ο διαχωρισμός των εντύπων ως προς τη θεματολογία, τη φυσιογνωμία, τη διαφήμιση ακόμη και τη γραφιστική πλαισίωση. Αρκεί η απλή φυλλομέτρηση. Στα γυναικεία έντυπα η μόδα και η ομορφιά προεξέχουν αποσυνδεδεμένες από αισθητικές αντιλήψεις αλλά με κριτήρια αρκούντως καταναλωτικά και εμπορικά. Ο έρωτας και η σεξουαλικότητα καθορίζονται από το ανδρικό βλέμμα. Οι συνεντεύξεις προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από το χώρο του θεάματος. Ενώ η σύγχρονη πραγματικότητα της εργαζόμενης γυναίκας προσαρμόζεται στο παραδοσιακό σύστημα της οικογένειας και της μητρότητας, μετατρέποντας την σε πολυεργαλείο. Τα κάνει όλα και συμφέρει. Τα λιγοστά κοινωνικά θέματα – ως απαραίτητη ασυνέχεια στο συνεχές του lifestyle – είναι δοσμένα από το πρίσμα μιας προσωπική ιστορίας με δραματοποιημένο τόνο για την πρόκληση αβίαστων συγκινησιακών φορτίσεων. Οι διάφορες  στήλες συμβουλευτικής δεν έχουν σε τίποτα να ζηλέψουν τις μεσημεριανές τηλεοπτικές εκπομπές. Ως προς τη διαφήμιση, αν αυτή αποτελούσε το μοναδικό δείκτη για την καταναλωτική συμπεριφορά των γυναικών, τότε θα προέκυπτε το συμπέρασμα ότι στην Ελλάδα για παράδειγμα οι γυναίκες δεν αγοράζουν αυτοκίνητα, παρά μόνο στέκονται δίπλα τους με αισθησιασμό για να προσελκύσουν τους άνδρες αγοραστές.

Τα ανδρικά περιοδικά μπορούν να επιμεριστούν σε εκείνα που το γραπτό κείμενο επιτελεί μια λειτουργία διακοσμητικής υποστήριξης στις ηδονοβλεπτικές απεικονίσεις της γυναίκας και σ’ αυτά που επιχειρούν μια καλύτερη κατανομή μεταξύ σπορ, showbiz, θεάματος και γυμνών φωτογραφιών. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν απουσιάζει ένα editorial που να σχολιάζει κάποια πτυχή – κατά προτίμηση την πιο ανώδυνη – της κοινωνικοπολιτικής συγκυρίας. Δεν πρόκειται βέβαια για κάποιο εγχειρίδιο πολιτικής φιλοσοφίας αλλά περισσότερο για μια μεταφορά συζητήσεων που διεξάγονται σε μπαρ (χωρίς να υπάρχει τίποτα το μεμπτό σ’ αυτές τις συζητήσεις αλλά στην έπαρση αυτού που αναλαμβάνει τη γραπτή μεταφορά). Κατά τ’ άλλα το ύφος είναι πιο στιβαρό, χωρίς να αφήνει χαραμάδες για συναισθηματισμούς που θα παραβίαζαν τα ματσό χαρακτηριστικά της ανδρικής νόρμας. Μ’ αυτή την έννοια απουσιάζουν και οι στήλες συμβουλευτικής και αστρολογίας.

Ο λόγος τόσο στα γυναικεία όσο και στα ανδρικά περιοδικά είναι μαζικός και λαϊκός. Τα πρωτογενή ρεπορτάζ και τα ερευνητικά άρθρα είναι δυσεύρετα. Οι φωτογραφίες πάλι πλεονάζουν και είναι επικεντρωμένες στο σώμα και δη το καλλίγραμμο. Η ετεροφυλοφιλία προβάλλεται ως μοναδική σεξουαλική επιλογή, αφού η ομοφυλοφιλία παραμένει αόρατη ή ενσωματώνεται ως καρικατούρα. Η μετανάστρια που καθαρίζει το σπίτι δε χωράει σ’ αυτές τις σελίδες, ούτε ο πρόσφυγας αφήνει κηλίδες αίματος στο Αστυνομικό Τμήμα της Ομόνοιας. Δε χωράει ακόμα το άγχος των νέων που το μοναδικό ταμείο με το οποίο έχουν προοπτικές να έρθουν σε επαφή είναι αυτό του ΟΑΕΔ. Δε χωράει ούτε η φεμινίστρια που μιλά για την καθημερινή συμβολική βία, ούτε ο ακτιβιστής που προσπαθεί να σπάσει το θαλάσσιο αποκλεισμό της Γάζας. Όλα εξαντλούνται στο μικρόκοσμο του θεάματος.

Αν ισχύει όμως η παραδοχή της σημειωτικής ότι τα Μέσα δεν είναι  ένας απλός καθρέφτης της κοινωνίας αλλά συμβάλλουν στη διαμόρφωση των συνειδήσεων και των ταυτοτήτων, άλλο τόσο ισχύει ότι τα Μέσα δεν είναι κλειστά συστήματα αλλά τροφοδοτούνται σ’ ένα βαθμό μ’ αυτό που συμβαίνει έξω. Απ’ αυτήν την άποψη η πρόσφατη ιστορία του περιοδικού τύπου συμπυκνώνει και την ίδια την ιστορία των κοινωνικών κινημάτων και εν προκειμένω του φεμινιστικού κινήματος. Μια ιστορία που εγγράφει εξάρσεις και υποχωρήσεις, διεκδικήσεις και ενσωματώσεις, νίκες και ήττες.

       

Τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης στα περίπτερα και τα βιβλιοπωλεία της χώρας υπήρχαν αναρτημένα περιοδικά με κεντρικό σύνθημα «δεν είμαι του πατρός μου, δεν είμαι του ανδρός μου, είμαι ο εαυτός μου». Έντυπα όπως η Σκούπα ή η Κατίνα που μιλούσαν για τη γυναικεία σεξουαλικότητα, για την ενδοοικογενειακή βία, για την άμβλωση, την πολιτική ή την τέχνη.  Ο αέρας ριζοσπαστικοποίησης εκείνης της περιόδου αποτυπώθηκε και στην έκδοση φεμινιστικών εντύπων. «Το φεμινιστικό κίνημα εκείνη την περίοδο αγγίζει τις ιδιωτικές πτυχές της καταπίεσης. Αυτό δεν αντανακλάται μόνο στα φεμινιστικά έντυπα αλλά και στα γυναικεία περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας» μας λέει η Μαρία Ρεπούση, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης που συμμετείχε σ’ αυτές τις προσπάθειες.

Εμπορικά γυναικεία περιοδικά όπως το Πάνθεον τη δεκαετία του ‘70 κάνουν καμπάνιες για την αντισύλληψη και εκπονούν έρευνες για την πορνογραφία, το βιασμό και την ομοφυλοφιλία. Η εξομολόγηση της επί χρόνια αρχισυντάκτριας του Πόλυ Μηλιώρη στο βιβλίο «από το Ρομάντσο στο Πάνθεον» είναι ενδεικτική του κλίματος της περιόδου «Οι γυναικείες οργανώσεις ήταν σύμμαχοι πρώτης γραμμής. Η τροφοδότηση μου μας έκαναν σε υλικό και ιδέες ήταν πολυτιμότατη» και συνεχίζοντας παρατηρεί ότι «από το 1990 και μετά δε βλέπω στα γυναικεία περιοδικά άλλη ιδεολογία απ’ αυτήν της κατανάλωσης, της αστρολογίας και της κυριαρχίας του σεξ»

Όντως η δεκαετία του 90 συνιστά καμπή για τον Περιοδικό Τύπο. Την υποχώρηση των γυναικείων αγώνων ακολουθεί η αναστολή των εκδοτικών φεμινιστικών εγχειρημάτων αλλά και η σταδιακή εδραίωση της παντοκρατορίας του life style στα εμπορικά έντυπα. «Η θεσμική ενσωμάτωση από το ΠΑΣΟΚ αλλά η απουσία εναλλακτικών ως προς την οικογένεια δομών συνέτειναν σ΄αυτό το αποτέλεσμα. Οι γυναίκες εγκλωβίστηκαν ανάμεσα στο φεμινιστικό αίτημα και την πραγματικότητα της ζωής τους» εξηγεί η Μαρία Ρεπούση. Σ’ αυτή την άνιση αναμέτρηση το φεμινιστικό πρόταγμα ακόμα κι αν δεν έχει βγει νοκ άουτ, προς το παρόν χάνει σίγουρα στα σημεία.

«Σήμερα τα έντυπα επιστρέφουν στη φυσικοποίηση των γυναικών. Οι γυναίκες είναι φυσικά όντα και όχι ιστορικά υποκείμενα, ενώ οι άνδρες κοινωνικά όντα. Ακόμα κι αν αυτό δε λέγεται ρητά, αναπαρίσταται», σχολιάζει ολοκληρώνοντας η συνομιλήτρια μας. Είναι προφανές ότι και τα περιοδικά ευθυγραμμίζονται με τον κυρίαρχο λόγο που βρίθει από στερεότυπα και προκρίνει κυρίως τη Τζούλια και όχι την Κωνσταντίνα Κούνεβα.  Αυτό όμως δε σημαίνει ότι τα ΜΜΕ λειτουργούν ως απλός ιμάντας μεταβίβασης της κυρίαρχης ιδεολογίας σ’ ένα παθητικό κοινό. Στο εσωτερικό τους ανταγωνίζονται διαφορετικοί λόγοι και εναλλακτικές οπτικές, ακόμα κι αν αυτές δεν είναι ισότιμες. Απευθύνονται σε ενεργούς ανθρώπους που έχουν δυνατότητες αποκωδικοποίησης, έστω κι αν αυτές έχουν ναρκοθετηθεί σ’ ένα επίπεδο από την ίδια την κωδικοποίηση.

Τα περιοδικά είναι τμήμα της λαϊκής κουλτούρας με τη γοητεία και τις αντιφάσεις που αυτή έχει.  Δεν έχει νόημα να τα εξετάζει κανείς  «ως επιθεωρητής του υγειονομικού που χώνει τη μύτη του στις ζωές των ανθρώπων για να διαπιστώσει αν το περιβάλλον που ζουν είναι υγιεινό». Νόημα έχουν οι διαπραγματεύσεις και οι ρωγμές στο τοίχος της ακαμψίας, όπως είναι τα εκδοτικά εγχειρήματα που δε μοιάζουν με αποστειρωμένα εργαστήρια αλλά εμπνέονται από τα βιώματα των ανθρώπων.  Η δημιουργική συνομιλία με την κοινωνία, που περιλαμβάνει την καθημερινότητα αλλά και τα συλλογικά οράματα, την ιστορία και τους σύγχρονους κοινωνικούς πειραματισμούς. Εν τέλει τα εξώφυλλα που αναφέρονται   στις γυναίκες και τους άνδρες που είμαστε με τους φόβους, τις ανασφάλειες , τα όνειρα και τους αγώνες μας. Νόημα έχουν τα παράθυρα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια κι αυτά δεν είναι άμεσα μετρήσιμα από τα πρακτορεία διανομής.

Μια ματιά στην ιστορία του φεμινιστικού έντυπου

Τα φεμινιστικά έντυπα μετρούν πλέον πάνω από 1 αιώνα ζωής. Μέσα απ’ αυτά οι γυναίκες διαμόρφωσαν τις συνθήκες ορατότητας τους, μιλώντας οι ίδιες για τα βιώματα, τις αντιστάσεις και τους αγώνες τους. Θα παραθέσουμε ορισμένους κόμβους αυτής της διαδρομής ζητώντας εκ των προτέρων συγνώμη για τις όσες παραλείψεις προέκυψαν από τις ασκούπιστες γωνιές αυτής της ιστορίας.

  • Η Εφημερίς των Κυριών, πρωτοεμφανίζεται το Μάρτιο του 1887 με εκδότρια μια εμβληματική φυσιογνωμία του ελληνικού γυναικείου κινήματος, την Καλλιρόη Παρρεν.  Λειτουργεί για 20 χρόνια ως εβδομαδιαίο περιοδικό και άλλα 10 ως δεκαπενθήμερο με το αναγνωστικό του κοινό να φτάνει τις 5000. Είναι στην πραγματικότητα η πρώτη εκδοτική προσπάθεια στον ελλαδικό χώρο που αναλύει την κοινωνική θέση των γυναικών και επεξεργάζεται διεκδικήσεις.
  • Το Δελτίον των Ελληνίδων κυκλοφορεί στην Αθήνα το 1909 από την Ελένη Ρουσόπουλου και το Πανελλήνιον το 1913 με εκδότρια την Ελένη Κομνηνο – Πλατανιά. Και τα δυο αυτά έντυπα εκδίδονται και απευθύνονται αποκλειστικά σε γυναίκες σε μια μεταβατική φάση για τη συγκρότηση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.
  • Η Ελληνική Επιθεώρηση από το 1907 έως το 1942 με την Ευγενία Ζωγράφου στη διεύθυνση. Ξεχωρίζει για τη μακροβιότητα του αν και δε μπορεί να θεωρηθεί αμιγώς γυναικείο περιοδικό αλλά καταγράφεται σ’ αυτά καθώς υιοθετεί μια μετριοπαθή φεμινιστική οπτική.
  • Η Ελληνίς, εκδίδεται από το 1921 έως το 1940 ως μηνιαίο περιοδικό του Εθνικού Συμβουλίου Ελληνίδων με τις συνθήκες ζωής των γυναικών να τίθενται πλέον στο επίκεντρο.
  • Ο Αγώνας της Γυναίκας, εκδίδεται πρώτη φορά το 1923 έως το 1936 από το Σύνδεσμο για τα Δικαιώματα της Γυναίκας με προεξέχουσα την Αύρα Θεοδωροπούλου. Η εργασία των γυναικών, η διεκδίκηση ψήφου και ένταξης στην πολιτική, η ανάγκη εκπαίδευσης και επιστημονικής κατάρτισης των γυναικών αποτελούν τα βασικά επίδικα του εντύπου. Ο Σύνδεσμος επανιδρύεται το 1974 με πρόεδρο την Αλίκη Γιωτοπούλου – Μαραγκοπούλου και το περιοδικό επανεκδίδεται το 1979 και διατηρεί μια περιοδικότητα έως και τις μέρες μας.
  • Η Σοσιαλιστική Ζωή, λειτουργεί ως μηνιαίο όργανο του Σοσιαλιστικού Ομίλου Γυναικών για τα χρόνια 1928 – 1935 επιχειρώντας τη σύζευξη του γυναικείου ζητήματος και των σοσιαλιστικών ιδεών.
  • Η Φεμινιστική, εμφανίζεται στη Θεσσαλονίκη το 1930 ως δεκαπενθήμερη επιθεώρηση της Φεμινιστικής Ένωσης Μακεδονίας – Θράκης
  • Οι Ελληνίδες, αποτέλεσαν από το Μάρτιο του 1946 το περιοδικό της Πανελλήνιας Ένωσης Γυναικών. Το περιοδικό είναι εμπνευσμένο από την εαμική παράδοση και ασχολείται με παραδοσιακούς γυναικείους τομείς όπως η οικογένεια δίνοντας έμφαση στη γυναικεία συμμετοχή στους εθνικούς αγώνες.
  • Για την Απελευθέρωση των Γυναικών, έντυπο που εκδίδεται το Φεβρουάριο του 1978 από την Κίνηση για την Απελευθέρωση των Γυναικών – την πρώτη αυτόνομη φεμινιστική ομάδα. Οικειοποιείται τα συνθήματα του γαλλικού φεμινισμού όπως «το προσωπικό είναι πολιτικό» και επικεντρώνεται στην ιδιωτική σφαίρα της γυναικείας καταπίεσης.
  • Η Σύγχρονη Γυναίκα, δημιουργείται το 1978 από την Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδας που διάκειται θετικά προς το ΚΚΕ. Αρχικά κράτησε μια απόσταση από τις φεμινιστικές αναζητήσεις της εποχής και ασχολήθηκε κυρίως με ζητήματα εργασίας και δημοκρατίας μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 80 που άρχισε να αμφισβητεί δημόσια την κομματική γραμμή.
  • Η Σκούπα για το γυναικείο ζήτημα, κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1979 υπό εννεαμελή συντακτική επιτροπή. Παρόλο που εξέδωσε μόλις 5 τεύχη, αποτελεί ίσως την πρώτη συστηματική προσπάθεια θεωρητικής εμβάθυνσης και άρθρωσης μιας ανατρεπτικής θεωρίας για το φύλο. Εκφράζει ριζοσπαστικές θέσεις και γίνεται σημείο αναφοράς του φεμινιστικού κινήματος.
  • Η Σφίγγα, φεμινιστικά και άλλα, εκδίδει ένα μόνο τεύχος τον Ιούλιο του 1980 με τη συμμετοχή γυναικών που ορισμένες προέρχονται από την Κίνηση για την Απελευθέρωση των Γυναικών. Πιστή στο ριζοσπαστικό φεμινισμό υπερασπίζεται την αυτονομία του γυναικείου κινήματος.
  • Η Κατίνα, σε αντίστοιχο μήκος κύματος, κυκλοφορεί στη Θεσσαλονίκη την περίοδο 1987 – 1992 από την Αυτόνομη Ομάδα Γυναικών Θεσσαλονίκης
  • Η Δίνη, ξεκινά της πορεία της το Δεκέμβριο του 1986 ως φεμινιστικό περιοδικό που διευθύνεται από 17μελή συντακτική επιτροπή, στην οποία συμμετέχουν και μέλη από την έκδοση της Σκούπας. Ο αρχικός του προσανατολισμός είναι πολιτικός και κινηματικός. Από το 1993 όμως μετατρέπεται σε επιστημονικό περιοδικό για τα ζητήματα του φύλου.

 

Διαβάστε:

ΜΜΕ και Κοινωνία, Jean Curran και Michael Gurevitch, εκδόσεις Πατάκη, 2008

Από το Ρομαντσο στο Πάνθεον, Πόλυ Μηλιώρη, εκδόσεις Οδυσσέας, 1995

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 198, Σεπτέμβριος 1988

 

Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο έντυπο περιοδικό w/e της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας

 

Share

“Τιμής ένεκεν”, στο Μουσείο Μπενάκη: Τζίνα Πολίτη, δασκάλα και αγωνίστρια

του Τερζή Κ.

για την προσφορά και το έργο της. Ταγμένη εδώ και δεκαετίες “στη μάχη με τον γραπτό λόγο, που είναι καμιά φορά πιο σκληρή κι από τη μάχη με τον εχθρό”, η Τζίνα Πολίτη μελετά συστηματικά εδώ και δεκαετίες την αγγλική και την ελληνική λογοτεχνία, τη συγκριτική γραμματολογία και τη θεωρία της λογοτεχνίας, ενώ για το πολύτιμο διδακτικό της έργο έχει τιμηθεί με το «Βραβείο Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας και Έρευνας» από το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας το 1998 -οι χιλιάδες μαθητές της στο πανεπιστήμιο δεν έχουν πάψει να την τιμούν και να την αγαπούν.

Τις διαλέξεις της Τζίνας Πολίτη στην Αγγλική Φιλολογία της Θεσσαλονίκης παρακολουθούσε ένα πλήθος που προσπαθούσε να βρει θέση στα έδρανα στις οκτώ το πρωί -συναντούσες εκεί εκτός από τους “κανονικούς” φοιτητές της, σπουδαστές και καθηγητές από άλλα τμήματα και σχολές, φίλους και συγγενείς των φοιτητών… Η Τζίνα Πολίτη πλάι στην εξαντλητική γνώση του αντικειμένου της προτάσσει το πολιτικό ως κριτική των αυτονόητων του παρόντος, σπάζοντας τα στεγανά των επιστημονικών πειθαρχιών, με στόχο την ανάδειξη των διαφορών, των ανισοτήτων και των αποκλεισμών, την αποκάλυψη της ιδεολογικής βίας… “Εντάχθηκα στο κομμουνιστικό κίνημα στην Κατοχή, από τα έντεκά μου χρόνια. Έτσι, πριν καν προλάβει να διαμορφωθεί το ‘εγώ’ μου, ο ‘εαυτός’ μου είχε ήδη ταυτιστεί με το συλλογικό, αριστερό υποκείμενο. Η ψυχολογία της γενιάς μου σημαδεύτηκε, ανεξίτηλα, από τις αξίες της ισότητας, της συντροφικότητας και της ρήξης με τις κατεστημένες νοοτροπίες”, έχει πει σε συνέντευξή της.

Γεννημένη στην Αθήνα το 1930 (“στην οδό Ασκληπιού, πλάι στο σπίτι του Παλαμά, δεν ξέρω αν έχει παίξει ρόλο αυτό στην αγάπη μου για τη λογοτεχνία”) σπούδασε αγγλική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, και εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, με θέμα το μυθιστόρημα. “Έχω αναρωτηθεί πώς ορισμένα κορίτσια απ’ τη δική μου τη γενιά, μια εποχή κατά την οποία οι γυναίκες ήταν οι περισσότερες μαμάδες στα σπίτια, τολμήσαμε να κάνουμε την επανάσταση και σκέφτηκα ότι ήταν το πρότυπο της αντάρτισσας: η γυναίκα που έχει τα φισεκλίκια και είναι ισότιμη με τον άντρα και πολεμάει. Αυτό ήταν που μας έδωσε ένα πρότυπο, ότι μπορεί και η γυναίκα να σπουδάσει και να σταδιοδρομήσει, να κάνει αυτό που θέλει και να πάει αντίθετα σε μια πατριαρχική οικογενειακή δομή”.

Δίδαξε επί σειρά ετών στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ και το 1980 εξελέγη καθηγήτρια στην έδρα της Αγγλικής Λογοτεχνίας του ΑΠΘ, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1998. Την έχουν απασχολήσει ιδιαίτερα το ιστορικό μυθιστόρημα και η αγγλική λογοτεχνία του 17ου, του 18ου και του 19ου αιώνα, ενώ έχει να παρουσιάσει πλήθος μελετών για τους Μπέκετ, Τζόις, Κάφκα, Ντάρελ, Κάλβο, Παπαδιαμάντη, Καρκαβίτσα, Καζαντζάκη, Καραγάτση, Τερζάκη, Ελύτη, Τσίρκα, Χειμωνά, Δημητριάδη, Γαλανάκη… Πέρυσι, στο πλούσιο δοκιμιογραφικό της έργο (ολόκληρο από τις εκδόσεις Αγρα), προστέθηκε και ο τόμος “Επιστροφή”, που περιλαμβάνει τρία διηγήματά της, “μια κατάδυση στη μνήμη της παιδικής ηλικίας”.

Αλλά η Αριστερά, η συλλογική ταυτότητα, η αναγκαία κινητοποίηση-απάντηση στην κρίση απασχολούν συνεχώς την Τζίνα Πολίτη, που ζητά από τον λόγο της Αριστεράς “να είναι ένας λόγος πάθους. Πάθους, αλλά όχι οργής. Δεν είναι τυχαίο ότι μας προβάλλουν τους αριθμούς στη θέση των ανθρώπων. Πρέπει να επιστρέψει το πάθος, η συναισθαντικότητα. Ίσως να μιλάω έτσι επειδή ανήκω σε μια γενιά που έχει ζήσει το τραγικό. Για να αποδομήσεις ή να βουβάνεις αυτό τον λόγο και την εικόνα της τηλεόρασης, θα πρέπει να ενσαρκώσεις τον λόγο. Πρέπει επιτέλους να σκεφτούμε έξω από τα κουτάκια, πρέπει να σκεφτούμε και με το συναίσθημα”.

Οι ομιλητές της εκδήλωσης

Υπό τον τίτλο «Τιμής ένεκεν», το Μουσείο Μπενάκη ξεκίνησε το 2007 να τιμά το έργο ξεχωριστών ανθρώπων του πνεύματος, αναδεικνύοντας τη σημασία τόσο των επιστημονικών τους καταθέσεων όσο και της κοινωνικής τους προσφοράς, με στόχο να εδραιώσει τους δεσμούς του με τους δημιουργούς που δραστηριοποιούνται στον χώρο της τέχνης, της διανόησης και της επιστήμης. Μέχρι σήμερα, τιμητικές εκδηλώσεις έχουν αφιερωθεί στον αρχιτέκτονα Χαράλαμπο Μπούρα (2007), τον ιστορικό και κριτικό της λογοτεχνίας Αλέξανδρο Αργυρίου (2008), τον αρχαιολόγο Γιώργο Δεσπίνη (2009), τον λογοτέχνη – μεταφραστή Edmund Keeley (2010) και τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο (2011).

Στην τιμητική εκδήλωση της Παρασκευής για την Τζίνα Πολίτη (στις 7 μ.μ. στο κεντρικό κτήριο, Κουμπάρη 1), θα μιλήσουν για την ίδια και το έργο της η Karin Boklund-Λαγοπούλου, καθηγήτρια στο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η Μαίρη Μικέ, αναπληρώτρια καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ και ο Μίλτος Πεχλιβάνος, καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Freie Universität του Βερολίνου, ενώ χαιρετισμό θα απευθύνει ο διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, καθηγητής Άγγελος Δεληβορριάς.

Πηγή: Αυγή

Share

Η σφαγή του Μόντρεαλ. Οι φεμινίστριες του Καναδά θυμούνται

της  Julie Bindel

μετάφραση: Ντίνα Τζουβάλα

Πρέπει να αντέξουμε. Πρέπει να δημιουργήσουμε. Πρέπει να αντισταθούμε

Το 1989 ένας οπλισμένος άντρας σκότωσε 14 φοιτήτριες στο Μόντρεαλ. Αυτή την εβδομάδα  οι Καναδές φεμινίστριες θα θυμηθούν ένα γεγονός που τρόμαξε την χώρα- και ενίσχυσε τον ριζοσπαστισμό τους.

Ήταν μια κρύα βροχερή μέρα στις 6 Δεκεμβρίου του 1989, όταν ένας νεαρός άνδρας κραδαίνοντας ένα πυροβόλο όπλο όρμησε σε μια αίθουσα της École Polytechnique στο Μόντρεαλ του Καναδά. Οι περίπου 60 φοιτητές είχαν λίγο χρόνο να αντιδράσουν πριν ο άνδρας τους διατάξει να βγουν από την αίθουσα και να αρχίσει να πυροβολεί τις γυναίκες. Έξι  φοιτήτριες  σκοτώθηκαν αμέσως και τρεις τραυματίστηκαν.

Ο δολοφόνος, ο 25χρονος  Marc Lépine, ήταν οπλισμένος με ένα νομίμως αποκτηθέν όπλο Mini-14 και με ένα κυνηγετικό μαχαίρι. Είχε πει νωρίτερα στον μαγαζάτορα πως θα πήγαινε για ένα «μικρό παιχνίδι». Ο Lépine είχε προηγουμένως απορριφθεί από μια δουλειά και ήταν αναστατωμένος, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, επειδή οι γυναίκες δούλευαν πλέον σε θέσεις τις οποίες παραδοσιακά κατείχαν άνδρες.  Πριν ανοίξει πυρ ο Lépine φώναξε: «Είστε όλες ένα μάτσο φεμινίστριες και μισώ τις φεμινίστριες». Μια φοιτήτρια, η Nathalie Provost, διαμαρτυρήθηκε:  «Δεν είμαι φεμινίστρια. Δεν πολέμησα ποτέ τους άνδρες».  Ο Lépine την πυροβόλησε έτσι κι αλλιώς.

Κατόπιν, ο ένοπλος άνδρας  διέσχισε τους διαδρόμους του κολλεγίου, την καφετέρια και άλλη μια αίθουσα, στοχεύοντας ειδικά γυναίκες. Μέχρι τη στιγμή που ο  Lépine έστρεψε το όπλο στον εαυτό του, 14 γυναίκες ήταν νεκρές και άλλες 10 τραυματισμένες. Τέσσερις άνδρες τραυματίστηκαν ακούσια από τα πυρά.

Η Francine Pelletier, μια φεμινίστρια ακτιβίστρια και αρθρογράφος στην εφημερίδα του Μόντρεαλ, περιγράφει πως ένιωσε «εντελώς συντετριμμένη» ακούγοντας για την σφαγή, αλλά τίποτα δεν την είχε προετοιμάσει για την ανακάλυψη πως και η ίδια ήταν σε μια λίστα που βρέθηκε από την αστυνομία στην τσέπη του δολοφόνου. «Σχεδόν πέθαναν σήμερα»,  έλεγε το σημείωμα. «Η έλλειψη χρόνου-γιατί ξεκίνησα πολύ αργά- επέτρεψε σ΄ αυτές τις ριζοσπάστριες φεμινίστριες να επιβιώσουν»

Αμέσως μετά τους πυροβολισμούς, αρκετοί σχολιαστές των ΜΜΕ -αυτοσχέδιοι ψυχολόγοι διακήρυξαν πως ο Lépine ήταν τρελός, πως οι γυναίκες απλώς έτυχε να βρεθούν στον δρόμο του, κι ότι δεν στόχευε ειδικά σε αυτές.  Ένας ψυχίατρος στο νοσοκομείο  Hôtel-Dieu του Κεμπέκ είπε  στην  εφημερίδα La Presse οτι ήταν «τόσο αθώος όσο τα θυματά του, υπήρξε και ο ίδιος θύμα μιας όλο και πιο ανελέητης κοινωνίας».  «Αυτή ήταν μια περίοδος σημαντικής ανάπτυξης ομάδων για τα δικαιώματα των ανδρών», λέει ο Martin Dufresne,  ιδρυτής του Άνδρες ενάντια στον Σεξισμό. «Αλλά η κοινή γνώμη ένιωθε υπερβολικά άβολα με μια πολιτική ερμηνεία της επίθεσης».

Η αστυνομία αρνήθηκε να δημοσιοποιήσει το σημείωμα της αυτοκτονίας του δολοφόνου, λέγοντας,  σε μια συνέντευξη τύπου, πως θα μπορούσε να εμπνεύσει μιμητές-δολοφόνους.  Ήταν αυτή η συνειδητή υποβάθμιση των πραγματικών κινήτρων του Lépine που πείσμωσε την Pelletier να το βρει. Μήνες αργότερα, της στάλθηκε ανωνύμως ένα αντίγραφο με το ταχυδρομείο.

«Θα ήθελα να σημειώσετε πως αν αυτοκτονήσω σήμερα δεν θα είναι για οικονομικούς λόγους, αλλά για πολιτικούς», έλεγε. «Επειδή έχω αποφασίσει να στείλω τις φεμινίστριες, που πάντα μου κατέστρεφαν τη ζωή, στον Δημιουργό τους. Έχω αποφασίσει να βάλω ένα τέλος σ αυτές τις κάργιες».

Η Mélissa Blais, λέκτορας και διδακτορική φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο του Κεμπέκ , είναι η σημαντικότερη καναδή ειδική στο θέμα της σφαγής και του αντι-φεμινιστικού πλαισίου της. Πήρε συνεντεύξεις από μια σειρά γυναικών που ήταν ενεργές φεμινίστριες το 1989, για την ερευνά της, και διαπίστωσε πως πολλές ένιωθαν υπεύθυνες γι΄ αυτό που έγινε στο Μόντρεαλ. «Μετά από τη σφαγή διάλεξαν τη σιωπή, για να αποφύγουν περαιτέρω επιθέσεις».

«Όταν έγινα φεμινίστρια, γύρω στο 2000, είδα με απορία πως κάποιοι ήταν ακόμα διστακτικοί στο να μιλήσουν με πολιτικούς όρους για την επίθεση. Φαινόταν πως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να απορρίψει κανείς την φεμινιστική εξήγηση ήταν να αναγάγει τα πάντα στην ψυχολογία ενός και μόνου τρελού άνδρα».

Η Pelletier συμφωνεί πως η πράξη του Lépine ήταν έντονα πολιτική και πιστεύει πως ήξερε ακριβώς τί έκανε εκείνη τη μέρα. «Πάντα ένιωθα πως αυτές οι γυναίκες πέθαναν για μένα. Κάποιες από αυτές δεν ήταν καν φεμινίστριες, πιθανότατα», λέει, «απλά είχαν το κουράγιο να πιστεύουν πως ήταν συνάδελφοι  και όχι κατώτερες των ανδρών συμφοιτητών τους».

Το κίνημα υπέρ του δικαιώματος στην έκτρωση ενδυναμωνόταν τον καιρό της σφαγής. Έξι μήνες νωρίτερα, μια γυναίκα απ το Κεμπέκ,  η Chantale Daigle, είχε επιτύχει μια σημαντική νίκη ανατρέποντας μια απαγορευτική εντολή, την οποία είχε πάρει ο βίαιος πρώην συντροφός της, στο Καναδικό ανώτατο δικαστήριο, η οποία της απαγόρευε να θέσει τέρμα στην εγκυμοσύνη της. Περισσότερες απο 10 χιλιάδες γυναίκες διαδήλωσαν στο Μόντρεαλ υπέρ της   Daigle.

Η σφαγή έδωσε ώθηση σε πολλές καμπάνιες για να σταματήσει η ανδρική βία και υπήρξε έντονη διεθνής αλληλεγγύη. Υπήρξα κομμάτι μιας ομάδας που οργάνωσε μια ολονυχτία, δυο μέρες αργότερα, στην Πλατεία Τραφάλγκαρ. Όμως, λέει η Pelletier,  «οι συνέπειες στο κίνημα των γυναικών στον Καναδά ήταν βαθιές».

«Ήμουν μια φεμινίστρια χωρίς αυταπάτες στις 6 Δεκεμβρίου. Ήταν όλα υπερβολικά εύκολα», λέει. «Αυτό που συνειδητοποιήσαμε μετά την σφαγή ήταν πως είχε υπάρξει μια  σιωπηλή και αυξανόμενη δυσαρέσκεια πολλών ανδρών προς τις φεμινίστριες, και για εμάς υπήρξε ένα τεράστιο τίμημα να πληρώσουμε για όσα είχαμε πετύχει».

Πέρασα πρόσφατα κάμποσο καιρό στο Μόντρεαλ και συνάντησα ένα ζωντανό και αναπτυσσόμενο φεμινιστικό κίνημα, με τις μεγαλύτερες γυναίκες αποφασισμένες να καθοδηγήσουν τις νεότερες γενιές και να ενθαρρύνουν μια επιστροφή στον ριζοσπαστισμό που ήταν χαρακτηριστικός του καναδικού φεμινισμού πριν το 1989. Τότε, το φεμινιστικό κίνημα χαρακτηριζόταν από την δημιουργία των οργανώσεων δικαιωμάτων των πατέρων και από την άρνησή τους να δεχθούν πως οι άνδρες είχαν θεσμοποιημένη ισχύ και προνόμια έναντι των γυναικών.

Στον Καναδά, η 6η Δεκεμβρίου είναι μια Ημέρα Μνήμης και Δράσης για την Βία κατά των Γυναικών και η 23η επέτειος της θηριωδίας. Θα υπάρξουν διαδηλώσεις, εκδηλώσεις και δάκρυα, ενώ ενθυμούμαστε τις νεκρές. Όπως είπε η σύγχρονή φεμινίστρια συγγραφέας  Andrea Dworkin: «Είναι υποχρέωση της καθεμίας μας να είμαστε η γυναίκα που ο Marc Lépine ήθελε να σκοτώσει. Πρέπει να ζούμε με αυτή την τιμή. Πρέπει κάνουμε έξωση στον φόβο. Πρέπει να ζήσουμε με αυτή την τιμή, αυτό το κουράγιο. Πρέπει να αντέξουμε. Πρέπει να δημιουργήσουμε. Πρέπει να αντισταθούμε».

Πηγή: rednotebook

Share

Από τις αδερφές Mirabal στην 25η Νοεμβρίου

Ακτιβίστριες του λατινοαμερικάνικου φεμινιστικού κινήματος, σε συνάντησή τους, το 1981, ανέδειξαν την 25η Νοεμβρίου ως Ημέρα ενάντια στη βία κατά των γυναικών. Σ’ αυτή τη συνάντηση, τα φεμινιστικά κινήματα κατήγγειλαν συστηματικά την άσκηση βίας λόγω φύλου, διακρίνοντας την ενδοοικογενειακή βία, τον βιασμό και τη σεξουαλική παρενόχληση, μέχρι την κρατική βία, τα βασανιστήρια και την κακοποίηση των γυναικών πολιτικών κρατουμένων. Το 1999, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών όρισε τη συγκεκριμένη ημερομηνία Ημέρα Εξάλειψης της Βίας κατά των Γυναικών. Στην πραγματικότητα, η μέρα αυτή τιμά τη μνήμη των δολοφονημένων το 1960 αδερφών Mirabal το 1960. Οι τρεις αδερφές, πολιτικές ακτιβίστριες της Δομινικανής Δημοκρατίας, δολοφονήθηκαν από τον δικτάτορα Rafael Trujillo. Η μέρα χρησιμοποιήθηκε για την παγκόσμια αναγνώριση της έμφυλης βίας.

Από την καμπάνια των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών:

Η βία κατά των γυναικών παίρνει πολλές μορφές: φυσική, σεξουαλική, ψυχολογική και οικονομική. Αυτές οι μορφές βίας σχετίζονται μεταξύ τους και επηρεάζουν τις γυναίκες πριν τη γέννηση και μέχρι τις προχωρημένες ηλικίες. Μερικοί τύποι βίας, όπως το trafficking, διαπερνούν τα διεθνή σύνορα.

Οι γυναίκες που βιώνουν τη βία υποφέρουν από διάφορα προβλήματα υγείας και η δυνατότητά τους να συμμετέχουν στη δημόσια ζωή ελαττώνεται.[…] Η βία κατά των γυναικών δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένη κουλτούρα, θρησκεία ή χώρα ή σε συγκεκριμένες ομάδες γυναικών στην κοινωνία. Οι ρίζες της βίας κατά των γυναικών βρίσκονται στην εξακολουθητική διάκριση εις βάρος των γυναικών. 70% των γυναικών βιώνουν βία κάποια στιγμή στη ζωή τους.

Βία από στενό σύντροφο

Η πιο κοινή μορφή βίας που βιώνουν οι γυναίκες παγκοσμίως είναι η σωματική βία που ασκείται από στενό σύντροφο, με τις γυναίκες χτυπημένες, εξαναγκασμένες σε σεξ ή κακοποιημένες με άλλο τρόπο. Μελέτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) σε 11 χώρες ανέδειξε ότι το ποσοστό των γυναικών που εκτέθηκαν σε σεξουαλική βία από τον σύντροφό τους ποικίλλει από 6% στην Ιαπωνία μέχρι 59% στην Αιθιοπία. Στην Αυστραλία, τον Καναδά, το Ισραήλ, τη Νότια Αφρική και τις ΗΠΑ, 40-70% των γυναικείων θυμάτων φόνων σκοτώθηκαν από τους συντρόφους τους.

Σεξουαλική βία

Υπολογίζεται ότι, παγκοσμίως, 1 στις 5 γυναίκες θα υπάρξει θύμα βιασμού ή απόπειρας βιασμού κάποια στιγμή στη ζωή της.[…]

Σεξουαλική βία σε διενέξεις

Η σεξουαλική βία σε διενέξεις είναι μια σοβαρή, σύγχρονη κτηνωδία που επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους, κυρίως γυναίκες και κορίτσια. Συχνά αποτελεί συνειδητή στρατηγική που υιοθετούν σε μεγάλη κλίμακα ένοπλες ομάδες για να ταπεινώσουν τους αντιπάλους, να τρομοκρατήσουν τα άτομα και να καταστρέψουν τις κοινωνίες. Οι γυναίκες και τα κορίτσια μπορεί επίσης να υπόκεινται σε σεξουαλική εκμετάλλευση από αυτούς που έχουν εντολή να τις προστατέψουν.[…]

Βία και ιός HIV/AIDS

Οι γυναίκες που χτυπιούνται από τους συντρόφους τους έχουν 48% μεγαλύτερη πιθανότητα να μολυνθούν με τον HIV/AIDS. Οι νεαρές γυναίκες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στο καταναγκαστικό σεξ και αυξάνεται ο αριθμός όσων προσβάλλονται από τον ιό. Πάνω από τις μισές νέες μολύνσεις HIV παγκοσμίως λαμβάνουν χώρα μεταξύ νεαρών ατόμων των ηλικιών 15-24 και περισσότερο από το 60% της οροθετικής νεολαίας είναι γένους θηλυκού.

[…]

Εμπόριο ανθρώπων

Μεταξύ 500.000 και 2.000.000 είναι οι άνθρωποι – θύματα εμπορίου ετησίως, συμπεριλαμβανομένων της πορνείας, της καταναγκαστικής εργασίας, της σκλαβιάς. Οι γυναίκες και τα κορίτσια είναι το 80% των εντοπισμένων θυμάτων.

Βία κατά την εγκυμοσύνη

Η βία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης έχει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία της μητέρας και του παιδιού. Οδηγεί σε κυήσεις υψηλού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των αποβολών, των πρόωρων γεννήσεων και του χαμηλού βάρους στη γέννα.

Διακρίσεις και βία

Πολλές γυναίκες αντιμετωπίζουν πολλαπλά προβλήματα διακρίσεων και υψηλού κινδύνου βίας. Ντόπιες γυναίκες στον Καναδά είναι 5 φορές πιο πιθανό από άλλες γυναίκες της ίδιας ηλικίας να πεθάνουν λόγω ασκούμενης βίας. Στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Αυστραλία, πάνω από τις μισές γυναίκες με αναπηρία έχουν βιώσει σωματική κακοποίηση, όπως και το 1/3 των μη ανάπηρων γυναικών.

Σύμφωνα με δεδομένα της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι γυναίκες των ηλικιών 15-44 έχουν μεγαλύτερο ρίσκο βιασμού και ενδοοικογενειακής βίας, παρά καρκίνου, τροχαίου ατυχήματος, πολέμου και μαλάριας.

Mετάφραση: Χρυσάνθη Χειμώνα

Πηγή: Αυγή

Share

Του Πολυτεχνείου οι Ήρωες

της Κατερίνας Στυψανέλη

Οι πραγματικοί ήρωες του Πολυτεχνείου (όπως αναδείχθηκαν την χρονική αυτή περίοδο) δεν ήταν αυτοί που εξαργύρωσαν πολύ ακριβά την εκπομπή του ραδιοσταθμού, την παραμονή τους στις αίθουσες των συνελεύσεων, στο Πολυτεχνείο,

Οι ήρωες λοιπόν του Πολυτεχνείου δεν ήταν αυτοί που εμφανίστηκαν ως παρατρεχάμενοι, στελέχη υπουργείων και περιέφεραν αντιστασιακές περγαμηνές μεταξύ καναλιών, κομματικών γραφείων, ευρωβουλής, εν μέσω αμφισβητήσεων και διαπλοκής με τις εκάστοτε κυβερνητικές εξουσίες.

Οι ήρωες του Πολυτεχνείου δεν ήταν αυτοί, που γλείφοντας και έρποντας, τρέχανε στα κομματικά γραφεία να αρπάξουνε χαρτιά που βεβαίωνα την αντίσταση με μικρό ή μεγάλο οικονομικό όφελος.

Ήρωες του Πολυτεχνείου ήταν οι αφανείς άνθρωποι του μόχθου, οι εργάτες και οι αγρότες της Ελευσίνας και των Μεγάρων, οι μεροκαματιάρηδες, οι φοιτητριούλες και οι φοιτητές που δούλευαν το πρωί για να εξασφαλίσουν το χαρτζιλίκι και βρέθηκαν το μεσημεράκι έξω από τις πύλες του Πολυτεχνείου για να ενωθούν με τη φωνή και την αντίσταση των μαχόμενων φοιτητών.

Ήρωες ήταν αυτοί που αναρριχήθηκαν στα κάγκελα με τον ενθουσιασμό της νιότης, με πόθο για την ελευθερία και την ανατροπή της οστεωμένης χούντας των συνταγματαρχών. Δυστυχώς όμως, αργά το μεσημέρι οι πόρτες είχαν κλείσει. Γι’ αυτούς το Πολυτεχνείο ήταν και έμεινε ένα όνειρο ανεκπλήρωτης αντίστασης και ανατροπής.

Ήρωες ήταν αυτοί που βοήθησαν ενεργά με φάρμακα, τροφή και υλικά τους εγκλωβισμένους.

Ήρωες ήταν αυτοί που ξεχύθηκαν στους δρόμους προς την Ομόνοια, ύστερα από ανθρωποκυνηγητό και άλλοι κατέφυγαν στις διπλανές πολυκατοικίες γιατί ρίχναν στο ψαχνό, άλλους μαζέψανε και βασανίσανε στην  Ασφάλεια και άλλοι γυρνάγανε την επόμενη μέρα στους δρόμους, ψάχνοντας συγγενείς και φίλους.

Ηρωίδα ήταν η φίλη συντρόφισσα, συναδέλφισα Αγγελική, που βασανίστηκε φρικτά στην Ασφάλεια με φάλαγγα, έγινε κουρέλι γιατί την ανάγκασαν να ξαναδεί τους βασανιστές της στη δίκη της Χαλκίδας και ποτέ της δεν εξαργύρωσε τίποτα.

Ήρωες τελικά είναι οι πολλές δεκάδες νεκροί που πέρασαν στην Αθανασία.

Οι άνθρωποι, που με σεμνότητα αναζήτησαν άλλους συντρόφους να στήσουνε το σπίτι τους και να μεταφυτεύσουν στα παιδιά τους την αξία της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας είναι και αυτοί ήρωες.

Έγιναν θεατές της καθημερινής γελοιότητας, της ασυδοσίας των καναλιών, της διαφθοράς, της εξαγοράς και της αναλγησίας των δήθεν ηρώων του Πολυτεχνείου. Έγιναν θεατές της πολιτιστικής υποκουλτούρας και του καθημερινού βιασμού των συναισθημάτων, της καθημερινής υποτίμησης της νοημοσύνης από τους ήρωες του Πολυτεχνείου.

Ήταν όλοι εκεί οι ήρωες στην πορεία φέτος. Μεσήλικες πια, λίγο σκυφτοί, μα με πύρινη ματιά και φλόγα στην καρδιά. Με ανεκπλήρωτο έρωτα για τη δημοκρατία, την ελευθερία και την ανατροπή. Αυτοί είναι η καθαρή ηρωική γενιά του Πολυτεχνείου μαζί με τα παιδιά τους, τους συγγενείς και τους φίλους. Φώναξαν το ίδιο σύνθημα που φώναζαν πριν 39 χρόνια «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία». «Η Χούντα δεν τελείωσε το ’73». Από την χούντα των συνταγματαρχών στη χούντα της εξωτερικής και εσωτερικής τρόικας.

Ήταν και οι καλλιτέχνες, οι μουσικοί, οι ηθοποιοί και οι ποιητές. Αυτοί που μετρούν τ’ αστέρια, αγκαλιάζουν τις ρυτίδες, κατεβαίνουν σε απεργίες και διαδηλώσεις, γράφουν ποιήματα για την πύλη και τα τάνκς, για την πενηντάχρονη νεόπτωχη που ζητιανεύει στους δρόμους, για τον μετανάστη στη γωνία του δρόμου. Είναι αυτοί που ερωτεύονται και ονειρεύονται. Κρατάνε τη ζωή τους στα χέρια τους.

 

Et par le pouvoir d’un mot

Je recommence ma vie

Je suis né pour te connaître

Pour te nommer. Liberté.

 

Πηγή: www.ygeianet.gr

Share

Συγνώμη της Αυστραλιανής πολιτείας σε παιδιά ανύπαντρων μητέρων, παράνομα υιοθετημένων

της Χριστίνας Κούρκουλα

Πριν από λίγες ημέρες, ο  πρωθυπουργός της Βικτώριας στην Αυστραλία, Τεντ Μπέιλιου, ζήτησε συγγνώμη από 250.000 βρέφη που υιοθετήθηκαν, παρά τη θέληση των βιολογικών τους γονέων, μεταξύ 1950-1970, επειδή οι μητέρες τους ήταν ανύπαντρες, σύμφωνα με τα αποτελέσματα επίσημης κυβερνητικής έρευνας.

Όπως έγραψε στη συνέχεια ο «Νέος Κόσμος», αρκετές από τις μητέρες αυτές που έχασαν τα παιδιά τους ήταν ελληνικής καταγωγής. Μερικές βρήκαν το θάρρος και μίλησαν σήμερα για εκείνες τις τραυματικές εμπειρίες.

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Ντάνιελ Άντριους, σημείωσε ότι «μια ολόκληρη γενιά ατόμων έχουν στερηθεί τους βιολογικούς τους γονείς. Οι μητέρες τους ήταν δεμένες σε κρεβάτια και τα πρόσωπά τους ήταν κρυμμένα από τις νοσοκόμες με μαξιλάρια για να μη δουν τα παιδιά τους».

Τα τελευταία χρόνια γίνεται σε διάφορες χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, αναψηλάφιση των συνθηκών κάτω από τις οποίες έγιναν υιοθεσίες παιδιών μεταξύ 1950-1970 με προορισμό τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και κάποιες ευρωπαϊκές χώρες του Βορρά (π.χ. Ολλανδία).

Το 2010 προβλήθηκε και μια αγγλική ταινία με τον τίτλο «Πορτοκάλια στον ήλιο» (Oranges and Sunshine) που αναφέρεται στην πραγματική ιστορία μιας επίμονης βρετανίδας κοινωνικής λειτουργού η οποία μετά από έρευνες διαπίστωσε ότι χιλιάδες παιδιά ανύπαντρων μητέρων προωθήθηκαν στην Αυστραλία – συχνά με τη συνδρομή παρα-θρησκευτικών οργανώσεων – και χρησιμοποιήθηκαν σε καταναγκαστικά έργα, χωρίς να το γνωρίζουν οι γονείς τους, γεγονός το οποίο οδήγησε σε μια σειρά από δικαστικές διεκδικήσεις κατά της Αυστραλιανής πολιτείας.

Παρακάτω παραθέτουμε μερικές συγκλονιστικές μαρτυρίες:

«Αν γράψεις, θα τα πεις όπως τα λέω. Μας άρπαξαν στα νοσοκομεία της Μελβούρνης τα παιδιά μέσα από την κοιλιά. Αν είχαν στόμα οι τοίχοι να μιλήσουν θα έφριττε η οικουμένη»

«Ζήτησα να μιλήσω για να μάθει ο κόσμος ακριβώς πώς έχουν τα πράγματα. Όλα μέχρι τώρα ήταν κουκουλωμένα. Κι ας βούιζε ο τόπος από τα κλάματα και τις φωνές των γυναικών που δεν είδαν ούτε μια φορά τα παιδιά τους. Ούτε την ώρα που τα γέννησαν. Μόνο τη μέρα που πήγα εγώ στο νοσοκομείο με τους πόνους της γέννας, ήταν άλλες τρεις ετοιμόγεννες Ελληνίδες. Ίσως και μικρότερές μου, τρομοκρατημένες, ολομόναχες, όπως κι εγώ. Αυτό μπορείς να το πεις.

Στην Αυστραλία ήλθα το ’64 με το “Πατρίς”. Μ’ έφερε ο αδελφός μου ο οποίος ήταν ήδη παντρεμένος με μια συγχωριανή μας, λίγο πιο μεγάλη από μένα. Εγώ ήμουν τότε 18 χρόνων.

Την ίδια ηλικία είχε κι εκείνος που συνταξιδεύαμε. Αγαπηθήκαμε και χωρίς να το καταλάβουμε η σχέση μας προχώρησε έως εκεί που δεν έπρεπε. Όταν φτάσαμε στο λιμάνι, ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Εκείνος με το τρένο στην Μπονεγκίλα κι εγώ στο σπίτι του αδελφού μου. Με πέταξε στο δρόμο, μόλις του είπα ότι είμαι έγκυος. “Δεν ήλθες εδώ για να με ρεζιλέψεις. Να, πάρε αυτά και δεν θέλω να σε ξέρω”. Μου πέταξε ένα μάτσο λεφτά, θα πρέπει να ήταν ένα ολόκληρο βδομαδιάτικο και μου έδειξε την πόρτα. “Έλα φύγε, πριν γυρίσει σπίτι η Λίτσα απ’ τη δουλειά”».

«Τη Ρούλα μου τη γέννησα τον Οκτώβρη του 1965 στο Queen Victoria. Για την ακρίβεια, 20 του μήνα. Ήταν μια εποχή που το νοσοκομείο ήταν στις δόξες του. Οι θάλαμοι ήταν γεμάτοι κρεβάτια με λεχώνες και ετοιμόγεννες. Ελληνίδες παντού. Έβριθε ο τόπος. Τότε έζησα μια από τις πιο συνταρακτικές εμπειρίες της ζωής μου. Είχα γάλα μπόλικο, περίσσιο και μού έφεραν να θηλάσω μωρά που προορίζονταν για υιοθεσία. Για υποχρεωτική υιοθεσία, όπως γινόταν τον καιρό αυτό, με παιδιά νόθα που οι μάνες τους δεν είχαν δικαίωμα να τα κρατήσουν».

«Ξέρεις τα προσωπάκια των παιδιών, τα αθώα ματάκια τους, όπως με κοίταζαν, την ώρα που τα θήλαζα, δεν μ’ εγκαταλείπουν, κι ας πέρασε σχεδόν μισός αιώνας. Στην αρχή δεν ήξερα γιατί μου έφερναν να θηλάσω μωρά άλλων. Μετά η Μαρία, μια κοπέλα 17 χρόνων, λεχώνα κι αυτή, θα μου πει “όλα αυτά τα καροτσάκια που βλέπεις είναι νόθα”. Στην πραγματικότητα χρησιμοποίησε τη λέξη “μούλικα” και θυμάμαι την αποπήρα. Το χειρότερο, το λέω και ανατριχιάζω, είχαν ταμπελίτσες στα καροτσάκια με ονόματα ράτσες σκυλιών, όπως Labrador, poodle, collie, maltese, Australian shepherd. Οι νοσοκόμες αυστηρές, δεν μας έδιναν το δικαίωμα να κάνουμε ερωτήσεις. Η δουλειά τους, μου έδιναν την εντύπωση, ήταν να βρουν λεχώνες με περίσσιο γάλα για να θηλάσουν τα μωράκια αυτά που τα ‘παιρναν από τη μάνα τους αμέσως μόλις τα γεννούσε. Ούτε καν είχε την ευκαιρία να δει το προσωπάκι τους».

Οι μητέρες που υποχρεώνονταν να δώσουν τα παιδιά τους για υιοθεσία, ήταν σε χωριστούς θαλάμους. Όχι για να παρηγορεί η μια την άλλη, αλλά για να μην έχουν επαφή με τις άλλες μητέρες, τις έγγαμες ή τις ελάχιστες που τις στήριζε η οικογένειά τους, αδιαφορώντας για τα σχόλια της κοινωνίας.

Μια άλλη Ελληνίδα, η κ. Ζωή, 24 ετών, μετά από μια απρόοπτη αιμορραγία, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Queen Victoria, όπου με τη βοήθεια του καθηγητή, Carl Wood, έφερε στον κόσμο δίδυμα. Ωστόσο, μετά από μια ώρα, τους είπαν ότι πέθανε το ένα. Προς το βράδυ, όταν έφτασαν οι συγγενείς για την καθιερωμένη επίσκεψη, η νοσοκόμα τους ανήγγειλε ότι πέθανε και το δεύτερο.

«Με τακτοποίησαν -χωρίς να το ζητήσω, σε ιδιωτικό δωμάτιο. Ζήτησα να δω τον γιατρό μου και μου το αρνήθηκαν. Η διερμηνέας προσπάθησε να μας πει να μη στεναχωριόμαστε και αφού είχαμε ήδη άλλα δυο παιδιά, δεν πειράζει που χάσαμε τα δίδυμα και άλλα πολλά. Επιπλέον, μας διαβεβαίωσε, ότι το νοσοκομείο θα αναλάμβανε τα έξοδα και τα διαδικαστικά της κηδείας, χωρίς καμιά επιβάρυνση από μέρους μας. Ήμαστε μόνο 4 χρόνια στην Αυστραλία και τα αγγλικά μας λιγοστά. Έτσι επιστρέψαμε στο σπίτι χωρίς τα μωρά», θυμάται η κ. Ζωή.

Φυσικά, δεν έλαβαν πιστοποιητικό θανάτου, ούτε γνωρίζουν σε ποια Γειτονιά των Αγγέλων τα έθαψαν. Πολύ αργότερα και με δική τους πρωτοβουλία, αποτάθηκαν στο Ληξιαρχείο (Registry Office) και έλαβαν το πιστοποιητικό γέννησης.

«Έχουν περάσει είκοσι τέσσερα χρόνια και στην ψυχή μου υπάρχει ένα κενό. Πολλά τα ερωτηματικά και το τοπίο θαμπό. Αν ζουν, πού άραγε να βρίσκονται; Είναι εκτός Αυστραλίας; Περνούν καλά με τους θετούς τους γονείς; Τα βάφτισαν; Έχουν οικογένειες;».

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Share

Η θέση των γυναικών στη θεωρία, την πολιτική και την πράξη του φασισμού

της Σίσσυς Βωβού*

Αρχίζοντας την ομιλία μου για τη θέση των γυναικών στην ιδεολογία και την πρακτική του φασισμού, εν όψη της αυριανής αντιφασιστικής επετείου, θα ήθελα να αναφέρω ότι υπάρχουν δύο νέες γυναίκες που εκτελέστηκαν στη γειτονιά μας το 1944.  η Ηρώ Κωνσταντοπούλου και η Ιουλία Μπίμπα, λόγω της συμμετοχής τους σε σημαντικές αντιστασιακές πράξεις.

Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου, γεννήθηκε στις 16 Ιουλίου 1927 και εκτελέστηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1944 σε ηλικία 17 χρονών, στη συνοικία μας, στο Κουκάκι.

Ήταν μαθήτρια Γυμνασίου και οργανωμένη στην ΕΠΟΝ, όπου είχε αναπτύξει έντονη δράση, παρά το νεαρό της ηλικίας της. Μιλούσε τέσσερις γλώσσες και όταν τη βασάνιζαν οι χιτλερικοί στην οδό Μέρλιν, όπου βρισκόταν το αρχηγείο της Κομαντατούρ, αναφέρεται ότι τους “μαστίγωνε” στη γλώσσα τους.

Λίγο πριν την αποχώρηση των Γερμανών, συμμετέχει στην ανατίναξη ενός τρένου που μετέφερε πυρομαχικά και ξανά συλλαμβάνεται στις 31 Ιουλίου 1944. Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1944, οδηγήθηκε μαζί με άλλους 49 κρατούμενους, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Η ζωή της έγινε ταινία το 1981 με τίτλο “17 σφαίρες για έναν άγγελο, η αληθινή ιστορία της Ηρώς Κωνσταντοπούλου”

Η Ιουλία Μπίμπα ή «Ξανθούλα», συμμετείχε στην ανατίναξη των γραφείων της «Εθνικοσοσιαλιστικής Πατριωτικής Οργάνωσης ΕΣΠΟ» το 1942, στην γωνία Πατησίων και Γλάδστωνος, όπου τα γραφεία αυτά ήταν στο ίδιο κτίριο με την Κομαντατούρ.  Νεκροί: 39 μέλη της ΕΣΠΟ, κι ο αρχηγός τους, και 43 γκεσταπίτες. Τραυματίες: 27 της ΕΣΠΟ και 55 Γερμανοί. (Λυπάμαι, βέβαια, να μιλάω για νεκρούς).

Συνελήφθησαν και εκτελέσθηκαν στην Καισαριανή, για αντίποινα, οι: Κώστας Περρίκος, απότακτος αξιωματικός της αεροπορίας, Θανάσης Σκούρας (της γνωστής κινηματογραφικής οικογένειας), Γιάννης Κατεβάτης, Διονύσης Παπαδόπουλος, Δημήτρης Λόης.

Η Ιουλία Μπίμπα μεταφέρθηκε σε άγνωστο στρατόπεδο της Γερμανίας, Πολωνίας ή Βουλγαρίας και την αποκεφάλισαν με τσεκούρι. Ο Αντώνης Μυτιληναίος δραπέτευσε, πέθανε πρόσφατα, ο Σπύρος Γαλάτης απελευθερώθηκε από φυλακή της Γερμανίας.

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ

Πολλά ακούστηκαν και προβλήθηκαν αυτές τις μέρες για το φασισμό και τον πόλεμο, περισσότερα από κάθε άλλη φορά θα έλεγα, επειδή στις μέρες μας στη χώρα μας ζούμε την άνοδο του φασιστικού φαινομένου με επίκεντρο τους μετανάστες και μετανάστριες, τους «άλλους» της δικης μας εποχής, τους δικούς μας «Εβραίους» που υφίστανται καθημερινά διώξεις άτυπες και βάρβαρες, οι οποίες εκβαρβαρίζουν και δηλητηριάζουν την κοινωνία μας. Το μεγαλύτερο μερίδιο της καταστολής των μεταναστών έχει το κράτος, υπό δύο εκδοχές: Η μια είναι η άρνηση της νομιμότητας και της αποδοχής τους ως ισότιμων συμπολιτών, η συμπλήρωση είναι η καταστολή, η ηθική, πνευματική και φυσική κακοποίησή τους. Υπάρχει μια αλυσίδα αντίδρασης προς τους μετανάστες, η οποία αρχίζει από το κράτος, προχωρά στις εγκληματικές συμμορίες, και μετά στην υποστήριξη αυτών των πράξεων από μικρό μέρος της κοινωνίας και την αποδοχή από μεγαλύτερο, όχι από το μεγαλύτερο.

Εμείς είμαστε εδώ για να διακηρύξουμε μια άλλη πολιτική, αυτή της ισότητας των πολιτών και της πολυεθνικής κοινωνίας η οποία αποτελεί πραγματικότητα που βλέπουμε στον τόπο μας και βλέπουμε σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης.

Κοινωνική ιεραρχία

Η καταστολή και συνεπώς στρατιωτικοποίηση και αποκλεισμός του «διαφορετικού» αποτελεί τον πυρήνα της φασιστικής πολιτικής, αλλά είναι ανατριχιαστικό να την βλέπουμε σε μικρότερες δόσεις και συνθέσεις σε κάθε άλλη πολιτική, δημοκρατική, αριστερή, δεξιά, μεσαία.

Μιλώντας για τη θέση των γυναικών λοιπόν στο φασιστικό φαινόμενο του τότε και του τώρα, θέλουμε απλώς να επισημάνουμε πόσο αυτή η ιδεολογία πλήττει την πορεία εμάς των γυναικών προς την αυτονομία, τη συμμετοχή στο δημόσιο χώρο και την πολιτική, πόσο δημιουργεί μεγαλύτερη εξάρτηση και πόσο έντονα μεταφέρει στον ιδιωτικό χώρο την ανδρική εξουσία που υπάρχει στο δημόσιο χώρο. Η στέρηση δικαιωμάτων και συμμετοχής των γυναικών βρίσκεται στο σκληρό πυρήνα της φασιστικής ιδεολογίας και πολιτικής, γι’ αυτό και εμείς οι γυναίκες έχουμε κάθε πρόσθετο λόγο να αντιταχθούμε στο φασιστικό φαινόμενο.

Και τι σημασία έχει η αυτονομία σας, ακούμε συχνά, μπροστά στα μνημόνια για παράδειγμα, μπροστά στην καταστολή, και πολύ περισσότερο μπροστά στο θάνατο που έσπειρε ο φασισμός σε όλη την Ευρώπη; Η απάντηση είναι ότι όλοι και όλες υποκείμεθα στις κεντρικές πολιτικές της κάθε εξουσίας, αλλά η έμφυλη διάστασή της είναι εγγενές συστατικό της μέρος, παράγει υπεραξία γι’ αυτήν, αν δεν ξεχνάμε ότι οι γυναίκες είναι το μισό του πληθυσμού. Ιδιαίτερα στα φασιστικά καθεστώτα δυναμώνει την εξουσία, δημιουργεί τον «καταμερισμό» σ’ αυτούς που θα παράγουν πολιτική και αυτές που θα την υφίστανται, δημιουργεί αδυναμία και εξάρτηση για τις γυναίκες, και συνεπώς περισσότερη ανοχή για τις μεγάλες μάζες τους, που αδυνατούν μέσα στις συνθήκες που τους επιβάλλονται να αντισταθούν και να επαναστατήσουν.

Αν και ο φασισμός-ναζισμός είχε μεγάλη απήχηση στις γυναίκες, λόγω των συνθηκών ζωής που τους επέβαλε ήταν, και φυσικά είναι, μια πολιτική αντιγυναικεία ως προς τους στόχους της συμμετοχής των γυναικών και της αυτονομίας τους, όσο περιορισμένη και αν ήταν σε άλλα συστήματα εξουσίας.

Είναι κοινό χαρακτηριστικό στις περισσότερες εικόνες της τότε εποχής, ότι την περίοδο του Μουσολίνι και του Χίτλερ, οι γυναίκες μπορούσαν να έχουν τη συμμετοχή τους στο πλήθος, αλλά σπάνια τους επιτρεπόταν να εμφανιστούν στο βήμα. Ένα από τα κίνητρα του φασισμού ήταν πάντα να αρνούνται στις γυναίκες το ρόλο του φορέα που διαμορφώνει τη ζωή τους.

Στην Ιταλία, ο Μουσολίνι έκανε εκστρατεία για την επιστροφή των γυναικών στην οικογένεια, για να αυξηθεί η «χαμηλή» γεννητικότητα. Η αντισύλληψη ήταν απαγορευμένη και ο «φεμινισμός» περιγραφόταν ως «εβραϊκή» εφεύρεση. Στο κόμμα του Χίτλερ, οι γυναίκες αποτελούσαν το 6 ή 8 τοις εκατό (εξαρτάται απο τις μετρήσεις) των μελών. Η Βρετανική Ένωση Φασιστών (British Union of Fascists) της εποχής, μπορεί να είχε μεγαλύτερη αποδοχή στις γυναίκες απ’ ότι τα αδελφά κόμματα που αναφέρθηκαν, και μια μειοψηφία των συγγραφέων του αποδεχόταν ότι οι γυναίκες θα μπορούσαν να έχουν και το δικαίωμα στην εργασία. Πάντως, όπως αποδέχονταν οι υποστηρικτές του φασισμού, το κόμμα συνολικά είχε την φιλοσοφία της ευγονικής, ήταν στοχοπροσηλωμένο στην αύξηση των γεννήσεων και αντιτασσόταν στην ανεξαρτησία των γυναικών.

Στην προ-φασιστική Γερμανία της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η κοινωνία ήταν πιο φιλική προς τα δικαιώματα των γυναικών, θετικό παράδειγμα σχετικής ισότητας, όπου η απελευθέρωση των γυναικών σήμαινε περισσότερα από το δικαίωμα στην ψήφο. Στην πολιτιστική άνθιση της εποχής, ενυπήρχε η υπόσχεση για σεξουαλική και καλλιτεχνική έκφραση.

Στην εξουσία, το κόμμα του Χίτλερ προσπάθησε να απαγορεύσει την επαγγελματική ενασχόληση για τις γυναίκες. Τα μέτρα που εισάχθηκαν ταίριαζαν με τη ναζιστική ιδεολογία, που διακήρυσσε την ανάγκη να αυξάνονται οι ευκαιρίες των ανδρών για εύρεση εργασίας. (Σήμερα, μας λένε ότι αν φύγουν οι μετανάστες θα βρουν δουλειές οι Έλληνες. Αύριο, θα μας πουν ότι αν βγουν από την παραγωγή οι γυναίκες θα βρουν δουλειά οι άνδρες. Το γαϊτανάκι των απαγορεύσεων και των αποκλεισμών δεν έχει τέλος). Το κράτος εισήγαγε δάνεια για το γάμο, που εξαρτώντο τόσο από την πολιτική τοποθέτηση της οικογένειας όσο και από τη συναίνεση της γυναίκας να εγκαταλείψει την πληρωμένη απασχόληση. Και φυσικά, ο ρατσισμός του ναζισμού έδινε ιδιαίτερη αποστολή στις γυναίκες, να μεγαλώσουν τη νέα φυλή των Γερμανών, την καθαρή φυλή. Η εφαρμογή της ευγονικής σήμαινε μεγάλη επιτήρηση του κράτους στην γέννηση των παιδιών. Οι ηλικιωμένες ήταν περιττές σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εποχής. Οι νεότερες απλώς έπρεπε να ελπίζουν οτι το παιδί τους δεν θα περιλαμβανόταν στα 100.000 γερμανάκια που φονεύθηκαν εν ψυχρώ  λόγω κληρονομικής αναπηρίας. Και μέσα σ’ αυτό το χορό, οι ίδιες οι ναζιστικές γυναικείες οργανώσεις της εποχής, υποστήριζαν ότι οι γυναίκες έπρεπε να επιστρέψουν στο σπίτι, γιατί η σκληρότητα της πολιτικής «είναι ξένη προς τη γυναικεία φύση».

Χαρακτηριστικό απόσπασμα από ομιλία την Πρωτοχρονιά του 1935 της αρχηγού της γυναικείας οργάνωσης του NSDAP, GERTRUD SCHOLTZ-

«Το Εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα βλέπει τον άνδρα και τη γυναίκα ως ισάξιους κομιστές του μέλλοντος της Γερμανίας. Ζητά, όμως, περισσότερα απ’ ότι το παρελθόν: ο καθένας θα πρέπει πρώτα να εκπληρώσει πλήρως τα καθήκοντα που αρμόζουν στην φύση του… Η γυναίκα, πέρα από την φροντίδα των δικών της παιδιών, θα πρέπει πρώτιστα να νοιάζεται για αυτούς που χρειάζονται την βοήθεια της ως μητέρα του Έθνους».

Τον Ιανουάριο του 1943, φυσικά λόγω της εξέλιξης του πολέμου, το καθεστώς έβγαλε διάταξη όλες οι γυναίκες στις ηλικίες μεταξύ 17 και 45 να γραφτούν στην υπηρεσία ανεργίας, για να βρουν δουλειά. Και όμως, από τις 3.1 εκατομμύρια γυναίκες που εγγράφηκαν, μόνο το 1,2 εκατομμύρια θεωρήθηκαν κατάλληλες για εργασία.

Παρόμοιες ιδέες ευγονικής και πολιτικής γεννήσεων προωθήθηκαν από το καθεστώς Μουσολίνι στην Ιταλία. Δημιουργήθηκε εθνικός οργανισμός για την ρύθμιση μητρότητας και βρεφικής ηλικίας. Δόθηκαν δάνεια στις πιο παραγωγικές γυναίκες, με κριτήριο παραγωγής τον αριθμό των παιδιών που είχαν γεννήσει. Έγινε ολόκληρη δημογραφική καμπάνια για αύξηση γεννητικότητας (η οποία απέτυχε). Οι γυναίκες ωθούνταν να εγκαταλείψουν την πληρωμένη απασχόληση τόσο για να «επιστρέψουν» τις θέσεις εργασίας στους άνδρες, αλλά επίσης για να επιστρέψουν στον φυσικό τους ρόλο, ως φύλακες του σπιτιού. Με την αντιγραφή του αντι-σημιτισμού του Χίτλερ από τον Μουσολίνι, ο αντιφεμινισμός με τον ρατσισμό αναμείχθηκαν. Δόθηκε εντολή στις λευκές γυναίκες να γεννούν, και αν δεν ακολουθούσαν την εντολή αυτή, τις κατηγορούσαν ότι έφεραν τη μνήμη του «εβραϊκού» φεμνισμού. Η διαφορά στην ιταλική περίπτωση, ήταν ο βαθιά ριζωμένος μισογυνισμός της καθολικής εκκλησίας, που ενδυνάμωσε τον μισογυνισμό του καθεστώτος, την ώρα που επέσειε τις αξίες της παραδοσιακής Ιταλίας για να δικαιολογήσει όλο αυτό το σχήμα.

Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε και στο παράδειγμα της δικτατορίας του Μεταξά, το οποίο είχε πολλά φασιστικά στοιχεία, της «κλασικής» περιόδου, αν και του έλειπαν άλλα. Ενώ βρίσκουμε αρκετά παρόμοια στοιχεία με τα προαναφερθέντα, αξίζει να αναφέρουμε την οργάνωση της Νεολαίας του Μεταξά, η οποία ιδρύθηκε το 1937 και απέκτησε 1.250.000 μέλη, τα οποία όπως γνωρίζουμε καλά ήταν καταναγκασμένα σχεδόν, αλλιώς υπήρχαν κυρώσεις για τα παιδιά και τις οικογένειες. Εκεί συνυπήρχαν αγόρια και κορίτσια. Οι στόχοι της νεολαίας, πριν από τον πόλεμο, ήταν οι εθελοντικές κοινωνικές εργασίες (μια από αυτές να χαφιεδίζουν τους αντιφρονούντες στη δικτατορία, ακόμα και τους γονείς τους), ενώ η εκπαίδευση ήταν ότι τα αγόρια θα προορίζονταν για τον πόλεμο, ενώ τα κορίτσια για τα μετόπισθεν και για νοσοκόμες. Η οργάνωση διαλύθηκε μετά την είσοδο του ναζιστικού στρατού στην Ελλάδα, και ευτυχώς το άμεσο μέλλον της νεολαίας της εποχής έμελλε να είναι η ΕΠΟΝ, στην οποία συσπειρώθηκαν μαζικά και με ενθουσιασμό εκατοντάδες χιλιάδες νέοι και νέες.

Και κάποια θεωρητική τοποθέτηση:

Φεμινιστικές κολλεκτίβες στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Βρετανία, οι οποίες ανέπτυξαν ιδεολογική και πολιτική δράση πάνω στο ζήτημα αυτό όταν υπήρχε άνοδος του φασιστικού φαινομένου, τη δεκαετίες του 70-80, υποστήριζαν ότι το φασιστικό κόμμα δεν πρέπει να ιδωθεί πρωταρχικά ως ρατσιστικό κίνημα, αλλά ως κόμμα που ήταν σεξιστικό και ομοφοβικό. Με τα δικά τους λόγια «Ο φασισμός απευθύνεται στις γυναίκες ως γυναίκες – ή καλύτερα υπό την ιδιότητά τους ως συσύγων και μητέρων, που εκπαιδεύουν τη φυλή και το έθνος – και προσπαθεί να κερδίσει υποστήριξη σ’ αυτή τη βάση. Ο φασισμός επίσης απευθύνεται στους άνδρες – βλέπει τον εαυτό του ως προσωποποιημένη ανδροπρέπεια και θεωρεί το φιλελευθερισμό ως «θηλυκό» ή «γυναικωτό». ( Αρκετές από τις ιστορικές πληροφορίες του παρόντος, από dkrenton.co.uk). 6/2/2008

ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Μιλώντας όμως για το φασισμό, το μεγάλο έπος, όπως εμφανίστηκε από τους άλλους ομιλητές, είναι η αντίσταση και η προσδοκία για μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας. Όπως έλεγε και το τραγούδι «Θέλουμε πανανθρώπινη τη λευτεριά». Δυστυχώς, αλλιώς εξελίχτηκαν τα πράγματα στην Ελλάδα.

Μεγάλη ήταν η συμμετοχή των γυναικών στην αντίσταση κατά του φασισμού και για την κοινωνική απελευθέρωση, βέβαια σε μεγάλο βαθμό με βάση τους γνωστούς ρόλους των δύο φύλων. Πάντως, πολλές ήταν οι γυναίκες που συμμετείχαν στην πρώτη γραμμή όσο και στον αντάρτικο στρατό, και λίγες ήταν και βαθμοφόροι. Η πατριαρχία, όπως είπαμε και στην αρχή, δεν γνωρίζει ιδεολογίες, αλλά, είναι γεγονός ότι οι πιο ακραίες εκδοχές των επιταγών της αγκαλιάζονται από ακραία και αυταρχικά καθεστώτα.

Η Κυβέρνηση του Βουνού, δηλαδή η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), έδωσε για πρώτη φορά στις γυναίκες το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι.

Στις 23 Απρίλη 1944 έγιναν εκλογές για την ανάδειξη του Εθνικού Συμβουλίου και εκλέχτηκαν πέντε γυναίκες εθνοσύμβουλοι, η Χρύσα Χατζηβασιλείου, η Καίτη Ζεύγου, η Μαρία Σβώλου, η Φωτεινή Φιλιππίδου και η Μάχη Μαυροειδή.

Στις 20.7.1944 με την Πράξη 42 θεσμοθετείται επίσης η ισότητα των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών. (Η εργατική νομοθεσία της μεταπολεμικής περιόδου πρόβλεπε άνιση αμοιβή για γυναίκες και άνδρες, ενώ η ισότητα αμοιβών, έστω και τυπική, επανήλθε μόνο το 1975, από την κυβέρνηση Καραμανλή).

Σε πολλές πόλεις και χωριά της Ελεύθερης Ελλάδας εκλέχτηκαν γυναίκες δήμαρχοι και κοινοτάρχισσες καθώς και λαϊκές δικαστίνες. Η πρώτη δήμαρχος στην Ελλάδα ήταν η Μαρίκα Μπότση-Τσαπαλίρα στην Αμαλιάδα το 1944.

Στο ΨΗΦΙΣΜΑ Α’ του Εθνικού Συμβουλίου της ΠΕΕΑ, το άρθρο 5 αναφέρει: «Όλοι οι Έλληνες, άντρες και γυναίκες, έχουν ίσα πολιτικά και αστικά δικαιώματα».

ΔΥΣΤΥΧΩΣ, ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

Γυρνώντας στη σύγχρονη φασιστική ιδεολογία που εκπαιδεύει νέες γενιές γυναικών, διαβάζουμε μεταξύ άλλων στα εμπνεόμενα από τον εθνικοσοσιαλισμό κάθε είδους φασιστοσάιτ της Χρυσής Αυγής:

«Η έννοια του Καθήκοντος είναι αυτό που κάνει τον φεμινισμό απορριπτέο άνευ συζητήσεως, γιατί το πρώτιστο Καθήκον που πράττει κάποιος για το Έθνος του είναι αυτό που έχει ορίσει η Φύση και για τα δύο φύλα, δηλαδή η τεκνοποιία και την σωστή διαπαιδαγώγηση των τέκνων αυτών. Δύο οι βασικοί πυλώνες του Εθνικοσοσιαλισμού η Αξιοκρατία και η Φύση ή μάλλον μόνο ένας η Φύση, αφού οι δύο προηγούμενοι ουσιαστικά είναι ένας. Ούτε στο παρελθόν, ούτε στο μέλλον πρόκειται να προδοθεί η Φύση και το Έθνος προκειμένου να εξυπηρετηθούν φεμινιστομαρξιστικά εκτρώματα»

Σε άλλο σημείο: «Εμείς οι Ελληνίδες, μέλη του Λαϊκού Συνδέσμου, έχοντας βαθύτατη συναίσθηση της καταστροφής που επιφέρει το φεμινιστικό πνεύμα της εποχής μας, είμαστε ενάντια σε κάθε λογής διακηρύξεις για την ισότητα των δύο φύλων. Για εμάς δεν τίθεται πρόβλημα ισότητας ή υπεροχής ανάμεσα στον άνδρα και την γυναίκα, αφού πιστεύουμε ότι αποτελούν δύο διαφορετικές υποστάσεις, που έχουν ταχθεί από την Φύση να αλληλοσυμπληρώνονται, έχοντας να επιτελέσουν ο καθένας το δικό του ξεχωριστό Χρέος απέναντι στην Ζωή».

Είναι φυσικό επακόλουθο στην ιστοσελίδα τους να παραπέμπουν στην οργάνωση για την προστασία του αγέννητου παιδιού, ενώ εκφράζουν ανοιχτό αίτημα για την κατάργηση του δικαιώματος στην επιλογή αν μια γυναίκα θέλει να κάνει παιδί ή όχι, και ζητούν την ακύρωση του νόμου για την έκτρωση.

Επίσης, εκμεταλλευόμενες αρνητικά στοιχεία της σημερινής πραγματικότητας για τη γυναίκα αντικείμενο και παίρνοντας δάνεια από τις τρισκατάρατες φεμινίστριες, λένε: «Η ύπαρξη της γυναίκας δεν παύει να υφίσταται αν δεν είναι όμορφη, χειραφετημένη, καριερίστρια, μορφωμένη, περιποιημένη και όλα αυτά που μας βομβαρδίζουν τα περιοδικά. Η ύπαρξη της γυναίκας θα πάψει όμως να υφίσταται αν χαθούν οι ρόλοι που την διαχωρίζουν από τον άντρα, και αυτοί δεν σχετίζονται μόνο με την εμφάνιση… Σχετίζονται με τον ρόλο της γυναίκας σαν μητέρα, οικοδέσποινα, σύντροφο, αλλά και γενικότερα ενός ιδιαίτερου μέλους της κοινωνίας που έχει την δυνατότητα και την υποχρέωση να υπερασπιστεί, με τον δικό του τρόπο, τα ιδανικά του, τις αξίες του, τους θεσμούς, τις παραδόσεις του και όλα τα κεκτημένα που τείνουν να εξαφανισθούν. Τέτοιου είδους γυναίκες έβγαζε πάντα η Ελλάδα και όχι ψεύτικες κούκλες χωρίς περιεχόμενο…»

Γενικότερα μιλώντας για τον φασισμό, τόσο τον σημερινό όσο και τον ιστορικό, μπορούμε να πούμε ότι όλα τα ιδεολογικά καλούπια είχαν ως στόχο τον περιορισμό των γυναικών, αλλά ξεχείλωναν κατά το δοκούν ανάλογα με τις πολιτικές ανάγκες των φασιστικών κυβερνήσεων ή κινημάτων. Αυτό έγινε στον τομέα της εργασίας, της οικογένειας, της συμμετοχής των γυναικών και των ρόλων που επιβάλλονταν. Π.χ. το ελληνικό φασιστικό κίνημα στρατιωτικοποιεί τις γυναίκες, τους επιτρέπει να γίνονται μαχαιροβγάλτριες και τις επιβραβεύει γι’ αυτό (περίπτωση Σκορδέλη που είναι υπόδικη για βαρύ τραυματισμό Αφγανού) ζητά την υιοθέτηση στρατιωτικής θητείας 14 μηνών, διδάσκει ομάδες αυτοάμυνας (κάλυμμα για την ετεροεπίθεση), διδάσκει τη χρήση όπλων όπως άναυδες βλέπουμε στο u-tube χωρίς καθόλου να ενοχληθεί το επίσημο κράτος. Είναι το ίδιο κίνημα που προπαγανδίζει υπέρ της επιστροφής των γυναικών στο σπίτι και στηλιτεύει κάθε έννοια φεμινισμού ή ισότητας των δύο φύλων.

Οι ομάδες των ταγμάτων εφόδου που ήδη έχουν δημιουργηθεί, με μεγάλη επιθετικότητα απέναντι στους μετανάστες και μετανάστριες, είναι φοβισμένα και δειλά ανθρωπάκια που δεν τολμούν να περπατήσουν μόνα τους στο δρόμο, γιατί γνωρίζουν ότι το κίνημα δεν τους φοβάται, αλλά το φοβούνται. Πάντως το κίνημα χρειάζεται να αναπτύξει τις ομάδες περιφρούρησης από τις εγκληματικές συμμορίες..

Προς το παρόν η συμμετοχή των γυναικών στις επιθετικές ομάδες είναι μικρή αλλά δυστυχώς υπαρκτή, ίσως γιατί τα μηνύματα της ειρήνης έχουν πιο ευήκοα ώτα στις γυναίκες. Ίσως γιατί οι γυναίκες καταλαβαίνουν ότι κάθε πυγμή όπως αυτή των φασιστών θα στραφεί εναντίον τους στον ιδιωτικό τους χώρο. (Και μετά θα απευθύνονται στις φεμινίστριες να τις συμβουλεύσουν γιατί έφαγαν ξύλο από τον άντρα τους, και μάλιστα χωρίς ιδεολογικό κάλυμμα).

Τέλος, σας καλώ στο εξής, κάθε φορά που κάποιος ή κάποια θα μιλά εναντίον του φεμινισμού, να αναρωτιέται πώς και βρίσκεται σε ιδεολογική αντιστοιχία με τον φασισμό του χθες και του σήμερα.

Ομιλία σε εκδήλωση στο Κουκάκι, 27-10-2012

 

 

.

Share