Subscribe via RSS Feed

Tag: "συνέντευξη"

«Αθώοι» οι δύο κατηγορούμενοι για βιασμό στη Ξάνθη [ανώνυμη συνέντευξη]

όχι στην ατιμωρησία
Στις 5 Απριλίου το Δικαστήριο Καβάλας έκρινε ομόφωνα αθώους τους δύο κατηγορούμενους για τον βιασμό μιας 21χρονης φοιτήτριας στην Ξάνθη. Το «Ξεκίνημα» μίλησε με άτομο που παρακολούθησε την δίκη και επιλέγει να διατηρήσει την ανωνυμία του.

ΕΡ: Πες μας δυο λόγια για το τί συνέβη στις 1 Μαρτίου του 2015;

ΑΠ: Συνέβη μια ακόμη καταγγελία βιασμού στην πόλη της Ξάνθης. Μια 21χρονη φοιτήτρια βιάστηκε από δυο γνωστούς της άνδρες στο σπίτι του ενός. Η φοιτήτρια βρισκόταν σε κατάσταση μέθης την οποία εκμεταλλεύτηκαν οι δυο τύποι, την εξανάγκασαν με το ζόρι σε χρήση ινδικής κάνναβης και στη συνέχεια τη βίαζαν επί ώρες όλο το βράδυ μέχρι την επόμενη μέρα.

ΕΡ: Ποια ήταν η τότε αντίδραση της τοπικής κοινωνίας;

ΑΠ: Την πρώτη μέρα που καταγγέλθηκε ο βιασμός η τοπική κοινωνία είχε συγκλονιστεί. Η Ξάνθη είναι μια πόλη που έχει ένα μεγάλο παρελθόν βιασμών. Από τη δεκαετία του ’80 με τον γνωστό «δράκο» Κυριάκο Παπαχρόνη έως το 2012 με τον αποτρόπαιο βιασμό και τη δολοφονία της Ζωής Δαλακλίδου.

Μεσολάβησαν και άλλοι βιασμοί όπως ενός πεντάχρονου κοριτσιού από τον πατέρα της και το θείο της και ο ομαδικός βιασμός μια μαθήτριας από δυο συμμαθητές της. Οπότε την πρώτη μέρα ο κόσμος ήταν πολύ θυμωμένος με τους βιαστές και κυκλοφορούσαν τα ονόματά τους από στόμα σε στόμα. Ήταν και γνωστοί στην πόλη, άντρες που εμπλέκονταν με τη νύχτα ο ένας, ο άλλος διοικητικός υπάλληλος στο πανεπιστήμιο και έγινε μεγάλο σούσουρο.

Από την επόμενη όμως μέρα όπου εκείνοι προσέλαβαν τους δικηγόρους τους, μεγαλοδικηγόρους της Ξάνθης, το κλίμα άρχιζε να αλλάζει και ο βιασμός αμφισβητήθηκε από ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας.

Να σημειώσω πως η κοπέλα δεν καταγόταν από την Ξάνθη οπότε δεν είχε και το αντίστοιχο δίκτυο συγγενών και φίλων. Οπότε το κλίμα αντιστράφηκε και η νεαρή κοπέλα από «καημένη» μεταμορφώθηκε σε «πουτάνα που τα ήθελε και απλά το μετάνιωσε».

ΕΡ: Ποιες ήταν οι συνέπειες στην ζωή του θύματος μετά την καταγγελία του βιασμού της;

ΑΠ: Οι συνέπειες για τις περισσότερες γυναίκες που καταγγέλλουν βιασμό είναι αλλεπάλληλες. Είναι το μόνο έγκλημα όπου το θύμα στιγματίζεται πιο πολύ από το θύτη.

Καταρχήν η κοπέλα αναγκάστηκε να μετακομίσει από την Ξάνθη κάνοντας διακοπή των σπουδών της. Παρακολουθεί ψυχολόγο σε τακτική βάση από τότε και πάσχει από μετατραυματικό σοκ. Όλη η οικογένεια της κοπέλας μετακόμισε και από τον τόπο καταγωγής της σε άλλη πόλη γιατί είχε στιγματιστεί και εκεί.

Τα έξοδα για τη δικαστική διαδικασία ήταν υπέρογκα και η οικογένεια βιώνει οικονομική αφαίμαξη. Και ο πατέρας της κοπέλας έχει παρουσιάσει προβλήματα υγείας από τη στεναχώρια του. Σε αυτά προστίθενται ο βιασμός που επαναλήφθηκε στη δίκη και η αθωωτική απόφαση των κατηγορουμένων που ήταν το τελειωτικό χτύπημα από το οποίο πιστεύω πως αυτή η γενναία γυναίκα που έφτασε ως εδώ θα καταφέρει να σηκωθεί.

ΕΡ: Χτες (5 Απριλίου) το Δικαστήριο Καβάλας αποφάσισε ομόφωνα την αθωότητα των δύο κατηγορούμενων. Σε ποια στοιχεία βασίστηκε αυτή η απόφαση;

ΑΠ: Τα βασικά τους επιχειρήματα ήταν παντελώς παράλογα και υπήρχε και πλήθος σεξιστικών άλλων.

Το πρώτο ήταν πως η ιατροδικαστική έκθεση δεν έδειχνε ίχνη βιασμού. Τι σημαίνει για αυτούς ίχνη βιασμού; Σημαίνει πως τα γεννητικά όργανα θα πρέπει να έχουν κακώσεις και πως στο σώμα θα πρέπει να υπάρχουν ίχνη βίας, εκδορές κτλ. Εμείς γνωρίζουμε από ημερολόγια και μαρτυρίες γυναικών πως στις περισσότερες περιπτώσεις βιασμών οι γυναίκες μένουν τελείως παθητικές, είναι το λεγόμενο «πάγωμα» και η αίσθηση πως δεν ανήκω στο σώμα μου και μεταφέρομαι κάπου αλλού για να το αντέξω και να μην συμβεί κάτι χειρότερο. Να σημειώσω πως ο ιατροδικαστής που έγραψε την έκθεση κατέθεσε υπέρ των κατηγορούμενων, πράγμα που από μόνο του βρωμάει…

Το δεύτερο σαθρό επιχείρημά τους ήταν πως η κοπέλα δεν ήταν μεθυσμένη και άρα είχε συναίσθηση του τι γινόταν και πως δεν την εκμεταλλεύτηκε κανείς και μάλιστα προσπάθησαν ακόμη και να πουν πως είχε σχέση με ναρκωτικά επειδή είχε πάει στο Άμστερνταμ! Οπότε να προσέχουμε (τα άτομα που πάμε Άμστερνταμ) για τι μπορούμε να κατηγορηθούμε…

Ουσιαστικά δεν υπήρχαν στοιχεία και όλα τα υπόλοιπα ήταν τα επιχειρήματα της σεξιστικής ρητορικής που ρίχνει την ευθύνη στο θύμα. «Γιατί δεν αντιστάθηκε;, γιατί δεν πάλεψε; γιατί δεν έφυγε;, γιατί;» Επιθέσεις στην ηθική της, στη σεξουαλική της ζωή, στην ψυχική της κατάσταση χωρίς όμως κανένα στοιχείο παρά μόνο επίκληση στις φαλλοκρατικές αξίες.

Θα τολμήσω να πω πως οι δικηγόροι του διαβόλου ήταν τόσο ανήθικοι που ακόμη και την «τελειότητά» της θέλησαν να τη βρουν ως επιχείρημα εναντίον της: «Ήταν τόσο τέλεια και τόσο καλό κορίτσι, πάντα καλή μαθήτρια και αριστούχος, από οικογένεια με αξίες και παιδί που μεγάλωσε με αγάπη, που έκανε την επανάσταση της ενάντια σε όλα αυτά, μια επανάσταση για την οποία όμως μετάνιωσε για αυτό κατήγγειλε το βιασμό».

Οι δικηγόροι ήταν τόσο κακοποιητικοί που ευτυχώς που δεν βρισκόταν η κοπέλα στο ακροατήριο μιας και δεν είχαν έλεος. Είναι συνυπεύθυνοι για όσες γυναίκες δεν θα καταγγείλουν το βιασμό τους.

ΕΡ: Η απόφαση του Δικαστηρίου αν και εξοργιστική, δεν αποτελεί έκπληξη για το πώς αντιμετωπίζει η δικαιοσύνη τα θύματα βιασμού. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλές γυναίκες δεν καταγγέλλουν τον βιασμό τους. Πιστεύεις ότι παρά τη στάση των Αρχών, οι γυναίκες πρέπει να καταγγέλλουν τον βιασμό τους;

ΑΠ: Ναι οι περισσότερες γυναίκες ξέρουν τι τους περιμένει και γι’ αυτό το κρατάν για τον εαυτό τους. Φοβούνται, αυτοενοχοποιούνται, σιωπούν, μα δεν ξεχνούν!

Η Δ. είναι μια ηρωίδα που έφτασε ως εδώ και δεν έχει μεγάλη σημασία η απόφαση της δίκης. Σημασία έχει πως μίλησε, πως έτσι προστάτευσε και άλλες γυναίκες, πως έδωσε το παράδειγμα θάρρους. Τα έβαλε με «μεγάλα ψάρια» και όμως κατάφερε να κολυμπήσει.

Παρόλο που είναι τόσο μα τόσο δύσκολο όλο αυτό, ναι, πιστεύω πως οι γυναίκες είναι καλό να προσπαθούν να καταγγείλουν το βιασμό τους. Παράλληλα όμως χρειάζεται και ένα κίνημα που θα στηρίζει αυτές τις γυναίκες και σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να δουλέψουμε ώστε να το βελτιώσουμε.

Να υπάρχουν δικηγόροι υπεράσπισης των γυναικών με φεμινιστική παιδεία και συνείδηση. Να υπάρχει δίκτυο αλληλεγγύης που θα μαζεύει χρήματα για τα δικαστικά έξοδα. Να υπάρχει αλληλεγγύη στα δικαστήρια και δράσεις στις πόλεις.

Αυτή η γυναίκα να νιώσει πως δεν είναι μόνη. Δεν μπορούμε να ζητάμε από τις γυναίκες να καταγγείλουν το βιασμό τους αν δεν ενδυναμώσουμε και εμείς παράλληλα το κίνημά μας.

 

Η συνέντευξη πρωτοδημοσιεύτηκε στον ιστότοπο της οργάνωσης “Ξεκίνημα”

 

Διαβάστε επίσης:

Τη Δευτέρα 3 Απρίλη αρχίζει η δίκη «δυο καλών παιδιών» για το βιασμό μιας φοιτήτριας στην Ξάνθη

Τι μου έμαθε η δίκη του βιασμού μου.

 

Share

Συνέντευξη: η Nancy Fraser για το αριστερό σχέδιο και την κρίση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας

Nancy Fraser

της Ιουλίας Λειβαδίτη

H Nancy Fraser είναι Καθηγήτρια Φιλοσοφίας και Πολιτικής στο New School for Social Research της Νέας Υόρκης και θεωρείται μια από τις κορυφαίες πολιτικές φιλόσοφους της εποχής μας.  Τα ενδιαφέροντά της επικεντρώνονται στην κοινωνική και πολιτική θεωρία, τη φεμινιστική θεωρία και τη σύγχρονη γαλλική και γερμανική σκέψη.

Το βιβλίο Redistribution or Recognition?: A Political-Philosophical Exchange (Αναδιανομή ή αναγνώριση; Μια πολιτική-φιλοσοφική ανταλλαγή, 2004, Verso) στο οποίο αυτή και o Axel Honneth διαπραγματεύονται το ζήτημα της οικονομικής αναδιανομής σε σχέση με την πολιτικό-κοινωνική αναγνώριση, έχει καθιεωρθεί ως απαραίτητο ανάγνωσμα για όσες ενδιαφέρονται για την κοινωνική δικαιοσύνη. Πρόσφατες δημοσιεύσεις της περιλαμβάνουν τα βιβλία Scales of Justice: Reimagining Political Space in a Globalizing World (2008), Fortunes of Feminism: From State-Managed Capitalism to Neoliberal Crisis (2013) και Contradictions of capital and care (New Left Review, 2016). Η τρέχουσα έρευνά της περιλαμβάνει ένα βιβλίο σε εξέλιξη με τίτλο Abnormal Justice το οποίο πραγματεύεται «πώς οι αγώνες για δικαιοσύνη οργανώνονται, ή μάλλον αποδιοργανώνεται, σε μια περίοδο κατά την οποία δεν μπορούμε να βασιζόμαστε σε μια γραμματική της δικαιοσύνης που θα μπορούσε να αναγνωριστεί ως ηγεμονική».

Η καθηγήτρια Fraser είχε έρθει στην Ελλάδα προσκεκλημένη από το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, προκειμένου να παραδώσει την 10η ετήσια Διάλεξη στη μνήμη του Νίκου Πουλαντζά με τίτλο «Οι κρίσεις της φροντίδας: Οι αντιφάσεις της κοινωνικής αναπαραγωγής στην εποχή του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού» και μίλησε στο Rethinking Greece* σχετικά με το τι συνιστά ένα βιώσιμο Αριστερό όραμα για τον 21ο αιώνα, το οικοδόμημα της ΕΕ, το ζήτημα της αλληλεγγύης τόσο διεθνώς όσο και στην Ευρώπη, και την κρίση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας παγκοσμίως. «Πολιτικές κατά της λιτότητας σε μια χώρα μόνο είναι αδύνατο να εφαρμοστούν» λέει η Fraser σχολιάζοντας την ελληνική πολιτική πραγματικότητα, προσθέτοντας ότι «μια οπισθοδρόμηση εδώ ή εκεί δεν σημαίνει ότι ήρθε το τέλος του σχέδιου της Αριστεράς». Σχολιάζει επίσης την πρόσφατη εκλογή Trump στις ΗΠΑ, τη δημιουργία  των σχημάτων που ονομάζει «αντιδραστικό λαϊκισμό» και «προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό», καθώς και τον κίνδυνο μετατροπής των κοινωνικών κινημάτων σε «ομάδες συμφερόντων» όταν αποποιούνται τις αντικαπιταλιστικές, ριζοσπαστικές ρίζες τους. Η Fraser τονίζει τέλος πόσο σημαντικά είναι τα ζητήματα της κοινωνικής αναπαραγωγής και της κοινωνικής προστασίας σε διεθνές επίπεδο, καθώς και την ανάγκη να εξετάσoυμε το ενδεχόμενο «μη-καπιταλιστικών ή μετα-καπιταλιστικών» λύσεων για την αντιμετώπισή τους.

 

Τα κοινωνικά κινήματα που αναπτύχθηκαν στην Ελλάδα μετά το 2011 φαίνεται να έχουν ατονήσει μετά και την υπογραφή του 3ου μνημονίου το 2015, το Podemos στην Ισπανία δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει το δυναμικό του, ενώ ο δεξιός εθνικισμός είναι σε άνοδο σε όλη την Ευρώπη. Νομίζετε ότι η Ευρωπαϊκή Αριστερά έχει χάσει την ικανότητά της να εμπνεύσει μαζικά κινήματα;

Νομίζω ότι αυτά τα πράγματα αναπτύσσονται ακανόνιστα, με εξάρσεις και διακοπές, και όχι σε μια ευθεία γραμμή. Για αυτό και εγώ δεν θα θεωρούσα ότι μια οπισθοχώρηση εδώ ή εκεί σημαίνει το τέλους του Αριστερού σχεδίου. Είχαμε τα κινήματα Occupy και Αγανακτισμένων σε όλο τον κόσμο, και θα ήθελα να πω ότι η Ισπανία και η Ελλάδα ήταν πραγματικά οι μόνες χώρες, τουλάχιστον στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, οι οποίες κατάφεραν να φτιάξουν κάτι από αυτά τα κινήματα: οι άνθρωποι βρήκαν έναν τρόπο να θεσμοθετήσουν, έστω και προσωρινά, αυτή την ενέργεια, αντί να την αφήσουν να εξαφανιστεί εντελώς. Αυτό είναι κάτι θετικό, αλλά είναι ένα διαφορετικό θέμα το κατά πόσο μια κυβέρνηση μπορεί να ικανοποιήσει το σύνολο των απαιτήσεων και των προσδοκιών όσων συμμετείχαν σε αυτές τις κινήσεις, ή γενικότερα, των πολιτών.

Ειλικρινά, το θλιβερό κομμάτι της ελληνικής εμπειρίας ήταν η αποτυχία της Αριστεράς των άλλων ευρωπαϊκών χωρών να κινητοποιηθεί με αλληλέγγυο τρόπο, να ασκήσει πίεση στις κυβερνήσεις ώστε να αλλάξει την πολιτική της ΕΕ, και να επιμείνει ότι η Τρόικα πρέπει να κάνει πίσω για να δώσει στην Ελλάδα λίγο χώρο για να αναπνεύσει. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλά που θα μπορούσαν να έχουν γίνει μέσα σε μια χώρα. Παλιότερα μιλούσαμε για «σοσιαλισμό σε μία χώρα», λοιπόν ούτε η αντι-λιτότητα σε μια χώρα είναι κάτι εύκολο όταν έχεις όλο το διακρατικό επενδυτικό οικοδόμημα, την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία και τις κεντρικές τράπεζες να σου ασκούν πίεση. Πιστεύω λοιπόν ότι μακροπρόθεσμα, η μόνη πραγματική απάντηση είναι μια ευρύτερη, διεθνής αλληλεγγύη της Αριστεράς. Και αυτό θα πάρει κάποιο χρόνο, αυτό είναι σίγουρο.

Κάτι άλλο που θα έλεγα είναι ότι όλοι αγωνιζόμαστε να ορίσουμε ένα βιώσιμο και ελκυστικό όραμα και σχέδιο την  Αριστερά του 21ου αιώνα. Οι περισσότεροι έχουν εγκαταλείψει την ιδέα μιας κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας με τη σοβιετική έννοια. Υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για την απο-ανάπτυξη και τα κοινά, την αλληλεγγύη και την κοινωνική οικονομία. Αλλά δεν πιστεύω ότι κάτι από αυτά ανάγεται σε ένα πραγματικά βιώσιμο σχέδιο για την Αριστερά. Το πιο σημαντικό πράγμα είναι ότι υπάρχει τώρα μια μεγάλη κρίση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας: στη μια χώρα μετά την άλλη, κατά κύματα, οι άνθρωποι απορρίπτουν αυτό το σύστημα. Δεν έχουν απαραίτητα ένα βιώσιμο και εύλογο σχέδιο για το με τι πρέπει να αντικατασταθεί. Είμαστε στην αρχή μιας μακράς διαδικασίας. Αυτά τα πράγματα δεν λύνονται γρήγορα.

Τι πιστεύετε ότι σημαίνουν το Brexit και η ψηφοφορία στην Ιταλία για το μέλλον του οικοδομήματος της ΕΕ;

Το οικοδόμημα της ΕΕ φαίνεται αρκετά επισφαλές αυτή τη στιγμή, και μια πιθανότητα αντίδρασης είναι οι ελίτ να αποφασίσουν να αμβλύνουν τις πολιτικές λιτότητας και να πραγματοποιήσουν περισσότερες δαπάνες κεϋνσιανού τύπου. Μπορεί ακόμα και ο Donald Trump να κάνει κάτι τέτοιο στις ΗΠΑ. Ήταν μια από τις προτάσεις τις προεκλογικής του εκστρατείας, αν θα την πραγματοποιήσει δεν ξέρω. Θα μπορούσε λοιπόν να αμβλυνθεί  το σημερινό καθεστώτος λιτότητας, αλλά το μεγάλο ερώτημα για μένα είναι η μετεγκατάσταση της παραγωγής από τις ευρωπαϊκές και βορειοαμερικανικές χώρες του πυρήνα στην ημι-περιφέρεια. Δεν νομίζω ότι η παραγωγή θα επιστρέψει, και αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ένα μεγάλο ερωτηματικό όσον αφορά το θέμα των θέσεων εργασίας, και μιλάω τώρα για θέσεις εργασίας που έχουν κάποια ασφάλεια και πληρώνουν ένα αξιοπρεπή μισθό.

Η μεγαλύτερη πρόκληση για όποιον βρίσκεται στην εξουσία, είτε πρόκειται για μια ευρωπαϊκή ελίτ που έχει πάρει το μάθημά της και ενώ ήταν νεοφιλελεύθερη αποφασίζει ότι η ΕΕ είναι σε κίνδυνο και μετατοπίζει ελαφρά τη θέση της, είτε πρόκειται για ένα Αριστερό ή Δεξιό λαϊκίστικό κόμμα, είναι οι θέσεις εργασίας και η κοινωνική προστασία, η στήριξη της κοινωνικής αναπαραγωγής. Αυτό απαιτεί τεράστιες δαπάνες, δαπάνες που σημαίνουν δημοσιονομικό έλλειμμα. Και το ερώτημα είναι, πρώτα από όλα, πώς να βγούμε από τον έλεγχο των κεντρικών τραπεζών και των αγορών ομολόγων που ανεβάζουν τα επιτόκια δανεισμού στον ουρανό; Μια πολύ σημαντική ιδέα για την Αριστερά είναι η δημιουργία ενός νέου τρόπου οργάνωσης της χρηματοδότησης. Η πίστωση είναι απαραίτητη σε κάθε οικονομία, οποιασδήποτε πολυπλοκότητας, αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να είναι μια βιομηχανία κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Έτσι, μία ιδέα που έχουν αναπτύξει κάποιοι άνθρωποι, είναι να σκεφτούμε πώς να μετατρέψουμε τα χρηματοπιστωτικό ιδρύματα σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, όπως η ηλεκτρική ενέργεια για παράδειγμα. Θα μπορούσε να καθιερωθεί κάποιος δημοκρατικός τρόπος διοίκησης, όπου οι πιστώσεις και τα δάνεια για έργα θα διατίθενται χωρίς ο στόχος να είναι το μέγιστο κέρδος των μετόχων και των επενδυτών.

Όλα αυτά είναι αλληλένδετα: η χρηματοπιστωτική πολιτική, η πολιτική της απασχόλησης, της φορολογίας και το πως κατανέμεται η φορολογία. Τα τελευταία 20-30 χρόνια οι πλούσιοι και οι επιχειρήσεις πραγματοποιούν μια σημαντική «φορολογική απεργία», και δεν πληρώνουν σχεδόν καθόλου φόρους. Στις ΗΠΑ και σε πολλές χώρες της βόρειας Ευρώπης υπήρξε μια τεράστια αντιστροφή των ρυθμίσεων της σοσιαλδημοκρατικής εποχής, όταν οι εταιρίες κατέβαλλαν σημαντικούς φόρους. Δεν το κάνουν πια, και αυτό είναι μέρος των αποτελεσμάτων του νεοφιλελευθερισμού. Αυτό δημιουργεί τεράστιους περιορισμούς σχετικά με το τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν οι κυβερνήσεις. Δεν έχουν τα έσοδα για κοινωνική πολιτική. Δεν μπορούν να τα αποσπάσουν από τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι στη με τη σειρά τους πραγματοποιούν μια «φορολογική επανάσταση» και ψηφίζουν κόμματα της δεξιάς που υπόσχονται μηδέν φόρους. Και όταν οι κυβερνήσεις προσπαθούν, σε μεμονωμένες χώρες και πάλι, να αυξήσουν σημαντικά τους φόρους των εταιρειών, τότε το αποτέλεσμα είναι η φυγή των κεφαλαίων και η ισοπέδωση των μισθών προς τα κάτω. Συνεπώς, αυτό είναι μια άλλη ένδειξη ως προς το γιατί πρέπει κανείς να σκεφτεί σε διεθνές επίπεδο αυτά τα ζητήματα.

Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι ο Donald Trump κέρδισε τις εκλογές επειδή το Δημοκρατικό Κόμμα έδωσε υπερβολική έμφαση στις πολιτικές της ταυτότητας (φυλή, φύλο) και όχι αρκετή σε οικονομικά ζητήματα. Συμφωνείτε με αυτή την εκτίμηση;

Εν μέρει. Πιστεύω ότι σε αυτές τις εκλογές, τη στιγμή της ψήφου, οι ψηφοφόροι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια επιλογή μεταξύ Trump και Clinton, δυο εναλλακτικές τις οποίες θα αποκαλούσα ‘αντιδραστικό λαϊκισμό’ και ‘προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό’ αντίστοιχα. Όσον αφορά τον Trump, το λαϊκίστικό κομμάτι εντοπίζεται στην επιθυμία των πολιτών να έχουν μια κυβέρνηση που τους προστατεύει, που κάνει ό,τι μπορεί για να διασφαλίσει ότι θα έχουν σταθερές θέσεις εργασίας, εισόδημα και οικογενειακή ζωή. Στο μυαλό μου, αυτή είναι μια εντελώς δικαιολογημένη και θεμιτή προσδοκία. Αλλά ήταν συνυφασμένη με το αντιδραστικό κομμάτι, αυτή τη τάση να εφευρίσκουμε αποδιοπομπαίους τράγους: για όλα φταίνε οι μετανάστες, οι μαύροι, οι μουσουλμάνοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι φεμινίστριες. Έτσι βλέπεις νόμιμες αξιώσεις για κοινωνική προστασία, κοινωνική ασφάλεια και οικονομική ευημερία αναμεμιγμένες με τη στοχοποίηση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων.

Στη συνέχεια, από την πλευρά της Clinton, σε αυτό που αποκαλώ προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό, έχουμε αντιθέτως θετικές αξιώσεις για την ένταξη των μαύρων, των μουσουλμάνων, των ομοφυλόφιλων, των ΛΟΑΤ, των γυναικών· αξιώσεις ότι δεν πρέπει να οργανώνουμε την κοινωνική ζωή με βάση τον αποκλεισμό και την υποταγή αυτών των ομάδων. Αυτό είναι το προοδευτικό κομμάτι της πλευράς Clinton, το οποίο όμως δεν συνδέεται με κάποια πολιτική κοινωνικής προστασίας, όπως είχε η πλευρά Trump. Αντί για αυτό, συνδέεται με τους δυναμικούς κλάδους της οικονομίας μας, δηλαδή τον χρηματοπιστωτικό τομέα, την πληροφορική, τα μέσα ενημέρωσης και τη ψυχαγωγία, τομείς που υποστηρίζουν την πολιτική των λεγόμενων ελεύθερων συναλλαγών, τα ανοικτά σύνορα, όλες τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και την απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Έτσι, έχουμε αυτές τις δύο παράξενες ομάδες. Αν θέλετε να το σκεφτούμε με όρους αναδιανομής και την αναγνώρισης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι από την πλευρά της Clinton έχουμε προοδευτική αναγνώριση και οπισθοδρομική αναδιανομή, ενώ από την πλευρά του Trump, έχουμε οπισθοδρομική αναγνώριση, συν κάτι πιο κοντά σε ένα οιονεί σοσιαλδημοκρατικό ενδιαφέρον για την κοινωνική ασφάλιση και κοινωνική προστασία. Και αυτό είναι μια μεγάλη αναδιάταξη των πολιτικών πραγμάτων. Στην εποχή του New Deal υπήρχε ένα προοδευτικό στοιχείο τόσο στην αναδιανομή όσο και στην αναγνώριση. Τώρα έχει δημιουργηθεί ένα ρήγμα μεταξύ αναδιανομής και αναγνώρισης.

Νιώθω ότι ο τρόπος με τον οποίον η Hilary Clinton έτρεξε την καμπάνια της, ειδικά στα τελευταία στάδια, επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά σε ένα είδος ηθικής καταδίκης της προσωπικής αχρειότητας του Trump: λέει αυτά τα πράγματα για τις γυναίκες, για τα άτομα με αναπηρία, για τους μουσουλμάνους, είναι ένας προκατειλημμένος, ανίδεος άνθρωπος. Το σύνολο της εκστρατείας της περιστρεφόταν γύρω από αυτόν, και στην πορεία αμαύρωσε τη βάση των υποστηρικτών του, αποκαλώντας τους «ένα μάτσο ελεεινών». Δεν πιστεύω ότι όλοι, ή ακόμη ούτε καν η πλειοψηφία των υποστηρικτών του Trump είναι ρατσιστές και ομοφοβικοί. Είναι πολύ απογοητευμένοι και ίσως δεν είναι καλά εκπαιδευμένοι στα πολιτικά θέματα. Στις ΗΠΑ η πολιτική κουλτούρα είναι φτωχή, δεν υπάρχει μια αρκετά ισχυρή Αριστερή φωνή που να δίνει στους ανθρώπους την αίσθηση ότι υπάρχουν και άλλες δυνατότητες. Δεδομένων των εναλλακτικών που είχαν στη διάθεσή τους, είναι απολύτως κατανοητό ότι ψήφισαν όπως ψήφισαν. Η Clinton σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τρέξει μια καμπάνια βασισμένη αποκλειστικά σε μια εξαιρετικά ηθικόλογη εκδοχή της αναγνώρισης. Και όπως αποδείχθηκε, πήρε μεν πολλές ψήφους, αλλά όπως λειτουργεί το σύστημά μας, δεν ήταν μια στρατηγική νίκης.

Νομίζετε ότι η νίκη του Trump σηματοδοτεί μια στροφή του εκλογικού σώματος προς την άκρα δεξιά;

Όπως είπα και στην αρχή, τα πράγματα είναι πάρα πολύ ρευστά τώρα, δεν πρόκειται για ένα διευθετημένο θέμα. Το εκλογικό σώμα θα μπορούσε να πάει προς πολύ πιο δεξιές και εθνικιστικές κατευθύνσεις, αλλά θα μπορούσε επίσης να προχωρήσει σε μια πιο αριστερή κατεύθυνση. Στις ΗΠΑ αυτό αποτυπώνεται στην επιτυχία της εκστρατείας του Bernie Sanders, ο οποίος έφτασε πολύ κοντά στο να πάρει το χρίσμα από τη Hilary. Το σύνολο της γραφειοκρατίας και των μηχανισμών του Δημοκρατικού Κόμματος υποστήριζε την Clinton, ήταν ουσιαστικά η χρισμένη διάδοχος του Obama, όλοι πίστευαν ότι το αποτέλεσμα ήταν τετελεσμένο. Και αυτός ο τύπος έρχεται από το πουθενά και ξαφνικά εμπνέει εκατομμύρια και εκατομμύρια ανθρώπων. Αυτό για μένα αντανακλά το πνεύμα του Occupy, όχι μόνο τους νέους στις πλατείες, αλλά και την ευρεία υποστήριξη, πέρα από τις πλατείες, που είχε το Occupy, η οποία ήταν  γύρω στο 60%-70% σε εθνικό επίπεδο, σύμφωνα με τις τότε δημοσκοπήσεις.

Αυτό δείχνει ότι στη χώρα υπάρχει ένα δημόσιο αίσθημα το οποίο σε κάποιο επίπεδο συμφωνεί με τη γλώσσα του Occupy, με το σύνθημα: «είμαστε το 99% και είναι το 1%». Αυτό ήταν ένα πολύ ισχυρό σύνθημα, άγγιξε μια χορδή. Οι άνθρωποι ήξεραν τι σήμαινε αυτό, και αισθάνθηκαν πολύ έντονα ότι ήταν αλήθεια και κάτι που πρέπει να αλλάξει. Η εκδοχή του Sanders ήταν να χρησιμοποιήσει τη λέξη “στημένο”. Έχουμε μια «στημένη» οικονομία, ένα “στημένο” πολιτικό σύστημα. Αυτός ήταν ένας άλλος τρόπος για να πεις ότι υπάρχει μια βαθιά δομική αδικία στην κοινωνία και ο κόσμος πραγματικά ανταποκρίθηκε σε αυτό.

Αργότερα ο Trump αντέγραψε αυτή τη γλώσσα από Sanders και άρχισε και ο ίδιος να μιλάει για το στημένο σύστημα, προσθέτοντας τη φράση ότι «κανείς δεν θα μπορούσε να το διορθώσει καλύτερα» από ότι αυτός, γιατί αυτός ήξερε πως λειτουργεί το σύστημα από τα μέσα. Μίλησε για το πώς οι άνθρωποι που διοικούν τις τράπεζες, την κυβέρνηση και τις μεγάλες εταιρείες είναι «δολοφόνοι». Αυτός είναι ένα καταπληκτικός τρόπος για να μιλήσουμε για την εταιρική ελίτ. Είναι αλήθεια, αλλά κανείς δεν λέει αυτά τα πράγματα. Συνολικά, νομίζω ότι είναι πολύ πιθανό ότι o Trump ως πρόεδρος θα απογοητεύσει πολλούς από τους ανθρώπους που τον ψήφισαν, και θα υπάρξουν κι άλλοι αγώνες για αυτά τα θέματα, αυτό δεν είναι το τέλος. Αυτό το δημόσιο αίσθημα που ανέφερα παραπάνω είναι ατελές, δεν είναι πλήρως σχηματισμένο, και μπορεί να αρθρωθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.

Έχετε γράψει ότι οι χειραφετητικές αξιώσεις των φεμινιστικών, αντι-ρατσιστικών και LGTB κινημάτων έχουν υφαρπαγεί από το νεοφιλελευθερισμό και επαναπροσδιοριστεί  σύμφωνα με τους όρους της αγοράς. Μπορείτε να μας μιλήσετε περισσότερο γι ‘αυτό;

Είμαι από τη γενιά του 1968, και συμμετείχα στη Νέα Αριστερά και στα κινήματα που προέκυψαν κατά ένα πολύ άμεσο τρόπο από τη Νέα Αριστερά, συμπεριλαμβανομένου του πρώιμου δεύτερου φεμινιστικού κύματος, του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων και το αντιπολεμικό κίνημα κατά του πολέμου του Βιετνάμ. Σε αυτή την περίοδο, υπήρχε ένα είδος ήθους στην ατμόσφαιρα, ότι όλοι ήταν αντι-καπιταλιστές. Και ο καθένας κατανοούσε ότι όλα τα ζητήματα, είτε ήταν η εξωτερική πολιτική, είτε η έμφυλη υποταγή, είτε η φυλετική καταπίεση ήταν δομικά ζητήματα που έπρεπε να αντιμετωπιστούν στη ρίζα. Και η ρίζα είχε να κάνει με τον καπιταλισμό. Καθώς έσβηνε η Νέα Αριστερά, αυτή η ατμόσφαιρα άλλαξε και αυτό που συνέβη στη συνέχεια συνέβη είναι ότι η κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα επανήλθε δυναμικά. Η κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα στις ΗΠΑ είναι ο πλουραλισμός των ομάδων συμφερόντων, ο μεριτοκρατικός ατομικισμός και η ιδέα ότι τα άτομα διαφέρουν ως προς τα ταλέντα τους, άρα κάποιοι μπορούν να πηγαίνουν πιο μπροστά από άλλους. Αυτή είναι η νόρμα, έχουμε μια κουλτούρα βολονταρισμού που λέει ότι το πόσο καλά θα τα πάτε στη ζωή σας είναι μόνο θέμα θέλησης και του πόσο σκληρά είστε πρόθυμοι να εργαστείτε, να εξοικονομήσετε χρήματα κ.λπ.

Αυτή η κουλτούρα λοιπόν δεν αλλάζει, εκτός από πολύ ιδιαίτερες, σχεδόν επαναστατικές περιόδους ή περιόδους κρίσης. Αλλά υπό κανονικές συνθήκες, αυτή είναι η νοοτροπία και κάθε θέμα φιλτράρεται μέσα από αυτές τις παραδοχές. Χρειάζεται μια σχεδόν ηρωική, επίμοχθη προσπάθεια ενάντια στο ρεύμα για να αμφισβητήσεις αυτή τη νοοτροπία, για να αναπτύξεις και να διατηρήσεις μια κοσμοθεωρία που επιμένει πολύ στις βαθιές δομικές ρίζες των ζητημάτων και επιχειρεί να συνδέσει συγκεκριμένες εμπειρίες και αδικίες με ευρύτερα διαρθρωτικά ζητήματα. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι στις ΗΠΑ, υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε κοινωνικό κίνημα τα τελευταία 30 ή 40 χρόνια ολίσθησε προς μια μορφή φιλελευθερισμού. Φιλελεύθερος φεμινισμός, φιλελεύθερος αντι-ρατσισμός, φιλελεύθερες ΛΟΑΤ πολιτικές.

Τα παραπάνω κινήματα ασχολούνται βασικά με την κατάργηση των εμποδίων που δεν αφήνουν τους ανθρώπους να ανελιχθούν. Να ανελιχθούν στην εταιρική ιεραρχία ή ακόμα και στην στρατιωτική ιεραρχία. Ένα από τα πρώτα ΛΟΑΤ αιτήματα στις ΗΠΑ, πριν από την ισότητα στο γάμο, ήταν να υπηρετούν οι ομοφυλόφιλοι στο στρατό. Και φυσικά αυτό είναι ένα δίκαιο αίτημα, αλλά σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις οι άνθρωποι παίρνουν ως δεδομένο ότι ζούμε σε μια ιεραρχική κοινωνία και δεν αμφισβητούν αυτή την ιεραρχία, αλλά απλά επιδιώκουν να αφαιρεθούν μερικά εμπόδια, έτσι ώστε οι ταλαντούχοι μαύροι, οι ταλαντούχες γυναίκες, οι ταλαντούχοι μουσουλμάνοι, ομοφυλόφιλοι και λεσβίες να μπορούν και αυτοί να ανελιχθούν στο υπάρχον πλαίσιο.

Τα αποκαλούμε κοινωνικά κινήματα, αλλά δεν νομίζω ότι είναι κοινωνικά κινήματα, νομίζω ότι τώρα πια είναι ομάδες συμφερόντων: στην πραγματικότητα δεν κατεβαίνουν στους δρόμους πολύ συχνά, μόνο περιστασιακά. Μία εξαίρεση είναι το κίνημα «Black Lives Matter», το οποίο είναι νέο, και αυτό είναι ένα πραγματικό κίνημα που έχει δυνητικά πολύ πιο ριζοσπαστικό προσανατολισμό και στόχους. Αλλά νομίζω ότι ο φεμινισμός έχει κανονικοποιηθεί στις ΗΠΑ.

Βασικά αυτό που έχει συμβεί είναι ότι αυτά τα κινήματα, ή ομάδες συμφερόντων, έχουν καταφέρει να κερδίσει τη μάχη για τη «σωστή σκέψη». Οι άνθρωποι ξέρουν ότι δεν θα έπρεπε να λένε πράγματα σαν αυτά λέει ο Donald Trump. Έτσι έχουμε από τη μία πλευρά μια ιδεολογική, πολιτισμική μετατόπιση αξιών και πολλά μέσα ενημέρωσης αντανακλούν τη μεταστροφή αυτή. Για παράδειγμα, σε τηλεοπτικές σειρές ή ταινίες του Χόλυγουντ βλέπουμε συχνά φεμινιστικές ανατροπές με την αγοραία έννοια του όρου, ή βλέπουμε πάντα μαύρους σε θέσεις εξουσίας. Αυτό συμβαίνει σε ένα επίπεδο, αλλά η πραγματική κατάσταση της μεγάλης πλειοψηφίας των Αφρο-Αμερικανών, των Λατίνων και των γυναικών επιδεινώνεται. Η μετεγκατάσταση βιομηχανικών θέσεων εργασίας από την Αμερική σε άλλες χώρες, υπό το καθεστώς της νέας οικονομίας, ήταν ένα ιδιαίτερα σοβαρό πλήγμα για τους Αφρο-Αμερικανούς. Έτσι δεν είναι ότι η οικονομική τους κατάσταση είναι καλύτερη, θα έλεγα μάλιστα ότι είναι χειρότερα από ότι πριν από το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων. Το βιοτικό επίπεδο όλων επιδεινώθηκε, εκτός από ένα, ας πούμε 10%, ανθρώπων που τα πηγαίνουν καλά.

Έτσι, η ιδεολογική νίκη των λεγόμενων κοινωνικών κινημάτων είναι μια αρκετά περίπλοκη υπόθεση από μόνη της. Είναι προφανώς κάτι θετικό, αλλά επειδή αυτό γίνεται αντιληπτό, και δικαίως σε κάποιο βαθμό, ως αναπόσπαστο μέρος του νεοφιλελευθερισμού, του ανοίγματος προς τον κόσμο, του κοσμοπολιτισμού και της «κουλτούρας», κατανοείται από ανθρώπους που θεωρούν τους εαυτούς ως χαμένους της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού, ανθρώπους που υποφέρουν στο Rust Belt ή σε άλλες υποβαθμισμένες περιοχές στην Αμερικής, ως προσβολή, ωσάν να τους κάνουν κήρυγμα, να τους υποτιμούν και να τους παραμελούν, ενώ άλλοι ευνοούνται.

H εργασία κοινωνικής αναπαραγωγής (η φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, η συντήρηση του νοικοκυριού κλπ), υποτιμάται (δεν πληρώνεται / κακοπληρώνεται) ενώ την ίδια στιγμή είναι απολύτως απαραίτητη για την επιβίωση του καπιταλισμού. Αυτό το έχετε εντοπίζει ως μια δομική αντίφαση του καπιταλισμού, που γίνεται ακόμη οξύτερη τώρα. Πιστεύετε ότι μπορεί να λυθεί στο πλαίσιο του καπιταλισμού;

Πρώτα απ’ όλα, θα έλεγα ότι ο καπιταλισμός έχει επιδείξει μια εκπληκτική ικανότητα να επανεφευρίσκει τον εαυτό του, και δεν νομίζω ότι μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα ότι αυτό θα ξανασυμβεί. Και πάλι, υπό ποια μορφή και ποιες νέες πολιτικές ευθυγραμμίσεις ή άλλες δυνάμεις θα ευνοούσαν κάτι τέτοιο, είναι λίγο ασαφές. Την εποχή του New Deal / της σοσιαλδημοκρατίας, είχε βρεθεί μια προσωρινή λύση στο θέμα της κοινωνικής αναπαραγωγής, παρά το γεγονός ότι δεν λειτούργησε για όλους. Αυτή η λύση είχε βασιστεί σε αποκλεισμούς διαφόρων ειδών, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε ότι για ένα σημαντικό αριθμό εργατικής τάξης στις πλουσιότερες χώρες του καπιταλιστικού κόσμου, υπήρχε ένας τρόπος εξισορρόπησης της αμειβόμενης εργασίας και της μη αμειβόμενης κοινωνικής αναπαραγωγικής δραστηριότητας. Αυτή λοιπόν ήταν μια προσωρινή λύση, τουλάχιστον για ορισμένους.

Αν σκεφτούμε προς αυτή την κατεύθυνση, και πώς θα μπορούσαμε τώρα να κάνουμε κάτι αντίστοιχο, αλλά με έναν τρόπο που να ξεπερνά τις προηγούμενες εξαιρέσεις και αδικίες, τότε θα πρέπει να σκεφτούμε σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν εννοώ ένα είδος παγκόσμιου κράτους, εννοώ κάτι σαν αυτό που ακούγεται στην ΕΕ για εναρμόνιση των κοινωνικών πολιτικών, αλλά όχι μόνο στο εσωτερικό της Ευρώπης, πολύ ευρύτερα. Γιατί τώρα, ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο νεοφιλελευθερισμός προσπαθεί να λύσει αυτό το πρόβλημα είναι εισάγοντας μετανάστριες που παρέχουν ιδιαίτερα χαμηλά αμειβόμενη, επισφαλή και έντονα εποπτευόμενη οικιακή εργασία στην μεσαία και την ανώτερη-μεσαία τάξη επαγγελματιών. Γι’ αυτό και η λύση πρέπει να είναι κάτι παγκόσμιο· επίσης δεν μπορεί να βασίζεται πλέον στο μοντέλο γυναίκα-νοικοκυρά / άντρας-κουβαλητής, θα πρέπει να περιλαμβάνει μη-ετερόφυλες οικογένειες και να ξεπερνάει τις φυλετικές / εθνοτικές διαιρέσεις της εργασίας που αναθέτουν τις πιο βρώμικες και λιγότερο καλά-αμειβόμενες μορφές φροντίδας (όπως π.χ. η εργασία σε γηροκομεία) στους μαύρους και σκούρους ανθρώπους.

Νομίζω ότι ένα τέτοιο μοντέλο είναι το καλύτερο που θα μπορούσε να προσφέρει ο καπιταλισμός, και δεν ξέρω αν μπορεί να το κάνει. Αλλά νομίζω ότι θα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε μια αγνωστικιστική προσέγγιση. Δηλαδή, αυτό θα έπρεπε να έχουμε, να κρατήσουμε ένα ανοικτό μυαλό: αν ο καπιταλισμός μπορεί να μας το δώσει, τόσο το καλύτερο, τόσο το χειρότερο για τον καπιταλισμό. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε τώρα πώς να είναι. Μπορούμε να ασκήσουμε πιέσεις προς αυτή την κατεύθυνση, και καθώς τα κινήματα αναπτύσσονται και ριζοσπαστικοποιούνται θα πρέπει να αρχίσουν να σκέφτονται ποια είναι τα εμπόδια στην υλοποίηση αυτού  του στόχου. Ο διεθνής χρηματοπιστωτικός τομέας θα είναι ένα από τα εμπόδια, και υπάρχει επίσης ένα οικολογικό ζήτημα που είναι πολύ πιεστικό, γιατί ένα πράγμα είναι σαφές: αν παγκοσμιοποιούσαμε τον καταναλωτικό, υψηλoύ ανθρακικού αποτυπώματος τρόπο ζωής των μεσαίων τάξεων της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής σε όλο τον πλανήτη, θα ερχόμασταν αντιμέτωποι με μια κατάσταση εντελώς μη-βιώσιμη από οικολογικής πλευράς. Θα πρέπει να σκεφτούμε πώς όλα τα κομμάτια του παζλ ταιριάζουν μεταξύ τους, και στη συνέχεια και πάλι να δούμε αν υπάρχει μια καινούρια μορφή καπιταλισμού που θα μπορούσε να εφευρεθεί. Δεν υπάρχει τώρα, κανείς ακόμα δεν ξέρει ακριβώς με τι θα μοιάζε. Θα δούμε. Αλλά εν τω μεταξύ, θα πρέπει επίσης να σκεφτόμαστε και μη-καπιταλιστικές ή μετα-καπιταλιστικές δυνατότητες.

Η συνέντευξη πρωτοδημοσιεύθηκε στα αγγλικά στο Rethinking Greece

 

Διαβάστε ακόμα

«Η Κλίντον ενσαρκώνει ένα νεοφιλελεύθερο είδος φεμινισμού που ωφελεί κυρίως τις προνομιούχες γυναίκες»

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

Share

Μια κουβέντα με την Ανιές Σκλάβου και τον Στέλιο Τατάκη, δημιουργούς του ντοκιμαντέρ «Βυζιά»

βυζια1

του Γιάννη Κοντού

Το αυτοχρηματοδοτούμενο ντοκιμαντέρ των Ανιές Σκλάβου και Στέλιου Τατάκη Βυζιά, μια πολύ ιδιαίτερη ματιά στα βυζιά και τον καρκίνο του στήθους που συνταιριάζει το «κοφτερό» χιούμορ με το σεβασμό στο δραματικό υπόβαθρο του ίδιου του βιώματος της ασθένειας, υπήρξε μια από τις πλέον πολυσυζητημένες ταινίες του φετινού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Συναντηθήκαμε με τους δημιουργούς της λίγο πριν την αθηναϊκή της πρεμιέρα την Τετάρτη 15 Μαρτίου και ενόψει ενός κύκλου έξι προβολών, αποκλειστικά στον κινηματογράφο Ααβόρα, στις 18-19 & 25-26 Μαρτίου και 1-2 Απριλίου.

Υπήρξε κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων που φοβηθήκατε ότι δε θα τα βγάζατε πέρα με τις απαιτήσεις του θέματος;

(Ανιές Σκλάβου) Όχι, επειδή ήμαστε μια ομάδα, μαζί με την ανθρωπολόγο Λιόπη Αμπατζή, που είχε την αρχική ιδέα για ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με τα βυζιά. Όταν είχε κάνει το μεταπτυχιακό της στην κοινωνική ανθρωπολογία, είχε δουλέψει πάνω στην εμπορευματοποίηση του γυναικείου σώματος, κυρίως στα μπαρ κονσομασιόν. Την περίοδο, κατά την οποία η ίδια νόσησε και μέσα στην προσπάθειά της να δει πώς θα αντιμετωπίσει την ασθένεια, συνειδητοποίησε ότι μέσω ενός ντοκιμαντέρ θα ήταν πολύ πιο εύκολο να περάσει αυτό που θα ήθελε από το να γράψει ένα κείμενο, η απήχηση του οποίου θα ήταν πολύ πιο περιορισμένη.

(Στέλιος Τατάκης) Ο τίτλος είναι κάτι που τραβάει…

(Ανιές) Στην πορεία θεωρήσαμε πως και η δική της ιστορία ήταν πολύ δυνατή, οπότε συζητώντας οι τρεις μας και μετά από πολύ brainstorming καταφέραμε να διαμορφώσουμε άξονες όπου θα κινούμασταν.

(Στέλιος) Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν αν θα λειτουργήσουν οι τρεις αυτοί άξονες: η προσωπική ιστορία της Λιόπης, οι μικρότερες ιστορίες πολλών ανθρώπων και η «φωνή» των βυζιών.

Σας απασχόλησε το ενδεχόμενο ο τίτλος να εκληφθεί ως αρνητικά προβοκατόρικος;

(Ανιές) Η επιλογή του τίτλου ενείχε μια ιντριγκαδόρικη διάσταση. Σίγουρα, όμως, μέσα στο ντοκιμαντέρ είχαμε αποφασίσει να λέμε αλήθειες, πράγματα που δε λέγονται εύκολα, όπως δε μιλάμε εύκολα για το στήθος κι εμείς οι γυναίκες, πόσο μάλλον και για την ασθένεια. Συνεπώς και η ίδια η λέξη είναι ένα θέμα…

Ταμπού, ίσως;

(Ανιές) Είναι ένα ταμπού. Το «βυζαίνω» ως ρήμα μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε άνετα. Ένα παιδάκι βυζαίνει το δάχτυλό του ή το στήθος της μαμάς του, για παράδειγμα, αλλά «βυζαίνει το βυζί της μαμάς του» δε θα το πούμε εύκολα. Υπήρχε, λοιπόν, και μια ιδεολογική ματιά στην προσέγγισή μας, μια προσπάθεια απενοχοποίησης της λέξης.

Πρόκειται, άρα, για μια προσέγγιση δύο ταμπού, κατά κάποιο τρόπο.

(Ανιές) Κατά κάποιο τρόπο ναι, γιατί δεν είναι πολιτικά ορθή λέξη.

(Στέλιος) Είναι ένας επαναπροσδιορισμός της καθημερινής χρήσης της.

(Ανιές) Μέσα στο ντοκιμαντέρ λέμε πως πρέπει να μιλάμε γι’ αυτά που μας απασχολούν και, κυρίως με άξονα την ασθένεια, υπάρχουν πάρα πολλές ψυχολογικές διακυμάνσεις. Δεν μπορείς να είσαι μόνο μαχήτρια. Υπάρχουν στιγμές που ενδέχεται να εγκαταλείψεις τα όπλα, γιατί ο καρκίνος του μαστού δεν είναι μια ασθένεια, η οποία μόνο απειλεί τη ζωή σου, αλλά που, ακόμα κι όταν την ξεπεράσεις, μπορεί να αφήσει ένα σημάδι που ισοδυναμεί με την αφαίρεση της ταυτότητας, του φύλου, του ερωτισμού σου. Με μια μαστεκτομή μπορεί να χάσεις πολλά.

(Στέλιος) Μια γυναίκα ίσως αμφισβητήσει τη θηλυκότητά της.

Η μεγαλύτερη αρετή της συγκεκριμένης δουλειάς είναι ότι καταφέρνει να συνταιριάξει τη φαινομενικά πιο ανάλαφρη, απενοχοποιημένη προσέγγιση με το σεβασμό στη σοβαρότητα και στο δραματικό υπόβαθρο της ίδιας της εμπειρίας της ασθένειας. Πόσο καιρό χρειαστήκατε για να πετύχετε αυτές τις ισορροπίες;

(Στέλιος) Δε μας ενδιαφέρει να προβαίνουμε σε ακρότητες απλά και μόνο για να εντυπωσιάσουμε, μας ενδιαφέρει η επίδειξη σεβασμού προς το θέμα και τον άνθρωπο, χωρίς να εκβιάζουμε το συναίσθημα του θεατή. Αυτό μπορεί να προκύψει αυθόρμητα- ως ένα μειδίαμα, ένα σκίρτημα. Κάτι τέτοιο είναι από μόνο του αρκετό, χωρίς να χρειάζεται να πιέζεις τις καταστάσεις.

(Ανιές) Η αλήθεια είναι ότι δε μας πήρε πολύ χρόνο από τη στιγμή που αποφασίσαμε  να το προχωρήσουμε και μαζευτήκαμε οι τρεις μας. Οι άξονες είχαν, λίγο πολύ, αποφασιστεί αρκετά νωρίς, oπότε τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 2016 και ολοκληρώθηκαν αρχές Ιανουαρίου, μία μέρα πριν υποβληθεί η αίτηση για το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Δεν πρόκειται, άρα, για ένα εγχείρημα, το οποίο χρειάστηκε πολύ χρόνο για την υλοποίησή του. Η επιλογή, εξάλλου, να χρησιμοποιήσουμε τα βυζιά ως αφηγητές μας έδωσε αρκετή ελευθερία στο πώς θα θέσουμε τα θέματα που θέλαμε να θίξουμε, μιας και δεν επιθυμούσαμε να κάνουμε κάτι επιστημονικό, ούτε, όμως, και να πρόκειται αμιγώς για μια μαρτυρία. Θέλαμε να θέσουμε κάποια ζητήματα. Από κει και πέρα, ας ψαχτεί και ας σκεφτεί ο καθένας λίγο.

Τελειώνοντας το ντοκιμαντέρ, αφήνει μια συγκρατημένη αίσθηση χαρμολύπης.

(Ανιές) Έτσι είναι κι ζωή.

(Στέλιος) Τα πάντα συνοψίζονται στα δευτερόλεπτα του τέλους.

Θεωρείτε ότι είναι έτοιμο ένα μεγαλύτερο μέρος του κινηματογραφόφιλου κοινού στην Ελλάδα να παρακολουθήσει τέτοιου είδους ταινίες;

(Ανιές) Κρίνοντας από τη μικρή μέχρι τώρα πορεία του στη Θεσσαλονίκη, ήδη ανάμεσα σε μερικές δεκάδες ανθρώπους βρέθηκαν τέσσερις που άρχισαν να μιλάνε για δικές τους προσωπικές ιστορίες μπροστά σε αγνώστους. Η παρακολούθηση του ντοκιμαντέρ τους έκανε να το θελήσουν. Η ελληνική ταινία, είτε πρόκειται για ντοκιμαντέρ ή για φιξιόν, χρειάζεται το χρόνο της στην αίθουσα και το κλασικό προμόσιον από στόμα σε στόμα. Αν, επομένως, επικοινωνηθεί σωστά και παραμείνει σε μια αίθουσα, μπορεί, τελικά, πολύς κόσμος να καταφέρει να τη δει.

(Στέλιος) Μπορεί να δυσκολέψει κάποιους, να τους βαρύνει λίγο, αλλά αυτό θεωρητικά είναι και καλό, το να παίρνει, δηλαδή, κάποιος «δουλειά για το σπίτι». Και μας ενδιαφέρει άμεσα ο θεατής. Δεν κάνουμε κάτι απλώς για να είμαστε εμείς ευχαριστημένοι ή για να κάνει μια δουλειά μας «βόλτα» στα φεστιβάλ. Όταν βλέπουμε ένα ντοκιμαντέρ μας μονταρισμένο, είμαστε πιο σκληροί από τους θεατές. Εκθέτουμε και εκτιθέμεθα.

(Ανιές) Χρειάζεσαι τους θεατές για να υπάρξεις.

(Στέλιος) Είναι μια αμφίδρομη σχέση.

(Ανιές) Αυτό που θέλουμε να πετυχαίνουμε στις δουλειές μας είναι να καταλαβαίνει ο θεατής τι θέλουμε να πούμε, να μη χρειάζεται να κάνουμε μία ανάλυση πριν την προβολή και μία μετά. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, μάλλον κάτι έχεις χάσει.

Το ντοκιμαντέρ των Ανιές Σκλάβου και Στέλιου Τατάκη Βυζιά προβάλλεται αποκλειστικά στον κινηματογράφο Ααβόρα τα Σαββατοκύριακα 18-19 και 25-26 Μαρτίου, καθώς και την 1-2 Απριλίου στις 16:00. Κάθε προβολή θα συνοδεύεται από συζήτηση.

Περισσότερες πληροφορίες εδώ και εδώ 

Πηγή: εναντιοδρομίες

βυζια2

Share

Ναόμι Καουάσε: «Η ταινία μου είναι μια αχτίδα ελπίδας για εκείνους που βρίσκονται σε απόγνωση»

sweet_bean

του Γιάννη Κοντού

Από τις πλέον ιδιοσυγκρασιακές δημιουργούς ενός σινεμά των «μικρών» ανθρώπων, των μικρών χειρονομιών και των έντονων συναισθημάτων, η Γιαπωνέζα Ναόμι Καουάσε μας προσφέρει με το φαινομενικά ελάχιστα υποσχόμενο, κρίνοντας από τον τίτλο του, Γλυκό φασόλι ένα τρυφερό «διαμαντάκι» για τη χαρά, τη θλίψη και την ποίηση της καθημερινότητας. Πρωταγωνιστές, 2 μοναχικοί ήρωες, ο Σεντάρο και η ηλικιωμένη Τόκουε, που οι δρόμοι- και οι ιστορίες τους- συναντιούνται σε μια υπαίθρια καντίνα, η οποία πουλάει ντοραγιάκι (ένα είδος τηγανίτας με σάλτσα γλυκού κόκκινου φασολιού). Συζητώντας με την σκηνοθέτρια, με αφορμή την προβολή της ταινίας της από τις 9 Φεβρουαρίου σε διανομή της Mikrokosmos/Flisvos Films.

Σε ποιο βαθμό έχει διαμορφώσει η προηγούμενη εμπειρία και ενασχόλησή σας με τη δημιουργία ντοκιμαντέρ το αφηγηματικό και το οπτικό σας στιλ, καθώς και την επιλογή των θεματικών νημάτων;

Σε πολλές περιπτώσεις, μοτίβο στις ταινίες μου έχει αποτελέσει η ύπαρξη ανθρώπων που έρχονται και φεύγουν στη ζωή και ο χρόνος που περνώ μαζί τους. Επίσης, νιώθω πως η δημιουργία ταινιών ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας συμβαδίζουν και αλληλοεπηρεάζονται πολύ.

Το σινεμά σας είναι εκείνο των «μικρών» ανθρώπων, των μικρών χειρονομιών, των έντονων συναισθημάτων- ένα λυρικό σινεμά για τη χαρά, τη θλίψη, την ποίηση που εμφιλοχωρούν στην καθημερινότητα. Είναι έτσι;

Όπως επισήμανες, στις ταινίες μου συχνά προσπαθώ να εξυψώσω το συνηθισμένο με το να παρουσιάζω το σύμπαν που κρύβεται στις ζωές εκείνων, οι οποίοι δεν αφήνουν το σημάδι τους στην ιστορία, των απλών πολιτών. Για τα πράγματα που είναι δύσκολο να δούμε, που δεν μπορούν να ιδωθούν, χρησιμοποιώ το «φιλμ», προκειμένου να τα μεταφράσω και να τα μοιραστώ ως εκφράσεις με τους ανθρώπους.

Τα άνθη της κερασιάς φαίνεται να αποτελούν μια από τις κύριες μεταφορές για το χρόνο στο Γλυκό φασόλι. Ποια είναι η συμβολική τους σπουδαιότητα στην ιαπωνική παράδοση;

Αισθάνομαι ότι τα άνθη της κερασιάς ενσαρκώνουν την ιαπωνική κουλτούρα και μας δίνουν μια αίσθηση αρχής και τέλους. Αυτά τα λουλούδια είναι σε πλήρη ανθοφορία μόνο για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Η ομορφιά του πώς πέφτουν στο έδαφος και τα όσα νιώθουν οι άνθρωποι, όταν με ανυπομονησία περιμένουν αυτή τη στιγμή, αντανακλούν την ευθραυστότητα της ζωής και τις αιώνιες ευχές. Η πνευματικότητα συνδέεται με την αρχαία Ιαπωνία και μέσα στις 4 εποχές και τα χαρακτηριστικά της φύσης. Όταν τελειώνει η άνοιξη, φτάνει το καλοκαίρι, έπειτα το φθινόπωρο και ο χειμώνας, καθώς νιώθουμε την εναλλαγή των εποχών, την αρχή και το τέλος τους. Είναι σαν να βιώνουμε διαφορετικά συναισθήματα, όπως «θλίψη» και «χαρά» την ίδια στιγμή.

Όπως το αντιλαμβάνομαι, το Γλυκό φασόλι είναι μια ελεγεία για τη ζωή, το θάνατο, τη μοναξιά, τις δεύτερες ευκαιρίες- και την ανάγκη να μοιραστείς ανήκουστες, παραμελημένες ή ανεπιθύμητες ιστορίες. Περί αυτού πρόκειται, τελικά;

Εδώ βρίσκεται το σημείο, όπου η «λέπρα» αποτυπώνει της «αχρείαστες και αγνοημένες ιστορίες», οι οποίες, όπως ξέρεις, υφίστανται κατά εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο. Νιώθω ότι αυτή η ταινία μπορεί να είναι εκείνη η αχτίδα ελπίδας για εκείνους που βρίσκονται σε απόγνωση, όταν αισθάνονται ότι η ζωή τους έχει τελειώσει, ή δε θα έχουν ποτέ μια δεύτερη ευκαιρία. Εισπράττουμε κουράγιο από τη σπάνια ύπαρξη της «Τόκουε», η οποία γέμισε τη ζωή της ακούγοντας τη «φωνή» των γλυκών φασολιών.

Εφαρμόζετε την ίδια «χειροποίητη» ευαισθησία στη δημιουργία των ταινιών σας με της Τόκουε, όταν φτιάχνει τα ντοραγιάκι;

Δε νομίζω πως είμαι δεξιοτέχνης, αλλά σίγουρα θεωρώ τον εαυτό μου ως συυγραφέα που εισάγει χειροποίητη ευαισθησία στην τέχνη του.

Τι αναζητάτε κυρίως στους ηθοποιούς και τις ηθοποιούς, επαγγελματίες ή ερασιτέχνες, όταν κάνετε κάστινγκ για μια ταινία;

Τα «μάτια» τους. Τα «μάτια» τους είναι αυτό που αφηγείται ό,τι βρίσκεται στην καρδιά. Ακόμα και για εκείνους, οι οποίοι διαθέτουν πιο εκλεπτυσμένη έκφραση, είναι το μάτι τους ο τόπος που κατοικεί η ψυχή τους, κι αυτό δίνει δύναμη στη ρίζα του φιλμ.

Πόσο, και προς ποια κατεύθυνση, έχει αλλάξει η ιαπωνική κοινωνία, την οποία παρατηρείτε τόσο στενά, στη διάρκεια των χρόνων που γυρίζετε ταινίες;

Νομίζω ότι έχει αλλάξει πολύ. Πώς ξοδεύεται ο «χρόνος», πώς επικοινωνούμε με «ανθρώπους», αυτά τα σημαντικά πράγματα έχουν γίνει εύκολα. Αρχικά, στην ιαπωνική πολιτιστική αισθητική όσα ήταν δύσκολο να αποκτηθούν απαιτούσαν χρόνο και ζύμωση, ώσπου κάτι «αυθεντικό» να βρεθεί. Αυτός είναι ο λόγος που κάτι τέτοιο φυλασσόταν σαν θησαυρός και θεωρείτο «ξεχωριστό». Στο σημερινό κόσμο μας, η ευκολία και η άνεση έχουν προοδεύσει και αυτή η ίδια η πρόοδος έχει ως συνέπεια την καταλήστευση της παράδοσης, της κουλτούρας και της μοναδικότητας. Αφού η ανταλλαγή ήταν κάτι δύσκολο για το νησιωτικό μας έθνος, η μοναδικότητα ανθούσε, αλλά τώρα, με την εξάπλωση του ίντερνετ, η ευκολία έχει γίνει κυρίαρχη.

Υπάρχει ένα γυναικείο ή θηλυκό βλέμμα στο σινεμά και, αν ναι, κατά ποια έννοια διαφοροποιείται από το αρσενικό/αντρικό; Ποια έχει υπάρξει η μεγαλύτερη πρόκληση, την οποία βιώσατε ως γυναίκα, στην ανδροκρατούμενη κινηματογραφική βιομηχανία;

Όντως αισθάνομαι ότι αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο αλήθεια, αν και δεν μπορούμε να κατηγοριοποιούμε και να ταξινομούμε τους ανθρώπους με ευκολία. Η θηλυκότητα στους άντρες και η αρρενωπότητα στις γυναίκες υφίστανται. Ναι ή όχι, μαύρο ή άσπρο, υπάρχει αναρίθμητη ποικιλομορφία- και υπάρχει μέσα μας, επίσης. Κατανοώ απολύτως την ανακουφιστική αίσθηση που προκύπτει με τις κατηγορίες, αλλά πιστεύω πως οι εκφράσεις, οι οποίες δεν κατηγοριοποιούνται, είναι αυτές που συνδέονται με τη γέννηση καλλιτεχνών όπως εγώ. Με αυτή την έννοια, η πρόκλησή μου είναι να μην κατηγοριοποιούμαι, αλλά να συνεχίζω να εκφράζω τη μοναδικότητά μου, η οποία μπορεί να αναχθεί στις καταβολές μου. Για να το θέσω απλά, το να μη χάσω τον «εαυτό» μου.

Από τον καιρό του ντεμπούτου σας μυθοπλασίας Suzaku, που προβλήθηκε στις Κάννες 20 χρόνια πριν, έχετε υπάρξει ανάμεσα στις «αγαπημένες» σκηνοθέτριες του φεστιβάλ ανά τα χρόνια. Αισθάνεστε έτσι; Πού αποδίδετε τη σταθερή εμπιστοσύνη των προγραμματιστών του στη δουλειά σας;

Αναμφίβολα, εισπράττω αγάπη απο τις Κάννες. Και πράγματι νιώθω ότι με έχουν γαλουχήσει. Όπως έχω δηλώσει κι άλλοτε, νομίζω πως αυτό συμβαίνει γιατί συνεχίζω να δημιουργώ «κάτι που μόνο η Ναόμι Καουάσε μπορεί να δημιουργήσει».

 

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Ναόμι Καουάσε, η οποία βρήκε το χρόνο να απαντήσει στις ερωτήσεις μου εν μέσω post-production της καινούριας της ταινίας Radiance, και την βοηθό της Deguchi Chiharu για την πολύτιμη συνδρομή της στη διεξαγωγή της συνέντευξης.

Η ταινία της Ναόμι Καουάσε Γλυκό φασόλι προβάλλεται από τις 9 Φεβρουαρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Mikrokosmos/Flisvos Films.

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

Share

Λέιλα Χάλεντ: «Κοιμόμαστε και ονειρευόμαστε την Παλαιστίνη»

leila

Λέιλα Χάλεντ. Φωτογραφία: Γιάννης Κοντός

του Γιάννη Κοντού

Με υπέρμετρη αγάπη για τον Παλαιστίνη και τους ανθρώπους της, πολιτικό κριτήριο διαυγές και οξύ, και βλέμμα διαπεραστικό, η Λέιλα Χάλεντ, ένας ζωντανός θρύλος της παλαιστινιακής αντίστασης, βρέθηκε πριν από μερικές μέρες για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του Resistance Festival. Η συνάντηση μαζί της αποτέλεσε την πραγματοποίηση ενός ονείρου ζωής για μένα. Την ευχαριστώ για το χρόνο της, όπως και για τη συνομιλία που ακολουθεί.

Είναι η πρώτη φορά που έρχεστε στην Ελλάδα. Πώς νιώθετε;

Εκπληκτικά. Από τη μία, είναι συμβολικό που ήρθα στο πλαίσιο του Resistance Festival. Από την άλλη, συνάντησα τη νεολαία, και μάλιστα πολλές γυναίκες, κυρίως από Ελλάδα, αλλά και παλαιστινιακής καταγωγής- κι αυτό σημαίνει ότι το μέλλον είναι πιο φωτεινό. Ξέρεις, οι Παλαιστίνιοι, ακόμα και του ίδιου κόμματος, δε γνωρίζονται μεταξύ τους. Το πιο σημαντικό είναι πως οι άνθρωποι δεν ξεχνούν.

Ιστορικά μιλώντας, οι Έλληνες και οι Ελληνίδες, σε γενικές γραμμές, πάντα υποστήριζαν τους Παλαιστίνιους. Το ότι αυτές τις μέρες μου ζητούν να υπογράψω το βιβλίο μου δε σημαίνει μόνο πως θέλουν να έχουν την υπογραφή μου, θέλουν να ξέρουν την ιστορία μου. Γιατί η ιστορία μου είναι και η ιστορία του λαού μου, και κυρίως των προσφύγων.

Πώς αξιολογείτε τη φιλο-ισραηλινή στροφή του τρέχοντος κυβερνητικού συνασπισμού στην Ελλάδα, αν κρίνουμε από την επιχειρούμενη αναβάθμιση των στρατιωτικών και άλλων σχέσεων με το Ισραήλ; 

Υποστήριζαμε το κίνημα που έφερε στην εξουσία το ΣΥΡΙΖΑ και περιμέναμε τα αποτελέσματα των εκλογών. Τα είδαμε και σοκαριστήκαμε μετά. Τους το είπαμε. Τους ασκήσαμε κριτική ανοιχτά και θέλω να τους συναντήσω, να τους ρωτήσω: «Τι είναι αυτά; Πρέπει να αναθεωρήσετε την πολιτική σας, δεν μπορείτε να είστε ταυτόχρονα με τους Παλαιστίνιους και τους Ισραηλινούς, δε βγάζει νόημα». Η συμφωνία για το φυσικό αέριο αφορά στο κλεμμένο φυσικό αέριο των Παλαιστινίων και σημαίνει ότι το Ισραήλ θα επωφεληθεί απ’ αυτό. Είτε είσαι στην πλευρά των ιμπεριαλιστών και των φασιστών, ή με τους ανθρώπους. Δεν μπορείς να πατάς σε δύο «βάρκες» την ίδια στιγμή. Και πάντοτε οι ιμπεριαλιστές θέλουν να τιθασεύσουν τα αποτελέσματα των λαϊκών κινητοποιήσεων, όπως έκαναν οι Ισραηλινοί και η παλαιστινιακή ηγεσία, όταν υπέγραψαν τη Συμφωνία του Όσλο. Έτσι περιόρισαν το αποτέλεσμα της λαϊκής κινητοποίησης στην Αίγυπτο. Εκατομμύρια βγήκαν στο δρόμο, για μέρες, για μήνες. Και στην Τυνησία το ίδιο, αν και εκεί η κατάσταση είναι λίγο διαφορετική.

Και συνέβη κι εδώ. Δεν εφαρμόζεται το αριστερό πρόγραμμα, για το οποίο ο κόσμος βγήκε στους δρόμους. Ούτε και είναι δυνατό να υπάρχει συνασπισμός με τους δεξιούς και τους φασίστες. Το Ισραήλ είναι ένα καθεστώς απάρτχαϊντ. Ελπίζω να μην είναι αλλαγή στρατηγικού χαρακτήρα. Δε χρειάζεται να είσαι Αριστοτέλης, για να αντιληφθείς πως αυτή η πολιτική, το να έχεις σχέσεις με μια κυβέρνηση εγκληματιών πολέμου, δεν είναι προς το συμφέρον των πολιτών της Ελλάδας, ούτε και προς το συμφέρον της οποιασδήποτε κυβέρνησης. Αυτή η χώρα αντιμετώπισε τη γερμανική κατοχή και πολλοί πέθαναν για να απελευθερωθεί η Ελλάδα. Τώρα, γιατί να συνάψεις σχέσεις με εγκληματίες πολέμου, όποιο όνομα κι αν έχουν;

Πόσο έχει επιδεινωθεί η κατάσταση στα παλαιστινιακά εδάφη;

Όλοι βλέπουν τι συμβαίνει στην Παλαιστίνη: την πολιορκία της Γάζας, τα σημεία ελέγχου, το τείχος, τη δήμευση παλαιστινιακής γης. Και τώρα οι Ισραηλινοί υιοθετούν μια άλλη πολιτική: «Πυροβολήστε για να σκοτώσετε». Είναι «διψασμένοι» για παλαιστινιακό αίμα. Ξέρουν ότι οι Παλαιστίνιοι δε θα σταματήσουν την αντίσταση, γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν με την αδικία. Εμείς είμαστε αυτοί που υποφέρουν, όχι κάποιοι διανοούμενοι. Είτε θα ζήσουμε με αξιοπρέπεια και ελευθερία, ή θα χάσουμε το χώρο μας, γιατί μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Υπάρχουν 8.000 έγκλειστοι στις φυλακές.

Και πολλοί ανήλικοι.

Περιμένουν μέχρι να γίνουν 14, ώστε να τους φυλακίσουν, αν και διεθνώς κάποιο άτομο θεωρείται παιδί μέχρι τα 18. Αλλά όχι στο Ισραήλ. Δεν τους νοιάζει, γιατί δεν τιμωρούνται.

Ποια είναι η άποψή σας για την παλαιστινιακή Αριστερά;

Η Αριστερά δεν είναι ενωμένη. Το προσπαθούμε χρόνια, όχι τώρα. Και έχουμε συγκροτήσει πολλές κοινές ηγεσίες, ως Δημοκρατικό Μέτωπο, που αποτελούσε τμήμα του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Κάναμε προσπάθειες για τη διεξαγωγή διαλόγου ανάμεσα σε περισσότερες παρατάξεις. Τώρα είμαστε 5, γιατί η φιλελεύθερη πτέρυγα, που εκπροσωπείται από τη Φατάχ, και η θρησκευτική, που εκπροσωπείται από τη Χαμάς, είναι στα δεξιά. Η Αριστερά, λοιπόν, έχει μια αποστολή. Προσπαθούμε να χτίσουμε αυτό το δημοκρατικό ρεύμα, να συντονιστούμε ώστε να διαμορφώσουμε ένα μίνιμουμ πρόγραμμα, για να δουλέψουμε μαζί. Υπάρχουν πολιτικές στάσεις που καθιστούν την ενότητα απομακρυσμένη προοπτική, αλλά προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση.

Πώς μπορεί να ξεπεραστεί ο κατακερματισμός των παλαιστινιακών δυνάμεων, ανεξαρτήτως των συχνά θεμελιωδών διαφορών μεταξύ τους;

Στο στάδιο της απελευθέρωσης, οι άνθρωποι θα έπρεπε να είναι ενωμένοι. Προσπαθήσαμε στο πολιτικό επίπεδο με ένα μίνιμουμ πρόγραμμα, έτσι προέκυψε η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, που εκπροσωπούσε όλους τους Παλαιστίνιους. Όταν υπογράφηκε η Συμφωνία του Όσλο, δημιουργήθηκε μεγάλος διχασμός μέσα στην κοινωνία, κυρίως σε σχέση με τους πρόσφυγες. Οι παράνομοι ισραηλινοί οικισμοί, για παράδειγμα, αυξήθηκαν κατά 15% μετά το Όσλο. 23 χρόνια αργότερα, τι κερδίσαμε απ’ αυτή τη συμφωνία; Παρόλα αυτά, εξακολουθούμε να κάνουμε έκκληση για ενότητα ανάμεσα στις παρατάξεις και τις κοινωνικές οργανώσεις, ώστε να διαμορφώσουμε μια καινούρια στραηγική αντιμετώπισης των εχθρών μας, των κατακτητών μας. Είχαμε εθνικό διάλογο το 2012 και έχουμε υπογράψει το πρόγραμμα και το μηχανισμό ανοικοδόμησης της Ο.Α.Π. ως του μοναδικού εκπροσώπου των Παλαιστινίων. Ήμαστε αναγνωρισμένοι διεθνώς, αλλά η Ο.Α.Π. είχε χτιστεί με το αίμα των μαρτύρων και των μαχητών της ελευθερίας και μέσα από μακρόχρονο αγώνα. Και τώρα είναι περιθωριοποιημένη έναντι της Παλαιστινιακής Αρχής, η οποία δεν έχει καμία εξουσία και είναι δεσμευμένη από τη Συμφωνία του Όσλο, άρα είναι σαν δημοτική αρχή.

Τουλάχιστον το BDS κίνημα εξελίσσεται πολύ πετυχημένα, παρά τις αντιδράσεις απέναντί του.

Ακόμη κι ο πρέσβης του Ισραήλ αντέδρασε για την επίσκεψή μου στην Ελλάδα. Δε δέχονται ούτε καν να ακούσουν μια άλλη εκδοχή της ιστορίας. Δεν το θέλουν. Κι έχουν ένα μεγάλο προϋπολογισμό για αντι-BDS δραστηριότητες.

Υπάρχουν άτομα ή ομάδες από το Ισραήλ, με τα οποία και τις οποίες θα μπορούσατε να μιλήσετε ή να καλλιεργήσετε ένα είδος κατανόησης, στο πλαίσιο ενός αμοιβαίου σεβασμού;

Βεβαίως. Στο ακαδημαϊκό επίπεδο ο Ιλάν Παπέ, ο Νόαμ Τσόμσκι, στον οποίο όμως δεν επιτράπηκε να ταξιδέψει στην Παλαιστίνη, όταν προσκλήθηκε από το Πανεπιστήμιο Μπιρ Ζέιτ, ο Νόρμαν Φίνκελσταϊν.

Θεωρείται κι αυτός ένας από τους «Εβραίους που μισούν τον εαυτό τους», βέβαια.

Πάντα το λένε αυτό. Κρύβει πολλή λογική απάρτχαϊντ το να λες σε κάποιον «μισείς τον εαυτό σου». Γιατί; Επειδή το λες εσύ; Τώρα υπάρχουν στρατιώτες που πολέμησαν τους Παλαιστίνιους και έχουν συνειδησιακά προβλήματα. Δημιούργησαν μια ΜΚΟ, η οποία λέγεται Breaking the Silence. Και συγκεντρώνουν μαρτυρίες στρατιωτών ρωτώντας γιατί πολέμησαν τους Παλαιστίνιους. Ξέρεις, στην Πρώτη Ιντιφάντα πολλοί στρατιώτες αυτοκτόνησαν.

leila (1)

Διαβάζοντας για την ιστορία σας, κυρίως της περιόδου συμμετοχής σας στις αεροπειρατείες, αναρωτήθηκα αν ποτέ φοβηθήκατε μήπως εξελισσόσαστε σε μύθο, σε είδωλο.

Το 1972, μετά τη δολοφονία του Γκασάν Καναφάνι, ήμουν διαρκώς στο προσκήνιο. Πήγα, λοιπόν, στον Γενικό Γραμματέα και του είπα ότι ήθελα να είμαι με τους ανθρώπους μου. Με ρώτησε γιατί. Του απάντησα: «Φοβάμαι μήπως εξελιχθώ σε ένα άτομο, που κανένας δεν μπορεί να του μιλήσει. Δεν είμαι διαφορετική από τους συντρόφους μου. Είναι κι αυτοί μαχητές της ελευθερίας, που διασχίζουν τα σύνορα για να διεξαγάγουν επιχειρήσεις ή φυλακίζονται σε ισραηλινές φυλακές». Και πήγα να μείνω σε ένα προσφυγικό καταυλισμό. Ένιωθα άνετα εκεί. Και σήμερα ακόμη, όταν πηγαίνω εκεί, μου φέρνουν καρέκλα, για να κάτσω, ενώ εκείνοι κάθονται κατάχαμα. Τους ρωτώ γιατί. Μπορώ κι εγώ να κάτσω κάτω. Έχουν αυτή την εικόνα, την οποία κατασκεύασαν τα Μ.Μ.Ε. Κι αυτό είναι ευθύνη. Φοβήθηκα να κάνω πράγματα, που δε θα ήταν αποδεκτά από το λαό μου- ακόμα και σε σχέση με το πώς ντύνομαι. Πρέπει να σέβομαι τις παραδόσεις του λαού μου. Το καλοκαίρι φοράω πάντοτε μακρυμάνικα ρούχα- και όχι γιατί πιστεύω κάτι τέτοιο, είναι ένδειξη σεβασμού.

Πολλές γυναίκες, εξάλλου, οργανώνονταν στην αντίσταση. Και καθεμιά ήθελε να είναι όπως εγώ. Ήταν πολύ δύσκολο να αλλάξεις τη νοοτροπία του κόσμου- και είναι ακόμη. Όποτε με ρωτούν ποιο είναι το σημαντικότερο πράγμα που αισθάνομαι πως έκανα, απαντώ: το ότι οργάνωνα κόσμο, βοηθώντας τον να αλλάξει νοοτροπία.

Πείτε μου για τις Παλαιστίνιες.

Είμαι περήφανη που είμαι γυναίκα και μάλιστα Παλαιστίνια. Γιατί οι γυναίκες μας παλεύουν ακόμη να προστατεύσουν τους εαυτούς τους, την πατρίδα τους, το μέλλον των παιδιών τους. Κι όταν φυλακίζονται, είναι αποφασισμένες. Μια μητέρα 5 παιδιών από τη Γάζα, όλα μάρτυρες, διαρκώς δέχεται κόσμο. Όλοι την γνωρίζουν στην περιοχή. Αυτές είναι οι Παλαιστίνιες. Ακόμη κι αν χάσουν τα παιδιά τους, θα νικήσουν και θα ζήσουν στον τόπο τους ελεύθερες.

Φοβηθήκατε ποτέ μήπως αποτελέσετε θύματα κάποιας «εξωδικαστικής δολοφονίας», που, άλλωστε, δεν είναι και ασυνήθης πρακτική του ισραηλινού κράτους;

Δυο φορές προσπάθησαν να με δολοφονήσουν. Η πρώτη ήταν το 1971, όταν βρήκα ένα μαύρο κουτί με 10 κιλά ΤΝΤ κάτω από το κρεβάτι μου. Η δεύτερη στο Λίβανο το 1974, όταν το σπίτι δέχτηκε 6 οβίδες, και δεν πέθανα. Παρόλα αυτά, νομίζω πως οι Ισραηλινοί δεν ξεχνούν.

Έχετε πει στο παρελθόν ότι η Παλαιστίνη είναι για σας ο παράδεισος. Παραμένει;

Βεβαίως.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο όνειρο, η μεγαλύτερη ελπίδα σας;

Να επιστρέψω στον τόπο μου, τη Χάιφα. Και έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου πως, αν αυτό συμβεί κάποτε, θα κοιμηθώ κάτω από ένα δέντρο. Είναι ένα μικρό όνειρο, αλλά είναι όνειρο.

Κάποιες φορές, όταν κάποιος επιμένει προς την κατεύθυνση του στόχου του, ίσως υπάρξει αποτέλεσμα, αργά ή γρήγορα.

Αυτό είναι το όνειρο όλων των Παλαιστινίων, ξέρεις. Είναι τα πάντα για μας. Γι’ αυτό κάναμε τις Ιντιφάντα, κι ο αγώνας συνεχίζεται. Εξακολουθούμε να ονειρευόμαστε την επιστροφή μας, γιατί είναι δικαίωμά μας. Άσε το Ισραήλ να ανησυχεί! Κοιμόμαστε και ονειρευόμαστε την Παλαιστίνη. Αυτό είναι το λιγότερο, το να ονειρευόμαστε. Αλλά είμαι αισιόδοξη. Ακόμη κι αν δε γυρίσω εγώ, θα γυρίσουν τα παιδιά μου, τα εγγόνια μου. Εμείς απλώς ανοίγουμε το δρόμο.

Το βιβλίο της Λέιλα Χάλεντ Ο λαός μου θα ζήσει, Η αυτοβιογραφία μιας επαναστάτριας κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Α/συνέχεια.

Ευχαριστώ θερμά την οργανωτική επιτροπή του Resistance Festival, και κυρίως τον Γιώργο Τζαφέρη, χάρη στην επιμονή του οποίου ήρθε η Λέιλα Χάλεντ στην Ελλάδα, για την πολύτιμη συμβολή τους στην πραγματοποίηση της κουβέντας μου μαζί της.

Πηγή: hitandrun

 

 

Share

Εργαζόμενες του σεξ και φεμινισμός: Μια συζήτηση με την κινηματογραφίστρια, Λίζι Μπόρντεν

girlgang

H Λίζι Μπόρντεν γύρισε δύο από τις πιο σημαντικές ταινίες της δεκαετίας του ’80. Η πρώτη της ταινία, Born in flames, βγήκε στις αίθουσες το 1983 και εκτυλίσσεται σε ένα κοντινό μέλλον, μετά από μια δημοκρατική σοσιαλιστική επανάσταση στις ΗΠΑ. Η ταινία παρακολουθεί μια ομάδα ριζοσπαστικών γυναικών, κυρίως ομοφυλόφιλες και έγχρωμες, που διαπιστώνουν ότι η νέα σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν έχει επαρκώς απευθυνθεί στα ζητήματα πατριαρχίας και ρατσισμού και αποφασίζουν να οργανώσουν ένα «στρατό γυναικών» για να αγωνιστούν για μια επανάσταση μέσα στην επανάσταση.

Η επόμενη ταινία της, Working girls (1986), είναι μια ρεαλιστική ματιά στη ζωή γυναικών που εργάζονται σε ένα πορνείο του Μανχάταν. Παραμένει ακόμα και σήμερα μια από τις πλέον ρεαλιστικές, μη αισθησιακές κινηματογραφημένες απεικονίσεις της εργασίας του σεξ.

Τριάντα χρόνια μετά, οι ταινίες της είναι χρήσιμες για ακτιβιστές παραμένοντας τολμηρές και οραματικές όσο και την ημέρα που κυκλοφόρησαν. Πρόσφατα ένα φεμινιστικό ακαδημαϊκό περιοδικό αφιέρωσε ένα ολόκληρο τεύχος για την ταινία Born in flames, ενώ ακτιβιστές στο Allied Media Conference του Ντιτρόιτ αφιέρωσαν ένα ολόκληρο εργαστήριο για να συζητήσουν την ταινία.

Η Μπόρντεν δεν αποφεύγει να χαρακτηριστεί φεμινίστρια, αλλά, όπως και οι γυναίκες στις ταινίες της, νιώθει άβολα με αυτό που χαρακτηρίζεται ως λευκός φεμινισμός της μεσαίας τάξης. Οι χαρακτήρες του Born in flames αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους περισσότερο στον επαναστατικό φεμινισμό με ταξική και φυλετική συνείδηση, που εμπνέεται από την οργάνωση Combahee River Collective παρά από το Ms Magazine [www.msmagazine.com].

Η Λίζι Μπόρντεν ζει στο Λος Άντζελες και σχεδιάζει τα επόμενα έργα της. Ακολουθούν αποσπάσματα από μια συζήτηση μαζί της.

 

Τη συνέντευξη πήρε ο Τζόρνταν Φλάχερτι*

Εγινα κινηματογραφίστρια μάλλον τυχαία. Πήγα στη Νέα Υόρκη θέλοντας να γίνω ζωγράφος, αυτή ήταν η μεγάλη μου φιλοδοξία. Αγαπούσα την τέχνη και η Νέα Υόρκη ήταν η πόλη την οποία επισκεπτόμουν κάνοντας ότο στοπ, όταν σπούδαζα Ιστορία της Τέχνης στο κολέγιο Γουέλσλι, δυτικά της Βοστόνης. Συμπτωματικά βρέθηκα στον κόσμο της τέχνης, όταν μια καθηγήτριά μου με σύστησε για να γράψω στο περιοδικό Art Forum και έτσι γνώρισα πολύ κόσμο. Σύχναζα στο Max’s Kansas City με όλους τους σπουδαίους καλλιτέχνες της εποχής: Ρίτσαρντ Σέρα, Ρόμπερτ Σμίθσον κ.ά. Έγραφα για καλλιτέχνιδες όπως η Ιβόν Ρέινερ, η Τζοάν Τζόνας και η Σιμόν Φόρτι.

Ριζοσπαστικοποιόμουν από το φεμινιστικό κίνημα, αλλά δεν έβλεπα έγχρωμες γυναίκες να συμμετέχουν. Επίσης, ριζοσπαστικοποιόμουν από τη σεξουαλικότητά μου και την αποστροφή μου για την πατριαρχία. Έτσι για μένα, η ταινία Born in flames αποτελούσε την έκφραση αυτής που ήμουν εκείνη την περίοδο. Ήμουν κάποια που εξεγειρόταν ενάντια στο μικρό κορίτσι που ήμουν στα μάτια όλων των καλλιτεχνών που συναναστρεφόμουν, τους τιτάνες της τέχνης, και ζούσα σε ένα κόσμο όπου ο φεμινισμός, με τον οποίο ερχόμουν σε επαφή, ήταν μια εκδοχή με την οποία δεν μπορούσα να σχετιστώ. Τι είχα κοινό με την Γκλόρια Στάινεμ; Τίποτα.

Ταινία σαν εξερεύνηση

Η ταινία που σίγουρα με επηρέασε για να γυρίσω το Born in flames ήταν το Battle of Algiers. Αφηγούταν την ιδέα ότι η επανάσταση δεν τελειώνει ποτέ, συνεχίζεται διαρκώς. Ήθελα να εξερευνήσω αυτό το φάσμα: αγωνίζεσαι με λόγια, αγωνίζεσαι με τη δημοσιογραφία και τελικά αγωνίζεσαι με την ένοπλη αντίσταση. Πάντα φανταζόμουν ότι οι γυναίκες πρωταγωνίστριες στο Born in flames θα συλλαμβάνονταν, θα φυλακίζονταν και, όπως στο Battle of Algiers, θα υπήρχε ένα άλλο κύμα γυναικών που θα έπαιρνε τις θέσεις τους, γιατί ο αγώνας πρέπει να συνεχίζεται, γιατί δεν έχει αλλάξει το ζητούμενο. Δεν έχει αλλάξει για τις γυναίκες και δεν έχει αλλάξει για τις μειονότητες.

Αυτό εξερευνούσα και η ταινία απλώς έτυχε να είναι το μέσο. Δεν είχα ιδιαίτερη ανησυχία να είναι προσεγμένη. Στην πραγματικότητα, όσο πιο τραχιά έμοιαζε, τόσο το καλύτερο. Ήθελα να απευθύνεται στη βάση. Πήγαινα σε γκέι μπαρ, γύριζα στο δρόμο, έβρισκα γυναίκες και τις ρωτούσα αν ήθελαν να συμμετέχουν στην ταινία. Την δημιουργήσαμε μαζί. Αυτοσχεδιάζαμε και στη συνέχεια έπαιρνα ό,τι είχαμε γυρίσει και δημιουργούσα σκηνές που εντάσσονταν σε ένα σενάριο. Αυτή η διαδικασία κράτησε πέντε χρόνια.

Γύρισα το Born in flames αντίστροφα. Κοιτούσα ό,τι γύριζα, προσπαθούσα να μην το πειράξω, το μόνταρα κρατώντας ό,τι χρειαζόμουν και μετά έφτιαχνα αντίγραφα για ό,τι ήθελα να κρατήσω. Στη συνέχεια έγραφα κάποιο σενάριο, έβγαινα ξανά έξω, τράβαγα και έτσι δημιούργησα κάποιο είδος ιστορίας. Αν υπήρχε κάποια διαδήλωση, τοποθετούσα τους ηθοποιούς μας μέσα σε αυτή και τράβαγα. Ή έστηνα μια διαδήλωση και έβαζα μέσα πραγματικούς ανθρώπους.

Ένα λιοντάρι ή πεντακόσια ποντίκια;

Πολλές από τις γυναίκες στην ταινία δεν ήταν ηθοποιοί. Κάποιες επελέγησαν τυχαία στο δρόμο και έμειναν στην ταινία και άλλες έφυγαν. Ορισμένες υποδύονταν μια εκδοχή του εαυτού τους, όπως η Αντέλ. Οι περισσότερες γυναίκες που το έκαναν αυτό, έγραφαν το δικό τους υλικό. Η Αντέλ έγραψε ποίηση και μουσική για την ταινία. Η γυναίκα που πεθαίνει ήταν κάποια που βρήκα στο YMCA να παίζει μπάσκετ. Δεν είχε πρόθεση να γίνει ηθοποιός, ήταν πολύ άτσαλη, αλλά μου άρεσε η όψη της. Κάποιοι από τους άνδρες που παίζουν στην ταινία ήταν ηθοποιοί. Ο Ρον Βάουτερ από το Wooster Group και ο Έρικ Μποκοσιάν.

Ένας από τους θησαυρούς που είχα ήταν η Φλο Κένεντι. Δεν θυμάμαι πώς ακριβώς βρήκα την Φλο, γιατί ήταν δικηγόρος του Ms Magazine. Αλλά ανήκε στη ριζοσπαστική πλευρά, ήταν πολύ τολμηρή. Είπε κάτι πολύ όμορφο στην ταινία: «Τι προτιμάς να δεις να μπαίνει από την πόρτα, ένα λιοντάρι ή πεντακόσια ποντίκια;» Πεντακόσια ποντίκια μπορούν να κάνουν πολύ μεγάλη ζημιά και αυτό ήθελα με κάποιο τρόπο να δείξω με την ταινία.

Πάντοτε υποστηρίζω ότι υπάρχουν δύο τρόποι να γυρίσεις μια ταινία: με αφετηρία ένα ερέθισμα ή με αφετηρία ένα συμπέρασμα. Το Working girls ήταν συμπερασματική, διότι υπήρχε ένα σενάριο και από αυτό εκκινούσαμε, ενώ το Born in flames ήταν συνεπαγωγικό γιατί δημιουργήθηκε από σπόρους που φυτεύαμε καθώς τραβάγαμε.

«Working girls»

Η ιδέα για το Working girls γεννήθηκε καθώς μόνταρα υλικό από γυναίκες εν ώρα εργασίας για το Born in flames, σκηνές με γυναίκες να κάνουν πράγματα με τα χέρια τους, συμπεριλαμβανομένης μιας σκηνής όπου μια γυναίκα βάζει ένα προφυλακτικό στο πέος ενός άνδρα. Πολλές από τις γυναίκες που γνώρισα στα γυρίσματα του Born in flames ήταν πόρνες. Ήμουν σε ένα περιβάλλον όπου η πορνεία μου προκαλούσε ενδιαφέρον και η ιδέα της απομυθοποίησης του σεξ δημιούργησε το Working girls. Σκέφτηκα ότι κανείς δεν γνωρίζει πραγματικά την πορνεία στη μεσαία τάξη, όλοι έχουν προκαταλήψεις. Ό,τι είχα δει στον κινηματογράφο ήταν είτε παθητικές γυναίκες που έκαναν στοματικό σεξ για πέντε ή δέκα δολάρια είτε πόρνες για την υψηλή τάξη. Και οι δύο εκδοχές αντιμετωπίζονταν με ρομαντισμό και στις ταινίες και στην πραγματικότητα. Δεν είχα ποτέ δει την πλήξη ενός πορνείου, την απεικόνιση της ίδιας της δουλειάς και του γεγονότος ότι η πορνεία είναι μια δουλειά σαν όλες τις άλλες. Αν αποφασίζεις ότι θέλεις να ξοδεύεις οκτώ ώρες και να δίνεις το κορμί σου, διότι δεν θέλεις να ξοδεύεις σαράντα ώρες και να δίνεις το μυαλό σου, είναι δική σου επιλογή. Το Working girls είναι περισσότερο μια ταινία για τη δουλειά παρά για το σεξ.

Απομυθοποίηση τώρα

Ορισμένοι πήγαν να δουν την ταινία νομίζοντας ότι μιλάει για σεξ. Αυτή η προσδοκία στην πραγματικότητα με εκτροχίασε ως κινηματογραφίστρια, διότι πολλοί με κατέγραψαν ως δημιουργό ερωτικών ταινιών και τέτοια σενάρια μου προσφέρονταν. Όμως επρόκειτο για τη λιγότερο ερωτική ταινία που θα μπορούσε να δει κανείς. Ήταν σαν ο θεατής να ήταν μια μύγα στον τοίχο και να παρακολουθούσε την εμπειρία των γυναικών με τους άνδρες πελάτες τους. Αντίθετα από την τυπική οπτική από την οποία παρουσιάζεται συνήθως ένα πορνείο σε μια ταινία, την αντρική, που βλέπει μια παράταξη κοριτσιών και σκέφτεται «ποιο ζαχαρωτό να διαλέξω σήμερα από το κουτί;». Έχεις την ευκαιρία να δεις τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες ανταποκρίνονται στους άνδρες, σε αυτούς που δείχνουν σεβασμό και σε αυτούς που δεν δείχνουν. Επίσης, καμία από τις γυναίκες δεν έχει τέλειο σώμα και αυτό δείχνεται επίσης.

Αυτό που απολαμβάνω είναι οι ταινίες που απομυθοποιούν πράγματα που έχουν παρανοηθεί. Οι τάξεις με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα όπως και οι γυναίκες στα άκρα.

Δεν πήγα σε σχολή κινηματογράφου. Νομίζω αν είχα πάει, το Born in flames δεν θα είχε γυριστεί, διότι οι δάσκαλοι θα μου είχαν πει ότι οι ταινίες δεν γυρίζονται με αυτόν τον τρόπο. Δεν αρχίζεις μια ταινία χωρίς σενάριο, μόνο με μια ιδέα. Αυτή η ταινία, όμως, ξεκίνησε έτσι, με μια υπόθεση. Στα χέρια μου εξελίχθηκε σε μολότοφ γιατί πραγματικά ήθελα να ανατινάξω κάτι.

* Ο Τ. Φλάχερτι είναι κινηματογραφιστής και δημοσιογράφος, με έδρα τη Νέα Ορλεάνη. Μπορείτε να δείτε δουλειά του στο: jordanflaherty.org. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο «Counterpunch» στις 28 Γενάρη 2015.

Πηγή: Εποχή

born-in-flames-movie-poster borden1

 

Share

Η αμερικανική μαρξιστική εμπειρία του ΛΟΑΤΚΙΑ+ κινήματος

asdfeeeee

του Στρατή Γατελούζου

“Δεν μπορείς να μιλάς για συνολική ανθρώπινη χειραφέτηση, χωρίς να δουλεύεις επίμονα και μεθοδικά στο πεδίο της σεξουαλικής χειραφέτησης.”

Όταν στις αρχές Μάρτη η Κική Σταματόγιαννη άρχισε να μου δίνει κεφάλαιο-κεφάλαιο τη μετάφρασή της από το βιβλίο «Σεξουαλικότητα και Σοσιαλισμός» της αμερικανίδας Σέρι Γουλφ, δεν φανταζόμουν ότι επρόκειτο για ένα τόσο ξεχωριστό έργο. Άφησα τα πρώτα 2-3 κεφάλαια σε ένα ράφι και ξεκίνησα την ανάγνωση κάποιες μέρες μετά, νομίζοντας πως θα ήταν μια συνηθισμένη ανάλυση για τη σύνδεση των κινημάτων και την ταξικότητα όλων των καταπιέσεων. Καμία σχέση. Η Σέρι πράγματι αναλύει τα ΛΟΑΤ ζητήματα με μαρξιστικά επιχειρήματα, δίνοντας όμως την έκταση και έμφαση που χρειάζεται στους αυτόνομους ΛΟΑΤ αγώνες. Σήμερα, και όχι στο σοσιαλιστικό μέλλον. Η ανάλυσή της, λοιπόν, εντάσσεται στο πλαίσιο του επαναστατικού μαρξισμού και όχι του στείρου εργατισμού.

Πριν περάσω στη συνέντευξη της Κικής, σας παραθέτω μερικά σχόλια που έγραψε στον τοίχο μου στο fb η Κατερίνα Σεργίδου, μία από τις «πρωτεργάτριες» της ελληνικής έκδοσης από τα Red Marks:

«Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο που παρά τις επιμέρους διαφορές που μπορεί καμία ή κανείς να έχει, προχωράει μίλια μπροστά στη συζήτηση. Είναι ειλικρινές, θαρραλέο (ακόμα και στα σημεία που ασχολείται με τους Μαρξ και Ένγκελς), είναι διασκεδαστικό, είναι πολύ εκπαιδευτικό (μάθαμε τόσα και τόσα πράγματα), είναι απελευθερωμένο, ερωτεύσιμο, και προσωπικά είμαι περήφανη για όλες τι συντρόφισσες και τους συντρόφους που δούλεψαν γι αυτό.  Η απάντηση ζητημάτων, η προσαρμογή τους στην ελληνική πραγματικότητα είναι μια πρόκληση για όλες και όλους.» Κατερίνα Σεργίδου, εκδόσεις Red Marks

Ξεκινώντας, Κική, σου εκφράζω ένα μεγάλο μπράβο για την πολύμηνη συστηματική δουλειά που κατέβαλες, προκειμένου να έχουμε στα χέρια μας μια τόσο προσεγμένη μετάφραση του Σεξουαλικότητα και Σοσιαλισμός. Από μόνος του ο τίτλος του βιβλίου ίσως δεν προϊδεάζει την αναγνώστρια/αναγνώστη για το πολυδιάστατο περιεχόμενό του, που απλώνεται σε πάρα πολλές πτυχές του ΛΟΑΤ ζητήματος. Τι ήταν αυτό που σε ενέπνευσε να αναλάβεις αυτό το πραγματικά δύσκολο έργο;  Είχες ήδη διαβάσει το έργο από το πρωτότυπο, πριν πεις το ΟΚ στις εκδόσεις Red Marks;

Όταν μου ζητήθηκε από τις εκδόσεις Red Marks να μεταφράσω το βιβλίο, απάντησα θετικά πριν καν το διαβάσω. Λίγο η πρόκληση να μεταφερθεί η αμερικανική εμπειρία του ΛΟΑΤΚΙΑ+ κινήματος στην Ελλάδα, λίγο η ανάγκη να υπάρξουν βιβλία που να προσπαθούν να πραγματευτούν τέτοια ζητήματα μέσα από ένα μαρξιστικό πρίσμα, ήταν αρκετά. Επίσης, με συγκίνησε η πρωτοβουλία των εκδόσεων να καταπιαστούν με ένα ζήτημα καινούριο σχετικά και για το ίδιο το Red Marks. Όταν ξεκίνησα να το διαβάζω, είχα κι εγώ την αίσθηση ότι θα ήταν μια κάπως «στεγνή» μαρξιστική ανάλυση. Χάρηκα, λοιπόν, όταν ήρθα αντιμέτωπη με ένα βιβλίο με πολύ ζωντανές εικόνες και παραδείγματα, με έντονο προφορικό λόγο σε κάποιες στιγμές, με πίκρα ή με χιούμορ σε κάποιες άλλες, χωρίς να λείπει η συγκροτημένη μαρξιστική σκέψη μιας αγωνίστριας του επαναστατικού μαρξισμού. Το αν μπορέσαμε να μεταφέρουμε αυτή την αίσθηση και στην αναγνώστρια ή τον αναγνώστη είναι ένα πεδίο όπου και θα κριθούμε τελικά.

Στην ελληνική γλώσσα είναι πολύ λίγα τα βιβλία στο χώρο της επαναστατικής μαρξιστικής αριστεράς που πραγματεύονται το ΛΟΑΤ  ζήτημα. Από τα τόσα θέματα που αναλύει το βιβλίο μπορείς να ξεχωρίσεις κάποιο που θεωρείς σημαντικότερο για τη συζήτηση στην Ελλάδα σχετικά με τη σεξουαλικότητα και τους/τις[1]  ΛΟΑΤΚΙΑ+;

Από όλα αυτά τα ζητήματα θα ξεχώριζα δύο, που νομίζω πως είναι εντελώς νέα για τη συζήτηση στο ΛΟΑΤΚΙΑ+ χώρο στην Ελλάδα.

Το ένα έχει να κάνει με το γεγονός ότι με το βιβλίο αυτό ανοίγει το ζήτημα για την ομοφοβία μέσα στην Αριστερά και δεν αποφεύγονται «δύσκολες» πτυχές του, όπως για παράδειγμα ακόμα και ο ομοφοβικός λόγος σε ένα σημείο της αλληλογραφίας μεταξύ Μαρξ και  Ένγκελς. Νομίζω πως, τουλάχιστον από τη μεριά των μαρξιστών και μαρξιστριών συγγραφέων, πρώτη φορά αναλύεται αυτό το θέμα στη βιβλιογραφία που κυκλοφορεί στα ελληνικά.

Το δεύτερο που θα ήθελα να ξεχωρίσω, είναι αυτό της συζήτησης πάνω στη θεωρία της πολιτικής των ταυτοτήτων και της κουίρ θεωρίας που, πιστεύω πως από τη σκοπιά του μαρξιστικού στρατοπέδου, πρώτη φορά εκτίθεται μια τόσο συνολική και συγκροτημένη κριτική, έως και πολεμική σε κάποια σημεία.

Φυσικά, υπάρχουν και ένα σωρό άλλα καινούργια – για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό – ζητήματα, όπως για παράδειγμα το κεφάλαιο για τα ίντερσεξ[2]  άτομα, για τα χρόνια της ύφεσης στο αμερικανικό κίνημα μετά το σημείο-τομή της εξέγερσης του Στόουνγουόλ ή για τα στάδια από τα οποία πέρασε η διεκδίκηση του ομόφυλου γάμου στις ΗΠΑ.

Ένα ολόκληρο κεφάλαιο αναφέρεται στην ίντερσεξ ταυτότητα. Γιατί η Γουλφ κάνει αυτή την επιλογή να το αναπτύξει εκτενώς;

Η ίντερσεξ ταυτότητα είναι ένα από τα καλύτερα αποσιωπημένα μυστικά, που γεμίζει με ενοχές τα άτομα που τη φέρουν και καλύπτεται με ένα πέπλο σιωπής. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα τα ίντερσεξ άτομα αγνοούν ακόμα και το γεγονός ότι είναι ίντερσεξ. Η Γουλφ κατακεραυνώνει τις εγκληματικές πράξεις των γιατρών στις ΗΠΑ, που στην ουσία ακρωτηριάζουν νεογέννητα, προκειμένου να «ταιριάξουν» με την ιδέα που έχουν οι ίδιοι/ες σχετικά με το πώς πρέπει είναι ένα «κανονικό» αρσενικό ή θηλυκό σώμα. Πρόκειται για ένα θέμα που έχει μελετηθεί ελάχιστα – κι αυτός έχω την αίσθηση ότι είναι και ο λόγος που του αφιερώνει σημαντική έκταση στο βιβλίο της. Να αρχίσουμε σιγά-σιγά να βγάζουμε τους σκελετούς απ’ τη ντουλάπα και να τους εξετάζουμε στο φως.

Μεγάλη σημασία δίνει η αμερικανίδα συγγραφέας στην παράλληλη κριτική τόσο της πολιτικής των ταυτοτήτων όσο και της κουίρ θεωρίας, που αποδομεί τις ταυτότητες. Σε τι αποσκοπεί αυτή η «ακροβασία» της;

Κατά τη γνώμη μου, η συγγραφέας επιχειρεί όχι απλώς να υπερασπίσει τα πολιτικά της πιστεύω αλλά, κυρίως, να βοηθήσει και τους αγωνιστές του ΛΟΑΤΚΙΑ+ κινήματος και τους συντρόφους της επαναστατικής αριστεράς να κατακτήσουν και να εμπεδώσουν κριτήρια για το πώς να κρίνουν συνολικά αναλύσεις, τρόπους σκέψης και θεωρητικές συνεισφορές.

Έχω την αίσθηση πως μεταφράζοντας τις παρατηρήσεις της Σέρι Γουλφ κατάλαβα πολύ περισσότερα για την κουίρ προσέγγιση από όσα είχα καταφέρει να αντιληφθώ διαβάζοντας π.χ. κατευθείαν το έργο της Μπάτλερ. Για τους περισσότερους ανθρώπους που συμμετέχουν ενεργά σε ένα κίνημα ή μια πολιτική ομάδα, η θεωρία αυτή φαντάζει σαν μια αλυσίδα από «δύσκολα» ζητήματα, αντικείμενο κάποιων «ειδικών». Η Σέρι Γουλφ νομίζω πως σε βοηθάει να προσεγγίσεις τα δύσκολα αυτά θέματα, να τα μελετήσεις και να βγάλεις τα δικά σου συμπεράσματα.ελληνικό εξώφυλλο Σεξουαλικότητα και ΣοσιαλισμόςΣε μεγάλο μέρος της ελληνικής επαναστατικής μαρξιστικής αριστεράς μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ότι τα «δύο φύλα» αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες «φυσικές» συμπεριφορές. Σχεδόν δε γινόταν διάκριση μεταξύ βιολογικού και κοινωνικού φύλου. Για την επιτελεστικότητα του φύλου ούτε λόγος. Μήπως λοιπόν για τα ελληνικά δεδομένα η κριτική της Σέρι Γουλφ στην κουίρ θεωρία είναι αρκετά αυστηρή;

Η κουίρ θεωρία ήρθε στην ελληνική πραγματικότητα με σημαντική καθυστέρηση. Άλλαξε με πολύ κρίσιμο τρόπο την εγχώρια συζήτηση σχετικά με το έμφυλο ζήτημα, έθεσε παραμέτρους άγνωστες μέχρι εκείνη την εποχή, βάθυνε την κατανόησή μας σε μια σειρά από ζητήματα. Η συστηματική ανάλυση της έννοιας της επιτελεστικότητας του φύλου -κατά τη γνώμη μου η πιο σημαντική συνεισφορά της στη θεωρητική συζήτηση- βοήθησε στην απομάκρυνση από το δίπολο αρσενικό/θηλυκό. Ήταν λίγο σαν το καινούριο πλουμιστό θεωρητικό πολυεργαλείο. Πολλές και πολλοί πίστεψαν πως βρήκαν σε αυτήν τις απαντήσεις που έψαχναν.

Η συζήτηση που γίνεται αυτή τη στιγμή διεθνώς, η κριτική που έχει αρχίσει να ασκείται στην κουίρ θεωρία, ο εντοπισμός των θεωρητικών κενών που αφήνει ή η αναποτελεσματικότητά της ως εργαλείο παρέμβασης λειτουργεί κάπως σαν σχήμα πρωθύστερο για την Ελλάδα. Επομένως, η κριτική της Γουλφ φαντάζει ίσως αυστηρή για τον κινηματικό κόσμο στην Ελλάδα, που τώρα αρχίζει να ψηλαφίζει κάποιες έννοιες, ωστόσο είναι ένας καλός δείκτης για το που βρίσκεται αυτή τη στιγμή η συζήτηση «εκεί έξω». Και η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν κενά και αντιφάσεις, στα οποία προσπαθεί η Γουλφ να απαντήσει. Κυρίως όμως –κι αυτό είναι το σημαντικό στην περίπτωσή της- η έγνοια της είναι στο να εφοδιάσει τις συντρόφισσες και τους συντρόφους της στο αμερικανικό κίνημα με εργαλεία παρέμβασης. Με τη λογική αυτή εξετάζει -πέρα από την όποια θεωρητική της συμβολή- το πόσο αποτελεσματικό όπλο είναι τελικά η κουίρ θεωρία, όταν προσπαθείς να εξαλείψεις την καταπίεση.

Ένα ακόμη σημείο του βιβλίου που πιθανόν θα προκαλέσει αντιδράσεις στο ελληνικό ΛΟΑΤΚΙΑ+ κίνημα είναι η μαρξιστική επιχειρηματολόγηση της Σέρι ότι η καταπίεση με βάση το φύλο και τη σεξουαλικότητα έχει και υλική βάση. Αν έγραφε το βιβλίο κατευθείαν για το ελληνικό κοινό, υποθέτεις ότι θα έδινε λιγότερη έμφαση σε αυτό το σκέλος;

Η Γουλφ γράφει το βιβλίο της απευθυνόμενη στο αμερικανικό κοινό, άρα νιώθει την ανάγκη να απαντήσει σε ερωτήματα που αφορούν το αμερικανικό ΛΟΑΤΚΙΑ+ κίνημα και την εκεί αριστερά. Απευθύνεται σε μια αριστερά, που μετά από δεκαετίες ήττας και απογοήτευσης τώρα μόλις αρχίζει σιγά-σιγά να συνέρχεται. Την ίδια στιγμή το ΛΟΑΤΚΙΑ+ κίνημα στις ΗΠΑ έχει σαρωθεί από τις νεοφιλελεύθερες απόψεις, ενώ η θεωρία των πολιτικών ταυτότητας, που κυριάρχησε για μεγάλο διάστημα, οδήγησε σε κατακερματισμό των δυνάμεων του κινήματος και σε λογικές που δεν απαντούσαν στα βασικά υλικά προβλήματα που υφίστανται τα περισσότερα ΛΟΑΤΚΙΑ+ άτομα που ανήκουν στην εργατική τάξη. Γι’ αυτό και η συγγραφέας προσπαθεί να συνδέσει τον ΛΟΑΤΚΙΑ+ αγώνα με τους αγώνες και τις διεκδικήσεις της αριστεράς.  Στην Ελλάδα με ένα πολύ υψηλό επίπεδο ταξικής πάλης, ιδιαίτερα μετά το 2010, ορισμένα ζητήματα θεωρούνται σχεδόν αυτονόητα. Εδώ προβάλλει η ακριβώς αντίστροφη ανάγκη: να προσπαθήσεις να μπολιάσεις μια κατά βάση εργατοκεντρική αριστερά, με στοιχεία αντισεξισμού. Να δείξεις ότι πέρα από τη βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, υπάρχουν πτυχές στη ζωή των ανθρώπων που δεν μπορείς να αγνοήσεις, όταν ισχυρίζεσαι ότι παλεύεις για τη συνολική αλλαγή. Ότι μόνο μέσα από τη διεκδίκηση και αυτών μπορείς να φτάσεις σε μια πραγματικά χειραφετητική κοινωνία.

Οι υπερασπίστριες και υπερασπιστές της άποψης ότι τα ΛΟΑΤΚΙΑ+ μέλη των επαναστατικών μαρξιστικών οργανώσεων είναι προτιμότερο να μην επικεντρώνουν τη δράση τους στο ΛΟΑΤΚΙΑ+ κίνημα, αλλά στο ευρύτερο ταξικό κίνημα, θα δικαιωθούν διαβάζοντας το βιβλίο;

Δεν πρόκειται περί δικαίωσης ή μη. Εάν κάτι έχει να δείξει αυτό το βιβλίο είναι ότι οι αγώνες δεν διαχωρίζονται με στεγανά.  Μια παρέμβαση στο ΛΟΑΤΚΙΑ+ κίνημα που δεν συνδέεται με τον ευρύτερο αγώνα που δίνεται για υπεράσπιση εργατικών και άλλων δικαιωμάτων δεν θα πάει και πολύ μακριά. Και αντιστρόφως όμως, εάν μια επαναστατική μαρξιστική οργάνωση δεν επιλέγει να παρεμβαίνει συστηματικά στα επιμέρους κινήματα, όπως το ΛΟΑΤΚΙΑ+, χάνει τον πλούτο των ιδιαίτερων αναγκών και διεκδικήσεων μειονοτικών ομάδων. Δεν μπορείς να μιλάς για συνολική ανθρώπινη χειραφέτηση, χωρίς να δουλεύεις επίμονα και μεθοδικά στο πεδίο της σεξουαλικής χειραφέτησης.

Μεγάλη συζήτηση έχει γίνει  στο ΛΟΑΤΚΙΑ+ κίνημα κυρίως της Θεσσαλονίκης για τις χρηματοδοτήσεις κάποιων Pride και ΛΟΑΤΚΙΑ+ ομάδων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, πρεσβείες, προξενεία και επιχειρήσεις. Βρίσκεις αναλογίες με περιπτώσεις στις ΗΠΑ που αναλύει η συγγραφέας;

Αυτό ήταν από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου. Διαβάζοντάς το ήταν σα να βλέπεις να ξετυλίγεται από την αρχή το κουβάρι με την προσπάθεια του συστήματος να «εξαγοράσει» ό,τι δεν μπορεί να θέσει υπό τον έλεγχό του. Ο καπιταλισμός έχει ένα εκπληκτικό ένστικτο επιβίωσης: μια μοναδική ικανότητα να ενσωματώνει ό,τι νιώθει ότι τον απειλεί. Η επαναστατική διάθεση όλων αυτών που συμμετείχαν ενεργά στη διαμόρφωση του ΛΟΑΤΚΙΑ+ κινήματος στις ΗΠΑ «παραήταν» επικίνδυνη. Πόσο μάλλον που τότε βρισκόμασταν στις εκρηκτικές δεκαετίες ’60 και ’70 με ένα κίνημα συνολικής αμφισβήτησης να σαρώνει τους δρόμους. «Έπρεπε», λοιπόν, να κατασταλεί. Με κάθε τρόπο. Γι’ αυτό και η προσέγγιση και η σταδιακή απορρόφηση από το Δημοκρατικό κόμμα, με όλα όσα -αρνητικά- ακολούθησαν. Οι συστάσεις για μια πιο «ήπια» και μετριοπαθή πολιτική, το χαμήλωμα του πήχη στις διεκδικήσεις μέχρι να «ωριμάσει» η «ανέτοιμη» αμερικανική κοινωνία, η υπόκλιση στις απαιτήσεις της αγοράς, το «ροζ ξέπλυμα» βαθιά εκμεταλλευτικών εταιρειών ή της αμερικανικής κυβέρνησης που πετώντας δικαιωματικά ψίχουλα στη ΛΟΑΤΚΙΑ+ κοινότητα των ΗΠΑ μπορούσε ανενόχλητη να συνεχίζει την καταπάτηση δικαιωμάτων τόσο μέσα στην αμερικανική κοινωνία όσο και διεθνώς.

Μιας και η συνέντευξη φιλοξενείται στο Φύλο Συκής, διέκρινες ότι το βιβλίο συμβάλλει και στη συζήτηση για το φεμινισμό γενικότερα;

Η Γουλφ στα πρώτα κεφάλαια αναζητώντας τις ρίζες της καταπίεσης των ΛΟΑΤΚΙΑ+ ανθρώπων καταλήγει σε διαπιστώσεις που αφορούν με την ίδια ένταση και τη γυναικεία καταπίεση. Ο τρόπος, δηλαδή, με τον οποίο διαμορφώθηκε στο πέρασμα του χρόνου η πυρηνική πατριαρχική οικογένεια και κυρίως οι ανάγκες που εξυπηρετούσε κάτι τέτοιο, δίνουν μια ικανοποιητική απάντηση για τη θέση που επιφυλάσσουν ακόμα και σήμερα οι κοινωνίες, παρά τα όποια θετικά προχωρήματα έχουν γίνει ως αποτέλεσμα των αγώνων που έδωσε το φεμινιστικό κίνημα. Έχουν κατακτηθεί μια σειρά από δικαιώματα, αλλά για παράδειγμα η κουλτούρα του βιασμού καλά κρατεί. Η «αστυνόμευση» του σώματος των γυναικών παραμένει μια πραγματικότητα. Η λεκτική και η ψυχολογική βία είναι πολύ ηχηρές για να αποσιωπηθούν. Ωστόσο, η διεκδίκηση δικαιωμάτων μέσα από τις τάξεις του φεμινιστικού κινήματος έχει έναν περιορισμένο ορίζοντα. Και εδώ βρίσκω την αναλογία με το ΛΟΑΤΚΙΑ+ κίνημα: Οι διεκδικήσεις τους συμβάλλουν σημαντικά στη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας, στη σταδιακή αλλαγή των συνειδήσεων, στο ανέβασμα του επιπέδου και της ωριμότητας των αγωνιστριών και αγωνιστών που παρεμβαίνουν. Είναι όμως μόνο το πρώτο βήμα σε μια μακρά πορεία συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, που πρέπει να δεθεί με τις διεκδικήσεις όλων όσων υφίστανται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το «βαρύ χέρι» του συστήματος. Και τελικά με αυτό που για μένα παραμένει το υποκείμενο της επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας: τις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης.

Άφησα για το τέλος μια κάπως πιο προσωπική ερώτηση, σε σχέση με την εμπειρία που έχεις αποκομίσει με τη συμμετοχή σου στη HOMOphonia από την πρώτη της κιόλας συνέλευση, ύστερα στην ομάδα Sylvia Rivera, τώρα και στην Πρωτοβουλία για ένα αυτο-οργανωμένο Thessaloniki Pride. Κρίνεις ότι είναι υπαρκτή η ανάγκη για τη διοργάνωση ενός αυτο-οργανωμένου Pride στη Θεσσαλονίκη; Αν όντως διοργανωθεί το 1ο αυτο-οργανωμένο Thessaloniki Pride το φθινόπωρο, δε θα εκληφτεί από αρκετό κόσμο ως διασπαστική κίνηση;

Η δημιουργία της συλλογικότητας Sylvia Rivera ήρθε να απαντήσει σε ένα έλλειμμα που διαπιστώσαμε κάποιες και κάποιοι στο ΛΟΑΤΚΙΑ+ κίνημα της πόλης. Ήταν η προσπάθεια να υπάρξει μια ομάδα αγωνιστριών και αγωνιστών που νιώθαμε ότι δεν καλυπτόμασταν από τις δύο οργανωτικές ομάδες του Thessaloniki Pride. Δεν καλυπτόμασταν από τον έντονα νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα της μιας ομάδας, που αντιμετωπίζει το Pride ως προϊόν μιας εξειδικευμένης αγοράς. Επίσης, θεωρούσαμε αδιανόητο να μην υπάρχουν ανοιχτές συνελεύσεις με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, όπου η καθεμιά και ο καθένας θα μπορεί να εκφράζει ελεύθερα τη γνώμη του/της. Ή μας εξόργιζε το γεγονός ότι η διεκδίκηση δικαιωμάτων θα μπορούσε ποτέ να έχει ως χορηγούς προξενεία ή θεσμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Ανοιχτή Πρωτοβουλία για ένα Αυτό-οργανωμένο Thessaloniki Pride ήρθε ως συνέχεια για όλες και όλους που επιμένουμε ότι η διεκδίκηση δικαιωμάτων και η διεξαγωγή ενός Pride πρέπει να είναι θέμα των ΛΟΑΤΚΙΑ+ ανθρώπων και όσων θέλουν να σταθούν αλληλέγγυοι/ες. Δεν είναι ζήτημα λίγων, που θα κληθούν να πάρουν αποφάσεις για πολλούς. Θέσαμε εξαρχής τρεις βασικούς άξονες και προσπαθούμε έκτοτε να τους υπηρετήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε: αυτό-οργάνωση, αυτοχρηματοδότηση (ακριβώς για να αποφύγουμε τον σκόπελο της εξάρτησης και της απονεύρωσης της δυναμικής μας), διεύρυνση των θεματικών, οι οποίες σήμερα απουσιάζουν από τα Pride: αμφί ταυτότητα, πολυσυντροφικές σχέσεις, ίντερσεξ, ηλικιωμένα ή ανάπηρα ΛΟΑΤΚΙΑ+ άτομα, πρόσφυγες, εργασιακά δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙΑ+ ανθρώπων. Πρόκειται για ζητήματα που στην ενθουσιαστική ατμόσφαιρα των Pride συνήθως «ξεχνιούνται». Κάποια από αυτά θα αποτελέσουν και τους βασικούς άξονες του Φεστιβάλ που ετοιμάζουμε το φθινόπωρο. Θα είναι η δική μας πρόταση για το πώς αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας ως συνεχιστές της εξέγερσης του Στόουνγουόλ.

Όσο για τον κίνδυνο του διασπαστικού σε σχέση με το εγχείρημα αυτό, χρειάζεται μια κάπως εκτενέστερη εξήγηση:

Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα έχει αποκρυσταλλωθεί μια βαθιά ταξική αντιπαλότητα: έχουν στοιχηθεί από τη μια όσοι κάνουν περιουσίες και καριέρα με τα μνημόνια και τη λιτότητα, από την άλλη τα θύματά τους, η πλειονότητα της κοινωνίας. Το είδαμε αυτό στην περίπτωση του δημοψηφίσματος και της πόλωσης ανάμεσα στους «μένουμε ευρώπη» και τον οργισμένο λαό του ΟΧΙ. Θα το ξαναδούμε άμεσα τις μέρες που έρχονται με την εφαρμογή των μνημονιακών μέτρων.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, δεν μπορεί ο ΛΟΑΤΚΙΑ+ κόσμος να στέκεται ανέγγιχτος από την κρίση κι αποτραβηγμένος στη δική του δικαιωματική γωνιά.  Οι ΛΟΑΤΚΙΑ+ άνθρωποι σπάνια μπορούν να δραπετεύσουν από την όλο και πιο αφόρητη πραγματικότητα: από την ανελευθερία της γειτονιάς, από την όλο και πιο επισφαλή και κακοπληρωμένη εργασία και τη γκρίζα καθημερινότητα. Ο μόνος τρόπος για να την αλλάξουν είναι να σταθούν στο πλάι όσων έχουν τα ίδια συμφέροντα απέναντι σε έναν κοινό εχθρό.

Παρατηρώ πως τίποτα από αυτά δεν συμμερίζονται οι άνθρωποι που έχουν αναλάβει να φέρουν σε πέρας το φετινό Pride στη Θεσσαλονίκη. Ακόμη και με το σύνθημα της φετινής διοργάνωσης, το «Αγαπάτε αλλήλ@»(!) δηλώνουν πόσο μακριά βρίσκονται από την πραγματικότητα της ταξικής πόλωσης. Πολύ λίγα πράγματα -νιώθω- μπορούν να γίνουν από κοινού με αυτούς τους ανθρώπους.

Ο διαχωρισμός στον ΛΟΑΤΚΙΑ+ κόσμο δεν είναι κάτι διαφορετικό από τον διαχωρισμό σε όλη την υπόλοιπη κοινωνία. Οι άνθρωποι «διαχωρίζονται» με φυσικό τρόπο από τη στιγμή που παλεύουν για διαφορετικά συμφέροντα και φυσικά και οι «Αγαπάτε αλλήλ@», διεκδικώντας την υποστήριξη από πρεσβείες ΗΠΑ ή λαμβάνοντας κονδύλια από Ε.Ε., έχουν διαλέξει μια χαρά το στρατόπεδό τους.

 

* Διαβάστε και τη βιβλιοπαρουσίαση της μεταφράστριας στην εφημερίδα Εργατική Αριστερά εδώ 

** Η Κική Σταματόγιαννη θα παρουσιάσει το βιβλίο στη Γεωπονική Σχολή Αθήνας την Παρασκευή 10 Ιουνίου στις 19:30, σε εκδήλωση που θα συντονίσει η Κατερίνα Σεργίδου στα πλαίσια της 10ης Αντιρατσιστικής Γιορτής. Περισσότερα εδώ

 

Σημειώσεις:

[1]   Λεσβίες, Ομοφυλοφιλοι, Αμφιφυλόφιλες/οι, Τρανς, Κουίρ, Ίντερσεξ, Ασέξουαλ

[2]   Ίντερσεξ είναι τα άτομα με μη καθορισμένο φύλο. Υπάρχουν περιπτώσεις που σε ένα ίντερσεξ άτομο συναντώνται και τα δύο εξωτερικά αναπαραγωγικά γεννητικά όργανα, από τα οποία το ένα είναι μερικώς ανεπτυγμένο. Υπάρχουν ακόμα και οι περιπτώσεις που ένα ίντερσεξ άτομο παρουσιάζει ανεπτυγμένη μια από τις δύο φυσιολογίες, ενώ παράλληλα εκκρίνει διαφορετικές ορμόνες. (οι πληροφορίες είναι από σχετικό άρθρο της Πρωτοβουλίας κατά της Ομοφοβίας Ξάνθης)

 

Share

«Η Κλίντον ενσαρκώνει ένα νεοφιλελεύθερο είδος φεμινισμού που ωφελεί κυρίως τις προνομιούχες γυναίκες»

Martha-Rosler-Photo-Op

Martha Rosler ‘Photo Op’ από τη σειρά ‘Bringing the War Home: House Beautiful’, 2004

του Álvaro Guzmán Bastida

Η Nancy Fraser (Βαλτιμόρη, 1947) υπήρξε στην πρώτη γραμμή των φεμινιστικών αγώνων και της κριτικής θεωρίας από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Η κριτική αυτού που αποκαλεί «νεοφιλελεύθερο φεμινισμό» και οι θεωρίες της σχετικά με την αναγνώριση και την αναδιανομή ως προϋπόθεση για την κατανόηση των κοινωνικών ανισοτήτων έχουν ασκήσει τεράστια επίδραση. Τη συναντήσαμε στο γραφείο της στο τμήμα Φιλοσοφίας της Νέας Σχολής Κοινωνικών Ερευνών στο Μανχάταν, για να συζητήσουμε για την επικράτηση των πολιτικών ταυτότητας στην εποχή μας, τη σημασία του Μπέρνι Σάντερς, του Ντόναλντ Τραμπ και της Χίλαρι Κλίντον, και για ποιο λόγο ένιωσε υποχρεωμένη να εισαγάγει μια τρίτη έννοια – αυτή της «εκπροσώπησης» – στο τελευταίο της βιβλίο (Περιουσίες του φεμινισμού), προκειμένου να εξηγήσει τι είναι αυτό που ταλανίζει τη σύγχρονη κοινωνία, αλλά και πού θα πρέπει να επικεντρωθούν οι αγώνες για να το διορθώσουμε.

Πριν από δεκαπέντε χρόνια γράψατε για έναν όρο που δανειστήκατε από τον Χέγκελ, την «αναγνώριση», λέγοντας ότι ήταν η λέξη-κλειδί εκείνης της περιόδου που ετίθεντο τα ζητήματα της διαφοράς και της ταυτότητας. Πώς τον κατανοούσε ο Χέγκελ και γιατί είναι σημαντικός;

Στον Χέγκελ έχουμε ουσιαστικά δύο δρώντες που συναντιούνται ο ένας με τον άλλο και ο καθένας είναι υποκείμενο, αλλά για να είναι πλήρες υποκείμενο, πρέπει ο καθένας να αναγνωρίζεται από τον άλλο. Καθένας επιβεβαιώνει τον άλλο ως υποκείμενο καθαυτό, που είναι ταυτόχρονα ίσο και διαφορετικό από μένα. Αν και οι δύο άνθρωποι μπορούν να το επιβεβαιώνουν, τότε έχουμε μια αμοιβαία ισότιμη, συμμετρική διαδικασία αναγνώρισης. Αλλά, ως γνωστόν, στη διαλεκτική κυρίου και δούλου αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο με εξαιρετικά ασύμμετρους, άνισους όρους, τους όρους της κυριαρχίας ή υποταγής. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε μη αμοιβαία αναγνώριση.

Γιατί είναι τόσο στη μόδα από τις αρχές της δεκαετίας του 2000;

Έχει σχέση με αυτό που τότε αποκαλούσα μετα-σοσιαλιστική κατάσταση. Αυτή ήταν μια στιγμή στην ιστορία των μεταπολεμικών κοινωνιών, κατά την οποία η προβληματική της διανεμητικής δικαιοσύνης είχε χάσει την ηγεμονική της ικανότητα να οργανώνει τις συντριπτικά μεγαλύτερες πλειοψηφικές μερίδες των κοινωνικών αγώνων και συγκρούσεων. Μέχρι αυτό το σημείο, στη μεταπολεμική περίοδο, αυτό το αναδιανεμητικό παράδειγμα ήταν ηγεμονικό, και σχεδόν όλη η κοινωνική συζήτηση και διαμάχη είχε οργανωθεί με αυτούς τους όρους. Αυτό σήμαινε ότι πολλά ζητήματα ήταν δύσκολο να εισακουστούν. Πολλοί ισχυρισμοί μπήκαν στο περιθώριο επειδή δεν ταίριαζαν με τη διανεμητική γραμματική. Βασικά, αυτό που τώρα μπορούμε να δούμε εκ των υστέρων είναι ότι η άνοδος της πολιτικής της αναγνώρισης συμπίπτει με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός εκτοπίζει στην πράξη το σοσιαλδημοκρατικό φαντασιακό και επιτίθεται στην εξισωτική διανεμητική δικαιοσύνη, ώστε ολόκληρο το σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο, αν δεν καταρρέει πλήρως, τουλάχιστον ξεφτίζει, παραπαίει, χάνει την ικανότητά του να οργανώνει τον πολιτικό χώρο και συζήτηση, με αποτέλεσμα να δημιουργείται χώρος για διάφορες διεκδικήσεις και αγώνες αναγνώρισης.

Μας δίνετε μερικά παραδείγματα;

Μετά το 1989, μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού και ολόκληρου του σοβιετικού μπλοκ, τι έχουμε; Πολύ σύντομα, την άνοδο του θρησκευτικού ανταγωνισμού, του εθνικού ανταγωνισμού – τώρα πια βρισκόμαστε στο πεδίο της αναγνώρισης, παλιότερα αυτές οι διεκδικήσεις αποκλείονταν. Υπήρξε λοιπόν μια κομμουνιστική εκδοχή της διανεμητικής συζήτησης, η οποία έχει πλέον καταστραφεί. Στη Δύση είναι η απώλεια της σοσιαλδημοκρατικής ηγεμονίας, κάτι που δεν σχετίζεται μόνο με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και με αυτό που συνέβη στα νέα κοινωνικά κινήματα που είχαν ξεπηδήσει τη δεκαετία του 1960. Η Νέα Αριστερά είχε μια ριζοσπαστική, θα μπορούσε μάλιστα να πει κάποιος και αντικαπιταλιστική ηθική, γι’ αυτό επικεντρώθηκε και στην αναδιανομή και την αναγνώριση, θα έλεγα με πολύ ριζοσπαστικούς τρόπους. Αλλά καθώς περνούσαν οι δεκαετίες και το είδος του ριζοσπαστικού αντικαπιταλιστικού πνεύματος της Νέας Αριστεράς άρχισε να ξεθωριάζει, αυτό που έμεινε, τα διάδοχα κινήματα – ένα νέο είδος φεμινισμού, ένα νέο είδος αντιρατσισμού, η πολιτική της σεξουαλικότητας των ΛΟΑΤ κινημάτων – έτειναν  να αγνοούν την οπτική της πολιτικής οικονομίας και να επικεντρώνονται σε ζητήματα τα οποία θα ανέλυα με όρους στάτους ή αναγνώρισης.

Συνδέετε αυτά τα ζητήματα με τις πολιτικές ταυτότητας. Σε ποιο βαθμό είναι υποτιμητικός ο όρος;

Μέρος αυτού που επιχείρησα να κάνω μέσω της ανάλυσής μου ήταν να διαχωρίσω μια πολύ εύκολη ταύτιση μεταξύ πολιτικών ταυτότητας και πολιτικών αναγνώρισης. Έχω προσπαθήσει να πω ότι οι πολιτικές αναγνώρισης αποτελούν μια απολύτως θεμιτή διάσταση της δικαιοσύνης και ότι οι διεκδικήσεις για την υπέρβαση αυτών των αδικιών είναι σημαντικές. Δεν μπορούν απλώς να αναχθούν σε διεκδικήσεις αναδιανομής όπως θα ήθελε ο χυδαίος μαρξισμός. Ήθελα να υπερασπιστώ τη σημασία, τη νομιμότητα, τη σχετική αυτονομία των διεκδικήσεων αναγνώρισης. Όμως, θέλω να δηλώσω ότι υπάρχουν περισσότεροι από ένας τρόποι για να τις κατανοήσουμε – δεν χρειάζεται να είναι μέσω των πολιτικών ταυτότητας. Στην πραγματικότητα, συχνά οι διεκδικήσεις αναγνώρισης παίρνουν τη μορφή των πολιτικών ταυτότητας. Αυτό είναι ατυχές, κατά την άποψή μου. Δημιουργεί ένα σωρό προβλήματα  και συνήθως είναι καλύτερα να αναζητούμε μια μη-ταυτοτική κατανόηση του τι σημαίνει να αγωνιζόμαστε για αναγνώριση.

Τι θα έπρεπε να σημαίνει;

Αυτό για το οποίο θα έπρεπε να αγωνίζεται ένα κίνημα όπως ο φεμινισμός, δεν είναι η ιδέα ότι υπάρχει κάποια ξεχωριστή ταυτότητα ή ηθική της θηλυκότητας που χρειάζεται θετική αναγνώριση, έτσι ώστε να είναι ίση με την αρρενωπότητα. Όχι, θα έλεγα ότι οι πολιτικές αναγνώρισης σε ένα φεμινιστικό κίνημα θα έπρεπε να είναι ένας αγώνας ενάντια στις μορφές άνισου στάτους που συνδέονται με όρους φύλου. Και αυτό αφήνει αρκετά ανοικτό το εάν θα πρέπει να επανεκτιμηθεί «το θηλυκό» ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Γι’ αυτό προσπαθώ να διαχωρίσω τις πολιτικές αναγνώρισης από τις πολιτικές ταυτότητας.

Κοιτάζοντας πίσω, έχω την αίσθηση ότι – διορθώστε με αν πρόκειται για λανθασμένη ανάλυση – έχει υπάρξει μεγάλη πρόοδος σε θέματα αναγνώρισης στις ΗΠΑ, ισότητας στο γάμο και ούτω καθεξής, ακόμη και σε θέματα ορατότητας, για παράδειγμα έχοντας έναν μαύρο πρόεδρο. Υπήρξε πάρα πολύ αναγνώριση και πολύ λίγη έμφαση στην αναδιανομή; Ζούμε σε πολύ άνισες εποχές και αυτό δεν φαίνεται να βελτιώνεται.

Δεν είναι ζήτημα πάρα πολύ ή πολύ λίγο, αλλά το γεγονός ότι δεν έχει υπάρξει ισορροπία. Υπήρξε μια ανισορροπία και μια μονομέρεια. Για παράδειγμα, το gay κίνημα, το ΛΟΑΤ κίνημα, επικεντρώνεται στην ισότητα στο γάμο και την πρόσβαση στη στρατιωτική θητεία. Τώρα, αυτά δεν θα αποτελούσαν την πρώτη μου επιλογή για να αγωνιστώ. Ωστόσο, και τα δύο, κατά έναν ενδιαφέροντα τρόπο, έχουν ένα διανεμητικό στοιχείο. Ο στρατός είναι μία από τις λίγες οδούς για πληρωμένη πανεπιστημιακή εκπαίδευση στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, οπότε υπάρχουν οικονομικά οφέλη σε αυτό. Και το δικαίωμα στο γάμο εμπεριέχει τόσο οικονομικά και κοινωνικά, όσο και συμβολικά οφέλη, όπως αυτό της αναγνώρισης.

Ποιες εναλλακτικές οδούς θα προτιμούσατε;

Λοιπόν, εγώ θα προτιμούσα έναν αγώνα ώστε κάποιες βασικές κοινωνικές παροχές να γίνουν απλώς τα κοινωνικά δικαιώματα όλων των ατόμων, ανεξάρτητα από την οικογενειακή τους κατάσταση, θα προτιμούσα μια κοινωνία που δεν δίνει έμφαση στο ποιος είναι παντρεμένος και ποιος δεν είναι. Αντί να λέμε, «θέλουμε κι εμείς να παντρευτούμε!» γιατί να μην πούμε «θέλω να έχω παροχές υγείας, φορολογικές και όλες τις απαραίτητες παροχές απλώς επειδή είμαι άτομο, πολίτης, κάτοικος που ζει στη χώρα»;

Επειδή θέματα όπως ο γάμος έχουν αναδιανεμητική διάσταση, αλλά δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο στάτους. Αυτός είναι ο λόγος;

Ναι, και η ιστορία με την ισότητα στο γάμο εισάγει τις δικές της επαχθείς συγκρίσεις στάτους, ανάμεσα σε εκείνους που είναι παντρεμένοι και σε εκείνους που δεν είναι και ούτω καθεξής. Δεν χρειάζεται να το ενισχύσουμε αυτό.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 γράφατε σχετικά με το πρόβλημα της «μετατόπισης», διαδικασία κατά την οποία «ζητήματα αναγνώρισης χρησιμοποιούνταν ώστε να περιθωριοποιηθούν και να αποκλειστούν  οι αναδιανεμητικές διεκδικήσεις». Πάλι, έχουν περάσει σχεδόν δύο δεκαετίες από τότε– Ποιος είναι ο απολογισμός σας γι’ αυτή την περίοδο;

Το τοπίο των κοινωνικών συγκρούσεων και διεκδικήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες, τουλάχιστον, είναι πολύ διαφορετικό από όταν έγραφα. Η πιο δραματική απεικόνιση είναι η τρέχουσα προκριματική αναμέτρηση για τις προεδρικές εκλογές, όπου από τη μία πλευρά έχουμε τον Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι ένας «δημοκρατικός  σοσιαλιστής» και ουσιαστικά προτάσσει μια ισχυρή ταξική γραμμή, επικεντρωμένη κυρίως στην αναδιανομή. Υποστηρίζει, παράλληλα τους αξιόλογους προοδευτικούς αγώνες αναγνώρισης, αλλά το πραγματικό κέντρο βάρους είναι το ζήτημα της τάξης των δισεκατομμυριούχων, το ένα τοις εκατό και ούτω καθεξής.

Σας προκαλεί έκπληξη που μπόρεσε να προχωρήσει τόσο πολύ στον προκριματικό κύκλο, δίνοντας έμφαση στο ταξική διάσταση;

Ναι! Είναι απίστευτα αναπάντεχο. Είμαι πολύ χαρούμενη γι ‘αυτό, ποτέ δεν θα το είχα προβλέψει και μου δείχνει, πρώτα απ’ όλα, πόσο έχουμε προχωρήσει από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Το γεγονός ότι μπορείς να χρησιμοποιήσεις τον όρο σοσιαλισμός χωρίς να κουβαλάει αυτό το φορτίο ή να εμπνέει το ίδιο είδος «κόκκινου πανικού» και τρέλας, είναι ενδιαφέρον. Από την άλλη, στην πλευρά του Ντόναλντ Τραμπ, εκεί υπάρχει σίγουρα ένα συγκεκριμένο είδος δεξιού αυταρχικού εθνικιστικού λαϊκισμού, ο οποίος κατά κάποιον τρόπο αναφέρεται στην ταξική προβληματική, αλλά τη  χρωματίζει με έναν ελιτίστικο, σχεδόν ρατσιστικό και σίγουρα εθνικιστικό τρόπο. Έτσι αυτές οι δύο φιγούρες, ενώ διαφέρουν πολύ έντονα όσον αφορά τις πολιτικές αναγνώρισης –καθώς επίσης και στις προγραμματικές τους θέσεις– από την άλλη, και οι δύο εκφράζουν αυτή τη νέα δυναμική που έχει αποκτήσει  το ζήτημα της διανομής. Αυτό είναι κάτι καινούριο, όταν έγραφα στα μέσα της δεκαετίας του 1990 γι ‘αυτό, το θέμα της διανομής ήταν στο περιθώριο και τα πάντα ήταν η αναγνώριση, η αναγνώριση, η αναγνώριση. Δεν ισχύει αυτό πια. Η αναγνώριση δεν εξαφανίζεται και δεν πρέπει να εξαφανιστεί, αλλά νομίζω ότι αναγνώριση και διανομή βρίσκονται πλέον σε μια διαφορετική ισορροπία.

Μιας και αναφέρατε τις εκλογές –Τι γνώμη έχετε για την άλλη υποψήφια στη δημοκρατική πλευρά, την Χίλαρι Κλίντον; Πολλές δευτεροκυματικές φεμινίστριες, όπως η Γκλόρια Στέινεμ, διατείνονται ότι οι γυναίκες θα πρέπει να την υποστηρίξουν γιατί και η ίδια είναι γυναίκα και είναι η φεμινίστρια υποψήφια. Είναι πράγματι;

Μάλλον θα διαφωνήσω. Αλλά συμβαίνει κάτι πολύ ενδιαφέρον. Η Κλίντον είναι γνωστή ως φεμινίστρια εδώ και δεκαετίες, ξεκίνησε την καριέρα της υπερασπιζόμενη παιδιά και γυναίκες, είναι διάσημη για την ομιλία της στα Ηνωμένα Έθνη για το ότι τα γυναικεία δικαιώματα είναι ανθρώπινα δικαιώματα, είναι με συνεπή τρόπο υπέρ της άμβλωσης και ούτω καθεξής. Έτσι, αν όλα αυτά ταιριάζουν με τις διεκδικήσεις αναγνώρισης, αυτή είναι εκεί, και μάλιστα με έναν πιο σαφή και εμφανή τρόπο από ότι ο Σάντερς. Αλλά, από την άλλη πλευρά, τι είδους φεμινισμός είναι αυτός; Η Κλίντον ενσωματώνει ένα συγκεκριμένο είδος νεοφιλελεύθερου φεμινισμού που εστιάζει στο σπάσιμο της γυάλινης οροφής με έξυπνο και ευέλικτο τρόπο, σύμφωνα και με την ιδέα του “lean in” της Σέρυλ Σάντμπεργκ. Αυτή η λογική εστιάζει στην άρση των εμποδίων που αποτρέπουν τις μάλλον προνομιούχες, υψηλού μορφωτικού επιπέδου γυναίκες, με ήδη υψηλό ποσοστό πολιτιστικού και άλλων μορφών κεφαλαίου, να ανέλθουν στις ιεραρχίες της κυβέρνησης και των επιχειρήσεων.

Αυτός είναι ένας φεμινισμός, του οποίου οι κύριες δικαιούχοι είναι μάλλον προνομιούχες γυναίκες, των οποίων η ικανότητα να ανέλθουν βασίζεται κατά μία έννοια στην τεράστια δεξαμενή πολύ χαμηλά αμειβόμενης και επισφαλούς εργασίας φροντίδας, εργασία η οποία είναι συχνά φυλετικοποιημένη και κατά κύριο λόγο γυναικεία.

Και την ίδια στιγμή η Χίλαρι Κλίντον, όπως και ο σύζυγός της, εμπλέκεται με την Wall Street, με την οικονομική απορρύθμιση, και με όλη αυτή την νεοφιλελευθεριοποίηση της οικονομίας. Έτσι, το είδος του φεμινισμού που αντιπροσωπεύει ο Σάντερς έχει καλύτερη πιθανότητα να είναι ο φεμινισμός για όλες τις γυναίκες, για τις φτωχές γυναίκες, για τις μαύρες γυναίκες, για τις γυναίκες της εργατικής τάξης και ούτω καθεξής, και να είναι πιο κοντά στο δικό μου είδος φεμινισμού.

Παρουσιάζεται έναν τρίτο όρο στο βιβλίο σας, όπου δεν μιλάτε μόνο για την αναγνώριση και την αναδιανομή, αλλά προσφέρετε και την εκπροσώπηση. Γιατί αισθάνεστε την ανάγκη να το κάνετε αυτό;

Επειδή θεματοποιεί την ιδέα με σαφή τρόπο ότι εκτός από τα ζητήματα της οικονομικής διανομής από τη μία πλευρά και τα ζητήματα στάτους και αναγνώρισης, από την άλλη, υπάρχουν ένα σωρό άλλα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ίδια την πολιτική ως μια θεμελιώδη διάσταση της κοινωνίας. Και πιστεύω ότι στην εποχή μας, το όλο ζήτημα του ποιος έχει πολιτική ισχύ, σε έναν κόσμο προσφύγων, αιτούντων άσυλο, ανθρώπων χωρίς χαρτιά, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Δεν αφορά ειδικά στην αναγνώριση ή την αναδιανομή, παρόλο που διασταυρώνεται σίγουρα με αυτές τις θεματικές. Αφορά και τη δυνατότητα να έχει κανείς πολιτική φωνή.

Σε ποιο βαθμό αυτά τα ζητήμα υπερβαίνουν τα σύνορα;

Όταν σκέφτομαι την πολιτική φωνή και ποιος την έχει και ποιος δεν την έχει, νομίζω ότι κάποιος πρέπει να σκεφτεί όχι μόνο την περιορισμένη πολιτική κοινότητα ενός συγκεκριμένου έθνους-κράτους, όπως οι ΗΠΑ ή οποιοδήποτε άλλο, αλλά και σε ευρύτερο διεθνές, διακρατικό, παγκόσμιο πλαίσιο. Υπάρχει επίσης το ζήτημα ενός κόσμου στον οποίο τα κράτη έχουν πολύ άνιση εξουσία. Έτσι, ας υποθέσουμε ότι είστε πολίτης, ας πούμε, της Σομαλίας, και έχετε, αν όχι ένα αποτυχημένο κράτος, ένα πολύ αδύναμο κράτος, υπό τον σχεδόν πλήρη έλεγχο μεγάλων παγκόσμιων δυνάμεων ή παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως το ΔΝΤ και ούτω καθεξής – υπάρχουν μεγάλα ζητήματα σχετικά με την πολιτική φωνή που έχουν να κάνουν με αυτό το ευρύτερο επίπεδο· όχι μόνο εντός ενός  κράτος, αλλά στο παγκόσμιο σύστημα ως τέτοιο. Και νομίζω ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε αυτά τα ζητήματα είναι μέσα από την έννοια της εκπροσώπησης. Έτσι, η ιδέα τώρα θα ήταν να σκεφτούμε για τρεις διαστάσεις της δικαιοσύνης – τρεις διαφορετικές μορφές αδικίας, αν θέλετε, την άνιση διανομή, την μη-αναγνώριση και τη στρεβλή ή μη-εκπροσώπηση, ή αλλιώς, τη λανθασμένη πλαισίωση των ζητημάτων της πολιτικής.

Οπότε πως το θα εξηγούσατε αυτό με όρους κοινωνικών κινημάτων ή πολιτικής; Σκέφτομαι την Ευρώπη, για παράδειγμα – Υπάρχει μια συζήτηση σχετικά με το πώς αρθρώνονται οι πολιτικές υποκειμενικότητες, για το αν αυτό μπορεί να συμβεί χωρίς οι πολιτικές ταυτότητας να μπουν σε αναμονή ούτε και να πάρουν τον έλεγχο. Επειδή εισάγετε την έννοια της αναπαράστασης ή της διεθνικότητας, μπορεί κανείς να χτίσει μια συλλογική δύναμη σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο χωρίς να δώσει έμφαση στην ταυτότητα, αλλά δίνοντας έμφαση, για παράδειγμα, στην εκπροσώπηση; Πώς προτείνετε ότι θα μπορούσε να συμβεί;

Λοιπόν νομίζω, για παράδειγμα, ότι η όλη δομή και το πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι εν μέρει ζήτημα εκπροσώπησης. Απλώς και μόνο δυνάμει του γεγονότος ότι τώρα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, στο πλαίσιο της λεγόμενης Τρόικας, έχουν τεράστια εξουσία, τόσο μεγάλη, που είναι σε θέση, μέσω της επιβολής της λιτότητας και ούτω καθεξής, να ακυρώνουν τις εκλογές. Μπορούν να πουν στους Έλληνες, «Δεν με νοιάζει ποιον ψηφίσατε! Δεν μπορείτε να εφαρμόσετε αυτές τις πολιτικές!». Άρα, τα βασικά ζητήματα σχετικά με το που βρίσκεται η πολιτική εξουσία και η πολιτική φωνή, εντοπίζονται στη δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη σχέση της με την παγκόσμια οικονομική τάξη. Αυτά τα θέματα είναι πάνω και πέρα από τα προβλήματα ή ας πούμε ότι εναλλάσσονται με τα προβλήματα της αναγνώρισης και της διανομής. Επειδή υπάρχουν θέματα που έχουν να κάνουν με την αναγνώριση στην Ευρώπη, όταν οι πλουσιότερες χώρες του Βορρά κοιτάνε περιφρονητικά τα PIGS – τις χώρες του Νότου, επειδή τάχα είναι τεμπέληδες και φοροδιαφεύγουν, κ.λπ. Πρόκειται για μια παλιά γνωστή ιστορία αναγνώρισης. Αλλά το σημείο που την καθιστά πραγματικά θανάσιμη είναι το σημείο όπου διασταυρώνεται με το δομικό πρόβλημα της ΕΕ, έτσι ώστε – και φυσικά αυτό έχει να κάνει με τη δημιουργία του ίδιου του Ευρώ – βλέπουμε ότι μπορούν να επιβάλλονται μέτρα λιτότητας ενάντια στη δημοκρατική έκφραση.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο CTXT

Μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

 

Διαβάστε ακόμα

Ο φεμινισμός που το να είσαι “έξυπνη και ευέλικτη” σημαίνει να πατάς πάνω στις άλλες

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

 

Share

Η Στέλλα Μπελιά για το Σύμφωνο Συμβίωσης, τις ΛΟΑΤ διεκδικήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα στον καιρό της κρίσης

ΜΚΟ-Οικογένειες-Ουράνιο-Τόξο

του Άλκη Δελαντώνη και της Ιουλίας Λειβαδίτη

Η Στέλλα Μπελιά είναι ΛΟΑΤ ακτιβίστρια και πρόεδρος της οργάνωσης Οικογένειες Ουράνιο Τόξο, που εκπροσωπεί τις οικογένειες με ομόφυλους γονείς και τα παιδιά τους και παλεύει για πολιτικές ίσων ευκαιριών. Εργάζεται ως νηπιαγωγός στην Αθήνα και μεγαλώνει δύο παιδιά με τη σύντροφό της.

Η ψήφιση του Συμφώνου Συμβίωσης στην Ελλάδα το Δεκέμβρη 2015 έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα των ΛΟΑΤ δικαιωμάτων στην ελληνική κοινωνία και είναι σε αυτό το πλαίσιο που το Rethinking Greece ζήτησε από τη Στέλλα Μπελιά να απαντήσει σε ερωτήσεις για τη σημερινή κατάσταση των ΛΟΑΤ ατόμων στην Ελλάδα, την ατζέντα για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε συνθήκες κρίσης και φτωχοποίησης, τις αντιλήψεις για την ομοφυλοφιλία στην κοινή γνώμη, καθώς και τις πιθανές συγκρούσεις μεταξύ πιο παραδοσιακών αξιών και φιλελεύθερων απόψεων, που διαπερνούν τη διεθνή ΛΟΑΤ ατζέντα.

Η πρόσφατη ψήφιση του Συμφώνου Συμβίωσης με ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία χαιρετίστηκε ως ένας σημαντικός σταθμός στην ιστορία των ΛΟΑΤΚΙ διεκδικήσεων στην Ελλάδα. Πώς αποτιμάτε εσείς την εξέλιξη αυτή?

Σε γενικές γραμμές για μας ήταν μεγάλη απογοήτευση καθώς το νομοσχέδιο στο δρόμο προς τα εμπρός άφησε τα παιδιά μας πίσω. Μέχρι την τελευταία στιγμή πιστεύαμε ότι τόσο ο νομοθέτης όσο και βουλευτές θα φρόντιζαν να προστατεύσουν την ομάδα εκείνη των πολιτών που έχει ανάγκη περισσότερο από όλες και όλους για προστασία: τα ανήλικα παιδιά. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν έγινε. Από την άλλη αυτός ο νόμος έδωσε τον απαραίτητο ζωτικό χώρο ώστε πολλές και πολλοί άνθρωποι να μιλήσουν επιτέλους ανοιχτά για τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό, να οργανώσουν την ζωή τους σε άλλη βάση και να λύσουν πολλά και καθημερινά προβλήματα. Είδα χθες ένα κυνηγημένο ζευγάρι να υπογράφει σύμφωνο συμβίωσης και να το καταθέτει στο Δήμο Κορίνθου, Μετά από αυτό η ζωή τους θα γίνει τουλάχιστον ευκολότερη και αυτό έχει μεγάλη αξία.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι μιλάμε όχι για υποθετικά πρόσωπα αλλά για ανθρώπους που υπάρχουν και ζουν δίπλα μας. Νομίζω ότι το συγκεκριμένο νομοσχέδιο αν και δεν θα οδηγήσει ορδές ανθρώπων στα συμβολαιογραφία και στα ληξιαρχεία κάπως θα εκπαιδεύσει την κοινωνία σε μια πραγματικότητα που ή ήταν κρυμμένη από μόνη της ή δεν ήθελαν κάποιοι να την δουν.

Με αφορμή τις εντεινόμενες μεταναστευτικές ροές στην Ευρώπη, εκφράζονται από κάποιους φόβοι για αλλοίωση του «ευρωπαϊκού τρόπου ζωής» από την εισροή στην Ευρώπη πληθυσμών με άλλη θρησκεία, άλλα ήθη και έθιμα και διαφορετικές αξίες. Κατά πόσο η συζήτηση αυτή αφορά τα ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα?

Οι πρόσφυγες είναι γενικά ένα ζήτημα που μάλλον αφορά τους πάντες και τα πάντα. Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις στην ιστορία μετά τους δύο παγκόσμιους πολέμους. Σίγουρα οι άνθρωποι αυτοί προέρχονται από χώρες με διαφορετικές νόρμες αλλά αυτό τι μπορεί να σημαίνει; Συνήθως κρατάς από το παρελθόν ήθη κι έθιμα ανώδυνα που δεν δυναμιτίζουν τη ζωή σου στο παρόν και στο μέλλον. Οι δικοί μας όταν πήγαν μετανάστες στην Γερμανία στις ΗΠΑ στην Αυστραλία κλπ αυτά που κράτησαν ήταν οι μεγάλες γιορτές και κυρίως τα διασκεδαστικά τους κομμάτια, το σουβλιστό αρνί το Πάσχα όχι ας πούμε την «βεντέτα» ανάμεσα σε οικογένειες.

Τώρα σε σχέση με τον «ευρωπαϊκό τρόπο ζωής», δεν βλέπω να τον βιώνουμε στην χώρα ιδιαίτερα, καθώς έχουμε να αντιμετωπίσουμε τη δική μας θρησκεία με όλους τους υψηλόβαθμους ιεράρχες, είτε είναι χαμηλών τόνων όπως ο Αρχιεπίσκοπος είτε είναι σαν τον μητροπολίτη Καλαβρύτων και τον Θεσσαλονίκης, όπως και πολλά καλά εδραιωμένα στερεότυπα και ισχυρές αντιστάσεις ως προς αυτόν τον «ευρωπαϊκό τρόπο ζωής». Θυμηθείτε μόνο την προκλητική δήλωση Έλληνα πολιτικού για τον πρωθυπουργό του Λουξεμβούργου. Αυτή η Ευρώπη λοιπόν δεν έχει ακόμα μπει για τα καλά στην χώρα μας.

Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες έχουν μπει σε μία τροχιά κατοχύρωσης δικαιωμάτων για όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού. Πιστεύετε ότι η μάχη αυτή έχει σε μεγάλο βαθμό ήδη κριθεί ή φοβάστε ότι μία ανακατάταξη στην Ευρώπη, θα μπορούσε να φέρει στο προσκήνιο δυνάμεις που ενδεχομένως θα απειλούσαν τις κατακτήσεις αυτές;

Βλέπουμε ότι σε πολλά επίπεδα δικαιώματα που νομίζαμε ότι είναι παγιωμένα και αδιαπραγμάτευτα –π.χ. στον εργασιακό χώρο- χάνουν τον αδιαπραγμάτευτο χαρακτήρα τους και ξαναμπαίνουν στο τραπέζι για νέες διαπραγματεύσεις, καταργούνται κλπ. Θα μπορούσε κάλλιστα να συμβεί το ίδιο και με τα ανθρώπινα δικαιώματα καθώς οι συγκεκριμένες οικονομικο-πολιτικές συγκυρίες ευνοούν την ανάπτυξη συντηρητικών ομάδων, κομμάτων κλπ που σε μεγάλο βαθμό αντλούν την πολιτική τους δύναμη από ανθρώπους που πριν στήριζαν τον φιλελεύθερο χώρο. Ας δούμε τι γίνεται στη χώρα μας, από όσους στηρίζουν την Χ.Α. οι περισσότεροι ανήκαν πριν στις τάξεις της Ν.Δ., καθώς ήταν πιο «κοντά» στα δικά τους πρότυπα. Μπορεί λοιπόν μια τέτοια κατάσταση να οδηγήσει χώρες όπως π.χ. η Γαλλία, που έχει κάνει σημαντικά βήματα για την ισότητα για όλους, με μια ενδεχόμενη εκλογική νίκη της Μαρί Λεπέν να κατρακυλήσει σε πολιτικές που θα είναι ρατσιστικές, ομοφοβικές κλπ.

Σε ποιο βαθμό πιστεύετε ότι η οικονομική κρίση και το πρόβλημα της φτώχειας στην Ελλάδα έχει επηρεάσει τη συζήτηση για τη λεγόμενη δικαιωματική ατζέντα?

Αν σκεφτούμε πως διαβαθμίζονται π.χ. στην πυραμίδα του Maslow οι ανθρώπινες ανάγκες, θα δούμε ότι στη βάση της υπάρχουν οι ανάγκες για επιβίωση (φαγητό, νερό κλπ) και η αμέσως επόμενη βαθμίδα αφορά την ασφάλεια: σωματική,  εργασίας,  πόρων, υγείας, περιουσίας κλπ. Με την οικονομική κρίση υπάρχει αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων που δεν μπορεί να ικανοποιήσει ούτε καν τις ανάγκες της βάσης της πυραμίδας, δεν έχει να φάει, και είναι ακόμα μεγαλύτερος ο αριθμός εκείνων των ανθρώπων που αν και μετά βίας ικανοποιεί την βάση της δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες της αμέσως επόμενης βαθμίδας γιατί είναι χωρίς εργασία, χωρίς πρόσβαση στο σύστημα υγείας, κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του γιατί αδυνατεί να πληρώσει τα δάνεια που έβαλε για να το αποκτήσει. Είναι λοιπόν πολύ δύσκολο ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε μια από τις παραπάνω θέσεις να θελήσει να ασχοληθεί με τις υπόλοιπες βαθμίδες ως την κορυφή της πυραμίδας που αφορούν την κοινωνική αποδοχή, την αυτοεκτίμηση και την αυτοπραγμάτωση. Πώς να μιλήσεις στους ανθρώπους για ανθρώπινα δικαιώματα όταν είναι σε μια τόσο δύσκολη θέση; Από την άλλη είναι καθήκον κάθε ευνομούμενης πολιτείας να προσπαθεί να δημιουργήσει όλες εκείνες τις προϋποθέσεις ώστε κανένας πολίτης της να μην υφίσταται διακρίσεις για κάτι που τυχαία είναι. Η φτωχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας δεν μπορεί να εμποδίσει την πολιτεία να φροντίσει ώστε να εξασφαλίσει ίσα δικαιώματα για όλους τους πολίτες.

Ποιον ρόλο θα μπορούσε να διαδραματίσει η δημόσια εκπαίδευση στην καλλιέργεια των ηθών, των στάσεων και των κοινωνικών αντιλήψεων για τα ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα; Και με ποιες συγκεκριμένες παρεμβάσεις της Πολιτείας; Ποια εμπόδια μπαίνουν και από ποιούς σε μια τέτοια αλλαγή πορείας της ελληνικής εκπαίδευσης;

Η ελληνική εκπαίδευση έχει καταρχήν μια συγκεκριμένη μειονεξία: το υπουργείο Παιδείας της χώρας μας –με όλους τους τίτλους που έχει αλλάξει με την πάροδο των χρόνων όπως Πολιτισμού, Αθλητισμού, Δια βίου Μάθησης, Έρευνας κοκ- δεν έχασε ποτέ από το όνομά του τον τίτλο του «Θρησκείας». Όταν λοιπόν ένα τόσο κοσμικό θέμα όπως είναι η εκπαίδευση των νέων ανθρώπων και πολιτών πάει πακέτο με την Θρησκεία, μας εξομοιώνει ως ένα βαθμό με θεοκρατικά καθεστώτα. Αυτό από μόνο του μάλλον δεν μπορεί να επιτρέψει τις αλλαγές εκείνες που χρειάζεται η εκπαιδευτική διαδικασία ώστε να είναι συμπεριληπτική και να οδηγήσει σε αλλαγές στα στερεότυπα για τα ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα. Θα φέρω το παράδειγμα των οικογενειών με ΛΟΑΤΚΙ  γονείς. Τα παιδιά μας με την είσοδό τους στο σχολείο από το νηπιαγωγείο ακόμα δεν βλέπουν καμία εικόνα της δικής τους οικογένειας σε κανένα σχολικό βιβλίο, από τους εκπαιδευτικούς υπάρχει μια καθαρή αξιολογική κρίση ότι η «καλύτερη» οικογένεια είναι η ετεροκανονική πυρηνική οικογένεια και ότι όλες οι άλλες οικογενειακές δομές είναι λίγο ως πολύ υποδεέστερες, χειρότερες κοκ. Έτσι τα παιδιά μας λόγω των συγκεκριμένων συνθηκών αναγκάζονται να αφήνουν την πραγματικότητα που βιώνουν στο σπίτι τους κάθε πρωί έξω από την πόρτα του σχολείου τους και να την ξαναβρίσκουν μόνο κατά την έξοδό τους από αυτό. Πολύ καιρό τώρα σαν οργάνωση στις «Οικογένειες Ουράνιο Τόξο» προσπαθήσαμε να το αλλάξουμε αυτό και με επαφές με τα διάφορα παιδαγωγικά τμήματα που θα βγάλουν τους μελλοντικούς εκπαιδευτικούς αλλά και με τη δημιουργία υλικού που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν όσες και όσοι θα ήθελαν να δείξουν την πολυμορφία των οικογενειακών δομών. Σε αυτόν τον τομέα συνεχίζουμε να εργαζόμαστε προσπαθώντας να δημιουργήσουμε τουλάχιστον το υλικό. Τώρα φτιάχνουμε ένα αλφαβητάρι για φωνολογική ενημερότητα παιδιών προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας όπου το κείμενο του εκτός από τα φωνήματα και άλλα θέματα που θέτει το αναλυτικό πρόγραμμα για το νηπιαγωγείο (ενεργητική ακρόαση, χρήση Η.Υ. κλπ) περιέχει εικόνες και αναφορές σε πολλές πιθανές οικογενειακές δομές ώστε όλα τα παιδιά να μπορούν να δουν μια οικογένεια που μοιάζει με τη δική τους μέσα σε αυτό.  Παράλληλα βάζουμε το θέμα αυτό σε ευρωπαϊκά συνέδρια όπως το OMEP ώστε η πληροφορία να φτάσει τελικά από έξω προς τα μέσα. Τέλος είμαστε σε επικοινωνία με οργανισμούς στο εξωτερικό όπως το Schools Out ώστε να μάθουμε από την πολυετή πείρα τους στο συγκεκριμένο τομέα πώς να οδηγήσουμε τον σχολικό θεσμό προς τα εμπρός και να τον φτάσουμε εκεί που πρέπει να είναι, σε ένα σχολείο που θα χωράει όλα τα παιδιά.

Στο πρόσφατο Συνέδριο της οργάνωσής σας Οικογένειες Ουράνιο Τόξο ακούστηκε συχνά η λέξη «φόβος» από το στόμα νέων ανθρώπων, που ζουν στην ελληνική επαρχία. Πιστεύετε ότι υπάρχει μία Ελλάδα δύο ταχυτήτων απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα, στη βάση του διαχωρισμού Κέντρο / Περιφέρεια; Πιστεύετε ότι στην Ελλάδα του 2016 είναι δυνατόν ένας ΛΟΑΤ πολίτης να ζήσει τη ζωή του ανοιχτά και με ορατότητα, χωρίς δυσμενείς επιπτώσεις στην επαγγελματική, προσωπική ή κοινωνική του ζωή;

Παραθέτω ένα μικρό κομμάτι από τη δημοσιευμένη ιστορία ενός gay της ελληνικής επαρχίας, την Λάππα, ένα χωριό σχεδόν δίπλα στην Πάτρα: «…, με έχουν δείρει αρκετές φορές. Με έχουν πάει σε ένα δάσος, μου έχουν πάρει τα ρούχα και μ’ έχουν αφήσει γυμνό. Αρχίσανε να με φτύνουνε και να με κλωτσάνε, για να γελάσουνε. Έρχονται έξω από το σπίτι και φωνάζουν ‘Βάλτε φωτιά στο σπίτι του πούστη’, μου έχουν κάνει πάρα πολλά. Και το χειρότερο είναι ότι η μητέρα μου αυτή τι στιγμή είναι άρρωστη με μια πολύ σοβαρή αρρώστια και δε σέβονται το γεγονός ότι θέλω να την βγάλω έξω μια βόλτα και με κράζουνε μπροστά της. Πηγή: www.lifo.gr»

Η υπόθεση της κακοποίησης αυτού του ανθρώπου έφτασε στα δικαστήρια και η ελληνική δικαιοσύνη δεν καταδίκασε τους θύτες αλλά αντίθετα ισχυρίστηκε ότι το θύμα και η ηλικιωμένη μητέρα του «προκαλούν»… Τι άλλο να προσθέσω, υπάρχει σίγουρα διαφορά ανάμεσα στη ζωή στο απρόσωπο πλήθος μιας μεγάλης πόλης όσο κι αν γνωρίζεις και σε γνωρίζουν στον καθημερινό σου μικρόκοσμο και στην ζωή σε ένα μικρό χωριό.  Η δεύτερη περίπτωση έχει σίγουρα περισσότερες δυσκολίες.

Σε κάποιες χώρες τα ΛΟΑΤ ζητήματα έχουν σημαντική θέση στην πολιτική ατζέντα, και τα πολιτικά κόμματα παρουσιάζουν στους πολίτες-εκλογείς τις θέσεις τους για αυτά, όπως και για τα άλλα ζητήματα πολιτικής. Συμβαίνει κάτι τέτοιο στην Ελλάδα;

Νομίζω ότι σταδιακά αυτό θα αρχίσει να γίνεται και στη χώρα μας, μέχρι σήμερα ήμασταν μηδαμινή και αμελητέα ποσότητα για τους πολιτικούς καθώς οι περισσότερες και οι περισσότεροι δεν δηλώνουν ανοιχτά ΛΟΑΤΚΙ και όλοι θεωρούσαν –με ελάχιστες αλλά φωτεινές εξαιρέσεις- ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων μας δεν θα επέφερε μεγάλες ανταμοιβές σε ψήφους ή ακόμα και θα είχε αρνητικό πολιτικό κόστος για όποιον όποια προασπίζονταν τα δικαιώματά μας. Ξαφνικά αρχίζει να αλλάζει το τοπίο καθώς πλέον όλοι κατανοούν ότι είμαστε μετρήσιμη δύναμη –σε αριθμούς ψήφων- εμείς και οι σύμμαχοί μας. Αυτό πιστεύω ότι σύντομα θα οδηγήσει σε αλλαγή πλεύσης ως προς τις διεκδικήσεις της κοινότητας σε αρκετά κόμματα στο μέλλον.

Πώς θα περιγράφατε τη στάση των ελληνικών ΜΜΕ απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα;

Καθαρή ανθρωποφαγία… Με εξαίρεση πάλι κάποιες εκπομπές της κρατικής τηλεόρασης και κάποιες εφημερίδες (δεν αναφέρω ονόματα για να μην ξεχάσω και αδικήσω κάποιους) στα περισσότερα κανάλια και στα ΜΜΕ ήταν απολύτως σαφές ότι χρησιμοποιούσαν θέματα που αφορούν τα ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα μέσα από την λογική της κλειδαρότρυπας και πάντα με άξονα το «είναι ένα επίκαιρο θέμα και αυτή την εποχή πουλάει». Ρώτησαν τους πιο απίθανους συνομιλητές αν μπορούμε να μεγαλώνουμε παιδιά ή όχι (ο Φαήλος Κρανιδιώτης ο Νίκος Καμένος κ.ά, διάφοροι ηθοποιοί όπως ο Μπέζος και διάφοροι τραγουδιστές όπως ο Γιώργος Μαργαρίτης κ.ά. κλήθηκαν να τοποθετηθούν –λες και η γνώμη τους μας αφορά και θα αποτελέσει κριτήριο για την απόφασή μας να γίνουμε γονείς ή όχι- για το εάν οι gay (όλη η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα για τα ελληνικά ΜΜΕ είναι gay, λεσβίες, τρανς κλπ, δεν υπάρχουν όλες και όλοι είμαστε απλώς gay) πρέπει να γίνουν γονείς ή «για το καλό των παιδιών» πρέπει να το αποφύγουν. Όλο αυτό το υποκριτικό ενδιαφέρον για τα παιδιά μας μπορεί να λείψει και εάν πραγματικά ενδιαφέρονται γι’ αυτά καλά θα κάνουν να πάψουν να τους στερούν τα δικαιώματά τους όπως έχει επισημάνει εδώ και καιρό και ο συνήγορος του Πολίτη και ο συνήγορος του Παιδιού. Αν κινδυνεύεις από την διέλευσή σου σε ένα σκοτεινό δρομάκι με μεγάλη παραβατικότητα δουλειά της πολιτείας δεν είναι να σε αποτρέψει ή να σου απαγορεύσει να διασχίσεις το στενάκι αλλά να τοποθετήσει άπλετο φωτισμό και να διασφαλίσει ότι δεν θα σου συμβεί κάτι κακό.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Rethinking Greece

Μετάφραση: Άλκης Δελαντώνης και Ιουλία Λειβαδίτη

 

Διαβάστε ακόμα

«Ήθελα να ζήσω τη δική μου αλήθεια»

«Τα παιδιά μας μπαίνουν στο σχολείο με δύο μαμάδες και βγαίνουν χωρίς μπαμπά»

Share

Anna Muylaert: «Ήθελα να αφηγηθώ μια καλή ιστορία, όχι να γράψω πολιτικό μανιφέστο»

anna

του Γιάννη Κοντού

Ένα βαθιά πολιτικό και με σαφώς ταξική «ανάγνωση» οικογενειακό δράμα επιβεβαιώνει τη ζωτικότητα του νοτιοαμερικάνικου σινεμά. Ο λόγος για την ταινία Η δεύτερη μάνα της Βραζιλιάνας Anna Muylaert, η οποία επιτέλους προβάλλεται από τις 14 Απριλίου στους κινηματογράφους, 1 και πλέον χρόνο μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ του Σάντανς, όπου οι πρωταγωνίστριές ατης Regina Casé και Camila Márdila απέσπασαν το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στην κατηγορία του Παγκόσμιου Σινεμά. Το φιλμ αφηγείται την ιστορία της Val (Regina Casé), η οποία εργάζεται ως εσώκλειστη νταντά, και ουσιαστικά ως πραγματική μητέρα, σε μεγαλοαστικό σπίτι στο Σάο Πάολο, έχοντας πλήρως εσωτερικεύσει και φυσικοποιήσει την ταξικά κατώτερη θέση της. Η εμφάνιση της νεαρής κόρης της Jéssica (Camila Márdila), την οποία έχει να δει επί πολλά χρόνια, στην πόλη, όπου σκοπεύει να δώσει εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, θα «πυροδοτήσει» μια σειρά από ανατροπές. Κουβεντιάζουμε με την Anna Muylaert, με αφορμή τη διεισδυτική της ταινία.

Φαίνεται ότι η Δεύτερη μάνα σε «ταλαιπώρησε» για πολλά χρόνια. Ποια ήταν η αφετηρία όλης της δημιουργικής διαδικασίας πίσω από το γύρισμα της ταινίας και γιατί χρειάστηκες τόσο μεγάλο διάστημα, για να την ολοκληρώσεις;

Ξεκίνησα να γράφω το σενάριο πριν από 20 χρόνια, όταν γέννησα το πρώτο μου παιδί και συνειδητοποίησα πόσο ευγενής απασχόληση είναι να ανατρέφεις ένα παιδί. Την ίδια στιγμή, παρατήρησα, επίσης, το βαθμό, στον οποίο το καθήκον αυτό είναι υποτιμημένο στη βραζιλιάνικη κουλτούρα. Στο κοινωνικό μου κύκλο, αντί να φροντίζεις το ίδιο σου το μωρό, πιο συχνά προσλαμβάνεις μια εσώκλειστη νταντά, στην οποία αναθέτεις την περισσότερη δουλειά, που θεωρείται βαρετή και σε «αδειάζει». Αλλά αυτές οι νταντάδες συχνά αναγκάζονται να αφήσουν τα δικά τους παιδιά σε κάποιον άλλο, για να χωρέσουν σε αυτό το πλαίσιο.

Αυτό το κοινωνικό παράδοξο υπήρξε για μένα ένα από τα πιο σημαντικά στη Βραζιλία, γιατί είναι πάντα τα παιδιά που βγαίνουν χαμένα- τόσο εκείνα των εργοδοτών, όσο και των νταντάδων. Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στο θεμέλιο της κοινωνίας μας, την εκπαίδευση.

Μου πήρε τόσα χρόνια, για να βρω τη σωστή ιστορία και να συγκεντρώσω χρήματα.

anna2

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της δουλειάς σου είναι ο βαθιά πολιτικός χαρακτήρας της, το γεγονός ότι «απογυμνώνει» τις ταξικές σχέσεις και τις σχέσεις εξουσίας στη Βραζιλία, χωρίς, ούτε μια φορά, να αναφέρεται σε κάποια πολιτική ιδεολογία ή όρο (Αριστερά, Δεξιά, Κέντρο), ή να γίνεται διδακτική. Ήταν συνειδητή επιλογή εξ αρχής, ή αποφάσισες πως αυτός ήταν ο πιο κατάλληλος τρόπος να αφηγηθείς τη συγκεκριμένη ιστορία;

Δεν ήταν καν απόφαση. Ήθελα να αφηγηθώ μια καλή ιστορία, όχι γράψω το οποιοδήποτε πολιτικό μανιφέστο.

Ταυτίζεσαι με τη ζωντανή παράδοση του νοτιοαμερικάνικου σινεμά, που συνδυάζει οξύ κοινωνικό και πολιτικό σχόλιο και μια ευαίσθητη ματιά στην ανθρώπινη κατάσταση;

Το ελπίζω! Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, οι αναφορές μου παραπέμπουν περισσότερο στον ιταλικό κινηματογράφο.

Η Regina Casé, η πρωταγωνίστριά σου, δίνει μια από τις πιο ολοκληρωμένες ερμηνείες των τελευταίων χρόνων τόσο σε λεκτικό, όσο και μη-λεκτικό επίπεδο, θυμίζοντάς μου πολύ το ταμπεραμέντο των γυναικών και των μητέρων της Μεσογείου. Πώς ήταν συνεργασία σας; 

Πράγματι συνεισέφερε πολύ στη διαμόρφωση των διαλόγων και το «χτίσιμο» του χαρακτήρα της. Υπήρξαν πολλές συζητήσεις, πρόβες και αυτοσχεδιασμοί.

Η εμφάνιση της κινηματογραφικής της κόρης, που ενσαρκώνεται υπέροχα από την Camila Márdila, λειτουργεί καταλυτικά με πολλούς τρόπους- κι όχι μόνο σε σχέση με την ήρεμη ριζοσπαστικοποίηση της μητέρας. Αντιμετωπίζεις, επίσης, τις νεότερες γενιές- ή τμήματά τους- ως «καταλύτες» της κοινωνικής αλλαγής;

Ναι, σίγουρα. Αλλά, αυτή τη στιγμή, στη Βραζιλία ο συγκεκριμένος χαρακτήρας φέρει μια ξεχωριστή κοινωνική σημασία, λόγω των πρόσφατων ενεργειών που κατόρθωσαν να συμπεριλάβουν εκατομμύρια φοιτητές χαμηλών κοινωνικών τάξεων στο πανεπιστήμιο.

Εκτός από παραγωγική σκηνοθέτρια τηλεταινιών και ταινιών μικρού μήκους, έχεις, επίσης, ασχοληθεί με την κριτική κινηματογράφου. Σε βοήθησε να διαμορφώσεις την κινηματογραφική σου προσέγγιση;

Ασφαλώς. Για να σκηνοθετήσεις μια ταινία, πρέπει όχι μόνο να αισθάνεσαι, αλλά και να κρίνεις όλη την ώρα.

anna3

Ποιοι σκηνοθέτες συνιστούν τις βασικές σου αναφορές/ πηγές έμπνευσης;

Οι δάσκαλοι. Ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, ο Φελίνι, ο Παζολίνι, ο Γκλάουμπερ Ρόχα, ο Γκοντάρ. Επίσης, οι Αδερφοί Κοέν, ο Γκας Βαν Σάντ, καθώς και σύγχρονοι Βραζιλιάνοι σκηνοθέτες, όπως ο Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιο και ο Κλαούντιο Ασίς.

Υπάρχει ένα «γυναικείο βλέμμα» στον κινηματογράφο, ή, απλώς, καλοί και κακοί σκηνοθέτες και σκηνοθέτριες; Τι καθιστά ένα φιλμ «καλό», κατά τη γνώμη σου;

Πιστεύω πως υπάρχει γυναικείο βλέμμα, αλλά νομίζω ότι δεν εξαρτάται από το φύλο του σκηνοθέτη. Ο Αλμοδόβαρ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Είναι δύσκολο να ορίσεις ένα «καλό» φιλμ, αλλά αυτό που τέτοιες ταινίες έχουν ως κοινό ίσως είναι ότι είναι ζωντανές, ότι λένε περισσότερα από όσα είχαν σκοπό να πουν.

Πόσο δύσκολη είναι η εξασφάλιση χρηματοδότησης για κινηματογραφικά εγχειρήματα στη Βραζιλία;

Δύσκολη όσο και οπουδήποτε αλλού. Το σινεμά απαιτεί πολλά χρήματα.

2 ταινίες σου (Η δεύτερη μάνα, Don’t call me son) έχουν προβληθεί σε φεστιβάλ τα 2 τελευταία χρόνια. Προς το παρόν ξεκουράζεσαι, ή είσαι στη διαδικασία προετοιμασίας μιας καινούριας ταινίας;

Ξεκουράζομαι!

Η φωτογραφία της Anna Muylaert είναι του Marcos Alves και εκείνες των 2 πρωταγωνιστριών της Aline Arruda.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Manuela Mandler από την εταιρεία παραγωγής της ταινίας, την Gullane, που με έφερε ταχύτατα σε επαφή με την σκηνοθέτρια.

Η ταινία της Anna Muylaert Η δεύτερη μάνα προβάλλεται από τις 14 Απριλίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Feelgood Entertainment.

Πηγή: εναντιοδρομίες

anna4

Share

Laura Bispuri: «Θέλαμε να στοχαστούμε πάνω στη μάχη για τη γυναικεία ανάπτυξη»

sworn-virgin

του Γιάννη Κοντού

Εμπνεόμενη από το ομότιτλο μυθιστόρημα της αλβανικής καταγωγής συγγραφέως και ντοκιμαντερίστριας Elvira Dones, η Ιταλίδα σκηνοθέτρια Laura Bispuri αφηγείται με την Ορκισμένη παρθένα, το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της, την ιστορία της Hana (Alba Rohrwacher), μιας γυναίκας που, ακολουθώντας έναν αρχαϊκό αλβανικό κώδικα τιμής, αποφασίζει να γίνει άντρας, ώστε να είναι ελεύθερη, απαρνούμενη την αγάπη και το σεξ. Με τα χρόνια, η ηρωίδα θα επιχειρήσει να ανακαλύψει εκ νέου την καταπιεσμένη σεξουαλική της ταυτότητα. Η ταινία της Laura Bispuri, μια συγκλονιστική σπουδή πάνω στη δόμηση της σεξουαλικής ταυτότητας και την καταστρεπτική επίδραση της πατριαρχίας, έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στην περσινή Μπερλινάλε και την ελληνική στο 56ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Από τις 7 Απριλίου προβάλλεται και στους κινηματογράφους. Συζητάμε με την σκηνοθέτρια.

Τόσο ο παππούς, όσο και ο πατέρας σου, έχουν υπάρξει κομμάτι του κινηματογραφικού χώρου. Πώς το γεγονός αυτό επηρέασε την επιλογή σου να ασχοληθείς με το σινεμά, κατ’ αρχήν; Και πότε τελικά αποφάσισες να υλοποιήσεις την κλίση σου;

Ο παππούς μου δούλευε ως σκηνογράφος και κατασκευαστής props σε πολλές παλιές σημαντικές ταινίες με πολύ γνωστούς σκηνοθέτες, όπως ο Ροσελίνι, ο Σκόλα, ο Μπερτολούτσι, και ο πατέρας μου είναι κριτικός του ιταλικού κινηματογράφου. Θα ήθελα, λοιπόν, τα χέρια του παππού μου και το μυαλό του πατέρα μου! Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι ένας καλός σκηνοθέτης θα είχε και τα δύο μαζί. Σίγουρα με επηρέασαν με την αγάπη τους για το σινεμά και μεγάλωσα στο σπίτι με αυτό το πάθος. Σε κάθε περίπτωση, συνειδητοποίησα την κλίση μου μόλις έπιασα μια κάμερα στα χέρια μου. Εκείνη τη στιγμή κάτι άλλαξε μέσα μου και κατάλαβα πως ήθελα να ασχοληθώ μόνο με αυτό στη ζωή μου.

Το ντεμπούτο σου βασίζεται στο, ή είναι εμπνευσμένο από το, μυθιστόρημα της αλβανικής καταγωγής συγγραφέως Elvira Dones με τον ίδιο τίτλο. Ήξερες για το θέμα του πριν διαβάσεις το βιβλίο; Σε ποιο βαθμό έμεινες πιστή στο πρωτότυπο και με ποια έννοια προχώρησες σε μια προσωπική διασκευή του; Γυρίστηκε το αλβανικό κομμάτι του φίλμ στην τοποθεσία, όπου ο κώδικας τιμής του Kanun εξακολουθεί, κατά κάποιο τρόπο, να επιβιώνει;

Δεν ήξερα τίποτε για το Kanun και τις «ορκισμένες παρθένες» πριν διαβάσω το βιβλίο. Όταν το διάβασα και αποφάσισα να γυρίσω την πρώτη μου ταινία μυθοπλασίας βασισμένη σ’ αυτό, άρχισα να μελετώ τον αλβανικό πολιτισμό με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Διάβασα ό,τι υλικό υπήρχε για το θέμα, ανθρωπολογικές μελέτες ή μυθιστορήματα, παρακολούθησα ντοκιμαντέρ, είδα φωτογραφίες και άκουσα τις ιστορίες πραγματικών ανθρώπων από αυτήν την περιοχή. Πήγα πολλές φορές στην ορεινή Αλβανία και συνάντησα πολλές «ορκισμένες παρθένες». Έτσι, δούλεψα πολύ με την σεναριογράφο μου, πιστεύοντας πως το πιο σημαντικό ήταν να σεβαστώ την «καρδιά» της ιστορίας και το χαρακτήρα, αλλά με την ελευθερία μιας άλλης γλώσσας, της γλώσσας του σινεμά. Στο τέλος, νομίζω ότι η Elvira το αναγνώρισε και αγάπησε την ταινία, επίσης λόγω της ελευθερίας και του σεβασμού.

Γύρισα όλο το αλβανικό κομμάτι στην Αλβανία και το ιταλικό στην Ιταλία. Το αλβανικό, πιο συγκεκριμένα, γυρίστηκε σε μια περιοχή κοντά στα σύνορα με το Κόσοβο, που λέγεται Valbona. Μπορώ να πω πως ο κώδικας του Kanun επιβιώνει, καθώς και οι «ορκισμένες παρθένες», οι οποίες ζουν στη συγκεκριμένη ορεινή τοποθεσία.

Θα περιέγραφες την Ορκισμένη παρθένα ως μια κινηματογραφική «οδύσσεια» που αφηγείται τη σεξουαλική αφύπνιση, ή την εκ νέου ανακάλυψη της σεξουαλικής ταυτότητας της Hana, της πρωταγωνίστριάς σου; Βρίσκω ιδιαιτέρως εφιαλτικό το ότι είναι υποχρεωμένη να αποκηρύξει τη θηλυκότητά της, προκειμένου να διατηρήσει μια (ακρωτηριασμένη) ελευθερία. Έτσι δεν είναι;

Ναι, η ταινία περιγράφει την παράδοξη κατάσταση μιας «ορκισμένης παρθένας», μιας γυναίκας που αποφασίζει να γίνει άντρας, ώστε να είναι ελεύθερη σαν άντρας. Από εκείνη τη στιγμή, μπορεί να κάνει οτιδήποτε μόνο ένας άντρας συνήθως μπορεί να κάνει. Αλλά το τίμημα που χρειάζεται να πληρώσει είναι πολύ υψηλό: μια ζωή χωρίς αγάπη και χωρίς σεξ. Έτσι, στην ιστορία η Hana αποφασίζει να γίνει «ορκισμένη παρθένα», αλλά, μετά από πολλά χρόνια, είναι σαν πέτρα. Το σώμα της είναι απολύτως παγωμένο. Κατά την εξέλιξη της ταινίας, ο Mark επιχειρεί να χρησιμοποιήσει το σώμα του/της, για να ανακαλύψει εκ νέου το θηλυκό κομμάτι του εαυτού του/της. Έτσι, ξεκινά ένα δυνατό εσωτερικό ταξίδι, μέσα στην ταυτότητά της και την ελευθερία. Στο τέλος της ταινίας, η Hana/Mark, που σε όλη την προηγούμενη διάρκεια ήταν ένα πολύπλοκο άτομο, γίνεται ένας ελεύθερος άνθρωπος, ο οποίος αντλεί δύναμη από αυτήν την πολυπλοκότητά του.

Μιλώντας για σεξουαλικές ταυτότητες/ταυτότητες φύλου, σε ποιο βαθμό εκτιμάς ότι καθορίζονται ή καταπιέζονται από τις κοινωνικές νόρμες, ανεξαρτήτως του είδους της κοινωνίας, όπου κάποιο άτομο ζει;

Η ταινία θέτει πολλά ερωτήματα σχετικά με τη θηλυκότητα και την ελευθερία, τη θηλυκότητα και την ταυτότητα. Η «κόκκινη γραμμή» που διαπερνά το φίλμ είναι αυτή, και θέλουμε να ρωτήσουμε πόσο ελεύθερη είναι η γυναίκα σε ένα πολύ αρχαϊκό και δυνατό μέρος, όπως η ορεινή Αλβανία, αλλά και μια σύγχρονη τοποθεσία, όπως η βόρεια Ιταλία. Στην Ιταλία, στην πραγματικότητα ο Mark συναντά την Jonida, την κόρη της αδελφής του/της, ένα κορίτσι που ασκείται στη συγχρονισμένη κολύμβηση. Αυτό το άθλημα είναι ιδιαίτερο, γιατί τα κορίτσια φοράνε μακιγιάζ, ενώ βρίσκονται στο νερό, μοιάζουν πολύ το ένα με το άλλο, είναι υποχρεωμένα να χαμογελάνε, ακόμη κι αν είναι πολύ κουρασμένα, και τους ζητούν πολλά, παρότι η προσπάθειά τους είναι αόρατη, καθώς συντελείται κάτω από το νερό. Έτσι, η Jonida είναι κλεισμένη σε ένα «κλουβί», ζει σε άπνοια, όπως ο Mark είχε ζήσει σε ένα είδος «κλουβιού», ένας είδος άπνοιας στα βουνά, μόνος για χρόνια. Οι ζωές τους συναντήθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αλληλοβοηθήθηκαν, προκειμένου να απελευθερωθούν από την άπνοια.

Στην ταινία θέλαμε να προβούμε σε ένα στοχασμό πάνω σ’ αυτήν τη μάχη για τη γυναικεία ανάπτυξη. Κι αυτή έλαβε χώρα σε πολύ διαφορετικές καταστάσεις και τόπους. Στο τέλος του φίλμ, η Jonida και ο Mark μιλάνε για την ελευθερία, και για μένα αυτή συνίσταται στην ελευθερία του ανθρώπινου χαρακτήρα, πέρα από τη θηλυκότητα και την αρρενωπότητα. Το πιο σημαντικό σημείο είναι εκείνο, κατά το οποίο η Hana/Mark αναγνωρίζει τον εαυτό της/του γι’ αυτό που πραγματικά είναι.

Νομίζεις πως υπάρχει αυτό που κάποιος θα μπορούσε να αποκαλέσει «γυναικείο βλέμμα» στον κινηματογράφο; Ή σου φαίνεται απλουστευτικό;

Το φοβάμαι λίγο αυτό. Νομίζω ότι καλές και κακές ταινίες υπάρχουν εξίσου από άντρες και γυναίκες σκηνοθέτες και σκηνοθέτριες. Το πρόβλημα είναι πως ο αριθμός των σκηνοθετριών είναι πολύ πολύ μικρός σε σχέση με εκείνο των αντρών. Κι αυτή είναι μια αντικειμενική κατάσταση παγκοσμίως. Σχετικά με το «γυναικείο βλέμμα», νομίζω ότι είναι πιθανό για τη σεξουαλικότητα, το γυναικείο σώμα, τους γυναικείους χαρακτήρες. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, είναι δύσκολο να βρεις αληθινούς και βαθείς γυναικείους χαρακτήρες στις ταινίες.

Η Alba Rohrwacher δίνει μια εξαιρετικά ειλικρινή, και συνάμα διακριτική, ερμηνεία ως Hana/Mark. Συνεργαστήκατε για τη διαμόρφωση του κινηματογραφικού της χαρακτήρα;

Ναι, δουλέψαμε πολύ στενά μαζί. Αγαπούσε το χαρακτήρα της Hana/Mark όπως κι εγώ, και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή. Συνεργαστήκαμε στη δόμηση του χαρακτήρα σε σχέση με τη σωματική μεταμόρφωση, γιατί δεν ήθελα μια μάσκα, μόνο λίγες αλλαγές. Επίσης, σε ό,τι αφορά την εσωτερική μεταμόρφωση, γιατί η ταινία ήθελε να αποτυπώσει ένα πολύ δυνατό ταξίδι μέσα στον Mark. Η όλη δομή του σεναρίου και του μοντάζ είχαν να κάνουν με την πολυπλοκότητα του Mark και το εσωτερικό ταξίδι αυτού του ατόμου.

Η ταινία σου έχει προβληθεί σε πληθώρα φεστιβάλ παγκοσμίως, προσελκύοντας την προσοχή και, σε μερικές περιπτώσεις, αποσπώντας βραβεία. Τι κέρδισες από αυτήν την εμπειρία; Σε «όπλισε» με περισσότερη αυτοπεποίθηση, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της καινούριας δουλειάς σου;

Είμαι πολύ ευτυχισμένη με αυτήν την εμπειρία. Είναι το όνειρο όλων των σκηνοθετών να έχουν τη δυνατότητα να παρουσιάσουν τη δουλειά τους παγκοσμίως. Έτσι, για μένα, ήταν πολύ σημαντικό να καταλάβω πως η ταινία έχει μια οικουμενική ιστορία και οικουμενικό αίσθημα, κι αυτό μου ήταν σαφές από τόσο διαφορετικά κοινά διεθνώς- στις Η.Π.Α., την Κίνα, τη Ρωσία, την Αφρική, την Ευρώπη… Τώρα δουλεύω πάνω στην επόμενη δουλειά μου και θα ήθελα να έχει μια ιστορία με αντίστοιχα οικουμενικό χαρακτήρα και αίσθημα.

Ευχαριστώ θερμά την Arianna Rossini από την εταιρεία παραγωγής του φίλμ, τη Vivo Film, που με έφερε σε επαφή με την σκηνοθέτρια.

Η ταινία της Laura Bispuri Ορκισμένη παρθένα προβάλλεται από τις 7 Απριλίου στους κινηματογράφους σε διανομή AMA Films.

Πηγή: εναντιοδρομίες

poster (2)

Share

Sarah Gavron: «Θέλαμε να αφηγηθούμε την ιστορία της καθημερινής γυναίκας»

soufrazetes

του Γιάννη Κοντού

Με υποδειγματικές ερμηνείες από τις πρωταγωνίστριες (Κάρεϊ Μάλιγκαν, Χέλενα Μπόναμ-Κάρτερ, Αν-Μαρί Νταφ) και συνυφαίνοντας δεξιοτεχνικά το προσωπικό με το πολιτικό, η ταινία της Sarah Gavron Οι Σουφραζέτες επιχειρεί να αφηγηθεί τις ιστορίες των καθημερινών γυναικών που ενεπλάκησαν στο κίνημα των Σουφραζετών. Η ταινία είχε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Διαγωνιστικό της περσινής Μπερλινάλε και προβάλλεται για δεύτερη βδομάδα στους κινηματογράφους. Με αυτήν την αφορμή, είχα μια διαφωτιστική κουβέντα με την σκηνοθέτρια.

Πώς γεννήθηκε η ανάγκη να ασχοληθείς με το συγκεκριμένο θέμα στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία;

Ήθελα να κάνω την ταινία επί πολλά χρόνια. Πάνω από 10, νομίζω. Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι το ζήτημα δεν είχε ποτέ αποτυπωθεί σε ταινία και υπήρχε αυτή η πραγματικά εκπληκτική ιστορία, όχι ευρέως γνωστή στη Μεγ. Βρετανία, παρότι πρόκειται για δικό μας κίνημα. Ακόμη κι αν μιλήσεις με φοιτητές, γνωρίζουν μόνο μερικές λεπτομέρειες κι εγώ δεν το διδάχτηκα στο σχολείο. Μόνο όταν ξεκίνησα να διαβάζω γι’ αυτό και μέσα από την έρευνα συνειδητοποίησα πως υπήρχαν αυτές οι γυναίκες, που θυσίασαν τόσα γι’ αυτόν το σκοπό, πήγαν φυλακή, έκαναν απεργίες πείνας, υπέστησαν αναγκαστική σίτιση, αντιμετώπισαν τεράστια βαναυσότητα στα χέρια της αστυνομίας και έχασαν δουλειές, σπίτια και οικογένειες, φάνταζε συναρπαστική, μια ιστορία που χρειαζόταν να ειπωθεί: όχι μόνο γιατί είναι ένα κριτικό κομμάτι της δικής μας ιστορίας, το οποίο πραγματικά είχε αντίκτυπο σε και άλλαξε την πορεία των ζωών μας σήμερα, αλλά και γιατί έχει απήχηση στις μέρες μας. Καθώς πραγματοποιούσαμε την έρευνα, καθίστατο, όλο και περισσότερο, παράξενα επίκαιρη. Την ίδια στιγμή, ανακαλύπταμε αυτές τις επιχειρήσεις αστυνομικής παρακολούθησης που διεξάγονταν εναντίον των σουφραζετών κι έπειτα διαβάζαμε στις εφημερίδες για την αστυνομική παρακολούθηση σήμερα, μετά για τον ακτιβισμό. Έμοιαζε να αντηχεί πολλά παγκόσμια γεγονότα. Επίσης, όπως ξέρουμε, αν και έχουμε μια πιο ισότιμη κοινωνία απ’ ότι πριν 100 χρόνια στη Μεγ. Βρετανία, υπάρχουν χώρες στον κόσμο, όπου οι γυναίκες μάχονται για βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Έτσι, η ιστορία ήταν καίρια.

Πόσο καιρό διεξήγαγες έρευνα για το θέμα της ταινίας;

Αφιερώσαμε περίπου 6 χρόνια.

Πολύς καιρός!

Οι ταινίες χρειάζονται πολύ καιρό, έτσι κι αλλιώς! Κινηθήκαμε προς πολλά διαφορετικά «μονοπάτια», πριν αποφασίσουμε ποιο θα ακολουθήσουμε. Θα έπρεπε να είναι μια ταινία για την Emmeline Pankhurst; Σε ποιες γυναίκες, ποια περίοδο θα έπρεπε να εστιάσουμε; Καθώς το κίνημα είχε διάρκεια 50 χρόνων και ήταν χιλιάδες οι γυναίκες που ενεπλάκησαν σ’ αυτό, υπήρχαν, συνεπώς, πολλοί διαφορετικοί τρόποι να αφηγηθούμε αυτήν την ιστορία.

Γιατί, λοιπόν, αποφάσισες να εστιάσεις σε αυτούς τους χαρακτήρες, οι οποίοι, όπως αντιλαμβάνομαι, είναι εν μέρει βασισμένοι σε ιστορίες πραγματικών γυναικών και εν μέρει μυθοπλαστικοί;

Μας συνάρπασαν οι ιστορίες των γυναικών της εργατικής τάξης. Συχνά, οι ιστορίες των γυναικών έχουν περιθωριοποιηθεί στην ιστορία, γενικότερα, και εκείνες των γυναικών της εργατικής τάξης ακόμη περισσότερο. Όταν, λοιπόν, διαβάσαμε τις περιγραφές αυτών των γυναικών, που ήταν φτωχές, δούλευαν σε εργοστάσια, ενεπλάκησαν στο κίνημα και πραγματικά πέτυχαν πολλά από άποψη ακτιβισμού, οι φωνές τους ηχούσαν πολύ σύγχρονες. Επιπλέον, καταπιάνονταν με ζητήματα άνισης πληρωμής, δικαιωμάτων κηδεμονίας για τα παιδιά τους και σεξουαλικής κακοποίησης στο χώρο δουλειάς. Μου φάνηκε πως αυτή ήταν μια ενδιαφέρουσα και προσιτή εισαγωγή στο ζήτημα σε ό,τι αφορά ένα σύγχρονο κοινό, περισσότερο από το να αφηγηθώ την ιστορία μιας μορφωμένης γυναίκας της ελίτ, όπως η Pankhurst. Θέλαμε να αφηγηθούμε την ιστορία της καθημερινής γυναίκας, να ακολουθήσουμε το ταξίδι της και να το συνδέσουμε με τους ανθρώπους σήμερα. Ό,τι συμβαίνει στην Maud, την πρωταγωνίστρια, συμβαίνει σε γυναίκες, για τις οποίες διαβάσαμε. Δημιουργήσαμε ένα σύνθετο χαρακτήρα, με στοιχεία από ορισμένες διαφορετικές γυναίκες, χωρίς να περιοριστούμε υπερβολικά από την ιστορία ενός μόνο ατόμου.

Υποθέτω πως η ταινία σου είναι αρκετά ακριβής από ιστορικής άποψης.

Ναι, πολύ ακριβής. Συνεργαστήκαμε με πολλούς ιστορικούς συμβούλους, ιστορικούς που έχουν δουλέψει πάνω στο θέμα για περισσότερα από 30 χρόνια.

Γιατί αποφάσισες να διαλέξεις τις Κάρεϊ Μάλιγκαν, Χέλενα Μπόναμ-Κάρτερ και Αν-Μαρί Νταφ ως τις πρωταγωνίστριές σου; Σχετικά, δε, με την Μέριλ Στριπ, που υποδύεται την Emmeline Pankhurst, σε προβλημάτισε μήπως η παρουσία της εξέτρεπε την προσοχή του κοινού από την ίδια την ιστορία, ή νόμισες ότι θα προσέλκυε περισσότερο ενδιαφέρον για την ταινία σου;

Από άποψη casting, εκείνες ήταν οι ηθοποιοί που ήθελα πολύ στην ταινία και αντιπροσωπεύουν μια εκλεκτική γκάμα των ηθοποιών που έχουμε. Ήθελα να δουλέψω με την Κάρεϊ Μάλιγκαν στη συγκεκριμένη ταινία. Ήταν απολύτως κατάλληλη γι’ αυτόν το ρόλο. Είναι μια ηθοποιός που μπορεί να «κατοικήσει» ένα χαρακτήρα με τόση αληθοφάνεια, «γράφει» τόσο πολύ στην οθόνη. Ήταν η πρώτη που προσεγγίσαμε, μας είπε το «ναι» και ήμουν χαρούμενη που την είχαμε στην ταινία. Έπειτα, «χτίσαμε» το υπόλοιπο cast γύρω της. Ήταν, επίσης, συναρπαστικό να έχουμε την Χέλενα Μπόναμ-Κάρτερ σε ένα ρόλο που δεν την βλέπουμε να συνήθως να υποδύεται. Έχει κι αυτήν την παράξενη και προσωπική σύνδεση με την ιστορία, καθώς είναι η δισέγγονη του Χέρμπερτ Άσκουιθ, πρωθυπουργού της Μεγ. Βρετανίας των καιρό των σουφραζετών. Κι έπειτα, η Αν-Μαρί Νταφ είναι μια από εκείνες τις ηθοποιούς που είναι πολύ αληθοφανείς, επίσης. Ηχούσε ενδιαφέρον να δουλεύουν όλες αυτές οι γυναίκες μαζί, ως σύνολο.

Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία του casting για το ρόλο της  Emmeline Pankhurst, μιας εμβληματικής φυσιογνωμίας, η οποία στην ταινία εμφανίζεται μόνο σε μια σκηνή, συζητήσαμε για το ποια θα μπορούσε να τον υποδυθεί. Σκεφτήκαμε, λοιπόν, να βρούμε μια εμβληματική ηθοποιό, έτσι, πολύ σκόπιμα, διαλέξαμε την Μέριλ, γνωρίζοντας ότι, κατά κάποιο τρόπο, θα χρησιμοποιούσαμε τη δύναμή της ως star, όπως έκανε κι η Emmeline Pankhurst με τις γυναίκες εκείνον τον καιρό.

Έχει η ταινία σου δεχτεί αρνητική κριτική σε εγχώριο ή διεθνές επίπεδο;

Στη Μεγ. Βρετανία η κριτική την υποδέχτηκε καλά συνολικά και πραγματικά πήγε καλά εισπρακτικά, ήταν εμπορική επιτυχία. Ήταν μια δια-γενεακή κατάσταση, παρακολουθούσαν τις προβολές άτομα νεότερης και μεγαλύτερης ηλικίας. Πολλές νεαρές γυναίκες έγιναν περισσότερο συνειδητοποιημένες πολιτικά, αφότου είδαν την ταινία. Έλαβα, επίσης, πολλά μηνύματα, σύμφωνα με τα οποία ήταν η πρώτη φορά που είχαν ακούσει χειροκροτήματα σε σινεμά. Με εντυπωσίασε που άκουσα κάτι τέτοιο. Στη Μεγ. Βρετανία είμαστε αρκετά συγκρατημένοι, ξέρεις, σπάνια χειροκροτούμε στο τέλος μιας ταινίας!

Στις Η.Π.Α., η κατάσταση ήταν πιο περίπλοκη. Νομίζω πως δεν είναι αμερικανική ιστορία, οι Αμερικανοί είχαν το δικό τους κίνημα την ίδια περίοδο- όμοιο, από ορισμένες απόψεις, διαφορετικό, από ορισμένες άλλες. Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι εμείς ίσα που είχαμε έγχρωμες γυναίκες στη Μεγ. Βρετανία, ενώ στις Η.Π.Α., εξαιτίας της μετανάστευσης, υπήρχαν πολλές, που ενεπλάκησαν, επίσης, στο κίνημα. Και υπήρχε αυτός ο διαχωρισμός, η προκατάληψη, που διέτρεχαν το κίνημα, πως οι έγχρωμες αποκλείονταν, γεγονός, το οποίο χαρακτήριζε το αμερικανικό κίνημα. Έτσι, στις Η.Π.Α. το κοινό εκτίμησε την ταινία περισσότερο σε κάποιες περιοχές, λιγότερο σε άλλες, αλλά η ιστορία της δεν ήταν γνωστή, και, επίσης, δεν ήταν η αμερικανική ιστορία.

Ως πολιτικοποιημένος άνθρωπος και κινηματογραφίστρια, νομίζεις ότι οι επιθετικές τακτικές, όπως αυτές που χρησιμοποιήθηκαν από το κίνημα των Σουφραζετών, είναι αναγκαίες για ένα ταξικό, έμφυλο κίνημα, στον αγώνα του να κατακτήσει περισσότερα δικαιώματα;

Σίγουρα μπορώ να καταλάβω τι τις έκανε να στραφούν στην πολιτική ανυπακοή. Για 50 χρόνια, προσπαθούσαν να επιδράσουν στην αλλαγή μέσα από τη συνταγματική οδό, μέσα από διατύπωση αιτημάτων και ομιλίες, χωρίς κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Αυτές οι προσπάθειες κατέληξαν απλώς σε μια σειρά από αθετημένες υποσχέσεις από την πλευρά της κυβέρνησης και σε ένα επί της ουσίας μπλοκάρισμα από τον Τύπο, ο οποίος δεν ανέφερε τίποτα από όσα οι γυναίκες προσπαθούσαν να κάνουν. Μπορώ να αντιληφθώ πως αντιμετωπίστηκαν με αδιαλλαξία, η οποία τις οδήγησε να αναζητήσουν άλλους τρόπους να έρθουν σε επαφή με την κυβέρνηση. Κατά κάποιο τρόπο, «σκουντούφλησαν» πάνω στη μαχητική δράση. Αυτή η τεχνική σίγουρα είχε αντίκτυπο και προσέλκυσε προσοχή στο στόχο τους. Αυτό που είναι σημαντικό, κοιτάζοντας προς τα πίσω, επειδή η λέξη «τρομοκρατία» έχει χρησιμοποιηθεί για να χαρακτηρίσει τις ενέργειες αυτών των γυναικών, είναι ότι οι σύγχρονοι τρομοκράτες έχουν ως στόχο την ανθρώπινη ζωή, εκείνες ποτέ δεν είχαν έναν τέτοιο. Στόχευαν μόνο την ιδιοκτησία. Κανείς δεν πέθανε ως συνέπεια των ενεργειών τους, πέρα από μια δυο από τις ίδιες τις σουφραζέτες.

Κάποια σχέδια ή ιδέες για καινούρια ταινία;

Αυτή η ταινία υπήρξε το «μωρό» μου για πολύ καιρό. Αυτόν τον καιρό, δίνω πολλές διαλέξεις σε σχολεία, πανεπιστήμια, οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και θέλω να προκαλέσει συζητήσεις. Πέρα από αυτό, εξερευνώ, επίσης, την προοπτική δημιουργίας μιας καινούριας, αλλά είναι πολύ νωρίς για να πω περισσότερα.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την Sarah Gavron για την τηλεφωνική μας συνομιλία και την Sophie Glover, υπεύθυνη του Γραφείου Τύπου της  Pathé UK, για την πολύτιμη συμβολή της στη διοργάνωσή της.

Η ταινία της Sarah Gavron Οι Σουφραζέτες προβάλλεται για δεύτερη βδομάδα στους κινηματογράφους.

Πηγή: hitandrun

Share

Δίκη για την επίθεση των ΜΑΤ εναντίον των καθαριστριών – μια συνέντευξη με την Ευαγγελία Αλεξάκη

aleksaki-gkova

της Λίνας Φιλοπούλου

Την Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου οδηγούνταν στο δικαστήριο η υπόθεση της επίθεσης των αγωνιζόμενων καθαριστριών από τον αστυνομικό των ΜΑΤ έξω από το Υπουργείο Οικονομικών στις 10 Ιουλίου 2014. Ένας άντρας της διμοιρίας επιτέθηκε με μανία στις καθαρίστριες Ευαγγελία Αλεξάκη και Βάσω Γκόβα, που βρίσκονταν έξω από το Υπουργείο Οικονομικών για να διαμαρτυρηθούν για τη μη υλοποίηση της απόφασης για επανατοποθέτηση στη δουλειά τους και για την έλευση της τρόικας, και τις τραυμάτισε σοβαρά. Ο αστυνομικός μάλιστα, αντιστρέφοντας τα γεγονότα και διαψεύδοντας δεκάδες αυτόπτες μάρτυρες, κατέθεσε μήνυση εναντίον τους για απρόκλητη σωματική βλάβη, αντίσταση κατά της αρχής και εξύβριση. Παρότι η δίκη αναβλήθηκε λόγω της αποχής των δικηγόρων, με αφορμή το γεγονός συζητήσαμε με την Ευαγγελία Αλεξάκη.

Τι έγινε ακριβώς εκείνη τη μέρα; Μπορείς να μας περιγράψεις τα γεγονότα;

Εκείνη τη μέρα, όπως και άπειρες άλλες φορές στη διάρκεια του πολύμηνου αγώνα, δεχτήκαμε την επίθεση των ΜΑΤ έξω από το Υπουργείο Οικονομικών. Αιφνιδιάζοντας τους αστυνομικούς που φρουρούσαν το Υπουργείο Οικονομικών, καταφέραμε να μην αφήσουμε να κατέβει το ρολό για να μην κλείσει η είσοδος του Υπουργείου. Η επέμβαση των ΜΑΤ ήταν άμεση. Εμένα με άρπαξε ένας άντρας των ΜΑΤ και μου γύρισε το χέρι με τόσο βίαιο τρόπο που υπέστην ολική ρήξη στον υπερακάνθιο και υποακάνθιο τένοντα, όπως φάνηκε από τη μαγνητική τομογραφία. Προσήγαγαν τη συναδέλφισσα Βάσω Γκόβα, αφού κατάφεραν να την αρπάξουν μετά από τραβήγματα. Την είχαν σχεδόν ξεγυμνώσει με τα χέρια τους. Την έβαλαν μέσα στην κλούβα με αυτόν τον βίαιο τρόπο που φαίνεται και στα βίντεο και στις φωτογραφίες τραυματίζοντάς την στα πλευρά.

Εδώ και τρεις μήνες δεν μπορώ να εργαστώ καθόλου, είμαι συνεχώς με αναρρωτικές άδειες. Δεν μπορώ να κάνω ούτε τις δουλειές του σπιτιού μου, περιμένοντας μέρα με τη μέρα να με καλέσουν για το χειρουργείο ελπίζοντας ότι θα αρχίσει η αποκατάσταση του χεριού.

Με αφορμή αυτή τη δίκη συστάθηκε και μια πρωτοβουλία από κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις, συνδικαλιστικές οργανώσεις, σωματεία, αλλά και άτομα, η «Πρωτοβουλία για τη δικαίωση των αγωνιζόμενων καθαριστριών», αναδεικνύοντας και υποστηρίζοντας το αίτημά σας που δεν είναι άλλο από το «να πάψει κάθε δίωξη κατά των αγωνιζόμενων καθαριστριών και η παραδειγματική τιμωρία του άνδρα των ΜΑΤ που χτύπησε την Ευαγγελία Αλεξάκη και Βάσω Γκόβα».

Ζω για τη μέρα που θα γίνει το δικαστήριο για να δείξω με το χέρι μου τον κύριο Τσοκαναρίδη. Θέλω να τιμωρηθεί, όχι μόνο γιατί εγώ υποφέρω εδώ και τόσο καιρό από το τραύμα που μου προκάλεσε, είναι καθαρά πολιτικό το ζήτημα για μένα. Δεν μπορεί ένας εργαζόμενος που βγαίνει στο δρόμο να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του και να διεκδικήσει τη ζωή του και την εργασία του να αντιμετωπίζεται από την κρατική καταστολή κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν μπορεί όποιος σηκώνει το κεφάλι να προσπαθούν να του το κατεβάσουν με τη βία. Δεν έχουν κανένα δικαίωμα να απλώνουν τα χέρια τους και να χτυπάνε κανέναν. Νιώθω μια αηδία, μας βρώμιζαν κάθε μέρα με τα χέρια τους. Ήμασταν και μεγάλες γυναίκες, από 45 μέχρι 60 χρονών. Χτυπούσαν τις μανάδες τους. Είχαμε απέναντί μας κάτι 25χρονα που χτυπούσαν γυναίκες στην ηλικία των μανάδων τους. Τα δικά μου τα παιδιά είναι μεγαλύτερα από αυτούς. Πως αυτοί οι άνθρωποι ακούμπαγαν τα χέρια τους επάνω μας; Με ποιο δικαίωμα; Δεν μπόρεσα ποτέ να το δεχτώ αυτό.

Όλοι μας πρέπει να αναδεικνύουμε αυτά τα ζητήματα, γιατί οι κύριοι που πληρώνονται με τα δικά μας τα λεφτά δήθεν για να μας προστατεύουν, δεν μπορούν να μας σακατεύουν για αυτονόητα δικαιώματα, γιατί η εργασία για μένα είναι δικαίωμα. Η δικαίωση ενός αγώνα δεν είναι μόνο προσωπική, είναι δικαίωση για όλους τους εργαζόμενους συνολικά. Ο αγώνας των καθαριστριών ήταν πολύ μεγάλος αγώνας. Είχε ψυχή, είχε αποφασιστικότητα, είχε πείσμα, δεν αφήσαμε να μας πάρουν τη ζωή από τα χέρια, απαιτήσαμε να την πάρουμε πίσω, δεν μείναμε στον καναπέ μας. Αυτός ο αγώνας είναι ένας σταθμός για άλλους αγώνες, τους οποίους πρέπει να στηρίξουμε όλοι μαζί, γιατί είναι πάρα πολλά όλα που πρέπει να διεκδικήσουμε στις μέρες μας, είναι πάρα πολλά αυτά που μας έχουν πάρει πίσω. Έχουμε χρέος, έχουμε υποχρέωση να αντιδράσουμε για μας, για τις δικές μας ζωές, αλλά και για τις γενιές που έρχονται πίσω μας, για τα παιδιά μας.

Σε τι φάση βρίσκεται αυτή τη στιγμή ο αγώνας των καθαριστριών; Τελείωσε με την επανατοποθέτησή σας στη δουλειά σας τον περασμένο Σεπτέμβριο ή συνεχίζεται με άλλον τρόπο;

Ο αγώνας των καθαριστριών δεν έχει τελειώσει ακόμα. Ακολουθούν ακόμα πολλά δικαστήρια για υποθέσεις κρατικής καταστολής. Αλλά όχι μόνο. Η επανατοποθέτησή μας έγινε από τη σημερινή κυβέρνηση, η οποία με μια πολιτική απόφαση μας ξαναγύρισε πίσω στις δουλειές μας. Και βέβαια ήταν το λιγότερο που θα μπορούσε να κάνει. Ωστόσο το Μάιο του 2016 έχουμε το σημαντικό δικαστήριο στον Άρειο Πάγο, καθώς το δημόσιο επιμένει να μην αποσύρει την προσφυγή του. Τίποτα λοιπόν δεν έχει τελειώσει ακόμα από τον αγώνα που δώσαμε.

Μετά από 22 μήνες δεν είμαστε οι ίδιες. Όλο αυτό που ζήσαμε ήταν ένα μεγάλο σχολείο, όλες αυτές οι εμπειρίες δεν μας αφήνουν να είμαστε οι ίδιες που ήμασταν πριν από τον αγώνα. Εγώ προσωπικά δεν μπορώ να κάτσω άπραγη στο σπίτι μου, δεν μπορώ να σταματήσω ξαφνικά να διεκδικώ, δεν μπορώ να σταματήσω να απεργώ, δεν μπορώ να μην στέκομαι αλληλέγγυα δίπλα σε αυτούς που διεκδικούν. Σήμερα που κανένας δεν έχει σίγουρη τη δουλειά του, κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος. Γι’ αυτό πρέπει να οργανωθούμε, να στηρίξουμε ο ένας τον κλάδο του άλλου. Πρέπει να ενωθούμε όλοι μαζί για να πάρουμε πίσω τα δικαιώματά μας.

 

 

Share

Έμφυλη βία: η πραγματικότητα δεν συμβαδίζει με το νόμο

αρχείο λήψης

της Γιωργίας Μανώλη

Με αφορμή τις διάφορες δράσεις που λαμβάνουν ήδη χώρα στο πλαίσιο ενημέρωσης για την 25 Νοεμβρίου, την Παγκόσμια Ημέρα Εξάλειψης της Βίας κατά των Γυναικών, συζητήσαμε με τη Γεωργία Ροβόλα, κοινωνιολόγο του Κέντρου Συμβουλευτικής Υποστήριξης Γυναικών του Δήμου Κερατσινίου-Δραπετσώνας για τις δομές υποστήριξης θυμάτων έμφυλης βίας.

Μίλησε μας για την δουλειά σου στο Κέντρο Συμβουλευτικής Υποστήριξης Γυναικών  του Δήμου Κερατσινίου-Δραπετσώνας 

Στο Κέντρο εργάζομαι ως κοινωνιολόγος. Η δομή στελεχώνεται από 4 στελέχη, μια κοινωνική λειτουργό, μια ψυχολόγο, μια νομικό και την κοινωνιολόγο. Όταν μια γυναίκα απευθύνεται σε εμάς, καταρχήν γίνεται η υποδοχή όπου ανιχνεύεται το αίτημα και το κατά πόσο αφορά περιστατικό που μπορεί να εξυπηρετηθεί από τη δομή μας. Στη συνέχεια κλείνεται ραντεβού με την κοινωνική λειτουργό και αναλόγως τα αιτήματα της εξυπηρετούμενης με την νομικό, την ψυχολόγο κλπ. Μέρος της δουλειάς του/της κοινωνιολόγου είναι επίσης η δικτύωση με άλλους φορείς. Είναι σημαντικό να πούμε ότι ως Κέντρο ασχολούμαστε και με δράσεις πρόληψης που υλοποιούνται στην τοπική κοινότητα σε συνεργασία με τα σχολεία της περιοχής, τις δημοτικές βιβλιοθήκες κ.α. καθώς η πρόληψη σε μικρότερες ηλικίες αλλά και η διάχυση της πληροφορίας, για την ύπαρξη των δομών αντιμετώπισης της βίας κατά των γυναικών, είναι πολύ σημαντική.

Το Κέντρο Συμβουλευτικής Υποστήριξης Γυναικών Δήμου Κερατσινίου- Δραπετσώνας, το οποίο λειτουργεί από τον Οκτώβριο του 2013, εντάσσεται σε ένα δίκτυο δομών που έχουν δημιουργηθεί για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας μέσα στο πλαίσιο του «Εθνικού Προγράμματος για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών». Το δίκτυο αυτό περιλαμβάνει 61 δομές, τα Συμβουλευτικά Κέντρα της Γενικής Γραμματεία Ισότητας των Φύλων, τα Συμβουλευτικά Κέντρα των Δήμων και τους ξενώνες φιλοξενίας. Επιπλέον υπάρχει η 24ωρη τηλεφωνική γραμμή SOS 15900.

Ποιος/ά μπορεί να απευθυνθεί σε εσάς;

Δεχόμαστε γυναίκες που έχουν υποστεί κάθε μορφή βίας, σωματική, ψυχολογική, οικονομική ή έχουν καταπατηθεί τα ατομικά τους δικαιώματα λόγω φύλου. Δηλαδή απευθυνόμαστε σε γυναίκες που έχουν υποστεί ενδοοικογενειακή βία αλλά και σεξουαλική παρενόχληση, βιασμό, trafficking κ.α. Επιπλέον σε εμάς μπορεί να απευθυνθεί ο καθένας που επιθυμεί να λάβει πληροφόρηση σε σχέση με το ζήτημα της αντιμετώπισης της βίας κατά των γυναικών.

Πώς έχει επηρεάσει η οικονομική κρίση την εργασία σας; επίσης ποια η σχέση ανάμεσα στην κρίση και την έμφυλη βία; (παρατηρείται ότι έχει όντως αυξηθεί π.χ)

Καθώς είναι η πρώτη φορά που η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων υλοποιεί ένα ολοκληρωμένο και συγκροτημένο πρόγραμμα δράσης σε εθνικό επίπεδο για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας δεν υπάρχουν τα απαραίτητα συγκριτικά στοιχεία με την ύπαρξη της έμφυλης βίας σε περιόδους προ κρίσης. Η καθημερινή επαφή μας όμως με γυναίκες που υφίστανται βία στις σχέσεις τους δείχνει ότι η έλλειψη θέσεων εργασίας αποτελεί βασικό εμπόδιο στην εγκατάλειψη της κακοποιητικής σχέσης. Συμφωνούμε ότι το φαινόμενο της έμφυλης βίας είναι πολυπαραγοντικό και με αυτή την έννοια η οικονομική κρίση μπορεί να παίζει το ρόλο της αλλά δεν είναι και ο μόνος παράγοντας που συντελεί στην ύπαρξη ή την αύξηση του φαινομένου. Τα έμφυλα στερεότυπα, η πατριαρχική δομή της κοινωνίας μας αλλά και η αύξηση της βίας γενικότερα αποτελούν επίσης παράγοντες που επηρεάζουν και το φαινόμενο αντίστοιχα της έμφυλης βίας.

Στο δεκαήμερο δράσης για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών επισκεφτήκατε το AthensCon με τη βιωματική δράση «Πνίξε τη Βία». Ποια ήταν η ανταπόκρισή του κόσμου; 

Το AthensCon είναι ένα φεστιβάλ comic μεταξύ άλλων. Η παρουσία μας εκεί, ανάμεσα στα περίπτερα με super ήρωες και comic σίγουρα ήταν κάτι που πολλοί από τους επισκέπτες δεν περίμεναν να δουν. Τα comic συχνά περιέχουν πολλή βία. Έτσι η δράση μας είχε ως στόχο αφενός να αντιδιαστείλει τη χρήση της βίας που γίνεται με συμβολικό τρόπο στα comic με τη χρήση  της βίας που δεν μπορεί να αποτελεί επιλογή στην πραγματική ζωή και αφετέρου να ενημερώσουμε για το δίκτυο των δομών που υπάρχει για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών. Η συμμετοχή μας στο AthensCon έγινε ύστερα από πρόσκληση της επιμελήτριας εκθέσεων Βέρας Καρτάλου, η οποία εμπνεύστηκε και την δράση “Πνίξε τη βία”. Ο κόσμος, ανεξαρτήτου φύλου, ανταποκρίθηκε με πολύ θετικό τρόπο στη δράση μας. Άλλωστε υπήρχε και μια διασκεδαστική διάσταση σε αυτή τη δράση όπου ο επισκέπτης έριχνε ένα χάρτινο βατραχάκι origami μέσα σε ενα ενυδρείο “πνίγοντας” με αυτόν τον τρόπο τη βία που μπορεί να έχει υποστεί και ο ίδιος ή ίδια.

This slideshow requires JavaScript.

Τι άλλες δράσεις περιλαμβάνει το δεκαήμερο δράσης που οργανώνετε με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Εξάλειψης της Βίας;

Από τις 14 έως και τις 25 Νοέμβρη υλοποιούνται μια σειρά από δράσεις ευαισθητοποίησης μικρών και μεγάλων στον Δήμο μας. Το παιδικό καλλιτεχνικό εργαστήρι αλλά και τα παιδιά που συμμετέχουν στο Πρόγραμμα Ρομά που επίσης υλοποιείται στην Δήμο, θα ζωγραφίσουν το μήνυμά τους ενάντια στην βία κατά των γυναικών σε σελιδοδείκτες, οι οποίοι στη συνέχεια θα μοιραστούν μέσω των δημοτικών δανειστικών βιβλιοθηκών σε δημότες που τις επισκέπτονται. Επίσης αφιερώσαμε κάποιες μέρες όπου ενημερώνουμε δημότες σε κεντρικά σημεία της πόλης, για το δίκτυο δομών και τη δράση τους (street work). Στις 25 Νοεμβρίου θα προβάλουμε στον Πολιτιστικό Κέντρο “Μελίνα Μερκούρη” την ταινία Μητριαρχία σε σκηνοθεσία Ν. Κορνήλιου και θα ακολουθήσει συζήτηση με τον σκηνοθέτη, τους συντελεστές της ταινίας και εκπρόσωπο της  Διοτίμα.  Όπως καταλαβαίνετε για να υλοποιηθούν όλες αυτές οι δράσεις, πέρα από τα στελέχη του Κέντρου, έχουν συμμετάσχει και βοηθήσει και πολλοί άλλοι εργαζόμενοι αλλά και αιρετοί του Δήμου Κερατσινίου-Δραπετσώνας. Είναι μια συντονισμένη προσπάθεια προς τον κοινό σκοπό της ευαισθητοποίησης των πολιτών για τα ζητήματα της έμφυλης βίας με τίτλο “Η Πόλη στοχεύει ενάντια στην Βία”.

Στην Ισπανία πραγματοποιήθηκε στις 7/11 μια από τις μεγαλύτερες πορείες κατά της έμφυλης βίας. Επίσης παρατηρείται στην Ισπανία μεγάλη κινητοποίηση στο θέμα αυτό αντίθετα με την Ελλάδα που ακόμα και σήμερα πολλές φορές αντιμετωπίζει π.χ. το φόνο κάποια γυναίκας ως έγκλημα πάθους. Κάποιο σχόλιο επί τούτου;

Είναι αλήθεια ότι η Ισπανία όπως και η Ιταλία είναι πρωτοπόρες στα ζητήματα αντιμετώπισης  της έμφυλης βίας. Έχουν οργανωμένες δομές που λειτουργούν εδώ και πολλά χρόνια. Βέβαια η κρίση έχει πλήξει πολύ αυτόν τον τομέα με αποτέλεσμα πολλές δομές να κινδυνεύουν με κλείσιμο και εκεί. Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλά πράγματα που πρέπει να γίνουν ακόμα. Ζούμε το εξής παράδοξο: Η νομοθεσία που υπάρχει σε σχέση με την ενδοοικογενειακή βία είναι πιο μπροστά από τη νοοτροπία των ανθρώπων στη χώρα μας. Σίγουρα αν δεν αλλάξει και η νοοτροπία, τα στερεότυπα γύρω από το φύλο κ.λ.π. δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από το φαινόμενο της βίας κατά των γυναικών.

 

Διαβάστε ακόμα

10ημερο για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών στο δήμο Κερατσινίου-Δραπετσώνας

 

Share

Ο φεμινισμός που το να είσαι “έξυπνη και ευέλικτη” σημαίνει να πατάς πάνω στις άλλες

ρειζερ

των Γκάρυ Γκάτινγκ και Νάνσυ Φρέιζερ

Αυτή η συνέντευξη, η τελευταία σε μια σειρά για πολιτικά θέματα, συζητά φιλοσοφικά ζητήματα γύρω από το φεμινισμό. Συνομιλήτριά μου είναι η Νάνσυ Φρέιζερ, καθηγήτρια φιλοσοφίας και πολιτικής στο New School. Είναι συγγραφέας του βιβλίου “Fortunes of Feminism: From State-Managed Capitalism to Neoliberal Crisis”.

Γκάρυ Γκάτινγκ

Πρόσφατα έχεις γράψει: “Ως φεμινίστρια, πάντα υπέθετα ότι παλεύοντας για τη γυναικεία χειραφέτηση έχτιζα έναν καλύτερο κόσμο -με περισσότερη ισότητα- πιο δίκαιο και ελεύθερο. Τελευταία όμως έχω αρχίσει να ανησυχώ ότι … η κριτική μας για το σεξισμό εφοδιάζει πλέον την αιτιολόγηση νέων μορφών ανισότητας και εκμετάλλευσης”. Μπορείς να εξηγήσεις τι έχεις κατά νου;

Ο φεμινισμός μου πηγάζει από τη Νέα Αριστερά και ακόμα χρωματίζεται από τη σκέψη εκείνης της περιόδου. Για μένα ο φεμινισμός δεν σημαίνει απλώς το να τοποθετήσεις μια χούφτα μεμονωμένες γυναίκες σε θέσεις εξουσίας και προνομίων μέσα στις υπάρχουσες κοινωνικές ιεραρχίες. Σημαίνει το να υπερβείς αυτές τις ιεραρχίες. Αυτό απαιτεί το να αμφισβητήσεις τις δομικές πηγές της έμφυλης εξουσίας στην καπιταλιστική κοινωνία – πάνω από όλα το θεσμοποιημένο διαχωρισμό δύο ειδών πράξης: από τη μια την αποκαλούμενη “παραγωγική” εργασία, ιστορικά ταυτισμένη με τους άντρες και με ανταμοιβή το μισθό, και από την άλλη τις εργασίες “φροντίδας”, ιστορικά συχνά απλήρωτες και που ακόμα και σήμερα εκτελούνται κυρίως από γυναίκες. Κατά τη γνώμη μου, αυτός ο έμφυλος, ιεραρχικός διαχωρισμός μεταξύ “παραγωγής” και “αναπαραγωγής” αποτελεί μια καθοριστική δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας και πηγή των έμφυλων ασυμμετριών που έχει ενσωματωμένες. Δεν μπορεί να υπάρξει “χειραφέτηση των γυναικών” όσο αυτή η δομή παραμένει ανέγγιχτη.

Γιατί δεν μπορεί η ανταπόκριση σε φεμινιστικές ανησυχίες να αντιμετωπιστεί απλά ως ένα μεγάλο βήμα για να διορθωθούν τα κοινωνικά και οικονομικά ελαττώματα της καπιταλιστικής κοινωνίας μας και όχι ως μια ολική μεταλλαγή του συστήματος;

Σίγουρα μπορεί να αντιμετωπιστεί κατά αυτό τον τρόπο. Αλλά αμφισβητώ το κατά πόσο ο σημερινός φεμινισμός πραγματικά προχωρά σε αυτή την κατεύθυνση. Όπως το βλέπω, ο σύγχρονος κυρίαρχος φεμινισμός έχει υιοθετήσει μια προσέγγιση που δεν μπορεί να πετύχει δικαιοσύνη ούτε καν για τις γυναίκες, πόσο μάλλον για όλους τους άλλους. Το θέμα είναι ότι αυτός ο φεμινισμός εστιάζει στο να ενθαρρύνει μορφωμένες γυναίκες της μεσαίας τάξης να “κινηθούν έξυπνα και ευέλικτα”[1] και να “σπάσουν τη γυάλινη οροφή” – με άλλα λόγια να αναρριχηθούν σε εταιρικές καριέρες. Εξορισμού λοιπόν, οι αποδέκτριες αυτού του φεμινισμού μπορούν να είναι μόνο γυναίκες από τις τάξεις  των επαγγελματιών μάνατζερ. Και απουσία δομικών αλλαγών στην καπιταλιστική κοινωνία, αυτές οι γυναίκες μπορούν να ωφεληθούν μόνο πατώντας πάνω σε άλλες/ους – με το να φορτώνουν τη δική τους εργασία φροντίδας και νοικοκυριού πάνω χαμηλόμισθες, επισφαλείς εργαζόμενες και/ή μετανάστριες. Αυτός λοιπόν δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ένας φεμινισμός για όλες τις γυναίκες!

Και έχει και συνέχεια. Ο κυρίαρχος φεμινισμός έχει υιοθετήσει μια περιορισμένη οπτική για την ισότητα, προσανατολισμένη στην αγορά, που συμφωνεί πλήρως με τις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες εταιρικές ιδέες. Έτσι, τείνει να συντάσσεται με μια ιδιαίτερα αρπαχτική μορφή καπιταλισμού, όπου ο νικητής τα παίρνει όλα και η οποία ταΐζει τους επενδυτές κανιβαλίζοντας το βιοτικό επίπεδο όλων των άλλων. Ακόμα χειρότερα, αυτός ο φεμινισμός παρέχει άλλοθι σε αυτές τις επιδρομές. Ολοένα και περισσότερο, η νοοτροπία του φιλελεύθερου φεμινισμού είναι εκείνη που παρέχει το χάρισμα, την αύρα χειραφέτησης, από την οποία ο νεοφιλελευθερισμός αντλεί για να νομιμοποιήσει την ευρεία αναδιανομή του πλούτου προς τους λίγους.

Μπορείς να μας δώσεις μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο εσύ βλέπεις ο κυρίαρχος φεμινισμός να βοηθάει την καπιταλιστική εκμετάλλευση;

Σίγουρα. Κατά τη δεκαετία του ‘70 οι φεμινίστριες ανέπτυξαν μια δυναμική κριτική της μεταπολεμικής πολιτισμικής ιδέας γνωστής ως “οικογενειακός μισθός”. Σύμφωνα με αυτή, οι γυναίκες θα πρέπει να είναι νοικοκυρές πλήρους απασχόλησης ενώ οι σύζυγοί τους θα πρέπει να είναι οι μοναδικοί (ή έστω οι βασικοί) κουβαλητές, που θα κερδίζουν αρκετά ώστε να συντηρούν ολόκληρο το σπιτικό. Φυσικά, μόνο μια μειοψηφία οικογενειών στην Αμερική μπόρεσε να πραγματοποιήσει αυτό το πρόταγμα. Αλλά είχε τεράστια αξία σε μια φάση του καπιταλισμού στηριγμένη στη μαζική παραγωγή και τη σχετικά καλή και προστατευμένη εργασία των (κυρίως λευκών) αντρών. Όλα αυτά άλλαξαν ωστόσο με το ξέσπασμα του δεύτερου κύματος του φεμινισμού, που απέρριψε τον οικογενειακό μισθό ως σεξιστικό, ως ένα στήριγμα της αντρικής εξουσίας και της εξάρτησης των γυναικών. Σε αυτή τη φάση, το κίνημα ακόμα μοιραζόταν το αντικαπιταλιστικό ήθος της Νέας Αριστεράς. Η κριτική του δεν στόχευε στην απόδοση μεγαλύτερης αξίας στη μισθωτή εργασία και ακόμα λιγότερο στην απαξίωση της απλήρωτης εργασίας φροντίδας. Αντίθετα, οι φεμινίστριες αυτής της περιόδου αμφισβητούσαν τον ανδροκεντρισμό με τον οποίο η κοινωνία ιεραρχούσε “τα κέρδη πάνω από τους ανθρώπους”, την οικονομική παραγωγή πάνω από την κοινωνική αναπαραγωγή. Επιχειρούσαν να μετασχηματίσουν τις βαθιές δομές του συστήματος και τις αξίες του – εν μέρει με το να βγάλουν από το επίκεντρο τη μισθωτή εργασία και να δώσουν αξία στις μη αμειβόμενες δραστηριότητες, ειδικά στην κοινωνικά αναγκαία εργασία φροντίδας που γίνεται από γυναίκες.

Οπότε πώς άλλαξε αυτή η κριτική του οικογενειακού μισθού;

Σήμερα η φεμινιστική κριτική του οικογενειακού μισθού έχει λάβει μια συνολικά διαφορετική σκοπιά. Βασική της κατεύθυνση είναι η νομιμοποίηση του νέου, πιο “μοντέρνου” προτάγματος για νοικοκυριό με δύο εργαζόμενους, που απαιτεί την εργασία της γυναίκας ενώ συμπιέζει το χρόνο για την απλήρωτη εργασία φροντίδας. Αγκαλιάζοντας αυτό το πρόταγμα, ο σύγχρονος κυρίαρχος φεμινισμός συντάσσεται με τις ανάγκες και τις αξίες του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Αυτός ο καπιταλισμός έχει επιστρατεύσει τις γυναίκες στη μισθωτή εργασία μαζικά, ενώ έχει εξαγάγει τη μεταποίηση στον Παγκόσμιο Νότο, αποδυναμώνοντας τα συνδικάτα και προωθώντας χαμηλόμισθες και ευάλωτες θέσεις εργασίας. Αυτό βέβαια ουσιαστικά σημαίνει τη μείωση των πραγματικών μισθών, τη μεγάλη αύξηση των απαραίτητων ωρών αμειβόμενης εργασίας ανά νοικοκυριό για τη συντήρηση μιας οικογένειας και ένας απελπισμένος αγώνας για να μεταφερθεί η εργασία φροντίδας σε άλλους ώστε να απελευθερωθεί περισσότερος χρόνος για αμειβόμενη εργασία. Πόσο ειρωνικό είναι λοιπόν να δίνεται σε όλο αυτό ένα φεμινιστικό περιτύλιγμα! Η φεμινιστική κριτική του οικογενειακού μισθού που κάποτε στρεφόταν ενάντια στην απαξίωση της εργασίας φροντίδας από τον καπιταλισμό, τώρα χρησιμοποιείται ώστε να εντατικοποιηθεί η αξιοποίηση της μισθωτής εργασίας από τον καπιταλισμό.

Δεν εστιάζουν όμως όλες οι φεμινιστικές προσπάθειες στις γυναίκες των ανώτερων τάξεων. Τι θα έλεγες για τα προγράμματα που δίνουν μικρά δάνεια (“microcredit”) σε φτωχές γυναίκες σε αναπτυσσόμενες χώρες για να τις βοηθήσουν να αναπτύξουν μικρές επιχειρήσεις;

Χαίρομαι που ρώτησες για αυτό γιατί είναι ένα ακόμα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο φεμινιστικές ιδέες διαστρεβλώνονται για να υπηρετήσουν νεοφλιλελεύθερους, καπιταλιστικούς σκοπούς. Ο μικροδανεισμός προβάλλεται ως ένας τρόπος “ενδυνάμωσης” γυναικών σε φτωχές αγροτικές περιοχές του Παγκόσμιου Νότου. Ταυτόχρονα, υποτίθεται ότι εκπροσωπεί έναν νέο, πιο συμμετοχικό τρόπο για την καταπολέμηση της φτώχειας, που απελευθερώνει επιχειρηματικές από τα κάτω δυναμικές, ενώ αποφεύγει τη γραφειοκρατεία των μεγάλης κλίμακας κρατικών προγραμμάτων ανάπτυξης της προηγούμενης περιόδου. Κατά αυτό τον τρόπο ο μικροδανεισμός έχει να κάνει τόσο με την εξύψωση της αγοράς και τη δαιμονοποίηση του κράτους όσο και με την ισότητα των φύλων. Βασικά συνδέει αυτές τις ιδέες μαζί σε ένα αμφιλεγόμενο αμάλγαμα, επικαλούμενος το φεμινισμό για να συγκαλύψει την ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς.

Αλλά το όλο θέμα αποτελεί μια λαθροχειρία. Ο μικροδανεισμός έγινε μανία ακριβώς τη στιγνή που τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προωθούσαν τα προγράμματα “διαρθρωτικών αλλαγών” στον Παγκόσμιο Νότο – καθορίζοντας συνθήκες δανεισμού που απαιτούν από τα μεταποικιακά κράτη να απελευθερώσουν και να ιδιωτικοποιήσουν τις οικονομίες τους, να περικόψουν δημόσιες δαπάνες και να εγκαταλείψουν τα μακροπρόθεσμα προγράμματα κατά της φτώχειας και υπέρ της προώθησης της εργασίας. Και κατά κανένα τρόπο δεν μπορεί ο μικροδανεισμός να αντικαταστήσει αυτές τις πολιτικές. Κάθε υπόνοια για το αντίθετο αποτελεί μια σκληρή φάρσα.

Οπότε να που και πάλι τα φεμινιστικά προτάγματα χρησιμοποιούνται για να νομιμοποιήσουν πολιτικές που βλάπτουν σοβαρά τη συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών, καθώς και τα παιδιά και τους άντρες.

Μήπως το να συνδέεις το φεμινισμό με τη συνολική κριτική του καπιταλισμού τον κάνει τελικά μια χαμένη υπόθεση; Οι περισσότεροι/ες Αμερικανοί/ίδες θεωρούν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική στον καπιταλισμό.

Δεν είμαι καθόλου πεισμένη ότι ο μετασχηματισμός τους νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού είναι χαμένη υπόθεση. Μου φαίνεται ότι αυτό το κοινωνικό σύστημα είναι σε μια βαθιά, πολυδιάστατη κρίση -μια κρίση ταυτόχρονα οικονομική, οικολογική, κοινωνική και πολιτική- και κάτι θα πρέπει να δώσει, όπως έκανε και κατά τη δεκαετία 1930. Οπότε το ερώτημα θα έλεγα δεν είναι το αν ο καπιταλισμός θα μετασχηματιστεί, αλλά από ποιόν και σύμφωνα με τα συμφέροντα ποιών.

Θα ήθελα οι φεμινίστριες να ενωθούν με άλλα προοδευτικά και χειραφετητικά κοινωνικά κινήματα σε προσπάθειες τόσο θεωρητικές όσο και πρακτικές, που θα διαμορφώσουν τη κατεύθυνση της αλλαγής.

Αυτό σημαίνει να ελλαττωθούν οι προσπάθειες για βελτίωση της κατάστασης των γυναικών στο σημερινό καπιταλιστικό σύστημα προς όφελος μιας μελλοντικής επανάστασης;

Σε καμία περίπτωση! Αυτό που θα συνιστούσα είναι μια στρατηγική ενός “επαναστατικού ρεφορμισμού”, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του Γάλλου οικοσοσιαλιστή φιλοσόφου Αντρέ Γκορζ. Αυτό σημαίνει να συλλάβουμε και να προωθήσουμε μεταρρυθμίσεις που φέρνουν αληθινά αποτελέσματα στο σήμερα ενώ ταυτόχρονα ανοίγουν μονοπάτια σε πιο ριζοσπαστικούς αγώνες για βαθύτερες και πιο δομικές αλλαγές στο μέλλον. Οι φεμινίστριες μπορούν να αγγαλιάσουν αυτή την προσέγγιση με πιο αγνωστικιστικό πνεύμα. Δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε τώρα αν το τελικό αποτέλεσμα πρέπει να είναι μια μετακαπιταλιστική κοινωνία.

Η άποψή μου, όπως είπα και προηγουμένως, είναι ότι η αντρική κυριαρχία δεν μπορεί να αλλάξει αν δεν αλλάξει η βαθιά ριζωμένη καπιταλιστική ιεράρχηση που θεωρεί την οικονομική παραγωγή πιο σημαντική από την κοινωνική αναπαραγωγή. Για αυτό και θεωρώ ότι μια ριζοσπαστική αλλαγή είναι στην πραγματικότητα πιο ρεαλιστικός σκοπός από το να “κινηθούμε έξυπνα και ευέλικτα”. Παρόλα αυτά δεν θα με πείραζε καθόλου να αποδειχτεί ότι έχω άδικο. Αν μια νέα μορφή καπιταλισμού μπορούσε να απελευθερώσει τις γυναίκες (και εννοώ όλες τις γυναίκες) χωρίς να διαλύσει όλους τους άλλους, τότε είμαι μέσα. Οπότε λέω, ας προσπαθήσουμε για επαναστατικές μεταρρυθμίσεις και να δούμε πού θα μας οδηγήσουν.

Πολλές φεμινίστριες σήμερα ασχολούνται ιδιαίτερα με τις υποσυνείδητες προκαταλήψεις εναντίων των γυναικών -διακρίσεις που εκφράζονται ακόμα και από εκείνους/ες που συνειδητά υποστηρίζουν τα δικαιώματα των γυναικών, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των ίδιων των γυναικών. Πόσο σημαντικό θεωρείς ότι είναι αυτό το ζήτημα;

Οι υποσυνείδητες προκαταλήψεις κατά των γυναικών -και απέναντι σε οτιδήποτε θεωρείται “γυναικείο”- είναι διάχυτες στην κοινωνία μας. Και έχεις δίκιο: επηρεάζει τον τρόπο που οι ίδιες οι γυναίκες σκέφτονται τους εαυτούς τους, ακόμα και εκείνες που αυτοπροσδιορίζονται ως φεμινίστριες. Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά παραδείγματα, αλλά ένα από τα αγαπημένα μου είναι ένας γρίφος. Αφορά έναν χειρούργο της εντατικής που πρέπει να χειρουργήσει ένα αγόρι που τραυματίστηκε σε τροχαίο και του οποίου ο πατέρας σκοτώθηκε ακαριαία. Ο χειρούργος κοιτάζει το αγόρι στο πρόσωπο και λέει “Δεν μπορώ να χειρουργήσω, είναι ο γιός μου”. Ογρίφος είναι το πώς είναι αυτό δυνατόν.

Θα εκπλαγείς με το πόση ώρα παίρνει στους περισσότερους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων γυναικών και φεμινιστριών, για να καταλάβουν ότι ο χειρούργος είναι γυναίκα -πολλοί καταλήγουν μάλιστα στο ότι πρόκειται για ομοφυλόφιλο άντρα. Και φυσικά υπάρχουν πολλά ακόμα παραδείγματα που αναδεικνύουν καλύτερα τις επιπτώσεις, όπως τους τρόπους με τους οποίους οι σεξιστικές προκαταλήψεις επηρεάζουν τις αποφάσεις σχετικά με τα προσόντα αιτούντων εργασία.

Είναι όμως μόνο ζήτημα προσωπικών προκαταλήψεων, συνειδητών ή υποσυνείδητων;

Σε καμία περίπτωση. Οι κανόνες που κατηγοριοποιούν τα “αρρενωπά” χαρακτηριστικά πιο πάνω από τα “θηλυκά” είναι ενσωματωμένοι στις κοινωνικές πρακτικές και τους θεσμούς, συμπεριλαμβανομένων των νόμων, των ιατρικών πρακτικών, της εταιρικής κουλτούρας και των κριτηρίων για το ποιός δικαιούται την κοινωνική πρόνοια. Οπότε το ότι υπάρχει μέσα στα μυαλά των ανθρώπων δεν είναι και τόσο περίεργο. Ίσα ίσα, πολιτισμικές αξίες που υποτάσσουν τις γυναίκες είναι βαθιά ριζωμένες στις κοινωνικές δομές που ρυθμίζουν τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις στην καθημερινή ζωή. Οπότε ο φεμινισμός δεν μπορεί να αυτοπεριοριστεί στην αλλαγή συνειδήσεων. Πρέπει να εξαλείψουμε τις σεξιστικές αξίες από τους κοινωνικούς θεσμούς μας και να τις αντικαταστήσουμε με αξίες που θα καλλιεργούν την ίση συμμετοχή αντρών και γυναικών -και μεταξύ όλων.

Μπορείς να δώσεις μερικά παραδείγματα του πώς τέτοιες αξίες είναι ριζωμένες στις κοινωνικές πρακτικές μας και τους θεσμούς;

Φυσικά. Ορίστε ένα: αρκετά δικαστήρια έχουν αποφασίσει ότι το να μην δίνει ο εργοδότης άδεια εγκυμοσύνης δεν συνιστά έμφυλη διάκριση γιατί δεν στερεί από τις γυναίκες ένα προνόμιο που έχουν οι άντρες. Βασιζόμενες στην υπόθεση ότι το πρότυπο εργάτη είναι ο άντρας, αυτές οι αποφάσεις ουσιαστικά τιμωρούν τις γυναίκες επειδή είναι “διαφορετικές”. Όπως και το ότι οι σημερινές πολιτικές για την κοινωνική πρόνοια σπρώχνουν τις μητέρες μικρών παιδιών στην “εργασία”. Υπό τη σιωπηλή παραδοχή ότι η ανατροφή παιδιών δεν συνιστά εργασία, αυτές οι πολιτικές ουσιαστικά περιγράφουν τις αποδέκτριες ως τρακαδόρους που λαμβάνουν κάτι για να μην κάνουν τίποτα. Τέλος, οι νομικές νόρμες που ορίζουν τι σημαίνει αυτοάμυνα προϋποθέτουν μια τυπικά αντρική κοινωνικοποίηση, κατά την οποία κάποιος μαθαίνει να αποκρούει άμεσες επιθέσεις. Έτσι, κακοποιημένες γυναίκες που περιμένουν για ένα άνοιγμα για να χτυπήσουν τους κακοποιητές τους έχουν δυσκολία να ισχυριστούν αυτοάμυνα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, και υπάρχουν πολλές, πολλές ακόμη, οι θεσμοί και οι κοινωνικές πρακτικές μας λειτουργούν στη βάση ανδροκεντρικών και σεξιστικών κανόνων, που αποκλείουν τις γυναίκες από την πλήρη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή με ισότιμους όρους με τους άντρες.

Ένα άλλο μεγάλο ζήτημα για τις φεμινίστριες είναι αυτό που περιγράφεται ως “κουλτούρα βιασμού”, ειδικά στα πανεπιστήμια. Ποιά είναι η άποψή σου για αυτό;

Αυτό είναι σίγουρα ένα καυτό θέμα σήμερα, και θα πρέπει να ομολογήσω ότι μου δημιουργεί ανάμεικτα συναισθήματα. Κι αυτό εν μέρει γιατί πάντα με ανησυχεί όταν ένα θέμα γίνεται τόσο κυρίαρχο που επισκιάζει την υπόλοιπη φεμινιστική ατζέντα -όπως έχει γίνει και με τις αμβλώσεις στις ΗΠΑ. Αλλά και γιατί έχω ένα αίσθημα déjà vu – είναι σαν να ξαναπαίζουμε μια προηγούμενη διαμάχη μεταξύ ενός “προστατευτικού” ρεύματος φεμινισμού, που εστίαζε στη βία κατά των γυναικών και αναζητούσε λύσεις μέσω του ποινικού κώδικα και ενός άλλου, φιλελεύθερου ρεύματος, που προσπαθεί να επικυρώσει την πρωτοβουλία των γυναικών και τη σεξουαλική τους ελευθερία.

Προσωπικά πάντα ήθελα να αναπτύξω μια τρίτη προσέγγιση που θα διασφαλίζει όχι μόνο τη σεξουαλική αυτονομία των γυναικών αλλά και κοινωνικά δικαιώματα για όλους/ες. Και θα ήθελα αυτή η προσέγγιση να μην ενδιαφέρεται μόνο για τις σεξουαλικές επιθέσεις αλλά και για άλλες, πιο απρόσωπες και συστημικές μορφές εξαναγκασμού που περιορίζουν την αυτονομία των γυναικών στο σεξ και σε άλλες σφαίρες. Για παράδειγμα, θα ήθελα να επανοικειοποιηθούμε τις ιδέες του κινήματος της δεκαετίας 1970 “battered women’s movement” (κίνημα κακοποιημένων γυναικών), που τόνιζε τη σημασία όχι μόνο των ποινικών μέτρων αλλά και των “δυνατοτήτων εξόδου” με τη μορφή της αξιοπρεπούς και οικονομικής στέγασης και μιας εργασίας που θα αμείβεται αρκετά ώστε η γυναίκα να μπορεί να υποστηρίξει τον εαυτό της και τα παιδιά της.

Πώς θα χρησιμοποιούσες αυτές τις ιδέες στο ζήτημα των βιασμών στα πανεπιστήμια;

Με ανησυχούν αφηγήσεις που περιγράφουν τα κολέγια και τα πανεπιστήμια ως κυνηγετικά πεδία για βιαστές. Αναγνωρίζω ότι πράγματι υπάρχουν θύλακες που τους αξίζει η ταμπέλα της “κουλτούρας βιασμού”, αλλά πιστεύω ότι είναι περιορισμένοι και δεν θέλω να δω αυτή την έκφραση μα χρησιμοποιείται τόσο χαλαρά ώστε να καταλήξει κενή περιεχομένου. Οι πιο κοινές περιπτώσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης (και αυτή η έκφραση είναι συχνά πιο ακριβής από τον “βιασμό”) χαρακτηρίζονται από ασάφεια στην επικοινωνία, ανάμεικτα συναισθήματα, δυσκολία στην κατανόηση της επιθυμίας ή και της έλλειψής της και η αίσθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα έκφρασης αυτής – όλες οι συνθήκες που στρέφονται ενάντια στη γυναικεία αυτονομία στο σεξ και τις σχέσεις, ειδικά (αλλά όχι μόνο!) σε ετεροφυλόφιλα περιβάλλοντα. Είναι πολύ σημαντικό να προωθήσουμε μια κριτική κατανόηση που θα δίνει τη δυνατότητα μετασχηματισμού αυτών των δυναμικών. Αλλά υποπτεύομαι ότι η σύγχρονη, κάπως υπερβολική καμπάνια ενάντια στην “κουλτούρα του βιασμού” είναι πολύ χοντροκομμένη για αυτό το εγχείρημα.

Η συνέντευξη διεξήχθη μέσω email και έχει υποστεί επιμέλεια

Ο Γκάρυ Γκάττινγκ είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Νοτρ Νταμ και συντάκτης του Notre Dame Philosophical Reviews.

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στη στήλη Oponionator των ΝΥ Times και μπορείτε να το βρείτε εδώ

Μετάφραση: Δήμητρα Σπανού

 


Σημειώσεις της Μεταφράστριας

[1] «lean in» στο πρωτότυπο, αμφιλεγόμενος όρος που εισηγήθηκε η Σέρυλ Σάντμπεργκ, στέλεχος της Facebook, στο βιβλίο της Lean In: Women, Work, and the Will to Lead

 

Διαβάστε ακόμα

Δαγκώνοντας δηλητηριασμένα μήλα: γυναικεία επιχειρηματικότητα, χειραφέτηση και νεοφιλελευθερισμός

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω

Share

Selin Çağatay: «Ευθύνη μας ως κοινωνική αντιπολίτευση στην Τουρκία είναι να ξανασκεφτούμε σοβαρά τις στρατηγικές μας»

TURKEY-WOMEN-RIGHTS-SOCIAL

του Γιάννη Κοντού

Η θριαμβευτική, και για πολλούς απροσδόκητη, εξασφάλιση της κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας από το ΑΚΡ (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με παράλληλη αύξηση των ψήφων και των ποσοστών του κόμματος, αποτέλεσε το πιο σημαντικό γεγονός των εκλογών που διεξήχθησαν στην Τουρκία την Κυριακή 1η Νοεμβρίου. Αξιοσημείωτη υπήρξε, από την άλλη, η μείωση της εκλογικής δύναμης του φιλοκουρδικού HDP, το οποίο, παρόλα αυτά, κατόρθωσε να υπερβεί το αντιδημοκρατικό «κατώφλι» του 10% και να εισέλθει στη νέα βουλή. Παρά την έκδηλη ανησυχία της, η Selin Çağatay, μέλος της Σοσιαλιστικής Φεμινιστικής Κολεκτίβας και γνώριμη του Hit&Run μέσα από προηγούμενες συνεντεύξεις/ παρεμβάσεις, απάντησε στα ερωτήματά μας.

Πώς ερμηνεύεις την, για πολλούς, απροσδόκητη «επιστροφή» του ΑΚΡ;

Όντως είναι μεγάλη έκπληξη, ακόμα και για τους ίδιους τους οπαδούς του ΑΚΡ. Κανένας δεν περίμενε τέτοια συντριπτική επιτυχία, αν μπορείς να την ονομάσεις έτσι. Το ΑΚΡ δεν αποδέχτηκε το αποτέλεσμα των εκλογών της 7ης Ιουνίου. Κατηγόρησε το ΗDPγι’ αυτό και τερμάτισε μονομερώς την ειρηνευτική διαδικασία. Από τη στιγμή που το ΑΚΡ απέτυχε να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού, ο Ερντογάν ως πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έδωσε στο κεμαλικό CHP την ευκαιρία να σχηματίσει μια τέτοια κυβέρνηση, προκηρύσσοντας, αντιθέτως, παράνομα νέες εκλογές. Μετά το βομβαρδισμό του Σουρούτς, που αποδίδεται στον ISIS, μολονότι αυτός ποτέ δεν ανέλαβε την ευθύνη, ο πόλεμος μεταξύ του τουρκικού στρατού και του ΡΚΚ ξανάρχισε. Περισσότερες από 100 ζώνες στην κουρδική περιοχή ανακηρύχτηκαν «ειδικές ζώνες ασφαλείας», όπου οι άνθρωποι δέχονταν επιθέσεις και σκοτώνονταν από την αστυνομία, στο όνομα της «μάχης ενάντια στην τρομοκρατία» και σχεδόν 500 άμαχοι σκοτώθηκαν τους τελευταίους 5 μήνες. Σε όλη την Τουρκία, φασίστες οργανωμένοι γύρω από το κυβερνών κόμμα και σιωπηρά υποστηριζόμενοι από αυτό, επιτέθηκαν σε γραφεία του HDPκαι επιχείρησαν να λιντσάρουν απλούς Κούρδους πολίτες. Η σφαγή στην Άγκυρα, που συνέβη στην «καρδιά» της πόλης και σκότωσε 102 εθελοντές για την ειρήνη, αποδόθηκε στο ΡΚΚ, παρότι το κράτος γνώριζε, ακόμα και πριν από την επίθεση, για τους βομβιστές αυτοκτονίας, οι οποίοι συνδέονταν με τον ISIS!

Συνολικά, το ΑΚΡ επέλεξε ως στρατηγική του να απειλεί τους ανθρώπους με πολιτική και οικονομική αστάθεια, με σκοπό να επανακτήσει τις ψήφους που έχασε στις 7 Ιουνίου. Αφύπνισε εκ νέου τα υπερεθνικιστικά αισθήματα στον τουρκικό πληθυσμό και απείλησε τον κουρδικό πληθυσμό με περισσότερη βία και πόλεμο. Επιπλέον, η προεκλογική περίοδος υπήρξε απολύτως άδικη: τα τηλεοπτικά και έντυπα Μ.Μ.Ε. δούλεψαν για το ΑΚΡ και οποιαδήποτε διαφορετική «φωνή» καταπνίγηκε. Στο τέλος, από τις 59 καινούριες έδρες του ΑΚΡ στη βουλή, σε σύγκριση με τις εκλογές του Ιουνίου, 37 προήλθαν από το ΜΗΡ, το εθνικιστικό κόμμα, 18 από το HDP και 4 από το CHP.

Πώς σχολιάζεις την αξιοσημείωτη υποχώρηση του HDP τόσο σε επίπεδο ποσοστού, όσο και ψήφων;

Η απώλεια 1.000.000 ψήφων για το HDP στο Κουρδιστάν θα πρέπει να «διαβαστεί» σε αυτό το πλαίσιο. Αντίθετα με ό,τι νομίζουν ορισμένοι, οι άνθρωποι στην τουρκική Αριστερά, που ψήφισαν το HDP στις 7 Ιουνίου, δεν άλλαξαν γνώμη την 1η Νοεμβρίου. Ήταν ο κουρδικός πληθυσμός, εναντίον του οποίου το ΑΚΡ κήρυξε τον πόλεμο στην περίοδο ανάμεσα στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις, που γύρισαν στο ΑΚΡ, προκειμένου, κυριολεκτικά, να σώσουν τη ζωή τους. Το ΑΚΡ κατέστησε απολύτως ξεκάθαρο πως θα αποσταθεροποιούσε και θα κλιμάκωνε την αστυνομική βία στην κουρδική περιοχή, εκτός κι αν επέστρεφε στην εξουσία ως μονοκομματική κυβέρνηση. Προπαγάνδιζε, επίσης, στα Μ.Μ.Ε. ότι το HDP ήταν η άμεση πολιτική προέκταση του ΡΚΚ.

Απέναντι σε όλα αυτά, θεωρώ πως είναι και πάλι επιτυχία το ότι το HDP υπερέβη το αντιδημοκρατικό κοινοβουλευτικό «κατώφλι» του 10%. Το HDP θα συνεχίσει να εκπροσωπεί τον κουρδικό πληθυσμό και την ευρύτερη κοινωνική αντιπολίτευση στη βουλή και αλλού στην τουρκική πολιτική.

Πώς εκτιμάς ότι η, προφανώς, μονοκομματική κυβέρνηση του ΑΚΡ θα κινηθεί από εδώ και στο εξής;

Αυτή θα είναι η 4η κυβέρνηση του ΑΚΡ, τούτη τη φορά με το υψηλότερο ποσοστό που το συγκεκριμένο κόμμα έχει ποτέ λάβει σε εκλογές. Το ΑΚΡ, και ιδίως ο Ερντογάν και ο πιο στενός του κύκλος, θα εκλάβουν το ποσοστό αυτό ως το «πράσινο φως», για να ολοκληρώσουν το πραξικόπημα που ξεκίνησαν από τις διαδηλώσεις στο Γκεζί το 2013. Το κόμμα-κράτος και το μονκομματικό καθεστώς θα ισχυροποιηθούν ακόμα περισσότερο. Μόλις δυο μέρες μετά την εκλογική νίκη, ήδη έχουν απολυθεί εργαζόμενοι από την κρατική τηλεόραση, το φίλα προσκείμενο στο κυβερνών κόμμα εργατικό σωματείο ή τα Μ.Μ.Ε., επειδή «δεν ευθυγραμμίστηκαν με την οπτική του θεσμικού φορέα».

Στους επόμενους μήνες, η κοινωνική αντιπολίτευση, γενικότερα, και τα αντιπολιτευόμενα Μ.Μ.Ε., ειδικότερα, θα κατασταλούν, πιθανώς βίαια. Αυτό θα συνεχιστεί ώσπου το ΑΚΡ να είναι βέβαιο ότι έχει εξαλειφθεί η πιθανότητα μιας εξέγερσης τύπου Γκεζί. Τότε, θα πιέσει προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης ενός καινούριου συντάγματος κι ενός προεδρικού συστήματος, που εδώ και χρόνια προωθεί. Στο μεταξύ, θα ενισχύσει τις νεοσυντηρητικές και νεοφιλελεύθερες πολιτικές, αυτή τη φορά δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στον ισλαμισμό, στην εναντίωση στην εκκοσμίκευση και στον αντι-φεμινισμό. Πρόκειται για ένα σκοτεινό και τρομακτικό «σενάριο», αλλά είναι πολύ ρεαλιστικό να περιμένουμε πως θα συμβούν τέτοια πράγματα.

Ποιες είναι οι ευθύνες όσων συμμετέχουν σε αντικαπιταλιστικά κινήματα/ κινήματα βάσης σε αυτή τη συγκυρία, κατά τη γνώμη σου;

Απαντώντας, λοιπόν, σε αυτό το σκοτεινό «σενάριο», η μεγαλύτερη ευθύνη μας ως της κοινωνικής αντιπολίτευσης στην Τουρκία είναι να ξανασκεφτούμε σοβαρά ορισμένες από τις υποθέσεις, τις αναλύσεις και τις πολιτικές και οργανωτικές στρατηγικές μας. Ήμασταν πεπεισμένοι ότι το ΑΚΡ θα έχανε ψήφους αποφεύγοντας μια κυβέρνηση συνασπισμού και οδηγούμενο προς νέες εκλογές, εξωθώντας τη χώρα σε πόλεμο και πολιτικο-οικονομική αστάθεια και αυξάνοντας την αυταρχική, πολωτική του εξουσία. Κι όμως, το κόμμα αύξησε τις ψήφους του κατά 20%! Πρώτα θα πρέπει να τροποποιήσουμε τους κοινωνικο-πολιτικούς μας «φακούς» και να εξηγήσουμε αυτή την απροσδόκητη κατάσταση στους εαυτούς μας. Χρειάζεται να καταλάβουμε τι είναι αυτό που κάνει την πλειονότητα των ανθρώπων στην Τουρκία να ψηφίζουν ένα κόμμα τόσο ανοιχτά διεφθαρμένο και δεδηλωμένα αντιδημοκρατικό.

Δεύτερο, πρέπει να προετοιμαστούμε για ένα ακόμη, ισχυρότερο «κύμα» πολιτικής βίας και κρατικής καταπίεσης εναντίον των κινημάτων βάσης και των αντικαπιταλιστικών πολιτικών και να αναπτύξουμε νέους τρόπους οργάνωσης και ακτιβιστικές στρατηγικές. Η δράση στο δρόμο και ο μιντιακός ακτιβισμός θα εκτίθενται όλο και περισσότερο στο να χαρακτηριστούν «τρομοκρατία». Πρέπει, επομένως, να σκεφτούμε νέους, εναλλακτικούς τρόπους να κάνουμε πολιτική. Οι επόμενοι γύροι τοπικών, γενικών και προεδρικών εκλογών είναι όλοι το 2019. Έχουμε 4 χρόνια, και θα ήταν συνετό για μας να αναπτύξουμε πιο μακροπρόθεσμες πολιτικές στρατηγικές, προκειμένου να δυναμώσουμε την «από τα κάτω» αντιπολίτευση στο νεοφιλελεύθερο-νεοσυντηρητικό καθεστώς του ΑΚΡ.

Μια θετική παρατήρηση είναι ότι όλα τα προβλήματα, εξαιτίας των οποίων το ΑΚΡ έχασε την εξουσία στις εκλογές της 7ης Ιουνίου, μένουν να λυθούν από αυτό. Η νίκη του είναι, στην πραγματικότητα, απίθανο να παραμείνει βιώσιμη. Εκτός από την οικονομική στασιμότητα, με την οποία το ΑΚΡ θα πρέπει να ασχοληθεί τους επόμενους μήνες, το τίμημα της εκλογικής του νίκης υπήρξε η καταστροφή της ειρηνευτικής διαδικασίας μεταξύ του ΡΚΚ και του τουρκικού κράτους. Το κόμμα αυτό αποδείχτηκε ανειλικρινές και οπορτουνιστικό κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και θα είναι δύσκολο να ξαναρχίσει τις διαπραγματεύσεις αυτήν τη φορά.

Πλέον όλων αυτών, το ΑΚΡ θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της εμπλοκής του στον πόλεμο στη Συρία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τουλάχιστον 2.5 εκατομμύρια πρόσφυγες (και πολλούς ακόμη που αναμένονται) και 10.000 μέλη του ISIS στην Τουρκία. Η οικονομία, η κουρδική διαμάχη και οι Σύριοι πρόσφυγες είναι όλα ζητήματα προτεραιότητας, με τα οποία ως κοινωνική αντιπολίτευση θα συνεχίσουμε να ασχολούμαστε, έτσι ώστε να «χτίσουμε» την αλληλεγγύη ανάμεσα στα καταπιεσμένα τμήματα της κοινωνίας. Εργάτες, γυναίκες, μετανάστες, πρόσφυγες, Κούρδοι, Αλεβίτες, Ρομά, Doms (σημ.: φυλές Ρομά που διαβιούν κυρίως στην Τουρκία, την Αίγυπτο, το Ιράν και το Ιράκ) – όλοι δέχονται επίθεση από το καθεστώς του ΑΚΡ. Θα εργαστούμε, λοιπόν, ώστε να οικοδομήσουμε ένα ισχυρό μέτωπο βάσης απέναντι στην αντιδημοκρατική, ολοκληρωτική εξουσία του ΑΚΡ.

Τέλος, θέλω να επισημάνω ότι κανένα από αυτά τα προβλήματα δεν περιορίζεται στην Τουρκία. Ολοκληρωτικά καθεστώτα, που συνθέτουν υπερεθνικιστικές, ρατσιστικές και αντι-φεμινιστικές ιδεολογίες με νεοφιλελεύθερες πολιτικές, αναδύονται σε πολλές χώρες στη νότια, κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Είναι, συνεπώς, σημαντική ευθύνη των αντικαπιταλιστικών κινημάτων και των κινημάτων βάσης στην περιοχή μας είναι να οικοδομήσουν μια πιο ισχυρή δικτύωση και να αναζητήσουν τρόπους διαμόρφωσης μιας κοινής πολιτικής ατζέντας και ακτιβιστικών στρατηγικών, που θα μας βοηθήσουν να κινητοποιήσουμε τα καταπιεσμένα τμήματα των κοινωνιών μας και να «χτίσουμε» ένα διακρατικό μέτωπο απέναντι στις παγκόσμιες τάσεις του νεοφιλελευθερισμού, του ολοκληρωτισμού, του υπερεθνικισμού/ ρατσισμού και του αντι-φεμινισμού.

Η Selin Çağatay είναι μέλος της Σοσιαλιστικής Φεμινιστικής Κολεκτίβας.

Πηγή: hitandrun

 

Διαβάστε ακόμα

«Έχουμε πολύ δρόμο στην Τουρκία, μέχρι να ανατρέψουμε το αιωνόβιο εθνικιστικό μέτωπο»

Selin Çağatay:«Η γυναικεία απελευθέρωση πρέπει να στοχεύει εξίσου την πατριαρχία και τον καπιταλισμό»

 

Share

Sarah Helm: «Το να δώσω στις επιζήσασες του Ravensbrück την ευκαιρία να αφηγηθούν την ιστορία τους ήταν ζωτικής σημασίας για μένα»

LIBERATION DU CAMP DE CONCENTRATION DE RAVENSBRUCK 1945

του Γιάννη κοντού

Σχεδιασμένο από τον Χάινριχ Χίμλερ και χτισμένο σε ειδυλλιακή τοποθεσία 90χλμ βορείως του Βερολίνου, το διαβόητο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ravensbrück, το οποίο ξεκίνησε να λειτουργεί το Μάη του 1939, υπήρξε ένας τόπος μαρτυρίου αποκλειστικά για γυναίκες, μέχρι την απελευθέρωσή του από τον Κόκκινο Στρατό στα τέλη του Απρίλη του 1945. Μόνο ένα, αναλογικά, μικρό τμήμα του πληθυσμού του υπήρξαν Εβραίες. Το αισθητά μεγαλύτερο ήταν Ρομά, μαχήτριες της αντίστασης, πολιτικοί εχθροί του ναζιστικού καθεστώτος, Μάρτυρες του Ιεχωβά, πόρνες, ασθενείς, «τρελές». «Αντικοινωνικά στοιχεία», με δυο λόγια. Προέρχονταν από τουλάχιστον 20 χώρες. Αν κι η ιστορία του στρατοπέδου δεν είναι, γενικότερα, άγνωστη, έχει, ωστόσο, «σπρωχτεί» στο περιθώριο της ιστορίας της ναζιστικής γενοκτονίας.

Ένα καινούριο βιβλίο, το If this is a woman της Βρετανίδας δημοσιογράφου και συγγραφέως Sarah Helm, έρχεται να ρίξει «φως» στην ανατριχιαστική του «κληρονομιά», μέσα από σπάνιο αρχειακό υλικό και, κυρίως, μαρτυρίες από επιζήσασες, οι οποίες για πρώτη φορά «σπάνε» τη σιωπή τους, λίγο πριν πεθάνουν. Συνομιλούμε με την συγγραφέα.

Το βιβλίο σου, το οποίο υπήρξε προϊόν επίπονης έρευνας, τιτλοφορείται If this is a woman, παραπέμποντας στο Αν αυτό είναι ο άνθρωπος, τη μνημειώδη αυτοβιογραφική καταγραφή της εμπειρίας του Πρίμο Λέβι στο Άουσβιτς. Σε ποιο βαθμό αποτέλεσε το βιβλίο του πηγή έμπνευσης για σένα;

Πρωτοδιάβασα το Αν αυτό είναι ο άνθρωπος πριν από πολλά χρόνια κι εξακολουθώ να το θεωρώ το πιο επιβλητικό βιβλίο σχετικά με τη ναζιστική φρίκη. Ασφαλώς κι υπήρξε πηγή έμπνευσης, με πολλούς τρόπους. Ίσως το πιο σημαντικό ήταν το ότι ο Λέβι μετέφερε τον αναγνώστη μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αν και προφανώς δεν είμαι επιζήσασα, προσπάθησα να αναδημιουργήσω αυτό το αποτέλεσμα μέσα από τις φωνές των γυναικών, από τις οποίες πήρα συνέντευξη. Κι ο τίτλος του βιβλίου αναφέρεται ευθέως στο ποίημα του Λέβι με τον ίδιο τίτλο. Ο Λέβι ήθελε να μας κάνει να «σκεφτούμε αν αυτό είναι η γυναίκα», επίσης. Δεν ένιωθα πως είχαν γραφτεί αρκετά, ώστε να «σκεφτούμε» για τις γυναίκες.

Πότε πρωτάκουσες για το Ravensbrück; Και γιατί η ιστορία του, και πιο συγκεκριμένα η ιστορία των γυναικών κρατουμένων, αν και γενικότερα όχι άγνωστη, έχει «σπρωχτεί» στο περιθώριο της ιστορίας της ναζιστικής γενοκτονίας;

Άκουσαγιατο Ravensbrück γιαπρώτηφορά, ότανερευνούσαγιατοπρώτομουβιβλίοA Life in Secrets, the Story of Vera Atkins and the Lost Agents of SOE. Η Vera Atkins ήταν αξιωματούχος της British Special Operations Executive (SOE) κι ερεύνησε την τύχη των αγνοούμενων Βρετανών πρακτόρων μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εντόπισε πολλές από τις αγνοούμενες στο  Ravensbrück κι ήταν μία από τις πρώτες γυναίκες που προχώρησαν σε έρευνα στο στρατόπεδο. Είχα στην κατοχή μου τα αυθεντικά έγγραφά της, τα οποία υπήρξαν ανεκτίμητα στα αρχικά στάδια της έρευνάς μου.

Η ιστορία του Ravensbrück έχει περιθωριοποιηθεί για πολλούς λόγους. Κατά πρώτον, οι γυναίκες ιδιαιτέρως απεχθάνονταν να μιλήσουν για την εμπειρία τους επιστρέφοντας και κανένας δεν ήθελε να ακούσει. Το μεγαλύτερο μέρος από τα επίσημα έγγραφα καταστράφηκε. Το στρατόπεδο απελευθερώθηκε από τους Σοβιετικούς, που κράτησαν ελάχιστα αρχεία. Εξάλλου, βρισκόταν στην Ανατολή και για πολλά χρόνια ήταν κρυμμένο πίσω από το «Σιδηρούν Παραπέτασμα». Αργότερα, η ιστορία του εβραϊκού Ολοκαυτώματος αναδύθηκε στα ανατολικά σε μεγαλύτερη λεπτομέρεια, ενώ εκείνη του εγκλήματος εναντίον των γυναικών στο Ravensbrück επισκιάστηκε. Οι ιστορικοί, συνήθως άντρες, δεν μπήκαν στον κόπο να ερευνήσουν για το στρατόπεδο λεπτομερώς.

Frauenkommando_Ravensb-151_01 copy

Για εκείνους ανάμεσά μας που εξακολουθούν να μη γνωρίζουν, θα μπορούσες να μου εξηγήσεις πώς ήταν δομημένο και λειτουργούσε το συγκεκριμένο στρατόπεδο θανάτου;

Το στρατόπεδο ήταν διαρθρωμένο κατά τον ίδιο τρόπο που ήταν διαρθρωμένα τα αντρικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία. Οι γυναίκες ζούσαν σε μεγάλα κτίρια και χρησιμοποιούνταν για καταναγκαστική εργασία. Την ίδια στιγμή τους γίνονταν κάποιες παραχωρήσεις, λόγω του ότι ήταν γυναίκες. Για παράδειγμα, δεν υπήρχαν ένοπλα φυλάκια στους τοίχους αρχικά. Οι φύλακες χρησιμοποιούσαν περισσότερο σκυλιά, καθώς ο Χίμλερ θεωρούσε πως οι γυναίκες τα φοβόντουσαν πιο πολύ από ότι οι άντρες.

Από τα μέσα του πολέμου, το στρατόπεδο έγινε κέντρο καταναγκαστικής εργασίας και πολλές πέθαναν στη διάρκεια της δουλειάς από εξάντληση, λιμοκτονία ή αρρώστιες. Πολλές, επίσης, εξαναγκάστηκαν να κατασκευάζουν γερμανικά όπλα. Υπήρχε ένα εργοστάσιο της Siemens στο στρατόπεδο, όπου οι γυναίκες έφτιαχναν τμήματα των γερμανικών πυρομαχικών. Τους τελευταίους μήνες, εξαντλημένες γυναίκες στη Siemens επιλέχτηκαν για θανάτωση στους θαλάμους αερίων ή με εκτέλεση.

Αλλα, σε αντίθεση με αντρικά στρατόπεδα, υπήρχαν γυναίκες φύλακες που διατηρούσαν την τάξη. Λογοδοτούσαν σε ένα αντρικό στράτευμα των SS. Την πρώτη περίοδο, το στρατόπεδο ήταν πολύ μικρό κι η πειθαρχία αυστηρή. Αργότερα, διαβιούσαν περίπου 45.000 γυναίκες εκεί, γεγονός που το κατέστησε υπερπλήρες και χαοτικό. Όλο και περισσότερες φυλακισμένες χρησιμοποιούνταν, προκειμένου να βοηθούν στη διαχείριση του στρατοπέδου. Οι φυλακισμένες εργάζονταν ακόμη κι ως αστυνομικίνες του στρατοπέδου. Το Ravensbrück ήταν ένα από τα τελευταία στρατόπεδα που απελευθερώθηκαν. Πριν το τέλος, υπέστη εκκαθάριση και πολλές γυναίκες πέθαναν στους θαλάμους αερίων ή σε πορείες θανάτου.

ravensbruck-crema

Μια ενδιαφέρουσα πτυχή του βιβλίου σου είναι ότι εστιάζεις στη συνενοχή των γυναικών δεσμοφυλάκων στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπως η Johanna Langefeld, η επικεφαλής δεσμοφύλακας. Δεδομένου του γεγονότος πως η ιστοριογραφία της περιόδου προσεγγίζει τις γυναίκες κυρίως ως θύματα, το βιβλίο σου, όπως κι εκείνο της Wendy Lower Οι μαινάδες του Χίτλερ (σημ.: κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο»), είναι μια καλοδεχούμενη εξαίρεση. Αποφάσισες συνειδητά να εντάξεις αυτή τη διάσταση ή συνέβη, ενώ διεξήγαγες την έρευνα;

Ο χαρακτήρας και τα κίνητρα των γυναικών δεσμοφυλάκων με ενδιέφεραν πάντα. Είχα, λοιπόν, την πρόθεση να κάνω τις δεσμοφύλακες όσο πιο μεγάλο κομμάτι της ιστορίας μπορούσα.

Η Johanna Langefeld, η πρώτη επικεφαλής δεσμοφύλακας, δεν ήταν τυπικό δείγμα, αλλά ήταν ενδιαφέρουσα. Ήταν μια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας, που είχε εκπαιδευτεί στο σύστημα της φυλακής και πίστευε στον Χίτλερ και τις δεδηλωμένες προθέσεις του. Ήταν αντισημίτρια και σκληρή. Ήταν, όμως, και θρησκευόμενη κι είχε μια αίσθηση δικαιοσύνης. Όταν η κατάσταση στο Ravensbrück χειροτέρεψε, διαμαρτυρήθκε κι απολύθηκε.

Πολλές από τις νεότερες δεσμοφύλακες ήταν απλώς συνηθισμένες γυναίκες.- συχνά ντόπιες- που είχαν μικρή εμπειρία από τη ζωή και πίστευαν πως ό,τι έκαναν ήταν φυσιολογικό. Μερικές ανακάλυψαν ξεκάθαρα ένα σαδιστικό χαρακτηριστικό κι απολάμβαναν τη σκληρότητα. Άλλες, απλώς ακολουθούσαν εντολές κι αποδέχονταν πως οι άνθρωποι που φύλαγαν ήταν «άχρηστοι» και μπορούσαν να υποστούν κακομεταχείριση. Η ζωή για εκείνες ήταν σχετικά καλή στο στρατόπεδο. Έμεναν, ως επί το πλείστον, σε όμορφα μέρη, φορούσαν στολή κι είχαν τη δυνατότητα να συναντούν άντρες των SS και να τους παντρεύονται.

Η κανονικότητα πολλών από αυτές τις γυναίκες ήταν ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της ιστορίας που αποκάλυψα και που ήμουν αποφασισμένη να αποτυπώσω όσο πιο ζωντανά μπορούσα. Πιστεύω, όμως, ότι, σε κάποιο βαθμό, υπήρξαν θύματα. Αυτές οι δεσμοφύλακες συχνά εξαναγκάζονταν να εργαστούν κι υφίσταντο κακομεταχείριση από τους άντρες  SS. Δεν είχαν κάποιο status και πίστευαν πως δεν είχαν πιθανότητα να ζήσουν.

Υπήρξες αρκετά προνομιούχα, ώστε να καταφέρεις να εντοπίσεις αρκετές από τις επιζήσασες κατά τη διάρκεια της έρευνάς σου. Δεδομένης της τραυματικής φύσης όσων είχαν υποστεί τόσο σωματικά, όσο και ψυχολογικά, πόσο απρόθυμες ήταν οι γυναίκες, με τις οποίες μίλησες, να μοιραστούν τις εμπειρίες τους μαζί σου;

Οι γυναίκες, από τις οποίες πήρα συνέντευξη, δεν ήταν απρόθυμες. Μπορεί να υπήρξαν στο παρελθόν, αλλά τώρα είχαν αποφασίσει να μιλήσουν. Οι περισσότερες βρίσκονταν, προφανώς, στο τέλος της ζωής τους, οπότε, ακόμη κι αν είχαν παραμείνει σιωπηλές μέχρι τις μέρες μας, ένιωσαν ότι ήθελαν να καταγραφούν οι αναμνήσεις τους, πριν πεθάνουν.

Πολλές αισθάνθηκαν πως έπρεπε να έχουν μιλήσει άφοβα νωρίτερα και- αν το είχαν κάνει- τα βάσανα των συντροφισσών τους θα κατανοούνταν καλύτερα σήμερα..

Όσες ζούσαν σε κομμουνιστικές χώρες μετά τον πόλεμο δεν είχαν μπορέσει να μιλήσουν ανοιχτά από φόβο μήπως υποστούν διώξεις, αν αποκαλυπτόταν ότι είχαν αντισταθεί στον κομμουνισμό πριν και μετά τον πόλεμο. Από τότε που επέστρεψαν, οι Σοβιετικές ζούσαν με το φόβο των ανακριτών της KGB. Ο Στάλιν τους είχε ζητήσει να πολεμήσουν μέχρι θανάτου. Το γεγονός και μόνο πως είχαν βρεθεί σε ναζιστικά στρατόπεδα σήμαινε ότι ήταν «μολυσμένες» από τη Δύση. Αυτές οι γυναίκες μου μίλησαν για πρώτη φορά. Ήταν ένα σπουδαίο προνόμιο να ακούω τις ιστορίες τους, που ειπώθηκαν σαν κάτι καινούριο.

Τι σε εντυπωσίασε περισσότερο σε εκείνες τις γυναίκες, κι ιδιαίτερα σε όσες είχες την ευκαιρία να συναντήσεις;

Η ανθρωπιά τους κι η ανθρωπιά εκείνων, για τις οποίες μιλούσαν. Παρά τη φρίκη, τη σκληρότητα και την εκμετάλλευση, πολλές από τις φυλακισμένες διατηρούσαν μια αίσθηση του σωστού και του λάθους και μια αποφασιστικότητα να υπερασπιστούν τις πεποιθήσεις τους.

Η καθαρή ανάγκη επιβίωσης επανερχόταν διαρκώς. Μια φυλακισμένη στο μπούνκερ, χωρίς φως και σχεδόν καθόλου φαγητό για πολλούς μήνες, την «έβγαζε» με μικροσκοπικά κομμάτια ψωμιού, για να παραμείνει ζωντανή. Μια άλλη, έδωσε την κούπα με τη σούπα σε μια γυναίκα που πέθαινε της πείνας. Τέτοιες ιστορίες υπήρχαν άφθονες και δίνουν μια ιδέα για το πόσο πολλές γυναίκες είχαν πολεμήσει, ώστε να «κρατηθούν». Άλλες, βεβαίως, δεν είχαν τη δύναμη. Αυτές «δίπλωσαν τα φτερά τους», όπως κάποια είπε.

Ravensbrück_concentration_camp-01

Νιώθεις ότι κατάφερες να διασώσεις τη «φωνή» τους, λίγο πριν πεθάνουν; Είχαν όλες τους τη δυνατότητα να διαβάσουν το βιβλίο, όσο ήταν ακόμη ζωντανές;

Ναι, ελπίζω ότι κατάφερα να διασώσω όσο περισσότερες «φωνές» ήταν δυνατόν. Αυτή ήταν η πρόθεσή μου. Η ιστορία συχνά γράφεται με την ψυχρή, αποστασιοποιημένη «φωνή» του ιστορικού. Το να δώσω στις επιζήσασες την ευκαιρία να αφηγηθούν την ιστορία τους ήταν ζωτικής σημασίας για μένα. Πολύ λίγες είχαν τη δυνατότητα να διαβάσουν αυτά που έγραψα, καθώς οι περισσότερες πέθαναν πριν την ολοκλήρωση του βιβλίου. Κάποια από τα παιδιά και τους συγγενείς τους, ωστόσο, διάβασαν το χειρόγραφο κι έκαναν σχόλια και διορθώσεις.

Σχεδόν 70 χρόνια μετά την απελευθέρωση του Ravensbrück από τον Κόκκινο Στρατό και την ήττα του ναζισμού, η ακροδεξιά ιδεολογία κι οι πρακτικές της, ιδιαιτέρως στη νεοναζιστική εκδοχή τους, «σηκώνουν κεφάλι» για άλλη μια φορά- από την Ουκρανία και τη Νορβηγία, στην Ουγγαρία και την Ελλάδα, ανάμεσα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Εκτιμάς ότι βιβλία όπως το δικό σου μπορούν να λειτουργήσουν ως ανατριχιαστική υπόμνηση αυτού που στην ουσία είναι ο ναζισμός; Αισιοδοξείς για το μέλλον;

Ελπίζω ότι ισχύει αυτό, αλλά δεν έχω αυταπάτες πως τέτοια βιβλία μπορούν να επηρεάσουν.

Πράγματι, νομίζω ότι βιβλίο μου δείχνει πόσο εύκολα συντελέστηκε αυτό το έγκλημα- πόσο εύκολα οι εγκληματίες πείστηκαν να διαπράξουν αγριότητες και πόσο εύκολα ο κόσμος, κοντινός και μακρινός, κοίταζε αλλού. Με αυτή την έννοια, το βιβλίο θα μπορούσε να είναι μια προειδοποίηση, επειδή διατείνεται ότι φρίκη τέτοιων διαστάσεων θα μπορούσε να αναπαραχθεί. Δεν υπήρχε τίποτε το εξαιρετικό στους ανθρώπους που εμπλέκονταν στις αγριότητες στο Ravensbrück ή σε άλλα στρατόπεδα. Ένας από τους Βρετανούς δικηγόρους στη δίκη του 1946 μου είπε πως θα μπορούσε να διαλέξει το προσωπικό ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης «από οποιοδήποτε τρένο του λονδρέζικου μετρό».

Δεν είμαι, επομένως, αισιόδοξη για το μέλλον, με την έννοια ότι νομίζω πως θα μπορούσαμε να το ξανακάνουμε- αν και το πλαίσιο θα ήταν σαφώς διαφορετικό. Σήμερα παρακολουθούμε ωμότητες να ξεδιπλώνονται στη Συρία, τη Λωρίδα της Γάζας, την Ουκρανία κι αλλού κι ο κόσμος μοιάζει προφανώς ανίκανος να τις σταματήσει. Φαίνεται ότι τίποτε δε μάθαμε σχετικά με το πώς να διαχειριζόμαστε τις αντιπαραθέσεις μας. Επιπλέον, οι ελπίδες ότι οι καινούριοι διεθνείς νόμοι κι οι συμβάσεις που τέθηκαν σε εφαρμογή μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο θα προστάτευαν τους αμάχους στο μέλλον έχουν διαλυθεί. Η 4η Σύμβαση της Γενεύης για την προστασία των αμάχων σε καιρό πολέμου συμφωνήθηκε το 1949, αλλά σχεδόν αγνοείται στις μέρες μας.

Από πολλές απόψεις δεν είμαι, λοιπόν, αισιόδοξη για το μέλλον. Από την άλλη πλευρά, η δουλειά μου πάνω στο βιβλίο μου άφησε μια έντονη αίσθηση της δύναμης του ανθρώπινου πνεύματος. Οι αναγνώστες κι οι αναγνώστριες διαρκώς σχολιάζουν σχετικά με το πώς ο αγώνας των γυναικών να επιβιώσουν κι η ανθρωπιά τους «διαπερνούν» το βιβλίο. Αυτό μου δίνει ένα λόγο να ελπίζω.

If-this-is-a-woman

Το βιβλίο της Sarah Helm If this is a woman κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Little, Brown»

 

 

 

 

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

 

Share

Selin Çağatay:«Η γυναικεία απελευθέρωση πρέπει να στοχεύει εξίσου την πατριαρχία και τον καπιταλισμό»

κοντος1

του Γιάννη Κοντού

Μια διεξοδική συζήτηση για το φεμινισμό στη σύγχρονη Τουρκία με την Selin Çağatay, μέλος της Σοσιαλιστικής Φεμινιστικής Κολεκτίβας, που ήδη «μετρά» 7 χρόνια ύπαρξης.

Ως εισαγωγή, θα ήθελες να μου πεις κάποια πράγματα για το εκπαιδευτικό και το πολιτικό σου υπόβαθρο;

Ειλικρινά προτιμώ να με αντιμετωπίζεις ως ένα ανώνυμο μέλος της συλλογικότητας, έτσι δε θα πω πολλά για μένα. Είμαι μέλος της συλλογικότητας από την ίδρυσή της το 2008. Ανήκω στην ομάδα των γυναικών που ίδρυσαν την οργάνωση. Αυτή είναι η πρώτη μου φεμινιστική οργάνωση, καθώς ο σοσιαλιστικός φεμινισμός στην Τουρκία δεν ήταν οργανωμένος πριν τη Σοσιαλιστική Φεμινιστική Κολεκτίβα, αν κι υπήρχαν πολλές μεμονωμένες σοσιαλίστριες φεμινίστριες τριγύρω. Αυτό το διάστημα εκπονώ ένα διδακτορικό στις σπουδές φύλου στο Κεντρικό Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο στη Βουδαπέστη. Η έρευνά μου αφορά στο γυναικείο ακτιβισμό στην Τουρκία κι είμαι ένα από τα άτομα που προσπαθούν να χτίσουν «γέφυρες» ανάμεσα στο φεμινιστικό ακτιβισμό και τον ακαδημαϊκό ακτιβισμό, υπάρχω, λοιπόν, και στα δύο πεδία με το ίδιο βάρος.

Η Σοσιαλιστική Φεμινιστική Κολεκτίβα «ιδρύθηκε το 2008 από μια ομάδα γυναικών που μοιράζονταν μια κριτική ματιά στην τρέχουσα κατάσταση του φεμινισμού στην Τουρκία», γράφεις στο άρθρο σου «Προκαλώντας το νεοφιλελεύθερο συντηρητισμό στην Τουρκία: η Σοσιαλιστική Φεμινιστική Κολεκτίβα». Ποια είναι, λοιπόν, η τρέχουσα κατάσταση του φεμινισμού στην Τουρκία και γιατί, ως κολεκτίβα, τον αντιμετωπίζετε κριτικά;

Διαφοροποιούμε τους δύο, διασυνδεόμενους προφανώς, τύπους φεμινισμού: το συστημικό και τον αντισυστημικό. Ο συστημικός φεμινισμός λειτουργεί από τους θεσμούς και μέσω αυτών, είτε μέσα από δραστηριότητες lobbying που αποσκοπούν στη διαμόρφωση νομοθεσίας αναφορικά με τη φυλετική ισότητα ή της ίδρυσης μη κυβερνητικών οργανώσεων, οι οποίες θα χειραφετήσουν τις γυναίκες με ακτιβίστικες μεθόδους που βασίζονται σε συγκεκριμένα ζητήματα.

Δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε συνολικά τις προσπάθειες των φεμινιστριών σε αυτό το πεδίο, αλλά μπορούμε να επισημάνουμε ορισμένα προβλήματα στο συστημικό φεμινισμό. Πρώτον, και πιο φανερά, αυτός ο φεμινισμός εξαρτάται από το κράτος και το κεφάλαιο. Έτσι, η οπτική του είναι, εξ ορισμού, αυτομάτως λιγότερο ριζοσπαστική, γιατί λειτουργεί μέσα σε ανδροκρατούμενες δομές, ή μέσω αυτών. Ούτε το κράτος ούτε οι καπιταλιστικοί θεσμοί θα υποστηρίξουν πραγματικά τις γυναίκες να αυτονομηθούν συλλογικά από τους άντρες. Επομένως, αν είναι το κράτος αυτό που προσπαθείς να επηρεάσεις, πάντοτε χρειάζεται να «δαμάσεις» τα πολιτικά σου αιτήματα, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ηχούν «λογικά» στους άντρες. Στην περίπτωση της Τουρκίας, πρέπει να τα βάλεις στο «κάδρο» της προόδου, της ανάπτυξης, του εκμοντερνισμού, της ένταξης, της δημοκρατίας κ.λπ. Δεν μπορείς να μάχεσαι για τη γυναικεία απελευθέρωση «έτσι». Πρέπει να είναι ωφέλιμη και για άλλα μέλη της κοινωνίας, δηλαδή για τους άντρες. Αν πρόκειται για το κεφάλαιο, τα πράγματα είναι ακόμα απλούστερα: η γυναικεία χειραφέτηση έχει σημασία μόνο αν υπάρχει σε αυτή κάποια προοπτική κέρδους.

Ένα λιγότερο ορατό πρόβλημα με αυτό τον τύπο του φεμινισμού είναι ό,τι είναι γνωστό ως «αφομοίωση». Επειδή, λοιπόν, εξαρτάσαι από ανδροκρατούμενους θεσμούς και δε θέλεις να τους ενοχλήσεις ή να τους προσβάλλεις (γιατί διαφορετικά θα σε εκδιώξουν), γίνεσαι, με το χρόνο, οπορτουνίστρια σε ό,τι αφορά τα αιτήματά σου. Για παράδειγμα, αρχίζεις να σκέφτεσαι πως η προσωρινή ΠΡΟΣΒΑΣΗ των γυναικών σε πόρους είναι καλύτερη από την έλλειψη πρόσβασης, ή ότι η χειραφέτηση ενός περιορισμένου αριθμού γυναικών είναι προτιμότερη από το να μην υπάρχει καθόλου χειραφέτηση. Αυτή η κοντόφθαλμη προσέγγιση, μακροπορόθεσμα, απομυζά το ριζοσπαστισμό του φεμινισμού. Ξεχνάς πως ο πραγματικός σου στόχος είναι η πατριαρχία. Στην πραγματικότητα, παύεις να χρησιμοποιείς τη λέξη «πατριαρχία» και σταματάς να υποδεικνύεις τους άντρες ως τους καταπιεστές των γυναικών. Στο τέλος, ο φεμινισμός μετατρέπεται σε ένα κενό σημαίνον, όπως οτιδήποτε περιλαμβάνει τις γυναίκες είναι «φεμινιστικό».

Σε αντίθεση προς την προαναφερθείσα οπτική, υπάρχει ένας αντισυστημικός φεμινισμός, του οποίου εμείς ως Σοσιαλιστική Φεμινιστική Κολεκτίβα αποτελούμε μέρος. Είμαστε εντελώς αυτόνομες. Δε δεχόμαστε χρηματοδότηση από κανέναν και δε λειτουργούμε εντός του κράτους ή των καπιταλιστικων δομών.. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να διαμορφώσουμε τη δικιά μας ανεξάρτητη ατζέντα. Κι όπως έχουμε το έχουμε βιώσει τα τελευταία 7 χρόνια είμαστε πολύ πιο ισχυρές, σε σύγκριση με το συστημικό φεμινισμό τόσο σε ό,τι αφορά την επιρροή που ασκούμε στην ατζέντα για ζητήματα φύλου στην Τουρκία, όσο και στην κινητοποίηση των γυναικών στα πλαίσια του ακτιβισμού «από τα κάτω». Γιατί λέμε την αλήθεια. Όταν μια γυναίκα σκοτώνεται από τον σύντρφό της, δεν κρύβουμε τον δράστη κάτω από τον όρο «οικιακή βία», λέμε ότι μια γυναίκα σκοτώθηκε από έναν άντρα, και πως το τουρκικό κράτος απέτυχε να εμποδίσει αυτό το φόνο.

κοντος2

Ποιο είναι το πολιτικό πλαίσιο, εντός του οποίου δρα η κολεκτίβα σας; Πώς λειτουργεί και ποιοι είναι οι κύριοι στόχοι της; Συνεργάζεται με πρωτοβουλίες και συλλογικότητες παρόμοιου πολιτικού προσανατολισμού στην Τουρκία, καθώς και στο εξωτερικό;

Έχουμε μια υλιστική αντίληψη του φεμινισμού. Αυτό σημαίνει ότι, στο κέντρο της ανάλυσής μας, υπάρχει η εργασία της γυναίκας: η πληρωμένη, απλήρωτη, παραγωγική, αναπαραγωγική, συναισθηματική γυναικεία εργασία. Μέσω αυτής της αντίληψης καταδεικνύουμε πώς η πατριαρχία κι ο καπιταλισμός λειτουργούν, ως δύο διαφορετικά, αλλά αμοιβαία συνυπάρχοντα, συστήματα καταπίεσης.

Η Σοσιαλιστική Φεμινιστική Κολεκτίβα είναι οργανωμένη σε 5 πόλεις στην Τουρκία έχοντας μέλη και σε άλλες πόλεις, καθώς και στο εξωτερικό. Έχουμε ένα κοινό, κοινή πολιτική ατζέντα, αλλά κάθε πόλη οργανώνει επίσης δραστηριότητες βάσει των δικών της αναγκών. Κάθε χρόνο οργανώνουμε ένα καλοκαιρινό camp, όπου συγκεντρωνόμαστε για να αξιολογήσουμε τον ακτιβισμό της προηγούμενης χρονιάς και να αποφασίσουμε για την ατζέντα της επόμενης χρονιάς.

Είμαστε μια οριζόντια, αντι-ιεραρχική οργάνωση. Είμαστε οργανωμένες σε μόνιμες επιτροπές που βασίζονται σε συγκεκριμένο ζήτημα και λειτουργούν κυλιόμενα. Αυτό γίνεται για για να αποτραπεί η «επαγγελματικοποίηση» και για να διασφαλίσουμε ότι όλα τα μέλη είναι ικανά σε όλα τα πεδία. «Τρέχουμε» διάφορες καμπάνιες, έχοντας στο στόχαστρό μας τον αντρικό έλεγχο στα γυναικεία σώματα και την εργασία τους. Οργανώνουμε δημόσιες συζητήσεις κι εκδίδουμε ένα τριμηνιαίο περιοδικό με τίτλο «Feminist Politika», όπου μοιραζόμαστε τις πολιτικές συζητήσεις μας με ένα ευρύτερο φεμινιστικό κοινό.

Ασχολούμαστε πολύ με τον ακτιβισμό στο δρόμο κι εκεί συνεργαζόμαστε επίσης με άλλες φεμινιστικές ομάδες και μεμονωμένες ακτιβίστριες. Όταν ιδρύσαμε τη Σοσιαλιστική Φεμινιστική Κολεκτίβα, ένας από τους στόχους μας ήταν να διαμορφώσουμε μια στέρεη βάση εντός του αντισυστημικού φεμινισμού, όπου διαφορετικές ομάδες και μεμονωμένες φεμινίστριες μπορούν να οργανωθούν συλλογικά. Σήμερα, σε μεγάλες πόλεις, όπως η Ισταμπούλ, η Άγκυρα κι η Σμύρνη, υπάρχουν φεμινιστικές κολεκτίβες που λειτουργούν ως «ομπρέλες» για τις αντισυστημικές φεμινίστριες. Σε αυτές τις κολεκτίβες συγκεντρωνόμαστε με άλλες φεμινίστριες κι οργανώνουμε κοινές πρωτοβουλίες, βάζοντας στο στόχαστρό μας τη βία εναντίον των γυναικών και ζητήματα σεξουαλικών δικαιωμάτων, όπως η έκτρωση.

Ενδιαφερόμαστε, επίσης, πολύ, να μοιραζόμαστε τις εμπειρίες μας με σοσιαλίστριες φεμινίστριες σε άλλες χώρες. Έτσι, αν κι οι δραστηριότητές μας κυρίως εστιάζονται σε τοπικά ζητήματα, συμμετέχουμε σε φεμινιστικές διασκέψεις και συγκεντρώσεις στο εξωτερικό όσο περισσότερο μπορούμε. Και χαιρόμαστε που βλέπουμε ότι υπάρχει ένας αυξανόμενος αριθμός αντισυστημικών φεμινιστικών ομάδων, οι οποίες, όπως η δική μας, στέκονται ιδιαιτέρως κριτικά απέναντι στο συντηρητικό νεοφιλελευθερισμό, την τρέχουσα μορφή του πατριαρχικού καπιταλισμού.

Ως συλλογικότητα και, υποθέτω, ως άτομα συμμετείχατε ενεργά στις διαδηλώσεις και την εξεγέρση που εμπνεύστηκαν από το πάρκο Γκεζί το 2013. Ποιος είναι, κατά τη γνώμη σου, ο ουσιώδης λόγος που «πυροδότησε» αυτές τις διαδηλώσεις και την εξέγερση και πώς αξιολογείς τη συμμετοχή των γυναικών σε αυτές, είτε ήδη έφεραν κάποια πολιτική ταυτότητα ή, ίσως, ενεπλάκησαν πολιτικά για πρώτη φορά;

Υπάρχει πλέον ένας μεγάλος αριθμός βιβλίων, άρθρων, πολιτικών κειμένων κ.λπ. που έχουν γραφτεί για τις διαδηλώσεις, οι οποίες εμπνεύστηκαν από ό,τι συνέβη στο πάρκο Γκεζί. Οι διαδηλώσεις δεν περιορίστηκαν σε αυτό, έλαβαν χώρα σε πολλές πόλεις στην Τουρκία και, παρότι αρχικά αντιτίθεντο στο εγχείρημα της αστικής ανάπλασης της περιοχής της πλατείας Ταξίμ, μετά τη δυσανάλογη αστυνομική βία εναντίον των διαδηλωτών εξελίχτηκαν σε μια πανεθνική εξέγερση κατά της κυβέρνησης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (σημ.: στο εξής ΑΚΡ, από τα τουρκικά αρχικά).

Υπάρχουν πολλές ομάδες ανθρώπων με διαφορετικούς και συχνά αντιπαρατιθέμενους πολιτικούς προσανατολισμούς που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να διατυπώσουμε μια απλουστευτική ερμηνεία όσον αφορά το γιατί το έκαναν. Οι κεμαλιστές κι οι εθνικιστές είχαν πολύ διαφορετικούς λόγους από τους Κούρδους, τα εργατικά συνδικάτα διαφορετική ατζέντα από εκείνη των ακτιβιστών για τα δικαιώματα των LGBT κ.λπ. Μπορούμε, ωστόσο, να αντιληφθούμε ότι υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που ήταν δυσαρεστημένοι με την πολιτική του κυβερνώντος κόμματος. Αυτή η πολιτική περιλαμβάνει την εμπορευματοποίηση του αστικού χώρου, την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και την καταστροφή των δασών, τη συντηρητική κι αυταρχική διαχείριση της δημόσιας σφαίρας που σε πολλές περιπτώσεις παίρνει τη μορφή της επίθεσης στις εκκοσμικευμένες πτυχές της καθημερινής ζωής, την αυξανόμενη εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας, την ανεπαρκή ανακούφιση και τα υπό όρους κοινωνικά επιδόματα να αντικαθιστούν τις καθολικές κοινωνικές παροχές, και παρόμοιες νεοφιλελεύθερες πολιτικές.

Σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή των γυναικών, το πρώτο που είναι καλό να έχουμε υπόψη μας είναι πως αυτή δεν είναι ίση με εκείνη των φεμινιστριών. Αυτό χρειάζεται να το συζητήσουμε ξεχωριστά. Οι γυναίκες συμμετείχαν στις διαδηλώσεις από την αρχή γιατί τα διακυβεύματα συνδέονταν άμεσα με τις ζωές τους, όπως κι οι άντρες. Ένα 20% περίπου των γυναικών ήταν οργανωμένες πριν τις διαδηλώσεις σε κάποια πολιτική ομάδα. Ίδια είναι κι η αναλογία για τους άντρες. Δεν υπάρχει, λοιπόν, κάποια έκπληξη στη συμμετοχή των γυναικών στις διαδηλώσεις, αλλά, βεβαίως, η εξαιρετικά σεξιστική και συντηρητική στάση του κυβερνώντος κόμματος στα ζητήματα φύλου, όπως η αποτυχία της κυβέρνησης να εξαλείψει τη βία εναντίον των γυναικών, τα μισογυνικά σχόλια από υψηλόβαθμα μέλη του κόμματος, περιλαμβανομένου και του Ερντογάν, κι η απόπειρα να απαγορευτούν οι εκτρώσεις το 2012 συνέβαλαν στη γυναικεία εμπλοκή στις διαδηλώσεις. Αλλά, το πιο σημαντικό, οι γυναίκες ενδιαφέρονται στην πραγματικότητα περισσότερο να επανοικειοποιούνται τη δημόσια σφαίρα, επειδή ο συρρικνούμενος δημόσιος χώρος μετατρέπεται επίσης σε κυριαρχούμενος από τον άντρα κι οι γυναίκες σίγουρα νιώθουν λιγότερο ασφαλείς στους δρόμους από οποτεδήποτε στο παρελθόν.

Εμείς, ως φεμινίστριες, συμμετείχαμε, επίσης, ενεργά στις διαδηλώσεις τόσο ατομικά, όσο και συλλογικά. Εκτός από το να λαβαίνουμε μέρος στην οργανωτική επιτροπή μέσα στο πάρκο Γκεζί, οργανώσαμε πολλά δρώμενα ως γυναίκες στη διάρκεια των διαδηλώσεων. Αλλά πιο σημαντική υπήρξε η πολιτική μας συνεισφορά, η οποία συνέδεσε τα δημόσια ζητήματα, που πολιτικοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, με τα λιγότερο ορατά ιδιωτικά, και πιο συγκεκριμένα με την καταπίεση των γυναικών στην ιδιωτική σφαίρα. Διαδηλώσαμε ενάντια στην αυταρχική, συντηρητική ρύθμιση όλης της κοινωνικής οργάνωσης, όχι μόνο στη δημόσια σφαίρα. Παρείχαμε, έτσι, το σύνδεσμο ανάμεσα στην αντιδημοκρατική διαχείριση του δημόσιου χώρου και την αυξανόμενα συντηρητική ρύθμιση των σχέσεων φύλου τόσο δημόσια, όσι κι ιδιωτικά.

Τι έμεινε από αυτό τον αγώνα;

Πολλά πράγματα! Είναι αφελές να περιμένεις τον άμεσο μετασχηματισμό των ανοργάνωτων μαζών, που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις, σε πειθαρχημένους, στρατευμένους ακτιβιστές της κοινωνικής αντιπολίτευσης. Αλλά «από τα κάτω» υπάρχουν τόσο πολλοί σχηματισμοί, από συνελεύσεις γειτονιάς μέχρι κατειλημμένα σπίτια, κι από οικολογικές πρωτοβουλίες μέχρι ομάδες ενάντιον της εμπορευματοποίησης του αστικού χώρου.

Όσο για τις φεμινίστριες, τώρα ενδιαφερόμαστε περισσότερο να στοχαζόμαστε για τις πολιτικές του φύλου, σε συνδυασμό με τις πολιτικές διαχείρισης του αστικού χώρου. Στη συλλογικότητά μας, για παράδειγμα, φτιάξαμε μια ομάδα συζήτησης σχετικά με τις γυναίκες και τον αστικό χώρο κι οι συζητήσεις που συντελούνται εντός αυτής της ομάδας θα ενημερώσουν τη μελλοντική μας πολιτική. Μεμονωμένα μέλη της συλλογικότητάς μας συμμετέχουν, επίσης, σε πλατφόρμες που φέρνουν κοντά ομάδες διαφορετικών πολιτικών αφετηριών, με στόχο το μετασχηματισμό της παρούσας κατάστασης της πολιτικής για τον αστικό χώρο.

Πώς ερμηνεύεις το γεγονός ότι, παρά την όχι αμελητέα αποχή στην τελευταία εκλογική διαδικασία, ο Ερντογάν φαινομενικά αναδύθηκε ως ο σχεδόν θριαμβευτικός νικητής; Είναι το ποσοστό που συγκέντρωσε το κόμμα του ενδεικτικό της πόλωσης της τουρκικής κοινωνίας;

Η τουρκική κοινωνία έχει σκοπίμως πολωθεί από το ΑΚΡ εδώ και παραπάνω από μια δεκαετία. Τα εκλογικά αποτελέσματα με αυτή την έννοια δεν αποτελούν έκπληξη, απλώς την επιβεβαίωση αυτού που υπάρχει εκεί έξω. Ο Ερντογάν κέρδισε τις εκλογές, επειδή το ΑΚΡ έχει υπάρξει πολύ επιτυχημένο στο να ενσταλάζει το φόβο του «όλα θα καταρρεύσουν, αν δε μας ψηφίσετε» στην κοινή γνώμη. Όχι μόνο ο Ερντογάν, όλος ο βασικός πυρήνας του ΑΚΡ, χρησιμοποιεί τα πιο διεφθαρμένα κι αντιδημοκρατικά μέσα πολιτικής χειραγώγησης, κυρίως μέσω της καταστολής των Μ.Μ.Ε., προκειμένου να παραμείνουν στην εξουσία. Γιατί ξέρουν ότι, αν χάσουν μια εκλογική αναμέτρηση, το παιχνίδι θα τελειώσει. Το κατάλαβαν ήδη στη διάρκεια των διαδηλώσεων με αφορμή το Γκεζί. Έτσι, ο Ερντογάν χρησιμοποίησε όσα μέσα είχε στη διάθεσή του, περιλαμβανομένων κρατικών πόρων κι αυτοκινήτων κι ελικοπτέρων του πρωθυπουργικού γραφείου, για να κερδίσει τις εκλογές. Άλλοι υποψήφιοι απλώς δεν είχαν καμία τύχη. .

κοντος3

Υπό το καθεστώς του ΑΚΡ, «οι πολιτικές του φύλου στην Τουρκία έχουν υποστεί σημαντικές αλλαγές», γράφεις, επίσης, στο ίδιο άρθρο. Θα μπορούσες να μου συνοψίσεις τις αλλαγές αυτές;

Δεν περιορίζεται στο ΑΚΡ ή την Τουρκία. Ο νεοφιλελεύθερος συντηρητισμός είναι η κυρίαρχη ιδεολογία του καιρού μας. Μπορούμε να τον ορίσουμε, χοντρικά, ως την προέκταση των αξιών της αγοράς στις σφαίρες της κοινωνίας, του πολιτισμού και της πολιτικής, και την αλλαγή της λειτουργίας του κράτους από πάροχο υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας, σε ένα ηθικιστικό, συχνά εθνικιστικό και θρησκευόμενο, ρυθμιστή της καθημερινής ζωής. Η συνέπεια του γεγονότος αυτού για τις γυναίκες είναι ό,τι αποκαλούμε «η παγίδευση της γυναίκας ανάμεσα στην πληρωμένη και την απλήρωτη εργασία»: το βάθεμα του σεξουαλικού διαχωρισμού της εργασίας κι η αγιοποίηση της γονιμότητας και της μητρότητας. Όπως πολλά παραδείγματα στον κόσμο δείχνουν, οι πολιτικές του φύλου βρίσκονται στον πυρήνα του συντηρητικού νεοφιλελεύθερου εγχειρήματος.

Στην Τουρκία, η χαρακτηριστική φράση αυτού του εγχειρήματος είναι η «ενδυνάμωση της οικογένειας». Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι γυναίκες είναι εκείνες που κυρίως προσφέρουν στις οικιακές δουλειές και στον τομέα της φροντίδας. Η συνέπεια της αυξανόμενης απλήρωτης γυναικείας εργασίας είναι πως οι γυναίκες έχουν λιγότερη πρόσβαση στη μισθωτή απασχόληση, που της σπρώχνει σε χαμηλά αμειβόμενες, ευέλικτες κι ανασφαλείς δουλειές. Αυτό, με τη σειρά του, καθιστά τις γυναίκες εξαρτώμενες από τις οικογένειές τους, δηλαδή από τους άντρες. Με αυτό τον τρόπο, το ΑΚΡ διασφαλίζει την περαιτέρω εκμετάλλευση της γυναικείας εργασίας στις μισθωτές απασχολήσεις και την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού, εξασφαλίζοντας την πατριαρχική οργάνωση των σχέσεων φύλου. Η θρησκεία, βεβαίως, χρησιμοποιείται ως «νόμιμο πλαίσιο» αυτής της διπλής εκμετάλλευσης, των γυναικείων σωμάτων και της εργασίας τους.

κοντος4

Θα ήθελα το σχόλιό σου για την απόπειρα βιασμού και το φόνο της 19χρονης φοιτήτριας Özgecan Aslan στις 11 Φεβρουαρίου από τον οδηγό ενός minibus και δύο συνεργούς του.

Ο φόνος της Özgecan Aslan προκάλεσε οργή στην τουρκική κοινωνία, γιατί, σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις, κατά τις οποίες γυναίκες σκοτώθηκαν από τους άντρες τους, συντρόφους ή συγγενείς στην οικογένειά τους, εκείνη σκοτώθηκε αντιστεκόμενη στο βιασμό από ένα τυχαίο πρόσωπο, μέρα μεσημέρι, ενώ χρησιμοποιούσε δημόσιο μέσο μεταφοράς. Το γεγονός αυτό άνοιξε τη συζήτηση για την επιστροφή της θανατικής ποινής και την εφαρμογή του χειρουργικού ευνουχισμού. Αυτές οι «λύσεις» προτείνονται κυρίως από άντρες κι αντανακλούν την κυρίαρχη κουλτούρα βίας στην Τουρκία. Ενώ γνωρίζουμε ότι η ανδρική επιθετικότητα, γενικότερα, κι η σεξουαλική βία, ειδικότερα, δεν είναι μεμονωμένες διαταραχές της συμπεριφοράς, αλλά κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα.

Πώς να προσεγγίσουμε αυτό το κοινωνικο-πολιτικό πρόβλημα; Οι κυβερνήσεις του ΑΚΡ έχουν εκδώσει διατάγματα κι υπογράψει διεθνείς συμφωνίες, προκειμένου να εξαλείψουν τη βία εναντίον των γυναικών. Μια πρόσφατη έρευνα που διεξήχθη από το κράτος έδειξε, ωστόσο, ότι το ποσοστό βίας κατά των γυναικών δεν έχει μειωθεί. Παρόλα τα μέτρα που έχει λάβει η κυβέρνηση, παραμένει στο 40%. Αυτό, σύμφωνα με το ΑΚΡ, συμβαίνει γιατί η βασική αιτία του προβλήματος είναι η αλλαγή στους φυλετικούς ρόλους κι η διάλυση της υφιστάμενης οικογενειακής δομής. Πιστεύουν πως οι γυναίκες βιώνουν περισσότερη βία, γιατί ξεπερνούν τα πατριαρχικά όρια. Επομένως, η λύση τους είναι να υποβάλλουν τις γυναίκες στις καταπιεστικές οικογενειακές σχέσεις, τις οποίες προωθούν ως «παραδοσιακές».

Οι δηλώσεις του Ερντογάν, όπως «δεν πιστεύω στην ισότητα των φύλων» ή ότι «ο γυναικείος “firtrat” (ο σκοπός της δημιουργίας) είναι διαφορετικός από του άντρα», απλώς διαιωνίζουν τη δευτερεύουσα θέση της γυναίκας στην κοινωνία κι επομένως νομιμοποιούν τη βία εναντίον των γυναικών. Όταν οι πατριαρχικές φυλετικές νόρμες προωθούνται από την κεφαλή του κράτους, όσες γυναίκες δεν υπακούν σε αυτές τις νόρμες αυτομάτως καθίστανται στόχος της ανδρικής επιθετικότητας. Μετά το φόνο της Özgecan, ο Ερντογάν είπε πως όλες οι γυναίκες έχουν παραδοθεί από τον Θεό στους άντρες κι ότι ο Μωάμεθ έχει συμβουλέψει ενάντια στη βία κατά των γυναικών. Όταν φεμινίστριες διαμαρτυρήθηκαν για τα λόγια του Ερντογάν, επειδή αντανακλούσαν την ανδροκρατούμενη κουλτούρα που κρύβεται πίσω από τη βία εναντίον τους, ο Ερντογάν καταδίκασε τις φεμινίστριες λέγοντας «ούτε καν ανήκετε στη θρησκεία μας, στον πολιτισμό μας!».

Στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερο εμπόδιο στην αποτροπή της βίας εναντίον των γυναικών είναι αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «συστηματική ατιμωρησία». Αν και, σύμφωνα με το νόμο, η τιμωρία εγκλημάτων σεξουαλικής βίας είναι πολύ αυστηρή, στην πράξη οι ποινές συχνά μειώνονται από υποτιθέμενες απαλλακτικές περιστάσεις, όπως η «καλή διαγωγή» ή η «άδικη πρόκληση». Σε πλημμεληματικές περιπτώσεις σεξουαλικών εγκλημάτων, οι ποινές σε κάθειρξη συνήθως αναβάλλονται ή μετατρέονται σε πρόστιμα. Όλο το σύστημα, από την αστυνομία και την υπηρεσία σήμανσης, μέχρι τον εισαγγελέα και την έδρα προστατεύουν τον δράστη ρωτώντας πρώτα τι έκανε η γυναίκα τι φορούσε, γιατί ήταν έξω τη νύχτα κ.λπ., για να «αξίζει» το σεξουαλικό αδίκημα. Το νομικό σύστημα ρωτά τις γυναίκες να αποδείξουν την «αθωότητά» τους, πριν τιμωρήσει τον φορέα της βίας.

Εμείς ως φεμινίστριες πρώτα από όλα θέλουμε την κατάλληλη εφαρμογή του νόμου. Αλλάαυτόδεναρκεί. Μετά το φόνο της Özgecanχιλιάδες γυναίκες, φεμινίστριες κι όχι, βγήκαν στο δρόμο, για να αποκηρύξουν όχι μόνο τη σεξουαλική βία και τους φόνους γυναικών, αλλά και για να ζητήσουν να σταματήσουν αμέσως όλες οι επιθέσεις εναντίον της ελευθερίας της γυναίκας. Όλες οι γυναίκες στην Τουρκία νιώθουν την απειλή της παρενόχλησης, του βιασμού, του θανάτου κι όλων των ειδών της βίας, όταν βρίσκονται στους δρόμους. Αλλά ξέρουμε επίσης ότι η βία εναντίον των γυναικών δεν είναι ένα απομονωμένο ζήτημα. Συνδέεται στενά με την πολιτική του ΑΚΡ που κάνουν δύσκολο στις γυναίκες να χωρίσουν, μπλοκάρει την πρόσβασή τους στην έκτρωση κι αρνείται να προσφέρει ασφαλή καταφύγια σε κακοποιημένες γυναίκες. Συνδέεται, επίσης, με την πολιτική διαχείρισης του αστικού χώρου από το ΑΚΡ, το οποίο εμπορευματοποιεί το δημόσιο χώρο σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι δρόμοι να έχουν καταστεί εξαιρετικά ανασφαλείς. Η κυβέρνηση, όμως, δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για αυτό. Οι γυναίκες δε θέλουν να είναι τα εμπορικά κέντρα οι μόνοι ασφαλείς χώροι εκτός σπιτιού! Και σίγουρα δε θέλουν να ακούν σχόλια από τους κυβερνητικούς αντιπροσώπους σχετικά με το πώς πρέπει να φέρονται, να παντρεύονται, να γεννάνε, να ντύνονται, να μιλούν, να γελάνε και να ζουν τις ζωές τους. Γιατί τώρα γνωρίζουν πολύ καλά πως ο λόγος πίσω από τη βία εναντίον των γυναικών είναι η ίδια η νοοτροπία εκείνων των αντρών που θέλουν να ρυθμίσουν τις ζωές των γυναικών και να ελέγξουν τα σώματά τους.

Μια τελευταία ερώτηση. Δεδομένου ότι η Σοσιαλιστική Φεμινιστική Κολεκτίβα προσεγγίζει το φεμινισμό στα πλαίσια του αντικαπιταλιστικού αγώνα, πόσο καρποφόρος μπορεί να είναι ένας τέτοιος αγώνας και υπό ποιες συνθήκες;

Ο καπιταλισμός, ιστορικά και παροντικά, λειτουργεί συνεργαζόμενος με την πατριαρχία. Συνεπώς, κάθε αγώνας για τη γυναικεία απελευθέρωση πρέπει να στοχεύει εξίσου την πατριαρχία και τον καπιταλισμό. Ένας ολικός μετασχηματισμός των πατριαρχικών σχέσεων φίλου, δηλαδή η κατάργηση του ανταγωνισμού πληρωμένης-απλήρωτης εργασίας, ο μη καθορισμός της γυναικείας σεξουαλικότητας από τις γυναικείες αναπαραγωγικές λειτουργίες, η κοινοτική φροντίδα των παιδιών και των γερόντων/ γεροντισσών κ.λπ. είναι πιθανά μόνο σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, όπου υπάρχει συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, διανομή των πόρων βάσει των αναγκών, κι ίση συμμετοχή των κοινωνικών ομάδων στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων.

Αυτό δε σημαίνει ότι αφήνουμε στην άκρη τα αιτήματα που προκύπτουν από τις ανάγκες του σήμερα. Αντίθετα, σημαίνει πως διατηρούμε ένα πολιτικό όραμα, που δε στοχεύει μονάχα «να σώσει τη μέρα», αλλά συνεχίζει τον απελευθερωτικό μας αγώνα με ορίζοντα τη μελλοντική, μη πατριαρχική κοινωνία, όπου θέλουμε να ζήσουμε.

Ευτυχώς, υπάρχουν όλο και περισσότερες γυναίκες που αντιλαμβάνονται ότι ο φεμινισμός δεν μπορεί να υλοποιηθεί πλήρως σε μια καπιταλιστική κοινωνία, κάτι που δείχνει πως η πολιτική μας ήδη αποδίδει καρπούς. Βέβαια πρόκειται για ένα μακρύ δρόμο, και συχνά δεχόμαστε τις προκλήσεις από την αντίσταση των αντρών στις φεμινιστικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων και των αντρών σοσιαλιστών. Αλλά ήδη δουλεύουμε πάνω στη δημιουργία των συνθηκών για μια σοσιαλιστική φεμινιστική επανάσταση. Σε αυτή βασίζεται ολόκληρη η πολιτική μας!

Το site της Σοσιαλιστικής Φεμινιστικής Κολεκτίβας εδώ

Πηγή: hitandrun

κοντος5

Διαβάστε ακόμα

Οι θέσεις του AKP για τις γυναίκες: λόγος για να ξεσηκωθείς στην Τουρκία

Η φεμινιστική αντίδραση μετά τη δολοφονία της Özgecan

Το σώμα πολιτικοποιείται: Η γυναικεία «διακριτότητα» στο πάρκο Gezi

Εζρά Ερτζάν Μπιλγκίτς: “η επανάσταση δε θα μεταδοθεί τηλεοπτικά, θα τουιταριστεί”

 

Share

Μάρσια Τζιβάρα: «Ο φασισμός δε γεννήθηκε στην κρίση και ούτε θα πεθάνει με την έξοδο από αυτήν»

BURNING FROM THE INSIDE ENG 005

του Γιάννη Κοντού

«Γεννημένο» στους δρόμους της Αθήνας και του Βερολίνου και χρησιμοποιώντας την ανάδυση της νεοναζιστικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής ως κύριο άξονά του, το κοινωνικό-πολιτικό ντοκιμαντέρ Burning from the inside της Μάρσιας Τζιβάρα, μέλους της γερμανικής κινηματογραφικής κολεκτίβας Ak-Kraak, αποκαλύπτει τις φασιστικές δομές που λειτουργούν στην Ελλάδα, από τη σκοπιά των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία. Συζητάμε με την σκηνοθέτρια, ενόψει της πρεμιέρας του ντοκιμαντέρ στα πλαίσια του 17ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Κυριακή 15 Μαρτίου (αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 17:30).

Το Burning from the inside αντανακλά, όπως γράφεις και στο επίσημο site της ταινίας, την αγωνία και τα αισθήματά σου για την Ελλάδα και την αηδία σου για όσους προσπαθούν να την καταστρέψουν. Πώς ξεκίνησαν όλα και ποιος είναι ο στόχος του ντοκιμαντέρ;

Ξεκινήσαμε τα γυρίσματα τον Γενάρη του 2013, όταν η Χ.Α αποπειράθηκε να ανοίξει γραφεία εδώ στη Γερμανία και συγκεκριμένα στη Νυρεμβέργη. Αυτό για μας ξεπερνούσε κάθε όριο και δε σου κρύβω ότι η οργή μας υπερέβη την ανασφάλειά μας για όλα τα επικείμενα εμπόδια που ενδεχομένως να βρίσκονταν στο δρόμο μας. Χωρίς συγκεκριμένο πλάνο, χωρίς βοήθεια από κάποιον φορέα και χωρίς λεφτά, αρχικά με τον Demian von Prittwitz, τον οπερατέρ της ταινίας, και εν συνεχεία με μια μικρή ομάδα κινηματογραφιστών-αντιφασιστών από Αθήνα και Βερολίνο, προβήκαμε σε guerilla γυρίσματα που κράτησαν σχεδόν 1.5 χρόνο.

Ο αρχικός στόχος ήταν να αποκαλύψουμε την αληθινή φύση της συμμορίας, αφού τη δεδομένη στιγμή κανείς από τα mainstream media δεν τολμούσε να το κάνει, και παράλληλα να τονίσουμε το παράδοξο που βιώναμε εμείς ως μετανάστες: το να ζούμε στη χώρα που «γέννησε» το ναζισμό και να παρακολουθούμε από μακριά, την αναβίωση του με πρωταγωνίστρια τη χώρα που «γέννησε» τη δημοκρατία. Βασικός στόχος λοιπόν, ήταν να θέσουμε ερωτήματα όσον αφορά τη λειτουργικότητα και εφαρμογή της δημοκρατίας σε μια χώρα τσακισμένη από τη διαφθορά και την καπιταλιστική λύσσα, τον ρόλο των νεοναζί ως κρατικού και παρακρατικού εργαλείου και φυσικά τη θέση της Γερμανίας μέσα σε όλο αυτό.

Ο δεύτερος μεγάλος στόχος ήταν η ευαισθητοποίηση του κοινού απέναντι στους μεγάλους αδικημένους της Ευρώπης-φρούριο: τους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Τέλος -χωρίς αυτό να αποτελεί συλλογικό στόχο της ομάδας μας, αλλά ίσως μια προσωπική ανάγκη- ήθελα να δώσουμε μια έμπρακτη απάντηση στις σκληρές κριτικές που κατά καιρούς δεχόμαστε όλοι εμείς που φύγαμε από την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια: ότι εγκαταλείπουμε στα δύσκολα, ότι δεν είμαστε μαχητές, ότι βολευτήκαμε και αδιαφορήσαμε. Η ταινία κατά κάποιο τρόπο απαντάει σε όλους αυτούς, αποδεικνύοντας πως οι αγώνες έχουν πολλαπλές μορφές και πως μέσα σε αυτούς υπάρχει μια θέση για όλους. Αρκεί ο καθένας να βρει τον τρόπο και το πλαίσιο, μέσα στο οποίο  μπορεί να δράσει και να προσφέρει.

Το ντοκιμαντέρ σου αποσκοπεί, επίσης, στο να αναδείξει τη σπουδαιότητα της συνύπαρξης «ντόπιων» και μεταναστών. Πόσο εύκολο ήταν να εξασφαλίσεις τη συνδρομή των μεταναστευτικών κοινοτήτων στην πραγματοποίηση της δουλειάς σου;

Η συνδρομή των μεταναστευτικών κοινοτήτων, πολιτικών ομάδων, αλλά και όλων των αντιφασιστικών φορέων που προσεγγίσαμε (γερμανικών και ελληνικών) ήταν άμεση και δυναμική. Όπως είπα και πριν, υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι ανθρώπων που έχουν έντονη πολιτική και κοινωνική δράση και αυτοί οι άνθρωποι μας άνοιξαν τον δρόμο και μας στήριξαν με τα όποια μέσα διέθεταν. Κάτι που ίσως ο πολύς κόσμος δε γνωρίζει, είναι ότι εδώ στο Βερολίνο υπάρχουν διάφορες ομάδες και επιτροπές αλληλεγγύης προς την Ελλάδα, οι οποίες απαρτίζονται από Γερμανούς του αναρχικού ή αριστερού/αντικαπιταλιστικού χώρου και η δράση τους απλώνεται σε ένα ευρύ φάσμα κοινωνικό-πολιτικού αγώνα: Από την συλλογή χρημάτων και φαρμάκων, μέχρι την αποστολή αντιπροσώπων, προκειμένου να στηρίξουν μια σημαντική προσπάθεια. Έχουν βρεθεί κατά καιρούς, αρκετοί Γερμανοί αλληλέγγυοι  σε μεγάλες γενικές απεργείς, ή σε μεγάλες αντιφασιστικές δράσεις στην Ελλάδα. Αυτές οι επισκέψεις, εκτός από το να στηρίξουν με την παρουσία τους, αποσκοπούν κυρίως και στο σχηματισμό μιας εικόνας για την Ελλάδα και τα προβλήματα του κόσμου, πέρα από την εικόνα που παρουσιάζουν τα  mainstream media. Αυτοί είναι οι άνθρωποι αν θέλεις, που δημιουργούν τον αντίλογο, σε μια χώρα, όπως η Γερμανία, που τον Έλληνα τον έχει συνδέσει με τον φτωχό-τεμπέλη συγγενή που του τρώει τα λεφτά. Σε γενικές γραμμές, όταν λέγαμε ποιοι είμαστε και τι θέλουμε να κάνουμε, οι πόρτες άνοιγαν εύκολα και τους ευχαριστούμε όλους για αυτό.

Βέβαια, για να μην τα παρουσιάζουμε όλα ρόδινα και ουτοπικά, πρέπει να πω ότι υπάρχει  και ένα άλλο κομμάτι μεταναστών – που ευτυχώς δε χρειάστηκε να συναναστραφούμε – το οποίο αναπαράγει είτε την καθεστωτική λογική του «βολέματος» που ο Έλληνας ξέρει τόσο καλά, είτε την «απολιτίκ» στάση του «δε μιλάω για να «τα έχω καλά με όλους», είτε ακόμα και το νεοναζισμό. Κάποιοι από αυτούς προσπάθησαν να «λασπώσουν» κατά καιρούς την προσπάθειά μας μέσω των social media και άλλου είδους προπαγάνδας, αλλά το μόνο πραγματικότητα. Η μετανάστευση δε μας κάνει απαραίτητα ούτε πιο ευαίσθητους, ούτε πιο αγωνιστές.

Δεδομένης της διαπλοκής κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών, θέλεις να αναφερθείς στους κινδύνους που το συνεργείο σου κι εσύ αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων τόσο από την πλευρά της αστυνομίας, όσο και των νεοναζί;

Τα γυρίσματα στην Γερμανία ήταν πολύ πιο εύκολα από ότι τα γυρίσματα στην Ελλάδα. Η βερολινέζικη αστυνομία, χωρίς βέβαια να θέλω να την εξευμενίσω, θεωρείται από τις λιγότερο βίαιες της Γερμανίας και έτσι είχαμε πιο «εύκολη» πρόσβαση στις ομάδες των νεοναζί, χωρίς να κινδυνεύουμε άμεσα. Υπήρχαν στιγμές βέβαια που γινόμασταν στόχος στα μάτια τους, κυρίως λόγω του «μεσσογειακού» παρουσιαστικού μας. Όμως, η αλήθεια είναι πως δε νιώσαμε ποτέ πραγματική απειλή.

Στην Ελλάδα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ένα μεγάλο πρόβλημα ήταν οτι κάποιοι  ήμασταν γνωστοί  στους φασιστικούς κύκλους, λόγω της αντιφασιστικής μας δράσης, και δεν ήταν καθόλου εύκολο να τους κινηματογραφήσουμε. Παρόλο που δεν εμφανιζόμασταν ως συνεργείο αλλά ως υποτιθέμενοι «οπαδοί» τους (ακόμα και μεταμφιεσμένοι), κυνηγηθήκαμε όλες τις φορές που προσπαθήσαμε να τους πλησιάσουμε. Πάντα βάβαια, με τις ευλογίες της αστυνομίας. Μετά από μια άσχημη εμπειρία που είχα σε μια συγκέντρωση  στα γραφεία τους και συγκεκριμένα όταν γιόρταζαν 1 χρόνο μετά την εκλογή τους στη βουλή, όπου με κυνήγησαν οι μπράβοι που περιφρουρούσαν την συγκέντρωση και προσπάθησαν να μου πάρουν την κάμερα, άρχισα να σκέφτομαι σοβάρά το ενδεχόμενο να σταματήσω αυτές τις απόπειρες, γιατί πια άρχισαν να γίνονται επικίνδυνες. ‘Ετσι, καταφύγαμε στην χρήση πλάνων αρχείου που μας παραχώρησαν αφιλοκερδώς οι αγωνιστές της αυτόνομης ΕΡΤ και της ΕΡΤ3, λύνοντας  το πρόβλημα. Όσο για την αστυνομία, δεν έχω λόγια. Σε όλες τις επιθέσεις ήταν παρούσα και έκανε οτι δε βλέπει, ενώ την ημέρα της σύλληψης των χρυσαυγιτών έξω από την ΓΑΔΑ, εφαρμόζοντας ένα πρωτοφανές «σχέδιο ασφαλείας» κατάφερε να με εγκλωβίσει για πάνω από τρεις ώρες (όπως και κάποιους τυχαίους περαστικούς) στο μετρό των Αμπελοκήπων, μαζί με περίπου 200 πωρωμένους νεοναζί που βρίσκονταν εκεί για συμπαράσταση στους χρυσαυγίτες- δολοφόνους! Αυτό είναι το μεγαλείο της ΕΛ.ΑΣ.

Οι βουλευτικές εκλογές της 25ης Ιανουαρίου αναδεικνύουν, αναπάντεχα ίσως, ως τρίτο κόμμα τη νεοναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής. Όπως για άλλη μια φορά αποδεικνύεται, η νεοναζιστική ακροδεξιά σε επίπεδο κοσμοαντίληψης, καθώς και πρακτικών, είναι στέρεα ριζωμένη σε σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Θα ήθελα ένα σχόλιό σου.

Δε μου προκαλεί καμία εντύπωση το εκλογικό αποτέλεσμα και αυτό το λέω με μεγάλη μου λύπη. Όπως υποστηρίζουμε και στην ταινία, ο φασισμός δε γεννήθηκε στην κρίση και ούτε θα πεθάνει με την έξοδο από αυτήν. Και η καραμέλα του «παραπληροφορημένου ψηφοφόρου», εμένα προσωπικά δε μου κάνει. Κατά τη γνώμη μου,  η πικρή αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι είναι στρατευμένοι νεοναζί, φασίστες και μαφιόζοι, που υπήρχαν όλα αυτά τα χρόνια ανάμεσα μας και δρούσαν υπόγεια στον κρατικό και παρακρατικό μηχανισμό. Και για αυτή την εξέλιξη, έχουνε ευθύνες όλοι. Ακόμα και η καθεστωτική Αριστερά, γιατί τόσα χρόνια δεν επέδειξε αντιφασιστική δράση, παρά μόνο όταν το πρόβλημα είχε γίνει πια απροσπέλαστο. Για μένα, η Ελλάδα χρειάζεται μια μεγάλη περίοδο «αποναζιστικοποίησης» προκειμένου να φύγει το μικρόβιο από τα σπλάχνα της και αυτό δεν γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη. Πρέπει να επενδύσουμε στην παιδεία -όσο κλισέ και να ακούγεται αυτό- στη δημιουργική ενσωμάτωση των μεταναστών και προσφύγων μέσα στην ελληνική κοινωνία, αλλά και στο συλλογικό αγώνα που δίνεται στους δρόμους και στις γειτονιές. Δε θα είναι εύκολα τα πράγματα, αλλά θα τα καταφέρουμε.

Πότε και πού πρόκειται να προβληθεί το Burning from the inside;

Το «Βurning from the inside» είναι μια εντελώς ανεξάρτητη παραγωγή και για αυτό η διανομή του είναι ακόμα κάπως «θολή». Αυτή τη στιγμή, κάνει τον κύκλο του σε διάφορα φεστιβάλ ανά τον κόσμο και το Μάρτη θα κάνει την ελληνική του πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Από κει και πέρα, η επιθυμία μας είναι να κάνουμε πολλαπλές παρουσιάσεις σε ελεύθερους κοινωνικούς χώρους σε Ελλάδα και εξωτερικό, προσπαθώντας να αγγίξουμε όσο το δυνατό μεγαλύτερο κοινό.

 

Το Burning from the inside της Μάρσιας Τζιβάρα προβάλλεται στα πλαίσια του 17ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Κυριακή 15 Μαρτίου (αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 17:30) και την Τρίτη 17 Μαρτίου (αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 22:30).

Το επίσημο site του ντοκιμαντέρ είναι http://www.burningfromtheinsidedoc.com/

Πηγή: εναντιοδρομίες

film poster

 

Share

“Kiska”: Μία θεατρική παράσταση για το πού μπορεί να φτάσει τον άνθρωπο η εξουσία

kiska II_-28

της Βαγγελιώς Σουμέλη

Σε μια επιχείρηση-σκούπα της Αστυνομίας συλλαμβάνονται μαζικά γυναίκες, τοξικομανείς και εκδιδόμενες. Η Νατάλια οδηγείται στην Ελένη, μία αστυνομικό ανακρίτρια. Το έργο εκτυλίσσεται μέσα σε ένα βράδυ.

Η ομάδα ChameleoN συστάθηκε το Μάιο του 2014 και η Kiska είναι το πρώτο τους έργο. Εμπνευσμένη από τη δίωξη και διαπόμπευση οροθετικών γυναικών τον Μάιο του 2012,  η παράσταση είναι ένα divised project, βασισμένο σε έρευνα, μαρτυρίες και αυτοσχεδιασμούς, με άξονα τον κοινωνικό και πολιτικό ρατσισμό απέναντι στον αδύναμο άνθρωπο. Πώς η εξουσία τρέφεται σε περιόδους κρίσεις από την αδυναμία συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων; Τι ρόλο παίζουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης; Ποιος είναι τελικά ο εξουσιαστής και ποιος ο εξουσιαζόμενος;

Η ομάδα κινούμενη στα πλαίσια του μαγικού ρεαλισμού θα επιχειρήσει ν’ αναδείξει μία κοινωνική πραγματικότητα κρυμμένη κάτω από το χαλί.

Το Φύλο Συκής βρέθηκε στις πρόβες του έργου και είχε τη χαρά να περάσει λίγο χρόνο μαζί με τρεις συν-δημιουργούς της παράστασης, τη σκηνοθέτρια Ηλιάνα Μαυρομάτη και τις ηθοποιούς Μαρία Γίτσα και Κάλλι Μαυρομάτη. Λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων η Φαίδρα Σούτου που έχει αναλάβει την κινησιολογία της παράστασης δεν κατάφερε να μείνει στην παρέα. Φεύγοντας μας είπε ότι αυτό που προσπαθεί να καταφέρει μέσα από την κινησιολογία είναι ν’ απαλύνει τις κινήσεις ακραίων ηρώων, σε ακραίες καταστάσεις.

Πώς προέκυψε η δημιουργία της ομάδας;

Ηλιάνα: Γνωριστήκαμε σ’ ένα στούντιο υποκριτικής, στο στούντιο ΝΑΜΑ στο Επί Κολωνώ με δασκάλα την Ελένη Σκότη, δουλεύαμε πάνω στη φόρμα του ρεαλισμού, το σύστημα Στανισλάφσκι. Αυτή ήταν η αρχή για την κοινή μας πορεία. Μέσα από την εμπειρία της αυτό οντισιόνανακαλύψαμε ότι έχουμε κοινή αισθητική και αντίληψη στην υποκριτική και το θέατρο.

Κάλλι: Ήταν πολύ σημαντικό ότι μπορούσαμε να λειτουργήσουμε και σ’ ένα πιο καθημερινό και προσωπικό επίπεδο, να πούμε ανέκδοτα και να γελάσουμε μεταξύ μας, να πιούμε μια μπύρα.

Είσαστε μια αμιγώς γυναικεία ομάδα ή έχετε και άντρες στην παρέα;

Ηλιάνα: Δεν θα έλεγα ότι είμαστε μία αμιγώς γυναικεία ομάδα, υπάρχουνε και άντρες. Ο Γιώργος Καλόξυλος που ήταν επίσης μαθητής στο στούντιο ΝΑΜΑ και ο Λάμπης, ο σκύλος μου, ο οποίος είναι παρών σε όλες τις πρόβες και τη δημιουργία της παράστασης.

Κάνετε όμως γυναικείο θέατρο;

Κάλλι: Θέατρο που ν’ αφορά αποκλειστικά τη γυναίκα, όχι. Η συγκεκριμένη παράσταση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φεμινιστική αλλά δεν χαρακτηρίζεται. Όταν γράφαμε το κείμενο υπήρχαν κομμάτια τα οποία ήταν καταιγιστικά, θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει το κείμενο ως φεμινιστικό μανιφέστο. Αυτά τα κομμάτια κόπηκαν. Το θέμα δεν ήταν ν’ αποδείξουμε ότι ναι, εμείς είμαστε οι αδύναμες γυναίκες που βαλλόμαστε από τους άντρες. Θέλαμε να το γενικεύσουμε, να δείξουμε ότι ο εχθρός μας είναι η ίδια η εξουσία και όχι η μάχη των φύλων και συγκεκριμένα του άντρα και της γυναίκας.

Ηλιάνα: Η ιστορία εμπλέκει δυο γυναίκες. Με αυτή την έννοια, το φύλο παίζει σημαντικό ρόλο στη συγκεκριμένη ιστορία και όχι μόνο στη δική μας ιστορία όπως τη δημιουργούμε στο θέατρο αλλά και στην πραγματικότητα. Σ’ αυτό που έγινε, το θέμα της γυναίκας ήταν πολύ κεντρικό. Παρόλα αυτά, εμείς προσπαθούμε να επικεντρωθούμε στις σχέσεις εξουσίας που δημιουργούνται κοινωνικά, στα προβλήματα εκφασισμού της κοινωνίας, κατάχρησης εξουσίας, στοχοποίησης αδύναμων κοινωνικών ομάδων σε περιόδους κρίσης, αυτά είναι τα κεντρικά θέματα που μας απασχολούν.

Μαρία: Σίγουρα δεν είναι τυχαίο το φύλο που στοχοποιήθηκε, το γεγονός ότι ήταν γυναίκες κάτι λέει. Η εξουσία ωστόσο σαν εξουσία και ο τρόπος με τον οποίο τη διαχειρίζεται ο εκάστοτε εξουσιαστής δεν νομίζω ότι έχει να κάνει μόνο με το φύλο αλλά με τον άνθρωπο γενικότερα.

Ο εκφασισμός της κοινωνίας και η εξουσία όμως έχουν συνήθως πρόσωπο αντρικό.

Ηλιάνα: Συνήθως ναι, με την έννοια ότι ζούμε σε μία κοινωνία που είναι αρκετά φαλλοκρατική.

Στόχος δηλαδή είναι να κάνετε πολιτικό θέατρο;

Ηλιάνα: Κυρίως ναι, πολιτικό και κοινωνικό θέατρο.

kiska II_-01

Διαλέγετε να κάνετε το ντεμπούτο σας μ’ ένα έργο που το γράφετε οι ίδιες και το συν-δημιουργείτε, χρησιμοποιώντας πολλά στοιχεία αυτοσχεδιασμού. Πώς έγινε η επιλογή του θέματος; 

Ηλιάνα: Το θέμα ήταν αυτό που μας έφερε τελικά κοντά και μας έκανε να πάρουμε την απόφαση να δουλέψουμε μαζί. Υπήρχε η πρόθεση πολλούς μήνες πριν αλλά το θέμα υπήρξε το κίνητρο να μπούμε σ’ όλη αυτή τη διαδικασία, σ’ όλη αυτή την τρέλα. Γιατί είναι τρέλα να προσπαθείς να κάνεις μια παράσταση από το πουθενά, χωρίς καμία οικονομική υποστήριξη, χωρίς παραγωγό, χωρίς προώθηση, χωρίς όλο αυτό το κατεστημένο θεατρικό σύστημα που κυριαρχεί.

Μαρία: Συμφωνώ ότι δεν είναι καθόλου τυχαία η επιλογή του θέματος. Είμαστε γυναίκες και σαν γυναίκες μας επηρέασε αυτή η ιστορία και σαφώς θεωρώ ότι μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα ή να μας προκαλέσει μεγαλύτερο ενδιαφέρον η ιστορία μιας άλλης γυναίκας, όπου εν δυνάμει θα μπορούσαμε να ήμασταν στη θέση της. Το θέμα από μόνο του έχει μια σκληρότητα και αυτή η σκληρότητα προσωποποιείται στη γυναίκα. Δεν γινόταν να μας αφήσει αδιάφορες.

Κάλλι: Σε αυτή την παράσταση συμβαίνει το εξής, τώρα το συνειδητοποιώ. Οι γυναίκες μέσα και έξω από τον κύκλο καθοδηγούνται και χειραγωγούνται σαν μαριονέτες από το αντρικό στοιχείο. Υπάρχει ο εξουσιαστής άντρας ο οποίος προστατεύει τον άντρα,  το υποτιθέμενο θύμα, ενώ μέσα στον κύκλο το παιχνίδι παίζεται ανάμεσα σε δύο γυναίκες, την ανακρίτρια και την κατηγορουμένη, αυτήν που προκάλεσε όλο το κακό. Σ’ αυτή την παράσταση έχει ενδιαφέρον ότι πάμε και απ’ την πλευρά του εξουσιαστή γιατί υπάρχει η άποψη που λέει το εξής: «για να ήσουνα εσύ στην εξουσία να δούμε τι θα έκανες;» Για παράδειγμα η ανακρίτρια που αποκτά την εξουσία απέναντι σ’ έναν άλλον άνθρωπο… πως διαχειρίζεται την κατάσταση, πως μπορεί να της γυρίσει μπούμερανγκ και ίσως να θέλει να το πετάξει από πάνω της.

Ηλιάνα: Πως η ίδια η εξουσία μπορεί ν’ αλλοτριώσει έναν άνθρωπο και που μπορεί να τον φτάσει.

Επιλέγετε όμως τον δρόμο της κάθαρσης.

Ηλιάνα: Την κάθαρση με την έννοια της συνείδησης και όχι του καλού τέλους.

Κάλλι: Η ανακρίτρια την καταδικάζει τελικά. Αυτή νομίζω ότι είναι και η αρρώστια της εποχής μας.

Ηλιάνα: Παρόλη τη συνείδηση δεν μπορούμε να κάνουμε την υπέρβαση, ο φόβος είναι τέτοιου μεγέθους που παρότι μπορεί να είμαστε συνειδητοί δεν μπορούμε να υπερβούμε τους εαυτούς μας και τους φόβους μας. Φροϋδικά, είμαστε μία κοινωνία που κινείται βάσει Υπερεγώ ακόμα.

Πώς διαλέξατε το συγκεκριμένο τίτλο για το έργο; Απ’ όσο γνωρίζω το Kiska δεν είναι ένα συνηθισμένο ρωσικό όνομα.

Μαρία: Ψάχνοντας στο ιντερνέτ για ρωσικά γυναικεία ονόματα βρήκα το όνομα Kiska και είπα πω πω είναι πολύ ωραίο. Στην πρόβα λοιπόν της επόμενης μέρας το πρότεινα. Όχι σαν τίτλο του έργου αλλά σαν όνομα της ηρωίδας μου. Στη συνέχεια ωστόσο, μία Ρωσίδα η οποία ζει χρόνια στην Ελλάδα και με βοήθησε ν’ αφουγκραστώ πως είναι να έχεις γεννηθεί και να έχεις μεγαλώσει σε μία χώρα όπως η Ρωσία, μας είπε ότι το Kiska δεν είναι όνομα αλλά σημαίνει γατάκι. Αν εξαιρέσεις τον πρώτο πανικό της στιγμής, ο τρόπος τελικά που το χρησιμοποιούμε νομίζω πως ταιριάζει πάρα πολύ στο έργο. Έτσι το όνομα Kiska κρατήθηκε ως τίτλος.

kiska II_-11

Δημιουργικά πώς δουλεύετε;

Κάλλι: Έχουμε κατανείμει ρόλους χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχουμε λόγο στη δουλειά του άλλου.  Η συγγραφή του κειμένου δουλεύεται με δύο τρόπους. Σε ότι αφορά το διαλογικό μέρος, η Ηλιάνα μας δίνει συνθήκες και επί τόπου τις εκτελούμε. Ηχογραφούμε τους εαυτούς μας, απομαγνητοφωνούμε το υλικό και μετά κάνουμε το ξεκαθάρισμα. Σε επίπεδο μονολόγων, η Ηλιάνα μας ζητάει να γράψουμε κάτι συγκεκριμένο. Στη συνέχεια δουλεύουμε το κείμενο συλλογικά, επί σκηνής, το κείμενο καθαρίζεται, κόβεται. Θα ήθελα να πω ότι ως προς τον τρόπο γραφής, έχουμε επηρεαστεί από τα έργα Μολλόυ του Σάμιουελ Μπέκετ και Αντιγόνη του Ζαν Ανούιγ.

Μαρία: Το δυσκολότερο ήταν να καταλήξουμε στη δομή του έργου. Όταν αυτός ο στόχος επιτεύχθηκε, τα πράγματα ήταν πολύ πιο ξεκάθαρα. Ξεκίνησε το δημιουργικό κομμάτι της συγγραφής που όπως είπε και η Κάλλι γινόταν μέσα από αυτοσχεδιασμούς και ζητούμενα που μας έδινε η Ηλιάνα. Πολλές φορές από κάτι που μπορεί να μας προξενούσε το ενδιαφέρον την ώρα της πρόβας και θέλαμε να γράψουμε κάτι γι’ αυτό γιατί κάπου μπορεί να οδηγούσε. Η ύπαρξη ρόλων βοηθάει στο να δημιουργήσεις. Μπορείς να πάρεις απ’ αυτό που σου δίνει ο συμπαίκτης σου, ο σκηνοθέτης, ο κινησιολόγος. Να πάρεις και να μπορέσεις να δώσεις.

Εφόσον σας απασχολεί το ζήτημα της εξουσίας, προσπαθείτε και μέσα στην ομάδα να κάνετε μία υπέρβαση σε σχέση με τους ρόλους εξουσίας;

Ηλιάνα: Νομίζω το έχουμε πετύχει. Είναι η πρώτη φορά που το ζω αυτό σε μια συνεργασία σε τόσο καθαρή μορφή, να μην υπάρχει η αίσθηση του εξουσιαστή και του εξουσιαζόμενου. Παίζει πάρα πολύ σημαντικό ρόλο ότι είμαστε όλες μαζί στην παραγωγή της δουλειάς. Δεν έχουμε έναν εργοδότη που μας πιέζει προς κάποια κατεύθυνση αλλά είμαστε επί ίσοις όροις σε επίπεδο ευθυνών.

Αυτοί οι ίσοι όροι ισχύουν και για το εσωτερικό της ομάδας σας όμως;

Ηλιάνα: Πιστεύω ότι ο βασικός παράγοντας που κάνει τα πράγματα να κρατιούνται σ’ ένα πολύ καλό επίπεδο από πλευράς έλλειψης εξουσιομανίας είναι ότι κανένας από την ομάδα δεν έχει προσωπική φιλοδοξία να πετύχει κάτι προσωπικό μέσα απ’ αυτήν την δουλειά. Αυτό που μας ενδιαφέρει πιο πολύ είναι να βγει η παράσταση και το θέμα που έχουμε επιλέξει αυτούσια και σωστά δοσμένο.

Μαρία: Η συνθήκη ότι λειτουργούμε επί ίσοις όροις, έχουμε τις ίδιες υποχρεώσεις και τις ίδιες ευθύνες, δημιουργεί μία ασφάλεια. Αυτή η ασφάλεια οδηγεί στη δημιουργία και η δημιουργία οδηγεί στο έργο. Δίνουμε όλοι μία ευκαιρία στον εαυτό μας να δουλέψει σε μία συνθήκη ελευθερίας, μη φόβου, μη ντροπής, να ξεγυμνωθούμε χωρίς κανέναν δισταγμό, πράγμα το οποίο στις δουλειές δεν γίνεται εύκολα, συνήθως δεν έχεις και το χρόνο. Μας δίνετε ο χρόνος να βγάλουμε αυτό που έχουμε από μέσα μας, δεν γίνεται πιεστικά.

Άρα λειτουργείτε και κάπως ψυχοθεραπευτικά;

Όλες μαζί: Όχι. Λειτουργεί καθησυχαστικά.

Πως είναι να δουλεύεις εξωσυστημικά και σε τόσο αντίξοες συνθήκες; Αντίξοες όχι μόνο λόγω της οικονομικής κρίσης αλλά και γενικότερα όταν δουλεύεις σ’ έναν χώρο όπως το θέατρο που βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο σε μία διαρκή κρίση, ειδικά όταν οι συντελεστές επιδιώκουν να λειτουργήσουν εξωσυστημικά. Πως το βιώνετε και πως ξεπερνάτε τα εμπόδια;

Ηλιάνα: Μερικές φορές νιώθω ότι είμαστε καμικάζι. Αλλά επειδή έχω πολύ εμπιστοσύνη στις προθέσεις μας, στον τρόπο δουλειάς μας και στο έργο που πάμε να κάνουμε και να προτείνουμε στο κοινό, καθησυχάζουν αυτοί οι φόβοι μου.

Κάλλι: Εγώ δεν την πολυπαλεύω να πω την αλήθεια (γέλια απ’ όλες). Να πω αλήθεια ή να πω αυτό που θα θέλαμε ν’ ακούσουμε ότι είναι γαμάτα και τέλεια. Θα ήθελα να είναι λίγο πιο εύκολα τα πράγματα μερικές φορές. Το επάγγελμα του ηθοποιού έχει καταλήξει να είναι το χόμπι των πλουσίων, σε γενικές γραμμές βέβαια γιατί πάντα υπάρχουν και εξαιρέσεις. Όταν λοιπόν δεν έχεις την οικονομική ευκολία ή κάποιες γνωριμίες ή δεν είσαι υπερταλαντούχος… δυσκολεύεσαι λίγο πρακτικά, αυτό με ζορίζει πιο πολύ, η σωματική κούραση, τίποτα άλλο.

Μαρία: Αυτό είναι ένα ερώτημα που πονάει. Νομίζω ότι σε ψυχολογικό επίπεδο λειτουργεί με απίστευτα σκαμπανεβάσματα. Προσωπικά κάνω δύο δουλειές για να βιοποριστώ και για να μπορέσω να κάνω θέατρο. Και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, γιατί δεν είμαι από τους ηθοποιούς που δεν έχουν κάνει θέατρο ή δεν έχουν ζήσει απ’ αυτό. Τη δεδομένη ωστόσο στιγμή κάνω θέατρο για το οποίο ουσιαστικά πληρώνω. Δεν θα το πω θλιβερό αυτό. Για μένα το θέατρο είναι ένα όνειρο, ένας χώρος που με ηρεμεί και με ξεκουράζει, που μπορώ και εκφράζομαι. Χαίρομαι λοιπόν πάρα πολύ που μπορώ και το ‘επιβάλλω’ στον εαυτό μου. Το διεκδικώ όπως μπορώ και όσο περισσότερο μπορώ. Αν δεν έκανα θέατρο δεν θα την πάλευα γιατί τις δύο δουλειές θα έπρεπε να τις κάνω για να βιοποριστώ, ενώ τώρα μπορώ και την παλεύω.

Θα σας ξαναδούμε μαζί, θα συνεχίσετε ως ομάδα; θα συνεχίσετε στην ίδια κατεύθυνση;

Ηλιάνα:H πρόθεση φυσικά και δεν είναι να πάψει η συνεργασία μετά από την  “Kiska”  από την πλευρά μου τουλάχιστον, έτσι αισθάνομαι. Ποιο θα είναι το επόμενο κίνητρο για να δουλέψουμε πάλι μαζί και να έχουμε την ίδια όρεξη και την ίδια αντοχή να το ξαναεπιχειρήσουμε, νομίζω είναι άγνωστο. Υπάρχουν πολλές σκέψεις.

Κάλλι: Πιστεύω ότι είμαστε κάτι σαν τις επικίνδυνες αποστολές. Μετά το πέρας της αποστολής αυτοκαταστρεφόσουνα σε 5”, εντούτοις είχε και άλλα επεισόδια και σε κάθε επεισόδιο υπήρχε νέα αποστολή. Συναντηθήκαμε γι’ αυτό το λόγο.

Μαρία: Και εγώ θέλω να πιστεύω ότι θα παρουσιάσουμε και άλλη δουλειά μαζί. Όντως έχουν πέσει παρά πολλές ιδέες στο τραπέζι. Τη δεδομένη ωστόσο στιγμή, επειδή είμαστε βουτηγμένες σ’ αυτό που κάνουμε, προσπαθούμε να ελαφρύνουμε την ατμόσφαιρα λέγοντας ότι θα κάνουμε μόνο κωμωδία. Ούτε καν να γράψουμε, έτοιμο έργο και κωμωδία. Δουλεύουμε την Kiska από τον Ιούλιο (2014) και είμαστε στο Φεβρουάριο (2015) οπότε καταλαβαίνεις ότι έχουμε δώσει πολύ κόπο και πόνο για να βγει.

Συντελεστές

Κείμενο: ομάδα ChameleoN

Σκηνοθεσία: Ηλιάνα Μαυρομάτη

Κινησιολογία: Φαίδρα Σούτου

Φωτισμοί: Παναγιώτης Μανούσης

Video art: Κώστας Αρβανίτης

Sound design: Νίκος Παλαμάρης

Σχεδιασμός αφίσας- Φωτογραφίες: Κώστας Μουντζουρέας

Παίζουν:
Μαρία Γίτσα

Κάλλι Μαυρομάτη

Στα βίντεο εμφανίζονται: Γιάννης Στάνκογλου, Ιώαννα Τζώρα, Γιώργος Καλόξυλος, Φάνης Ρεγκούκος

Πληροφορίες εκδήλωσης

Θέατρο Beton 7, Πύδνας 7 Βοτανικός

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00

Περιορισμένος αριθμός παραστάσεων

Τηλέφωνο κρατήσεων: 210 7512625

Πρεμιέρα – Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015

 

 

Share
Page 1 of 41234