Subscribe via RSS Feed

Tag: "συνέντευξη"

Μαργαρίτα Μαντά: «Θεωρώ ότι η Αθήνα είναι μια πόλη ερημωμένη εσωτερικά»

Margarita Manda - photo 1

του Γιάννη Κοντού

Η έρημη πόλη, η Αθήνα, η σιωπή, δύο μοναχικοί άνθρωποι, η Άννα (Άννα Μάσχα) κι ο Κώστας (Κώστας Φιλίππογλου), μια τυχαία συνάντηση, η αγάπη που αχνοφαίνεται στον ορίζοντα. Αυτός είναι ο αφηγηματικός «καμβάς» της, δωρικής απλότητας και συνάμα εξαιρετικά συγκινητικής, ασπρόμαυρης ταινίας της Μαργαρίτας Μαντά Για Πάντα, μιας ταινίας- φόρου τιμής στους Ντράγιερ, Μπρεσόν, Αντονιόνι, Βέντερς και Αγγελόπουλο. Συναντιόμαστε με την σκηνοθέτρια ένα ασυνήθιστα ηλιόλουστο μεσημέρι του Γενάρη, λίγες μέρες πριν την ευρωπαϊκή πρεμιέρα της ταινίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρότερνταμ.

Πώς οδηγήθηκες στο μονοπάτι της κινηματογραφικής δημιουργίας;

Κατ’ αρχάς ο πατέρας μου, ο οποίος εργαζόταν ως δημοσιογράφος, ήταν φοβερά σινεφίλ. Μπορεί να έβλεπε και 3 ταινίες την ημέρα. Έφευγε από τα γραφεία της εφημερίδας, στο διάλειμμά του πήγαινε σινεμά, το βράδυ το ίδιο. Εγώ κι ο αδερφός μου, όταν τα Σαββατοκύριακα ήμαστε μαζί του, γιατί οι γονείς είχαν χωρίσει, πηγαίναμε σινεμά. Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές έχω δει τις ταινίες του Σαρλό. Θυμάμαι ότι με είχε πάει να δω τον Πολίτη Κέιν, όταν ήμουν 12-13 χρονών. Ο άλλος λόγος είναι πως, απέναντι από το σπίτι στο Κουκάκι, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, στην οδό Ερεχθείου, βρισκόταν ένα θερινό σινεμά, το Ερέχθειο, και κάθε που άνοιγε η γιαγιά μου μας ανέβαζε στην ταράτσα, μας έφτιαχνε μια γαβάθα ντοματοσαλάτα, για να μείνει ήσυχη, κι εμείς βλέπαμε ταινίες. Εκείνη την εποχή της μόδας στα θερινά ήταν ο Βισκόντι. Δεν τον καταλαβαίναμε, αλλά κάτι πρέπει να συνέβη.

Παράλληλα με το σχολείο, πήγαινα και στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Γυρνώντας, λοιπόν, ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι του Απρίλη, ηλιόλουστο όπως το σημερινό, από το σχολείο, δεν είχα καμία διάθεση να πάω στο άλλο μου σχολείο, είχα διάθεση για κοπάνα. Βλέπω ότι στο Άστυ έπαιζε μια ταινία με τίτλο Κόκκινη έρημος του Αντονιόνι. «Ωραία», λέω, «γουέστερν θα είναι», που μου άρεσαν. Φυσικά δεν επρόκειτο για γουέστερν. Ήμουν 15 χρονών τότε, δεν τα είχα κλείσει ακόμα, κι έφαγα ένα «χαστούκι» τεράστιο. Δεν καταλάβαινα τίποτα από την ταινία, αλλά μου ήταν αδύνατο να φύγω. Όταν βγήκα στην Κοραή, ήμουν σε κατάσταση trance. Νομίζω πως κάπως έτσι ερρίφθη ο κύβος της ζωής μου. Παρότι σπούδασα πολιτικές επιστήμες και γαλλική φιλολογία, συνειδητοποίησα ότι αυτό ήθελα να κάνω. Έτσι, στα 20 γράφτηκα στη Σχολή Σταυράκου και τα πράγματα πήραν το δρόμο τους.

Το Για Πάντα εμπεριέχει πολλή σιωπή. Θα έλεγα πως το σενάριο λειτουργεί περισσότερο επικουρικά. Αυτή ήταν η αρχική σου πρόθεση, να κάνεις, δηλαδή, μια ταινία, όπου ο κεντρικός ήρωας, πέρα από τους δύο πρωταγωνιστές, είναι η σιωπή- κι η πόλη, βέβαια, η Αθήνα;

Απολύτως. Το Για Πάντα γεννήθηκε μέσα μου από την ίδια ανάγκη που είχε γεννηθεί κι η Χρυσόσκονη, να γυρίσω μια ταινία που να έχει ως αφετηρία της την Αθήνα. Προσωπικά νομίζω ότι η Αθήνα είναι μια πολύ μόνη της πόλη, μια πόλη όπου ασελγούν όλοι πάνω της- κάτοικοι, αρχές, οι πάντες. Δεν την αγαπάνε, κι έτσι τη θεωρώ μια πόλη ερημωμένη εσωτερικά. Έχει φασαρία, αλλά αυτό δε σημαίνει ζωή ουσίας. Παρόλα αυτά, είναι μια πόλη τρομακτικά αξιοπρεπής μέσα στη μοναξιά της. Κι επειδή εμένα η Αθήνα είναι το χωριό μου, με πονάει αυτό το πράγμα- πολύ. Είχα, επίσης, την ανάγκη, ως θεατής, επειδή έχω κουραστεί πολύ τα τελευταία χρόνια από όλον αυτό τον ορυμαγδό εικόνων, να επιστρέψω σε πολύ δομικά συστατικά του κινηματογράφου: μια κάμερα ακίνητη, δυο ηθοποιοί. Ήθελα, λοιπόν, να συνθέσω μια ελεγεία πάνω στη σιωπή και να κάνω μια ταινία όπου δεν εικονοποιείται η ιστορία, αλλά οι ίδιες οι εικόνες αφηγούνται μια ιστορία.

Ήθελα, τέλος, να αποτίσω ένα φόρο τιμής σε 5 κινηματογραφιστές, τους «θεμέλιους λίθους», για μένα, του κινηματογράφου, τους πνευματικούς μου δασκάλους: τον Ντράγιερ, τον Μπρεσόν, τον Αντονιόνι, τον  Βέντερς και τον Αγγελόπουλο, γι’ αυτό κι η ταινία έχει πολλές αναφορές σε αυτούς τους 5 σκηνοθέτες. Δεν είναι τυχαίο. Το γεγονός ότι υπήρχε μια ηχητική μπάντα σιωπής, που όμως ήθελα να φτιάχνεται από ήχους, όπως οι ήχοι των γλάρων, αυτός είναι ένας από τους τρόπους που χρησιμοποιούσε τον ήχο ο Μπρεσόν. Η αρχιτεκτονική των πλάνων της ταινίας, εξάλλου, έχει πολύ μεγάλη επιρροή από την αρχιτεκτονική των πλάνων των ταινιών του Αντονιόνι.

Το ασπρόμαυρο επιλέχτηκε συνειδητά;

Δεν είναι ασπρόμαυρη η ταινία, εγώ τη δηλώνω έγχρωμη! Είναι ένα πολύ ιδιότυπο, αποχρωματισμένο φιλμ προς το ασπρόμαυρο, όπως είναι κι η Αθήνα. Είναι μόνη της, άλλα άλλο πράγμα η μοναξιά κι άλλο η ερημιά κι η μιζέρια. Αν ήταν έγχρωμη η ταινία αυτή, θα ήταν μια μιζέρια και μισή, πίστεψέ με. Αν ήταν ασπρόμαυρη, θα έπεφτε πολύ «βαριά».Τρεισήμισι άνθρωποι συνεργείο ερημώσαμε την Αθήνα. Ήταν μια low budget παραγωγή, δε μας βοήθησε κανείς, τα υπόλοιπα δεν τα πειράξαμε, ήταν σαν ντοκιμαντέρ.

Η εσωτερική ερήμωση της πόλης αντανακλάται και στους ήρωες, την Άννα (Άννα Μάσχα) και τον Κώστα (Κώστας Φιλίππογλου).

Ακριβώς. Είναι μοναχικοί, αλλά δεν είναι «μοναξιασμένοι». Eίναι φοβερά αξιοπρεπείς μέσα στη μοναξιά τους. Αναζητούν, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, τρελά την αγάπη- όχι, όμως, υποκατάστατο μοναξιάς, αλλά για αυτή καθεαυτή. Τους θεωρώ εξαιρετικούς και ως ηθοποιούς και ως συνεργάτες και ως φίλους. Την Άννα την ήξερα από παλιά, τον Κώστα τον πρωτογνώρισα στη Χρυσόσκονη. Αυτή η ταινία, πέραν των υπολοίπων ιδιομορφιών της, δεν έχει ούτε κάστινγκ, ούτε ρεπεράζ. Έγραψα πάνω στους συγκεκριμένους ανθρώπους.

Όταν μου ήρθε η ιδέα το 2010, τα δύο πρόσωπα που πρώτα σκέφτηκα ήταν η Άννα κι ο Κώστας. Τους πήρα τηλέφωνο και τους μίλησα για την ιδέα μου: «μάλλον με τρεις κι εξήντα θα κάνουμε την ταινία, αν τα καταφέρουμε. Είσαστε οκ να γράφει πάνω σας; Γιατί εγώ εσάς βλέπω» «Γράφε», μου είπαν, κι έτσι έγραφα πάνω τους, γι’ αυτό και διατηρούν τα πραγματικά τους ονόματα, κι οι χώροι της ταινίας είναι εκείνοι που τη γέννησαν. Όσον αφορά το physique του Κώστα, ήθελα να είναι ένας άνθρωπος γλυκός, ευγενικός, αξιοπρεπής. Eίναι ο «άχρωμος» άνθρωπος που δε θα γυρίσεις να κοιτάξεις. Ήταν στην κόψη του κινδύνου να θεωρηθεί ματάκιας ή ανώμαλος, που ακολουθεί την Άννα κατά πόδας. Δεν την παρενοχλεί, όμως, απλώς την περιμένει. Αντίστοιχα κι η Άννα, η οποία, για να την ερωτευτεί, έπρεπε να έχει κάτι, όχι κραυγαλέο. Ένα είδος κομψότητας. Οι άνθρωποι που είναι εσωτερικά γοητευτικοί, είναι κι εξωτερικά, άλλωστε.

Αφήνει μια «χαραμάδα» ελπίδας ο τρόπος, με τον οποίο ολοκληρώνεται, με τη συνάντηση των δύο πρωταγωνιστών στο σταθμό του Ηλεκτρικού.

Βλέπεις ελπίδα εσύ στο τέλος της ταινίας;

Αυτή είναι μία ερμηνεία. Μια άλλη θα μπορούσε να είναι ότι πρόκειται, στην πραγματικότητα, για μια ονειρική συνάντησή και πως ο Κώστας έχει πεθάνει, ας πούμε. Κλείνοντας με το κοινό, τι προσδοκίες έχεις σε σχέση με αυτό; Εκτιμώ ότι η ταινία σου είναι αφηγηματικά βατή, όχι με την έννοια της ευκολίας, πάντως.

Και οι ολίγοι, αλλά εξαιρετικά πολύτιμοι, συνεργάτες μου, και ορισμένοι διανομείς, με τους οποίους ήρθαμε σε επαφή, πιστεύουν πως είναι μια ταινία πολύ δύσκολη για τους θεατές. Σίγουρα δεν είναι εύκολη, αν εύκολο θεωρούμε ό,τι είναι εύπεπτο. Από πολλούς έχω ακούσει τη χαρακτηριστική φράση: «έχεις βάλει πολύ ψηλά τον πήχη για το κοινό», «τους έχεις βάλει δύσκολα». Χαίρομαι, λοιπόν, με αυτό που μου λες, γιατί τρία διαφορετικά κοινά (σημ.: στις Νύχτες Πρεμιέρας, στη Θεσσαλονίκη και στο Κάιρο, όπου απέσπασε βραβείο σκηνοθεσίας) στη συντριπτική τους πλειονότητα συγκινήθηκαν, τουλάχιστον έβγαιναν βουρκωμένοι. Οπότε, μήπως αυτό που θεωρούμε δύσκολο τελικά δεν είναι και τόσο δύσκολο; Μήπως ο «πήχης που μπαίνει ψηλά» είναι κάτι που το έχουμε ανάγκη σε εποχές που μας έχει κατακλύσει η «εύκολη» ευκολία κι ο πήχης που πέφτει, στα πάντα, πάρα πολύ χαμηλά; Μήπως έχουμε ανάγκη κάτι άλλο, πιο δύσκολο, με την έννοια «δε σου πετάω ένα κοκαλάκι, να έρθεις να το γλείψεις και να κάνεις πολλά εισιτήρια, επειδή σε αυτό το κοκαλάκι έχεις μάθει»;  Αναρωτιέμαι…

Η φωτογραφία της Μαργαρίτας Μαντά είναι του Νίκου Πηλού.

Η ταινία Για Πάντα της Μαργαρίτας Μαντά προβάλλεται από την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου αποκλειστικά στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιερά Οδός 48 & Μεγ. Αλέξάνδρου 134, Κεραμεικός).

Πηγή: εναντιοδρομίες

forever 70x100 - 01 GR

 

 

Share

Άντζελα Ντέιβις: «Στις ΗΠΑ υπάρχει μια αδιάσπαστη συνέχεια στην αστυνομική βία που μας πηγαίνει πίσω στην εποχή της δουλείας»

Angela Davis, 1974.

του Stuart Jeffries

Η ακτιβίστρια, φεμινίστρια και επαναστάτρια εξηγεί με ποιό τρόπο το  ‘βιομηχανικό – σωφρονιστικό σύμπλεγμα’ ωφελείται από τους μαύρους, πώς ο Μπάρακ Ομπάμα δεν πρέπει να κατηγορείται για την απουσία προόδου στο ζήτημα της φυλής και γιατί η Μπιγιονσέ δεν είναι τρομοκράτης.

“Στις ΗΠΑ υπάρχει μια αδιάσπαστη συνέχεια στην αστυνομική βία που μας πηγαίνει πίσω στην εποχή της δουλείας, στον απόηχο της δουλείας, την ανάπτυξη της Κου-Κλουξ-Κλαν”, λέει η Άντζελα Ντέιβις. “Η προϊστορία αυτής της ρατσιστικής βίας είναι τόσο μεγάλη που το να φέρεις ένα άτομο ενώπιον της δικαιοσύνης δεν πρόκειται να διαταράξει όλο αυτό το ρατσιστικό εποικοδόμημα”.

Ρώτησα την καθηγήτρια, ακτιβίστρια, φεμινίστρια και επαναστάτρια, τη γυναίκα που ο Ρίτσαρντ Νίξον είχε αποκαλέσει τρομοκράτρια και την οποία ο Ρόναλντ Ρήγκαν είχε προσπαθήσει να διώξει από τη θέση της καθηγήτριας, αν ήταν οργισμένη που πρόσφατα δεν απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε έναν λευκό αστυνομικό για τον θανάσιμο πυροβολισμό ενός άοπλου μαύρου, του Μάικλ Μπράουν, στο Φέργκιουσον του Μιζούρι. “Το πρόβλημα με το να διώκεται ο κάθε δράστης ατομικά κάθε φορά στις πάμπολλες περιπτώσεις αστυνομικής βίας”, απαντάει η 70χρονη, “είναι ότι κάθε φορά εφευρίσκουμε τον τροχό και αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει ούτε καν μια αρχή για τον περιορισμό της ρατσιστικής αστυνομικής βίας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι δράστες δεν πρέπει να θεωρούνται υπεύθυνοι για τις πράξεις τους – φυσικά και πρέπει”.

Βρισκόμαστε στο Friends Meeting House στο Λονδίνο σε μια τελετή στη μνήμη του φίλου και συναδέλφου της Στιούαρτ Χολ, του μαύρου Βρετανού κοινωνιολόγου και θεωρητικού των πολιτισμικών σπουδών, που πέθανε τον περασμένο Φεβρουάριο. Ήταν ο Χολ, μου λέει, μαζί με τον μέντορά της, τον γερμανοεβραίο φιλόσοφο Χέρμπερτ Μαρκούζε, που την έκανε να σκεφτεί για τα δομικά ζητήματα κάθε πολιτικού αγώνα.

Η Ντέιβις δεν μένει απαθής μπροστά στην οργή που προκάλεσαν ορισμένες υποθέσεις αστυνομικής βίας εναντίον μαύρων, είτε πρόκειται για τις ταραχές στο Φέργκιουσον είτε για τις διεθνείς διαμαρτυρίες για τον θάνατο του Έρικ Γκάρνερ, που βρισκόταν υπό κράτηση, ή εκείνες για το θάνατο του Τράβιον Μάρτιν. Εστιάζει στην τελευταία για να κάνει ένα εμπρηστικό σχόλιο για τον εγγενή ρατσισμό στην Αμερική του Ομπάμα. Το 2012, μου θυμίζει, ο Μάρτιν, ένας μαύρος μαθητής, πυροβολήθηκε θανάσιμα σε μια περιφραγμένη κοινότητα στη Φλόριντα από τον Τζορτζ Τσίμερμαν, έναν λευκό συντονιστή των ομάδων περιφρούρησης της γειτονιάς. Ο Τσίμερμαν, που στη συνέχεια αθωώθηκε για τη δολοφονία του Μάρτιν, της θυμίζει “εκείνους που συμμετείχαν στο κυνήγι των σκλάβων την εποχή της δουλείας”.

Angela-Davis

“Πολλοί αρέσκονται στο να αντιμετωπίζουν τον Ομπάμα ως άτομο και να τον καθιστούν υπεύθυνο για την τρέλα που συνέβη”… Άντζελα Ντέιβις. Φωτογραφία: Richard Saker για τη Guardian

Είναι σίγουρο ότι η ζωή των Αφροαμερικανών το 2014 είναι καλύτερη από την εποχή της δουλείας; Η Ντέιβις δεν είναι η μόνη μαύρη διανοούμενη που δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξη. Ο πανεπιστημιακός καθηγητής Κορνέλ Γουέστ πρόσφατα δήλωσε ότι οι ΗΠΑ ακόμα έχουν σε ισχύ ένα “δικαστικό σύστημα αλά Τζιμ Κρόου” που “δεν αποδίδει δικαιοσύνη στους μαύρους και τους μελαμψούς”. Η Ντέιβις συμφωνεί. “Υπάρχει  αυτός ο τεράστιος πληθυσμός που αντιμετωπίζει παρόμοιους περιορισμούς με αυτούς που έβαζε ο Νότος του Τζιμ Κρόου”, λέει. Οι νόμοι του φυλετικού διαχωρισμού που ίσχυαν μέχρι το 1965 στον αμερικανικό Νότο, εκεί όπου μεγάλωσε, μπορεί να έχουν καταργηθεί, όμως, όπως η Ντέιβις επισημαίνει, η ρατσιστική καταπίεση παραμένει.

Σημείο κλειδί αυτής της ρατσιστικής καταπίεσης, λέει η Ντέιβις, είναι αυτό που τόσο εκείνη όσο και άλλοι αριστεροί διανοούμενοι αποκαλούν ‘βιομηχανικό – σωφρονιστικό σύμπλεγμα’, η χυδαία και σιωπηλή συμμαχία μεταξύ του καπιταλισμού και ενός δομικά ρατσιστικού κράτους.

“Ο μαζικός και υπερβολικός εγκλεισμός μη λευκών γενικά στις ΗΠΑ συνεπάγεται την απουσία πρόσβασης σε βασικές δημοκρατικές πρακτικές και ελευθερίες. Γιατί οι κρατούμενοι/ες δεν μπορούν να ψηφίσουν, πρώην κρατούμενοι/ες σε τόσες πολιτείες δεν μπορούν να ψηφίσουν, άνθρωποι αποκλείονται από δουλειές αν έχουν ιστορικό φυλάκισης”.

Όμως, ούτε οι Βρετανοί πρέπει να εφησυχάζουν, μου λέει η Ντέιβις, “η αναλογία των μαύρων στις φυλακές στη Βρετανία είναι μεγαλύτερη από εκείνη στις ΗΠΑ”.

Αυτό δεν εκπλήσσει, σύμφωνα με τη φιλοσοφία της Ντέιβις. Για αυτήν, το  βιομηχανικό – σωφρονιστικό σύμπλεγμα δεν είναι απλώς μια ρατσιστική αμερικάνικη μηχανή παραγωγής χρημάτων, αλλά ένα μέσο εγκληματοποίησης, δαιμονοποίησης και άντλησης κέρδους από τους πιο αδύναμους. “Νομίζω ότι είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό δεν είναι απλώς ένα φαινόμενο των ΗΠΑ, αλλά παγκόσμιο. Η ολοένα αυξανόμενη στροφή του κεφαλαίου από τις ανθρώπινες ανάγκες, τη στέγαση, την εργασία, την εκπαίδευση, σε άλλα πεδία κερδοφορίας σημαίνει την ύπαρξη μεγάλου αριθμού ανθρώπων παντού στον κόσμο που δεν μπορούν να επιβιώσουν. Μετατρέπονται σε πλεόνασμα και ως αποτέλεσμα αναγκάζονται να στραφούν σε πράξεις που χαρακτηρίζονται εγκληματικές. Έτσι  φυλακές ξεφυτρώνουν σε όλον τον πλανήτη, συχνά με τη βοήθεια ιδιωτικών εταιρειών που αντλούν κέρδη από αυτούς τους πλεονάζοντες πληθυσμούς.

Αν ο δομικός ρατσισμός και η κρατική βία απέναντι στους Αφροαμερικανούς, που  υποβοηθείται  και υποκινείται από τον παγκόσμιο καπιταλισμό είναι τόσο αχαλίνωτοι όσο υποστηρίζει η Ντέιβις, τότε δεν την απογοητεύει που ο πρώτος αφροαμερικανός Πρόεδρος των ΗΠΑ δεν παίρνει θέση όταν προκύπτουν υποθέσεις σαν αυτές που περιγράφει; Η Ντέιβις χαμογελάει και ανακαλεί μια συζήτηση που είχε με τον Χολ δύο μήνες πριν τον θάνατό του. “Συζητήσαμε για το ότι πολλοί αρέσκονται στο να αντιμετωπίζουν τον Ομπάμα ως άτομο και να τον καθιστούν υπεύθυνο για την τρέλα που συνέβη. Φυσικά και υπάρχουν πράγματα που ο Ομπάμα ως άτομο θα μπορούσε να είχε κάνει διαφορετικά -θα μπορούσε να είχε επιμείνει περισσότερο στο κλείσιμο του Γκουαντάναμο- αλλά οι άνθρωποι που επένδυσαν τις ελπίδες τους σε αυτόν προσέγγισαν εξαρχής με λάθος τρόπο τις πολιτικές προσδοκίες. Αυτό ήταν κάτι για το οποίο ο Στιούαρτ Χολ πάντα επέμενε – η αλλαγή του κόσμου είναι συλλογική διαδικασία”.

Angela-Davis-1972

Η Ντέιβις στην πρώτη συνέντευξή της μετά την απελευθέρωσή της με εγγύηση το 1972. Φωτογραφία: Bettmann/Corbis

Δεν είναι σαν να αφήνει τον Ομπάμα να τη γλυτώσει; “Ίσως πρέπει πάντα να κατηγορούμε τους εαυτούς μας”, λέει. “Γιατί δεν έχουμε δημιουργήσει εκείνο το κίνημα που θα ασκούσε περισσότερη πίεση στον Ομπάμα και θα αναγκάζαμε την κυβέρνηση Ομπάμα να αντιμετωπίσει αυτά τα ζητήματα; Μπορεί να είχαμε πετύχει ένα καλύτερο σχέδιο υγειονομικής περίθαλψης αν όσοι/ες από εμάς που πιστεύουμε ότι η περίθαλψη είναι ανθρώπινο δικαίωμα ήμασταν στους δρόμους, σε αντίθεση με το Tea Party”.

Αυτή είναι η κλασική Ντέιβις – προσφέρει μια δυνατή ανάλυση που, αντί να κατηγορεί τους άλλους, βάζει το ζήτημα της αλλαγής του κόσμου στα χέρια μας. Για όλα αυτά, η Ντέιβις ήταν η ριζοσπαστική φωνή του τέλους της δεκαετίας του ’60 και των αρχών του ’70 που αντιτάχτηκε στο κατεστημένο, αντιπαραβάλλοντας σε αυτό τον άνθρωπο· για όλα αυτά, το ακατάβλητο πνεύμα της και το εμβληματικό χτένισμά της, έγινε το πρότυπο για τις νέες Αφροαμερικανές, τις φεμινίστριες και κάθε μία/έναν με ριζοσπαστική συνείδηση. Αυτή είναι η κομβική της σημασία τώρα – μια γυναίκα που προσλαμβάνει τα πιο καυτά πολιτικά θέματα με την πιο απρόσμενη και συναρπαστική ματιά. Για παράδειγμα, μια μέρα πριν βρεθούμε σε μια διάλεξη που έδωσε σε ένα συνέδριο με τίτλο Policing the Crisis today στη μνήμη του Χολ στο Goldsmith’s μίλησε για τη ρατσιστική βία, εστιάζοντας στην υπόθεση της Μαρίσα Αλεξάντερ, που καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλακή επειδή έριξε μια προειδοποιητική βολή πάνω από το κεφάλι του εν διαστάσει άντρα της, που δεν έπαθε τίποτα και που της επιτέθηκε και απείλησε ότι θα τη σκοτώσει. “Ας αναρωτηθούμε τι το τόσο απειλητικό υπάρχει σε μια μαύρη γυναίκα στο Νότο των ΗΠΑ που προσπαθεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της απέναντι στην ενδοοικογενειακή βία”, λέει η Ντέιβις καθώς ολοκληρώνει την ομιλία της εν μέσω θερμού χειροκροτήματος.

Γιατί, τη ρωτάω την επόμενη μέρα, εστίασες στην περίπτωση της Αλεξάντερ; “Σπανίως ακούμε για τις γυναίκες”, απαντάει. “Το ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού των φυλακών είναι άντρες δεν σημαίνει ότι πρέπει να έχουμε ως αφετηρία τη δική τους εμπειρία”.

Η Ντέιβις εμπλέκεται από παλιά στις καμπάνιες ενάντια στις φυλακές, θεωρώντας τες βίαια ρατσιστικά ιδρύματα από τα οποία, εσχάτως, παράγονται πολλά κέρδη. Μετά την ομιλία της, όταν ερωτάται γιατί οι λευκοί αστυνομικοί που πυροβολούν μαύρους δεν πρέπει να αντιμετωπίζουν ποινές φυλάκισης, η Ντέιβις υπερασπίζεται τις θέσεις της λέγοντας ότι ο θεσμός των φυλακών “το μόνο που κάνει είναι να αναπαράγει το πρόβλημα που υποτίθεται ότι λύνει”. Όχι ότι έχει κάποια συγκεκριμένη απάντηση για τις εναλλακτικές στο  βιομηχανικό – σωφρονιστικό σύμπλεγμα. “Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια προκαθορισμένη απάντηση, θέλω απλά να σκεφτούμε”.

FBI Poster of Communist Activist Angela Davis

Το πόστερ από τη δεκαετία του ’70 που προκηρύσσει την Ντέιβις ως καταζητούμενη. Φωτογραφία: Bettmann/Corbis  

Κάποιος άλλος ρωτάει την Ντέιβις αν η Μπιγιονσέ είναι τρομοκράτης. Το ακροατήριο γελά, αλλά η ερώτηση είναι σοβαρή. Κατά τη διάρκεια ενός πάνελ νωρίτερα φέτος για την απελευθέρωση του μαύρου γυναικείου σώματος, η φεμινίστρια ακτιβίστρια μπελ χουκς περιέγραψε την Μπιγιονσέ ως τρομοκράτρια και αντι-φεμινίστρια που “συνεργούσε στην κατασκευή του εαυτού της ως δούλου”. Με μια διπλωματική απάντηση, η Ντέιβις είπε ότι της άρεσε που η Μπιγιονσέ είχε χρησιμοποιήσει αποσπάσματα της Νιγηριανής συγγραφέως Chimamanda Ngozi Adichie για τον φεμινισμό στο άλμπουμ της.

Την επόμενη μέρα την ρώτησα να μου πει περισσότερα. “Ό,τι προβλήματα κι αν έχω με την  Μπιγιονσέ, μου φαίνεται τόσο παραπλανητικό και ανεύθυνο να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη για να την χαρακτηρίσω. Έχει χρησιμοποιηθεί για να ποινικοποιήσει απελευθερωτικούς αγώνες. Αλλά δεν χρησιμοποιούμε τη λέξη τρομοκρατία και τρομοκράτης για να περιγράψουμε την ιστορία των ΗΠΑ και τον ρατσισμό της εποχής πριν θεσπιστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα”.

Σίγουρα ο τρόμος, αν αυτή είναι η λέξη, που δημιουργούνταν στους Αφροαμερικανούς όταν η Ντέιβις ήταν μικρό κορίτσι στο Μπέρμιγχαμ της Αλαμπάμα πριν την κατοχύρωση των ίσων δικαιωμάτων, έχει χαραχτεί στη συνείδησή της. Γεννήθηκε το 1944 σε μια πόλη που θα γίνονταν γνωστή κατά τη διάρκεια των αγώνων για ίσα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, καθώς ενάντια στους Αφροαμερικανούς που ζητούσαν το δικαίωμα στην ψήφο εξαπολύονταν σκυλιά και αντλίες νερού -και ακόμα χειρότερα. “Μεγάλωσα σε μια εποχή όπου η απάντηση σε μια διαφυλετική ομάδα συζήτησης στην οποία συμμετείχα ήταν το κάψιμο της εκκλησίας που τη φιλοξενούσε. Μεγάλωσα σε μια εποχή όπου όταν οι μαύροι  μετακόμιζαν στη λευκή γειτονιά απέναντι στο δρόμο όπου έμενα, βόμβες θα έσκαγαν στα σπίτια τους. Δεν έχω ακούσει ποτέ να χρησιμοποιείται η λέξη τρομοκρατία σε αυτό το πλαίσιο, αλλά, από την άλλη, χρησιμοποιείται για να εγείρει την αίσθηση του κινδύνου που έρχεται από κάπου εξωτερικά, χωρίς ποτέ να αναγνωρίζεται μέχρι ποιου βαθμού η ιστορία των ΗΠΑ είναι μια ιστορία τρομοκρατίας ενάντια στους ιθαγενείς πληθυσμούς, μια ιστορία τρομοκρατίας ενάντια στους ανθρώπους αφρικανικής καταγωγής”.

Η Ντέιβις με κοιτά και γελά: “Το να αποκαλείς την Μπιγιονσέ τρομοκράτη απλώς δεν γίνεται!”

Η λέξη ‘τρομοκράτης’ φέρει και έναν βαθύτερο, προσωπικό απόηχο. Έτσι την αποκάλεσε ο πρόεδρος Νίξον όταν, πριν από 44 χρόνια, ήταν στη λίστα των 10 πιο καταζητούμενων του FBI, μια φυγάς από την υποτιθέμενη δικαιοσύνη. Τελικά συνελήφθη και αντιμετώπισε κατηγορίες για συνωμοσία σε απαγωγή και φόνο, κατηγορίες για τις οποίες θα μπορούσε να εκτελεστεί. Στη δίκη της το 1972 αθωώθηκε, ενώ άλλοι συγκατηγορούμενοι, πρώην μέλη των Μαύρων Πανθήρων, για τους οποίους επιμένει ότι είναι πολιτικοί κρατούμενοι, ήταν λιγότερο τυχεροί. Ο Τζορτζ Τζάκσον, τον οποίο κάποτε αποκάλεσε σύζυγο “για μια ζωή” (αν και το ζευγάρι ποτέ δεν παντρεύτηκε), δεν είναι ανάμεσα σε αυτούς: σκοτώθηκε από πυρά το 1971 κατά τη διάρκεια μιας απόπειρας απόδρασης από τη φυλακή, τρεις μέρες πριν τη δίκη του για τη δολοφονία ενός λευκού φρουρού φυλακών. Η Ντέιβις έκτοτε δεν παντρεύτηκε ποτέ.

Τη ρωτάω για έναν άλλο Μαύρο Πάνθηρα, τον Άλμπερτ Γουντφοξ, φυλακισμένο για ένοπλη ληστεία και αργότερα καταδικασμένο μαζί με άλλους δύο για τη δολοφονία ενός φύλακα στο σωφρονιστικό ίδρυμα της Λουιζιάνα (γνωστό και ως φυλακή Αγκόλα)· τον προηγούμενο μήνα ο Γούντφοξ αθωώθηκε, αφού χρειάστηκε να αντέξει 42 χρόνια σε απομόνωση. “Φυσικά και είμαι χαρούμενη, ειδικά εφόσον για πολλά πολλά χρόνια συμμετέχω στην καμπάνια για την απελευθέρωση των Τριών της Αγκόλα, αλλά γιατί πήρε τόσο καιρό;”

fergusonΔιαδηλωτές/τριες που διαμαρτύρονται για το φόνο του Μάικλ Μπράουν, Σεντ Λούις, Νοέμβριος 2014. Φωτογραφία: Jewel Samad

Αν οι Μαύροι Πάνθηρες ήταν ενεργοί το 2014, η Ντέιβις πιστεύει ότι “θα ήταν οι αποδέκτες του πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία”. Αναφέρει την Ασάτα Σακούρ, την ακτιβίστρια και υποστηρίκτρια των Μαύρων Πανθήρων που καταδικάστηκε πριν από 40 χρόνια ως συνένοχος στη δολοφονία ενός αστυνομικού και μπήκε στη λίστα των πιο καταζητούμενων νωρίτερα φέτος. “Νομίζω ότι η κίνηση να χαρακτηριστεί η Ασάτα ως τρομοκράτρια και να οριστεί αμοιβή $2εκ. για όποιον την πιάσει, πράγμα που σημαίνει ότι καθένας από τους μισθοφόρους από τις νέες ιδιωτικές εταιρείες ασφάλειας θα μπορούσε να ταξιδέψει στην Κούβα (όπου η Σακούρ ζει εδώ και 35 χρόνια), να την πιάσει και να τη φέρει πίσω για $2εκ, δεν είναι τόσο μια επίθεση στην Ασάτα -που φυσικά και είναι- αλλά ένα μήνυμα προς το μεγάλο αριθμό νέων ανθρώπων που ταυτίζονται με αυτή. Η αυτοβιογραφία της είναι πολύ δημοφιλής και νομίζω ότι το μήνυμα προς τη νεολαία σήμερα είναι: ‘Προσέξτε! Αν ανακατευτείτε με αγώνες, ριζοσπαστικά κινήματα, έτσι θα σας φερθούμε -θα σας αντιμετωπίσουμε σαν τρομοκράτες’”.

Ακόμα και έτσι, η Ντέιβις πιστεύει ότι οι άνθρωποι τώρα είναι πολύ πιο δυνατοί για να υποκύπτουν στους εκβιασμούς ενός τρομοκρατικού κράτους. “Είμαι πολύ, πολύ αισιόδοξη. Ακούω συνεχώς ανθρώπους να μιλάνε για την απάθεια των νέων, όμως όσοι/ες εμπλέκονται σε ριζοσπαστικά πολιτικά πρότζεκτ σήμερα στις ΗΠΑ είναι μάλλον περισσότεροι/ες από ότι τη δεκαετία του ‘60”.

Η ίδια αντλεί ελπίδα από το κίνημα Occupy, από εκείνες τις καταλήψεις στις οποίες μίλησε επανειλημμένα το 2011. “Δεν ήξεραν κατ’ ανάγκη πού πήγαιναν αλλά ήξεραν ότι εναντιώνονταν στον καπιταλισμό”. Για μια βετεράνο κομμουνίστρια (η Ντέιβις κατέβηκε δυο φορές ως υποψήφια Αντιπρόεδρος με το Κομουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ τη δεκαετία το ‘80), αυτός ο αντικαπιταλισμός είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικός. “Πιστεύω ότι η επιρροή του Occupy θα συνεχιστεί παρότι οι καταλήψεις μπορούσαν να υπάρχουν μόνο για μια ορισμένη χρονική περίοδο. Η επιρροή του Occupy είναι ορατή στις διαδηλώσεις στο Φέργκιουσον, με την έννοια ότι αυτοί οι άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι δεν αρκεί να ζητάνε την καταδίκη ατομικά του συγκεκριμένου αστυνομικού, αλλά ότι αναγνωρίζουν, επίσης, τη σχέση ανάμεσα στη ρατσιστική βία και το κέρδος. Αυτό είναι που πολεμάμε”.

μετάφραση: Δήμητρα Σπανού

Πηγή: Guardian

 

 

Share

Exodos: Ξαναδιαβάζοντας την Ιστορία μέσα από τη γυναικεία φωνή

expdps1

της Σοφίας Ξυγκάκη

Συνεχίζεται για 2 ακόμη βδομάδες η παράσταση Έξοδος στο θέατρο Studio Μαυρομιχάλη. Μια παράσταση που μέσα από το περιβάλλον μιας «πειραγμένης» εθνικής εορτής, κάπου ανάμεσα στην 25η Μαρτίου και την 28η Οκτωβρίου, θέτοντας το ερώτημα «Θα έβαζα τη ζωή μου σε κίνδυνο για κάτι μεγαλύτερο και ανώτερο από το ατομικό;», στόχο έχει να αναδείξει τη γυναικεία ματιά και να δώσει το έναυσμα για συζήτηση.

Η παράσταση που αρχίζει χαρούμενα με τις πέντε ηθοποιούς να διακηρύσσουν ότι «γιορτάζουμε το 1821 και το 1940 μαζί, θα μνημονεύσουμε ηρωίδες επώνυμες κι ανώνυμες», τελειώνει με την ακριβή και σπαρακτική αφήγηση της 89ης Ζωής Πετροπούλου, ΕΠΟΝίτισσας που εξορίστηκε στη Μακρόνησο και το Τρίκερι. «Mαστίγωναν γυναίκες μπροστά στις άλλες για να τις φοβίσουν και να υπογράψουν, τσάκισαν σώματα,  ξερίζωναν κοτσίδες, κάποιες γυναίκες κατέληξαν στα ψυχιατρείο, άλλες σε νοσοκομεία, χρόνια μετά καμία δεν το ξεπέρασε ποτέ, όλα δημιούργησαν τέτοιο σοκ που ακόμα το φέρουμε μέσα μας» θα πει «αγαπούσαμε την Ελλάδα, θέλαμε μια άλλη πατρίδα καλύτερη».

H Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη, η σκηνοθέτις της παράστασης, όπως όλοι σχεδόν της γενιάς της, μας λέει, δεν έχει ζήσει πολέμους και επαναστάσεις, όπως οι προηγούμενες γενιές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πάλεψε για να διεκδικήσει τη θέση της σε ένα χώρο τόσο δύσκολο όσο του θεάτρου, ειδικά σε μια εποχή εξίσου δύσκολη. Μεγάλωσε και σπούδασε Θεατρολογία στην Αθήνα, τελειώνοντας ταυτόχρονα τη σχολή Θεοδοσιάδη και, με υποτροφία ΙΚΙ, συνέχισε  στο Λονδίνο, στο Goldsmiths και το Brunel με μάστερ και διδακτορικό αντίστοιχα. Έχει παράλληλα παρακολουθήσει σεμινάρια της Αριάν Μνουσκίν και του Εουτζένιο Μπάρμπα.

Μιλάμε μαζί της για την παράσταση και το κίνητρό της να καταπιαστεί με αυτό το θέμα, για τη θεατρική ομάδα Anima που έχει  δημιουργήσει, για τη δυνατότητα επιβίωσης των ομάδων που πειραματίζονται και δρουν εκτός εμπορικών σχημάτων.

Πώς ξεκίνησε η ομάδα Anima;

Ξεκίνησε με μια χορογράφο και ένα σκηνογράφο πριν από το 2012, ως μία ανάγκη πειραματισμού πάνω στη φόρμα. Με ενδιέφερε πολύ η έκφραση του σώματος κι έτσι με τη χορογράφο αρχίσαμε να πειραματιζόμαστε με φόρμες πιο μουσικοκινητικές,  προσπαθούσαμε να είναι όλα μετρημένα σε μουσικές  ή ρυθμικές φόρμες. Όλο αυτό ξεκίνησε κάπως αυθόρμητα, δεν είχα στο νου μου συγκεκριμένες φόρμες,  κάπως έτσι έφτασα στο σωματικό θέατρο.

Πώς δουλέψατε στην Έξοδο αλλά και στην περυσινή παράσταση, τον Ιούλιο Καίσαρα scripta femina;

Ένας άλλος όρος, το devised theatre, συνδέεται επίσης με το σωματικό θέατρο. Μπορείς να δημιουργήσεις μια παράσταση όχι μόνο μέσα από ένα θεατρικό έργο αλλά και μέσα από ένα διήγημα, από την επικαιρότητα, από αποκόμματα εφημερίδων, από οτιδήποτε. Άρχισα να πειραματίζομαι από πέρυσι που κάναμε τον Ιούλιο Κάισαρα κι άρχισε να με ενδιαφέρει η πρακτική του. Πέρυσι, δουλέψαμε πάνω στο κείμενο του  Σαίξπηρ Ιούλιος Καίσαρας που δεν έχει γυναικείους ρόλους, παρά μόνο της Πόρσια και της Καλπουρνίας, κι αυτό το έργο θέλησα να το δω από τη γυναικεία σκοπιά. Οπότε, χρησιμοποιήσαμε κομμάτια του κειμένου και τα τοποθετήσαμε στο στόμα των γυναικών. Μετά βρήκαμε κάποιες επιστολές από τον Θόρντον Ουάιλντερ, γραμμένες από γυναίκες, ουσιαστικά κάναμε ένα devised theatre χρησιμοποιώντας ως συνδετικά τις επιστολές του Ουάιλντερ, μια μεταγραφή του κειμένου του Σαίξπηρ και βέβαια όλες τις ιδέες που μπορεί να ήταν μουσικές, ρυθμικές, κινησιολογικές – έτσι λοιπόν ξεκίνησα να ψάχνω την ιδέα του devised theatre, καταλήγοντας στο φετινό  που είναι πιο εξελιγμένο από το περυσινό. Δουλέψαμε πάνω στο κείμενο και με τους ηθοποιούς συνολικά 2 χρόνια.

Με απασχολούσε ότι από τη μια οι Έλληνες προβάλλουμε τον πολιτισμό μας,  της αρχαίας Ελλάδας και από την άλλη δεν έχουμε καμία πραγματική αυτοπεποίθηση γι’ αυτόν.

Φαντάζομαι εννοείς έλλειψη βαθύτερης γνώσης του παρελθόντος.

Έλλειψη πραγματικής γνώσης, αλλά δεν διεκδικούμε κιόλας – πράγματα που οποιοσδήποτε λαός θα τα διεκδικούσε, καταρχήν για την ίδια την επιβίωσή του.

exodos

Ο Σωτήρης Δημητρίου, ανθρωπολόγος και σύντροφος ζωής της Αλίντα Δημητρίου, με αφορμή την παράσταση σας, έλεγε ότι έπρεπε να κάνει η Αλίντα τις ταινίες της για την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο για να δει κι ο ίδιος πόσες γυναίκες ήταν πραγματικά εκεί, στην εξορία, στη Μακρόνησο, παρόλο που κι αυτός ήταν και στην Αντίσταση και στη Μακρόνησο.   

Για τις γυναίκες και τη συμβολή τους στο 1821 και το ’40 δεν υπήρχαν πληροφορίες, ειδικά για το ’21. Υπήρχαν από τους φιλέλληνες, οι  Έλληνες  δεν είχαν  γράψει. Αυτά τα είχε συγκεντρώσει σε ένα βιβλίο η Σωτηρία Αλιμπέρτι, μια σπουδαία προσωπικότητα. Ξεκίνησα να διαβάζω ό,τι υπήρχε και μετά όλες τις  βιογραφίες που είχαν εκδοθεί για τις ηρωίδες – για τη Μπουμπουλίνα, για παράδειγμα, χρειάστηκε να πάω στο μουσείο στις Σπέτσες. Για να φτιάξουμε το κείμενο διαβάσαμε ό,τι είχε γραφτεί για την Ελληνίδα γυναίκα για το 1821.

Πόσο καιρό κράτησε η προεργασία;

Περίπου ένα χρόνο. Και μετά συζητήσαμε ξεχωριστά για τις προσωπικότητες που είχα επιλέξει, για τον χαρακτήρα τους, τα βασικά χαρακτηριστικά τους και, στη συνέχεια, μέσα από τα κείμενα θέσαμε το βασικό ερώτημα  της παράστασης: «Θα έβαζα εγώ σε κίνδυνο τη ζωή μου, για κάτι ανώτερο από το προσωπικό»; Επιλέγαμε τις σκηνές με γνώμονα το κατά πόσο αναδεικνύουν το βασικό ερώτημα. Δουλέψαμε πολύ με κόψε-ράψε. Για το ’40 ήταν πιο εύκολο γιατί στηρίχτηκα πολύ στη προφορική ιστορία , βρήκα πολλά βιβλία αφού υπήρχαν πολλές μαρτυρίες, αφηγήσεις των ίδιων των γυναικών, από την Αντίσταση και τις  εξορίες, με βοήθησε πολύ η Τασούλα Βερβενιώτη σ’ αυτό. Έτσι, φτάσαμε στην τελευταία πραγματική μαρτυρία, στη πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Ζωής Πετροπούλου. Σκεφτήκαμε ότι ήταν πολύ ωραία ιδέα ένας άνθρωπος που πραγματικά συμμετείχε στην Αντίσταση να μας λέει την ιστορία του, επαληθεύοντας έτσι όλη την ιδέα της παράστασης.

Γιατί τοποθέτησες το έργο χρονικά ‘κάπου ανάμεσα’;

Αισθανόμουν ότι ούτε την ιστορία μας την ξέρουμε καλά, κι αυτό μας κάνει υπερφίαλους, ούτε αυτοπεποίθηση έχουμε. Αν ρωτήσεις μικρά παιδιά τι γιορτάζουμε την 25η Μαρτίου, όλα είναι μπερδεμένα, συγχέονται με  το ’40. Εγώ ήθελα να παίξω με αυτήν την ιδέα. Επειδή μέσα στο μυαλό μας αυτά είναι μπερδεμένα, τα τοποθέτησα σε μια φανταστική εποχή που είναι μαζί το ’21 και το ’40. Έτσι είναι στο μυαλό μας.

Γιατί το επετειακό έχει συσκοτίσει τα γεγονότα…

Ναι, και το επετειακό έχει γίνει φόρμα. Ωραιοποιούνται τα πάντα, δεν έχει σημασία αν είναι το ’21, το ’40 ή το Πολυτεχνείο, αρκεί που όλα αυτά είναι πάρα πολύ ωραία.

Επειδή ανέφερες παραπάνω την πατρίδα, είχες ανάγκη να  επανανοηματοδοτήσεις αυτές τις έννοιες, το εθνικό, την πατρίδα κτλ;

Ναι, ήταν εντελώς προσωπική ανάγκη να κατανοήσω τον κόσμο και τι συμβαίνει γύρω μου. Έτσι ξεκίνησε η παράσταση, ως γιορτή μπερδεμένη,  στους ηθοποιούς μέσα στη γιορτή βγήκε και το προσωπικό τους, κι αυτό ήταν σκόπιμο, αν πρόσεξες στην αρχή  υπάρχει πολλή αμηχανία. Στη συνέχεια, επίσης, παρεισφρέει το πραγματικό και δικαιώνει την παράσταση. Μας έγινε και μια κριτική ότι είπαμε γνωστά γεγονότα – στόχος της παράστασης ήταν να πει γνωστά, κλισέ γεγονότα,  εμβαθύνοντας όμως στην ουσία τους. Θέλαμε η παράσταση να μιλήσει για τα πραγματικά διλήμματα.

Στην αρχή  η παράσταση ξεκινά πολύ χαρούμενα, παίζει με το χαρούμενο.

Ξεκινά πολύ χαρούμενα αλλά έρχεται το τέλος που δεν είναι καθόλου χαρούμενο γιατί είναι το πραγματικό. Με το πραγματικό τι να πεις;  Στόχος της παράστασης δεν ήταν να μιλήσει για κάτι άγνωστο γιατί δεν υπάρχει υλικό γι’ αυτό το άγνωστο.  Δεν έχουμε, για παράδειγμα, καμία άμεση μαρτυρία για τη γυναίκα που το ’21 έψηνε στην αυλή του σπιτιού της τα μέλη του νεκρού παιδιού της για να ταΐσει το άλλο, δεν υπάρχει τίποτα, δεν τα ξέρουμε αυτά. Η παράσταση παίζει με το κλισέ.

Παίζει με το κλισέ αφήνοντας στην άκρη όμως το κιτς.

Διαφωνώ με το κιτς, με τη σύγχρονη ματιά, είτε πρόκειται για παράσταση είτε για την ιστορία, την πλήρη αμφισβήτηση των πάντων γιατί αυτό οδηγεί σε ένα μηδενισμό. Εμένα μ’ ενδιαφέρει να μελετήσω τι πραγματικά συνέβη, όχι απλώς να  αμφισβητώ ό,τι συνέβη. Πιστεύω ότι κάθε λαός έχει πολύ ανάγκη τον αστικό του μύθο γιατί πάνω σ’ αυτόν στηρίζεται η αυτοπεποίθησή του.

exodos2

Άρα πιστεύεις στη διαρκή συνομιλία με το παρελθόν.

Το 1821 δεν υπήρχε η έννοια του έθνους, ούτε η ιδεολογία. Οι κατοπινές γενιές στηρίχτηκαν στην ιδεολογία οπότε, τρόπον τινά, απέρριψαν το πριν.

Και το προσέγγισες με έμφυλη ματιά.

Ξεκίνησα από πέρυσι να δουλεύω τη γυναικεία ματιά θεωρώντας ότι, εφόσον η Ελλάδα είναι ανδροκρατούμενη χώρα, για λόγους ουσίας έπρεπε να φωτίσω τη γυναικεία σκοπιά, είμαστε πίσω σ’ αυτό το θέμα. Στο ’21 ξέρουμε το αντρικό κομμάτι, είναι ο Κολοκοτρώνης, ο Παπαφλέσσας… στο ’40 επίσης. Ήθελα να αναδείξω τη γυναικεία συμμετοχή.

Στην αρχή μου έκανε εντύπωση πώς αυτές οι γυναίκες πίστευαν τόσο πολύ, που για χρόνια άφηναν τα παιδιά τους πίσω. Μου ήταν ακατανόητο, τώρα δεν είναι πια. Γιατί σήμερα έχουμε μάθει το σπίτι μου, το παιδί μου…

Υπάρχει η ιδιωτική αντίληψη ζωής ..και πολύ παιδοκεντρική.

Ναι, όταν άφηναν τα παιδιά πίσω ήταν σημαντικό για όλη την Ελλάδα. Τώρα το σημαντικό είναι τα δικά σου παιδιά να είναι καλά.

Και ποιοι είναι οι οικονομικοί σας πόροι; Είστε πάντα στο Studio Μαυρομιχάλη;

Όχι Είμαστε από τις άστεγες ομάδες, επειδή η ομάδα ενεργοποιήθηκε και πάλι πριν από 3 χρόνια δεν πρόλαβε επιχορηγήσεις, κι έτσι είμαστε αυτοχρηματοδοτούμενοι. Είμαστε 3 άτομα ο πυρήνας και ανάλογα με την παράσταση παίρνουμε και άλλους ηθοποιούς. Από τα μαθήματα που κάνω εγώ, στο θεατρικό εργαστήρι του Δήμου Ζωγράφου, από τη δουλειά μας κρατάμε κάποια χρήματα και οι δύο, εγώ και η Κατερίνα Μπιλάλη,  και τα βάζουμε στη δουλειά. Προσπαθούμε με τις παραστάσεις να βγάλουμε το ενοίκιο του θεάτρου, τα ένσημα και τα μεροκάματα των ηθοποιών, εμείς δεν θα πάρουμε τίποτα πίσω από τα χρήματα της παραγωγής. Αυτό δεν ξέρω αν μπορούμε να το συνεχίσουμε, επειδή όλο και μειώνονται οι μισθοί, οπότε ό,τι βάζεις στην άκρη για τη δουλειά θα είναι λιγότερο. Άρα, χρειαζόμαστε την στήριξη του κόσμου για να συνεχίσουμε τη δουλειά μας και τον πειραματισμό.

Φαντάζομαι ότι το οικονομικό ρυθμίζει και τις καλλιτεχνικές επιλογές. Η τωρινή δεν ήταν τεράστια παραγωγή αλλά  ούτε και πολύ μικρή.

Είναι 5 ηθοποιοί και η Ζωή Πετροπούλου ή η 98η ΕΠΟΝίτισσα Κατίνα Σηφακάκη που συμμετέχει λιγότερες φορές, λόγω προβλημάτων υγείας. Αυτό που μ’ ενοχλεί πολύ στην Ελλάδα είναι ότι εντάξει, ένα μεγάλο κομμάτι είναι δοσμένο σε αυτούς που πληρώνουν, που έχουν τα χρήματα, του συστήματος, αλλά σε άλλες χώρες, στην Αγγλία, στο Λονδίνο που ξέρω, αφήνουν και ένα κομμάτι που μπορείς να το διεκδικήσεις. Εδώ αυτό είναι ανύπαρκτο, δεν σου επιτρέπουν να παίξεις ισότιμα, σ ένα μικρό έστω κομμάτι. Αυτό πραγματικά με ρίχνει ψυχολογικά και προσπαθώ να το παλέψω για να συνεχίσω.

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία: Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη

Κείμενο: Ομάδα Anima

Επιμέλεια Κίνησης – Χορογραφίες: Κάλια Θεοδοσιάδη

Μουσική: Κώστας Νικολοπουλος

Ηθοποιοί: Νικολίνα Καραθύμου, Κατερίνα Μπιλάλη, Λυγερή Ταμπακοπούλου, Γιώτα Τσιότσκα, Άντρη Χατζηχρισστοδούλου

Δευτέρα και Τρίτη 9:00μμ  έως 13/1

Studio Μαυρομιχάλη

Μαυρομιχάλη 134, Εξάρχεια

τιμές εισιτηρίων: 12 ευρώ, φοιτητικό 8 ευρώ, άνεργοι/ες, ατέλειες, άνω των 65 5 ευρώ

 

Share

Μια γενναία γυναίκα από το Μαρόκο

abuse

της Σοφίας Ξυγκάκη

Η Ντ., μια νέα γυναίκα από το Μαρόκο και μητέρα δύο παιδιών, εγκατέλειψε τον άντρα της που επί χρόνια την κακοποιούσε, αρχίζοντας μια νέα ζωή.

Η Ντ. γεννήθηκε στο Μαρόκο. Μεγάλωσε με τη μητέρα και τη γιαγιά της. Η οικογένειά της ήταν μουσουλμανική αλλά ανοιχτή και υπήρχε πολύ αγάπη. Τον άντρα της τον γνώρισε όταν φοιτούσε σε τεχνικό λύκειο ηλεκτρολόγος…

Περνούσε από κει, κι έτσι τον γνώρισα. Πέρασε ένας χρόνος κι αποφασίσαμε να παντρευτούμε. Μετά από 6 μήνες άρχισαν τα προβλήματα. Ήμουν 18 κι αυτός 22. Είχε μαγαζί που πουλούσε ανταλλακτικά αυτοκινήτων, όσοι ασχολούνται μ’ αυτό τα έχουν καταφέρει, ζουν καλά. Ο άντρας μου δεν ήθελε να δουλεύει αλλά να βγαίνει με τους φίλους του και να καπνίζει μαύρο. Οπότε, είχαμε πολλά προβλήματα και βία, η ζωή δεν ήταν καθόλου καλή μαζί του. Πριν δεν ήξερα.

Αυτός έχει οικογένεια;

Έχει αλλά δεν είναι κοντά. Αυτός μεγάλωσε μόνος του στο δρόμο. Δεν μεγάλωσε ούτε με τη μητέρα του, ούτε με τον πατέρα του. Μεγάλωσε λίγο με τον παππού του, λίγο με τη θεία του, δεν ήξερε τι σημαίνει οικογένεια, παιδιά. Όταν τον γνώρισα ήμουν έφηβη, τον αγάπησα, ήταν μεγάλο λάθος, έζησα μαζί του 10 χρόνια και δεν βρήκα καθόλου τον εαυτό μου μαζί του. Από την αρχή είχαμε προβλήματα. Δεν μπορούσα να πω τη γνώμη μου, μόνο αυτός μέτραγε, έκανε ό,τι ήθελε. Ζήλευε, δεν μπορούσα να κυκλοφορήσω ούτε μαζί του. Ξυπνούσε όποτε ήθελε, έβγαινε με τους φίλους του, τύχαινε καμιά ευκαιρία για δουλειά.

Πώς ζούσατε;

Αν δεν εύρισκε δουλειά, δεν είχαμε τίποτα στο σπίτι, τίποτα. Εμένα δεν με άφηνε να βρω δουλειά, δεν μπορούσα να τελειώσω το σχολείο. Μόνο ό,τι ήθελε αυτός.

Πότε κάνατε τα παιδιά;

Την Φ. αμέσως μετά το γάμο. Μετά από 2 μήνες άρχισε να με χτυπάει. Όταν έκανα τη μικρή νόμιζα ότι θ’ αλλάξει. Αλλά όχι. Δεν ασχολήθηκε καθόλου με τα παιδιά. Δεν ρώτησε αν η μικρή είναι άρρωστη, αν πεινάει, αν θέλει κάτι. Μόνη μου φρόντιζα την κόρη μου κι όταν δεν είχαμε πού να μείνουμε πήγαμε στη μαμά μου. Ήταν πολύ δύσκολο γιατί έπρεπε η μαμά να φροντίζει και αυτόν. Μεγάλα προβλήματα, πάρα πολύ μεγάλα. Δεν κουνιόταν με τίποτα.

Πώς αποφάσισε ο άντρας σου να έρθει στην Ελλάδα;

Ζούσε η αδελφή του στην Ελλάδα πολλά χρόνια. Πριν ήταν στη Σαουδική Αραβία, δούλευε ως πόρνη, έκανε πολλά λεφτά, γνώρισε και κάποιον που την έφερε στην Ελλάδα και αποφάσισε να μείνει εδώ. Έκανε λεφτά κι εδώ, δεν έχει καταλάβει κρίση. Όταν ήρθαμε εμείς στην Αθήνα, έμαθα τι κάνει. Εγώ δεν έχω σχέση μαζί της αλλά του άντρα μου του αρέσουν τα λεφτά, του αρέσει που βγήκε από μια φτωχική ζωή και βρίσκει άλλο κόσμο, άλλη ζωή, δεν τον ενοχλεί καθόλου. Του ζήτησα να απομακρυνθεί κι αυτός μου λέει όχι, αυτό εδώ είναι κανονικό, είμαστε Ευρωπαίοι εδώ, και οι Έλληνες αυτό κάνουν. Επέμεινα ότι έπρεπε να βρει δουλειά κι όχι να περιμένει να του δίνει η αδελφή του 20, ευρώ, 30 ευρώ. Τότε δεν είχε γεννηθεί ακόμη ο γιος μου.

Πριν έρθετε εσείς, εσύ και η κόρη σου, αυτός τι έκανε, πού ζούσε;

Όταν ήρθαμε εμείς, τον βρήκαμε σε ένα σπίτι που υπήρχαν όλα, μείναμε τρεις μέρες, μετά έρχεται η αδελφή του και του λέει φύγε από το σπίτι μου. Δεν ήταν δικό του. Αυτός μου είχε στείλει τα εισιτήρια να έρθουμε, δεν ξέρω πού τα βρήκε, δεν δούλευε ούτε εδώ. Εγώ πίστευα ότι εδώ θα ζούσαμε καλύτερα, γι’ αυτό ήρθα. Μετά έφυγε ένας φίλος του να δουλέψει σε ένα νησί και μας άφησε το σπίτι του, ήταν ένα υπόγειο, και πάλι δεν ήθελε να βρει δουλειά. Άρχισε πάλι να με χτυπάει.

Τον χρόνο που αυτός έλειπε, πώς ζούσες στο Μαρόκο; Με τη μητέρα σου και τη γιαγιά σου;

Ζούσα καλά με τη μάμα, αυτός έστειλε μερικές φορές, 3 φορές, κάποια λεφτά, όχι πολλά, μέχρι 150 ευρώ, για να μου δείξει ότι εδώ κάτι έκανε. Κι εγώ νόμιζα ότι ήταν καλά και μάλλον τα καταφέρνει αυτή τη φορά, αλλά αυτό ήταν λάθος, ένα όνειρο, στο μυαλό μου…

Όταν ήρθες και είδες ότι όλα αυτά ήταν ψέματα…

Είδα ότι όλα αυτά ήταν ψέματα, άρχισαν πάλι τα ίδια, άρχισε να με δέρνει, μια φορά μου πέταξε ένα ποτήρι στο κεφάλι, ευτυχώς δεν ήταν στο πρόσωπό μου… είναι πάρα πολύ βίαιος, πάρα πολύ, δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε, να λύσουμε τα προβλήματα…

Η αδελφή του γνώριζε ότι σε χτυπούσε;

Ναι, βέβαια, αλλά δεν μιλούσαμε, δεν είχαμε σχέση.

Σου είχε ζητήσει ποτέ να κάνεις την ίδια δουλειά με την αδελφή του;

Όχι βέβαια. Εγώ όταν αποφάσισα να δουλέψω μου είπε εντάξει, δεν έχω πρόβλημα, μπορείς να βρεις δουλειά, άμα θέλεις. Έβαλα αγγελία και στη Χρυσή Ευκαιρία αλλά μια μέρα που βγήκα με τα παιδιά μου για βόλτα, ήταν ένα συνεργείο καθαρισμού σε μια πολυκατοικία και ρώτησα αν θέλουν βοήθεια, είπαν ότι θέλουν κι έτσι πήγα με 20 ευρώ τη μέρα, από 7 το πρωί έως 4μμ. Πήγα και 2 μήνες μετά μου είπε ο άντρας μου ότι κάποιος από κάποιο νησί θέλει μια κοπέλα να δουλέψει στο πλοίο, να κάνει καθαριότητα, να αλλάζει σεντόνια, τέτοια πράγματα. Και τελικά αυτός ποιος ήταν; Αυτός είχε σχέση με την αδελφή του άντρα μου, είχε δουλέψει κι αυτή παλιά, και μου λέει πληρώνει καλά, ε βέβαια καλά θα πληρώνει.

Τελικά τι έγινε; Εσύ δούλευες και ζούσατε;

Δούλευε κι αυτός καμιά φορά, στην οικοδομή και στη λαϊκή αγορά, αλλά συνήθως για λίγο καιρό και μετά τα ίδια, δεν άλλαζε αυτό. Ήμουνα έγκυος, η μικρή ήταν με την αδελφή του, ξυπνάω το πρωί, με χτυπάει, μου λέει ακόμα είσαι εδώ; Πρέπει να φύγεις, δεν μπορώ, δεν μπορούσα να κάτσω, έφυγα τρέχοντας, μ’ έπιασε στις σκάλες, λέω εσύ ζήτησες να φύγω, μ’ έπιασε, δε μ’ άφηνε, βγήκαν οι γείτονες, έφυγα. Τηλεφώνησα στην αδελφή του, να μου φέρει το παιδί και με πήγε σε ένα σπίτι φίλης της μέχρι να βρω λύση. Η μικρή είχε μείνει μαζί της, πήγα σε γιατρό, είδε ότι δεν είμαι καλά και μου έδωσε χαρτί να πάω σε ένα ξενώνα. Γέννησα στο μαιευτήριο με βοήθησαν πολύ, γύρισα στον ξενώνα. Ο άντρας μου ήρθε να με πάρει πίσω, έκανα το λάθος να γυρίσω πίσω, λέω μπορεί να γίνει καλός, ήταν καλός πολύ καλός 3, 4 μήνες, μετά τα ίδια, μπορούσε ν αλλάξει για 2,3 μήνες, μετά τα ίδια, μεγάλωσε ο μικρός έγινε τριών, δεν μπορούσα άλλο. Έπρεπε να φύγω από το σπίτι με χαρτιά και με παιδιά. Πάλι μου έκλεινε τα παράθυρα, να μη βλέπω κανένα, την πόρτα να μη φύγω. Το σώμα μου όλο ήταν μπλε και κόκκινο. Ξέρει ότι αν πάω στην αστυνομία και κάνω μήνυση θα είναι κακό γι’ αυτόν. Είχαν περάσει 5 μέρες, μου λέει θα σε σκοτώσω αν βγεις, δεν μπορώ να βρεις κάποιον άλλο.

Αποφάσισα ότι δεν υπήρχε άλλη ζωή μαζί του. Μου ’χει κρύψει τα χαρτιά μου, των παιδιών μου. Θέλει να κάνει αυτή τη δουλειά. Να πουλάει σε μετανάστες ψεύτικα χαρτιά, πουλάει και μαύρο, λέει ευκαιρία να κάνουμε λεφτά, μεγαλώνει έτσι τα προβλήματα, δεν τα λύνει. Εγώ είμαι ήσυχη, κι αυτός βγάζει τα χαρτιά που τα έχει κρυμμένα, μιλάμε, εγώ κάνω ψεύτικα την ήρεμη. Μου ζητάει να κοιμηθούμε μαζί, λέω ότι  δεν μπορώ, πρέπει να περάσει λίγο καιρός. Αυτό έγινε βράδυ, το επόμενο πρωί, είχε μούτρα, πήρε από τη τσάντα μου τα 300 ευρώ από τη δουλειά αλλά όχι τα χαρτιά. Όταν βγήκε για λίγο να πάρει  τσιγάρα, εγώ πήρα παιδιά και χαρτιά, όπως είμαστε με τις πυτζάμες και τις παντόφλες, και πήγαμε αμέσως στην αστυνομία. Μείναμε όλο το βράδυ στην αστυνομία, δεν μπορούσαμε να πάμε αμέσως στον ξενώνα. Εκεί ο διευθυντής πήρε τον ξενώνα για να μείνω εκεί. Αυτό ήταν ένα φως, δεν ήξερα ότι θα βρω πάλι ξενώνα, μου είπε η υπεύθυνη του πρώτου ξενώνα που είχα πάει ότι εκείνος είχε κλείσει, πήγα στο ξενώνα, το βράδυ μείναμε στο δρόμο, ευτυχώς ήταν καλοκαίρι. Δεν ήρθα σε επαφή με κανέναν του άντρα μου, ήθελα να βρω τρόπο μόνη μου. Μείναμε 2 μήνες στον ξενώνα, αυτός να ψάχνει παντού να με βρει να γυρίσω πίσω. Ήρθε στον ξενώνα φωνάζει, έκανα μήνυση, αυτός ζητάει τα παιδιά, του λένε ότι δεν έχει δικαίωμα να χτυπάει τα παιδιά του, τον πήρε η αστυνομία στο τμήμα, πέρασε αυτόφωρο, έμεινε 6 μήνες φυλακή γιατί δεν είχε χαρτιά, του λένε ήρθες εδώ να φωνάζεις αφού δεν έχεις χαρτιά; Μετά βγήκε, πάλι μ’ έψαχνε, πήγα σ’ άλλον ξενώνα, κι εκεί πάλι με βρήκε, είπε ότι αφού με χωρίζεις, δεν μπορώ να μείνω άλλο Ελλάδα, αποφάσισε να γυρίσει στο Μαρόκο αλλά για να κάνει τη δουλειά με τα ψεύτικα χαρτιά και ήθελε να μιλήσουμε. Ζήτησε να βγούμε, πήρα τα παιδιά και ήρθε μαζί μια κυρία από τον ξενώνα, είπα εντάξει να μιλήσουμε. Είπε ότι δεν ήθελε να μου κάνει κακό, ότι θα γυρίσει στο Μαρόκο για να δουλέψει, αλλά δεν πήγε για να δουλέψει αλλά για να μεταφέρει μετανάστες που τον πλήρωναν πολλά. Τον συνέλαβαν.

Πώς τον συνέλαβαν;

Προσπάθησε να περάσει από την Τουρκία στην Ελλάδα με μετανάστες και τον έπιασαν εκεί, στην Ελλάδα και τώρα πήρε τηλέφωνο πριν 4 μήνες και ζήτησε τη βοήθειά μου, να του επιτρέπεται να βλέπει τα παιδιά.

Από τότε πώς είναι η ζωή σου; αισθάνεσαι πιο ασφαλής;

Αισθάνομαι πιο ασφαλής. Και να βγει αισθάνομαι πιο ασφαλής. Πήρα ασφαλιστικά μέτρα…ζήτησα διαζύγιο, θα το πάρω του χρόνου.

Για σένα είναι η πρώτη φορά που τα έχεις αναλάβει όλα μόνη σου. Πριν ήταν η οικογένεια, μετά ο άντρας σου, όπως ζούσες – τώρα αισθάνεσαι ελεύθερη;

Αισθάνομαι ελεύθερη και πολύ αισιόδοξη. Αισθάνομαι ότι η ζωή είναι πολύ ωραία…

Τώρα πώς οργανώνεις από την αρχή τη ζωή σου;

Έχω δουλειά, κάποια λεφτά, αλλά δεν είναι αυτό, έχω φίλους, αισθάνομαι ότι η ζωή είναι πάρα πολύ ωραία, πρέπει να τη φτιάξουμε εμείς. Παίρνω 200 ευρώ και αισθάνομαι ότι έχω πολύ περισσότερο. Βγαίνω έξω με τα παιδιά μου, κάνουμε βόλτες, τρώμε έξω, είναι ωραίο, αυτό που είχα χάσει 10 χρόνια, το κάνω τώρα.

Έχεις γύρω σου ένα περιβάλλον;

Δεν φοβάμαι πια έχω πολύ κόσμο γύρω μου, φίλους που με βοηθάνε, φίλους που δεν είχα πριν. Μακάρι να τους είχα και τότε. Από τους ξενώνες έχω βρει μεγάλη βοήθεια.

Πιστεύεις ότι η εμπειρία σου με έναν τόσο βίαιο άντρα σ’ έχει κάνει πιο ευάλωτη; σκέφτεσαι ότι όποιος δεν βιαιοπραγεί είναι απαραίτητα καλός;

Όχι, ο καλός είναι καλός.

Μετά τον χωρισμό σου είχες κάποια άλλη σχέση;     

Ναι, είχα. Μου άρεσε ο τρόπος που μίλαγε με τους άλλους, τις γυναίκες και τα παιδιά μου. Μ’ άρεσε να μιλάμε, τον αισθανόμουνα κοντά μου, ήταν πολύ καλός αλλά ήρθε πάλι ο χωρισμός. Τον αγάπησα και δεν ξέρω…. όταν ο φόβος βγήκε από μένα, λέω αυτός ο φόβος πήγε σ’ αυτόν.

Τι μπορεί να φοβάται;

Σαν να φοβάται τον άντρα μου. Μήπως μιλώντας με τους γονείς του άλλαξε; Ή επειδή ζητάει τη γνώμη των άλλων για μένα. Τώρα, όμως, προσπαθούμε και πάλι να φτιάξουμε τη σχέση μας.

Τα παιδιά πώς τα έζησαν όλα αυτά;

Η κόρη μου τα ξέρει όλα. Έχει χαρά στη ζωή της, μου λέει ότι πρώτη φορά βλέπει εμένα ευτυχισμένη. Ο μικρός δεν καταλαβαίνει πολλά. Είναι πολύ ζωντανά και χαρούμενα παιδιά. Ναι, τώρα αισθάνονται ελεύθερα. Έχω επιθυμία να τα πάω ταξίδι στο Μαρόκο, για να γνωρίσουν τον τόπο τους.

Και για τον εαυτό σου τι επιθυμίες έχεις;

Να είμαι ελεύθερη κι ευτυχισμένη. Να δουλέψω ως ηλεκτρολόγος, αν βρω, αλλά θέλω να μάθω καλά ελληνικά, να δουλέψω ως μεταφράστρια. Θέλω να είμαι ελεύθερη κι ευτυχισμένη.

 

Share

Συνέντευξη της ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Κωνσταντίνας Κούνεβα (βίντεο)

kouneva

Συνέντευξη της ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ και της Ευρωομάδας της Αριστεράς, Κωνσταντίνας Κούνεβα, στον Βασίλη Κατσαρδή για τις πρώτες εμπειρίες της στην Ευρωβουλή, το συνδικαλιστικό κίνημα, την επίσκεψή της στους Σύρους πρόσφυγες στο Σύνταγμα, αλλά και τη βία εναντίον των γυναικών.

Πηγή: left.gr

 

YouTube Preview Image
Share

Τι είναι ο οικοφεμινισμός; Δρόμοι για έναν αντισυστημικό οικοφεμινισμό

Yayo Herrero

του JuanTortosa

Συνέντευξη με την Yayo Herrerο, φεμινίστρια και οικολόγο, συγγραφέα, πανεπιστημιακή, ανθρωπολόγο, μηχανικό αγροτικής τεχνικής και συντονίστρια του μαζικού ισπανικού κινήματος Ecologistas en Accion (Οικολόγοι σε Δράση)

Τι είναι ο οικοφεμινισμός και ποια είναι η ιστορία του;

Ο οικοφεμινισμός είναι ένα πλατύ κίνημα γυναικών που γεννιέται από τη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι οι αγώνες για την οικολογία και το φεμινισμό περιέχουν τα κλειδιά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της βιωσιμότητας με ισότητα.

Η συμμετοχή των γυναικών στα κινήματα υπεράσπισης της γης ήταν και παραμένει ιδιαίτερα μεγάλη. Είναι γνωστός ο πρωταγωνιστικός τους ρόλος στις μάχες για την υπεράσπιση των δασών (ειδικά στο Chipko), στους αγώνες ενάντια στα φράγματα στο ποταμό  Narmada στην Ινδία, ή ενάντια στα τοξικά κατάλοιπα του LoveCanal που αποτέλεσε και την αφετηρία του κινήματος για τη περιβαλλοντική δικαιοσύνη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δραστηριοποιούνται επίσης στα τοπικά κινήματα υπεράσπισης κοινοτικών γαιών, στη μάχη για δημόσιους χώρους στις πόλεις ή για τις υγιεινές τροφές. Συμπερασματικά, οι φτωχές γυναίκες υπερασπίζονται το προστατευμένο περιβάλλον, επειδή εξαρτώνται άμεσα από αυτό για να μπορούν να ζήσουν.

Στα μέσα του περασμένου αιώνα, ο πρώτος οικοφεμινισμός αμφισβήτησε τις ιεραρχίες που είχε επιβάλλει η δυτική σκέψη, αναβαθμίζοντας τους όρους της διχοτομίας που ήταν πριν απαξιωμένοι: γυναίκα και φύση. Κατάγγειλε επίσης τη κουλτούρα στην οποία πρωταγωνιστούσαν οι άνδρες και η οποία προκαλεί γενοκτονικούς πολέμους, την καταστροφή και τη δηλητηρίαση των εδαφών και την εγκαθίδρυση δεσποτικών κυβερνήσεων. Αυτές οι πρώτες οικοφεμινίστριες άσκησαν κριτική στις συνέπειες της τεχνοεπιστήμης πάνω στην υγεία των γυναικών, και πάλεψαν ενάντια στο μιλιταρισμό και τη περιβαλλοντική υποβάθμιση, που αντιλαμβάνονταν ως εκδηλώσεις ενός σεξιστικού πολιτισμού. Η Γερμανίδα οικολόγος PetraKelly ήταν μια από τις εκπροσώπους τους.

Άλλα ρεύματα που έρχονταν κυρίως από το Νότο ακολούθησαν αυτό τον πρώτο, κριτικό της ανδρικότητας,  οικοφεμινισμό.  Αυτά τα ρεύματα θεωρούν ότι οι γυναίκες είναι φορείς του σεβασμού για τη ζωή και κατηγορούν τη δυτική «στρεβλή ανάπτυξη» ότι προκαλεί τη φτώχεια των γυναικών  και των ιθαγενών πληθυσμών, πρώτων θυμάτων της καταστροφής της φύσης. Ίσως πρόκειται για τον πιο γνωστό οικοφεμινισμό. Η Ινδή φεμινίστρια VandanaShiva, η Γερμανίδα MariaMies και η Βραζιλιάνα IvoneGuevara είναι τα πιο γνωστά πρόσωπα αυτού του μεγάλου κινήματος.

Ξεπερνώντας τον ουσιοκρατισμό αυτών των θέσεων,  άλλες κονστρουκτιβίστριες οικοφεμινίστριες (BinaAgarwal, ValPlumwood)  βλέπουν στην αλληλεπίδραση με το περιβάλλον τη βάση αυτής της ιδιαίτερης οικολογικής συνείδησης των γυναικών. Είναι ο σεξουαλικός καταμερισμός εργασίας, η κατανομή της εξουσίας και η περιουσία που υπέταξαντις γυναίκες και τη φύση στην οποία ανήκουμε όλες και όλοι μας. Οι απλουστευτικές διχοτομίες της δυτικής κουλτούρας μας πρέπει να σπάσουν ώστε να δημιουργήσουμε μια συμβίωση πιο ανεκτική και πιο ελεύθερη.

Τμήμα του φεμινιστικού κινήματος διέβλεψε στον οικοφεμινισμό ένα πιθανό κίνδυνο, με δεδομένη την ιστορικά κακή χρήση από μέρους της πατριαρχίας των σχέσεων μεταξύ γυναικών και φύσης.  Όμως, ο οικοφεμινισμός δεν θέλει να εγκωμιάσει τον εσωτερικό κόσμο ως κάτι το γυναικείο, να ξανακλείσει τις γυναίκες σε ένα αναπαραγωγικό χώρο, αρνούμενος τη πρόσβασή τους στο πολιτισμό, ούτε να τις καταστήσει υπεύθυνες για το τεράστιο καθήκον να σωθεί ο πλανήτης και η ζωή.  Θέλει μάλλον να κάνει ορατή την υποταγή, να αποκαλύψει τις ευθύνες και να κάνει συνυπεύθυνους τους άνδρες και τις γυναίκες στο έργο της επιβίωσης.

Υπάρχει αντικαπιταλιστικός οικοφεμινισμός και αναζητά τη σύγκλιση με άλλους αντισυστημικούς κοινωνικούς χώρους; Και αν ναι, ποια είναι τα κύρια στοιχεία αυτού του οικοφεμινισμού;

Στις προβιομηχανικές κοινωνίες, η έννοια της εργασίας αντιστοιχούσε στην ιδέα μιας δραστηριότητας που διεξαγόταν συνεχώς και που ήταν άρρηκτα δεμένη με την ανθρώπινη φύση. Ωστόσο, πριν από περίπου δυο αιώνες, εμφανίζεται μια νέα αντίληψη που σφυρηλατήθηκε στη βάση της μυθολογίας  της παραγωγής και της ανάπτυξης, και που συρρίκνωσε την προηγούμενη ευρεία  θεώρηση στο πεδίο της μισθωτής βιομηχανικής παραγωγής.

Αυτή η συρρίκνωση της ευρείας έννοιας της εργασίας στη σφαίρα της μισθωτής απασχόλησης αποκρύπτει το γεγονός ότι για να διαιωνιστούν η κοινωνία  και το κοινωνικοοικονομικό σύστημα  έχουν ανάγκη τη πραγμάτωση ενός μεγάλου καταλόγου καθηκόντων σχετικών με την ανθρώπινη αναπαραγωγή, τη φροντίδα των παιδιών, την περιποίηση των ηλικιωμένων, την ικανοποίηση των βασικών αναγκών, την πρόνοια για την υγεία, τη ψυχολογική υποστήριξη, τη διευκόλυνση της κοινωνικής συμμετοχής… Σε τελική ανάλυση, πρόκειται για ένα τεράστιο όγκο χρόνου εργασίας που αποσκοπεί να εξασφαλίσει την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών και την ευζωία των ανθρώπων και που, εξαιτίας του σεξουαλικού καταμερισμού εργασίας που έχει επιβάλλει η πατριαρχική ιδεολογία, αναγκάζονται να την επωμιστούν κυρίως οι γυναίκες  μέσα στο σπίτι.

Οι κλασικοί οικονομολόγοι, αν και δεν απέδιδαν καμιά οικονομική αξία σε αυτή την εργασία, τουλάχιστον  παραδέχτηκαν τη σημασία της οικογενειακής οικιακής εργασίας, και όρισαν το μισθό ως κόστος της ιστορικής αναπαραγωγής της εργαζόμενης τάξης.  Έτειναν να αναγνωρίσουν την αξία της οικιακής εργασίας, χωρίς ωστόσο να την ενσωματώνουν στα αναλυτικά πλαίσια της οικονομικής επιστήμης.

Αυτή η αντίφαση εξαφανίζεται σχεδόν εντελώς με τη νέο-κλασική οικονομία που θεσμοθετεί οριστικά το διαχωρισμό μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού χώρου, μεταξύ εμπορευματικής παραγωγής και οικιακής παραγωγής, περιθωριοποιώντας και αποκρύπτοντας τη τελευταία.

Είναι αυτή η διάκριση ρόλων που επέτρεψε στους άνδρες να αφιερωθούν πλήρως στην εμπορευματική εργασία χωρίς να είναι αναγκασμένοι να επωμιστούν τα καθήκοντα που σχετίζονται με τις φροντίδες σε πρόσωπα ή στην οικογένεια ή με τη διατήρηση  των συνθηκών υγιεινής του σπιτιού.  Έτσι, επιβλήθηκε ένας ορισμός της οικονομίας που δεν ενσωματώνει το σεξουαλικό καταμερισμό της εργασίας και δεν αναγνωρίζει το καθοριστικό ρόλο της οικιακής εργασίας στην αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος.

Ωστόσο, παρόλο που η εργασία που συνδέεται με τις φροντίδες παρουσιάζεται συχνά ως ξεχωριστή από το παραγωγικό περιβάλλον, όμως εξασφαλίζει τη παραγωγή μιας «πρώτης ύλης» που είναι βασική για τη συμβατική οικονομική  διαδικασία: την εργατική δύναμη.

Στο πλαίσιο των δικών του παραγωγικών σχέσεων, το καπιταλιστικό σύστημα δεν μπορεί να αναπαράγει την εργατική δύναμη που χρειάζεται.  Η καθημερινή αναπαραγωγή, αλλά κυρίως η γενεαλογική, απαιτεί ένα τεράστιο όγκο χρόνου και ενέργειας που το σύστημα δεν είναι σε θέση να αμείψει.  Οι διαδικασίες μόρφωσης, κοινωνικοποίησης και φροντίδας στους ηλικιωμένους είναι πολύπλοκες και προκαλούν συναισθήματα και συγκινήσεις που επιτρέπουν στο κάθε άτομο να αναπτυχθεί με μια κάποια ασφάλεια.

Η αντικαπιταλιστική οικοφεμινιστική σκέψη θεωρεί ότι το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα έχει τη μορφή ενός παγόβουνου.  Το τμήμα του που επιπλέει και είναι ορατό είναι η αγορά. Κάτω από την επιφάνεια υπάρχει μια πολύ μεγαλύτερη μάζα: η εργασία για τη συντήρηση της ζωής.  Αυτά τα δυο τμήματα του παγόβουνου είναι αρκετά διαφοροποιημένα. Το κυριότερο από αυτά είναι κρυμμένο από τα βλέμματα, αλλά και τα δυο είναι άρρηκτα δεμένα.  Πάνω στο βυθισμένο πάγο της οικιακής εργασίας  και της αναζωογόνησης των φυσικών συστημάτων,  στηρίζεται και ακουμπάει  το μπλοκ της μισθωτής απασχόλησης της συμβατικής οικονομίας. Η διατήρηση του   συστήματος επιβάλλει να παραμένει αόρατη η σφαίρα των δραστηριοτήτων που επικεντρώνονται στην ικανοποίηση των βασικών αναγκών και απορροφούν τις εντάσεις.

Μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει μια βαθιά αντίφαση μεταξύ της διαδικασίας φυσικής και κοινωνικής αναπαραγωγής και της διαδικασίας συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Αν  η κοινωνική αναπαραγωγή και συντήρηση της ζωής είχαν τον πρώτο λόγο στην οικονομία, τότε η δραστηριότητα θα κατευθυνόταν προς την άμεση παραγωγή αγαθών χρήσης και όχι ανταλλαγής, και η ευζωία θα γινόταν αυτοσκοπός.

Είναι αδύνατο να δίνεις προτεραιότητα ταυτόχρονα και στις δυο λογικές. Πρέπει  κατά συνέπεια να επιλέξεις τη μια από τις δυο.  Καθώς οι αγορές δεν έχουν για κύριο στόχο να ικανοποιούν τις ανθρώπινες ανάγκες, είναι μάταιο να ελπίζουμε ότι, μέσα σε αυτό το σύστημα, μπορούν να μετατραπούν σε προνομιούχο κέντρο της κοινωνικής οργάνωσης.

 Ποιοι θα έπρεπε να είναι λοιπόν οι στόχοι με προτεραιότητα;

Η κερδοφορία και η οικονομική ανάπτυξη πρέπει επιτέλους να πάψουν να καθορίζουν τη κατανομή του χρόνου, την οργάνωση του χώρου και τις διάφορες ανθρώπινες δραστηριότητες. Για να δημιουργήσουμε κοινωνίες βασισμένες στη ευζωία, είναι απαραίτητο να τις διαρθρώσουμε γύρω από τη κοινωνική αναπαραγωγή και την ικανοποίηση των αναγκών, χωρίς να μειώνουμε τη σημασία της βιοφυσικής βάσης που επιτρέπει στο είδος μας να ζει.

Οι ετερόδοξες θεωρήσεις της οικονομίας έχουν πολλά να προσφέρουν στην αναμόρφωση της οικονομικής επιστήμης. Η οικολογική οικονομία μας αποδείχνει ότι ένα σημαντικό μέρος της οικονομικής δραστηριότητας είναι επιβλαβές για τη ζωή, ότι καταναλώνει τεράστιους πόρους χωρίς να φέρνει την ευζωία, και ακόμα χειρότερα, ότι παράγει κακοζωία. Η φεμινιστική οικονομία φέρνει τα πάνω κάτω στη κατηγορία της εργασίας, αποκαλύπτοντας το κεντρικό ρόλο της ιστορικά περιφρονημένης και υποβαθμισμένης δραστηριότητας των γυναικών, παρόλο που αυτή στηρίζει τη καθημερινή ζωή.  Μαζί με άλλους χώρους της κριτικής οικονομίας, αυτές οι διαφορετικές θεωρήσεις και προσεγγίσεις είναι απαραίτητες για τη δημιουργία ενός νέου μοντέλου.

Το να παραδεχτούμε ότι είμαστε ευάλωτα όντα που χρειάζονται τη φροντίδα των άλλων στη διάρκεια του κύκλου της ζωής μας επιτρέπει να επανακαθορίσουμε και να συμπληρώσουμε τη σύγκρουση κεφαλαίου-εργασίας καθώς και να πούμε ότι αυτή η σύγκρουση  πάει πέρα από την ένταση μεταξύ του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας και αντικατοπτρίζει τον ανταγωνισμό μεταξύ του κεφαλαίου και όλων των εργασιών, των αμειβόμενων και των μη αμειβόμενων.

Αν επιπλέον θυμηθούμε ότι, από οικολογική προοπτική, είναι επίσης χειροπιαστή η βασική αντίφαση που υπάρχει μεταξύ του παρόντος οικονομικού μεταβολισμού και της βιωσιμότητας της βιόσφαιρας, τότε γινόμαστε και πάλι μάρτυρες  της σημαντικής συνεργίας  μεταξύ του οικολογικού και του φεμινιστικού οράματος. Η οικολογική προοπτική αποδεικνύει πόσο φυσικά ανέφικτη είναι η αναπτυξιακή κοινωνία. Ο φεμινισμός κάνει προσγειώνει αυτή τη σύγκρουση μέσα στη καθημερινότητα της ζωής μας και καταγγέλλει τη πατριαρχική και ανδροκεντρική λογική  της συσσώρευσης και της ανάπτυξης. Η άλυτη και ριζική (από τη ρίζα) ένταση που υφίσταται μεταξύ του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος και της βιωσιμότητας της ανθρώπινης ζωής, είναι στη πραγματικότητα αδιάψευστος μάρτυρας της ουσιαστικής αντίθεσης μεταξύ του κεφαλαίου και της ζωής.

Το να βάλουμε ως στόχο της κοινωνίας και της οικονομικής διαδικασίας την ικανοποίηση των αναγκών και την ευζωία των ατόμων σε συνθήκες ισότητας ισοδυναμεί με μια σημαντική αλλαγή προοπτικής. Σημαίνει ότι άξονας και σπονδυλική στήλη της κοινωνίας, καθώς και των αναλύσεων, πρέπει να είναι τόσο η ικανοποίηση των βασικών αναγκών, που επιτρέπει στα άτομα να μεγαλώνουν, να αναπτύσσονται  και να ζουν με αξιοπρέπεια, όσο και η εργασία και οι κοινωνικά αναγκαίες παραγωγές. Σύμφωνα με αυτή τη νέα προοπτική, οι γυναίκες δεν είναι ούτε πρόσωπα δευτερεύουσας σημασίας ούτε εξαρτημένα, αλλά πρόσωπα ενεργά, παίκτριες της δικιάς τους ιστορίας, δημιουργοί πολιτισμών και αξιών της εργασίας διαφορετικών από εκείνες του πατριαρχικού και καπιταλιστικού μοντέλου.

Μετάφραση: Γιώργος Μητραλιάς

Πηγή: www.contra-xreos.gr

 

Διαβάστε ακόμα

Πώς η οικονομική ανάπτυξη στράφηκε κατά της ζωής

 

 

 

Share

Νίκος Κορνήλιος: «Δεν μπορούν να αλλάξουν ριζικά τα πράγματα, αν ο πολιτισμός μας δε γίνει πιο γυναικείος»

mitriarchia1

του Γιάννη Κοντού

Ισορροπώντας δεξιοτεχνικά ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και το σινεμά βεριτέ, η Μητριαρχία, η νέα ταινία του Νίκου Κορνήλιου, αποτελεί ένα πείραμα πρωτόγνωρο για τα ελληνικά κινηματογραφικά δεδομένα. Γυρισμένη σε ελάχιστο χρονικό διάστημα χωρίς καθόλου χρήματα, η ταινία αφηγείται την ιστορία 60 γυναικών διαφορετικών ηλικιών, εθνικοτήτων και κοινωνικής προέλευσης, οι οποίες καταλαμβάνουν μια παλιά αποθήκη κάπου στην Αθήνα, προκειμένου να τη μετατρέψουν σε καταφύγιο για γυναίκες άστεγες, κακοποιημένες και κατατρεγμένες. Εκεί πραγματοποιούν τις συνελεύσεις τους, μοιράζονται τα βιώματά τους, συμφωνούν, διαφωνούν, διασκεδάζουν. Κι όταν απειλούνται με έξωση, προτάσσουν την αλληλεγγύη, προασπιζόμενες συλλογικά το χώρο τους. Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο πλαίσιο των φετινών «Νυχτών Πρεμιέρας», η Μητριαρχία προβάλλεται και στο 55ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το Σάββατο 8 Νοεμβρίου, 17:00, αίθουσα «Τώνια Μαρκετάκη». Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη.

Πώς ξεκίνησε αυτή η «συλλογική περιπέτεια», όπως αποκαλέσατε τη Μητριαρχία κατά την πρεμιέρα της;

Ξεκίνησε με ένα e-mail, που έστειλα σε όλες αυτές τις φοβερές γυναίκες, με τις οποίες είχα μια προσωπική σχέση είτε από τα εργαστήριά μου, ή από προηγούμενες ταινίες μου. Τους λέω, λοιπόν, «έχω αυτή την τρελή ιδέα, αλλά δεν έχω χρήματα» και μου απάντησαν, η μία μετά την άλλη, με ενθουσιασμό «πάμε να το κάνουμε». Πήρα τα μέιλ εν είδει συμβολαίων και μπήκα σ’ αυτή την περιπέτεια. Από τη στιγμή που είχα την ιδέα μέχρι την υλοποίηση της ταινίας πέρασαν 4-5 μήνες με πρόβες. Υπάρχουν από πίσω σενάριο, ιστορία, χαρακτήρες, αλλά το σενάριο προέκυψε δια της προφορικής οδού.

Ένα σενάριο που συνυπογράφετε με την Ευγενία Παπαγεωργίου.

Ο πυρήνας της ιδέας είναι δεκαετιών. Από τότε που άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ο κόσμος είναι πολύ άδικος, αυτό με έκανε να αντιδρώ. Όταν, έπειτα, συνειδητοποίησα ως άτομο του άλλου φύλου πόσο ο επί χιλιετίες κυρίαρχος ανδρικός πολιτισμός, έχει καταπιέσει το άλλο φύλο, του έχουμε στερήσει τη δημόσια παρουσία σπρώχνοντάς το στον ιδιωτικό χώρο, πόσο δείραμε και βιάσαμε τις γυναίκες με ένα βάναυσο τρόπο, θέλησα να εξιλεωθώ και, παράλληλα, να εκφράσω την ελπίδα μου πως δεν μπορούν να αλλάξουν ριζικά τα πράγματα, αν ο πολιτισμός μας δε γίνει πιο γυναικείος. Αυτή η ταινία είναι, λοιπόν, κατά κάποιο τρόπο, μία πράξη εξιλέωσης, γι’ αυτό και την κάνω εγώ, ένας άντρας. Δύσκολα θα μπορούσε να κάνει μια γυναίκα μια τέτοια ταινία, γιατί ακριβώς, από τη στιγμή που η πατριαρχία είναι ακόμη κυρίαρχη, θα της την «έπεφταν», χαρακτηρίζοντάς την «υστερική φεμινίστρια». Εμένα δεν μπορούν να με αποκαλέσουν «υστερικό φεμινιστή», τη γλιτώνω λίγο. Μια γυναίκα θα ήταν πιο ευάλωτη απέναντι σ’ αυτό το σεξιστικό επιχείρημα.

Το δυστύχημα είναι ότι η ανδρική επικυριαρχία «απλώθηκε» και στις γυναίκες. Η συνειδητοποίηση του πού ανήκουμε κοινωνικά, τι σημαίνει να είσαι Έλληνας, εργαζόμενος δεν είναι εύκολη και δεδομένη, άρα ούτε κι η συνείδηση του φύλου. Πολλές γυναίκες, υπό την επιρροή της πατριαρχικής ιδεολογίας, είναι αυτές που λένε «κι εμείς ίδιες ή χειρότερες είμαστε». Είναι ενοχικές, αναπαράγοντας τον ανδρικό λόγο. Κι όσες καταφέρουν να έχουν μια επιτυχημένη παρουσία, πρέπει να γίνουν πιο «άντρες» από τους άντρες, να είναι «Θάτσερ» και «Μέρκελ», γυναίκες, οι οποίες έχουν απεμπολήσει τη δικιά τους φωνή, που είναι ακόμη θαμμένη, για να επιβληθούν σ’ ένα κόσμο αντρικό. Όλη αυτή η λύσσα των πολέμων και των γενοκτονιών, από άντρες έχει γίνει, και μάλιστα από ισχυρούς άντρες που ξεχωρίζουν από τους άλλους. Ακόμα και στα σοσιαλιστικά κινήματα ή τον αναρχισμό, στη διαδρομή τους ή όταν υπερίσχυσαν, υπήρξε βία και θάνατος, αλλά, κι όταν δεν υπήρξαν, υφίστατο η καταπίεση της μεγάλης μορφής, του ηγέτη, όπως ο Γκάντι. Ακόμη κι οι μεγάλοι καλλιτέχνες έχουν πατήσει επί πτωμάτων, για να αναρριχηθούν στην πνευματική εξουσία και να επιβληθούν. Θα μου πείτε, «κι εσείς τι κάνετε, ταινίες δε γυρίζετε;» Ζούμε μέσα στις αντιφάσεις μας.

Στο σενάριο, εκτός από την αρχική δικιά σας αγωνία, ιδέα, πρόθεση, συμμετείχαν, με τον όποιο τρόπο, κι οι ηθοποιοί;

Η συνεργασία με τις ηθοποιούς, επειδή βασιζόταν στο απόθεμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ξεκίνησε με πρόβες με την καθεμία ξεχωριστά, κάναμε 3-4 κύκλους ατομικών προβών. Με την καθεμία ξεχωριστά, προσπαθούσαμε να βρούμε ένα διακριτό κι ισχυρό στίγμα γυναικείας παρουσίας σ’ αυτή τη συνέλευση των γυναικών κι εκεί πρότεινα τη δική μου πλευρά, ποιοι χαρακτήρες θα μου ήταν πολύτιμοι κοινωνικά, ψυχολογικά, βιωματικά, ενώ οι ίδιες εισέφεραν στοιχεία που μπορεί να προέρχονταν από το βιωματικό τους υλικό, αλλά μπορεί να ήταν και σκέψεις. Δουλεύοντας, συνθέταμε ένα χαρακτήρα, άρα η συμμετοχή κι η συμβολή τους είναι ουσιαστικές. Το «στήσιμο» των χαρακτήρων ήταν μια πολύ συναρπαστική δουλειά, μετά το να έχουν σχέση μεταξύ τους. Είχαμε, βέβαια, και πολλά τεχνικά προβλήματα, γιατί η ταινία γυρίστηκε με 3 κάμερες και 3 μπουμ.

Φαντάζομαι ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία, πέρα από το τεχνικό κομμάτι, να κινηματογραφηθούν 60 άνθρωποι σε ένα χώρο συγκεκριμένο και παράλληλα, μέσω και του τελικού μοντάζ, να υπάρχει μια αφηγηματική ροή τέτοια που να μην αφήνει τον θεατή να χαλαρώσει, να βαρεθεί ή να κουραστεί.

Αυτό ήταν ένα ζητούμενο, κι εκεί εντοπίζεται η συνεισφορά των τεχνικών, ανδρών και γυναικών. Συστηματικά, λοιπόν, είχαμε πρόβες και συναντήσεις για να το πετύχουμε. Ήταν δύσκολο, γιατί τα γυρίσματα έγιναν τέλη Ιουνίου, συνολικά 10-12 γυρίσματα, κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, σε μέρες καύσωνα.

Πού γυρίστηκε η ταινία, αλήθεια;

Στον Ελαιώνα, σε μια παλιά αποθήκη. Σκηνογραφικά, με τον Χρήστο Κωνσταντέλλο στήσαμε την ατμόσφαιρα της ταινίας από το μηδέν. Χωρίς να είμαι μεγαλόστομος, πιστεύω ότι είναι ένα ανθρώπινο επίτευγμα συλλογικής προσπάθειας. Γιατί όλοι μπήκαν στην περιπέτεια χωρίς αμοιβή και το έκαναν γιατί πίστεψαν στην ουσία του εγχειρήματος κι αυτό είναι ένα μικρό θαύμα, αυτή η αλληλεγγύη και το πνεύμα συνεργασίας. Εκ των υστέρων, μας έδωσε και το Ε.Κ.Κ. ένα «χαρτζιλίκι».

Η παρουσία κάποιων ανθρώπων, όπως η Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ, νομίζω ότι έδωσε μια ξεχωριστή διάσταση στην ταινία, και ως φυσική παρουσία και ως λόγος, χωρίς αυτό να μειώνει τη συλλογική διάσταση του εγχειρήματος. Ήταν μια ιδέα που προϋπήρχε;

Είχα δει και θαυμάσει την Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ σε μια δημόσια ανάγνωση ποιημάτων της και λέω «τι φατσάρα απίστευτη είναι αυτή, πρέπει να παίξει σε ταινία». Η εκφραστικότητα, η χροιά της φωνής της, η ζωτικότητα, η διεισδυτικότητα του βλέμματός της ήταν τέτοιες που ήρθε φυσικά και βρήκε τη θέση της, γιατί είναι η μεγαλύτερη εν ζωή ποιήτρια των σύγχρονων καιρών, ένας εξαιρετικός άνθρωπος, πολύ ουσιαστικός, γειωμένος, χωρίς καμία έπαρση. Εκεί συνειδητοποιεί κανείς τι σημαίνει μεγάλη δημιουργός, γυναίκα, ένας αληθινά σεμνός άνθρωπος, όχι με το δημοσιοσχεσίτικο χαμηλό προφίλ. Την λάτρεψαν κι όλες οι υπόλοιπες ηθοποιοί. Για να μην παραλείψω και την παρουσία της Τζίνας Πολίτη, μιας γυναίκας πολύ σημαντικής στα ελληνικά γράμματα, που συνδυάζει μια πνευματική διαδρομή πολύ υψηλού επιπέδου, ενώ παράλληλα είναι μια μαχήτρια, μια ακτιβίστρια που μέχρι τώρα παρακολουθεί τα πάντα κι είναι παρούσα σε ό,τι θεωρεί ότι είναι σημαντικό για το κοινωνικό σύνολο.

Τα κείμενα που ακούγονται επιλέχτηκαν από σας;

Υπάρχει ένα ποίημα της Anne Sexton, ένα απόσπασμα της Ελφρίντε Γέλινεκ, ένα χορικό της Suheir Hammad, μιας Αμερικανο-Παλαιστίνιας ποιήτριας, που το διαβάζουν οι ηθοποιοί, τα ποιήματα της Κατερίνας Αγγελάκη- Ρουκ- όλα ήταν επιλογές που πρόσθεταν κάτι. Η Hammad ήθελα να υπάρχει, γιατί δεν είχαμε στο «ψηφιδωτό» μας φωνή γυναίκας από τη Μέση Ανατολή.

Έχει κάποια σημασία που η επιλογή αυτού του χώρου, του καταφυγίου, ήταν κατάληψη;

Ναι, μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι, είναι μια λέξη που έχει ενοχοποιηθεί. Σεναριακά αναφέρεται ως ένας άδειος χώρος, τον οποίο οι γυναίκες αυτές ανέλαβαν να διαχειριστούν για ένα κοινωνικό όφελος, για να βρουν στέγη γυναίκες άστεγες, δαρμένες, μετανάστριες, αλλά και για να περνάνε καλά, είναι το σπίτι τους. Και στη συνέχεια, επειδή η αποθήκη τους βρίσκεται σε μια υπό «ανάπλαση» περιοχή, όπου ουσιαστικά αναμένεται να χτιστούν σουπερμάρκετ, εμπορικά κέντρα κ.λπ., θέλουν να τις διώξουν, μετά την ανακάλυψη ενός φανταστικού «ιδιοκτήτη» του χώρου κι αυτές δεν το αποδέχονται. Κι εκεί προστρέχουν και γυναίκες που είναι για χρόνια ταγμένες στο γυναικείο κίνημα, η Δέσποινα η Τζούμα, η Μαρία η Λιάπη, η Lauretta Macauley, πρόεδρος της «Ένωσης Αφρικανών Γυναικών», η σημαντική Μεξικάνα σκηνοθέτρια Εστέρ Αντρέ Γκονζάλες, που έχουμε την τιμή να ζει στον τόπο μας.

Ποια είναι τα επόμενα βήματα της Μητριαρχίας;

Η ταινία μόλις ολοκληρώθηκε πήγε στις «Νύχτες Πρεμιέρας», γιατί ήταν το πιο κοντινό φεστιβάλ, κι ελπίζουμε ότι θα ανοίξει τα «φτερά» της σε φεστιβάλ στο εξωτερικό, για να συναντήσει τις γυναίκες και τους άντρες του κόσμου. Θα προβληθεί, επίσης, και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Μέχρι τώρα τις πρεμιέρες των ταινιών μου τις πήγαινα στο ΦΚΘ, γιατί πιστεύω ότι πρέπει να ξαναβρεί τον τόνο, την ψυχή, το δυναμισμό και να αναδεικνύει τον ελληνικό κινηματογράφο.

Θεωρείτε πως δεν το κάνει επαρκώς;

Θεωρώ ότι δεν το έκανε επαρκώς. Δεν είμαι εναντίον της διεθνούς μορφής του, αντιθέτως, απλώς η ισορροπία ανάμεσα στη διεθνή πλευρά και την ανάδειξη του ελληνικού κινηματογράφου πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύεται και να γίνεται έτσι, ώστε να ωφελεί τον ελληνικό κινηματογράφο. Όχι μόνο τους κινηματογραφιστές, αλλά και τους ηθοποιούς και τους τεχνικούς, όλο αυτό τον κόσμο που πασχίζει να κάνει ταινίες υπό πολύ αντίξοες συνθήκες. Να είναι το ΦΚΘ το πρώτο βήμα.

Η ταινία του Νίκου Κορνήλιου Μητριαρχία προβάλλεται στα πλαίσια του 55ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το Σάββατο 8 Νοεμβρίου στην αίθουσα «Τώνια Μαρκετάκη», 17:00.

Περισσότερες πληροφορίες για την ταινία μπορείτε να αναζητήσετε στο επίσημο site.

Πηγή: εναντιοδρομίες

mitriarchia

 

Share

Hedy Epstein: «Αισθάνομαι ειρηνεμένη με τον εαυτό μου, όταν νιώθω ότι κάνω το σωστό»

Hedy-Epstein-007

του Γιάννη Κοντού

Κόρη θυμάτων του Ολοκαυτώματος, πολιτική ακτιβίστρια, υπέρμαχος των δικαίων των Παλαιστινίων, η εύψυχη 90χρονη Γερμανοεβραία Hedy Epstein αποτελεί την ενσάρκωση της ηθικής και πολιτικής συνείδησης. Πριν από μια βδομάδα συνελήφθη στο Μιζούρι κατά τη διάρκεια διαδήλωσης εναντίον της δολοφονίας του άοπλου μαύρου έφηβου Michael Brown από τον λευκό αστυνομικό Darren Wilson στο Φέργκιουσον του Μιζούρι στις 9 Αυγούστου. Το γεγονός αυτό υπήρξε η αφορμή της τηλεφωνικής μας συνομιλίας μαζί της.

Αισθάνεστε ειρηνεμένη με τον εαυτό σας;

Αισθάνομαι ειρηνεμένη με τον εαυτό μου, όταν νιώθω ότι κάνω το σωστό. Αυτή τη χρονική στιγμή το σωστό είναι να συμπαραστέκομαι στους ανθρώπους του Φέργκιουσον, να συμπαραστέκομαι στους ανθρώπους στη Γάζα, να συμπαραστέκομαι σε όσους καταπιέζονται. Κι όταν το κάνω, νιώθω πως κάνω το σωστό. Τότε νιώθω ειρηνεμένη, αν αυτό είναι δυνατό. Γιατί ο πόνος που αισθάνομαι για τους ανθρώπους που βιώνουν την καταπίεση είναι τεράστιος.

Μπορεί να υπάρξει ειρήνη, στο Φέργκιουσον και σε παγκόσμιο επίπεδο;

Ο ρατσισμός κι η καταπίεση απέναντι στους φτωχούς, και κυρίως τους έγχρωμους, πρέπει να σταματήσει. Και πρέπει να το δουλέψουμε αυτή τη στιγμή. Μπορεί να υλοποιηθεί, αν όλοι κάνουμε αυτό που μας αναλογεί.

Διαδηλώνετε για διάφορους δίκαιους σκοπούς επί πολλές δεκαετίες. Τι σας ώθησε να βγείτε στο δρόμο κατ’ αρχήν;

Όπως ξέρεις, γεννήθηκα στη Γερμανία, όπου έζησα μέχρι την άνοδο του ναζιστικού καθεστώτος από το 1933 μέχρι το 1939, οπότε και ευτύχησα να μεταφερθώ στην Αγγλία. Αλλά οι γονείς μου κι άλλα μέλη της οικογένειας πέθαναν στο Άουσβιτς. Στην Αγγλία, ως έφηβη, νομίζω ότι απέκτησα την πολιτική μου εκπαίδευση κι αυτό που έμαθα εκεί ήταν ότι πρέπει να αντιδράς, όταν αντιλαμβάνεσαι πως άλλοι πονάνε, βλάπτονται, υφίστανται διακρίσεις. Και ξέρω από πρώτο χέρι τι σημαίνει αυτό. Δεν μπορώ, λοιπόν, να μείνω αδρανής. Γιατί, αν μείνω, θα είμαι συνένοχη με τους καταπιεστές κι αυτό θα με κάνει εξίσου ένοχη. Δε θα μπορούσα να ζήσω με τον εαυτό μου, αν έμενα αδρανής. Γι’ αυτό πρέπει να είμαι έξω κάνοντας το λίγο που μπορώ.

Έχετε επισκεφτεί τη Δυτική Όχθη πολλές φόρες ανά τα χρόνια και πρόσφατα συνυπογράψατε την ανοιχτή επιστολή/ διακήρυξη επιζησάντων του Ολοκαυτώματος και απογόνων τους, όπου καταδικάζεται η πολιτική του ισραηλινού κράτους εναντίον των Παλαιστινιακών Περιοχών. Πώς θα μπορούσε να τερματιστεί αυτός ο πόλεμος μακροπρόθεσμα;

Μόνο αν όσοι εμπλέκονται το εννοούν πραγματικά και δουλέψουν σκληρά γι’ αυτό. Αλλά δεν μπορείς να λες ότι «θέλω ειρήνη» και να μην κάνεις τίποτα, ώστε αυτή να υλοποιηθεί. Οι λέξεις είναι πολύ φτηνές, η δράση μετράει.

Έχετε υπάρξει αποδέκτρια απαξιωτικής κριτικής, εξαιτίας των κατά καιρούς επιλογών σας. Σας έχουν, μεταξύ άλλων, αποκαλέσει «Εβραία που μισεί τον εαυτό της», «πλαστή επιζήσασα του Ολοκαυτώματος», «εγωκεντρική». Θα θέλατε να απαντήσετε σε κάποιους από αυτούς τους χαρακτηρισμούς;

Με κριτικάρουν επί πολλά χρόνια. Αυτό, όμως, δε θα με σταματήσει να πράττω ό,τι θεωρώ σωστό. Έχω αποκληθεί «Εβραία που μισώ τον εαυτό μου». Δεν τον μισώ. Είμαι αυτή που είμαι. Οι Ισραηλινοί με έχουν αποκαλέσει «τρομοκράτισσα», «κίνδυνο για την ασφάλεια». Με είχαν υπό κράτηση επί πέντε ώρες, όταν προσπαθούσα να αναχωρήσω από το αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν το 2004. Με έγδυσαν, με υπέβαλαν σε σωματικό έλεγχο κι όταν ρώτησα «γιατί», μου είπαν επειδή είμαι «τρομοκράτισσα» και «κίνδυνος για την ασφάλεια». Αναστατώθηκα πολύ για ό,τι μου συνέβη εκείνη τη στιγμή, γιατί αυτό που υπέστην είναι ασυγχώρητο για τον καθένα. Η άμεση αντίδρασή μου ήταν πως δεν πρόκειται να επιστρέψω ποτέ. Σε λιγότερο, όμως, από έξι μήνες ήμουν πίσω στα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη. Έχω επιστρέψει συνολικά τέσσερις φορές. Πέντε φορές έχω προσπαθήσει να πάω στη Γάζα, αλλά δεν το έχω καταφέρει. Αλλά ίσως κάποια μέρα καταφέρω να βρεθώ σε ό,τι έχει απομείνει από τη Γάζα, και με όσους έχουν επιβιώσει από τον τρόμο που συνεχίζει να κυριαρχεί εκεί.

Ποιοι άνθρωποι σας έχουν διαμορφώσει ως προσωπικότητα;

Η πρώτη επιρροή υπήρξαν οι γονείς μου. Με δίδαξαν ότι δεν υπάρχουν κακοί άνθρωποι, κακοί Εβραίοι ή Χριστιανοί. Υπάρχουν άνθρωποι που διαπράττουν το κακό. Με δίδαξαν, ακόμη, να μη μισώ όσους ίσως είναι διαφορετικοί από μένα και να μην τους καταδικάζω, επειδή μπορεί να έχουν κάνει περισσότερα από ένα κακά. Να είμαι ανοιχτή και να τους δέχομαι στη ζωή μου.

epstein

Παρά την προχωρημένη ηλικία σας, παραμένετε ενεργή σε διάφορα μέτωπα. Πώς το καταφέρνετε, αλήθεια; Αν ποτέ έφτανα στην ηλικία σας, αμφιβάλλω αν θα το μπορούσα, διατηρώντας, παράλληλα, καθαρό μυαλό.

Πρώτα απ’ όλα θα ήθελα να σου προτείνω να μη σκέφτεσαι αρνητικά σχετικά με αυτό το ζήτημα. Σίγουρα μπορείς να φτάσεις τα 90 και να είσαι ενεργός. Μη θεωρείς ότι επειδή είσαι 90 πρέπει να κάθεσαι σπίτι και να μένεις άπραγος. Όχι. Όσο μπορείς να κάνεις αυτό που θεωρείς σημαντικό για σένα, συνέχισε να το κάνεις. Κι όταν συνεχίζεις να το κάνεις, η ζωή θα σου επιτρέψει να παραμένεις διανοητικά και βιολογικά υγιής. Κάτι ακόμα που χρειάζεσαι είναι η υποστήριξη της οικογένειάς σου κι αυτό έχω. Έχω υπέροχους φίλους, που στέκονται δίπλα μου και πίσω από μένα.

Πώς συμφιλιωθήκατε με το θάνατο, αν μου επιτρέπεται η ερώτηση;

Κατά τη διάρκεια του πολέμου (σημ.: του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου), όταν δεν είχα νέα από τους γονείς μου, απλώς συνέχισα να απωθώ την πιθανότητα να μη βρίσκονται πλέον στη ζωή και να περιμένω μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος. Ο πόλεμος τέλειωσε κι εξακολουθούσα να μην έχω μάθει κάτι, κανένα ίχνος ζωής, κι έπαιξα ένα ψυχολογικό παιχνίδι με τον εαυτό μου. Δεν μπορούσα να παραδεχτώ ότι δεν είχα πλέον γονείς, ότι δεν είχα οικογένεια. Έτσι το 1980, όταν πήγα στην Ευρώπη για να επισκεφτώ τα διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου είχαν βρεθεί οι γονείς μου, το τελευταίο στρατόπεδο που επισκέφτηκα ήταν εκείνο του Άουσβιτς. Όταν, λοιπόν, στάθηκα στο σημείο, όπου έφταναν τα βαγόνια κι ο γιατρός Μένγκελε με τη συνοδεία του αποφάσιζαν ποιος θα ζούσε και ποιος θα πέθαινε, ήταν εκείνη τη στιγμή, το Σεπτέμβρη του 1980, που επιτέλους μπόρεσα να πω: «Δεν υπάρχει περίπτωση να έχουν επιζήσει οι γονείς μου κι άλλα μέλη της οικογένειάς μου». Κι έπρεπε να το πω πολλές φορές και δυνατά, για να το ακούσω και να το πιστέψω. Ήταν ένας τρόπος για να επιβιώσω.

Μια τελευταία, ίσως πιο ανάλαφρη, ερώτηση. Πώς περνάτε συνήθως τις μέρες σας;

Το πρώτο πράγμα που κάνω μόλις σηκωθώ είναι να βγω έξω και να περπατήσω. Έπειτα γυρνώ σπίτι, κάνω ένα ντους, παίρνω πρωινό, κι η μέρα μου ξεκινά. Δεν είναι κάθε μέρα η ίδια. Αυτή τη βδομάδα (σημ.: την προηγούμενη), οι μέρες μου υπήρξαν πολύ διαφορετικές, αφότου επέστρεψα τη Δευτέρα το βράδυ σπίτι μου μετά τη σύλληψή μου. Το τηλέφωνό μου δεν έπαψε να χτυπά. Έδωσα τηλεφωνικές συνεντεύξεις, ζωντανές συνεντεύξεις, σε πέντε λεπτά κάποιος δημοσιογράφος από γερμανικό Μ.Μ.Ε. θα έρθει σπίτι μου για μαγνητοσκοπημένη συνέντευξη, ενώ έχω και δυο ακόμη προγραμματισμένες για την Κυριακή το απόγευμα. Κι αυτό είναι κάπως ασυνήθιστο! Δεν περνώ έτσι τη ζωή μου συνήθως και πολλά έχουν μείνει πίσω. Δεν μπορώ, όμως, να κάθομαι άπραγη στην πολυθρόνα μου. Υπάρχουν πράγματα να κάνω και θα τα κάνω όσο μπορώ καλύτερα.

Η Hedy Epstein διατηρεί προσωπικό ιστότοπο (εδώ), μέσω του οποίου μπορείτε να αντλήσετε περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και τις δράσεις της, καθώς και να έρθετε σε επαφή μαζί της.

Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε τηλεφωνικά την Παρασκευή 22 Αυγούστου.

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

Share

Sarojini Sahoo: «Ο βιασμός είναι ένα όπλο που παραμορφώνει τη γυναικεία σεξουαλικότητα»

pg29b

του Γιάννη Κοντού

Γεννημένη σε μια μικρή πόλη στην Ινδία, η Sarojini Sahoo είναι η πιο καταξιωμένη και πολυβραβευμένη Ινδή φεμινίστρια συγγραφέας. Μας μιλά για τα παιδικά χρόνια και την εφηβεία της, το φεμινισμό στην Ινδία, την Virginia Woolf και την Judith Butler, τη θέση της γυναίκας στην ινδική κοινωνία, το βιασμό ως κοινωνικό φαινόμενο κι άλλα πολλά στη συνέντευξη που ακολουθεί.

Τι σε διαμόρφωσε ως άνθρωπο, φεμινίστρια, διανοούμενη; Ποιοι υπήρξαν οι πιο επιδραστικοί άνθρωποι στη ζωή σου και γιατί;

Είναι η λογοτεχνία που μου έδωσε την ταυτότητά μου κι ο μακαρίτης ο σύζυγός μου Jagadish Mohanty, που με διαμόρφωσε ως συγγραφέα και διανοούμενη από την εφηβική μου ηλικία. Υπήρξε ένας θαυμάσιος συγγραφέας και διαμορφωτής τάσεων στη λογοτεχνία Odia. Είναι δύσκολο, ξέρεις, για μια γυναίκα να γράφει με ειλικρίνεια μυθοπλασία, χωρίς να κρύβει τις εμπειρίες της. Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές συγγραφείς, με αναφέρουν ως μια ειλικρινή συγγραφέα κι ο άντρας μου ποτέ δεν παραπονέθηκε γι’ αυτό. Ήταν εραστής μου πριν το γάμο μας. Συνήθιζα να γράφω για τα συναισθήματά μου και ποτέ δε διαφώνησαν με αυτό ο πατέρας μου ή ο σύζυγός μου. Ως συγγραφέας, πάντοτε στάθηκε στο πλευρό μου, ανεξάρτητα από την πολεμική που μπορεί να προκαλούσαν τα γραπτά μου. Η σχέση μας δε θύμιζε τυπικό παντρεμένο ζευγάρι στην Ινδία, αλλά μια φιλία παρόμοια με εκείνη ανάμεσα στον Σαρτρ και την Σιμόν.

Σχετικά με το φεμινισμό, νομίζω ότι η ζωή μου είναι η πηγή της έμπνευσής μου. Είμαι η δεύτερη κόρη στην οικογένειά μου. Πριν τη γέννησή μου, ο πατέρας μου περίμενε γιο κι όταν γεννήθηκα δεν ήταν παρών στο δωμάτιο δίπλα στην μητέρα μου. Συνειδητοποιώντας πως ήμουν κοριτσάκι, η μητέρα μου υπέστη σοκ, γιατί η γέννησή μου μπορεί να αποτελούσε λόγο για την ταπείνωσή της στο μέλλον. Αργότερα μου είπε ότι δεν μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια, φοβούμενη να αντικρίσει τον πατέρα μου. Προσευχόταν όλη τη νύχτα στον Θεό να μου αλλάξει το φύλο, αλλά εκείνος δεν έδωσε σημασία στο κλάμα της κι έτσι το φύλο μου δεν άλλαξε. Ο πατέρας μου, ωστόσο, ήταν ξεροκέφαλος άνθρωπος και δεν μπορούσε να ξεπεράσει τη θλίψη του που δεν έγινε πατέρας ενός αγοριού. Ήθελε να ανατραφώ ως αγόρι. Η κόμμωσή μου ήταν τέτοια, ώστε, οποτεδήποτε με κοίταζε, να πιστεύει πως είναι ο περήφανος πατέρας ενός αγοριού. Με έντυναν με αγορίστικες μπλούζες και παντελόνια. Μέχρι που ο πατέρας μου με προσφωνούσε με αγορίστικο όνομα: Lala. Ποτέ δεν έπαιξα με κούκλες. Απολάμβανα όλες τις ελευθερίες που προορίζονταν για τα αγόρια, μέχρι που μπήκα στην εφηβεία.

Τη μέρα που η μητέρα μου είδε την πρώτη μου περίοδο, με πήγε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου έπρεπε να μείνω κρυμμένη για επτά μέρες, μακριά από κάθε αρσενικό πρόσωπο. Άκουγα πίσω από τον τοίχο τους θορύβους από τα παιχνίδια που έπαιζαν τα ξαδέρφια μου στο σπίτι, αλλά δε μου επιτρεπόταν να παίξω μαζί τους. Μετά από αυτό, με δίδαξαν ότι είμαι κορίτσι, γυναίκα, διαφορετική από τους άλλους και μου επέβαλαν λογοκρισία στις κινήσεις, το λόγο και το ντύσιμό μου. Δε με άφηναν να μένω εκτός σπιτιού τα βράδια, ούτε και να παίζω με τα ξαδέρφια μου. Αυτοί οι περιορισμοί ίσως με έκαναν επαναστάτρια κι αργότερα έγινα φεμινίστρια συγγραφέας. Στα διηγήματά μου Udibar Bela («Time to fly») και Moho Banga («End of the fascination»), τα οποία είναι γραμμένα στη γλώσσα Oriya και δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί στα αγγλικά, έχω περιγράψει αυτές τις εφηβικές μου εμπειρίες.

Συχνά σε έχουν συγκρίνει με την Virginia Woolf και την Judith Butler. Νομίζεις ότι τέτοιοι παραλληλισμοί είναι βάσιμοι; Πώς αντιλαμβάνεσαι, αρθρώνεις και βιώνεις το φεμινισμό, σε ένα ανατολικό πολιτισμικό πλαίσιο;

Ο Ορλάντο- Μια βιογραφία της Virginia Woolf είναι ένα εντυπωσιακό πεδίο συζήτησης σχετικά με την ταυτότητα φύλου. Στα πλαίσια του στοχασμού για την ιδέα της ταυτότητας, της θηλυκότητας, της αρρενωπότητας και της σεξουαλικής επιθυμίας, ο «Ορλάντο» παρέχει μια ανάλαφρη καταγραφή της «θεωρίας της σεξουαλικότητας» της Woolf, που ακόμη αιχμαλωτίζει την προσοχή των αναγνωστών. Εμπνεόμενη από την άνοδο της «νέας επιστήμης της σεξολογίας» και της ψυχανάλυσης, καθώς και από την προσωπική της κλίση προς το σαπφισμό, η Woolf σχολιάζει στον «Ορλάντο» την ουσία του σεξ, τη φύση των φυλετικών ρόλων, το ρόλο της ενδυμασίας στην ταυτότητα φύλου και το σεξουαλικό προσανατολισμό. Στο μυθιστόρημά της, ο ήρωας αισθάνεται ότι έχει μεταμορφωθεί σε γυναίκα. Η έννοια της «σωστής ψυχής στο λάθος σώμα» εξελίχτηκε από αυτό το μυθιστόρημα στο αναλυτικό μοντέλο της «queer theory» που εισήγαγε η Judith Butler, το οποίο δραματοποιεί ασυνέχειες στις υποτιθέμενα σταθερές σχέσεις ανάμεσα στο χρωμοσωματικό σεξ, το φύλο και τη σεξουαλική επιθυμία. Στο βιβλίο μου Sensible Sensuality πραγματεύομαι ορισμένες από αυτές τις αντιλήψεις. Μπορώ να κατανοήσω τη θέση των μεσοφυλικών (intersexuals) και των διεμφυλικών (transsexuals) που γεννιούνται με διαφορετικά βιολογικά σώματα. Πρέπει να υπάρχουν λογικά βήματα, ώστε όλοι να αισθάνονται άνετα και να ενσωματωθούν στο mainstream. Αυτό, στο οποίο είμαι αντίθετη, είναι τα κλισέ της pop κουλτούρας που εκφράζουν αισθήματα όπως «άντρας παγιδευμένος στο σώμα μιας γυναίκας», ή «γυναίκα παγιδευμένη στο σώμα ενός άντρα».

Ποια είναι, γενικότερα, η θέση της γυναίκας στην ινδική κοινωνία;

Στην Ινδία, οι προσυμφωνημένοι γάμοι πάντοτε προτιμώνται κι οι γάμοι από αγάπη θεωρούνται ζήτημα που προκαλεί κοινωνική ενόχληση. Πολλοί Ινδοί υποστηρίζουν ότι οι προσυμφωνημένοι γάμοι είναι πιο επιτυχημένοι από τους γάμους στη Δύση, ιδίως αν πάρει κάποιος υπόψη τα τεράστια ποσοστά διαζυγίων. Η ρομαντική αγάπη δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σ’ ένα καλό γάμο και συχνά αποτυγχάνει, όταν το πάθος υποχωρεί. Μια ανύπαντρη κόρη φέρνει ντροπή στην οικογένειά της κι είναι βάρος. Από τη στιγμή, όμως, που θα παντρευτεί, θεωρείται ιδιοκτησία των πεθερικών της. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ανύπαντρες, διαζευγμένες, μόνες ή άπιστες γυναίκες αντιμετωπίζονται ως παρίες. Το να ζεις με τον σύντροφό σου εκτός γάμου είναι ακόμη ουσιαστικά ανήκουστο.

Κατά τη διάρκεια του γάμου, ο πατέρας της νύφης είναι υποχρεωμένος να πληρώσει προίκα με τη μορφή μεγάλου χρηματικού ποσού, επίπλων, κοσμημάτων και ακριβών οικιακών ειδών- ακόμη και σπιτιών και ακριβών διακοπών στο εξωτερικό στον γαμπρό. Κι όμως, η φράση «το κάψιμο της νύφης», επινοήθηκε στην Ινδία αφότου είτε οι σύζυγοι ή τα πεθερικά πολλών νεαρών νυφών πυρπόλησαν τα σάρι που εκείνες φορούσαν, εξαιτίας της αποτυχίας των πατεράδων τους να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας υψηλότερης προίκας. Καθώς υπάρχει το έθιμο της κοινής οικογένειας, μια νύφη έχει να αντιμετωπίσει τα τυραννικά πεθερικά της. Παρόλα αυτά η παραδοσιακή ινδική κοινωνία απορρίπτει τις διαζευγμένες. Σε ό,τι αφορά τη σεξουαλικότητα, ο ενεργός ρόλος της γυναίκας ποτέ δεν ήταν αποδεκτός και δε θεωρείται ότι η γυναίκα πρέπει να εκφράζει ανοιχτά τις σεξουαλικές της επιθυμίες. Γι’ αυτό θα βρεις πολλές γυναίκες που μπήκαν στην εμμηνόπαυση, χωρίς ποτέ να έχουν  στη ζωή τους οργασμό.

Τους απαγορεύεται, εξάλλου, να συμμετέχουν σε θρησκευτικές τελετουργίες. Στον τομέα της πολιτικής, αν και όλα τα κόμματα έχουν στο προγραμματικό επίπεδο δεσμευτεί ότι θα διαθέσουν το 33% των εδρών στην Κάτω Βουλή και σε όλα τα κρατικά νομοθετικά σώματα σε γυναίκες, αυτό δεν έχει γίνει νόμος, γιατί τα κόμματα που κυριαρχούνται από άντρες είναι αντίθετα. Στα οικονομικά, αν και επιτρέπεται στις γυναίκες να δουλεύουν εκτός σπιτιού, τους αρνούνται τα δικαιώματά τους σε οικιακά ζητήματα. Η γυναίκα πρέπει να είναι υπεύθυνη για την κουζίνα, ακόμη κι αν εργάζεται και χρειάζεται γι’ αυτό το λόγο να βρίσκεται εκτός σπιτιού. Ο άντρας, ακόμη κι αν είναι άνεργος, δε μαγειρεύει, γιατί υποτίθεται ότι κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στον ανδρισμό του. Σύμφωνα με το νόμο, ωστόσο, οι γιοι κι οι κόρες έχουν ίσα δικαιώματα στην πατρική περιουσία, αλλά, ακόμη και τώρα, στην πράξη η ιδιοκτησία αλλάζει χέρια από τον πατέρα στον σύζυγο κι έπειτα στον γιο κι ο ρόλος της κόρης ή της νύφης δεν είναι αποδεκτός. Αυτές είναι νομίζω ορισμένες κοινωνικές συνθήκες που διαφοροποιούν τον ινδικό από το δυτικό φεμινισμό.

Σύμφωνα με τον ινδικό ποινικό κώδικα, τι θεωρείται βιασμός; Αφορά και στο εξαναγκαστικό σεξ εντός γάμου; Ως φαινόμενο, πόσο συχνός είναι, συγκριτικά με δυτικές ή αφρικανικές χώρες; Και ποιο είναι το «προφίλ» του μέσου θύματος από κοινωνικο-οικονομικής και εκπαιδευτικής άποψης, καθώς και του δράστη;

Υπάρχουν ορισμένα σημεία στο νόμο που είναι ανοιχτά σε συζήτηση. Η σεξουαλική πράξη ανάμεσα σε έναν άντρα και τη γυναίκα του, όταν εκείνη είναι μεγαλύτερη από 15 χρονών, δεν είναι βιασμός. Η σεξουαλική πράξη υπό κράτηση (αστυνομικοί, δεσμοφύλακες, δημόσιοι υπάλληλοι, διευθυντές δημόσιων νοσοκομείων), θεωρείται αδίκημα, ακόμη κι αν γίνεται με τη συναίνεση της γυναίκας. Στο σύνολό του, ο νόμος χαρακτηρίζεται από προκατάληψη απέναντι στο θύμα. Αν το θύμα είναι ανήλικη, πρέπει ο κατηγορούμενος να αποδείξει την αθωότητά του. Αν, όμως, είναι ενήλικη, εναπόκειται σε εκείνη να αποδείξει τις κατηγορίες της. Κατά συνέπεια, η υπεράσπιση επιδιώκει να αποδείξει ότι το θύμα είναι ενήλικη. Επιπλέον, εκτός κι αν η γυναίκα εξεταστεί ιατρικά μέσα σε 24 ώρες, καθίσταται δύσκολο να αποδειχτεί ότι υπέστη βιασμό.

Σύμφωνα με κάποια διάταξη, «όταν ένας άντρας διώκεται για βιασμό ή απόπειρα βιασμού, μπορεί να καταδειχτεί ότι η ενάγουσα (το θύμα) είναι άτομο με ανήθικο χαρακτήρα». Όταν οι ίδιοι οι νόμοι κουβαλούν μια εγγενή προκατάληψη, σε ποιο βαθμό μπορούν τα θύματα να είναι βέβαια ότι θα αποδοθεί δικαιοσύνη;

Ο βιασμός είναι ένα όπλο που παραμορφώνει τη γυναικεία σεξουαλικότητα, περιορίζει την ελευθερία κινήσεών της και παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματά της. Ένας βιαστής όχι μόνο παραβιάζει την ιδιωτικότητα του θύματος και την προσωπική του ακεραιότητα, αλλά και του προκαλεί σοβαρή ψυχολογική και σωματική βλάβη. Το 2006 ο μεγαλύτερος αριθμός κρουσμάτων είχε καταγραφεί την άνοιξη και το καλοκαίρι. Το Φεβρουάριο εκείνου του χρόνου είχαν διαπραχθεί 9 βιασμοί, ενώ το Μάρτιο ο αριθμός τους έφτασε τους 15, το Μάη ανέβηκε στους 22 και τον Ιούνη στους 23. Είναι γεγονός ότι μόνο το 20% των δραστών είναι οι λεγόμενοι σεξομανείς. Ένα άλλο 30% είναι μεθυσμένοι έφηβοι ή εγκληματίες που έχουν αφεθεί ελεύθεροι. Στις μισές από αυτές τις περιπτώσεις, ο βιαστής είναι ένα άτομο, με το οποίο το θύμα ήδη έχει οικειότητα, ακόμη κι αν είχαν μόλις συναντηθεί σε σπίτι κοινού γνωστού ή σε κάποια στάση λεωφορείου. Στην περίπτωση των εφήβων κοριτσιών, που δεν μπορούν πάντοτε να πουν «όχι» σε έναν ενήλικο, τα ποσοστά είναι ακόμη υψηλότερα: 4 από τα 5 θύματα σεξουαλικών εγκλημάτων υπέφεραν στα χέρια ενός γείτονα, συμμαθητή ή οικογενειακού φίλου. Πώς μπορεί, λοιπόν, κάποιος να ισχυριστεί ότι το δικαίωμα της γυναίκας πάνω στο σώμα της ευθύνεται για την αύξηση του ποσοστού των βιασμών;

Στη Δανία, για παράδειγμα, το 2007 υπήρχαν 6 καταγεγραμμένοι σεξουαλικοί εγκληματίες, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Δε γνωρίζουμε αν παραμένουν σε αυτή. Η αναλογία κατοίκων και σεξουαλικών εγκληματιών στη συγκεκριμένη χώρα είναι 357 προς 1.

Στην Ινδία, μια Dalit, ή μια γυναίκα που προέρχεται από κάποια φυλή, όχι μόνο παλεύουν εξαιτίας του χαμηλότερου οικονομικού status τους, αλλά είναι υποχρεωμένες να ζουν διατρέχοντας σοβαρό κίνδυνο να υποστούν βία βασισμένη στο φύλο τους. Το 40% όλων των περιστατικών σεξουαλικής κακομεταχείρισης αποτελούν οι αιμομιξίες, δράστες των οποίων είναι γνωστά μέλη της οικογένειας. Η οικιακή βία, οι ομαδικοί βιασμοί γυναικών χαμηλότερων τάξεων από άντρες που προέρχονται από υψηλότερες, η σωματική βία από αστυνομικούς προς γυναίκες από φυλές, όλα αυτά συντελούν στο αίσθημα ανασφάλειας των γυναικών στην Ινδία και εμποδίζουν την ανάπτυξή τους. Οι διαχωρισμοί σε τάξεις και κάστες δυσκολεύουν, επίσης, τις φτωχές, χαμηλότερων τάξεων και προερχόμενες από φυλές γυναίκες να αποκτήσουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη ως θύματα και επιζήσασες βίαιων περιστατικών. Αν και το Υπουργείο για την Ανάπτυξη των Γυναικών και των Παιδιών κι η Εθνική Επιτροπή για τις Γυναίκες έχουν συμβουλέψει την κυβέρνηση να αναθεωρήσει τον Κώδικα Ποινικής Διαδικασίας του 1973 και την Ινδική Αποδεικτική Πράξη του 1872, προκειμένου να επαναπροσδιοριστεί η έννοια του βιασμού, έτσι ώστε να περιλαμβάνει όλων των ειδών τις σεξουαλικές επιθέσεις, οι περισσότερες γυναίκες ακόμη έρχονται αντιμέτωπες με το βιασμό στα πλαίσια της έγγαμης ζωής τους.

Η μοχθηρότητα ορισμένων από τα πρόσφατα περιστατικά βιασμών (σε ορισμένες περιπτώσεις ακολουθούμενα από βάναυσους φόνους) και η ευρύτατη κάλυψή τους από τα Μ.Μ.Ε. έχουν προκαλέσει λαϊκή κατακραυγή τόσο στην Ινδία, όσο και διεθνώς. Είναι πιθανό η συνειδητοποίηση της σοβαρότητας τέτοιων γεγονότων να φέρει, με τον καιρό, την αλλαγή και να ριζοσπαστικοποιήσει τα άτομα εκείνα που περισσότερο επηρεάζονται από αυτές τις πράξεις;

Το γεγονός ότι γίνονται όλο και περισσότερες καταγγελίες δε σημαίνει πως το ποσοστό βιασμών αυξάνεται, αλλά ότι οι γυναίκες υψώνουν τη φωνή τους εναντίον αυτής της μορφής βίας. Επειδή το κύρος της οικογένειας θεωρείται σημαντικό, τόσο τα θύματα βιασμού όσο και οι οικογένειές τους τον κρατάνε μυστικό, γιατί φοβούνται πως θα ντροπιαστούν κοινωνικά. Αλλά μετά το βιασμό στο Δελχί στις 16 Δεκεμβρίου 2013, οι γυναίκες έχουν γίνει πιο θαρραλέες. Τα Μ.Μ.Ε. έπαιξαν ένα πολύ υποστηρικτικό ρόλο. Η αλλαγή του status των γυναικών είναι καλό σημάδι. Δεν αρκούν μόνο τα νομικά βήματα για να αλλάξει η κοινωνία μας. Έχουν υπάρξει αρκετές αλλαγές στη νομική αντιμετώπιση των βιασμών, παρατηρούνται, όμως, ακόμη διαφορές σε σχέση με το πώς αυτοί αντιμετωπίζονται σε δυτικές χώρες. Για παράδειγμα, ο νόμος δεν παρέχει ξεχωριστές και ταχείες δίκες σε περιπτώσεις βιασμού παιδιών. Αλλά κι ορισμός του βιασμού είναι πολύ περιοριστικός. Για να στοιχειοθετηθεί, πρέπει να αποδειχτεί η διείσδυση. Κάποιος μπορεί να βιάσει μια γυναίκα το ίδιο ή περισσότερο βίαια χρησιμοποιώντας ένα σιδερένιο ραβδί. Κι όμως, ένας τέτοιος άνθρωπος δε θα κριθεί ένοχος για βιασμό. Πολλές τέτοιες υποθέσεις έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Αν κάτι θα μπορούσε να αλλάξει αυτή την κατάσταση, είναι μονάχα η νοοτροπία μας. Αν, λοιπόν, οι γονείς συμβούλευαν τους γιους τους «μη νομίζετε ότι όταν μια γυναίκα σας χαμογελά σας αγαπάει ή έχετε δικαίωμα πάνω στο σώμα της».

Είσαι μια από τις λίγες Ινδές συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με το λεσβιακό σεξ. Σε ποιο βαθμό η ομοφυλοφιλία, ανδρική και γυναικεία, είναι ένα ταμπού στην ινδική κοινωνία και πώς αντιμετωπίζονται συνήθως οι ομοφυλόφιλοι σε θεσμικό και κοινωνικό επίπεδο;

Έχω γράψει μια λεσβιακή ιστορία με τίτλο Behind the scene (εδώ) κι ένα μυθιστόρημα στη γλώσσα Odia που τιτλοφορείται Asamajik (σημαίνει «αντικοινωνικός»). Η ομοφυλοφιλία, ανδρική και γυναικεία, είναι πολύ συνήθης στην Ινδία, αλλά οι άνθρωποι δε θεωρούν συνήθεις τέτοιου είδους σχέσεις. Ακόμη κι ο νόμος δεν επιτρέπει στα ομοφυλόφιλα ζευγάρια να ζουν τη ζωή τους με περηφάνια. Το 2009, το Ανώτατο Δικαστήριο στο Δελχί αποφάσισε ότι διάφορες νομικές απαγορεύσεις ιδιωτικών, ενήλικων, συναινετικών και μη εμπορευματικών σχέσεων ανάμεσα σε άτομα του ίδιου φύλου παραβιάζουν ευθέως τα θεμελιώδη δικαιώματα που παρέχει το Σύνταγμα. Παρόλα αυτά, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας ανέτρεψε την απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου στις 11 Δεκεμβρίου 2013 και διατήρησε την ισχύ προηγούμενων διατάξεων. Οι ομοφυλόφιλοι εξακολουθούν να παλεύουν για τα δικαιώματά τους.

Περισσότερες πληροφορίες για την Sarojini Sahoo και το έργο της μπορείτε να αναζητήσετε στο site της .

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

Share

Συνέντευξη της Tζούντιθ Μπάτλερ: «Κάποιοι θα έλεγαν ότι δεν είμαι γυναίκα»

judith-butler-1997

της Αν-Κατρίν Σιμόν

Το «αρσενικό» και το «θηλυκό» δεν είναι παρά κοινωνικές κατασκευές; Η Τζούντιθ Μπάτλερ, το σύμβολο των μελετών για το φύλο, μιλάει για την «υγιή» σχέση της με τον Φρόιντ, για τον απάνθρωπο χαρακτήρα των κατηγοριοποιήσεων και για το λόγο που παρόλα αυτά χρειαζόμαστε τις νόρμες. Σε μια συνέντευξη στην Αν-Κατρίν Σιμόν για την «Die Presse» (6.5.2014).

Η νονά μου, μια αξιοθαύμαστη γυναίκα, μου χάρισε ένα βιβλίο σας όταν τελείωσα το λύκειο -ή μήπως δεν θα έπρεπε χωρίς σκέψη να λέω τη λέξη «γυναίκα»;

Φυσικά και πρέπει. Η κριτική στις έμφυλες κατηγοριοποιήσεις, δεν πρέπει να ακρωτηριάζει την ομιλία μας. Κι εγώ τη χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη, πρέπει να την χρησιμοποιούμε, μερικές φορές την προτιμούμε και για πολιτικούς λόγους.

Το βιβλίο σας «Αναταραχή φύλου» σας έκανε διάσημη στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Υποστηρίξατε σε αυτό ότι το αρσενικό και το θηλυκό είναι κοινωνικές κατασκευές, η ίδια η έννοια του δήθεν «φυσικού» φύλου προέκυψε από κάποιες θεωρίες. Αυτό σημαίνει ότι υπεύθυνη είναι μια αμφισβητήσιμη θεωρία για το ότι εγώ αναγνωρίζω έναν άνθρωπο βιολογικά ως άντρα και έναν άλλο βιολογικά ως γυναίκα;

Δεν έχω πει ότι δεν υπάρχει καμία ανατομική διαφορά, αλλά ότι δεν της επιτρέπουμε ποτέ να εμφανιστεί μπροστά μας χωρίς να της έχουμε προσδώσει ήδη ερμηνεία. Όταν γεννιέται ένα μωρό, λέμε «είναι αγόρι» ή «είναι κορίτσι» -πρόκειται για μια ιατρική ή μια νομική προσέγγιση που την αναπαράγουμε σαν ιεροτελεστία. Με αυτόν τον τρόπο οι λέξεις μάς επηρεάζουν. Όταν μια παρατήρηση για την ανατομία αποκρυσταλλώνεται στη γλώσσα, τότε η παρατήρηση και η ερμηνεία της δείχνουν να ταυτίζονται. Για τη βιολογία είναι πολύ αμφιλεγόμενο το πώς ορίζεται το φύλο. Όταν για παράδειγμα η ολυμπιακή επιτροπή πρέπει να αποφασίσει αν κάποιος θα αγωνιστεί ως άντρας ή ως γυναίκα, συμβουλεύεται γενετιστές, ενδοκρινολόγους, ακόμα και ψυχολόγους.

Το μερίδιο της κοινωνίας και το μερίδιο της φύσης στη διαμόρφωση της έννοιας του φύλου είναι δύσκολο να προσδιοριστούν, αν θεωρήσουμε το μερίδιο της φύσης πολύ μικρότερο από ό,τι πιστεύεται συνήθως. Εσείς όμως αρνείστε γενικώς τις φυσικές σταθερές ή τάσεις…

Αρνούμαι ότι υπάρχει πραγματική υπόσταση. Αν με ρωτήσετε αν ανήκω στην κατηγορία «γυναίκα», θα σας πω ναι, νομικά και πολιτισμικά, αν και υπάρχουν άνθρωποι που θα έλεγαν ότι δεν ανήκω σε αυτή την κατηγορία, ή ότι ανήκω μετά βίας. Για ποιον άνθρωπο θα μπορούσε κανείς να πει ότι ενσαρκώνει το θηλυκό γένος;

Πολλοί επικριτές, αλλά και πολλοί υποστηρικτές σας, νομίζουν ότι είστε υπέρ της κατάργησης των κατηγοριών των φύλων.

Δεν το έχω πει ποτέ αυτό. Χρειαζόμαστε την κατηγοριοποίηση για να οργανώνουμε τον κόσμο, μας χρησιμεύει για να προσανατολιζόμαστε. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι αυτό που περιγράφουμε είναι υπαρκτό και στην πραγματικότητα. Αν αρχίσουμε να συζητάμε ποια είναι η ουσία του θηλυκού φύλου, είναι σίγουρο ότι δεν θα συμφωνήσουμε. Μια γυναίκα που δεν μπορεί να κάνει παιδιά ή που δεν θέλει μπορεί να πει: εξακολουθώ παρ’ όλα αυτά να είμαι εξ ορισμού γυναίκα, αυτό δεν έχει καμία σχέση με την αναπαραγωγική μου ικανότητα. Άλλοι όμως θα έλεγαν όχι, η τεκνοποίηση είναι το πιο ουσιώδες, δεν είσαι γυναίκα ή είσαι μια γυναίκα ατελής.

Η αδυναμία μας να ανάγουμε το φύλο σε κάποια αντικειμενική υπόσταση, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στο κοινωνικό και το βιολογικό φύλο.

Δεν είναι πρόθεσή μου να αρνηθώ και να καταρρίψω τις κατηγορίες και τις νόρμες που συνδέονται μαζί τους. Θέλω μόνο να τις διευρύνω. Θέλω να δώσω τη δυνατότητα στους ανθρώπους να ζήσουν με ένα φύλο χωρίς εξαναγκασμούς, χωρίς την απαίτηση να ανταποκρίνονται στην αντίληψη που έχει κάποιος άλλος για το τι καθορίζει αυτό το φύλο.

Μία ερευνήτρια στις σπουδές φύλου έκανε πειράματα σε βρέφη λίγων μηνών, στα οποία φάνηκε ότι τα κορίτσια αντιδρούσαν περισσότερο στις κούκλες και τα αγόρια στα αυτοκινητάκια. Αυτό δεν επηρέασε καθόλου την άποψή της ότι η βιολογία δεν παίζει κανένα ρόλο στο πώς αντιλαμβάνεται τα πράγματα.

Ακόμη και αν μπορούμε να διακρίνουμε κάποιες στατιστικές τάσεις, θα υπάρχουν πάντα άνθρωποι που δεν ταιριάζουν σε αυτή τη νόρμα, που βρίσκονται κάπου στη μέση. Για εμένα προκύπτει ένα ανθρώπινο ερώτημα: πώς μπορούμε να οργανώσουμε την εκπαίδευση με τρόπο ώστε όλα τα παιδιά να βιώνουν τις επιθυμίες τους ως θεμιτές; Είναι επώδυνο και εξουθενωτικό να έχει κανείς την αίσθηση ότι αυτά που κάνουν οι άλλοι είναι φυσιολογικά και σωστά, ενώ αυτά που κάνει ο ίδιος είναι αφύσικα, λανθασμένα, παθολογικά. Θέλω να θεωρηθεί παθολογικό το ενιαίο, αδιαφοροποίητο φύλο –αυτό είναι που με απασχολεί.

Έχω την αίσθηση ότι η θεωρία σας ενδιαφέρεται λιγότερο για το πώς είναι τα πράγματα και περισσότερο για το πώς θα έπρεπε να είναι. Είναι ολόκληρη η φιλοσοφία σας ένα μέσο προς έναν ηθικό σκοπό;

Αυτό που στην πραγματικότητα μου έδωσε ώθηση εξαρχής είναι το πόσο υποφέρουν οι άνθρωποι από τις νόρμες που καθορίζουν τι είναι φυσιολογικό. Θέλω να ελαφρύνω αυτό το βάρος.

Δυσκολεύομαι να σας φανταστώ να συζητάτε με έναν βιολόγο…

Λάτρευα τη βιολογία στο σχολείο! Όμως περισσότερο από όλα με ενδιέφερε ο κλάδος που ασχολείται με την επιρροή που ασκεί το περιβάλλον, πώς προσαρμόζονται οι βιολογικοί οργανισμοί στο περιβάλλον τους, πώς έχει αλλάξει η βιολογία μέσω της πολιτισμικής αλληλεπίδρασης.

Σχετικά με τη θεωρία σας ότι το σύστημα των δύο φύλων εξηγείται με πολιτισμικούς όρους, θα περίμενε κανείς να στηρίξετε τη θέση αυτή με ιστορικά επιχειρήματα. Μια τέτοια διάσταση όμως λείπει από το έργο σας.

Δεν είμαι παρά μια συγγραφέας! Όμως εργάζομαι εντατικά με την ιστορικό Τζόαν Σκοτ και με την ιστορικό των επιστημών Ανν Φάουστο-Στέρλινγκ. Είμαι μέλος μιας μεγαλύτερης ομάδας, όπου ο καθένας έχει μια εξειδίκευση. Ενδεχομένως ο Φρόιντ να είχε γνώσεις για τα πάντα, είχε σπουδάσει βιολογία, είχε μελετήσει τα όνειρα…

Ποια είναι η σχέση σας με τον Φρόιντ;

Μια μακρόχρονη και υγιής σχέση. (γέλια) Όταν ήμουν στην εφηβεία, ίσως στα 15 μου, οι γονείς μου με είχαν στείλει σε έναν ψυχίατρο επειδή κατάλαβαν ότι ίσως είμαι ομοφυλόφιλη. Αυτός μου έκανε μια σύντομη ανάλυση κι έπειτα μου είπε: με τέτοια οικογένεια είσαι τυχερή που μπόρεσες να αγαπήσεις τον οποιονδήποτε! Δεν μου διέγνωσε κάτι το παθολογικό, ήξερε ότι η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων μπορεί να πάρει πολλές μορφές.

Μετάφραση: Ματίνα Καραγιαννίδου – Σταμπουλή

Πηγή: Εποχή

 

Share

Νόννα Μάγιερ: Παραπειστικός ο λόγος της Μαρίν Λεπέν

marinelepen

της Αναστασίας Γιάμαλη

Αυτό που προκύπτει και από τη συνέντευξη της περασμένης εβδομάδας με τον Ζαν Ιβ Καμί, αλλά και από αυτήν με τη Νόννα Μάγιερ, υπεύθυνη έρευνας του Κέντρου Ευρωπαϊκών Σπουδών (Sciences Po.), είναι πως η πλειοψηφία του κόσμου της εργασίας στη Γαλλία θεωρεί (δυστυχώς) το Εθνικό Μέτωπο υπό την ηγεσία της Μαρίν Λεπέν “εγγυητή του κοινωνικού κράτους”.

Η Νόννα Μάγιερ, πρόεδρος του Οργανισμού Γαλλικής Πολιτικής Επιστήμης (ΑFSP), ερευνά τους μετασχηματισμούς της κοινωνικής δράσης, ενώ ασχολείται με την συμπεριφορά του εκλογικού σώματος, την πολιτική συμμετοχή, τον ρατσισμό και τον αντισημιτισμό. Μίλησε στην “Αυγή” για την άνοδο της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη και κυρίως για την άνοδο του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία.

Σε τι διαφέρει το Εθνικό Μέτωπο (ΕΜ) του σήμερα από εκείνο του Ζαν Μαρί Λεπέν;

H καρδιά του μηνύματός τους είναι ίδια, υπέρ των διακρίσεων και εναντίον της μετανάστευσης. Βασίζεται στην “εθνική επιλογή”, που μετονομάστηκε “εθνική προτεραιότητα” και σημαίνει ότι οι δουλειές, οι κοινωνικές παροχές, τα σπίτια, προορίζονται για τους πραγματικούς “Γάλλους”. Αλλά, με την κόρη να αναλαμβάνει τα ηνία το στυλ άλλαξε, είναι πιο μαλακό, λιγότερο βίαιο. Δεν έχει πλέον αντισημιτική ρητορική. Είναι περισσότερο στοχευμένο ενάντια στο Ισλάμ, το οποίο παρουσιάζεται αντίθετο με τις δυτικές δημοκρατικές αξίες, και με έξυπνο τρόπο γυρίζει τούμπα το επιχείρημα, παρουσιάζοντας το ΕΜ ως τον πρωταθλητή και υπέρμαχο των δημοκρατικών αξιών -της ισότητας και της ανεκτικότητας- σε αντιδιαστολή με τους μη ανεκτικούς Μουσουλμάνους. Ακόμη, είναι πιο ανοιχτή σε ζητήματα φύλου και οικογένειας (έκτρωσης, γάμου ομοφυλόφιλων). Αντίθετα με τον πατέρα της, που πάνω από όλα ήταν αντισυστημικός, ο στόχος της Μαρίν είναι να πάρει την εξουσία, να εκλεγεί πρόεδρος, να κυβερνήσει τη Γαλλία.

Η γαλλική Δεξιά δεν είναι αρκετά δεξιά ώστε να κερδίσει τους ψηφοφόρους του ΕΜ;

H γαλλική Δεξιά είναι πολυσχιδής, υπάρχει η Δεξιά του Ντε Γκολ, η Κεντροδεξιά και η Φιλελεύθερη. Ακροδεξιά στοιχεία που πρόσκεινται στο ΕΜ βρίσκονται και εντός της Ένωσης για ένα Λαϊκό Κίνημα (UMP), ομάδες όπως η Ισχυρή Δεξιά (Droite forte) και η Λαϊκή Δεξιά (Droite populaire) και οι υποστηρικτές τους, ενάντια σε αυτούς είναι οι Χριστιανοδημοκράτες και κεντρώα στοιχεία. Αλλά, όπως βλέπουμε από το ΕΜ, με τον λαϊκίστικο τρόπο που τάσσεται ενάντια στις ελίτ και απευθύνεται στον κόσμο, το πραγματικό πρόβλημα είναι η απονομιμοποίηση όλης της Δεξιάς. Η στρατηγική της Μαρίν Λεπέν, όπως και του πατέρα της, είναι να αντιτάξει το ΕΜ κόντρα στη σοσιαλιστική Κεντροαριστερά και στη συντηρητική Δεξιά, τους οποίους συνδέει με το ειρωνικό «UMPS». Και τα δύο κόμματα κυβέρνησαν, μάλιστα κυβέρνησαν και μαζί (περίοδοι συγκυβέρνησης), και δεν στάθηκαν ικανά να βρουν λύση στα προβλήματα της Γαλλίας.

Τι υπόσχεται το ΕΜ στις ανώτερες τάξεις και τι στον κόσμο της εργασίας; Πώς μπορεί η Αριστερά να κερδίσει αυτόν τον κόσμο;

Το ΕΜ υπόσχεται χαμηλότερη φορολογία στους αυτοαπασχολούμενους και ισχυρό κοινωνικό κράτος (αποκλειστικά για τους Γάλλους εργαζόμενους). Πρόκειται για έναν προνοιακό σωβινισμό. Και στις δύο κατηγορίες υπόσχεται επίσης προστατευτισμό, κλείσιμο των συνόρων – να είμαστε “μεταξύ μας”, να σταματήσει η μετανάστευση, αλλαγή των νόμων για την υπηκοότητα και “Νόμο και Τάξη”. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο να κερδίσει η Αριστερά αυτό το ακροατήριο όσο να το ανακτήσει. Η πλειοψηφία των εργατών υποστήριζε τους Σοσιαλιστές και τους Κομμουνιστές. Από τη δεκαετία του ’90 μια ισχυρή μειοψηφία στράφηκε στο ΕΜ, το 1995 ήδη ήταν πρώτο κόμμα στις προεδρικές εκλογές στους χειρώνακτες. Στις ευρωεκλογές του 2014, το 43% των εργατών που πήγαν να ψηφίσουν το υπερψήφισαν, ενώ η αποχή έφτασε σε ύψος ρεκόρ, πάνω από 70%. Υπάρχει μια καθαρή διχοτόμηση στην εργατική τάξη. Οι πιο επισφαλείς δεν ψηφίζουν ή παραμένουν στην Αριστερά (σε ποσοστό 58% ψήφισαν τον Ολάντ στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2012). Το ΕΜ προσήλκυσε αυτούς που έχουν κάτι να χάσουν, τους τεχνίτες, όσους έχουν κάποια περιουσία. Αυτοί στρέφονται και κατά των πλουσίων και κατά των φτωχότερων που εξαρτώνται από την πρόνοια. Φοβουνται το ενδεχόμενο της κοινωνικής υποβάθμισης, ότι δηλαδή κάποια μέρα θα γίνουν σαν τους από κάτω.

Πολλοί αναλυτές βλέπουν αναλογίες με το παρελθόν. Κάποιοι βλέπουν αναλογίες με το 1933, ο πρώην καγκελάριος Σμιτ είπε πρόσφατα ότι η ατμόσφαιρα θυμίζει το 1914. Συμφωνείτε με αυτές τις αναλογίες;

Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Η δημοκρατία είναι ισχυρότερη απ’ ό,τι στη δεκαετία του ’30, το κράτος πρόνοιας απορροφά την ύφεση τουλάχιστον στις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά, είναι ένα νέο είδος καπιταλισμού. Υπάρχει όμως ένα κοινό στοιχείο, οι οικονομικές κρίσεις ( της δεκαετίας του 30 ή του τέλους του 19ου αιώνα) στρέφουν τους ανθρώπους εναντίον των ξένων, των μεταναστών, μετατρέπουν τους “άλλους” σε αποδιοπομπαίους τράγους. Από το 2009, το Ετήσιο Βαρόμετρο για τον Ρατσισμό και την Ξενοφοβία δείχνει ότι ο δείκτης μη ανοχής στις μειονότητες, ειδικά στους προερχόμενους από το Μαγκρέμπ και τους μουσουλμάνους, αυξάνεται σταθερά και αυτό διευρύνει το δυνητικό εκλογικό σώμα της Μ. Λεπέν

Πώς βλέπετε το μέλλον της Ευρώπης. Πώς βλέπουν οι γάλλοι ψηφοφόροι χώρες σαν την Ελλάδα;

Είναι πολύ νωρίς για να πει κανείς, θα εξαρτηθεί από το πώς θα προχωρήσει η Ευρώπη, πώς θα αντιδράσει στη δυσαρέσκεια που εκφράζουν οι εκλογείς, αν θα κάνει κοινωνική στροφή. Όσον αφορά την Ελλάδα, οι Γάλλοι είναι αμφίθυμοι, καταλαβαίνουν ότι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές το έχουν παρατραβήξει, ότι ρίχνουν τα βάρη αποκλειστικά στους αδύναμους, ότι για τους πραγματικούς φταίχτες (τραπεζίτες και πλούσιους) είναι business as usual. Αλλά την ίδια στιγμή δεν θέλουν “να πληρώνουν για τον Νότο”…

Πηγή: Αυγή

 

Διαβάστε ακόμη

«Μια ύπουλη κατάσταση»: οι έμφυλοι ρόλοι των ακροδεξιών γυναικών

Το τίμημα της σιωπής – Μια ματιά στη γένεση ακροδεξιών πεποιθήσεων

Share

«Το σώμα πρέπει να είναι δικό μας. Ούτε του κράτους, ούτε της αγοράς»

silvia federicci

του  Ιμπάι Αρμπίντε Άθα

Η Σίλβια Φεντερίτσι βρέθηκε την περασμένη εβδομάδα στη Βαρκελώνη και σάρωσε. Η ίδια πιστεύει ότι χρειαζόμαστε ένα νέο φεμινιστικό κίνημα, αποτελούμενο όχι κατ’ ανάγκη μόνο από γυναίκες, το οποίο θα θέσει πάλι στο κέντρο την αναπαραγωγική εργασία. Μετά τον Κάλιμπαν και τη μάγισσα, το έργο που της χάρισε διεθνή αναγνώριση[1],  τώρα εκδίδει την Επανάσταση στο σημείο μηδέν[2].

Τετάρτη 7 Μαΐου. Μια μεγάλη ουρά φτάνει μέχρι έξω από το Ατενέου Κοοπερατίβο Λα Μπάσε στη Βαρκελώνη: ο κόσμος περιμένει να ακούσει την ομιλία. Την επόμενη ημέρα η αίθουσα του Αυτόνομου Πανεπιστημίου Βαρκελώνης, όπου δίνεται η ίδια διάλεξη, αποδεικνύεται μικρή. Κάποιοι από τους παρευρισκόμενους κάθονται στο διάδρομο, πάνω στα τραπέζια, συνωστίζονται στην πόρτα. Η ίδια συμμετοχή προβλέπεται σε όλη την περιοδεία της.

Ο λόγος για τη Σίλβια Φεντερίτσι, τη φεμινίστρια της εποχής μας, που στα εβδομήντα δύο της χρόνια αποκτά φήμη που δεν είχε γνωρίσει ποτέ πριν. Περιοδεύει καλεσμένη του Ιδρύματος Λος Κομούνες, για να παρουσιάσει το νέο της βιβλίο Επανάσταση στο σημείο μηδέν: αναπαραγωγή, οικιακή εργασία και φεμινιστικοί αγώνες, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τραφικάντες ντε Σουένιος. Είναι ο ίδιος εκδοτικός οίκος που εξέδωσε στα ισπανικά το έργο που έκανε τη Φεντερίτσι παγκόσμια γνωστή: ο Κάλιμπαν και η μάγισσα: γυναίκες, σώμα και πρωταρχική συσσώρευση.

Η Φεντερίτσι γεννιέται στην Πάρμα της Ιταλίας το 1942. Εκεί κάνει τα πρώτα της βήματα στα κινήματα. Το 1967 μεταναστεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου αναπτύσσει δράση στο φοιτητικό κίνημα, στις κινητοποιήσεις ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, στο κίνημα υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων και κυρίως στο φεμινιστικό κίνημα. Τη δεκαετία του 1980 ζει στη Νιγηρία, διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Πορτ Χάρκουρτ και συμμετέχει σε γυναικείες οργανώσεις που αγωνίζονται ενάντια στην πολιτική της δομικής προσαρμογής[3]. Σήμερα είναι καθηγήτρια πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Χόφστρα του Λονγκ Άιλαντ στη Νέα Υόρκη.

Η σκέψη της είναι έντονα επηρεασμένη από τον εργατιστικό μαρξισμό, αν και πάντα ήταν επικριτική προς τους σημαντικότερους εκπροσώπους του, όπως, λόγου χάρη, ο Τόνι Νέγκρι ή ο Πάολο Βίρνο. Ενώ αυτοί απέδιδαν κεντρική σημασία στον τεχνολογικό μετασχηματισμό και την άυλη εργασία, η ίδια βάσισε στην οπτική του φύλου την έρευνά της σχετικά με τον μηχανισμό συσσώρευσης μέσω της αποστέρησης.

Μιλάμε μαζί της, ενώ πίνουμε καφέ, που δυστυχώς γι’ αυτήν δεν είναι πραγματικός καπουτσίνο.

Στη Νιγηρία συνειδητοποιείς τη σημασία του χρέους, θέμα που τώρα είναι κεντρικό στη Νότια Ευρώπη.

Είναι βασικό να κατανοήσουμε τη σημασία της οικονομίας του χρέους. Το χρέος είναι τόσο παλιό όσο και ο καπιταλισμός· στην πραγματικότητα είναι παλαιότερο. Αλλά ως ταξική σχέση έχει υποστεί πολλές μεταβολές. Ο Μαρξ μιλά για το εθνικό χρέος ως μέσο πρωταρχικής συσσώρευσης, επιπλέον όμως είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί το χρέος σήμερα.

Με την έννοια ότι έχει γίνει μέσο πειθαρχίας, έτσι δεν είναι;

Ναι, το χρέος είναι μέσο διακυβέρνησης, μέσο πειθαρχίας και μέσο επιβολής διαλυτικών ταξικών σχέσεων. Πιστεύω ότι αυτή η τρίτη όψη της οικονομίας του χρέους δεν έχει επισημανθεί επαρκώς. Παραδείγματος χάρη, ο Μαουρίτσιο Λατσαράτο στην εργασία του Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου δεν αναδεικνύει αυτή την πτυχή[4]. Εννοώ ότι όλο και περισσότερο το χρέος συνιστά ταξική σχέση, στο πλαίσιο της οποίας εξαφανίζεται η εργασία, φαίνεται ότι εξαφανίζεται η εκμετάλλευση (αν και το χρέος είναι από μόνο του φοβερή μέθοδος εκμετάλλευσης) και εξαφανίζεται η ίδια η ταξική σχέση, επειδή επιβάλλει ατομική σχέση με το κεφάλαιο, με τις τράπεζες, αντί για συλλογική σχέση. Εξαφανίζεται το αναγνωρίσιμο πρόσωπο του ιδιοκτήτη που τώρα είναι οι τράπεζες. Είναι μηχανισμός που δημιουργεί αίσθημα ενοχής αντί ενδυνάμωσης.

Για μένα ήταν πολύ σημαντικό να καταλάβω πώς γίνεται η μετάβαση από μια πρώτη φάση, συνδεδεμένη με τα σχέδια δομικής προσαρμογής, όπου η εκμετάλλευση οργανώνεται μέσω του εξωτερικού εθνικού χρέους, σε ένα δεύτερο στάδιο, όπου γίνεται υπέρβαση του κράτους και το χρέος καθίσταται μια άμεση σχέση με τις τράπεζες μέσω του χρηματοοικονομικού συστήματος. Το χρηματοοικονομικό σύστημα σημαίνει την κρίση του προτύπου του κράτους πρόνοιας και προϋποθέτει ότι κάθε περίοδος αναπαραγωγής είναι περίοδος συσσώρευσης.

Δηλαδή, η εκμετάλλευση μεταφέρεται σε όλους τους τομείς της ζωής μέσω των διδάκτρων, της συμμετοχής στο κόστος περίθαλψης, των δανείων εφ’ όρου ζωής.

Ακριβώς. Σε όλες αυτές τις αναπαραγωγικές περιόδους το κράτος επενέβαινε παλαιότερα ως χορηγός και τώρα λειτουργεί ως φοροεισπράκτορας. Είναι διαμεσολαβητής της οικονομίας. Ένας από τους αγώνες που εμφανίστηκαν με αφορμή το κίνημα Occupy είναι ο αγώνας ενάντια στο χρέος. Μια οργάνωση που ονομάζεται «Χτυπήστε το Χρέος» έχει εκδώσει το βιβλίο Επιχειρησιακός οδηγός των αντιστεκόμενων στο χρέος, το οποίο πραγματεύεται τον τρόπο οργάνωσης ενάντια στο χρέος λόγω δανείου κατοικίας, σπουδών, υγείας κτλ.[5] Ένα από τα προβλήματα του χρέους είναι ότι οι άνθρωποι ντρέπονται να παραδεχτούν ότι είναι χρεωμένοι, επειδή το βιώνουν ως προσωπική αποτυχία: πιστεύουν ότι χρησιμοποίησαν με λανθασμένο τρόπο τα χρήματα του δανείου, έκαναν κακή επένδυση, ζούσαν πάνω από τις δυνατότητές τους. Αυτό καθιστά το χρέος πολύ αποτελεσματικό πρότυπο εκμετάλλευσης. Παραδείγματος χάρη, αν ζητήσεις δάνειο για να σπουδάσεις, έχεις ήδη παγιδευτεί: δεν θα μπορέσεις να επιλέξεις το είδος εργασίας· μπορεί να χρειαστείς δύο δουλειές, δεν θα τολμήσεις να διεκδικήσεις δικαιώματα για να μη μείνεις στην ανεργία, γιατί έχεις χρέη κτλ.

Γνωρίζεις το Κίνημα των Πληττόμενων από τα Δάνεια[6]; Κατάλαβαν ότι η κατάστασή τους δεν είναι προσωπική αποτυχία και τη μετέτρεψαν συλλογικά σε πρόβλημα πρώτης πολιτικής τάξης.

Το γνώρισα αυτές τις μέρες. Πήγα στις συνελεύσεις τους και νομίζω ότι ήταν πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία. Επίσης το Κίνημα των Πληττόμενων από τα Δάνεια δεν αγωνίζεται μόνο ενάντια στο χρέος λόγω δανείου αλλά και για την πρόσβαση σε αξιοπρεπή κατοικία, δεν αρκεί η αντίθεση στο χρέος. Η απαλλαγή από το χρέος χρειάζεται συμπλήρωμα: την πρόσβαση στα κοινά αγαθά. Αν διαγραφεί το χρέος, αλλά δεν δημιουργηθούν διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις, το χρέος θα εμφανιστεί πάλι. Ο αγώνας ενάντια στο χρέος προϋποθέτει τον αγώνα για μια κοινωνία χωρίς εμπορευματοποίηση.

Το ζήτημα των κοινών αγαθών έχει κεντρική θέση στο έργο σου. Ωστόσο δεν δινόταν σημασία σ’ αυτό το θέμα, όταν άρχισες να συμμετέχεις στα κινήματα.

Στην πραγματικότητα δεν καταλαβαίνουμε τη σημασία των κοινών αγαθών μέχρι να καταλάβουμε ότι τα χάνουμε, ότι η αναδιάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας αποσκοπεί στην κατάργησή τους. Το είδα πολύ καθαρά στη Νιγηρία. Στην Αφρική, στο Μεξικό, στις χώρες των Άνδεων, στην Ινδία υπάρχουν ακόμη μορφές κοινοτικής ιδιοκτησίας που δέχονται όλο και περισσότερες επιθέσεις από ένα νέο κύμα περιφράξεων γης, πρωταρχικής συσσώρευσης ακριβώς μέσω του χρέους. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη δεκαετία του 1990, ο λόγος περί κοινοκτημοσύνης απέκτησε νέα ώθηση χάρη στους Ζαπατίστας που έθεσαν το ζήτημα στη διεθνή ημερήσια διάταξη των κοινωνικών κινημάτων.

Όταν όμως μιλάμε για κοινά αγαθά, δεν εννοούμε μόνο την κοινόκτητη γη.

Ακριβώς. Μετά το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση διευρύναμε τον λόγο περί αγαθών ως λόγο αντιτιθέμενο στη διάλυση του κράτους πρόνοιας. Καταλάβαμε ότι ο αγώνας δεν πρέπει να περιοριστεί στην υπεράσπιση της διατήρησης των σημερινών δημόσιων υπηρεσιών. Το σύστημα πρόνοιας των προηγούμενων δεκαετιών κάνει βαθύτατες διακρίσεις. Σχεδιάστηκε για να ενισχύσει την ηθική της εργασίας, την ηθική της εκμετάλλευσης. Παραδείγματος χάρη, η οικιακή εργασία αποκλείεται από τις εγγυήσεις τις οποίες παρείχε το κράτος πρόνοιας. Επινοήθηκε ως συμπλήρωμα της μισθωτής εκμετάλλευσης, όχι ως εγγύηση δικαιωμάτων ανεξάρτητων από την εργασία. Οι αγώνες ενάντια στην ιδιωτικοποίηση πρέπει να προχωρήσουν πέρα από την απλή υπεράσπιση των δημόσιων υπηρεσιών: πρέπει να υπερασπιστούν τα κοινά αγαθά. Γιατί το δημόσιο δεν είναι κοινό, το δημόσιο είναι μια μορφή ιδιωτικοποίησης, ιδιοκτήτης είναι το κράτος, το οποίο δεν ελέγχουμε εμείς.

Στη σκέψη σου έχει θεμελιώδη θέση το ζήτημα του ελέγχου του γυναικείου σώματος.

Το γυναικείο σώμα ήταν από τα πρώτα πεδία τα οποία επιχείρησε να ιδιωτικοποιήσει το κράτος. Η ανάκτηση του σώματός μας πρέπει να ενταχθεί στην προοπτική της ανάκτησης των κοινών αγαθών. Το σώμα πρέπει να είναι δικό μας. Ούτε του κράτους, ούτε της αγοράς.

Επικρίνεις τον Μαρξ, γιατί δεν έλαβε υπόψη την οικειοποίηση του γυναικείου σώματος ως καταστατική πράξη του καπιταλισμού.

Όλος ο λόγος του Μαρξ σχετικά με την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης είναι εντελώς φυσιοκρατικός. Δεν θεωρεί την αναπαραγωγή πεδίο πάλης. Δεν αντιλαμβάνεται ότι στην καπιταλιστική κοινωνία άνδρες και γυναίκες έχουν διαφορετικά συμφέροντα. Οι γυναίκες έχουν ιδιαίτερα συμφέροντα, υπάρχει ιδιαίτερη σχέση εκμετάλλευσης ανάμεσα στις γυναίκες και το κράτος, ανάμεσα στις γυναίκες και το κεφάλαιο. Ο Μαρξ υποστηρίζει ότι το κεφάλαιο «αφήνει στα χέρια της φύσης» την αναπαραγωγή. Φυσικοποιεί μια διαδικασία που στην πραγματικότητα είχε πάντα κεντρικό ρόλο.

Δεν είναι φυσική διαδικασία, αλλά ταξική σχέση.

Ναι. Ταξική σχέση, γιατί το κεφάλαιο προσπαθεί να οικειοποιηθεί το σώμα των γυναικών και να το μετατρέψει σε μηχανή προς αναπαραγωγή νέων γενεών εργαζομένων. Γι’ αυτό οι εξουσιαστές έχουν τόσο μεγάλο συμφέρον να ρυθμίσουν τη γεννητικότητα. Αν όχι, γιατί ενδιαφέρονται τόσο πολύ να καθορίσουν τη δυνατότητα των γυναικών να αποφασίζουν πότε θέλουν να γεννήσουν; Δεν μιλάμε για το παρελθόν, αρκεί να δούμε την αλλαγή του νόμου για τις αμβλώσεις την οποία προωθεί το Λαϊκό Κόμμα[7]. Σε άλλα μέρη του κόσμου οι αλλαγές του νόμου για τις αμβλώσεις συνοδεύονται από διαδικασίες αναγκαστικής στείρωσης, τις οποίες διαχειρίζονται η Παγκόσμια Τράπεζα, τα διεθνή ενεχυροδανειστήρια. Υπάρχει διεθνές συμφέρον να εμποδιστούν οι γυναίκες από τη δυνατότητα απόφασης. Τέλος υπάρχει εμμονή στην εξεύρεση εργαστηριακών μεθόδων αναπαραγωγής· προσπάθειες που μοιάζουν με επιστημονική φαντασία, που αποσκοπούν στη γέννηση ανθρώπων του σωλήνα χωρίς την ανάγκη μητέρας. Το γυναικείο σώμα είναι το μεγάλο εμπόδιο που το κεφάλαιο δεν μπόρεσε να υπερβεί.

capitalismo-y-trabajo-domestico_090514_1399650333_96_

Το πρώτο μέρος του βιβλίου σου Επανάσταση στο σημείο μηδέν βασίζεται στους αγώνες σου για τον μισθό των οικιακών βοηθών. Ωστόσο το δεύτερο μέρος απομακρύνεται κάπως από αυτό, καθώς ασχολείται με τις αγρότισσες που εργάζονται στην κοινόκτητη γη, οι οποίες είναι εκατομμύρια στον κόσμο.

Ναι, γιατί το δεύτερο μέρος γράφτηκε μετά τη διαμονή μου στη Νιγηρία, όταν διαπίστωσα τη σπουδαιότητα των γυναικών στη γεωργία επιβίωσης, η οποία αποτελεί μέρος της διαδικασίας καθημερινής αναπαραγωγής σε ευρείες περιοχές του πλανήτη. Αυτό θέτει νέα ερωτήματα ως προς τη στρατηγική η οποία επιδιώκει την καθιέρωση μισθού για την οικιακή εργασία. Είναι η εξέλιξη της σκέψης μου από τη δεκαετία του 1970 μέχρι τους αγώνες μου στο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα. Δεν αρνούμαι ότι είναι σημαντική η επίτευξη διεκδικήσεων όπως ο μισθός για την οικιακή εργασία, αλλά προσθέτω το ζήτημα των κοινών αγαθών. Επίσης είναι καρπός της διαπίστωσης ότι ο μισθός συνιστά ελάχιστα αξιόπιστη εγγύηση δικαιωμάτων.

Με αυτή την έννοια ποια γνώμη έχεις σχετικά με το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα;

Πριν απ’ όλα είμαι αντίθετη σε ένα «εισόδημα πολιτών». Γιατί η έννοια του πολίτη αποκλείει αυτόματα όλους τους μετανάστες και τις μετανάστριες που δεν αναγνωρίζονται ως πολίτες. Εν πάση περιπτώσει ας πούμε ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Είναι όμως μια έννοια πολύ προβληματική για διάφορους λόγους. Υπάρχει ένα σημαντικό τμήμα της νεοφιλελεύθερης δεξιάς που ήδη σχεδιάζει το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα – ο ίδιος ο Μίλτον Φρίντμαν ήταν υπέρ. Αντιλαμβάνονται ότι η κατάσταση στον κόσμο είναι ανυπόφορη και σχεδιάζουν το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα ως υποκατάστατο των κοινωνικών δικαιωμάτων. Σου δίνουν τα ψίχουλα του κοινωνικού πλούτου και την ίδια στιγμή σε αποκλείουν από οποιοδήποτε δικαίωμα θα μπορούσε να αποτελέσει μηχανισμό αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου. Είναι ένα είδος θεσμοθετημένης ελεημοσύνης με σκοπό να επισκιάσει τους αγώνες για τα κοινά αγαθά. Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι κάθε διεκδίκηση είναι χρήσιμη στον βαθμό που προϋποθέτει αποτελεσματικές μορφές οργάνωσης και το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα δύσκολα μπορεί να γίνει αντικείμενο οργάνωσης. Δεν έχει την ικανότητα να δημιουργεί νέες συμμαχίες, όπως θα είχε η διεκδίκηση μισθού για οικιακή εργασία, επειδή δεν έχει την ικανότητα να αποκαλύπτει νέες μορφές εκμετάλλευσης.

Ένας άλλος κίνδυνος είναι μήπως αυτή η γενική διεκδίκηση συγκαλύψει ακόμη μια φορά την ιδιαιτερότητα των γυναικείων διεκδικήσεων, στην προκειμένη περίπτωση του μισθού για οικιακή εργασία.

Ακριβώς. Η απαίτηση «εισόδημα για όλους» επισκιάζει το δικαίωμα του εισοδήματος για την οικιακή εργασία. Απλώνει ένα πέπλο και λέει «όλοι είμαστε ίσοι» υποβαθμίζοντας τη συγκεκριμένη διεκδίκηση των γυναικών.

Όταν μιλάμε για τους αγώνες που σχετίζονται με την αναπαραγωγή, αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα ότι δεν υπάρχει μέσο ανάλογο με αυτό που είναι η απεργία για το εργατικό κίνημα.

Αυτό είναι καίριο ζήτημα, με το οποίο ωστόσο ο φεμινισμός έχει ασχοληθεί ελάχιστα. Από τη δεκαετία του 1970 υπήρξαν φωνές, κυρίως στην Ιταλία και την Ισπανία, που είπαν «δεν υπάρχει γενική απεργία, αν εκείνη τη μέρα οι γυναίκες πρέπει να δουλεύουν ως συνήθως» ή «αν σταματήσει η αναπαραγωγική εργασία, σταματά όλη η κοινωνία». Αλλά δεν προχώρησαν πέρα από τις διακηρύξεις. Βέβαια υπήρξαν αγώνες σε τομείς κατ’ εξοχήν γυναικείας εργασίας στους οποίους αυτό τέθηκε, παραδείγματος χάρη, στις νοσοκόμες. Στα επαγγέλματα φροντίδας δεν μπορούν να ισχύουν τα ίδια συνθήματα με την αναπαραγωγική εργασία. Όταν μας λένε, «αν απορρίψεις την αναπαραγωγική εργασία, αρνείσαι να φροντίσεις τα αγαπημένα σου πρόσωπα», στην πραγματικότητα μας λένε ότι πρέπει να δεχτούμε την εκμετάλλευση, τη δική μας και των υπολοίπων.

Το σημείο αφετηρίας είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι η αναπαραγωγική εργασία περιλαμβάνει δύο σχέδια: την αναπαραγωγή της ζωής και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Αυτές οι δύο αλληλοεπικαλυπτόμενες διαδικασίες πρέπει να διαχωριστούν. Ο αγώνας αρχίζει όταν διαχωρίσουμε τις δύο πλευρές, όταν κατανοήσουμε ότι δεν είναι δυνατό να μιλάμε για συνολική απόρριψη της αναπαραγωγικής εργασίας. Πρέπει να μάθουμε να διαχωρίζουμε την αναπαραγωγή που υπηρετεί την αγορά εργασίας από την αναπαραγωγή που βρίσκεται έξω από την αγορά εργασίας ή ακόμη και ενάντια στην αγορά εργασίας. Ο καπιταλισμός έχει συνενώσει αυτές τις δύο όψεις και πιστεύω ότι είναι βασικό να τις διαχωρίσουμε.

Η εναλλακτική λύση που προσφέρει η αγορά στις γυναίκες της μεσαίας ή της ανώτερης τάξης, οι οποίες απορρίπτουν την αναπαραγωγική εργασία, είναι να την αναθέτει σε άλλες γυναίκες, συνήθως μετανάστριες.

Αυτό έχει σχέση με μια μορφή φεμινισμού που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1980, για να απενεργοποιήσει τα ανατρεπτικά του στοιχεία. Τον εξημέρωσαν και μέρος αυτής της εξημέρωσης υπήρξε η εξίσωση της γυναικείας χειραφέτησης με την εργασιακή επιτυχία, για την οποία ήταν αναγκαία η αναδιοργάνωση της αναπαραγωγικής εργασίας που την αναλαμβάνουν πάλι οι απαλλοτριωμένες γυναίκες από την Αφρική, τη Λατινική Αμερική κτλ. – αν και στο πλαίσιο αυτής της νέας δυναμικής ασφαλώς έχουν δημιουργηθεί πολύ ενδιαφέροντα κινήματα, όπως οι διεθνείς οργανώσεις μισθωτών οικιακών βοηθών, που αποτελούν συνέχεια των διεκδικήσεων των οικιακών βοηθών για αξιοπρεπείς μισθούς. Δηλαδή, αποτελούν συνέχεια των αγώνων τους οποίους εγκατέλειψαν οι Ευρωπαίες φεμινίστριες. Αυτή η νέα πραγματικότητα για εκατομμύρια γυναίκες που εργάζονται ως οικιακές βοηθοί θέτει νέες μορφές οργάνωσης και νέες προκλήσεις. Η μεγαλύτερη απ’ όλες περνά μέσα από την ένωση στον ίδιο αγώνα όσων αμείβονται για την οικιακή εργασία και όσων δεν αμείβονται.

Τα συμπεράσματα από όλα τα παραπάνω ποικίλλουν. Ένα: ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που πρέπει να καταργηθεί, γιατί υποτιμά την οικιακή εργασία. Δύο: η διαδικασία του αγώνα πρέπει να είναι πριν απ’ όλα διαδικασία αναδιοργάνωσης αυτής της εργασίας με σκοπό την εξάλειψη του καπιταλιστικού περιεχομένου της αναπαραγωγής. Πρέπει να δημιουργήσουμε νέες μορφές συνεργασίας, διαβίωσης, κατοίκησης στις πόλεις, τροφοπαρασκευής, συνύπαρξης στις γειτονιές. Και τρία: μιλώ πάντα για την ανολοκλήρωτη φεμινιστική επανάσταση. Χρειαζόμαστε ένα νέο φεμινιστικό κίνημα, όχι κατ’ ανάγκη μόνο γυναικείο, που θα θέσει πάλι στο επίκεντρο την αναπαραγωγική εργασία.

Μετάφραση: Δήμητρα Κοκκινίδου

Πηγή: PlayGround

 

Σημ. μετφ.

[1] Silvia Federici, Revolution at point zero: housework, reproduction, and feminist struggle, New York: PM Press, 2012.

[2] Silvia Federici, Caliban and the witch: women, the body, and primitive accumulation, New York: Autonomedia, 2004 (Ο Κάλιμπαν και η μάγισσα: γυναίκες, σώμα και πρωταρχική συσσώρευση, μετάφραση: Ίρια Γραμμένου, Λία Γυιόκα, Παναγιώτης Μπίκας, Λουκής Χασιώτης, Αθήνα: Εκδόσεις των Ξένων, 2011)

[3] Κατ’ ευφημισμόν ο ληστρικός τρόπος με τον οποίο ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί το χρέος των ανίσχυρων χωρών, για να επιτύχει αυτό που στη μαρξιστική ορολογία ονομάζεται πρωταρχική ή απαλλοτριωτική συσσώρευση του κεφαλαίου.

[4] Maurizio Lazzarato, La fabrique de l’homme endetté: essai sur la condition néolibérale, Paris: Editions Amsterdam, 2011 (Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου: δοκίμιο για τη φιλελεύθερη κατάσταση, μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2014).

[5] Strike Debt – Occupy Wall Street – Common Notions – Antumbra Design, The debt resistors’ operations manual, Strike Debt – Occupy Wall Street, 2012.

[6] PlataformadeAfectadosporlasHipotecas: το κίνημα ενάντια στις κατασχέσεις κατοικιών στην Ισπανία.

[7] Το δεξιό κυβερνών κόμμα της Ισπανίας.

 

Share

«Μια ύπουλη κατάσταση»: οι έμφυλοι ρόλοι των ακροδεξιών γυναικών

deutschefrauen

Συνέντευξη της Juliane Lang (Γιουλιάνε Λανγκ)[1], μέλος του «Ερευνητικού Δικτύου Γυναίκες και Δεξιός Εξτρεμισμός», στη Γερμανία, σχετικά με τους έμφυλους ρόλους των ακροδεξιών γυναικών τον Μάρτιο 2013 στην εφημερίδα taz.die tageszeitung.

taz: Κυρία Lang, πως είναι η «σύγχρονη γυναίκα της ακροδεξιάς»;

Juliane Lang: Δεν υπάρχει ένας τύπος. Η ζωή εντός της άκρας δεξιάς έχει διαφοροποιηθεί. Υπάρχει τόσο η παραδοσιακή εικόνα της μητέρας καθώς και η νέα ακτιβίστρια, η οποία συμμετέχει, λιγότερο ή περισσότερο, ισότιμα σε διαδηλώσεις ή μαχητικές δράσεις.

Πώς είναι η εξέλιξη των γυναικών στην ακροδεξιά σκηνή; 

Πάντα υπήρχαν γυναίκες στην ακροδεξιά. Η διαφορά είναι το πόσο επιθετικά παρουσιάζονται στο δημόσιο χώρο. Ενώ παλιότερα τις απασχολούσε κυρίως η κοινωνική συνοχή από το παρασκήνιο, σήμερα εμφανίζονται στο προσκήνιο πιο δυναμικά για να απευθυνθούν σε περισσότερες νέες γυναίκες. Σύμφωνα με το NPD (Εθνικοδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας), το ένα στα δύο νέα μέλη που εντάσσονται στο κόμμα είναι γυναίκες. Ο ρόλος των γυναικών στην ακροδεξιά σκηνή δεν πρέπει να υποτιμηθεί.

Τι σχέση έχουν μεταξύ τους ο σεξισμός και ο ρατσισμός; 

Ο ρατσισμός λειτουργεί συχνά έμφυλα – για παράδειγμα ως προς την εικόνα του μετανάστη ως απειλή για τις γυναίκες. Η ίδια η κοινότητα της ακροδεξιάς σκηνής κατασκευάζεται ως καταφύγιο, κάτι που όμως δεν είναι. Όπως πάντα κι εκεί η βία κατά των γυναικών βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη.

Υπάρχει ακροδεξιός φεμινισμός; 

Όχι. Το 2005 η συλλογικότητα ακροδεξιών γυναικών Mädelring Thüringen (MRT) ανακήρυξε τον «εθνικιστικό φεμινισμό», αλλά αντιμετωπίστηκε με φαιδρότητα. Για όλες τις πτέρυγες ο φεμινισμός και η ενσωμάτωση της αρχής της ισότητας (gender mainstreaming) χρησιμεύουν ως αρνητικό στερεότυπο. Το κοινωνικό φύλο ενέχει κινδύνους για την κατασκευή της «εθνικής κοινότητας», με βάση την οποία αποδίδονται στους άνδρες και στις γυναίκες σαφείς ρόλοι λόγω φύλου. Παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες σήμερα είναι ενεργές σε πολλούς τομείς, τους υπενθυμίζεται ωστόσο το εθνικό καθήκον της μητρότητας.

Η Beate Zschäpe (Μπεάτε Τσέπε)[2] αποτελεί πρότυπο για τις ναζί γυναίκες; 

Είναι μια ύπουλη κατάσταση το γεγονός ότι το πιο διάσημο πρόσωπο της γερμανικής ακροδεξιάς αυτή τη στιγμή είναι μια γυναίκα. Αυτό δείχνει το σημαντικό ρόλο των γυναικών στο πλαίσιο της άκρας δεξιάς. Ο πυρήνας του Εθνικού Σοσιαλιστικού Υπόγειου Ρεύματος (NSU) παρέμεινε χάρη στην ενεργή συμβολή της Zschäpe πίσω από το προσωπείο των ενεργών πολιτών. Είναι δευτερεύουσας σημασίας αν πράγματι κρατούσε όπλο στο χέρι της ή «μόνο» ήξεραν γι’ αυτό. Χωρίς την πολύπλευρη δράση των γυναικών η ακροδεξιά δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει.

 

[1] Η Juliane Lang σπούδασε Σπουδές Φύλου στο Πανεπιστήμιο Humboldt και Παιδαγωγική στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Συνεργάζεται με το Σύλλογο για Δημοκρατική Κουλτούρα στο Βερολίνο (VDK) και είναι μέλος του «Ερευνητικού Δικτύου Γυναίκες και Δεξιός Εξτρεμισμός» , που δημιουργήθηκε το 2000. Εστιάζει στις γυναίκες και στις σχέσεις των δύο φύλων μέσα στις ακροδεξιές οργανώσεις, στον πολιτισμό του ποδόσφαιρου και των φιλάθλων και στην παιδαγωγική ως αποτρεπτικό παράγοντα και πρόληψη της ακροδεξιάς.

[2] Η Beate Zschäpe γεννήθηκε στην Ανατολική Γερμανία. Στα 17 της γνώρισε τον κατά δύο χρόνια μεγαλύτερό της Ούβε Μούντλος, ο οποίος τη μύησε στις νεοναζιστικές ιδέες του. Ήταν μέλος της νεοναζιστικής οργάνωσης Εθνικό Σοσιαλιστικό Υπόγειο Ρεύμα (NSU), η οποία ευθύνεται για τη δολοφονία οκτώ Τούρκων, ενός Έλληνα και μιας αστυνομικού μεταξύ της περιόδου 2000-2007. Η Zschäpe είναι το μόνο μέλος της οργάνωσης που έχει επιζήσει, καθώς τα άλλα δύο μέλη της οργάνωσης έβαλαν τέλος στη ζωή τους, όταν εντοπίστηκαν από τις αρχές, το 2011. Η Zschäpe είναι η βασική κατηγορούμενη για συνέργεια στη δολοφονία των 9 μεταναστών και της αστυνομικού.

μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

Πηγή: taz.die tageszeitung

 

Διαβάστε ακόμη

Το τίμημα της σιωπής – Μια ματιά στη γένεση ακροδεξιών πεποιθήσεων

Ο λόγος στο αντιφασιστκό κίνημα

Το φύλο της Ακρας Δεξιάς

 

Share

Δυο χρόνια μετά το κυνήγι μαγισσών: συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης με μια διωκόμενη οροθετική

mona_hatoum

των Βαγγελιώ Σουμέλη και Δήμητρα Σπανού

Την άνοιξη του 2012, παραμονές των εκλογών του Μαΐου, το ελληνικό κράτος προχώρησε σε μία άνευ προηγουμένου επιχείρηση καταστολής και διαπόμπευσης οροθετικών τοξικοεξαρτημένων γυναικών. Με πρόσχημα την προστασία της δημόσιας υγείας και εφαλτήριο την υγειονομική διάταξη Γ.Υ. 39α/ ΦΕΚ 1002/02/04/2102, το κράτος προέβη σε σωρεία παρανομιών αναφορικά με την προσαγωγή, τη σύλληψη και την κράτηση 29 γυναικών.

Δύο χρόνια μετά η Α. μοιράζεται με το Φύλο Συκής μνήμες, σκέψεις, συναισθήματα.

 

Η σύλληψη                                                                                              

 

Σε συλλάβανε 3 Μαίου του 2012, τι θυμάσαι από εκείνη την ημέρα;

Με πιάσανε μέσα στο σουβλατζίδικο Σωκράτους και Βερανζέρου, δεν με πιάσανε στην πιάτσα.  Ο ανώτερος αστυνόμος μου λέει  Έλα έξω να πάμε για εξακρίβωση, του λέω Για ποιο λόγο, δεν κάνω κάτι κακό  μου λέει Όχι θα πάμε στο τμήμα. Πετάγεται ένας αστυνόμος μικρός, 19 – 20 χρονών, και μου λέει Προχώρα μωρή πουτάνα. Του πέταξα το σουβλάκι στα μούτρα. Με πήγανε στο τμήμα, ήταν πάρα πολλές γυναίκες, μέχρι και μια γιαγιά 70 χρονών με το εγγόνι της. Δηλαδή, δεν είχε μόνο γυναίκες τοξικομανείς ή οτιδήποτε άλλο, είχε και απλό κόσμο (χαμογελάει ειρωνικά). Μου πήρανε αίμα από το χέρι, χωρίς τη συγκατάθεσή μου, χωρίς καν να μου πουν για τι πράγμα είναι, επτά φορές.

Όταν σου είπαν ότι θα σου πάρουν αίμα, υποψιάστηκες για ποιο  λόγο;

Όχι, από τις 28 Απριλίου μέχρι τις 2 Μαίου δεν ήμουνα στην Αθήνα και δεν είχα ακούσει τι είχε και τι δεν είχε γίνει. Δεν μας είπανε γιατί μας παίρνουν αίμα. Την έβδομη φορά μου είπανε «έχεις τον ιό». Τους λέω ποιον ιό; Και τότε μου είπαν ότι μου πήρανε αίμα να δούνε αν έχω HIV.

Εσύ δηλαδή τότε έμαθες για πρώτη φορά ότι είσαι οροθετική. Μπορούσες να συνειδητοποιήσεις τι σου συμβαίνει, είχες ξανακούσει για τον ιό;

Χάθηκε η γη κάτω από τα πόδια μου. Ήξερα πολύ καλά τι είναι, γι’ αυτό και έπαθα κρίση πανικού, έπαθα αμόκ κανονικά. Ένιωθα να κλείνουν όλα, να στενεύουν τα ντουβάρια, να μην έχω αέρα να ανασάνω, ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται και να πονάω παντού. Το κεφάλι μου, η ψυχή μου όλα πονάγανε. Και δεν ήξερα πως να το διαχειριστώ όλο αυτό, δεν μπορούσα να το διαχειριστώ εκείνη τι στιγμή.

Πόσα άτομα ήτανε σε αυτό το σκηνικό;

ένας  γιατρός του ΚΕΕΛΠΝΟ και άλλες τέσσερις κοπέλες εθελόντριες που ήταν στα βανάκια, που τις ξέραμε γιατί μας μοιράζανε σύριγγες. Όλοι οι υπόλοιποι ήταν αστυνομικοί, είχε τουλάχιστον 10 αστυνομικούς μέσα στο γραφείο.

Ήσουνα σε κατάσταση να αντιδράσεις;

Όχι ήμουνα σε στερητικά. Δεν ήξερα καν ούτε τι δικαιώματα είχα, ήμουνα σε εντελώς χάλια κατάσταση.

Είπες πως ήταν πάρα πολλές κοπέλες εκεί. Την ώρα όμως που σου πήραν αίμα ήσουνα μόνη σου. Μετά τι έγινε; το συζητούσατε μεταξύ σας, πώς ήταν το κλίμα;

Ήτανε πολλές αλλά οι περισσότερες έφευγαν μόνες τους. Εγώ έφυγα μόνη μου με το τζιπάκι και είδα τις υπόλοιπες στη ΓΑΔΑ. Άλλες που το ξέρανε γελάγανε, άλλες, που δεν τις ένοιαζε, λέγανε «ωραία θα πάμε και λίγο φυλακή» και μια χαρά και ήταν και αυτές που τις είχε πάρει από κάτω. Εγώ έκανα τρεισήμισι ώρες να βγω από το γραφείο. Τρεισήμισι ώρες ήμουνα σε κατάσταση αμόκ. Δεν μπορούσαν να με συνεφέρουν, γιατί ήξερα ότι είμαι καλά, δεν με πιάσανε γιατί παρανόμησα και δεν ήξερα και τι θα γίνει. Δεν ήρθε  κάποιος να μου πει θα γίνει αυτό κι αυτό. Στο τζιπ για τη ΓΑΔΑ μου είπαν ότι θα πάω σε εισαγγελέα και θα κρίνει αν θα προφυλακιστώ ή όχι.

Και στη ΓΑΔΑ τι έγινε;    

Τίποτα, μας πήρανε αποτυπώματα. Ήταν και άλλες τέσσερις κοπέλες συγκατηγορούμενές μου, για ποιο λόγο δε καταλαβαίνω· από τη στιγμή που βρεθήκαμε σε διαφορετικά μέρη, για ποιο λόγο βάζεις το ίδιο κατηγορητήριο σε κάποιον; Για να μπει από κοινού πρέπει να γίνει και κάτι από κοινού, άμα είναι ξεχωριστά πώς το βάζει από κοινού, τέλος πάντων. Επειδή ήμασταν όλες σε κατάσταση χάλια από τα στερητικά, μας πήγανε στο Δαφνί και μας δώσανε φάρμακα για να κοιμηθούμε μέχρι την επόμενη ημέρα που θα περνάγαμε από εισαγγελέα. Μόνο υπνωτικά μας έδωσαν εκείνη την ημέρα, δυο χάπια.

Αυτό είναι πάγια τακτική;

Αυτό δεν το κάνει ποτέ η αστυνομία, αλλά ήταν πολλές οι γυναίκες και δεν μπορούσαν να τις διαχειριστούνε. Έπρεπε να τις έχουν ήρεμες, δεν γινόταν αλλιώς. Όταν σε παίρνουνε από την πιάτσα γιατί έχεις πάνω σου κάτι και πηγαίνεις αυτόφωρο όσο χάλια και να είσαι εάν δεν δούνε αίμα, στο νοσοκομείο δεν σε πάνε. Μου έχει τύχει φορά που έχω ανοίξει το κεφάλι μου στο κάγκελο προκειμένου να με πάνε στο γιατρό. Στο Δαφνί μείναμε πέντε με έξι ώρες, μετά μας πήγανε πίσω στη ΓΑΔΑ. Μέσα βέβαια στα κρατητήρια, είχαν κλειδώσει τις πόρτες και δεν μπορούσες ούτε τουαλέτα να πας.

Και που κάνατε την ανάγκη σας;

Μέσα στο κελί.

Ζητήσατε δηλαδή να πάτε τουαλέτα και σας αρνηθήκανε; Με ποια δικαιολογία;   

Ότι δεν μπορούσαμε γιατί είχαν ανοιχτά και στους άντρες, γιατί ήταν στον ίδιο όροφο. Και γιατί προφανώς δεν μπορούσαν να διαχειριστούν τόσες γυναίκες. Στους άντρες ανοίγανε. Υπήρχαν βέβαια και γυναίκες που φωνάζανε και εκείνες να μην μας ανοίξουνε, που δεν ήταν οροθετικές, που πηγαίνανε για άλλα δικαστήρια.

Εσύ ποιος πιστεύεις ότι ήταν ο πραγματικός λόγος που δεν σας ανοίγανε;

Για να μας σπάσουν τον τσαμπουκά. Για να μας ξεφτιλίσουνε.

Ως γυναίκα, τι είναι αυτό που νομίζεις ότι σε εξευτέλισε πιο πολύ σε αυτή τη διαδικασία;  

Να μην σου μένει κανένα ίχνος αξιοπρέπειας, να σου μιλάνε με τον χειρότερο τρόπο. Για να σε πλησιάσουν να φοράνε γάντια, μάσκες και σκούφους, λες και θα έμπαιναν δεν ξέρω και εγώ σε τι αίθουσα, με τι ιό. Πιστεύω και ο πιο απλός άνθρωπος μπορεί να καταλάβει ότι ένας τέτοιος ιός δεν κολλάει με τον αέρα, δεν είναι ίωση να κολλάει με το αέρα, θέλει μία συγκεκριμένη διαδικασία, σπέρμα ή αίμα. Δεν είχαμε κάτι από τα δύο με τα όργανα της τάξεως (χαμογελάει ειρωνικά).

Ασκήθηκε άλλη μορφή βίας στη ΓΑΔΑ;

Όχι

Λεκτική βία;

Ε ναι, τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται. Έλα μωρέ πουτάνα, καριόλα, παλιοπρεζάκι προχώρα, έτσι μας προσφωνούσαν.  Έτσι μιλάνε παντού.

Και στους άντρες;

Στους άντρες έχουν διαφορετική συμπεριφορά γιατί τους φοβούνται. Να σου το πω έτσι απλά, γιατί γνωρίζουν ότι μπορούν να τους τα κάνουν εκεί μέσα μπάχαλο. Είναι θέμα ισοτιμίας και όχι ισονομίας, δεν είμαστε ισότιμα μέλη σε ένα αστυνομικό τμήμα οι άντρες και οι γυναίκες.

Είναι μόνο απέναντι στο επίσημο κράτος που αισθάνεσαι αυτή την ανισότητα ή και σε άλλες καταστάσεις; 

Παντού, παντού, παντού (συνεχίζει να επαναλαμβάνει τη λέξη παντού για αρκετή ώρα). 

orothetikes6

 

Στις πιάτσες  

 

Πως έχεις βιώσει εσύ αυτή την ανισότητα;

Το να είσαι μια γυναίκα έξω στην πιάτσα δεν υπάρχει πιο… το εξευτελιστικό δεν το χωράει.  Δεν μπορώ να βρω τη λέξη να στην πω ακριβώς, το εξευτελιστικό είναι πολύ λίγο. Γιατί αν πάρεις σαν δεδομένο, ας πούμε πάνω στο νταραβέρι, στη δοσοληψία, και μόνο που θα σε δει γυναίκα θα σου δώσει λιγότερο, θα σου δώσει πιο εύκολα νοθευμένα πράγματα, θα φας ξύλο για να σου πάρουν τα λεφτά, για να σε έχει του χεριού του, για πολλούς λόγους. Το ξύλο παίζει πολύ, γι αυτό σου λέω, η λεκτική βία δεν είναι τίποτα για εμάς, συμβαίνουν πολύ περισσότερα από τα λεκτικά. Οι περισσότερες γυναίκες στην πιάτσα έχουν βιώσει βία από την οικογένεια, αλλά αυτό δεν είναι και απαραίτητο. Δεν είναι αλληλένδετο σώνει και ντε. Μπορεί να μην είχες βιώσει και τίποτα, έχω γνωρίσει γυναίκες που είχαν την τέλεια οικογένεια, τις τέλειες σχέσεις, είναι έτσι η πιάτσα.

Πως ορίζεις την τέλεια οικογένεια;   

Να μην υπάρχουν ξυλοδαρμοί, να μην υπάρχουν προστριβές μπροστά στα παιδιά σε βαθμό που να τα τραυματίζουνε.

Πως μπορεί ένα κορίτσι από μια τέλεια οικογένεια να καταλήξει στην πιάτσα;

Με το να σε κοροϊδέψει πολύ εύκολα ένας άντρας (γελάει δυνατά). Είναι πολύ εύκολο, πίστεψέ με, πολύ εύκολο και δεν πα να έχεις τετρακόσια διπλώματα. Η γυναικεία ψυχή είναι λίγο ευαίσθητη με αυτά, μπορεί να την παίξει μαριονέτα ο οποιοσδήποτε.

Μας λες δηλαδή ότι στο ξεκίνημά της η γυναικεία τοξικομανία σχετίζεται συνήθως με έναν έρωτα; 

Πάντα, είμαι κάθετη σε αυτό, πάντα είναι με έναν έρωτα. Καμία γυναίκα, τουλάχιστον όσες έχω γνωρίσει εγώ δεν ξεκίνησε από μόνη της, και έχω γνωρίσει πάρα πολλές. Να μην σου πω χιλιάδες και σου φανεί κάπως, να σου πω πολλές εκατοντάδες. Αν σκεφτείς ότι κάνω 20 χρόνια χρήση, βάλε πόσες γυναίκες έχω γνωρίσει.

Είναι θέμα φύλου τελικά;

Εγώ πιστεύω ότι υπάρχει διαφορά αν είσαι γυναίκα. Ο άντρας θα σε χειριστεί με το χειρότερο τρόπο γιατί παίζει με το συναίσθημά σου, ξέρει πολύ εύκολα πού να πατήσει και πώς να το κάνει. Πώς να σε κάνει να νιώθεις ενοχική, φοβισμένη. Και μπορεί μόνο να σου υψώσει τη φωνή, το πιο απλό πράγμα ή να σου πει δεν σου ξαναδίνω και αμέσως τελείωσες. Και ο πρώτος που θα το κάνει είναι αυτός που αγαπάς, αν είναι στην ίδια κατάσταση.

Και γιατί το δέχεσαι;   

Γιατί δεν έχεις άλλη επιλογή, γιατί φοβάσαι τη μοναξιά· εκεί πατάνε και στο ότι οι περισσότερες γυναίκες έχουνε λίγο μέσα τους αυτό το μητέρα Τερέζα, να σε βοηθήσω, να σε κανακέψω, το μητρικό και το εκμεταλλεύονται μια χαρά.


Στον εισαγγελέα

 

Στον εισαγγελέα τι έγινε;

Ήμουνα πολύ χάλια, δεν θυμάμαι και πολλά, είχα πάθει δύο επιληπτικές κρίσεις και μία κρίση πανικού. Τουλάχιστον εμείς καθυστερήσαμε να φύγουμε πάρα πολύ, γιατί δεν μπορούσαν να βρούνε γιατρό να με συνεφέρει, αν και υπήρχε ασθενοφόρο. Ήταν με τόσες εξαρτημένες γυναίκες και δεν είχανε μαζί τους ούτε ένα stedon, το μόνο που έλεγαν ήταν πάρε ανάσες και πιες νερό. Πριν μπούμε μέσα μας λένε Θα έρθουν να σας πλησιάσουν δικηγόροι, ΜΚΟ κ.λ.π., μην μιλήσετε με κανέναν, όλοι θέλουν να σας εκμεταλλευτούν. Ήρθαν τα παιδιά από το ΟΚΑΝΑ ο Στέλιος και ο Σωτήρης μαζί με τη δικηγόρο του ΟΚΑΝΑ, μιλάω για μένα, τους άρχισα στα μπινελίκια και τους έδιωχνα. Δεν καταλάβαινα τι έκανα.

Είχατε δικηγόρο μαζί σας στην εισαγγελία;

Καμία δεν μπήκε μέσα με δικηγόρο, δικηγόρο μας όρισε η φυλακή πια. Ο εισαγγελέας μας ρώτησε τι κάναμε στην πιάτσα, πόσα χρόνια πίνουμε και μας είπε προφυλακίζεστε.

Δεν ρωτήσατε γιατί;  

Δεν ήμασταν σε κατάσταση να ρωτήσουμε γιατί. Και να λάβεις υπόψη σου ότι από τις 30 γυναίκες οι 10-12 ήτανε ξένες.

Κάποιες γυναίκες είπαν ότι ασκήθηκε βία εναντίον τους προκειμένου να υπογράψουν την ομολογία τους, με εσένα τι έγινε;

Δεν θυμάμαι, οι δικηγόροι μου είπαν ότι την υπέγραψα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που πέρναγα από δικαστήριο, ήταν όμως η πρώτη φορά που θα πήγαινα φυλακή. Πολλές γυναίκες υπογράψανε. Δεν τις χτυπήσανε αλλά τις ανάγκασαν να υπογράψουν με ψυχολογικό εκβιασμό, Υπέγραψε να τελειώνουμε και να πάμε στα σπίτια μας. Ο ψυχολογικός εκβιασμός είναι πάγια τακτική της αστυνομίας προκειμένου να αποσπάσει αυτό που θέλει, δεν είναι μόνο σε μας.

Η συγκεκριμένη αστυνομική επιχείρηση, της οποίας προηγήθηκαν και ακολούθησαν άλλες, στήθηκε προεκλογικά με βασικό επιχείρημα να καθαρίσει το κέντρο της Αθήνας από τις μετανάστριες παράνομες εκδιδόμενες που μεταδίδουν τον ιό του AIDS σε ανυποψίαστους οικογενειάρχες. 

Ναι ήταν καθαρά ψηφοθηρική επιχείρηση. Και αυτοί οι φιλήσυχοι οικογενειάρχες είναι τόσο καλοί άνθρωποι που βλέπουνε μια γυναίκα χάλια, κάτω στα πατώματα, μέσα στις πληγές και τη βρώμα και πάνε μαζί της και μάλιστα ζητάνε να πάνε χωρίς προφυλακτικό. Το σπίτι τους δεν το σκέφτονται;

“η δημοσιοποίηση των στοιχείων ταυτότητας και των φωτογραφιών, καθώς και της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος των πέντε γυναικών, αποσκοπεί στην προστασία του κοινωνικού συνόλου και προς την ευχερέστερη πραγμάτωση της αξίωσης της Πολιτείας για τον κολασμό των παραπάνω αδικημάτων. Επίσης, για την αποκάλυψη της τυχόν τέλεσης από μέρους τους παρόμοιων πράξεων, της προτροπής όσων έχουν ήδη συνευρεθεί μαζί τους να υποβληθούν σε ιατρικές εξετάσεις, καθώς και της αποτροπής του πανικού που θα μπορούσε να προκληθεί σε όσους έχουν συνευρεθεί με εκδιδόμενο πρόσωπο με όμοια χαρακτηριστικά”.

Πως σχολιάζεις το παραπάνω απόσπασμα της ΕΛΑΣ;

Κανένας άνθρωπος δεν βγήκε να καταγγείλει ότι κόλλησε από εμένα ή άλλη κοπέλα HIV, καμία τέτοια ομολογία δεν υπήρξε. Αλλά αν θες ένα παράπονό μου και δεν θέλω να παρανοηθεί, δεν είδα την φωτογραφία κανενός άντρα. Να μια διάκριση, μια πολύ μεγάλη διάκριση μεταξύ των φύλων. Δηλαδή γιατί τον άντρα, και δεν εννοώ σε καμία περίπτωση ότι θέλω να υπάρχει διαπόμπευση, αλλά γιατί αυτός ο διαχωρισμός;

orothetikes5

 

Για την πορνεία

 

Πώς σχολιάζεις το γεγονός ότι κάποιος κόσμος ταυτίζει μια εξαρτημένη γυναίκα με μια πόρνη;

Άκου να δεις. Ότι μπορεί μια γυναίκα να το βιώσει και αυτό μπορεί. Δεν σημαίνει όμως ότι όποια γυναίκα πίνει είναι και πόρνη. Αυτή είναι μια ταμπέλα που έχει μπει πολλά χρόνια πίσω, χωρίς όμως να έχει βάση. Γιατί οι περισσότερες γυναίκες ζούνε από το πάρε δώσε, από το αλισβερίσι, δεν ζούνε από την πορνεία.

Τι συναισθήματα σου προκαλεί αυτή η ταμπέλα;

Ξέρεις τι γίνεται; ξέρεις τι είναι να περνάς στο δρόμο, απλά να περπατάς και να ακούς πόσο πάει, θα μου κάνεις αυτό, θα μου κάνεις εκείνο, θα μου κάνεις το άλλο. Για ποιο λόγο, γιατί να μου το λένε;  Απλά γιατί έτσι έχει περάσει στη συνείδηση του κόσμου και εμείς έχουμε μάθει να ζούμε με αυτό. Έπαψε από ένα σημείο και μετά να μου προκαλεί κάτι. Τα πρώτα χρόνια με τρέλαινε, ντρεπόμουνα, είχα το αίσθημα της απόλυτης ξεφτίλας. Και είναι άντρες όλων των ηλικιών, όλων των κοινωνικών τάξεων, όλων των μορφωτικών επιπέδων που το κάνουν αυτό. Συνήθως είναι οι κοστουμάτοι και οι παππούδες. Οι παππούδες πες δεν έχουνε τον κάλο στο κεφάλι τους, οι κοστουμάτοι όμως;

Αυτό είναι εντυπωσιακό, γιατί μία άλλη προκατάληψη που υπάρχει είναι ότι υπάρχουν εκδιδόμενες πολλών επιπέδων και ότι οι κοστουμάτοι θέλουνε τις κυριλέ.

Οι κοστουμάτοι σε πληροφορώ προτιμούνε τις πεθαμένες κάτω. Επειδή έχουνε βίτσια μπορούνε να τα βγάλουν πολύ εύκολα, με λιγότερα χρήματα. Για να πάει σε μία κυριλέ πρέπει να σκάσει και 1000 Ευρώ ενώ εκεί με ένα κατοστάρικο θα την κάνει τη δουλειά του.

Γύρω από την πιάτσα υπάρχουν καταστηματάρχες, επιχειρήσεις μικρές όπως ο περιπτεράς ή μεγαλύτερες που δεν τις συμφέρει να έχουν τα μαγαζιά τους στην πιάτσα…

(Διακόπτει) Κονομάνε περισσότερα από την πιάτσα, πριν μου το πεις στο λέω εγώ, κονομάνε τα διπλάσια από το αν ήταν σε οποιοδήποτε άλλο μέρος, γιατί το χρήμα κινείται. Και καλούνε συνέχεια και την αστυνομία, για το θεαθήναι, για τα μάτια του κόσμου και μετά πηγαίνει ο μπάτσος και του δίνει λεφτά από αυτά που πήρε από την πουτάνα ή από το πρεζάκι. Γιατί δεν θα πάρεις το κουτί τα προφυλακτικά που κάνει τρία ευρώ, θα το πάρεις ένα ένα που κάνει μισό ευρώ, δεν θα πληρώσεις την cocacolaπου κάνει 1,5 ευρώ αλλά θα πληρώσεις την κόλα κόκα (χαμογελάει) που κάνει 80 λεπτά και θα πουλήσει αυτός 100 την ημέρα και όχι 20 που πουλάει ο περιπτεράς στον πίσω δρόμο, απλό. Πολλοί είναι τόσο χωμένοι που έχουνε και γυναίκες και ναρκωτικά. Να ξεκαθαρίσω κάτι, όλο το σύστημα του ελληνικού κράτους συντηρείται από τους τοξικομανείς.

 

Στη Φυλακή

 

Σας οδηγούν στη φυλακή, τι μνήμες ανασύρεις από εκεί;  

Χαμογελάω για να μην κλαίω, γιατί ακόμα δεν μπορεί να τις διαχειριστεί το κεφάλι μου. Εμάς που ήμασταν η δεύτερη παρτίδα, γιατί έτσι ακριβώς μας λέγανε -σας φέρνω πέντε κομμάτια, είναι κρέατα, πέντε κοτόπουλα, πέντε γίδια- ήμασταν λοιπόν τα επόμενα πέντε κομμάτια μετά τις 11 που πιάσανε. Μας πετάξανε όλα μας τα ρούχα, ενώ οι επόμενες που ήρθανε τους τα βάλανε στην αποθήκη. Εγώ ας πούμε αυτά που φόραγα κάνανε 500 ευρώ τα οποία τα είχα πληρωμένα, δεν μου τα είχε χαρίσει κάποιος. Λέω το πιο απλό, αλλά η ουσία είναι γιατί μου πετάς κάτι που μου ανήκει, αφού είσαι υποχρεωμένος να μου το φυλάξεις;

Γιατί τα πετάξανε;  

Γιατί είχα HIV, γιατί είχε μίασμα πάνω, ήταν μιασμένο. Γάντια, μάσκες τα πάντα. Τα παπούτσια που μου έδωσαν να φορέσω, εγώ φοράω 37 και μου έδωσαν 42. Έκανα δυο βήματα μέσα και μετά ένα βήμα έξω, ένα βρακί που μου έφτανε μέχρι το βυζί και ένα παντελόνι που έμπαιναν άλλες δύο μέσα. Αυτά ήταν τα ρούχα της υπηρεσίας, τα οποία εγώ δεν τα ήξερα όλα αυτά τα πράγματα, τα έμαθα, λίγο βίαια, αλλά τα έμαθα.

Μίλησε μας για τη βία στη φυλακή, την κάθε μορφή βίας, γιατί βία ήταν και ότι φορούσαν μάσκες.  

Βία ήταν ότι φορούσαν μάσκες, βία ήταν ότι ερχόντουσαν και μας πετούσαν το φαγητό σαν να ήμασταν σκυλιά. Δεν ερχόντουσαν σε επαφή μαζί μας, δεν μας έδιναν το φαγητό·  μπορώ να πάρω το φαγητό χωρίς να τον ακουμπήσω. Καταρχάς τρώγαμε το φαγητό στις ταΐστρες που τρώνε τα σκυλιά, αυτά που είναι με το χώρισμα στη μέση, που δίπλα μπαίνουν οι κροκέτες και δίπλα το νερό, και που δεν υπήρχε απορρυπαντικό για να το πλύνεις μετά το φαγητό για να πας να πάρεις το επόμενο. Ήταν με τα ίδια βρώμικα λάδια, με την ίδια μούχλα πάνω. Ειδικά τον πρώτο καιρό που δεν μας δίνανε ούτε depon, που δεν μπορούσαμε όχι να πλύνουμε, αλλά που πήγαινε η διάρροια από τα καθαρκτικά που είχαν μέσα τα φαγητά σύννεφο. Είναι πάγια τακτική της φυλακής αυτή, για μην έχεις περάσει οτιδήποτε μέσα. Μα ούτως ή άλλως ήμασταν μέσα στο κελί, και να είχαμε κάτι θα έπεφτε στη λεκάνη μας, ποιος θα το έβλεπε (γελάει). Επίσης εμείς δεν είχαμε χρήματα για απορρυπαντικά και για μπακάλη, από 30 γυναίκες που ήμασταν σε αυτή την ειδική πτέρυγα, εγώ και άλλες δύο είχαμε κάθε εβδομάδα λίγα λεφτά, τα οποία ίσα που φτάνανε για τσιγάρα και εάν, που θα έπρεπε να δώσεις και στη μία και στην άλλη και πάει λέγοντας. Δεν μπορούσες να δώσεις σε όλες, έδινες στο θάλαμό σου.

Πόσες μένατε μαζί;  

Εννιά ήμασταν στο θάλαμο.

Και ήταν θάλαμος για εννιά;

Όχι ήτανε θάλαμος για πέντε. Βάζεις κουκέτες και τους χωράς όλους μια χαρά.

Είσαι από τις τελευταίες γυναίκες που αποφυλακίστηκαν. Πότε άρχισε να καλυτερεύει η κατάσταση;

Μετά το δεύτερο, τρίτο μήνα που άρχισε να αλλάζει η αντιμετώπιση και από τις άλλες κρατούμενες. Εντάξει μάσκες και γάντια τα βγάλανε γρήγορα, αλλά δεν είχαμε τον προαυλισμό και ήμασταν στα υπόγεια που τρέχανε τα λούκια με τα βρομόνερα. Εγώ που είχα θέμα με το πνευμόνι μου, ήμουνα κάθε μέρα πάνω να κάνω μάσκες με φάρμακο γιατί δεν μπορούσα να ανασάνω. Στον επάνω όροφο ήταν πάλι οροθετικές και τοξικομανείς, οι οποίες όμως δεν δεχόντουσαν να πάμε μαζί τους. Δεν ξέρω γιατί, μην με ρωτάς. Η κατάσταση ήταν χάλια στην αρχή, ποντίκια, κατσαρίδες, τα στρώματα που κοιμόμασταν ήταν από τη χούντα, τα ίδια στρώματα, με περιττώματα από γάτες, από τους προηγούμενους κρατούμενους. Εγώ έπαθα μεγάλη ζημιά, έκανα τρεις μήνες αγωγή αφού βγήκα, ήμουνα από το λαιμό μέχρι τα νύχια μία πληγή ολόκληρη, από μικρόβιο από τα στρώματα. Πόσες κοπέλες είχανε ψώρα και άλλες που έπαθαν φυματίωση. Την βγάλαμε μέχρι και το καλοκαίρι χωρίς να βγαίνουμε στο προαύλιο, με τη δικαιολογία ότι δεν δεχόντουσαν οι υπόλοιπες κρατούμενες. Και για τους άντρες όμως έτσι είναι. Έχουν ανθρώπους με καρκίνο που δικαιωματικά βγαίνουν έξω για λόγους υγείας και δεν τους βγάζουν, έχουνε άνθρωπο με κομμένα πόδια και τον έχουν στο δεύτερο όροφο. Για να προαυλιστεί  τον κατεβάζουν οι υπόλοιποι κρατούμενοι στα χέρια. Έχουν τους οροθετικούς με φυματικούς, με ανθρώπους που έχουν πνευμονολογικά, που και ένα κρύωμα από τη στιγμή που δεν παίρνεις την αγωγή σου μπορεί να σε πεθάνει. Μπορεί βέβαια αυτά να σας φαίνονται ψιλά γράμματα, καμία αξία για την ανθρώπινη ζωή· τίποτα, δεν αξίζουμε για το κράτος τίποτα. Δηλαδή παραμέλησες, ήσουνα χρήστης, είσαι οροθετικός, έχεις φυματίωση, έχεις καρκίνο, δεν πα να έχεις ότι έχεις, θα σε πετάξουμε εκεί μέσα και βγάλε άκρη μόνος σου.

Είχατε τηλεόραση;   

Μία είχαμε που μας την παραχώρησαν από τον πάνω όροφο οι οροθετικές που δεν μας δέχονταν. Ήταν στο διάδρομο και έπαιζε μόνο μουσική, αυτό, τίποτε άλλο.

Δεν είχατε δηλαδή πρόσβαση στα κανάλια, δεν γνωρίζατε πώς διαχειρίζονταν ο τύπος εκείνη την εποχή το όλο θέμα. 

Δεν ξέραμε τίποτα. Ξέραμε κάποια πράγματα από πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους που δεν μπορώ να πω, από κει μαθαίναμε ό,τι μαθαίναμε. Ακόμα και οι γονείς μου δεν μου έδιναν εικόνα τι ακριβώς είχε γίνει. Εγώ είδα ολοκληρωμένα όλο αυτό το πράγμα όταν είδα τα «Ερείπια» της Ζωής Μαυρουδή. Τότε είδα τι είχε γίνει με εμάς. Τα λίγα που ξέραμε ήταν από τις συναντήσεις με την Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης για τις Διωκόμενες Οροθετικές, τότε μάθαμε για τη διαπόμπευση, αν δεν υπήρχαν οι γυναίκες της πρωτοβουλίας, δεν θα υπήρχαμε εμείς.

orothetikes2

 

 

Για την αλληλεγγύη

 

Παρότι ήταν μία επιχείρηση του επίσημου κράτους, βρεθήκατε αντιμέτωπες με ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Γνωρίζατε ότι ένα κομμάτι αντιστάθηκε; 

Σίγουρα ήταν πολλοί που αντιστεκόντουσαν, δεν μπορώ να πιστέψω ότι ήταν όλη η ελληνική κοινωνία εναντίον μας. Το μόνο που μπορούσαμε να ξέρουμε ήταν ότι όταν φεύγαμε από τα δικαστήρια, είδαμε 300 ανθρώπους, δεν ξέρω πόσους, ακριβώς, να φωνάζουν για τα δικαιώματά μας. Μας έπιασε, εμένα προσωπικά, μία ψυχική ανάταση, είπα Ωχ δεν είμαι μόνη μου, δεν με λιθοβολούνε όλοι, είναι και αυτοί οι άνθρωποι που μου συμπαραστέκονται σε αυτό που περνάω. Ήταν από τις λίγες φορές που έκλαιγα από χαρά. Σου δίνουν κουράγιο αυτά. Από εκεί που είσαι εντελώς απομονωμένος, έστω και ένας άνθρωπος να βρεθεί που να αποδεχτεί αυτό που είσαι, είναι πολύ σημαντικό.

Πως αντιλαμβανόσασταν τότε την παρέμβαση της Πρωτοβουλίας, που ουσιαστικά εκπροσωπούσε αυτό το κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που αντιστέκονταν;

Νιώθαμε ότι μας στηρίζανε ηθικά, ψυχικά, υλικά. Γιατί δώσανε πολλά χρήματα κάθε βδομάδα να μας φέρνουνε τηλεκάρτες, καφέδες, τσιγάρα. Δεν ήταν όμως αυτά για εμάς το θέμα. Όταν είπαν ότι δεν υπάρχουν άλλα χρήματα για να μας φέρνουν πράγματα, εγώ προσωπικά αλλά και άλλες, είπα όχι, θέλουμε να έρχεστε και ας μην δώσετε τίποτα.


Δικαίωση;

 

Δικάστηκες μαζί με άλλες επτά γυναίκες με την κατηγορία μάλιστα του κακουργήματος και αθωωθήκατε. Τι σημαίνει για σένα αυτή η απόφαση;

Ήταν ηθική δικαίωση. Όλο αυτό που είχανε στήσει, ήταν καθαρά ψηφοθηρικό και με καμία βάση αλλιώς δεν θα αθωωνόμασταν παμψηφεί. Αυτό σημαίνει πάρα πολλά πράγματα, δεν ίσχυε τίποτα από όλα αυτά που μας καταλόγισαν. Θα ήθελα να πω ένα ευχαριστώ και στον Κ. Ραγκούση. Έκανε μία αγόρευση δυόμισι ώρες και όταν ήρθε ο αστυνομικός τον έκανε φύλο φτερό κανονικά. Όλο το ψέμα που είχε στηθεί κατέρρευσε, σε σημείο που έφυγε με σκυφτό το κεφάλι, γιατί αυτός περίμενε ότι θα πάρει ίσως και βαθμό.

Ήσουν από τις ελάχιστες γυναίκες που διεκδίκησαν δικαστικά αποζημίωση για την παράνομη κράτηση. Το ύψος ωστόσο της αποζημίωσης ήταν το ελάχιστο προβλεπόμενο. Πως αισθάνεσαι για αυτό;

Μου έκοψαν τα φτερά. Η δικαιολογία του δικαστηρίου ήταν ότι αφού θα κάνετε και άλλη αγωγή θα σας δώσουμε το ελάχιστο που ήταν 10 ευρώ γιατί το μέγιστο ήτανε 30. Χωρίς να ρωτάει, έχετε την οικονομική δυνατότητα να δώσετε αυτά τα δικαστικά έξοδα; Έχετε τη δυνατότητα να πληρώσετε τους δικηγόρους;

Έχεις προσφύγει και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Για σένα ποια θα είναι η δικαίωση, θα μείνει σκιά ή νομίζεις ότι με το χρόνο θα το αφήσεις πίσω σου;

Ναι πάντα, και δεν είναι θέμα οικονομικό. Δεν πληρώνεται αυτό που μας κάνανε, με τίποτα.  Εκατομμύρια να μου δώσουνε, δεν μπορεί να πληρωθεί όλη αυτή η ξεφτίλα. Ξεφτίλα είναι λίγη λέξη, δεν το χωράει αυτό το πράγμα που ζήσαμε ή που έζησα, δεν μπορώ να μιλήσω για όλες, αλλά εγώ αυτό που έζησα δεν πληρώνεται. Αν θες είναι μια βοήθεια το οικονομικό, γιατί στην κατάσταση που βρίσκομαι είναι τα πράγματα δύσκολα, όσον αφορά για μια δουλειά, για οτιδήποτε. Ακόμα είμαι στο στάδιο της απεξάρτησης. Δεν είναι τα πράγματα εύκολα και πλέον συμβαίνουν και τραγικά πράγματα. Για να σε προσλάβουν σε μια δουλειά μπορεί να σου ζητήσουν να κάνεις και τεστ οροθετικότητας, το οποίο είναι απαράδεκτο και παράνομο ή να σου πάρουν αίμα και αν σε βρουν οροθετικό πάλι να σε διώξουνε. Τουλάχιστον είναι μια βοήθεια για κάποια έξοδα ή να ζήσω, να ξεκινήσω κάτι.

Η προσφυγή πιστεύεις ότι θα πάει καλά;

Ναι. Γιατί από τι στιγμή που υπάρχει καταδικαστική απόφαση, έστω αυτή η αποζημίωση, για την Ελλάδα είναι μεγάλο πλήγμα. Η Ελλάδα θα πληρώσει μάνι μάνι πρόστιμο για αυτή τη συμπεριφορά στην Ευρώπη, πλέον δεν μπορούν να τους αντιμετωπίσουν τους Ευρωπαίους, δεν έχουν μία δικαιολογία να πούνε γιατί το κάνανε, όλα κατέρρευσαν.

Αν περνούσε από το χέρι σου, ιδανικά τι θα ήθελες για να δικαιωθείς;

Τι θα ήθελα για να δικαιωθώ; να καταδικαστούνε όλοι αυτοί που μας βγάλανε στις εφημερίδες και στα μανταλάκια, αυτό θα ήθελα, όλοι και πρώτα απ’ όλα ο γιατρός. Γιατί σαν γιατρός ήξερε τι είναι το ιατρικό απόρρητο και έφτασε σε ένα σημείο τους ανθρώπους που είναι οροθετικοί να χάσουν την εμπιστοσύνη τους, να μην πηγαίνουν για εξετάσεις, γιατί φοβούνται ότι θα δοθούν τα στοιχεία τους παραπέρα. Για μένα αυτός είναι ο πρώτος. Ιδανικά θα ήθελα να τον δω κρεμασμένο στο Σύνταγμα, ιδανικά.

Δεν είσαι κατά της θανατικής ποινής; 

Για αυτούς συγκεκριμένα δεν ξέρω. Δεν λέω όμως να τους πεθάνουνε, όχι. Να περνάει ο καθένας και να του κάνει ότι θέλει, να είναι κρεμασμένος σε ένα παλούκι και να του κάνει ο καθένας ό,τι θέλει, θα ήταν το τέλειο. Θα ήμουνα η πρώτη που θα πήγαινα, με ένα ξυλοπόδαρο από εδώ μέχρι την Αφρική (γελάει). Πρέπει να πληρώσουν όλοι ακριβά.

Οι δημοσιογράφοι;

Είναι δημοσιογράφοι αυτοί; Ερώτηση. Άμα είναι έτσι η δημοσιογραφία καλύτερα να μην έχουμε. Ακόμα υπάρχουνε οι εικόνες μας στο διαδίκτυο. Που έγινε τεράστιος αγώνας να κατέβουν και δύο χρόνια μετά ακόμα υπάρχουν. Η εικόνα ενός παιδόφιλου δεν υπάρχει, η εικόνα η δικιά μου όμως υπάρχει. Όσον αφορά τη διαπόμπευση και όλο αυτό το ξεφτιλίκι  που έγινε, να αναλογιστείς ότι ο πατέρας μου έκανε απόπειρα αυτοκτονίας. Τον έπαιρνε η Στεφανίδου δύο η ώρα τη νύχτα λέγοντας Κάντε μας μία δήλωση για την κόρη σας (μιμείται κοροϊδευτικά μία λεπτή γυναικεία φωνή) Δηλαδή στην πλάτη της κόρης μου θέλεις να κάνεις νούμερα, εδώ εγώ χάνω το παιδί μου και εσύ θέλεις να κάνεις νούμερα; Και αυτό συνεχίζονταν για 40 ημέρες, το όχι δεν τους αρκούσε.

Ήταν πολλοί δημοσιογράφοι που σας παρενοχλούσαν;

Πολλοί… Η Στεφανίδου, ο Ευαγγελάτος, ο Πορτοσάλτε…

Πιστεύεις ότι θα υπάρξει δικαίωση;

Όχι.

orothetikes4

 

Η επόμενη μέρα

 

Δύο χρόνια μετά τι περιμένεις από τη ζωή σου, πώς είναι η επόμενη μέρα και ποιά είναι τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζεις;

Καταρχάς  οι περισσότεροι συγγενείς μου -και μιλάω ας πούμε για τα ξαδέρφια μου που έχουμε μεγαλώσει μαζί- δεν μου μιλάνε, δε με αφήνουνε να δω τα παιδιά τους. Και είναι άνθρωποι που είναι μέσα στο internet, δηλαδή έχουν πληροφόρηση, ξέρουν ότι δεν κολλάει με τον αέρα. Ωστόσο έχω και μία χαρά από τον μικρό μου τον ξάδερφο που είναι 15 χρονών ο οποίος μου λέει Δεν με ενδιαφέρει τι έχεις, με νοιάζει που είσαι καλά, που είσαι πάλι σπίτι και μπορώ να σε βλέπω. Αλλά στα οκτώ άτομα, οι τρεις είναι που με αποδέχονται. Όλοι οι άλλοι όχι, δεν με βάζουν μέσα στο αυτοκίνητό τους. Ακόμα και η μάνα μου στην αρχή δεν το δέχτηκε. Μόλις πήγα την πρώτη μέρα στο σπίτι, μου είπε Να φύγεις από εδώ δεν σε θέλω. Ήτανε μαχαιριά στην καρδιά. Αυτό μπορεί να με πόνεσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο γιατί ήξερε τι είχα περάσει. Μετά μου στάθηκε, η πρώτη αντίδραση όμως ήταν ότι Δεν σε θέλω στο σπίτι με αυτό που έχεις. Άρα καταλαβαίνεις ότι ακόμα και από το ίδιο σου το περιβάλλον, το οικογενειακό, υπάρχει θέμα.

Το φιλικό περιβάλλον;

Δεν έχω φίλους, εκτός από έναν φίλο τέλος πάντων, δεν έχω φίλους, είμαι τελείως απομονωμένη και φοβάμαι και να βγω έξω, να πάω δηλαδή κάπου επειδή είναι έτσι ο χαρακτήρας μου, θα το πω από την πρώτη στιγμή τι έχω, και ξέρω ότι δεν θα γίνει αποδεκτό. Δεν μπορώ να βρω εύκολα ανθρώπους να συναναστραφώ μαζί τους εκτός από ανθρώπους που είναι οροθετικοί.

Πως λοιπόν βλέπεις το μέλλον;

Χλωμό.

Υπάρχουν δομές, φορείς, προγράμματα που μπορείς να απευθυνθείς;

Υπάρχουν. Το Κέντρο Ζωής για παράδειγμα έχει ψυχολογική υποστήριξη.

Και σε πιο πρακτικό επίπεδο; Όπως για παράδειγμα για σκοπούς σύνδεσης με την αγορά εργασίας;

Να σου πω την αλήθεια δεν το έχω ψάξει και πάρα πολύ. Από τον ένα χρόνο και δύο μήνες που είμαι έξω από τη φυλακή, τους τρεις πρώτους μήνες δεν μπορούσα να κυκλοφορήσω γιατί έτρεμα σαν το ψάρι από τα ψυχοφάρμακα. Ήμουνα σε μια κατάσταση πολύ χάλια και έκανα να βγω μόνη μου από το σπίτι εννιάμιση μήνες. Γενικά όμως είναι υποτυπώδεις οι υποδομές που υπάρχουνε και πρέπει να υπάρχει και η διάθεση κάποιου για να πάει εκεί και να μάθει πέντε πράγματα. Έχω αρχίσει να έχω κάποια σχέση με την ActUp, να κοινωνικοποιούμαι με τους ανθρώπους και να βοηθάω στο μέγιστο που μπορώ. Πιστεύω ότι είμαι σε θέση να βοηθήσω, τουλάχιστον κάποιους ανθρώπους που δεν γνωρίζουνε ακριβώς τι είναι ο ιός. Απλά ακόμα και αυτοί περιμένανε να σταθεροποιηθώ για να με εντάξουνε στην ομάδα τους, γιατί μην ξεχνάς ότι ήμουνα 20 χρόνια στη χρήση και θέλανε να είμαι τουλάχιστον έναν χρόνο καθαρή για να αρχίσω να δραστηριοποιούμαι. Υπάρχουν πράγματα που μπορώ να κάνω, αλλά πρέπει να είμαι καλά για να μπορούν και αυτοί να στηριχτούν πάνω μου και έχουνε απόλυτο δίκιο. Βήμα βήμα έτσι; Δεν γίνεται από το ένα σκαλί στο κεφαλόσκαλο, έγιναν πολύ πολύ μικρά βηματάκια, αλλά πιστεύω ότι είναι καλά.

Μπορείς να συνοψίσεις με λίγες λέξεις τη ζημιά από αυτή την ιστορία;

Ψυχολογικός εκμηδενισμός. Αυτό νομίζω είναι όλα. Ψυχολογία στο πάτωμα, κάτω του μηδενός, στον πάτο. Τόσα χρόνια στη χρήση, τόσο στον πάτο δεν ένιωσα, αυτό μας τσάκισε, γι’ αυτό έκανα και δύο απόπειρες μέσα.

Πιστεύεις ότι με όλη αυτή την ιστορία, τον ντόρο που έγινε, την αθώωσή σας, άλλαξε κάτι, έστω και μικρό;

Όχι αφού η υγειονομική διάταξη επανήλθε. Τι άλλαξε; Τίποτα.

Υπάρχει κάτι τελευταίο που θα ήθελες να πεις;

Θα ήθελα να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Πρωτοβουλία, στους δικηγόρους και στη γιατρό μου τη Χρυσούλα Μπότση, που αν υπήρχανε 10 γιατροί σαν και εκείνη δεν θα υπήρχε αυτό το χάλι στην υγεία. Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους που μας στηρίξανε, που δεν πάει ο νους τους πόσο μας στηρίξανε, ακόμα και το ένα ευρώ που δίνανε έπιανε τόπο. Δεν πήγε τίποτε χαμένο, το βασικότερο όλων είναι ότι πήγαν για δικαστικά. Θα ήθελα επίσης  να υπάρξει μεγαλύτερη ενημέρωση για το πως μεταδίδεται το HIV, να καταλάβει ο κόσμος ότι δεν μεταδίδεται με τον αέρα. Γιατί να στιγματίζεται τόσο το HIV; Κάποιους συμφέρει; Κάποιες φαρμακευτικές; Πόσα εκατομμύρια βγάζουν στις δικές μας πλάτες, δισεκατομμύρια, όχι εκατομμύρια. Και επιτέλους να μπει η σεξουαλική αγωγή στα σχολεία. Από εκεί ξεκινάνε όλα. Γιατί ένα αγοράκι το οποίο το πάει ο μπαμπάς του σε μία πόρνη για να το κάνει άντρα, δεν του λέει ξέρεις πρέπει να βάλεις και προφυλακτικό φίλε, αρκεί να τον κάνει άντρα.

 

Share

Το τίμημα της σιωπής – Μια ματιά στη γένεση ακροδεξιών πεποιθήσεων

berlingegennazis

της Αndrea Schellinger

Η στροφή νέων ανθρώπων στον δεξιό εξτρεμισμό μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως συνισταμένη πολλών παραγόντων και εμπειριών. Η Michaela Köttig εξηγεί πώς η σιωπή γύρω από βιώματα της περιόδου του Εθνικοσοσιαλισμού έσπασε μόλις στην τρίτη γενιά, που μυείται, μέσα σε ένα κλίμα μυστικοπάθειας, στις ιστορίες των παππούδων – ιστορίες με πολλά θύματα και πολλή οδύνη.

Πώς γεννιούνται οι ακροδεξιές πεποιθήσεις;

Michaela Köttig: Το υπόστρωμα της γένεσης του δεξιού εξτρεμισμού είναι εξαιρετικά σύνθετο. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δεν ανάγεται επ’ ουδενί σε ένα συγκεκριμένο αστερισμό συνθηκών του παρελθόντος, όπως π.χ. Γερμανία και Εθνικοσοσιαλισμός ή στη σημερινή απουσία προσανατολισμού σε συνδυασμό με ολοένα πιο εξατομικευμένους τρόπους ζωής ή σε δυσμενείς κοινωνικές συνθήκες (ανεργία, δύσκολη παιδική ηλικία). Κάθε ένας απ’ αυτούς τους παράγοντες μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για μια σειρά εναλλακτικών δυνατοτήτων δράσης και εξέλιξης, που δεν έχουν καμιά σχέση με τον δεξιό εξτρεμισμό. Για να δημιουργηθούν συνθήκες πρόσφορες στον δεξιό εξτρεμισμό πρέπει να υπάρξει μια ειδοποιός σύνδεση και σύζευξη τριών επιπέδων, δηλ. της οικογενειακής ιστορίας, του κοινωνικού παράγοντα και της ατομικής βιογραφίας. Σε ό,τι αφορά τους εφήβους, πρέπει να υπάρχει ένα παρελθόν της γενιάς των παππούδων στην περίοδο του Εθνικοσοσιαλισμού, το οποίο η γενιά αυτή αποσιώπησε από την επόμενη, δηλ. τη γενιά των γονέων. Έτσι οι έφηβοι (δηλ. η τρίτη γενιά) εισπράττουν σιωπή απ’ τους γονείς, με αποτέλεσμα να μαθαίνουν για την περίοδο αυτή από τους παππούδες, που είχαν πάνω κάτω την ηλικία τους στη δεκαετία του 1930, και να ταυτίζονται με τις ιστορίες τους. Ένας παράγοντας που ενισχύει τις διεργασίες αυτές είναι ότι οι σχέσεις μεταξύ γονέων και παιδιών σε τέτοιες οικογένειες δεν προσφέρουν συναισθηματική σταθερότητα, με αποτέλεσμα τα παιδιά να αναπτύσσουν μεγαλύτερη εγγύτητα με τη γιαγιά και τον παππού.

Οι έρευνές σας αφορούν νεαρές ακροδεξιές γυναίκες. Τα πορίσματά σας επιδέχονται γενίκευση;

Συγκριτικές έρευνες, οι οποίες όμως διεξήχθησαν στην Ελβετία, κατέληξαν στα ίδια συμπεράσματα για νεαρούς άνδρες. Υποθέτω λοιπόν ότι οι θέσεις μου μπορεί να ισχύουν και για άρρενες εφήβους. Σε ό,τι αφορά το βιογραφικό υπόβαθρο, έχω καταλήξει σε τρία σχήματα: Πρώτον: Μπορεί να υπάρχει μια συνέχεια διαμέσου των γενεών, η οποία διευκολύνει τη μεταφορά τέτοιων πεποιθήσεων σε κάθε επόμενη γενιά. Δεύτερον: Έχω διαπιστώσει, ότι κόρες που έχουν υποστεί σοβαρά ψυχικά τραύματα είτε στη σχέση με έναν γονέα είτε από την απώλεια ενός γονέα αναπτύσσουν σχέσεις ιδιαίτερης εγγύτητας με τον παππού και τη γιαγιά. Μια τρίτη κατηγορία αφορά περιπτώσεις όπου οι οικογενειακοί δεσμοί είναι ασταθείς, ενώ παράλληλα η σχέση με τη μητέρα είναι εντόνως συμβιωτική.

Και τώρα οι κοινωνικοί παράγοντες: ακροδεξιές οργανώσεις φέρνουν νεαρές γυναίκες σε επαφή με διάφορα κοινωνικά ζητήματα, απέναντι στα οποία καλούνται να πάρουν θέση – π. χ. ανεργία, μετανάστευση κ.λπ. Η προτίμηση των γυναικών συναρτάται πάλι στενά με το οικογενειακό ιστορικό, αλλά και την ατομική βιογραφία.

Μπορείτε να μας δώσετε κάποιους αριθμούς όσον αφορά τη δυναμική του δεξιού εξτρεμισμού στη Γερμανία;

Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατον να μιλήσει κανείς με ποσοστά – εκτός ίσως αν πρόκειται για εκλογικά ποσοστά! Περίπου 1/3 των ακροδεξιών ψηφοφόρων είναι γυναίκες. Επιπλέον υπάρχουν περίπου 40.000 οργανωμένα ακροδεξιά άτομα όλων των ηλικιών, μεταξύ των οποίων 40% γυναίκες. Υπάρχουν επίσης νεανικές οργανώσεις και όμιλοι με περίπου 12.000 μέλη, από τα οποία το 30-60% είναι κορίτσια ή κοπέλες. Και, φυσικά, υπάρχουν και τα αντίστοιχα κόμματα. Η ΝDP διαθέτει 20% στελέχη θηλυκού γένους. Γεγονός είναι ότι κάθε παιδί από 12 ετών μπορεί να κοινωνικοποιηθεί μέσα σ’ αυτές τις δομές και να στρατευθεί σταδιακά σε διάφορες ομάδες.

Ποιος είναι ο ρόλος των γυναικών μέσα σε αυτό το πλαίσιο;

Για ένα μεγάλο διάστημα οι ακροδεξιές γυναίκες δεν πολυεμφανίζονταν στο προσκήνιο κι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο αρνιόμασταν να συνειδητοποιήσουμε ότι υπάρχουν και γυναίκες που δραστηριοποιούνται σ’ αυτόν τον χώρο. Στο μεταξύ βγήκαν και αυτές στην επιφάνεια, είτε με αποδεδειγμένη συμμετοχή σε βιαιοπραγίες, είτε ως στελέχη, είτε με την ιδιότητα του δικηγόρου. Επίσης το στερεότυπο του τραμπούκου ακροδεξιού δεν αντιστοιχεί πια στην πραγματικότητα. Η ακροδεξιά σκηνή στη Γερμανία έχει υιοθετήσει από καιρό μιαν άλλη στρατηγική. Έως περίπου το 2005 κρατούσε αποστάσεις από τους κοινωνικούς θεσμούς και φρόντιζε να ξεχωρίζει συνειδητά από το κυρίαρχο ρεύμα – και ως προς την εμφάνιση. Τώρα πια προσπαθεί να το υπονομεύσει, συμμετέχοντας π.χ. σε αθλητικούς συνδέσμους ή σε πρωτοβουλίες πολιτών, με σκοπό τη σταδιακή διάδοση ακροδεξιών στάσεων και απόψεων.

Τι δυνατότητες παρέμβασης υπάρχουν και ποιος θεσμός θα έπρεπε να αναλάβει δράση;

Αρχικά καλούνται όλοι οι κοινωνικά ενεργοί παράγοντες –από τον δημοσιογραφικό, τον δημοσιογραφικό και τον αστυνομικό κλάδο– να ευαισθητοποιηθούν και να δουν την κατάσταση κατάματα. Σε ό,τι αφορά τη δραστηριοποίηση σε κοινωνικό επίπεδο, πρέπει να έχει διπλή κατεύθυνση: να είναι δηλαδή και προληπτική και παρεμβατική, με σκοπό την υποστήριξη όσων επιλέγουν να αποχωρήσουν από την ακροδεξιά σκηνή. Αν κάποιος είναι πολύ χωμένος στην οργάνωση, οι πιθανότητες να τον βγάλουμε είναι ελάχιστες και συνεπώς η δουλειά του κοινωνικού λειτουργού δεν έχει καμιά χρησιμότητα στη φάση αυτή. Όσοι πάλι είναι έτοιμοι να πάρουν έναν τέτοιο δρόμο, προδίδονται πρώτ’ απ’ όλα από την εμφάνισή τους – το ντύσιμο, τα σήματα ή σύμβολα που κολλάνε στα ρούχα τους κ.λπ. Επίσης από το ότι, στην αρχή τουλάχιστον, κοιτάζουν να δουν τις αντιδράσεις του περιβάλλοντός τους. Στο στάδιο αυτό η κοινωνική λειτουργός δεν πρέπει να επιδιώκει καθόλου πολιτική συζήτηση, αλλά να προσπαθεί να καταλάβει ποιος συνδυασμός παραγόντων οδηγεί το συγκεκριμένο άτομο σε αυτή την κατεύθυνση. Εάν σε μια περιοχή δεν υπάρχουν επαρκείς δομές για τη δουλειά με εφήβους, τότε πρέπει να εκπαιδευτούν εργαζόμενοι σε άλλους θεσμούς – για παράδειγμα καθηγητές και καθηγήτριες.

Δυστυχώς στη Γερμανία, τόσο στη δυτική όσο και στην ανατολική, τα σχολεία και άλλοι θεσμοί που ασχολούνται με εφήβους, δεν αντιτάσσονται όσο θα έπρεπε στις ακροδεξιές δραστηριότητες. Στην ανατολική το φαινόμενο φαίνεται πως έχει μεγαλύτερη δημόσια παρουσία, ενώ στη δυτική έχουν αναπτυχθεί από παλιά αντίρροπες δομές της κοινωνίας των πολιτών, οι οποίες αντιδρούν σε επίπεδο ηθικής τάξης. Εν πάση περιπτώσει αυτό δεν αλλάζει και πολύ τα πράγματα: το πρόβλημα γενικά υπάρχει λίγο πολύ παντού στη Γερμανία.

Πώς θα εξηγούσατε τη γένεση ακροδεξιών συσπειρώσεων στην Ελλάδα, με δεδομένο το τραυματικό παρελθόν στη διάρκεια της Κατοχής;

Ως προς το ζήτημα αυτό μόνο υποθέσεις μπορώ να κάνω. Στην Ελλάδα υπάρχει πράγματι ένα επώδυνο παρελθόν όσον αφορά τον Εθνικοσοσιαλισμό, και πολλά θύματα. Δεν πρέπει ωστόσο να θεωρεί κανείς δεδομένο πως η ιστορία αυτή είχε μια μόνο, ξεκάθαρη όψη, και πως αφορούσε όλους στον ίδιο βαθμό. Εκτός από τους πολίτες που βίωσαν επώδυνα την Κατοχή, υπήρχαν ασφαλώς και συμπαθούντες, και συνεργάτες. Αυτό με οδηγεί στην κατ’ αρχήν υπόθεση ότι τα τωρινά φαινόμενα του δεξιού εξτρεμισμού συνδέονται μάλλον με αυτή την όψη του παρελθόντος. Είναι πιθανό να πρόκειται για άτομα ή οικογένειες που είχαν ανάμειξη στα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Η Ελλάδα υπέφερε από τους Γερμανούς τότε, εκτελέστηκαν πολλοί αντιστασιακοί, αλλά και απλοί πολίτες, υπήρχαν ωστόσο και άνθρωποι που ασπάζονταν αυτή την ιδεολογία. Είναι πιθανόν η ιδεολογική αυτή ροπή να μεταδόθηκε, ας πούμε στο πλαίσιο μιας οικογενειακής παράδοσης. Είναι επίσης πιθανόν, τα άτομα αυτά να φαντάζονται ότι με τις ιδέες τους αυτές λειτουργούν ως αντίποδας στην κομμουνιστική ή σοσιαλιστική ιδεολογία.

Πρέπει να λάβει κανείς υπόψη, ότι στις κοινωνικοπολιτικές αντιπαραθέσεις στην Ελλάδα εμπλέκεται και ο Εμφύλιος – ένα ζήτημα που (αν έχω καταλάβει σωστά) το περιέβαλλε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα απόλυτη σιωπή και που ακόμα και σήμερα αποτελεί ένα θέμα ευαίσθητο. Δεν θα με εξέπλησσε λοιπόν, αν μέσα από μια εκτεταμένη έρευνα πύκνωναν οι ενδείξεις, ότι τα σημερινά φαινόμενα αναπτύχθηκαν πάνω σε ένα τέτοιο ιστορικό υπόβαθρο. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν πιστεύω ότι η αιτιολογική αλληλουχία στην Ελλάδα εδράζεται απλά και μόνο στην οικονομική κρίση. Θα ήταν πολύ κοινότοπο. Άλλωστε, σε εποχές κρίσης επικρατούν και κινήματα άλλων αποχρώσεων.

H Michaela Köttig είναι καθηγήτρια στα ΤΕΙ της Frankfurt a. M. για επικοινωνία και επεξεργασία συγκρούσεων. H δουλειά της επικεντρώνεται στη βιογραφική έρευνα και σε αναλύσεις διαντίδρασης στα θέματα ισότητας φύλων, δεξιού εξτρεμισμού, μετανάστευσης και μετάβασης από το σχολείο στο επάγγελμα.

μετάφραση: Έμη Βαϊκούση

Πηγή:  Goethe Institut

 

Share

Η μνήμη αφηγείται την πόλη: με την ευκαιρία του Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου Προφορικής Ιστορίας, 6-9 Μαρτίου

του Στρατή Μπουρνάζου

Συνέντευξη των ιστορικών  Ρίκης Βαν Μπούσχοτεν και Ποθητής Χαντζαρούλα

Μιλάνε για την «ιστορία από τα κάτω», την επιλεκτικότητα της μνήμης, το τραύμα,  την κρίση, τη μνήμη και τον δημόσιο χώρο

Οι μνήμες και οι αποσιωπήσεις του παρελθόντος της πόλης, ο βιωμένος χώρος και οι μαζικές μετακινήσεις του 20ού αιώνα, η προσφυγιά, ο αποκλεισμός, του οι Άλλοι, η εσωτερική μετανάστευση, οι  τόποι μαρτυρίου και λατρείας, η κρίση και οι εικόνες του παρελθόντος που ανακαλεί: Όλα αυτά, με πεδίο μελέτης τον αστικό χώρο, με εργαλείο την προφορική ιστορία, και με άξονα τη μνήμη, θα αναπτυχθούν στο  δεύτερο διεθνές συνέδριο προφορικής Ιστορίας με τίτλο «Η μνήμη αφηγείται την πόλη… Προφορικές μαρτυρίες για το παρελθόν και το παρόν του αστικού χώρου» οργανώνουν το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και η Ένωση Προφορικής Ιστορίας, στο αμφιθέατρο Αργυριάδη (στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 6-8 Μαρτίου και στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206), στις 9 Μαρτίου). Μιλήσαμε για όλα αυτά με τις ιστορικούς Ποθητή Χαντζαρούλα (Πανεπιστήμιο Αιγαίου) και Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), μέλη της οργανωτικής επιτροπής του συνεδρίου.

Γιατί διαλέξατε την πόλη, τον αστικό χώρο ως θέμα αυτού του δεύτερου συνεδρίου προφορικής Ιστορίας;

Ποθητή Χαντζαρούλα: Τα τελευταία χρόνια στις κοινωνικές επιστήμες το ενδιαφέρον των ερευνητριών έχει στραφεί στη μελέτη του χώρου. Οι πόλεις αναδύονται ως πεδία διακυβέρνησης, αλλά και ως πεδία διεκδίκησης από διάφορες κοινωνικές ομάδες, συγκρότησης διαφορετικών μορφών κατοίκησης, συμβίωσης, έκφρασης, διαμόρφωσης υποκειμενικοτήτων, νέων μορφών αλληλεγγύης καθώς και ελέγχου.

Ενώ οι ιστορικοί σχετικά πρόσφατα άρχισαν να επικεντρώνονται στον χώρο, η μνήμη ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα θεωρούνταν ενσωματωμένη στο χώρο, εν-τοπισμένη. Ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της, ο Maurice Halbwachs, υποστηρίζει ότι η μνήμη, η πιο προσωπική λειτουργία, δεν υφίσταται εκτός του κοινωνικού πλαισίου (Κοινωνικά πλαίσια της μνήμης, μτφ. Ελευθερία Ζέη, Νεφέλη 2013). Ιδιαίτερα σημαντικό πλαίσιο για να θυμηθούμε και να αποκτήσουν νόημα οι αναμνήσεις μας είναι ο χώρος. Αλλά και η συλλογική μνήμη απορρέει από ένα χωρικό πλαίσιο. Τη δεκαετία του 1980 ο Πιερ Νορά θα κατανοήσει τη συλλογική μνήμη μέσα από τη χωρική εγγραφή της, κάνοντας αντικείμενο της έρευνάς του τους «μνημονικούς τόπους» (Les Lieux de mémoire, Παρίσι 1984).

Η σύνδεση της προφορικής ιστορίας με την πόλη έρχεται να δώσει χώρο σε μια οπτική που θα αφηγηθεί την ιστορία της πόλης μέσα από διαφορετικές θέσεις των δρώντων υποκειμένων. Στόχος λοιπόν είναι να έρθουν στο φως πολλαπλές ιστορίες της πόλης, διαφορετικές σημασιοδοτήσεις της, αντιμαχόμενες ιστορίες, αποκλεισμοί. Με άλλα λόγια, η πόλη να γίνει αφηγήσιμη μέσα από την οπτική των διαφορετικών υποκειμένων. Ταυτόχρονα, πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι δεν παράγονται μόνο ιστορίες της πόλης από τις αφηγήσεις των ανθρώπων αλλά και ο ίδιος ο εαυτός μέσα από τη σχέση του με την πόλη. Η πόλη, ο τρόπος με τον οποίο κατοικούν οι άνθρωποι την πόλη, διαμορφώνει την ταυτότητά τους. Η προφορική μαρτυρία είναι λοιπόν ένας προνομιακός χώρος για να κατανοήσουμε τη διαμόρφωση των υποκειμένων και των ταυτοτήτων.

Έχετε θέσει, όπως διαβάζω, ως κεντρικό στόχο του συνεδρίου «την από τα κάτω οπτική της σχέσης ανάμεσα στην πόλη και τη μνήμη». Πείτε μας για αυτή την «από τα κάτω οπτική».

Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν: Η «από τα κάτω οπτική» ήταν το καινοτόμο στοιχείο που έδωσε  φτερά στην ανάπτυξη της προφορικής ιστορίας τη δεκαετία του 1970. Δίνοντας φωνή στους «αφανείς της ιστορίας», σε γυναίκες, παιδιά, μετανάστες και άλλες «αόρατες ομάδες», η προφορική μαρτυρία άλλαξε συθέμελα το τοπίο της ιστοριογραφίας, παρά τις αντιδράσεις που υπήρχαν –και εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα– από «παραδοσιακούς» ιστορικούς. Βέβαια, η «από τα κάτω οπτική» υπήρχε ανέκαθεν στις κοινωνικές επιστήμες, στην ανθρωπολογία και στην κοινωνιολογία, ιδίως στον αγγλοσαξονικό χώρο, και στην Ελλάδα στη λαογραφία. Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονίσουμε ότι το σημερινό διεθνές ρεύμα προφορικής ιστορίας είναι ένα διεπιστημονικό πεδίο, όπου συναντιούνται η ιστορία με τις κοινωνικές επιστήμες, την κοινωνική ψυχολογία, την πολιτική επιστήμη, αλλά και με την τέχνη και την αρχιτεκτονική, όπως θα δείξουν οι ανακοινώσεις της Κυριακής.

Πώς εκφράζεται αυτή η «από τα κάτω οπτική» πιο συγκεκριμένα στη σχέση πόλης και μνήμης; Κεντρική έννοια για τη μνήμη της πόλης είναι η έννοια του χώρου. Ο πρωτοπόρος γάλλος κοινωνιολόγος της μνήμης Maurice Halbwachs έχει γράψει πολύ όμορφες σελίδες για το πώς οι αναμνήσεις συνδέονται με συγκεκριμένους χώρους και τη βίωση του χώρου από κοινωνικές ομάδες και άτομα. Στο συνέδριο θα δούμε πώς διάφορες «αόρατες» κοινωνικές ομάδες (Εβραίοι, μετανάστες, Μικρασιάτες πρόσφυγες, ανήλικα παιδιά, πόρνες, μουσικοί) βίωσαν τους χώρους της πόλης, πως διαμορφώνονται ενίοτε νοητικά –αλλά και πολύ υλικά– εσωτερικά σύνορα μέσα στην πόλη, πώς αλλάζει η κοινωνική γεωγραφία της πόλης ανάλογα με την πολιτική συγκυρία και πώς ανασημασιοδοτούνται συγκεκριμένα κτίρια, όταν αλλάζει η χρήση τους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από την πόλη του Βόλου, όπου συγκεντρώνουμε προφορικές μαρτυρίες για το μελλοντικό Μουσείο της Πόλης, είναι το κτίριο Σπύρερ: προπολεμικά καπναποθήκη, έδρα του Εργατικού Κέντρου το 1945, στρατοδικείο στον Εμφύλιο και σήμερα έδρα του Δημοτικού Κέντρου Ιστορίας. Μια τελευταία οπτική της μνήμης της πόλης, που μόνο η προφορική μαρτυρία μπορεί να μας δώσει, είναι πως διαπλέκονται τα συναισθήματα (ο φόβος, ο έρωτας) με συγκεκριμένους χώρους της πόλης.

Πέρα όμως από την «από τα κάτω» οπτική, το συνέδριό μας δίνει χώρο και στην «από τα πάνω οπτική», όχι με την έννοια της θεσμικής «επίσημης» μνήμης, αλλά από την άποψη της βιωμένης εμπειρίας των αστικών ελίτ (π.χ. για τα καλλιτεχνικά σαλόνια της Κωνσταντινούπολης στη δεκαετία του 1950), και των στελεχών επιχειρήσεων που καθορίζουν τις ζωές μας. Στο πλαίσιο αυτό, ο Ρομπ Περκς, διευθυντής του Εθνικού Αρχείου Αφηγήσεων Ζωής της Βρετανικής Βιβλιοθήκης, θα μας μιλήσει στην κεντρική ομιλία του, την Παρασκευή, για πρωτοποριακές έρευνες προφορικής ιστορίας που έγιναν στην Αγγλία για τους κύκλους του χρηματιστικού κεφαλαίου του Λονδίνου και μια μεγάλη αλυσίδα σουπερμάρκετ.

Πώς η μνήμη επιλέγει και διαμεσολαβεί την εμπειρία της πόλης, τι αποσιωπά, πώς διαχειρίζεται το τραυματικό;

Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν: Πρωτοποριακή όσον αφορά  τον ρόλο των σιωπών στην προφορική μνήμη των πόλεων ήταν η έρευνα της Λουίζα Πασσερίνι για την εργατική τάξη του Τορίνου τον Μεσοπόλεμο (Fascism in Popular Memory. The Cultural Experience of the Turin Working Class, 1987). Εκεί διαπίστωσε ότι –σε αντίθεση με τις ηρωικές αφηγήσεις των γραπτών πηγών για αντίσταση της εργατικής τάξης στο φασιστικό καθεστώς του Μουσσολίνι– υπήρχε μια μεγάλη σιωπή, αλλά ταυτόχρονα ανακάλυψε στις μαρτυρίες αυτές πιο λεπτές και υπόγειες μορφές αντίστασης (ειρωνεία, ανέκδοτα, ακόμα και η έκτρωση). Σε άλλα κείμενά της, η Πασσερίνι μας έδειξε ότι οι σιωπές μπορεί ενίοτε να είναι και αναγκαίες, προκειμένου να βρεθεί ένα modus vivendi σε κοινότητες που έζησαν τραυματικά γεγονότα. Μπορεί να είναι και ένα δικαίωμα των πληροφορητών μας, το οποίο οφείλουμε να σεβαστούμε.

Αυτή η επιλεκτικότητα της προφορικής μνήμης όμως χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις. Από τη μια πλευρά τραυματικά γεγονότα, όπως το Ολοκαύτωμα, η βία της Κατοχής και του Εμφυλίου, αλλά και η ενοχή, η ντροπή, ο φόβος, το στίγμα, η αμηχανία μπορεί να οδηγήσουν στη σιωπή. Από την άλλη πλευρά όμως οι εμπειρίες αυτές σπάνια ξεχνιούνται ολότελα και οι σχετικές αναμνήσεις μπορούν να αναβλύζουν κάποτε απροσδόκητα στη διάρκεια μιας συνέντευξης, είτε αυτούσια είτε με αλλοιωμένη μορφή (όπως στα ανέκδοτα για τα οποία μιλάει η Πασσερίνι). Έτσι, όπως θα δούμε και στο συνέδριο, οι προφορικές μαρτυρίες μας μιλάνε για θέματα-ταμπού, για θέματα που έχουν εξοστρακιστεί από την κυρίαρχη κοινωνική μνήμη και τις γραπτές πηγές. Τέτοια θέματα είναι, για παράδειγμα, η σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας, η παιδική εργασία, η πορνεία, οι συγκρούσεις γηγενών-προσφύγων, ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός, και –προπαντός– η εμφύλια βία του τέλους της Κατοχής. Η εικόνα της πόλης που αναδύεται μέσα από τις μαρτυρίες αυτές είναι συχνά μια εικόνα που βρίσκεται στον αντίποδα του ωραιοποιημένου παρελθόντος που βρίσκουμε σε πολλές γραπτές πηγές. Είναι ένα «δύσκολο παρελθόν» γεμάτο ανατροπές και ρήξεις, αλλά και ένα παρελθόν πιο πλούσιο και πιο περίπλοκο που μπορεί να εξοπλίζει τους κατοίκους καλύτερα για το μέλλον.

Πώς επιδρούν οι εποχές κρίσης, όπως η σημερινή,  στις πόλεις όσον αφορά τη μνήμη;

Ποθητή Χαντζαρούλα: Η συζήτηση για την πόλη συνδέεται με τη δημοκρατία και την έννοια του δημόσιου χώρου. Η ανάγκη θέσμισης ενός δημοκρατικού δημόσιου χώρου αναδύεται ως διακύβευμα τη στιγμή που ο νεοφιλελευθερισμός και ο φιλελεύθερος ατομικισμός προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν ή να ιδιωτικοποιήσουν τον δημόσιο χώρο, να δημιουργήσουν ζώνες «ασφάλειας», από τις οποίες κοινωνικές ομάδες θα αποκλείονται. Σε αυτό το μοντέλο, η πόλη ως τόπος πραγμάτωσης ατομικών επιθυμιών και αναγκών συνδέεται με πολιτικές πρόσβασης στο χώρο. Τα κράτη θέτοντας την ασφάλεια ως πεδίο στο οποίο εμφανίζονται χρήσιμα και αποφασιστικά, εστιάζουν κατεξοχήν στη μορφή του μετανάστη, σε αυτόν-ήν που περιφέρεται «ύποπτα», που «παρενοχλεί». Ταυτόχρονα, εμφανίζονται μορφές κοινότητας που ορίζουν την ταυτότητά τους μέσα από μια συγκεκριμένη τοπικότητα και μέσα από τη διαφοροποίησή τους από άλλες ομάδες που φοβίζουν, περιφρονούνται ή απλώς υποτιμώνται (Iris Marion Young, «Η ζωή στην πόλη και η διαφορά», μτφ. Δ. Λάλλας, σημειώσεις, τχ. 77, Ιούνιος 2013). Οι μύθοι της κοινότητας παράγουν και νομιμοποιούν ρατσιστικές και ταξικές συμπεριφορές και πολιτικές. Η  Μικαέλα Κέτινγκ στην κεντρική ομιλία της, την Πέμπτη, θα φωτίσει μέσα από την οικογενειακή ιστορία έμφυλες πλευρές του ακροδεξιού εξτρεμισμού στη Γερμανία.

Από την άλλη, εμφανίζονται ομάδες που επικαλούνται ένα ιδεώδες αστικής ζωής σύμφωνα με το οποίο τα σύνορα είναι ανοιχτά και μη διευθετήσιμα. Αντιλαμβάνονται την ζωή στην πόλη ως μια μορφή κοινωνικών σχέσεων ανάμεσα σε ξένους, όπου άνθρωποι και ομάδες αλληλεπιδρούν. Η κοινωνική δικαιοσύνη απαιτεί την πραγματοποίηση μιας πολιτικής της διαφοράς, ενός δημόσιου χώρου όπου όλοι συμμετέχουν και το οποίο είναι ανοιχτό και προσβάσιμο σε όλους.

Καθώς η σχέση του χώρου και των υποκειμένων στην κοινωνία είναι πάντοτε ιεραρχική, η θέση των υποκειμένων στον χώρο εκφράζει τις κοινωνικές αντιθέσεις, ενώ το υποκείμενο νοηματοδοτείται από την τοποθέτησή του στον χώρο. Για παράδειγμα, οι άστεγοι θεωρούνται κοινωνικά ανύπαρκτοι, ενώ η θέση των γυναικών εξαρτάται από τη δυνατότητα πρόσβασής τους σε συγκεκριμένους χώρους. Ο χώρος που καταλαμβάνει ένα υποκείμενο χάρη στην ιδιοκτησία το τοποθετεί ανάλογα και σε μία συγκεκριμένη κοινωνική θέση και του αποδίδει αξία ή απαξία. Πώς εκφράζεται η πάλη για το χώρο; Ποιες συλλογικές μορφές αναδύονται; Πώς οι πολιτικές ενός πατριαρχικού, γραφειοκρατικοποιημένου, καπιταλιστικού συστήματος βιώνονται από τους ανθρώπους, πώς η μνήμη τις επεξεργάζεται, πώς γίνονται αντικείμενο πάλης και αντίστασης; Πώς ανασυγκροτείται η πόλη στη μνήμη για να εκφράσει και να κατανοήσει το υποκείμενο τις εμπειρίες του πολέμου, την καταστροφή των κοινωνικών σχέσεων, την απουσία και το τραύμα στην εμπειρία του Ολοκαυτώματος; Με ποιο τρόπο η μνήμη νοηματοδοτεί το παρόν, πώς η παρούσα κρίση ενεργοποιεί την επαναδιαπραγμάτευση των εμπειριών του παρελθόντος και νέες νοηματοδοτήσεις του; Η Ομάδα της Προφορικής Ιστορίας της Κυψέλης για την Κρίση, λ.χ., φέρει στο προσκήνιο μαρτυρίες για το πώς οι άνθρωποι βιώνουν την κρίση.

αναλυτικά το πρόγραμμα  του συνεδρίου στο goo.gl/IcfOIF

Πηγή: ενθέματα

 

 

Share

Να είσαι και να πωλείσαι: μια συνέντευξη με την Κάισα Έκις Έκμαν

της Μέγκαν Μέρφι

Η Κάισα Έκις Έκμαν είναι Σουηδή δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου «Να είσαι και να πωλείσαι: πορνεία, παρένθετη μητρότητα και διχασμένος εαυτός» που μεταφράστηκε πρόσφατα στα γαλλικά και στα αγγλικά. Μίλησα μαζί της στο τηλέφωνο από τη Στοκχόλμη.

Μέγκαν Μέρφι: Τι σας οδήγησε να γράψετε ένα βιβλίο για την πορνεία;

Κάισα Έκις Έκμαν: Δύο πράγματα: η πρακτική και η θεωρία. Προσεγγίζοντας το θέμα από δύο πλευρές είναι πολύ εποικοδομητικό και, στην πραγματικότητα, είναι απαραίτητο εάν πρόκειται να γραφτεί κάτι για την πορνεία. Θα πρέπει να κοιτάξουμε την πραγματικότητα, αλλά θα πρέπει επίσης να έχουμε και τη θεωρία.

Όταν ξεκίνησα να γράφω αυτό το βιβλίο το 2006, η συζήτηση για τη σεξουαλική εργασία μόλις ξεκινούσε εδώ στη Σουηδία. Ο νόμος για τις σεξουαλικές υπηρεσίες τέθηκε σε εφαρμογή το 1999 και τότε η συζήτηση ήταν αρκετά περιορισμένη. Όταν ξεκίνησε η συζήτηση, φαινομενικά από το πουθενά, πήρε αμέσως διαστάσεις και ήταν ένθερμη – ξαφνικά οι άνθρωποι έλεγαν πράγματα όπως: «είναι απλά μια δουλειά, αυτός ο νόμος είναι ηθικολογικός, ο καθένας/ η καθεμιά έχει το δικαίωμα να κάνει ό, τι θέλει», και ούτω καθεξής. Είδα ότι οι φεμινίστριες και άνθρωποι από αριστερά κινήματα τσιμπούσαν σε αυτό και άλλαζαν γνώμη, κάτι που θεώρησα αινιγματικό.

Την ίδια στιγμή ζούσα στη Βαρκελώνη και μοιραζόμουν ένα διαμέρισμα με μια γυναίκα που εκδιδόταν στην εθνική οδό έξω από την πόλη. Έτσι έβλεπα ό,τι συνέβαινε από πρώτο χέρι. Έμενε με έναν φίλο που ήταν κάτι σαν νταβατζής και ο οποίος στην αρχή ισχυρίστηκε ότι ζούσε από ληστείες τραπεζών, αν και διαπίστωσα ότι δεν επρόκειτο περί αυτού, επειδή δεν έβγαινε ποτέ έξω –ήταν πάντα στο σπίτι μπροστά στον υπολογιστή ή την πηγαινοέφερνε στην εθνική οδό. Σύντομα συνειδητοποίησα ότι ζούσε από αυτήν.

Έβλεπα την πραγματικότητα αυτής της ζωής, καθώς και το πώς και άλλες ενδιαφέρονταν για την επιχείρηση γύρω από το σεξ. Οι περισσότερες από αυτές δεν ήταν από την Ευρώπη – η ίδια ήταν Ρωσίδα και υπήρχαν κάποιες γυναίκες από τη Νότια Αμερική. Από νωρίς θα ισχυρίζονταν ότι έβγαζαν πολλά χρήματα, αλλά προφανώς δεν επρόκειτο για κάτι τέτοιο. Ξέρετε, έβγαζαν 10-20 ευρώ τη βραδιά, γύριζαν σπίτι, γίνονταν σκνίπα στο μεθύσι, λιποθυμούσαν και στη συνέχεια θα επαναλάμβαναν το ίδιο πράγμα την επόμενη μέρα.

Η πραγματικότητα της κατάστασης δε συμβάδιζε με ό,τι συζητιόταν γύρω από τη «σεξουαλική εργασία» – ήταν δύο διαφορετικοί κόσμοι. Έτσι άρχισα να γράφω γι’ αυτό.

Έγραψα μερικά άρθρα σχετικά με την πορνεία και η αντίδραση με σόκαρε. Έχω γράψει μια σειρά από άρθρα που λένε, ξέρεις: «Να συντρίψουμε τον καπιταλισμό τώρα» και κανείς δεν μου άσκησε κριτική, αλλά στη συνέχεια, όταν είπα κάτι, όπως, «γνωρίζετε τους νόμους που έχουμε για την πορνεία; Είναι πολύ καλοί», όλοι τρελάθηκαν. Λάμβανα τόσο εχθρικά μέιλ και σκέφτηκα, «αυτό είναι παράξενο. Λες «να συντρίψουμε τον καπιταλισμό» και κανείς δεν νοιάζεται – Θέλω να πω, αυτό θα ήταν ριζοσπαστικό». Το θέμα της πορνείας φάνηκε να προκαλεί πολλούς ανθρώπους. Οπότε αποφάσισα να επικεντρωθώ περισσότερο στην πορνεία και ξεκίνησα την έρευνά μου, κάτι που έκανα για περίπου τέσσερα χρόνια από τότε.

Ποια ήταν η αντίδραση;

Στην αρχή ήμουν λίγο φοβισμένη και σκεφτόμουν «γιατί εγώ; Τι έχουν εναντίον μου; Είμαι καλός άνθρωπος!» Και τότε κατάλαβα ότι ο μόνος τρόπος για το αντιμετωπίσεις αυτό είναι να γράψεις ό,τι θεωρείς αλήθεια. Πολλοί άνθρωποι αντέδρασαν λέγοντας ότι είμαι ριζοσπαστική φεμινίστρια. Αλλά δεν είμαι – είμαι απλά φεμινίστρια. Αυτό είναι όλο. Σίγουρα αντλώ πράγματα από τη ριζοσπαστική φεμινιστική θεωρία, αλλά χρησιμοποιώ επίσης και πολλή μαρξιστική βιβλιογραφία στην ανάλυσή μου – το κοιτάζω από πολλές οπτικές γωνίες.

Μερικοί άνθρωποι πιστεύουν ότι αν η πορνεία νομιμοποιηθεί, θα βγει από την παρανομία και κατά κάποιον τρόπο θα είναι ασφαλέστερη για τις γυναίκες. Ποια είναι η άποψή σας για τα επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ της νομιμοποίησης ως έναν τρόπο για να μειωθεί η βία κατά των γυναικών και να κάνουν τις γυναίκες στην πορνεία πιο ασφαλείς;

Θα πρέπει βέβαια να υποστηρίξεις τον ισχυρισμό με στοιχεία και αν δούμε την πραγματικότητα, τουλάχιστον εδώ στην Ευρώπη, δεν πρόκειται περί αυτού.

Έγινε μια μελέτη, η οποία αξιολόγησε τη νομιμοποίηση της πορνείας και τους οίκους ανοχής, και η μελέτη έδειξε ότι κανένας από αυτούς τους στόχους δεν επετεύχθη. Η νομιμοποίηση δεν κατέστησε ασφαλέστερη την πορνεία. Δεν παρείχε στις γυναίκες ένα ασφαλές εργασιακό περιβάλλον ή μια σταθερή δουλειά και η πλειοψηφία των γυναικών δεν πλήρωνε ακόμα φόρους. Αυτό που φάνηκε ήταν ότι, πρώτον, οι γυναίκες έμεναν στην πορνεία πολύ περισσότερο από ό,τι υπολόγιζαν και δεύτερον, είχε γίνει πιο δύσκολο για αυτές να εγκαταλείψουν τη βιομηχανία του σεξ. Αν κοιτάξουμε την εμπειρία της Γερμανίας, καθώς και της Ολλανδίας, θα δούμε ότι απλά δεν έγινε κάτι τέτοιο, δεν έγινε ασφαλέστερη μέσω της νομιμοποίησης – στην πραγματικότητα συνέβη το αντίθετο.

Υπάρχει επίσης και η ιδέα ότι η πορνεία είναι ταμπού – που συνδέεται με την ιδέα ότι η σεξουαλικότητα είναι ταμπού. Με βάση αυτό το επιχείρημα, κάποιοι λένε ότι αν η πορνεία κανονικοποιούνταν σε αντίθεση με το να θεωρείται «ταμπού», θα μπορούσε να είναι σεξουαλικά απελευθερωτική. Αυτό επεκτείνεται σε επιχειρήματα που λένε ότι οι φεμινίστριες που αντιτίθενται στην πορνεία είναι «ενάντια στο σεξ» ή σεμνότυφες ή ότι καταπιέζουν τη σεξουαλικότητα των ανθρώπων. Τι γνώμη έχετε για αυτά τα επιχειρήματα;

Πρέπει να θέσουμε το ερώτημα «τι είναι  πορνεία». Υπάρχουν δύο άνθρωποι σε αυτή την ανταλλαγή – ένας από αυτούς τους ανθρώπους που θέλει να κάνει σεξ και ο άλλος που δεν θέλει. Αυτά είναι τα βασικά κριτήρια. Χωρίς αυτή τη συνθήκη δεν έχουμε πορνεία. Αν έχουμε δύο ανθρώπους που θέλουν να έχουν σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ τους – αν είναι ξαναμμένοι, τρελαμένοι, αν πεθαίνουν ο ένας για τον άλλον, προφανώς δεν πρόκειται να πληρώσουν. Αν υπάρχει ελεύθερη σεξουαλικότητα δεν πληρώνει ο ένας τον άλλον.

Στην περίπτωση της πορνείας μιλάμε για ένα είδος «σεξουαλικότητας» όπου ένα άτομο δεν θέλει να είναι σε μια σεξουαλική κατάσταση και έτσι ο άλλος πρέπει να το δωροδοκήσει. Αυτή είναι η βάση της πορνείας. Τώρα γιατί είναι τόσο σημαντικό να κολλάμε σε αυτό; Γιατί αυτό είναι η κλιμάκωση της ελεύθερης σεξουαλικότητας; Μια κατάσταση όπου ένα άτομο δεν θέλει να είναι εκεί; Και γιατί αυτό δεν ενοχλεί τον κόσμο; Γιατί δεν τον ενοχλεί το γεγονός ότι ένα άτομο πρέπει να δωροδοκηθεί για να είναι σε μια σεξουαλική κατάσταση;

Ειδικά όταν προέρχεται από φεμινίστριες που μιλούν για το θέμα της συναίνεσης… Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι «είναι συναινετική – αυτό συμβαίνει ανάμεσα σε δύο συναινούντες ενήλικες». 

Αλλά σε τι συναινεί αυτή; Συναινεί στα χρήματα, όχι στο σεξ αυτό καθεαυτό. Αν πεις σε οποιαδήποτε εκδιδόμενη: «Έχεις δύο επιλογές: η πρώτη είναι ότι μπορείς να πάρεις τα χρήματα και να φύγεις ή δεύτερη είναι ότι μπορείς να πάρεις τα χρήματα, αλλά να μείνεις και για το σεξ», πόσες έχετε την εντύπωση ότι πρόκειται να μείνουν για το σεξ; Ούτε καν οι πιο ένθερμοι υπερασπιστές της πορνείας δεν θα ισχυριστούν ότι οι περισσότερες θα μείνουν για το σεξ. Οι περισσότερες από αυτές θα έπαιρναν τα χρήματα και θα έφευγαν, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν θέλουν πραγματικά το σεξ, θέλουν τα χρήματα.

Οπότε αν είναι κάποιος/α τόσο ριζοσπαστικός/ή σεξουαλικά ή σεξουαλικά φιλελεύθερος/η, γιατί δεν βλέπει αυτήν την κατάσταση ως έχει; Σεξ, σε περιπτώσεις που ένα άτομο δεν θέλει σεξ; Πώς μπορεί αυτό να μην μας ενοχλεί; Αυτό είναι που κάνει την πορνεία διαφορετική από όλα τα άλλα είδη των σεξουαλικών καταστάσεων. Αν έχουμε δύο ανθρώπους που το θέλουν τότε κανείς δεν πληρώνει και που αν κανείς δεν θέλει, τότε προφανώς δεν υπάρχει καθόλου σεξ.

Αναρωτιέμαι ποια είναι η άποψή σου για την ιδέα ότι η πορνεία είναι απλά μια δουλειά. Για παράδειγμα, η άποψη που λέει ότι οι πόρνες παρέχουν απλά μια υπηρεσία, όπως μία μασέζ ή μια κομμώτρια ή μια σερβιτόρα;

Μάλιστα. Αν πρόκειται περί αυτού, τότε να ξεχάσουμε την ιδέα ότι η πορνεία είναι ελεύθερη σεξουαλικότητα, ας το αφήσουμε. Αλλά αν δούμε πώς γίνεται η πορνεία, δεν ταιριάζει με την ιδέα ότι είναι «απλά μια δουλειά».

Θεωρώ την πορνεία ένα ψέμα. Έπαιρνα συνέντευξη από μια γυναίκα που δούλευε στην πορνεία και είπε: «Εντάξει. Μπορείτε να πείτε ότι είναι μια δουλειά, αλλά σε αυτή την περίπτωση ξέρετε πως θα ήταν; Θα ήταν σαν να την έπαιζα σε έναν άντρα, την ώρα που εκείνος βλέπει πορνό. Δεν θα χρειαζόταν να προσποιούμαστε, δεν θα χρειαζόταν να βογκάμε, δεν θα χρειαζόταν να του μιλάμε. Θα το κάναμε μηχανικά». Η πορνεία δεν έχει σχέση με αυτό. Στην πορνεία, το άτομο που πουλιέται πρέπει να προσποιηθεί ότι είναι εκεί επειδή του αρέσει.

Το δύσκολο μέρος της πορνείας είναι το εξής: είναι θεσμοθετημένη ως επάγγελμα, αλλά την ίδια στιγμή, όταν εκείνη πληρώνεται, θα κάνει το καλύτερο που μπορεί για να προσποιηθεί ότι είναι εκεί επειδή της αρέσει. Θα του πει «ω χύνω, είσαι ο καλύτερος, είσαι τόσο σέξι, με ανάβεις» και τέτοια πράγματα. Κάνει το καλύτερο που μπορεί για να τον κάνει να ξεχάσει ότι αυτός την πληρώνει.

Οπότε, ναι, φυσικά, κάντην κι αυτή μια δουλειά όπως κάθε άλλη, αλλά τότε θα πρέπει να είναι απλά ξαπλωμένες. Ας αφήσουμε όλες τις γυναίκες να είναι ξαπλωμένες και να μην κάνουν τίποτα και απλά να κοιτάζουν τα ρολόγια τους και να δούμε κατά πόσο θα αρέσει στους άντρες. Η πορνεία είναι ένα ψέμα. Είναι υπερβολικά απλοϊκό να πούμε ότι είναι απλά μια δουλειά.

Σε κάθε περίπτωση, γιατί θα πρέπει να νομιμοποιήσουμε μια «δουλειά» που έχει τόσο υψηλά ποσοστά κακοποίησης, φόνων, βιασμών και σεξουαλικής παρενόχλησης; Δείτε τα επίπεδα της βίας και τα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας των ανθρώπων στην πορνεία – εννοώ ότι αν αυτό ήταν οποιαδήποτε άλλη δουλειά, θα έπρεπε να καταστεί παράνομη από την πρώτη κιόλας μέρα. Ακόμα και στην Ολλανδία, θα δείτε ότι στη συνοικία με τα κόκκινα φανάρια, η οποία υποτίθεται ότι είναι τόσο ασφαλής και ελεγχόμενη, γυναίκες δολοφονούνται στις βιτρίνες όλη την ώρα. Ακόμη και η νομιμοποιημένη πορνεία δεν πατάει πάνω σε καμία εργατική νομοθεσία ή οποιουσδήποτε κανονισμούς εργασίας οπουδήποτε.

Στον Καναδά, όπου ζω, φεμινίστριες και προοδευτικοί άνθρωποι συμφωνούν ότι οι εκδιδόμενες γυναίκες θα πρέπει να αποποινικοποιηθούν. Αυτό σημαίνει ότι οι εκδιδόμενες γυναίκες δεν αξίζει να τιμωρηθούν επειδή εργάζονται στη βιομηχανία του σεξ και ότι δεν πρέπει να ρίχνονται στη φυλακή επειδή κάνουν ό,τι κάνουν για να επιβιώσουν. Αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση έγκειται στο αν πρέπει ή όχι να αποποινικοποιηθούν οι νταβατζήδες και οι πελάτες και πολλοί άνθρωποι θα υποστηρίξουν ότι η ποινικοποίηση των πελατών θα έθετε σε περαιτέρω κίνδυνο τις εκδιδόμενες γυναίκες ή ότι νόμοι που ποινικοποιούν τους νταβατζήδες θα τιμωρούσαν κατά κάποιο τρόπο μέλη μιας οικογένειας – για παράδειγμα, αν μια γυναίκα εργάζεται στην πορνεία και ζει με τον σύντροφο ή τα παιδιά της, κάποιοι λένε ότι αυτοί οι άνθρωποι με κάποιο τρόπο θα κατηγορηθούν ως « νταβατζήδες».

Υπάρχουν στατιστικά στοιχεία; Είναι συνηθισμένο μέλη μιας οικογένειας να μπαίνουν φυλακή με την αιτιολογία ότι είναι νταβατζήδες; Θα πρέπει να αποδείξουν πως υπάρχουν πολλές πραγματικές περιπτώσεις όπου τα μέλη μιας οικογένειας φυλακίζονται σε αυτή τη βάση. Το πρόβλημα σε αυτή τη συζήτηση είναι ότι υπάρχουν πολλές υποθέσεις και πολλά επιχειρήματα, αλλά όχι στοιχεία. Αν θέλουμε να ισχυριστούμε ότι ο νόμος αυτός βάζει μέλη μιας οικογένειας στη φυλακή με την αιτιολογία ότι είναι νταβατζήδες, θα πρέπει να αποδειχθεί. Δεν μπορούμε απλά να το δηλώνουμε.

Όσον αφορά την άποψη ότι η ποινικοποίηση των πελατών θα θέσει σε κίνδυνο τις εκδιδόμενες, θα πρέπει να ρωτήσετε «ποιος διαπράττει τη βία κατά των εκδιδόμενων γυναικών». Είναι ο νόμος; Ή μήπως είναι οι πελάτες; Και οι νταβατζήδες; Εδώ στη Σουηδία μερικοί άνθρωποι ισχυρίζονται επίσης το ίδιο. Κατά κάποιον τρόπο ο νόμος έχει γίνει ο φυσικός κακοποιός – ο νόμος δεν συνιστά κακοποίηση απέναντι σε κανέναν, εντάξει; Αν υπάρχει κάποιος που ασκεί βία στις εκδιδόμενες γυναίκες, αυτοί είναι οι άντρες. Και αυτό είναι το πρόβλημα. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να κάνουμε κάτι. Δεν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να δείχνουν ότι η κατάσταση έχει γίνει πιο επικίνδυνη μετά το νόμο. Γίνεται πολλή κουβέντα, αλλά δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να το αποδεικνύουν. Είναι μια υπόθεση. Η εμπειρία που είχαμε από το νόμο ήταν πολύ θετική. Μείωσε τον αριθμό των αγοραστών – ένας στους οκτώ άνδρες πλήρωνε για σεξ και έχει ήδη μειωθεί σε έναν στους 13. Πλέον έχουμε ένα πολύ μικρό αριθμό εκδιδόμενων στη Σουηδία. Περίπου 1500 με 2000 το πολύ.

Υπάρχει και μια άλλη πτυχή του νόμου που κανείς δεν μιλά γι’ αυτή και είναι το γεγονός ότι ο νόμος αυτός δίνει κάποια πλεονεκτήματα στις εκδιδόμενες. Τώρα οι γυναίκες μπορούν να καταγγείλουν έναν πελάτη στην αστυνομία, αλλά εκείνος δεν μπορεί να τις καταγγείλει. Ας πούμε για παράδειγμα ότι της συμπεριφέρεται άσχημα ή υπάρχει κάτι για το οποίο δε θα συμφωνήσει ή αρνείται να πληρώσει –μπορεί να απειλήσει ότι θα τον καταγγείλει, γιατί αυτό που κάνει είναι ήδη παράνομο.

Εκείνος, από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να την απειλήσει με τίποτα, γιατί αυτό που κάνει δεν είναι παράνομο. Σε χώρες όπου η εκδιδόμενη κάνει κάτι παράνομο και ο πελάτης όχι, τότε εκείνος έχει ακόμη περισσότερη δύναμη σε μια ούτως ή άλλως πολύ άνιση κατάσταση, γιατί επιπλέον μπορεί να την απειλήσει ότι θα την καταγγείλει.

Έχω παρατηρήσει ότι ιδιαίτερα στις ΗΠΑ κάποιοι από αυτούς που μπορεί να θεωρηθούν ως «υποστηρικτές των δικαιωμάτων των εργαζομένων στη βιομηχανία του σεξ», θα επικρίνουν όσους συγχέουν τη σωματεμπορία με την πορνεία. Αναρωτιέμαι αν μπορείτε να μιλήσετε λίγο γι ‘αυτό – συνδέεται η πορνεία με τη σωματεμπορία; Υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο;

Βασικά η σωματεμπορία είναι η απάντηση στο ζήτημα της προσφοράς και της ζήτησης και το πρόβλημα του εφοδιασμού. Η σωματεμπορία εμφανίζεται όταν δεν υπάρχει μια αρκετά μεγάλη ποσότητα από εκδιδόμενες για τη ζήτηση που υπάρχει – μιλώντας με όρους αγοράς. Στο δυτικό κόσμο δεν υπάρχουν ποτέ αρκετές γυναίκες που εισέρχονται στη βιομηχανία του σεξ οικειοθελώς – υπάρχει πάντα έλλειψη, για να το θέσω με αυτόν τον τρόπο. Οι άνθρωποι που μπαίνουν στο εμπόριο φθείρονται πολύ γρήγορα και οι πελάτες θέλουν πάντα «φρέσκο κρέας», για να το θέσω ωμά. Θέλουν νεότερες γυναίκες και γυναίκες που έχουν μόλις ξεκινήσει. Δεν θέλουν τις παλιές εκδιδόμενες που είναι στην πορνεία εδώ και πενήντα χρόνια.

Επιπλέον, το υψηλό ποσοστό θνησιμότητας και ο τρόπος που φθείρεται το σώμα κάνουν το διάστημα στην πορνεία αρκετά σύντομο. Έτσι, υπάρχει πάντα ζήτηση για όλο και περισσότερους ανθρώπους στην πορνεία. Αν υπήρχαν γυναίκες που συνέρρεαν κατά εκατομμύρια στη βιομηχανία του σεξ, δεν θα χρειαζόταν να τις φέρνουν με το ζόρι από την Ανατολική Ευρώπη. Θέλω να πω, γιατί να κάνεις κάτι τέτοιο; Δεν είναι λογικό. Αν στέκονταν χιλιάδες γυναίκες στην ουρά έξω από τους οίκους ανοχής λέγοντας «σας παρακαλώ, πάρτε με στη δουλειά!» δεν θα χρειαζόταν να τις κουβαλήσει η μαφία από όλη την Ευρώπη και από όλον τον κόσμο, δεν θα είχε νόημα. Σωματεμπορία υπάρχει, επειδή απλά δεν υπάρχουν αρκετές γυναίκες που θα πάνε στην πορνεία με τη θέλησή τους. Αν θέλουμε να υπάρχει βιομηχανία της πορνείας χωρίς σωματεμπορία, αυτή θα είναι μια πολύ μικρή βιομηχανία.

Δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε την πορνεία από τη σωματεμπορία. Θα πρέπει να μειώσουμε τη ζήτηση σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολύ λίγοι άνδρες να πληρώνουν για σεξ. Μόνο σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσαμε ίσως να είμαστε σίγουροι/ες ότι οι γυναίκες θα είναι εκεί «με τη θέλησή τους».

Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσατε να μας πείτε λίγο περισσότερα για το σουηδικό μοντέλο ή το «σκανδιναβικό μοντέλο», όπως ονομάζεται κάποιες φορές, και ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Αυτό που πολλοί άνθρωποι δεν γνωρίζουν είναι ότι το μοντέλο αυτό είναι το αποτέλεσμα τριάντα χρόνων δουλειάς και έρευνας. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι είναι απλά ένα μάτσο φεμινίστριες και κάποιοι κοινωνικοί λειτουργοί, οι οποίοι αποφάσισαν να ξεκινήσουν πόλεμο κατά των ανδρών ή κάτι αντίστοιχο. Όχι. Είχαν ξεκινήσει μια έρευνα στη δεκαετία του 1970 και εξέταζαν την πραγματικότητα της πορνείας. Ήταν και η πρώτη φορά που κάποιος έπαιρνε συνεντεύξεις από ανθρώπους στην πορνεία σε μεγάλη κλίμακα. Το κέντρο βάρους μετατοπιζόταν από την πορνεία ως περίπτωση απόκλισης και αντ’ αυτού είχαν αρχίσει να την αντιλαμβάνονται ως μια τεράστια κοινωνική τραγωδία που αφορούσε έμφυλες κοινωνικές σχέσεις, τη φτώχεια, τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες αναθρέφονται, την αιμομιξία, κλπ.

Μετά από αυτή την έρευνα, ακολούθησε και το ζήτημα του τι πρέπει να κάνουμε. Η απάντηση που βρήκαν ήταν να ποινικοποιήσουν τον πελάτη και η νομοθεσία τέθηκε σε ισχύ το 1999. Έχουν περάσει 14 χρόνια από τότε και δεν μπορεί κανείς πλέον ούτε καν να επιχειρήσει να πληρώσει για σεξουαλικές υπηρεσίες. Ο νόμος υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχής, όχι μόνο στο ότι η ζήτηση έχει μειωθεί, αλλά και στο γεγονός ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού κατανοεί πια την πορνεία ως προϊόν της ανισότητας των φύλων. Ογδόντα τοις εκατό του πληθυσμού της Σουηδίας υποστηρίζει τον νόμο, κάτι που δεν ακούγεται πολύ.

Αυτό που συνέβη τότε ήταν ότι οι σωματέμποροι άρχισαν να δυσκολεύονται να παραμείνουν στη Σουηδία και πήγαν στη Νορβηγία. Το Όσλο, η πρωτεύουσα της Νορβηγίας, άρχισε να πλημμυρίζει από νιγηριανή μαφία και όλοι αυτοί οι Νορβηγοί άνδρες άρχισαν να πληρώνουν για σεξ, γεγονός που οδήγησε τη Νορβηγία να υιοθετήσει την ίδια νομοθεσία. Οι σωματέμποροι προχώρησαν προς τη Δανία, η οποία για τον ίδιο λόγο εξετάζει επί του παρόντος την έγκριση του ίδιου νόμου.

Υπάρχουν υπηρεσίες και άλλες δομές υποστήριξης για τους ανθρώπους που θέλουν να εγκαταλείψουν τη βιομηχανία; Τι συμβαίνει με τις γυναίκες που χάνουν το εισόδημά τους όταν εγκαταλείπουν την πορνεία;

Αυτό είναι κάτι που θέλω να τονίσω. Αν θέλουμε να υιοθετήσουμε έναν τέτοιο νόμο, δεν μπορούμε απλά να τον εφαρμόσουμε και στη συνέχεια να μην κάνουμε τίποτε άλλο. Θα πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι ο νόμος συνοδεύεται από τις κατάλληλες υπηρεσίες υποστήριξης. Στη Σουηδία έχουμε κάτι που ονομάζεται μονάδες πορνείας και δεν είναι απλά προγράμματα στα χαρτιά, είναι πολύ περισσότερα. Εάν ήσουν στη βιομηχανία, έχεις πρόσβαση σε δωρεάν θεραπεία, βοήθεια στην εύρεση στέγης και εργασίας, και ασχολούνται με πράγματα όπως το χρέος, για παράδειγμα.

Αυτό που είναι διαφορετικό στη Σουηδία είναι ότι έχουμε ένα αρκετά ισχυρό κράτος πρόνοιας, έτσι, σε αντίθεση με τον Καναδά ή τις ΗΠΑ, η πορνεία δεν υπάρχει ως αποτέλεσμα της ακραίας φτώχειας. Η πορνεία στη Σουηδία τείνει να υπάρχει ως αποτέλεσμα της πρόωρης σεξουαλικής κακοποίησης και παρόμοιων πραγμάτων. Οι γυναίκες χρειάζονται περισσότερο βοήθεια σε θέματα αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς και όχι για το πώς να ξεφύγουν από τη φτώχεια.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η ποινικοποίηση δεν είναι καλή απάντηση ή τέλος πάντων όχι μια εφικτή πορεία προς την απελευθέρωση, διότι ο νόμος δεν θα λειτουργήσει υπέρ των περιθωριοποιημένων ατόμων. Αυτό σημαίνει ότι ορισμένοι που προσδιορίζονται ως αναρχικοί ή σοσιαλιστές θα μπορούσαν να πουν «δεν θέλω να δώσω στην αστυνομία περισσότερη εξουσία από ό,τι ήδη έχει, ακόμα κι αν αυτό είναι υπέρ ανδρών που αγοράζουν σεξ ή που είναι βίαιοι». Ταυτίζεστε με τους αναρχικούς; Τους σοσιαλιστές; Τι πιστεύετε γι’ αυτό το επιχείρημα;

Ήμουν αναρχική, ίσως είμαι ακόμα λίγο… Αλλά πιστεύω στο κράτος ως ένα σημαντικό εργαλείο. Θέλω να πω ότι το κράτος μπορεί να είναι οτιδήποτε, μπορεί να είναι καλό πράγμα ή μπορεί να είναι και κακό πράγμα – και αυτό δεν είναι πάντα απαραίτητα κακό πράγμα. Το κράτος μπορεί να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου, των στρατιωτικών ή του λαού. Εξαρτάται από τις ιστορικές συνθήκες. Το κράτος δεν περιορίζεται σε μία λειτουργία. «Μπορώ να καταλάβω επίσης αυτό το επιχείρημα των αναρχικών, αλλά νομίζω ότι είναι μια κάποια εσωτερίκευση της απαισιοδοξίας. Είναι σαν να λέμε «τα πράγματα δεν θα αλλάξουν ποτέ». Και σε αυτή την περίπτωση, ξέρετε, αν τίποτα δεν αλλάξει ποτέ, τι προτείνουμε; Πώς εξαλείφουμε την πορνεία τότε; Να πηγαίνουμε κάθε μέρα να διαδηλώνουμε έξω από τα μπουρδέλα εμείς και τα αναρχικά πλήθη;

Η εμπειρία με τη σουηδική αστυνομία έχει πραγματικά ενδιαφέρον, γιατί στην αρχή δεν καταλάβαιναν το νόημα του νόμου. Δεν θεωρούσε το αγοραίο σεξ έγκλημα, έτσι η αστυνομία συνήθιζε να συμπεριφέρεται στους πελάτες όπως σε κάποιους που συνελήφθησαν για υπερβολική ταχύτητα. Η πλειοψηφία των ανδρών που πλήρωναν για σεξ ήταν παντρεμένοι, οπότε ζητούσαν από την αστυνομία να στείλει την κλήση στο γραφείο τους αντί στο σπίτι τους, γιατί αν το έστελναν στο σπίτι θα το έβλεπαν οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Η αστυνομία έλεγε: «φυσικά και θα το στείλουμε στο γραφείο, μην ανησυχείς φίλε».

Μια εκπαιδευτική καμπάνια στους αστυνομικούς το άλλαξε αυτό και τους έκανε να καταλάβουν ότι αυτό ήταν για την προστασία των γυναικών, όχι των ανδρών. Αν ακούγατε τις διαλέξεις στο σώμα για την καταπολέμηση της σωματεμπορίας, θα νομίζατε ότι πόκειται για ριζοσπαστικές φεμινίστριες -είναι καταπληκτικές. Η αστυνομία τώρα οργώνει τους δρόμους για να βρει αυτούς που πληρώνουν για σεξ και λένε πράγματα όπως: «Συνέβη κάτι και οι άνδρες δεν μπορούν να ελέγξουν τον πούτσο τους; Φίλε, αυτό είναι πολύ κακό, πρέπει να σταματήσουν να το κάνουν αυτό», και νομίζω ότι αυτό είναι πραγματικά εκπληκτικό. Θα πρέπει να συνεργαστούμε με την αστυνομία. Αν δεν συνεργαστούμε μαζί της, θα έχει την ίδια στάση με πριν, με βάση την οποία οι γυναίκες παρανομούν και οι άνδρες συμπεριφέρονται απλά σαν άντρες.

Πώς συνδέεται η πορνεία με την ισότητα των φύλων και πώς οι νόμοι, όπως αυτοί στη Σουηδία έχουν αντίκτυπο στη θέση της γυναίκας στο σύνολό της;

Τα λόμπι υπέρ της εργασίας στο σεξ θα προσπαθήσουν να παρουσιάσουν την πορνεία σαν να μην είναι ζήτημα έμφυλης διάκρισης, παρά μόνο ζήτημα «αγοραστή» και «πωλητή». Μιλάνε με όρους αγοράς και το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον. Στο βιβλίο μου εξετάζω επίσης τη συζήτηση για την πορνεία πριν από 100 χρόνια και η διαφορά ανάμεσα στο τότε και το τώρα είναι ότι τότε οι άνθρωποι δεν μιλούσαν για πώληση και αγορά – δεν ήταν θέμα της αγοράς – το έβλεπαν σαν κάτι που αφορούσε άνδρες και γυναίκες. Θεωρούσαν τις πόρνες ξεπεσμένες γυναίκες που δεν άξιζαν για τίποτε άλλο, για παράδειγμα αν δεν ήταν στην πορνεία θα ήταν εγκληματίες. Όσον αφορά τους άνδρες, η ιδέα ήταν ότι οι άνδρες χρειαζόταν να έχουν πρόσβαση σε πόρνες διαφορετικά θα ήταν απείθαρχοι, θα βίαζαν τις «αξιοπρεπείς γυναίκες» και δεν θα ήταν σε θέση να παραμείνουν στο γάμο τους. Με αυτόν τον τρόπο, το γεγονός ότι οι άνδρες είχαν αυτό το «κατάστημα», ήταν θετικό για τις «αξιοπρεπείς γυναίκες». Η συζήτηση ήταν πολύ έμφυλη.

Έναν αιώνα αργότερα παρουσιάστηκε το φεμινιστικό κίνημα και ενώ ο κόσμος εξακολουθεί να υπερασπίζεται αυτό το θεσμό, η συζήτηση άλλαξε. Ο κόσμος δε θέλει να μιλάει για άνδρες και γυναίκες, θέλει να μιλάει για την πορνεία με όρους αγοράς. Αλλά εξακολουθεί να είναι ένα πολύ έμφυλο θέμα. Εννοώ ότι οι αγοραστές είναι σχεδόν 100 % άνδρες και οι πωλητές, τουλάχιστον εδώ στη Σουηδία, είναι το λιγότερο 90 % γυναίκες. Αποτελεί απλά έναν άλλο τρόπο για τη διευθέτηση των σχέσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών και, αν μιλάμε για τη σεξουαλικότητα, νομίζω ότι δεν θα έχουμε ποτέ θετικές ή ισότιμες σεξουαλικές σχέσεις ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, όσο υπάρχει η πορνεία και είναι διαδεδομένη σε αυτήν την κοινωνία. Αυτό που κάνει η πορνεία στους άνδρες που πληρώνουν για σεξ είναι να τους κρατάει μέσα σε ένα ψέμα. Εννοώ ότι αυτοί οι άντρες δεν ξέρουν καν τι να κάνουν στο κρεβάτι, δεν ξέρουν πώς να ικανοποιήσουν μια γυναίκα και δεν καταλαβαίνουν τα σώματα των γυναικών, διότι οι γυναίκες που κάνουν σεξ μαζί τους πληρώνονται για να τους λένε ότι είναι οι καλύτεροι, ότι είναι σούπερ εραστές. Οπότε αυτός την πληρώνει, στη συνέχεια γυρίζει σπίτι και κάνει τα ίδια στη σύζυγό του και αυτή του λέει , «μμμ, όχι …», και αυτός απλά νομίζει ότι είναι βαρετή και σεμνότυφη ή ότι κάτι δεν πάει καλά με αυτήν. Έτσι ποτέ δεν θα μάθει την αλήθεια για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται στο κρεβάτι. Διαιωνίζει απλά ένα είδος ψέματος.

Κάνει επίσης τις γυναίκες στην πορνεία να συμμορφώνονται με κάποια συγκεκριμένη ιδέα για το πως «υποτίθεται» ότι είναι μια γυναίκα στο κρεβάτι. Στη σύμβαση της πορνείας, δεν πρόκειται για δύο άτομα, πρόκειται για την καθιέρωση μιας σχέσης όπου το σεξ αφορά μόνο το τι θέλουν οι άνδρες. Εφόσον ο άντρας είναι αυτός που πληρώνει, θα πάρει και αυτό που θέλει. Δεν πρόκειται για τη δική της ικανοποίηση. Αν είσαι πραγματικά φεμινίστρια και αν πραγματικά θέλεις οι γυναίκες να απολαμβάνουν το σεξ, δεν καταλαβαίνω πώς μπορείς να υπερασπίζεσαι ένα θεσμό που απλά αποκηρύσσει κάθε είδους επιθυμία που έχουν οι γυναίκες και ικανοποιεί μόνο τις επιθυμίες των ανδρών.

μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

Πηγή: feminist current

 

Share

Δημήτρης Καρατζιάς: Παρά τις προσπάθειες, η ελληνική κοινωνία παραμένει βαθιά συντηρητική!

του Γιώργου Σμυρνή

Μια διαφορετική εκδοχή του κλασικού έργου του Λόρκα “Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα” μας συστήνει στο έργο “Πνιγμονή” ο 40χρονος ηθοποιός και θεατρικός σκηνοθέτης Δημήτρης Καρατζιάς. Πρόκειται για μεταφορά της ιστορίας σε μια μουσουλμανική κοινωνία, όπου κυριαρχεί η καταπίεση της γυναίκας. Αυτή όμως δεν είναι η πρώτη φορά που Δημήτρης Καρατζιάς ασχολείται με την καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Στο παρελθόν έχει ασχοληθεί και με το θέμα της καταπίεσης των ομοφυλόφιλων στην παράσταση Bent. Το πολιτικό στοιχείο και ο κοινωνικός προβληματισμός κυριαρχούν στις παραστάσεις του, ενώ ο ίδιος πιστεύει ότι, παρά τις προσπάθειες, η κοινωνία μας παραμένει βαθιά συντηρητική.

Στον πολυχώρο Vault, όπου εργάζεται και ως παραγωγός και ως σκηνοθέτης, προσπαθεί να δημιουργήσει έναν καλλιτεχνικό χώρο, όπου θα δημιουργηθεί “ένας πυρήνας με αξιόλογους καλλιτέχνες, που να μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα και να βρουν ένα βήμα για δείξουν την δουλειά τους. Μια μικρή “οικογένεια” καλλιτεχνών, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά.

Με αφορμή την παράσταση “Πνιγμονή, ο Δημήτρης Καρατζιάς μας έδωσε συνέντευξη στην οποία μιλά για την πνιγμονή των γυναικών στο έργο, αλλά και στις καταπιεστικές κοινωνίες, ενώ μας εξηγεί γιατί κάνει “τέχνη αφύπνισης και προβληματισμού”, τους καλλιτεχνικούς στόχους του πολυχώρου Vault, αλλά και για το ποιο είναι το μότο του για τη ζωή.

Τι εκφράζει ο τίτλος “Πνιγμονή”;

Ο τίτλος σε ένα έργο είναι ίσως από τα πιο δύσκολα πράγματα που καλείσαι να βρεις. Πρέπει μέσα σε μια λέξη ή φράση να χωρέσεις ολόκληρο το έργο. Η “Πνιγμονή” έχει και μεταφορική και κυριολεκτική σημασία στο δικό μας έργο. “Πνιγμονή” για τις οκτώ ηρωίδες του έργου είναι η ασφυξία, ο “πνιγμός” που νιώθουν αυτές οι γυναίκες από την καταπίεση που τους προξενεί το κοινωνικό τους περιβάλλον, οι άγραφοι ηθικοί νόμοι μιας πατριαρχικής κοινωνίας, στην οποία μεγάλωσαν και που τους επιβάλει τη θέση τους, ο περιορισμός από την θρησκεία τους, η ανελευθερία και το καθεστώς της τρομοκρατίας κάτω από το άγρυπνο βλέμμα μιας μάνας – δυνάστη, η καταπάτηση των σεξουαλικών τους ορμών, το ανομολόγητο πάθος, οι ανεκπλήρωτοι έρωτες, η έλλειψη επικοινωνίας, ο εγκλεισμός τους μέσα σε ένα σπίτι όταν η λογική τους φωνάζει ότι εκεί έξω είναι η ζωή, το “μαύρο” του πένθους που επιτείνει τη θλίψη τους, το ότι θεωρείται απαγορευμένο σε ένα τέτοιο σπίτι η μουσική, το τραγούδι, η χαρά, το γέλιο, η αγάπη, η στοργή, ο έρωτας, με λίγα λόγια, η ίδια η ζωή…

Το έργο είναι μια διασκευή του σπιτιού της Μπερνάρντα Άλμπα. Γιατί επιλέξατε να μεταφέρετε το έργο του Λόρκα σε μια μουσουλμανική κοινωνία και γιατί στην Τουρκία;

Ένα κείμενο θεωρείται κλασσικό όταν η θεματολογία του ακόμη και σήμερα, χρόνια μετά τη συγγραφή του παραμένει διαχρονική κι επίκαιρη. Το να ανεβάζαμε άλλη μια φορά το σπουδαίο αυτό κείμενο στην Ισπανία του 36 θεωρήσαμε ότι δεν θα πρόσφερε τίποτα. Έχει ξανανέβει και πολύ καλά μάλιστα. Αν όμως, με αφορμή κάποιο σύγχρονο γεγονός “μεταφέρεις” ένα τέτοιο κείμενο στο σήμερα, τότε θεωρώ ότι έχει λόγο ύπαρξης μια νέα του “ανάγνωση”.

Ο F.G. Lorca, έγραψε αυτό το κείμενο με την άνοδο του Φράνκο και του Φασισμού στην Ισπανία του 36. Ένα κείμενο, κατά βάθος πολιτικό, που μας φέρνει αντιμέτωπους με συγκεκριμένα ερωτήματα που απορρέουν από την σύγκρουση της ανθρώπινης φύσης με την κυρίαρχη ηθική της εποχής. Μια ηθική που λειτουργούσε απαγορευτικά για την ανάπτυξη των διαπροσωπικών σχέσεων και που καθιστούσε την γυναίκα ένα αντικείμενο που με την διαδικασία του γάμου απλά άλλαζε χέρια. Μιλούσε τότε ο Lorca, για την καταπίεση της γυναίκας, το φασισμό της εξουσίας, τον πουριτανισμό της θρησκείας (καθολικισμός), τις κοινωνικές ανισότητες, την ενδοοικογενειακή βία.

Όλα αυτά δυστυχώς ισχύουν και σήμερα, 80 χρόνια μετά. Μπορεί όχι (και ευτυχώς) στις περισσότερες δυτικές χώρες, σίγουρα όμως στις περισσότερες της Ανατολής. Όλα αυτά τα βιώνει σήμερα, κάθε γυναίκα σε μια μουσουλμανική χώρα. Ακόμη και στις μουσουλμανικές κοινότητες των δυτικών χωρών. Και τοποθετήθηκε στην Ανατολική Τουρκία, κι όχι στα βάθη της ή στο Αφγανιστάν, Αίγυπτο, Ιορδανία, Λίβανο, Μαρόκο, Πακιστάν, Συρία, Υεμένη κλπ, γιατί απλά σε εκείνες τις χώρες είναι ακόμη πιο σκληρά και άγρια τα πράγματα. Πχ. Καμία γυναίκα μετά το θάνατο του άνδρα της δεν θα μπορούσε να διαχειριστεί μόνη της περιουσία και σπίτι χωρίς την παρουσία κάποιου άνδρα συγγενή, όπως η ηρωίδα στο έργο μας.

Υπάρχει μισογυνισμός στην εποχή μας;

Θα σας θυμίσω μόνο ένα πρόσφατο γεγονός. Όταν τον Μάιο του 2012 οι φωτογραφίες και τα προσωπικά δεδομένα οροθετικών ιερόδουλων, έπειτα από απόφαση της ελληνικής πολιτείας, δημοσιεύτηκαν από τα media, ώστε “να προστατευθούν οι συμπολίτες μας”. Φωτογραφίες τους εμφανίστηκαν στην τηλεόραση, έγιναν πρωτοσέλιδα σε εφημερίδες κι έκαναν τον γύρο του διαδικτύου, με αποτέλεσμα αυτές οι γυναίκες να εξευτελιστούν δημόσια. Κι αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα.

Ή ακόμη και στην περίπτωση της κ. Κιτσοπούλου, μετά τον Αθανάσιο Διάκο, που δεν έχει σημασία αν σου άρεσε ή όχι η παράσταση της, δεν ήταν ένα από τα πιο τρανταχτά παραδείγματα μισογυνισμού;

Δυστυχώς “Μισογυνισμός”, δεν είναι μόνο όταν κάποιοι απαιτούν οι γυναίκες να φοράνε μπούργκα ή μαντίλα, να τους απαγορεύουν να σπουδάζουν, να τις παντρεύουν με όποιον θέλουν, ή να τις κακοποιούν σωματικά και ψυχολογικά. Η κάθε κοινωνία διαθέτει πολλούς τρόπους, άμεσους ή έμμεσους, για να θρέφει τον “μισογυνισμό” σήμερα. Όταν θα μπορούσαμε να καταγράψουμε αμέτρητες διακρίσεις απέναντι σε γυναίκες στον χώρο της εργασίας, της παιδείας, της πολιτικής, της επιστήμης σε μια χώρα όπως την δική μας, σκεφτείτε τι γίνεται σε κάθε χώρα όπου η θέση της γυναίκας θεωρείται αυτόματα κατώτερη του άντρα από την ίδια της την κοινωνία, θρησκεία, πολιτεία…

Έχετε σκηνοθετήσει έργα για την ομοφυλοφιλία και για την καταπίεση της γυναίκας. Θεωρείτε ότι η ελληνική κοινωνία είναι μια κοινωνία προοδευτική ή συντηρητική πάνω σε αυτά τα θέματα;

Παρ’ όλες τις προσπάθειες, η Ελληνική κοινωνία σήμερα παραμένει ακόμη βαθιά συντηρητική. Χρειαζόμαστε ακόμη πολύ δουλειά για να θεωρηθούμε προοδευτική χώρα. Και ειδικά τώρα μες στην κρίση, όπου τα προσωπικά προβλήματα του καθενός μας γιγαντώνονται, είναι πολύ πιο δύσκολο να περάσουν προοδευτικές κινήσεις προς τα έξω. Μόνο μέσα της παιδείας, του κράτους, και της τέχνης μπορεί κάτι να γίνει. Αλλά κι εκεί πρέπει να γίνουν μαζικές κινήσεις κι όχι ατομικές. Όταν δύο χρόνια πριν κόντεψε να καεί το Χυτήριο λόγω μιας “προοδευτικής” παράστασης, για ποια προοδευτική κοινωνία μπορούμε να μιλάμε;

Έχετε δηλώσει ότι οι παραστάσεις σας έχουν πολιτική χροιά. Αυτό εκφράζει την καλλιτεχνική σας γραμμή; Θα συνεχίσετε να σκηνοθετείτε τέτοια έργα;

Μέτα την Χούντα, νομίζω ότι είναι πρώτη φορά που ο λαός μας ζει τόσο πολύ και μαζικά μέσα στην ανασφάλεια και το φόβο. Οι εποχές μας είναι άγριες. Κι εγώ ζω μέσα σε αυτή τη χώρα. Η οικογένεια μου, οι φίλοι, οι συνεργάτες, οι γνωστοί μου ζουν μέσα σε αυτή τη χώρα. Η οικονομική κρίση, η ανέχεια, η τρομολαγνία, η ανεργία, όλα είναι στο κόκκινο. Δεν γίνεται να μην επηρεαστείς! Καλό είναι η τέχνη να διασκεδάσει, να κάνει το θεατή να ξεχάσει τα προβλήματα του, τις έγνοιες, τις σκοτούρες του. Και υπάρχουν συνάδελφοι που το πετυχαίνουν εξαιρετικά. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά της τέχνης. Αυτή της αφύπνισης και του προβληματισμού. Η τέχνη, η κάθε μορφή τέχνης είναι “βήμα”. Κι όσο αυτό το βήμα μου δίνεται, θα συνεχίζω να “μιλάω”…

Μιλήστε μας για τον πολυχώρο “Vault”. Πως αποφασίσατε να κάνετε δική σας έδρα και ποιοι είναι οι καλλιτεχνικοί του στόχοι;

Η δημιουργία του Vault, έγινε από την πρωταρχική ανάγκη να στεγάσουμε κάπου τις παραγωγές των BackUp (Καλλιτεχνική εταιρεία, με ιδρυτικά μέλη τον Μ. Αντωνιάδη και τον Δ. Καρατζιά). Μόνο που δεν θέλαμε ένα συμβατικό χώρο, μια θεατρική σκηνή, αλλά η όλη σκέψη μας ήταν η δημιουργία ενός χώρου πολλαπλών εκδηλώσεων, με αφετηρία πάντα το θέατρο.

Έτσι δημιουργήθηκε τον Μάρτιο του 2012, o Πολυχώρος Vault, ένας μικρός πολυχώρος, σε ένα τριόροφο κτίριο του 1987, στην οδό Μελενίκου 26, στο Βοτανικό, μια περιοχή που εξελίσσεται στην off-broadway περιοχή της Αθήνας, με αρκετούς εναλλακτικούς πολυχώρους και θεατρικές σκηνές να κάνουν την εμφάνιση τους και που μπορεί να φιλοξενήσει από θεατρικές παραστάσεις, εκθέσεις φωτογραφίας, ζωγραφικής, μουσικές και χορευτικές παραστάσεις.

Στόχος μας να δημιουργηθεί ένας πυρήνας με αξιόλογους καλλιτέχνες, που να μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα και να βρουν ένα βήμα για δείξουν την δουλειά τους. Μια μικρή “οικογένεια” καλλιτεχνών.

Το ρεπερτόριο που έχετε παρουσιάσει μέχρι σήμερα στο Vault, είναι μακριά από αυτό που θεωρούμε “εμπορικό θέατρο”. Πόσο δύσκολο είναι να επιβιώσει στις μέρες μας ένας χώρος που δεν απευθύνεται στο mainstream κοινό;

Μα είμαστε ένας μικρός Πολυχώρος. Τα δικά μας θεάματα δεν μπορούν να συναγωνίζονται τα θεάματα που παρουσιάζονται στις μεγάλες σκηνές του εμπορικού θεάτρου. Εμείς έχουμε 4Χ5 μέτρα σκηνή και φυσικά οι περισσότερες παραγωγές μας δεν μπορούν ούτε κατά διάνoια να αγγίξουν τo badget που δίνεται σε μια μεγάλη παραγωγή. Ούτε τα συγκλονιστικά σκηνικά, ούτε τα υπέροχα κοστούμια, ούτε τα “εμπορικά” ονόματα θα φέρουν τους θεατές στις παραστάσεις μας. Το μόνο που μπορεί να τους φέρει είναι οι καλές παραστάσεις. Παραστάσεις με ψυχή, ουσία, ερμηνείες. Απλά, στις μικρές σκηνές πρέπει τα σκηνικά σου να είναι 100% λειτουργικά (περίσσια πράγματα δεν χωράνε στις σκηνές μας), πρέπει οι ερμηνείες μας να είναι 100% αληθινές (γιατί ο θεατής βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής), πρέπει το έργο να τον αφορά, να τον αγγίζει, να τον διασκεδάζει. Πρέπει να τον ιντριγκάρεις να ψάξει να σε βρει. Κι αυτό θέλει όραμα, κόπο, κι υπομονή. Στις μικρές σκηνές πρέπει να δουλέψεις 100 φορές περισσότερο από ότι σε μια μεγάλη.

Κι όσο για το κοινό, αν πραγματικά τον αφορά μια παράσταση θα την βρει. Το “Bent” παίχτηκε δύο χρονιές (πάνω από 120 παραστάσεις) όπως και το “Η μαμά μου Ποτέ δεν Πεθαίνει”. Το “Elizadeth” διανύει την τρίτη του χρονιά (δεύτερη στο Vault). Η Γέρμα πήρε ήδη φέτος την δεύτερη παράταση της.

Ποιο είναι το μότο που σας εκφράζει;

Τέσσερα πράγματα στη ζωή δεν γυρίζουν πίσω…οι στιγμές που έζησες, οι πράξεις που έκανες, οι λέξεις που είπες και οι ευκαιρίες που έχασες.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Το μεγάλο μας βάρος φέτος έχει πέσει στην παραγωγή. Ως “BackUp” πέρα από το “Elizadeth” και την “Πνιγμονή” (σε δική μου σκηνοθεσία), τη “Γέρμα”, σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ, και το “IRAQ- 9 Τόποι Επιθυμίας” της Raffo, σε σκηνοθεσία Μαρίας Τσαρούχα, που ήδη παίζονται στο Vault, έχουμε αναλάβει και την παραγωγή σε άλλες 5 παραστάσεις που ξεκινάνε το πρώτο δεκαπενθήμερο του Φευρουαρίου στο Vault. Ένα χοροθέατρο το S-Exit, από τους Aleajactaest (βασισμένο πάνω στο σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα), το Jack and Jill (μια ρομαντική κομεντί), της Martin, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Λάσκαρη, τους “Συνένοχους” (τη μοναδική κωμωδία που έγραψε ο Γκαίτε), σε σκηνοθεσία Αυγουστίνου Ρεμούνδου, την όπερα “Διδώ και Αινείας” (με ζωντανή ορχήστρα και 7 εξαιρετικούς λυρικούς τραγουδιστές επί σκηνής), σε σκηνοθεσία Παναγιώτη Αδάμ, και το “Αρκετά Πια με την Αντέλα” (τη συνέχεια του Σπιτιού της Μπερνάτντα Άλμπα), σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ.

Η παράσταση “Πνιγμονή” ανεβαίνει στο θέατρο Vault (Μελενίκου 26- Ιερά Οδός)

Παρασκευή και Σάββατο στις 21:00, Κυριακή 18:00

Πηγή: www.monopoli.gr

 

Share

Η Κάτια Γέρου στον ρόλο ενός θύματος τράφικινγκ: «Να μη γίνουμε χώρα σεξοτουρισμού»

της Έφης Μαρίνου

Η παράσταση πρωτοπαίχτηκε το 2001, στο πλαίσιο του πρότζεκτ «Ο Δρόμος προς τη Δύση» του Κυριάκου Κατζουράκη με θέμα τη μετανάστευση. Είχε συνδεθεί με μια σειρά παράλληλων εκδηλώσεων, συνέδρια, συναυλίες αλλά και μια μεγάλη έκθεση του Κυριάκου Κατζουράκη. Ο λόγος για το έργο της Μάρως Δούκα «Σας αρέσει ο Μπραμς;», που θα παρουσιάζεται κάθε Πέμπτη του Φεβρουαρίου στο «Αγγέλων Βήμα» με θέμα το τράφικινγκ.

Η Ιρίνα από την πρώην ΕΣΣΔ έρχεται στην Ελλάδα μετά την πτώση του «σοσιαλισμού» και πέφτει θύμα τράφικινγκ. Μιλάει για την πατρίδα που εγκατέλειψε αναζητώντας το «ευρωπαϊκό όνειρο», τη χαμένη της κουλτούρα, τα ανεκπλήρωτα όνειρα… Η ιστορία ξετυλίγεται μέσα από μια σειρά προσωπικών εξομολογήσεων και αναδρομών, με φόντο την αιώνια περιπέτεια των προσφύγων. Η ίδια αναπαριστά ακόμα και το τραγικό τέλος της.

Ερευνα που είχε γίνει πριν από 15 χρόνια έδειξε ότι ετησίως 500 χιλιάδες γυναίκες και παιδιά πέφτουν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Τα κέρδη της μπίζνας υπερβαίνουν αυτά της διακίνησης ναρκωτικών και όπλων. Τα κορίτσια φυγαδεύονταν από τις ανατολικές χώρες από εμπόρους λευκής σαρκός που τους υπόσχονταν δουλειά, λεφτά, ωραία ζωή. Και μόλις πατούσαν το πόδι τους στον παράδεισο της Δύσης άρχιζε ο εφιάλτης. Τους έσχιζαν τα διαβατήρια και τις κρατούσαν φυλακισμένες και φοβισμένες, θύματα μιας ανηλεούς εκμετάλλευσης.

«Οι ιστορίες των μεταναστών είναι τραγικές», λέει η Κάτια Γέρου. «Ανθρωποι που πέρασαν στεριές, θάλασσες και ποτάμια, βουνά και εμπόλεμες ζώνες για να καταφύγουν σε χώρες όπου δεν ήταν και καλοδεχούμενοι. Ανθρωποι σε έσχατη ένδεια, ελάχιστα αγαπητοί, πλην εξαιρέσεων. Και μέσα στο γενικότερο θέμα της μετανάστευσης η καταναγκαστική πορνεία. Γυναίκες που στάλθηκαν κατευθείαν στον πάγκο του χασάπη».

Ποιος να φανταζόταν ότι πρώην χορεύτριες των Μπολσόι θα κάνουν στριπτίζ σε σκυλάδικα ή θα βρίσκονται κλειδωμένες σε αποθήκες δεχόμενες πάνω από 60 πελάτες κάθε μέρα;

«Θα φανταζόταν κανείς ότι θα ζούσαμε σήμερα σε μια χρεοκοπημένη χώρα; Γίνεσαι άδικος αν μιλάς γενικόλογα, αφοριστικά: “οι μπάτσοι είναι δολοφόνοι”, “οι Ελληνες είναι λαμόγια”… Αλλά το μέλλον των νέων είναι χλομό και αβέβαιο. Κι αυτό είναι επίσης άδικο. Ταξιδεύοντας πρόσφατα στη Μάνη για το ρεπεράζ μιας ταινίας που προετοιμάζουμε, ένα κορίτσι 25 χρονών μού είπε: “Είμαι εδώ, παρκαρισμένη”… Φαντάσου τα νιάτα να “παρκάρονται”, να κατακρεουργούνται. Στο βιβλίο του Παναγιώτη Σκούφη στάθηκα σε μια φράση θεμελιακής σημασίας κατά τη γνώμη μου: “Η τέχνη και η πολιτική καθορίζουν τη μοίρα και το επίπεδο ενός λαού. Γι” αυτό και πρέπει να είναι κανείς πολύ αυστηρός με αυτούς που ασκούν πολιτική και τέχνη”. Ισως δεν απομένει τίποτα άλλο από το να φτιάξουμε ένα τεράστιο καραβάνι ακτιβιστών απ” όλους τους τομείς που θα τρέχουν τη χώρα. Τα τελευταία χρόνια εκπαιδευτήκαμε στην αλληλεγγύη. Ας το προχωρήσουμε. Χωρίς να κουνάμε το δάκτυλο, χωρίς εξυπνακισμούς. Ο καθένας με την ειδικότητά του. Και ο καλλιτέχνης είναι βαθιά ουμανιστής, γι” αυτό μπορεί να αρθρώνει ψύχραιμο λόγο».

Το μάθημα που πήραμε -κι ακόμα δεν ολοκληρώθηκε- μας δίδαξε κάτι;

«Κάποιοι κινητοποιήθηκαν περισσότερο, άλλοι αφυπνίστηκαν. Ενα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας στέκεται μετέωρο. Ολα μπορεί να συμβούν, το καλύτερο και το χειρότερο. Να μη γίνουμε χώρα σεξοτουρισμού, ένα τεράστιο ξενοδοχείο με όλους εμάς γκαρσόνια. Από τουριστικό οδηγό πληροφορήθηκα κάποτε κάτι τόσο ενδιαφέρον που το θεωρώ επιτομή της συγκροτημένης ελπίδας. Ανάμεσα στις δύο πολιορκίες του Μεσολογγίου είχε δημιουργηθεί σχολή ξένων γλωσσών ώστε όταν η χώρα απελευθερωθεί να μπορούν οι Ελληνες να διεκδικήσουν από τους ξένους τα δίκια τους».

Η Γέρου κάποτε γύριζε με ελάχιστα λεφτά κι ένα σακίδιο όλο τον κόσμο. «Σήμερα δεν θέλω να περάσω τα σύνορα. Θέλω να μείνω στο κέντρο της Αθήνας και όσα χρόνια ζήσω να βάζω μέσα από την τέχνη μου ένα μικρό σπόρο στο κοινό ταμείο».

* INFO: «Αγγέλων Βήμα» (Σατωβριάνδου 36, Ομόνοια, τηλ.: 210-5242211) «Σας αρέσει ο Μπραμς;» της Μάρως Δούκα. Σκηνοθεσία: Κυριάκος Κατζουράκης. Μουσική: Δημήτρης Θεοχάρης. Ερμηνεύει: Κάτια Γέρου.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

 

Share

Ελένη Βαρίκα: Η κληρονομιά που μας άφησαν οι παρίες

των Βασιάννα Κωνσταντοπούλου και Κωνσταντίνου Τσαλακού

Πώς προέκυψε το ενδιαφέρον σας για την έννοια του παρία; Με ποιο τρόπο συνδέεται με τα ευρύτερα θεωρητικά και ερευνητικά ερωτήματά σας;

Το ενδιαφέρον μου για την έννοια του παρία γεννήθηκε για πρώτη φορά στα μέσα της δεκαετίας του 1980, κατά τη διάρκεια μιας διεπιστημονικής έρευνας για τη διαμόρφωση της υποκειμενικότητας και τους όρους ανάδειξης σε δρώντα υποκείμενα  μιας ομάδας «σαινσιμονιστριών προλεταρίων» στη Γαλλία, της πρώτης ίσως αυτόνομης ομάδας με «φεμινιστική» σκέψη και πρακτική, όπως θα λέγαμε σήμερα. Στόχος μας ήταν τότε να διερευνήσουμε  τις διαφορετικές πορείες μέσα από τις οποίες άσημες γυναίκες, εργάτριες,  déclassées  – άτομα  που δεν μετράνε  και «κανονικά» δεν έχουν πρόσβαση στον αυτοπροσδιορισμό – διακόπτουν αυτήν την κανονικότητα και παίρνουν τον λόγο διεκδικώντας μια δική τους «αλήθεια» για τον κόσμο, για τις κοινωνικές σχέσεις, για τον εαυτό τους. Μια αλήθεια που διαφέρει όχι μόνο από εκείνη των ισχυρών, της αστικής τάξης, του κράτους αλλά και από εκείνη της κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκουν, όπως υπογραμμίζει λίγο αργότερα, το 1843, με εξαιρετική διορατικότητα και πάθος η Flora Tristan, στο γνωστό της σχόλιο για τη θέση της παρία, στο έργο της H Εργατική Ένωση.  Η χρήση του όρου «παρίας» στο πρώτο ενικό πρόσωπο και το εννοιολογικό πεδίο του μιάσματος, της περιφρόνησης, της υποβάθμισης σε μια ήσσονα ανθρωπότητα σηματοδοτούσαν τη δημόσια διατύπωση άφατων βιωμάτων αλλά και μιας  de facto  κατάστασης που δεν περιλαμβάνεται συνήθως σε έννοιες όπως «εργατική τάξη», «επαναστατικό υποκείμενο» κτλ. Έμοιαζε να μιλάει και για πηγές κοινωνικής συνείδησης, μορφές αντικαπιταλιστικής αντίστασης και δράσης που εμφανώς δεν αποτελούσαν μονοπώλιο όσων «παράγουν υπεραξία». Σε μια περίοδο, όπου κυριαρχούσε μια έντονα δομιστική οπτική, η δυνατότητα διερεύνησης αυτού του είδους των απροσδόκητων και ανοίκειων υποκειμενοποιήσεων ηχούσε  ενθαρρυντικά στα αυτιά όσων δεν είχαν σοβαρές αμφιβολίες για το αν η ιστορία γράφεται περισσότερο από τις τιμές των σιτηρών παρά από την απρόβλεπτη δράση και διάδραση των ανθρώπων.

Στον βαθμό που η μεταφορά του παρία σηματοδοτεί ένα «έλλειμμα» νοήματος, αν όχι και μια «αποτυχία» των κατηγοριών  με τις οποίες νοηματοδοτούμε και μελετάμε τις κοινωνικές σχέσεις, έχει το θεωρητικό προσόν να τραβά την προσοχή σε ό, τι έχει αφεθεί εκτός της έννοιας. Όχι ότι επιτρέπει να τα περιλάβουμε όλα εκ των προτέρων  – πράγμα αδύνατο και επικίνδυνο – αφού  όπως έλεγε  ο Σαββόπουλος «όσο  κι αν μετρώ κάτι περισσεύει»… Αλλά  αναγκάζει τη σκέψη να στοχαστεί περισσότερο ανοίγοντας τις αναλυτικές μας κατηγορίες και τις έννοιες σε νέες απρόβλεπτες καταστάσεις, σε ιστορίες και βιώματα λησμονημένα ή άκαιρα, για να τις επικαιροποιήσει και να είναι σε θέση  να χωρέσουν  τη  συστατική πολυμορφία και πολλαπλότητα όσων κάθε φορά αποτελούν αυτό που ο νέος Μαρξ ονόμαζε  «πάσχουσα ανθρωπότητα».

Μεταξύ δύο κόσμων

Η έρευνά σας ξεκινά από μια έμφαση στην πολυπλοκότητα των θέσεων και των βιωμάτων του παρία στη νεωτερικότητα που δεν μπορούν υπαχθούν σε έναν ιδεότυπο της αποκλεισμένης μορφής. Για ποιο λόγο αυτή η ανάγνωση είναι κρίσιμη για την κατανόηση των σύγχρονων μορφών αποκλεισμού;

Η έμφαση στην πολυπλοκότητα και την ποικιλομορφία των θέσεων και των βιωμάτων του παρία επιτρέπει, νομίζω, να αποδομήσουμε τους όρους με τους οποίους τίθεται το ζήτημα του αποκλεισμού. Το εβραϊκό, το γυναικείο, το μεταναστευτικό «ζήτημα», το «πρόβλημα» των μαύρων, των προσφύγων, των  Ρομά, των οροθετικών, των αστέγων κ.τ.λ διατυπώνουν ως προβληματικό όχι το καθεστώς εξαίρεσης, που επιβάλλεται από ένα κατά τα άλλα οικουμενικό σύστημα νομιμοποίησης, αλλά την ίδια την ύπαρξη του παρία  που βρίσκεται έτσι καθημερινά αντιμέτωπος με το ερώτημα που του απευθύνεται σιωπηρά: «πώς νοιώθει κάνεις όταν είναι πρόβλημα;».

Η ιστορική και κοινωνική ποικιλομορφία των σχέσεων εξουσίας, στις οποίες παραπέμπουν αυτά τα «ζητήματα», αποκαλύπτουν μια πολιτική λογική της νεωτερικότητας που συγκροτεί τις κατηγορίες αυτές ως παρίες με βάση ένα στερεοτυπικό ετεροπροδιορισμό της διαφοράς, η οποία δεν αποτελεί σχέση μεταξύ ετεροτήτων αλλά απόκλιση από τον κανόνα που ορίζεται κατ’ αντιπαράθεση  προς τον Άλλο. Η ανωτερότητα του «λευκού» δεν υπάρχει δίχως την κατωτερότητα  του «έγχρωμου», εκείνη του υπό εξαθλίωση Έλληνα δίχως την κατωτερότητα του Πακιστανού. Η πολιτική λογική της νεωτερικότητας  εισάγει, έτσι, μια νέα ιδιόμορφη σύνδεση ανάμεσα σε κοινωνικές σχέσεις, μορφές υποκειμενικότητας και ιστορίες αντίστασης διαφορετικής προέλευσης και φύσης με το να τις υπάγει στην ίδια  νομιμοποιητική λογική. Η κατανόηση της πολιτικής σημασίας ενός τέτοιου μορφώματος σήμερα είναι σημαντική για τη αυτο-συγκρότηση μιας συλλογικής αντίστασης και για τη δημοκρατική υπεράσπιση μιας νέας, δι-υποκειμενικής  αντίληψης για το τι είναι κοινό αγαθό.

Στο έργο σας, η μορφή του παρία βρίσκεται πάντοτε «στο μεταξύ δύο κόσμων», εντός και εκτός της πολιτικής κοινότητας, αναδεικνύοντας το χάσμα ανάμεσα στις διακηρύξεις περί ισότητας και την πραγματικότητα του αποκλεισμού. Ποια η πολιτική σημασία αυτής της οριακής εμπειρίας, ποιές προοπτικές χειραφέτησης και ποιες δυσκολίες αναδεικνύει;

Ναι, o παρίας είναι «εντός» στον βαθμό που ζει σε μια κοινωνία, όπου ισχύει ως αρχή το ένας νόμος για όλους, όπου δηλαδή η ιεραρχία δεν μπορεί να πει το όνομά της κι είναι αναγκασμένη να καλύπτεται από απατηλά προσχήματα. Αλλά και «εκτός» γιατί ο/η παρίας υποβάλλεται σε ένα καθεστώς εξαίρεσης, είτε αυτό είναι θεσμοθετημένο (όπως πχ στην περίπτωση  του απαρτχάιντ, των ξένων προσφύγων και των Ρομά στην Ευρώπη), είτε επιβάλλεται από αόρατους φραγμούς, είτε μέσα από πλατιά αποδεκτές πρακτικές εκφοβισμού και διωγμών που εφαρμόζονται σήμερα σε χώρες της Ευρώπης, όπως η Ουγγαρία και η Ελλάδα. Η οριακή αυτή εμπειρία ορίζει τον παρία ως εκπρόσωπο μιας ομοιογενούς περιφρονημένης ομάδας καθιστώντας αόρατη τόσο την ανθρώπινη ιδιότητα που συμμερίζεται με όλους τους άλλους, όσο και τη μοναδικότητά του που τον διαφοροποιεί από όλα τα άλλα άτομα.

Η άβολη  θέση «εντός-εκτός», στο «κατώφλι», όπως έγραφε η Woolf, ανοίγεται όμως και σε μια δυνατότητα κριτική που μετατρέπει την απόσταση  που  χωρίζει τους παρίες από την κοινωνία σε «τηλεσκοπική σκοπιά» (Αrendt), σε ένα  «αρχιμήδειο σημείο των κοινωνικών κανόνων» (Weber) που συναντάμε σε κοινωνικά στρώματα που «δεν υποτάσσονται στις κοινωνικές συμβάσεις», συχνά, μάλιστα, σε απλούς ανθρώπους που «δεν χρειάζονται καμιά πρωτοπορία να τους ψιθυρίζει τις απαντήσεις», όπως έγραφε ο Τζαμαϊκανός μαρξιστής C.R.L James. Η κριτική αυτή δυνατότητα δεν είναι, βέβαια, εγγενής στην καταπίεση. Είναι μάλλον ένα δώρο που κερδίζει ο παρίας, όταν δέχεται να μετατρέψει την οδύνη και την οργή της αδικίας που υφίσταται σε μια γενικευμένη απαίτηση  δικαιοσύνης, όχι για την ανθρωπότητα «εν γένει» αλλά για κάθε συγκεκριμένο άτομο. Αποτελεί πηγή μιας παγκόσμιας ανυπότακτης  παράδοσης που εμπνέει πολλά από τα σημερινά κοινωνικά κινήματα.

Δημοκρατία και μορφές αποκλεισμού

Μέσα από ποιους ιδιαίτερους μηχανισμούς οι δυτικές δημοκρατίες παράγουν διάφορες εκδοχές του σύγχρονου παρία;

Είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς σύντομα. Θα επανέλθω μόνο σε μια από τις συστατικές διαστάσεις της κατάστασης του παρία: την αορατότητα της μεταχείρισης που υφίσταται και η οποία πουθενά δεν αναγνωρίζεται ως αδικία. Στον βαθμό που η θέση του δεν ανήκει στις διακρίσεις που  θεωρούνται νόμιμες σε μια δημοκρατία (όπως αυτές που θεμελιώνονται για παράδειγμα στην αξιοκρατία) και επειδή διασχίζει όλες τις τάξεις, υπάγεται συνήθως σε άλλες πιο αναγνωρισμένες κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες καθιστούν αόρατες τις πραγματικές αιτίες του αποκλεισμού. Ο Εβραίος πρόσφυγας το 1936 ακούγεται πιο πειστικός ως Γερμανός αντιφασίστας, η λεσβία συνδικαλίστρια ως υπέρμαχος της ισότητας των φύλων  κ.τ.λ. Η ιστορική αδυναμία των κριτικών και επαναστατικών  παραδόσεων της νεωτερικότητας να αναγνωρίσουν και να καταγγείλουν τον σεξισμό, τον ρατσισμό, την ξενοφοβία, την ομοφοβία είναι ενδεικτική. Ακόμη και η ειδική μνεία που έχει στόχο να υπενθυμίσει  με αθροιστικό τρόπο (και οι γυναίκες και οι ξένοι κτλ) ότι ο παρίας μέσα σε μια ομάδα έχει και αυτός δικαιώματα, γίνεται παραδόξως αντιληπτή όχι ως διεκδίκηση πλήρους  αποδοχής στην πολιτική κοινότητα αλλά ως ιδιαίτερο αίτημα αν όχι και υπεράσπιση  «ιδιαίτερων προνομίων». Η κοινωνική κατασκευή του/της παρία είναι, λοιπόν, ταυτόχρονα κοινωνική  κατασκευή του γενικού και του ειδικού. Υπάρχει, όμως, και μια άλλη αορατότητα που προκύπτει. Οι κοινωνικές επιστήμες, όπως υπογραμμίζει ο Βauman, συμβάλλουν στην αορατότητα. Η τάση τους να  προσεγγίζουν μιμητικά το αντικείμενό τους, «την κοινωνία έτσι  όπως είναι», ευθύνεται για  την «κοινωνική παραγωγή της ηθικής αδιαφορίας» και της «ηθικής αορατότητας».

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο λόγος περί δικαιωμάτων και αποκλεισμού μοιάζει να διατυπώνεται από μια θέση εξωτερικότητας. Να διατηρεί, δηλαδή, μια απόσταση από την πραγματικότητα των αποκλεισμένων. Με ποιους τρόπους πιστεύετε ότι μπορεί να διαμορφωθεί ένας λόγος περί δικαιωμάτων και αλληλεγγύης που δεν θα υποκαθιστά τη φωνή των αποκλεισμένων αλλά θα συνδιαμορφώνεται από αυτήν;

Το πρόβλημα  είναι κι εδώ πρόβλημα  αυτοπροσδιορισμού και αυτοοργάνωσης. Η αναγνώριση ότι η μόνη δυνατή χειραφέτηση είναι η αυτοχειραφέτηση. Αν αυτό εμφανίζεται όλο και περισσότερο ως ένα βασικό διακύβευμα των πρόσφατων  κινημάτων (Οccupy, Guezi, αγανακτισμένων) σε μια εποχή αυξανόμενης ετερονομίας και αυταρχισμού, για τους σημερινούς παρίες είναι κυριολεκτικά θέμα ζωής και θανάτου. Όπως και για τους χθεσινούς. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η έννοια της vita activa και οι αναλύσεις  της Hannah  Arendt  περί  πολλαπλότητας, γράφτηκαν  στο φως των εμπειριών των απάτριδων και  άλλων παριών του μεσοπολέμου που κρίνονταν με βάση το χρώμα, τη φυλή, την εθνικότητα, στερημένοι από το δικαίωμα να πάρουν τον λόγο για να πουν ποιοι είναι και να συμμετάσχουν στη δημιουργία ενός κοινού κόσμου.

Η άσκηση αυτού  του δικαιώματος από τους ενδιαφερόμενους, η αντιμετώπιση τους ως αυτόνομων, πολιτικών δρώντων υποκειμένων και όχι ως αντικειμένων φιλανθρωπίας ή πολιτικής πελατείας είναι, νομίζω, προϋπόθεση κάθε μη πατερναλιστικής πολιτικής δικαιωμάτων, που έχει ως στόχο την  εκ νέου επινόηση ενός «κοινού κόσμου» (πράγμα που δε σημαίνει συναινετικού), που να περιλαμβάνει  όσους ζουν σε αυτόν τον τόπο και να τους να αναγνωρίζει το «δικαίωμα να έχουν δικαιώματα». Αυτή, νομίζω, είναι η κληρονομιά που μας έχουν αφήσει οι παρίες, τόσο οι παλιοί, θύματα των αυταρχικών (βίο) πολιτικών και του κοινωνικού δαρβινισμού του παλιού «δημοκρατικού» κράτους πρόνοιας αλλά και των «σοσιαλιστικών» παραδείσων, όσο και οι σημερινοί, θύματα ενός ανθρωποφάγου  νεοφιλελευθερισμού.

Μια τέτοια προοπτική θα συναντήσει ίσως δυσκολίες, αν πάρουμε υπόψη  μια ισχυρή παράδοση της Αριστεράς, που έχει κατά κάποιον τρόπο κρατήσει από την λογική του κράτους τον φόβο του πλήθους, της πολλαπλότητας. Αλλά σήμερα είναι ίσως πιο εύκολο να κατανοήσουμε ότι η πολλαπλότητα των προοπτικών δεν είναι αδυναμία ή ατέλεια που μπορεί να ξεπεραστεί αλλά η ίδια η συνθήκη του πολιτικού  γιατί γνωρίζουμε ότι το υποκείμενο της όποιας αλλαγής είναι άνθρωποι συγκεκριμένοι στον πληθυντικό και όχι «ο άνθρωπος».

Υπό συνθήκες κρίσης, ακραίας οικονομικής και κοινωνικής επισφάλειας πιστεύετε ότι η εμπειρία του παρία αποτελεί ένα γενικευμένο ενδεχόμενο;

Αν κρίνουμε από αυτά που συμβαίνουν γύρω μας αλλά και από άλλες περιοχές του πλανήτη, όπου οι πόλεμοι και οι συρράξεις τους δε θεωρούνται «παγκόσμιοι», όπως οι δικοί μας, ναι, νομίζω ότι η εμπειρία του παρία είναι δυνατόν να γενικευτεί υπό  συνθήκες ακραίας επισφάλειας. Το ζητούμενο είναι αν η «κρυφή παράδοση» του «ανυπότακτου παρία», όπως την ονόμασε η Arendt,  μια παράδοση δυο αιώνων, στην οποία οφείλουμε μερικά από τα πιο πολύτιμα κοσμήματα αντίστασης. ανυπακοής, αλληλεγγύης και χλεύης  της αυθαίρετης εξουσίας θα συνεχίσει κι αυτή. Αυτό δεν  το γνωρίζουμε. Αλλά αυτό το τελευταίο, σε κάποιο βαθμό εξαρτάται από όλους μας, από την πράξη μας.

Κατά πόσο πιστεύετε ότι η άνοδος ακροδεξιών κομμάτων και κινημάτων στην Ευρώπη συνδέεται με την απόπειρά τους να οικειοποιηθούν έναν λόγο περί καταπιεσμένων;

Τα ακροδεξιά κόμματα προσπαθούν, προφανώς, να οικειοποιηθούν έναν λόγο περί καταπιεσμένων και σε πολλές χώρες το καταφέρνουν. Το ζήτημα είναι, όμως, να δούμε γιατί αλλού το πετυχαίνουν και αλλού όχι. Γιατί ας πούμε στην Ισπανία, με δεκαετίες φαλαγγισμού, δεν βλέπουμε να αναπτύσσονται τέτοια μορφώματα όπως στην Ελλάδα, όπου υπάρχει μια αντιφασιστική παράδοση. Γιατί στις Σκανδιναβικές χώρες, όπου εθεωρούντο πρότυπα μιας ανοιχτής και «ανεκτικής» σοσιαλδημοκρατίας ο ρατσισμός κι η ακροδεξιά έχουν τόση επιτυχία; Γιατί στη Γαλλία, όπου η οικονομική κρίση δεν είναι ακόμη τόσο οξεία, όπως εδώ, ένα κόμμα ακροδεξιό, φασιστικής και νεοναζιστικής προέλευσης κινδυνεύει να κερδίσει τις εκλογές; Πως  να εξηγήσουμε ότι σε μια χώρα όπου – για πρώτη φορά, νομίζω, στην Ευρώπη –  φυλετικοποίησε δια νόμου μια κατηγορία, τους Τσιγγάνους, υπήρξε τόσο χλιαρή αντίσταση  στους διωγμούς και τους προπηλακισμούς τσιγγάνων και μάλιστα με ευρωπαϊκό διαβατήριο; Εδώ νομίζω ότι οι οικονομικές εξηγήσεις είναι χρήσιμες αλλά δεν αρκούν.

*Για την εισαγωγή του βιβλίου εδώ

Πηγή: Εποχή

 

Οι απόβλητοι του κόσμου. Μορφές του Παρία

 

Ελένη Βαρίκα

μετάφραση: Πάνος Αγγελόπουλος

επιμέλεια: Λουκάς Ρινόπουλος

 

Πλέθρον, 2013

224 σελ.

ISBN 978-960-348-215-4

 

Share