Subscribe via RSS Feed

Tag: "συνέντευξη"

Συνέντευξη για τη βία κατά των γυναικών

 

Με αφορμή την 25η Νοέμβρη, Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών, το Left.gr και ο Άγγελος Καλοδούκας συνομιλούν με δυο γυναίκες που γνωρίζουν πολύ καλά το θέμα. Την Έλενα Αποστολίδου, σύμβουλο γυναικών θυμάτων βίας της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων και την Δήμητρα Ρωμανού, δικηγόρο, μέλος της Φεμινιστικής Πρωτοβουλίας για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών. Τα θέματα που συζητιούνται είναι πολλά και ενδιαφέροντα: το κοινωνικό προφίλ των θυτών και των θυμάτων, γιατί οι γυναίκες σιωπούν, τι ισχύει στη νομοθεσία, πώς μπορούμε να βοηθήσουμε μια γυναίκα που κακοποιείται από τον σύντροφό της, πώς επηρεάζεται η βία από την κρίση και τα μνημόνια και άλλα πολλά.

Πηγή: left.gr

 

YouTube Preview Image

 

Share

Το σκανδιναβικό αστυνομικό βάζει την κοινωνία σε πρώτο πλάνο

της Νόρας Ράλλη

Η επιτυχημένη συγγραφέας μάς εξηγεί γιατί τα πολάρ της πατρίδας της έγιναν παγκόσμια μόδα, γιατί διάλεξε για ηρωίδα μια ακούραστη δημοσιογράφο και ανύπαντρη μητέρα και πώς από αμόρφωτο κορίτσι της εργατικής τάξης εκτοξεύτηκε στην κορυφή, πουλώντας 15 εκατ. αντίτυπα σε πάνω από 30 γλώσσες

Η σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία είναι από τις πλέον δημοφιλείς. Η πιο επιτυχημένη εκπρόσωπός της, η Λίζα Μάρκλουντ έρχεται για πρώτη φορά σήμερα στην Ελλάδα. Τα αστυνομικά της μυθιστορήματα, με ηρωίδα την ακούραστη ρεπόρτερ Ανικα Μπένγτζον, σημείωσαν αμέσως διεθνή επιτυχία. Η Μάρκλουντ είναι η μοναδική συγγραφέας που έχει βρεθεί στην πρώτη θέση των ευπώλητων και στις πέντε σκανδιναβικές χώρες (Σουηδία, Δανία, Νορβηγία, Φινλανδία, Ισλανδία).

Από την κουβέντα που είχαμε μαζί της, καταλάβαμε και το γιατί -εκτός των άλλων- είναι τόσο επιτυχημένη: είναι άμεση, ευφυέστατη, ανθρώπινη, εξαιρετικά προσηνής και με πολύ καλή αίσθηση του χιούμορ (ο ήχος κλήσης των αστυνομικού πρωταγωνιστή της είναι το «My Number One»!). Και αν σκεφτεί κανείς ότι γεννήθηκε κοντά στον αρκτικό κύκλο, μάλλον μη αναμενόμενα είναι αυτά τα χαρακτηριστικά.

Ποιες πιστεύετε ότι είναι οι διαφορές μεταξύ των αστυνομικών μυθιστορημάτων των Αμερικανών συγγραφέων (π.χ. της Πατρίσια Χάισμιθ ή του Ρέιμοντ Τσάντλερ) και των αντίστοιχων Ευρωπαίων, όπως ο Κλοντ Ιζό, αλλά και των Σκανδιναβών, όπως εσείς;

«Ισως να μην το περίμενε κανείς, αλλά οι ομοιότητες είναι περισσότερες από ό,τι οι διαφορές, ειδικά ως προς τη δομή του κειμένου και τον τελικό σκοπό της ιστορίας. Στη Σκανδιναβία τείνουμε να βάζουμε την κοινωνία σε πρώτο πλάνο περισσότερο από ό,τι κάνουν οι Αμερικανοί συνάδελφοί μας. Και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της διαφορετικής παράδοσης και κουλτούρας μεταξύ των δύο ηπείρων, καθώς τόσο οι κρατικοί όσο και οι κοινωνικοί θεσμοί γενικότερα είναι πιο ισχυροί, περισσότερο “παρόντες” στην Ευρώπη απ’ ό,τι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Και μην ξεχνάμε, βέβαια, πως η λογοτεχνική κληρονομιά της γηραιάς ηπείρου είναι κάπως πιο… ποιητική από ό,τι στην Αμερική, όπου οι συγγραφείς είναι πιο άμεσοι και στοχευμένοι».

Οι Αμερικανοί μάστερ του είδους, όπως ο Ντάσιελ Χάμετ, βάσιζαν την πλοκή τους κυρίως στη δεκαετία του ’30, την οποία περιέγραφαν γλαφυρά, έχοντας στερεοτυπικούς χαρακτήρες της περιόδου αυτής ως ήρωες. Ποιο είναι το κοινωνικό υπόβαθρο των δικών σας ηρώων;

«Η κεντρική ηρωίδα μου είναι δημοσιογράφος και ανύπαντρη μητέρα και ταυτόχρονα “δευτέρας κατηγορίας” άνθρωπος, όπως οι περισσότερες γυναίκες σήμερα, παρότι θέλουμε να πιστεύουμε το αντίθετο. Ήθελα μια ηρωίδα δυναμική, που να είναι στο προσκήνιο. Γι’ αυτό την έκανα δημοσιογράφο. Τη δημοσιογραφία την ξέρω καλά, καθώς ήμουν και η ίδια δημοσιογράφος για περισσότερα από 25 χρόνια. Συνακόλουθα, ήθελα να θίξω το ζήτημα της εξουσίας των μίντια και της κακής τους χρήσης. Από την άλλη, μην ξεχνάμε πως, όταν έχεις συνηθίσει να γράφεις με χρονοδιάγραμμα ως δημοσιογράφος, τελειώνεις γρήγορα βιβλία!»

Στα γραπτά σας συνδυάζετε την ευφυΐα με τη χάρη, το πρωτοποριακό με το χαριτωμένο, το εμπορικό με το ανθρώπινο. Πώς γίνεται αυτό;

«Ο τρόπος που γράφω είναι αποτέλεσμα του ποια είμαι, σε ποια κοινωνία μεγάλωσα, των γνώσεων που έχω λάβει, των λαθών που έχω κάνει, των εμπειριών απ’ τις οποίες έχω μάθει. Ήμουν ένα αμόρφωτο κορίτσι, προερχόμενο από την εργατική τάξη, από ένα ξεχασμένο χωριό βόρεια στη Σουηδία. Έγινα ανύπαντρη μητέρα και μου δόθηκε η ευκαιρία να δουλέψω και να γράφω. Ξέρετε, δεν είναι και τόσο συνηθισμένο το να δοθούν τόσες ευκαιρίες σε κάποιον όπως εγώ. Κι όμως μου δόθηκαν και τις πήρα! Έχω ρίξει τρελή δουλειά στη ζωή μου και το λατρεύω!»

Αλήθεια, πώς είναι να σε αποκαλούν «βασίλισσα του σκανδιναβικού αστυνομικού μυθιστορήματος» και να έχουν πουληθεί πάνω από 15 εκατομμύρια αντίτυπα των βιβλίων σας σε πάνω από 30 γλώσσες;

«(γελάει)… Νομίζω πως δεν πρέπει να το σκέφτομαι καν αυτό, διαφορετικά δεν θα με άντεχα ούτε εγώ η ίδια. Ξέρεις, άρχισα να γράφω γιατί ήθελα να μιλήσω για θέματα που με αφορούν βαθιά, όπως τα δικαιώματα του παιδιού, η βία κατά των γυναικών, οι δυνατότητες της γυναίκας ως εργαζόμενου, η πραγματικότητα των μέσων ενημέρωσης, αυτά που όλοι λένε πως “δεν πουλάνε”». Κι όμως…»

Η αλήθεια είναι πως έχετε γεννηθεί πολύ κοντά στον αρκτικό κύκλο, έχετε διανύσει με τα πόδια την απόσταση Τελ Αβίβ – Λονδίνο μέσα σ’ ένα καλοκαίρι, έχετε δουλέψει στο τσίρκο, απ’ όπου φύγατε γιατί ανακαλύψατε πως έχετε αλλεργία στις τίγρεις, έχετε ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και σας έχουν συλλάβει στην Ελλάδα με την κατηγορία της αλητείας πριν από χρόνια, είπατε ψέματα πως έχετε πατέρα αστυνομικό διευθυντή στη Σουηδία και σας άφησαν να φύγετε -συγχαρητήρια, επί τη ευκαιρία!… Μετά απ’ όλα αυτά, πείτε μου: τι άλλο θα μπορούσατε να γίνετε εκτός από συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων;

«Ακριβώς! Μόνο αυτό! Δεν θα μπορούσατε να το θέσετε καλύτερα!»

 

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

 

Share

Κλερ Σιμόν: “Μου αρέσουν οι χαρακτήρες που βρίσκονται στην αρχή μιας καινούριας ζωής”

του Γιάννη Κοντού

Αυτοδίδακτη σκηνοθέτρια, σεναριογράφος, μοντέρ, ηθοποιός, φωτογράφος, η Γαλλίδα Κλερ Σιμόν είναι μια ξεχωριστή και πολυσχιδής δημιουργός. Με ματιά οξυδερκή και βαθιά ανθρωποκεντρική, εστιάζει, τόσο μέσα από τις ταινίες μυθοπλασίας, όσο και μέσα από τα ντοκιμαντέρ της, σε χαρακτήρες που προέρχονται από ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες: εφήβους, γυναίκες, μετανάστες. Η πιο πρόσφατη δουλειά της, το Gare du Nord, συνυφαίνει τη μυθοπλασία και το ντοκουμέντο, φιλοτεχνώντας το πορτρέτο της σύγχρονης, πολυπολιτισμικής Γαλλίας και, ταυτόχρονα, του πιο πολυσύχναστου σιδηροδρομικού σταθμού του Παρισιού. Στα πλαίσια του 54ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1-10 Νοεμβρίου) διοργανώνεται αφιέρωμα στην Κλερ Σιμόν, το οποίο περιλαμβάνει 4 χαρακτηριστικές δημιουργίες της. Παρά το φορτωμένο πρόγραμμά της, είχε την καλοσύνη να απαντήσει στις ερωτήσεις μας.

Είστε αυτοδίδακτη σκηνοθέτρια. Σε ποιο βαθμό λειτούργησε το γεγονός αυτό ως πρόκληση ή ως εμπόδιο, ιδίως στα πρώτα στάδια της καριέρας σας; Τι σημαίνει ο κινηματογράφος για σας;

Κινηματογράφος σημαίνει ελευθερία, το μυστήριο του χρόνου. Ίσως μια νέα θρησκεία; Σημαίνει ακόμη πολλή ευχαρίστηση, σκέψη, αντιπαράθεση, αγώνα για να βρεις χρήματα. Αρχικά έμαθα παρακολουθώντας ταινίες και όντας μοντέρ. Κάθε ταινία που έκανα με δίδαξε πολλά. Μαθαίνω, επίσης, διδάσκοντας.

Πολλοί από τους χαρακτήρες σας είναι έφηβοι, γυναίκες και μετανάστες. Γιατί επιλέγετε να εστιάζετε σε αυτούς;

Δεν τους επιλέγω, μου αρέσουν αυτοί οι χαρακτήρες. Νιώθω κοντά τους. Και είναι ευκολότερο να έχεις να κάνεις με χαρακτήρες που αναζητούν κάτι, το οποίο δεν έχουν, χαρακτήρες που βρίσκονται στην αρχή μιας καινούριας ζωής, όπως οι έφηβοι, ή οι μετανάστες. Ονειρεύονται μια νέα ζωή, το βρίσκω δυνατό αυτό. Οι γυναίκες αλλάζουν, επίσης, τη θέση τους, έτσι μπορεί να βρίσκονται στα πρόθυρα ενός καινούριου τρόπου βίωσης της γυναικείας τους υπόστασης. Θα ήθελα, ωστόσο, να αφηγηθώ ιστορίες λευκών αντρών. Χρειάζεται, όμως, χρόνος για να βρω τον κατάλληλο τρόπο να τους αποτυπώσω από μια διαφορετική οπτική γωνία.

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις ταινίες μυθοπλασίας και το ντοκιμαντέρ;

Και τα δύο είναι κινηματογράφος, αλλά αποτελούν διαφορετικές κινήσεις: στην περίπτωσή μου, το ντοκιμαντέρ συνίσταται στο να αντλείς την ιστορία από την πραγματικότητα, ενώ στη μυθοπλασία να αντλείς την πραγματικότητα από μια ιστορία.

Σε παλαιότερη συνέντευξή σας έχετε δηλώσει πως «αν η κοινοτοπία περιέχει μυθοπλασία, τότε η δουλειά του κινηματογραφιστή είναι να την ξετρυπώνει». Θα θέλατε να το σχολιάσετε;

Είναι παλιά ιστορία. Ο κινηματογράφος έχει φωτογραφική προέλευση: εκτυπώνει την πραγματικότητα μηχανικά, οπτικά. Παρακολουθώντας τις πρώτες ταινίες, όπως εκείνες των αδερφών Λυμιέ, είναι προφανές πως από πίνακας της καθημερινότητας μετουσιώνεται σε ιστορία. Τι σημαίνει «καλή ιστορία»; Αντικρίζοντας την κοινοτοπία της καθημερινότητας, νιώθουμε ότι δε συμβαίνει κάτι ιδιαίτερο, αλλά στην πραγματικότητα κάτι συμβαίνει και μια μέρα θα τελειώσει ή θα αλλάξει και, κατά κάποιο τρόπο, αυτή είναι η ελάχιστη προϋπόθεση για να δημιουργήσεις μια ιστορία- το τέλος. Θα ήθελα, επίσης, να επισημάνω ότι μου αρέσουν οι χαρακτήρες ή οι καταστάσεις που φαντάζουν τόσο συνηθισμένες, ώστε δε θα θεωρούνταν αρκετά ξεχωριστές για να αποτελέσουν αντικείμενα αφήγησης- σαν να επρόκειτο για τις φτωχές «ιστορίες».

Στις ταινίες σας η αποτύπωση και η εξερεύνηση του (κοινωνικού) χώρου είναι εξίσου σημαντικές με την απεικόνιση των χαρακτήρων. Γιατί;

Μου δίνει περισσότερη ελευθερία! Ο σχεδιασμός ενός χαρακτήρα μπορεί να εντάσσεται σε κάποιου τύπου προγραμματισμό, ένα ψυχολογικό σκίτσο χωρίς εκπλήξεις. Μου αρέσουν, με ενδιαφέρουν οι χώροι από κοινωνική και τοπογραφική άποψη, καθώς ένας χώρος περιέχει όλων των ειδών τους χαρακτήρες, ιστορίες που δε θα μπορούσες να φανταστείς.

Η τελευταία σας ταινία Gare du Nord αφορά στο μεταβαλλόμενο πρόσωπο της σύγχρονης, πολυπολιτισμικής Γαλλίας. Ποιος ήταν ο στόχος της ταινίας και σε ποιο βαθμό σας ανησυχεί η νεοναζιστική βία σε όλη την Ευρώπη;

Στόχος μου ήταν να κάνω μια ταινία μέσα στον και γύρω από το σιδηροδρομικό σταθμό «Gare du Nord» και ταυτόχρονα να φιλοτεχνήσω ένα πορτρέτο της σύγχρονης Γαλλίας. Ήθελα να μοιραστώ το γεγονός ότι η ιστορία ενός ανθρώπου που γνωρίζεις στο σταθμό αλλάζει την προκατάληψη που είχες απέναντί του πριν του/ της μιλήσεις. Και για μένα αυτό μπορεί να επεκταθεί ενάντια στις γενικότερες προκαταλήψεις που ορισμένοι άνθρωποι έχουν προς ταξιδιώτες, αγνώστους, μετανάστες- τους ανθρώπους του κόσμου. Φαίνεται πως σε ορισμένες χώρες οι ακροδεξιοί αποκτούν κοινό. Είναι αξιολύπητο. Δε νομίζω, ούτε πιστεύω, ότι ο εφιάλτης του ναζισμού μπορεί να επιστρέψει και πραγματικά δε μου αρέσουν οι φωνές που ακούγονται για την επιστροφή της Αποκάλυψης- δεν τις πιστεύω. Ασφαλώς, όμως, αισθάνομαι πολύ ανήσυχη για το ότι οι άνθρωποι μπορεί να πιστεύουν τόσο ηλίθιες και κακές αντιλήψεις και να διαπράττουν τόσο φοβερές πράξεις.

 

Στο προσωπικό της site http://www.clairesimon.fr/ μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την ίδια και τη δουλειά της (στα γαλλικά).

Κατά τη διάρκεια του 54ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης προβάλλονται 4 χαρακτηριστικές δημιουργίες της Κλερ Σιμόν: Διαφορετικά, ναι (1997), Θα καείς (2006), Τα γραφεία του Θεού (2008) και, η πιο πρόσφατη, Gare du Nord (2012). Η Κλερ Σιμόν αναμένεται στη Θεσσαλονίκη μέσα στις επόμενες μέρες.

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

 

Share

Ο λόγος στο αντιφασιστκό κίνημα

της Δήμητρας Σπανού

Το Φύλο Συκής, θέλοντας να κρατήσει τη συζήτηση ανοιχτή για τον φασιστικό κίνδυνο, τη δράση των νεοναζί και τις κινήσεις της κυβέρνησης, δίνει τον λόγο αυτή τη φορά σε ένα μέλος του αντιφασιστικού κινήματος. Μπορεί στα ΜΜΕ η συζήτηση να καταλάγιασε, μετά από τις αλλεπάλληλες «πτώσεις από τα σύννεφα», όμως για πάρα πολύ κόσμο ο αγώνας συνεχίζεται –όπως βέβαια δεν ξεκίνησε πριν από έναν μήνα. Ζητήσαμε λοιπόν, από την  Αγγελική Βαλσαμάκη, μέλος του Αντιφασιστικού Συντονισμού Αθήνας/Πειραιά, να μας πει τη γνώμη της για τις εξελίξεις.

 

Ξεκινώντας, θέλω να μου πεις πώς ένοιωσες όταν είδες τις συλλήψεις των νεοναζί.

Δεν θα πω ψέματα, όταν είδα στις ειδήσεις την ηγεσία της Χρυσής Αυγής με χειροπέδες χάρηκα. Αυτή η εικόνα σίγουρα προκάλεσε θετικά συναισθήματα τόσο στον κόσμο του κινήματος, της αριστεράς και της αναρχίας , όσο και  στους μετανάστες και στις μετανάστριες που κάθε μέρα κινδυνεύουν από τους χρυσαυγίτες δολοφόνους.

Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες ότι κυβέρνηση και κράτος θα διαλύσουν τη Χρυσή Αυγή, ούτε ότι ξεμπερδέψαμε έτσι εύκολα με τους νεοναζί. Οι παλινωδίες της κυβέρνησης έχουν ήδη ξεκινήσει ενώ οι τελευταίες δημοσκοπήσεις αποκαλύπτουν πως ένα μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής έχει σταθεροποιηθεί αμετάκλητα στην ατζέντα και στις πρακτικές της. Οι κοινωνικοί όροι που γεννούν το φασισμό αλλά και οι πολιτικές που τον θεριεύουν παραμένουν ανέγγιχτες. Με αυτή την έννοια δεν υπάρχει ούτε λεπτό για χάσιμο. Το μαζικό και μαχητικό αντιφασιστικό κίνημα που παραμένει με ορμή στο δρόμο και μετά  τις συλλήψεις των νεοναζί θα πρέπει τώρα να κλιμακώσει τη δράση του.

Ποια είναι η γνώμη σου για τις εξελίξεις; Γιατί η κυβέρνηση προχώρησε στις συλλήψεις;

Θα πρέπει καταρχάς  να πούμε ότι η αντίδραση της κυβέρνησης με την επιχείρηση «εξάρθρωση» της Χρυσής Αυγής βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη μέχρι πρότινος τακτική της που στηριζόταν στην «προετοιμασία» των νεοναζί ώστε να αποτελέσουν έναν «αξιόπιστο» κυβερνητικό εταίρο. Άρα είναι απολύτως λογικό αυτή η αλλαγή τακτικής από μεριάς της κυβέρνησης να αιφνιδίασε και να προβλημάτισε.  Και νομίζω πως για να την καταλάβουμε θα πρέπει αρχικά να σταθούμε στη ποιοτική κλιμάκωση που επιχείρησε η Χρυσή Αυγή στη δράση της. Η «δυναμική της παρουσία» στο Μελιγαλά, η επίθεση σε μέλη του ΠΑΜΕ,  οι συμφωνίες με τους εργολάβους για τη δημιουργία «ειδικής οικονομικής ζώνης» στο Πέραμα και η δολοφονία του Παύλου Φύσσα ως κορύφωση, αποτέλεσαν για αυτήν στιγμές  μιας αποφασιστικής και τολμηρής στρατηγικής κίνησης. Οι νεοναζί μαχαιροβγάλτες επιχείρησαν να θέσουν ζήτημα ηγεσίας στη κοινωνική βάση της δεξιάς και να αποδείξουν στα αφεντικά πως η στήριξη τους αποτελεί βασική προϋπόθεση για την καταστολή των ταξικών αγώνων. Και τα δύο ήταν στοιχεία απαραίτητα ώστε να φωτίσουν το δρόμο τους προς την εξουσία. Ωστόσο δεν τα κατάφεραν διότι οι συνθήκες δεν ήταν ώριμες. Η Χρυσή Αυγή, όπως και άλλα πρώιμα φασιστικά κινήματα στην ιστορία, έκανε το λάθος μιας  «πρώιμης εφόδου».

Κατά τη γνώμη σου λοιπόν ποιοι είναι οι πιο σημαντικοί λόγοι;

Πρώτον, όπως είπα και πριν η Χρυσή Αυγή επιχείρησε μια στρατηγικής σημασίας τομή στη δράση της  πρόωρα και χωρίς να έχουν δημιουργηθεί οι απαραίτητες συνθήκες για την επιτυχία της. Η διάβρωση του κρατικού μηχανισμού απ τους φασίστες είναι βαθιά ωστόσο το κράτος δεν είναι φασιστικό. Η Χρυσή Αυγή επιχειρώντας να παρουσιαστεί ως ο βασικός και πιο αποτελεσματικός οργανωτής της καταστολής,  αμφισβήτησε το μονοπώλιο του κράτους σε αυτήν καταλήγοντας να το ενεργοποιήσει εναντίον της. Επιπλέον σε αυτή τη φάση, και με τους παρόντες ταξικούς συσχετισμούς δύναμης, η ηγεσία της άρχουσας τάξης δεν εξαναγκάζεται να παίξει το «χαρτί του φασισμού». Το αυταρχικό κράτος των Σαμαρά και Δένδια μπορεί να κάνει για χάρη των αφεντικών τη βρωμοδουλειά, και για αυτό εξάλλου ο έλεγχος του απέναντι στη δράση των νεοναζί ήταν βασικός όρος της «συνύπαρξης» τους.

Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με το ότι  η Χρυσή Αυγή έχει καταφέρει να διεμβολίσει ένα σημαντικό τμήμα της εκλογικής βάσης της Δεξιάς. Οι δημοσκοπήσεις για το δήμο της Αθήνας που έδιναν στο Κασιδιάρη τη πρωτιά είναι ενδεικτικές αυτής της τάσης. Η Χρυσή Αυγή έθετε με αξιώσεις την ηγεμονία στα Δεξιά καθώς για τους ακροδεξιούς ψηφοφόρους φαινόταν με τη δράση της πιο συνεπής «εκφραστής» του ρατσισμού και του αντικομουνισμού ενώ παράλληλα δεν ήταν αυτή που υλοποιούσε το μνημόνιο. Η δολοφονία του Φύσσα και η κοινωνική κατακραυγή που αυτή δημιούργησε έδωσαν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία στη ΝΔ να επανασυσπειρώσει τους ψηφοφόρους της. Και θα το επιχειρήσει εφαρμόζοντας με μεγαλύτερη ορμή το δόγμα «νόμος και τάξη» ώστε να ισχυροποιηθεί ως ο βασικός εγγυητής της «συστημικής σταθερότητας».

Το κίνημα τι ρόλο έπαιξε;

Με πρόλαβες. Αυτό θα έλεγα τώρα. Ο ρόλος που έπαιξε το κίνημα ήταν και θα εξακολουθήσει για τη συνέχεια να είναι καθοριστικής σημασίας. Οι παραπάνω λόγοι είναι σοβαροί, ωστόσο δεν επαρκούν για να εξηγήσουν γιατί επιλέχθηκε  από τη κυβέρνηση αυτή η σφοδρή μορφή αντιμετώπισης και όχι μια πιο ήπια, που θα μπορούσε ενδεχομένως να αναχαιτίσει τη δυναμική της Χρυσής Αυγής. Η μαζικότητα και η μαχητικότητα  των  αντιφασιστικών πορειών σε όλη τη χώρα, η δημιουργία ενωτικών αντιφασιστικών συσπειρώσεων βάσης σε επίπεδο γειτονιάς, η διάθεση συντονισμού, αλλά και το γεγονός ότι πάνω από 30000 διαδηλωτές πορεύτηκαν στη Μεσογείων την 25η του Σεπτέμβρη, προκαλώντας έτσι  την αποτυχία του «συνταγματικού τόξου», αποτέλεσαν  εξελίξεις εξαιρετικά επικίνδυνες για το αυταρχικό μνημονιακό κράτος. Το αντιφασιστικό κίνημα  όχι μόνο έστειλε το  μήνυμα της μαχητικής αναμέτρησης του ίδιου με τη Χρυσή Αυγή και τους φασίστες , αλλά και σε αντίθεση με άλλους αγώνες που δε καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα «επιμέρους» και «ειδικά» τους ζητήματα  φαίνεται να κινητοποίησε  ευρύτερα τμήματα των «από κάτω» θέτοντας έτσι τους όρους για  μια συνολική πολιτική σύγκρουση. Το ενδεχόμενο μιας αναμέτρησης  στο επίπεδο του δρόμου όχι μόνο με τους φασίστες αλλά και με τις κρατικές δυνάμεις καταστολής, ήταν ορατό και θα αποτελούσε μεγάλο παράγοντα αποσταθεροποίησης. Η κυβέρνηση, με τη βοήθεια από τα τσιράκια της στα ΜΜΕ, σήκωσε τα λάβαρα του «αντιφασισμού» προκειμένου να αποποιηθεί τις ευθύνες της για τη γιγάντωση των νεοναζί, να θολώσει τη κρίση και τη στοχοθεσία του κινήματος και να αποφύγει τη σύγκρουση μαζί του.

Όταν λες «μαχητική αναμέτρηση» τι εννοείς;

Εννοώ το κίνημα που δε μασάει σε λογικές «συνταγματικών τόξων». Που μένει σταθερά και αγωνιστικά στο δρόμο,  που γνωρίζει πως η ύπαρξη του και οι επιτυχίες του προϋποθέτουν τη περιφρούρηση και την αυτοάμυνα του από τη βία των νεοναζί.

Ποια είναι η γνώμη σου για τη θεωρία των δύο άκρων και πώς αυτή επηρεάζει το κίνημα;

Η θεωρία των δύο άκρων έχει ως αποκλειστικό στόχο το κίνημα και την αριστερά. Αφενός επιχειρεί  να τιθασεύσει ένα μεγάλο τμήμα της τελευταίας και συγκεκριμένα τον ΣΥΡΙΖΑ  αποκόβοντας τον από το κίνημα και βάζοντας τον  στη λογική της αντιπολίτευσης μόνο μέσα από το κοινοβούλιο και τους θεσμούς. Αφετέρου, προωθεί την όξυνση της καταστολής απέναντι στα πιο ριζοσπαστικά και μαχητικά  κομμάτια της αριστεράς αλλά και του κινήματος εν γένει. Δες τι γίνεται τον τελευταίο καιρό. Προσαγωγές αντιφασιστών επειδή μοιράζουν φυλλάδια. Τρομοκράτηση αγωνιστών του κινήματος επειδή κολλάνε αφίσες. Φυλακίσεις αγωνιστών στις Σκουριές της Χαλκιδικής. Η θεωρία των δύο άκρων υπηρετεί την εμφυλιοπολεμική τακτική της κυβέρνησης και συμβάλλει καθοριστικά στη περιστολή των δημοκρατικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του λαού, στο δικαίωμα του εν τέλει να αντιστέκεται.

Επιπλέον, να πω ότι ως μέλος του κινήματος δεν δέχομαι ότι βρίσκομαι στον αντίποδα των δολοφόνων, εγκληματιών, νεοναζιστών της Χρυσής Αυγής. Οι άνθρωποι της αριστεράς αγωνιζόμαστε για την ελευθερία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Και πώς να το κάνουμε τώρα. Δεν είναι το ίδιο πράγμα η βία που ασκεί ο νεοναζί με τη βία που ασκεί ο μετανάστης προκειμένου να αμυνθεί στο δολοφονικό μαχαίρι. Ούτε μπορεί να συγκριθεί με τη προσπάθεια, για παράδειγμα, απεργών να περιφρουρήσουν την απεργία τους από τη βία της αστυνομίας.

Ποιες είναι οι αιτίες της απότομης ανόδου της Χρυσής Αυγής τον τελευταίο καιρό, κατά τη γνώμη σου.

Ευθύνη για την πολιτική και επιχειρησιακή γιγάντωση της Χρυσής Αυγής έχουν όλες οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις που υπηρετούν τα μνημόνια και θρέφουν το ρατσισμό. Ωστόσο η καθοριστικής σημασίας τροφοδότηση των νεοναζί συντελέστηκε χάρη στη στροφή της ΝΔ στην ακροδεξιά πολιτική πρακτική και στην οικοδόμηση του αυταρχικού κράτους. Ο αντικομουνισμός και η εμφυλιοπολεμική τακτική απέναντι στην αριστερά, την αναρχία και τις εργατικές οργανώσεις (θεωρία δύο άκρων), ο ακραίος ρατσισμός (Ξένιος Δίας- στρατόπεδα συγκέντρωσης) και το δόγμα «νόμος και τάξη», αποτελούν για την κυβέρνηση απαραίτητες προϋποθέσεις περιφρούρησης της πολιτικής των μνημονίων. Παράλληλα όμως, οδηγούν στην ακροδεξιά μετατόπιση ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνικής βάσης της δεξιάς. Η Χρυσή Αυγή εκμεταλλευόμενη τη παρουσία της στη βουλή και την υποστήριξη ενός σημαντικού μέρους του κρατικού μηχανισμού αξιοποίησε αυτή τη μετατόπιση και κατάφερε να «ξεθάψει» από μεγάλα τμήματα του «δεξιού λαού», φασιστικά χαρακτηριστικά , που η «οικονομική ευμάρεια» και η «πολιτική σταθερότητα» της μεταπολιτευτικής περιόδου είχαν κρύψει. Η αποθράσυνση των νεοναζί ήταν δεδομένη.

Πιστεύεις ότι ο αγώνας ενάντια στη Χρυσής Αυγή θα πρέπει να αφορά τις γυναίκες ιδιαίτερα;

Η Χρυσή Αυγή είναι μια βαθιά μισογύνικη οργάνωση και τον τελευταίο καιρό με όσα βγήκαν στη φόρα μάθαμε ακόμα περισσότερα για αυτό το ζήτημα. Έχουμε δει περιστατικά βίας κατά γυναικών από μέλη της, ενώ παρόμοιες φήμες ακούγονται ακόμα και για βουλευτές της. Έπειτα, οι ίδιες οι χρυσαυγίτισσες δηλώσαν αντιφεμινίστριες και πλήρως υποταγμένες στους άντρες τους.

Η Χρυσή Αυγή διαχωρίζει τους ανθρώπους σε ανώτερους και κατώτερους, με ανιστόρητες θεωρίες περί ύπαρξης δυνατών και αδύναμων. Ο υπάνθρωπος Εβραίος, ο βρωμιάρης μετανάστης και η αδύναμη από τη φύση της γυναίκα. Αυτοί βρίσκονται σε μια διαρκή σύγκρουση με τον λευκό (λέμε τώρα..) άντρα που τελικά λόγω της υπεροχής του κυριαρχεί. Η Χρυσή Αυγή διακηρύσσει έναν διαρκή και συνεχή πόλεμο ανάμεσα στον δυνατό και τον αδύναμο. Άρα για τη Χρυσή Αυγή ο άντρας και η γυναίκα είναι δύο υποκείμενα που βρίσκονται μεταξύ τους συνεχώς σε σύγκρουση. Για τον νεοναζί η γυναίκα που τον αμφισβητεί και δε κάθεται φρόνιμη στο σπίτι να μεγαλώνει τα παιδιά του αποτελεί θανάσιμο εχθρό και θα πρέπει να εξοντωθεί.

Και στο κίνημα όμως έχουμε δει σεξισμό. Για παράδειγμα, μετά τις συλλήψεις διαβάσαμε αρκετά ομοφοβικά σχόλια στα διάφορα μέσα. Τι έχεις να πεις για αυτό;

Αυτό είναι πολύ προβληματικό. Δεν γίνεται  να προσπαθείς να αποδομήσεις τους όρους με τους οποίους η Χρυσή Αυγή συγκεντρώνει οπαδούς και παράλληλα να υιοθετείς έναν από αυτούς, όπως για παράδειγμα  τη μάτσο σεξιστική συμπεριφορά. Πρέπει να τους αποδομήσεις συνολικά και να καταδικάσεις αυτές τις λογικές. Εμείς είμαστε αγωνιστές και αγωνίστριες για την ελευθερία όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής και σεξουαλικού προσανατολισμού.

Να πω επίσης πως η οριστική εκθεμελίωση και συντριβή του φασισμού είναι αναπόσπαστα δεμένη με τους αγώνες για μια κοινωνία απαλλαγμένη  από φτώχεια, ρατσισμούς, εθνικισμούς και σεξισμούς. Είμαστε υπέρ μιας κοινωνίας ισότητας και αλληλεγγύης και αυτό θα πρέπει να το διακηρύσσουμε συνέχεια. Αυτό βέβαια από μόνο του δεν φτάνει. Το κίνημα θα πρέπει μέσα από τις δομές και τις πρακτικές του να περιγράφει αυτή την εναλλακτική κοινωνική συγκρότηση, έναν κόσμο ισότητας και αλληλεγγύης μεταξύ των καταπιεσμένων και εκεί είναι καθοριστική η συμβολή του φεμινιστικού κινήματος. Αυτό τον κόσμο χωρίς διακρίσεις πρέπει να τον περιγράψουμε από σήμερα και ένα σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα έχει πολλά να προσφέρει σε αυτή τη διαδικασία.

 

Share

Γερμανικές εκλογές: Ισχυρή παρουσία γυναικών στη Die Linke μετά τις εκλογές

της Σίσσυς Βωβού

Στις γερμανικές εκλογές του περασμένου μήνα, έχουμε την εκλογή μεγάλου αριθμού γυναικών στο κοινοβούλιο. Το κόμμα Die Linke (Η Αριστερά), πήρε 8,6% των ψήφων συνολικά, και εξέλεξε 64 βουλευτές, από τους οποίους οι 36 είναι γυναίκες και οι 28 άνδρες. Στο προηγούμενο κοινοβούλιο είχε 76 βουλευτές, από τους οποίους οι 41 γυναίκες και 35 άνδρες. Ανατρέπεται έτσι η παραδοσιακή μέχρι σήμερα υπερίσχυση των ανδρών, που συμβαίνει βέβαια σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, με ευχάριστες μόνο εξαιρέσεις. Συνολικά στο γερμανικό κοινοβούλιο, αυτή τη στιγμή οι γυναίκες είναι 30%, αφού τα άλλα κόμματα εξέλεξαν πολύ μικρότερους αριθμούς. Αυτή την ευχάριστη πρωτοτυπία θελήσαμε να εξετάσουμε, συζητώντας με την βουλεύτρια Χάικε Χένσελ, που εκλέχτηκε για τρίτη θητεία. Την συναντήσαμε μετά την ομιλία της στο Φεστιβάλ νέων ΣΥΡΙΖΑ.

Είχαμε μια ευχάριστη εξέλιξη. Με βάση το εκλογικό σύστημα, πώς έγινε να εκλεγεί αυτός ο μεγάλος αριθμός γυναικών;

Έχουμε αυστηρή ποσόστωση για όλες τις λίστες των υποψηφίων στο κόμμα μας. Οι γυναίκες πρέπει να είναι τουλάχιστον το 50%, αλλά συμβαίνει να έχουμε λίστες με 70% γυναίκες, γιατί οι γυναίκες μπορούν να είναι υποψήφιες για όλες τις θέσεις. Οι υποψήφιες/υποψήφιοι εκλέγονται από τους υποψηφίους του κόμματος, που κι αυτοί με τη σειρά τους έχουν ποσόστωση. Στη βάση αυτή προετοιμάζονται οι λίστες και υποβάλλονται για τις εθνικές εκλογές. Έτσι καταλήγουμε με την εκλογή τουλάχιστον 50% γυναικών.

Μέσα στο κόμμα, το θέμα των γυναικείων δικαιωμάτων είναι στην ατζέντα;

Αγωνιζόμαστε για καλύτερους όρους εργασίας, ιδιαίτερα στους τομείς των χαμηλών εισοδημάτων, όπου το 70% περίπου είναι γυναίκες. Επίσης αγωνιζόμαστε για την ελάχιστη σύνταξη, η οποία αφορά τις γυναίκες, γιατί η πλειοψηφία των φτωχών ηλικιωμένων είναι γυναίκες. Φυσικά γνωριζουμε ότι οι μετανάστριες έχουν τις μεγαλύτερες ανάγκες, είναι ευάλωττη ομάδα, έτσι στον αγώνα μας για το κατώτερο εισόδημα και για τους άνεργους, οι μετανάστριες είναι το μεγαλύτερο κομμάτι.

Έχουμε μια ολομέλεια των γυναικών στην κοινοβουλευτική ομάδα, και σ’ αυτή την ολομέλεια πάντα εκλέγουμε μια γυναίκα που θα είναι μέλος της κοινοβουλευτικής ομάδας, που φέρνει όλα τα γυναικεία θέματα, επίσης βάζει βέτο σε κάθε απόφαση για τις εκλεγμένες θέσεις αν δεν ανταποκρίνεται στις ποσοστώσεις. Σε όλες τις ομάδες εργασίας τηρείται η ποσόστωση. Αν έχουμε 6 ομάδες, πρέπει οι 3 από αυτές να έχουν γυναίκα επικεφαλής.

Πάντα αγωνιζόμαστε για την ίση αμοιβή, γιατί οι μισθοί των γυναικών στη Γερμανία είναι στην πραγματικότητα 25% κατώτεροι από τους μισθούς των ανδρών. Αγωνιζόμαστε για κατάλληλους θεσμούς παιδικής φροντίδας, και όπως ξέρουμε, δυστυχώς, η πλειοψηφία των γονέων που έχουν την ευθύνη των παιδιών είναι γυναίκες. Προωθούμε την ισότητα εξετάζοντας κάθε νομοσχέδιο από αυτή την άποψη. Για παράδειγμα, εγώ είμαι στην επιτροπή διεθνών υποθέσεων, εκεί υποστηρίζουμε γυναίκες ακτιβίστριες από πολλά μέρη του κόσμου, ενάντια στο μιλιταρισμό, την δίωξη λόγω φύλου και κάνουμε μια έντονη καμπάνια ενάντια στις γυναικοκτονίες στη Λατινική Αμερική.

Η ολομέλεια των γυναικών στην κοινοβουλευτική ομάδα εκδίδει μια εφημερίδα για τις γυναίκες, που βγαίνει 4 φορές το χρόνο, ονομάζεται LOTTA και σ’ αυτήν συζητούμε για όλα τα θέματα που σχετίζονται με τις γυναίκες με τα οποία ασχολείται η κοινοβουλευτική ομάδα.

Έχουμε καθιερώσει το ετήσιο βραβείο Κλάρα Τσέτκιν, που μέχρι τώρα το έχουμε απονείμει στην φεμινίστρια δημοσιογράφο Florence Hervé και στην Esther Bejerano, που είναι μια από τις γυναίκες αντιφασίστριες που έχουν επιβιώσει από το ολοκαύτωμα, επίσης το έχουμε απονείμει σε κάποιες γυναικείες καμπάνιες.

Κάναμε μια καμπάνια για περισσότερη χρηματοδότηση στα σπίτια γυναικών για θύματα βίας, μέσα από προτάσεις και ψηφίσματα στο κοινοβούλιο. Επίσης αγωνιζόμαστε για αυστηρότερο νόμο για τον προπηλακισμό (stalking) που τα περισσότερα θύματά του είναι γυναίκες.

Υπάρχει μια διακομματική ομάδα στο κοινοβούλιο για τα αναπαραγωγικά και σεξουαλικά δικαιώματα, εκεί αγωνιστήκαμε ενάντια στο τράφικινγκ που σχετιζόταν με το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, υπήρξε κάποια κινητοποίηση της αστυνομίας, μια τηλεφωνική γραμμή SOS, και ευαισθητοποίηση μέσα στην αστυνομία.

Και φυσικά αγωνιζόμαστε για τα δικαιώματα ΛΟΑΤ και στην σχετική επιτροπή προς το παρόν επικεφαλής είναι μια γυναίκα.

Ποια είναι η σύνθεση φύλου του κόμματος;

Δυστυχώς, ακόμα η πλειοψηφία των μελών είναι άνδρες.

Ποια είναι η ποσόστωση στα όργανα;

Η ποσόστωση σε όλα τα όργανα είναι τουλάχιστον 50% γυναίκες. Για την ηγεσία του κόμματος, έχουμε αποφασίσει την διπλή ηγεσία. Σήμερα είναι ο Bernt Rixinger και η Katia Kipping. Δεν υπάρχει όμως αυτή η ποσόστωση στην ηγεσία της κοινοβουλευτικής ομάδας. Έχουμε μόνο τον Gregor Gysi, έτσι οι γυναίκες αγωνίζονται σήμερα για διπλή ηγεσία.

Στο σημερινό στάδιο της χειραφέτησης των γυναικών, κατανοούμε ότι η ποσόστωση χρειάζεται αν θέλουμε να βρεθούν περισσότερες γυναίκες στην εξουσία. Τα συντηρητικά και τα φιλελεύθερα κόμματα δεν έχουν ποσόστωση.

Στην εκλογική καμπάνια το θέμα των γυναικείων δικαιωμάτων και των φεμινιστικών αιτημάτων είχε δυναμική παρουσία;

Δεν θα το έλεγα. Το κάναμε αυτό μόνο στα κοινωνικά ζητήματα, όπως είπα παραπάνω. Αλλά ο κόσμος βλέπει γυναίκες παντού, να αγωνίζονται για όλα τα δικαιώματα. Επίσης ασχοληθήκαμε με το ζήτημα του σεξισμού στο πολιτικό επίπεδο, ακόμα και στο κοινοβούλιο.

Από τις γυναίκες που εκλέχθηκαν, πόσες βάζουν με συστηματικό τρόπο το θέμα των γυναικείων δικαιωμάτων;

Συστηματικά μόνο λίγες από τις εκλεγμένες του κόμματος Αριστερά θέτουν έντονα το ζήτημα της ισότητας των φύλων και των γυναικείων δικαιωμάτων. Οι υπόλοιπες το υποστηρίζουν, αλλά δεν επικεντρώνονται εκεί. Οι γυναίκες από την πρώην Ανατολική Γερμανία κατά κύριο λόγο πιστεύουν στη θεσμική επίλυση των προβλημάτων της ισότητας των φύλων, που είναι σωστή, αλλά υποτιμούν το φεμινιστικό κίνημα.

Βλέπουμε έναν διαφορετικό λόγο να εκπορεύεται από τις γυναίκες που είναι τώρα πολλές, και επομένως μπορούν να δημιουργήσουν έναν δικό τους λόγο;

Δεν νομίζω. Οι γυναίκες βρίσκονται σε ένα πολύ ιεραρχικό κόμμα και πολιτικό σύστημα. Ετσι, ακολουθούν το λόγο των ανδρών. Λείπει ακόμα μια αλλαγή στο πολιτικό σύστημα προς μια πιο δημοκρατική κατεύθυνση, για την ενδυνάμωση της κινητοποίησης στη βάση του κόμματος και στο λαό. Ακόμα πολλές σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται πίσω από τις πόρτες, με πολύ άτυπο τρόπο, και μετέχουν και γυναίκες σ’ αυτό το παιχνίδι.

Όλες αυτές οι επιτυχίες έχουν αποδυναμώσει την ανδρική κυριαρχία στο κόμμα?

Φυσικά και την έχουν αποδυναμώσει, αλλά παραμένει ο αγώνας μας για την διπλή ηγεσία στην κοινοβουλευτική ομάδα και σε πολλά άλλα επίπεδα, και αυτή είναι μια μεγάλη πρόκληση.

Yπάρχει όρος στο κόμμα σας για περιορισμένο αριθμού θητειών;

Δεν υπάρχουν περιορισμοί

Τι συμβαίνει στο κόμμα των Πρασίνων;

Το κόμμα των Πρασίνων έχει τώρα 63 βουλευτές, επίσης περισσότερες γυναίκες από άνδρες μεταξύ αυτών.

Τι συμβαίνει στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα;

Στην κοινοβουλευτική τους οι γυναίκες είναι περίπου 40%.

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΧΑΙΚΕ ΧΕΝΣΕΛ

Έγινε γνωστή στο Πανελλήνιο μετά την ομιλία της στη Μπούντεσταγκ, πριν δύο χρόνια, όπου κατάγγειλε την επίθεση εναντίον του ελληνικού λαού και κατέληξε με το σύνθημα «Είμαστε Όλοι Έλληνες». Διατηρεί εδώ και 10ετίες σχέσεις με τις κινηματικές εξελίξεις στην Ελλάδα.

Δουλεύει περισσότερο από 25 χρόνια στα κοινωνικά κινήματα της Γερμανίας, ιδιαίτερα στην οργάνωση ειρήνης «ΚULTUR DES FRIEDENS» (Κουλτούρα της ειρήνης), που φέτος θα κάνει εορταστική εκδήλωση για τα 25 χρόνια από την ίδρυσή της στο Ινστιτούτο Γκαίτε της Αθήνας, τον Δεκέμβριο. Η οργάνωση αυτή έχει μεταξύ άλλων μια χορωδία, στην οποία παίζουν μουσική και τραγουδούν στα ελληνικά και σε άλλες γλώσσες τραγούδια του Θεοδωράκη, με τον οποίο συνδέθηκαν μερικά χρόνια μετά τη δικτατορία.

Την γνωρίσαμε πριν 20 χρόνια στο αντιπολεμικό κίνημα της Βοσνίας, με τη χορωδία της οργάνωσης, και στη συνέχεια τη συναντήσαμε σε πολλά μέρη της γης, στο Ευρωπαϊκό και Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ, και σε αντιπολεμικές εκδηλώσεις στη Γερμανία και άλλες χώρες. Συνέβαλε στον αγώνα για δημοσιοποίηση και παντοειδή στήριξη του αγώνα των οροθετικών γυναικών που διαπομπεύθηκαν.

Επιλέχθηκε πριν 9 χρόνια ως υποψήφια σε εκλόγιμη θέση με το Κόμμα της Αριστεράς, ως μέλος της οργάνωσης Attac για τη δράση της στα κοινωνικά κινήματα. Από την εκλογή της και μετά, έχει υπευθυνότητα για τη διεθνή πολιτική, και πηγαίνει με κοινοβουλευτικές αντιπροσωπείες ή με κινηματικές αντιπροσωπείες σε πολλά μέρη της γης, πάντα για την υπεράσπιση χωρών που απειλούνται με πόλεμο ή αποκλεισμούς, ή υπεράσπιση πολιτών που πλήττονται από την εξουσία, ή γυναικών που πλήττονται από τις τοπικές πατριαρχίες, στο Αφγανιστάν, στο Μεξικό, στην Κούβα, στο Ιράκ και πολλά άλλα μέρη.

Πηγή: Εποχή

 

 

Share

Red Hulk: από οπαδός στο κέντρο της ρατσιστικής βίας

της Σοφίας Ξυγκάκη

Η ταινία της Ασημίνας Προέδρου πραγματεύεται το θέμα του φασισμού και της  ρατσιστικής βίας στην ακραία της μορφή, ακολουθώντας τη ζωή ενός νέου άνδρα.

Ο Γιώργος μένει μόνος στην Αθήνα… Υποτίθεται σπουδάζει, αναγκάζεται να δουλεύει… Του λείπουν νόημα, αυτοπεποίθηση, ταυτότητα, αποδοχή… Γεμίζει το κενό ως «RED HULK», όπως είναι γνωστός στο σύνδεσμο οπαδών της ομάδας του… Ώσπου η εμπλοκή του σ’ ένα επεισόδιο ρατσιστικής βίας φέρνει μπροστά του νέα αδιέξοδα, διλήμματα και επιλογές…

Η ταινία απέσπασε τον  «Χρυσό Διόνυσο» στο 36ο  Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας και επίσης κέρδισε το Πρώτο Βραβείο του ελληνικού διαγωνιστικού τμήματος μικρού μήκους του 19ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας. Η Ασημίνα Προέδρου γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Σπούδασε μουσική στο «Αττικό Ωδείο» και το 2001 απέκτησε πτυχίο πιάνου με καθηγητή τον σολίστ Διονύση Μαλούχο. Μαθήτευσε δίπλα στο ζωγράφο Γιάννη Τσαγκάρη κι έκανε μαθήματα κλασικού και σύγχρονου χορού στη σχολή χορού «Ραλλού Μάνου». Παράλληλα, το 2007 ολοκλήρωσε το μάστερ της με τίτλο  «MSc in International Economics». στην ΑΣΟΕΕ. Από το 2010 έως το 2012 παρακολούθησε μαθήματα σεναρίου και σκηνοθεσίας κινηματογράφου στη σχολή Athens ΝYC. Τον Αύγουστο του 2012 συμμετείχε στον online διαβαλκανικό διαγωνισμό του «altcine.com» με την πρώτη της ταινία μυθοπλασίας, «Facets of Loneliness» (2010) , αποσπώντας το πρώτο βραβείο κοινού και κερδίζοντας πλήρη υποτροφία για το BA σκηνοθεσίας στη σχολή «Akmi Metropolitan College», από όπου αποφοίτησε τον Ιούνιο του 2013. Παράλληλα με τις σπουδές της, από το 2006 έως σήμερα, εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος σε λογιστήριο εταιρίας. Η ταινία “Red Hulk” είναι η πτυχιακή της ταινία. Μιλήσαμε με τη σκηνοθέτιδα.

Είχες κάνει τόσα άλλα πριν, πώς προέκυψε το σινεμά; Ποιες  ταινίες αποτελούν για σένα σημείο αναφοράς;

Από μικρή έκανα μουσική, χορό, ζωγραφική, καθώς οι γονείς μου ήθελαν να μου δώσουν ολόπλευρη καλλιέργεια. Άρχισα να λέω ότι θέλω να γίνω σκηνοθέτης κινηματογράφου όταν ήμουν δέκα χρονών και  είδα την ταινία «Σινεμά ο Παράδεισος» του Τζουζέπε Τορνατόρε.

Τι σε είχε συγκινήσει σ’ αυτήν;

Η νοσταλγική ατμόσφαιρα, η σχέση του πρωταγωνιστή με το σινεμά, τα παιδικά χρόνια του ήρωα, η σχέση του παιδιού με τον μηχανικό προβολής που τον παίζει ο Φιλίπ Νουαρέ. Μεγαλώνοντας, όμως, οι γονείς μου με αποθάρρυναν, στη λογική ότι έπρεπε να σπουδάσω κάτι που θα μου εξασφάλιζε τα προς το ζην. Έτσι, προέκυψε η ΑΣΟΕΕ και η δουλειά μου ως ιδιωτική υπάλληλος σε λογιστήριο εταιρίας. Όταν άρχισα να δουλεύω και να μπορώ να πληρώνω μόνη μου τη σχολή, τότε γράφτηκα και στη σχολή κινηματογράφου.

Γιατί επέλεξες αυτό το θέμα για την πτυχιακή σου εργασία;

Τα τελευταία χρόνια με απασχολούσε ιδιαίτερα το θέμα της ξενοφοβίας, του ρατσισμού – εθνικισμού. Περπατάω πολύ στο κέντρο της Αθήνας – όλοι όσοι το κάνουμε, βλέπουμε πολύ έντονα το πρόβλημα μπροστά μας.

Ο Ηulk είναι ήρωας κόμικ, γιατί αυτός ο τίτλος;  

“RED HULK” είναι το παρατσούκλι του ήρωα στον ποδοσφαιρικό σύνδεσμο. “RED” λόγω της συγκεκριμένης ομάδας, και “HULK” επειδή είναι σωματώδης, θυμωμένος και αποτελεσματικός στις συμπλοκές. Το παρατσούκλι ήταν ιδέα του Dr Zarko, ειδικού συμβούλου της ταινίας, μου άρεσε και το κρατήσαμε.

Και στην πρώτη σου ταινία το Facets of loneliness βλέπουμε απομονωμένους ανθρώπους, με μεγάλη  αίσθηση μοναξιάς, ακόμη κι όταν αυτή εκφράζεται ως απέραντη βαρεμάρα, όπως στις σκηνές με τον πιτσιρικά.  Κι εδώ, παρά το περιβάλλον (οικογένεια, δουλειά, φίλους του ποδοσφαιρικού συνδέσμου κτλ.) του πρωταγωνιστή, που παρουσιάζεις, παρακολουθούμε έναν εξαιρετικά μοναχικό άνθρωπο. Στην ταινία σου μου άρεσε που ακολουθείς το κεντρικό πρόσωπο χωρίς να επεξηγείς και να ηθικολογείς – ωστόσο, αναρωτιόμαστε: πώς αυτός κάνει τέτοιο άλμα και, αντί να τσακώνεται με τον αυταρχικό πατέρα του και τους βάζελους, εμπλέκεται σε ρατσιστική δολοφονία;  

Θα ήθελα να μην μπω ακόμα στη συζήτηση για την ανάλυση του χαρακτήρα και της ταινίας. Να πω μόνο ότι ο ήρωας προέρχεται από μια φτωχή αγροτική οικογένεια, ο ίδιος έχει παρατήσει τη σχολή του (εγώ τον φαντάζομαι περισσότερο σπουδαστή κάποιου απαξιωμένου και αδιέξοδου επαγγελματικά τμήματος ΤΕΙ) και εργάζεται περιστασιακά ως εργάτης, μένει στη σημερινή Αθήνα, σε μια πολύ φτωχική γκαρσονιέρα ανάμεσα σε μετανάστες, ενώ είναι ήδη “καταξιωμένο” μέλος ποδοσφαιρικού συνδέσμου.

Να πω επίσης, ότι η ταινία είναι κομμάτι του προβληματισμού μου πάνω στο πώς η ανάγκη για ένταξη και αποδοχή μπορεί συχνά να οδηγεί στη διαστροφή της προσωπικότητας του ατόμου, οπότε η ιστορία και προφανώς και το τέλος συνδέονται με αυτό.

Η σχέση του ήρωα με τη φασιστική ομάδα ξεκινάει πριν ξεκινήσει η ταινία, και τους λόγους δεν τους βλέπουμε καθαρά. Μαθαίνουμε όμως στην πορεία ότι οι φασίστες προσπαθούν να παρεισφρήσουν στην ποδοσφαιρική ομάδα κι έτσι καταλαβαίνουμε ότι, στην προσπάθειά τους αυτή, με κάποιον τρόπο ήρθαν σε επαφή και μαζί του. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία για τον ήρωα στην ταινία  δεν είναι αυτό (το πώς ήρθε αρχικά σε επαφή μαζί τους), αλλά το τι θα κάνει μετά τη ρατσιστική δολοφονία στην οποία έχει εμπλακεί.

Ο πρωταγωνιστής αποδίδει πολύ πειστικά  την προσωπικότητα του πρωταγωνιστή, όπως την περιγράφεις. Πες μας  λίγα λόγια για το πώς δούλεψες μαζί του.

Ο πρωταγωνιστής (Φρίξος Προέδρου) είναι ο αδερφός μου και είναι μη επαγγελματίας. Κάναμε ενάμιση μήνα casting, προσπαθώντας να βρούμε επαγγελματία ηθοποιό, όμως το μυαλό μου πάντα επέστρεφε σ’ εκείνον. Κι αυτό γιατί τον έχω δει στη ζωή του να βρίσκεται στις ψυχολογικές μεταπτώσεις που βρίσκεται ο ήρωας, τον έχω δει (σε νεότερη ηλικία) να παίρνει «ποζεράδικο» ύφος μπροστά σε κόσμο, και πολύ διαφορετικό όταν βρίσκεται μόνος του, ξέρω πόσο ευαίσθητος είναι γενικά, και παράλληλα πόσο βίαια ξεσπάσματα μπορεί να έχει. Συμμετείχε κανονικά στο casting και τον βρήκαμε εξαιρετικό, οπότε θεώρησα ότι έπρεπε να το ρισκάρω. Κάναμε αρκετές πρόβες οι δυο μας, και δουλέψαμε αρκετό διάστημα αυτοσχεδιαστικά, ωστόσο στα γυρίσματα η σχέση μας ήταν στενά επαγγελματική. Η αλήθεια είναι ότι θέλαμε και οι δύο πάρα πολύ να συνεργαστούμε, πράγμα που φάνηκε και από την τεράστια προσπάθεια που έκανε κι εκείνος στις πρόβες και στα γυρίσματα (παρόλο που δεν είχε ο ίδιος καμιά προσωπική φιλοδοξία) – κάτι που με συγκίνησε βαθιά.

Τι αντίκτυπο θα ήθελες να έχει η ταινία σου στους θεατές;  

Η ταινία δεν έχει κάνει ακόμα τον «κύκλο» της, οπότε θα ήθελα να μην αναλωθώ ακόμα σε αναλύσεις της ταινίας και των προθέσεών μου. Θέλω ο κόσμος να δει την ταινία και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

 

Share

Μάικ Λέρνερ: “χωρίς την ελευθερία του λόγου, δεν μπορούμε να υπερασπιζόμαστε όλες τις υπόλοιπες ελευθερίες μας”

του Γιάννη Κοντού

Βλάσφημες «χούλιγκαν», αθώες αντί- Πούτιν πανκ διαδηλώτριες, ή μήπως πολύ περισσότερα; Το ντοκιμαντέρ των Μάικ Λέρνερ και Μαξίμ Ποζντορόφκιν Pussy Riot: A Punk Prayer αφηγείται την ιστορία των Pussy Riot, του πιο διάσημου γυναικείου ρωσικού πανκ συγκροτήματος, τρία μέλη του οποίου, η Ναντέζντα Τολοκονίκοβα, η Μαρία Αλιόχινα και η Γεκατερίνα Σαμούτσεβιτς  κατηγορήθηκαν, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε διετή φυλάκιση για «χουλιγκανισμό, υποκινούμενο από θρησκευτικό μίσος», εξαιτίας μιας «άσεμνης» performance, μιας «πανκ προσευχής», που ανέβασαν στο ιερό του Καθεδρικού του Σωτήρα στη Μόσχα τον Φεβρουάριο του 2012. Οι Pussy Riot στοχοποιήθηκαν από τον ίδιο τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν, ο οποίος δήλωσε ότι το συγκρότημα «υπονόμευσε τα θρησκευτικά θεμέλια του έθνους», ενώ η δίκη προκάλεσε διεθνή κατακραυγή, με πολλούς «επώνυμους» καλλιτέχνες, ανάμεσά τους η Μαντόνα, ο Στινγκ και η Γιόκο Όνο, να σπεύδουν προς συμπαράσταση των διωκόμενων μελών του συγκροτήματος. Λίγες μέρες πριν την πανελλήνια πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας» (Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου), κουβεντιάζουμε με τον Μάικ Λέρνερ, έναν από τους σκηνοθέτες του.

Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με αυτό το θέμα και ποιος ήταν ο στόχος σου; Πώς εξελίχτηκε η διαδικασία των γυρισμάτων αφότου φτάσατε στη Ρωσία; Συναντήσατε δυσκολίες ή βιώσατε εκπλήξεις;

Εμπνευστήκαμε να κάνουμε μια ταινία για τις Pussy Riot τη στιγμή που είδαμε τις φωτογραφίες τους στο βρετανικό τύπο. Μόλις μάθαμε για τη σύλληψή τους, ήμαστε αποφασισμένοι να αφηγηθούμε την ιστορία τους στον κόσμο. Η διαδικασία ήταν αρκετά ξεκάθαρη. Επικοινωνήσαμε με το συγκρότημα, με τις οικογένειές τους, τους δικηγόρους και τους φίλους τους και φύγαμε για τη Μόσχα, για να ξεκινήσουμε να καταγράφουμε την ιστορία τους. Το ίδιο το συγκρότημα πάντοτε ήθελε να υπάρχει μια διεθνής οπτική στην ιστορία τους και εμπιστεύτηκε την προσέγγισή μας. Δεν υπήρχαν τόσο πολλές δυσκολίες- το σύνηθες πρόβλημα αναζήτησης χρηματοδότησης. Εκπλαγήκαμε, πάντως, ιδιαίτερα, όταν πληροφορηθήκαμε ότι η ίδια η δίκη επρόκειτο να κινηματογραφηθεί από ένα κρατικό ειδησεογραφικό κανάλι. Όχι μόνο κινηματογράφησαν τη δίκη, αλλά και τράβηξαν πολύ ιδιαίτερες και σημαντικές στιγμές, όταν οι τρεις κατηγορούμενες συζητούσαν για τη συμφορά τους, χωρίς να έχουν ιδωθεί επί πολλές βδομάδες. Κινηματογράφησαν, επίσης, τη διαδικασία απίστευτα καλά, έτσι όλα αυτά συνέβαλαν στο να γίνει το ντοκιμαντέρ πολύ πλούσιο και ολοκληρωμένο.

Δεδομένης της ευαίσθητης, αν όχι αμφιλεγόμενης, φύσης του ζητήματος με το οποίο ασχοληθήκατε, αισθανθήκατε, σε οποιαδήποτε στιγμή, απειλούμενοι;

Καθόλου. Οι ξένοι δημοσιογράφοι τείνουν να αντιμετωπίζονται πολύ καλά στη Ρωσία και, μολονότι δε συμπεριφέρονται στους ντόπιους δημοσιογράφους τόσο προσεκτικά, σίγουρα δεν είχαμε προβλήματα, ούτε νιώσαμε απειλή από το κράτος σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή.

Στη Ρωσία έχουν κυρίως προβληθεί ως χούλιγκαν, υποκινούμενες από θρησκευτικό μίσος. Σε πολλές Δυτικές χώρες, ως αθώες αντι-Πούτιν πανκ διαδηλώτριες. Ποια είναι η εντύπωσή σου για τις Pussy Riot ως καλλιτεχνών και ως πολιτικών υποκειμένων, στο βαθμό που έχεις επικοινωνήσει μαζί τους;

Όλη η ιδέα της δημιουργίας της ταινίας ήταν ότι τόσο στη Ρωσία, όσο και ανά τον κόσμο, η ιστορία τους είχε προβληθεί με πολύ λανθασμένο τρόπο. Θέλαμε να κάνουμε μια ταινία που θα έδειχνε τις Pussy Riot όχι ως ένα πανκ συγκρότημα που ενοχλεί την κοινωνία, αλλά ως καλλιτέχνιδες και φιλοσόφους που έχουν αναπτύξει μία πολύ πρωτότυπη και αποτελεσματική προσέγγιση στην πρόκληση δημόσιου διαλόγου σχετικά με μια σειρά από ζητήματα, στα οποία περιλαμβάνονται οι πολιτικές σχέσεις ανάμεσα στην εκκλησία και το κράτος, ο ρόλος των γυναικών εντός της ορθόδοξης εκκλησίας, θέματα ισότητας των φύλων και LGBT δικαιωμάτων. Η εντύπωση που αποκομίσαμε γνωρίζοντας αυτές τις γυναίκες  ήταν πόσο ικανές είναι να θέτουν ζητήματα, πόση ηθική εξουσία ασκούσαν στο δικαστήριο και πόσο αστείες είναι.

Υπάρχουν όρια στην ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης- και της ελευθερίας έκφρασης, γενικότερα;

Θέλαμε πολύ οι άνθρωποι να δουν την ταινία όχι ως μια επίθεση στο πόσο καταπιεστική είναι η Ρωσία, αλλά πόσο εύθραυστες είναι κάποιες ελευθερίες σε όλο τον κόσμο. Ο λόγος που οι Pussy Riot έχουν γίνει οι πιο διάσημες Ρωσίδες στον κόσμο και ο λόγος που η «Πανκ Προσευχή» έχει γίνει το πιο διαβόητο και επιδραστικό κομμάτι performance art στην ιστορία της τέχνης, είναι ότι η ελευθερία της έκφρασης και η ελευθερία του λόγου είναι οι πιο σημαντικές ελευθερίες που έχουμε. Χωρίς την ελευθερία του λόγου, δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε να υπερασπιζόμαστε όλες τις υπόλοιπες ελευθερίες μας, όσο σημαντικές κι αν είναι. Έχουν κερδηθεί δύσκολα- συνήθως μέσω επανάστασης και πολέμου- και πολύ εύκολα χάνονται- συνήθως μέσω της υπογραφής βλακωδών νομοθετικών διαταγμάτων από μια ληθαργική και καλά χειραγωγημένη πολιτική τάξη. Και βλέπουμε πολλούς παραλληλισμούς ανάμεσα στις Pussy Riot και τον Μπράντλεϋ Μάνινγκ, τον Έντουαρντ Σνόουντεν, τον Τζούλιαν Ασάνζ, το κίνημα «Occupy», τους ακτιβιστές της Μέσης Ανατολής και την Αιγυπτιακή Επανάσταση στην πλατεία Ταχρίρ και άλλες ριζοσπαστικές φεμινιστικές/ ακτιβιστικές κοινότητες και ομάδες σε όλο τον κόσμο. Φαίνεται ότι οι νέοι άνθρωποι παντού έχουν την ενέργεια και τη διορατικότητα να αντισταθούν στην ανατριχιαστική τυραννία που συνεχίζει να απομειώνει την ελευθερία παντού.

Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός είναι προφανής, ίσως με διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικό βαθμό, σχεδόν σε όλο τον κόσμο: από τη Ρωσία μέχρι τις Η.Π.Α., και από πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής μέχρι την Ελλάδα. Γιατί νομίζεις ότι συμβαίνει αυτό και πώς μπορεί να ξεπεραστεί;

Μεγάλο θέμα! Κατά τη γνώμη μου, ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός είναι άλλη μια μορφή της πατριαρχικής ηγεμονίας, η οποία εκδηλώνεται με τον συνήθη βίαιο και αντιδημοκρατικό τρόπο. Στην τελική, μιλάμε για αγώνα για την εξουσία ανάμεσα στην εκκλησία και το κράτος- όχι ανάμεσα στο κράτος και μια δίκαιη κοινωνία. Πάντοτε υπάρχουν δυο διαφορετικές ομάδες που προσπαθούν να κυριαρχήσουν στην ατζέντα. Στην πραγματικότητα βλέπω πολύ λίγες διαφορές ανάμεσα στις δύο πλευρές: και οι δύο έχουν πολύ ιδιοτελή συμφέροντα και μια απόλυτη άγνοια του τι δικαιοσύνη, ισότητα και ελευθερία σκέψης και δράσης πραγματικά σημαίνουν. Ευτυχώς, όμως, έχουμε ανθρώπους σαν τις Pussy Riot που μας βοηθούν να καταλάβουμε τι συμβαίνει και να εμπνεύσουν την αλλαγή μέσω του ακτιβισμού.

Έχει προβληθεί το ντοκιμαντέρ σας στη Ρωσία;

Όχι ακόμα. Θα προβληθεί το Δεκέμβριο ως κομμάτι του ARTDOC Φεστιβάλ στη Μόσχα και αναμένουμε με ανυπομονησία μια θερμή και ενθουσιώδη υποδοχή στη ρωσική πρωτεύουσα.

 

Το ντοκιμαντέρ Pussy Riot: A Punk Prayer των Μάικ Λέρνερ και Μαξίμ Ποζντορόφκιν κάνει την πανελλήνια πρεμιέρα του στα πλαίσια του 19ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας» την Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου, στον κινηματογράφο Odeon Όπερα 1 στις 20:30. Επαναληπτική προβολή: Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου, Δαναός 2, 22:00.

Η φωτογραφία που συνοδεύει την ανάρτηση είναι του Ιγκόρ Μούχιν.

Πηγή: εναντιοδρομίες

Share

Ζωή Μαυρουδή: “ήταν σαν πάνω σ’ αυτές τις γυναίκες να εκτονωνόταν ένα ολόκληρο σύστημα”

του Γιάννη Κοντού

Λίγο πριν τις εθνικές εκλογές της 6ης Μαΐου 2012 δεκάδες οροθετικές γυναίκες προσάγονται, υφίστανται εξαναγκαστικούς ιατρικούς ελέγχους για HIV, συλλαμβάνονται, προφυλακίζονται και διαπομπεύονται από πολλά Μ.Μ.Ε. Το χρονικό της ζοφερής αυτής υπόθεσης εξιστορεί το ντοκιμαντέρ Ερείπια, Οροθετικές γυναίκες, Το χρονικό μιας διαπόμπευσης, σε σκηνοθεσία Ζωής Μαυρουδή. Λιτό και περιεκτικό, καταφέρνει μέσα σε 52 λεπτά να ρίξει φως σε όλες τις πτυχές του ζητήματος. Στο ντοκιμαντέρ φιλοξενούνται συνεντεύξεις με δύο από τις διαπομπευμένες γυναίκες, δύο από τις μητέρες, γιατρούς, δικηγόρους, ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους και ακτιβίστριες που έδωσαν σκληρό αγώνα για την αποφυλάκισή τους. Μία μέρα μετά τη δημοσιογραφική προβολή του και τη συνέντευξη τύπου στην ΕΣΗΕΑ, κουβεντιάζουμε με την σκηνοθέτρια.

«Αιφνιδίασε αυτή η ιστορία πάρα πολλούς ανθρώπους, ακόμα και Έλληνες. Ήταν πρωτοφανής περίπτωση στα παγκόσμια χρονικά του HIV», είναι μια από τις πρώτες επισημάνσεις της.

Η δικιά σου επιλογή ήταν προϊόν οργής, κατ’ αρχήν, όπως είπες στη συνέντευξη τύπου.

Η αφορμή για το ντοκιμαντέρ ήταν ο θυμός. Εξοργίστηκα, έχασα τον ύπνο μου. Νιώθεις ότι κάτι έχει αλλάξει και έχει αλλάξει με έναν τρόπο που δεν μπορείς να μην κάνεις κάτι γι’ αυτό.

Σε εξέπληξε; Τόσο ως γεγονός, όσο και ως προς το επίπεδο της κάλυψής του από ένα μεγάλο αριθμό Μ.Μ.Ε. είτε κυρίαρχων ή λιγότερο κυρίαρχων;

Ναι, με εξέπληξε. Με αιφνιδίασε. Ενώ είχαν δημοσιευτεί και στο παρελθόν φωτογραφίες και προσωπικά δεδομένα με άλλες αφορμές, ήταν και η στιγμή που επιλέχτηκε να γίνει κάτι τέτοιο. Ενώ στη χώρα μας μιλούσαμε για μια πολύ κρίσιμη ιστορική στιγμή, όπου υπήρχαν τόσα πολλά που έπρεπε να ειπωθούν, να συζητηθούν με νηφαλιότητα και να γίνει ένας δημόσιος διάλογος, ξαφνικά συμβαίνει αυτό το πράγμα και ένιωθες ότι εκτονωνόταν ένα μίσος και μια σύγχυση, που τα είχαμε εσωτερικεύσει. Σαν πάνω σ’ αυτές τις γυναίκες να εκτονωνόταν ένα ολόκληρο σύστημα. Τις βάλανε κανονικά στην μπούκα του κανονιού. Ήταν μία ολομέτωπη επίθεση. Δεν περίμενα ότι θα γίνει με αυτό τον τρόπο. Περιμένεις ότι θα γίνει εναντίον ανθρώπων που είναι πολιτικοποιημένοι, που έχουν μία δράση, κάποια παρουσία στα πράγματα, που κάνουν κάτι, το οποίο αποτελεί απειλή για κάποιους ανθρώπους μέσα στο σύστημα. Εδώ πρόκειται για ανθρώπους που δεν έκαναν τίποτα. Ήταν εντελώς αμέτοχοι, ανήμποροι άνθρωποι. Άνθρωποι που δεν έχουν φωνή. Είναι σαν να πηγαίνεις στα αγάλματα και να τα βανδαλίζεις. Ως προς την κάλυψη από τα Μ.Μ.Ε., δε νομίζω ότι υπάρχει κάτι ανάλογο. Υπάρχει κάτι στο να μιλάς για θέματα σεξουαλικής φύσης, με αυτό τον τρόπο, που είναι απόλυτα χυδαίο. Είναι το αποκορύφωμα μιας σειράς παραβιάσεων, και βέβαια του νόμου για τα προσωπικά δεδομένα. Βλέπεις μια πλήρη αγριότητα των τακτικών κάποιων Μ.Μ.Ε.. Δεν είναι απλώς αδιάκριτα, τσαπατσούλικα, πρόχειρα- είναι άγρια. Είναι ένα Κολοσσαίο, μια αρένα.

Κανιβαλισμός, με μια λέξη. Θεωρείς ότι, ανάμεσα στους άλλους λόγους που ήδη αναφέραμε, υπήρχαν και οι μικροκομματικές σκοπιμότητες ή πολιτικοί υπολογισμοί προεκλογικού/ ψηφοθηρικού χαρακτήρα;

Υπήρχε ξεκάθαρη πολιτική σκοπιμότητα. Αν και υπήρχαν λόγοι να πιστεύει κανείς ότι οι τότε υπουργοί, και ιδίως ο Ανδρέας Λοβέρδος, ήταν αποφασισμένοι να λάβουν τέτοια μέτρα, όπως η εξαναγκαστική ιατρική εξέταση, επειδή έγινε πολύ γρήγορα και με τρόπο πολύ πρόχειρο, είχε το χαρακτήρα μιας σπασμωδικής ενέργειας. Σαν να μην υπήρχε απόλυτος έλεγχος της κατάστασης από όσους το έκαναν. Αυτός είναι κι ένας λόγος που δεν πρέπει ποτέ να κάνεις κάτι τέτοιο. Όχι μόνο γιατί είναι ανήθικο ή παράνομο, αλλά και γιατί δεν μπορείς να ελέγξεις τις συνέπειές του. Γι’ αυτό και η υπόθεση αυτή έχει ουσιαστικά καταρρεύσει.

Ωστόσο ένα χρόνο μετά, και κάτι παραπάνω, το θέμα έχει, λίγο πολύ, ξεχαστεί.

Πολύ γρήγορα συνέβη αυτό. Και οι συλλήψεις των δύο γυναικών που έγιναν τον Αύγουστο του 2012 δεν καλύφτηκαν τότε. Οι δε αποφυλακίσεις ή δεν καλύφτηκαν καθόλου, ή έλαβαν ελάχιστη δημοσιότητα και στα γρήγορα. Υπήρχαν, πάντως, πολλοί που αρθρογράφησαν σωστά και νηφάλια γι’ αυτή την ιστορία. Το θέμα, πάντως, ήταν χαώδες και ήταν τόσες οι πλευρές που έπρεπε να θιγούν, νομικές και ιατρικές, αλλά και το ίδιο το ρεπορτάζ, που τα ίδια τα Μ.Μ.Ε. έχασαν το νήμα. Όχι ότι έκαναν μια ειλικρινή προσπάθεια να καλύψουν το ζήτημα, να ενημερώσουν και να καταλάβουν τι συνέβαινε, αλλά ήταν πολύ δύσκολο να μιλήσεις με το σωστό τρόπο γι’ αυτή την υπόθεση. Σε μπέρδευαν τα γεγονότα και το εύρος τους. Ήταν αφορμή για τρομολαγνεία και να καλυφτεί κάτι που υποτίθεται ότι αποτελούσε έκτακτη ανάγκη, ενώ υπάρχουν άλλες έκτακτες ανάγκες που είναι, ακόμα και στον τομέα της υγείας, πολύ πιο σημαντικές.

Πώς κατάφερες να κερδίσεις την απαιτούμενη εμπιστοσύνη των γυναικών, με τις οποίες συνομίλησες και επικοινώνησες, ώστε να σου ανοιχτούν;

Mε τη βοήθεια της Πρωτοβουλίας Αλληλεγγύης υπέρ των διωκόμενων οροθετικών γυναικών. Ήταν αποφασιστική η προσφορά τους σε αυτό. Γιατί ήδη γνώριζαν και την υπόθεση και τις κοπέλες μέσα από τις φυλακές. Με έφεραν, λοιπόν,  σε επαφή μαζί τους. Αν και βέβαια χρειάστηκε χρόνος για να γίνει κάτι τέτοιο. Η εμπιστοσύνη ήταν δανεική, σε μεγάλο βαθμό.

Στο ρώτησα, επειδή μου έκανε εντύπωση μια αποστροφή του λόγου μιας από τις δύο διωκόμενες που μίλησαν στο ντοκιμαντέρ σου ότι «θέλω να τα πω σωστά». Δεν αρκούσε, δηλαδή, μόνο η εξομολόγηση, το μοίρασμα, αλλά και να αποδοθούν σωστά, ώστε να ανταποκρίνονται στο προσωπικό τους βίωμα και αυτό που θα μεταφερθεί παραπέρα να είναι ακριβές, τελικά.

Ένας άνθρωπος που έχει διαπομπευθεί με αυτό τον τρόπο ένιωθε το βάρος της ανάγκης να εξηγήσει γιατί υποφέρει, ενώ προφανώς δε χρειαζόταν να το κάνει αυτό. Ένιωσα κι εγώ την αγωνία του ανθρώπου που δεν μπορεί να μοιραστεί τον πόνο του, δεν μπορεί να βρει τα λόγια να πει τι έχει περάσει. Αλλά κανένας δεν μπορεί να βρει αυτά τα λόγια. Πρέπει να πας στον Όμηρο, για να σου τα δώσει, ή στον Σοφοκλή. Πώς μπορείς να μιλήσεις για την προσωπική σου τραγωδία σωστά; Δεν μπορείς.

Δεν επαρκούν οι λέξεις, έτσι κι αλλιώς. Και η γλώσσα, γενικότερα. Από την επικοινωνία σου, τόσο με τις γυναίκες, όσο και με τις μητέρες, αποκόμισες την εντύπωση ότι βίωναν ενοχικά ό,τι τους συνέβη; Ότι κατηγορούσαν είτε τον εαυτό τους ή τις κόρες τους; Mια από τις δύο μητέρες, σε μια πολύ σύντομη φράση της, είπε «ο θεός μας τιμωρεί, γιατί δεν είμαστε καλοί άνθρωποι».

Δε θεωρώ ότι οι μητέρες πίστευαν ότι αυτό ήταν μια δίκαιη τιμωρία για τις κόρες τους. Δεν υπήρχε λόγος να το πιστεύουν αυτό. Όταν μιλάς σε έναν άνθρωπο γι’ αυτό το θέμα, πρέπει να το ανοίξεις και στο μέλλον. Προσπάθησα να ανοίξω ένα παράθυρο στον τρόπο, με τον οποίο σκεφτόταν αυτή η γυναίκα.

Πώς τα καταφέρνουν μετά την αποφυλάκισή τους;

Προσπαθούν να μαζέψουν τα κομμάτια της ζωής τους. Άλλες είναι σε μονάδες απεξάρτησης, άλλες στα σπίτια τους. Έχουν όλες αποφυλακιστεί και προσπαθούν να ξεπεράσουν αυτό που τους συνέβη και να αντιμετωπίσουν τη δυσκολία της κατάστασής τους, η καθεμία με τον τρόπο της. Το σημαντικό σε αυτή την υπόθεση είναι ότι έχουμε στη χώρα μας μια κατάσταση που γεννά συνεχώς τέτοια προβλήματα. Αυτό που μας περιμένει είναι πολύ μεγάλο στον τομέα της δημόσιας υγείας.

Και όχι μόνο. Ήδη απ’ ό,τι διαβάζω, με βάση τα στατιστικά στοιχεία του Ιουνίου, 1.400.000 άνθρωποι είναι άνεργοι- επισήμως, τουλάχιστον.

Και πόσοι ανασφάλιστοι…

Πλέον, ολοένα και ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού σπρώχνονται προς το περιθώριο και δεν πρόκειται μόνο για άτομα που κάποιος θα ενέτασσε στις λεγόμενες ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως πριν από μερικά χρόνια. Οπότε η κατάσταση επιδεινώνεται και δεν ξέρω κατά πόσο αυτή η τάση είναι αναστρέψιμη.

Μιλώντας με την Μαριανέλλα την Κλώκα από τη «Θετική Φωνή» για το ντοκιμαντέρ, μου είπε ότι «είμαστε όλοι εν δυνάμει ευάλωτες ομάδες». Και γι’ αυτό είναι τόσο παράλογο να δείχνεις το δάχτυλο σε μία ευάλωτη ομάδα, γιατί εν δυνάμει είναι όλοι οι άνθρωποι ευάλωτοι σε πράγματα που υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας του κράτους πρόνοιας δε θα συνέβαιναν. Υπάρχει μια παράλογη αυταρέσκεια στο να δείχνεις έναν τοξικομανή σήμερα στην Ελλάδα και να λες «κοίταξέ τον αυτόν».

Πιστεύεις ότι, παρά τις όποιες αλλαγές, αργές έστω, η ελληνική κοινωνία παραμένει στην ουσία της μία πατριαρχικά δομημένη κοινωνία;

Ούτε λίγο, ούτε πολύ όλες οι κοινωνίες είναι πατριαρχικές. Υπάρχει, πάντως, μια χροιά επίθεσης απέναντι στις γυναίκες για λόγους που προϋποθέτουν δυναμικές που προέρχονται από εποχές, κατά τις οποίες οι γυναίκες δεν είχαν κανένα από τα προνόμια και τα δικαιώματα που έχουν σήμερα. Όταν μιλάς για «ιερόδουλες» που θα «μολύνουν» οικογενειάρχες, μιλάς για μια άποψη για τη δομή της οικογένειας και της κοινωνίας που έχει λίγη σχέση με ό, τι συμβαίνει σήμερα. Η σύλληψη ιερόδουλων, γιατί υποτίθεται ότι εκκολάπτεται μια μεγάλη επιδημία σε οίκους ανοχής, είναι πράγματα που συνέβαιναν σε προηγούμενους αιώνες.

Είναι η λογική του κυνηγιού μαγισσών, Απλώς τότε ήταν περιβεβλημένο με θρησκευτικό μανδύα, ενώ σήμερα έχει πιο «σύγχρονες» διαστάσεις, σε ό, τι αφορά τον τρόπο, με τον οποίο εκδηλώνεται. Πιστεύεις ότι θα καταφέρει το ντοκιμαντέρ σου να συμβάλει στη διατύπωση του δημόσιου αντίλογου για τη συγκεκριμένη υπόθεση που επιδιώκεις;

Το ελπίζω. Ελπίζω ότι, κατ’ αρχάς, θα ακουστεί η φωνή των γυναικών- και όχι μόνο η φωνή τους, αλλά και ο τρόπος που μίλησαν. Νομίζω ότι με ένα ντοκιμαντέρ αυτό κάνεις, δίνεις την αφορμή για έναν αντίλογο, γιατί λείπει ο αντίλογος. Είναι εύκολο να την ξεχάσεις μια τέτοια υπόθεση. Είναι κάτι τόσο αποτρόπαιο που η πρώτη σου αντίδραση είναι «αυτό δε θέλω να το ξανακούσω, θέλω να αποστρέψω το βλέμμα μου από κάτι τέτοιο». Γιατί δεν ξέρεις πώς να το επεξεργαστείς. Εκεί είναι, νομίζω, που πρέπει να ρίχνεις το φακό. Σε κάτι που κανένας δε θέλει να κοιτάξει. Κάτι που κανένας δε θέλει να θυμάται. Αυτό πρέπει να του θυμίζεις.

Ελπίζω να καταφέρει να επιτελέσει αυτή του τη λειτουργία. Δεν ξέρω κατά πόσο η ελληνική κοινωνία είναι έτοιμη να ακούσει έναν αντίλογο γι’ αυτό το θέμα, έστω κι αν είναι άρτια δομημένος.

Το ελπίζω κι εγώ. Όταν ξεκινάς ένα ντοκιμαντέρ, δεν ξέρεις πού θα πάει. Το πίστεψα πολύ ότι έπρεπε να γίνει κάτι και το πίστεψαν μαζί μου κι άλλοι άνθρωποι. Σε αυτό είμαι πολύ τυχερή, ότι δηλαδή μου συμπαραστάθηκαν πολλοί άνθρωποι που το πιστεύουν εξίσου μ’ εμένα. Αν δεν είχα μια ομάδα ανθρώπων να στηρίζει και να προωθεί, δε θα το είχα κάνει. Αναφέρθηκα στην Πρωτοβουλία, αλλά θέλω να πω και για τους συντελεστές, το UNFOLLOW, το OmniaTv και την Θεοδώρα την Οικονομίδου, χωρίς τους οποίους δε θα σου μιλούσα σήμερα, καθώς επίσης και για τους χρηματοδότες, το Union Solidarity International και το Unite the Union.

Έχεις κυρίως θεατρικό υπόβαθρο. Η ανάγκη ενασχόλησης με τη σκηνοθεσία, στο κινηματογραφικό επίπεδο, προέκυψε λόγω του συγκεκριμένου ζητήματος και των συναισθημάτων που σου προκάλεσε, ή προϋπήρχε;

Πίστεψα ότι ένα ντοκιμαντέρ ήταν ο καλύτερος τρόπος να αποδοθεί αυτή η υπόθεση. Γενικότερα στη δουλειά μου έχω ασχοληθεί με θέματα που έχουν να κάνουν με γυναικείους χαρακτήρες, αλλά πρέπει πάντοτε να βρίσκεις το σωστό μέσο για να προσεγγίσεις ένα θέμα. Το ντοκιμαντέρ έχει μια αμεσότητα ως είδος. Είναι δύσκολο να τη βρεις αλλού.

 

Το ντοκιμαντέρ κάνει την επίσημη πρεμιέρα του την Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου στο Μουσείο Μπενάκη, στο κτίριο της οδού Πειραιώς στις 7 το απόγευμα, με ανοικτή είσοδο για το κοινό. Θα ακολουθήσει συζήτηση με την σκηνοθέτρια και τους υπόλοιπους συντελεστές. Την Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου, θα προβληθεί στη Θεσσαλονίκη, στην Αίθουσα Τελετών του Α.Π.Θ., σύντομα θα βγει στους κινηματογράφους, ενώ θα διατεθεί δωρεάν και μέσω διαδικτύου.

Περισσότερες πληροφορίες για το ντοκιμαντέρ Ερείπια μπορείτε να αναζητήσετε στο επίσημο site http://ruins-documentary.com

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

Share

Νιχάλ Σαάντ Ζαγκλούλ: “η σεξουαλική παρενόχληση είναι κοινωνικά αποδεκτή στην Αίγυπτο”

του Γιάννη Κοντού

Η σεξουαλική παρενόχληση γυναικών στην Αίγυπτο, τόσο κατά την προ, όσο και, κυρίως, κατά τη μετά- Ταχρίρ περίοδο έχει αναδειχτεί μόνο συγκυριακά, παρά τη σοβαρότητά της. Σε μια προσπάθεια να φωτίσουμε τις αιτίες που συντελούν στη γέννηση και την αναπαραγωγή του φαινομένου αυτού, να αποτιμήσουμε την ανάδυση ομάδων αυτοάμυνας γυναικών, καθώς και να προβούμε σε μια συνολικότερη εκτίμηση για την πολιτική κατάσταση στην Αίγυπτο, ένα και πλέον μήνα μετά την πραξικοπηματική ανατροπή του Ισλαμιστή Προέδρου Μόρσι από το στρατό, συζητούμε με την Νιχάλ Σαάντ Ζαγκλούλ, Μουσουλμάνα φεμινίστρια ακτιβίστρια, μπλόγκερ και συνιδρύτρια του κινήματος Bassma. Το κίνημα Bassma, το οποίο τον Ιούλιο συμπλήρωσε ένα χρόνο ύπαρξης, ασχολείται με ζητήματα που εκτιμά ότι παραμελούνται από την τοπική κοινωνία, όπως η σεξουαλική παρενόχληση, ενώ έχει γίνει γνωστό για τη διοργάνωση περιπολιών σε δρόμους και σταθμούς μετρό στο Κάιρο, αποσκοπώντας στη μη βίαιη αποτροπή περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης γυναικών και στην παράδοση των δραστών, ή όσων εκδηλώνουν τέτοια πρόθεση, στις Αρχές.

Πώς ερμηνεύεις τη σεξουαλική παρενόχληση των γυναικών στην Αίγυπτο, τόσο κατά την προ, όσο και κατά τη μετά-Ταχρίρ περίοδο;

Η σεξουαλική παρενόχληση είναι κοινωνικά αποδεκτή στην Αίγυπτο. Οι γυναίκες συχνά υποτιμώνται και δε γίνονται σεβαστές, συνεπώς οι άνθρωποι θεωρούν ότι δεν υπάρχει πρόβλημα να κάνουν ό,τι θέλουν. Τα αιγυπτιακά mainstream Μ.Μ.Ε. συνήθως απεικονίζουν τις γυναίκες ως σεξουαλικά αντικείμενα κι αυτό τις απανθρωποποιεί. Η Αίγυπτος έχει υποφέρει και ακόμη υποφέρει από καταπίεση και αδικία, οι οποίες ωθούν τους ανθρώπους να καταφεύγουν στη βία, προκειμένου να πετύχουν ό,τι επιθυμούν. Οι γυναίκες υποφέρουν περισσότερο από όλους σε τέτοιες βίαιες κοινωνίες.

Είσαι μία από τις συνιδρύτριες του κινήματος Bassma. Μπορείς να μου πεις περισσότερα γι’ αυτό; Σε ποιο βαθμό διαφέρει από άλλες πρωτοβουλίες παρόμοιου προσανατολισμού, όπως η Operation Anti-Sexual Harassment ή η Tahrir Bodyguard; Έχετε ποτέ συνεργαστεί ή το σκέφτεστε;

Συνιδρύσαμε το «Bassma» μετά από μια σεξουαλική επίθεση που υπέστη μια φίλη μου. Συνειδητοποίησα πόσο επικίνδυνη έχει γίνει η σεξουαλική παρενόχληση, η οποία είναι προϊόν της έλλειψης αποδοχής της διαφορετικότητας του καθενός και της κατηγοριοποίησής του ως «άλλου», γεγονός που οδηγεί ευθέως στην άσκηση βίας. Η απόρριψη της βίας, των στερεοτύπων και των διακρίσεων βάσει φυλής, εθνότητας, χρώματος ή φύλου είναι από τις καταστατικές αρχές του «Bassma». Διαδίδουμε την επίγνωση της σπουδαιότητας της απόρριψης της βίας και της αλληλοαποδοχής, στα πλαίσια του αγώνα μας εναντίον της σεξουαλικής παρενόχλησης. Διαφέρουμε από τις άλλες ομάδες, γιατί δουλεύουμε εκτός πλατείας Ταχρίρ, εστιάζοντας τώρα στο Κάιρο, ενώ η «OpAntiSH» και η «Tahrir Bodyguard» δίνουν έμφαση στην πλατεία Ταχρίρ και μόνο κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων. Εμείς, από την άλλη πλευρά, κάνουμε σχέδια και δουλεύουμε σε ετήσια βάση. Η συνεργασία μας, επομένως, με τις άλλες ομάδες είναι ελάχιστη.

Αποφεύγοντας να πάρετε το νόμο στα χέρια σας και, αντίθετα, βοηθώντας στη δίκαιη εφαρμογή του από τις Αρχές θα πρέπει να είναι απαιτητικό. Πώς καταφέρνετε να μην ξεπερνάτε τα όρια;

Με τη βοήθεια πολλής εκπαίδευσης πάνω στο διάλογο, τον αυτοέλεγχο και την επιλογή ενός ηγέτη εμπιστοσύνης για κάθε επιμέρους ομάδα. Η βία αναδύεται, όταν οι άνθρωποι τριγύρω σου συμφωνούν με αυτή. Τα μέλη μας υποβάλλονται σε πολλή εκπαίδευση και συμμετέχουν σε focus groups, για να συνειδητοποιήσουν πόσο βλαπτική είναι η βία. Όποιο μέλος ξεπεράσει τα όρια, απομακρύνεται αυτομάτως από το κίνημα.

Πώς αντιλαμβάνεσαι τον φεμινισμό, ως Μουσουλμάνα ακτιβίστρια;

Τον αντιλαμβάνομαι ως ελευθερία επιλογής. Είμαι υπέρ της επιλογής. Πιστεύω ότι ο Αλλάχ (Θεός) μας έδωσε ένα σπουδαίο δώρο, την ελευθερία επιλογής, και δεν πρέπει να επιτρέψουμε σε κανέναν να μας το πάρει.

Η Αίγυπτος κλυδωνίζεται και βρίσκεται στο χείλος ενός εμφυλίου, μετά την ανατροπή του Προέδρου Μόρσι . Τι εκτιμάς ότι θα συμβεί στο κοντινό μέλλον, όσο αβέβαιη μια τέτοια εκτίμηση μπορεί να είναι;

Ο στρατός δε θα μας αφήσει να οδηγηθούμε σε έναν εμφύλιο. Πιθανότατα θα εξαλείψει Μουσουλμανική Αδελφότητα, πριν αυτό συμβεί. Στην πραγματικότητα προβλέπω ασφάλεια, γιατί ο στρατός θα υποσχεθεί ασφάλεια και σταθερότητα, με αντάλλαγμα τη σιωπή και τη συναίνεση των πολιτών. Έτσι θα επιστρέψουμε στην καταπίεση, αλλά όσοι υπακούν θα είναι ασφαλείς. Επιστρέφουμε σε μια εποχή πιο σκοτεινή από εκείνη του καθεστώτος Μουμπάρακ…

Περισσότερες πληροφορίες για το κίνημα Bassma μπορείτε να αναζητήσετε εδώ

Το μπλογκ της Νιχάλ Σαάντ Ζαγκλούλ εδώ

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

Διαβάστε σχετικά

Αίγυπτος: οι μαζικοί δημόσιοι βιασμοί αποκαλύπτουν…

Αίγυπτος: Ο βιασμός το νέο όπλο κατά των διαδηλωτριών

 

Share

Εζρά Ερτζάν Μπιλγκίτς: “η επανάσταση δε θα μεταδοθεί τηλεοπτικά, θα τουιταριστεί”

του Γιάννη Κοντού

Ένας μήνας συμπληρώνεται στις 27 Ιουνίου από τη μέρα που για πρώτη φορά μια μικρή ομάδα πολιτών συγκεντρώνεται στο Πάρκο Γκεζί, κοντά στην ιστορική πλατεία Ταξίμ, την «καρδιά» της Κωνσταντινούπολης, για να αποτρέψει τη σχεδιαζόμενη από την κυβέρνηση Ερντογάν μετατροπή του σε εμπορικό κέντρο. Ό,τι ξεκίνησε ως μια φαινομενικά περιορισμένης εμβέλειας περιβαλλοντική κινητοποίηση, σταδιακά εξελίσσεται σε μαζικές, και συχνά βίαιες, διαδηλώσεις με ευρύτερα αιτήματα σε σχεδόν όλη τη χώρα επί πολλές βδομάδες. Η αστυνομική καταστολή, βάναυση. Ο απολογισμός, 4 νεκροί, 3 διαδηλωτές κι ένας αστυνομικός που έπεσε από μια γέφυρα στα Άδανα κυνηγώντας διαδηλωτές, χιλιάδες τραυματίες και τουλάχιστον 10 άτομα που έχασαν μερικώς την όρασή τους, έπειτα από αστυνομικές επιθέσεις με πλαστικές σφαίρες και δακρυγόνα.

Ποιο είναι, όμως, το προφίλ των νεαρών διαδηλωτών και τα αιτήματά τους; Ποιοι είναι οι βαθύτεροι λόγοι μιας εξέγερσης που μπορεί, προς το παρόν, να έχει καταλαγιάσει, αλλά κάθε άλλο παρά έχει τερματιστεί; Ποιος είναι ο ρόλος των διαδικτυακών μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπως το facebook και το twitter; Πώς αποτιμάται η συμμετοχή των γυναικών στις κινητοποιήσεις; Πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση από εδώ και στο εξής; Για όλα αυτά, και για πολλά άλλα, συζητάμε με την Τουρκάλα, πανεπιστημιακό Εζρά Ερτζάν Μπιλγκίτς, λέκτορα στο Πανεπιστήμιο Μπιλγκί της Κωνσταντινούπολης, η οποία διεξήγαγε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επιστημονική έρευνα σχετικά με το προφίλ των νεαρών διαδηλωτών, κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών της εξέγερσης.

Τι σας ώθησε αρχικά να διεξαγάγετε την έρευνα σχετικά με τους νεαρούς διαδηλωτές στο Πάρκο Γκεζί; Μπορείτε να αναλύσετε τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε, τις δυσκολίες που συναντήσατε και την υποδοχή της έρευνας, τόσο από τους ίδιους τους διαδηλωτές, όσο και από τα Μ.Μ.Ε. και τους συναδέλφους σας; Αντιπροσωπεύετε τον τύπο του κοινωνικά ενεργού ακαδημαϊκού;

Είμαι λέκτορας στο Τμήμα Μ.Μ.Ε. και Επικοινωνιακών Συστημάτων του Πανεπιστημίου Μπιλγκί της Κωνσταντινούπολης. Διδάσκω μαθήματα, όπως κοινωνιολογία της τηλεόρασης, πολιτική οικονομία των Μ.Μ.Ε, πολιτισμό, επικοινωνία και κοινωνία και άλλα. Ο κύριος λόγος που με ώθησε να διεξαγάγω αυτή την έρευνα είναι η άγνοια των τουρκικών τηλεοπτικών καναλιών. Μέχρι την έκτη μέρα της εξέγερσης, τα τηλεοπτικά κανάλια ήταν βουβά. Δεν είχαν μεταδώσει τη λαϊκή αναταραχή και αγνοούσαν τη βάναυση αστυνομική καταστολή εναντίον ειρηνικών διαδηλωτών. Το γεγονός ότι τα κατεστημένα Μ.Μ.Ε. δεν κάλυπταν τα γεγονότα, έκανε την ανάγκη της πληροφόρησης πολύ σημαντική. Υπήρχαν εικασίες σχετικά με τους διαδηλωτές και μια επείγουσα ανάγκη να παραχθούν πληροφορίες για το ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι. Γι’ αυτό ζήτησα από την συνάδελφό μου Ζεχρά Καφκασλί αν συμφωνούσε να συνεργαστούμε σε μια διαδικτυακή έρευνα. Πραγματοποιήσαμε μια διερευνητική προσπάθεια. Απευθυνθήκαμε στα άτομα μέσω facebook και twitter χρησιμοποιώντας την τεχνική snowball. Το διαδικτυακό ερωτηματολόγιό μας απαντήθηκε από ακριβώς 3.008 άτομα μέσα σε 20 ώρες. Δράσαμε πολύ γρήγορα, ανακοινώνοντας τα προκαταρκτικά αποτελέσματα. Το ενδιαφέρον των Μ.Μ.Ε. ήταν τεράστιο, γιατί υπήρχε ανάγκη για αξιόπιστη πληροφόρηση, Οι συνάδελφοί μας μας συνεχάρησαν για τα ακαδημαϊκά μας αντανακλαστικά. Δεν αντιπροσωπεύω κάτι. Ήθελα απλώς να παραγάγω πληροφόρηση, τόσο για την κοινή γνώμη, όσο και από ακαδημαϊκή περιέργεια.

Σε μια πρόσφατη συνέντευξη στην εφημερίδα Χουριέτ, δηλώσατε ότι οι διαδηλώσεις διέλυσαν το μύθο της απολίτικης νεολαίας. Ποιο είναι το προφίλ των νεαρών διαδηλωτών, οι στόχοι και η πολιτική τους τοποθέτηση;

H τουρκική νεολαία μόλις πολιτικοποιήθηκε μετά το πραξικόπημα του 1980. Ζητούν συμμετοχική δημοκρατία, γιατί δεν τους ικανοποιούν οι πρακτικές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας πλέον. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, αυτοί που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις εξαιτίας του πολιτικού κινήματος, με το οποίο ταυτίζονται, αντιπροσωπεύουν μόλις το 7.7% των ακτιβιστών. Δεν έχουν πολιτική ταύτιση, αλλά, παρόλα αυτά, χρησιμοποιούν νόμιμα το δημοκρατικό τους δικαίωμα να διαδηλώνουν εναντίον τόσο της τοπικής, όσο και της εθνικής κυβέρνησης. Αυτό αποτελεί πολιτική συμμετοχή. Το 81.2% των συμμετεχόντων στην έρευνα αυτοπροσδιορίζονται ως «αναζητητές της ελευθερίας», ακολουθούμενο από ένα 64.5%, για το οποίο η επιλογή «κοσμικός» είναι «απολύτως αποδεκτή». Το 54.5% του δείγματος επισήμανε την επιλογή «είμαι απολίτικος-η» ως «μη αποδεκτή».

Ό,τι ξεκίνησε ως μια ειρηνική περιβαλλοντική κινητοποίηση, σταδιακά εξελίχθηκε σε μια εξέγερση σε εθνικό επίπεδο, συχνά παίρνοντας βίαιες μορφές. Ποιοι, κατά τη γνώμη σας, είναι οι βαθύτεροι λόγοι αυτής της εξέγερσης;

Στην Τουρκία, η σπέκουλα για την κτηματομεσιτική αγορά αποτελεί επέκταση του καπιταλισμού του κυβερνώντος κόμματος. Ιδιωτικοποιούν ακόμη και δημόσιους χώρους, προκειμένου να χτίσουν εμπορικά κέντρα. Στην τελική, οι διαδηλωτές βρίσκονται εδώ για να διεκδικήσουν τους δημόσιους χώρους τους. Γι’ αυτό νομίζω ότι φυσιολογικά έχουν αντικαπιταλιστικό λόγο. Εξάλλου, η κυβέρνηση του ΑΚΡ (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) συστηματικά αρνείται να ανταποκριθεί στις ανάγκες των ανθρώπων που δεν ψήφισαν αυτό το κόμμα, αρνείται να ακούσει τη φωνή των ανθρώπων που δεν την εξέλεξαν. Η κυβέρνηση δεν υποστηρίζει και δεν ανταποκρίνεται στο αίτημα των ανθρώπων για συμμετοχική δημοκρατία. Οι άνθρωποι έχουν μπουχτίσει από την αυταρχική συμπεριφορά τόσο του πρωθυπουργού, όσο και της κυβέρνησης. Επιπλέον, δεν εμπιστεύονται τη δικαστική εξουσία, ούτε και τα Μ.Μ.Ε. πλέον. Και οι δύο αυτοί θεσμοί είναι χειραγωγήσιμοι από την κυβέρνηση.

Σε αντίθεση με την, τουλάχιστον αρχική, σιωπή των κατεστημένων Μ.Μ.Ε., τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κυρίως το facebook και το twitter, άνθησαν, προσφέροντας τόσο άμεση πληροφόρηση, όσο και διευκολύνοντας το συντονισμό των εξεγερμένων. Πώς ερμηνεύετε το ρόλο τους και πώς αποτιμάτε τη σημασία τους;

Αυτό είναι η πολιτική οικονομία. Τα αμοιβαία συμφέροντα ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους ιδιοκτήτες των Μ.Μ.Ε. μόλις αποκαλύφθηκαν. Κανείς δεν εκπλήσσεται από τη σιωπή των κατεστημένων Μ.Μ.Ε. Η σιωπή ίσως θα μπορούσε να γίνει κάπως αποδεκτή. Αλλά η σκόπιμη παραπληροφόρηση είναι το χειρότερο και στις μέρες μας όχι μόνο τα κατεστημένα τηλεοπτικά κανάλια, αλλά και οι εφημερίδες είναι γεμάτες παραπληροφόρηση. Το facebook και το twitter έπαιξαν τεράστιο ρόλο στην οργάνωση και την εξάπλωση των διαδηλώσεων. Στην πραγματικότητα, μια απλή, αλλά όχι απλουστευτική, απάντηση θα ήταν η εξής: τώρα οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι η επανάσταση δε θα μεταδοθεί τηλεοπτικά, θα τουιταριστεί.

Η διάσημη «γυναίκα στα κόκκινα» που υφίσταται ψεκασμό με χημικά έγινε, άθελά της, ένα παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης στην κρατική καταστολή. Ποιος ο ρόλος των γυναικών στην επαναστατική διαδικασία κατά τη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων;

Δύο άφοβες γυναίκες έγιναν το σύμβολο των διαδηλώσεων. Όπως παρατηρώ, οι γυναίκες αποτελούν το ήμισυ των διαδηλωτών. Εκείνες οι γυναίκες είναι εδώ για να διεκδικήσουν την ελευθερία τους, το σώμα τους, την ανεξαρτησία τους, τον τρόπο ζωής τους, εφόσον η κυβέρνηση προσπαθεί καιρό τώρα να αναμιχτεί στις προσωπικές αποφάσεις τους.

Η βίαιη καταστολή της κατάληψης του Πάρκου Γκεζί το Σάββατο 15 Ιουνίου φαίνεται να σηματοδοτεί το συμβολικό κλείσιμο ενός κύκλου. Δεδομένης της διχαστικής, εμπρηστικής και σχεδόν εμφυλιοπολεμικής ρητορικής του πρωθυπουργού Ερντογάν, τι νομίζετε ότι θα συμβεί στο προσεχές διάστημα;

Το κίνημα δεν τελείωσε, αυτό είναι σίγουρο. Νομίζω ότι μόλις ξεκίνησε. Νομίζω ότι οι άνθρωποι μόλις ξεκίνησαν να ζητούν ελευθερία και δημοκρατία και δε θέλουν να το βάλουν κάτω. Δεν μπορώ να προβλέψω τι θα συμβεί στο μέλλον. Είναι προφανές ότι ο πρωθυπουργός προσπαθεί να προβοκάρει και να διεγείρει τους ψηφοφόρους του εναντίον των διαδηλωτών. Οι διαδηλωτές, όμως, δεν έχουν πρόβλημα με το «άλλο μισό». Οι φοιτητές μου, οι συνάδελφοί μου, οι παλιοί μου συμμαθητές, ο σύζυγός, η αδερφή μου, τα ξαδέλφια μου έχουν όλοι συμμετάσχει στις διαδηλώσεις. Η εκτίμησή μου είναι ότι η πλειονότητα των διαδηλωτών έχουν καλό μορφωτικό επίπεδο, είναι υπέρ της εκκοσμίκευσης και διαπνέονται από πολιτισμένες αντιλήψεις, σεβόμενοι τη δημοκρατία, την ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την πολιτισμική ποικιλομορφία. Αν οι ψηφοφόροι του ΑΚΡ το συνειδητοποιήσουν, η τουρκική κοινωνία μπορεί να ευημερήσει σε ό,τι αφορά τη δημοκρατία

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

Share

Συνέντευξη: Εκπαιδευτικοί για την ομοφοβία στην εκπαίδευση

Την συνέντεξη πήρε ο Σπύρος Βαρβέρης

Ο ομοφοβικός σχολικός εκφοβισμός αποτελεί το μεγάλο μυστικό των ελληνικών σχολείων, που ξεκινά ή βρίσκει αφορμές σε προκαταλήψεις και στερεότυπα γύρω από τη διαφορετικότητα και χρόνια τώρα αποσιωπάται. Και ενώ το επίσημο σχολείο επιλέγει τη σιωπή και αποφεύγει να αγγίξει θέματα έμφυλων ταυτοτήτων, στο σχολικό περιβάλλον εξαπλώνεται, άλλοτε με τρόπο θρασύ και απροκάλυπτο και άλλοτε υπόγεια και καλυμμένα, πάντοτε όμως το ίδιο επιθετικό και επικίνδυνο, ένα κλίμα έντονης ομοφοβίας. Πρωταρχικός στόχος θα ήταν να δημιουργήσουμε ένα σχολείο ανοιχτό στη διαφορετικότητα, στόχος που γίνεται αναγκαίος όταν η διαφορετικότητα αφορά θέματα σεξουαλικού προσανατολισμού και έμφυλων ταυτοτήτων. Η Ομάδα «Ομοφοβία στην Εκπαίδευση» δημιουργήθηκε το φθινόπωρο του 2009 και είναι μια πρωτοβουλία ατόμων που ασχολούνται με το παιδί και τον-την έφηβο-η (εκπαιδευτικοί, ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, παιδοψυχίατροι).

Κυρία Μπελιά και κύριε Σαπουντζάκη είστε νηπιαγωγός και δάσκαλος αντίστοιχα. Η ομάδα Ομοφοβία στην Εκπαίδευση, στην οποία ανήκετε και οι δύο, πώς προέκυψε;

Πέτρος Σαπουντζάκης: Τα περισσότερα πρόσωπα που ασχολούνται με την εκπαίδευση προβληματίζονται για το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού. Ο ομοφοβικός και ο τρανσφοβικός εκφοβισμός όμως είναι ένα θέμα ταμπού για το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Δεν γίνονται έρευνες, δεν συζητάμε,  αποσιωπούμε το θέμα συστηματικά.

Αυτό αποτελούσε προσωπικό προβληματισμό των μελών μας εδώ και χρόνια. Η ευκαιρία να βρεθούμε, να το συζητήσουμε και τελικά να προχωρήσουμε στη σύσταση της Ομάδας “Ομοφοβία και Τρανσφοβία στην Εκπαίδευση” δόθηκε, όταν ωρίμασε ο προβληματισμός αυτός μέσα σε οργανώσεις που ασχολούνται με τα δικαιώματα των ΛΟΑΔ ατόμων.

Στέλλα Μπελιά: Όταν έφτασα εγώ στην ομάδα, ήδη υπήρχε, δεν μπορώ να χαρακτηριστώ ως ιδρυτικό μέλος, έτσι μπορώ μόνο να σου πω γιατί εγώ ένιωσα την ανάγκη να μπω σε μια τέτοια ομάδα. Δυστυχώς περιστατικά ενδοσχολικής βίας που κανένας δεν αξιολογούσε ως σεξιστικά ή ομοφοβικά απλώς τα αποσιωπούσαμε, τα κρύβαμε σαν σκουπίδι κάτω από το χαλί. Η πίστη μου σε ένα σχολείο που να αγκαλιάζει με αγάπη όλα τα παιδιά, η ελπίδα μου να δημιουργήσουμε ένα σχολικό περιβάλλον ασφαλές για όλους τους μαθητές με οδήγησαν στην ομάδα.

Αν θεωρήσουμε δεδομένο ότι στην κοινωνία μας υπάρχει συντηρητισμός γύρω από θέματα σεξουαλικότητας και φύλου, είχατε ανησυχίες για πιθανές αντιδράσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν δυσκολίες στην επαγγελματική σας ζωή;

Π.Σ: Ο συντηρητισμός που αναφέρετε περισσότερο εμφανίζεται ως κοινωνική υποκρισία. Από τη δική μου εμπειρία το θέμα ενδιαφέρει και τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς. Τους απασχολεί και θέλουν να μάθουν. Σε προσωπικό επίπεδο μπορεί να μην αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και να μην το συζητούν ανοιχτά, όμως είναι έτοιμοι και περιμένουν να το θέσει κάποιος. Θα έλεγα ότι περισσότερο περιμένουν την αναγνώριση του θέματος, το άνοιγμα δηλαδή, από τους θεσμούς, και ειδικά από το Υπουργείο Παιδείας.

Σε ενημερώσεις που έχουμε κάνει σε εκπαιδευτικούς έχουμε δει βέβαια ότι υπάρχει άγνοια βασικών ζητημάτων. Όμως, όπως σε κάθε επιστημονικό αντικείμενο, όταν το θέμα τοποθετείται στις διαστάσεις του και αναπτύσσεται σωστά, όχι μόνο δεν εγείρει αντιδράσεις, αλλά προκαλεί πολύ γόνιμο ενδιαφέρον. Έτσι αλλάζουν οι στάσεις και οι συμπεριφορές.

Σ.Μπ.: Δεν το σκέφτηκα καθόλου. Γενικά δεν με καθοδηγεί ο φόβος και οι πιθανές αντιδράσεις, όταν είμαι πεπεισμένη ότι κάνω το σωστό. Για τα θέματα που προκαλούν αντιδράσεις στο συντηρητικό κομμάτι μιας κοινωνίας υπάρχει ένα μικρό στην αρχή κομμάτι έτοιμο να τα καταδείξει και ένα πολύ μεγαλύτερο κομμάτι έτοιμο να ασχοληθεί με αυτά και να κινητοποιηθεί αρκεί να ενημερωθεί. Ο πραγματικός φόβος μου είναι ότι αφήνουμε τα παιδιά μας να μεγαλώνουν με χιλιάδες σεξιστικά στερεότυπα χωρίς να κάνουμε κάτι γι’ αυτό.

Η ομοφοβία στην εκπαίδευση, ως φαινόμενο, σε ποιο βαθμό υπάρχει και τι προσπάθειες γίνονται από το Υπουργείο για την αντιμετώπιση και εξάλειψη του συγκεκριμένου φαινομένου;

Π.Σ: Δεν υπάρχουν έρευνες ώστε να γνωρίζουμε επακριβώς τι συμβαίνει στα σχολεία. Οπότε μπορούμε να μιλήσουμε μόνο μέσα από τις προσωπικές μας εμπειρίες και την καταγραφή που έχουμε κάνει ως ομάδα.Θεωρούμε ότι το θέμα υπάρχει, είναι έντονο και μάλιστα δύσκολα γίνεται αντιληπτό από τους εκπαιδευτικούς ή τους γονείς. Το Υπουργείο περιμένει να αναγκαστεί από τις συνθήκες, πριν προχωρήσει σε ενεργητικά βήματα. Δεν το έχει κάνει, ούτε νομίζω ότι θα το κάνει με δική του πρωτοβουλία. Πιθανολογώ ότι αυτό οφείλεται στη συντηρητικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας και το συνεπαγόμενο πολιτικό κόστος. Ένας σκληρός πυρήνας γύρω στο 15% του εκλογικού σώματος επηρεάζεται καθοριστικά από εκκλησιαστικές και ακροδεξιές τοποθετήσεις, και έχει αρνητικές θέσεις στο θέμα αυτό.

Από την άλλη πλευρά η μεγάλη πλειοψηφία που είναι υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν εκφράζεται μέχρι τώρα με αντίστοιχο ζήλο.  Αυτή η ετεροβαρής αντίδραση, που μάλλον λειτουργεί περισσότερο ως υπόθεση παρά ως πραγματικότητα, δημιουργεί ενδεχόμενο πολιτικού κόστους που το φοβάται οποιοδήποτε κόμμα βρίσκεται στην κυβέρνηση.

Σ.Μπ: Η ομοφοβία δυστυχώς υπάρχει τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην ευρύτερη κοινωνία. Είναι σαν φαύλος κύκλος. Το σχολείο σε ένα μεγάλο βαθμό αναπαράγει και καθρεφτίζει την κοινωνία με όλα τα αρνητικά ή θετικά της στοιχεία. Μια πατριαρχική, ετεροκανονική και ομοφοβική κοινωνία απαιτεί από τον σχολικό θεσμό τη νομιμοποίησή της στα μάτια των νέων μελών της που κοινωνικοποιούνται μέσα στους κόλπους του. Με αυτό τον τρόπο αναπαράγουμε μια κοινωνία καρμπόν χωρίς σημαντικές αλλαγές. Το υπουργείο δεν δείχνει σπουδαία διάθεση παρέμβασης ώστε κάτι να αλλάξει αντίθετα προωθεί την παραπάνω αναπαραγωγή. Ίσως δεν έχει γίνει ακόμα αντιληπτό πόσο αναγκαίες είναι αυτές οι αλλαγές. Δεν υπάρχουν στοιχεία από έρευνες που να μας δείχνουν το μέγεθος του φαινομένου. Ακόμα και η Ε.Ψ.Υ.Π.Ε. ο μεγαλύτερος φορέας που δρα στο σχολείο με έρευνες και παρεμβάσεις για την ενδοσχολική βία δεν έχει συμπεριλάβει πουθενά το θέμα του ομοφοβικού bullying.

Ποιες δυνατότητες έχετε ως δάσκαλοι για να καθοδηγήσετε τα παιδιά-μαθητές σας να κατανοήσουν και να αποδεχτούν ένα αγόρι με θηλυκότητα ή ένα κορίτσι με αρρενωπότητα ή κάποια άλλη μορφή μη κυρίαρχης εμφάνισης και συμπεριφοράς;

Π.Σ: Τα διδακτικά εργαλεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν είναι πρώτα απ’ όλα τμήματα από το μάθημα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, ώστε να υπάρχει μια κατανόηση των όρων και να μπορούμε να μιλάμε με κοινή αλλά και κατανοητή γλώσσα. Επίσης είναι πολύ χρήσιμα τα εργαστήρια βιωματικής μάθησης που προτείνονται γύρω από θέματα φύλου, ταυτότητας, διαφορετικότητας, επίλυσης συγκρούσεων, ρόλων θύτη-θύματος-παρατηρητή κ.α. Θεωρώ όμως ότι το θέμα είναι και διαθεματικό, αλλά και θέμα της Σχολικής Ζωής, άρα υπόθεση σχολικής κοινότητας. Δεν αντιμετωπίζεται στα στενά όρια ενός μαθήματος ή μιας παρέμβασης.

Σ.Μπ: Το σχολείο, ιδιαίτερα το νηπιαγωγείο και το Δημοτικό είναι ο χώρος στον οποίο τα παιδιά μας συγκροτούν τις έμφυλες ταυτότητές τους. Αποτελεί κυρίαρχο πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνονται οι μορφές θηλυκότητας και ανδρισμού. Όλα τα φαινόμενα της βίας στο σχολείο, αλλά και έξω από αυτό, ξεκινούν από το γεγονός ότι η βίαιη έκφραση της αρρενωπότητας των αγοριών είναι ανεκτή, αποδεκτή και μερικές φορές επιθυμητή τόσο από το σχολικό θεσμό όσο και από την ίδια την οικογένεια.

Από την άλλη τα κορίτσια μεγαλώνουν έχοντας καταγράψει στο σκληρό δίσκο του εγκεφάλου τους και το ρόλο που θα κληθούν να παίξουν μελλοντικά ως γυναίκες αλλά και τη μειονεξία του φύλου τους σε σχέση με το αντρικό. Ένα παραμύθι με φοβητσιάρη πρίγκιπα και δυναμική πριγκίπισσα μπορεί να είναι αρκετό στη δική μου βαθμίδα ώστε να απενοχοποιήσει τα παιδιά και να τους επιτρέψει να είναι ο εαυτός τους. Η αποδοχή της διαφορετικότητας είναι και πρέπει να είναι πρωταρχικός μας στόχος.

Η ενδοσχολική βία επηρεάζεται από τη σύσταση του μαθητικού πληθυσμού; Σε σχολεία δηλαδή που υπάρχουν περισσότερα παιδιά μεταναστών μπορεί να είναι πιο έντονα τα περιστατικά ομοφοβικού και τρανσφοβικού εκφοβισμού;

Π.Σ.: Ειδικά για το θέμα που συζητάμε δεν υπάρχουν στοιχεία. Οι μετανάστες, όπως άλλωστε και οι επαρχιακές κοινότητες, βιώνουν με ένα περισσότερο “βίαιο” αλλά και “εικονικό” τρόπο τη συμμετοχή τους σε μια κοινωνία που μετασχηματίζεται. Οπότε πιθανώς οι εικόνες και τα στερεότυπα που έχουν να μην τους επιτρέπουν πάντα να αντιμετωπίζουν το θέμα αυτό με γνώση και ψυχραιμία. Νομίζω ότι σημασία έχει να καταφέρουμε να γίνεται η διαχείριση των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων από τον πλέον αρμόδιο φορέα, από την εκπαίδευση.

Σ.Μπ.: Αυτό είναι ένα πολύ ωραίο θέμα για μελέτη και έρευνα. Πιστεύω ότι δεν μπορούμε ν α δίνουμε απαντήσεις σε όλα χωρίς ερευνητικά δεδομένα και στοιχεία. Μια συστηματική έρευνα με μεγάλο δείγμα θα μπορούσε να επιβεβαιώσει ή όχι την παραπάνω υπόθεση.

Πόσο εφικτό θεωρείτε να είναι ένας μαθητής Δημοτικού «αρχηγός» ή «υπαρχηγός» συμμορίας;

Π.Σ: Εφικτότατο.

Βέβαια όταν μιλάμε για “συμμορία” δημοτικού, να έχουμε στο νου μας ότι αναφερόμαστε κυρίως σε ενδοσχολικά πλαίσια. Επίσης μια τέτοια “συμμορία” δεν είναι τόσο σταθερή, ούτε έχει πάντα τόση δύναμη. Στις ηλικίες αυτές ο ρόλος και οι παρουσία των εκπαιδευτικών είναι καθοριστικοί παράγοντες.

Σ.Μπ.: Μιλάμε για συμμορία που δρα μέσα στα χωροταξικά όρια του σχολείου ή για συμμορία εκτός του σχολικού θεσμού; Μέσα στο σχολείο υπάρχουν πάντα κυρίαρχες ομάδες που καθορίζουν το ποιος παίζει, που παίζει κλπ και βέβαια πάντα υπάρχει ένας leader στην ομάδα. Αν μιλάμε για συμμορία έξω από το σχολείο με παραβατική συμπεριφορά που να απασχολεί τις αστυνομικές αρχές υπάρχουν –δυστυχώς- τέτοιες αναφορές συχνά στον τύπο και αφορούν και πολύ μικρά παιδιά.

Παλαιότερα είχε γίνει μια προσπάθεια στα σχολεία να υπάρχει μάθημα σεξουαλικής – ερωτικής αγωγής. Θεωρείτε σήμερα κάτι τέτοιο αναγκαίο; Οι επιστήμονες, νηπιαγωγοί-δάσκαλοι-καθηγητές στα σχολεία έχουν τη δυνατότητα να διδάξουν και να συζητήσουν με τα παιδιά το αντικείμενο ή μήπως στην πράξη θεωρηθούν ανεπαρκείς; Σε ένα τέτοιο μάθημα τι ειδικό βάρος θα πρέπει να έχουν τα συναισθήματα, η αγάπη, ο έρωτας και τι ειδικό βάρος να έχει η σεξουαλική πράξη;

Π.Σ: Όπως ανέφερα και πριν, το μάθημα αυτό είναι απαραίτητο σε ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα. Από το νηπιαγωγείο μέχρι το λύκειο. Ίσως να είμαστε η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που δεν το έχουμε εντάξει στο σχολικό πρόγραμμα. Ένας οποιοσδήποτε εκπαιδευτικός, με την κατάλληλη  επιμόρφωση, μπορεί να το διδάξει. Από κει και πέρα, μπορεί πράγματι κάποιος, ακόμα κι αν είναι ειδικός, να έχει τις δικές του προκαταλήψεις. Όμως από τη στιγμή που θα υπάρχει διδακτικό εγχειρίδιο και θα γίνονται επιμορφώσεις και προγράμματα, δεν μπορεί κάποιος να κάνει με τόση αυθαιρεσία τα δικά του.

Σ.Μπ.: Είναι πράγματι αναγκαίο να ενταχθεί το μάθημα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης των μαθητών/μαθητριών σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες και πρέπει να πάψει αυτό το θέμα να αποτελεί ταμπού που περιστοιχίζεται με ένα πέπλο σιωπής. Θα κερδίζαμε πολλά σαν κοινωνία: λιγότερες ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες στην εφηβεία, λιγότερους φορείς του HIV, λιγότερους βιαστές, λιγότερες κακοποιημένες γυναίκες και πολλά περισσότερα.

Οι εκπαιδευτικοί με κατάλληλη επιμόρφωση μπορούν να ανταποκριθούν, αρκεί να υπάρξει πολιτική βούληση και διάθεση για κοινωνικό μετασχηματισμό με στόχο τη δημιουργία ενός σχολείου δημοκρατικού και ανθρώπινου.

Η ναζιστική ιδεολογία σε ποιο βαθμό εκμεταλλεύεται τις προκαταλήψεις του φύλου και της σεξουαλικότητας; Και σε ποιο βαθμό άτομα με τέτοιες προκαταλήψεις είναι εύκολο να συμπορευτούν με ναζιστικές οργανώσεις;  

Π.Σ.: Οι ιδεολογίες που προωθούν ολοκληρωτικά συστήματα ως λύση για τα προβλήματα του κόσμου, παρουσιάζουν αργά ή γρήγορα δυσανεξία στο διαφορετικό, το οποιοδήποτε ‘άλλο’. Αυτή η δυσανεξία είναι πολλές φορές θανατηφόρα και για τα ΛΟΑΔ άτομα. Εμάς τώρα μας προβληματίζει έντονα η παρουσία κόμματος με ναζιστικά χαρακτηριστικά στην ελληνική βουλή. Ελπίζω όμως ότι αυτή η αρνητική παρουσία θα κινητοποιήσει τα υγιή τμήματα της κοινωνίας προς την ενεργή διεκδίκηση, αλλά και τον ουσιαστικό σεβασμό των δικαιωμάτων. Γιατί θεωρώ ότι ήμασταν αρκετά υποκριτές τα ανέμελα χρόνια. Οφείλουμε να μάθουμε την ιστορία των διεκδικήσεων. Έστω τώρα.

Σ.Μπ.: Ο ρατσισμός, ο σεξισμός και η ομοφοβία πάνε μάλλον χέρι-χέρι και ευδοκιμούν σε ομάδες με ναζιστική ιδεολογία. Η εμπειρία του παρελθόντος μας το έχει αποδείξει. Η «κατήχηση» με την προβολή  επιχειρημάτων που παραπέμπουν ευθέως σε προ-επιστημονικούς βιολογισμούς είναι επίσης γνωστή πρακτική τέτοιων ομάδων. Είναι επομένως μάλλον ευκολότερο να προσεγγίσουν άτομα με τέτοιου είδους προκαταλήψεις από ό,τι σκεπτόμενους ανθρώπους που αμφισβητούν στερεότυπα και προκαταλήψεις.

Πηγή: alterthess

 

Share

Οι τρανς γυναίκες είμαστε εδώ και τα θέλουμε όλα

του Δημήτρη Αγγελίδη  Φωτογραφία: Μάριος Βαλασόπουλος

Η Μαρίνα Γαλανού, πρόεδρος του Σωματείου Υποστήριξης Διεμφυλικών, αλλάζει την πολιτική ατζέντα.

Αυτή η δυναμική και το κυριότερο αποτελεσματική γυναίκα ανέδειξε τα τελευταία χρόνια με επιμονή τα άπειρα προβλήματα των λεσβιών, ομοφυλόφιλων, αμφιφυλόφιλων και τρανς συμπολιτών μας. Επεμβαίνει στους θεσμούς, κάνει διάλογο χωρίς σκόντο με τα κόμματα, βγάζει από το περιθώριο την κοινότητά της

Με τον δυναμισμό, το πείσμα και τη μεθοδικότητά της, η Μαρίνα Γαλανού κατάφερε να βάλει τα δικαιώματα των τρανς από το περιθώριο του δημόσιου λόγου στην πολιτική ατζέντα. Τέσσερις ερωτήσεις έγιναν τα τελευταία δύο χρόνια στη Βουλή για τρανς θέματα, εξέλιξη σχεδόν κοσμογονική, αν σκεφτεί κανείς ότι μέχρι πριν από δύο χρόνια δεν είχε γίνει ούτε μία. Μάλιστα, φέτος τον χειμώνα η ίδια πάτησε δύο φορές το πόδι της μέσα στο κοινοβούλιο για να συναντηθεί με βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και της ΔΗΜΑΡ μαζί με εκπροσώπους του Λεσβιακού, Ομοφυλόφιλου, Αμφιφυλόφιλου και Τρανς (ΛΟΑΤ) Κινήματος. Το σημαντικότερο, στις 6 Μαρτίου, η Βουλή ψήφισε τροπολογία που εισάγει επιτέλους την ταυτότητα φύλου στη διάταξη του Ποινικού Κώδικα για τα εγκλήματα μίσους – πρώτη φορά που το ελληνικό κράτος αναγνωρίζει επισήμως την ύπαρξη των τρανς.

Αν προσθέσουμε την αρθρογραφία της για τρανς θέματα στην «Αυγή» και αλλού, τις εκδηλώσεις και την εκδοτική δραστηριότητα του «Πολύχρωμου Πλανήτη», του μοναδικού ελληνικού βιβλιοπωλείου και εκδοτικού οίκου με αμιγώς ΛΟΑΤ θεματολογία, και τα συσσίτια που πραγματοποίησε το Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών, του οποίου υπήρξε η ψυχή από την ίδρυσή του το 2010 (πριν από μερικές ημέρες επανεξελέγη πρόεδρός του και για τα επόμενα δύο χρόνια), μπορούμε να πούμε πως η Μαρίνα Γαλανού βρίσκεται στην πιο μαχητική και γόνιμη περίοδό της.

Δεν είναι πολύ γνωστό, αλλά θύματα των αστυνομικών επιχειρήσεων-σκούπα έχουν υπάρξει και αρκετές τρανς γυναίκες μαζί με τις ιερόδουλες, τους μετανάστες, τους τοξικοεξαρτημένους, τους αστέγους.

«Δυστυχώς ο Τύπος ελάχιστες φορές δημοσιεύει έστω πέντε γραμμές για τρανς θέματα. Από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο, υπήρξαν στοχευμένες επιχειρήσεις της αστυνομίας σε συνεργασία με ανθρώπους που φορούν ιατρική μπλούζα κατά τρανς γυναικών. Τις προσήγαγαν χωρίς επαρκή αιτιολογία, με μόνο κριτήριο την περιοχή όπου βρίσκονταν. Νιώθω απέχθεια γι’ αυτές τις πρακτικές, αλλά αυτό που πρέπει να τονίσουμε είναι η ανάγκη να καταργηθεί η απαράδεκτη ρατσιστική υγειονομική διάταξη Λοβέρδου που τις επέτρεψε, κάτι που μαθαίνω ότι είναι ζήτημα ελάχιστου χρόνου. Και νιώθω αποτροπιασμό για το γεγονός ότι, μετά απ’ όλα αυτά, ο Λοβέρδος εξελέγη ξανά βουλευτής».

Για τη Χρυσή Αυγή τι νιώθετε;

«Ανησυχώ πολύ. Σε άλλες χώρες της Ευρώπης, οι νεοναζιστικές οργανώσεις ή τα κόμματα είναι εκτός νόμου. Η άποψή μου είναι ότι πρέπει να τεθεί εκτός νομιμότητας όχι αύριο, χθες. Οσο καθυστερεί, τόσο η κατάσταση θα χειροτερεύει και θα εξαπλώνονται ο ρατσιστικός λόγος και η μισαλλοδοξία. Και όσοι διατυπώνουν έναν κούφιο αντιρατσιστικό λόγο, χωρίς να προχωρούν σε πράξεις, είναι συνυπεύθυνοι. Επιβεβαιώνουν τις υποψίες ότι η Χ.Α. τους βολεύει, είναι ένα ανάχωμα, η χρυσή εφεδρεία τους».

Σε συνέντευξή σας στη Ρούλα Γεωργακοπούλου, στον «Ταχυδρόμο» το 2008, είχατε χαρακτηρίσει ιστορικό λάθος «να στεκόμαστε πίσω από την Αριστερά προσδοκώντας χείρα βοηθείας και αυτή καιροσκοπικά να πετάει πότε πότε ένα ξεροκόμματο και ούτε καν ξεροκόμματο». Σήμερα, θα αλλάζατε κάτι σ’ αυτή τη δήλωση;

«Η δήλωση απαντούσε στην εξής ερώτηση: “Στη μεταπολίτευση πάντως το τότε ομοφυλοφιλικό κίνημα είχε δώσει ‘το δαχτυλίδι’ στην ανανεωτική αριστερά”. Αυτό είναι αλήθεια. Το Απελευθερωτικό Κίνημα Ομοφυλόφιλων Ελλάδας (ΑΚΟΕ) είχε στηριχτεί στην παρακαταθήκη του Μάη του ’68 και η ρητορική του ήταν καθαρά πάνω στις γραμμές της Αριστεράς. Παρ’ ότι παράχθηκε τότε μέσω του περιοδικού “Αμφί” σημαντική πρωτότυπη θεωρητική δουλειά, και σήμερα ακόμη επίκαιρη, εξακολουθώ να πιστεύω ότι η προσέγγιση ήταν λάθος για το νεοσύστατο κίνημα. Δεν του επέτρεψε να έχει τη δική του ανεξάρτητη έκφραση και δυναμική. Το αποτέλεσμα ήταν το πράγμα να ξεφουσκώσει, όταν έφυγαν από το προσκήνιο κάποια ιστορικά στελέχη όπως ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, ο εκδότης του “Αμφί” –τον οποίο χάσαμε πρόσφατα- και όταν στην πολιτική σημειώθηκαν οι πρώτες μετατοπίσεις. Δεν θα άλλαζα λοιπόν λέξη: “το ΛΟΑΤ κίνημα πρέπει να είναι εξωστρεφές προς όλες τις κατευθύνσεις και να απαιτεί να υιοθετείται η ατζέντα του από όλο το πολιτικό φάσμα”. Ωστόσο, θα συμπλήρωνα ότι εδώ και δυο-τρία χρόνια η προσέγγιση της Αριστεράς στα ΛΟΑΤ θέματα είναι πιο συστηματική και έχουν γίνει θετικά βήματα. Για πρώτη φορά λειτουργεί στο πλαίσιο του Τμήματος Δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ Ομάδα Σεξουαλικού Προσανατολισμού και Ταυτότητας Φύλου, όπου γίνεται σοβαρή δουλειά, ενώ έχουν γίνει τρεις επερωτήσεις για αμιγώς τρανς θέματα και άλλες δύο για ΛΟΑΤ θέματα όπου δεν λείπει η διάσταση της ταυτότητας φύλου. Επιπλέον, κατατέθηκε τροπολογία από βουλευτή της Δημοκρατικής Αριστεράς για τη νομοθεσία για τα εγκλήματα μίσους. Επιμένω όμως ότι το ΛΟΑΤ κίνημα πρέπει να στρέφεται προς όλες τις κατευθύνσεις».

Σας ενόχλησε ο σεξισμός του Σκουρλέτη, που χαρακτήρισε «τρανσέξουαλ» την πολιτική της ΔΗΜΑΡ;

«Προφανώς ενόχλησε και αντιδράσαμε. Αλλά μη μείνουμε στον Σκουρλέτη. Ο πολιτικός λόγος από όλο το φάσμα βρίθει σεξιστικών αναφορών και προκαταλήψεων. Μήπως ο Τύπος δεν συμβάλλει σ’ αυτό τα μέγιστα; Δες το κατάπτυστο κείμενο που δημοσίευσε το “Βήμα”, όταν πήγαμε στη Βουλή να συναντήσουμε βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και της ΔΗΜΑΡ. Για να να αναδείξω το αίτημα του σωματείου μας να μπορούν να αλλάζουν οι τρανς τα έγγραφα ταυτότητας και να αναγράφουν το φύλο που επιθυμούν, δεν δέχτηκα να παραδώσω την ταυτότητά μου στην είσοδο της Βουλής. Ηταν φυσικά μια συμβολική κίνηση: τα στοιχεία μου είναι γνωστά, είμαι πρόεδρος σωματείου και ιδιοκτήτρια βιβλιοπωλείου και γνώριζα ότι οι βουλευτές έχουν τη δυνατότητα να περνούν επισκέπτες χωρίς να χρειάζεται ταυτότητα. Δεν περίμενα ποτέ από μια εφημερίδα με δημοκρατικές αντιλήψεις να επιτεθεί στους βουλευτές επειδή έβαλαν στη Βουλή τρανς χωρίς ταυτότητα. Λες και ο κίνδυνος είναι αυτός και όχι οι φασίστες που φέρνουν και τους ομοϊδεάτες τους από τη Γερμανία να περιφέρονται».

Είναι πράγματι τόσο σημαντική η αλλαγή των εγγράφων ταυτότητας;

«Είναι, διότι από εκεί ξεκινά ο Γολγοθάς του εξευτελισμού στην καθημερινότητα. Θυμάμαι πριν από μερικά χρόνια που πήγε μια τρανς να παραλάβει δέμα από το ταχυδρομείο και ο υπάλληλος περιέφερε την ταυτότητά της στους άλλους και φώναζε: “Τη βλέπετε αυτή; Δεν είναι αυτή, είναι αυτός!”. Στην καλύτερη περίπτωση, θα σε κοιτάξουν καλά καλά και θα πάρουν ειρωνικό ύφος. Σκέψου να πρέπει να το αντιμετωπίσεις κάθε φορά που πας σε τράπεζα, σε νοσοκομείο, να νοικιάσεις ένα σπίτι. Σε άλλες χώρες, αλλάζουν τα έγγραφα με απλή δήλωση, χωρίς να απαιτούνται φάρμακα ή επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου. Το ζήτημα δεν είναι ιατρικής φύσης, είναι θέμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Ποιες άλλες διεκδικήσεις έχετε στην ατζέντα;

«Στις 6 Μαρτίου ικανοποιήθηκε ένα πάγιο αίτημά μας, να συμπεριληφθεί η ταυτότητα φύλου στη διάταξη του ποινικού κώδικα για τα εγκλήματα μίσους. Για μας είναι μια μεγάλη νίκη, γιατί μέχρι τότε δεν υπήρχαμε πουθενά για το ελληνικό κράτος. Τώρα ξεκινήσαμε καμπάνια για να προστεθεί στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο που ετοιμάζει ο κ. Ρουπακιώτης η ταυτότητα φύλου ως κατηγορία που προστατεύεται από τη ρατσιστική ρητορική μίσους. Τώρα ξεκινήσαμε καμπάνια για να προστεθεί η ταυτότητα φύλου ως κατηγορία που προστατεύεται από τη ρατσιστική ρητορική μίσους στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο του κ. Ρουπακιώτη, το οποίο μάθαμε με θλίψη ότι αποσύρθηκε πριν καν δοθεί στη δημοσιότητα. Αποδεικνύεται στην πράξη ότι οι αντιρατσιστικές κορόνες της κυβέρνησης ήταν κούφια λόγια. Και εκκρεμεί πάντα το ζήτημα της σχολικής εκπαίδευσης – θέλουμε σχολεία που προωθούν την ισότητα και αφήνουν τη διαφορετικότητα να αναπτυχθεί. Σχετική ερώτηση κατέθεσαν πέντε βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ. Δυστυχώς, στο θέμα της εκπαίδευσης είμαστε πολύ πίσω. Είχαμε δημοσιοποιήσει την καταγγελία τρανς μαθήτριας που της έκανε τον βίο αβίωτο ο διευθυντής του σχολείου. Και θα αναφερθώ στη 10η Μαρτίου, επειδή είναι από τις ημερομηνίες που μας πληγώνουν. Είχαμε ραντεβού, μαζί με γκέι οργανώσεις, με τη νομική σύμβουλο του Παρατηρητηρίου για την Ενδοσχολική Βία. Όταν έμαθε ότι θα παραβρίσκεται τρανς στο ραντεβού, το ακύρωσε, “για προσωπικούς”, είπε, “λόγους”. Έχουμε καταθέσει αναφορά στον Συνήγορο του Πολίτη».

Ήσασταν από τα πρώτα σωματεία που οργάνωσαν συσσίτια για τα μέλη τους. Οι τρανς πώς αντιμετωπίζουν την κρίση;

«Υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι που αντιμετωπίζουν προβλήματα τώρα με την κρίση. Αλλά έχουν τους φίλους τους, την οικογένειά τους, το σόι τους – στην ανάγκη θα βρουν οι περισσότεροι ένα πιάτο φαΐ. Όμως οι τρανς και από τις οικογένειές τους ακόμα είναι διωγμένες. Πάνε στην εκκλησία ή στον δήμο να πάρουν τρόφιμα και τις κοροϊδεύουν οι άλλοι που περιμένουν στη σειρά. Δεν έχουν πού να ακουμπήσουν. Ετσι φτιάξαμε μια μικρή ομάδα που ανέλαβε να μαγειρεύει κάθε μέρα και σύντομα δίναμε φαγητό σε περισσότερα από είκοσι άτομα. Ξεκινήσαμε τον περσινό Φεβρουάριο και σταματήσαμε τον Νοέμβριο, δεν μπορούσαμε να το καλύψουμε οικονομικά. Σήμερα μοιράζουμε μόνο ξηρά τροφή σε περίπου 25 άτομα κάθε μήνα, μη φανταστείς, ελάχιστα πράγματα. Κάνουμε έκκληση στον κόσμο να βοηθήσει, γιατί στην αρχή η ανταπόκριση ήταν συγκινητική, αλλά έχει ατονήσει».

Σας έχουν αρνηθεί βοήθεια για τα συσσίτια όταν μαθαίνουν ότι προορίζεται για τρανς;

«Βέβαια. Κάποια στιγμή, με πήραν από μια οργάνωση, μου είπαν “ελάτε να σας δώσουμε”. Πήγα, ήταν ένας κάπως ηλικιωμένος. Με είδε, με περιεργάστηκε από πάνω μέχρι κάτω. Μου λέει “συγγνώμη, τι είναι αυτό το ‘διενηλική’, πώς το λέτε;”. Του λέω “διεμφυλική, τρανς, τρανσέξουαλ, τραβεστί”. Γούρλωσε τα μάτια, έμεινε κόκαλο. Και τι μου λέει; “Εμείς δίνουμε τρόφιμα σε ηλικιωμένους και σε παιδάκια. Σε ανθρώπους”. Κατάλαβες τι είπε; Του έκανα το γραφείο αγνώριστο. Το ανέβασα στο φέισμπουκ και όλοι λυπήθηκαν πολύ. Αλλά δεν είδα να κάνουν τίποτα στη συνέχεια, εκτός από πολύ μετρημένες εξαιρέσεις. Μου έρχεται να τους πω “εσείς φροντίσατε να είναι στο περιθώριο και να δουλεύουν στην πορνεία οι τρανς – πρέπει να τις αφήσουμε να πεθάνουν κιόλας;”. Γιατί και οι απόπειρες αυτοκτονίας τους έχουν αυξηθεί και βλέπεις σε πολλές πια τάσεις αυτοκτονίας».

Είναι μονόδρομος για τις περισσότερες τρανς η πορνεία;

«Εμείς δεν έχουμε πρόβλημα με την πορνεία. Θέλουμε όμως να καταπολεμήσουμε την εξαναγκαστική πορνεία, που προβάλλει σαν μόνη λύση όταν σε αποκλείουν από παντού. Υπάρχουν βέβαια και τρανς επιχειρηματίες, υπάλληλοι ταχυδρομείου, φαρμακοποιοί, γιατροί. Ομως πολλές από αυτές έχουν επιλέξει να μην είναι ορατές. Προσπαθούμε να τις πείσουμε να μην κρύβονται, διότι αυτό θα βοηθήσει και τις υπόλοιπες. Οσο περισσότερο ορατές γινόμαστε και μιλάμε για τα θέματά μας, καταλαβαίνει ο κόσμος ότι δεν πρόκειται για θηρία αλλά για κανονικούς ανθρώπους που διεκδικούν το αυτονόητο».

Κάτι τέτοιο είχατε στο μυαλό σας όταν ξεκινούσατε τον «Πολύχρωμο Πλανήτη» πριν από εννιά χρόνια; Να υπάρξει μεγαλύτερη ορατότητα;

«Όταν το 2004 έφυγα από την τότε συλλογικότητα όπου είχα δραστηριοποιηθεί, το ΣΑΤΤΕ, το ίδιο απόγευμα ανακοίνωνα σε παρέα φίλων μου στο Πασαλιμάνι τη δημιουργία του “Πολύχρωμου Πλανήτη”. Ηταν 17 Ιουλίου του 2004. Ο ένας ήταν ο σύντροφός μου, ο Θάνος, ο άλλος ένας φίλος. Σίγουρα θα σκέφτηκαν “τρελή είναι αυτή”. Τον Νοέμβριο του 2004 ο Π.Π. ήταν ήδη ανοικτός και είχαμε κάνει την πρώτη μας έκδοση, το βιβλίο του Λουκά Θεοδωρακόπουλου, ενώ είχαμε κλείσει συμβόλαια για άλλα τρία. Είμαι από τους ανθρώπους που άμα αποφασίσουν κάτι δεν υπάρχει περίπτωση να μη γίνει. Ηθελα να συγκεντρωθεί σε έναν χώρο όλη η γκέι, λεσβιακή, αμφί και τρανς λογοτεχνία, δοκίμια και ποίηση, και επιπλέον να γίνει ένας εκδοτικός οίκος που θα φιλοξενεί τη ΛΟΑΤ έκφραση και τον πολιτισμό. Να γνωριστούμε μεταξύ μας και να ξεπεράσουμε επιτέλους τη “ροζ” εικόνα που διαχέεται στα μίντια, να μιλήσουμε για τη σημαντική συνεισφορά της δικής μας έκφρασης στη λογοτεχνία».

Ήσασταν πάντα έτσι δυναμική;

«Ήμουνα. Όταν πήγαινα Δημοτικό, κάτι είχε γίνει την ώρα της προσευχής και μας οδήγησαν στο γραφείο του διευθυντή να μας χτυπήσει με τον χάρακα. Εγώ αντέδρασα. Εν μέσω χούντας αυτό, ε; Βουτάω τον χάρακα και του κάνω το γραφείο λαμπόγυαλο. Και του φωνάζω: “θα σε πάω στο υπουργείο” – προφανώς το είχα ακούσει από κάποια θεία. Εγώ το διαφορετικό δεν το θεωρούσα κακό, δεν μας το ’χαν περάσει από το σπίτι έτσι. Σ’ αυτό ήμουν πολύ τυχερή, βασίλισσα. Όταν έβλεπα κάτι άδικο, θα ήμουν εκεί να βοηθήσω και να υπερασπιστώ. Από εκεί προέρχεται η αγωνιστικότητα – βλέπεις την καθημερινή αδικία και καταλαβαίνεις ότι δεν πρέπει να βάλεις το κεφάλι κάτω».

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

 

Share

Συνομιλώντας με την φωτογράφο Πέπη Λουλακάκη, με αφορμή την έκθεσή της για τον μουσουλμανικό κόσμο της Θράκης

του Γιάννη Κοντού

Φως σε έναν κόσμο απροσπέλαστο και άγνωστο στους πολλούς ρίχνει μέσα από την έκθεσή της “Θράκη. Τόσο κοντά, τόσο μακριά. Ο μουσουλμανικός κόσμος της” η φωτογράφος Πέπη Λουλακάκη: στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς του νομού Θράκης (Τουρκογενείς, Πομάκους, Ρομά, Σουδανούς). Με ευαισθησία και λεπτότητα αποτυπώνει μικρές και μεγάλες στιγμές της καθημερινότητάς τους, εστιάζοντας κυρίως σε γυναικεία πορτραίτα. Η έκθεση συνοδεύεται από το ομώνυμο λεύκωμα (Εκδόσεις Καστανιώτη), τα κείμενα του οποίου υπογράφει η δημοσιογράφος και συνεργάτιδα της Πέπης Λουλακάκη, Έλενα Μοσχίδη.  Με αφορμή την έκθεση, η οποία φιλοξενείται στο Μουσείο Μπενάκη (Κεντρικό Κτήριο) και ολοκληρώνεται την Κυριακή, 12 Μαΐου, κουβέντιασα με την φωτογράφο.

Πόσο μακριά βρισκόταν και πόσο κοντά σας ήρθε ο μουσουλμανικός κόσμος της Θράκης, μετά το οδοιπορικό; Υπήρξε κάποιο ιδιαίτερο κίνητρο πίσω από την επιλογή του προορισμού;

Πριν μερικά χρόνια είχα βρεθεί στις Θέρμες και στον Εχίνο φωτογραφίζοντας τα λουτρά καθώς δούλευα σε ένα έργο σχετικό με τις ιαματικές πηγές της Ελλάδας. Στα μουσουλμανικά χωριά της Θράκης οι άνθρωποι που συνάντησα μου εξέφρασαν το παράπονό τους ότι υπάρχει πλήρης αδιαφορία για την ύπαρξή τους και πολύ περισσότερο ήταν πεπεισμένοι ότι κανείς δεν επρόκειτο να ασχοληθεί μαζί τους και να γνωρίσει στους υπόλοιπους Έλληνες τον τρόπο ζωής τους, τις συνήθειες, τα έθιμα, τις δυσκολίες και τα όνειρά τους. Μου έλεγαν συγκεκριμένα “Εμείς είμαστε ξεχασμένοι εδώ από τον ίδιο το Θεό”. Η έκθεση φωτογραφίας στο Μουσείο Μπενάκη “Θράκη. Τόσο κοντά, τόσο μακριά. Ο μουσουλμανικός κόσμος της” έφερε τις μειονότητες της Θράκης (Τουρκογενείς, Πομάκους, Ρομά και Σουδανούς) πιο κοντά στην υπόλοιπη Ελλάδα. Η συνεχής επίσκεψη του κόσμου στην έκθεση και η παράταση διάρκειας της μέχρι τις 12 Μαΐου το αποδεικνύουν. Όπως επίσης το ενδιαφέρον από τα ξένα μέσα. Επίσης ένα κομμάτι της έκθεσης είναι αφιερωμένο στην εκπαίδευση, τα μειονοτικά σχολειά και τα ιεροσπουδαστήρια, καθώς υπήρξε πολύμηνη άδεια φωτογράφησης και επιτόπιας έρευνας σχετικά με την διδασκαλία και το ζήτημα της παιδείας. Επίσης έχει προηγηθεί η έκδοση του ομώνυμου λευκώματος από τις εκδόσεις Καστανιώτη πριν 2 χρόνια με πολλές από τις φωτογραφίες που υπάρχουν στην έκθεση και άλλες ακόμα, καθώς και τη δημοσιογραφική έρευνα και τις συνεντεύξεις που κατέγραψε η δημοσιογράφος και συνεργάτιδά μου  σε διεθνείς και εσωτερικές αποστολές, Έλενα Μοσχίδη. Το λεύκωμα ήδη οδεύει προς εξάντληση.

Οι φωτογραφίες σας αντανακλούν, και σίγουρα προϋποθέτουν, την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης και οικειότητας με τους φωτογραφιζόμενους. Πόσο χρόνο διήρκεσε η διαδικασία;

Χρειάστηκαν στην αρχή περισσότερα από ένα ταξίδια στην περιοχή μέχρι οι άνθρωποι που προσεγγίσαμε να πειστούν ότι ενδιαφερόμαστε σοβαρά να ασχοληθούμε με τα θέματα που τους απασχολούν και να καταγράψουμε τον τρόπο ζωής τους. Επί δυόμιση χρόνια ταξιδεύαμε συνεχώς Κομοτηνή, Ξάνθη φτάνοντας μέχρι τα πιο απομακρυσμένα χωριά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα που πολλές φορές η πρόσβαση ήταν δύσκολη κυρίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα που ήταν αποκλεισμένα από το χιόνι. Φιλοξενία μας προσφέρθηκε παντού απλόχερα καθώς δεν υπήρχαν καταλύματα.

Το γεγονός ότι ήσαστε “ξένες”, και μάλιστα γυναίκες, ενόχλησε κάποιους ή δυσκόλεψε, σε ένα πρώτο στάδιο, την επικοινωνία;

Το ότι ήμασταν γυναίκες βοήθησε να εισέλθουμε στο άβατο του μουσουλμανικού κόσμου γιατί έτσι μπορέσαμε να μιλήσουμε με τις γυναίκες και να τις φωτογραφήσω σε πιο προσωπικές στιγμές, όπως όταν προσεύχονται στο σπίτι τους, όταν κολυμπούν στην θάλασσα, όταν δουλεύουν, βάφονται ή παίζουν με τα παιδιά τους. Πολλές φορές χρειάστηκε η άδεια από τους άντρες  για να μπούμε στα σπίτια τους, ιδιαίτερα στα χωριά όπου η κοινωνίες είναι πιο κλειστές. Φυσικά όταν φωτογράφιζα τους Ρομά δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, ενώ οι Σουδανές γυναίκες κρυβόταν φοβούμενες μήπως και τους κλέψω την ψυχή, καθώς το αφρικανικό στοιχείο υπάρχει έντονο στην κοινωνία τους.

Υπήρξαν κάποιες στιγμές που χαράχτηκαν περισσότερο στη μνήμη σας- είτε αποτυπώθηκαν φωτογραφικά ή όχι- με αρνητικό ή θετικό τρόπο;

Κάθε ταξίδι ήταν μοναδικό στην περιοχή της Δυτικής Θράκης. Είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσω κάποιες στιγμές μόνο. Ο μόχθος των ανθρώπων για την καθημερινή επιβίωση είναι αυτό που με συγκίνησε. Ολόκληρα χωριά μπορεί να ήταν γεμάτα γυναίκες και παιδιά μιας και οι άντρες είχαν μεταναστεύσει στο εξωτερικό ή στο εσωτερικό της χώρας για να δουλέψουν στα καράβια ή σε εποχικές δουλειές για να ζήσουν τις οικογένειές τους. Μπορώ να ξεχωρίσω τα πανάρχαια έθιμα της πάλης και της γιορτής της Άνοιξης επίσης στα πομακοχώρια απερίγραπτης ομορφιάς του όλου τελετουργικού. Οι νέοι που ωριμάζουν γρήγορα και προσπαθούν να μορφωθούν παρά τη δυσκολία που έχουν με τη γλώσσα και να μάθουν για τον τόπο και την ιστορία τους. Η φιλοξενία που μας προσφέρθηκε και μου έφερε στο μυαλό εικόνες από την Ελλάδα του ’50 και του ’60.

Έχει εκτεθεί η δουλειά σας στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης και, αν ναι, πώς έγινε δεκτή;

Ακόμα δεν έχει ταξιδέψει η έκθεση στην περιοχή αλλά ευελπιστούμε ότι σύντομα θα γίνει κι αυτό μόλις βρεθούν οι πόροι και η τοποθεσία, έτσι ώστε οι ίδιοι να έρθουν να δουν από κοντά το έργο που κάναμε και τους αφορά άμεσα. Να τονίσω ότι η έκθεση φωτογραφίας έγινε εφικτή με την παραχώρηση της αίθουσας και τη διοργάνωση από το Μουσείο Μπενάκη αλλά και τη συνδιοργάνωση που ανέλαβαν  η Photometria (από το φεστιβάλ των Ιωαννίνων) και το Phototheatron.

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

Share

“Roughcut”: ένα ακατέργαστο “διαμάντι”, σε σκηνοθεσία Ελιάνας Αμπραβανέλ

του Γιάννη Κοντού

Η Μπάμπι είναι μια Φιλιππινέζα επαγγελματίας κομμώτρια. Στα 40 της πλέον, εργάζεται στο κέντρο της Αθήνας εδώ και τέσσερα χρόνια. Εργαζόμενη, μητέρα, σύζυγος και κόρη εξ αποστάσεως, η Μπάμπι είναι υποχρεωμένη να υιοθετεί μια σειρά από ρόλους. Αυτό που τη διαφοροποιεί, ωστόσο, από τις υπόλοιπες μετανάστριες εργάτριες είναι ότι είναι τρανς: μια γυναίκα με ανδρική βιολογική ταυτότητα. Το Roughcut, πρώτη μεγάλου μήκους δουλειά της Ελιάνας Αμπραβανέλ, αφηγείται την ιστορία της και πρωτοπροβλήθηκε στο φετινό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Ενόψει της αθηναϊκής πρεμιέρας του ντοκιμαντέρ την Κυριακή, 28 Απριλίου, στα πλαίσια του 7ου “Outview” Gay & Lesbian Φεστιβάλ, καθώς και της εξόδου του την ερχόμενη Πέμπτη στο “Δαναό”, σε ενιαίο πρόγραμμα με το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Παναγιώτη Ευαγγελίδη Λάμπουν στο σκοτάδι, κουβέντιασα με την Ελιάνα Αμπραβανέλ.

Πώς γνωρίσατε την Μπάμπι και γιατί την επιλέξατε ως “ηρωίδα” του  ντοκιμαντέρ σας;

Την Μπάμπι την γνώρισα εντελώς τυχαία, μέσω  μιας κοινής φίλης. Με ενδιαφέρουν οι “πραγματικές” ιστορίες με δυνατούς χαρακτήρες που παίρνουν την ζωή στα χέρια τους και δεν αφήνουν καμιά δυσκολία, όποια κι αν είναι αυτή, να τους ρίξει. Και η Μπάμπι  ανταποκρίνεται στους πολλαπλούς ρόλους που της επεφύλαξε η ζώη σαν μια πραγματική πρωταγωνίστρια, μια σταρ ταινίας fiction.

Πώς προέκυψε ο τίτλος του ντοκιμαντέρ;

Roughcut είναι μια κουπ μαλλιών: κοντό αγορίστικο κόψιμο με μερικές θηλυκές μακρύτερες τούφες μαλλιών ανάμεσα. Επίσης rough cut (αν και δύο λέξεις) είναι η πρώτη version μιας ταινίας στο μοντάζ, πριν το τελικό αποτέλεσμα. Εκφράζει, όμως, και τα διαμάντια στην ακατέργαστη μορφή τους. Νομίζω όλες οι ερμηνείες του τίτλου ταιριάζουν στην ιστορία και στην ηρωίδα μου με τον ένα η άλλο τρόπο.

Κερδίσατε εύκολα την εμπιστοσύνη της, ή δυσκολεύτηκε να σας ανοιχτεί;

Τα πράγματα ήρθαν πολύ φυσικά. Στην αρχή της γνωριμίας κάναμε συζητήσεις γενικότερες για τις Φιλιππίνες και την ζωή της εκεί, χωρίς να κινηματογραφούμε. Εκ των υστέρων μου εξομολογήθηκε πως νόμιζε ότι επρόκειτο να χρησιμοποιήσουμε την ιστορία της σαν βάση για σενάριο ταινίας μυθοπλασίας. Όταν κατάλαβε ότι επρόκειτο να είναι η ίδια πρωταγωνίστρια στο ντοκιμαντέρ, είχαμε πια αποκτήσει οικειότητα και δέχτηκε αμέσως.

Πώς καταφέρνει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των πολλαπλών της ρόλων (επαγγελματίας κομμώτρια, σύζυγος, μητέρα), χωρίς να συντρίβεται υπό το βάρος τους;

Η ηρωίδα μου δεν λυγίζει εύκολα. Καταρχήν ξέρει ότι είναι ο στυλοβάτης μιας πολυπληθούς οικογένειας στις Φιλιππίνες, είναι ταγμένη στον σκοπό της και ανταποκρίνεται στις καθημερινές απαιτήσεις με αποφασιστικότητα και συγχρόνως κέφι για ζωή. Οι δυσκολίες για την Μπάμπι δεν είναι συνυφασμένες ούτε με γκρίνια, ούτε με γκαντεμιά.

Σε ποιο βαθμό είναι γνωστή η σεξουαλική της ταυτότητα στον επαγγελματικό, φιλικό και ευρύτερο κοινωνικό κύκλο της στην Ελλάδα και κατά πόσο αυτό επηρεάζει τις σχέσεις της με τους ανθρώπους;

Παρά την θηλυκή της εμφάνιση, η ηρωίδα μου δεν κρύβει την ανδρική της βιολογική ταυτότητα. Δεν είναι κάτι που εμποδίζει την καθημερινότητά της, γιατί έχει αποφασίσει εδώ και πολλά χρόνια πώς αισθάνεται και πώς θέλει να αντιμετωπίσει την διαφορετικότητά της. Το πρόβλημα υπάρχει στους άλλους πιστεύω, εκείνοι έχουν καμιά φορά δυσκολία στο να αποδεχτούν έναν διαφορετικό άνθρωπο.

Η άδεια παραμονής της έχει λήξει. Βάσει της τυπικής “νομιμότητας”, είναι, επομένως, “παράνομη”, σε μια συγκυρία, κατά την οποία η καταπολέμηση της “ανομίας”, όπως αυτή κάθε φορά προσδιορίζεται, είναι διακηρυγμένος στόχος της κυβέρνησης. Την φοβίζει αυτό; Την εξοργίζει; Σκέφτεται να επιστρέψει στις Φιλιππίνες, αν και όταν έχει τη δυνατότητα;

Τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ κράτησαν πάνω από τρία χρόνια- υπήρξε πράγματι ένα διάστημα στην αρχή, κατά το οποίο τα χαρτιά της δεν είχαν ανανεωθεί και αυτό την στεναχωρούσε πολύ. Ευτυχώς τώρα δεν αντιμετωπίζει πλέον κανένα τέτοιο θέμα. Βέβαια και σκέπτεται να επιστρέψει κάποια στιγμή στην πατρίδα της, όταν της το επιτρέψουν οι συνθήκες, αλλά λόγω χαρακτήρα δεν αφήνει τον εαυτό της να νοσταλγήσει.

Άλλαξε κάτι στη ζωή της μετά την κυκλοφορία της ταινίας; Η ίδια έμεινε ικανοποιημένη από τον τρόπο, με τον οποίο αποτυπώσατε την ίδια και τη ζωή της κινηματογραφικά;

Δεν νομίζω ότι άλλαξε τίποτα στην ζωή της δραματικά. Η Μπάμπι χάρηκε για την κυκλοφορία της ταινίας,  όπως και όλοι οι συντελεστές, γιατί οι δυσκολίες για την ολοκλήρωση του ντοκιμαντέρ ήταν μεγάλες και οι χρηματικές δυνατότητες πολύ μικρές. Το αποτέλεσμα της άρεσε, αν και, όπως μου εκμυστηρεύτηκε, βλέποντας τον εαυτό της στην οθόνη, είδε μερικά λάθη που κάνει στην ζωή της.

Το ντοκιμαντέρ σας ξεκινά το αθηναϊκό του “ταξίδι” από το φεστιβάλ “Outview” την Κυριακή 28 Απριλίου, συνεχίζοντας, την επόμενη βδομάδα, στον “Δαναό”, σε κοινό πρόγραμμα με το εξαιρετικό Λάμπουν στο σκοτάδι του Παναγιώτη Ευαγγελίδη. Πόσο έτοιμο είναι το κινηματογραφικό κοινό να παρακολουθήσει, να εκτιμήσει και να προβληματιστεί πάνω σε ταινίες που ξεφεύγουν από τη συμβατική θεματολογία και οπτική;

Μα νομίζω πως το κοινό επιζητά να δει ταινίες και ειδικά ντοκιμαντέρ που δείχνουν μια άλλη οπτική γωνία της πραγματικής ζωής που καμιά φορά δεν φαντάζονται ότι υπάρχει. Για δύο ώρες τους δίνεται η δυνατότητα να “ζήσουν” από κοντά μια ιστορία (στην περίπτωσή μας είναι δύο οι ταινίες και δύο οι ιστορίες) που μπορεί να υπάρχει δίπλα τους και να μην το έχουν αντιληφθεί. Η ταινία του Παναγιώτη Ευαγγελίδη “They glow in the dark” είναι σπάνιας ευαισθησίας και ωριμότητας, μια ιστορία που νομίζω θα αγγίξει όλους τους θεατές. Και πρέπει να πω πως είμαι πολύ χαρούμενη και με τιμά το γεγονός πως θα “κάνουν παρέα” οι δύο ταινίες στο Δαναό ξεκινώντας από την Πέμπτη 2  Μαΐου και για δύο εβδομάδες.

Το Roughcut προβάλλεται την Κυριακή, 28 Απριλίου, στις 8 το βράδυ, στην Αίθουσα 1 του Ινστιτούτου Θερβάντες (Μητροπόλεως 23) και από την ερχόμενη Πέμπτη, 2 Μαΐου, στον κινηματογράφο “Δαναό” (Λεωφόρος Κηφισίας 109), σε ενιαίο πρόγραμμα με το Λάμπουν στο σκοτάδι του Παναγιώτη Ευαγγελίδη.

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

Share

Καθρεφτίζοντας τον “άλλο”: με αφορμή την ιρανική ταινία “Facing Mirrors”

του Γιάννη Κοντού

Την ελληνική της πρεμιέρα, παρουσία της παραγωγού και συν- σεναριογράφου και των δύο πρωταγωνιστριών της, έκανε το Σάββατο, 20 Απριλίου, στα πλαίσια του 7ου  “Outview” Gay & Lesbian Φεστιβάλ, το Facing Mirrors, η πρώτη ιρανική ταινία μυθοπλασίας, όπου ο κεντρικός χαρακτήρας είναι διεμφυλικός (τρανς).

Το πολυβραβευμένο, τόσο σε διεθνή φεστιβάλ, όσο και στο Ιράν, Facing Mirrors, σε σκηνοθεσία Νεγκάρ Αζαρμπαϊτζανί, αφηγείται, με ύφος ρεαλιστικό, στα όρια του ντοκιμαντέρ, την ιστορία μιας αναπάντεχης φιλίας, έξω από κοινωνικά στερεότυπα και νόρμες, ανάμεσα στη συντηρητική, θρησκευόμενη μητέρα και οδηγό ταξί Ράνα και την τρανς  Έντι, που θέλει να υποβληθεί σε εγχείρηση αλλαγής φύλου. Την αρχική έκπληξη, ίσως και αποστροφή, της Ράνα σταδιακά διαδέχεται ένα βαθύ αίσθημα φιλίας χωρίς όρους. Το Facing Mirrors είναι, τελικά, μια ταινία για την αυτογνωσία, την αλληλοαποδοχή, τον αλληλοσεβασμό και τη μοναξιά της διαφορετικότητας. Μετά τη σαββατιάτικη πρεμιέρα, η παραγωγός και συν- σεναριογράφος της ταινίας Φερεστέ Ταερπούρ, αν και κουρασμένη, μου παραχώρησε την ακόλουθη συνέντευξη:

Πώς προέκυψε η αρχική ιδέα της ταινίας;

Στην πραγματικότητα ήταν ένας συνδυασμός της ιστορίας που είχα στο μυαλό μου σχετικά με την οδηγό ταξί, το χαρακτήρα της Ράνα, και την ιστορία που η σκηνοθέτης είχε σκεφτεί, σχετικά με έναν τρανς χαρακτήρα από τα παιδικά της χρόνια. Στη γειτονιά της ζούσε ένας τρανς και έβλεπε πόσο δύσκολη ήταν η ζωή του.  Όταν το συζητήσαμε, αποφασίσαμε να συνδυάσουμε τις δύο ιστορίες, φτιάχνοντας αυτή την ταινία.

Ποια είναι η στάση της ιρανικής κοινωνίας απέναντι στους διεμφυλικούς (τρανς) ανθρώπους, γενικότερα;

Οι περισσότεροι, περιλαμβανομένου και του εαυτού μου, δεν ξέραμε τίποτα για αυτούς τους ανθρώπους πριν την ταινία. Αλλά, αφού βγήκε η ταινία στο Ιράν, μπορώ να πω ότι περισσότερο από το 90% του κοινού είπε ότι δεν είχε ιδέα και, τώρα που γνωρίζει, αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη συμπάθεια αυτούς τους ανθρώπους. Πολλές οικογένειες, εξάλλου, ανακαλύπτουν ότι πρέπει να έχουν καλύτερη συμπεριφορά. Κάναμε, επίσης, σεμινάρια μετά την προβολή της ταινίας, στα πλαίσια των οποίων συζητούσαμε, αναζητώντας την καλύτερη αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων.

Πώς καταφέρατε να παρακάμψετε τις “κόκκινες γραμμές” που τίθενται στην ιρανική κοινωνία;

Ξέρετε, ελπίζω ότι είμαι θρησκευόμενος άνθρωπος και ότι πιστεύω στον θρησκευτικό νόμο. Όταν, λοιπόν, ανακαλύπτω ότι στο επίπεδο του νόμου και της ανθρωπιάς, δεν τίθεται κάποιο ζήτημα, τότε προσπαθώ να  περιγράψω το θέμα έτσι, ώστε η ιρανική κοινωνία να αλλάξει στάση, και νομίζω ότι είμαστε ειλικρινείς απέναντι σε όλους τους χαρακτήρες. Όταν βλέπεις την ταινία, νιώθεις ότι ο πατέρας (σημ.της Έντι, του τρανς χαρακτήρα) έχει δίκιο, σύμφωνα με την κουλτούρα του, ο αδερφός της επίσης, η Ράνα έχει δίκιο, η φίλη της έχει δίκιο. Και, βέβαια, η Άντινε ( σημ. Έντι). Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι όλοι προσπαθούν να κάνουν τους άλλους σαν τον εαυτό τους. Πρέπει, όμως, να αποδεχόμαστε τις αλλαγές και τις διαφορές και να σεβόμαστε τα ανθρώπινα δικαιώματα, ακόμα και εντός της οικογένειας. Δεν μπορούμε να εξαναγκάζουμε τα παιδιά μας να γίνονται κάτι άλλο. Δεν είναι δίκαιο. Πρέπει να τα καταλαβαίνουμε και να είμαστε ευγενικοί απέναντί τους και να αντιμετωπίζουμε με ρεαλιστικό τρόπο τις ανάγκες τους- το ίδιο κι εκείνα. Όλες αυτές είναι οι “κόκκινες γραμμές” που όλοι μας, οπουδήποτε στον κόσμο, έχουμε στο μυαλό μας και στην κουλτούρα μας. Και νομίζω ότι το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε να παρατηρούμε αυτές τις “κόκκινες γραμμές”, σεβόμενοι τα δικαιώματα της άλλης πλευράς.

Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι, τελικά, η μόνη διέξοδος για τον κεντρικό χαρακτήρα της ταινίας είναι να εγκαταλείψει το Ιράν.

Στην ταινία αναφέρεται ότι μπορεί να κάνει την εγχείρηση αλλαγής φύλου στο Ιράν, κι ίσως είναι και καλύτερα έτσι, αλλά λόγω της στάσης της οικογένειάς της δε θα γίνει αποδεκτή. Γι’ αυτό θέλει να φύγει από τη χώρα. Γιατί ξέρει ότι μετά την εγχείρηση οι συγγενείς και οι φίλοι της θα δυσκολευτούν να την αποδεχτούν και να της συμπεριφερθούν καλά. Ίσως το κάνουν στο μέλλον. Στο τέλος της ταινίας δεν είναι ξεκάθαρο αν έκανε την επέμβαση και μπορείς να δεις ότι είναι ακόμα θλιμμένη, έχει αμφιβολίες, και εύχεσαι να ήταν ο πατέρας της πιο ευγενικός απέναντί της.

Κι η Έντι είναι ένας πολύ μοναχικός άνθρωπος…

Είναι. Και η μόνη φίλη που έχει είναι η Ράνα, ένας θρησκευόμενος άνθρωπος, που μπορεί, μέσα από την καρδιά της, να “ακουμπήσει” το πρόβλημα, προσπαθώντας να είναι ευγενική, ως μητέρα και άνθρωπος, χωρίς να καταλαβαίνει την κατάσταση.

Είναι, κατά κάποιο τρόπο, η ιστορία μιας φιλίας χωρίς όρους..

Για μια οικογένεια σαν της Ράνα, αν η Άντινε επιστρέψει ως άντρας, δε θα της επιτραπεί να τον δει. Από το διάλογό της με τον άντρα της, καταλαβαίνεις ότι εκείνος έχει θυμώσει. Η Ράνα ξέρει ότι έχει παραβιάσει το νόμο, έχει υπερβεί τις “κόκκινες γραμμές”, αλλά δεν μπορούσε να μη βοηθήσει την Έντι ως φίλη, ως άνθρωπος, ως υπεύθυνη μητέρα.

Ποιες είναι οι μέχρι τώρα αντιδράσεις του κοινού σε όλα τα φεστιβάλ, όπου έχει προβληθεί η ταινία;

Μετά από 96 φεστιβάλ- στις Η.Π.Α., στην Ευρώπη, σε ασιατικές χώρες, αλλά και στο Ιράν – παντού την υποδέχτηκαν πολύ θερμά. Δεν έχω δει ούτε μία αρνητική αντίδραση. Ξέρετε, η Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου στο Ιράν της απένειμε το βραβείο καλύτερης ταινίας. Το κυβερνητικό κινηματογραφικό φεστιβάλ, εξάλλου, της απένειμε, επίσης, το βραβείο καλύτερης ταινίας, καλύτερης ηθοποιού και καλύτερου σεναρίου. Θαυμάζουν και σέβονται αυτή την ταινία. Υπήρξε μια γενναία ταινία, έθιξε ένα καινούριο θέμα, είναι ένα κοινωνικό φιλμ.

Μια γενναία ταινία, εξαιρετικά αφηγημένη, που μπορείς να παρακολουθήσεις και να ταυτιστείς συναισθηματικά με τους χαρακτήρες της, ανεξάρτητα από το αν είσαι γκέι, στρέιτ ή ο,τιδήποτε άλλο.

Ευχαριστώ! Αυτό θέλαμε, να είναι μια ταινία που να μπορούν να την παρακολουθήσουν όλων των ειδών τα κοινά. Θέλαμε να τη δουν γονείς. Δεν επιθυμούσαμε να κάνουμε ένα αργό,  “καλλιτεχνικό” φιλμ, που να προορίζεται μόνο για τα φεστιβάλ ή για τις ελίτ. Θέλαμε να το δει ο “μέσος άνθρωπος” και να προσπαθήσει να σκεφτεί διαφορετικά.

 

Η προβολή της ταινίας Facing Mirrors επαναλήφθηκε την Κυριακή, 21 Απριλίου, στην Αίθουσα 2 του Ινστιτούτου Θερβάντες (Μητροπόλεως 23), στις 10 το βράδυ, παρουσία της παραγωγού και συν- σεναριογράφου, καθώς και των δύο πρωταγωνιστριών.

Ευχαριστώ την διευθύντρια του “Outview” Μαρία Cyber για την πολύτιμη βοήθειά της.

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

Share

“Λέγε με Κούτσου”: ένα ντοκιμαντέρ για τη συνεχιζόμενη μάχη εναντίον της ομοφοβίας στην Ουγκάντα

του Γιάννη Κοντού

Η Ουγκάντα είναι μία από τις 76 χώρες στον κόσμο, όπου η ομοφυλοφιλία είναι παράνομη. Σα να μην έφτανε αυτό, από το 2009 έχει εισαχθεί προς συζήτηση στη Βουλή της χώρας ένα δρακόντειο νομοσχέδιο, το οποίο προτείνει την επιβολή της θανατικής ποινής στους οροθετικούς γκέι άντρες και τριετή φυλάκιση σε όσους δεν καταδίδουν έναν δηλωμένο ομοφυλόφιλο. Το νομοσχέδιο αυτό έχει, ευτυχώς, μέχρι σήμερα μείνει στα χαρτιά, κυρίως χάρη στις άοκνες προσπάθειες του LGBT (lesbian, gay, bisexual, trans-gender) ακτιβιστή Ντέιβιντ Κάτο, του πρώτου ανοιχτά δηλωμένου γκέι στην Ουγκάντα, και του συνταξιούχου Αγγλικανού επισκόπου Κρίστοφερ Σενιόντζο. Ο Ντέιβιντ Κάτο δολοφονείται τον Ιανουάριο του 2011.

Το ντοκιμαντέρ Λέγε με Κούτσου, σε σκηνοθεσία Κάθριν Φέρφαξ- Ράιτ και Μάλικα Ζουχάλι- Ουόρολ, καταγράφει τον τελευταίο χρόνο της ζωής και του έργου του γενναίου αυτού ακτιβιστή. Έχει προβληθεί σε δεκάδες κινηματογραφικά φεστιβάλ παγκοσμίως, κερδίζοντας πολυάριθμα βραβεία, ενώ η ελληνική του πρεμιέρα έγινε στο φετινό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, όπου απέσπασε το βραβείο της Διεθνούς Αμνηστίας. Το Λέγε με Κούτσου είναι το opening film του “Outview” LGBT Φεστιβάλ, το οποίο ξεκινά την Πέμπτη, 18 Απριλίου, στο Ινστιτούτο Θερβάντες. Με αφορμή την αθηναϊκή πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ, κουβέντιασα με μία εκ των σκηνοθετριών του, την Μάλικα Ζουχάλι- Ουόρολ.

Πώς, κατ’ αρχήν, αποφασίσατε να ασχοληθείτε με αυτό το ζήτημα;

Μαζί με την Κάθριν ερευνούσαμε LGBT ιστορίες ανά τον κόσμο, συνειδητοποιώντας ότι σε κάθε κοινωνία υπάρχουν διαφορετικές εμπειρίες. Σημαντική έμπνευση υπήρξε η περίπτωση του Βίκτορ Μουκάσα, ενός τρανς LGBT ακτιβιστή από την Ουγκάντα, ο οποίος μήνυσε τον Γενικό Εισαγγελέα για αστυνομική παρενόχληση, όταν το σπίτι του δέχτηκε επιδρομή από την αστυνομία το 2008, και κέρδισε την υπόθεση. Αυτό απέδειξε ότι υπήρχε στη χώρα ένα δικαστικό σύστημα αρκετά ανεξάρτητο, ώστε να επιτρέπει στα μέλη της τοπικής LGBT κοινότητας να διεκδικούν και να επανακτούν τα συνταγματικά τους δικαιώματα. Ταυτόχρονα, υπάρχουν και Μ.Μ.Ε. εξίσου ανεξάρτητα, που είναι διατεθειμένα να καλύψουν ειδησεογραφικά τέτοιες υποθέσεις.

Πώς γνωρίσατε τον Ντέιβιντ Κάτο;

Ο Ντέιβιντ ήταν ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο μιλήσαμε πριν φτάσουμε στην Ουγκάντα. Ένας ανοιχτός και ζεστός άνθρωπος, ο οποίος αντιλαμβανόταν τον ρόλο που τα Μ.Μ.Ε. έπρεπε να διαδραματίσουν. Μας έφερε σε επαφή με άλλους, οι ιστορίες των οποίων ένιωθε ότι είναι σημαντικές, και μας βοήθησε να οικοδομήσουμε σχέσεις με άλλα μέλη της κοινότητας.

Η δολοφονία του θα πρέπει να σας προκάλεσε σοκ…

Περνούσαμε πολύ καιρό μαζί του. Αισθανόμασταν ότι είχαμε αρχίσει να τον γνωρίζουμε πολύ καλά. Όταν δολοφονήθηκε, νιώσαμε σαν να δολοφονήθηκε ένας φίλος. Ο αντίκτυπος του θανάτου του ήταν τέτοιος, που διακόψαμε για κάποιο διάστημα τα γυρίσματα. Το μόνο που θέλαμε να κάνουμε ήταν να θρηνήσουμε την απώλειά του. Η συνέχιση της κινηματογράφησης, όμως, ήταν ηθική υποχρέωση απέναντί του.

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων αισθανθήκατε απειλή είτε από τις Αρχές, ή από μεμονωμένα άτομα;

Ως επί το πλείστον, δε νιώθαμε απειλή, ήμασταν προστατευμένες. Μέλη της τοπικής LGBT κοινότητας, όμως, δέχονται απειλές.

Πώς είναι η κατάσταση σήμερα, τόσο σε θεσμικό επίπεδο, όσο και στο επίπεδο της κοινωνίας; Ποια είναι η στάση των Μ.Μ.Ε.;

Το νομοσχέδιο ακόμη εκκρεμεί. H ελευθερία του Τύπου στην Ουγκάντα είναι ισχυρή. Το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας δεν είναι ευαίσθητο, δεν προκαλεί ντροπή, δε συγκαλύπτεται, ούτε είναι αμφιλεγόμενο, ενώ οι ομοφοβικοί πολιτικοί που πρότειναν το νομοσχέδιο ήταν περήφανοι που είχαν το δικαίωμα να “περάσουν” όποιον νόμο ήθελαν. Υπάρχουν, επίσης, ανεξάρτητες εφημερίδες που υποστηρίζουν την LGBT κοινότητα. Σε ό,τι αφορά την κοινωνία, η ομοφοβική στάση διαρκώς αλλάζει. 10-15 χρόνια πριν δεν υπήρχε. Παλαιότερα η ομοφυλοφιλία θεωρείτο απλώς παραξενιά, σήμερα είναι κάτι το διαβολικό. Αυτό οφείλεται στην άνοδο του χριστιανικού φονταμενταλισμού- τόσο του εγχώριου, όσο και του εισαγόμενου, ευαγγελικής προέλευσης, από τις Η.Π.Α. Τα επίπεδα της ομοφοβίας  συναρτώνται με το κατά πόσο το ζήτημα συζητείται. Όσο περισσότερο συζητείται, τόσο πιο επικίνδυνο γίνεται και, συνακόλουθα, τόσο πιο θορυβώδης γίνεται και η αντίθεση σε αυτό.

Βοήθησε σε κάτι το ντοκιμαντέρ; Ποιος είναι ο απώτερος στόχος σας;

Δύσκολο να εκτιμήσω ποιος είναι ο αντίκτυπος της ταινίας. Η LGBT κοινότητα, πάντως, έχει δυναμώσει πολύ και έχει εμπλακεί περισσότερο στη συζήτηση σχετικά με το νομοσχέδιο, ενώ έχει και την υποστήριξη μελών του Κοινοβουλίου. Αρκετοί ακτιβιστές έχουν, ωστόσο, αναγκαστεί να φύγουν- είναι πολύ επικίνδυνο να συνεχίζεις να μένεις στην Ουγκάντα. Για μας το πιο σημαντικό ήταν να κάνουμε μια καλή ταινία, που θα διευκόλυνε τους θεατές να ταυτιστούν με τους χαρακτήρες, όχι γιατί είναι γκέι ή μαύροι, αλλά γιατί είναι άνθρωποι: μια ανθρώπινη ιστορία για ένα ζήτημα καθολικού ενδιαφέροντος. Θέλαμε, επίσης, να καταδείξουμε την ανηθικότητα των διώξεων και να τροφοδοτήσουμε τη συζήτηση, ενώ συνεργαζόμαστε και με οργανισμούς και φορείς με πιο ξεκάθαρους στόχους, όπως η Διεθνής Αμνηστία.

 

Το ντοκιμαντέρ Λέγε με Κούτσου θα προβληθεί στα πλαίσια του Φεστιβάλ “Outview”, που φιλοξενείται στο Ινστιτούτο Θερβάντες (Μητροπόλεως 23), την Πέμπτη, 18 Απριλίου, στις 9 το βράδυ, Αίθουσα 1. Επαναληπτική προβολή: Δευτέρα, 22 Απριλίου, 22:15, Αίθουσα 2

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

Share

Η διαπόμπευση συνεχίζεται: συνέντευξη με τη Ζωή Μαυρουδή

της Μαριάννας Ρουμελιώτη 

Πριν περίπου ένα χρόνο, 26 γυναίκες οδηγούνται ξημερώματα σε κτίρια της Ασφάλειας. Βρίσκονται να φέρουν τον ιό του HIV και σε λίγες ώρες τις βλέπουμε όλες στις οθόνες της τηλεόρασης και των υπολογιστών, ως οροθετικές ιερόδουλες που κατηγορούνται σε βαθμό κακουργήματος για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη.

Δείχνουν τις φωτογραφίες τους παντού και η διαπόμπευση συνεχίζεται για μέρες. Αυτές οι γυναίκες θα δεχθούν από ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας και κυρίως των ΜΜΕ, τον απόλυτο ρατσισμό. Σήμερα έχουν αποφυλακιστεί οι 19, ενώ οι 8 έχουν ήδη αθωωθεί. Για τις 19 εκκρεμεί η δίκη, ενώ η κατηγορία έχει μετατραπεί από κακούργημα σε πταίσμα. Η αθώωση των 8 όπως και η απελευθέρωση των 19, δυστυχώς, πήρε μικρότερη διάσταση από τη διαπόμπευσή τους.

Ο τότε Υπουργός Υγείας Α. Λοβέρδος δήλωνε στο ραδιόφωνο πως «η υγειονομική βόμβα του AIDS δεν βρίσκεται πλέον μέσα στο γκέτο των αλλοδαπών όπως συνέβαινε μέχρι πρότινος, ξέφυγε από το γκέτο τώρα. Προσωπικά, αλλά και όλες οι αρμόδιες αρχές, προσπαθήσαμε πολύ γι’ αυτό, για να μην ξεφύγει. Γι’ αυτό φώναζα τους τελευταίους μήνες: μην πηγαίνετε με παράνομα εκδιδόμενες αλλοδαπές…». Όπως φάνηκε στην πορεία η συγκεκριμένη δήλωση του υπουργού περιείχε πολλές ανακρίβειες. Ήταν παράνομα εκδιδόμενες, ήταν αλλοδαπές, μιλούσαμε όντως για υγειονομική βόμβα; Μερικά από αυτά τα ερωτήματα απαντιούνται στο ντοκιμαντέρ της Ζωής Μαυρουδή.

Η Ζωή Μαυρουδή, ηθοποιός και σεναριογράφος στο επάγγελμα, αποφάσισε με την υποστήριξη του σωματείου Unite the Union και του οργανισμoύ Union Solidarity International να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για την υπόθεση αυτή. Μιλήσαμε μέσω skype, καθότι η Ζώη μένει στο Λονδίνο, και συζητήσαμε για αυτό το ντοκιμαντέρ.

Πώς αποφάσισες να κάνεις αυτό το ντοκιμαντέρ;

Ήθελα να εξερευνήσω τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη αυτή η ιστορία. Τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, όπως καλύφθηκαν από τα ΜΜΕ, δημιούργησαν μια τρομερή σύγχυση σε σχέση με τις συνθήκες κράτησης, προφυλάκισης κτλ. Ήθελα λοιπόν να διερευνήσω τελικά τι έγινε πραγματικά. Είναι μια ιστορία με πάρα πολλές παραμέτρους και σίγουρα κάτι πολύ διαφορετικό από ό,τι συνέβαινε ως εκείνη τη στιγμή στην Ελλάδα.

Τι θυμάσαι από τις μέρες που δημοσιεύτηκαν οι φωτογραφίες των γυναικών;

Δεν ήμουν στην Ελλάδα όταν έγινε αυτό, το παρακολουθούσα από το εξωτερικό και συνεπώς δεν είδα όλη τη γκάμα της τηλεοπτικής κάλυψης. Είδα όμως κάποιες από τις τηλεοπτικές εκπομπές, έμαθα ότι δημοσιεύτηκαν οι φωτογραφίες και είδα τα εξώφυλλα και τις αναρτήσεις στο ίντερνετ. Πρώτα στο site της Ελληνικής Αστυνομίας και μετά σε ένα σωρό άλλα site, τα οποία συνεχίζουν να έχουν τις φωτογραφίες παρότι πολλές από τις γυναίκες αυτές έχουν αθωωθεί και έχουν καταρρεύσει οι κατηγορίες της πορνείας. Δηλαδή βλέπεις ακόμα το άρθρο να λέει «οι ιερόδουλες με AIDS» και από κάτω οι φωτογραφίες των γυναικών που έχουν αθωωθεί. Αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα. Η διαπόμπευση συνεχίζεται, η διαπόμπευση δε σταμάτησε τη στιγμή που έπαψαν να δείχνουν τις φωτογραφίες τους οι τηλεοράσεις, ούτε καν τη στιγμή που αθωωθήκαν.

Η διαπόμπευση, και αυτό είναι κάτι που πρέπει να καταλάβουμε, μόλις συμβεί είναι σαν το κουτί της Πανδώρας. Είναι κάτι που δεν μπορείς να το πάρεις πίσω. Από τη στιγμή που διαπόμπευσες αυτές τις κοπέλες δεν μπορείς να το σβήσεις.

Τι άλλαξε ή τι έγινε διαφορετικό μέσα σου μετά τις συνεντεύξεις που πήρες από τις γυναίκες αυτές;

Κατάλαβα καταρχάς πως λειτουργεί το ψέμα. Το ψέμα και η παραπληροφόρηση είναι ένα παράδοξο πράγμα, είναι ταυτόχρονα απλό και εξαιρετικά περίπλοκο. Όταν αρχίσεις και το εξερευνάς καταλαβαίνεις ότι είναι πάρα πολύ περίπλοκο και είναι πάρα πολύ δύσκολο να το αποδομήσεις.

Κατάλαβα επίσης πως η συγκεκριμένη υπόθεση αγγίζει πολλές διαφορετικές πληθυσμιακές ομάδες και πως είναι πάρα πολύ περίπλοκη. Όπως μου είπε και ένας από τους νομικούς που μίλησα, η δικογραφία είναι ογκωδέστατη και πολλές από τις αρχικές κατηγορίες δεν μπορούσαν να σταθούν τελικά και στην πορεία καταρρίπτονταν.

Μέσα σε όλη αυτή την περιπλοκότητα, βλέπεις πως χάνεται η αλήθεια. Πως χάνεται η αλήθεια και πως εξατμίζονται όλες αυτές οι προσωπικές ιστορίες των γυναικών αυτών.

Κατάλαβα επίσης την αγανάκτηση των ανθρώπων που εργάζονται στον τομέα της υγείας. Την αγανάκτησή τους για το πόσο πίσω πήγε τη δουλειά τους αυτή η ιστορία. Πόσο κλόνισε την εμπιστοσύνη, πόσο κόπο κατέβαλαν για να μπορέσουν να μαζέψουν τα σπασμένα των πολιτικών. Τέλος, κατάλαβα πόσο πολύ έχει σημαδευτεί μια για πάντα η ζωή αυτών των γυναικών και των οικογενειών τους.

Μπορείς να μοιραστείς μαζί μας κάποια μικρή ιστορία γυρίζοντας αυτό το ντοκιμαντέρ; Τι είναι αυτό που σε συγκλόνισε πιο πολύ σαν ιστορία;

Νομίζω αυτό που με συγκλόνισε πιο πολύ σαν ιστορία ήταν αυτή μιας μητέρας που μου εξομολογήθηκε ότι η κόρη της την πήρε τηλέφωνο από τη φυλακή για να της πει ότι είναι άρρωστη. Δεν της είπε ότι είναι στη φυλακή, της είπε «είμαι άρρωστη». Δηλαδή προσπάθησε να επικοινωνήσει με την οικογένειά της μέσα από μια κατάσταση κράτησης για να της κάνει αυτήν την ανακοίνωση. Κάτι που θα έπρεπε κανονικά να έχει γίνει σε ιδιωτικό χώρο με υποστήριξη της ίδιας και της μητέρας της. Δεν της δόθηκε όμως αυτή η επιλογή.

Κάτι αντίστοιχα συγκλονιστικό μου είπε και άλλη μια κοπέλα. Μου είπε ότι δεν καταλάβαινε γιατί την κρατούσαν. Ρώτησε τους αστυνομικούς γιατί την κρατάνε. Αναρωτιόνταν αν την κρατάνε επειδή είναι άρρωστη. Υπάρχουν κοπέλες που καταλάβανε μετά από ενάμιση μήνα που κρατούνταν, τι είχε συμβεί. Αυτό νομίζω είναι αυτό που με έχει συγκλονίσει περισσότερο από όλα. Ότι αυτοί οι άνθρωποι όχι μόνο συνελήφθησαν κάτω από συνθήκες εκτός κάθε νομιμότητας, αλλά ότι δεν τους δόθηκε καν η δυνατότητα, όπως μου είπε και ένας νομικός, να υπάρχουν ως υποκείμενα σε αυτήν την υπόθεση. Δηλαδή διαπομπεύτηκαν, τους αφαιρέθηκε η αξιοπρέπεια και η δύναμή τους σε όλα τα επίπεδα. Όπως διαδραματίστηκε αυτή η ιστορία, τους αφαιρέθηκε κάθε δυνατότητα να διεκδικήσουν το δίκιο τους και την αξιοπρέπειά τους. Τους αφαιρέθηκε το δικαίωμα να μπορούν να πουν στις μανάδες τους ότι έχουν αυτόν τον ιό. Ή ακόμα και να επιλέξουν να μην το πουν.

Για ποιους λόγους θεωρείς πως έγιναν οι συγκεκριμένες συλλήψεις και μετά η διαπόμπευση;

Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι με τους οποίους μίλησα είχαν την άποψη, που εκφράστηκε με σθένος, ότι αυτές οι συλλήψεις και η διαπόμπευση έγινε καθαρά για πολιτικούς λόγους. Για τη συγκέντρωση ψήφων πριν τις εκλογές από τους συγκεκριμένους πολιτικούς, τον Λοβέρδο και τον Χρυσοχοΐδη. Κάποιες βδομάδες πριν τις συλλήψεις ψηφίστηκε η υγειονομική διάταξη.

Η διάταξη αυτή αναφερόταν στους τοξικομανείς και τα εκδιδόμενα άτομα ως ευπαθείς ομάδες και αναφερόταν στην ανάγκη υποχρεωτικής τους εξέτασης, όπως και στην ανάγκη εξέτασης και περιορισμού των λαθρομεταναστών. Ο κος Λοβέρδος καυχήθηκε σε ορισμένες συνεντεύξεις ότι η διάταξη θα του έλυνε τα χέρια ώστε να εξετάζει ανθρώπους ενάντια στη θέλησή τους.

Η εν λόγω υγειονομική διάταξη είναι έτσι κι αλλιώς ένα πολύ κακογραμμένο κείμενο με πάρα πολλές ασάφειες και είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς αν τηρήθηκε ακόμα και η ίδια στη συγκεκριμένη υπόθεση. Για παράδειγμα, το θέμα του ιατρικού απορρήτου, όπως μου εξήγησαν πολλοί γιατροί, είναι κάτι που δεν μπορεί να παρακαμφθεί και όμως παρακάμφθηκε. Ένα άλλο παράδειγμα είναι ότι ο HIV δεν αναφέρεται σε αυτή την υγειονομική διάταξη επαρκώς ως μια από τις ασθένειες οι οποίες αποτελούν υγειονομικό κίνδυνο. Και φυσικά δεν θεωρείται ούτε από τους διεθνείς οργανισμούς και τις διεθνείς υγειονομικές διατάξεις ο HIV μια επείγουσα απειλή για τις δυτικές χώρες.

Θεωρείς το συγκεκριμένο συμβάν μεμονωμένο περιστατικό;

Στην Ελλάδα υπάρχει προϊστορία. Είχαμε περιπτώσεις ποινικοποίησης του ιού του HIV στον τομέα της εργασίας. Αλλά κατά τη γνώμη μου η υπόθεση αυτή δεν μπορεί να συσχετιστεί με παλιότερα τέτοια θέματα, ακόμα και με ελληνικές υποθέσεις που έφτασαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Αυτή την υπόθεση μπορώ μόνο να τη συσχετίσω με την άνοδο του αστυνομικού κράτους στη χώρα γενικότερα. Στο κομμάτι της έρευνας και των συνεντεύξεων μιλήσαμε και με έναν ειδικό στα θέματα της υποσαχάρειας Αφρικής και μπορούμε να πούμε πως αυτό που βλέπουμε σήμερα στην Ελλάδα είναι μια κατάσταση απαρτχάιντ.

Υπάρχει βεβαίως και η άποψη ότι υπάρχουν στην Ελλάδα θεσμικά προβλήματα τα οποία μπορούμε να καταλογίσουμε στις ελληνικές αρχές, θέματα σχετικά με την οργάνωση στο Υπουργείο Υγείας και το ΚΕΕΛΠΝΟ, υπάρχει και το προηγούμενο με την ποινικοποίηση της ασθένειας σε μεμονωμένες περιπτώσεις ατόμων σε προσωπικές ή εργασιακές σχέσεις, αλλά αυτή η υπόθεση δε νομίζω ότι μπορεί να εξηγηθεί σε σχέση με οτιδήποτε άλλο. Αυτή είναι η προσωπική μου άποψη, αλλά φυσικά στο ντοκιμαντέρ δείχνουμε και άλλους λόγους για τους όποιους μπορεί να συμβαίνει όλο αυτό.

Γιατί πιστεύεις ότι πούλησε τόσο αυτό το γεγονός στα ΜΜΕ;

Νομίζω ότι είναι σαφές πια ότι όταν γίνεται κάποια κίνηση από μια επίσημη αρχή, τα ΜΜΕ αναπαράγουν άκριτα τις αποφάσεις αυτές. Αυτό συνέβη και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Βέβαια αυτή τη φορά είχε μια πολύ άγρια έκφανση όλο αυτό το πράγμα. Όπως μου είπε μια ακτιβίστρια που ασχολήθηκε με το θέμα, έβλεπες να συζητιέται το θέμα της καταπάτησης των δικαιωμάτων και παράλληλα να δείχνουν τις φωτογραφίες των γυναικών χωρίς να προστατεύονται τα πρόσωπα τους για παράδειγμα. Το πώς έπαιξε όλο αυτό στα ΜΜΕ ήταν ένας παραλογισμός.

Τι ελπίζεις να πετύχεις με την δημιουργία αυτού του ντοκιμαντέρ;

Πιστεύω ότι έχουμε χρέος ως πολίτες, δεν θα πω δημοσιογράφοι, γιατί δεν είμαι επαγγελματίας δημοσιογράφος και δεν το ασκώ αυτό ως επάγγελμα, να παίρνουμε στα χέρια μας την εξερεύνηση της αλήθειας. Εδώ υπήρχε μια τρομερή παραπληροφόρηση και κάποια στιγμή φοβήθηκα ότι η ιστορία αυτή θα εξατμιστεί, θα ξεχαστεί. Θέλω λοιπόν να κάνω ότι μπορώ για να μη ξεχαστεί, να υπάρχει ως σημείο αναφοράς. Μακάρι να κάνουν κι άλλοι έρευνες για το συγκεκριμένο θέμα, μακάρι το κρατικό κανάλι που αναπαρήγαγε και αυτό τις φωτογραφίες, να κάνει κι αυτό μια δική του έρευνα. Μέχρι τώρα δεν έχω δει κάτι. Στο βαθμό που μπορούμε ως άνθρωποι, ως πολίτες, ως ομάδες, ανεξάρτητοι από αυτά τα μέσα, οφείλουμε, πιστεύω, να συνεισφέρουμε στο να μην ξεχνιούνται αυτά τα γεγονότα. Και πολύ φοβάμαι στην Ελλάδα συμβαίνουν τόσα πολλά και με τέτοια συχνότητα που έχουμε αρχίσει να απελπιζόμαστε και να χάνουμε τον έλεγχο. Πρέπει όμως να μην ξεχνάμε ότι μπορούμε και πρέπει να καταγράψουμε την ιστορία της χώρας μας όπως διαδραματίζεται. Ζούμε σε μια εποχή που η διανομή της πληροφορίας μας επιτρέπει να το κάνουμε και οφείλουμε να το κάνουμε. Και αυτό λοιπόν προσπαθήσαμε να κάνουμε με αυτό το ντοκιμαντέρ. Να δημιουργήσουμε ένα ιστορικό, ένα ντοκουμέντο, ένα χρονικό αυτής της υπόθεσης.

 

Πηγή: enfo.gr

 

Share

Λίνα Δημητροπούλου: Υπάρχουν κρυμμένες πηγές για να ξεδιψάσεις

Ο καλλιτέχνης οφείλει να μην ξεχνά ποτέ ότι υπηρετεί την τέχνη κι όχι τον ξεμοναχιασμένο εαυτό του. Πρέπει να έχει οξύτητα στην αντίληψη, αλάθευτη διαίσθηση, συγκινησιακή ευαισθησία και δημιουργική φαντασία. Ο καλλιτέχνης «θα ’θελε να ζήσει όλες τις ζωές και να έχει θέση μέσα σ’ όλες τις καρδιές». Μικρός διάλογος με την εικαστικό Λίνα Δημητροπούλου, που παραμένει πιστή στην ιερή σιωπή του εργαστηρίου της.

του Χρήστου Ν. Θεοφίλη

Είναι η εποχή της «Νέας Μεγάλης Ουτοπίας», που οδηγεί στην αναζήτηση μορφών έκφρασης. Τα αιτήματα της τέχνης αναπτύσσονται στα έγκατα των μεγάλων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών αναταράξεων. Το σήμερα εστιάζεται στη δύναμη και στο όραμα των τεχνολογικών εξελίξεων. Σε αυτή τη νέα θεωρητική και αισθητική άποψη θα καταγραφεί ιστορικά η εποχή μας ως έργο-καρπός μιας παγκόσμιας γενιάς με ψυχισμό και όραμα την ανατροπή των απαρχαιωμένων δομών και την ανάδειξη των νέων ιδεολογικών προσανατολισμών και των νέων οπτικών εμπειριών. Η ουτοπική επιδίωξη της αλλαγής του κόσμου λειτουργεί μέσα από καλλιτεχνικές διαδικασίες που ξεπερνούν και αυτά τα όρια της τέχνης και επεκτείνονται στις κοινωνικές και πολιτικές δομές…

Η τέχνη αποτελεί μια ξεχωριστή μορφή της κοινωνικής συνείδησης, που στεριώνει και αναπτύσσει στον ψηλότερο βαθμό τις αισθητικές σχέσεις του ανθρώπου με την πραγματικότητα. Στεριώνει τις δημιουργίες της πάνω σ’ ένα ιδανικό, που δεν αποτελεί αιώνιο και απλησίαστο κανόνα ομορφιάς, ούτε μυστικό φανέρωμα κάποιας a priori τελειότητας, αντιληπτής από τη νόηση μονάχα των εκλεκτών.

Βγαίνει μέσα από την ίδια τη ζωή και τις αλήθειες της, από την παντοδύναμη φύση, που είναι το βασικότερο πρότυπό της, κι έπειτα ξεκαθαρίζεται από τη γενική έννοια που χρειάζεται να εκφράσει. Δεν γεννήθηκε σαν πνευματική πολυτέλεια, πρόβαλε, αντίθετα, σαν ανάγκη για το κέρδος της  γνώσης, με τη γενίκευση μιας γνώσης η οποία στηρίχτηκε πάνω στη συνείδηση κοινωνικών φαινομένων και στην ικανότητα του ανθρώπου να ερμηνεύσει και να ξεχωρίσει τα θετικά τους στοιχεία, που θα του χρειάζονταν για τις λυτρωτικές του αναζητήσεις. Δεν μπορεί να δικαιωθεί αν δεν υπηρετεί την προσμονή της απολύτρωσης του ανθρώπου, για να ζήσει. Αυτό το μήνυμα της απολύτρωσης μέσα στην τέχνη, που δεν μπορεί στα σοβαρά κανείς να το αμφισβητήσει, δεσμεύει απόλυτα τον ίδιο τον καλλιτέχνη, τον στρατεύει και τον βαραίνει με ξεχωριστές υποχρεώσεις απέναντι στους άλλους, χωρίς παράλληλα να του αφαιρεί και τη δική του χρειαζούμενη ελευθερία. Άλλωστε η αληθινή ελευθερία δεν σμίγει ποτέ το φώναγμα το δικό της με τις απελπισμένες κραυγές του ξεμοναχιασμένου ατόμου, που πασχίζει να σπάσει τις αλυσίδες που το δένουν με τις συμβατικότητες της ζωής και να κερδίσει την προσωπική του ανεξαρτησία, αντικριστά με όλους τους ενάντιους ανέμους.

Η τεχνολογία και οι εικαστικές τέχνες χρησιμοποιούν ως όχημα ό,τι ενδιαφέρον είχε υπάρξει, το έργο των Τάτλιν, Πέβσνερ, Γκαμπό, Μάλεβιτς, τον θεωρητικό λόγο του Αλεξέι Γκαν, σε μια προσπάθεια να ορίσουν τις αναζητήσεις της τέχνης των πρώτων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα. Ο διάλογος αυτός αποτελεί ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στην παγκόσμια καλλιτεχνική πρωτοπορία, αναδεικνύοντας στο έπακρο τη δυναμική των νέων τεχνολογιών. Στο πλαίσιο του διαλόγου της τεχνολογίας με το έργο της ρωσικής «Μεγάλης Ουτοπίας», δημιουργούνται έργα με συγκρότηση και λογική στην πληρέστερη μορφή τους. Η σχέση αυτή προκαλεί διαφορετικά ερεθίσματα, με στόχο τη δημιουργία μιας σημειολογίας μέσα από την αλλαγή των αρχικών νοημάτων…

Η ελευθερία του καλλιτέχνη είναι εκείνη ακριβώς του στρατηλάτη, που έχει το δικαίωμα οποιονδήποτε δρόμο να ακολουθήσει, μα που πάντα τον δένει η απόφασή του να φτάσει τελικά στον προορισμό του, προτού τον πιάσει το νυχτιάτικο σκοτάδι. Στον δρόμο του μπορεί να συναντήσει κρυμμένες πηγές και να σταθεί και να ξεδιψάσει, μπορεί να σμίξει τον στοχασμό του προσωρινά με το πέταγμα των ανήσυχων πουλιών του δάσους. Μα πάντα η συνείδηση του προορισμού του δεν θα του επιτρέπει να αποξεχαστεί μ’ όλη εκείνη τη συγκεκριμένη ομορφιά, που μονάχα στις προσωπικές προτιμήσεις του αναφέρεται – γιατί κάποιοι τον περιμένουν και τον χρειάζονται τώρα, γιατί κι ο ίδιος τους θέλει και τους έχει ανάγκη, για να μπορέσει να ζήσει και να χαίρεται.

Το επίκεντρο σήμερα των «πολυμεσιακών καλλιτεχνών» είναι η τεχνολογία, με στόχο τη σύνδεσή της με την τέχνη. Καλλιτέχνες εκπρόσωποι της παγκόσμιας πρωτοπορίας προσπαθούν να επαναπροσδιορίσουν την εικαστική γλώσσα, τις δομές της, αλλά και τη σχέση της με τις υπόλοιπες τέχνες, με απώτερο σκοπό να δημιουργήσουν ριζοσπαστικά έργα που θα ανταποκρίνονται στις δυνατότητες της νέας τεχνολογικής εποχής. Ο φυσικός γόνος αυτής της ένωσης σήμερα είναι οι νέες τεχνολογίες ως σύνθεση των τεχνών, ως ριζική αναμόρφωση των κωδίκων αναπαράστασης και επικοινωνίας. Η πλήρης κατάργηση της τέχνης, απαλλαγμένης από κάθε είδους χθες, δεν είναι η αλήθεια. Πάντα ο καλλιτέχνης αποφασίζει και ποτέ ο αστικός φιλοσοφικός λόγος που άπτεται των επιστημών. Απλά, τα αιτήματα του σήμερα δηλώνουν τον πρωτεύοντα ρόλο της τεχνολογίας έναντι του περιεχομένου, δηλώνουν ότι η τεχνολογία είναι αυτή που προσδίδει το περιεχόμενο και όχι το αντίθετο…

Η απολύτρωση που πρέπει η τέχνη να μας προσφέρει και που γι’ αυτή, σε τελευταία ανάλυση, υπάρχει και η ίδια κι απ’ αυτή αποκλειστικά δικαιώνεται δεν είναι οπωσδήποτε δυνατό να συσχετιστεί μ’ όλες εκείνες τις εγωιστικές τάσεις που χαρακτηρίζουν ορισμένους φτασμένους δημιουργούς. Αν δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε θα είχε υποχρεωτικά απόλυτο δίκιο ο Όσκαρ Ουάιλντ, που διατείνεται, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι ο καλλιτέχνης δεν έχει ηθικές προτιμήσεις. Μια ηθική προτίμηση θα ήταν γι’ αυτόν, καθώς ισχυρίζεται, «μια ασυγχώρητη επιτήδευση ύφους».

Το νέο ουτοπικό πείραμα μπορεί να γίνει πραγματικότητα, καταργώντας κάθε είδους πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και αισθητικές συμβάσεις. Η ουτοπία, όμως, θα τελειώσει και θα επιχωματωθεί οριστικά όταν αφήσει τους πειραματισμούς, σιωπήσει και περάσει στο περιθώριο υπό τη βία του τεχνολογικού ολοκληρωτισμού.

Η αληθινή τέχνη δουλεύει πάντα πάνω στο πρόβλημα της απολύτρωσης του ανθρώπου από την κοινωνική και την πνευματική του υποδούλωση. Αυτό αποτελεί θεμελιακό της χρέος και απαραίτητη προϋπόθεση για την καταξίωσή της σ’ όλες τις εποχές και σ’ όλους τους τόπους. Και πιο πολύ ασφαλώς στην εποχή της εμφάνισης και της κυριαρχίας του καπιταλισμού, μια εποχή που ο κόσμος έγινε πιο σύνθετος και πιο δυναμικός, η κοινωνική ζωή ιδιαίτερα αντιφατική και η ψυχολογία του ατόμου περισσότερο μπερδεμένη.

Ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται ακριβώς από αυτή τη συνθετότητα και τη δυναμικότητα των κοινωνικών πραγματικοτήτων, που οδηγούν την τέχνη μπροστά σε ένα πλήθος από στόχους και θέματα και που την υποχρεώνουν στην αναζήτηση της μοναδικής διεξόδου, που έχει ανάγκη ο άνθρωπος και δεν μπορεί εντούτοις ακόμα ξεκάθαρα να την εντοπίσει. Έτσι, προβάλλει μέσα από την τέχνη αυτής της εποχής μια ποικιλία απόψεων, που έχουν σαν πυρήνα τους χαμένα ονειροπολήματα, ελπιδοφόρες ανατάσεις, ειρωνικές αμφισβητήσεις ή πικρές αποκαρδιώσεις. Ο καλλιτέχνης όμως συχνά ονειρεύεται, με την έννοια ότι, πίσω από τα συγκεκριμένα γεγονότα που τον εμπνέουν, ξεδιπλώνει θέσεις που δεν αντιστοιχούν πάντοτε στις υπάρχουσες αλήθειες. Πρέπει βέβαια να ονειρεύεται, αλλά τα όνειρά του να ριζοπιάνονται από το κατακάρδι της αλήθειας του συγκεκριμένου καιρού του και ν’ απλώνονται κατόπιν σε προοπτικές του, που θα μπορέσουν ν’ αλλάξουν αργότερα σε αντικειμενικές καταστάσεις.

Ο καλλιτέχνης οφείλει να μην ξεχνά ποτέ ότι υπηρετεί την τέχνη κι όχι τον ξεμοναχιασμένο εαυτό του κι ότι η τέχνη, καθώς γράφει ο Μπαλζάκ, δεν είναι τίποτα περισσότερο από τη συμπύκνωση της φύσης, συμπύκνωση όμως όχι μορφική, αλλά πάντα αναφερόμενη στην κοινωνική και ανθρώπινη ουσία των καταστάσεων. Ο αληθινός καλλιτέχνης πρέπει να έχει πολυεδρικότητα και μεγάλη οξύτητα στην αντίληψη, αλάθευτη διαίσθηση, συγκινησιακή ευαισθησία και δημιουργική φαντασία. Ο Μπαρμπίς, μιλώντας για τον καλλιτέχνη που τον χαρακτηρίζει απόλυτα η συνείδηση της μεγάλης αποστολής του, γράφει στην «Κόλαση» για τον εαυτό του ότι «θα ’θελε να ζήσει όλες τις ζωές και να έχει θέση μέσα σ’ όλες τις καρδιές».

Ο πραγματικός καλλιτέχνης οφείλει να βρίσκει και να προβάλλει σωστά, λυτρωτικά μηνύματα για τους άλλους. Κάθε φορά να δένει την τέχνη του με τις πραγματικότητες των τριγυρινών τους όντων, με τις εσώτερες αλήθειες τους και με τις προεκτάσεις τους μέσα στο μέλλον, συντροφεμένες στις δημιουργίες του από τους ήρωες της καθημερινότητας, που σήμερα αλλάζουν για μια ακόμα φορά την πέτσα της πανάρχαιας γης κι άλλοτε πελεκήσανε το κάτασπρο μάρμαρο, για να χτιστεί ο Παρθενώνας.

* Η Λίνα Δημητροπούλου κινείται στη δημιουργική ανασυγκρότηση πληροφοριών, σε διαρκή έσω αισθητική συνομιλία με το έργο των Μάλεβιτς, Μοντριάν, Τάτλιν, Πέβσνερ, Γκαμπό, Καντίνσκι, Ζόζεφ Μπόις, Μαρκ Ρόθκο και στις υπαρξιακές αναζητήσεις του Ντοστογέφσκι. Όλα στο έργο της χωρίς ρητορεία, με εσωτερικευμένο, απόκρυφο τρόπο. Ο ποιητικός εικαστικός λόγος των μορφών της δεν είναι μέσο αφοσίωσης σε κανέναν -ισμό, απλά ικετεύει για μνήμη και εξιλέωση. Ασχολείται με προσωπικό τρόπο με την εξερεύνηση του υπερβατικού.

Υ.Γ.: Το άγχος δημιουργίας βιογραφικού δεν έχρισε ποτέ κανέναν καλλιτέχνη. Η Λίνα Δημητροπούλου παραμένει για μια εικοσαετία στην ιερή σιωπή του εργαστηρίου της.

 

Πηγή: Art22

Share

Πώς κατασκευάζονται οι ρόλοι στον ελληνικό κινηματογράφο του ’50 και του ’60: Δεσποινίς Διευθυντής

η Σοφία Ξυγκάκη ρωτά τη Γεωργία Ξανθοπούλου

Η Γεωργία Ξανθοπούλου γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα και, αφού τελείωσε το σχολείο και άφησε διαδοχικά δυο Σχολές στη μέση, το Χημικό και το Πανεπιστήμιο του Πειραιά, το 2007 έφυγε για τη Σκωτία για να σπουδάσει κινηματογράφο επειδή αυτό  επιθυμούσε πάντα να κάνει. Όταν ήρθε η ώρα να διαλέξει θέμα για την πτυχιακή της εργασία, κατάλαβε ότι μπορεί να συνδυάσει μια από τις αγαπημένες της ελληνικές ταινίες με κάποιες από τις πιο ενδιαφέρουσες θεωρίες με τις οποίες είχε έρθει σε επαφή κατά την διάρκεια των σπουδών της. Και έτσι γεννήθηκε η πτυχιακή της: πώς κατασκευάζονται οι ρόλοι των δύο φύλων μέσα από τον Ελληνικό κινηματογράφο του ’50 και ’60, παίρνοντας ως παράδειγμα την ταινία Δεσποινίς Διευθυντής του 1964. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα και γράφει για ένα αγγλόφωνο σάιτ που δημιούργησε η αδερφή της, και στο οποίο δημοσιεύει όποιος έχει πάθος με το σινεμά και θέλει να μοιραστεί την γνώμη του με άλλους ανθρώπους που ενδιαφέρονται για το ίδιο πράγμα/θέμα.

Γιατί επέλεξες αυτό το θέμα για την πτυχιακή σου;

Το συγκεκριμένο θέμα το επέλεξα πρώτα απ’ όλα γιατί καθ’ όλη τη διάρκεια των σπουδών μου ασχολιόμουν με θεωρίες που, τις περισσότερες φορές,  ήταν σχεδόν αδύνατο να εφαρμόσω στον Ελληνικό κινηματογράφο. Ήθελα να μιλήσω για το γεγονός ότι μερικές θεωρίες, ενώ ποζάρουν ως οικουμενικές, τελικά μπορούν να εφαρμοστούν σε ένα πολύ συγκεκριμένο κομμάτι του σινεμά: το Χόλυγουντ – και ότι, επίσης, οι κινηματογραφικές σχολές διαφόρων χωρών είναι επηρεασμένες απ’ αυτό. Άρα προσπάθησα να ορίσω τον Ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του ’60 ως διαφορετικό λόγω της πολύ ιδιαίτερης και ισχυρής κουλτούρας που, όμως, αρχίζει να επηρεάζεται εμφανώς απ’ την αμερικάνικη κινηματογραφική βιομηχανία. Μία απ’ τις πιο ενδιαφέρουσες θεωρίες ήταν αυτή της Judith Butler σύμφωνα με την οποία οι ρόλοι των δύο φύλων είναι απλά ρόλοι, που κατασκευάζονται από την κοινωνία και αυτό δεν ισχύει  μονάχα για τους κοινωνικούς ρόλους των δύο φύλων αλλά για όλους. Από τις δουλειές που θεωρούνται ανδρικές ή γυναικείες μέχρι τα κουσούρια, τις συνήθειες, τα ταλέντα, τις κλίσεις, τα γούστα και τη σεξουαλική προτίμηση που ταυτίζονται αντίστοιχα με το ανδρικό ή το γυναικείο φύλο. Δηλαδή το φύλο -sex- κάποιου είναι μόνο ανατομικό και ό,τι άλλο μπορεί να θεωρείται από τις δυτικές κοινωνίες ταυτόσημο με αυτό -gender- είναι κατασκεύασμα και όχι κάτι με το οποίο γεννιέται κανείς.

Γιατί επέλεξες ως παράδειγμα την ταινία «Δεσποινίς διευθυντής»;

Θεώρησα ότι  η Δεσποινίς Διευθυντής θα βοηθούσε πολύ στην συζήτηση αυτή, αφού είναι μια ταινία δημοφιλής, και παίζει πολύ έξυπνα με τον ρόλο της γυναίκας ως  κοινωνικό κατασκεύασμα. Μια ταινία γυρισμένη το 1964 η οποία, άθελά της, θίγει  το θέμα των προσδοκιών που οι κοινωνίες θέτουν  για τους άνδρες και για τις γυναίκες, αλλά και το πώς το εκλαμβάνουν και αντιδρούν όσοι/ες  δεν ανταποκρίνονται σε αυτές.

Τι ρόλο παίζει το γεγονός ότι η πρωταγωνίστρια κάνει «ανδρική» δουλειά;

Η Λίλα είναι πολιτικός μηχανικός που διαπρέπει σε έναν  ανδροκρατούμενο, για την εποχή, χώρο εργασίας, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό  γιατί όλοι  την αντιμετωπίζουν ως άνδρα και η ίδια δεν νοιώθει αρκετά γυναίκα, ώστε να μπορεί να πλησιάσει τον υφιστάμενό της Σαμιωτάκη με τον οποίο είναι ερωτευμένη. Άρα η θεωρητικά ανδρική φύση της Λίλας – αποτέλεσμα του ότι έχασε την μητέρα της μικρή και μεγάλωσε με τον πατέρα της-, την εμποδίζουν να εκπληρώσει τον σκοπό της ως γυναίκα: να σαγηνεύσει έναν άνδρα με στόχο να κάνει οικογένεια. Επίσης, η θέση της, ως διευθύντρια όλων των ανδρών της εταιρείας στην οποία δουλεύει, εμπνέει σεβασμό που μοιάζει ασυμβίβαστος με το φύλο της, αφού κανείς άνδρας δεν  περίμενε, εκείνη την εποχή, να έχει προϊσταμένη μια όμορφη και θελκτική γυναίκα την οποία  σε άλλη περίπτωση  θα έβλεπε ερωτικά. Το επάγγελμά της, η παιδεία της και η θέση της, ενώ για έναν άνδρα θα ήταν προτέρημα και θα ήταν περιζήτητος, για μία γυναίκα είναι τα εμπόδια που εμφανίζονται  στο να βρει ταίρι.

Το πιο ενδιαφέρον μέρος της ταινίας είναι ότι, ενώ ξεκινάει με  τρόπο τέτοιο που θεωρείς ότι κατακρίνει τη Λίλα ως χαρακτήρα και θα παρακολουθήσεις μια ταινία όπου στο τέλος η πρωταγωνίστρια θα έχει αλλάξει και θα έχει «ανακαλύψει» την παραδοσιακή γυναικεία πλευρά που σίγουρα κρύβει μέσα της, δεν γίνεται κάτι τέτοιο. Οι αντίστοιχες ταινίες του Χόλυγουντ παρουσιάζουν τις γυναίκες καριέρας ως καταπιεσμένες, συναισθηματικά και ερωτικά.  Σ’ αυτές τις ταινίες, ο έρωτας για έναν άνδρα  τις κάνει να αισθανθούν, να γελάσουν και να συνειδητοποιήσουν ότι η προηγούμενη κατάσταση -η οποία ταυτίζεται με την υπεροχή της γυναίκας στον επαγγελματικό τομέα- ήταν κάτι που δεν τους ταίριαζε πραγματικά, αφού νοιώθουν πολύ πιο χαλαρές ως ερωτευμένες παρά ως γυναίκες καριέρας. Ουσιαστικά, ορίζουν την καριέρα ως το αντίθετο του έρωτα, αλλά και της ίδιας της γυναικείας φύσης, αφού μια επιτυχημένη γυναίκα  και μάλιστα σ’ έναν, θεωρητικά, ανδρικό τομέα δεν μπορεί να αγαπηθεί, ούτε ν’ αγαπήσει.

Πώς ντύνεται η Λίλα;

Παρότι η Λίλα  παρουσιάζεται αυστηρή επειδή ντύνεται σοβαρά, με σκούρα χρώματα και δεν ξέρει καθόλου να φερθεί σαν «γυναίκα», δεν εμφανίζεται ως «αφύσικη», προτείνοντας έτσι μια διαφορετική ερμηνεία της γυναίκας καριέρας  από τις ταινίες του Χόλυγουντ που είπα παραπάνω. Αντιθέτως, οι υπόλοιπες παραδοσιακές γυναίκες σκιαγραφούνται ως αδύναμες, σαχλές και χαμηλότερης ηθικής.

Η Αθηνά, η ξαδέλφη  της, παρουσιάζεται ως κλασική «γυναικεία» αντίστιξη που προσπαθεί να διδάξει στη Λίλα την πρέπουσα συμπεριφορά..

Η Αθηνά που προσπαθεί να μάθει στην Λίλα πώς να είναι  «γυναίκα», είναι χρυσοθήρας και παντρεύεται μόνο για τα λεφτά. Με τη Λίλα τα πάνε καλά αλλά, αντί να την βοηθήσει, οι συμβουλές της πάνω σε «γυναικεία» θέματα SOS όπως φουστάνια, κους κους, χάλι γκάλι κλπ καταλήγουν να αποπροσανατολίζουν την Λίλα παρά να την βοηθάνε.

Και η ανταγωνίστρια;

Η αντίζηλος της Λίλας, Βίκυ, που τα έχει με τον Σαμιωτάκη, παρουσιάζεται ως χαζή και σαχλή  η οποία θέλει απλά να περνάει καλά. Σίγουρα  η ταινία δεν είχε κανένα σκοπό να κάνει κάποιο συνειδητό σχόλιο για τον ρόλο της γυναίκας ως κατασκεύασμα της πατριαρχικής κοινωνίας. Παρ όλα αυτά, ο χαρακτήρας της Λίλας είναι ένα ακούσιο σχόλιο για το πώς οι γυναίκες της εποχής πρέπει να δώσουν βάση στην μόρφωσή τους και την καριέρα τους μιας κι η Λίλα, τελικά, έτσι πάει μπροστά και στον έρωτα, αφού ο Σαμιωτάκης την ερωτεύεται και την θαυμάζει ακριβώς επειδή δεν είναι σαν τις άλλες.

Και πώς μας το δείχνει η ταινία αυτό;

Υπάρχει μια στιχομυθία στο τέλος της ταινίας που θίγει ακριβώς αυτό. Ο Σαμιωτάκης της λέει ότι θεωρούσε ότι η Λίλα στεκόταν ψηλά και ήθελε να ανέβει αυτός. Η Λίλα, λανθασμένα, πίστεψε ότι πρέπει να κατέβει αυτή. Η υπεροχή της στον επαγγελματικό τομέα, δηλαδή, παρουσιάζεται ως πρόβλημα. Αλλά  ένα πρόβλημα που δεν λύνεται,  εν τέλει, υποβιβάζοντας τη γυναίκα ώστε να διατηρηθεί η ισχύουσα ιεραρχία. Η Λίλα και ο Σαμιωτάκης φιλιούνται και αφήνει τον χαρτοφύλακα της, σύμβολο της θέσης της, να πέσει κάτω. Δεν υπάρχει, όμως, ούτε για ένα λεπτό  η υπόνοια ότι ο Σαμιωτάκης αποκτά τον έλεγχο της κατάστασης, όπως γίνεται στις αντίστοιχες ταινίες του Χόλυγουντ όπου η γυναίκα «δαμάζεται». Η Λίλα αλλάζει κατά τη διάρκεια της ταινίας,  αλλά όχι τόσο όσο ο Σαμιωτάκης, ο οποίος αρχίζει ως επιπόλαιος γυναικάς, συνεχίζει ως άνδρας  που, για να  κατακτήσει τη γυναίκα που θέλει, διαβάζει και κοπιάζει και καταλήγει να νοιώθει πια ότι μπορεί να την πλησιάσει για να της πει ότι του αρέσει όπως αυτή είναι. Η Λίλα  είναι τελικά πιο  «ανδρικός» χαρακτήρας από τον Σαμιωτάκη αλλά και από όλους τους άνδρες οι οποίοι παρουσιάζονται ως επιπόλαιοι ή μπερδεμένοι από τα «ανδρικά» τους καθήκοντα.

Στον εργασιακό χώρο πώς αντιμετωπίζει την πρωταγωνίστρια το  προσωπικό;

Οι περισσότεροι χαρακτήρες παρουσιάζονται στερεοτυπικά: οι γυναίκες σαχλές, έχοντας το νου τους μόνο στο φλερτ, ζηλεύουν τη Λίλα, οι άνδρες γελοιογραφίες των ανδρικών συμπεριφορών, του γλεντζέ ή του κολλημένου με τις γυναίκες μπερμπάντη, κανένας δεν ασχολείται με τη δουλειά του. Όλοι όμως μένουν άναυδοι με την ομορφιά και τις ικανότητες της Λίλας.

Η Λίλα δεν έχει μητέρα, μόνο πατέρα –  πώς παρουσιάζεται αυτός και η σχέση του μαζί της;

Ο πατέρας της είναι  γλύκας, έχει προσπαθήσει να την μεγαλώσει όσο πιο καλά μπορεί, αλλά η Λίλα είναι ο άνδρας του σπιτιού, όπως φαίνεται από την πρώτη σκηνή όπου ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος φοράει  ποδιά και μαγειρεύει για την Λίλα  που ετοιμάζεται να πάει στη δουλειά. Παρ όλα αυτά, δεν είναι ικανός να τη συμβουλέψει  για τα ερωτικά της αφού, ως πατέρας και άνδρας, δεν έχει καταλάβει τίποτα. Ο χαρακτήρας του πατέρα διακωμωδεί  μάλλον τον θεσμό της οικογένειας και την τάση των μελών της να ανακατεύονται σε κάθε πτυχή της ζωής του ατόμου. Οι ελληνικές κωμωδίες εκείνης της εποχής κάνουν μια μίξη της χολιγουντιανής και της ελληνικής κουλτούρας. Οι πρωταγωνιστές μιας αντίστοιχης ρομαντικής κομεντί του Χόλυγουντ  θα παρουσιάζονταν ως άτομα τελείως ανεξάρτητα και γι’ αυτό θα δυσκολεύονταν να σμίξουν,  αφού δεν θα ήθελαν να αποχωριστούν την ανεξαρτησία τους. Στην ελληνική εκδοχή, αντίθετα, τόσο ο πατέρας της Λίλας όσο και η μητέρα του Σαμιωτάκη μπλέκονται στην ζωή τους διαρκώς, δημιουργώντας παρεξηγήσεις, όπως όλοι οι γονείς στις ελληνικές ταινίες,  αν και χωρίς να παίζουν κάποιο άλλο ρόλο στην τελική ένωση του ζευγαριού.

Στο φιλικό περιβάλλον τι ρόλο παίζουν οι φίλοι του πρωταγωνιστή και το περίφημο πάρτι;

Το πάρτι είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες σκηνές αφού ίσως εδώ φαίνεται πιο καθαρά πώς η ταινία παρουσιάζει τους ανδρικούς χαρακτήρες σε σχέση με τους κοινωνικούς τους ρόλους: «αντρικοί» καβγάδες, μάτσο συμπεριφορές γιατί, υπονοείται, οι άντρες έτσι φέρονται. Ο ένας φίλος του πρωταγωνιστή υπάρχει μόνο και μόνο για να μπορούμε να ακούσουμε τις σκέψεις του πρωταγωνιστή, αφού μόνο σ’ αυτόν εκμυστηρεύεται τις απόψεις του για τη Λίλα, τη Βίκυ και τις γυναίκες γενικότερα, και δεν παίζει κάποιον άλλο ρόλο στην πλοκή της ταινίας, θεωρώ.

Με τι «χάπι εντ» κλείνει η ταινία;

Το  «χάπι εντ»  ενώνει τους δύο πρωταγωνιστές, αλλά  δεν δείχνει γάμο στο τέλος. Πιθανώς κι  εδώ ν’ ακολουθεί τις χολυγουντιανές σκρούμπολ κωμωδίες στις οποίες δεν ενδιέφερε τόσο η τελετή όσο το να σμίξει ένα φαινομενικά αταίριαστο ζευγάρι. Στον ελληνικό κινηματογράφο της εποχής, πάντως, ένα ζευγάρι που έσμιγε, παντρευόταν και ο γάμος ήταν, στην συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών, η τελευταία σκηνή της ταινίας. Η τελετή, που υπονοεί  την αρχή μιας οικογένειας και τον ερχομό ενός παιδιού, ήταν ουσιαστικά το  «χάπι εντ». Όχι τόσο η ένωση ενός ερωτευμένου ζευγαριού όσο η συνέχιση αυτού του παραδοσιακού δεσμού, πολύ βασικού για την ελληνική κουλτούρα, της οικογένειας. Η Λίλα και ο Αλέκος δεν παντρεύονται ον σκρην και θυμάμαι ότι, όταν το έβλεπα μικρή, ούτε τότε θεωρούσα ότι παντρεύονται. Η ταινία το αφήνει ανοιχτό. Η Λίλα και ο Αλέκος μιλάνε πια ως ίσοι. Και, παρότι η Λίλα έχει δεχτεί ένα πλήγμα στον εγωισμό της με το πάρτι  και παραιτείται από τη δουλειά της,  σε κανένα πλάνο της ταινίας δεν  υπονοείται ότι δεν θα δουλέψει και ότι θα αρκεστεί στο να είναι νοικοκυρά. Δεν ανακάλυψε αυτήν τη  «φύση» της κατά τη διάρκεια της ταινίας. Και αυτό είναι το  «χάπι εντ»!

 

 

Share

Μια συνέντευξη της Μάρως Δούκα

της Ελένης Γκίκα

 

Γιατί εμένα η ψυχή μου ο τίτλος του καινούργιου βιβλίου της, διηγήματα από τις εκδόσεις Πατάκη, θα μπορούσε να τα πει σύγχρονα κανείς. Στις δεκαεπτά ιστορίες, το παρελθόν, το παρόν κι ενδεχομένως και το μέλλον του τόπου. Η συγγραφέας γράφοντας ήξερε ότι αυτή η πλαστή ευμάρεια τελικά σε κακό θα μας βγει. Επιμένοντας ωστόσο ότι «η λογοτεχνία μάς μαθαίνει πρωτίστως να συμπονούμε ο ένας τον άλλον» και ότι «η τέχνη οφείλει να παρηγορεί», η συγγραφέας, μέσα απ’ αυτή μάς βοηθά να κατανοήσουμε και την εποχή.

Μια ζωή εξάλλου αυτό κάνει. Από την Αρχαία σκουριά, την Πλωτή πόλη και το Ένας σκούφος από πορφύρα, ως τα Μαύρα λουστρίνια, τους Αθώους και φταίχτες, την Ουράνια μηχανική και Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ. «Το σημαντικό είναι ν’ αναρωτιέται κανείς», θα μας πει. Και όσο για την τέχνη, «αν και φαινομενικά περιττή στον αγώνα για την επιβίωση, θα μπορούσε να συνδράμει στο να βρούμε το βηματισμό μας», θα πει.

 

Κυρία Δούκα, η Ιστορία μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την εποχή;

Θα μπορούσε, αν μη τι άλλο, να μας βοηθήσει να μην πέφτουμε παραζαλισμένοι κάθε λίγο και λιγάκι από τα σύννεφα για όσα μας συμβαίνουν. Έχοντας, για παράδειγμα, ιστορική γνώση και συνακόλουθα συνείδηση της διαδρομής μας τα τελευταία σαράντα χρόνια, θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε κάπως, χωρίς αγκυλώσεις και στερεότυπα, πώς και γιατί από τα δίχτυα των Διεθνών Αγορών και των σπεκουλαδόρων βρεθήκαμε στα γρανάζια του ΔΝΤ και του γερμανικού ηγεμονισμού. Διότι δεν αρκεί, εάν πραγματικά θέλουμε να μην καταποντιστούμε στον ωκεανό της παγκόσμιας κρίσης και της παραπαίουσας ευρωζώνης, να καταλογίζουμε μόνο ευθύνες στους πολιτικούς που διεκδικούσαν τόσα χρόνια την ψήφο μας, καταγγέλλοντας τις πασιφανείς στρεψοδικίες, τα αυταπόδεικτα λάθη, την ανικανότητα και τις εγκληματικές παραλείψεις τους. Απαιτείται ταυτόχρονα και η ειλικρινής συνομιλία με τον εαυτό μας για το τι ακριβώς θέλαμε, τι προσδοκούσαμε τόσα χρόνια από αυτούς όταν τους ψηφίζαμε. Σε τι ακριβώς προσβλέπαμε τότε και σε τι προσβλέπουμε σήμερα… Προσβλέπουμε, ας πούμε, σε μια αλλαγή ρότας ή απλώς σε μια ως εκ θαύματος σωτηρία, αργοπεθαίνοντας; Είμαστε αποφασισμένοι να πάρουμε τη ζωή μας αλλιώς ή απλώς αντιδρούμε γραπωμένοι από την εικονική ευημερία των δύο τελευταίων δεκαετιών;

Μπορεί να μας βοηθήσει η Ιστορία να κατανοήσουμε κάπως αυτό που μας περιμένει;

Η Ιστορία, όχι μόνο ως γνώση του παρελθόντος αλλά και ως τρόπος σκέψης, μπορεί να βαθύνει κριτικά τη ματιά μας και να μας οπλίσει μαχητικά απέναντι στο σήμερα. Μπορεί, για παράδειγμα, να μας βοηθήσει να συναισθανθούμε ότι από μας εξαρτάται να μην αφεθούμε στην απραξία και στην κατάθλιψη. Ως λαός δεν είναι η πρώτη φορά που κληθήκαμε να πληρώσουμε τα σπασμένα από την ανικανότητα των πολιτικών. Ούτε και είναι η πρώτη φορά που οι οικονομικά ισχυρές οικογένειες του τόπου, αυτές που επί της ουσίας κινούν τα νήματα της πολιτικής με την ανοχή ή και την αφέλειά μας, τρίβουν περιχαρώς «περίλυποι» τα χέρια τους…

Η τέχνη; Η λογοτεχνία; Αυτό το μπορεί;

Η λογοτεχνία μάς μαθαίνει πρωτίστως να συμπονούμε ο ένας τον άλλο. Πάντα πίστευα ότι η τέχνη οφείλει να παρηγορεί. Και παρηγορεί μόνο εάν είναι σε θέση να αναδεικνύει τα ιδεολογήματα, τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις μας, εάν φιλοδοξεί, ταυτόχρονα με την όποια απόλαυση που προσδοκούμε από αυτήν, να μας αποκαλύπτει τη δυνατότητά μας να σκεφτούμε και αλλιώς, να αναλογιστούμε τις χαμένες αξίες και να προβληματιστούμε για τις προτεραιότητές μας στη ζωή…

«Θα καταχρεωθούμε για το θεαθήναι» (από το διήγημα «Δεν είναι απλό», 2003)· παραμονές Ολυμπιακών Αγώνων, φαινόταν ότι «όλο αυτό» έρχεται;

Δε χρειάζεται, πιστεύω, να είσαι ειδικός για να γνωρίζεις ότι δε δικαιούσαι να διοργανώνεις πέραν των δυνατοτήτων σου φιέστες, και μάλιστα με δανεικά… Αυτή η πολιτική του αλόγιστου δανεισμού, σε συνδυασμό με την πολιτική-κρατική διαφθορά και την ανεμελιά με την οποία είχαν διαποτιστεί τα μεσοαστικά-μικροαστικά στρώματα της κοινωνίας, ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα μας οδηγούσε σε αδιέξοδο. Κι αυτό που τσούζει κυρίως σήμερα είναι ότι οι προορισμένοι να αποτελούν, όπως λένε οι ειδικοί, τη ραχοκοκαλιά μιας κοινωνίας κινδυνεύουν να βουτηχτούν, εάν δεν έχουν ήδη βουτηχτεί, στην ανεργία και την ανέχεια. Φτωχοί και άνεργοι όμως, και μάλιστα με αυξανόμενο ρυθμό, υπήρχαν και πριν από δέκα ή είκοσι χρόνια… αφημένοι στη μοίρα τους, και με την πλασματική ευημερία να τους γνέφει περιπαιχτικά πως θα μπορούσαν και αυτοί να χώσουν το δάχτυλο στο μέλι, αν δεν ήταν «άτυχοι» ή «ανίκανοι» ή «βλάκες»… Χαμηλόμισθοι συνταξιούχοι, παλαίμαχοι της ζωής, που έβλεπαν τη σύνταξή τους να εξανεμίζεται από την ακρίβεια, υπήρχαν και στα χρόνια του Ανδρέα Παπανδρέου. Θυμάστε τον ξυλοδαρμό των ηλικιωμένων συνταξιούχων από τα ΜΑΤ εκείνης της εποχής σε μια πορεία διαμαρτυρίας τους; Θυμάστε και τις διαδηλώσεις που διοργάνωνε η Νέα Δημοκρατία επί αρχηγίας Μητσοτάκη, τότε που κατέβαιναν στους δρόμους οι νοικοκυρές των βορείων προαστίων βροντώντας άδειες κατσαρόλες; Και τώρα αυτός ο «χουλιγκανικός» παλαιοκομματισμός και τα λογής φερέφωνά του έχουν την αναλγησία να κατηγορούν τον Σύριζα για λαϊκισμό!

«Για να καταλαβαίνεις τη διαφορά, πρέπει να νοσταλγείς. Όσο πιο πολύ θαμπώνει κάτι, τόσο σε πονάει. Δεν το θυμάσαι καθαρά κι αυτό σε πονάει» (Σας αρέσει ο Μπραμς;, 2000). Κυρία Δούκα, η μνήμη μάς σώζει τελικά;

Δεν ξέρω αν μας σώζει, σίγουρα πάντως μας βοηθάει να σταθούμε στα πόδια μας. Χωρίς τη μνήμη του ο άνθρωπος γίνεται φτερό στον άνεμο…

«Από μικρή άκουγα για την καταστροφή, ρωτούσα, αλλά κανείς δεν ήταν σε θέση να μου πει πολλά. Διότι αυτό συμβαίνει με τους ανθρώπους. Οσάκις τους χτυπάει το κακό, γαντζώνονται από τα εφήμερα. Όταν συνέρχονται, όλα έχουν τελειώσει» (Εις το βουνό ψηλά εκεί, 1994). Κυρία Δούκα, αυτό μας συνέβη; Τι ακριβώς μας συνέβη;

Αυτό που κυρίως συνέβη, ανεξάρτητα από το οργουελικής χροιάς κείμενό μου, είναι ότι αφεθήκαμε και χάσαμε την αίσθηση του μέτρου. Ότι επιτρέψαμε άκριτα να μας επιβάλουν πως για να είμαστε νικητές και επιτυχημένοι άλλος δρόμος δεν υπάρχει εκτός από αυτόν που οδηγεί στην υπερκατανάλωση και την κακοποίηση του περιβάλλοντος. Άλλο όμως να προσπαθείς για μια καλύτερη ζωή και άλλο να αναλώνεσαι για μια ζωή που εντέλει δε σου ανήκει…

«Η αναζήτηση του περιττού, άλλωστε, δεν ήταν αυτή που ωθούσε πάντοτε τον άνθρωπο; Αυτή δεν ήταν που εμψύχωνε τις ελεύθερες πτήσεις του;» (Σκάβοντας δίπλα στο παιδί, 2002). Το «περιττό» σήμερα;

Περιττό σήμερα, ικανό να πυροδοτήσει τις ελεύθερες πτήσεις μας, θα μπορούσε να είναι ένα βιβλίο, μια θεατρική παράσταση, μια συναυλία, μια ταινία… Θέλω να πω ότι πάντα, σε δύσκολες εποχές, η τέχνη, αν και φαινομενικά περιττή στον αγώνα για την επιβίωση, θα μπορούσε να συνδράμει στο να βρούμε το βηματισμό μας…

«Άμα ξέρεις τη γλώσσα που σε βασανίζουνε, έχεις μικρή ελπίδα να γλιτώσεις» (Σας αρέσει ο Μπραμς;, 2000). Οι μετανάστες την έμαθαν, φτάνει;

Το θέμα, θλιβερό και εξοργιστικό ταυτόχρονα, είναι ότι ποτέ δεν αξιωθήκαμε ως χώρα να έχουμε μια υπεύθυνη και συνεπή μεταναστευτική πολιτική. Το ΠΑΣΟΚ από τη μια, παρά τις ανθρωπιστικές προθέσεις του, θυμόταν συνήθως παραμονές εκλογών τους μετανάστες, πότε έτσι, πότε αλλιώς, ανάλογα με το προς τα πού φυσούσε κάθε φορά ο άνεμος, πάντοτε όμως ψηφοθηρικά. Η Νέα Δημοκρατία από την άλλη, παρά το ευρωπαϊκό ένδυμά της, προκειμένου να υψώσει φράγμα στη διαρροή των παραδοσιακών ψηφοφόρων της, ανέκαθεν συναγωνιζόταν, και σήμερα ακόμα πιο απροκάλυπτα, σε ξενοφοβική ρητορεία τις φασιστοειδείς παραφυάδες της. Η δε Αριστερά, στην προσπάθειά της να αναδείξει τις κοινωνικές και πολιτικές εκτροπές που ελλοχεύουν πίσω από κάθε αυτοδικία ενάντια στους μετανάστες και κάθε μεσαιωνικού τύπου εκμετάλλευσή τους, παραγνωρίζοντας ωστόσο τα υπαρκτά προβλήματα όσων συμπατριωτών μας ζουν σε εγκαταλειμμένες και υποβαθμισμένες περιοχές, συχνά καταλήγει να συρρικνώνει σε αντιρατσιστικές ασκήσεις επί χάρτου την όποια ευεργετική για την κοινωνία παρέμβασή της. Σ’ αυτό ακριβώς το τέλμα επωάζει εδώ και χρόνια με την ησυχία της το «αυγό» της η Χρυσή Αυγή… Κι επειδή η μια σκέψη φέρνει την άλλη, σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο κόμμα (μια και ο ναζισμός και ο φασισμός έρχονται από πολύ μακριά, όπως από πολύ μακριά έρχεται και το «σας βάζουμε εσάς τους άνεργους και φτωχούς αλλά «καθαρόαιμους» Έλληνες να μισείτε και να βαράτε τους μετανάστες, για να μπορούμε κι εμείς να κάνουμε απρόσκοπτα τη δουλειά μας») πιστεύω ότι αν γινόταν συστηματικά στα σχολεία η διδασκαλία των εθνικών και κοινωνικών αγώνων του λαού μας, πέρα από τις κενές ιστορικού-κοινωνικού βάθους κωδωνοκρουσίες, σήμερα δε θα ήταν τόσο ευάλωτοι οι νέοι στην όποια ναζιστική φρασεολογία. Και αν όλοι εμείς, οι ας πούμε προοδευτικοί, δεν είχαμε αφήσει, εδώ και δεκαετίες, στο έλεος των παρακρατικών συμμοριών και των λογής «εθνικοφρόνων» την έννοια της πατρίδας και του έθνους, σήμερα δε θα μπορούσε, ή θα δυσκολευόταν έστω, να ψηφοθηρεί ως εθνικιστής «λαϊκόφρων» ο κάθε τυχάρπαστος ανεμίζοντας την ελληνική σημαία…

«Να κλάψει πάλι ή να μην κλάψει; Αλλά γιατί; Εφόσον οι αλλαγές γίνονται πάντοτε χωρίς να τις αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος. Με αναισθητικό. Περνούν αθόρυβα και αβίαστα, ενσωματώνονται στη ζωή του, χωρίς να καταλαβαίνει την αλλοίωση, τη διαφορά, τη φθορά, τη διαφθορά» (Τριάντα χρόνια πριν και τριάντα μετά, 1999).

Αυτό πάθαμε; Αυτό πάθαμε!

Ο κόσμος αναπόφευκτα αλλάζει και αλίμονό μας αν δεν αλλάζουμε κι εμείς μαζί του… Καλό όμως είναι να μην ξεχνάμε ότι το θετικό πρόσημο της όποιας αλλαγής εξαρτάται και από μας. Αν και κατά πόσο, δηλαδή, καθώς αλλάζουμε, συντηρούμε ζωντανά μέσα μας τα δυο τρία ουσιώδη και ανεκτίμητα που επιλέξαμε για να πορευτούμε στη ζωή. Διότι αυτά, τα δικά μας «τιμαλφή», θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν να μην αλλοιωθούμε, να μη σαπίσουμε δηλαδή ηθικά και πνευματικά…

«Ιδού ο θρίαμβος της ελεύθερης αγοράς! Ελεύθερος πολίτης, επομένως, ο χειραγωγημένος καταναλωτής; Ο άνθρωπος μπορεί ή δεν μπορεί να επιλέξει;» (Σκάβοντας δίπλα στο παιδί, 2002). Έχετε την ερώτηση, βρήκατε την απάντηση;

Το σημαντικό δεν είναι να βρούμε την απάντηση. Το σημαντικό είναι να αναρωτιόμαστε. Ο άνθρωπος που έχει μάθει να αναρωτιέται αν μπορεί ή δεν μπορεί να επιλέξει, ολοένα και πιο σταθερά τείνει προς το να χαλαρώνει έστω τα δεσμά της όποιας χειραγώγησής του…

«Και θα το μάθεις, ο ουρανοξύστης που δούλευες γκρεμίστηκε, δε θα ρωτήσεις πώς ή γιατί, θα ανοίξεις την τηλεόραση και θα δεις, θα ξαναδείς άπειρες φορές με τα μάτια σου την ίδια εικόνα, τον εαυτό σου να ξεπροβάλλει από το παράθυρο του εκατοστού ορόφου, τι κάνεις; Μαντιλάκι είναι αυτό που ανεμίζει; Χαιρετάς; Αποχαιρετάς; Ζητάς βοήθεια; Θα μείνεις εκεί καρφωμένος να βλέπεις, θα αναλογιστείς τον πύργο της Βαβέλ;» (Η μνήμη του νερού, 2001). Πόσο εύκολο είναι να βρούμε την άκρη, να δούμε καθαρά, τώρα που συνηθίσαμε τα πάντα, σήμερα που ακόμα και τη ζωή μας τη βλέπουμε στην TV;

Καθόλου εύκολο… Γι’ αυτό αξίζει, και μόνο για τη χαρά του να αισθανόμαστε άνθρωποι, να αναζητούμε το αθέατο πίσω από την εικόνα και το κρυμμένο κάτω από τις λέξεις. Να προτιμούμε τη δυσκολία και το στένεμα της ανηφοριάς από την ευκολία και την άπλα της ισιάδας…

«Γιατί εμένα η ψυχή μου ήταν ελεύθερη από την ελπίδα, το φόβο, τα κόμματα» (Στον αυλόγυρο του Αϊ-Γιαννιού, 2000). Γάιος Σαλλούστιος Κρίσπος στον τίτλο…

Πώς φτάνει κανείς σε αυτή την ελευθερία, κυρία Δούκα; Γιατί με τα σημερινά δεδομένα αυτού του είδους η ελευθερία είναι άγνωστη έννοια…

Αν φτάσεις… τέλειωσες! Σημασία έχει να τείνεις προς την ελευθερία εν κινήσει και όχι στατικά. Να ελπίζεις, αλλά να μην επαναπαύεσαι άβουλα στις ελπίδες σου. Να φοβάσαι, αλλά να μην επιτρέπεις ούτε στον εαυτό σου, ούτε στους άλλους να σε τρομοκρατούν. Να έχεις την ιδεολογία σου, αλλά να μην αφήνεσαι άκριτα σ’ αυτήν, να μην τυφλώνεσαι.

 

Πηγή: Διάστιχο

 

 

Share