Subscribe via RSS Feed

Tag: "media"

Οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται στις θέσεις λήψης αποφάσεων στους οργανισμούς των ΜΜΕ

Οι γυναίκες κατέχουν μόνο 22% των στρατηγικών θέσεων στους δημόσιους οργανισμούς Μέσων Ενημέρωσης και μόνο το 12% στους ιδιωτικούς στις χώρες της ΕΕ των 27, όπως δείχνει η έρευνα του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Ισότητας των Φύλων (European Institute for Gender Equality – EIGE). «Η αύξηση του αριθμού των γυναικών στις δομές λήψης αποφάσεων των οργανισμών ΜΜΕ θα επέφερε κοινωνική δικαιοσύνη, καλύτερη χρήση των ταλέντων και καινοτόμες αποφάσεις. Επίσης θα βελτίωνε το περιεχόμενο των Μέσων», δηλώνει η Virginija Langbakk, Διευθύντρια του Ινστιτούτου.

Η νέα έκθεση του Ινστιτούτου «Προώθηση της ισότητας των φύλων στη λήψη αποφάσεων στους οργανισμούς ΜΜΕ» παρουσιάζει για πρώτη φορά αξιόπιστα και συγκριτικά στοιχεία σε επίπεδο ΕΕ για τη θέση αντρών και γυναικών στη λήψη αποφάσεων στον τομέα των ΜΜΕ. Η έκθεση αυτή θα υποστηρίξει όσους/ες εκπονούν πολιτικές και όλους τους σχετικούς φορείς στην προσπάθειά τους να επιτύχουν ισότητα των φύλων.

Η αμφισβήτηση της γυάλινης οροφής

Η έκθεση του Ινστιτούτου EIGE υπογραμμίζει ότι η κουλτούρα οργάνωσης των δομών των ΜΜΕ παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανδρική, παρότι οι γυναίκες με πανεπιστημιακή μόρφωση σε αυτόν τον τομέα υπερτερούν σημαντικά των αντρών, ενώ αποτελούν σχεδόν το μισό του εργατικού δυναμικού στη βιομηχανία των ΜΜΕ. Οι γυναίκες εξακολουθούν να υποεκπροσωπούνται σημαντικά στις δομές λήψης αποφάσεων, τόσο σε επιχειρησιακά επίπεδα, ως ανώτεροι διευθυντές όσο και σε στρατηγικά, ως στελέχη και μέλη διοικητικών συμβουλίων μεγάλων οργανισμών ΜΜΕ, στα κράτη μέλη της ΕΕ

Υπάρχει ωστόσο σημαντική διαφορά μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα των ΜΜΕ. Στους δημόσιους οργανισμούς, η αναλογία γυναικών προς ανδρών σε στρατηγικές θέσεις λήψης αποφάσεων είναι μόνο 1 προς 5, ενώ στον ιδιωτικό τομέα πέφτει σε μόλις 1 προς 10. Μέσα στα διοικητικά συμβούλια των οργανισμών ΜΜΕ οι γυναίκες αποτελούν μόνο το 25% του συνόλου των μελών.

Εσωτερικές πολιτικές ισότητας για την ισόρροπη συμμετοχή των φύλων στη λήψη αποφάσεων

Παρά το γεγονός ότι οργανισμοί που εφαρμόζουν πολιτικές και μέτρα ισότητας των φύλων είναι πιθανότερο να έχουν υψηλότερη αναλογία γυναικών σε στρατηγικές θέσεις λήψης αποφάσεων, η έρευνα του EIGE δείχνει ότι σχεδιασμοί για ισότητα των φύλων, πολιτικές υπέρ της διαφορετικότητας και κώδικες δεοντολογίας υπάρχουν μόνο στο ένα τέταρτο των οργανισμών. Μόνο ελάχιστοι οργανισμοί έχουν θεσπίσει επίσημους μηχανισμούς για την παρακολούθηση των πολιτικών τους ισότητας των φύλων. Το 16% των οργανισμών που εξετάστηκαν έχει μια επιτροπή υπεύθυνη για θέματα πολιτικών ισότητας, το 14% έχει έναν/μια υπεύθυνο για την ισότητα/διαφορετικότητα και το 9% έχει τμήμα ισότητας/διαφορετικότητας. Γενικά, οι δημόσιοι οργανισμοί είναι πιθανότερο να εφαρμόζουν πολιτικές για την ισότητα των φύλων, κανόνες ή μέτρα απ’ ότι οι ιδιωτικοί.

Ποιανού η ελευθερία προστατεύεται;

Η αυτορρύθμιση είναι η κύρια στρατηγική για τη βιομηχανία των ΜΜΕ. «Πολλοί πολιτικοί διστάζουν να λάβουν μέτρα για την ισότητα των φύλων στα ΜΜΕ, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος αυτό να θεωρηθεί ως απόπειρα λογοκρισίας ή τρόπος περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης, εάν η βιομηχανία των ΜΜΕ έχει περισσότερη ρύθμιση. Από την άλλη, είναι καιρός να εξεταστεί ποιανού η ελευθερία έκφρασης προστατεύεται ή παρακωλύεται. Μέχρι τώρα οι ατζέντες στα θέματα των ειδήσεων είναι μια υπόθεση κυρίως από τους άνδρες για τους άνδρες», λέει η δόκτωρ Dr Maria Edstram, ειδική σε θέματα γυναικών και μίντια από το Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ.

Περισσότερες γυναίκες στα ΜΜΕ -για να διαμορφωθεί μια κοινωνία ισότητας των φύλων

Βασισμένο στην έκθεση του EIGE το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει υιοθετήσει συμπεράσματα για την «Προώθηση του ρόλου των γυναικών σε θέσεις λήψης αποφάσεων στα ΜΜΕ» και σημείωσε τους πρώτους δείκτες για την παρακολούθηση της εφαρμογής του τομέα των Γυναικών και των Μέσων Ενημέρωσης της Πλατφόρμας του Πεκίνου για Δράση (Beijing Platform for Action) στα πλαίσια των κρατών-μελών της ΕΕ.

Ευθυγραμμιζόμενο με τα ευρήματα που παρουσιάζονται στην έκθεση του EIGE, το Συμβούλιο καλεί τα κράτη μέλη και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να λάβουν θετικά μέτρα για τη στήριξη της ισότητα των φύλων σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένης της προώθησης των γυναικών σε θέσεις λήψης αποφάσεων στη βιομηχανία των ΜΜΕ. Το Συμβούλιο καλεί επίσης σε αυξημένη εγρήγορση για την ισότητα των φύλων μέσα στον τομέα των ΜΜΕ και σε ανταλλαγή καλών πρακτικών μεταξύ των κρατών-μελών σε αυτόν τον τομέα, κάτι που θα υποστηρίξει τη διαδικασία επίτευξης μιας κοινωνίας με ισότητα των φύλων.

μετάφραση: Σίσσυ Βωβού, Δήμητρα Σπανού

 

Ολόκληρη η έκθεση εδώ

Πηγή: EIGE

 

 

Share

Η ΕΡΤ είναι και θα παραμείνει ανοιχτή

Ανακοίνωση της Φεμινιστικής Πρωτοβουλίας για την Εξάλειψη της Βίας Κατά των Γυναικών

Ως Φεμινιστική Πρωτοβουλία για την Εξάλειψη της Βίας Κατά των Γυναικών δηλώνουμε την αντίθεσή μας στο πραξικόπημα της κυβέρνησης να κλείσει τη δημόσια Ραδιοτηλεόραση, απολύοντας 2.700 εργαζόμενους και εργαζόμενες σε όλη την Ελλάδα.

Συμμετέχουμε στον αγώνα για την ανάκληση αυτής της απόφασης με καθημερινή παρουσία στο κατειλημμένο κτίριο και αγωνιζόμαστε μαζί με τους εργαζόμενους και εργαζόμενες της ΕΡΤ.

Ο έντονος σεξισμός, η ομοφοβία και η υποτίμηση των γυναικών σε διάφορα καθημερινά προγράμματα που παρουσιάζονται σε ιδιωτικά κανάλια δεν διέπει τα προγράμματα της ΕΡΤ, που σε γενικές γραμμές είναι πιο ποιοτικά. Δεν ισχυριζόμαστε ότι ο σεξισμός και η ομοφοβία απουσιάζει και από την ΕΡΤ, αλλά πως είναι λιγότερο έντονος, ενώ  σε περιπτώσεις που παρουσιάστηκαν σεξιστικές εικόνες ή συμπεριφορές έχουμε διαμαρτυρηθεί με θετικά αποτελέσματα. Αυτός ο χαρακτήρας καθώς και η δυνατότητα κοινωνικής παρέμβασης/ελέγχου αποτελεί πάγιο στοιχείο κάθε δημόσιας Ραδιο/Τηλεόρασης, παρά τις όποιες ελλείψεις/αδυναμίες.

Αν δε, δημιουργηθεί το νέο σχήμα που προβλέπει η κυβέρνηση, τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια που θα ισχύσουν θα υπονομεύσουν κάθε δυνατότητα δημοκρατικής λειτουργίας και εντέλει όλα αυτά τα πλεονεκτήματα.

Να τονίσουμε ακόμα ότι στην ΕΡΤ η πλειοψηφία των εργαζομένων είναι γυναίκες, με μισθούς ίσους με τους αντίστοιχους των ανδρών συναδέλφων, όπως προβλέπει ο νόμος. Βεβαίως κι εδώ παρατηρείται ο κατά φύλο καταμερισμός σε ειδικότητες, πράγμα που ανοίγει την ψαλίδα της μισθολογικής ανισότητας, αν και συνολικά μικρότερη. Αν και η ανέλιξη σε θέσεις ευθύνης δεν είναι ικανοποιητική, βρίσκεται σίγουρα σε καλύτερο βαθμό από άλλες υπηρεσίες του δημοσίου ή των ΔΕΚΟ.

Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι οι μοναδικές – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων – εκπομπές όπου ακουγόταν η φωνή των μεταναστών και προσφύγων και ειδικά των μεταναστριών και των προσφυγισσών στην Ελλάδα, όπως και άλλων διακριτών (και όχι “ευάλωτων”) ομάδων, όπως των ΑμεΑ ήταν εκείνες της δημόσιας τηλεόρασης. Η σιγή της ΕΡΤ θα σηματοδοτεί μια δυσβάστακτη απουσία των διακριτών ομάδων από τα ΜΜΕ και αφήνει ελεύθερο το πεδίο στα εκκολαπτόμενο αυγά του φιδιού να ποτίσουν την κοινωνική ζωή με το δηλητήριο τους.

Στο πλαίσιο της συμμετοχής μας στο  Alter Summit ερχόμαστε σε συντονισμό για την υπεράσπιση όλων των δημόσιων αγαθών μαζί με πολλά κινήματα σε Ελλάδα και Ευρώπη. Ήδη, στην Ευρώπη οι οργανώσεις που μετέχουν στο Alter Summit παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην αλληλεγγύη προς τον αγώνα της ΕΡΤ.

Η βελτίωση των δημοσίων υπηρεσιών μπορεί να επιτευχθεί μόνο με αντίστροφη πορεία από αυτήν που ακολουθεί η κυβέρνηση, με κυρίαρχο στοιχείο τον δημοκρατικό προσανατολισμό και εργαλείο τον κοινωνικό έλεγχο. Σε αυτή την κατεύθυνση οφείλει να προχωρήσει και η ΕΡΤ, η οποία ενίοτε λειτουργεί ως ιμάντας μεταβίβασης της κυβερνητικής πολιτικής και προπαγάνδας. Η κυβέρνηση -σημερινή και οι προηγούμενες- ευθύνεται για κάθε κακοδιοίκηση και οικονομικές ατασθαλίες, αφού διορίζει τα διευθυντικά στελέχη και για όλες τις πράξεις παρανομίας και χρηματισμού, επομένως είναι ακατάλληλη για να αναδιαρθρώσει την δημόσια ραδιοτηλεόραση.

14/06/2013

 

Πηγή: Φεμινιστική Πρωτοβουλία για την Εξάλειψη της Βίας Κατά των Γυναικών

 

Διαβάστε ακόμα

Οι γυναίκες και η πατριαρχία στον αγώνα της ΕΡΤ

Όχι στο κλείσιμο της ΕΡΤ!

Share

Οι γυναίκες και η πατριαρχία στον αγώνα της ΕΡΤ

της Σίσσυς Βωβού

Με χαρά σημειώνουμε ότι οι εργαζόμενες στην ΕΡΤ έχουν μεγάλη συμμετοχή στον αγώνα, όπως και σε όλες τις δράσεις της οργάνωσης αυτού του αγώνα, στην επιτροπή αγώνα και στην προετοιμασία των προγραμμάτων που εκπέμπονται, ιδιαίτερα των πολιτιστικών.

Επίσης μεγάλη συμμετοχή γυναικών βλέπουμε στο κίνημα των αλληλέγγυων, κάτι που επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά την αναντίστρεπτη πορεία προς την ισότητα στα τεκταινόμενα στον δημόσιο χώρο.

Δυστυχώς, η συνείδηση και οπτική του φύλου απουσιάζει χαρακτηριστικά, κάτι που φαίνεται και στη γλώσσα της απεργιακής εφημερίδας Αδέσμευτη Γνώμη, όπου το θηλυκό γένος στις εκφωνήσεις ή στις εκφράσεις απουσιάζει, σαν να μιλούσαμε μια γλώσσα με ίδιους γραμματικούς τύπους και για τα δύο γένη, όπως η αγγλική.

Επιπλέον, στις συζητήσεις που διοργανώνονται και ακούγονται ζωντανά στο ραδιομέγαρο και παράλληλα εκπέμπονται, όσο αφήνει η γκαγκστερική πολιτική της φίμωσης που συνεπάγεται το κλείσιμο των συχνοτήτων, συμμετέχουν αποκλειστικά άνδρες, με γυναικείες παρουσίες να είναι πολύ μειοψηφικές, λες και δεν υπάρχουν γυναίκες που έχουν απόψεις για τα τεκταινόμενα στο χώρο των μίντια ή για τον γενικότερο αγώνα που συγκλονίζει αυτή τη στιγμή τη χώρα.

Όπως γράφει η ανακοίνωση της Φεμινιστικής Πρωτοβουλίας, στην ΕΡΤ οι γυναίκες είχαν και ίση συμμετοχή στην απασχόληση και σχετικά καλές προοπτικές για θέσεις ευθύνης, τις οποίες συχνά κάλυπταν με σημαντική προσφορά στο παραγόμενο έργο. Και όμως, η εκπροσώπησή τους στα συνδικαλιστικά όργανα και στην Ομοσπονδία (ΠΟΣΠΕΡΤ) ήταν και παραμένει πολύ κατώτερη της αναλογίας τους.

Ενώ στα προγράμματα και στις εκπομπές που μεταδίδονταν καλούνταν κάποιες γυναίκες, με βάση τους νόμους για την ισότητα που παραβιάζονταν, ας πούμε, λιγότερο στην ΕΡΤ απ’ ότι σε άλλα κανάλια, βλέπουμε αυτή τη στιγμή της ελεύθερης ενημέρωσης μια οπισθοδρόμηση.

Γνωρίζουμε βέβαια την ανδροκρατία στο συνδικαλιστικό κίνημα, όσο και στο χώρο των δημοσιογράφων -παρά το ότι είναι και επάγγελμα με μορφωμένους ανθρώπους- άρα η σημερινή εικόνα της ανδροκρατίας δεν θα πρέπει να μας ξενίζει. Και όμως, με βάση τη συμμετοχή στον αγώνα, είναι δικαίωμα των γυναικών που συμμετέχουν να θίγουν τέτοιες ελλείψεις και οπισθοδρομήσεις και να μην τις επιτρέπουν, γιατί η ΕΡΤ που θέλουμε δεν θα πρέπει να είναι σε κανένα σημείο της ποιότητάς της πιο πίσω από την ΕΡΤ της κυβερνητικής προπαγάνδας και των αρνητικών φαινομένων και παθογενειών του παρελθόντος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στις ανακοινώσεις της ΕΣΗΕΑ, όπως και κάποιων άλλων σωματείων ή συνδικαλιστικών παρατάξεων, η προσφώνηση «συναδέλφισσα» δίπλα στην προσφώνηση «συνάδελφος» συχνά απουσιάζει. Όποτε αυτό έχει θιγεί, η απάντηση είναι απορριπτική και προσπαθεί να γελοιοποιήσει αυτές που το επισημαίνουν.

Και όμως, έχουμε χειρόγραφη ανακοίνωση συνδικάτου ραπτεργατών του 1925, που απευθύνεται «Προς τους ράπτας και τας ραπτρίας». Άλλες εποχές…

 

Διαβάστε ακόμα

Η ΕΡΤ είναι και θα παραμείνει ανοιχτή

Όχι στο κλείσιμο της ΕΡΤ!

 

Share

Όχι στο κλείσιμο της ΕΡΤ!

Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης στις Διωκόμενες Οροθετικές

Όχι στο κλείσιμο της ΕΡΤ!

Ως πολίτες αυτής της χώρας και ως Πρωτοβουλία θέλουμε να εκφράσουμε την οργή μας για τις ανακοινώσεις της κυβέρνησης ότι θα κλείσει τη δημόσια Ραδιοτηλεόραση και θα την μετατρέψει σε επιχείρηση που θα λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Παράπλευρη απώλεια, οι απολύσεις 2.700 εργαζομένων.

Ως Πρωτοβουλία θέλουμε να θυμίσουμε ότι η ΝΕΤ μέσα από τα Δελτία Ειδήσεων δεν συμμετείχε στην διαπόμπευση των 27 οροθετικών γυναικών που ήταν χρήστριες ουσιών, συνελήφθησαν στα τέλη Απριλίου του 2012 και διαπομπεύθηκαν με τις φωτογραφίες τους, ονόματα, τόπο κατοικίας, με εισαγγελική εντολή. Παρουσίασε στα Δελτία Ειδήσεων τις φωτογραφίες θολές και χωρίς ονόματα. Αντίθετα, τα ιδιωτικά κανάλια τότε συμμετείχαν με ζήλο στη διαπόμπευση που κατέστρεψε τις ζωές αυτών των γυναικών και υιοθέτησαν μια ακραία αντιδημοκρατική πράξη, γινόμενα έτσι απόλυτα συνένοχα.

Θυμίζουμε επίσης τη φωνή του δημοσιογράφου Κώστα Αρβανίτη από την πρωινή εκπομπή της ΝΕΤ με την Μαριλένα Κατσίμη, που αποκάλεσε φασιστική την συμπεριφορά του τότε υπουργού Υγείας. Αυτό αμέσως έφερε την απόλυση και των δύο.

Η παρανομία και η φασιστική φύση της πράξης αυτής των τότε υπουργών Λοβέρδου Χρυσοχοΐδη έχει πλέον και τη βούλα των δικαστικών αποφάσεων, αφού όλες οι κακουργηματικές κατηγορίες εναντίον αυτών των γυναικών κατέπεσαν, και η υγειονομική διάταξη πάνω στην οποία είχε στηριχτεί αυτό το κυνήγι μαγισσών καταργήθηκε οριστικά πριν ένα μήνα.

Τα πολλά προβλήματα της ΕΡΤ Α.Ε. όπως και όλων των ΔΕΚΟ πρέπει να αντιμετωπισθούν με δημοκρατικές διαδικασίες, έξωση των διορισμένων από την κυβέρνηση χρυσοπληρωμένων στελεχών που με πολλούς τρόπους ανοίγουν δρόμους για διαφθορά, σπατάλη δημοσίου χρήματος, διαπλοκή εκμαυλισμό ανθρώπων και δημιουργία ομάδων συνενοχής.

Θέλουμε τη δημόσια Ραδιοτηλεόραση δημοκρατική, με αντικειμενική ενημέρωση και προαγωγή του πολιτισμού, και προσβάσιμη από ομάδες πολιτών για την προβολή των θεμάτων τους όπως και από πολιτικά κόμματα, ισότιμα. Επίσης, να πάψει να είναι ιμάντας μεταβίβασης της κυβερνητικής προπαγάνδας.

 

ΟΧΙ ΣΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΗΣ ΕΡΤ

ΝΑΙ ΣΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

 

Αθήνα, 13-6-2013

Για ενημέρωση, επικοινωνία:

http://diokomenesorothetikes.wordpress.com

diokomenesorothetikes@gmail.com

 

Περισσότερα

Οι γυναίκες και η πατριαρχία στον αγώνα της ΕΡΤ

Η ΕΡΤ είναι και θα παραμείνει ανοιχτή

 

Share

Ιεραρχήσεις προταγμάτων σε βάρος των γυναικών

της Ζωής Γεωργίου

Δεν μ’ αρέσει να κρύβουμε διακρίσεις σε βάρος των γυναικών προκειμένου να μην εκτεθούν φορείς άλλων επαναστατικών προταγμάτων. Έτσι, στεναχωρήθηκα ακούγοντας την εκπομπή του Στέλιου Ελληνιάδη στο Κόκκινο, όπου παρουσιαζόταν το βιβλίο “τα παιδιά της Παλαιστίνης” το Σάββατο, 11-5-13. Ένας ακροατής ρώτησε -και μπράβο του- για τα μικρά κορίτσια στη Γάζα που πηγαίνουν σε διαφορετικό σχολείο από τα αγόρια. Ήταν τρομερή η αμηχανία του Ελληνιάδη και του επισκέπτη του: «…ναι …. είναι ένα μεγάλο θέμα που θέλει ξεχωριστή συζήτηση….πάντως στο δρόμο πηγαίνουν μαζί… πάντως δεν εμποδίζονται τα κορίτσια να πάνε σχολείο όπως στο Αφγανιστάν….μη ξεχνάμε τα πολιτιστικά δεδομένα τους ….»

Και όλα αυτά για να μην κακολογήσουμε την Χαμάς. Γιατί τα δικαιώματα των γυναικών έρχονται πάντα σε δεύτερη μοίρα που ποτέ δεν πιάνει σειρά.

Πάντως, οι γυναικείες οργανώσεις στην Παλαιστίνη, κυρίως στη Δυτική Όχθη αλλά και στη Γάζα, κάνουν αγώνα για όλα τα γυναικεία δικαιώματα, μεταξύ αυτών και για τα μικτά σχολεία. Δυστυχώς τις έχουν περιθωριοποιήσει, ενώ θα έπρεπε το δίκαιο αίτημα των Παλαιστινίων για το δικό τους κράτος  να συνοδεύεται από το σεβασμό των  δικαιωμάτων των γυναικών.

 

 

Share

Δεν τραβάτε να πνιγείτε με τα βυζιά της Αντζελίνα;

της Μαρινίκης Αλεβιζοπούλου

Η είδηση κατέκλυσε από χτες τις τηλεοράσεις ενώ σήμερα πήραν τη σκυτάλη και οι μισές εφημερίδες της χώρας. Η Αντζελίνα Τζολί είχε μόλις ανακοινώσει, μέσω ενός κειμένου της στους New York Times, την προληπτική μαστεκτομή στην οποία προέβη με σκοπό να ελαχιστοποιήσει τις πιθανότητες να προσβληθεί από καρκίνο του μαστού, ασθένεια από την οποία έχασε τη μητέρα της σε ηλικία 56 χρόνων.

Με ειδική αιματολογική εξέταση γενετικού υλικού διαπίστωσε ότι και η ίδια έχει προδιάθεση, ότι διατρέχει δηλαδή τον κίνδυνο κατά 87% να προσβληθεί  από καρκίνο του μαστού και των ωοθηκών. Με το κείμενό της λοιπόν, με το οποίο απευθυνόταν σε όλες τις γυναίκες του κόσμου, ζητούσε να διευκολυνθεί η πρόσβαση σε εξετάσεις, ενώ επιχειρούσε να πείσει ότι αφενός το χειρουργείο δεν είναι και τόσο φρικτό και αφετέρου το αποτέλεσμα, τα πρόσθετα δηλαδή νέα στήθη της, είναι πανέμορφα.

Ας αφήσουμε κατά μέρους το πώς θα μπορούσε να διστρεβλωθεί το «ηθικό δίδαγμα» του παραδείγματος της προληπτικής ιατρικής σε μια χώρα σαν τη δική μας, όπου οι καισαρικές γίνονται για ψύλλου πήδημα – παρότι είμαι βέβαιη ότι μερίδα χειρουργών θα τρίβει τα χέρια της από χτες.

Και το αφήνω στην άκρη συνειδητά ως ούτε καν δευτερεύον. Γιατί τίποτα, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να μπει πλάι στην εικόνα της γυναίκας που μου ήρθε στο μυαλό όταν είδα και το σημερινό πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Τα Νέα, όπου κυριαρχεί η πελώρια φωτογραφία της Αντζελίνα Τζολί ως Λάρα Κροφτ, με αυτό το υπέροχο στήθος να διαγράφεται κάτω από την στενή, μαύρη της μπλούζα και τον τίτλο «Η μάχη της Αντζελίνα».

Ε, λοιπόν, δεν με ενδιαφέρει καθόλου η μάχη της Αντζελίνα. Και δεν με ενδιαφέρει γιατί δεν έχω διαθέσιμο χώρο στο μυαλό μου. Έχει καταληφθεί από την εικόνα που είχαμε δημοσιεύσει πριν λίγους μήνες στο UNFOLLOW 13, όταν με την συνάδελφό μου Έφη Γιαννοπούλου ασχοληθήκαμε με τα αποτελέσματα της «Υγείας της κρίσης». Σε αυτό το ρεπορτάζ, είχαμε δημοσιεύσει μια εικόνα που τράβηξε η Στεφανία Μιζάρα και απεικόνιζε τον προσφάτως χειρουργημένο μαστό μιας γυναίκας αποκλεισμένης από την περίφημη «δημόσια και δωρεάν υγεία». Αποκλεισμένη από την φροντίδα του κράτους το οποίο βάσει Συντάγματος υποτίθεται ότι μεριμνά για την υγεία των πολιτών, υποτίθεται ότι παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας, για την περίθαλψη των απόρων (Σύνταγμα της Ελλάδας, άρθρο 21, παρ. 3).

Μας είχε προβληματίσει πολύ το εάν έπρεπε να δημοσιεύσουμε την εικόνα αυτή. Το είχαμε γράψει κιόλας. Σκεφτόμασταν μήπως είναι πολύ σκληρή, μήπως είναι πολύ επιθετική, μήπως εκληφθεί ως φτηνή πρόκληση. Η εικόνα όμως είναι αληθινή, τραβηγμένη με την άδειά της και μάλλον η πιο χαρακτηριστική μιας άλλης, μεγαλύτερης εικόνας. Αυτής ακριβώς που οδήγησε την γυναίκα της φωτογραφίας στο Μητροπολιτικό Κοινωνικό Ιατρείο Ελληνικού.

Η γυναίκα αυτή εργαζόταν, είχε ένα κατάστημα στα δυτικά προάστια. Η κρίση της έβαλε λουκέτο. Ενδιαμέσως της διαγνώστηκε καρκίνος. Είχε όμως πάψει να πληρώνει τις ασφαλιστικές της εισφορές στον ΟΑΕΕ (πρώην ΤΕΒΕ) γιατί πολύ απλά: δεν είχε. Έτσι προστέθηκε στους 635.767 ανθρώπους που δεν έχουν ταμείο υγείας (πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Β’ τρίμηνο του 2012).

Με όσα λεφτά κατάφερε τότε να συγκεντρώσει χειρουργήθηκε. Της συνέστησαν να ακολουθήσει χημειοθεραπεία. Δεν είχε χρήματα και έτσι δεν έκανε. Υποτροπίασε. Μόνη της. Στο σπίτι της. Εκεί όπου την βρήκε μια φίλη της πνευμονολόγος και την έστειλε στο Κοινωνικό Ιατρείο Ελληνικού να την βοηθήσουν.

Πριν ξεκινήσω να γράφω αυτές τις γραμμές, τηλεφώνησα στον κ. Γιώργο Βήχα, τον γιατρό του Μητροπολιτικού Ιατρείου στο Ελληνικό. Η γυναίκα μοιάζει να τα καταφέρνει, μου είπε. Ξεκίνησα να του εξηγώ με τι αφορμή τον καλώ. Κάτι είχε πάρει το μάτι του αλλά τώρα το σύμπαν του έχει καταληφθεί από δύο νέα περιστατικά. Ένα 14χρονο παιδί με λέμφωμα που έφτασε χθες στο ιατρείο με ανασφάλιστους γονείς και άρα ανασφάλιστο και το ίδιο. Και ένα δεύτερο 8 ετών. Κι αυτό ανασφάλιστο με αγγειονευρωτικό οίδημα. Όταν το παιδί είναι σε κρίση, χρειάζεται να νοσηλευτεί. Έχει χρειαστεί ήδη δύο φορές μέσα στο 2013. Οι γονείς του έχουν κληθεί να πληρώσουν από την τσέπη τους αρκετές φορές μια ένεση που κοστίζει 500 ευρώ. Και δεν τα έχουν.

Από τα δελτία ειδήσεων χτες, αν συγκράτησα καλά τα νούμερα, ενημερώθηκα ότι μόνο ο γενετικός έλεγχος που έκανε η Τζολί ξεκινά από 1.500 ευρώ. Η δε προληπτική μαστεκτομή της σταρ περιελάμβανε ένα πρώτο χειρουργείο για να κρατήσει τη θηλή της, ένα δεύτερο για την μαστεκτομή και ένα τρίτο για την προσθετική.

Δεν τραβάτε να πνιγείτε με τα βυζιά της Αντζελίνα;

Πηγή: unfollow

 

Share

Στο Βερολίνο το πρώτο σπίτι της Μπάρμπι

Δύο εκατομμύρια ευρώ έχει κοστίσει η δημιουργία του πρώτου σπιτιού της Μπάρμπι, που κατασκευάστηκε στο Βερολίνο.

Για πολλά κορίτσια αποτελεί το μεγαλύτερο όνειρο. Για ορισμένους μπαμπάδες είναι ένας ροζ εφιάλτης. Και κάποιοι ακτιβιστές μιλούν για σκάνδαλο.

Ο λόγος για το πρώτο σπίτι της Μπάρμπι στον κόσμο, το οποίο εγκαινιάζεται αύριο στο Βερολίνο. Στον προαύλιο χώρο λειτουργεί ένα συντριβάνι σε σχήμα μεγάλης γόβας, ενώ για να φτάσεις στην κεντρική είσοδο του κτιρίου των 2.750 τ.μ. ανεβαίνεις τα σκαλοπάτια μίας ροζ σκάλας.

Μέσα στη βίλα υπάρχει κουζίνα για να ψήνεις κέικ, ένα σαλόνι με πιάνο (εννοείται σε ροζ χρώμα), στην κρεβατοκάμαρα προβλέπεται ένα υπέρδιπλο κρεβάτι με ουρανό και -το καλύτερο- η ντουλάπα με τα 250 ζεύγη παπουτσιών είναι προσβάσιμη με τα πόδια! Από το μπάνιο δεν λείπει βεβαίως ένα τραπέζι με όλα τα σύνεργα μακιγιάζ, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι επισκέπτες.

Στον εικονικό κόσμο της Μπάρμπι είναι ακόμη και το φως ροζ.

Το εισιτήριο κοστίζει 12 ευρώ για τα παιδιά και 15 για τους ενήλικες, ενώ υπολογίζεται ότι στα αυριανά εγκαίνια θα προσέλθουν εκατοντάδες φίλοι της ξανθιάς κούκλας.

Την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα χαλούν οι διαμαρτυρίες ακτιβιστών με επικεφαλής τον Μίχαελ Κοσίτσκι, που ασκεί κριτική στα πρότυπα της γυναίκας τα οποία προβάλλει στα κορίτσια η Μπάρμπι: «Σε αυτόν τον κόσμο έχουν να επιλέξουν μόνον ανάμεσα σε δύο καριέρες. Του μοντέλου ή της ποπ σταρ!».

Οι φράχτες γύρω από το σπίτι έχουν γεμίσει με συνθήματα εναντίον της Μπάρμπι, ενώ και στο Facebook έχει δημιουργηθεί η σελίδα «Occupy Barbie Dreamhouse» (δηλαδή «καταλάβετε το ονειρεμένο σπίτι της Μπάρμπι») με περίπου 2.000 like μέχρι τώρα.

Η εταιρεία παιχνιδιών Mattel, που κατασκευάζει τις Μπάρμπι, απορρίπτει πάντως αυτές τις κατηγορίες και υποστηρίζει ότι «η Μπάρμπι δεν ενσαρκώνει πλέον μόνον μία καλλονή της παραλίας, αλλά επίσης μία πλαστική χειρούργο ή μία υποψήφια πρόεδρο».

Πηγή: Τα Νέα

 

 

Share

Video: Τι θα γινόταν αν αντιστρέφονταν οι έμφυλοι ρόλοι στις διαφημίσεις;

 

Μια αναγνώστρια μας επισήμανε το παρακάτω βιντεάκι. Σκοπός του είναι η αποδόμηση των στερεοτύπων που προωθούνται μέσω των διαφημίσεων για τα δύο φύλα, που είναι εξαιρετικά αρνητικά για τις γυναίκες, τις οποίες αναπαριστούν ως αντικείμενα ή και δεκτικές στην αντρική βία, ενώ συχνά αποδεικνύονται καταπιεστικά και για τους άντρες, καθώς προβάλλουν ένα πρότυπο επιθετικού ανδρισμού. Σας το παραθέτουμε ως αφορμή προβληματισμού, καθώς θα πρέπει να επισημάνουμε ότι σε καμία περίπτωση δεν υπονοούμε πως η αντιστροφή των ρόλων είναι μια επιθυμητή κατάσταση ή στόχος μας.

 

YouTube Preview Image

Πηγή και περισσότερες πληροφορίες εδώ

 

 

Share

Συνταγές (σεξιστικής) μαγειρικής

της Αλίκης Κοσυφολόγου και της Ντίνας Τζουβάλα

(Η Αλίκη Κοσυφολόγου και η Ντίνα Τζουβάλα είναι μέλη της Νεολαίας ΣΥΝ. Από αυτό και μόνο μπορείτε να συνάγετε πόσο άσχημες είναι)

Δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους οι ακροατές και οι ακροάτριες του «Κόκκινου» όταν άκουσαν τον Ηλία Μαμαλάκη να αναφέρεται με τους πιο απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς -υποτίθεται χάριν αστεϊσμού- στις αγωνίστριες της ΕΚΟΝ Ρηγάς Φεραίος από τη συχνότητα του ραδιοσταθμού στον οποίο φιλοξενείται εκπομπή του πρώην τηλεαστέρα – σεφ.«Αξύριστες», «άπλυτες» και με βρώμικα νύχια ήταν η «ρηγούδες» σύμφωνα με τον Ηλία Μαμαλάκη, αλλά και πως θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς,  αφού ήταν γυναίκες που ασχολούνταν ενεργά με την πολιτική κι επομένως, στο μυαλό του Η.Μ., δεν είχαν χρόνο να επιμεληθούν την εμφάνιση τους και να είναι οι «πραγματικές» γυναίκες – «θηλυκά».

Ο εμπαιγμός της γυναικείας πολιτικής συμμετοχής υπήρξε και παραμένει συστατικό στοιχείο της λαϊκής ιδεολογίας στην Ελλάδα: πολιτικά δραστήριες γυναίκες όλων των δεκαετιών – από τις πρωτοφεμινίστριες του Λυκείου των Ελληνίδων στα 1880, τις κομμουνίστριες της δεκαετίας του 1920 ή τις νεαρές λαμπράκισσες της δεκαετίας του 1960- καταγγέλλονταν με σφοδρότητα τόσο από τα αστικά μέσα ενημέρωσης της κάθε εποχής, όσο και από μεγάλο μέρος της συντηρητικής κοινωνίας. «Ανήθικες», «σατανικές», «αντρογυναίκες» ορισμένες μόνο από τις κατηγορίες που τους αποδίδονταν.

Βέβαια, όπως έχει πολλαπλώς αναλυθεί,  όλες αυτές οι δημόσιες τοποθετήσεις αντλούσαν την προέλευση τους από ιδεοληψίες σχετικά με τον «φυσικό» καταμερισμό των έμφυλων ρόλων και κατά συνέπεια τον φυσικό προορισμό των γυναικών, ως γενικής κατηγορίας, στη μητρότητα και στην κύρια  ενασχόληση με τα του οίκου. Εξάλλου, η επίκληση στην φυσικότητα των ρόλων προσέδιδε ήδη από τον 18ο αιώνα την κύρια νομιμοποιητική βάση του αποκλεισμού των γυναικών από τη δημόσια σφαίρα και κατά συνέπεια από την πολιτική δραστηριότητα.  Λόγω της μη συμμόρφωσής τους με τους «φυσικούς» τους ρόλους ή της παραμέλησης αυτών, οι πολιτικά δραστήριες γυναίκες, φεμινίστριες και στρατευμένες στο κομμουνιστικό κίνημα στοχοποιούνταν στις πατριαρχικές κοινότητες είτε ως «ελαφρών ηθών», είτε ως λιγότερο «γυναίκες». Ας μην ξεχνάμε την πρώιμη φεμινίστρια Olympe de Gouges που εκτελέστηκε από το επαναστατικό καθεστώς της Γαλλίας το 1793. Αιτία της εκτέλεσής της ήταν η συγγραφή της «Διακήρυξης των Δικαιωμάτων της Γυναίκας και της πολίτιδας»-το αντίπαλο δέον στην Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άνδρα) και του Πολίτη- κάτι που αντιστρατευόταν «τις αρετές του φύλου της», πιθανώς το ξύρισμα ή τα καθαρά νύχια.

Σήμερα, την επίκληση στους υποτιθέμενους φυσικούς ρόλους συμπληρώνει η, έμμεση, έστω, απαίτηση που εκφράζεται για πειθάρχηση των γυναικών στα πρότυπα της κανονιστικής θηλυκότητας. Ο Ηλίας Μαμαλάκης πράγματι δεν είχε κακή πρόθεση, αλλά αυτό είναι ελάχιστα σημαντικό. Κανείς δεν έχει κακή πρόθεση όταν αναπαράγει στο λόγο του κυρίαρχες κοινωνικά συντηρητικές αξίες και, εν προκειμένω, τα έμφυλα στερεότυπα. Και προφανώς δε θα μας ξένιζε αν τα έλεγε όλα αυτά «φιλοξενούμενος» σε μία άλλη ραδιοσυχνότητα. Μάλιστα, θα μπορούσαμε να γελάσουμε υπεροπτικά με την ατσαλοσύνη του αλλά και με το θλιβερό και  κακόγουστο, συχνά πολύ σεξιστικό, χιούμορ που χαρακτηρίζει τις εκπομπές που φιλοξενούνται σε άλλα «ραδιόφωνα» με πιο εμπορικό προσανατολισμό. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου αστείο που τα λόγια αυτά ακούστηκαν από το «Κόκκινο», ούτε που ο διευθυντής του« Κόκκινου» Κ. Αρβανίτης τα πήρε για αστείο.

Αν , για παράδειγμα, κάποιος ή κάποια έκανε κάποιο παρόμοιο «αστείο» στο «Κόκκινο» για τους μετανάστες και το αν «βρωμάνε» , όπως λένε συχνά ρατσιστές εντός και εκτός ΧΑ, θα ήταν αυτό αποδεκτό, τόσο από την διεύθυνση του σταθμού όσο και από το ακροατήριό του; Θεωρούμε πως η απάντηση είναι σαφώς αποφατική. Η αιτία είναι πως εάν ο αντιρατσισμός είναι, σε έναν βαθμό, κεκτημένο της Αριστεράς , ο αντισεξισμός και ο φεμινισμός δεν είναι. Είναι σχεδόν κοινή πείρα πως όσες συντρόφισσες αντιδρούν στο άκουσμα τέτοιων σχολίων χαρακτηρίζονται γραφικές, σχολαστικές ή (για να θυμηθούμε μια ακόμα τεχνική καταπίεσης των γυναικών κατά των 19ο αιώνα) υστερικές.

Πριν από περίπου μισόν αιώνα τέτοιον μήνα στους δρόμους του Παρισιού ακούστηκε ένα σύνθημα που μάλλον πρέπει να το φωνάζουμε πιο συχνά. Κύριε Μαμαλάκη: Η ομορφιά βρίσκεται στους δρόμους.

Πηγή: rednotebook

 

Διαβάστε ακόμα

Νέο πρόγραμμα, παλιές σεξιστικές και στερεοτυπικές αισθητικές και αντιλήψεις;

 

Share

Νέο πρόγραμμα, παλιές σεξιστικές και στερεοτυπικές αισθητικές και αντιλήψεις;

της Άννας Βουγιούκα

Τι γίνεται στο Κόκκινο 105,5; Μήπως εξελίσσεται σε ραδιόφωνο που ακούει, αλλά μάλλον δεν ακούγεται;

Λίγο πριν στην εκπομπή του κ. Αρβανίτη (Η φυλή των φίλων, 17 Απριλίου 2013) είχε φιλοξενηθεί η κ. Σ. Βωβού για να καταγγείλει την αδιαφορία της πολιτείας που οδήγησε την κ. Θεοδωράκη, οροθετική φυλακισμένη με σοβαρή ψυχική νόσο, σε αυτοκτονία. Και αμέσως μετά, το δεκάλεπτο του κ. Μαμαλάκη που έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει ως προς τους στόχους του που δεν αφορούν απ’ ότι φαίνεται τα εγνωσμένα πεδία της γευσιγνωσίας και της μαγειρικής, αλλά μεταξύ των άλλων έχουν να κάνουν και με παραινέσεις για να μπούμε, ιδιαιτέρως εμείς οι γυναίκες, στο σωστό δρόμο, του καθώς πρέπει και της αποδεκτής, για το κυρίαρχο και συντηρητικό μοντέλο, αισθητικής και ενδυματολογικής προσέγγισης.

Αντίλογος δεν θα υπάρξει; Γιατί βαρεθήκαμε να ακούμε στερεοτυπικές ανοησίες και νεοφιλελεύθερες σεξιστικές αντιλήψεις περί γυναικών και φεμινισμού, τυλιγμένες σε αριστοκρατικά και ηθικοπλαστικά περιτυλίγματα από κάποιον που ούτε απέξω δεν πέρασε από το κίνημα, την αριστερά ή το φεμινισμό και ούτε είχε την ευαισθησία να στοχαστεί ή να ενημερωθεί, και γι’ αυτό το μόνο που μπόρεσε να δει ήταν όσα θέλησε να αναδείξει ο κυρίαρχος, αστικός και συντηρητικός λόγος, με σκοπό να απομονώσει ή και να σιγάσει τον αντίλογο και τον φεμινιστικό, αντιεξουσιαστικό, αντισεξιστικό και αριστερό λόγο.

Πώς είναι δυνατόν την ώρα που η χώρα και η Ευρώπη περνάει μια άνευ προηγουμένου κρίση σε όλα τα επίπεδα, ένας “επώνυμος”, ίσως και δημοφιλής παρουσιαστής, που ωστόσο είναι μάλλον ανιστόρητος και ίσως ασυνειδήτως σεξιστής, που έχει αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο κυρίαρχα μέσα και διαφημίσεις για ίδιο όφελος, να έχει τη δυνατότητα μέσω του μικροφώνου ενός αριστερού υποτίθεται ραδιοφώνου, να μας κάνει μάθημα για το “καθώς πρέπει” της εμφάνισής μας (ρουζ, κραγιόν, ταγιέρ, κ.λπ.). Οι αναφορές στις φίλες, συντρόφισσες και συναγωνίστριες παρελθόντων ετών αφορούσαν τον ενδυματολογικό τους κώδικα, κατάπτυστο κατά τον ειδήμονα γευσιγνώστη και κυρίως την απλυσιά ως στυλ. Σε εμάς τις γυναίκες της αριστεράς ιδιαιτέρως, συστήνει το σαπούνι και δίνει οδηγίες για το πώς πρέπει να φροντίζουμε το σώμα μας!!! για να είμαστε καθαρές πάνω απ’ όλα!!! διότι η απλυσιά είναι αντισεξουαλική. Δεν τον αφορούν οι ιδέες των αριστερών γυναικών και των φεμινιστριών, ούτε η θεωρία που έχει παραχθεί, ούτε τα αιτήματα του γυναικείου κινήματος, ούτε η βία κατά των γυναικών, ούτε οι αθάνατες πατριαρχικές δομές. Αυτά για τον ομιλούντα είναι δευτερεύοντα ως φαίνεται.

Μάλιστα, στη συνέχεια για να τεκμηριώσει το επιχείρημά μου και να συμβάλλει στην ορθή άνθιση της ετεροσεξουαλικότητας που επιζητά να έλξει τον θαυμασμό και τα σχόλια του ανδρικού φύλου, αποδομεί δήθεν τα επαναστατικά μάτσο και μη είδωλα (Λένιν και Τσε Γκεβάρα) στο πλαίσιο μιας αισθητικής που αξιοποιεί καπιταλιστικά σύμβολα (ρόλεξ, μπουφάν, πούρα και άλλα), και κυρίως χαίρεται και απολαμβάνει τη ζωή χωρίς ενοχές.  Τι κρίμα που από τη γκάμα των προτύπων που μας κατονόμασε έλλειψε και μια comme il faut αναφορά σε επαναστάτριες με αποδεκτές από τον ομιλούντα αισθητικές επιλογές. Για να έχουμε και μεις ένα πρότυπο, ένα μοντέλο στο οποίο θα μπορούσαμε να προσβλέπουμε.

Συστήνουμε ανεπιφύλακτα στον κ. Μαμαλάκη να ξεκινήσει με την Σιμόν Ντε Μπωβουάρ και το Δεύτερο Φύλο που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά πριν από 64 χρόνια (1949), αλλά συνεχίζει να είναι ένα επίκαιρο και χρήσιμο εργαλείο για να αρχίσει κανείς να ξαναβλέπει και να καταλαβαίνει, τα βασικά. Το συστήνουμε ανεπιφύλακτα και στο Κόκκινο που καιρός είναι να αρχίσει να ακούει πραγματικά και να αναστοχάζεται, γιατί μέρα με τη μέρα χάνει ακροατές και ακροάτριες.

Τέλος, ίσως θα ήταν σκόπιμο να υπάρξει η δυνατότητα για αντίλογο, μιας και το Κόκκινο διατείνεται πως είναι “το ραδιόφωνο που ακούει”, από μια τεκμηριωμένη, ιστορικά κατοχυρωμένη επιστημονική και πολιτική σκοπιά για τα θέματα φεμινισμού και τα αιτήματα των γυναικών και του φεμινιστικού κινήματος, εντός και εκτός της αριστεράς. Για να ακουστεί και η φωνή όλων ανεξαιρέτως των γυναικών,  με τη σοβαρότητα και το ήθος που της πρέπει.

 

Share

Χαρούμενη και Χαμογελαστή

της Δ.Μ.

Πολλά έχουν ειπωθεί και γραφεί για την αναπαράσταση της γυναίκας στη διαφήμιση και τα στερεότυπα που ανακυκλώνει. Έχω γυρίσει τέσσερις διαφημίσεις. Στην πρώτη ήμουν μια ζηλιάρα ερωμένη, στη δεύτερη μια ερωτευμένη καταναλώτρια, στην τρίτη μια γεροντοκόρη που ονειρεύεται το γάμο και στην τέταρτη μια καλή νοικοκυρά. Χαρούμενη και χαμογελαστή φυσικά.

Είναι πολύ εύκολο να προβώ σε αφορισμούς και δαιμονοποιήσεις επικαλούμενη την πολύ καλή πληρωμή στη δύσκολη εποχή της κρίσης -προτιμώ να δω τη συμμετοχή σε μια διαφήμιση ως μέρος του πεδίου εργασίας μιας ηθοποιού. Κι όμως, κάθε φορά που χτυπάει το τηλέφωνό μου για μία ακρόαση για διαφήμιση σκέφτομαι από μέσα μου «Μακάρι να μην πρέπει πάλι να κάνω τη χαρούμενη και χαμογελαστή». Την ώρα που χτυπάει το τηλέφωνο συμβαίνει μια εσωτερική σύγκρουση, η ίδια που συμβαίνει και αργότερα στο γύρισμα όταν έρχεται η ώρα που πρέπει να χαμογελάσω. Κάποιες εβδομάδες αργότερα, βλέπω το πρόσωπό μου στην τηλεόραση. «Είμαι το πρότυπο. Είμαι το επίκεντρο μιας ακαδημαϊκής διάλεξης. Είμαι αυτό που και εγώ η ίδια απεχθάνομαι».

Το τελευταίο διαφημιστικό γύρισμα όπου συμμετείχα ξεκίνησε στις έξι το πρωί και η στιγμή να χαμογελάσω ήρθε στη μία το βράδυ. «Δεν είναι δυνατό, άρχισα ξαφνικά να φωνάζω, δεν είναι δυνατό να είμαστε στο 2013 και να συνεχίζουμε τα ίδια. Είμαι μια χαζή νοικοκυρά και χαμογελάω. Είμαι χαρούμενη και χαμογελάω! Είναι το 2013 και χαμογελάω!» Η μακιγιέζ και η αμπιγιέζ, δύο νέες πολύ αξιολόγες γυναίκες, ξεκαρδίστηκαν με το παραλήρημά μου και ενώθηκαν μαζί μου σα χορός «Είμαι χαρούμενη! Χαμογελάω! Είναι το 2013 και χαμογελάω!». Φυσικά, χάρησα πολλά φαρδιά πλατιά χαμόγελα στην κάμερα μέχρι να πετύχει το πλάνο για να πάμε επιτέλους στα σπίτια μας.

Καμιά φορά, όταν βλέπω τα δόντια μου στην οθόνη αναρωτιέμαι γιατί οι διαφημιστές αδυνατούν να βρουν άλλα, ίσως περισσότερο σύγχρονα ή αποτελεσματικά, πρότυπα. Και αν η «χαζομάρα» είναι εκείνη που εν τέλει πουλάει, τότε τουλάχιστον δε γίνεται άντρες και γυναίκες να είμαστε εξίσου χαρούμενοι και χαμογελαστοί; Έτσι, για να υπάρχει μια επίφαση ισότητας και λιγότερες εσωτερικές συγκρούσεις και για μας τις ηθοποιούς.

 

Share

Σχετικά με το “Εδώδιμα και Αποικιακά” της 09-04-13

Στο Φύλο Συκής λάβαμε το εξής μήνυμα από μια αναγνώστρια και το δημοσιεύουμε. Αφορά την εκπομπή “Εδώδιμα κια αποικιακά” στον σταθμό “Στο Κόκκινο”. 

ΦΣ

 

Την Πέμπτη 09 Απρίλη 2013, ο ραδιοφωνικός παραγωγός του ραδιοσταθμού Στο κόκκινο 105.5 FM Αλέξης Βάκης, επέλεξε να ανοίξει την εκπομπή του «Εδώδιμα και αποικιακά» με το τραγούδι “το αγριοκόριτσο”, ως αφιέρωμα στη μνήμη του Απόστολου Καλδάρα που συνέθεσε τη μουσική για το εν λόγω τραγούδι.

Πήρα τηλέφωνο στο σταθμό να πω -ευγενικά- το εξής: ότι το τραγούδι απέχει πολύ από το να είναι χαριτωμένο (όπως φάνηκε να το βρίσκει ο παραγωγός) και ότι η επιλογή του προσβάλλει το γυναικείο ακροατήριο του σταθμού το οποίο δεν είναι διόλου αμελητέο.

Ο Αλέξης Βάκης επέλεξε να απαντήσει κάτι του στυλ “ε, αυτή είναι η γνώμη σου” και μου έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα πριν καν ολοκληρώσω την πρότασή μου.

Δε θέλω να το σχολιάσω. Μόνο να το καταγράψω. Να καταγράψω αυτό το “δείγμα γραφής” από το ραδιοσταθμό του κόμματος που αποτελεί το βασικό κορμό ενός πολιτικού σχηματισμού που φέρει τρεις σημαίες στο σήμα του: την πράσινη, την κόκκινη και τη μωβ.

Με αγάπη για το σταθμό,

Ειρήνη Αποστολίδου

 

οι στίχοι του τραγουδιού

http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=3731

και η εκπομπή

http://stokokkino.gr/ekpompes/edodima-kai-apoikiaka/2013-04-09.mp3/view

 

 

Share

Ομοφοβία ενάντια στην ομοφοβία, σημειώσατε Χ.

Με τα φώτα νυσταγμένα και… στραβά μας βρήκε η περασμένη εβδομάδα. Βλέπεις η περασμένη εβδομάδα είχε απ’ όλα. Ομοφοβικές διαφημίσεις, υγιέστατες αντιδράσεις, τρελαμένους ακτιβιστές και ακτιβίστριες εκτός εαυτού με αυτά που είδαμε στις τηλεοράσεις μας, LGBT κόσμο να χλευάζει τις ακτιβίστριες, γιατί λέει είναι υπερβολικές και στο τέλος έρχεται η αποκορύφωση: ο κος Απόστολος Κενανίδης, πρόεδρος της ΟΦΑΕ, να δηλώνει σε δημοσιογράφο “ποιος πούστης έβγαλε αυτή τη διαφήμιση να πάμε να του κατεβάσουμε τα σώβρακα και να τον γαμήσουμε” και ότι “εμείς δεν είμαστε ομοφυλόφιλοι, είμαστε άνθρωποι βιοπαλαιστές”…

Ναι αγάπη μου, καλά κατάλαβες, ο νταλικέρης είναι βιοπαλαιστής, ενώ εσύ είσαι απλά ανώμαλη. Αλλά ας τα πάρουμε όλα με μια σειρά.

 

Αγαπητέ κε Κενανίδη,

θέλω να σας ενημερώσω ότι υπάρχουν και νταλικέρηδες που είναι αδελφές, προϊσταμένες, πουστάρες, που θα έλεγε και η Μαρκορά. Και αν θέλετε ζητήστε τα στοιχεία μου από το περιοδικό να μου στείλετε και εμένα εξώδικο. Δεν ξέρω αν είναι πολλοί ή λίγοι, αλλά σίγουρα υπάρχουν και μπορώ να σας το υπογράψω κιόλας. Αυτό όμως αγαπητέ δε πάει να πει κάτι. Κάνει καλά τη δουλειά του κάποιος ή κάποια; Ε τότε δε σου πέφτει λόγος για τη σεξουαλική του ταυτότητα και τη ταυτότητα φύλου του. Και στο κάτω κάτω, ένας gay μπορεί να είναι πολύ πιο αποδοτικός στην εργασία του και περήφανος, ενώ εσένα να μη σου πέφτει λόγος και πάλι.

Το να θίγεται κάποιος επειδή τον είπαν αδερφή είναι θέμα στερεότυπου και μίσους προς ότι χαλάει την εικόνα του πανίσχυρου αρσενικού. Μίσος και ενδόμυχος αντιφεμινισμός. Και το συναντάμε σε όλα τα ταξικά και μορφωτικά επίπεδα. Α, και για να μη το ξεχάσω, εκεί που αναφέρεις ότι οι νταλικέρηδες θέλουν να κατεβάσουν τα σώβρακα από τους πούστηδες και να τους γαμήσουν, αυτό δε τους κάνει επ’ ουδενή στρέιτ. Πούστης είναι και αυτός που γαμιέται και αυτός που γαμάει, το ‘πιασες;

Γιατί όμως βρε πουλάκι μου όλος αυτός ο φόβος και το μίσος;

Πολύ απλά γιατί έτσι μας μάθανε. Και εσένα και εμένα. Βλέπεις στην ίδια κοινωνία μεγαλώσαμε. Τα ίδια σκατά βλέπαμε στην κάργα ομοφοβική ελληνική τηλεόραση. Τα ίδια στερεότυπα μας γαλούχησαν. Η διαφορά μας είναι ότι εσύ τα αναπαράγεις κε Κενανίδη και είσαι ομοφοβικός όσο δε πάει. Σκέψου απλά ότι κάπου εκεί έξω υπάρχουν νέοι και νέες που δεν έχουν καταλάβει καλά καλά ποιοι και ποιες είναι και νιώθουν ότι είναι ανώμαλοι και ανώμαλες ακούγοντας τις δηλώσεις σας. Και σε αυτό βοηθάνε τα σχολεία, οι “χιουμοριστικές” διαφημίσεις και τα φαλλοκρατικά και ομοφοβικά θρησκευτικά δόγματα.

Οι ισχυρισμοί σας και το εξώδικό σας ξέρετε ότι δε στέκει λογικά. Και ξέρετε ότι κανένα δικαστήριο δε θα σας δικαίωνε. Να ξέρετε όμως ότι gay νταλικέρηδες υπάρχουν και θα υπάρχουν. Και επίσης να ξέρετε ότι και αυτοί είναι σκληρά εργαζόμενοι και βιοπαλαιστές. Ακόμα πιο σκληρά από εσάς, γιατί έχουν να αντιμετωπίσουν και όλον αυτό τον ακραίο ρατσισμό από τον κλάδο τους και το σύνολο της κοινωνίας μας.

Τέλης Ράπτης 

Πηγή: antivirus

 

Share

ΜΜΕ και γυναίκα

της Χριστίνας Τσουλφίδου*

Είναι ευρέως γνωστό ότι η παραγωγή των πληροφοριών δεν περιορίζεται στην απλή αναμετάδοση μιας σειράς από γεγονότα. Αντίθετα, αποτελεί δυναμική διαδικασία η οποία αφορμάται από την κοινωνική πραγματικότητα, θέτοντας ταυτόχρονα ερωτήματα και εξυπηρετώντας πολιτικές σκοπιμότητες. Το γεγονός παραδίδεται στη δημοσιότητα ήδη τυποποιημένο και ενταγμένο σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο που δύσκολα αλλάζει, καθώς έχει τη δυνατότητα να μετασχηματίζεται ώστε να συμπεριλαμβάνει τα στοιχεία εκείνα που βρίσκονται ακόμα και εκτός πλαισίου. Το ερώτημα όμως που θέτει και η συγκυρία της βαθιάς κρίσης και της πολιτικής αστάθειας είναι το πώς ο ρόλος των ΜΜΕ μετασχηματίζεται. Πλέον ο παρεμβατισμός τους είναι πολύ πιο έντονος, καθώς δεν περιορίζεται στην απλή στήριξη των πολιτικών˙ πολύ περισσότερο μπαίνουν στη διαδικασία να διαμορφώσουν τις πολιτικές τοποθετήσεις και προσλήψεις της κοινωνικής πραγματικότητας από την πλευρά του ακροατή. Ως φορείς άσκησης πολιτικής, όχι μόνο ενισχύουν την κυβερνητική ατζέντα αλλά είναι ταυτόχρονα σε θέση να την διαμορφώσουν σε πιο δεξιές κατευθύνσεις.

Δημόσιος και ιδιωτικός χώρος: η εισαγωγή της γυναίκας στη δημόσια σφαίρα

Από τα πρώτα κιόλας ερμηνευτικά σχήματα των έμφυλων σχέσεων υπήρχε η τάση ταύτισης του άντρα με τον δημόσιο χώρο και της γυναίκας με τον ιδιωτικό, τον χώρο δηλαδή που έχει συνδεθεί κατά κύριο λόγο με το σπίτι, την οικογένεια και την προσωπική ζωή. Αυτή η τάση δεν οφειλόταν μόνο στην πολύ πιο έντονη ανισότητα των φύλων στα πεδία της έρευνας, αλλά και στην ίδια την αντίληψη των ερευνητών που ήταν έντονα ανδροκεντρική. Ωστόσο, τα κινήματα του ’60 και του ’70, καθώς και το φεμινιστικό κίνημα, συνέδραμαν τόσο στο κοινωνικό επίπεδο, στην αλλαγή δηλαδή των ίδιων των κοινωνικών σχέσεων και του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας, όσο και σε θεωρητικό επίπεδο. Η γυναίκα πλέον γίνεται ορατή στον δημόσιο χώρο.

Παρ’ όλα αυτά, η εισαγωγή της στον δημόσιο χώρο δεν πραγματοποιήθηκε με έμφυλα ουδέτερους όρους. Ο δημόσιος χώρος παραμένει βαθιά ανδροκρατούμενος μέχρι και σήμερα. Η παρουσία της γυναίκας, παρά τις διεκδικήσεις και τη στοχοθεσία των κινημάτων, νομιμοποιήθηκε ταυτόχρονα ενσωματώνοντας μια σειρά κοινωνικά στερεότυπα αλλά και δημιουργώντας νέα, όπως τη γυναίκα καριέρας. Η δημιουργία των νέων κοινωνικών αναπαραστάσεων αποτελεί μια διαδικασία έντονα διαδραστική, κατά την οποία τα ΜΜΕ αρθρώνουν τον κυρίαρχο λόγο. Θα ήταν μεγάλη αμέλεια εκ μέρους μας να ισχυριστούμε τι ο λόγος του μιντιακού χώρου αποτελεί απλή αντανάκλαση των κοινωνικής πραγματικότητας.

Αντίθετα, θεωρούμε ότι τα ΜΜΕ, ως ένας βασικός φορέας αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας, καθορίζουν και διαμορφώνουν τα κοινωνικά στερεότυπα. Με αυτή την έννοια, η παρουσίαση της γυναίκας από τα μέσα αποτελεί μια ιδεολογική έγκλιση κατά την οποία το υποκείμενο οφείλει να ανταποκριθεί και να υιοθετήσει τα πρότυπα που του αποδίδονται. Τα ΜΜΕ, επομένως, συγκροτούν υποκείμενα και μάλιστα διπλά διαμεσολαβημένα. Τα πρότυπα που προβάλλει η συγκεκριμένη παρουσίαση της είδησης προκύπτουν ύστερα από την πρόσληψη του γεγονότος από την πλευρά του δημοσιογράφου, αλλά και ύστερα από την πρόσληψη, μέσω του τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού δέκτη, του αναπαριστώμενου γεγονότος από τη δέκτρια.

Οι αναπαραστάσεις της γυναίκας δεν ορίζονται ως κάτι ενιαίο και στατικό αλλά περισσότερο συνθέτουν εικόνες θραυσματικές, αντιφατικές και πολύσημες. Κάτι τέτοιο αφενός οφείλεται στην πολυσύνθετη κοινωνική πραγματικότητα και στην πολλαπλότητα των ταυτοτήτων, αφετέρου αξίζει να επικεντρωθούμε στο πώς η ίδια η πολλαπλότητα της έμφυλης ταυτότητας χρησιμοποιείται, διαμορφώνεται και αναπαράγεται από τα ιδία τα ΜΜΕ στον δημόσιο χώρο ανάλογα την πολιτική συγκυρία.

Αναπαραστάσεις της γυναίκας από τα μίντια

Ο ρόλος των μίντια στη διαμόρφωση στερεοτύπων είναι εξαιρετικά καθοριστικός. Η γυναικά στα διάφορα σίριαλ, talk shows ή reality παρουσιάζεται υποδεέστερη του άντρα, αφελής και εμμονική με την εμφάνιση της. Με αυτόν τον τρόπο αποσιωπώνται όχι μόνο οι διαφορετικοί λόγοι σεξουαλικότητας και έμφυλης ταυτότητας αλλά και η ίδια η καθημερινότητα των γυναικών. Η επίδραση των παραπάνω στερεοτύπων είναι εμφανής σε κάθε πτυχή της ζωής μας. Πιο συγκεκριμένα, στις διαφημίσεις εκφράζονται μηνύματα γυναικείας παθητικότητας και υποτέλειας, καθώς γίνεται συστηματική χρήση του γυναικείου σώματος για την προώθηση των προϊόντων.

Η εικόνα του γυναικείου σώματος, κατά προτίμηση το στήθος, τα πόδια και τα οπίσθια, πουλά από γιαούρτια έως κινητή τηλεφωνία. Το γυναικείο σώμα στις διαφημίσεις αποσπάται από το ίδιο το υποκείμενο στερώντας την ανθρώπινη υπόσταση του και κάνοντας τη γυναίκα αντικείμενο-εργαλείο. Συνέπεια όλων αυτών δεν είναι μόνο η ταύτιση της γυναίκας με σημεία του σώματός της, κάτι που οδηγεί σε μια αρνητική αντίληψη των ατελειών του σώματος, της ηλικίας ή του βάρους της, και κατά συνέπεια του ίδιου του εαυτού της, αλλά πολύ περισσότερο συνεπάγεται την αναπαράσταση της γυναίκας και του σώματος της ως αντικειμένου προς τέρψιν του αντρικού βλέμματος.

Όταν η γυναικεία ταυτότητα δεν σκιαγραφείται βάσει του παραπάνω μοντέλου, τότε βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τις περιπτώσεις οι οποίες προβάλλουν γυναίκες που ίσως «ξεφεύγουν» από τον κοινωνικό ρόλο που τους αποδίδεται. Μιλάμε, δηλαδή, για γυναίκες πολιτικούς, γυναίκες αθλήτριες και γυναίκες εγκληματίες. Στις δύο πρώτες περιπτώσεις είναι χαρακτηριστικό ότι τα υποκείμενα παρουσιάζονται περισσότερο ως σταρ της τηλεόρασης παρά με την επαγγελματική τους ιδιότητα. Τα άρθρα στις κοσμικές στήλες και οι μεσημεριανές εκπομπές ασχολούνται με την προσωπική τους ζωή, τον αν έχουν ή όχι σύζυγο, παιδιά κ.λπ. Παραδείγματα αυτής της τάσης αποτελεί ένα από τα τελευταία ρεπορτάζ του Star για τα «συνολάκια» της Βουλής, καθώς και η συστηματική παρουσία αθλητριών όπως η Κατερίνα Θάνου στο ελληνικό κόκκινο χαλί, αλλά και άρθρα του τύπου «Οι 36 πιο sexy αθλήτριες» κ.λπ.

Ειδικά στην περίπτωση των πολιτικών προσώπων έχει πολύ ενδιαφέρον το πώς παρουσιάζονται ανάλογα με την τοποθέτησή τους. Μια βουλευτής της Ν.Δ., για παράδειγμα, θα ενταχθεί στην κατηγορία των σοβαρών, ανεξάρτητων γυναικών με δυναμισμό, που παλεύουν για το μέλλον του τόπου και κυρίως των παιδιών τους. Αντίθετα, μια βουλευτής αριστερών σχηματισμών θα παρουσιαστεί περισσότερο ως γραφική, ακόμα και υστερική, έξω από το πλαίσιο του κοινωνικά αποδεκτού. Δεν είναι λίγες οι φορές που μπορεί να της στερηθεί ακόμα και η γυναικεία ιδιότητα. Είναι εμφανές, επομένως, ότι σε χώρους όπως η πολιτική και ο αθλητισμός, χώρους έντονα ανδροκρατούμενους, η γυναικεία παρουσία ενσωματώνεται και νομιμοποιείται με συγκεκριμένους και έντονα σεξιστικούς όρους.

Γυναίκα και ποιοτική στροφή στην παραγωγή της είδησης

Πέρα από τις πιο «διαχρονικές» κοινωνικές αναπαραστάσεις της έμφυλης ταυτότητας στη μιντιακή σφαίρα, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας ότι τα τελευταία δύο χρόνια έχει σημειωθεί σημαντική ποιοτική αλλαγή στη στρατηγική του δημόσιου λόγου. Η προσπάθεια απόσπασης συναίνεσης δεν επιχειρείται πλέον με την «ωραιοποίηση» των πολιτικών επιλογών των εκάστοτε κυβερνήσεων. Η οικονομική και κοινωνική κρίση παρουσιάζεται με όρους «φυσικής καταστροφής» και οι πολιτικές επιλογές των μνημονιακών κυβερνήσεων ως λύση έκτακτης ανάγκης, καθώς «δεν υπάρχουν εναλλακτικές ρεαλιστικές προτάσεις». Η νομιμοποίηση των κυβερνώντων και η διατήρηση της πολιτικής εξουσίας περνά μέσα από την καλλιέργεια και τη διαχείριση του φόβου στο ακροατήριο. Ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο οφείλουμε να εξετάσουμε πώς ακριβώς η έμφυλη ταυτότητα, και πιο συγκεκριμένα η γυναίκα ως θύμα ή ως εγκληματίας, χρησιμοποιείται από τα ΜΜΕ προκειμένου να αποσπαστεί η συναίνεση της ελληνικής κοινωνίας στις κυβερνητικές επιλογές.

Τον τελευταίο χρόνο έχουν βγει στη δημοσιότητα μια σειρά από γεγονότα έμφυλης βίας και γυναικείας εγκληματικότητας, τα οποία μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα με την πολιτική συγκυρία της ελληνικής κοινωνίας και ότι χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά και στρατηγικά από τα ΜΜΕ, τα οποία αποσκοπούσαν στη διαμόρφωση μιας πολύ συγκεκριμένης και αρραγούς αντίληψης από την πλευρά του ακροατηρίου. Το παράδειγμα της γυναικείας εγκληματικότητας, μάλιστα, χρήζει μεγαλύτερης ανάλυσης, καθώς η αναπαραστάσεις των γυναικών-εγκληματικών τείνουν στην αποδόμηση της κοινωνικά κυρίαρχης αντίληψης περί του τι συνιστά «κοινωνικά πρέπουσα συμπεριφορά» βάσει των στερεοτύπων της καλής γυναίκας, συζύγου, νοικοκυράς και μητέρας.

Η γυναικεία εγκληματικότητα αναπαριστάται ως ανατροπή της γυναικείας συμπεριφοράς, ως ένα γεγονός μη κοινωνικά προσδοκώμενο. Η γυναίκα εγκληματίας λειτουργεί παρά φύσιν κι αυτό γιατί στον κυρίαρχο λόγο ο έμφυλος χαρακτήρας της εγκληματικότητας είναι αντρικός. Η εγκληματική συμπεριφορά δεν είναι στη φύση της γυναίκας, γι’ αυτό άλλωστε και δεν χρειάστηκε ποτέ κάτι παραπάνω από έναν ήπιο κοινωνικό έλεγχο οικιακού τύπου. Παράλληλα, τα ποσοστά της γυναικείας εγκληματικότητας και συμμετοχής στον ποινικό πληθυσμό είναι αρκετά χαμηλά στις επίσημες στατιστικές. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι σταθερό ιστορικό δεδομένο αν λάβουμε υπόψη μας περιόδους με υψηλά ποσοστά γυναικών κατάδικων, καθώς και το γεγονός ότι τα ιδρύματα κράτησης γυναικών είχαν μάλλον χαρακτήρα αναμορφωτηρίου παρά φυλακής.

Στις περιπτώσεις λοιπόν που η γυναικεία εγκληματικότητα εμφανίζεται στον δημόσιο χώρο ως γεγονός μη κοινωνικά προσδοκώμενο, η εγκληματική πράξη σχετίζεται σχεδόν πάντα με έναν άντρα, τον οποίο η εγκληματίας αγαπούσε ή μισούσε παράφορα. Η εγκληματίας αναπαριστάται ως άτομο ελεύθερων ηθών, καταστροφικό, που έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τον άντρα και να τον θυματοποιεί. Συχνά αποδίδεται στο υποκείμενο ο χαρακτηρισμός «γυναίκα-αράχνη», μια κωδικοποίηση που αυτόματα δηλώνει ότι η γυναίκα-εγκληματίας ανατρέπει τον κοινωνικά προσδοκώμενο ρόλο της, ενσωματώνοντας χαρακτηριστικά του ανδρικού φύλου, όπως είναι η βία, ο έλεγχος και η εξουσία.

Τον Μάιο του 2012 δημοσιεύτηκαν φωτογραφίες οροθετικών γυναικών, που όπως διέδιδαν τα ΜΜΕ αποτελούσαν παγίδες θανάτου για χιλιάδες πολίτες και νοικοκυραίους. Η «υγειονομική βόμβα» που έσκασε την περίοδο των εκλογών αποσκοπούσε σε μια συντηρητική στροφή των Ελλήνων, καλλιεργώντας το φόβο για τις περιθωριακές ομάδες όπως οι τοξικομανείς και οι ιερόδουλες που «έχουν κατακλύσει το κέντρο της Αθήνας», σύμφωνα με τον κυρίαρχο λόγο. Η διαπόμπευση των γυναικών αυτών έδωσε την ευκαιρία στους κυβερνώντες να διαδραματίσουν το ρόλο του σωτήρα της απειλούμενης υγείας της ελληνικής οικογένειας από την μία, αλλά και το ρόλο των τιμωρών των γυναικών αυτών που δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από μιάσματα και ανθυγιεινά στοιχεία για τον εθνικό κορμό, από την άλλη. Η συμπεριφορά των Ελλήνων πελατών παράνομης πορνείας παρουσιάστηκε φυσιολογική και κοινωνικά αποδεκτή, ενώ η πορνεία και τα ναρκωτικά προβλήθηκαν ως φαινόμενα που σχετίζονταν με την αρρωστημένη ψυχοσύνθεση κάποιων γυναικών και ατόμων, και όχι ως φαινόμενα που γεννήθηκαν από τις έντονες κοινωνικές ανισότητες.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο χρονικό διάστημα των εκλογών εθνικής σωτηρίας ο κυρίαρχος λόγος μέσω αυτής της είδησης επιχείρησε να αναδείξει την οικογένεια ως βασικό πυλώνα του έθνους, ο οποίος δεν πρέπει μόνο να προστατεύεται από ανάλογες παγίδες θανάτου, αλλά και ως τέτοιος οφείλει να προσέρχεται στις κάλπες. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο δημόσιος λόγος σε περίοδο κρίσης επιλέγει συνειδητά να διαμορφώσει και να οξύνει το φαντασιακό δίπολο «εμείς (οι καλοί) και οι άλλοι (οι κακοί)», όπου οι «άλλοι» συνεχώς θα πληθαίνουν: Το εν λόγω σχήμα δεν είναι στατικό, με αποτέλεσμα ως «άλλοι» να νοούνται όλοι όσοι είναι ενάντια στην κυβερνητική πολιτική και τις νεοφιλελεύθερες αξίες. Τέλος, ένα σημαντικό στοιχείο το οποίο διαφαίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το συχνό ερώτημα για το ποια ζωή αξίζει να βιωθεί. Εδώ η ζυγαριά προφανώς γέρνει υπέρ του γνωστού προτύπου του δυτικού, λευκού, πλούσιου άντρα.

Το καλοκαίρι του 2012, τη στιγμή που η κυβέρνηση είχε δώσει εντολή για «εκκαθάριση» του κέντρου των πόλεων από τους μετανάστες, βγήκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας ο βιασμός μιας ανήλικης κοπέλας στην Πάρο από έναν μετανάστη πακιστανικής καταγωγής. Η ιστορία είχε ως εξής: Η έφηβη είχε πάει διακοπές με τους γονείς της. Κάποια στιγμή απομακρύνθηκε από αυτούς, με συνέπεια να βρεθεί αντιμέτωπη με τον «Δράκο της Πάρου». Η κοπέλα βιάστηκε, υπέστη άγριο ξυλοδαρμό και μεταφέρθηκε στην εντατική για πολλές μέρες. Οι φωτογραφίες του δράστη δημοσιεύτηκαν, και τα ΜΜΕ σε κρίση πανικού βάλθηκαν να παρουσιάσουν το ψυχολογικό προφίλ του κατηγορούμενου.

Το σημαντικό στοιχείο σε αυτή τη διαδικασία είναι ότι η ψυχοσύνθεση του βιαστή δεν αποτέλεσε τίποτα άλλο παρά «φυσική» συνέχεια της εθνικής του ταυτότητας. Εξάλλου ως στοιχείο αυτής της εθνικής ταυτότητας παρουσιάστηκε και το γεγονός ότι ο ίδιος επιχείρησε να αποκρύψει την πραγματική του ηλικία για να γλιτώσει την ποινή. Χωρίς να επιχειρείται κάποια προσπάθεια θυματοποίησης ενός βιαστή από μεριάς μας, οφείλουμε να εξετάσουμε το πώς ο κυρίαρχος λόγος έθεσε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο για το συγκεκριμένο βιασμό προκειμένου να αποσπάσει την κοινωνική συναίνεση υπέρ συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών.

Άλλο σημαντικό στοιχείο είναι και ο λόγος της Χρυσής Αυγής δια στόματος Η. Κασιδιάρη στη Βουλή. Χρησιμοποιώντας την παραπάνω συλλογιστική και αποκαλώντας το θύμα «κοριτσάκι 15 χρονών» και τον αλλοδαπό «σκουπίδι», ανάφερε ότι η Ελλάδα έχει καταντήσει «σκουπιδότοπος της Ευρώπης λόγω της εισβολής όλων αυτών των παράνομων στοιχείων που στόχο έχουν την κακοποίηση και την απαξίωση όλου του έθνους». Εδώ είναι μάλλον εμφανής ο έντονος παραλληλισμός μεταξύ του γυναικείου σώματος της κοπέλας-θύματος και της ίδιας της Ελλάδας, η οποία «βιάζεται» και «εμπαίζεται» καθημερινά από τους μετανάστες. Μια γενική αίσθηση που άφηνε η όλη αφήγηση του περιστατικού είναι πως ο βιασμός αποτελεί παράγωγο της κρίσης, πως τελικά ευθύνεται η κυβέρνηση που δεν έχει διώξει ακόμη όλους τους μετανάστες και πως, αν δεν γίνει κάτι γρήγορα, μόνο με βιασμούς, κλοπές και δολοφονίες θα ερχόμαστε αντιμέτωποι.

Ακόμη ένα περιστατικό έμφυλης βίας που απασχόλησε τα ΜΜΕ ήταν ο βιασμός της 34χρονης κοπέλας στην Ξάνθη από έναν Έλληνα, αυτή τη φορά, καταστηματάρχη. Μια συγκριτική προσέγγιση ανάμεσα στα δύο γεγονότα θα μας βοηθήσει να επεξεργαστούμε το πώς η έμφυλη ταυτότητα νοηματοδοτείται ανάλογα με την ηλικία του υποκειμένου-θύματος και το πώς δράστης ορίζεται σε σχέση με την εθνικότητα του. Σε αντίθεση με την περίπτωση της Πάρου, το πρώτο ερώτημα που έθεσαν τα ΜΜΕ ήταν το πώς σχετιζόταν η γυναίκα με τον βιαστή και το ποια περιθώρια δόθηκαν στον δράστη˙ το πώς προκάλεσε η 34χρονη το συγκεκριμένο γεγονός. Είναι, επομένως, ξεκάθαρο ότι μια ενήλικη γυναίκα δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως παιδί-θύμα όπως η 15χρονη. Ως εκ τούτου, το υποκείμενο δεν μπορεί να είναι τελείως αθώο και βάσει αυτής της συλλογιστικής πολύ πιθανόν να σχετιζόταν ερωτικά με τον βιαστή της. Σύμφωνα με τον κυρίαρχο λόγο, το θύμα όφειλε να γνωρίζει τα όρια της πρέπουσας γυναικείας συμπεριφοράς.

Αντίστοιχα, αν και η βιαιότητα του συγκεκριμένου βιασμού σόκαρε την ελληνική κοινωνία, η αντιμετώπιση του δράστη στη μιντιακή σφαίρα ήταν τελείως διαφορετική. Τα στοιχεία του δεν δημοσιεύτηκαν αμέσως και παρά το γεγονός ότι είχε υποστεί επανειλημμένως καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση, ο συγκεκριμένος άντρας εμφανίστηκε ως εξαίρεση του κανόνα. Ο βιασμός και η δολοφονία της 34χρονης ήταν απλώς ακόμη ένα έγκλημα πάθους που ξέφυγε σε επίπεδο βαρβαρότητας από τον μέσο όρο λόγω της άρρωστης ψυχοσύνθεσης του δράστη. Ως αποτέλεσμα, η πράξη αποσυνδέθηκε πλήρως από τις κοινωνικές σχέσεις που γεννούν τον σεξισμό και την ανισότητα.

Πτυχή του πώς αρθρώνεται ο κυρίαρχος λόγος στα ΜΜΕ αποτελεί, επίσης, η επιλογή του ποιο γεγονός αξίζει «να γίνει είδηση». Προφανώς, τα κριτήρια είναι πολιτικά και είναι λάθος να υιοθετούμε λογικές συνωμοσιολογίας, ωστόσο η αφήγηση ή μη ενός γεγονότος αποτελεί εργαλείο στα χέρια των ΜΜΕ και των κυβερνώντων. Ο άγριος ξυλοδαρμός και διαπόμπευση μιας γυναίκας στην Εύβοια από τον σύζυγο της επειδή τον απατούσε δημοσιεύτηκε στα τοπικά μέσα και στον αριστερόστροφο Τύπο. Δεν αντιμετωπίστηκε ως κάτι που μας αφορά όλους πανελλαδικά. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι κάτι τέτοιο μάλλον οφείλεται και στην πολιτική θέση του συζύγου, ο οποίος είναι μέλος της Χρυσής Αυγής. Μια τέτοια ανάλυση όμως είναι αρκετά κοντόφθαλμη, καθώς δεν λαμβάνει υπόψη ζητήματα όπως ότι η τιμή για τον άντρα στην ελληνική κοινωνία έχει ένα πολύ βαθύ έρεισμα και ότι η μοιχεία οδηγεί αυτόματα στην προσβολή και την απαξίωση του συζύγου.

Παράλληλα, η ίδια η μοιχεία είναι ένδειξη ότι η συγκεκριμένη γυναίκα δεν εκπληρώνει το ρόλο της ως καλής συζύγου και ότι εκθέτει την οικογένειά της ανεπανόρθωτα. Είναι, επομένως, υπεύθυνη, καθώς η ίδια προκάλεσε τον εξευτελισμό της. Συμπερασματικά, η πρακτική της διαπόμπευσης, αν και αποτελεί ακραία μορφή ψυχολογικής και σωματικής βίας, ήταν σε μεγάλο βαθμό νομιμοποιημένη από τη μέση αντίληψη των κατοίκων, των ΜΜΕ και της ελληνικής κοινωνίας. Πολύ πιθανόν τέτοιες εικόνες να μας φαίνονται βγαλμένες από ένα πολύ μακρινό παρελθόν της ελληνικής επαρχίας και ίσως ταυτόχρονα να υποπτευόμαστε πως για όλα αυτά ευθύνονται οι ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές των τελευταίων χρόνων, αλλά δυστυχώς οι πρακτικές έμφυλης βίας δεν είναι φαινόμενο της τελευταίας διετίας. Αντίθετα, έχουμε μετρήσει πολλές τέτοιες περιπτώσεις και στο παρελθόν.

Η έμφυλη ανισότητα και οι βίαιες πρακτικές που αυτή επιφέρει ενυπάρχει στην κυρίαρχη ιδεολογία και αναπαράγεται συστηματικά από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, όπως η εκπαίδευση και η οικογένεια. Παράγεται λοιπόν και αναπαράγεται από το ίδιο το σύστημα. Ίσως ένα διαχρονικό στοιχείο που αφορά τη γυναίκα στον δημόσιο χώρο είναι η απουσία του γυναικείου λόγου. Προφανώς, χρειάζεται να σημειώσουμε ότι ο γυναικείος λόγος είναι πολυδιάστατος και όχι ενιαίος, ότι δεν είναι εκ φύσεως φορέας φεμινισμού, και ότι θα ήταν λάθος να γενικεύουμε συμπεράσματα σε αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, θα ήταν χρήσιμο να δούμε πώς η απουσία ή, καλύτερα, η μερική απουσία του γυναικείου λόγου συντελεί στην κατασκευή των στερεότυπων και των κοινωνικών αναπαραστάσεων. Δηλαδή, πώς οι γυναικείες φωνές, αν και αρχικά μπορεί να βρίσκονται εκτός ερμηνευτικού πλαισίου στη δημόσια σφαίρα, ενσωματώνονται έντεχνα από τον κυρίαρχο λόγο προκειμένου ο ίδιος να παραμείνει ηγεμονικός.

Πολύ περισσότερο, μπορούμε να διακρίνουμε και ταξικά στοιχεία στο συγκεκριμένο ζήτημα, καθώς οι γυναίκες των ανώτερων στρωμάτων είχαν και έχουν πιο υπολογίσιμη τοποθέτηση σε θέματα που αφορούν τη θέση της γυναίκας (π.χ. το ζήτημα της μαντίλας). Ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, το θεωρητικό και πολιτικό σχήμα που αποδίδεται σε αυτές τις γυναίκες είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αυτό του πολίτη β΄ κατηγορίας. Από την άλλη, ποτέ δεν δόθηκε από τα ΜΜΕ ο αντίστοιχος χώρος για να τοποθετηθούν γυναίκες άνεργες, ομοφυλόφιλες, εγκληματίες, γυναίκες απολυμένες, γυναίκες που εργάζονται σε καθεστώς μερικής απασχόλησης, γυναίκες που έχουν υποστεί επανειλημμένως σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας τους, γυναίκες που πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα στην εγκυμοσύνη ή την απόλυση τους, γυναίκες μετανάστριες, θύματα βιασμών ή trafficking. Η συγκεκριμένη λίστα προφανώς είναι πολύ μεγαλύτερη.

Τελικά, η απάντηση στο ερώτημα αν οι πρακτικές έμφυλης βίας προϋπήρχαν της κρίσης ή γεννήθηκαν από αυτήν είναι σχετικά εύκολη, χωρίς να είναι απαραίτητα απλουστευτική. Αρκεί να θυμηθούμε την επίθεση στην Κωνσταντίνα Κούνεβα, το βιασμό της μαθήτριας στην Εύβοια, ακόμα και γεγονότα από την ίδια την καθημερινότητά μας. Ο σεξισμός και η βία –συμβολική ή φυσική– που αυτός επιφέρει σίγουρα οξύνθηκαν λόγω των κοινωνικών μεταβολών και της έντασης των κοινωνικών ανισοτήτων. Ωστόσο, ως αντιλήψεις ενυπήρχαν και αναπαράγονταν ήδη πριν από την κρίση στις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους.

Μια τέτοια κοινωνική πραγματικότητα δεν θα έπρεπε να μας γεμίζει αμηχανία και ούτε φυσικά να μας οδηγεί στην αδράνεια. Αν και αποτελεί κοινός τόπος η σχετική υποχώρηση του φεμινιστικού κινήματος στην Ελλάδα, οι απαντήσεις και οι διεκδικήσεις εκ μέρους του χώρου δίνονται και πρέπει να συνεχίσουν να δίνονται. Όχι μόνο επειδή δεν πρέπει να αφήνουμε έδαφος σε τέτοιες πρακτικές και στον ίδιο τον αντίπαλο, αλλά κυρίως γιατί μπορούμε να έχουμε υλικές νίκες σήμερα, με τρανό παράδειγμα την πρόσφατη αθώωση όλων των οροθετικών γυναικών.

Πηγές

Αφροδίτη Κουκουτσάκη, «Η γυναίκα εγκληματίας στον δημόσιο χώρο: αναπαραστάσεις της γυναικείας εγκληματικότητας» στο Μαριάννα Ψύλλα (επιμ.) Δημόσιος χώρος και φύλο, Αθήνα: Τυπωθήτω-Δαρδανός, 2009

Χριστίνα Κούρκουλα, «Η εικόνα της γυναίκας στα ΜΜΕ»

Δημήτρης Παπανικολάου, «Ομοφοβία, ρατσισμός και θανατοπολιτική»

Αλίκη Κοσυφολόγου, «Έμφυλη βία στο φόντο μιας πολύπλευρης κρίσης»

 

*Το κείμενο προέρχεται από την ομώνυμη εισήγηση στην εκδήλωση «Κρίση, έμφυλη βία και Αριστερά», η οποία πραγματοποιήθηκε στην πολιτική-πολιτιστική Λέσχη Εκτός Γραμμής το Σάββατο 16 Μαρτίου 2013. Στην εκδήλωση συμμετείχαν ως εισηγήτριες η  Ειρήνη Γαϊτάνου, διδακτορική φοιτήτρια Πολιτικών Επιστημών στο King’s College του Λονδίνου, η Έλενα Διαμαντοπούλου, εκπρόσωπος επικοινωνίας της Colour Youth-Κοινότητα LGBTQ νέων Ελλάδας, και η Χριστίνα Τσουλφίδου, απόφοιτος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Παντείου Πανεπιστημίου.

Πηγή: εκτός γραμμής

 

Share

Το προσωπικό είναι πολιτικό #3

της Suzie

Δεν ξέρω πότε ακριβώς έγινα φεμινίστρια. Ή μάλλον ξέρω το πότε, το πώς ακριβώς δεν είναι πολύ ξεκάθαρο. Πιστεύω ακράδαντα ότι ο φεμινισμός είναι κοινή λογική, ότι κατά βάση οι περισσότεροι άνθρωποι είναι φεμινιστές, απλώς η κουλτούρα μας φροντίζει να τους στρέφει αλλού την προσοχή. Κι εγώ θα μπορούσα να είμαι φεμινίστρια από πάντα, κι ας μην το είχα συνειδητοποιήσει. Έλα όμως που δεν ήμουν.

Μεγάλωσα σε καλή μεσοαστική οικογένεια, όπου δε γίνονταν ποτέ διακρίσεις ανάμεσα σε μένα και στον αδελφό μου. Εκτός από το μπαλέτο (γελάω που το γράφω) που πήγαινα εγώ και κάτι που σίγουρα πήγαινε ο αδελφός μου αλλά το έχω ξεχάσει, στα πάντα πηγαίναμε και οι δύο, κολύμβηση, ενόργανη, θεατρικό εργαστήρι, ξένες γλώσσες. Δεν υπήρχε «αυτά είναι για αγόρια, αυτά για κορίτσια», ούτε στα παιχνίδια, ούτε στο ντύσιμο, ούτε στη συμπεριφορά. Εδώ θέλω να πω ένα μεγάλο, τεράστιο μπράβο στη μαμά και στον μπαμπά που το έκαναν αυτό. Όχι από άποψη, από φεμινισμό, από συνειδητοποιημένη πολιτική τέλος πάντων, το έκαναν γιατί είναι κοινή λογική. Θυμάμαι πως όταν ήμουν μικρή σκεφτόμουν το ότι η μητέρα μου (που ακούει για φεμινισμό και φρίττει) δεν άλλαξε όνομα με το γάμο και πώς θα ήταν να μου άλλαζαν εμένα το όνομα χωρίς να με ρωτήσουν. Καλά άμα το ήθελα, άμα δεν το ήθελα τι θα γινόταν; Και αλήθεια, γιατί οι γυναίκες δεν έχουν δικό τους όνομα αλλά το επίθετό τους σημαίνει ότι ανήκουν σε κάποιον; Ή στον πατέρα ή στον άντρα τους; Αυτό το γιατί με αγανακτούσε και, το χειρότερο απ’ όλα, δεν έβρισκα καμία εξήγηση, καμία απάντηση. Έτσι είναι, τι θες τώρα; Φεμινίστρια Τζούνιορ εν τη γενέσει; Ναι καλά.

Κάποια στιγμή, εκεί γύρω στα 17-18 έκανα ωραίες παρέες, με ανθρώπους που σκέφτονταν, αμφισβητούσαν, συζητούσαν. Ήμασταν διατεθειμένοι να δούμε τι στραβό έχει η κοινωνία και να μιλάμε γι’ αυτό. Καταλαβαίναμε και μιλούσαμε για το ρατσισμό, για τις κοινωνικές αδικίες, για την ομοφοβία, για το «σύστημα», με λίγη αφέλεια μεν αλλά ε, ήμασταν και μικρά. Για το φεμινισμό βέβαια ούτε λόγος. Είχαμε ισότητα πλέον, τι θα κάνετε, υστερίες σαν αυτές που έκαιγαν τα σουτιέν τους παλιά (χα); Τι μου λες τώρα, εδώ οι γυναίκες δεν πάνε στρατό. Μου το είχαν πει αυτό και φυσικά το δέχτηκα, γιατί δεν είχα ακούσει τίποτα άλλο. Δεν είχα διανοηθεί καν ότι μπορεί να οφείλεται κι αυτό στους πατριαρχικούς ρόλους για τη γυναίκα και τον άντρα. Άλλωστε δεν είχα και εικόνα στρατιωτίνας, γυναίκας που να θέλει να είναι στο στρατό. Δηλαδή φανταζόμουν ότι υπάρχουν, αλλά η γυναίκα στο στρατό δεν προβάλλεται ούτε σαν εικόνα, ούτε σαν ύπαρξη, ούτε σαν μειονότητα τέλος πάντων. Η γυναικεία άποψη αγνοείται σε κοινωνικό επίπεδο, όπως στους περισσότερους τομείς. Όχι ότι η δική μου άγνοια είναι απαραίτητα χαρακτηριστική της μέσης Ελληνίδας, αλλά αν μη τι άλλο δείχνει πόσο επικίνδυνη είναι η παράλειψη της εμπειρίας των μειονοτήτων στη διαμόρφωση του «μέσου», του «φυσιολογικού».

Κάπου εκεί βούτηξα στο ίντερνετ. Θα ήθελα να κατηγορήσω αποκλειστικά αυτό για ό,τι έγινα πιο μετά, αλλά η αλήθεια είναι ότι το κακό είχε γίνει από πολύ πιο πριν. Είχε γίνει από τότε που έμαθα ότι πρέπει να είμαι έτσι κι έτσι κι έτσι για να αρέσω στους άντρες. Ή ότι όχι, στους *δικούς μου* κύκλους οι άντρες τις γυναίκες τις θέλουν έτσι κι έτσι κι έτσι (μαχητικές, δυνατές, να πετάνε πέτρες, να φωνάζουν). Είτε έτσι είτε αλλιώς, έπρεπε να είμαι κάπως για να αρέσω στους άντρες. Και κυρίως, έπρεπε να αρέσω στους άντρες. Το κακό έγινε από τότε που άκουσα για πρώτη φορά τη λέξη «πουτανάκι» να λέγεται με απέχθεια. Και όταν τη χρησιμοποίησαν για να μειώσουν εμένα. Από τότε που έμαθα τη δύναμη της λέξης «πουτάνα», ότι αφού τη λένε με τόση αηδία, είναι κάτι πολύ κακό, άρα τώρα όταν θέλω να βρίσω μια γυναίκα, ακόμα και για κάτι άσχετο με την ερωτική της ζωή, ξέρω πώς να το κάνω. Ξέρω πώς να την πονέσω. Το κακό έγινε από τότε που άρχισα να ακούω ότι οι γυναίκες δεν ξέρουν να οδηγούν, δεν ξέρουν από μαθηματικά, δεν ξέρουν να συζητάνε για κάτι πέρα από το μακιγιάζ και τα σίριαλ, δε δίνουν προσοχή στα βασικά πράγματα, δεν έχουν «καλά» ενδιαφέροντα, δεν είναι δυνατές, δεν είναι αξιόπιστες, όλα τα στερεότυπα που ακούμε όλοι. Το αποτέλεσμα ήταν να με εξοργίζει η φράση «κλασική γυναίκα, κάνει ____» και να βάλω στόχο να αποδείξω στον κόσμο ότι ΕΓΩ δεν είμαι σαν τις άλλες. Εγώ ήμουν διαφορετική, γιατί αυτά τα στερεότυπα δεν ίσχυαν για μένα, και ακόμα κι αν ίσχυε ένα, δε σημαίνει ότι είμαι ίδια με όλες τις γυναίκες. Αντί να πάω ένα βήμα παραπέρα, να καταλάβω ότι αυτό ισχύει για κάθε μία γυναίκα, κατάπια αμάσητα τα στερεότυπα από δεξιά κι αριστερά και νόμιζα ότι ήταν στο χέρι μου να αποδείξω ότι εγώ δεν είμαι το στερεότυπο.

Κάπως έτσι άρχισα να εσωτερικεύω το μισογυνισμό, να τον αφήνω να ριζώσει βαθιά και να τον στρέφω κατά του εαυτού μου και όλων των γυναικών. Το ίντερνετ ήρθε και τον θέριεψε μέσα μου. Ο μισογυνισμός στο ίντερνετ τη δεκαετία του ’00, όπως και ο ρατσισμός και η ομοφοβία, ήταν τρομακτικός. Ακόμα είναι, απλώς τώρα υπάρχει περιθώριο για άλλες απόψεις και συζητήσεις, κάτι που όσο πιο παλιά πάμε τόσο μικρότερο ήταν. Πολύ περιληπτικά, στην κουλτούρα του αγγλόφωνου ίντερνετ οι γυναίκες δεν είχαν φωνή (Δεν Υπάρχουν Γυναίκες στο Ίντερνετ) και δεν είχαν αξία παρά μόνο ως αντικείμενα κοροϊδίας ή ως βυζιά. Όταν για χρόνια ζεις σ’ αυτή την κουλτούρα, δεν αργείς πολύ να αρχίσεις να βλέπεις τον εαυτό σου έτσι, ή τουλάχιστον αυτό έκανα εγώ. Η αξία μου, η αξία όσων είχα να πω, η εικόνα μου, ορίζονταν από άλλους, που δε με ήξεραν καν, που μπορεί να μη μιλούσαν καν για μένα. Αλλά μιλούσαν για Όλες τις Γυναίκες.

Όσο μεγάλωνα όμως άρχισε να αλλάζει και το ίντερνετ, ή τουλάχιστον οι χώροι όπου κυκλοφορούσα εγώ. Οι γυναίκες άρχισαν όχι μόνο να μιλάνε αλλά να φωνάζουν ότι είναι εδώ. Άρχισαν να συζητιούνται τα προβλήματα με το ρατσισμό πρώτα, μετά με την ομοφοβία, πρόσφατα με το μισογυνισμό, τώρα με την τρανσφοβία κτλ. Άρχισα να διαβάζω γυναίκες, άρθρα από γυναίκες, θρεντ με γυναίκες. Είδα ότι οι γυναίκες έχουν πράγματα να πουν, έχουν διαφωνίες, έχουν απόψεις, έχουν χιούμορ (τόσο βουτηγμένη στο μισογυνισμό ήμουν). Δε χρειαζόταν να προσπαθώ να είμαι τόσο διαφορετική από όλες πια, δεν ήταν όλες το χάλι που περιγράφουν τα στερεότυπα. Μετά άρχισα να διαβάζω και φεμινιστικές απόψεις σε συζητήσεις, χωρίς να το επιδιώκω. Στην αρχή και για πολύ καιρό η αντίστασή μου ήταν τεράστια. Αμάν πια πώς κάνουν έτσι, Ένα Αστείο Ήταν (all time classic). Εδώ με βοήθησε πολύ ότι γνωρίζω καταπληκτικούς ανθρώπους με τους οποίους μπορούσα να τα συζητάω αυτά, φίλες (καλά, μία πιο συγκεκριμένα) που είχαν αντίστοιχες εμπειρίες με μένα και που ανακαλύπταμε σχεδόν παράλληλα το φεμινισμό. Αυτές οι συζητήσεις που γίνονταν πρόσωπο με πρόσωπο ήταν πολύτιμες για μένα. Επίσης στο να μαλακώσουν οι αντιστάσεις μου βοήθησαν οι συζητήσεις για το ρατσισμό, για το συστημικό ρατσισμό, για τις καλές προθέσεις που έχουν ρίζες στο ρατσισμό, και κυρίως για το προνόμιο. Δεν είναι τυχαίο ότι πρώτα γνώρισα το womanism, το κίνημα από κυρίως Αφρο-Aμερικανές, γενικά σκουρόχρωμες γυναίκες που απορρίπτουν το δυτικό φεμινισμό, που δεν παραδέχεται ότι τα προβλήματα των μαύρων γυναικών είναι προβλήματα όλων των γυναικών, και τις αγνοεί εντελώς κατά τραγική ειρωνεία. Εκεί η σημασία του προνομίου με χτύπησε σαν χαστούκι.

Από τότε ήταν λες και τραβήχτηκε μια κουρτίνα στο μυαλό μου. Είδα με νέο μάτι την καταπίεση, την κοινωνική πίεση, το συστημικό πλαίσιο που ορίζει τους ρόλους. Ξαφνικά αυτές οι φεμινίστριες που μου φαίνονταν υπερβολικές έλεγαν τώρα κάτι κατανοητό. Κάτι λογικό. Τώρα πια δεν ήταν τόσο ενοχλητικές. Σιγά σιγά άρχισα να αναγνωρίζω ότι μιλούσαν και για μένα. Αυτό που κατηγορούσαν μου ήταν οικείο, όχι πλέον ως ο δικός μου τρόπος ζωής αλλά ως αυτό που με έπνιγε. Πρώτα διάβαζα άρθρα για τον τεράστιο μισογυνισμό στην κουλτούρα του ίντερνετ. Σιγά σιγά, πολύ σιγά, άρχισα να βλέπω ότι το ίντερνετ δεν απέχει πολύ από την κοινωνία. Άλλωστε στο ίντερνετ γράφουν άνθρωποι, και μάλιστα πλέον άνθρωποι κάθε κοινωνικής τάξης, κατάρτισης, υπόβαθρου και εμπειρίας, όχι εξωγήινοι.

Κάπως έτσι άρχισα να διαμορφώνω μια ιδέα για το φεμινισμό. Όσο περισσότερο διάβαζα, τόσο πιο ξεκάθαρα έβλεπα τα πάντα. Στο φεμινισμό βρήκα απαντήσεις. Μέσα από το φεμινισμό κατάλαβα και γιατί το όνομά μου σημαίνει ότι ανήκω στον πατέρα μου. Είδα το κοινωνικό πλαίσιο που δίνει αξία μόνο στην εμπειρία, στην άποψη και στο κύρος μόνο ενός συγκεκριμένου προτύπου άντρα. Είδα πώς σε αυτό το πλαίσιο η γυναίκα εγκλωβίζεται. Πώς τα πρότυπα που επιβάλλονται είναι τόσο στενά και περιορισμένα που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο έκφρασης του διαφορετικού. Είδα ότι η κάθε μορφή καταπίεσης στην κοινωνία έχει τον ίδιο τρόπο λειτουργίας. Κατάλαβα ότι δεν είμαι μόνη μου αλλά ότι την εμπειρία μου την έχουν ζήσει χιλιάδες άλλες γυναίκες. Γι’ αυτό είδα τη δύναμη της συζήτησης. Είδα ότι πρέπει να φωνάζουμε, πρέπει να λέμε την εμπειρία μας, πρέπει να μιλάμε, να συζητάμε, να διαφωνούμε, γιατί ακουγόμαστε, τώρα σε πιο πολύ κόσμο από ποτέ. Δεν ξέρω τι ακριβώς σκέφτηκα και έγινα φεμινίστρια, ξέρω όμως ότι ίσως το πιο σημαντικό πράγμα για μένα ήταν οι φωνές των γυναικών.

Πηγή: καμένα σουτιέν

 

Share

Ο φασισμός και το επιθετικό λάιφ στάιλ

της Ελένης Καρασαββίδου

«Έναν τον κλότσησαν στο στομάχι ώσπου ξέρασε, έπειτα τον έκαναν να ξαναβάλει στο στόμα του ό,τι του είχαν βγάλει έξω. Όταν προσπάθησε να πνιγεί στο  ίδιο του το ζουμί τον συνέφεραν: «Είσαι χειρότερος από αράπη ή Οβριό», είπε ο κρανοφόρος «Είσαι διανοούμενος» (από το αριστουργηματικό ποίημα Γάγραινα του F. Lewin, μτφρ Κ. Αγγελάκη-Ρουρκ).

Αν θέλεις να έχεις ελπίδες να ανατρέψεις ή να σταματήσεις κάτι πρέπει να το κατανοήσεις. Το σκοτάδι είναι η καταδίκη του Μεφιστοφελή κι η αποδοχή αυτής της αλήθειας η απαρχή της λύτρωσής του (χαίρεται κ. Φρόυντ!) Η ανάγνωση, πχ, του ναζισμού ως μία έκφανση ακραίας συντηρητικότητας είναι ελλιπέστατη και «πολύ βολική» για το συλλογικό μας προσωπείο. Στην πραγματικότητα, όταν η χρονική απόσταση θα είναι επαρκής, θα κατανοηθεί πως δεν υπάρχει ούτε ιδεολογικός χώρος, ούτε τάξη που να απετέλεσαν στεγανά στην προσπάθεια του ναζιστικού καθεστώτος να στρατολογήσει στελέχη.  Μέλη του ΚΚΓ έτρεξαν με «ενθουσιασμό» στις γραμμές του, και η «καλλιεργημένη» μεγαλοαστική τάξη είχε τους Άλμπερ Σπίαρ της. Παρόλο που η κύρια πελατεία των ναζί λέγεται πως ήταν οι φοβικοί και αποτυχημένοι (και δεν έχουμε κανέναν λόγο να το αμφισβητήσουμε), δεν ίσχυε το ίδιο για όσους κυνικά διαχειρίστηκαν τις δυναμικές του και εν πολλοίς τις συνδημιούργησαν. Ούτε η θεωρητική συγκρότηση ούτε η επιτυχία απετέλεσαν ασπίδες. Για την ιστορία, χρειάστηκε βέβαια ένα κομμάτι των συντηρητικών  να συμμαχήσει με τους ναζί (κι έχει την σημασία του αφού αποτελεί εδραίο έδαφος του ναζισμού) ώστε αυτοί να αποκτήσουν τον απαραίτητο αριθμό εδρών και λίγα χρόνια επίπλαστης ευμάρειας κι ευτυχίας. Αλλά θα είναι λάθος στην  προσπάθεια ν’ αναλύσουμε μία από τις πλευρές του πολυσύνθετου αυτού φαινομένου να το ταυτίσουμε μονοσήμαντα με τον συντηρητισμό. Ο συντηρητισμός ο ίδιος δεν είναι συνεκτικός μονόλιθος, και υπάρχουν νησίδες του που εμφορούνται από έναν συντηρητικό μεν αλλά βαθύ ανθρωπισμό. Αν οι ιδιοσυγκρασίες και οι κοσμο-αντιλήψεις των ανθρώπων δρούσαν ανεξάρτητα από συμπαγείς ομάδες ταξικών -και όχι μόνο!- συμφερόντων, κι αν η παιδεία μας προσέφερε ορίζοντα κι ανάσα που θα νικούσε τον ατομικό και συλλογικό μας ναρκισσισμό, τότε είναι ελπίζω προφανές ότι θα χρειάζονταν «και τα δυο» (προοδευτικοί και συντηρητικοί) ώστε ο κόσμος να βρισκόταν διαρκώς σε μια κατάσταση δυναμικής (ποτέ ακίνητης, γιατί αυτή είναι η μαύρη συντήρηση ό,τι χρώμα κι αν φοράει) και δημιουργικής ισορροπίας. Αλλά τα πράγματα δεν είναι ανεξάρτητα, όπως κι οι άνθρωποι. “Το ζήτημα δεν είναι απλά ότι κάποιοι άνθρωποι δεν τυγχάνουν πολιτισμικής αναγνώρισης από άλλους. Αλλά ότι η διαχείριση της πολιτισμικής αναγνώρισης σχετίζεται με μια σύνθετη διαδικασία που μετατρέπει ένα υποκείμενο σε “Άλλον”, το λεγόμενο othering, (Beavouoir, 1979) κι αυτή η εξουσία, διάχυτη κι ανώνυμη, διακατέχει τους πάντες και κανέναν», όπως έγραψε η Butler στα 1999 (μτφρ. Α. Γαβριηλίδης).

Έτσι λοιπόν, υπάρχει και μια ποσόστωση του πληθυσμού που δεν ταυτίζεται  με την σημειολογία της συντήρησης, μα αποτελεί μεγάλη δεξαμενή της οργάνωσης με το ρομαντικό όνομα και το εφιαλτικό ραντεβού (γιατί μετά τη νύχτα με τους ναζί δεν σε περιμένει η χρυσή αυγή…). Η ομάδα αυτή (περισσότερο συσσωμάτωση παρά ομάδα) έχει αντικαταστήσει την πλάνη του γερμανικού αστισμού (Τ. Μαν) με την πλάνη του ελληνικού μικροαστισμού (και όχι μόνο ελληνικού…). Αν οι Γερμανοί αστοί αρνήθηκαν να πάρουν στα σοβαρά τον Χίτλερ και τα στρατόπεδα, ήταν γιατί θεωρούσαν την κλασσική παιδεία επαρκές αντιβιωτικό (λυπάμαι για την ιατρικοποιημένη πρόσληψη της πολιτικής, αλλά σ’ αυτόν τον αγώνα –αντοχής και δρόμου ταυτόχρονα- προτίθεμαι να πολεμήσω τον ραγδαία ανερχόμενο ιό με -μερικά από- τα όπλα του).

Οι Έλληνες μικροαστοί, -χαρακτηριστικά χαζοχαρούμενοι πάντα- στη θέση της κλασσικής παιδείας έχουν βάλει την μάτσο  (ψευτο)μαγκιά, την mainstream τσοντίτσα της γκόμενας-γλάστρας, το σεξιστικό/ρατσιστικό καλαμπουράκι, το σκουλαρικάκι  στο αυτί και την πολιτική συνείδηση στον κ… Και πάνω απ’ όλα, ως ομπρέλα τους, την ατομική/οικογενειακή επιτυχία του «δε γαμείς και μπρος εμείς» που προγκίζει παντοιοτρόπως τις συλλογικότητες από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα! Είναι ακριβώς το εμβληματικό κοινό ενός επιθετικού λάιφ στάιλ που δεν συναντάς στα κατηχητικά (όπου μπορείς να βρεις και μερικούς εξαιρετικά μειλίχιους ανθρώπους) αλλά στον καναπέ να βλέπει την πολιτιστική εκφορά του να συμπυκνώνεται στο πρόσωπο του Θέμου Αναστασιάδη….

Αν στην εκπομπή του οι φαντασιώσεις παίζουν με τον μέσο μαλάκα για να τον ευνουχίσουν ή να του τα πάρουνε («βαλιτσάκια έξω» λοιπόν ο Θέμος!) κι αν η φυλλάδα του δρα ως δελτίο τύπου της Χ.Α., κι αν ο ίδιος δεν είναι ο «μοναδικός Έλληνας μάγκας σερνικός» (Notis! Πέτρος! Tss!), παραπληρωματικές (και θα το γράψω ενόψει 8ης Μάρτη) σε αυτό το τόσο χαζό ώστε να ναι σίγουρα επιτυχημένο τοπίο είναι οι γυναίκες-βόμβες στυλ Τρέμη αλλά και της ανώνυμης ημίγυμνης του Θέμου. Όπως ο Κουβέλης είναι η αριστερά της Ε-φτύνεις! (έγραψε ο παιχταράς στον τοίχο, όχι στον τύπο φυσικά!) έτσι κι αυτές –ετεροκαθοριζόμενα με το αζημίωτο θηλυκά από την ηγεμονική ματιά- ρετουσάρουν ως εξισωτικό έναν βαθιά άνισο κόσμο, και τον ρετουσάρουν στον έναν ρόλο που θα μπορούσε να τις ανατεθεί: της διανοητικής ή σωματικής γλάστρας, σε έναν πλανήτη που ιδιωτικοποιείται ακόμη και το νερό. Και -ελλείψη του- τα μόνα φυτά (θηλυκά κι αρσενικά) που θα επιβιώσουν θα είναι όσα αποφεύγουν την κατάρα της σκέψης και έχουν το πλέον κατάλληλο προσόν απ’ όλα: Την υπακοή.

Αποφασίζοντας (και διατάσσοντας), και πάνω απ’ όλα πουλώντας, ότι το σκοτάδι δεν είναι η κατάρα του Μεφιστοφελή, αλλά η μοίρα του.

 

ΥΓ: Την ίδια ώρα ο Μιχαλολιάκος οργανώνεται σε όλα τα ένστολα σώματα, ακόμη και στα λογοτεχνικά σωματεία (κι είναι η λογοτεχνία η καταγραφή κάθε εποχής) και –αν δεν γίνει πραγματικά κάτι δυνατό και συνεργατικό και συντονισμένο- περιμένει απλώς να αποκτήσει την κρίσιμη μάζα πριν «κινηθεί»… Αλίμονο! Τέτοια πράγματα δεν γίνονται! Καημένη γιαγιά, που μας έλεγες ότι εμείς ποτέ δε θα γνωρίσουμε το Μακρονήσι…

 

 

 

Share

Ένα νέο εγχείρημα: Καμένα Σουτιέν

Ταταραρα! Το Φύλο Συκής έχει τη χαρά να παρουσιάσει ένα νέο φεμινιστικό site. Το εγχείρημα ακούει στο όνομα Καμένα Σουτιέν και έρχεται να εμπλουτίσει τον διάλογο για τα φεμινιστικά θέματα στην ελληνική πραγματικότητα. Το σκεπτικό είναι απλό: ένα «λεξικό» με όσα πάντα θέλαμε να μάθουμε για τον φεμινισμό, αλλά δεν ξέραμε πού να τα βρούμε. Λήμματα δηλαδή, γραμμένα με απλό λόγο, που απευθύνονται σε όσες/ους αναζητούν πληροφορίες, αλλά και links για εκείνες/ους που θέλουν να εμβαθύνουν περισσότερο. Χρήσιμο και χρηστικό, μια φρέσκια ιδέα που φιλοδοξεί να καλύψει το κενό πληροφορίας που υπάρχει στα ελληνικά πράγματα και να βάλει κάποια πράγματα στη θέση τους. Άλλωστε, σύμφωνα με την αρχική σελίδα, ο ίδιος ο τίτλος του site είναι φόρος τιμής στον διαδεδομένο μύθο ότι οι φεμινίστριες έκαιγαν μαζικά τα σουτιέν τους.

Πλήρης διεύθυνση: http://kamenasoutien.com/

Συγχαρητήρια και καλή επιτυχία!

 

Share

Σεξισμός και μίντια: Ο συμβολικός Φαλός…

της Ελένης Καρασαββίδου

Σε ένα συντονιστικό του Φύλου Συκής συζητήσαμε το ενδεχόμενο να δημιουργήσουμε ένα Παρατηρητήριο (ή όπως αλλιώς το πούμε) για τον σεξισμό στα ΜΜΕ. Και πως όχι; Από τις διαφημίσεις απορρυπαντικών και καλλυντικών ως τις εκπομπές λόγου, τα ΜΜΕ, η κύρια δίοδος αναπαράστασης του κόσμου με ευθεία και βαθιά επιρροή στην ανθρώπινη συνείδηση, «φυσιολογικοποιούν» κι έτσι «νομιμοποιούν» το βασικό δίπολο αναπαραγωγής ενός βαθιά ιεραρχικού, κι άρα και σεξιστικού κόσμου: Από τη μια οι δικαιωματικοί κυρίαρχοι του κοινωνικού γίγνεσθαι και της «σοφίας του» (λευκοί για τα δεδομένα μας, χριστιανοί άνδρες) κι από την άλλη το «άλλο» στην μορφή της γυναίκας ως καταναλώτριας, δέκτη, ή κι αναπαραγωγού των δικών τους προτύπων, ώστε η κυριαρχία όχι μόνο να μην απειλείται αλλά να αυτοβαυκαλίζεται και να επανανομιμοποιείται ως «συμμετοχική».

Αλλά σε εποχές κρίσης έρχεται στην επιφάνεια και κάτι ακόμη βαθύτερο που δεν αφορά μόνο όσα προβάλλονται προς τα έξω μα και τις εσωτερικές δομές των «οργανισμών» που τα προβάλλουν. Και κυρίως πια αφορά και τη σημειολογική λειτουργία τους: Χρόνια τα τραστ των ΜΜΕ, συγκεντρώνοντας πάνω σε ελάχιστους αριθμητικά οργανισμούς μια παγκόσμια εξουσία, θεωρούνταν ως τυπικά παραδείγματα μιας κοινωνίας με πατριαρχικό υπόβαθρο κι ενός ολιγοπωλιακού καπιταλισμού. Η γραφειοκρατική τους δομή, η σεξιστική και φυλετική ποσόστωση στις θέσεις εξουσίας, η διανομή των ρόλων και τα κριτήρια στην παγιοποίηση ή στις εξαιρέσεις τους, αποδείκνυαν βασικά συμπεράσματα της Gestalt θεωρίας αλλά και της Δυναμικής των Ομάδων. Τα γεγονότα είναι αυτό που είμαι εγώ, όχι αυτό που τα ίδια είναι ανεξάρτητα από εμένα. Αυτός ο ετεροκαθορισμός της κυρίαρχης ματιάς μέσα μας, το άδειασμα μου από την πιθανότητα να επαναοικιοποιήσω το βλέμμα μου και τον κόσμο γύρω είτε ως γυναίκα είτε ως μη μάτσο άνδρας, αφαιρούσε από την πραγματικότητα «σάρκα» και την έκανε μια άψυχη, τυπική αναπαραγωγή μηχανιστικών αν κι εξαιρετικά εύπεπτων προτύπων προς υλική αλλά και ψυχολογική κατανάλωση.

Φαίνεται όμως πως σε εποχές που ακόμη και η αστική δημοκρατία απεκδύεται τα καλά της κι αμήχανη ή «ανήξερη» βαδίζει προς έναν μηδενιστικό (ισοπεδωτικό ακόμη κι ως προς την έννοια του οράματος κι άρα της θυσίας) ολοκληρωτισμό, (γύρω όχι από μια υψηλή ιδέα –και να που είναι δυνατόν!- αλλά από την οικονομία) τα Μίντια, ακολουθώντας  ίσως την ίδια μάτσο περιφρόνηση για την κοινωνία και τις κατακτήσεις της με την οικονομική ολιγαρχία και τους κομματικούς και μιντιακούς εκπροσώπους της, σιγά σιγά αρχίζουν «ως δομή» να αντιλαμβάνονται το “μέγεθός” τους και να μην αρκούνται πλέον στο ρόλο του αναπαραστατικού μηχανισμού υπέρ του συστήματος, αλλά προσανατολίζονται υπέρ “του εαυτού τους” και των πολυποίκιλων κερδών της βιομηχανίας τους.

Λέγεται ότι στο τέλος του 20ου αιώνα αποκρυσταλλώθηκε μια διαδικασία «ανεξαρτητοποίησης» των παγκόσμιων ΜΜΕ, τα οποία από πιόνια του ιεραρχικού συστήματος της κοινωνίας αρχίζουν να θέτουν μόνα τους τούς όρους του παιχνιδιού και να διεκδικούν/αναλαμβάνουν ξεκάθαρα τον ηγετικό ρόλο για τον εαυτό τους, ως ένας σημειολογικός «φαλλός» που ορθώνεται για να «νουθετήσει». H πορεία αυτή δε συνεπάγεται αυτόματα πως θα είναι απόλυτη, μονοσήμαντη ή απρόσκοπτη. Όπως και να ’χει, όμως, μπορεί να εξελιχθεί (και εξελίσσεται ήδη) στο σημαντικότερο παράγοντα θεμελιωδών πολιτειακών μετατροπών κι εξελίξεων.

Πρωτοποριακές έρευνες στο χώρο των ΜΜΕ έχουν προειδοποιήσει εδώ και αρκετά χρόνια πως πολλά από τα συμβαίνοντα στο χώρο της βιομηχανίας της ενημέρωσης (πιθανότατα πλέον πιο κερδοφόρα κι απ’ αυτές των όπλων ή των ναρκωτικών) εξαρτώνται άμεσα από τη γραφειοκρατική τους δομή κι άρα τείνουν να γίνουν τα υποχείρια μιας τεράστιας, απρόσωπης (και γι’ αυτό πιο δύσκολα προσβάσιμης κι ελεγχόμενης) μάτσο στα βασικά της χαρακτηριστικά εξουσίας εξαιρετικά ολίγων πλανητικά και σε κάθε τόπο. Αν όλος αυτός ο εξουσιαστικός μηχανισμός αυτονομηθεί πλήρως, (με δεδομένες τις τεράστιες δυνατότητες της εικονικής τεχνολογίας που ίσως θα μπορεί να κατασκευάζει σε λίγο “δήθεν πραγματικότητες” που θα έχουν άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητά μας, αλλά και το ότι η επικοινωνιακή εξουσία δεν παρουσιάζει ένα αυταρχικό προσωπείο που σύμφωνα με έρευνες της γνωστικής ψυχολογίας κρατά την κριτική ικανότητα σε εγρήγορση, αλλά αντίθετα ένα ευχάριστο ή συναρπαστικό προσωπείο που μπορεί να σε κατέχει/κοιμίζει εσωτερικά), ίσως κάνει κάποτε ακόμη και τις φριχτότερες εξουσίες που γνώρισε μέχρι τώρα ο/η άνθρωπος να μοιάζουν κυριολεκτικά με παιδική χαρά. Ή τουλάχιστον με σταυρόλεξο για -σχετικά- εύκολους λυτές.

Επηρεασμένα από το φωτεινό διάλλειμα της μεταπολεμικής ανάτασης και της δεκαετίας του 60 στη Δύση, στο ζοφερό κατά τα άλλα τοπίο του ψυχρού πολέμου, τα ΜΜΕ έπαιζαν σημαντικό έτσι κι αλλιώς ρόλο. Είναι πασίγνωστη η καταλυτική επίδραση που είχαν μη λογοκριμένες εικόνες από τον πόλεμο του Βιετνάμ στη δημιουργία αντιπολεμικών συναισθημάτων και των αντίστοιχων κινημάτων. Σε μια πορεία όμως από την κριτική στην αποδοχή, (και με δεδομένο το μάθημα που παίρνει ένα σύστημα που το κυριότερο ταλέντο του είναι να φυλάγει τα νώτα του και να βγάζει και κέρδος από αυτό) η κάλυψη του πολέμου στο Βιετνάμ αντικαταστάθηκε από τον τρόπο κάλυψης του πολέμου στο Ιράκ και δώθε (έχει γράψει ο Ρ. Φισκ νομίζω για την μη δημοσιογραφία που αντί έρευνας αναπαρήγαγε απλώς τις απόψεις των ΥΠΕΞ ΗΠΑ και Βρετανίας…). Αυτή η πορεία υπήρξε -καθόλου τυχαία- παράλληλη με την υποχώρηση, ποδηγέτηση, ή ακύρωση των νέων κοινωνικών κινημάτων κι ανάμεσα τους το φεμινιστικό, που αμφισβητούσαν και μέσω των αντιπολεμικών ή αντιαποικιοκρατικών κινημάτων το κοντάρι πάνω στο οποίο καρφώνονται όλοι οι ολοκληρωτισμοί στο σώμα της γης. Κι ανάμεσά τους -όχι τον εθνισμό πάντα δημιουργικός όταν είναι κριτικά διακείμενος κατά την γνώμη μου-  τον εθνικισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι οποιαδήποτε αμφισβήτηση της κυρίαρχης ιστορικής ανάγνωσης (σωστής ή λάθος δεν μας αφορά εδώ) επιλέχθηκε να ονομαστεί ως «παλινόρθωση της κλειτορίδας» (Ζουράρης). Ούτε ότι αυτή η… φοβική αντίδραση, καλά «προστατευμένη» πίσω από την ειρωνεία, (αλλά και την ψευτομαγκιά του κάθε Κωστόπουλου, Αναστασιάδη ή Τατσόπουλου) συμπίπτει –και συνδιαμορφώνει σε σημαντικό βαθμό- μια εποχή όπου η ομοφοβία αλλά και η ακόμη εντονότερη «δημόσια» ξενοφοβία βιαιοπραγούν σωματικά και ηθικά κάθε ημέρα!

Στην Ελλάδα, έχουμε κατ’ αντιστοιχίαν του μεγέθους μας δημοσιογραφικά γραφεία κι ονόματα να λειτουργούν με το απίστευτα διαπλεκόμενο αζημίωτο (την ίδια ώρα που… καταγγέλλουν συντεχνίες) ως γραφεία τύπου συγκεκριμένων συμφερόντων και υπουργούς να καθοδηγούνται από δημοσιογράφους σε σχέση με την «στρατηγική της έντασης». Έχουμε ένα ΕΣΡ που αναπαράγει με ποινές ή λογοκριτικές πρακτικές κι αποδοχές όλα τα φοβικά σύνδρομα, την ίδια ώρα που αφήνει «ελεύθερη» την ρητορική μίσους. Κι έχουμε παλιά, καλά, καλλιεργημένα αστικά φύλα ή κανάλια να διαπράττουν όσα… κατήγγειλαν στους… σταλινικούς, απολύοντας όσους κι όσες γράφουν «με το αριστερό χέρι» ώστε να μην υπάρχει συγκριτικός αντίλογος στα λογικοφανή άρθρα τους μέσα από τα οποία το κοινό παραδίνεται στην παράνοια μιας εξωφρενικής εποχής η οποία –το πιθανότερο- μόλις ξεκινάει.

Σε αυτό το ζοφερό τοπίο λίγα ΜΜΕ, κυρίως ηλεκτρονικά (και το διαδίκτυο αποτελεί ένα άλλο μεγάλο θέμα) εξακολουθούν να θυμίζουν ακόμη την ιδεατή λειτουργία της δημοσιογραφίας, ως δικλείδα κριτικής της εξουσίας και του μάτσο προτύπου που τόσα συμφραζόμενα κυοφορεί και δημιουργεί. Λίγα ΜΜΕ (κι αυτά, όπως όλοι κι όλες  μας, με καλές και κακές στιγμές) φιλοξενούν κριτικές και έξω από τα λόμπι φωνές. Όμως, ιδίως αυτά που δεν μπορούν να γραφικοποιηθούν εύκολα εξαιτίας της προσωπικής ιστορίας και αξίας των συντελεστών τους όπως το tvxs ή το HotDoc, δέχονται ποικίλες επιθέσεις, είτε από πολιτικούς αντιπάλους είτε από χώρους που θα περίμενε κανείς να είναι προσεκτικότεροι στην εφαρμογή ενός επαναστατικού μεγαλοϊδεατισμού στο πεδίο της καθεαυτό πραγματικότητας, ώστε να μην παίζουν άθελα τους, παιχνίδια όσων θέλουν την δημοσιογραφία πλυντήριο μιας ολοένα και κυνικότερης εξουσίας. Στο θολό τοπίο των ΜΜΕ ας προστατεύσουμε τις λίγες νησίδες δημοσιογραφίας….

Ήδη, μέσω της ερώτησης του Παναγιώταρου, η Χ.Α. επιτέθηκε στην Τηλεόραση Χωρίς Σύνορα, ενώ είναι γνωστότατες (και σοκαριστικές) οι ιστορίες για το Hot Doc και την σύλληψη του Κ. Βαξεβάνη, και του Unfollow, με την καταγγελλόμενη επίθεση του Μελισσανίδη. Όποιος μάλιστα δεν βλέπει πόσο αυτά τα μίντια ανέδειξαν καίρια  ζητήματα σε καιρούς σιωπής (για να θυμηθούμε τον Μπρεχτ) έχει προφανώς πρόβλημα στην ανάγνωση ή παίζει (ηθελημένα ή αθέλητα) παιχνίδια περίεργων κύκλων. Με δεδομένο ότι (καθόλου τυχαία) αυτά αποτελούν ανεξάρτητες προσπάθειες στον μιντιακό χώρο δεν είναι άσχετα με την αποδόμηση θεμελιωδών στοιχείων της δημοκρατίας σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης  καταστολής κι άρα επέλασης του «ματσισμού»…

Η υπεράσπιση της ανεξάρτητης δημοκρατίας όπου αυτή εντοπίζεται (ακόμη κι όταν δεν μας βολεύει) δεν αφορά διαπροσωπικές σχέσεις, συμπάθειες κι αντιπάθειες αλλά απείρως σημαντικότερα από την ζωή του ενός ή των δυο, ζητήματα, που θα τα βρούμε όλοι και όλες μπροστά μας…. Πέρα όμως από την –σημαντική- περιπτωσιολογία (στην οποία οι αποκλεισμένες ή παραιτημένες γυναίκες απουσιάζουν!) καλό είναι να εντοπίσουμε, να αναδείξουμε και να αντιπαλέψουμε -στον βαθμό που μας αναλογεί- το όλο και πιο επικίνδυνο επικίνδυνο υπόστρωμα: Ο σεξισμός στα μίντια δεν έχει να κάνει  μόνο με αυτό που φαίνεται και την τεράστια δύναμή του, ούτε με αυτό που δεν φαίνεται και την προσβλητική εξουσία του. Αλλά έχει ακόμη να κάνει και με την ιδιαίτερα παγιωμένη, κι άρα ανησυχητική, δυνατότητα να αυτοαναπαράγεται ό,τι δεν θα ’πρεπε ποτέ  να παραχθεί: Εξουσιαστικές δομές και «νομιμοποιημένες» νοοτροπίες, σε επιχειρήσεις που δρουν ως τα πλέον συμβολικά και στιβαρά κύτταρα στο τέρας της κυριαρχίας, διεκδικώντας το όλο και πιο πολύ για τον εαυτό τους….

 

 

Share

Ακόμα και οι ήρωες σκοτώνουν

της Δήμητρας Σπανού

Από την περασμένη Πέμπτη παρακολουθούμε τις διαρκείς εξελίξεις στην τραγική δολοφονία της Ρέεβα Στέενκαμπ, που πέθανε ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου από τις σφαίρες του συντρόφου της Όσκαρ Πιστόριους. Τι είναι όμως αυτό που κάνει τη συγκεκριμένη υπόθεση να αξίζει της προσοχής μας σε σχέση με τα πολλά άλλα εγκλήματα κατά των γυναικών;

Αυτό που προκάλεσε το ενδιαφέρον των μέσων διεθνώς είναι ότι μια όμορφη και αρκετά διάσημη γυναίκα πέθανε από το χέρι ενός ακόμα πιο διάσημου άντρα. Ενός λευκού στη Νότια Αφρική -το τονίζω- και μάλιστα εθνικού ήρωα και γνωστού διεθνώς αθλητή.

Σε κάποια πηγαδάκια άκουσα ότι φταίει η αναπηρία του. Όπως πάντα, τα τραγικά εγκλήματα οφείλονται σε ψυχολογικά προβλήματα, γιατί οι λεγόμενοι “καθημερινοί” άντρες δεν βιάζουν ή σκοτώνουν. Ίσως ζήλευε, ίσως ένιωθε μειονεκτικά, κοκ. Ακούγοντας δε τις διάφορες ανταποκρίσεις μαθαίνουμε και για άλλες εικασίες, όπως ότι μπορεί να ήταν υπό την επήρεια ουσιών ή να ζήλευε τη σύντροφό του. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι, βασικά, δεν μας νοιάζει. Αν είχε προβλήματα, ας τα αντιμετώπιζε.

Το λυπηρό με όλες αυτές τις εικασίες είναι ότι συγκρίνουν πάντα τον θύτη με έναν ιδεατό άντρα, που φέρει τα γνωστά χαρακτηριστικά του πετυχημένου λευκού, αρτιμελή, ετεροφυλόφιλου κτλ ώστε να εξηγήσουν τη συμπεριφορά του με βάση κάποια υποτιθέμενη έλλειψη. Τι κι αν ο Πιστόριους είναι ολυμπιονίκης και έχει πετύχει μοναδικά ρεκόρ; Δεν μπορεί, κάποιο κουσούρι θα του έχει αφήσει η “έλλειψή” του, αλλιώς δεν θα σκότωνε. Αυτού του είδους οι εξηγήσεις είναι μεν κατανοητές, ως απόπειρες εκλογίκευσης τέτοιων ενεργειών. Παραλείπουν όμως το γεγονός ότι αυτός ο ιδανικός άντρας δεν υπάρχει.

Σε πολλές περιπτώσεις κοινωνίες “σοκάρονται” όταν άντρες που θεωρούνται “καλά παιδιά”, “καθημερινοί”, “καλοί οικογενειάρχες”, “που τα έχουν όλα” προβαίνουν σε αντίστοιχες πράξεις. Είναι πράγματι εντυπωσιακή η διαπίστωση ότι οι κοινωνίες ακόμη σοκάρονται με τέτοιου είδους αποκαλύψεις. Αυτό δε σημαίνει ότι κάθε άντρας είναι ένας εν δυνάμει βιαστής ή δολοφόνος, αλλά πως ένας βιαστής ή δολοφόνος γενικά δεν φοράει μια ταμπέλα στο κούτελο που να δηλώνει τις προθέσεις του. Αυτοί/ες που φαντάζονται ανθρωπόμορφα τέρατα με κόκκινα μάτια και γαμψά νύχια ουσιαστικά αδυνατούν να αναγνωρίσουν το πρόβλημα της έμφυλης βίας ως τέτοιο.

Κι εδώ οφείλουμε να τονίσουμε τον ρόλο τον μίντια. Αν ο Πιστόριους δεν ήταν ένας διεθνούς φήμης αθλητής, τότε δεν θα μαθαίναμε ποτέ για αυτή τη δολοφονία. Όπως δεν μάθαμε για τον ομαδικό βιασμό και άγρια δολοφονία της  Anene Booysen που συνέβη στις 2 Φλεβάρη στην ίδια χώρα. Το περιστατικό προκάλεσε οργή και αποτέλεσε αφορμή να ξανασυζητηθεί το ζήτημα της έμφυλης βίας, που αποτελεί ένα κυριολεκτικά ανεξέλεγκτο φαινόμενο στη Νότια Αφρική. Στην Ελλάδα, τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά. Ο βιαστής στην Ξάνθη προβλήθηκε γιατί δολοφόνησε άγρια την κοπέλα. Όταν όμως κατηγορήθηκε στο παρελθόν για απόπειρα βιασμού, πόσοι/ες το έμαθαν; Η υπόθεση του κατά συρροή βιαστή τουριστριών, γνωστού με το μιντιακό παρατσούκλι “βιαστής με την τυρόπιτα” έγινε περισσότερο γνωστή εξαιτίας της συνηγόρου του, παρά για αυτό που είναι. Τέλος, πόσες φορές κάποιος σκοτώνει τη σύντροφό του και αυτοκτονεί και αυτό χαρακτηρίζεται ως “έγκλημα πάθους”, για να μην αναφέρουμε και όλες τις περιπτώσεις που τα μέσα ανακαλύπτουν “δράκους” ή “τέρατα”. Μόνη εξαίρεση η περίπτωση της Ινδίας, όπου τα μίντια αναγκάστηκαν να καλύψουν το θέμα λόγω των μαζικών διαδηλώσεων που στρέφονταν ενάντια στην κουλτούρα του βιασμού και απαιτούσαν συνολική αλλαγή αντιλήψεων. Ακόμα κι εκεί όμως, συχνά προβλήθηκε η εικόνα ότι οι Ινδοί έχουν κάποιο μονοπώλιο στη βία κατά των γυναικών, σε αντίθεση με τις δυτικές, πολιτισμένες κοινωνίες. Επιπλέον, από τη στιγμή που έγιναν συλλήψεις και ξεκίνησε η δίκη, τα νέα που μαθαίνουμε είναι ελάχιστα. Το πιο πιθανό είναι πως η επόμενη είδηση για αυτό το τραγικό θέμα θα είναι όταν κρεμάσουν τους ενόχους.

Σε όλες αυτές τις -ενδεικτικές- περιπτώσεις αυτό που κυριαρχεί δεν είναι ούτε η συζήτηση για δικαίωση των θυμάτων ούτε ο προβληματισμός για τη βία κατά των γυναικών. Για τη μεταχείριση των περιστατικών κακοποίησης από τα μέσα πράγματι πολλά μπορούν να γραφτούν, που θα γέμιζαν σελίδες επί σελίδων… Καταρχάς, η επιλογή του ποιά περιστατικά θα προβληθούν γίνεται ανάλογα με το πόσο θα πουλήσουν. Έπειτα, ο τρόπος που προβάλλεται η κάθε είδηση με λέξεις όπως “συγκλόνισε” και “σόκαρε”, “δράκος” και “έγκλημα πάθους” ώστε να αποτελέσει ένα ελκυστικό προϊόν, υπονοεί πως κάθε περιστατικό είναι μεμονωμένο και αποτελεί μια εξαίρεση στην κανονικότητα, μια μικρή παρεκτροπή. Ο κανιβαλισμός των θυμάτων δε -εδώ είναι μακρύς ο κατάλογος- το μόνο που καταφέρνει είναι να παρουσιάσει το έγκλημα ως μια πράξη “κατανοητή” (π.χ. τον απατούσε-τη σκότωσε).

Αυτή η αντιμετώπιση το μόνο που πετυχαίνει είναι να συσκοτίζει το πρόβλημα, να αποκρύπτει τις πραγματικές διαστάσεις και να καλλιεργεί λάθος αντιλήψεις, σαν αυτές που περιγράφτηκαν στην αρχή. Έτσι, κάθε περιστατικό, αντί να αποτελέσει αφορμή για σκέψη ή και δράση, χωνεύεται αμάσητο από ένα ηδονοβλεπτικό κοινό που αγωνιά να επαληθεύσει ότι “αυτά είναι μεμονωμένα” και “συμβαίνουν αλλού”. Προτιμούμε τα “τέρατα” από την παραδοχή ότι υπάρχει πρόβλημα. Όμως, ένας ολυμπιονίκης, έξι φτωχοί Ινδοί και ένας μανάβης στην Ξάνθη μπορεί να έχουν περισσότερα κοινά από όσα φανταζόμαστε. Όπως η Ρέεβα Στέενκαμπ και η Ανένε Μπόυσεν έχουν περισσότερα κοινά από το ότι ζούσαν στην ίδια χώρα -αν και σε διαφορετικούς κόσμους- και η πρώτη είχε ποστάρει ένα σχόλιο για τον θάνατο της δεύτερης στα social media.

Σε φωτογραφίες από το δικαστήριο είδαμε τον Πιστόριους να κλαίει. Φυσικά και κλαίει, σκότωσε έναν άνθρωπο που υποτίθεται αγαπούσε, πράγμα για το οποίο δεν έχουμε λόγο να αμφιβάλουμε. Κάτι ξέρουν άλλωστε όλοι αυτοί που αφού σκοτώσουν την αγαπημένη τους αυτοκτονούν. Αυτό όμως δεν πρέπει να αποτελέσει ελαφρυντικό ή δικαιολόγηση της πράξης. Αυτοί που βιάζουν, κακοποιούν ή δολοφονούν είναι όντως τέρατα, ασχέτως με το πόσο γνωστοί ή καθημερινοί ή καλά παιδιά είναι. Οι ένοχοι πρέπει να τιμωρούνται, όμως πρέπει και σαν κοινωνίες να ασχοληθούμε επιτέλους με το βασικό ερώτημα, γιατί αυτές οι πράξεις συμβαίνουν καθημερινά και πώς θα τις απαλείψουμε. Και καλό είναι να γίνει επιτέλους αυτός ο διάλογος δημόσια.

 

 

Share

Ο μισογυνισμός, τα trolls και η ανοχή (μας)

Το παρακάτω άρθρο αλιεύτηκε από τη σελίδα του Φύλου Συκής στο facebook. Μας το ποστάρατε, μας άρεσε, το αναδημοσιεύουμε.

Δημ.Σπ.

 

της Sofia

Τον τελευταίο καιρό όλο και πιο συχνά πέφτει το μάτι μου πάνω σε διάφορες σελίδες ή ομάδες στο facebook που μόνη τους ασχολία είναι να αναδημοσιεύουν φωτογραφίες κοριτσιών και γυναικών χωρίς άδεια κάτω από τίτλους και σχόλια όπως “καριόλα”, “πουτάνα” και άλλα παρόμοια. Όταν κάποιες από αυτές τις κοπέλες ζητάνε από το διαχειριστή να κατεβάσει τη φωτογραφία τους (αν είναι αρκετά θαρραλέες και δεν φοβηθούν περαιτέρω “επιπτώσεις”) τότε ο διαχειριστής απαντάει με τα χειρότερα λόγια και δημοσιεύει τη συνομιλία.

Το ανησυχητικό δεν είναι τόσο ότι υπάρχουν οι σελίδες, όσο ότι υπάρχουν άνθρωποι που τις στηρίζουν και αφήνουν σχόλια κάνοντας την ύβρη ακόμα χειρότερη και ουσιαστικά ενθαρρύνοντας τον περαιτέρω εκφοβισμό των νεαρών αυτών κοριτσιών ή γυναικών.

Πιστεύω πως στην Ελλάδα υπάρχουν δύο πολλοί σημαντικοί λόγοι που βοηθούν και στηρίζουν το παραπάνω φαινόμενο.

1. Το “έλα μωρέ ένα αστείο έκανα”

Φυσικά αυτό δεν είναι μόνο Ελληνικό φαινόμενο. Στις περισσότερες χώρες όταν κάποιος προκαλέσει μία μισογυνιστική συμπεριφορά τότε η υπεράσπιση είναι ότι πρόκειται μόνο για ένα αστείο. Παρόλο που το χιούμορ δεν είναι μεμπτό – και σίγουρα η σάτιρα δεν είναι κατακριτέα (ίσα ίσα σε αυτό το blog έχω γράψει πολλά τέτοια κείμενα) –  αλλά η λυσσαλέα επίθεση στα κορίτσια αυτά δεν μπορεί να θεωρηθεί αστεία παρά μόνο από ανθρώπους που η επίθεση αυτή δεν τους αγγίζει. Η κακία, η σκληρότητα και η εισβολή στην προσωπική τους ζωή είναι πέρα κάθε αστείου. Και δυστυχώς ίσως υπάρχουν και περιπτώσεις που πρώην “φίλοι” ή άλλοι μπορεί να παίρνουν φωτογραφίες ιδιωτικές και να τις στέλνουν σε αυτές τις σελίδες -μια ακόμα προδοσία και μικροπρεπής εκδικητικότητα, ποιος ξέρει για ποιους λόγους.

2. Η φαλλοκρατική Ελληνική κοινωνία 

Στις περισσότερες συζητήσεις που γίνονται σε ομάδες τέτοιου επιπέδου η λογική ήταν “δεν φταίω εγώ, αυτή φταίει που είναι πουτάνα”. Η λογική με άλλα λόγια του βιαστή (“αυτή φταίει που φορούσε μίνι”), του ρατσιστή (“αυτός φταίει που είναι μαύρος”), του δολοφόνου (“αυτός φταίει που με έβρισε”) κλπ. Στη φαλλοκρατική Ελληνική κοινωνία ο άντρας έχει δικαίωμα να συμπεριφέρεται όπως του αρέσει (όπως για παράδειγμα να δείχνει τον ανδρισμό του βάζοντας τα με άγνωστες του γυναίκες) ενώ η γυναίκα πρέπει να συμπεριφέρεται σύμφωνα με κάποιο αόριστο κοινωνικό κανόνα που έχει θέσει το ανδρικό κομμάτι της κοινωνίας (όπως για παράδειγμα να μη φαίνεται το ντεκολτέ της ή να μη βάφεται έντονα).

Η Ελληνική κοινωνία δεν έχει ακόμα την ωριμότητα να αντιμετωπίσει αυτά τα φαινόμενα και δυστυχώς ούτε τις νόμιμες διαδικασίες ή υπηρεσίες (που είναι ένα θέμα που πονάει). Αντιθέτως οι νόμιμες οδοί είναι ακριβές, χρονοβόρες (και φυσικά οι υπηρεσίες δεν έχουν ιδέα από κουλτούρα διαδικτύου) και η κοινωνία η ίδια προστατεύει τους δράστες χρησιμοποιόντας τις δικαιολογίες του “έλα μωρέ ήταν ένα αστείο” ή του “δε φταίω εγώ, αυτή είναι πουτάνα”.

Οι γυναίκες που εκφράζουν την ταυτότητα τους online και ανεβάζουν φωτογραφίες ή άλλο περιεχόμενο σαφώς χρειάζονται και οι ίδιες γνώσεις διαδικτύου και ασφάλειας, παρόλα αυτά η λύση ΔΕΝ είναι να μην ανεβάζουμε φωτογραφίες μας online. Ούτε η λύση είναι να ανεβάζουμε “σεμνές” φωτογραφίες διότι έτσι αναγκαζόμαστε να συμμορφωθούμε με κανόνες με τους οποίους μπορεί να μη συμφωνούμε ή να καταπιεζόμαστε λόγω μιας γενικευμένης τρομοκρατίας.

Θα έλεγα λοιπόν ότι καιρός είναι και εμείς οι ίδιες οι γυναίκες αλλά και οι λογικοί άντρες, να σκεφτόμαστε σε βάθος αυτά τα φαινόμενα και τις λέξεις ή πράξεις που online μπορεί να μας φαίνονται αστεία. Είναι όντως αστεία όλα αυτά ή έχουμε μεγαλώσει σε μία κοινωνία που τη διέπει ο μισογυνισμός; Είναι όντως αστείο κάτι ή γελάμε και συμφωνούμε από συνήθεια; Όλα ξεκινάνε από εμάς. Αν αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τα πράγματα διαφορετικά τότε ίσως να αρχίσουμε να κάνουμε και τα πράγματα διαφορετικά.

Πηγή: digital-era.org 

 

 

Share