Subscribe via RSS Feed

Tag: "ταινία"

Το σχόλιο της Natalie Portman και το παράδειγμα της Σουηδίας

Natalie-Portman-Golden-Globes-All-Male-Director-Nominees

της Ιωάννας Βακάλη

«Και εδώ είναι οι αποκλειστικά αντρικές υποψηφιότητες για το βραβείο σκηνοθεσίας» ήταν το εύστοχο λακωνικό σχόλιο της ηθοποιού Natalie Portman στην 75η απονομή των βραβείων Χρυσές Σφαίρες φέρνοντας στο προσκήνιο την απογοητευτική πραγματικότητα της υποεκπροσώπησης των γυναικών στα βραβεία και πυροδοτώντας σχόλια και απορίες των απανταχού αδαών «Mα αφού είναι λίγες οι γυναίκες σκηνοθέτιδες, πως είναι δυνατόν να παίρνουν και βραβεία;» .

Το θέμα είχε θίξει παλιότερα η φεμινίστρια θεωρητικός κινηματογράφου Laura Mulvey στο έργο της Οπτικές και άλλες απολαύσεις σημειώνοντας μεταξύ άλλων σε σχέση με τις πρώτες έρευνες της δεκαετίας του 70 για τη γυναικεία παρουσία στον κινηματογράφο (μέχρι τότε οι γυναίκες ήταν σχεδόν αόρατες) «αυτές οι πρώτες μέρες της έρευνας για τη θέση των γυναικών στην ιστορία του κινηματογράφου γρήγορα εδραίωσαν το γεγονός ότι οι γυναίκες είχαν αποκλειστεί από την παραγωγή και τη δημιουργία των ταινιών, πιθανότατα σε βαθμό ανάλογο με τη διαβόητη εκμετάλλευση τους  ως σεξουαλικά αντικείμενα στην οθόνη»

Η υποεκπροσώπηση των γυναικών στη βιομηχανία του κινηματογράφου δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός που προκύπτει από το χαμηλό ενδιαφέρον των γυναικών για τον κινηματογράφο, όπως άλλοι θα πουν και για την πολιτική. Αποτελεί το αποτέλεσμα μιας διαρκούς και στοχευμένης αποσιώπησης της γυναικείας φωνής στον κινηματογράφο όπως άλλωστε και σε όλους τους φορείς διαμόρφωσης της κυρίαρχης αντίληψης. Και αυτό πιστοποιείται πλέον από μία σειρά μελετών σε όλες τις προηγμένες χώρες που θέτουν ως εθνική επιδίωξη την ισότητα των ευκαιριών.

Στο πλέον πρόσφατο παράδειγμα, τον Δεκέμβριο του 2017 η UNESCO δημοσιοποίησε μια εξαιρετικά κατατοπιστική έρευνα συνολικής έκτασης 252 σελίδων με θέμα την αποτίμηση της εφαρμογής της Διεθνούς Σύμβασης για την Προστασία και την Προώθηση της Ποικιλομορφίας των Πολιτιστικών Εκφράσεων (2005) με τίτλο (Ανα)Σχηματίζοντας τις Πολιτιστικές Πολιτικές: Προωθώντας τη δημιουργικότητα για την ανάπτυξη.

Το ένατο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην ισότητα των φύλων και εντάσσεται στον τέταρτο στόχο της Διεθνούς Σύμβασης του 2005 περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών στο χώρο του πολιτισμού. Τα στατιστικά στοιχεία είναι άκρως αποκαλυπτικά της κατάστασης σχετικά με την έμφυλη ανισότητα στην πολιτιστική δημιουργία διεθνώς. Συγκεκριμένα για τον χώρο του κινηματογράφου, μόλις μία στις πέντε κινηματογραφικές ταινίες στην Ευρώπη σκηνοθετείται από γυναίκα, ενώ μόλις το 16% των επιδοτούμενων κινηματογραφικών ταινιών στην Ευρώπη καταλήγει σε σκηνοθέτιδες και το υπόλοιπο 84% σε άντρες σκηνοθέτες. Το καθεστώς μερικής απασχόλησης, εξάλλου, είναι γένους θηλυκού και στον χώρο του πολιτισμού: 27,7% για τις γυναίκες έναντι 17,5% για τους άνδρες συναδέλφους τους. Τον Ιούλιο του 2017 ο δημόσιος φορέας ραδιοτηλεόρασης της Μεγάλης Βρετανίας (BBC) αποκάλυψε ότι μόλις το ένα τρίτο των 96 ατόμων με τις υψηλότερες χρηματικές απολαβές ήταν γένους θηλυκού.

Σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Αυστρία, σημειώνεται ότι παρόλο που γυναίκες συνιστούν περίπου το 40% των σπουδαστών κινηματογραφικών ακαδημιών, τελικά στη βιομηχανία του κινηματογράφου παραμένουν ελάχιστες. Οι γυναίκες αποτελούν μόλις το ένα τέταρτο του συνόλου των αυστριακών σκηνοθετών και σεναριογράφων, ενώ το ποσοστό τους στον τομέα της παραγωγής είναι ακόμη μικρότερο. Η ανάλυση της FC Gloria, ενός δικτύου γυναικών στην αυστριακή βιομηχανία κινηματογράφου και οπτικοακουστικών μέσων, σε σχέση με την κατανομή χρηματοδοτικών πόρων μεταξύ ανδρών και γυναικών σε τρεις καίριους τομείς του κινηματογράφου – σενάριο, σκηνοθεσία και παραγωγή- μεταξύ του 2011 και 2015, αποκάλυψε μία αδιαμφισβήτητη ασυμφωνία. Μόλις το 22% όλων των κρατικών επιχορηγήσεων για τον κινηματογράφο δόθηκε σε ταινίες γυναικών σκηνοθετριών, σεναριογράφων και παραγωγών. Η διαφορά ήταν ακόμη μεγαλύτερη για τις τηλεταινίες, όπου μόνο το 12% της χρηματοδότησης κατανεμήθηκε σε παραγωγές όπου συμμετείχε γυναίκα σε μία τουλάχιστον από τις τρεις δημιουργικές θέσεις.

Και βεβαίως δεν είναι μόνο η Αυστρία που προβάλλει μέσω ερευνών την εθνική υποεκπροσώπηση των γυναικών σε δυναμικές κινηματογραφικές θέσεις. Πολλές ακόμη χώρες όπως η Βραζιλία, η Γερμανία, ο Καναδάς, η Γεωργία έχουν να επιδείξουν τη δική τους πραγματικότητα σε σχέση με την άνιση εκπροσώπηση των γυναικών στον χώρο του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Απίστευτη φωτεινή εξαίρεση αποτελεί η Σουηδία.

Ήταν το 2013 κατά τη διάρκεια της πεντηκοστής επετείου του Ινστιτούτου Σουηδικού Κινηματογράφου (SFI), όταν η Anna Serner, ανώτατο διοικητικό στέλεχος του Ινστιτούτου, ανακοίνωσε αυτό που έγινε γνωστό ως «Στόχος 50/50 μέχρι το 2020» στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Καννών. Εντελώς αναπάντεχα, ο στόχος επιτεύχθηκε το 2015 κιόλας, κάνοντας τη Σουηδία την πρώτη χώρα στον κόσμο που κατάφερε φυλετική ισότητα στην κυβερνητική χρηματοδότηση ταινιών. Αυτή η αξιοσημείωτη κατάκτηση επιτεύχθηκε με συστηματική στρατηγική, σύμφωνα με την οποία αναγνωρίστηκαν και μελετήθηκαν οι πιο κοινές παρεξηγήσεις και παρανοήσεις που εκλογικεύουν τη φτωχή παρουσία των γυναικών στην βιομηχανία του κινηματογράφου, ειδικά σε δημιουργικούς ρόλους –κλειδιά, ενώ εκπονήθηκαν σχέδια δράσης στοχευμένα σε κάθε μία από αυτές τις παρεξηγήσεις.

Μεταξύ των πρωτοβουλιών που συμπεριλήφθηκαν στην στρατηγική ήταν και οι ακόλουθες: μια ηλεκτρονική σελίδα με το όνομα Σκανδιναβές Γυναίκες στον Κινηματογράφο με στόχο να ενισχύσει την ορατότητα των γυναικών που εργάζονται στον χώρο του κινηματογράφου, ένα πρόγραμμα καθοδήγησης γνωστό ως «Mοviement», το οποίο στοχεύει να βοηθήσει τις γυναίκες σκηνοθέτιδες να αναπτύξουν ηγετικές ικανότητες και στρατηγικές καριέρας, πλείστα ερευνητικά σχέδια τα οποία προάγουν την αποδοχή της ισότητας μεταξύ των νέων σκηνοθετών, γυναικών και ανδρών, καθώς και ενίσχυση του τρέχοντος ελέγχου των χρηματοδοτικών αποφάσεων.

Πιστεύοντας ακράδαντα ότι η στόχευση στην ισότητα των φύλων συνδυάζεται με την ποιότητα, η Serner επισημαίνει ότι οι ταινίες που χρηματοδοτούνται από την SFI προβάλλονται στα διεθνή φεστιβάλ περισσότερο από ποτέ και επίσης κερδίζουν περισσότερα βραβεία. Και πολλές από αυτές τις ταινίες είναι από γυναίκες σκηνοθέτιδες. Πιστεύει πως όσο μεγαλύτερη ποικιλία φωνών που αφηγούνται ιστορίες στο σινεμά και όσο περισσότερο οι ταινίες καθρεπτίζουν την κοινωνία με όλες της τις ποικιλομορφίες τόσο περισσότερο ποιοτικό γίνεται το ίδιο το σινεμά. Δεν πιστεύει σε ποσοστώσεις ως λύση στη φυλετική ανισότητα. «Δεν κάνουμε ποσοστώσεις» υποστηρίζει, εξηγώντας πως το κριτήριο προτεραιότητας για τις χρηματοδοτικές αποφάσεις είναι πάντοτε η ποιότητα.

Ως μέρος της συνεχούς εργασίας για την προβολή της ισότητας των φύλων, το SFI ανακοίνωσε ένα καινούργιο σχέδιο δράσης τον Ιούλιο του 2016, τον Στόχο 2020: Η ισότητα των φύλων στην κινηματογραφική παραγωγή, μπροστά και πίσω από την κάμερα.

Επανερχόμενοι στην έρευνα της UNESCO, στο ίδιο κεφάλαιο της έρευνας, προτείνονται τέσσερις βασικοί άξονες για την αντιμετώπιση του χάσματος μεταξύ γυναικών και ανδρών στον χώρο του πολιτισμού: Η ένταξη της διάστασης του φύλου σε όλες τις πολιτικές και δράσεις στον πολιτιστικό τομέα, η ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση της στατιστικής καταγραφής της συμμετοχής των δύο φύλων στο χώρο του πολιτισμού, η διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης ανδρών και γυναικών σε χρηματοδότηση, καθώς και σε λοιπές ευκαιρίες δημιουργίας, απασχόλησης και προβολής και τέλος η ουσιαστική υποστήριξη των γυναικών ως δημιουργών και παραγωγών σύγχρονων πολιτιστικών εκφράσεων.

Το παράδειγμα της Σουηδίας, άλλωστε, συνιστά την απόδειξη ότι είναι εύκολα εφικτός ο στόχος της ισοτιμίας, αρκεί να υπάρχει ειλικρινής θέληση και στοχευμένες προς αυτή την κατεύθυνση δράσεις.

 

Βιβλιογραφία και πηγές:

Mulvey L.(2004), Οπτικές και άλλες απολαύσεις, Παπαζήσης, Αθήνα

Koening Kurt B.,(1989) Women Directors, The Emergence of a New Cinema, Greenwood Publishing Group, New York

http://unesdoc.unesco.org/images/0026/002605/260592e.pdf 

http://www.isotita.gr/ethniko-programma-drasis/

http://www.independent.co.uk/arts-entertainment/films/news/natalie-portman-golden-globes-all-male-nominees-directors-oprah-video-a8147166.html

Share

Ναόμι Καουάσε: «Η ταινία μου είναι μια αχτίδα ελπίδας για εκείνους που βρίσκονται σε απόγνωση»

sweet_bean

του Γιάννη Κοντού

Από τις πλέον ιδιοσυγκρασιακές δημιουργούς ενός σινεμά των «μικρών» ανθρώπων, των μικρών χειρονομιών και των έντονων συναισθημάτων, η Γιαπωνέζα Ναόμι Καουάσε μας προσφέρει με το φαινομενικά ελάχιστα υποσχόμενο, κρίνοντας από τον τίτλο του, Γλυκό φασόλι ένα τρυφερό «διαμαντάκι» για τη χαρά, τη θλίψη και την ποίηση της καθημερινότητας. Πρωταγωνιστές, 2 μοναχικοί ήρωες, ο Σεντάρο και η ηλικιωμένη Τόκουε, που οι δρόμοι- και οι ιστορίες τους- συναντιούνται σε μια υπαίθρια καντίνα, η οποία πουλάει ντοραγιάκι (ένα είδος τηγανίτας με σάλτσα γλυκού κόκκινου φασολιού). Συζητώντας με την σκηνοθέτρια, με αφορμή την προβολή της ταινίας της από τις 9 Φεβρουαρίου σε διανομή της Mikrokosmos/Flisvos Films.

Σε ποιο βαθμό έχει διαμορφώσει η προηγούμενη εμπειρία και ενασχόλησή σας με τη δημιουργία ντοκιμαντέρ το αφηγηματικό και το οπτικό σας στιλ, καθώς και την επιλογή των θεματικών νημάτων;

Σε πολλές περιπτώσεις, μοτίβο στις ταινίες μου έχει αποτελέσει η ύπαρξη ανθρώπων που έρχονται και φεύγουν στη ζωή και ο χρόνος που περνώ μαζί τους. Επίσης, νιώθω πως η δημιουργία ταινιών ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας συμβαδίζουν και αλληλοεπηρεάζονται πολύ.

Το σινεμά σας είναι εκείνο των «μικρών» ανθρώπων, των μικρών χειρονομιών, των έντονων συναισθημάτων- ένα λυρικό σινεμά για τη χαρά, τη θλίψη, την ποίηση που εμφιλοχωρούν στην καθημερινότητα. Είναι έτσι;

Όπως επισήμανες, στις ταινίες μου συχνά προσπαθώ να εξυψώσω το συνηθισμένο με το να παρουσιάζω το σύμπαν που κρύβεται στις ζωές εκείνων, οι οποίοι δεν αφήνουν το σημάδι τους στην ιστορία, των απλών πολιτών. Για τα πράγματα που είναι δύσκολο να δούμε, που δεν μπορούν να ιδωθούν, χρησιμοποιώ το «φιλμ», προκειμένου να τα μεταφράσω και να τα μοιραστώ ως εκφράσεις με τους ανθρώπους.

Τα άνθη της κερασιάς φαίνεται να αποτελούν μια από τις κύριες μεταφορές για το χρόνο στο Γλυκό φασόλι. Ποια είναι η συμβολική τους σπουδαιότητα στην ιαπωνική παράδοση;

Αισθάνομαι ότι τα άνθη της κερασιάς ενσαρκώνουν την ιαπωνική κουλτούρα και μας δίνουν μια αίσθηση αρχής και τέλους. Αυτά τα λουλούδια είναι σε πλήρη ανθοφορία μόνο για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Η ομορφιά του πώς πέφτουν στο έδαφος και τα όσα νιώθουν οι άνθρωποι, όταν με ανυπομονησία περιμένουν αυτή τη στιγμή, αντανακλούν την ευθραυστότητα της ζωής και τις αιώνιες ευχές. Η πνευματικότητα συνδέεται με την αρχαία Ιαπωνία και μέσα στις 4 εποχές και τα χαρακτηριστικά της φύσης. Όταν τελειώνει η άνοιξη, φτάνει το καλοκαίρι, έπειτα το φθινόπωρο και ο χειμώνας, καθώς νιώθουμε την εναλλαγή των εποχών, την αρχή και το τέλος τους. Είναι σαν να βιώνουμε διαφορετικά συναισθήματα, όπως «θλίψη» και «χαρά» την ίδια στιγμή.

Όπως το αντιλαμβάνομαι, το Γλυκό φασόλι είναι μια ελεγεία για τη ζωή, το θάνατο, τη μοναξιά, τις δεύτερες ευκαιρίες- και την ανάγκη να μοιραστείς ανήκουστες, παραμελημένες ή ανεπιθύμητες ιστορίες. Περί αυτού πρόκειται, τελικά;

Εδώ βρίσκεται το σημείο, όπου η «λέπρα» αποτυπώνει της «αχρείαστες και αγνοημένες ιστορίες», οι οποίες, όπως ξέρεις, υφίστανται κατά εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο. Νιώθω ότι αυτή η ταινία μπορεί να είναι εκείνη η αχτίδα ελπίδας για εκείνους που βρίσκονται σε απόγνωση, όταν αισθάνονται ότι η ζωή τους έχει τελειώσει, ή δε θα έχουν ποτέ μια δεύτερη ευκαιρία. Εισπράττουμε κουράγιο από τη σπάνια ύπαρξη της «Τόκουε», η οποία γέμισε τη ζωή της ακούγοντας τη «φωνή» των γλυκών φασολιών.

Εφαρμόζετε την ίδια «χειροποίητη» ευαισθησία στη δημιουργία των ταινιών σας με της Τόκουε, όταν φτιάχνει τα ντοραγιάκι;

Δε νομίζω πως είμαι δεξιοτέχνης, αλλά σίγουρα θεωρώ τον εαυτό μου ως συυγραφέα που εισάγει χειροποίητη ευαισθησία στην τέχνη του.

Τι αναζητάτε κυρίως στους ηθοποιούς και τις ηθοποιούς, επαγγελματίες ή ερασιτέχνες, όταν κάνετε κάστινγκ για μια ταινία;

Τα «μάτια» τους. Τα «μάτια» τους είναι αυτό που αφηγείται ό,τι βρίσκεται στην καρδιά. Ακόμα και για εκείνους, οι οποίοι διαθέτουν πιο εκλεπτυσμένη έκφραση, είναι το μάτι τους ο τόπος που κατοικεί η ψυχή τους, κι αυτό δίνει δύναμη στη ρίζα του φιλμ.

Πόσο, και προς ποια κατεύθυνση, έχει αλλάξει η ιαπωνική κοινωνία, την οποία παρατηρείτε τόσο στενά, στη διάρκεια των χρόνων που γυρίζετε ταινίες;

Νομίζω ότι έχει αλλάξει πολύ. Πώς ξοδεύεται ο «χρόνος», πώς επικοινωνούμε με «ανθρώπους», αυτά τα σημαντικά πράγματα έχουν γίνει εύκολα. Αρχικά, στην ιαπωνική πολιτιστική αισθητική όσα ήταν δύσκολο να αποκτηθούν απαιτούσαν χρόνο και ζύμωση, ώσπου κάτι «αυθεντικό» να βρεθεί. Αυτός είναι ο λόγος που κάτι τέτοιο φυλασσόταν σαν θησαυρός και θεωρείτο «ξεχωριστό». Στο σημερινό κόσμο μας, η ευκολία και η άνεση έχουν προοδεύσει και αυτή η ίδια η πρόοδος έχει ως συνέπεια την καταλήστευση της παράδοσης, της κουλτούρας και της μοναδικότητας. Αφού η ανταλλαγή ήταν κάτι δύσκολο για το νησιωτικό μας έθνος, η μοναδικότητα ανθούσε, αλλά τώρα, με την εξάπλωση του ίντερνετ, η ευκολία έχει γίνει κυρίαρχη.

Υπάρχει ένα γυναικείο ή θηλυκό βλέμμα στο σινεμά και, αν ναι, κατά ποια έννοια διαφοροποιείται από το αρσενικό/αντρικό; Ποια έχει υπάρξει η μεγαλύτερη πρόκληση, την οποία βιώσατε ως γυναίκα, στην ανδροκρατούμενη κινηματογραφική βιομηχανία;

Όντως αισθάνομαι ότι αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο αλήθεια, αν και δεν μπορούμε να κατηγοριοποιούμε και να ταξινομούμε τους ανθρώπους με ευκολία. Η θηλυκότητα στους άντρες και η αρρενωπότητα στις γυναίκες υφίστανται. Ναι ή όχι, μαύρο ή άσπρο, υπάρχει αναρίθμητη ποικιλομορφία- και υπάρχει μέσα μας, επίσης. Κατανοώ απολύτως την ανακουφιστική αίσθηση που προκύπτει με τις κατηγορίες, αλλά πιστεύω πως οι εκφράσεις, οι οποίες δεν κατηγοριοποιούνται, είναι αυτές που συνδέονται με τη γέννηση καλλιτεχνών όπως εγώ. Με αυτή την έννοια, η πρόκλησή μου είναι να μην κατηγοριοποιούμαι, αλλά να συνεχίζω να εκφράζω τη μοναδικότητά μου, η οποία μπορεί να αναχθεί στις καταβολές μου. Για να το θέσω απλά, το να μη χάσω τον «εαυτό» μου.

Από τον καιρό του ντεμπούτου σας μυθοπλασίας Suzaku, που προβλήθηκε στις Κάννες 20 χρόνια πριν, έχετε υπάρξει ανάμεσα στις «αγαπημένες» σκηνοθέτριες του φεστιβάλ ανά τα χρόνια. Αισθάνεστε έτσι; Πού αποδίδετε τη σταθερή εμπιστοσύνη των προγραμματιστών του στη δουλειά σας;

Αναμφίβολα, εισπράττω αγάπη απο τις Κάννες. Και πράγματι νιώθω ότι με έχουν γαλουχήσει. Όπως έχω δηλώσει κι άλλοτε, νομίζω πως αυτό συμβαίνει γιατί συνεχίζω να δημιουργώ «κάτι που μόνο η Ναόμι Καουάσε μπορεί να δημιουργήσει».

 

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Ναόμι Καουάσε, η οποία βρήκε το χρόνο να απαντήσει στις ερωτήσεις μου εν μέσω post-production της καινούριας της ταινίας Radiance, και την βοηθό της Deguchi Chiharu για την πολύτιμη συνδρομή της στη διεξαγωγή της συνέντευξης.

Η ταινία της Ναόμι Καουάσε Γλυκό φασόλι προβάλλεται από τις 9 Φεβρουαρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Mikrokosmos/Flisvos Films.

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

Share

Στην άκρη του δρόμου (αγγλικοί υπότιτλοι)

%ce%ba%ce%b1%cf%81

«Για να μπορέσουμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο, πρέπει πρώτα να τον κοιτάξουμε με τα μάτια των γυναικών». Λ. Τρότσκι,

όμως δέστε τι ασφυκτικός και δυσκολοβίωτος γίνεται ξαφνικά ο κόσμος, πόσο ανυπόφορα φαίνονται τα πιο συνηθισμένα πράγματα, όπως το να περπατήσεις ως το σπίτι του φίλου σου, αν τον βιώνεις τον κόσμο όπως τον βιώνει μια γυναίκα! Ορίστε ένα βιντεάκι που παρουσιάζει έναν περίπατο τριών λεπτών μιας κοπέλας τη νύχτα, στη Γαλλία, όπου δεν συμβαίνει τίποτα το εξαιρετικό, τίποτα που να μπορεί να χαρακτηριστεί βία στην κυριολεξία, μόνο ό,τι λαμβάνει χώρα συνέχεια, κάθε μέρα, και σχεδόν κάθε φορά…

Πηγή: kar.org

Share

Εργαζόμενες του σεξ και φεμινισμός: Μια συζήτηση με την κινηματογραφίστρια, Λίζι Μπόρντεν

girlgang

H Λίζι Μπόρντεν γύρισε δύο από τις πιο σημαντικές ταινίες της δεκαετίας του ’80. Η πρώτη της ταινία, Born in flames, βγήκε στις αίθουσες το 1983 και εκτυλίσσεται σε ένα κοντινό μέλλον, μετά από μια δημοκρατική σοσιαλιστική επανάσταση στις ΗΠΑ. Η ταινία παρακολουθεί μια ομάδα ριζοσπαστικών γυναικών, κυρίως ομοφυλόφιλες και έγχρωμες, που διαπιστώνουν ότι η νέα σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν έχει επαρκώς απευθυνθεί στα ζητήματα πατριαρχίας και ρατσισμού και αποφασίζουν να οργανώσουν ένα «στρατό γυναικών» για να αγωνιστούν για μια επανάσταση μέσα στην επανάσταση.

Η επόμενη ταινία της, Working girls (1986), είναι μια ρεαλιστική ματιά στη ζωή γυναικών που εργάζονται σε ένα πορνείο του Μανχάταν. Παραμένει ακόμα και σήμερα μια από τις πλέον ρεαλιστικές, μη αισθησιακές κινηματογραφημένες απεικονίσεις της εργασίας του σεξ.

Τριάντα χρόνια μετά, οι ταινίες της είναι χρήσιμες για ακτιβιστές παραμένοντας τολμηρές και οραματικές όσο και την ημέρα που κυκλοφόρησαν. Πρόσφατα ένα φεμινιστικό ακαδημαϊκό περιοδικό αφιέρωσε ένα ολόκληρο τεύχος για την ταινία Born in flames, ενώ ακτιβιστές στο Allied Media Conference του Ντιτρόιτ αφιέρωσαν ένα ολόκληρο εργαστήριο για να συζητήσουν την ταινία.

Η Μπόρντεν δεν αποφεύγει να χαρακτηριστεί φεμινίστρια, αλλά, όπως και οι γυναίκες στις ταινίες της, νιώθει άβολα με αυτό που χαρακτηρίζεται ως λευκός φεμινισμός της μεσαίας τάξης. Οι χαρακτήρες του Born in flames αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους περισσότερο στον επαναστατικό φεμινισμό με ταξική και φυλετική συνείδηση, που εμπνέεται από την οργάνωση Combahee River Collective παρά από το Ms Magazine [www.msmagazine.com].

Η Λίζι Μπόρντεν ζει στο Λος Άντζελες και σχεδιάζει τα επόμενα έργα της. Ακολουθούν αποσπάσματα από μια συζήτηση μαζί της.

 

Τη συνέντευξη πήρε ο Τζόρνταν Φλάχερτι*

Εγινα κινηματογραφίστρια μάλλον τυχαία. Πήγα στη Νέα Υόρκη θέλοντας να γίνω ζωγράφος, αυτή ήταν η μεγάλη μου φιλοδοξία. Αγαπούσα την τέχνη και η Νέα Υόρκη ήταν η πόλη την οποία επισκεπτόμουν κάνοντας ότο στοπ, όταν σπούδαζα Ιστορία της Τέχνης στο κολέγιο Γουέλσλι, δυτικά της Βοστόνης. Συμπτωματικά βρέθηκα στον κόσμο της τέχνης, όταν μια καθηγήτριά μου με σύστησε για να γράψω στο περιοδικό Art Forum και έτσι γνώρισα πολύ κόσμο. Σύχναζα στο Max’s Kansas City με όλους τους σπουδαίους καλλιτέχνες της εποχής: Ρίτσαρντ Σέρα, Ρόμπερτ Σμίθσον κ.ά. Έγραφα για καλλιτέχνιδες όπως η Ιβόν Ρέινερ, η Τζοάν Τζόνας και η Σιμόν Φόρτι.

Ριζοσπαστικοποιόμουν από το φεμινιστικό κίνημα, αλλά δεν έβλεπα έγχρωμες γυναίκες να συμμετέχουν. Επίσης, ριζοσπαστικοποιόμουν από τη σεξουαλικότητά μου και την αποστροφή μου για την πατριαρχία. Έτσι για μένα, η ταινία Born in flames αποτελούσε την έκφραση αυτής που ήμουν εκείνη την περίοδο. Ήμουν κάποια που εξεγειρόταν ενάντια στο μικρό κορίτσι που ήμουν στα μάτια όλων των καλλιτεχνών που συναναστρεφόμουν, τους τιτάνες της τέχνης, και ζούσα σε ένα κόσμο όπου ο φεμινισμός, με τον οποίο ερχόμουν σε επαφή, ήταν μια εκδοχή με την οποία δεν μπορούσα να σχετιστώ. Τι είχα κοινό με την Γκλόρια Στάινεμ; Τίποτα.

Ταινία σαν εξερεύνηση

Η ταινία που σίγουρα με επηρέασε για να γυρίσω το Born in flames ήταν το Battle of Algiers. Αφηγούταν την ιδέα ότι η επανάσταση δεν τελειώνει ποτέ, συνεχίζεται διαρκώς. Ήθελα να εξερευνήσω αυτό το φάσμα: αγωνίζεσαι με λόγια, αγωνίζεσαι με τη δημοσιογραφία και τελικά αγωνίζεσαι με την ένοπλη αντίσταση. Πάντα φανταζόμουν ότι οι γυναίκες πρωταγωνίστριες στο Born in flames θα συλλαμβάνονταν, θα φυλακίζονταν και, όπως στο Battle of Algiers, θα υπήρχε ένα άλλο κύμα γυναικών που θα έπαιρνε τις θέσεις τους, γιατί ο αγώνας πρέπει να συνεχίζεται, γιατί δεν έχει αλλάξει το ζητούμενο. Δεν έχει αλλάξει για τις γυναίκες και δεν έχει αλλάξει για τις μειονότητες.

Αυτό εξερευνούσα και η ταινία απλώς έτυχε να είναι το μέσο. Δεν είχα ιδιαίτερη ανησυχία να είναι προσεγμένη. Στην πραγματικότητα, όσο πιο τραχιά έμοιαζε, τόσο το καλύτερο. Ήθελα να απευθύνεται στη βάση. Πήγαινα σε γκέι μπαρ, γύριζα στο δρόμο, έβρισκα γυναίκες και τις ρωτούσα αν ήθελαν να συμμετέχουν στην ταινία. Την δημιουργήσαμε μαζί. Αυτοσχεδιάζαμε και στη συνέχεια έπαιρνα ό,τι είχαμε γυρίσει και δημιουργούσα σκηνές που εντάσσονταν σε ένα σενάριο. Αυτή η διαδικασία κράτησε πέντε χρόνια.

Γύρισα το Born in flames αντίστροφα. Κοιτούσα ό,τι γύριζα, προσπαθούσα να μην το πειράξω, το μόνταρα κρατώντας ό,τι χρειαζόμουν και μετά έφτιαχνα αντίγραφα για ό,τι ήθελα να κρατήσω. Στη συνέχεια έγραφα κάποιο σενάριο, έβγαινα ξανά έξω, τράβαγα και έτσι δημιούργησα κάποιο είδος ιστορίας. Αν υπήρχε κάποια διαδήλωση, τοποθετούσα τους ηθοποιούς μας μέσα σε αυτή και τράβαγα. Ή έστηνα μια διαδήλωση και έβαζα μέσα πραγματικούς ανθρώπους.

Ένα λιοντάρι ή πεντακόσια ποντίκια;

Πολλές από τις γυναίκες στην ταινία δεν ήταν ηθοποιοί. Κάποιες επελέγησαν τυχαία στο δρόμο και έμειναν στην ταινία και άλλες έφυγαν. Ορισμένες υποδύονταν μια εκδοχή του εαυτού τους, όπως η Αντέλ. Οι περισσότερες γυναίκες που το έκαναν αυτό, έγραφαν το δικό τους υλικό. Η Αντέλ έγραψε ποίηση και μουσική για την ταινία. Η γυναίκα που πεθαίνει ήταν κάποια που βρήκα στο YMCA να παίζει μπάσκετ. Δεν είχε πρόθεση να γίνει ηθοποιός, ήταν πολύ άτσαλη, αλλά μου άρεσε η όψη της. Κάποιοι από τους άνδρες που παίζουν στην ταινία ήταν ηθοποιοί. Ο Ρον Βάουτερ από το Wooster Group και ο Έρικ Μποκοσιάν.

Ένας από τους θησαυρούς που είχα ήταν η Φλο Κένεντι. Δεν θυμάμαι πώς ακριβώς βρήκα την Φλο, γιατί ήταν δικηγόρος του Ms Magazine. Αλλά ανήκε στη ριζοσπαστική πλευρά, ήταν πολύ τολμηρή. Είπε κάτι πολύ όμορφο στην ταινία: «Τι προτιμάς να δεις να μπαίνει από την πόρτα, ένα λιοντάρι ή πεντακόσια ποντίκια;» Πεντακόσια ποντίκια μπορούν να κάνουν πολύ μεγάλη ζημιά και αυτό ήθελα με κάποιο τρόπο να δείξω με την ταινία.

Πάντοτε υποστηρίζω ότι υπάρχουν δύο τρόποι να γυρίσεις μια ταινία: με αφετηρία ένα ερέθισμα ή με αφετηρία ένα συμπέρασμα. Το Working girls ήταν συμπερασματική, διότι υπήρχε ένα σενάριο και από αυτό εκκινούσαμε, ενώ το Born in flames ήταν συνεπαγωγικό γιατί δημιουργήθηκε από σπόρους που φυτεύαμε καθώς τραβάγαμε.

«Working girls»

Η ιδέα για το Working girls γεννήθηκε καθώς μόνταρα υλικό από γυναίκες εν ώρα εργασίας για το Born in flames, σκηνές με γυναίκες να κάνουν πράγματα με τα χέρια τους, συμπεριλαμβανομένης μιας σκηνής όπου μια γυναίκα βάζει ένα προφυλακτικό στο πέος ενός άνδρα. Πολλές από τις γυναίκες που γνώρισα στα γυρίσματα του Born in flames ήταν πόρνες. Ήμουν σε ένα περιβάλλον όπου η πορνεία μου προκαλούσε ενδιαφέρον και η ιδέα της απομυθοποίησης του σεξ δημιούργησε το Working girls. Σκέφτηκα ότι κανείς δεν γνωρίζει πραγματικά την πορνεία στη μεσαία τάξη, όλοι έχουν προκαταλήψεις. Ό,τι είχα δει στον κινηματογράφο ήταν είτε παθητικές γυναίκες που έκαναν στοματικό σεξ για πέντε ή δέκα δολάρια είτε πόρνες για την υψηλή τάξη. Και οι δύο εκδοχές αντιμετωπίζονταν με ρομαντισμό και στις ταινίες και στην πραγματικότητα. Δεν είχα ποτέ δει την πλήξη ενός πορνείου, την απεικόνιση της ίδιας της δουλειάς και του γεγονότος ότι η πορνεία είναι μια δουλειά σαν όλες τις άλλες. Αν αποφασίζεις ότι θέλεις να ξοδεύεις οκτώ ώρες και να δίνεις το κορμί σου, διότι δεν θέλεις να ξοδεύεις σαράντα ώρες και να δίνεις το μυαλό σου, είναι δική σου επιλογή. Το Working girls είναι περισσότερο μια ταινία για τη δουλειά παρά για το σεξ.

Απομυθοποίηση τώρα

Ορισμένοι πήγαν να δουν την ταινία νομίζοντας ότι μιλάει για σεξ. Αυτή η προσδοκία στην πραγματικότητα με εκτροχίασε ως κινηματογραφίστρια, διότι πολλοί με κατέγραψαν ως δημιουργό ερωτικών ταινιών και τέτοια σενάρια μου προσφέρονταν. Όμως επρόκειτο για τη λιγότερο ερωτική ταινία που θα μπορούσε να δει κανείς. Ήταν σαν ο θεατής να ήταν μια μύγα στον τοίχο και να παρακολουθούσε την εμπειρία των γυναικών με τους άνδρες πελάτες τους. Αντίθετα από την τυπική οπτική από την οποία παρουσιάζεται συνήθως ένα πορνείο σε μια ταινία, την αντρική, που βλέπει μια παράταξη κοριτσιών και σκέφτεται «ποιο ζαχαρωτό να διαλέξω σήμερα από το κουτί;». Έχεις την ευκαιρία να δεις τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες ανταποκρίνονται στους άνδρες, σε αυτούς που δείχνουν σεβασμό και σε αυτούς που δεν δείχνουν. Επίσης, καμία από τις γυναίκες δεν έχει τέλειο σώμα και αυτό δείχνεται επίσης.

Αυτό που απολαμβάνω είναι οι ταινίες που απομυθοποιούν πράγματα που έχουν παρανοηθεί. Οι τάξεις με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα όπως και οι γυναίκες στα άκρα.

Δεν πήγα σε σχολή κινηματογράφου. Νομίζω αν είχα πάει, το Born in flames δεν θα είχε γυριστεί, διότι οι δάσκαλοι θα μου είχαν πει ότι οι ταινίες δεν γυρίζονται με αυτόν τον τρόπο. Δεν αρχίζεις μια ταινία χωρίς σενάριο, μόνο με μια ιδέα. Αυτή η ταινία, όμως, ξεκίνησε έτσι, με μια υπόθεση. Στα χέρια μου εξελίχθηκε σε μολότοφ γιατί πραγματικά ήθελα να ανατινάξω κάτι.

* Ο Τ. Φλάχερτι είναι κινηματογραφιστής και δημοσιογράφος, με έδρα τη Νέα Ορλεάνη. Μπορείτε να δείτε δουλειά του στο: jordanflaherty.org. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο «Counterpunch» στις 28 Γενάρη 2015.

Πηγή: Εποχή

born-in-flames-movie-poster borden1

 

Share

Anna Muylaert: «Ήθελα να αφηγηθώ μια καλή ιστορία, όχι να γράψω πολιτικό μανιφέστο»

anna

του Γιάννη Κοντού

Ένα βαθιά πολιτικό και με σαφώς ταξική «ανάγνωση» οικογενειακό δράμα επιβεβαιώνει τη ζωτικότητα του νοτιοαμερικάνικου σινεμά. Ο λόγος για την ταινία Η δεύτερη μάνα της Βραζιλιάνας Anna Muylaert, η οποία επιτέλους προβάλλεται από τις 14 Απριλίου στους κινηματογράφους, 1 και πλέον χρόνο μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ του Σάντανς, όπου οι πρωταγωνίστριές ατης Regina Casé και Camila Márdila απέσπασαν το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στην κατηγορία του Παγκόσμιου Σινεμά. Το φιλμ αφηγείται την ιστορία της Val (Regina Casé), η οποία εργάζεται ως εσώκλειστη νταντά, και ουσιαστικά ως πραγματική μητέρα, σε μεγαλοαστικό σπίτι στο Σάο Πάολο, έχοντας πλήρως εσωτερικεύσει και φυσικοποιήσει την ταξικά κατώτερη θέση της. Η εμφάνιση της νεαρής κόρης της Jéssica (Camila Márdila), την οποία έχει να δει επί πολλά χρόνια, στην πόλη, όπου σκοπεύει να δώσει εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, θα «πυροδοτήσει» μια σειρά από ανατροπές. Κουβεντιάζουμε με την Anna Muylaert, με αφορμή τη διεισδυτική της ταινία.

Φαίνεται ότι η Δεύτερη μάνα σε «ταλαιπώρησε» για πολλά χρόνια. Ποια ήταν η αφετηρία όλης της δημιουργικής διαδικασίας πίσω από το γύρισμα της ταινίας και γιατί χρειάστηκες τόσο μεγάλο διάστημα, για να την ολοκληρώσεις;

Ξεκίνησα να γράφω το σενάριο πριν από 20 χρόνια, όταν γέννησα το πρώτο μου παιδί και συνειδητοποίησα πόσο ευγενής απασχόληση είναι να ανατρέφεις ένα παιδί. Την ίδια στιγμή, παρατήρησα, επίσης, το βαθμό, στον οποίο το καθήκον αυτό είναι υποτιμημένο στη βραζιλιάνικη κουλτούρα. Στο κοινωνικό μου κύκλο, αντί να φροντίζεις το ίδιο σου το μωρό, πιο συχνά προσλαμβάνεις μια εσώκλειστη νταντά, στην οποία αναθέτεις την περισσότερη δουλειά, που θεωρείται βαρετή και σε «αδειάζει». Αλλά αυτές οι νταντάδες συχνά αναγκάζονται να αφήσουν τα δικά τους παιδιά σε κάποιον άλλο, για να χωρέσουν σε αυτό το πλαίσιο.

Αυτό το κοινωνικό παράδοξο υπήρξε για μένα ένα από τα πιο σημαντικά στη Βραζιλία, γιατί είναι πάντα τα παιδιά που βγαίνουν χαμένα- τόσο εκείνα των εργοδοτών, όσο και των νταντάδων. Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στο θεμέλιο της κοινωνίας μας, την εκπαίδευση.

Μου πήρε τόσα χρόνια, για να βρω τη σωστή ιστορία και να συγκεντρώσω χρήματα.

anna2

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της δουλειάς σου είναι ο βαθιά πολιτικός χαρακτήρας της, το γεγονός ότι «απογυμνώνει» τις ταξικές σχέσεις και τις σχέσεις εξουσίας στη Βραζιλία, χωρίς, ούτε μια φορά, να αναφέρεται σε κάποια πολιτική ιδεολογία ή όρο (Αριστερά, Δεξιά, Κέντρο), ή να γίνεται διδακτική. Ήταν συνειδητή επιλογή εξ αρχής, ή αποφάσισες πως αυτός ήταν ο πιο κατάλληλος τρόπος να αφηγηθείς τη συγκεκριμένη ιστορία;

Δεν ήταν καν απόφαση. Ήθελα να αφηγηθώ μια καλή ιστορία, όχι γράψω το οποιοδήποτε πολιτικό μανιφέστο.

Ταυτίζεσαι με τη ζωντανή παράδοση του νοτιοαμερικάνικου σινεμά, που συνδυάζει οξύ κοινωνικό και πολιτικό σχόλιο και μια ευαίσθητη ματιά στην ανθρώπινη κατάσταση;

Το ελπίζω! Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, οι αναφορές μου παραπέμπουν περισσότερο στον ιταλικό κινηματογράφο.

Η Regina Casé, η πρωταγωνίστριά σου, δίνει μια από τις πιο ολοκληρωμένες ερμηνείες των τελευταίων χρόνων τόσο σε λεκτικό, όσο και μη-λεκτικό επίπεδο, θυμίζοντάς μου πολύ το ταμπεραμέντο των γυναικών και των μητέρων της Μεσογείου. Πώς ήταν συνεργασία σας; 

Πράγματι συνεισέφερε πολύ στη διαμόρφωση των διαλόγων και το «χτίσιμο» του χαρακτήρα της. Υπήρξαν πολλές συζητήσεις, πρόβες και αυτοσχεδιασμοί.

Η εμφάνιση της κινηματογραφικής της κόρης, που ενσαρκώνεται υπέροχα από την Camila Márdila, λειτουργεί καταλυτικά με πολλούς τρόπους- κι όχι μόνο σε σχέση με την ήρεμη ριζοσπαστικοποίηση της μητέρας. Αντιμετωπίζεις, επίσης, τις νεότερες γενιές- ή τμήματά τους- ως «καταλύτες» της κοινωνικής αλλαγής;

Ναι, σίγουρα. Αλλά, αυτή τη στιγμή, στη Βραζιλία ο συγκεκριμένος χαρακτήρας φέρει μια ξεχωριστή κοινωνική σημασία, λόγω των πρόσφατων ενεργειών που κατόρθωσαν να συμπεριλάβουν εκατομμύρια φοιτητές χαμηλών κοινωνικών τάξεων στο πανεπιστήμιο.

Εκτός από παραγωγική σκηνοθέτρια τηλεταινιών και ταινιών μικρού μήκους, έχεις, επίσης, ασχοληθεί με την κριτική κινηματογράφου. Σε βοήθησε να διαμορφώσεις την κινηματογραφική σου προσέγγιση;

Ασφαλώς. Για να σκηνοθετήσεις μια ταινία, πρέπει όχι μόνο να αισθάνεσαι, αλλά και να κρίνεις όλη την ώρα.

anna3

Ποιοι σκηνοθέτες συνιστούν τις βασικές σου αναφορές/ πηγές έμπνευσης;

Οι δάσκαλοι. Ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, ο Φελίνι, ο Παζολίνι, ο Γκλάουμπερ Ρόχα, ο Γκοντάρ. Επίσης, οι Αδερφοί Κοέν, ο Γκας Βαν Σάντ, καθώς και σύγχρονοι Βραζιλιάνοι σκηνοθέτες, όπως ο Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιο και ο Κλαούντιο Ασίς.

Υπάρχει ένα «γυναικείο βλέμμα» στον κινηματογράφο, ή, απλώς, καλοί και κακοί σκηνοθέτες και σκηνοθέτριες; Τι καθιστά ένα φιλμ «καλό», κατά τη γνώμη σου;

Πιστεύω πως υπάρχει γυναικείο βλέμμα, αλλά νομίζω ότι δεν εξαρτάται από το φύλο του σκηνοθέτη. Ο Αλμοδόβαρ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Είναι δύσκολο να ορίσεις ένα «καλό» φιλμ, αλλά αυτό που τέτοιες ταινίες έχουν ως κοινό ίσως είναι ότι είναι ζωντανές, ότι λένε περισσότερα από όσα είχαν σκοπό να πουν.

Πόσο δύσκολη είναι η εξασφάλιση χρηματοδότησης για κινηματογραφικά εγχειρήματα στη Βραζιλία;

Δύσκολη όσο και οπουδήποτε αλλού. Το σινεμά απαιτεί πολλά χρήματα.

2 ταινίες σου (Η δεύτερη μάνα, Don’t call me son) έχουν προβληθεί σε φεστιβάλ τα 2 τελευταία χρόνια. Προς το παρόν ξεκουράζεσαι, ή είσαι στη διαδικασία προετοιμασίας μιας καινούριας ταινίας;

Ξεκουράζομαι!

Η φωτογραφία της Anna Muylaert είναι του Marcos Alves και εκείνες των 2 πρωταγωνιστριών της Aline Arruda.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Manuela Mandler από την εταιρεία παραγωγής της ταινίας, την Gullane, που με έφερε ταχύτατα σε επαφή με την σκηνοθέτρια.

Η ταινία της Anna Muylaert Η δεύτερη μάνα προβάλλεται από τις 14 Απριλίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Feelgood Entertainment.

Πηγή: εναντιοδρομίες

anna4

Share

Laura Bispuri: «Θέλαμε να στοχαστούμε πάνω στη μάχη για τη γυναικεία ανάπτυξη»

sworn-virgin

του Γιάννη Κοντού

Εμπνεόμενη από το ομότιτλο μυθιστόρημα της αλβανικής καταγωγής συγγραφέως και ντοκιμαντερίστριας Elvira Dones, η Ιταλίδα σκηνοθέτρια Laura Bispuri αφηγείται με την Ορκισμένη παρθένα, το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της, την ιστορία της Hana (Alba Rohrwacher), μιας γυναίκας που, ακολουθώντας έναν αρχαϊκό αλβανικό κώδικα τιμής, αποφασίζει να γίνει άντρας, ώστε να είναι ελεύθερη, απαρνούμενη την αγάπη και το σεξ. Με τα χρόνια, η ηρωίδα θα επιχειρήσει να ανακαλύψει εκ νέου την καταπιεσμένη σεξουαλική της ταυτότητα. Η ταινία της Laura Bispuri, μια συγκλονιστική σπουδή πάνω στη δόμηση της σεξουαλικής ταυτότητας και την καταστρεπτική επίδραση της πατριαρχίας, έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στην περσινή Μπερλινάλε και την ελληνική στο 56ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Από τις 7 Απριλίου προβάλλεται και στους κινηματογράφους. Συζητάμε με την σκηνοθέτρια.

Τόσο ο παππούς, όσο και ο πατέρας σου, έχουν υπάρξει κομμάτι του κινηματογραφικού χώρου. Πώς το γεγονός αυτό επηρέασε την επιλογή σου να ασχοληθείς με το σινεμά, κατ’ αρχήν; Και πότε τελικά αποφάσισες να υλοποιήσεις την κλίση σου;

Ο παππούς μου δούλευε ως σκηνογράφος και κατασκευαστής props σε πολλές παλιές σημαντικές ταινίες με πολύ γνωστούς σκηνοθέτες, όπως ο Ροσελίνι, ο Σκόλα, ο Μπερτολούτσι, και ο πατέρας μου είναι κριτικός του ιταλικού κινηματογράφου. Θα ήθελα, λοιπόν, τα χέρια του παππού μου και το μυαλό του πατέρα μου! Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι ένας καλός σκηνοθέτης θα είχε και τα δύο μαζί. Σίγουρα με επηρέασαν με την αγάπη τους για το σινεμά και μεγάλωσα στο σπίτι με αυτό το πάθος. Σε κάθε περίπτωση, συνειδητοποίησα την κλίση μου μόλις έπιασα μια κάμερα στα χέρια μου. Εκείνη τη στιγμή κάτι άλλαξε μέσα μου και κατάλαβα πως ήθελα να ασχοληθώ μόνο με αυτό στη ζωή μου.

Το ντεμπούτο σου βασίζεται στο, ή είναι εμπνευσμένο από το, μυθιστόρημα της αλβανικής καταγωγής συγγραφέως Elvira Dones με τον ίδιο τίτλο. Ήξερες για το θέμα του πριν διαβάσεις το βιβλίο; Σε ποιο βαθμό έμεινες πιστή στο πρωτότυπο και με ποια έννοια προχώρησες σε μια προσωπική διασκευή του; Γυρίστηκε το αλβανικό κομμάτι του φίλμ στην τοποθεσία, όπου ο κώδικας τιμής του Kanun εξακολουθεί, κατά κάποιο τρόπο, να επιβιώνει;

Δεν ήξερα τίποτε για το Kanun και τις «ορκισμένες παρθένες» πριν διαβάσω το βιβλίο. Όταν το διάβασα και αποφάσισα να γυρίσω την πρώτη μου ταινία μυθοπλασίας βασισμένη σ’ αυτό, άρχισα να μελετώ τον αλβανικό πολιτισμό με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Διάβασα ό,τι υλικό υπήρχε για το θέμα, ανθρωπολογικές μελέτες ή μυθιστορήματα, παρακολούθησα ντοκιμαντέρ, είδα φωτογραφίες και άκουσα τις ιστορίες πραγματικών ανθρώπων από αυτήν την περιοχή. Πήγα πολλές φορές στην ορεινή Αλβανία και συνάντησα πολλές «ορκισμένες παρθένες». Έτσι, δούλεψα πολύ με την σεναριογράφο μου, πιστεύοντας πως το πιο σημαντικό ήταν να σεβαστώ την «καρδιά» της ιστορίας και το χαρακτήρα, αλλά με την ελευθερία μιας άλλης γλώσσας, της γλώσσας του σινεμά. Στο τέλος, νομίζω ότι η Elvira το αναγνώρισε και αγάπησε την ταινία, επίσης λόγω της ελευθερίας και του σεβασμού.

Γύρισα όλο το αλβανικό κομμάτι στην Αλβανία και το ιταλικό στην Ιταλία. Το αλβανικό, πιο συγκεκριμένα, γυρίστηκε σε μια περιοχή κοντά στα σύνορα με το Κόσοβο, που λέγεται Valbona. Μπορώ να πω πως ο κώδικας του Kanun επιβιώνει, καθώς και οι «ορκισμένες παρθένες», οι οποίες ζουν στη συγκεκριμένη ορεινή τοποθεσία.

Θα περιέγραφες την Ορκισμένη παρθένα ως μια κινηματογραφική «οδύσσεια» που αφηγείται τη σεξουαλική αφύπνιση, ή την εκ νέου ανακάλυψη της σεξουαλικής ταυτότητας της Hana, της πρωταγωνίστριάς σου; Βρίσκω ιδιαιτέρως εφιαλτικό το ότι είναι υποχρεωμένη να αποκηρύξει τη θηλυκότητά της, προκειμένου να διατηρήσει μια (ακρωτηριασμένη) ελευθερία. Έτσι δεν είναι;

Ναι, η ταινία περιγράφει την παράδοξη κατάσταση μιας «ορκισμένης παρθένας», μιας γυναίκας που αποφασίζει να γίνει άντρας, ώστε να είναι ελεύθερη σαν άντρας. Από εκείνη τη στιγμή, μπορεί να κάνει οτιδήποτε μόνο ένας άντρας συνήθως μπορεί να κάνει. Αλλά το τίμημα που χρειάζεται να πληρώσει είναι πολύ υψηλό: μια ζωή χωρίς αγάπη και χωρίς σεξ. Έτσι, στην ιστορία η Hana αποφασίζει να γίνει «ορκισμένη παρθένα», αλλά, μετά από πολλά χρόνια, είναι σαν πέτρα. Το σώμα της είναι απολύτως παγωμένο. Κατά την εξέλιξη της ταινίας, ο Mark επιχειρεί να χρησιμοποιήσει το σώμα του/της, για να ανακαλύψει εκ νέου το θηλυκό κομμάτι του εαυτού του/της. Έτσι, ξεκινά ένα δυνατό εσωτερικό ταξίδι, μέσα στην ταυτότητά της και την ελευθερία. Στο τέλος της ταινίας, η Hana/Mark, που σε όλη την προηγούμενη διάρκεια ήταν ένα πολύπλοκο άτομο, γίνεται ένας ελεύθερος άνθρωπος, ο οποίος αντλεί δύναμη από αυτήν την πολυπλοκότητά του.

Μιλώντας για σεξουαλικές ταυτότητες/ταυτότητες φύλου, σε ποιο βαθμό εκτιμάς ότι καθορίζονται ή καταπιέζονται από τις κοινωνικές νόρμες, ανεξαρτήτως του είδους της κοινωνίας, όπου κάποιο άτομο ζει;

Η ταινία θέτει πολλά ερωτήματα σχετικά με τη θηλυκότητα και την ελευθερία, τη θηλυκότητα και την ταυτότητα. Η «κόκκινη γραμμή» που διαπερνά το φίλμ είναι αυτή, και θέλουμε να ρωτήσουμε πόσο ελεύθερη είναι η γυναίκα σε ένα πολύ αρχαϊκό και δυνατό μέρος, όπως η ορεινή Αλβανία, αλλά και μια σύγχρονη τοποθεσία, όπως η βόρεια Ιταλία. Στην Ιταλία, στην πραγματικότητα ο Mark συναντά την Jonida, την κόρη της αδελφής του/της, ένα κορίτσι που ασκείται στη συγχρονισμένη κολύμβηση. Αυτό το άθλημα είναι ιδιαίτερο, γιατί τα κορίτσια φοράνε μακιγιάζ, ενώ βρίσκονται στο νερό, μοιάζουν πολύ το ένα με το άλλο, είναι υποχρεωμένα να χαμογελάνε, ακόμη κι αν είναι πολύ κουρασμένα, και τους ζητούν πολλά, παρότι η προσπάθειά τους είναι αόρατη, καθώς συντελείται κάτω από το νερό. Έτσι, η Jonida είναι κλεισμένη σε ένα «κλουβί», ζει σε άπνοια, όπως ο Mark είχε ζήσει σε ένα είδος «κλουβιού», ένας είδος άπνοιας στα βουνά, μόνος για χρόνια. Οι ζωές τους συναντήθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αλληλοβοηθήθηκαν, προκειμένου να απελευθερωθούν από την άπνοια.

Στην ταινία θέλαμε να προβούμε σε ένα στοχασμό πάνω σ’ αυτήν τη μάχη για τη γυναικεία ανάπτυξη. Κι αυτή έλαβε χώρα σε πολύ διαφορετικές καταστάσεις και τόπους. Στο τέλος του φίλμ, η Jonida και ο Mark μιλάνε για την ελευθερία, και για μένα αυτή συνίσταται στην ελευθερία του ανθρώπινου χαρακτήρα, πέρα από τη θηλυκότητα και την αρρενωπότητα. Το πιο σημαντικό σημείο είναι εκείνο, κατά το οποίο η Hana/Mark αναγνωρίζει τον εαυτό της/του γι’ αυτό που πραγματικά είναι.

Νομίζεις πως υπάρχει αυτό που κάποιος θα μπορούσε να αποκαλέσει «γυναικείο βλέμμα» στον κινηματογράφο; Ή σου φαίνεται απλουστευτικό;

Το φοβάμαι λίγο αυτό. Νομίζω ότι καλές και κακές ταινίες υπάρχουν εξίσου από άντρες και γυναίκες σκηνοθέτες και σκηνοθέτριες. Το πρόβλημα είναι πως ο αριθμός των σκηνοθετριών είναι πολύ πολύ μικρός σε σχέση με εκείνο των αντρών. Κι αυτή είναι μια αντικειμενική κατάσταση παγκοσμίως. Σχετικά με το «γυναικείο βλέμμα», νομίζω ότι είναι πιθανό για τη σεξουαλικότητα, το γυναικείο σώμα, τους γυναικείους χαρακτήρες. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, είναι δύσκολο να βρεις αληθινούς και βαθείς γυναικείους χαρακτήρες στις ταινίες.

Η Alba Rohrwacher δίνει μια εξαιρετικά ειλικρινή, και συνάμα διακριτική, ερμηνεία ως Hana/Mark. Συνεργαστήκατε για τη διαμόρφωση του κινηματογραφικού της χαρακτήρα;

Ναι, δουλέψαμε πολύ στενά μαζί. Αγαπούσε το χαρακτήρα της Hana/Mark όπως κι εγώ, και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή. Συνεργαστήκαμε στη δόμηση του χαρακτήρα σε σχέση με τη σωματική μεταμόρφωση, γιατί δεν ήθελα μια μάσκα, μόνο λίγες αλλαγές. Επίσης, σε ό,τι αφορά την εσωτερική μεταμόρφωση, γιατί η ταινία ήθελε να αποτυπώσει ένα πολύ δυνατό ταξίδι μέσα στον Mark. Η όλη δομή του σεναρίου και του μοντάζ είχαν να κάνουν με την πολυπλοκότητα του Mark και το εσωτερικό ταξίδι αυτού του ατόμου.

Η ταινία σου έχει προβληθεί σε πληθώρα φεστιβάλ παγκοσμίως, προσελκύοντας την προσοχή και, σε μερικές περιπτώσεις, αποσπώντας βραβεία. Τι κέρδισες από αυτήν την εμπειρία; Σε «όπλισε» με περισσότερη αυτοπεποίθηση, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της καινούριας δουλειάς σου;

Είμαι πολύ ευτυχισμένη με αυτήν την εμπειρία. Είναι το όνειρο όλων των σκηνοθετών να έχουν τη δυνατότητα να παρουσιάσουν τη δουλειά τους παγκοσμίως. Έτσι, για μένα, ήταν πολύ σημαντικό να καταλάβω πως η ταινία έχει μια οικουμενική ιστορία και οικουμενικό αίσθημα, κι αυτό μου ήταν σαφές από τόσο διαφορετικά κοινά διεθνώς- στις Η.Π.Α., την Κίνα, τη Ρωσία, την Αφρική, την Ευρώπη… Τώρα δουλεύω πάνω στην επόμενη δουλειά μου και θα ήθελα να έχει μια ιστορία με αντίστοιχα οικουμενικό χαρακτήρα και αίσθημα.

Ευχαριστώ θερμά την Arianna Rossini από την εταιρεία παραγωγής του φίλμ, τη Vivo Film, που με έφερε σε επαφή με την σκηνοθέτρια.

Η ταινία της Laura Bispuri Ορκισμένη παρθένα προβάλλεται από τις 7 Απριλίου στους κινηματογράφους σε διανομή AMA Films.

Πηγή: εναντιοδρομίες

poster (2)

Share

Sarah Gavron: «Θέλαμε να αφηγηθούμε την ιστορία της καθημερινής γυναίκας»

soufrazetes

του Γιάννη Κοντού

Με υποδειγματικές ερμηνείες από τις πρωταγωνίστριες (Κάρεϊ Μάλιγκαν, Χέλενα Μπόναμ-Κάρτερ, Αν-Μαρί Νταφ) και συνυφαίνοντας δεξιοτεχνικά το προσωπικό με το πολιτικό, η ταινία της Sarah Gavron Οι Σουφραζέτες επιχειρεί να αφηγηθεί τις ιστορίες των καθημερινών γυναικών που ενεπλάκησαν στο κίνημα των Σουφραζετών. Η ταινία είχε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Διαγωνιστικό της περσινής Μπερλινάλε και προβάλλεται για δεύτερη βδομάδα στους κινηματογράφους. Με αυτήν την αφορμή, είχα μια διαφωτιστική κουβέντα με την σκηνοθέτρια.

Πώς γεννήθηκε η ανάγκη να ασχοληθείς με το συγκεκριμένο θέμα στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία;

Ήθελα να κάνω την ταινία επί πολλά χρόνια. Πάνω από 10, νομίζω. Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι το ζήτημα δεν είχε ποτέ αποτυπωθεί σε ταινία και υπήρχε αυτή η πραγματικά εκπληκτική ιστορία, όχι ευρέως γνωστή στη Μεγ. Βρετανία, παρότι πρόκειται για δικό μας κίνημα. Ακόμη κι αν μιλήσεις με φοιτητές, γνωρίζουν μόνο μερικές λεπτομέρειες κι εγώ δεν το διδάχτηκα στο σχολείο. Μόνο όταν ξεκίνησα να διαβάζω γι’ αυτό και μέσα από την έρευνα συνειδητοποίησα πως υπήρχαν αυτές οι γυναίκες, που θυσίασαν τόσα γι’ αυτόν το σκοπό, πήγαν φυλακή, έκαναν απεργίες πείνας, υπέστησαν αναγκαστική σίτιση, αντιμετώπισαν τεράστια βαναυσότητα στα χέρια της αστυνομίας και έχασαν δουλειές, σπίτια και οικογένειες, φάνταζε συναρπαστική, μια ιστορία που χρειαζόταν να ειπωθεί: όχι μόνο γιατί είναι ένα κριτικό κομμάτι της δικής μας ιστορίας, το οποίο πραγματικά είχε αντίκτυπο σε και άλλαξε την πορεία των ζωών μας σήμερα, αλλά και γιατί έχει απήχηση στις μέρες μας. Καθώς πραγματοποιούσαμε την έρευνα, καθίστατο, όλο και περισσότερο, παράξενα επίκαιρη. Την ίδια στιγμή, ανακαλύπταμε αυτές τις επιχειρήσεις αστυνομικής παρακολούθησης που διεξάγονταν εναντίον των σουφραζετών κι έπειτα διαβάζαμε στις εφημερίδες για την αστυνομική παρακολούθηση σήμερα, μετά για τον ακτιβισμό. Έμοιαζε να αντηχεί πολλά παγκόσμια γεγονότα. Επίσης, όπως ξέρουμε, αν και έχουμε μια πιο ισότιμη κοινωνία απ’ ότι πριν 100 χρόνια στη Μεγ. Βρετανία, υπάρχουν χώρες στον κόσμο, όπου οι γυναίκες μάχονται για βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Έτσι, η ιστορία ήταν καίρια.

Πόσο καιρό διεξήγαγες έρευνα για το θέμα της ταινίας;

Αφιερώσαμε περίπου 6 χρόνια.

Πολύς καιρός!

Οι ταινίες χρειάζονται πολύ καιρό, έτσι κι αλλιώς! Κινηθήκαμε προς πολλά διαφορετικά «μονοπάτια», πριν αποφασίσουμε ποιο θα ακολουθήσουμε. Θα έπρεπε να είναι μια ταινία για την Emmeline Pankhurst; Σε ποιες γυναίκες, ποια περίοδο θα έπρεπε να εστιάσουμε; Καθώς το κίνημα είχε διάρκεια 50 χρόνων και ήταν χιλιάδες οι γυναίκες που ενεπλάκησαν σ’ αυτό, υπήρχαν, συνεπώς, πολλοί διαφορετικοί τρόποι να αφηγηθούμε αυτήν την ιστορία.

Γιατί, λοιπόν, αποφάσισες να εστιάσεις σε αυτούς τους χαρακτήρες, οι οποίοι, όπως αντιλαμβάνομαι, είναι εν μέρει βασισμένοι σε ιστορίες πραγματικών γυναικών και εν μέρει μυθοπλαστικοί;

Μας συνάρπασαν οι ιστορίες των γυναικών της εργατικής τάξης. Συχνά, οι ιστορίες των γυναικών έχουν περιθωριοποιηθεί στην ιστορία, γενικότερα, και εκείνες των γυναικών της εργατικής τάξης ακόμη περισσότερο. Όταν, λοιπόν, διαβάσαμε τις περιγραφές αυτών των γυναικών, που ήταν φτωχές, δούλευαν σε εργοστάσια, ενεπλάκησαν στο κίνημα και πραγματικά πέτυχαν πολλά από άποψη ακτιβισμού, οι φωνές τους ηχούσαν πολύ σύγχρονες. Επιπλέον, καταπιάνονταν με ζητήματα άνισης πληρωμής, δικαιωμάτων κηδεμονίας για τα παιδιά τους και σεξουαλικής κακοποίησης στο χώρο δουλειάς. Μου φάνηκε πως αυτή ήταν μια ενδιαφέρουσα και προσιτή εισαγωγή στο ζήτημα σε ό,τι αφορά ένα σύγχρονο κοινό, περισσότερο από το να αφηγηθώ την ιστορία μιας μορφωμένης γυναίκας της ελίτ, όπως η Pankhurst. Θέλαμε να αφηγηθούμε την ιστορία της καθημερινής γυναίκας, να ακολουθήσουμε το ταξίδι της και να το συνδέσουμε με τους ανθρώπους σήμερα. Ό,τι συμβαίνει στην Maud, την πρωταγωνίστρια, συμβαίνει σε γυναίκες, για τις οποίες διαβάσαμε. Δημιουργήσαμε ένα σύνθετο χαρακτήρα, με στοιχεία από ορισμένες διαφορετικές γυναίκες, χωρίς να περιοριστούμε υπερβολικά από την ιστορία ενός μόνο ατόμου.

Υποθέτω πως η ταινία σου είναι αρκετά ακριβής από ιστορικής άποψης.

Ναι, πολύ ακριβής. Συνεργαστήκαμε με πολλούς ιστορικούς συμβούλους, ιστορικούς που έχουν δουλέψει πάνω στο θέμα για περισσότερα από 30 χρόνια.

Γιατί αποφάσισες να διαλέξεις τις Κάρεϊ Μάλιγκαν, Χέλενα Μπόναμ-Κάρτερ και Αν-Μαρί Νταφ ως τις πρωταγωνίστριές σου; Σχετικά, δε, με την Μέριλ Στριπ, που υποδύεται την Emmeline Pankhurst, σε προβλημάτισε μήπως η παρουσία της εξέτρεπε την προσοχή του κοινού από την ίδια την ιστορία, ή νόμισες ότι θα προσέλκυε περισσότερο ενδιαφέρον για την ταινία σου;

Από άποψη casting, εκείνες ήταν οι ηθοποιοί που ήθελα πολύ στην ταινία και αντιπροσωπεύουν μια εκλεκτική γκάμα των ηθοποιών που έχουμε. Ήθελα να δουλέψω με την Κάρεϊ Μάλιγκαν στη συγκεκριμένη ταινία. Ήταν απολύτως κατάλληλη γι’ αυτόν το ρόλο. Είναι μια ηθοποιός που μπορεί να «κατοικήσει» ένα χαρακτήρα με τόση αληθοφάνεια, «γράφει» τόσο πολύ στην οθόνη. Ήταν η πρώτη που προσεγγίσαμε, μας είπε το «ναι» και ήμουν χαρούμενη που την είχαμε στην ταινία. Έπειτα, «χτίσαμε» το υπόλοιπο cast γύρω της. Ήταν, επίσης, συναρπαστικό να έχουμε την Χέλενα Μπόναμ-Κάρτερ σε ένα ρόλο που δεν την βλέπουμε να συνήθως να υποδύεται. Έχει κι αυτήν την παράξενη και προσωπική σύνδεση με την ιστορία, καθώς είναι η δισέγγονη του Χέρμπερτ Άσκουιθ, πρωθυπουργού της Μεγ. Βρετανίας των καιρό των σουφραζετών. Κι έπειτα, η Αν-Μαρί Νταφ είναι μια από εκείνες τις ηθοποιούς που είναι πολύ αληθοφανείς, επίσης. Ηχούσε ενδιαφέρον να δουλεύουν όλες αυτές οι γυναίκες μαζί, ως σύνολο.

Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία του casting για το ρόλο της  Emmeline Pankhurst, μιας εμβληματικής φυσιογνωμίας, η οποία στην ταινία εμφανίζεται μόνο σε μια σκηνή, συζητήσαμε για το ποια θα μπορούσε να τον υποδυθεί. Σκεφτήκαμε, λοιπόν, να βρούμε μια εμβληματική ηθοποιό, έτσι, πολύ σκόπιμα, διαλέξαμε την Μέριλ, γνωρίζοντας ότι, κατά κάποιο τρόπο, θα χρησιμοποιούσαμε τη δύναμή της ως star, όπως έκανε κι η Emmeline Pankhurst με τις γυναίκες εκείνον τον καιρό.

Έχει η ταινία σου δεχτεί αρνητική κριτική σε εγχώριο ή διεθνές επίπεδο;

Στη Μεγ. Βρετανία η κριτική την υποδέχτηκε καλά συνολικά και πραγματικά πήγε καλά εισπρακτικά, ήταν εμπορική επιτυχία. Ήταν μια δια-γενεακή κατάσταση, παρακολουθούσαν τις προβολές άτομα νεότερης και μεγαλύτερης ηλικίας. Πολλές νεαρές γυναίκες έγιναν περισσότερο συνειδητοποιημένες πολιτικά, αφότου είδαν την ταινία. Έλαβα, επίσης, πολλά μηνύματα, σύμφωνα με τα οποία ήταν η πρώτη φορά που είχαν ακούσει χειροκροτήματα σε σινεμά. Με εντυπωσίασε που άκουσα κάτι τέτοιο. Στη Μεγ. Βρετανία είμαστε αρκετά συγκρατημένοι, ξέρεις, σπάνια χειροκροτούμε στο τέλος μιας ταινίας!

Στις Η.Π.Α., η κατάσταση ήταν πιο περίπλοκη. Νομίζω πως δεν είναι αμερικανική ιστορία, οι Αμερικανοί είχαν το δικό τους κίνημα την ίδια περίοδο- όμοιο, από ορισμένες απόψεις, διαφορετικό, από ορισμένες άλλες. Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι εμείς ίσα που είχαμε έγχρωμες γυναίκες στη Μεγ. Βρετανία, ενώ στις Η.Π.Α., εξαιτίας της μετανάστευσης, υπήρχαν πολλές, που ενεπλάκησαν, επίσης, στο κίνημα. Και υπήρχε αυτός ο διαχωρισμός, η προκατάληψη, που διέτρεχαν το κίνημα, πως οι έγχρωμες αποκλείονταν, γεγονός, το οποίο χαρακτήριζε το αμερικανικό κίνημα. Έτσι, στις Η.Π.Α. το κοινό εκτίμησε την ταινία περισσότερο σε κάποιες περιοχές, λιγότερο σε άλλες, αλλά η ιστορία της δεν ήταν γνωστή, και, επίσης, δεν ήταν η αμερικανική ιστορία.

Ως πολιτικοποιημένος άνθρωπος και κινηματογραφίστρια, νομίζεις ότι οι επιθετικές τακτικές, όπως αυτές που χρησιμοποιήθηκαν από το κίνημα των Σουφραζετών, είναι αναγκαίες για ένα ταξικό, έμφυλο κίνημα, στον αγώνα του να κατακτήσει περισσότερα δικαιώματα;

Σίγουρα μπορώ να καταλάβω τι τις έκανε να στραφούν στην πολιτική ανυπακοή. Για 50 χρόνια, προσπαθούσαν να επιδράσουν στην αλλαγή μέσα από τη συνταγματική οδό, μέσα από διατύπωση αιτημάτων και ομιλίες, χωρίς κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Αυτές οι προσπάθειες κατέληξαν απλώς σε μια σειρά από αθετημένες υποσχέσεις από την πλευρά της κυβέρνησης και σε ένα επί της ουσίας μπλοκάρισμα από τον Τύπο, ο οποίος δεν ανέφερε τίποτα από όσα οι γυναίκες προσπαθούσαν να κάνουν. Μπορώ να αντιληφθώ πως αντιμετωπίστηκαν με αδιαλλαξία, η οποία τις οδήγησε να αναζητήσουν άλλους τρόπους να έρθουν σε επαφή με την κυβέρνηση. Κατά κάποιο τρόπο, «σκουντούφλησαν» πάνω στη μαχητική δράση. Αυτή η τεχνική σίγουρα είχε αντίκτυπο και προσέλκυσε προσοχή στο στόχο τους. Αυτό που είναι σημαντικό, κοιτάζοντας προς τα πίσω, επειδή η λέξη «τρομοκρατία» έχει χρησιμοποιηθεί για να χαρακτηρίσει τις ενέργειες αυτών των γυναικών, είναι ότι οι σύγχρονοι τρομοκράτες έχουν ως στόχο την ανθρώπινη ζωή, εκείνες ποτέ δεν είχαν έναν τέτοιο. Στόχευαν μόνο την ιδιοκτησία. Κανείς δεν πέθανε ως συνέπεια των ενεργειών τους, πέρα από μια δυο από τις ίδιες τις σουφραζέτες.

Κάποια σχέδια ή ιδέες για καινούρια ταινία;

Αυτή η ταινία υπήρξε το «μωρό» μου για πολύ καιρό. Αυτόν τον καιρό, δίνω πολλές διαλέξεις σε σχολεία, πανεπιστήμια, οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και θέλω να προκαλέσει συζητήσεις. Πέρα από αυτό, εξερευνώ, επίσης, την προοπτική δημιουργίας μιας καινούριας, αλλά είναι πολύ νωρίς για να πω περισσότερα.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την Sarah Gavron για την τηλεφωνική μας συνομιλία και την Sophie Glover, υπεύθυνη του Γραφείου Τύπου της  Pathé UK, για την πολύτιμη συμβολή της στη διοργάνωσή της.

Η ταινία της Sarah Gavron Οι Σουφραζέτες προβάλλεται για δεύτερη βδομάδα στους κινηματογράφους.

Πηγή: hitandrun

Share

Η φεμινιστική δύναμη των θηλυκών φαντασμάτων

φαντασματα1

Το ανατριχιαστικό κορίτσι από το «Δαχτυλίδι», με τα μακριά μαύρα μαλλιά να καλύπτουν το πρόσωπό της

της Andi Zeisler

Η ταινία Το Κάλεσμα (2013) έχει χαρακτηριστεί ως «εφιαλτικά τρομακτική» και η «πιο τρομακτική ταινία του καλοκαιριού». Ήταν μάλιστα τόσο τρομακτική που κέρδισε τον χαρακτηρισμό ‘Ακατάλληλη για ανηλίκους’, παρά την απουσία απερίφραστης βίας, σεξ, αίματος, ή χυδαίας γλώσσας. Σύμφωνα με τον πρωταγωνιστή Patrick Wilson, η ταινία έδωσε στον πίνακα χαρακτηρισμού καταλληλότητας ταινιών μια περίπτωση ταινίας τρόμου που ήταν πάρα πολύ έντονη για μια απλά ‘Κατάλληλη για νέους άνω των 13 ετών’.

Αυτό που, πρωτίστως, δημιουργεί τόσο μεγάλη ένταση και ταραχή στο Κάλεσμα, όπως και στο Τρόμος στο Amityville (2005) παλιότερα, είναι ότι «βασίζεται σε αληθινά γεγονότα». Το Κάλεσμα αφηγείται την ιστορία των Perrons, μιας επταμελούς οικογένειας, η οποία μετακόμισε σε μια μεγάλη εξοχική κατοικία στο Ρόουντ Άιλαντ το 1971, για να ανακαλύψει ότι έχει ήδη καταληφθεί από διάφορα πνεύματα, και από τους εν ζωή ερευνητές του παραφυσικού, τους οποίους καλεί για να μεσολαβήσουν. Παρεμπιπτόντως, αυτοί οι ερευνητές, ήταν η Lorraine και ο Ed Warren, οι οποίοι αργότερα θα μείνουν στην ιστορία ως το ζευγάρι που ενεπλάκη στην περιβόητη υπόθεση του Amityville.

Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, το δεύτερο στοιχείο που καθιστά την ταινία τρομακτική είναι το κύριό της φάντασμα, ένα τρομακτικό φάντασμα που ονομάζεται Bathsheba. Η Bathsheba είναι μια πρώην κάτοικος του σπιτιού που ίσως να ήταν, ίσως και να μην ήταν μάγισσα, και ίσως να είχε, ίσως και να μην είχε κάνει συμφωνία με το διάβολο, αλλά χωρίς αμφιβολία πιστεύει ότι έχει άδικα υποσκελιστεί από την Carolyn Perron, τη σημερινή κυρία του σπιτιού, την οποία υποδύεται η Lili Taylor. Η Bathsheba καταβάλλει τεράστια προσπάθεια να τρελάνει την Carolyn και να αποπλανήσει τον άντρα της. Η Bathsheba είναι σαγηνευτική, εκδικητική και αμείλικτη. Με άλλα λόγια, έχει πολλά κοινά με τις όμοιές της που σπέρνουν τον τρόμο σε ταινίες, βιβλία, και όχι μόνο.

φαντασματα2

Η Vera Farmiga, ως Lorraine Warren, παρατηρεί ένα ανατριχιαστικό μουσικό κουτί στο «Κάλεσμα»

Όπως οι χαρακτήρες της τελευταίας επιζήσασας (final girl) και της τρελής στη σοφίτα (mad in the attic), το θηλυκό φάντασμα είναι ένας διαχρονικά συναρπαστικός χαρακτήρας, και η παρουσία της τόσο στην ιστορία όσο και στην σύγχρονη ποπ κουλτούρα κρατάει τον πλούτο της αντίληψης και του στερεότυπου στα υγρά χέρια της. Από τη Fruma-Sarah, τη γυναίκα του χασάπη στο Βιολιστή στη Στέγη (1971), στη Γυναίκα με τα Μαύρα (2012), στο Μην κοιτάζεις τώρα (1971) της Daphne Du Maurier και την Αγαπημένη (1987) της Toni Morrison, μέχρι αυτά τα ανατριχιαστικά δίδυμα κορίτσια στη Λάμψη (1980), τα γυναικεία φαντάσματα έχουν, θα λέγαμε, μια ιδιαίτερη δύναμη να στοιχειώνουν τις μνήμες μας από την ποπ κουλτούρα.

Όταν ρώτησα κάποιους να αναφέρουν τα γυναικεία πνεύματα που ξεχωρίζουν ιδιαίτερα στο μυαλό τους, δύο ονόματα φαίνεται να υπερισχύουν. Η Bloody Mary, αυτό το φάντασμα που κάθε κορίτσι στην προεφηβεία φοβάται ότι θα εμφανιστεί στον καθρέφτη κατά τη διάρκεια παιχνιδιών σε πιτζάμα πάρτυ, ήταν η πρώτη. Το δεύτερο ήταν, με τα λόγια ενός από τους ερωτηθέντες, «το κορίτσι στο Δαχτυλίδι. Για μένα, οι πιο τρομακτικές είναι οι μελαχρινές, βρεγμένες γυναίκες που περπατάνε τρεκλίζοντας. Τι να σημαίνει αυτό;» Τι σημαίνει; Η απάντηση, ας πούμε, πρώτα και κύρια, είναι ότι τα γυναικεία φαντάσματα είναι ιδιαίτερα τρομακτικά, επειδή η πηγή του πόνου που τις κάνει να στοιχειώνουν τον κόσμο των ζωντανών δεν είναι καθόλου υπερφυσική, αλλά είναι το αποτέλεσμα του να είσαι πολύ ανθρώπινος.

Ο θρύλος της Bloody Mary, για παράδειγμα, προέρχεται από ένα συνονθύλευμα ιστορίας, λαογραφίας και θρησκείας. Μερικοί πιστεύουν ότι η Bloody Mary είναι το πνεύμα μιας γυναίκας τόσο εμμονικής στο να αναβιώσει τη νεότητά της που σκότωνε τα νεαρά κορίτσια του χωριού της και έπινε το αίμα τους για να ανακτήσει την ομορφιά που είχε στο παρελθόν.

Η ιστορία της Bloody Mary ξαναειπωμένη από τον S. E. Schlosser

Η La Llorona, η «κλαίουσα γυναίκα» από τη λαογραφική παράδοση της Λατινικής Αμερικής, σκότωσε τα παιδιά της από εκδικητική ζήλεια απέναντι σε ένα σύζυγο που δεν την αγαπούσε πια και περιπλανιέται τη νύχτα μεταμελημένη. Η Αγαπημένη, το φάντασμα στο βιβλίο της Toni Morrison, σκοτώθηκε επίσης από τη μητέρα της και τη στοιχειώνει για εκδίκηση, εξού και οι ανατριχιαστικές πρώτες λέξεις του βιβλίου: «To 124 ήταν αναθεματισμένο. Γεμάτο από το φαρμάκι ενός μωρού».

Και τα επιθετικά γυναικεία φαντάσματα στις ασιατικές ταινίες τρόμου, όπως Το Δαχτυλίδι (2002), Η Κατάρα (2004) και Στιγμιότυπα Θανάτου (2008), καθώς και οι αμερικανικές εκδοχές τους, είναι οι τρομακτικές μεταφυσικές εμφανίσεις γυναικών που έχουν περιφρονηθεί, κακοποιηθεί, αδικηθεί, ή αλλιώς έχουν σοβαρά παράπονα από τους ζωντανούς που προκάλεσαν το θάνατό τους. Τα φαντάσματα τείνουν ακόμη και να μοιάζουν μεταξύ τους, με μακριά, σκούρα μαλλιά που καλύπτουν μεγάλο μέρος του προσώπου τους, με μακριά λευκά φορέματα, και την ενοχλητική συνήθεια να εκδηλώνουν απότομα αποσπασματικές και επιθετικές κινήσεις.

Στα Στιγμιότυπα Θανάτου, για παράδειγμα, το θηλυκό πνεύμα που κάνει κόλαση τη ζωή ενός φωτογράφου ήταν η πρώην κοπέλα του που του είχε γίνει κολλιτσίδα, η οποία βιάστηκε από δύο φίλους του με σκοπό να βγει από τη ζωή του. Στην Κατάρα, οι κάτοικοι ενός σπιτιού στα προάστια του Τόκυο απειλούνται από το πνεύμα μιας γυναίκας που δολοφονήθηκε από το σύζυγό της από ζήλεια. Και το βρεγμένο φάντασμα στο Δαχτυλίδι, που βγαίνει μέσα από την οθόνη της τηλεόρασης, είναι το φάντασμα ενός νεαρού κοριτσιού, που την έπνιξε μέσα σε ένα πηγάδι η θετή μητέρα της.

Όταν καταφέρετε να ηρεμήσετε για μια στιγμή από την τρομάρα που πήρατε και όταν ηρεμήσουν οι αναταραχές στο στομάχι, θα συνειδητοποιήσετε ότι αυτές οι γυναίκες δεν είναι μόνο συμπονετικοί χαρακτήρες, αλλά είναι ακόμα πιο τρομακτικές, επειδή κατέχουν κάθε κομμάτι του θυμού που καθιστά τις ζωντανές γυναίκες πηγή φόβου, αλλά χωρίς κανέναν κοινωνικό περιορισμό.

Με αυτόν τον τρόπο, οι ιστορίες φαντασμάτων είναι συχνά πρωτοφεμινιστικές ιστορίες γυναικών, οι οποίες, έστω και μόνο στο θάνατο, ανατρέπουν τις παραδοχές και τις παραδόσεις που θέλουν τις γυναίκες υπάκουες συζύγους και μητέρες, λατρεμένες συντρόφους ή υπάκουα παιδιά εξαπολύοντας τέτοια οργή και εκδικητικότητα που αξίζουν για μια ολόκληρη ζωή. Στο φεμινιστικό περιοδικό τρόμου Ax Wound, η Collen Wanglund διατυπώνει τη θεωρία ότι το ασιατικό γυναικείο φάντασμα αποτελεί μια εγγενώς φεμινιστική φιγούρα, της οποίας η παρουσία είναι ένα σύμβολο του πόσο πολύ φοβούνται οι άνδρες τη γυναικεία δύναμη. Η εκδίκησή τους δεν στρέφεται κατ’ ανάγκη ενάντια στο πρόσωπο που τις αδίκησε, και ως τέτοια είναι τόσο ασυλλόγιστα και τυχαία ολέθρια όσο και τα συστήματα της πατριαρχίας.

Κι όμως, ακόμη και σαν φαντάσματα, αυτές οι γυναίκες υποβάλλονται, συχνά αγωνιωδώς, στους έμφυλους κανόνες των κοινωνιών τις οποίες εγκατέλειψαν. Στην Κορεάτικη παράδοση βρίσκουμε ιστορίες γυναικών που πεθαίνουν πριν παντρευτούν και αποκτήσουν παιδιά και, επομένως, δεν μπορούν να βρουν ειρηνικό θάνατο, αλλά τριγυρνούν εδώ κι εκεί στοιχειώνοντας την οικογένειά τους, ένα πρόβλημα που συχνά επιλύεται από το φαινόμενο του γάμου μετά θάνατον. Υπάρχει μια κινεζική παράδοση ιστοριών με γυναικεία φαντάσματα, τα οποία μπορούν να αναστηθούν κάνοντας σεξ με έναν ζωντανό άντρα. Οι αμερικάνικες ιστορίες φαντασμάτων και τα λαϊκά παραμύθια σφύζουν επίσης από άπληστα, ματαιόδοξα γυναικεία πνεύματα – όπως η Bathsheba στο Κάλεσμα – που τρέφονται με τα νιάτα και την ομορφιά, που δεν μπορούν να δεχτούν ότι δεν τους ανήκουν πλέον. Πράγματι, τα ηλικιωμένα γυναικεία φαντάσματα, στις ταινίες τουλάχιστον, υποδύονταν τον πιο αποτρόπαιο τρόμο. Στη Λάμψη, όταν η σέξι γυμνή γυναίκα που εμφανίζεται στον χαρακτήρα του Jack Nicholson μεταμορφώνεται σε μαραζωμένη γριά μπροστά στα μάτια του, είναι ιδιαίτερα τρομακτική. Και δεν είναι τυχαίο ότι η πικρόχολη γριά που ρίχνει κατάρες στο Μέχρι την κόλαση (2009) είναι ένα ρυτιδιασμένο φάντασμα, του οποίου στόχος είναι μια νεαρή τραπεζική υπάλληλος.

φαντασματα3

Αααα! Ο δαίμονας στο Μέχρι την Κόλαση

Η πρόσφατη επιτυχημένη ταινία τρόμου Mama (2013) μπορεί να συνοψίσει τόσο τις δυνατότητες όσο και το πρόβλημα των γυναικείων φαντασμάτων. Πρόκειται για την ιστορία δύο άγριων παιδιών, διχασμένων ανάμεσα σε δύο μαμάδες – η μία έχει τατουάζ, πίνει πολλή μπύρα, παίζει μπάσο σε ροκ συγκρότημα και αναγκάζεται να μπει διστακτικά στο ρόλο της κηδεμόνα όταν ο σύντροφός της δέχεται να αναλάβει τις άγριες ανιψιές του, η άλλη ένα φάντασμα που προηγουμένως ήταν η μητρική φιγούρα των κοριτσιών. Αντιλαμβανόμενη τις γυναίκες, είτε είναι άνθρωποι είτε φάντασμα, ως το μόνο ικανό φύλο για την ανατροφή των παιδιών, η ταινία παίρνει μια προφανή θέση υπέρ της οικογένειας (pronatalist, pro-birth) – στο κάτω-κάτω, η ταινία Mama θα μπορούσε να είναι το ίδιο σοκαριστική με μια ιστορία, στην οποία η μητέρα φάντασμα πολεμάει τον θείο των κοριτσιών. Αλλά, όπως επισημαίνει η Annalee Newitz στο io9 όταν κυκλοφόρησε η ταινία, το Mama καταπιάνεται επίσης με τον φόβο της κοινωνίας μας σχετικά με τις ακατάλληλες μητέρες σε όλες τους τις ενσαρκώσεις, και με αυτό τον τρόπο αμφισβητεί την ιδέα ότι μόνο μία ιδανική μητέρα – δηλαδή μια γυναίκα που αγαπά άνευ όρων, που βάζει τα παιδιά της πάνω από οτιδήποτε άλλο, και, φυσικά, δεν είναι ένα εκδικητικό νεκρό πνεύμα – μπορεί να είναι ένας αποτελεσματικός γονέας.

φαντασματα4

Η πρωταγωνίστρια της ταινίας Mama, Jessica Chastain

Οι γυναίκες που ξεφεύγουν από το θάνατο έχουν προσφέρει μερικές από τις πιο ανεξίτηλες, τρομακτικές εικόνες της μαζικής κουλτούρας, αλλά είναι δελεαστικό να αναρωτηθούμε πως θα έμοιαζαν αυτά τα φαντάσματα σε έναν κόσμο που θα υποστήριζε την ισότητα και την ισονομία, σε έναν κόσμο που δεν θα καθόριζε τις γυναίκες και τα κορίτσια από την εμφάνισή τους, από την ικανότητά τους να γεννούν παιδιά, καθώς και από τις σχέσεις τους με τους άλλους. Μήπως είναι τώρα η επανάσταση στο στιλ των φαντασμάτων το επόμενο σύνορο του φεμινισμού; Θα πήγαινα και στην κόλαση για να το δω!

Μπορείτε να ακούσετε και την εκπομπή του bitchmedia για τα γυναικεία φαντάσματα εδώ

Μετάφραση: Λίνα Φιλοπούλου

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στο Bitch Media και μπορείτε να το βρείτε εδώ

 

 

Share

Με αφορμή το 6ο Φεστιβάλ Εθνογραφικού Κινηματογράφου της Αθήνας: 9 γυναίκες που άλλαξαν την ανθρωπολογία

Margaret Mead with Trophy Heads

της Caroline Ervin

Θα πίστευε κανείς ότι η μελέτη των ανθρώπων – όλων των ανθρώπων, στο παρελθόν και το παρόν – θα ήταν λίγο πιο δίκαιη σε ζητήματα φύλου. Εξάλλου οι γυναίκες είναι το μισό της ανθρωπότητας. Μην αφήνετε όμως την κοινή λογική να θολώσει την κρίση σας! Από την αρχή της ανθρωπολογίας, ως επίσημου κοινωνικο-επιστημονικού κλάδου, τα μέλη της έκλιναν προς τον λευκό άντρα. Οι «πληροφοριοδότες» του ή τα ερωτηθέντα υποκείμενα από τους ξένους «ειδικούς» έχουν επίσης την τάση να κλίνουν προς τον άντρα. Για ποιο λόγο άλλωστε να πάρουν συνέντευξη από μερικές γυναίκες σχετικά με το τι κάνουν όλη την ημέρα, όταν θα μπορούσαν απλά να ρωτήσουν τους άντρες;

Αυτή η διευθέτηση όμως δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή για τις αποφασιστικές και ευφυείς γυναίκες της πρώιμης σύγχρονης ανθρωπολογίας. Ξεκινώντας από τα μέσα του 19ου αιώνα (το πρώτο κύμα της λεγόμενης φεμινιστικής ανθρωπολογίας) υπήρξε μια σοβαρή, αναπόφευκτη ώθηση όχι μόνο να συμπεριληφθούν περισσότερες γυναικείες φωνές στη μελέτη άλλων πολιτισμών, αλλά και να γίνει τουλάχιστον μια αναφορά στις γυναίκες σε αυτούς τους πολιτισμούς.

Αλλά οι γυναίκες που σήκωσαν το βάρος κατά τις πρώτες ημέρες της ανθρωπολογίας δεν ήταν σε καμία περίπτωση τέλειες. Ενώ μερικές συνέβαλαν στο να ανοίξει το μυαλό μας στην έννοια του φύλου, κάποιες άλλες εξακολουθούσαν να έχουν απλοϊκές απόψεις για τους άλλους πολιτισμούς.

Παρακάτω παρουσιάζουμε εννέα γυναίκες, των οποίων το έργο άλλαξε τον κλάδο της ανθρωπολογίας:

Alice Cunningham Fletcher, 1838-1923

anthro-fletcher1Φωτογραφία από Wikimedia Commons

anthro-fletcher2-1024x636Φωτογραφία από Wikimedia Commons

 Γεννημένη σε μια αστική οικογένεια, αλλά δίνοντας από νωρίς «σκληρή μάχη για τη ζωή», η Alice Fletcher είχε ήδη εξελιχθεί σε μια ενεργή φεμινίστρια και σουφραζέτα τη δεκαετία του 1870. Μέσω της κατάρτισής της στην αρχαιολογία (άτυπης λόγω φύλου) και του έργου της η Fletcher γνωρίστηκε με τους Ινδιάνους της Αμερικής ζώντας τελικά για ένα διάστημα με τη φυλή Omaha. Συνδυάζοντας το υποστηρικτικό της έργο και ενδιαφέρον για τους αυτόχθονες αμερικάνικους πολιτισμούς η Fletcher έκανε την πλέον αμφιλεγόμενη κίνηση, να πιέσει για την κατανομή ή το μοίρασμα της φυλετικής γης σε μεμονωμένα οικόπεδα. Υποστήριξε ότι η συλλογική γαιοκτησία εμποδίζει την πρόοδο και τον πολιτισμό των αυτόχθονων αμερικάνων (συγκαταβατική) και αποτρέπει τους λευκούς να σέβονται τα δικαιώματα που έχουν οι ιθαγενείς πληθυσμοί πάνω στη γη (ελαφρώς πιο έγκυρη).

Όταν δεν ήταν απασχολημένη υποστηρίζοντας την ανάγκη για μια τρομερή πολιτική γαιοκτησίας, εργαζόταν για τη διατήρηση διαφόρων πτυχών της ζωής των πολιτισμών που παρατηρούσε. Μαζί με τον μουσικό John Comfort Fillmore η Fletcher συγκέντρωσε τη μουσική των Ομάχα αποτυπώνοντάς την σε νότες και όχι ηχογραφώντας την (δεν εμπιστευόταν τον φωνογράφο). Ως μία από τις πρώτες γυναίκες ανθρωπολόγους της χώρας έγινε Αντιπρόεδρος του Αμερικάνικου Συλλόγου για την Πρόοδο της Επιστήμης και Πρόεδρος του Αμερικάνικου Λαογραφικού Συλλόγου, ενώ βοηθούσε παράλληλα στο ξεκίνημα του Αμερικάνικου Ανθρωπολογικού Συλλόγου.

Elsie Clews Parsons, 1875-1941

anthro-parsons1-741x1024Φωτογραφία ιδιοκτησία της οικογένειας Parsons (Wikimedia Commons)

Η Elsie Clews Parsons ήταν μια ακόμα ανθρωπολόγος της υψηλής κοινωνίας και σύζυγος μέλους του Κογκρέσσου, αλλά, ευτυχώς, δεν είχε υποστηρίξει οποιεσδήποτε πολιτικές που θα μπορούσαν να υφαρπάξουν γη από τους Ινδιάνους της Αμερικής. Αντίθετα, ενάντια στις επιθυμίες της μητέρας της, αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Barnard το 1896 και απέκτησε διδακτορικό δίπλωμα στην εκπαίδευση από το Πανεπιστήμιο Columbia το 1899. Επτά χρόνια αργότερα αυτή η λαοπλάνα δημοσίευσε ένα «ριζοσπαστικό» βιβλίο υποστηρίζοντας την ανάγκη να υπάρξει άμεση επιμόρφωση πάνω στις σεξουαλικές σχέσεις καθώς και συζητήσεις για το προγαμιαίο σεξ και τους «δοκιμαστικούς γάμους». Το 1912 η Parsons έγραψε μια εθνογραφική μελέτη για τις γυναίκες της ανώτερης κοινωνικής τάξης της Νέας Υόρκης και τους έμφυλους ρόλους τους με τίτλο «Η παλιομοδίτη γυναίκα». Εκεί υποστήριξε ότι η ίδια η «γυναίκα» ήταν μια ξεπερασμένη κατηγορία που διατηρούνταν ζωντανή από εξίσου ξεπερασμένες τελετουργίες.

Τα επόμενα χρόνια ταξίδεψε, μελέτησε, κυνήγησε την περιπέτεια – και κατέληξε να διαμορφώσει τον κλάδο της ανθρωπολογίας. Έγραψε άρθρα σχετικά με τους πολιτισμούς της Αριζόνας και του Νέου Μεξικού, συγκέντρωσε λαογραφικά έθιμα της Καραϊβικής, χρηματοδότησε την έρευνα φοιτητών, δέχτηκε και απέρριψε εραστές και αντιτάχθηκε σθεναρά στους περιορισμούς στο να εργάζονται μαζί άνδρες και γυναίκες. Καλή φίλη με τον φημισμένο ανθρωπολόγο Franz Boas, η Parsons δίδαξε την Ruth Benedict και ήταν η προκάτοχος της υψηλού κύρους και επιρροής Margaret Mead, έτσι είναι λογικό που ασχολήθηκε με τους έμφυλους ρόλους και την επίδραση της κοινωνίας στους ανθρώπους. Επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό, επίσης, στον πολιτισμό των Ινδιάνων της Αμερικής. Το 1939 δημοσίευσε το «Pueblo Indian Religion», ένα δίτομο έργο που περιλαμβάνει μια τεράστια έρευνα. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του Αμερικάνικου Ανθρωπολογικού Συλλόγου, αλλά πέθανε προτού μπορέσει να δώσει μια καταπληκτική εναρκτήρια ομιλία επισημαίνοντας ότι η ανθρωπολογία είναι δυνατόν να χρησιμεύσει ως εργαλείο για το ρατσισμό.

Maria Czaplicka, 1884-1921

anthro-czaplickaMaria Czaplicka (Wikimedia Commons)

Η Maria Czaplicka πήρε την πρώτη της ανώτερη εκπαίδευση σε ένα από τα «ιπτάμενα» ή «πλεούμενα» πανεπιστήμια της Πολωνίας – υπόγειες σχολές που επιδίωκαν να διατηρήσουν την πολωνική κουλτούρα και που αρχικά σκόπευαν να εκπαιδεύσουν γυναίκες, οι οποίες είχαν αποκλειστεί από τα νόμιμα πανεπιστήμια στον πρώσικο ή ρωσικό τομέα της Κοινοπολιτείας. Δεν επρόκειτο για αξιοκαταφρόνητα εγχειρήματα. Η Marie Curie ήταν μαθήτρια ενός τέτοιου προγράμματος και η ίδια η Czaplicka κατέληξε να σπουδάσει ανθρωπολογία στο Λονδίνο και στην Οξφόρδη, όπου τελικά έγινε η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια ανθρωπολογίας.

Αλλά δεν άντεχε μια ζωή καθισμένη σε ένα γραφείο ή δίνοντας διαλέξεις πίσω από ένα πόντιουμ. Τον Μάιο του 1914, αφού εργάστηκε μερικά χρόνια ως συγγραφέας και βοηθός πλούσιων γυναικών, η Czaplicka διοργάνωσε την πιο γυναικεία αποστολή στον ποταμό Yenisei στη Σιβηρία για τη διεξαγωγή έρευνας πεδίου και μελέτης των τοπικών πολιτισμών. Η μετα-ανάλυση της βιβλιογραφίας σχετικά με την περιοχή, «Η Σιβηρία των Αβορίγινων: Μια Μελέτη στην Κοινωνική Ανθρωπολογία», εκδόθηκε πριν από το ταξίδι και αποτέλεσε τη βάση για την έρευνά της. Αυτή και η ομάδα της έμειναν πάνω από ένα χρόνο συγκεντρώνοντας πληροφορίες σχετικά με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις αυτόχθονων της Σιβηρίας, φωτογραφίζοντάς τους και συλλέγοντας χειροποίητα αντικειμένα για το Μουσείο Pitt River πίσω στην Αγγλία.

Επιστρέφοντας στην Αγγλία έγραψε την προσωπική της άποψη για το ταξίδι, Ένας χρόνος στη Σιβηρία, αλλά ποτέ δεν δημοσίευσε την έρευνα πεδίου πέρα από μερικά άρθρα. Αφήνοντας τη θέση της στην Οξφόρδη το 1919 η Czaplicka αντιμετώπισε μια ζοφερή οικονομική κατάσταση. Δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει κανέναν άλλο ακαδημαϊκό διορισμό, ούτε θα μπορούσε να βρει άλλη υποτροφία για να ταξιδέψει. Το 1921, σε ηλικία μόλις 36 χρόνων, η Czaplicka αυτοκτόνησε.

Ruth Benedict, 1887-1948

Anthropologist Ruth BenedictCorbis

Η ανθρωπολόγος/ ποιήτρια Ruth Benedict ακολούθησε τα βήματα της μητέρας της για να αποκτήσει το πτυχίο της στο Πανεπιστήμιο Vassar το 1909, αλλά μόνο όταν σπούδασε υπό την καθηγεσία της Elsie Clews Parsons στη Νέα Σχολή Κοινωνικών Ερευνών απέκτησε την πρώτη της επαφή με την ανθρωπολογία. Χάρη στην Parsons και στον Alexander Goldenweiser, η Benedict σπούδασε στον καθηγητή Franz Boas στο Πανεπιστήμιο Columbia αποκτώντας το διδακτορικό της το 1923. Η διατριβή της επικεντρώθηκε στους ινδιάνικους πολιτισμούς της Βόρειας Αμερικής.

Η Benedict έδωσε μια νέα προοπτική στον κλάδο. Έβλεπε τους πολιτισμούς που μελετούσε ως άθροισμα πολλών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των πνευματικών, θρησκευτικών και αισθητικών. Η πολυγραφότατη και γεμάτη περιέργεια συγγραφέας σπούδασε λαογραφία, εξέτασε το πώς η προσωπικότητα ενός πολιτισμού ορίζει τα μέλη της (πολιτισμός είναι η «προσωπικότητα με κεφαλαία γράμματα») και απέρριψε ρατσιστικές θεωρίες που προωθούν την ανισότητα. Συνεχίζοντας την επικέντρωσή της στους Ινδιάνους της Αμερικής, η Benedict μελέτησε τις φυλές Serrano, Zuni, Pima και Apache, εκτός από τις φυλές στην περιοχή των Μεγάλων Πεδιάδων.

Ενώ εργαζόταν ως βοηθός του Boas, η Benedict συναντήθηκε με τη φοιτήτρια Margaret Mead και μεταξύ τους δημιουργήθηκε ένας δεσμός που θα διαρκούσε για μια ζωή. Παρά το γεγονός ότι δεν της άρεσε καθόλου να μιλάει σε κοινό, η συναρπαστική και πνευματώδης Benedict πήγε να εργαστεί ως λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Columbia και απέκτησε πλήρη καθηγεσία λίγο πριν από το θάνατό της.

Zora Neale Hurston, 1891-1960

Zora Neale HurstonCorbis

Zora Neale Hurston with MusiciansCorbis

Ίσως πιο ευρέως γνωστή ως μια βαθιά ταλαντούχα συγγραφέας της αναγέννησης του Χάρλεμ, η Zora Neale Hurston επίσης εκπαιδεύτηκε ως ανθρωπολόγος υπό τον Franz Boas. Όταν σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο Barnard στη δεκαετία του 1920, ήταν η μόνη μαύρη φοιτήτρια στη σχολή και το 1928 ήταν η πρώτη που αποφοίτησε. Όταν επιδίωξε να πάρει μεταπτυχιακό τίτλο στο Πανεπιστήμιο Columbia, ο Boas ενθάρρυνε το ενδιαφέρον της στην αφροαμερικάνικη λαογραφία. Αυτή η έρευνα διαπότισε τη μυθοπλασία της, ιδίως η χρήση της διαλέκτου και της «ντοπιολαλιάς» σε έργα όπως Τα μάτια τους κοιτούσαν τον Θεό. Η Hurston μεγάλωσε στην πόλη Eatonville στη Φλόριντα, μια ολόκληρη κοινότητα μαύρων που ιδρύθηκε στον απόηχο του Εμφυλίου Πολέμου, και επέστρεψε πίσω για να καταγράψει τα λαογραφικά έθιμα, τα θρησκευτικά κηρύγματα και τη μουσική, την οποία άκουγε καθώς μεγάλωνε.

Δεν έμεινε, ωστόσο, στις ΗΠΑ. Εκτός από την έρευνά της στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας, η Hurston ταξίδεψε στην Καραϊβική για να μελετήσει τις πρακτικές βουντού. Το σημαντικότερο ανθρωπολογικό έργο της το 1935 Μουλάρια και άνθρωποι ήταν η πρώτη συλλογή μαύρης λαογραφίας από Αφροαμερικανό, είτε άντρα είτε γυναίκα, και το Πες στο άλογό μου αποτύπωνε τις εμπειρίες της στην Τζαμάικα και την Αϊτή. Επίσης πρωτοστάτησε σε ανθρωπολογικές θεωρίες και μεθόδους μέσα από τη μελέτη της για την αφρικανική διασπορά, τον εντοπισμό πολιτιστικών δεσμών μεταξύ των μαύρων στην Αφρική και εκείνων στην Ευρώπη και στις Αμερικές.

Margaret Mead, 1901-1978

Margaret Mead with Trophy HeadsBettmann/Corbis

Margaret Mead with Manus Mother and ChildBettmann/Corbis

Συνεχίζοντας το έργο των προκατόχων της, ιδιαίτερα του Franz Boas, της Ruth Benedict και της Elsie Clews Parsons, η επιρροή της Margaret Mead, ωστόσο, δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί. Η έρευνά της σε πολιτισμούς της Πολυνησίας – αποκαλύπτοντας μεταξύ άλλων μια πιο χαλαρή προσέγγιση στο προγαμιαίο σεξ – βοήθησαν στο να ξεκινήσει η σεξουαλική επανάσταση στην Αμερική και το δεύτερο κύμα του φεμινισμού. Αν τυχόν νομίζετε ότι μοναδικό επίκεντρο του έργου της ήταν το σεξ και το φύλο, ας μας επιτρέψετε να σας δώσουμε μερικά στοιχεία: Αυτή η γυναίκα είχε βαθιά γνώση της εκπαίδευσης, της προσωπικότητας, της διατροφής, της ψυχικής υγείας (και πολλών περισσότερων) καθώς έβρισκαν εφαρμογή στον πολιτισμό και στις σχέσεις.

Γεννήθηκε από προοδευτικούς προτεστάντες γονείς και διδάχτηκε τα πρώτα χρόνια από τη γιαγιά της. Η Mead ενθαρρύνθηκε από πολύ μικρή ηλικία όχι μόνο να παρατηρεί τον κόσμο γύρω της, αλλά και να κρατάει λεπτομερείς, εκτενείς σημειώσεις. Όταν η γεμάτη περιέργεια φοιτήτρια σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο Barnard και πήρε ένα μάθημα που δίδασκε ο Boas (αργότερα θα έπαιρνε το μεταπτυχιακό και το διδακτορικό της στο Πανεπιστήμιο Columbia υπό την επίβλεψή του), τίποτε δεν μπορούσε να την σταματήσει. Γεννήθηκε για να γίνει ανθρωπολόγος.

Στο Σεξ και Ιδιοσυγκρασία διερεύνησε τους ρόλους της φύσης και της ανατροφής ανάμεσα σε πολιτισμούς στην Παπούα Νέα Γουινέα και ισχυρίστηκε ότι, πράγματι, το βιολογικό και το κοινωνικό φύλο είναι δύο διαφορετικές δυνάμεις. Στο Ενηλικίωση στη Σαμόα, το πρώτο και ίσως το πιο σημαντικό έργο της, αναφέρθηκε σε χαλαρές συμπεριφορές απέναντι στη σεξουαλική εξερεύνηση και στους ρόλους του βιολογικού/ κοινωνικού φύλου καθώς παίζουν έναν ευεργετικό ρόλο στην ανάπτυξη των έφηβων κοριτσιών.

Πέρα από όλα αυτά – μια καριέρα ταξιδιών και ανακαλύψεων, τρεις γάμους και ατελείωτες διαμάχες – διατήρησε ένα ειδύλλιο με την καθηγήτρια, φίλη και μέντορά της, Ruth Benedict, που κράτησε μια ολόκληρη ζωή. Μπορείτε να διαβάσετε τις ερωτικές επιστολές τους, αλλά σας προειδοποιούμε: μπορεί να συγκινηθείτε διαβάζοντάς τες.

Phyllis Kaberry, 1910-1977

Dr.Phyllis Kaberry. - December-1944Αρχείο Planet News

Γεννήθηκε στο Σαν Φρανσίσκο και μεγάλωσε στην Αυστραλία. Η Phyllis Kaberry ήταν περιπετειώδης από την αρχή. Τα πρώτα χρόνια που εξερευνούσε με τα αδέλφια της την προετοίμασαν καλά για μια καριέρα ως κοινωνική ανθρωπολόγος. Μετά την αποφοίτησή της από το Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, η Kaberry έγραψε τη μεταπτυχιακή της εργασία το 1934 για τους αυτόχθονες κατοίκους των νησιών πέρα από την Αυστραλία, συμπεριλαμβανομένης της Νέας Γουινέας, των νησιών Φίτζι και των νήσων του Σολομώντα. Συνέχισε την έρευνά της που κράτησε πάνω από έναν χρόνο διεξάγοντας έρευνα πεδίου στους ιθαγενείς στη Δυτική Αυστραλία, μια εμπειρία που θα διαμόρφωνε το πολύ σημαντικό έργο της, Αβορίγινες γυναίκες: ιερές και βέβηλες, που γράφτηκε κατά τη διάρκεια των σπουδών της στο Λονδίνο με τον Bronislaw Malinowski. Αποτελούσε μια καθ’ όλα αναγκαία επανεξέταση (ή μια άλλη θεώρηση) των αυτόχθονων γυναικών που προσπαθούσε να τις παρουσιάσει ως πραγματικά ανθρώπινα όντα με πραγματικά συναισθήματα. Τριάντα χρόνια μετά τη δημοσίευση, οι συνάδελφοι ερευνητές θα το χαιρέτιζαν ως τη μοναδική «πρωτοποριακή μελέτη για την κοινωνική θέση των γυναικών» στην Αυστραλία.

Δεν ήταν από τους ανθρώπους που θα χαλάρωνε μετά από ένα συναρπαστικό γεγονός. Η Kaberry συνέχισε να λαμβάνει επιχορηγήσεις, υποτροφίες και θερμές προσκλήσεις να διεξάγει έρευνα πεδίου και να δίνει διαλέξεις σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Μερικές από τις πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής της τις πέρασε ερευνώντας τον υποσιτισμό ανάμεσα στους ανθρώπους του βρετανικού Καμερούν (τώρα τμήματα της Νιγηρίας και του Καμερούν), όπου έγινε πολύ καλή φίλη με τις ντόπιες γυναίκες, πολλές από τις οποίες παραπονιούνταν ότι τα βόδια της γειτονικής φυλής τούς κατέστρεφαν τα αγροκτήματά τους. Η Kaberry προφανώς τις βοήθησε να οδηγήσουν τα βοοειδή μακριά από τη γη τους, κερδίζοντας έτσι τον τίτλο «Βασιλομήτωρ» από τις γυναίκες. Το διάστημα που έμεινε στην περιοχή την ενέπνευσε να γράψει το βιβλίο της Αυτόχθονες γυναίκες, στο οποίο εξέταζε την κοινωνική και οικονομική θέση των γυναικών και επιπλέον έριχνε φως σε θέματα βρεφικής θνησιμότητας και υποσιτισμού.

Επιπλέον, εκτός από το ότι υπηρέτησε ως αντιπρόεδρος του Βασιλικού Ανθρωπολογικού Ινστιτούτου της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας και έγινε μέλος του προσωπικού του University College του Λονδίνου, ήταν πνευματώδης και με μεγάλη αίσθηση του χιούμορ. Διασκέδαζε πολύ μεταφέροντας τα παράπονα των Αφρικανών φιλενάδων της για τους τεμπέληδες άντρες του χωριού τους στις συζητήσεις με τους άντρες συναδέλφους της.

Mary Leakey, 1913-1996

Mary and Louis Leakey Studying Skull FragmentsBettmann / Corbis

Great Britain, London. Mary Leakey. 1948Keystone-Γαλλία / Getty Images

Εξαιρετική κυνηγός απολιθωμάτων, η Mary Leakey ενδιαφερόταν για την τέχνη και την αρχαιολογία  από την αρχή. Ο πατέρας της (ένας απίθανος μπαμπάς!) την έπαιρνε μαζί του για να δει αρχαίες ζωγραφιές σε σπήλαια στη Γαλλία, εκτός από τα μουσεία όπου συμμετείχε σε αρχαιολογικές ανασκαφές. Όταν πέθανε ο πατέρας της και η μητέρα της την πήγε πίσω στο Λονδίνο, η Leakey, αρρωστημένη από το καθολικό σχολείο, άρχισε να παρακολουθεί πανεπιστημιακά μαθήματα στην αρχαιολογία, την προϊστορία και τη γεωλογία. Τρία χρόνια αργότερα η Leakey (το γένος Nicol) ήταν ήδη αυθεντία στον πυρόλιθο και στην επιστημονική απεικόνιση, γεγονός που λειτούργησε τέλεια για τον μέλλοντα σύζυγο (και παντρεμένο εκείνη την περίοδο) Louis Leakey. Την προσκάλεσε στην Αφρική για να ζωγραφίσει τα εργαλεία που θα έβρισκε.

Παρά το γεγονός ότι δεν την ενδιέφερε καθόλου να κυνηγήσει μια τυπική εκπαίδευση, τα πήγε μια χαρά. Κατά τη διάρκεια της καριέρας της η Leakey κέρδισε πολυάριθμους τιμητικούς τίτλους χάρη στην απίστευτη δουλειά που η ίδια (και ο σύζυγός της Louis) έκανε (αν και ο γιος της ο Richard πιστώνει και την ίδια τη μητέρα του ως επιτυχία του Louis). Στην Αφρική ανακάλυψε τον Proconsul africanus (βρήκε ένα άθικτο κρανίο το 1948), τον Zinjanthropus boisei (επίσης γνωστό ως Australopithecus boisei [η ανακάλυψη του οποίου, το 1959, εξασφάλισε σε αυτήν και στο Louis χρηματοδότηση από το National Geographic Society]), τον Homo habilis (1960) και ένα απολιθωμένο ίχνος από πατημασιές πρϊστορικού ανθρώπου που εκτεινόταν για περίπου 27 μέτρα (1979).

Ένα πράγμα δεν άρεσε στην πρωτοποριακή αρχαιολόγο. Οι ερωτήσεις σχετικά με το φύλο της, για το οποίο είπε σε μία αμερικανίδα δημοσιογράφο ότι δεν είχε καμία σχέση με τη δουλειά της. «Ποτέ δεν χρειάστηκε να συνειδητοποιήσω το φύλο μου», της είπε η Leakey. «Ποτέ δεν ένιωσα σε μειονεκτική θέση».

Pearl Primus, 1919-1994

Pearla Primus With AssociatesJoseph Schwartz / Corbis

SingersReg Birkett / Keystone / Getty Images

Η Pearl Primus ήταν χορεύτρια, χορογράφος, ακτιβίστρια, δασκάλα και λέκτορας που βοήθησε να βρει ο χορός της Αφρικής και της Καραϊβικής το αμερικανικό κοινό. Πρωτίστως όμως ήταν επιστήμονας. Η Primus, που καταγόταν από την Τρινιδάδ, μετακόμισε με την οικογένειά της στη Νέα Υόρκη σε ηλικία δύο χρονών. Έκανε τις προπτυχιακές σπουδές της στη βιολογία και τις εισαγωγικές σπουδές στην ιατρική στο Hunter College, αλλά μιας και δεν προσλάμβαναν μαύρους στα εργαστήρια, έκανε αίτηση στο Εθνικό Συμβούλιο Νέων, έναν οργανισμό New Deal που την τοποθέτησε στην Ομάδα Νέου Χορού.

Είχε βρει ένα πάθος, ακόμη και αν αυτό σήμαινε ότι θα έβαζε την επιστήμη για λίγο σε αναμονή. Η Primus γρήγορα έγινε δασκάλα και έδινε παραστάσεις με τη δική της δουλειά. Χρησιμοποιούσε τον χορό για να πει οδυνηρές ιστορίες για τη ζωή των Αφρο-αμερικανών. Οι παραστάσεις το 1943 περιλάμβαναν το Strange Fruit (για το λιντσάρισμα) και Ο Νέγρος μιλάει για Ποτάμια (που απεικονίζουν τη ζωή των μαύρων που ζούσαν κατά μήκος του Μισισιπή). Μετά τις περιοδείες της και αφού ίδρυσε τη δική της εταιρεία, η Primus έλαβε μια υποτροφία για σπουδές χορού στην Αφρική, παντρεύτηκε έναν συνάδελφο χορευτή και έγινε η διευθύντρια του Κέντρου Παραστατικών Τεχνών στη Λιβερία. Ήταν μια πολυάσχολη περίοδος, αλλά το 1978 πήρε ένα διδακτορικό στην ανθρωπολογία (Αφρικανικές και Καραϊβικές σπουδές) από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.

Τα δύο μεγάλα πάθη της συνδυάστηκαν. Εκτός από το να μοιράζεται αφροαμερικάνικεςς ιστορίες μέσα από τις παραστάσεις της, επέκτεινε την έρευνά της στην Καραϊβική και στη Νιγηρία, στη  Γκάνα, στο Ζαΐρ και στη Ρουάντα. Το δεξί και αριστερό της ημισφαίριο σε πλήρη λειτουργία, ήταν η τέλεια υποψήφια να συμμετάσχει στη «Μαύρη Παράδοση στον Αμερικανικό Χορό», ένα πρόγραμμα που επιδίωκε να διατηρήσει και να αναβιώσει τον μαύρο χορό.

Πηγή: stuff mom never told you

Μετάφραση-επιμέλεια: Λίνα Φιλοπούλου

***

Το Φεστιβάλ Εθνογραφικού Κινηματογράφου της Αθήνας θα πραγματοποιηθεί φέτος για 6η χρονιά από 26 έως 29 Νοεμβρίου στο Exile Room (Αθηνάς 12, 3ος όροφος, Μοναστηράκι). Οι προβολές (οι οποίες θα έχουν μόνο αγγλικούς υπότιτλους) θα γίνουν στο Exile Room (Αθηνάς 12, 3ος όροφος, Μοναστηράκι), η είσοδος θα είναι δωρεάν και θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας. Ολόκληρο το πρόγραμμα του φεστιβάλ μπορείτε να το δείτε εδώ.

 

Εμείς έχουμε ξεχωρίσει τις γυναικείες παραγωγές του φεστιβάλ:

Τετάρτη 25.11 στις 20.00 (ειδική προβολή)

News From Home της Chantal Akerman

Υπάρχουν κάποιοι δημιουργοί που, συνειδητά ή όχι, συνέβαλαν στη διαμόρφωση, εξέλιξη και ανάδειξη της σχέσης του κινηματογράφου και οπτικής ανθρωπολογίας, και η πρωτοπόρος δημιουργός Σαντάλ Ακερμάν ανήκει σίγουρα σε αυτή την κατηγορία. Ο κυριότερος λόγος είναι ότι μερικές από τις ταινίες της έχουν μια στενή σχέση με την έννοια της «διασποράς» και αυτό το στοιχείο τράβηξε το ενδιαφέρον για το έργο της πέρα από το χώρο των κινηματογραφικών σπουδών.

Το News From Home, ίσως η ταινία της Ακερμάν με την μεγαλύτερη επιρροή σε αυτή τη διαδικασία, είναι ένα «επιστολικό ντοκιμαντέρ διασποράς» που βασίζεται στα γράμματα που στέλνει η μητέρα της σε αυτήν ενώ ζούσε στη Νέα Υόρκη, και δεν απο- τελεί μόνο μια πολύ σημαντική ταινία, αλλά και ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς μια ταινία μπορεί να επηρεάσει πολλές πτυχές του κόσμου μας πέρα από τον κινηματογραφικό.

Φέτος έχουμε την ευκαιρία να προβάλουμε την ταινία στην Αθήνα, επιθυμώντας μόνο η αφορμή να ήταν διαφορετική, και όχι η ξαφνική απώλεια της που μας συγκλόνισε τον περασμένο Οκτώβριο.

Η προβολή θα φιλοξενηθεί στο Auditorium του Γαλλικού Ινστιτούτου (Σίνα 31, Αθήνα).

Πέμπτη 26.11 στις 18.30

Κινέζοι Γεννημένοι στη Βρετανία

Σκηνοθεσία: ElenaBarabantseva & AndyLawrence. 48’ (Ηνωμένο Βασίλειο)

Ο Ντάνιελ και ο Κέβιν είναι δύο παιδιά Κινέζων μεταναστών στο Μάντσεστερ. Καταγράφοντας τις προσπάθειες να συμφιλιώσουν την βρετανική με την κινέζικη πλευρά τους, η ταινία αποκαλύπτει νέες διαστάσεις στο πώς τα αγόρια βιώνουν τον κόσμο τους.

στις 19.30

Τα Θηλυκά Είναι Εδώ

Σκηνοθεσία Ναταλία Κουτσούγερα. 45’ (Ελλάδα) – Παρουσία της σκηνοθέτριας

Η ταινία περιγράφει τις ζωές δυο κοριτσιών που χορεύουν freestyle hip-hop, popping, και house dance, καθώς και τους τρόπους με τους οποίους οι διεθνείς διαγωνιστικοί χοροί χρησιμοποιούνται από τις γυναίκες της συγκεκριμένης σκηνής, εστιάζοντας στις εκφάνσεις της θηλυκότητας και του φύλου σ’ ένα ανδροκρατούμενο χώρο.

στις 21.45

Σε Έπαινο των Σκιών

Σκηνοθεσία: Kayla Reopelle & Εvan Raymond Spitzer. 34’ (Η.Π.Α., Γερμανία)

Η ταινία είναι η ποιητική απεικόνιση τριών νέων στη ζωή τους στα βόρεια της Νέας Υόρκης δίχως ηλεκτρικό, γκάζι, ίντερνετ και κινητά τηλέφωνα. Ο τρόπος ζωής τους, αν και αντισυμβατικός, προάγει την ερώτηση τού τι είναι απαραίτητο στις ζωές μας.

Ένα Πιάτο Σκουπίδια

Σκηνοθεσία: Adéla Košařová & Radka Mezníková. 12’ (Τσεχική Δημοκρατία)

Η ταινία είναι μια καταγραφή του φαινομένου «dumpster diving», η περισυλλογή δηλαδή φαγητού από κάδους απορριμμάτων πίσω από τα σουπερμάρκετ. Οι συμμετέχοντες προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν ξανά τα συχνά ακόμη βρώσιμα φαγητά και με τον τρόπο αυτό να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην υπέρμετρη σπατάλη.

Μαύρο Κάρβουνο

Σκηνοθεσία: Tania Sofia Oliveira Prates. 9’ (Πορτογαλία)

Μια σφαιρική μελέτη πάνω σε μία από τις παραδοσιακές μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή κάρβουνου στην Πορτογαλία, που ήταν ιδιαίτερα διαδομένες στις τελευταίες δεκαετίες. Η διαδικασία ξεκινά από το κόψιμο των δέντρων και φτάνει μέχρι την πώληση του προϊόντος.

Παρασκευή 27.11 στις 16.00 (Θεματική Ενότητα)

Nobel Nok Dah

Σκηνοθεσία: Emily Hong & Miasarah Lai & Mariangela Mihai. 23’ (Η.Π.Α.)

Η ταινία προσφέρει μια αποκαλυπτική ματιά στις ζωές τριών προσφύγων από τη Μιανμάρ που συναντήθηκαν στη Νέα Υόρκη, ιχνογραφώντας αναλαμπές υποκειμενικότητας που κάνουν περίπλοκη όποια μόνη αφήγηση της προσφυγικής εμπειρίας.

Πώς Είναι η Ζωή Εδώ

Σκηνοθεσία: Marlene Wynants. 30’ (Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Σερβία)

Σε έναν οικισμό στα προάστια του Βελιγραδίου, οι οικογένειες Ρομά ζουν σε ακραία φτώχεια, συνέπεια των διακρίσεων και του αποκλεισμού. Η ταινία εξετάζει τον αγώνα της επιβίωσης στο περιθώριο της κοινωνίας και τα όνειρα για τη Δυτική Ευρώπη.

Ένα Ονειρικό Σχολείο στις Στέπες

Σκηνοθεσία: Güliz Sağlam. 55’ (Τουρκία) – Παρουσία της σκηνοθέτη

Η ζωή του Uluçay, ανάμεσα σε πραγματικότητα και όνειρο, στους μισοφωτισμένους διαδρόμους του νοσοκομείου και του χωριού, και ο κόσμος του Ahmet Uluçay, που έπρεπε να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι είχε εγκεφαλικό όγκο πριν από 12 χρόνια.

στις 18.00 (Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά)

Η Νύφη του Καθρέφτη

Σκηνοθεσία: Δέσποινα Πανταζή

Στον ορεινό όγκο της Ροδόπης, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Βουλγαρία, κατοικούν οι Πομάκοι, παρά τη βίαιη αλλοίωση στην γλώσσα τους και άλλα πολιτισμικά στοιχεία. Το έθιμο του γάμου, όμως, φαίνεται να επιβίωσε.

στις 20.00 (Πανόραμα)

Εγώ και οι Άλλοι

Σκηνοθεσία: Θέλγεια Πετράκη. 53’ (Ελλάδα) – Παρουσία της σκηνοθέτη

Το ντοκιμαντέρ περιγράφει τον τελευταίο χρόνο του Ζαννείου Ιδρύματος Παιδικής Προστασίας και Αγωγής. Καταγράφοντας την καθημερινότητα του Ιδρύματος, διαπιστώνουμε ότι έπειτα από 130 χρόνια λειτουργίας βρίσκεται στην καλύτερή του μορφή.

στις 22.15 (Φοιτητικές)

Haraka Baraka: Η Μετακίνηση είναι Ευλογία

Σκηνοθεσία: Lana Askari. 27’ (Ηνωμένο Βασίλειο)

Έχοντας ζήσει στην Ολλανδία πάνω από 20 χρόνια, οι γονείς της δημιουργού επιστρέ- φουν στο Κουρδιστάν. Η ταινία τούς ακολουθεί, θίγοντας ταυτόχρονα την επανα-δι- απραγμάτευση του ανήκειν κατά τη διάρκεια μιας (φαινομενικά) διαχρονικής κρίσης.

Διάλογοι του Βάλτου

Σκηνοθεσία: Ildikó Zonga Plájás. 53’ (Ολλανδία)

Το Δέλτα του Δούναβη στη Ρουμανία είναι Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Παρόλο που γίνονται προσπάθειες για να προστατευτεί η βιοποικιλότητα, η δοκιμασία των τοπικών κοινοτήτων σε μεγάλο βαθμό παραβλέπεται.

Η Χαμένη Γη

Σκηνοθεσία: Daria Fedyaeva. 29’ (Ρωσία)

Η Tatiana και ο Sergei ήρθαν στο χωριό όταν περισσότεροι από δύο χιλιάδες έμεναν εδώ. Υπήρχε ένα σχολείο, ένα νοσοκομείο, ένας κινηματογράφος. Υπήρχαν δουλειές. Τώρα, είναι οι τελευταίοι κάτοικοι του χωριού, βλέποντας τον τόπο τους να οδηγείται στην ίδια μοίρα με πολλά άλλα χωριά στη Ρωσία.

Σάββατο 28.11 στις 21.00

Trans X Istanbul

Σκηνοθεσία: Maria Binder. 109’ (Τουρκία, Γερμανία) – Παρουσία των συντελεστών

Χιλιάδες διεμφυλικές γυναίκες ζουν στις μεγάλες πόλεις της Τουρκίας και τα εγκλήματα εναντία τους σε μεγάλο βαθμό δεν διερευνώνται. Η Ebru, μια διεμφυλική γυναίκα από την Κωνσταντινούπολη, μάχεται ενάντια στην μετακίνηση και τις δολοφονίες των συντρόφισσών της. Θέλει να αλλάξει την τουρκική κοινωνία με χιούμορ, αυτο-ειρωνεία, και πολιτική οξύνοια.

στις 23.00

Περίεργα Πλάσματα: Η Κρυφή Ζωή μιας Αγγλικής Φάρμας Γαλακτοκομικών

Σκηνοθεσία: Kriston Jackson. 18’ (Αγγλία)

Γυρισμένο στα περίχωρα του Δάσους του Μπόλαντ στο Βόρειο Λάνκασιρ, το «Περίεργα Πλάσματα» είναι μια αισθητήρια εξερεύνηση της κρυφής ζωής ενός γαλακτοκομείου. Παρακολουθώντας την ιδιαίτερη συνύπαρξη του ανθρώπου με ένα από τα πιο σημαντικά πλάσματα στην ανθρώπινη ιστορία: την αγελάδα.

Κυριακή 29.11 στις 17.00 (Φοιτητικές)

Παιχνίδι της Πόλης

Σκηνοθεσία: Paloma Yáñez Serrano. 31’ (Ηνωμένο Βασίλειο, Αίγυπτος)

Η ταινία, γυρισμένη στο Κάιρο, είναι ένα ταξίδι που παρουσιάζεται σε δύο οθόνες, αντιπαραθέτοντας τους διαφορετικούς ρόλους που μπορούν να πάρουν τα παιδιά στην πόλη και αργότερα το πώς αυτοί οι ρόλοι μεταμορφώνονται καθώς αυτά μεγαλώνουν.

Το να Δουλεύεις Σημαίνει να Μεγαλώνεις. Οργανωμένα Εργαζόμενα Παιδιά και τα Αιτήματά τους

Σκηνοθεσία: Léa Klaue. 32’ (Νορβηγία, Βολιβία)

Ο Τζέραλντ, η Ρούμπεν, η Νέισα και οι φίλοι τους είναι παιδιά και έφηβοι που δουλεύουν ως οδηγοί χειραμαξών στην αγορά και ως παπαδοπαίδια στα νεκροταφεία στην περιοχή της Κοτσαμπάμπα στη Βολιβία. Είναι επίσης μέλη του εργατικού σωματείου για τα εργαζόμενα παιδιά της Βολιβίας, μέσω του οποίου υπερασπίζονται το δικαίωμά τους στην εργασία ενώπιον των αρχών

στις 18.00

Φάε τα Παιδιά σου

Σκηνοθεσία: Treasa O’Brien & Mary Jane O’Leary. 78’ (Ιρλανδία) – Παρουσία των σκηνοθετών

Μία πέρα για πέρα ακτιβιστική ταινία, μια πρόκληση που επιχειρεί να καταγράψει το αόρατο. Είναι ένα road trip και μια αποστολή δύο φίλων που μετανάστευσαν από την Ιρλανδία κατά τη διάρκεια της οικονομικής κατάρρευσης του 2008 και επιστρέφουν για να εξετάσουν την υποτιθέμενη αποδοχή στη χώρα του χρέους και της λιτότητας.

 ***

Επίσης, με δεδομένες τις ανάγκες που προκύπτουν στα κέντρα φιλοξενίας προσφύγων και ύστερα από επικοινωνία με τις ομάδες αλληλεγγύης που δραστηριοποιούνται στο κέντρο του Βοτανικού, θα τοποθετηθούν στους χώρους του Exile Room κουτιά συλλογής για τα παρακάτω είδη:

– είδη προσωπικής υγιεινής (σαμπουάν, σαπούνια, σερβιέτες, ξυραφάκια, χαρτιά υγείας, οδοντόκρεμες, οδοντόβουρτσες)

– βρεφικά είδη (γάλατα σε σκόνη, κρέμες σκόνη ή βαζάκια, πάνες, μωρομάντηλα)

– τρόφιμα έτοιμα όπως: μπισκότα, κράκερς, κριτσίνια, μπάρες δημητριακών, παξιμάδια, ξηρούς καρπούς, παστέλια, σταφίδες, αποξηραμένα φρούτα, ατομικούς χυμούς και ατομικά παστεριωμένα γάλατα

– φάρμακα για ενήλικες και παιδιά

Τα είδη θα παραδοθούν στο κέντρο φιλοξενίας προσφύγων Βοτανικού μετά τη λήξη του φεστιβάλ.

 

 

 

Share

Μάρσια Τζιβάρα: «Ο φασισμός δε γεννήθηκε στην κρίση και ούτε θα πεθάνει με την έξοδο από αυτήν»

BURNING FROM THE INSIDE ENG 005

του Γιάννη Κοντού

«Γεννημένο» στους δρόμους της Αθήνας και του Βερολίνου και χρησιμοποιώντας την ανάδυση της νεοναζιστικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής ως κύριο άξονά του, το κοινωνικό-πολιτικό ντοκιμαντέρ Burning from the inside της Μάρσιας Τζιβάρα, μέλους της γερμανικής κινηματογραφικής κολεκτίβας Ak-Kraak, αποκαλύπτει τις φασιστικές δομές που λειτουργούν στην Ελλάδα, από τη σκοπιά των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία. Συζητάμε με την σκηνοθέτρια, ενόψει της πρεμιέρας του ντοκιμαντέρ στα πλαίσια του 17ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Κυριακή 15 Μαρτίου (αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 17:30).

Το Burning from the inside αντανακλά, όπως γράφεις και στο επίσημο site της ταινίας, την αγωνία και τα αισθήματά σου για την Ελλάδα και την αηδία σου για όσους προσπαθούν να την καταστρέψουν. Πώς ξεκίνησαν όλα και ποιος είναι ο στόχος του ντοκιμαντέρ;

Ξεκινήσαμε τα γυρίσματα τον Γενάρη του 2013, όταν η Χ.Α αποπειράθηκε να ανοίξει γραφεία εδώ στη Γερμανία και συγκεκριμένα στη Νυρεμβέργη. Αυτό για μας ξεπερνούσε κάθε όριο και δε σου κρύβω ότι η οργή μας υπερέβη την ανασφάλειά μας για όλα τα επικείμενα εμπόδια που ενδεχομένως να βρίσκονταν στο δρόμο μας. Χωρίς συγκεκριμένο πλάνο, χωρίς βοήθεια από κάποιον φορέα και χωρίς λεφτά, αρχικά με τον Demian von Prittwitz, τον οπερατέρ της ταινίας, και εν συνεχεία με μια μικρή ομάδα κινηματογραφιστών-αντιφασιστών από Αθήνα και Βερολίνο, προβήκαμε σε guerilla γυρίσματα που κράτησαν σχεδόν 1.5 χρόνο.

Ο αρχικός στόχος ήταν να αποκαλύψουμε την αληθινή φύση της συμμορίας, αφού τη δεδομένη στιγμή κανείς από τα mainstream media δεν τολμούσε να το κάνει, και παράλληλα να τονίσουμε το παράδοξο που βιώναμε εμείς ως μετανάστες: το να ζούμε στη χώρα που «γέννησε» το ναζισμό και να παρακολουθούμε από μακριά, την αναβίωση του με πρωταγωνίστρια τη χώρα που «γέννησε» τη δημοκρατία. Βασικός στόχος λοιπόν, ήταν να θέσουμε ερωτήματα όσον αφορά τη λειτουργικότητα και εφαρμογή της δημοκρατίας σε μια χώρα τσακισμένη από τη διαφθορά και την καπιταλιστική λύσσα, τον ρόλο των νεοναζί ως κρατικού και παρακρατικού εργαλείου και φυσικά τη θέση της Γερμανίας μέσα σε όλο αυτό.

Ο δεύτερος μεγάλος στόχος ήταν η ευαισθητοποίηση του κοινού απέναντι στους μεγάλους αδικημένους της Ευρώπης-φρούριο: τους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Τέλος -χωρίς αυτό να αποτελεί συλλογικό στόχο της ομάδας μας, αλλά ίσως μια προσωπική ανάγκη- ήθελα να δώσουμε μια έμπρακτη απάντηση στις σκληρές κριτικές που κατά καιρούς δεχόμαστε όλοι εμείς που φύγαμε από την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια: ότι εγκαταλείπουμε στα δύσκολα, ότι δεν είμαστε μαχητές, ότι βολευτήκαμε και αδιαφορήσαμε. Η ταινία κατά κάποιο τρόπο απαντάει σε όλους αυτούς, αποδεικνύοντας πως οι αγώνες έχουν πολλαπλές μορφές και πως μέσα σε αυτούς υπάρχει μια θέση για όλους. Αρκεί ο καθένας να βρει τον τρόπο και το πλαίσιο, μέσα στο οποίο  μπορεί να δράσει και να προσφέρει.

Το ντοκιμαντέρ σου αποσκοπεί, επίσης, στο να αναδείξει τη σπουδαιότητα της συνύπαρξης «ντόπιων» και μεταναστών. Πόσο εύκολο ήταν να εξασφαλίσεις τη συνδρομή των μεταναστευτικών κοινοτήτων στην πραγματοποίηση της δουλειάς σου;

Η συνδρομή των μεταναστευτικών κοινοτήτων, πολιτικών ομάδων, αλλά και όλων των αντιφασιστικών φορέων που προσεγγίσαμε (γερμανικών και ελληνικών) ήταν άμεση και δυναμική. Όπως είπα και πριν, υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι ανθρώπων που έχουν έντονη πολιτική και κοινωνική δράση και αυτοί οι άνθρωποι μας άνοιξαν τον δρόμο και μας στήριξαν με τα όποια μέσα διέθεταν. Κάτι που ίσως ο πολύς κόσμος δε γνωρίζει, είναι ότι εδώ στο Βερολίνο υπάρχουν διάφορες ομάδες και επιτροπές αλληλεγγύης προς την Ελλάδα, οι οποίες απαρτίζονται από Γερμανούς του αναρχικού ή αριστερού/αντικαπιταλιστικού χώρου και η δράση τους απλώνεται σε ένα ευρύ φάσμα κοινωνικό-πολιτικού αγώνα: Από την συλλογή χρημάτων και φαρμάκων, μέχρι την αποστολή αντιπροσώπων, προκειμένου να στηρίξουν μια σημαντική προσπάθεια. Έχουν βρεθεί κατά καιρούς, αρκετοί Γερμανοί αλληλέγγυοι  σε μεγάλες γενικές απεργείς, ή σε μεγάλες αντιφασιστικές δράσεις στην Ελλάδα. Αυτές οι επισκέψεις, εκτός από το να στηρίξουν με την παρουσία τους, αποσκοπούν κυρίως και στο σχηματισμό μιας εικόνας για την Ελλάδα και τα προβλήματα του κόσμου, πέρα από την εικόνα που παρουσιάζουν τα  mainstream media. Αυτοί είναι οι άνθρωποι αν θέλεις, που δημιουργούν τον αντίλογο, σε μια χώρα, όπως η Γερμανία, που τον Έλληνα τον έχει συνδέσει με τον φτωχό-τεμπέλη συγγενή που του τρώει τα λεφτά. Σε γενικές γραμμές, όταν λέγαμε ποιοι είμαστε και τι θέλουμε να κάνουμε, οι πόρτες άνοιγαν εύκολα και τους ευχαριστούμε όλους για αυτό.

Βέβαια, για να μην τα παρουσιάζουμε όλα ρόδινα και ουτοπικά, πρέπει να πω ότι υπάρχει  και ένα άλλο κομμάτι μεταναστών – που ευτυχώς δε χρειάστηκε να συναναστραφούμε – το οποίο αναπαράγει είτε την καθεστωτική λογική του «βολέματος» που ο Έλληνας ξέρει τόσο καλά, είτε την «απολιτίκ» στάση του «δε μιλάω για να «τα έχω καλά με όλους», είτε ακόμα και το νεοναζισμό. Κάποιοι από αυτούς προσπάθησαν να «λασπώσουν» κατά καιρούς την προσπάθειά μας μέσω των social media και άλλου είδους προπαγάνδας, αλλά το μόνο πραγματικότητα. Η μετανάστευση δε μας κάνει απαραίτητα ούτε πιο ευαίσθητους, ούτε πιο αγωνιστές.

Δεδομένης της διαπλοκής κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών, θέλεις να αναφερθείς στους κινδύνους που το συνεργείο σου κι εσύ αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων τόσο από την πλευρά της αστυνομίας, όσο και των νεοναζί;

Τα γυρίσματα στην Γερμανία ήταν πολύ πιο εύκολα από ότι τα γυρίσματα στην Ελλάδα. Η βερολινέζικη αστυνομία, χωρίς βέβαια να θέλω να την εξευμενίσω, θεωρείται από τις λιγότερο βίαιες της Γερμανίας και έτσι είχαμε πιο «εύκολη» πρόσβαση στις ομάδες των νεοναζί, χωρίς να κινδυνεύουμε άμεσα. Υπήρχαν στιγμές βέβαια που γινόμασταν στόχος στα μάτια τους, κυρίως λόγω του «μεσσογειακού» παρουσιαστικού μας. Όμως, η αλήθεια είναι πως δε νιώσαμε ποτέ πραγματική απειλή.

Στην Ελλάδα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ένα μεγάλο πρόβλημα ήταν οτι κάποιοι  ήμασταν γνωστοί  στους φασιστικούς κύκλους, λόγω της αντιφασιστικής μας δράσης, και δεν ήταν καθόλου εύκολο να τους κινηματογραφήσουμε. Παρόλο που δεν εμφανιζόμασταν ως συνεργείο αλλά ως υποτιθέμενοι «οπαδοί» τους (ακόμα και μεταμφιεσμένοι), κυνηγηθήκαμε όλες τις φορές που προσπαθήσαμε να τους πλησιάσουμε. Πάντα βάβαια, με τις ευλογίες της αστυνομίας. Μετά από μια άσχημη εμπειρία που είχα σε μια συγκέντρωση  στα γραφεία τους και συγκεκριμένα όταν γιόρταζαν 1 χρόνο μετά την εκλογή τους στη βουλή, όπου με κυνήγησαν οι μπράβοι που περιφρουρούσαν την συγκέντρωση και προσπάθησαν να μου πάρουν την κάμερα, άρχισα να σκέφτομαι σοβάρά το ενδεχόμενο να σταματήσω αυτές τις απόπειρες, γιατί πια άρχισαν να γίνονται επικίνδυνες. ‘Ετσι, καταφύγαμε στην χρήση πλάνων αρχείου που μας παραχώρησαν αφιλοκερδώς οι αγωνιστές της αυτόνομης ΕΡΤ και της ΕΡΤ3, λύνοντας  το πρόβλημα. Όσο για την αστυνομία, δεν έχω λόγια. Σε όλες τις επιθέσεις ήταν παρούσα και έκανε οτι δε βλέπει, ενώ την ημέρα της σύλληψης των χρυσαυγιτών έξω από την ΓΑΔΑ, εφαρμόζοντας ένα πρωτοφανές «σχέδιο ασφαλείας» κατάφερε να με εγκλωβίσει για πάνω από τρεις ώρες (όπως και κάποιους τυχαίους περαστικούς) στο μετρό των Αμπελοκήπων, μαζί με περίπου 200 πωρωμένους νεοναζί που βρίσκονταν εκεί για συμπαράσταση στους χρυσαυγίτες- δολοφόνους! Αυτό είναι το μεγαλείο της ΕΛ.ΑΣ.

Οι βουλευτικές εκλογές της 25ης Ιανουαρίου αναδεικνύουν, αναπάντεχα ίσως, ως τρίτο κόμμα τη νεοναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής. Όπως για άλλη μια φορά αποδεικνύεται, η νεοναζιστική ακροδεξιά σε επίπεδο κοσμοαντίληψης, καθώς και πρακτικών, είναι στέρεα ριζωμένη σε σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Θα ήθελα ένα σχόλιό σου.

Δε μου προκαλεί καμία εντύπωση το εκλογικό αποτέλεσμα και αυτό το λέω με μεγάλη μου λύπη. Όπως υποστηρίζουμε και στην ταινία, ο φασισμός δε γεννήθηκε στην κρίση και ούτε θα πεθάνει με την έξοδο από αυτήν. Και η καραμέλα του «παραπληροφορημένου ψηφοφόρου», εμένα προσωπικά δε μου κάνει. Κατά τη γνώμη μου,  η πικρή αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι είναι στρατευμένοι νεοναζί, φασίστες και μαφιόζοι, που υπήρχαν όλα αυτά τα χρόνια ανάμεσα μας και δρούσαν υπόγεια στον κρατικό και παρακρατικό μηχανισμό. Και για αυτή την εξέλιξη, έχουνε ευθύνες όλοι. Ακόμα και η καθεστωτική Αριστερά, γιατί τόσα χρόνια δεν επέδειξε αντιφασιστική δράση, παρά μόνο όταν το πρόβλημα είχε γίνει πια απροσπέλαστο. Για μένα, η Ελλάδα χρειάζεται μια μεγάλη περίοδο «αποναζιστικοποίησης» προκειμένου να φύγει το μικρόβιο από τα σπλάχνα της και αυτό δεν γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη. Πρέπει να επενδύσουμε στην παιδεία -όσο κλισέ και να ακούγεται αυτό- στη δημιουργική ενσωμάτωση των μεταναστών και προσφύγων μέσα στην ελληνική κοινωνία, αλλά και στο συλλογικό αγώνα που δίνεται στους δρόμους και στις γειτονιές. Δε θα είναι εύκολα τα πράγματα, αλλά θα τα καταφέρουμε.

Πότε και πού πρόκειται να προβληθεί το Burning from the inside;

Το «Βurning from the inside» είναι μια εντελώς ανεξάρτητη παραγωγή και για αυτό η διανομή του είναι ακόμα κάπως «θολή». Αυτή τη στιγμή, κάνει τον κύκλο του σε διάφορα φεστιβάλ ανά τον κόσμο και το Μάρτη θα κάνει την ελληνική του πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Από κει και πέρα, η επιθυμία μας είναι να κάνουμε πολλαπλές παρουσιάσεις σε ελεύθερους κοινωνικούς χώρους σε Ελλάδα και εξωτερικό, προσπαθώντας να αγγίξουμε όσο το δυνατό μεγαλύτερο κοινό.

 

Το Burning from the inside της Μάρσιας Τζιβάρα προβάλλεται στα πλαίσια του 17ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης την Κυριακή 15 Μαρτίου (αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 17:30) και την Τρίτη 17 Μαρτίου (αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 22:30).

Το επίσημο site του ντοκιμαντέρ είναι http://www.burningfromtheinsidedoc.com/

Πηγή: εναντιοδρομίες

film poster

 

Share

Μποϋκοτάζ στις 50 αποχρώσεις του γκρι από γυναικείες οργανώσεις

50shades3

 

επιμέλεια Δήμητρα Σπανού

Καθώς πλησιάζει η ημέρα της παγκόσμιας πρεμιέρας της ταινίας 50 αποχρώσεις του γκρι, πληθαίνουν και οι φωνές που καλούν στο μποϋκοτάρισμά της. Η διεθνής καμπάνια, με τίτλο #50dollarsnot50shades καλείται από γυναικείες οργανώσεις που ασχολούνται με την ενδοοικογενειακή βία και εναντιώνονται στην πορνογραφική κουλτούρα. Οι διοργανώτριες καλούν τις/τους πιθανούς θεατές να δώσουν τα λεφτά που θα ξόδευαν για την ταινία σε κέντρα για την υποστήριξη θυμάτων έμφυλης βίας, με σύνθημα “Το Χόλυγουντ δεν χρειαζέται τα χρήματά σου· οι κακοποιημένες γυναίκες τα χρειάζονται”.

Οι ακτιβίστριες/ες τονίζουν ότι αιτία της διαμαρτυρίας δεν είναι κάποιος πουριτανισμός ή σεξουαλικός συντηρητισμός, κάτι για τι οποίο φυσικά και έχουν κατηγορηθεί -όπως κάθε φεμινίστρια άλλωστε. Είναι η αισθητικοποίηση της βίας και η φυσικοποίηση μιας κακοποιητικής σχέσης. Είναι η κανονικοποίηση της ιδέας ότι στη γυναίκα αρέσει να υποτάσσεται και πως γοητευτικός άντρας είναι αυτός που επιβάλλεται, καθώς και της -ανατριχιαστικής- αντίληψης ότι αν μια γυναίκα υπομείνει όλα αυτά τότε στο τέλος θα κερδίσει την αγάπη και τη στοργή του κακοποιητή. Χαρακτηριστικά, ακόμα και μέλη της κοινότητας BDSM έχουν εκφραστεί κατά της ταινίας, θεωρώντας ότι παραβιάζει τον βασικό κανόνα της συναίνεσης που απαιτείται σε αυτές τις πρακτικές.

Σχετικά λινκ:

στο facebook 50 Dollars not 50 Shades

στο twitter στο #50DollarsNot50Shades και #fiftyshadesisabuse 

This slideshow requires JavaScript.

Share

Μαργαρίτα Μαντά: «Θεωρώ ότι η Αθήνα είναι μια πόλη ερημωμένη εσωτερικά»

Margarita Manda - photo 1

του Γιάννη Κοντού

Η έρημη πόλη, η Αθήνα, η σιωπή, δύο μοναχικοί άνθρωποι, η Άννα (Άννα Μάσχα) κι ο Κώστας (Κώστας Φιλίππογλου), μια τυχαία συνάντηση, η αγάπη που αχνοφαίνεται στον ορίζοντα. Αυτός είναι ο αφηγηματικός «καμβάς» της, δωρικής απλότητας και συνάμα εξαιρετικά συγκινητικής, ασπρόμαυρης ταινίας της Μαργαρίτας Μαντά Για Πάντα, μιας ταινίας- φόρου τιμής στους Ντράγιερ, Μπρεσόν, Αντονιόνι, Βέντερς και Αγγελόπουλο. Συναντιόμαστε με την σκηνοθέτρια ένα ασυνήθιστα ηλιόλουστο μεσημέρι του Γενάρη, λίγες μέρες πριν την ευρωπαϊκή πρεμιέρα της ταινίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρότερνταμ.

Πώς οδηγήθηκες στο μονοπάτι της κινηματογραφικής δημιουργίας;

Κατ’ αρχάς ο πατέρας μου, ο οποίος εργαζόταν ως δημοσιογράφος, ήταν φοβερά σινεφίλ. Μπορεί να έβλεπε και 3 ταινίες την ημέρα. Έφευγε από τα γραφεία της εφημερίδας, στο διάλειμμά του πήγαινε σινεμά, το βράδυ το ίδιο. Εγώ κι ο αδερφός μου, όταν τα Σαββατοκύριακα ήμαστε μαζί του, γιατί οι γονείς είχαν χωρίσει, πηγαίναμε σινεμά. Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές έχω δει τις ταινίες του Σαρλό. Θυμάμαι ότι με είχε πάει να δω τον Πολίτη Κέιν, όταν ήμουν 12-13 χρονών. Ο άλλος λόγος είναι πως, απέναντι από το σπίτι στο Κουκάκι, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, στην οδό Ερεχθείου, βρισκόταν ένα θερινό σινεμά, το Ερέχθειο, και κάθε που άνοιγε η γιαγιά μου μας ανέβαζε στην ταράτσα, μας έφτιαχνε μια γαβάθα ντοματοσαλάτα, για να μείνει ήσυχη, κι εμείς βλέπαμε ταινίες. Εκείνη την εποχή της μόδας στα θερινά ήταν ο Βισκόντι. Δεν τον καταλαβαίναμε, αλλά κάτι πρέπει να συνέβη.

Παράλληλα με το σχολείο, πήγαινα και στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Γυρνώντας, λοιπόν, ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι του Απρίλη, ηλιόλουστο όπως το σημερινό, από το σχολείο, δεν είχα καμία διάθεση να πάω στο άλλο μου σχολείο, είχα διάθεση για κοπάνα. Βλέπω ότι στο Άστυ έπαιζε μια ταινία με τίτλο Κόκκινη έρημος του Αντονιόνι. «Ωραία», λέω, «γουέστερν θα είναι», που μου άρεσαν. Φυσικά δεν επρόκειτο για γουέστερν. Ήμουν 15 χρονών τότε, δεν τα είχα κλείσει ακόμα, κι έφαγα ένα «χαστούκι» τεράστιο. Δεν καταλάβαινα τίποτα από την ταινία, αλλά μου ήταν αδύνατο να φύγω. Όταν βγήκα στην Κοραή, ήμουν σε κατάσταση trance. Νομίζω πως κάπως έτσι ερρίφθη ο κύβος της ζωής μου. Παρότι σπούδασα πολιτικές επιστήμες και γαλλική φιλολογία, συνειδητοποίησα ότι αυτό ήθελα να κάνω. Έτσι, στα 20 γράφτηκα στη Σχολή Σταυράκου και τα πράγματα πήραν το δρόμο τους.

Το Για Πάντα εμπεριέχει πολλή σιωπή. Θα έλεγα πως το σενάριο λειτουργεί περισσότερο επικουρικά. Αυτή ήταν η αρχική σου πρόθεση, να κάνεις, δηλαδή, μια ταινία, όπου ο κεντρικός ήρωας, πέρα από τους δύο πρωταγωνιστές, είναι η σιωπή- κι η πόλη, βέβαια, η Αθήνα;

Απολύτως. Το Για Πάντα γεννήθηκε μέσα μου από την ίδια ανάγκη που είχε γεννηθεί κι η Χρυσόσκονη, να γυρίσω μια ταινία που να έχει ως αφετηρία της την Αθήνα. Προσωπικά νομίζω ότι η Αθήνα είναι μια πολύ μόνη της πόλη, μια πόλη όπου ασελγούν όλοι πάνω της- κάτοικοι, αρχές, οι πάντες. Δεν την αγαπάνε, κι έτσι τη θεωρώ μια πόλη ερημωμένη εσωτερικά. Έχει φασαρία, αλλά αυτό δε σημαίνει ζωή ουσίας. Παρόλα αυτά, είναι μια πόλη τρομακτικά αξιοπρεπής μέσα στη μοναξιά της. Κι επειδή εμένα η Αθήνα είναι το χωριό μου, με πονάει αυτό το πράγμα- πολύ. Είχα, επίσης, την ανάγκη, ως θεατής, επειδή έχω κουραστεί πολύ τα τελευταία χρόνια από όλον αυτό τον ορυμαγδό εικόνων, να επιστρέψω σε πολύ δομικά συστατικά του κινηματογράφου: μια κάμερα ακίνητη, δυο ηθοποιοί. Ήθελα, λοιπόν, να συνθέσω μια ελεγεία πάνω στη σιωπή και να κάνω μια ταινία όπου δεν εικονοποιείται η ιστορία, αλλά οι ίδιες οι εικόνες αφηγούνται μια ιστορία.

Ήθελα, τέλος, να αποτίσω ένα φόρο τιμής σε 5 κινηματογραφιστές, τους «θεμέλιους λίθους», για μένα, του κινηματογράφου, τους πνευματικούς μου δασκάλους: τον Ντράγιερ, τον Μπρεσόν, τον Αντονιόνι, τον  Βέντερς και τον Αγγελόπουλο, γι’ αυτό κι η ταινία έχει πολλές αναφορές σε αυτούς τους 5 σκηνοθέτες. Δεν είναι τυχαίο. Το γεγονός ότι υπήρχε μια ηχητική μπάντα σιωπής, που όμως ήθελα να φτιάχνεται από ήχους, όπως οι ήχοι των γλάρων, αυτός είναι ένας από τους τρόπους που χρησιμοποιούσε τον ήχο ο Μπρεσόν. Η αρχιτεκτονική των πλάνων της ταινίας, εξάλλου, έχει πολύ μεγάλη επιρροή από την αρχιτεκτονική των πλάνων των ταινιών του Αντονιόνι.

Το ασπρόμαυρο επιλέχτηκε συνειδητά;

Δεν είναι ασπρόμαυρη η ταινία, εγώ τη δηλώνω έγχρωμη! Είναι ένα πολύ ιδιότυπο, αποχρωματισμένο φιλμ προς το ασπρόμαυρο, όπως είναι κι η Αθήνα. Είναι μόνη της, άλλα άλλο πράγμα η μοναξιά κι άλλο η ερημιά κι η μιζέρια. Αν ήταν έγχρωμη η ταινία αυτή, θα ήταν μια μιζέρια και μισή, πίστεψέ με. Αν ήταν ασπρόμαυρη, θα έπεφτε πολύ «βαριά».Τρεισήμισι άνθρωποι συνεργείο ερημώσαμε την Αθήνα. Ήταν μια low budget παραγωγή, δε μας βοήθησε κανείς, τα υπόλοιπα δεν τα πειράξαμε, ήταν σαν ντοκιμαντέρ.

Η εσωτερική ερήμωση της πόλης αντανακλάται και στους ήρωες, την Άννα (Άννα Μάσχα) και τον Κώστα (Κώστας Φιλίππογλου).

Ακριβώς. Είναι μοναχικοί, αλλά δεν είναι «μοναξιασμένοι». Eίναι φοβερά αξιοπρεπείς μέσα στη μοναξιά τους. Αναζητούν, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, τρελά την αγάπη- όχι, όμως, υποκατάστατο μοναξιάς, αλλά για αυτή καθεαυτή. Τους θεωρώ εξαιρετικούς και ως ηθοποιούς και ως συνεργάτες και ως φίλους. Την Άννα την ήξερα από παλιά, τον Κώστα τον πρωτογνώρισα στη Χρυσόσκονη. Αυτή η ταινία, πέραν των υπολοίπων ιδιομορφιών της, δεν έχει ούτε κάστινγκ, ούτε ρεπεράζ. Έγραψα πάνω στους συγκεκριμένους ανθρώπους.

Όταν μου ήρθε η ιδέα το 2010, τα δύο πρόσωπα που πρώτα σκέφτηκα ήταν η Άννα κι ο Κώστας. Τους πήρα τηλέφωνο και τους μίλησα για την ιδέα μου: «μάλλον με τρεις κι εξήντα θα κάνουμε την ταινία, αν τα καταφέρουμε. Είσαστε οκ να γράφει πάνω σας; Γιατί εγώ εσάς βλέπω» «Γράφε», μου είπαν, κι έτσι έγραφα πάνω τους, γι’ αυτό και διατηρούν τα πραγματικά τους ονόματα, κι οι χώροι της ταινίας είναι εκείνοι που τη γέννησαν. Όσον αφορά το physique του Κώστα, ήθελα να είναι ένας άνθρωπος γλυκός, ευγενικός, αξιοπρεπής. Eίναι ο «άχρωμος» άνθρωπος που δε θα γυρίσεις να κοιτάξεις. Ήταν στην κόψη του κινδύνου να θεωρηθεί ματάκιας ή ανώμαλος, που ακολουθεί την Άννα κατά πόδας. Δεν την παρενοχλεί, όμως, απλώς την περιμένει. Αντίστοιχα κι η Άννα, η οποία, για να την ερωτευτεί, έπρεπε να έχει κάτι, όχι κραυγαλέο. Ένα είδος κομψότητας. Οι άνθρωποι που είναι εσωτερικά γοητευτικοί, είναι κι εξωτερικά, άλλωστε.

Αφήνει μια «χαραμάδα» ελπίδας ο τρόπος, με τον οποίο ολοκληρώνεται, με τη συνάντηση των δύο πρωταγωνιστών στο σταθμό του Ηλεκτρικού.

Βλέπεις ελπίδα εσύ στο τέλος της ταινίας;

Αυτή είναι μία ερμηνεία. Μια άλλη θα μπορούσε να είναι ότι πρόκειται, στην πραγματικότητα, για μια ονειρική συνάντησή και πως ο Κώστας έχει πεθάνει, ας πούμε. Κλείνοντας με το κοινό, τι προσδοκίες έχεις σε σχέση με αυτό; Εκτιμώ ότι η ταινία σου είναι αφηγηματικά βατή, όχι με την έννοια της ευκολίας, πάντως.

Και οι ολίγοι, αλλά εξαιρετικά πολύτιμοι, συνεργάτες μου, και ορισμένοι διανομείς, με τους οποίους ήρθαμε σε επαφή, πιστεύουν πως είναι μια ταινία πολύ δύσκολη για τους θεατές. Σίγουρα δεν είναι εύκολη, αν εύκολο θεωρούμε ό,τι είναι εύπεπτο. Από πολλούς έχω ακούσει τη χαρακτηριστική φράση: «έχεις βάλει πολύ ψηλά τον πήχη για το κοινό», «τους έχεις βάλει δύσκολα». Χαίρομαι, λοιπόν, με αυτό που μου λες, γιατί τρία διαφορετικά κοινά (σημ.: στις Νύχτες Πρεμιέρας, στη Θεσσαλονίκη και στο Κάιρο, όπου απέσπασε βραβείο σκηνοθεσίας) στη συντριπτική τους πλειονότητα συγκινήθηκαν, τουλάχιστον έβγαιναν βουρκωμένοι. Οπότε, μήπως αυτό που θεωρούμε δύσκολο τελικά δεν είναι και τόσο δύσκολο; Μήπως ο «πήχης που μπαίνει ψηλά» είναι κάτι που το έχουμε ανάγκη σε εποχές που μας έχει κατακλύσει η «εύκολη» ευκολία κι ο πήχης που πέφτει, στα πάντα, πάρα πολύ χαμηλά; Μήπως έχουμε ανάγκη κάτι άλλο, πιο δύσκολο, με την έννοια «δε σου πετάω ένα κοκαλάκι, να έρθεις να το γλείψεις και να κάνεις πολλά εισιτήρια, επειδή σε αυτό το κοκαλάκι έχεις μάθει»;  Αναρωτιέμαι…

Η φωτογραφία της Μαργαρίτας Μαντά είναι του Νίκου Πηλού.

Η ταινία Για Πάντα της Μαργαρίτας Μαντά προβάλλεται από την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου αποκλειστικά στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιερά Οδός 48 & Μεγ. Αλέξάνδρου 134, Κεραμεικός).

Πηγή: εναντιοδρομίες

forever 70x100 - 01 GR

 

 

Share

Νίκος Κορνήλιος: «Δεν μπορούν να αλλάξουν ριζικά τα πράγματα, αν ο πολιτισμός μας δε γίνει πιο γυναικείος»

mitriarchia1

του Γιάννη Κοντού

Ισορροπώντας δεξιοτεχνικά ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και το σινεμά βεριτέ, η Μητριαρχία, η νέα ταινία του Νίκου Κορνήλιου, αποτελεί ένα πείραμα πρωτόγνωρο για τα ελληνικά κινηματογραφικά δεδομένα. Γυρισμένη σε ελάχιστο χρονικό διάστημα χωρίς καθόλου χρήματα, η ταινία αφηγείται την ιστορία 60 γυναικών διαφορετικών ηλικιών, εθνικοτήτων και κοινωνικής προέλευσης, οι οποίες καταλαμβάνουν μια παλιά αποθήκη κάπου στην Αθήνα, προκειμένου να τη μετατρέψουν σε καταφύγιο για γυναίκες άστεγες, κακοποιημένες και κατατρεγμένες. Εκεί πραγματοποιούν τις συνελεύσεις τους, μοιράζονται τα βιώματά τους, συμφωνούν, διαφωνούν, διασκεδάζουν. Κι όταν απειλούνται με έξωση, προτάσσουν την αλληλεγγύη, προασπιζόμενες συλλογικά το χώρο τους. Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο πλαίσιο των φετινών «Νυχτών Πρεμιέρας», η Μητριαρχία προβάλλεται και στο 55ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το Σάββατο 8 Νοεμβρίου, 17:00, αίθουσα «Τώνια Μαρκετάκη». Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη.

Πώς ξεκίνησε αυτή η «συλλογική περιπέτεια», όπως αποκαλέσατε τη Μητριαρχία κατά την πρεμιέρα της;

Ξεκίνησε με ένα e-mail, που έστειλα σε όλες αυτές τις φοβερές γυναίκες, με τις οποίες είχα μια προσωπική σχέση είτε από τα εργαστήριά μου, ή από προηγούμενες ταινίες μου. Τους λέω, λοιπόν, «έχω αυτή την τρελή ιδέα, αλλά δεν έχω χρήματα» και μου απάντησαν, η μία μετά την άλλη, με ενθουσιασμό «πάμε να το κάνουμε». Πήρα τα μέιλ εν είδει συμβολαίων και μπήκα σ’ αυτή την περιπέτεια. Από τη στιγμή που είχα την ιδέα μέχρι την υλοποίηση της ταινίας πέρασαν 4-5 μήνες με πρόβες. Υπάρχουν από πίσω σενάριο, ιστορία, χαρακτήρες, αλλά το σενάριο προέκυψε δια της προφορικής οδού.

Ένα σενάριο που συνυπογράφετε με την Ευγενία Παπαγεωργίου.

Ο πυρήνας της ιδέας είναι δεκαετιών. Από τότε που άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ο κόσμος είναι πολύ άδικος, αυτό με έκανε να αντιδρώ. Όταν, έπειτα, συνειδητοποίησα ως άτομο του άλλου φύλου πόσο ο επί χιλιετίες κυρίαρχος ανδρικός πολιτισμός, έχει καταπιέσει το άλλο φύλο, του έχουμε στερήσει τη δημόσια παρουσία σπρώχνοντάς το στον ιδιωτικό χώρο, πόσο δείραμε και βιάσαμε τις γυναίκες με ένα βάναυσο τρόπο, θέλησα να εξιλεωθώ και, παράλληλα, να εκφράσω την ελπίδα μου πως δεν μπορούν να αλλάξουν ριζικά τα πράγματα, αν ο πολιτισμός μας δε γίνει πιο γυναικείος. Αυτή η ταινία είναι, λοιπόν, κατά κάποιο τρόπο, μία πράξη εξιλέωσης, γι’ αυτό και την κάνω εγώ, ένας άντρας. Δύσκολα θα μπορούσε να κάνει μια γυναίκα μια τέτοια ταινία, γιατί ακριβώς, από τη στιγμή που η πατριαρχία είναι ακόμη κυρίαρχη, θα της την «έπεφταν», χαρακτηρίζοντάς την «υστερική φεμινίστρια». Εμένα δεν μπορούν να με αποκαλέσουν «υστερικό φεμινιστή», τη γλιτώνω λίγο. Μια γυναίκα θα ήταν πιο ευάλωτη απέναντι σ’ αυτό το σεξιστικό επιχείρημα.

Το δυστύχημα είναι ότι η ανδρική επικυριαρχία «απλώθηκε» και στις γυναίκες. Η συνειδητοποίηση του πού ανήκουμε κοινωνικά, τι σημαίνει να είσαι Έλληνας, εργαζόμενος δεν είναι εύκολη και δεδομένη, άρα ούτε κι η συνείδηση του φύλου. Πολλές γυναίκες, υπό την επιρροή της πατριαρχικής ιδεολογίας, είναι αυτές που λένε «κι εμείς ίδιες ή χειρότερες είμαστε». Είναι ενοχικές, αναπαράγοντας τον ανδρικό λόγο. Κι όσες καταφέρουν να έχουν μια επιτυχημένη παρουσία, πρέπει να γίνουν πιο «άντρες» από τους άντρες, να είναι «Θάτσερ» και «Μέρκελ», γυναίκες, οι οποίες έχουν απεμπολήσει τη δικιά τους φωνή, που είναι ακόμη θαμμένη, για να επιβληθούν σ’ ένα κόσμο αντρικό. Όλη αυτή η λύσσα των πολέμων και των γενοκτονιών, από άντρες έχει γίνει, και μάλιστα από ισχυρούς άντρες που ξεχωρίζουν από τους άλλους. Ακόμα και στα σοσιαλιστικά κινήματα ή τον αναρχισμό, στη διαδρομή τους ή όταν υπερίσχυσαν, υπήρξε βία και θάνατος, αλλά, κι όταν δεν υπήρξαν, υφίστατο η καταπίεση της μεγάλης μορφής, του ηγέτη, όπως ο Γκάντι. Ακόμη κι οι μεγάλοι καλλιτέχνες έχουν πατήσει επί πτωμάτων, για να αναρριχηθούν στην πνευματική εξουσία και να επιβληθούν. Θα μου πείτε, «κι εσείς τι κάνετε, ταινίες δε γυρίζετε;» Ζούμε μέσα στις αντιφάσεις μας.

Στο σενάριο, εκτός από την αρχική δικιά σας αγωνία, ιδέα, πρόθεση, συμμετείχαν, με τον όποιο τρόπο, κι οι ηθοποιοί;

Η συνεργασία με τις ηθοποιούς, επειδή βασιζόταν στο απόθεμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ξεκίνησε με πρόβες με την καθεμία ξεχωριστά, κάναμε 3-4 κύκλους ατομικών προβών. Με την καθεμία ξεχωριστά, προσπαθούσαμε να βρούμε ένα διακριτό κι ισχυρό στίγμα γυναικείας παρουσίας σ’ αυτή τη συνέλευση των γυναικών κι εκεί πρότεινα τη δική μου πλευρά, ποιοι χαρακτήρες θα μου ήταν πολύτιμοι κοινωνικά, ψυχολογικά, βιωματικά, ενώ οι ίδιες εισέφεραν στοιχεία που μπορεί να προέρχονταν από το βιωματικό τους υλικό, αλλά μπορεί να ήταν και σκέψεις. Δουλεύοντας, συνθέταμε ένα χαρακτήρα, άρα η συμμετοχή κι η συμβολή τους είναι ουσιαστικές. Το «στήσιμο» των χαρακτήρων ήταν μια πολύ συναρπαστική δουλειά, μετά το να έχουν σχέση μεταξύ τους. Είχαμε, βέβαια, και πολλά τεχνικά προβλήματα, γιατί η ταινία γυρίστηκε με 3 κάμερες και 3 μπουμ.

Φαντάζομαι ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία, πέρα από το τεχνικό κομμάτι, να κινηματογραφηθούν 60 άνθρωποι σε ένα χώρο συγκεκριμένο και παράλληλα, μέσω και του τελικού μοντάζ, να υπάρχει μια αφηγηματική ροή τέτοια που να μην αφήνει τον θεατή να χαλαρώσει, να βαρεθεί ή να κουραστεί.

Αυτό ήταν ένα ζητούμενο, κι εκεί εντοπίζεται η συνεισφορά των τεχνικών, ανδρών και γυναικών. Συστηματικά, λοιπόν, είχαμε πρόβες και συναντήσεις για να το πετύχουμε. Ήταν δύσκολο, γιατί τα γυρίσματα έγιναν τέλη Ιουνίου, συνολικά 10-12 γυρίσματα, κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, σε μέρες καύσωνα.

Πού γυρίστηκε η ταινία, αλήθεια;

Στον Ελαιώνα, σε μια παλιά αποθήκη. Σκηνογραφικά, με τον Χρήστο Κωνσταντέλλο στήσαμε την ατμόσφαιρα της ταινίας από το μηδέν. Χωρίς να είμαι μεγαλόστομος, πιστεύω ότι είναι ένα ανθρώπινο επίτευγμα συλλογικής προσπάθειας. Γιατί όλοι μπήκαν στην περιπέτεια χωρίς αμοιβή και το έκαναν γιατί πίστεψαν στην ουσία του εγχειρήματος κι αυτό είναι ένα μικρό θαύμα, αυτή η αλληλεγγύη και το πνεύμα συνεργασίας. Εκ των υστέρων, μας έδωσε και το Ε.Κ.Κ. ένα «χαρτζιλίκι».

Η παρουσία κάποιων ανθρώπων, όπως η Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ, νομίζω ότι έδωσε μια ξεχωριστή διάσταση στην ταινία, και ως φυσική παρουσία και ως λόγος, χωρίς αυτό να μειώνει τη συλλογική διάσταση του εγχειρήματος. Ήταν μια ιδέα που προϋπήρχε;

Είχα δει και θαυμάσει την Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ σε μια δημόσια ανάγνωση ποιημάτων της και λέω «τι φατσάρα απίστευτη είναι αυτή, πρέπει να παίξει σε ταινία». Η εκφραστικότητα, η χροιά της φωνής της, η ζωτικότητα, η διεισδυτικότητα του βλέμματός της ήταν τέτοιες που ήρθε φυσικά και βρήκε τη θέση της, γιατί είναι η μεγαλύτερη εν ζωή ποιήτρια των σύγχρονων καιρών, ένας εξαιρετικός άνθρωπος, πολύ ουσιαστικός, γειωμένος, χωρίς καμία έπαρση. Εκεί συνειδητοποιεί κανείς τι σημαίνει μεγάλη δημιουργός, γυναίκα, ένας αληθινά σεμνός άνθρωπος, όχι με το δημοσιοσχεσίτικο χαμηλό προφίλ. Την λάτρεψαν κι όλες οι υπόλοιπες ηθοποιοί. Για να μην παραλείψω και την παρουσία της Τζίνας Πολίτη, μιας γυναίκας πολύ σημαντικής στα ελληνικά γράμματα, που συνδυάζει μια πνευματική διαδρομή πολύ υψηλού επιπέδου, ενώ παράλληλα είναι μια μαχήτρια, μια ακτιβίστρια που μέχρι τώρα παρακολουθεί τα πάντα κι είναι παρούσα σε ό,τι θεωρεί ότι είναι σημαντικό για το κοινωνικό σύνολο.

Τα κείμενα που ακούγονται επιλέχτηκαν από σας;

Υπάρχει ένα ποίημα της Anne Sexton, ένα απόσπασμα της Ελφρίντε Γέλινεκ, ένα χορικό της Suheir Hammad, μιας Αμερικανο-Παλαιστίνιας ποιήτριας, που το διαβάζουν οι ηθοποιοί, τα ποιήματα της Κατερίνας Αγγελάκη- Ρουκ- όλα ήταν επιλογές που πρόσθεταν κάτι. Η Hammad ήθελα να υπάρχει, γιατί δεν είχαμε στο «ψηφιδωτό» μας φωνή γυναίκας από τη Μέση Ανατολή.

Έχει κάποια σημασία που η επιλογή αυτού του χώρου, του καταφυγίου, ήταν κατάληψη;

Ναι, μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι, είναι μια λέξη που έχει ενοχοποιηθεί. Σεναριακά αναφέρεται ως ένας άδειος χώρος, τον οποίο οι γυναίκες αυτές ανέλαβαν να διαχειριστούν για ένα κοινωνικό όφελος, για να βρουν στέγη γυναίκες άστεγες, δαρμένες, μετανάστριες, αλλά και για να περνάνε καλά, είναι το σπίτι τους. Και στη συνέχεια, επειδή η αποθήκη τους βρίσκεται σε μια υπό «ανάπλαση» περιοχή, όπου ουσιαστικά αναμένεται να χτιστούν σουπερμάρκετ, εμπορικά κέντρα κ.λπ., θέλουν να τις διώξουν, μετά την ανακάλυψη ενός φανταστικού «ιδιοκτήτη» του χώρου κι αυτές δεν το αποδέχονται. Κι εκεί προστρέχουν και γυναίκες που είναι για χρόνια ταγμένες στο γυναικείο κίνημα, η Δέσποινα η Τζούμα, η Μαρία η Λιάπη, η Lauretta Macauley, πρόεδρος της «Ένωσης Αφρικανών Γυναικών», η σημαντική Μεξικάνα σκηνοθέτρια Εστέρ Αντρέ Γκονζάλες, που έχουμε την τιμή να ζει στον τόπο μας.

Ποια είναι τα επόμενα βήματα της Μητριαρχίας;

Η ταινία μόλις ολοκληρώθηκε πήγε στις «Νύχτες Πρεμιέρας», γιατί ήταν το πιο κοντινό φεστιβάλ, κι ελπίζουμε ότι θα ανοίξει τα «φτερά» της σε φεστιβάλ στο εξωτερικό, για να συναντήσει τις γυναίκες και τους άντρες του κόσμου. Θα προβληθεί, επίσης, και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Μέχρι τώρα τις πρεμιέρες των ταινιών μου τις πήγαινα στο ΦΚΘ, γιατί πιστεύω ότι πρέπει να ξαναβρεί τον τόνο, την ψυχή, το δυναμισμό και να αναδεικνύει τον ελληνικό κινηματογράφο.

Θεωρείτε πως δεν το κάνει επαρκώς;

Θεωρώ ότι δεν το έκανε επαρκώς. Δεν είμαι εναντίον της διεθνούς μορφής του, αντιθέτως, απλώς η ισορροπία ανάμεσα στη διεθνή πλευρά και την ανάδειξη του ελληνικού κινηματογράφου πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύεται και να γίνεται έτσι, ώστε να ωφελεί τον ελληνικό κινηματογράφο. Όχι μόνο τους κινηματογραφιστές, αλλά και τους ηθοποιούς και τους τεχνικούς, όλο αυτό τον κόσμο που πασχίζει να κάνει ταινίες υπό πολύ αντίξοες συνθήκες. Να είναι το ΦΚΘ το πρώτο βήμα.

Η ταινία του Νίκου Κορνήλιου Μητριαρχία προβάλλεται στα πλαίσια του 55ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το Σάββατο 8 Νοεμβρίου στην αίθουσα «Τώνια Μαρκετάκη», 17:00.

Περισσότερες πληροφορίες για την ταινία μπορείτε να αναζητήσετε στο επίσημο site.

Πηγή: εναντιοδρομίες

mitriarchia

 

Share

Woman in Anima: η τέχνη του animation και τα γυναικεία ζητήματα στο φεστιβάλ Animasyros 7.0

photo-main

της Λίνας Φιλοπούλου

Η σκοτεινή αίθουσα του ιστορικού θεάτρου Απόλλων (που γιορτάζει φέτος τα 150 του χρόνια) και του κινηματογράφου Παλλάς ζωντάνεψαν από τα πολύχρωμα animation του φετινού Animasyros 7.0, του 7ου Διεθνούς Φεστιβάλ και Φόρουμ Κινουμένων Σχεδίων, που πραγματοποιήθηκε από τις 2 έως τις 5 Οκτώβρη στην Ερμούπολη της Σύρου. Για όσες και όσους το είδαμε σαν αφορμή να αποδράσουμε από το κλεινόν άστυ, σίγουρα μας αποζημίωσε και το φεστιβάλ και το νησί. Με πλούσιο πρόγραμμα που περιλάμβανε πρεμιέρες στο διεθνές διαγωνιστικό και φοιτητικό του τμήμα, αφιερώματα στο Animafest Zagreb της Κροατίας, το Tallin Black Nights Film Festival και Animated Dreams της Εσθονίας αλλά και στον γάλλο animateur Jacques-Rémy Girerd, ιδρυτή του διάσημου στούντιο Folimage, με παιδικές προβολές και εκπαιδευτικά εργαστήρια, σίγουρα κατάφερε να μαγέψει μικρούς και μεγάλους φίλους του animation.

Ένα από τα αφιερώματα που φιλοξένησε το φεστιβάλ ήταν το «Woman in Anima», ένα φεστιβάλ αφιερωμένο στη γυναικεία καλλιτεχνική παραγωγή στον χώρο του animation, αναδεικνύοντας παράλληλα μέσα από τις ταινίες μεγάλου και μικρού μήκους ζητήματα όπως τη σχέση μεταξύ ανδρών και γυναικών, το ρόλο της γυναίκας, την ίση μεταχείριση των γυναικών και την ισότητα, τη βία κατά των γυναικών αλλά και τη διαχείριση της κατάθλιψης. Δύο γυναίκες που εκπροσωπούν τη σύγχρονη animation κουλτούρα, η αμερικανίδα Nina Paley και η λεττονή Signe Baumane είχαν τιμητική θέση σε αυτό το αφιέρωμα.

Η Nina Paley, η οποία ήταν και καλεσμένη του φεστιβάλ, παρουσίασε σε υπαίθρια προβολή στην πλατεία Μιαούλη, έξω από το επιβλητικό δημαρχείο της Σύρου, το μιούζικαλ κινουμένων σχεδίων Sita sings the blues (2008), ταινία βασισμένη στο ινδικό έπος Ραμαγιάνα. Σύμφωνα με το έπος, η Sita είναι μια πιστή και αφοσιωμένη γυναίκα/πριγκήπισσα στο σύζυγό της/πρίγκηπα Rama, τον οποίο ακολουθεί στο δάσος που βρίσκεται εξόριστος για 14 χρόνια. Η ίδια πέφτει θύμα απαγωγής ενός κακού βασιλιά από τη Σρι Λάνκα και καλείται να περάσει πολλές επώδυνες δοκιμασίες για να αποδείξει την πίστη της στο σύζυγό της. Η Nina Paley ανακάλυψε το έπος της ινδουιστικής θεάς Sita, όταν βρέθηκε στο Τρίβαντρουμ (Ινδία), ακολουθώντας και η ίδια το σύζυγό της, ο οποίος είχε μετακομίσει εκεί εξαιτίας της δουλειάς του.  Όταν εκείνη χρειάστηκε να λείψει για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στις ΗΠΑ, ο άντρας της τη χώρισε μέσω μέιλ. Ήταν τότε που άρχισε να αντιλαμβάνεται το έπος Ραμαγιάνα ως την ουσία των οδυνηρών σχέσεων των δύο φύλων και του ανθρώπινου πόνου, και όχι απλά ως μια σεξιστική παραβολή. Η ιδέα όμως για την ταινία προέκυψε όταν η Nina Paley άκουσε τα αμερικάνικα μπλουζ της δεκαετίας του ’20 της Annette Hanshaw. Ήταν αυτά τα τραγούδια που την ενέπνευσαν να δημιουργήσει την ταινία Sita sings the blues. Η ιστορία της Sita λοιπόν κινείται μεταξύ μπερδέματος και ρομαντισμού («Here We Are», «What Wouldn’t I Do For That Man»)  περνάει από τη λαχτάρα εξαιτίας του χωρισμού («Daddy Won’t You Please Come Home») στην επανένωση («Who’s That Knockin’ At My Door»), στη συνέχεια από στην απόρριψη («Mean to Me») στη συμφιλίωση («If You Want the Rainbow») και πάλι στην απόρριψη («Moanin’ Low», «Am I Blue»), ως την απέλπιδα λαχτάρα («Lover Come Back to Me») για να καταλήξει στην αγάπη – αυτή τη φορά στην αγάπη για τον εαυτό της («I’ve Got a Feelin’ I’m Fallin»). Την ταινία μπορείτε να τη δείτε on-line εδώ:

Η Signe Baumane γεννήθηκε στη Λεττονία το 1964 ενώ τα τελευταία 20 περίπου χρόνια ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη. Στο φεστιβάλ Animasyros 7.0 συμμετείχε με τη μεγάλη μήκους ταινία κινουμένων σχεδίων Rocks in my pockets (2014), βραβευμένη στο φετινό φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι, και τις μηκρού μήκους Birth (2009), Teat Beat of Sex (2008) και Sieviete (Woman, 2002). Στο Rocks in my pockets η Signe Baumane μας διηγείται με μια πολύ προσωπική, χιουμοριστική και τρυφερή ματιά τις ιστορίες των γυναικών της οικογένειάς της, της λεττονής γιαγιάς της και άλλων συγγενών, στις οποίες διαπραγματεύεται την κατάθλιψη και την τρέλα, τη λύτρωση και την επιβίωση. Προσεγγίζει επίσης ζητήματα όπως ο έρωτας, ο γάμος, η φύση, η εργασία, ενώ ακολουθεί τη Λεττονία από τη δεκαετία του ’20 φτάνοντας μέχρι την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ. Όπως λέει και η ίδια, πρόκειται για μια τρελή αναζήτηση για ψυχική υγεία: «Δεν δημιούργησα την ταινία για τη δική μου θεραπεία, αλλά για να διασκεδάσω ένα κοινό, να το κάνω να σκεφτεί και να το εμπλέξω σε μια συζήτηση. Για μένα μια ταινία είναι μια μορφή επικοινωνίας, ναι, μέρος της είναι η αυτοέκφραση, αλλά είναι και μία ανταλλαγή ιδεών, ένας διάλογος».

Το αφιέρωμα «Woman in Anima» είχε κι άλλες σύγχρονες μικρού μήκους δημιουργίες animation: το Memento Mori (2012) της βελγοκολομβιανής Daniela Wayllace, το L’ homme qui dort (2009) και το El canto (2013) της γαλλοαργεντίνας Inès Sedan, το Un conte (2011) του Guillaume Arantes, το Keli (2014) της ινδής Ranjitha Rajeevan και το ελληνικής παραγωγής The Noir Project (2014) σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Βαρδαρινού.

Πηγές:

animasyros.gr

ninapaley.com

signebaumane.com

This slideshow requires JavaScript.

Διαβάστε ακόμα

Animasyros 7.0: girl power και animated dreams!

Share

Animasyros 7.0: girl power και animated dreams!

animasyros1

Το 7o Διεθνές Φεστιβάλ και Φόρουμ Κινουμένων Σχεδίων aniμαsyroς είναι φέτος αφιερωμένο στη γυναικεία ισότητα, ενώ ταυτόχρονα μάς χαρίζει «Animated Dreams», συστήνοντάς μας την παράδοση κινουμένων σχεδίων της Εσθονίας.

Το animasyros 7.0, το 7ο Διεθνές Φεστιβάλ και Φόρουμ Κινουμένων Σχεδίων, που φέτος θα πραγματοποιηθεί από τις 02 έως τις 05 Οκτωβρίου στην Ερμούπολη της Σύρου, ετοιμάζεται πυρετωδώς για να παρουσιάσει στο ιστορικό θέατρο Απόλλων (που γιορτάζει τα 150 χρόνια του) ένα πρόγραμμα που θα συζητηθεί. Εκτός από τις πρεμιέρες στο διεθνές διαγωνιστικό και φοιτητικό του τμήμα, φέτος μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αφιερώματα του φεστιβάλ, που θα μας προσφέρουν ένα μοναδικό πολιτικό focus στις γυναίκες και την ισότητα των δύο φύλων, αλλά θα μας ξεναγήσουν επίσης στην κουλτούρα του animation σε γειτονικές κινηματογραφίες.

Woman in anima

Πώς εξετάζει η τέχνη του animation τα γυναικεία ζητήματα μέσα στους αιώνες; Πώς θίγει, πώς πλησιάζει και με τι φαντασία κι ελευθερία λόγου απεικονίζει το ρόλο της γυναίκας, την (αν)ισότητα των δύο φύλων; Γνωρίστε δύο εμβληματικές φιγούρες της σύγχρονης animation κουλτούρας: την Αμερικανίδα Νίνα Πάλεϊ και τη Λεττονή Σίγκνε Μπαουμάνε, η οποία ζει και εργάζεται τα τελευταία χρόνια στη Νέα Υόρκη.

H Σίγκνε Μπαουμάνε έχει ασχοληθεί με καίρια θέματα της γυναικείας φύσης – τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων, την εγκυμοσύνη, τον φόβο της αλλαγής στο σώμα και στη ζωή της γυναίκας, τη σεξουαλική επιθυμία και, προσφάτως, την κατάθλιψη. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ίδια προσεγγίζει τις ταινίες της με μια συναισθηματική αθωότητα που πηγάζει κυρίως από το δικό της τρόπο που βλέπει τη θέση της γυναίκας απέναντι στον άνδρα. Στο αφιέρωμα «Woman in Anima» θα προβληθούν οι ταινίες της «Woman», «Birth», «Teat Beat of Sex», και η βραβευμένη στο φετινό φεστιβάλ του Καρλοβι Βάρι, «Rocks in my Pockets».

animasyros2

Rocks in my pockets

Η Νίνα Πάλεϊ είναι δημιουργός ταινιών κινουμένων σχεδίων πασίγνωστη, αλλά και διάσημη ακτιβίστρια του free culture movement. Η ταινία της «Sita Sings the Blues» (βραβευμένη στα φεστιβάλ του Annecy και της Berlinale) ήταν μια προσπάθεια να δείξει ένα παραμύθι «για την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την κραυγή μιας γυναίκας για ισότιμη μεταχείριση».

Σε αυτή την ταινία η δημιουργός βασίζεται ελεύθερα στο ινδικό μύθο Ramayana, για να μεταφέρει τις δικές της εμπειρίες από την εξέλιξη της προσωπικής της ζωής εκείνη την περίοδο.

Η Νίνα Πάλεϊ θα είναι στη Σύρο για να παρουσιάσει το έργο της στο ελληνικό κοινό.

animasyros3

 Sita Sings the Blues

Όμως το «Woman in Anima» αφιέρωμα θα μας συστήσει αρκετές ακόμα σύγχρονες δημιουργίες animation. Όπως την εξαιρετική φοιτητική ταινία «Memento Mori» της Βελγο-Κολομβιανής Ντανιέλα Γουεϊλέις, η οποία συνδυάζει το animation και το χορό για να διαπραγματευτεί με ένα ξεχωριστό και δυναμικό τρόπο το θέμα του βιασμού. Επίσης, το «Un Conte» του Γκιγιόμ Αράντες, που εστιάζει στην ενδοοικογενειακή βία και το «El Canto» της Γαλλοαργεντινής Ινές Σεντάν που πραγματεύεται την ιστορία μιας γυναίκας που εξαναγκάζεται από τον άνδρα της σε σιωπή.

Το αφιέρωμα «Woman in Anima» πραγματοποιείται υπό την αιγίδα της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων.

animasyros4

Krokodill

Animated dreams

Το αniμαsyroς 7.0 φιλοξενεί φέτος ιδιαίτερα και πλούσια αφιερώματα με ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Το φεστιβάλ «Animated Dreams» είναι το παλαιότερο και μεγαλύτερο κινηματογραφικό φεστιβάλ, αφιερωμένο αποκλειστικά στις ταινίες κινουμένων σχεδίων στην Εσθονία.

Ξεκίνησε το 1999 με στόχο να αναδείξει τόσο το έργο των Εσθονών δημιουργών, όσο και να προβάλει και να διαδώσει την κουλτούρα του animation , όπως απεικονίζεται σε ταινίες από όλο τον κόσμο. Σήμερα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα φεστιβάλ κινουμένων σχεδίων στη Βόρεια Ευρώπη.

Από την ίδρυσή του το φεστιβάλ έχει δώσει έμφαση στη δημιουργία ενός δικτύου συνεργειών και συνεργασιών με άλλα φεστιβάλ, animation studio και πολιτιστικά ιδρύματα. Η επιλογή που θα παρουσιαστεί στο πλαίσιο του animasyros 7.0 έχει σαν στόχο να προσφέρει στο κοινό την πιο αντιπροσωπευτική εικόνα του σύγχρονου Εσθονικού animation που παράγεται από τα παγκοσμίου φήμης στούντιο Eesti Joonisfilm & Nukufilm.

animasyros5

 Villa Antropoff 

 

Oι ταινίες που θα προβληθούν στο αφιέρωμα είναι οι εξής:

Keha mälu (Body Memory, 9΄) του Ülo Pikkov, 2011

Vennad Karusüdamed (Brothers Bearhearts, 18′) του Riho Unt, 2005

Krokodill (Crocodile, 17′) του Kaspar Jancis, 2009

Rebasenaine (Fox Woman 10′) του Priit Tender, 2002

Instinkt (Instinct 10′) του Rao Heidmets, 2003

Kleit (The Dress, 17′), των Mari-Liis Bassovskaja & Jelena Girlin, 2007

Une instituut (The Institue of the Dream, 10′) του Mati Kütt, 2006

Teekond Nirvaanasse (The Way to Nirvana, 13′) του Mait Laas, 2000

Villa Antropoff (13′) των Kaspar Jancis & Vladimir Leschiov, 2012

Birth2

 

7ο Διεθνές Φεστιβάλ και Φόρουμ Κινουμένων Σχεδίων αniμαsyroς: από τις 02 έως τις 05 Οκτωβρίου στην Ερμούπολη της Σύρου. Είσοδος δωρεάν.

 

Πηγή: Flix

Ιστοσελίδα φεστιβάλ: www.animasyros.gr

 

Share

Οι παραλίες ως αυτοπροσωπογραφία

ανιες6

της Σοφίας Ξυγκάκη

«Εάν η ιστορία των ανθρώπων είναι φτιαγμένη από τοπία, η δική μου είναι φτιαγμένη από παραλίες».

Με τον καύσωνα των ημερών, θυμηθήκαμε τη φράση της αγαπημένης σκηνοθέτιδας Ανιές Βαρντά –στην οποία θα κάνουμε εκτενές αφιέρωμα στον ‘κινηματογραφικό’ Σεπτέμβριο, σύντομα- και την αυτοβιογραφική ταινία της Οι παραλίες της Ανιές. Σ’ αυτήν, η Ανιές Βαρντά στήνει σε μια παραλία το ‘σκηνικό’ όλων των παραλιών/βιωμάτων της ζωή της: το πατρικό σπίτι στο Βέλγιο, ήχους από το παρελθόν που αναμειγνύονται με εικόνες του παρόντος, ‘ασήμαντες’ στιγμές και μεγάλα τραύματα του πολέμου, φωτογραφίες από την παιδική της ηλικία που ξεκολλάνε από έναν καθρέφτη στον οποίο αντανακλάται το τωρινό είδωλό της και ξαναστήνονται στην άμμο, τα μακρινά ταξίδια της, τα πρώτα επαγγελματικά βήματα ως φωτογράφος σκηνής με «αυτόν το εξαιρετικό άνθρωπο, τον Ζαν Βιλάρ», τη συνάντησή της στη σχολή φωτογραφίας με τον σύντροφο της ζωής της, επίσης σκηνοθέτη, Ζακ Ντεμί, την πολιτική και φεμινιστική στράτευσή της, τα παιδιά της, τους φίλους της. Ο εξομολογητικός μονόλογος που διατρέχει όλο το φιλμ, ενώνει ‘μικρές’ με σημαντικές στιγμές, για παράδειγμα τη γιγαντοαφίσα της Κατρίν Ντενέβ, πλάνα από πιο προσωπικές ταινίες της όπως την JaneB. ParAgnèsV, μια ταινία για τη φιλία αλλά και τις φεμινιστικές ιδέες που την ενώνουν με την Τζέιν Μπίρκιν, και ταινίες σταθμούς, όπως τη Δίχως στέγη, Δίχως νόμο.

Με την ιδιότητα της ντοκιμενταρίστριας και την πολύτιμη εμπειρία του cinémaverité, συνθέτει εικόνες πόλης, προσωπικής ζωής, σημαντικών στιγμών∙ με την ιδιότητα της εκλεπτυσμένης δημιουργού, την πολύτιμη εμπειρία της νουβέλ βαγκ και προπάντων με τη χρήση της μνήμης, ανασυνθέτει ‘μυθοπλαστικά’ τα κομμάτια που λείπουν, ενώ οι καθρέφτες αντανακλούν και τις απουσίες, αυτούς που δεν υπάρχουν πια.

Η σουρεαλιστική απόδοση πολλών εικόνων του παρελθόντος δεν μας μεταφέρει μόνο τη χαρά της ζωής αυτής της δημιουργού, μας υπενθυμίζει, επίσης, ότι μνήμη είναι η ανάκληση της πραγματικότητας και η επινόηση της μαζί.

Τι ωραία ταινία! Αν τη βρείτε, δείτε την.

 

This slideshow requires JavaScript.

Share

Yulia Matsiy: «Η Ρωσία είναι πολύ ομοφοβική χώρα»

mosca-protesta

του Γιάννη Κοντού

Περιθωριοποιημένοι από την άθεη πλειονότητα της LGBT κοινότητας στη Ρωσία και υφιστάμενοι θεσμικές διακρίσεις από το κράτος κι επιθέσεις από εθνικιστικές ομοφοβικές ομάδες, οι LGBT Χριστιανοί στη Ρωσία συνιστούν μια διπλή μειονότητα. Το ντοκιμαντέρ They hate me in vain- LGBT Christians in today’s Russia της Yulia Matsiy, ανεξάρτητης σκηνοθέτριας ρωσικής καταγωγής, σκιαγραφεί την καθημερινότητά τους. Με αφορμή την προβολή του στα πλαίσια του 8ου «Outview» Film Festival τη Δευτέρα 19 Μαΐου, παρουσία της Yulia Matsiy, συζητάμε με την σκηνοθέτρια.

Θα ήθελες να μου πεις περισσότερα για το εκπαιδευτικό σου υπόβαθρο; Τι σε προσέλκυσε στη δημιουργία ταινιών; Το να είσαι μια ανεξάρτητη δημιουργός κάνει τα πράγματα πιο απαιτητικά και δύσκολα;

Δεν μπορούσα να πραγματοποιήσω το όνειρό μου να γίνω σκηνοθέτρια όσο ήμουν στη Ρωσία- ήταν υπερβολικά δύσκολο. Ακόμα κι όταν μετακόμισα στην Ιταλία, εξακολουθούσα να νομίζω ότι ήταν αδύνατο για μένα. Έτσι, ξεκίνησα να σπουδάζω στο προπτυχιακό πρόγραμμα Γραφιστικού Σχεδίου στη Νέα Ακαδημία Καλών Τεχνών (ΝΑΒΑ) στο Μιλάνο. Μόνο τότε συνειδητοποίησα πως η υλοποίηση του ονείρου μου ήταν εφικτή στην Ιταλία. Άρχισα, λοιπόν, ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα στον Κινηματογράφο και τα Οπτικά Μέσα, κάνοντας πρακτική σε πολλές και διαφορετικές κινηματογραφικές παραγωγές, ενώ, παράλληλα, σκηνοθέτησα μικρού μήκους ταινίες. Έτσι, πέρυσι γύρισα την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μου.

Υπάρχουν πολύ λίγες γυναίκες ανάμεσα στους σκηνοθέτες. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη. Ο δρόμος για την επιτυχία είναι εξαιρετικά πολύπλοκος, πιο δύσκολος απ’ ότι σε άλλα επαγγέλματα- και το ίδιο το επάγγελμα είναι περίπλοκο. Απαιτούνται «ατσάλινα» νεύρα, φυσική αντοχή, δύναμη θέλησης και τεράστια υπομονή.

Όχι μόνο αποφάσισες ν’ ασχοληθείς μ’ ένα λεπτό ζήτημα (την καθημερινότητα των LGBT ανθρώπων στη Ρωσία), αλλά και να εστιάσεις στους LGBT Χριστιανούς. Γιατί; Πώς αντιμετωπίζονται τα άτομα αυτά τόσο από κράτος και παρακρατικά στοιχεία, όσο και από την πλειονότητα της LGBT κοινότητας στη Ρωσία;

Είναι ένα ευαίσθητο ζήτημα, το οποίο, όμως, την ίδια στιγμή γνωρίζω. Έχω υπάρξει ακτιβίστρια επί πολλά χρόνια. Οι LGBT Χριστιανοί συνιστούν μια διπλή μειονότητα: αποτελούν υποκείμενα μίσους από την άθεη πλειονότητα της LGBT κοινότητας στη Ρωσία, καθώς κι απ’ τους υπόλοιπους Χριστιανούς. Το ζήτημα της θρησκείας είναι εξαιρετικά σημαντικό για πολλούς. Για τα LGBT άτομα είναι ένα ζόρικο θέμα, που συχνά προκαλεί εσωτερική και κοινωνική σύγκρουση. Είναι κάτι πολύ προσωπικό. Γι’ αυτό αποφάσισα να κάνω μια ταινία για το συγκεκριμένο κομμάτι της LGBT κοινότητας.

Πώς θα περιέγραφες τη ρωσική κοινωνία; Σε ποιο βαθμό είναι ομοφοβική και δυσανεκτική;

Η Ρωσία είναι γενικά πολύ ομοφοβική κι η κατάσταση επιδεινώνεται. Υπάρχουν βίαιες ομάδες, όπως η «Κάντε κατάληψη στους παιδόφιλους», οι οποίες προσποιούνται ότι μάχονται την παιδοφιλία, αλλά στην πραγματικότητα κατηγορούν τους ομοφυλόφιλους γι’ αυτό το έγκλημα, προκειμένου να νομιμοποιήσουν τη βία εναντίον τους. Το να κακολογείς ομοφυλόφιλους έχει εξελιχθεί σε μια ιδιαίτερα αγαπητή ασχολία. Πρόσφατα, το ίδιο άρχισε να ισχύει και για τa διεμφυλικά άτομα. Αλλά η Ρωσία είναι αχανής. Υπάρχουν και άνθρωποι, οι οποίοι δε συμμερίζονται τις ομοφοβικές αντιλήψεις.

Βιώνουν τα μέλη της LGBT κοινότητας των Χριστιανών ότι υπάρχει μια αντίφαση ανάμεσα στις επιταγές της πίστης τους και το σεξουαλικό τους προσανατολισμό;

Πρόκειται όντως για προσανατολισμό, όχι για επιλογή. Κι η πίστη, πάντως, δεν αφορά σε πολλούς- είναι κι αυτή ένα κάλεσμα. Η ανάγνωση κι η ερμηνεία της Βίβλου συχνά οδηγούν σε αντιπαράθεση. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένες εκκλησίες και θεολόγοι που ισχυρίζονται πως ο Θεός δεν καταδικάζει την ομοφυλοφιλία στον κόσμο. Η ακόλαστη συμπεριφορά, ομοφυλοφιλική ή ετεροφυλοφιλική, μπορεί ν’ αποτελεί αντικείμενο κριτικής, όχι, όμως, η αγάπη κι η έκφρασή της. Δεν το γνωρίζουν όλοι αυτό. Αλλά ανάμεσα στους LGBT Χριστιανούς το πνεύμα της αγάπης και της υποστήριξης είναι έντονο. Οι άνθρωποι που συνάντησα στη Ρωσία και την Ουκρανία είναι υπέροχοι, γεμάτοι αγάπη κι ευγένεια, άνθρωποι με εσωτερική αρμονία, «οπλισμένοι» με τη δύναμη της πνευματικής γνώσης. Το κουράγιο τους είναι αξιοθαύμαστο.

Αντιμετώπισες δυσκολίες ή κινδύνους κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων είτε από την πλευρά της κυβέρνησης, ή από μέλη εθνικιστικών ομάδων;

Προσωπικά όχι. Υπήρχε, όμως, ένα κλίμα παράνοιας και φόβου στον αέρα. Έτσι, όταν έκανα μια ταινία στη Μόσχα, όλα τα ρωσικά Μ.Μ.Ε. ενημέρωναν ότι επίκειτο η σύλληψη μιας ομάδας Ολλανδών κινηματογραφιστών. Έκαναν το ίδιο πράγμα μ’ εμένα- μια ταινία για τη ρωσική LGBT κοινότητα. Το υλικό τους κατασχέθηκε και διαγράφηκε κι οι ίδιοι απελάθηκαν στις χώρες τους. Υπήρξα πιο τυχερή.

Ποιος είναι ο στόχος του ντοκιμαντέρ σου; Να διαφωτίσει, να πληροφορήσει, να προωθήσει μια συζήτηση, να προκαλέσει; Θα προβληθεί ποτέ δημοσίως στη Ρωσία;

Δεν έχει προβληθεί στη Ρωσία ακόμη. Κάτι τέτοιο μπορεί να προκαλέσει προβλήματα σε κάποιους από τους ανθρώπους που εμφανίζονται. Από νομικής άποψης μπορώ να διοργανώσω την προβολή, αλλά το ζήτημα είναι ο ανθρώπινος παράγοντας, όχι τα ντοκουμέντα. Ελπίζω ότι κάποια μέρα, όταν η κατάσταση στη Ρωσία είναι διαφορετική, να μπορέσω να δείξω την ταινία.

Θα παρουσιάσεις την ταινία σου στα πλαίσια του Φεστιβάλ «Outview» στην Αθήνα. Τι ξέρεις για τον ελληνικό κινηματογράφο;

Όχι πολλά, ελπίζω να μάθω περισσότερα κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ. Θα είναι, επίσης, το πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα.

Το ντοκιμαντέρ της Yulia Matsiy They hate me in vain- LGBT Christians in today’s Russia προβάλλεται, παρουσία της σκηνοθέτριας, τη Δευτέρα 19 Μαΐου, 22:30, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιερά Οδός 48 & Μεγάλου Αλεξάνδρου 134-36), αίθουσα 2, στα πλαίσια του 8ου «Outview» Athens Queer Film Festival.

Το πλήρες πρόγραμμα του Φεστιβάλ βρίσκεται στο http://www.outview.gr/

Το μπλογκ του ντοκιμαντέρ είναι http://invanomiodiano.wordpress.com/english/

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

 

Share

«Φιλμόρ»: ένα διαφορετικό φεστιβάλ για την τέχνη, την αντίσταση, τη ζωή

της Βαγγελιώς Σουμέλη

Για μία μερίδα κόσμου, είτε πρόκειται για ανθρώπους που κάνουν σινεμά είτε για εκείνους που απλά χαίρονται να βλέπουν κινηματογράφο, η ύπαρξη και μόνο ενός φεστιβάλ γυναικείου σινεμά θεωρείται δευτερεύουσας σημασίας, αν όχι ως μία διακριτική προσέγγιση της 7ης τέχνης. Με τον όρο γυναικείος κινηματογράφος οι περισσότεροι αναφέρονται σε ταινίες που έγιναν από γυναίκες δημιουργούς, ενώ δεν είναι λίγες οι γυναίκες σκηνοθέτριες που απέφυγαν να συνδεθεί το όνομά τους με τον γυναικείο κινηματογράφο, είτε από το φόβο να περιθωριοποιηθούν είτε για να αποφύγουν την ιδεολογική διαμάχη. Παρότι λοιπόν οι γυναίκες διακρίνονται στον χώρο από την εποχή ακόμα του βωβού κινηματογράφου[1], το γυναικείο σινεμά, ως μορφή αντίστασης στο κυρίαρχο μοντέλο κινηματογραφικής έκφρασης, όπως το Hollywood, αναπτύσσεται κυρίως στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και μαζί εμφανίζονται και τα πρώτα φεστιβάλ γυναικείου κινηματογράφου. Σε μία βιομηχανία πολλών εκατομμυρίων στην οποία κυριαρχούν άντρες, πρωταρχικός στόχος αυτών των φεστιβάλ, μικρών και μεγάλων, λιγότερο ή περισότερο γνωστών, είναι να δώσουν ευκαιρίες στις γυναίκες δημιουργούς να προβάλουν το έργο τους και να προωθήσουν μία αυθεντική αναπαράσταση και αντίληψη της γυναικείας υπόστασης.

Στο φεστιβάλ γυναικείου κινηματογράφου «Φιλμόρ – γυναίκες στους τροχούς»[2] βρέθηκα για πρώτη φορά το 2012 από καθαρή σύμπτωση, θα έλεγα. Για την ακρίβεια μπέρδεψα τις ημερομηνίες των φεστιβάλ και, από το μεγάλο κινηματογραφικό γεγονός της Τουρκίας[3], βρέθηκα σε κάτι πιο μικρό και απέριττο, ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ φτιαγμένο από γυναίκες για γυναίκες.  Έκτοτε παρακολουθώ το φεστιβάλ κάθε χρόνο.

Αν και μικρή διοργάνωση σε σύγκριση με άλλα φεστιβάλ του είδους, που σε καμία περίπτωση δεν μοιράζεται το κύρος μεγάλων διοργανώσεων όπως το φεστιβάλ της Κρετέιγ[4], είναι ένα σημαντικό κινηματογραφικό δρώμενο και με πολλούς τρόπους αρκετά διαφορετικό.

Το φεστιβάλ Φιλμόρ άνοιξε τις πόρτες του το 2003, την ίδια χρονιά που διοργανώθηκε για πρώτη φορά στην Ιστανμπούλ και η πορεία γυναικών στο πλαίσιο της 8ης του Μάρτη, σηματοδώντας την απαρχή μιας ιστορικής πλέον διαδρομής αντίστασης που εκτείνεται από την κεντρική λεωφόρο Ιστικλάλ και τα γύρω δρομάκια ως τις κινηματογραφικές αίθουσες. Σε μία δύσκολη χρονικά συγκυρία, η οποία σφραγίστηκε από τα αιματηρά γεγονότα στο πάρκο Γκεζί τον Ιούνιο του 2013 και την αύξηση της κρατικής βίας ενάντια στις γυναίκες που αντιστέκονται, οι διοργανώτριες θεωρούν το φετινό φεστιβάλ την πιο δυσοίωνη αλλά και την πιο ελπιδοφόρα στιγμή της διοργάνωσης. Το καλωσόρισμα του φεστιβάλ αναφέρει: 

«Συνεχίζουν να βάζουν χέρι στα δικαιώματα των γυναικών, όπως άλλωστε και στο σώμα τους, ασκώντας βία. Η νοοτροπία που θέλει τη γυναίκα σκλάβα του άντρα και του γάμου, οι καταναγκαστικοί γάμοι, η εκμετάλλευση και οι βιασμοί ανηλίκων, οι δολοφονίες γυναικών συνεχίζονται με τον πιο βίαιο τρόπο. Μέσα από τις πολιτικές καταστολής και βίας, οι γυναίκες υφίστανται ακόμη μεγαλύτερη βία όταν αντιστέκονται. Πίσω από κάθε δολοφονία γυναίκας, υπάρχει μία γυναίκα που τόλμησε να φύγει από ένα βίαιο γάμο, να ζητήσει διαζύγιο με κίνδυνο τη ζωή της, που αντιστάθηκε στον σύζυγο, τον πατέρα, τον μεγαλύτερο αδερφό, τον εραστή. Είναι γυναίκες που ακόμη και αν αποταθούν στην αστυνομία και τη δικαιοσύνη δεν θα τύχουν προστασίας και στήριξης, γυναίκες που το όνομά τους θα το βρούμε στα ασήμαντα των εφημερίδων παρουσιάζοντας το γεγονός με τη γλώσσα του δολοφόνου, σε ύφος επικριτικό για το θύμα. Γυναίκες που αντιστάθηκαν με τίμημα τη ζωή τους και που κανένας δεν θα θυμάται ούτε το όνομά τους ούτε την αντίστασή τους. Εμείς που είμαστε υποχρεωμένες σε κάθε στιγμή της ζωής μας να αντιστεκόμαστε απλά και μόνο επειδή είμαστε γυναίκες, η αντίσταση δεν είναι κάτι καινούργιο. Αντιστεκόμαστε για να ζήσουμε τη ζωή μας όπως τη θέλουμε εμείς, αντιστεκόμαστε για να επιβιώσουμε. Αντιστεκόμαστε. Πότε με το σώμα σας, πότε με τις επιλογές μας, πότε με την πένα μας, πότε με την κάμερά μας».

Όπως κάθε χρόνο το φεστιβάλ στήθηκε στη βάση διαφορετικών θεματικών. Ταινίες που προβάλλουν το μήνυμα της αντίστασης και της ελπίδας συμμετείχαν στην κατηγορία «Γυναικείος Κινηματογράφος», ενώ στην κυρίως θεματική του φετινού φεστιβάλ «Το δικό μου πορτοφόλι. Δική μου δουλειά, δικός μου μισθός, δικός μου προϋπολογισμός», συμμετείχαν ταινίες που πραγματεύονται τον μόχθο της γυναίκας, πληρωμένο ή απλήρωτο, σε μία ανδροκρατούμενη αγορά όπου οι γυναίκες στερούνται ακόμα και τα βασικά δικαιώματα.  Στην κατηγορία «Το Σώμα μας Μας Ανήκει» συμμετείχαν ταινίες που θέλουν να περάσουν ένα ισχυρό μήνυμα για την αυτοδιάθεση του γυναικείου σώματος, ενώ στο πλαίσιο της θεματικής «Σεξουαλικότητες» είδαμε ταινίες που καταρρίπτουν τα στερεότυπα σε σχέση με τη σεξουαλικότητα και την ταυτότητα φύλου, συμπεριλαμβανομένων και έξι ταινιών της Catherine Breillat, μίας εμβληματικής και αμφιλεγόμενης σκηνοθέτριας όχι μόνο του γαλλικού αλλά γενικότερα του σύγχρονου σινεμά.

Στο πλαίσιο της συμπλήρωσης 20 χρόνων από τον θάνατό της, το φετινό φεστιβάλ απέδωσε φόρο τιμής στην Τουρκάλα σκηνοθέτρια Bilge Olgaç (1940-1994), τη γυναίκα με τον μεγαλύτερο αριθμό ταινιών και τη μακροβιότερη πορεία στον χώρο του κινηματογράφου, έναν χώρο ιδιαίτερα εχθρικό για τις γυναίκες της εποχής. Όπως είχε πει και η ίδια σε συνέντευξή της, για να μπορέσει να καθιερωθεί στον χώρο έπρεπε να ξεχάσει και να κάνει και τους άλλους να ξεχάσουν ότι ήταν γυναίκα, γεγονός που την οδήγησε να κάνει «αντρικές ταινίες» όπου οι ήρωες ήταν άντρες.

Πίσω από τη διοργάνωση του φεστιβάλ βρίσκεται η Συνεργατική Γυναικών «Φιλμόρ» στην οποία συμμετέχουν αποκλειστικά γυναίκες που, όπως λένε και οι ίδιες, θέλουν να κάνουν σινεμά, να ονειρευτούν και να δράσουν για τις γυναίκες μαζί με τις γυναίκες. Σε αυτή την προσπάθεια, πρωταρχικός στόχος είναι να αυξηθεί η συμμετοχή των γυναικών στον κινηματογράφο και στα μέσα επικοινωνίας, να αποκτήσουν οι γυναίκες τις ευκαιρίες και τη δύναμη να εκφραστούν μέσα από αυτά  και να προωθηθούν μη σεξιστικές αναπαραστάσεις και εμπειρίες γυναικών. Στην προσπάθεια για μία ζωή χωρίς σεξισμό, βία και διακρίσεις, όχι μόνο στο σινεμά και στα μέσα επικοινωνίας αλλά ευρύτερα στην κοινωνία, η Συνεργατική Γυναικών «Φιλμόρ» συμμετέχει σε κοινές πλατφόρμες και καμπάνιες με άλλες γυναικείες ομάδες, όπως η Φεμινιστική Κολεκτίβα της Ιστανμπούλ, ενώ εκτός από το ομώνυμο φεστιβάλ, οργανώνει ποικίλες δράσεις, όπως εκθέσεις και συζητήσεις, που τρέχουν είτε παράλληλα είτε χωριστά από το φεστιβάλ. Από τις δράσεις αυτές ξεχωρίζει το γυναικείο κινηματογραφικό εργαστήρι, στόχος του οποίου είναι να αποκτήσουν γνώση και εμπειρία στον χώρο του κινηματογράφου γυναίκες που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε αυτόν. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε διάστημα έξι ετών το γυναικείο κινηματογραφικό εργαστήρι κατάφερε να κάνει οκτώ ταινίες.

Με το μότο «Οι γυναίκες χρειάζονται αλληλεγγύη και ενότητα και όχι ανταγωνισμό», το διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ ξεκίνησε μόλις το 2013, σε μία προσπάθεια να αναδείξει το έργο νέων δημιουργών, ενώ στο πλαίσιο της φετινής διοργάνωσης εγκαινιάστηκε το εργαστήρι «Καλειδοσκόπιο» που θα φιλοξενεί κάθε χρόνο έναν άντρα σκηνοθέτη.

60 ταινίες 50 δημιουργών και τριών κινηματογραφικών εργαστηρίων από 22 χώρες θα ταξίδευαν μέχρι την Κυριακή του Πάσχα, 20 Απριλίου, για πρώτη φορά εκτός Ιστανμπούλ, στις πόλεις: Μερσίνα, Άδανα και Μπόντρουμ.

Για περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα και στο facebook της διοργάνωσης



[1] Για παράδειγμα η Florence Lois Weber (1879-1939) συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων δημιουργών του βωβού κινηματογράφου.

[2] Κυριολεκτικά, σημαίνει γυναίκες πίσω από την κάμερα.

[3] Uluslararası İstanbul Film Festivali – Το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κωσταντινούπολης είναι το παλαιότερο φεστιβάλ διεθνούς κινηματογράφου που διοργανώνεται στην Τουρκία. Το πρώτο φεστιβάλ διοργανώθηκε το 1982 και από τότε λαμβάνει χώρα κάθε Απρίλιο, ενώ την ευθύνη της διοργάνωσης έχει το Ίδρυμα της Κωσταντινούπολης για τον Πολιτισμό και τις Τέχνες.

[4] Το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κρετέιγ – Ταινίες Γυναικών ιδρύθηκε το 1979 και είναι από τις σημαντικότερες κινηματογραφικές συναντήσεις του είδους. Στο φεστιβάλ συμμετέχουν κάθε χρόνο 130 περίπου σκηνοθέτιδες με περισσότερες από 150 ταινίες και το παρακολουθούν περίπου 20.000 θεατές.

 

Share

Νίνα Μαρία Πασχαλίδου: «Η φεμινιστική πλευρά των τουρκικών σαπουνόπερων ήταν ο λόγος που γύρισα το ντοκιμαντέρ»

του Γιάννη Κοντού

Μπορούν οι τηλεοπτικές σαπουνόπερες, και πιο συγκεκριμένα οι τουρκικές, όχι μόνο να έχουν τεράστια απήχηση, από την Ελλάδα και τα Βαλκάνια, μέχρι τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, αλλά και να αποτελούν μια διαταξική χειραφετητική εμπειρία για ένα αξιοσημείωτο ποσοστό γυναικών-τηλεθεατριών; Την απάντηση σε αυτό το ερώτημα αναζητά η δημοσιογράφος και σκηνοθέτρια Νίνα Μαρία Πασχαλίδου μέσα από το απολαυστικό και εξαιρετικά διαφωτιστικό ντοκιμαντέρ Kismet, το οποίο πρωτοπαρουσιάστηκε, με ιδιαίτερη επιτυχία, στο περσινό Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ του Άμστερνταμ, ενώ έκανε την πανελλήνια πρεμιέρα του στο πρόσφατο 16ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, όπου το παρακολουθήσαμε. Με αφορμή την έξοδο του Kismet στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 27 Μαρτίου, συνομιλούμε με την σκηνοθέτρια.

Τι σηματοδοτεί ο τίτλος του ντοκιμαντέρ;

«Κισμέτ» σημαίνει «πεπρωμένο» σε πολλές γλώσσες. Επίσης, είναι ένα κυρίαρχο θέμα σε όλες τις σειρές. Πολλοί αποδίδουν αυτά που συμβαίνουν στο  κισμέτ. Χρησιμοποίησα τη λέξη λίγο ανάποδα: η ταινία μιλάει για γυναίκες που αλλάζουν την μοίρα τους και παίρνουν τη ζωή τους στα χέρια τους, πέρα από παραδόσεις και προκαταλήψεις.

Πώς υπέπεσε, κατ’ αρχήν, στην αντίληψή σου το γεγονός ότι οι τουρκικές σαπουνόπερες, εντός συγκεκριμένων γεωγραφικών και κοινωνικο-οικονομικών πλαισίων, βοηθούν τις γυναίκες-τηλεθεάτριες να διεκδικήσουν δικαιώματα, πώς το ερμηνεύεις και σε ποιο βαθμό ισχύει; Συμβαδίζει με μία προϋπάρχουσα πολιτικοποίηση των συγκεκριμένων γυναικών, ή είναι ανεξάρτητο από αυτήν;

Oλοκλήρωνα το μεταπτυχιακό μου στην Ουάσιγκτον DC, όταν μια φίλη μου Τουρκάλα, η Νέσε, μου έδειξε ένα άρθρο για τις τουρκικές σαπουνόπερες με κεντρικό θέμα την επιρροή που έχουν στις γυναίκες κυρίως στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Το βρήκα πολύ ενδιαφέρον και ξεκίνησα να διαβάζω για αυτό το φαινόμενο. Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, είδα ότι και η γιαγιά μου, αλλά και πολύς ακόμη κόσμος, παρακολουθούσε τις τουρκικές σαπουνόπερες φανατικά. Αποφάσισα τότε να γυρίσω ένα ντοκιμαντέρ γι’ αυτό το θέμα και να εξερευνήσω τους τρόπους, με τους οποίους οι σειρές αυτές επηρεάζουν γυναίκες ανά τον κόσμο. Είναι φυσικό γυναίκες στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, όπου ακόμη διεκδικούν τα βασικά δικαιώματά τους, να επηρεάζονται όταν βλέπουν Μουσουλμάνες γυναίκες στην μικρή οθόνη να έχουν πρόσβαση τόσο σε υλικά αγαθά, που αυτές μόνο ονειρεύονται, αλλά και σε πρωτόγνωρες ελευθερίες. Επίσης, σε πολλές από αυτές τις χώρες, όπως στην Αίγυπτο για παράδειγμα, οι γυναίκες έχουν χάσει τα πρότυπά τους και στην αναζήτηση νέων προτύπων έχουν στρέψει τα βλέμματά τους στις τουρκικές σειρές.

Πόσο δύσκολο ήταν να εντοπίσεις τις συγκεκριμένες γυναίκες και να τις πείσεις να μοιραστούν τις εμπειρίες τους μπροστά από μια κάμερα;

Η έρευνα για την ανεύρεση των πρωταγωνιστών ήταν ιδιαίτερα απαιτητική. Στην Αίγυπτο, αλλά και στην Τουρκία, πραγματοποιήσαμε ρεπεράζ πολλών εβδομάδων, προκειμένου να συναντήσουμε γυναίκες από κάθε κοινωνική τάξη, από πολλές περιοχές, που εμπνέονται από τις σαπουνόπερες. Ήταν μια καταπληκτική εμπειρία διότι, ειδικά στην Αίγυπτο, σε μια περίοδο μετά την «Αραβική Άνοιξη», ήταν εντυπωσιακό να δει κάνεις την απουσία προτύπων και την ανάγκη για νέα είδωλα, τα οποία προέρχονται από την Τουρκία, με την μορφή τηλεοπτικών ηρωίδων. Ρόλοι που σπάνε ταμπού και ανοίγουν νέους ορίζοντες για τις γυναίκες. Σε άλλες χώρες είχαμε την ανεκτίμητη βοήθεια των συμπαραγωγών μας, οι οποίοι με την εμπειρία τους στήριξαν την έρευνα και προετοίμασαν την παραγωγή του ντοκιμαντέρ. Βοήθησε επίσης το γεγονός ότι είμαι γυναίκα, και μια γυναίκα ανοίγεται περισσότερο σε μια γυναίκα.

Ποιο είναι το κοινωνικό, οικονομικό, ηλικιακό και μορφωτικό υπόβαθρο των τηλεθεατριών των τουρκικών σαπουνόπερων και, ειδικότερα, όσων τις βιώνουν χειραφετητικά;

Θα νόμιζε κάποιος ότι τις τουρκικές σαπουνόπερες τις παρακολουθούν μόνο γυναίκες από κατώτερα στρώματα, αλλά αυτό δεν ισχύει. Τις βλέπουν γυναίκες απ’ όλα τα στρώματα και η ταινία εισχωρεί σε σπίτια γυναικών από κάθε μορφωτικό και κοινωνικό επίπεδο. Το να πιστεύει κάνεις κάτι τέτοιο είναι σαν να πιστεύει ότι οι γυναίκες με ανώτερο βιοτικό επίπεδο δεν κακοποιούνται, το οποίο επίσης είναι αναληθές.

Οι Ελληνίδες τηλεθεάτριες, με τις οποίες συνομίλησες- τόσο οι δύο που εμφανίστηκαν στο ντοκιμαντέρ, όσο και τυχόν άλλες- πώς βιώνουν τις τουρκικές σαπουνόπερες;

Τις παρακολουθούν φανατικά και έχουν επηρεαστεί και αυτές με κάποιον τρόπο. Η Παρασκευή αντλεί δύναμη από τον «Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή» για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με τον άρρωστο αδερφό της, η Νιχάν τις παρακολουθεί μαζί με τον Έλληνα σύζυγό της, η Μαρίκα νοσταλγεί το παρελθόν.

Θεωρείς ότι είναι βάσιμη η εκτίμηση ενός δημοσιογράφου-αναλυτή, η οποία φιλοξενείται στο ντοκιμαντέρ σου, πως οι τουρκικές σαπουνόπερες συνιστούν τη «soft» εκδοχή της τουρκικής πολιτικής; Δεν είναι κάπως συνωμοσιολογικό αυτό;

Σίγουρα οι τουρκικές σαπουνόπερες είναι ένα είδος πολιτιστικής, επεκτατικής πολιτικής, όπως ήταν το «Dallas» και η «Δυναστεία» πολιτιστική επεκτατική πολιτική των ΗΠΑ. Αλλά δεν πιστεύω σε ακραία σενάρια, που λένε ότι η κάθε σαπουνόπερα γράφεται και χρηματοδοτείται από την ίδια την τουρκική κυβέρνηση, γιατί αυτό δεν ισχύει. Γνώρισα πολλούς σεναριογράφους, αλλά και παραγωγούς, οι οποίοι, όταν ξεκίνησαν αυτές τις σειρές, δε γνώριζαν καν ότι θα γίνονταν τόσο μεγάλη επιτυχία. Η φεμινιστική πλευρά τους ήταν ο λόγος που γύρισα αυτό το ντοκιμαντέρ εξαρχής. Δε με ενδιέφερε τόσο ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός, κυρίως γιατί αυτό είναι ένα θέμα που απασχολεί ως επί το πλείστον την Ελλάδα, καθώς και άλλες βαλκανικές χώρες. Το «Κισμέτ» είναι μια διεθνής παραγωγή και το κοινό του είναι παγκόσμιο. Η διάκρισή του στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ του Άμστερνταμ νομίζω ότι το έδειξε αυτό.

Το ντοκιμαντέρ της Νίνας Μαρίας Πασχαλίδου Kismet προβάλλεται από τις 27 Μαρτίου στους κινηματογράφους «Δαναός» και «Σπόρτιγκ».

Πηγή: εναντιοδρομίες

 

Διαβάστε ακόμη

«Κισμέτ»: Το ελληνικό ντοκιμαντέρ που φωτίζει τη αθέατη πλευρά των τουρκικών σίριαλ

 

 

Share

Μαρία Κλωνάρη: Η Ελληνίδα της οπτικοακουστικής πρωτοπορίας

Μια ματιά στον κόσμο της εικαστικού που απεβίωσε πριν λίγες μέρες στο Παρίσι

Απεβίωσε πριν λίγες ημέρες, στο Παρίσι, η εικαστικός Μαρία Κλωνάρη. Ελληνικής καταγωγής, η Μαρία Κλωνάρη γεννήθηκε στο Κάιρο και έκανε σπουδές στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, στην Αγγλική φιλολογία, την Αιγυπτιολογία και τον πειραματικό κινηματογράφο. Με την Κατερίνα Θωμαδάκη αποτελούσαν ένα καλλιτεχνικό δίδυμο, το οποίο καθόρισε την οπτικοακουστική πρωτοπορία. Ζούσαν και εργάζονταν στο Παρίσι από το 1975 ως Klonaris / Thomadaki.

Η Κατερίνα Θωμαδάκη και η Μαρία Κλωνάρη συνυπογράφουν όλα τους τα έργα, τα οποία είναι επηρεασμένα από τα αβανγκάρντ κινήματα με τα οποία ήρθαν επαφή, καταφέρνοντας ταυτόχρονα να δώσουν το δικό τους στίγμα στα εικαστικά και στον κινηματογράφο και να θεωρούνται από τις πρωτοπόρους του video art και του πειραματικού κινηματογράφου. Γιαυτό και αποτελούν από τις σπάνιες περιπτώσεις στην ιστορία του σινεμά τού «auteur double», ενός έργου, δηλαδή, που συλλαμβάνεται και πραγματοποιείται από δύο καλλιτέχνες μαζί με ένα ξεκάθαρο σύστημα ισότητας και ανταλλαγής ρόλων.

Το έργο της Μαρίας Κλωνάρη και της Κατερίνας Θωμαδάκη, είδαμε πέρσι στο Μουσείο Μπενάκη, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών σε μια αναδρομική έκθεση με τίτλο «Πυρκαγιά του Αγγελου». Ήταν η διαδρομή τους από τις αθηναϊκές σκηνές στα τέλη της δεκαετίας του ’60 με σκηνοθεσίες και σκηνογραφίες, και η καλλιτεχνική τους δράση στο Παρίσι στη δεκαετία του 70, με το άστρο τους να λάμπει και να πρωταγωνιστούν στα πρωτοποριακά και καλλιτεχνικά κινήματα.

Εκεί οι δυο καλλιτέχνιδες έκαναν ανώτατες σπουδές στις εικαστικές τέχνες, τον κινηματογράφο, την ψηφιακή τέχνη. Στα έργα τους διερευνούν τα θέματα της γυναικείας ταυτότητας, και της διαφορετικότητας. Παρουσιάζουν το γυναικείο σώμα και θέτουν διαρκώς το ερώτημα για την εικόνα του πέρα από τους κυρίαρχους αφηγηματικούς κώδικες και τις κατεστημένες εικόνες της θηλυκότητας.

Η δουλειά που τις καθιέρωσε, ήταν ο «Κύκλος του Αγγελου» (1985) που περιλαμβάνει πάνω από 30 έργα (φωτογραφικές σειρές, εγκαταστάσεις, multi-media περφόρμανς, ψηφιακά βίντεο) και έκλεινε με τις προβολές τεσσάρων ταινιών τους: «Requiem for the XXth Century», «Pulsar», «Quasar», «Angel Scam».

Η πηγή έμπνευσης του έργου ήταν η φωτογραφία μιας ερμαφρόδιτης γυναίκας, την οποία ανακάλυψαν το 1985 στο αρχείο του γυναικολόγου-μαιευτήρα, πατέρα της Κλωνάρη. Η πρώτη αναδρομική τους έκθεση έγινε το 1980 στο Κέντρο Πομπιντού. Οι εκθέσεις τους φιλοξενήθηκαν σε μεγάλα μουσεία σύγχρονης Τέχνης του κόσμου. Δύο ταινίες τους από τη σειρά «Πορτρέτα» ανήκουν στους θησαυρούς των Γαλλικών Κινηματογραφικών Αρχείων και της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας: Selva. Un portrait de Parvaneh Navai (Mαρία Κλωνάρη, 1983) και Chutes. Desert. Syn (Κατερίνα Θωμαδάκη, 1985).

Πηγή: lifo

 

Share
Page 1 of 212