Subscribe via RSS Feed

Tag: "οικογένεια"

Μια Απόπειρα Κριτικής στον Στόχο της Κριτικής: Οικογένεια, Κρίση και η Νέα Γενιά των Ελλήνων Κινηματογραφιστών

Όταν το σινεμά κάνει κοινωνική κριτική (σε περίοδο γενικευμένης κρίσης)

του Θοδωρή Ρακόπουλου

Οι σημειώσεις που ακολουθούν δεν εντάσσονται στην κρίση της παραγωγής κινηματογραφίας: δεν αξιώνουν κάτι παραπάνω από τη σύντομη συζήτηση των προτεραιοτήτων κοινωνικής και πολιτιστικής κριτικής που το νέο ελληνικό σινεμά θέτει στον εαυτό του και το κοινό του. Θα ασχοληθούμε εδώ με μια συγκεκριμένη πτυχή της δημιουργικής δουλειάς κάποιων από τους νεαρότερους και πιο δραστήριους Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη (εφεξής: ΚσΟ). Ένα παράπλευρο διακύβευμα του άρθρου (το οποίο δεν αποτελεί επ’ουδενί απόπειρα κινηματογραφικής κριτικής) αποτελεί η διευρυμένη εννοιολόγηση των όρων, που η κοινωνική κριτική των ταινιών αυτών επέλεξε να διαχειριστεί. Το άρθρο εκκινεί από ειλικρινές ενδιαφέρον για το φαινόμενο της νεότερης γενιάς του ΚσΟ, που χαιρετίστηκε ως το νέο κύμα του ελληνικού σινεμά. κι οι ταινίες που ακροθιγώς θα αναφερθούν, κρίνονται με θετικό πρόσημο, στο «ακραιφνώς» καλλιτεχνικό επίπεδο. Αν υπάρχει τέτοιο.

Υποφέρουμε από το κοινό αίσθημα: και ένα κυρίαρχο αίσθημα εν προκειμένω είναι η μεμψιμοιρία. Μια αίσθηση Angst, που η κρίση επιμηκύνει και βαθαίνει, απλώνεται ως άνυσμα σε πεδία της αυτοεικόνας μας και της εμπειρίας μας του ιδιωτικού, όσο ο δημόσιος χώρος εισβάλλει στον χώρο της οικειότητας, όσο η συλλογική εμπειρία της κρίσης εξατομικεύεται και διϋλίζεται. Αυτή η διαδικασία έχει αντίκτυπο στην άρθρωση κριτικού λόγου: λόγου κριτικής απέναντι στην κρίση. Μια φράση που υπήρξε εφαλτήριο ικανής παρεξήγησης και υπερβολής λέει πως ο κομμουνισμός (διάβαζε, lato sensu: η ριζοσπαστική πολιτική) είναι η σκληρή κριτική των όλων όσα υπάρχουν. Την διακήρυττε ο νεαρός Μαρξ στο φημισμένο, αν και μη δημοσιευμένο, γράμμα του στον Ρούγκε. Όταν γίνεται η σύζευξη πολιτικού και προσωπικού ολοένα πιο κρίσιμη, μέσα στην κρίση, αλλά και συνεχώς πιο θολή η μεθόριος των εννοιακών τους πεδίων, συχνά το αποτελέσμα όσον αφορά στον δημιουργικό κριτικό στοχασμό και στο εκτασιακό της αναστοχαστικής κριτικής είναι ολισθηρό.

Τότε όμως, εγείρεται το ερώτημα των στόχων του «παρεμβατικού» σινεμά πιο εναργώς: τι επιλέγουμε να κριτικάρουμε, και πόσο αυτή η κριτική βαραίνει πολιτικά; Πού είναι τα όρια ανάμεσα στον προοδευτισμό της κρίσης και στην  προοδευτική κριτική;

Θα υποστηρίξω πως το νέο κύμα του ελληνικού σινεμά προτείνει, σχεδόν ομόφωνα (όσον αφορά τις ταινίες που θα αναφερθούν) την οικογένεια και τις συγγενικές σχέσεις ως κύριο (αν και όχι μοναδικό) στόχο της οξείας του πολιτιστικής κριτικής. Θα υποστηρίξω ακόμη πως το κάνει με συγκυριακά οχληρό τρόπο, και πως η επιλογή αυτή, η προτεραιότητα αυτού του συγκεκριμένου στόχου είναι πολύ συζητήσιμη, και μάλιστα αμφισβητίσιμη σε πολιτική βάση.

Η επιδραστικότητα της νέας κινηματογραφικής γενιάς.

Ας μου επιτραπεί μια, «εθνογραφικού» τύπου, είσοδος στο ζητούμενο. Πρόσφατα, σε φιλική συγκέντρωση περίπου τριάντα Ελλήνων εργαζομένων κι υποαπασχολούμενων πλην πτυχιούχων, στο Λονδίνο, αγνώστων μου ανθρώπων γύρω στα 30, έγειρα, δίκην αστεϊσμού, την πρόθεση μου να γράψω ένα άρθρο για τους ΚσΟ. Διαπίστωσα πως όλοι είχαν δει ή είχαν ακουστά την ταινία «Κυνόδοντας». Συζητώντας, διαπιστώνω πως στην ομήγυρη αυτών των μεταναστών της κρίσης, πολλοί μοιράζονται ένα συναίσθημα αμφιθυμίας για την αμφισημία του «νοήματος», κι εξίσου πολλοί αναγνωρίζουν την εικαστική της πρωτοτυπία κι (επομένως;) αξία.

Νομίζω πως ο χρόνος που μεσολάβησε από την πρώτη της προβολή στις ελληνικές αίθουσες, οι ων ουκ έστιν αριθμός ανάλογες κουβέντες που ενέπνευσε η ταινία, ο διεθνής της αντίκτυπος, προσφέρονται για μια συζήτηση για το σημείο εστίασής της: κι η κρίση αυτή, δεδομένης της πετυχημένης κινηματογραφικά αμφισημίας που το show don’t tell της ταινίας έγειρε, πρέπει να γίνει στο πρίσμα της κοινωνικής της αυτής συζήτησης και επιρροής. Δεν είμαι κινηματογραφικός κριτικός. Νομίζω όμως, όπως και πολλοί στην παράδοση της τεχνοκριτικής, πως ένα κινηματογραφικό έργο (λόγω και της κοινωνικής επιρροής του σινεμά, που έχει ιδιαίτερη ένταση) κρίνεται όχι μόνο στην αίθουσα. Κρίνεται επίσης κι ανάστροφα από το κοινό και την έμπνευση που αυτό άντλησε από ένα μικρό κινηματογραφικό επίτευγμα, όπως ο Κυνόδοντας, προς την κριτική στο κεντρικό σημείο κριτικής εστίασης της ταινίας. Όπως ήδη σημειώθηκε, το κεντρικό σημείο τούτο είναι μια αδυσώπητη κριτική στην οικογένεια.

Νομίζω πως οι πιο νεαροί από τους Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη, ανάμεσά τους ο Λάνθιμος, επέλεξαν να στοχοποιήσουν και να ανατάμουν τις οικογενειακές σχέσεις με τρόπο δριμύ˙ νομίζω επίσης πως δεν πείθει, στην συγκυρία, αυτή η επιλογή της κριτικής τους, κι ο τρόπος που γίνεται. Η κριτική τους ικανότητα, το λεπίδι που θα τάμει το απόστημα είναι στομωμένο.

Εξηγούμαι. Ο Κυνόδοντας, κι έπειτα από αυτόν το Attenberg (Αθηνά Τσαγκάρη) και το Χώρα Προέλευσης (Σύλλας Τζουμέρκας) κι έπειτα από εκείνο οι Άλπεις και πάλι του Λάνθιμου, είναι ταινίες (ειδικά η πρώτη) που είδαν «οι πάντες». Ας σημειώσω πως αναφέρομαι στις συγκεκριμένες ταινίες  και διότι λειτουργούν οι τελευταίες ως συγκοινωνούντα δοχεία, με ροή ανάμεσά τους σε συντελεστές (ηθοποιοί/σκηνοθέτες),  ενώ θα μπορούσε κάποιος, αδρομερώς, να κατατάξει στην χορεία των ταινιών δριμείας κριτικής στην οικογένεια/το σπιτικό/την οικιακότητα, και άλλες πολυσυζητημένες δουλειές δημιουργών που εντάσσονται στο ευρύτερο σχήμα των ΚσΟ, όπως το Στρέλλα ή τις ταινίες του Οικονομίδη, με τον τόσο ενοχλητικά καρικατουρίστικο και ψευδο-ρεαλιστικό διάλογο, και τους ήρωες τους «βγαλμένους μέσα απ’τη ζωή».

Για όσους είναι ενήμεροι για τα πραγματολογικά της ταινίας Κυνόδοντας όπως και του Attenberg, (και είναι εύλογο να υποθέσουμε πως πολλοί από όσους διαβάζουν τις παρούσες γραμμές είναι), όπου ο σκηνοθέτης Λάνθιμος πρωταγωνίστησε θα φαίνεται μάλλον  προφανές πως ο φακός τον θεσμό της οικογένειας κατέγραψε κι ανέταμε. Οι ταινίες τούτες αρθρώνουν προς τον εν λόγω θεσμό, μια κριτική διεισδυτική, έντονη, επιθετική, παρουσιάζοντας τον οικιακό χώρο ως ένα πλαίσιο αποπνικτικό, ασφυκτικό, ευνουχιστικό, δηλητηριώδες για τις έμφυλες σχέσεις, έναν καιάδα για την ανάπτυξη ελεύθερων προσωπικοτήτων. Ικανή μερίδα του κοινού τις δέχτηκε ως ρηξικέλευθες και ριζοσπαστικές ως (και) προς αυτήν την θεματική τους.

 Μια σκληρή κριτική. Κι η κριτική της κριτικής.

Τι έχουμε όμως εδώ; Αναρωτιέται κανείς πόσο αυτή η άγρια κριτική είναι δίκαιη, πόσο είναι επιμερισμένη, και πόσο, πλέον, είναι και έγκαιρη, στην συγκυρία της κρίσης – μιας κρίσης που δεν ξεκίνησε, φυσικά, τον Μάρτη του 2010, κι η περιοδολόγησή της έχει σημασία. Το ζητούμενο είναι ποιες προτεραιότητες εγείρει η κρίση, κι ό,τι προηγήθηκε αυτής, για να καταλάβουμε πώς, στο συγκείμενο της πάλαι ποτέ «γενιάς των 700 ευρώ» ο Κυνόδοντας (παραγωγής 2009) αναδείχθηκε ως φαινόμενο κοινωνικής και πολιτιστικής κριτικής.

Η Ελλάδα δεν έχει προτεσταντική κουλτούρα ανατροφής, και το πάντα χωλό και διιστορικά άνισα καταμερισμένο κοινωνικό κράτος (welfare state) κατέστη, κι επίσημα πλέον, μετά την προϊούσα κρίση από το 2010 κι εντεύθεν, μια welfare society, κι εξώκοιλε στην, πάντα διαθέσιμη, welfare οικογένεια. Σε μια χώρα με αρρωστημένη αγορά εργασίας, όπου η πατρωνεία και η οικογενειακή πελατειακότητα υπήρξαν πάντα κεντρικοί τρόποι επαγγελματικής δικτύωσης, σήμερα, με την αποκοπή και των ελάχιστων ιστορικά παρόντων διαύλων ανεξαρτητοποίησης μέσω εργασίας, επιχειρηματικότητας ή έστω οίκησης, η αναδίπλωση στην οικογενειακή αρωγή (σχεδόν πάντα καταγωγική, από τους γονείς προς τα παιδιά) είναι ακόμη περισσότερο καίρια για την ελάχιστη κοινωνική συνοχή. Είναι ανατριχιαστική και μόνο η σκέψη τι θα συνέβαινε, αν οι σημερινοί Έλληνες τριαντάρηδες ζούσαν σε χώρα όπου η ιδιοκατοίκηση δεν ήταν δεδομένη για τόσο μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Όταν το ήδη πλειοψηφικό δεδομένο της εξάρτησης (πολύ πριν το 2010) γενικεύεται ως μαζικό αποτράβηγμα προς την οικογενειακή εστία ίσως πρέπει να ξαναδούμε τις προτεραιότητες της κριτικής μας απέναντι στην κρίση – αλλά και στα προβληματικά κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας γενικότερα. Η απόδοση ευθυνών στον θεσμό της οικογένειας, η απόδοση ενός νοσηρού κλίματος στο πεδίο των ενδοοικογενειακών σχέσεων και των σχέσεων συγγένειας για ό,τι «πήγε στραβά» στην Ελλάδα είναι μάλλον άστοχη. Η οικογένεια, δεκτική εύκολης κριτικής λόγω, ακριβώς, της ανεκτικότητας που η οικειότητα του θεσμού υποβάλλει, γίνεται ο σάκκος του μποξ. Η αποδόμηση του θεσμού που στοιχεία του έργου των πιο νέων ανάμεσα στους ΚσΟ επιχειρεί, διαφαίνεται έτσι ως  μια κριτική ανέξοδη και, κυρίως, κοντόθωρου αναστοχασμού. Το κλισέ της ευνουχιστικής ελληνικής οικογένειας, που, με την δηλητηριώδη επίδρασή της για την δημιουργία συνεκτικής κοινωνίας πολιτών και θεσμών (νεποτισμός, πατρωνεία, οικογενειοκρατία), είναι μια ανάλυση που όλοι έχουμε ακούσει, και που έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από λαθραναγιγνώσκοντες τη σημασία του Διαφωτισμού φιλελεύθερους. Θα τολμούσε να πει κανείς ότι το αντι-οικογενειακό μένος είναι το ανεστραμμένο είδωλο των πραγματικών, δομικών προβλημάτων της κρίσης, και γίνεται ο ανεπίσημος φλοιός μέσα στον οποίο εκκολάπτονται τα βασικά νεοφιλελεύθερα επιχειρήματα επίθεσης στο «σαθρό κράτος» στην Ελλάδα σήμερα.

Οι γραφιάδες της νεοφιλελεύθερης σχολής αποπολιτικοποιούν την τρέχουσα συζήτηση και τον γόνιμο αναστοχασμό που η κρίση επέφερε στο κοινωνικό σώμα με εμμονική αναφορά στη φερόμενη νοσηρή ελληνική «ιδιαιτερότητα» της οικογενειοκεντρικότητας. Το πόσο πραγματολογικά εσφαλμένο είναι το εν λόγω εγχείρημα, που προϋποθέτει έναν ιδεολογικοποιημένο βεμπεριανισμό (χωρισμός οικίας κι εργασίας, οικειότητας κι επιχειρηματικότητας : πότε και πού έγινε αυτό;) δεν έχει νόημα να αναλυθεί εδώ. Ας ειπωθεί απλά πως η στοχοποίηση του ‘προμοντερνικού’ κλίματος δεν μπορεί να είναι άμοιρη και της καλλιτεχνικής συζήτησης για το θέμα της σχέσης οικογένειας-κοινωνικότητας.

Σημειώσεις αντίρρησης. Και κάποιες παραδοχές.

Μήπως όμως λειτουργεί ως οικογενειακό σενάριο γενικεύσιμο και σε άλλες χώρες το σκηνικό, ας πούμε, του Κυνόδοντα; Μήπως είναι αλληγορία που υπονοεί μια γέφυρα από της μικρής -οικογενειακής- κλίμακος σχέσεις προς μεγάλης κλίμακος άλλες, εντασσόμενες σε ευρύτερους κοινωνικούς συσχετισμούς; Μια τέτοια προοπτική θα ενέτασσε την κριτκή στην οικογένεια μέσα σε ένα πράγματι πολιτικό, ιστορικοποιημένο πλαίσιο, παραδεχόμενη την ελλειμματικότητα του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα, κι όχι μόνο. Εξάλλου, θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει πως η ταινία του Λάνθιμου δεν έχει εθνικά χρώματα, και πως εν γένει η στοχοθεσία των ΚσΟ απλώνεται εκτός συνόρων.

Τυχόν τέτοιες αντιρρήσεις είναι παραπάνω από θεμιτές. Ωστόσο εξίσου θεμιτό θα είναι να θυμίσει κανείς, για παράδειγμα, το εμβληματικό σκηνικό από τα Άσπρα Σπίτια, την πιο δηλωτική οικιστική στιγμή για τις σχέσεις κεφαλαίου/εργασίας στην Ελλάδα, η οποία, απολίτικα, εξωιστορικά, λειτουργεί ως ένα αισθητικοποιημένο σκηνικό λευκού κυκλαδίζοντος φετίχ για την ταινία Attenberg . Εξίσου ίσως, να θυμίσει τις μονταζικές παρεμβάσεις –σαν οιονεί ταινία τεκμηρίωσης εν προόδω– στο Χώρα Προέλευσης, από την ιστορία της σύγχρονης κινηματικής Αθήνας (εξάλλου, πόσο πιο δηλωτικός «εθναναστοχασμού» θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της ταινίας;) Πάντως όσα αυτό το άρθρο προτείνει δεν μπορούν να μην λάβουν υπόψη  ενδεχόμενες αντιρρήσεις που εγείρουν το ζήτημα της «εγχώριας» αναφοράς των νεαρότερων από τους ΚσΟ.

Θα ήταν ίσως πιο ορθό πολιτικά να σημειώσουμε το πόσο έχει ζημιώσει και φθείρει τις οικογενειακές σχέσεις ο «κομματικοποιημένος» χαρακτήρας της οικογένειας: που γεννά εξάρτηση συναισθηματική, οικονομική, ταυτότητας, κι άλλων εννοιών ανάμεσα σε κόμματα, ων ουκ έστιν αριθμός. Η οικογένεια είναι ένα «απόλυτο γεγονός», με την ανθρωπολογική έννοια, κι η κριτική προς αυτήν πρέπει να είναι προσεκτική. Πράγματι, αποτελεί μία μεγάλη επιχείρηση στην Ελλάδα που φροντίζει για την αναπαραγωγή της –. Τα νέα μέλη της είναι υπόλογα σε αυτό το σύστημα. Η συνθήκη δεν είναι ελεύθερη, επηρεάζοντας την ταυτότητα πολίτη υπό αυτούς τους όρους. Η κριτική του Λάνθιμου, της Τσαγγάρη, του Τζουμέρκα, λοιπόν, δεν είναι άστοχη. Είναι, όμως, επιφανειακή. Αναλώνεται σε υπονοούμενα νοήματος και παραληρήματα μορφής, αντί να πάει στο βάθος του προβλήματος. Στοχοποιεί κάπως μονομερώς, αφού διαφαίνεται ένα μείζον επιχείρημα, και μάλιστα αψύ, να αρθρώνεται πάνω στην επίθεση σε ό,τι θυμίζει οικογενειακές σχέσεις, σχέσεις συγγένειας, συνάφειας και συσχετικότητας.

Θα μπορούσε όμως κανείς να πει ότι οι ταινίες λειτουργούν μεταφορικά. Εξάλλου, θα αντιτείνει ο καλόπιστος αναγνώστης, ο δημουργός (εδώ: οι Λάνθιμος, κα) δεν είναι υπόλογος στην κοινωνία και τους μετασχηματισμούς της. Δεν υποχρεούται να παρακολουθεί τους ευρύτερους συσχετισμούς που διαμορφώνονται στις κοινωνικές αντιθέσεις, και σίγουρα, δεν είναι ανάγκη καν να πιστεύει πως αυτές υπάρχουν (έστω κι αν τότε, πολλοί θα του αποδώσουν πως είναι απλά κακός –ή, έστω, σολιψιστής– δημιουργός). Πράγματι, οι διαπιστώσεις αυτές προϋποθέτουν το παρόν άρθρο, αλλά και το όποιο σώφρον σκεπτικό για την καλλιτεχνική και –εν προκειμένω- κινηματογραφική κριτική.

Ας παραδεχτούμε, σε κάθε περίπτωση, (υπενθυμίζοντας και τις διεργασίες που ανέσυρε η κριτική σχολή της Φρανκφούρτης) πως η τέχνη μπορεί να ειδωθεί και ως ένας κόσμος αυτόνομος που διατηρεί εγγενώς αντιδραστική σχέση με τους κοινωνικούς συσχετισμούς και μετασχηματισμούς, υποσχόμενη μια ουτοπία την οποία αδυνατεί –και, σύμφωνα με τα παραπάνω, αδιαφορεί– να πραγματοποιήσει. Κι έπειτα, ας προτείνουμε, αναστοχαστικά για τον ρόλο της τεχνοκριτικής, πως αν η τέχνη μπορεί να λέει ό,τι θέλει ο καλλιτέχνης, αδιάβλητη από την έκθεση στο κοινωνικό (αλλιώς –ίσως– δεν είναι τέχνη), η δεξίωση του καλλιτεχνήματος και η κριτική της τέχνης είναι αδιάβλητη κοινωνική εργασία και πάντα υπόλογη στην «κοινωνία».

Κι εδώ εδράζεται η σημασία της δουλειάς κάποιων δημιουργών που συνταυτίστηκαν με το εγχείρημα «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη», μια χαλαρή μεν, αλλά εξωστρεφής και με συνέπεια πολιτική πλατφόρμα˙ εν μέρει σε αυτή την συνεπή εξωστρέφεια εδράζεται και η αιτιολόγηση για την αντίρρηση στην εστίαση της κριτικής τους. Δεν κρίνουμε το έργο ως στατική βάση δημιουργικότητας, αλλά τo δημιουργικό ωστικό κύμα του: τον αντίκτυπό του στην κοινωνία. Ο χρόνος δεν αλλοιώνει, αλλά αντίθετα, ευνοεί, ένα καλό (εδώ: κινηματογραφικό) έργο. Μάλιστα σε αυτή την αειθαλή διάσταση διαπιστώνεται και η σχετική αυτονομία της (δυνητικά αιώνιας; πάντως χειρονομίας εσαεί) τέχνης σε σχέση με τον «εφήμερο» δυναμισμό των κοινωνικών συσχετισμών.

Αν το παραπάνω ισχύει, τότε, η (καλλιτεχνική – και κοινωνική!) επιρροή που άσκησε ο Κυνόδοντας, αυτή η τομή στην ελληνόφωνη κινηματογραφική αφήγηση, μπορεί σήμερα να ζυγιστεί καλύτερα από μια κριτική που, μοιραία, αντανακλά ακριβώς τον παρελθόντα, ιστορικό χρόνο που πέρασε από τότε που η ταινία προβλήθηκε: το έργο εκτέθηκε κι εκτίθεται στους κοινωνικούς κραδασμούς, κι η επίθεσή του στο «νοικοκυριό» φαίνεται υπερβολική – τόσο με απόλυτους όρους όσο και με όρους συγκυρίας. Το ίδιο, a fortiori, ισχύει για υπερφιλόδοξα έργα όπως το «Χώρα Προέλευσης», όπου μάλιστα η οικογένεια είναι ξεκάθαρα τοποθετημένη στο κέντρο ενός ιστορικού κυκεώνα συγκρούσεων και (εθνικών) ψυχώσεων. Η στοχοποίηση αυτή της οικογένειας είναι άκαιρη, και διαβάζεται αμήχανα ακόμη κι από τον πιο καλόπιστο θεατή.

Το άρθρο θα κλείσει εδώ, στο σημείο όπου ακριβώς γίνεται αναφορά στο ευρύτερο σχήμα μιας κινηματογραφικής «γενιάς». Αλλά θα αφήσει την σκυτάλη σε ένα επόμενο άρθρο, από τον φίλο ποιητή και κριτικό Θωμά Τσαλαπάτη, όπου όσα εδώ συζητήσαμε, θα ειδωθούν κι από άλλη πλευρά (πιο στοχευμένα «τεχνοκριτική»). Ο Τσαλαπάτης θα θέσει και το ζήτημα της κουλτούρας του εναλλακτικού: αυτού του «διαφορετικού που δεν διαφέρει», ως διακύβευμα της πρεκάριας γενιάς της κρίσης. Αυτά, με την ελπίδα ο διάλογος που αφορά τις προτεραιότητες της ex aula cinematografica (όπως: ex cathedra) κριτικής να συνεχιστεί, και πέρα από το παρόν και το αδελφό του, επόμενο άρθρο.

Πηγή: Red Notebook

 

 

Share

Η εκδίκηση μιας Λολίτας

Αν μια μαμά φωτογράφιζε σήμερα το τετράχρονο κοριτσάκι της σαν Λολίτα με ζαρτιέρες, σε τολμηρές στάσεις και με τα γεννητικά όργανά του να φαίνονται ξεκάθαρα, δεν θα πρόφταινε ούτε μέχρι την γκαλερί της γειτονιάς της να φτάσει για να τις εκθέσει. Θα τη συνελάμβαναν για διακίνηση πορνογραφικού υλικού.

Τη δεκαετία, όμως, τού ’70 η Ρουμάνα φωτογράφος Ιρίνα Ιονέσκο με τέτοια, μαυρόασπρα, ερωτικά ενσταντανέ τής μικρής Εβα έγινε διάσημη, πλούσια, κοσμογυρισμένη και ανακηρύχτηκε «σύμβολο της γκόθικ κουλτούρας» και «grande dame τής erotica».

Επειδή, όμως, οι εποχές αλλάζουν και τα κακοποιημένα κοριτσάκια μεγαλώνουν και λύνουν καμιά φορά τους λογαριασμούς τους με τους γονείς τους, τη Δευτέρα δικαστήριο του Παρισιού καταδίκασε την 77χρονη σήμερα φωτογράφο σε πρόστιμο 10 χιλιάδων ευρώ για βλάβη της εικόνας και της ιδιωτικής ζωής της κόρης της.

Η Εβα, που σήμερα, στα 47 της χρόνια, είναι αρκετά γνωστή ηθοποιός και κινηματογραφίστρια, ζήταγε, βέβαια, πολύ περισσότερα: 200 χιλιάδες ευρώ αποζημίωση, καθώς και να απαγορεύσουν στη μητέρα της να εκμεταλλεύεται στο εξής τις περίφημες φωτογραφίες, μέρος των οποίων ανήκουν στο Δημαρχείο τού Παρισιού και στην Εθνική Βιβλιοθήκη τής Γαλλίας.

Γυμνό σε Playboy και Penthouse

Η δίκη απασχόλησε τη γαλλική κοινή γνώμη. Οι δυο γυναίκες, που δεν μιλιούνται εδώ και πολλά χρόνια, δεν ήρθαν αντιμέτωπες στο δικαστήριο η μία με την άλλη. Εβγαλαν το φίδι απ” την τρύπα οι δικηγόροι τους. Ο δικηγόρος τής Ιρίνα δήλωσε ότι οι φωτογραφίες έγιναν σε μια εποχή «πολύ πιο φιλελεύθερη και ανεκτική». Ο δικηγόρος τής Εβα αντέτεινε ότι και τότε ακόμα «τα δίκτυα των παιδοφίλων είχαν μεγάλη επιρροή».

Και συμπλήρωσε: «Το ζήτημα που κρίνει αυτό το δικαστήριο είναι η ελευθερία του ατόμου σε αντιδιαστολή με την τέχνη. Από αυτό το κορίτσι έκλεψαν τα παιδικά του χρόνια. Πώς είναι δυνατόν να απομακρύνεις τα πόδια ενός παιδιού τεσσάρων χρονών για να φανούν τα γεννητικά του όργανα; Καμιά ελευθερία δεν έχει σχέση με τέτοιες αθλιότητες. Το κοριτσάκι πόζαρε γυμνό, όπως στις χειρότερες φωτογραφίες του Playboy και του Penthouse».

Δεν μιλούσε μεταφορικά. Προκλητικές, αισθησιακές, στα όρια του πορνό φωτογραφίες της μικρής Εβα δημοσιεύτηκαν το 1976 στην ιταλική έκδοση τού Playboy (ήταν 11 χρόνων), το 1978 στην ισπανική έκδοση τού Penthouse, ενώ έγιναν και πρωτοσέλιδο στο Der Spiegel. Το 1977 η Ιρίνα, πάντως, έχασε την επιμέλεια τής κόρης της, την οποία ανέλαβε και φρόντισε η οικογένεια τού καλύτερου φίλου και συμπαραστάτη της, τού μετέπειτα κορυφαίου Γάλλου σχεδιαστή παπουτσιών Κριστιάν Λουμπουτάν. Ηδη είχε κάνει την πρώτη της (σεμνή πάντως) εμφάνιση στο σινεμά, παίζοντας στον «Ενοικο» τού Πολάνσκι.

Η Ιρίνα Ιονέσκο πριν ανακαλύψει τη φωτογραφία σε σχετικά μεγάλη ηλικία (39 χρόνων) είχε περάσει μια περιπετειώδη ζωή. Γεννημένη στο Παρίσι από Ρουμάνους γονείς, που την εγκατέλειψαν στα 4 της χρόνια, ανατράφηκε στην Κονστάντζα από συγγενείς της, καλλιτέχνες τού τσίρκου.

Αυτό ήταν. Κατέληξε να τριγυρίζει με τσίρκα σε όλη την Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική, κάνοντας ένα νούμερο με βόες. Μετά έγινε χορεύτρια, ηθοποιός στη Δαμασκό και ερωμένη ενός πλούσιου Ιρανού χαρτοπαίκτη. Επέστρεψε στο Παρίσι για να σπουδάσει τέχνη και τότε μπήκε στη ζωή της η φωτογραφία, μία Nikon F, που χρησιμοποιεί ακόμα. Με την πρώτη έκθεσή της το 1970, μια σειρά από φωτογραφίες μισόγυμνων γυναικών με δαντέλες, λουλούδια και διάφορα φετιχιστικά σύμβολα, έγινε αμέσως διάσημη.

Tην εκβίαζε για να ποζάρει

Η ίδια έχει εξηγήσει ότι ο αποκλειστικά γυναικείος ερωτικός της κόσμος αντανακλούσε την «απώλεια τής μητέρας της». «Εψαχνα πάντα τη γυναίκα, που είχα χάσει», έλεγε. Η κόρη της δεν συμμερίστηκε ποτέ αυτή την ευαίσθητη, πληγωμένη πλευρά της. Σε συνέντευξή της στη «Μοντ» το 2011 η Εβα την παρουσίασε σαν μια υπολογίστρια και ψυχρή γυναικά. «Πόζαρα για πορνογραφικές φωτογραφίες από 4 χρονώ. Τρεις φορές την εβδομάδα, επί δέκα χρόνια.

Ηταν αποτέλεσμα εκβιασμού: εάν αρνιόμουνα δεν μου αγόραζε φορέματα. Και δεν την έβλεπα παρά μόνο στη διάρκεια των φωτογραφήσεων. Η μητέρα μου δεν ασχολήθηκε ποτέ μαζί μου. Η μόνη μας επαφή ήταν οι φωτογραφίες. Ηταν σαν να με έκλεινε σε ένα κουτί και να μού έλεγε: γίνε όμορφη και σκάσε».

Η Εβα σπούδασε θέατρο στο πλευρό τού Πατρίς Σερό και άρχισε να κάνει την ηθοποιό. Και, ξαφνικά, το 2011 γύρισε την πρώτη της ταινία με τίτλο «My little princess», που ήταν μια μυθοπλαστική εκδοχή τής τραυματικής σχέσης με τη μητέρα της και της χαμένης της αθωότητας. Τον ρόλο τής Ιρίνα έπαιζε η σπουδαία Ιζαμπέλ Ιπέρ. «Δεν της έδειξα ποτέ τις χειρότερες φωτογραφίες, που μού είχε βγάλει η μητέρα μου. Γιατί θα έπαιζε κρατώντας όπλο, θα ένιωθε υποχρεωμένη να με υπερασπιστεί. Ηθελα όμως από την Ιπέρ να κτίσει έναν ρόλο», είχε πει τότε.

Κι αν αναρωτιέστε πώς κρίνει την Ιρίνα σαν φωτογράφο, η Εβα μόνο καλά λόγια έχει. «Υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη ποιότητα στο έργο της. Πρέπει να ξεχωρίζετε το φόντο από τη φόρμα. Εγώ αντιδρώ στο ερωτικό φόντο, που είμαι εγώ η ίδια. Η φόρμα της είναι σαγηνευτική και δηλητηριώδης».

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Share

Νέα μητέρα μηχανικός: προβλήματα και απαντήσεις

Συνέντευξη της Βενετίας Δεληκάρη στην Δήμητρα Σπανού

Εικόνες σαν την παραπάνω υπάρχουν μόνο στις διαφημίσεις. Οι μηχανικοί διαφόρων ειδικοτήτων έχουν πλέον χτυπηθεί αλύπητα από την κρίση, με βαριά αποτελέσματα κυρίως για τους νέους και νέες στο επάγγλεμα, που ούτως ή άλλως ήδη εργάζονταν ελαστικά και ευέλικτα. Όμως, σε έναν κατεξοχήν ανδροκρατούμενο κλάδο, είναι οι γυναίκες που έχουν να αντιμετωπίσουν επιπλέον προβλήματα, τα οποία οφείλονται στην ιδιαιτερότητα της εγκυμοσύνης. Και είναι ιδιαιτερότητα, διότι για τον κλάδο των μηχανικών η εγκυμοσύνη είναι σαν μια κατάσταση που απλώς δεν υπάρχει, με βαριές συνέπειες για όσες γυναίκες την τολμούν. Το Φύλο Συκής συνομίλησε με την Βενετία Δεληκάρη, αρχιτεκτόνισσα και μέλος του Σωματείου Μισθωτών Τεχνικών, για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι νέες μητέρες μηχανικοί στην κρίση, καθώς και τους αγώνες και τις απαντήσεις σε αυτά.

 

Είσαι μια νέα μηχανικός και νέα μητέρα σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία της κρίσης.

Από τη μικρή εμπειρία μου μέχρι τώρα, η μητρότητα είναι πολύ απαιτητική και δύσκολη για τη νέα εργαζόμενη γυναίκα, καθώς επωμίζεται πρωτόγνωρες ευθύνες για να μεγαλώσει το παιδί της. Ειδικά την πρώτη περίοδο πρέπει να αφιερώσει όλο το χρόνο της στο μωρό και να είναι συνέχεια στο σπίτι. Έτσι, αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη δουλειά της, αν δεν μπορεί να αφήσει σε καθημερινή βάση το μωρό της κάπου και αν δεν μπορεί ή δε θέλει να πληρώσει κάποιον για να της το κρατά, και να είναι εξαρτημένη οικονομικά. Όλοι ξέρουμε άλλωστε ότι το κράτος δεν έχει δομές που να μπορεί να στηρίξει τη νέα μητέρα, ακόμα και σε περιπτώσεις που μεγαλώνει το παιδί μόνη της.

Η συγκυρία της κρίσης επιτείνει τη δύσκολη αυτή κατάσταση, οι υποχρεώσεις σε μια οικογένεια με μωρό πολλαπλασιάζονται την ίδια στιγμή που τα οικογενειακά έσοδα μειώνονται δραματικά από τις μνημονιακές πολιτικές που αυξάνουν την ανεργία και την υποαπασχόληση, μειώνουν τις κοινωνικές παροχές και ταυτόχρονα επιβάλλουν νέους αβάσταχτους φόρους  και χαράτσια στους εργαζόμενους γονείς.

Ειδικά οι μαμάδες μηχανικοί, έχουν να αντιμετωπίσουν πρόσθετα προβλήματα. Οι εισφορές που πρέπει να πληρώσουν είναι τεράστιες, σε ένα κλάδο που μαστίζεται από την ανεργία. Υπάρχει όμως και άλλη μια «ιδιομορφία». Ένα μεγάλο μέρος του κλάδου των μηχανικών, και ειδικά οι αρχιτεκτόνισσες, εργάζονται με Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών, ακόμα και αν ουσιαστικά έχουν εξαρτημένη σχέση εργασίας, ή αυτοαπασχολούνται. Αυτό έχει σαν συνέπεια να πρέπει να πληρώσουν μόνες τους το ΤΣΜΕΔΕ και να μη δικαιούνται τα προνόμια που απορρέουν από τη μισθωτή εργασία. Στην περίπτωση της εγκυμοσύνης αυτό σημαίνει ότι δεν δικαιούνται επιδόματα και άδειες κύησης και ανατροφής του παιδιού τους, και επί της ουσίας για όσο διάστημα αφιερώνουν το χρόνο τους στο παιδί είναι άνεργες. Αν για ιατρικούς λόγους αναγκαστούν να μείνουν στο κρεβάτι κατά τη διάρκεια της κύησης, αυτό συνεπάγεται μηδενικό εισόδημα ή ακόμα και απώλεια της εργασίας τους. Όμως, ακόμα και χωρίς εισόδημα, είναι υποχρεωμένες να πληρώνουν κανονικά τις εισφορές τους για να μην μείνουν ανασφάλιστες.

Πρώτα από όλα θα ήθελα να σε ρωτήσω τι καλύπτει το ΤΣΜΕΔΕ κατά την εγκυμοσύνη από εξετάσεις και ιατρικούς ελέγχους

Δυστυχώς το ΤΣΜΕΔΕ δεν καλύπτει τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις που χρειάζεται μια εγκυμονούσα, άρα τα έξοδα πρέπει να τα πληρώνει από την τσέπη της. Η λογική είναι ότι  η εγκυμοσύνη δεν είναι αρρώστια αλλά επιλογή της γυναίκας, και άρα δεν είναι υποχρεωμένο να καλύψει τις εξετάσεις της…. Το χρηματικό ποσό που συγκεντρώνεται είναι αρκετά μεγάλο, καθώς μια γυναίκα σε φυσιολογική εγκυμοσύνη κάνει πολλές αιματολογικές εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου, ειδικά υπερηχογραφήματα που γίνονται σε ιδιωτικά κέντρα, ενώ από εκεί και πέρα, ανάλογα με τα αποτελέσματα των εξετάσεων,  μπορεί να χρειαστεί πιο εξειδικευμένες εξετάσεις όπως  αμνιοπαρακέντηση,  υπερηχογράφημα καρδιάς εμβρύου (αυτές τις δύο γνωρίζω από τη δική μου εγκυμοσύνη) και πολλές άλλες. Στο τέλος της εγκυμοσύνης, και αν αυτή έχει επιτυχή έκβαση, δίνεται από το ΤΣΕΜΔΕ επίδομα τοκετού, το οποίο είναι πολύ μικρότερο από το ποσό που πραγματικά δαπανήθηκε.

Από τα μέσα του περασμένου Νοέμβρη και με την ψήφιση του τρίτου μνημονίου, το ΕΤΑΑ ΤΣΜΕΔΕ έχει μπει στον ήδη ελλειμματικό ΕΟΠΥΥ, άρα ισχύει ό,τι ισχύει και για τα υπόλοιπα ασφαλιστικά ταμεία.

Αυτό που έχει σημασία στην περίπτωση μιας εγκυμοσύνης είναι ότι δυστυχώς, ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η πρωτοβάθμια περίθαλψη στην Ελλάδα, καθαρά μέσα από τον ιδιωτικό τομέα σε μια λογική super market, φέρνει πολλές φορές τους νέους γονείς σε διλλήματα, συντηρώντας μια βιομηχανία ιατρικών εξετάσεων και ελέγχων που πολλές φορές ενδεχομένως να είναι περιττοί (για παράδειγμα σε μένα έτυχε να πρέπει να διαλέξω ανάμεσα στο « πακέτο» της αμνιοπαρακέντησης  που κοστίζει 600 ευρώ και δείχνει πιο πολλές ανωμαλίες  του εμβρύου αλλά που δεν είχε καμία ένδειξη στην περίπτωσή μου ή αυτό με τα 300 που όμως δείχνει τις βασικές). Άλλο παράδειγμα είναι  τα υπερηχογραφήματα που γίνονται κάθε μήνα ή και συχνότερα, όταν στην Αγγλία γίνονται σε όλη την κύηση συνήθως τρία).  Καλούνται δηλαδή οι μελλοντικοί γονείς συχνά να αποφασίσουν πόσες και ποιες εξετάσεις θα κάνουν στον προγεννητικό έλεγχο για να διαπιστώσουν αν το παιδί τους θα είναι υγιές, ανάλογα με την τσέπη τους. Έτσι, τα ιδιωτικά κέντρα που ασχολούνται με τις εξετάσεις της κύησης θησαυρίζουν, πατώντας στην άγνοια και τις ενοχές που δημιουργεί στους γονείς η ανυπαρξία ενός εθνικού πρωτοκόλλου που θα καθόριζε πότε και γιατί μια γυναίκα κάνει ποιες εξετάσεις. Και βέβαια, είναι οι ίδιες ενοχές, ότι πρέπει να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν , που ωθούν τους μελλοντικούς γονείς σε ένα καταναλωτικό όργιο άχρηστων πραγμάτων που όμως θεωρούνται «απολύτως απαραίτητα» για να αποδείξουν ότι πράγματι νοιάζονται για το παιδί τους.

Υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου η γυναίκα δικαιούται παραπάνω παροχές, όπως δύσκολη εγκυμοσύνη ή αποβολή;

Η νοσηλεία σε δημόσιο νοσοκομείο σε περίπτωση που αυτό είναι απαραίτητο για την έκβαση της εγκυμοσύνης, όπως μια επαπειλούμενη αποβολή, καλύπτεται από το ασφαλιστικό μας ταμείο. Επίσης καλύπτονται ιατρικές εξετάσεις που έχουν άμεση σχέση με το πρόβλημα, αλλά όχι οι προγραμματισμένες εξετάσεις που κάνει μια γυναίκα που έτυχε να έχει κάποιο πρόβλημα στην εγκυμοσύνη της.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα όπως το βίωσα εγώ που είχα μια δύσκολη εγκυμοσύνη, είναι η αδυναμία για εργασία. Σαν αυτοαπασχολούμενη αρχιτεκτόνισσα, δεν δικαιούμουν κανενός είδους παροχή για την περίοδο που αναγκαστικά έμεινα στο κρεβάτι, που στην περίπτωσή μου ήταν σχεδόν όλη η εγκυμοσύνη μου. Αντιλαμβάνεστε τι σημαίνει εννέα μήνες και έπειτα περίπου άλλοι τόσοι χωρίς εισόδημα για μια γυναίκα, ειδικά στη σημερινή συγκυρία.

Στην περίπτωση της αποβολής καλύπτεται η νοσηλεία της εγκύου σε δημόσιο νοσοκομείο, όμως δυστυχώς το ασφαλιστικό ταμείο τιμωρεί την εγκυμονούσα, καθώς μια γυναίκα που δε φέρει στον κόσμο ένα ζωντανό παιδί, ακόμη και αν αυτό συμβεί στον όγδοο μήνα της κύησης ενώ έχει κάνει όλες τις απαραίτητες εξετάσεις, δε δικαιούται το επίδομα τοκετού.

Τι γίνεται με το επίδομα τοκετού; Πόσο είναι και πότε δίνεται; Από την εμπειρία σου αυτό δίνεται άμεσα ή υπάρχουν καθυστερήσεις;

Το επίδομα τοκετού στο ΕΤΑΑ ΤΣΜΕΔΕ ήταν 2.500 ευρώ και το δικαιούνταν μόνο οι γυναίκες που γέννησαν σε ιδιωτικά μαιευτήρια. Απ’ όσο γνωρίζω από συναδέλφισσες, το ταμείο το έδινε αρκετά γρήγορα. Πρόσφατα ψηφίστηκε μια εγκύκλιος που δίνει δικαίωμα και στις γυναίκες που γέννησαν σε δημόσιο νοσοκομείο να παίρνουν το ποσό που μένει αν αφαιρεθεί από τα 2.500 ευρώ το χρηματικό ποσό που πλήρωσε το ταμείο στο νοσοκομείο.  Επειδή γέννησα σε δημόσιο νοσοκομείο, έχω υποβάλλει τα δικαιολογητικά αλλά ακόμα περιμένω να το πάρω.

Όλα αυτά βέβαια ίσχυαν όσο το ΤΣΜΕΔΕ  ήταν κομμάτι του ΕΤΑΑ. Με την ένταξη του ταμείου μας στον ΕΟΠΥΥ οι γυναίκες μηχανικοί δε δικαιούνται πια επίδομα τοκετού, όπως ισχύει και για τις άλλες ασφαλισμένες στον ΕΟΠΥΥ.

Σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες πολλοί μηχανικοί αδυνατούν να εξοφλήσουν τις εισφορές τους στο τσμεδε. Τι γίνεται με όσες εγκύους έχουν χάσει την ασφαλιστική τους κάλυψη λόγω οφειλών ή είναι άνεργες; Υπάρχει κάποια πρόβλεψη;

Δεν υπάρχει καμία απολύτως πρόβλεψη, ενώ όπως καταλαβαίνεις είναι απολύτως απαραίτητο μια γυναίκα σε εγκυμοσύνη να έχει ασφαλιστική κάλυψη. Φαντάζομαι ότι το μόνο που μπορεί να γίνει είναι κάποιος διακανονισμός για να πληρωθεί το οφειλόμενο ποσό σε δόσεις. Βέβαια, παραμένει ακόμα ερώτημα που θα βρει τους πόρους μια άνεργη γυναίκα για να πληρώσει τις δόσεις.

Τι γίνεται μετά τη γέννα; Τι καλύπτει το ταμείο σε εσένα και το παιδί σου;

Μετά τη γέννα, και εφόσον ασφαλιστεί το παιδί έμμεσα από τη μαμά του, καλύπτεται όπως και οι άμεσα ασφαλισμένοι/ες σε φάρμακα,  ιατρικές εξετάσεις και επισκέψεις σε γιατρούς. Ανάλογα με το είδος της δαπάνης και της ασθένειας, μπορεί να καλύπτεται όλο το ποσό ή στις περισσότερες των περιπτώσεων ένα τελείως ασήμαντο μέρος του. Όσο για τις εισφορές, μια γυναίκα που γέννησε δικαιούται μείωση 50% σε κάποιο κομμάτι των εισφορών για ένα χρόνο, που στην πραγματικότητα αντιστοιχεί στο ένα τρίτο των προηγούμενων εισφορών.

Γενικά, υπάρχουν κάποιου είδους διευκολύνσεις για άνεργους μηχανικούς που ξεκινούν ή έχουν οικογένεια;

Δυστυχώς δεν υπάρχει καμία τέτοια πρόβλεψη. Στους καιρούς που ζούμε ωστόσο, το ζήτημα κατά τη γνώμη μου εξαρτάται από τους ασφαλισμένους και τις ασφαλισμένες, καθώς δεν είναι λίγες οι φορές που μαχητικές συλλογικότητες όπως το Σωματείο Μισθωτών Τεχνικών διεκδικούν και έχουν πετύχει το να σφραγιστούν τα βιβλιάρια των άνεργων συναδέλφων μας, τουλάχιστον για να δικαιούνται τη στοιχειώδη περίθαλψη.

Αυτή την περίοδο αντιμετωπίζουμε μια νέα αύξηση των εισφορών. Την ίδια στιγμή ολοένα περισσότεροι/ες μηχανικοί βρίσκονται άνεργοι/ες, υποαπασχολούμενοι/ες  ή κακοπληρωμένοι/ες και έτσι ήδη αδυνατούν να ανταποκριθούν στις οφειλές τους. Για τι ποσά και αυξήσεις μιλάμε και ποια είναι η γνώμη σου;

Χωρίς καμιά διάθεση υπερβολής, οι νέες εισφορές που θα έρθουν με τους πρώτους λογαριασμούς του 2013 και θα ισχύουν αναδρομικά από τον Ιούλιου του 2011, οδηγούν τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες μηχανικούς άμεσα στην έξοδο από το επάγγελμα ή την εξαθλίωση. Θίγουν όλες τις κατηγορίες των ασφαλισμένων και είναι τεράστιες ειδικά για τους νέους ασφαλισμένους/ες (μετά το 1993). Ενδεικτικά, για να καταλάβεις το μέγεθος των αυξήσεων, για έναν ή μια ελεύθερο επαγγελματία (ή άνεργο/η ή υποαπασχολούμενο/η ή μισθωτό/η με Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών) οι εισφορές είναι 423,10 ευρώ το μήνα, μετά από μια τριετία 499,76 ευρώ το μήνα, μετά από άλλη μια τριετία 576,19 ευρώ το μήνα, ενώ για κάποιον που έχει 20 χρόνια ασφάλισης φτάνουν τα 759,01 ευρώ το μήνα!

Οι αυξήσεις είναι έξω από οποιαδήποτε λογική, τη στιγμή που όπως σωστά παρατήρησες όλο και περισσότεροι υποαπασχολούμενοι/ες, άνεργοι/ες και κακοπληρωμένοι/ες, αδυνατούν ήδη να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Νομίζω είναι βέβαιη η πορεία προς την εξαθλίωση και τη στέρηση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης για το μεγαλύτερο κομμάτι των μηχανικών, και ειδικά τους νέους/ες εργαζόμενους/ες.

Αν δει κανείς το σύνολο του τοπίου, δηλαδή την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και των κατώτατων αμοιβών, τις μειώσεις μισθών και τις απολύσεις, το νέο φορολογικό που θα ισοπεδώσει τους εργαζόμενους με μπλοκάκι, την ανεργία και την υποαπασχόληση που οδηγούν χιλιάδες νέους/ες στη διακοπή του επαγγέλματος και τη μετανάστευση, νομίζω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια πρωτοφανή επίθεση και είναι ζήτημα επιβίωσης το να αντιδράσουμε και να αγωνιστούμε ενάντια στο μέλλον που μας ετοιμάζουν.

Ποια είναι η στάση του τσμεδε και του τεε;

Είναι ενδεικτικό ότι η απόφαση που πάρθηκε για την αύξηση των εισφορών ήταν ομόφωνη, δηλαδή υπερψηφίστηκε τόσο από τη διοίκηση του ΤΣΜΕΔΕ όσο και από τους εκπροσώπους του ΤΕΕ στο Ταμείο, όπως και η απόφαση για τη συμμετοχή στην αύξηση του αποθεματικού της Τράπεζας Αττικής με 400 εκατ. ευρώ από τα αποθεματικά του ΤΣΜΕΔΕ.

Το ΤΕΕ, παρόλο που θέλει να δείχνει ότι αγωνίζεται με σθένος για τα συμφέροντα των μελών του, δεν μπορεί και δεν θέλει να εκφράσει τα συμφέροντα της εργαζόμενης πλειοψηφίας των μηχανικών, αντίθετα υπερασπίζεται τους τραπεζίτες και τους μεγαλοεργολάβους.

Εσύ είσαι μέλος του σωματείου μισθωτών τεχνικών. Τι κινήσεις έχει κάνει ή σχεδιάζει το σωματείο για την αύξηση των εισφορών;

Το Σωματείο Μισθωτών Τεχνικών είναι ένα πολύ μαζικό και αγωνιστικό σωματείο, που χρόνια υπερασπίζεται τα συμφέροντα των εργαζόμενων τεχνικών. Όμως η αύξηση των εισφορών του ΤΣΜΕΔΕ αφορά μόνο τους μηχανικούς που είναι ασφαλισμένοι στο ΤΣΜΕΔΕ, που είναι ένα κομμάτι μόνο των μελών του.

Το διάστημα αυτό γίνεται η προσπάθεια να συγκροτηθεί ένα ανεξάρτητο κέντρο αγώνα που θα οργανώσει τις κινητοποιήσεις των μηχανικών ενάντια στις υπέρογκες αυξήσεις. Έτσι, οργανώνονται Γενικές Συνελεύσεις, στις οποίες οι ίδιοι οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες μηχανικοί θα πάρουν στα χέρια τους αμεσοδημοκρατικά  την υπόθεση των εισφορών και θα  σχεδιάσουν τον αγώνα που θα κάνουν για να παρθούν πίσω τα μέτρα. Αυτό που απαιτούμε είναι να ανακληθεί η απόφαση για τις αυξήσεις και να παραιτηθούν οι μηχανικοί που μας εκπροσωπούν στο ΕΤΑΑ και το ΤΣΜΕΔΕ. Παράλληλα, να καλυφθούν τα αποθεματικά που κλάπηκαν από το ΤΣΜΕΔΕ με την ανταλλαγή των ομολόγων και να αξιοποιηθούν για τα μέλη του, πχ με επιδόματα ανεργίας για τους άνεργους και τις άνεργες συναδέλφους/ισσες, και όχι για τις τράπεζες και τους εργολάβους. Παράλληλα, θέλουμε να αναδείξουμε το ζήτημα της περίθαλψης και να διεκδικήσουμε πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους και όλες τους/τις μηχανικούς.

Πώς αντιμετωπίζει το σωματείο τα ζητήματα των γυναικών μηχανικών και ποιες είναι οι θέσεις του; Έχει εντάξει με κάποιο τρόπο τα αιτήματά σας στις θέσεις του;

Στο Σωματείο Μισθωτών Τεχνικών εδώ και καιρό έχει ανοίξει μια συζήτηση για τα θέματα της μητρότητας, ύστερα και από απαίτηση πολλών κοριτσιών σε εγκυμοσύνη ή νέων μαμάδων. Μάλιστα πρόσφατα, η Γενική Συνέλευση του Σωματείου υιοθέτησε μια σειρά από αιτήματα που τέθηκαν σε ψήφισμα. Αυτό που διεκδικούμε είναι να απαλλάσσονται οι γυναίκες που περιμένουν παιδί από τις εισφορές για όλο το διάστημα της κύησης αλλά και να παρέχονται  διευκολύνσεις , όπως επίδομα κύησης, να καλύπτονται όλα τα ιατρικά έξοδα από το ταμείο χωρίς να χρειάζεται να βάζουμε χρήματα από την τσέπη μας και να υπάρχει ουσιαστική μέριμνα για τις περιπτώσεις γυναικών που δεν μπορούν να εργαστούν λόγω ιατρικών προβλημάτων στην εγκυμοσύνη. Επίσης διεκδικούμε να δοθούν κίνητρα που να επιτρέπουν σε μια γυναίκα να μεγαλώσει η ίδια το παιδί της, όπως άδεια θηλασμού και ανατροφής με αποδοχές και φυσικά να μην επιβαρύνεται με εισφορές ούτε κατά το εν λόγω διάστημα.

Από ό,τι θυμάμαι πέρσι είχατε κάνει και κάποια κινητοποίηση ως γυναίκες μηχανικοί για το ζήτημα της εγκυμοσύνης. Πες μου δυο λόγια για το θέμα.

Πράγματι, πέρσι κάναμε μια αρκετά  πετυχημένη και μαζική κινητοποίηση στο ΤΣΜΕΔΕ, όπου θέσαμε τα θέματα αυτά που μας απασχολούν στον πρόεδρο. Όπως φαντάζεσαι, δεν ήταν ενήμερος για τα ζητήματα που αντιμετωπίζει μια ασφαλισμένη του ΤΣΜΕΔΕ κατά τη διάρκεια της κύησης και μετά τον τοκετό και μας υποσχέθηκε ότι θα «κοιτάξει το ζήτημά μας». Μετά από περίπου 8 μήνες, δεν έχουμε πάρει καμιά απάντηση, όπως συνήθως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, και για το λόγο αυτό επιβεβαιώνεται  για ακόμη μια φορά ότι τα θεσμικά πρόσωπα τέτοιων οργανισμών δεν μπορούν να δώσουν λύση, αντίθετα η μόνη λύση βρίσκεται στους αγώνες μας. Σημαντικό είναι πάντως ότι κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης μιλήσαμε με πολλές γυναίκες και τις ενημερώσαμε για τα προβλήματα που μας απασχολούν.

Εσύ με ποιο τρόπο αντιμετώπισες την έλλειψη παροχών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά τη γέννα; Τι πιστεύεις ότι πρέπει να γίνει και τι θα μπορούσε να γίνει άμεσα;

Είμαι τυχερή γιατί είχα τη δυνατότητα να με στηρίζει οικονομικά ο σύντροφός μου και η οικογένειά μου, αφού χρειάστηκε ένα μεγάλο ποσό να βάλουμε από την τσέπη μας για τον τοκετό. Αλλά και μετά τη γέννα, όλες οι μελέτες δείχνουν πως θα πρέπει τα παιδιά να θηλάζουν αποκλειστικά μέχρι τους 6 μήνες για την καλύτερη ψυχική και σωματική υγεία τους. Αυτό όπως το βίωσα –και νομίζω πως ισχύει για όλες τις μητέρες- σήμαινε πως έπρεπε ανά πάσα στιγμή να είμαι δίπλα στο μωρό για να το θηλάσω, πράγμα που έκανε αδύνατη οποιαδήποτε άλλη εργασία. Αυτό που πρέπει να γίνει αν θέλουμε να μιλάμε για πραγματική στήριξη στις νέες μαμάδες είναι να πραγματοποιηθεί το σύνολο των αιτημάτων όπως τα έθεσα λίγο πιο πάνω.

Αλλά και εκτός από τα οικονομικά ζητήματα, είναι επίσης αναγκαίο να υπάρξουν δομές του κράτους που να στηρίξουν τις μελλοντικές μαμάδες και να τις βοηθήσουν στην έναρξη του νέου τους ρόλου. Να βοηθηθούν από ειδικούς για να μάθουν να φροντίζουν το μωρό τους, πώς θα καταφέρουν να το θηλάσουν, πώς θα ανταποκριθούν ψυχολογικά στη νέα δύσκολη πραγματικότητα. Αλλά και αργότερα, θα πρέπει να υπάρχουν δημόσιοι παιδικοί σταθμοί με εξειδικευμένο προσωπικό για όλα τα παιδιά.

Αυτό που μπορεί να γίνει άμεσα είναι να απαλλαχτούν οι γυναίκες που περιμένουν παιδί από τις εισφορές του ΤΣΜΕΔΕ και να δοθεί πλήρης ιατροφαρμακευτική περίθαλψη χωρίς προϋποθέσεις στις εγκυμονούσες και τα παιδιά που να δικαιολογεί το σύνολο του χρηματικού ποσού που θα δαπανηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης και μετά. Και τέλος, να στηριχτούν οικονομικά οι άνεργες, υποαπασχολούμενες γυναίκες και εκείνες που κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν μπορούν να εργαστούν, αλλά και όσες θέλουν μετά τον τοκετό και για κάποιο διάστημα να μεγαλώσουν οι ίδιες το παιδί τους. Θεωρώ ότι οι παροχές αυτές είναι πολύ εύκολο να δοθούν, γιατί είναι ήδη πληρωμένες κατά πολύ από τις μαμάδες και τους μπαμπάδες μηχανικούς, μέσα από τις τεράστιες εισφορές. Είναι επιτέλους καιρός, τα τεράστια ποσά που δαπανούμε κάθε εξάμηνο, αλλά και αυτά που χρωστάνε οι εργοδότες και το κράτος για τους μισθωτούς συναδέλφους μας,  να μας επιστραφούν ώστε να στηριχτεί ουσιαστικά η μητρότητα, και να μην θεωρούνται εύκολο κεφάλαιο για τις ορέξεις των τραπεζιτών και της αστικής τάξης.

Περισσότερα για την κινητοποίηση του ΣΜΤ εδώ

 

Share

Ο Χώρος και ο Χρόνος των γυναικών

της Φλώρας Νικολιδάκη

Έχετε σκεφτεί ποτέ πόσος είναι ο χώρος των γυναικών στον πλανήτη γη?

Μη βιαστείτε να απαντήσετε: όλος, ή, ο μισός.

Θα θέλατε να ζείτε στην Αφρική? Όχι βέβαια ως λευκή, υγιής και πλούσια. Αλλά ως  μια μέση γυναίκα. Με πιθανότητες 98% η ζωή σας να ήταν μια ολοήμερη προσπάθεια για την επιβίωση των παιδιών σας σε συνθήκες που είναι δύσκολο να αντιληφθούμε στην Ευρώπη, ακόμη και της χειρότερης οικονομικής κρίσης. Μια σοβαρή πιθανότητα θα ήταν να πολεμάγατε με το όπλο στο χέρι, ενώ μια καθόλου ευκαταφρόνητη πιθανότητα θα ήταν να ήσασταν αιχμάλωτη του κυκλώματος αναγκαστικής πορνείας, φορέας του aids, φυλακισμένη ή τοξικομανής.

Θα θέλατε να ζείτε στην Ασία? Γυναίκα ενός «νόμιμου» ή άτυπου χαρεμιού? Σύζυγος μεγιστάνα κλεισμένη σε χρυσό κλουβί? Με μπούργκα, μαντήλα, στολή?

Ασφαλώς θα μπορούσατε να ζήσετε στην Αυστραλία, στη Β. Αμερική, στη Νότιο Αμερική, προσωπικά θα μου άρεσε η Μόσχα και φυσικά όλες μαζί θα αναφωνήσουμε ότι ναι, θέλουμε να ζήσουμε στην Ευρώπη.

Άρα, ο κόσμος για μας είναι απελπιστικά πιο μικρός.

Με το χρόνο τι γίνεται?

Ένα έτος είναι 52 εβδομάδες. Άρα και 52 Σαββατοκύριακα. Δηλ. 104 ημέρες. Κάτι λιγότερο από το 1/3 του χρόνου.

Για τις 261 ημέρες του χρόνου δεν γεννάται θέμα. Άνδρες και γυναίκες, αν δεν τους έχει πέσει το λαχείο, δεν πήραν μεγάλη κληρονομιά και στην άχαρη ζωή τους δεν συναντήθηκαν με κανένα Χριστοφοράκο, δεν έπεσαν πάνω σε κάποια μίζα, η κατάσταση είναι πανομοιότυπη: τρέξιμο με άγχος, τρέξιμο με στυλ, τρέξιμο αθλητικό, τρέξιμο στο ρελαντί κλπ. κλπ. Πάντως τρέξιμο. Καλά που εφευρέθηκε από παλιά και το διπλό συζυγικό κρεβάτι, η νυφική παστάδα, ο τάφος του ινδού (δικός μου ο όρος), και έχει έναν τόπο συνάντησης το ερωτευμένο ζευγάρι του σύγχρονου προλεταριάτου, που κατέκτησε βέβαια την ελευθερία στον έρωτα, αλλά δεν έχει χρόνο να τον κάνει.

Αυτή τη ζώνη λοιπόν των 261 ημερών την αφήνω για το μέλλον όταν θα αλλάξει το σύστημα.

Μένουμε στις 104 ημέρες του Σ/Κ.

Εχουμε:

  1. Εξωσχολικές δραστηριότητες παιδιών το πρωί, παιδικά πάρτι το απόγευμα.
  2. Φαγητό με τη μητέρα, πεθερά.
  3. Επισκέψεις για γιορτές, νοσοκομεία.
  4. Μια-δυό κηδείες, θα πέσουν σίγουρα.
  5. Βδομαδιάτικες εργασίες στο σπίτι.
  6. Ψώνια.

Σύνολο = 64 ημέρες το χρόνο.

Τυχερούλες, έχουμε 40 ολόκληρες μέρες το χρόνο για να τα πούμε, να γίνουμε ωραίες, να γνωρίσουμε την πέραν ημών ανθρωπότητα, να εκπολιτιστούμε.

Και είμαστε και καλά, γιατί είμαστε στην Ευρώπη.

Share

Έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για το ποσοστό φτώχειας στη χώρα: θύμα τα μονογονεϊκά νοικοκυριά

της Δήμητρας Σπανού

Σύμφωνα με ανακοίνωση της Στατιστικής Αρχής, το 21,4% του συνολικού πληθυσμού της Χώρας απειλείται από τη φτώχεια, όπως προκύπτει από τη δειγματοληπτική έρευνα εισοδημάτων και συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών για το έτος 2011. Επίσης, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας μαζί με όλες τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (κοινωνικά επιδόματα, συντάξεις) ανέρχεται σε 24,8%. Αν όμως αυτά κοπούν, τότε ανέρχεται στο πραγματικά εντυπωσιακό 44,9%. Στη μείωση του ποσοστού φτώχειας συμβάλλουν κυρίως οι συντάξεις, με ποσοστό 20,1%, τις οποίες οι κυβερνήσεις του μνημονίου κάνουν ειλικρινή αγώνα για να εξαφανίσουν.

Μερικά από τα στοιχεία που ξεχωρίζουν:

Σύμφωνα με την έρευνα, το κατώφλι του κινδύνου φτώχειας ανά άτομο βρίσκεται στα 6.591,00 ευρώ και για νοικοκυριά με δυο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών στα 13.842,00 ευρώ. Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 901.194 και τα μέλη τους σε 2.341.400.

Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά ηλικίας 0-17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 23,7% και είναι υψηλότερος κατά 2,3 ποσοστιαίες μονάδες από το αντίστοιχο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού.

Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών υπολογίζεται σε ποσοστό 23.6% και είναι αυξημένος κατά 2,3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2010.

Ο πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται σε 3.403.000 άτομα.

Ο πληθυσμός που διαβιεί σε νοικοκυριά που δεν εργάζεται κανένα μέλος ή εργάζεται λιγότερο από 3 μήνες συνολικά το έτος ανέρχεται σε 837.300 άτομα, ενώ στο προηγούμενο έτος (2010) ανερχόταν σε 544.800 άτομα.

Ο πληθυσμός που απειλείται από τη φτώχεια είναι κυρίως:

– Άνδρες άνεργοι (48,4%)
– Μονογονεϊκά νοικοκυριά με, τουλάχιστον, ένα εξαρτώμενο παιδί (43,2%)
– Λοιποί μη οικονομικά ενεργοί (εκτός συνταξιούχων (30,0%)
– Νοικοκυριά με έναν ενήλικα ηλικίας 65 ετών και άνω (29,7%)
– Μονοπρόσωπα νοικοκυριά με μέλος θήλυ (25,8%)
– Παιδιά ηλικίας 0-17 ετών (23,7%)

Μερικά πρώτα σχόλια

Όλα τα παραπάνω στοιχεία είναι εντυπωσιακά και μιλούν από μόνα τους. Ειλικρινά προσπαθώ να καταλάβω ποιές ομάδες δεν κινδυνεύουν από τη φτώχεια. Όμως το πιο λυπηρό είναι τα ποσοστά φτώχειας για τα παιδιά και για τους ηλικιωμένους. Δύο ομάδες ευαίσθητες και ευάλωτες, που χρειάζονται τη φροντίδα και την πρόνοια,  αν και για πολύ διαφορετικούς λόγους. Είνια κρίμα για την κοινωνία μας αυτές οι ομάδες να υποφέρουν.

Έπειτα θα πρέπει να σημειωθεί πως αν και, όπως φαίνεται και παραπάνω, οι γυναίκες που μένουν μόνες βρίσκονται ανάμεσα στις ομάδες υψηλού κινδύνου, τα ποσοστά κινδύνου σε σχέση με τους άντρες έχουν μικρή διαφορά. Συνολικά για τις γυναίκες φτάνει το 21,9% ενώ για τους άντρες το 20,9% και για τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά 25,8% και 24,% αντίστοιχα.

Το μεγάλο πρόβλημα εντοπιζεται στα μονογονεϊκά νοικοκυριά καθώς ο κίνδυνος φτώχειας ανέρχεται σε 43,2%, τη στιγμή που για τις οικογένειες με δύο γονείς και ένα παιδί ανέρχεται σε 17,7%. Για αυτή την εξέλιξη δύο σύντομες σκέψεις: από τη μια η συντριπτική πλειοψηφία των μονογονεϊκών οικογενειών έχει γυναίκα αρχηγό. Δεύτερον, όσο προχωράει η κρίση ουσιαστικά τιμωρούνται κάποιες άλλες επιλογές πέρα από την παραδοσιακή οικογένεια – ασχέτως φύλου. Το διαζύγιο ή η επιλογή ανατροφής παιδιών εκτός γάμου, παρά τα όποια προβλήματα, όπως τα αυξημένα βάρη, αποτελούν μια συνειδητή επιλογή ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Μέσα από την έρευνα συμπεραίνουμε πως η μείωση των εισοδημάτων, η ανεργία, οι περικοπές, η απουσία κράτους πρόνοιας και οποιασδήποτε παρόμοιας δομής φαίνεται πως έχει χτυπήσει ασύμμετρα αυτή την επιλογή. Άραγε, αυτές οι οικογένειες πώς επιβιώνουν;

 

 

Share

Επάγγελμα: Οικιακά>> αθέατο μητροπολιτικό υποκείμενο εν όψει

της Έλενας Πατατούκα*

Η ταινία: Mammoth, 2009

Σκηνοθεσία: Lukas Moodysson, Σουηδία

H ταινία αφορά την αφήγηση της ιστορίας της Gloria. Η Gloria είναι μια “καθημερινή” γυναίκα, Φιλιππινέζα εσωτερική οικιακή βοηθός, η οποία είναι υπεύθυνη για τη φροντίδα ενός μικρού κοριτσιού. Εκτός όμως από τη Gloria, παρατηρούμε τις ζωές του πλούσιου αμερικάνικου ζευγαριού που είναι οι εργοδότες της Gloria και κατοικούν στο Μανχάταν, Ellen και Leo, και της κόρης τους, Jackie. Συναντάμε, όμως, και τα παιδιά της Gloria, Salvador και Manuel, που έχει αφήσει πίσω στις Φιλιππίνες, όπως και τη μητέρα της που τα φροντίζει. Επίσης, συναντάμε “τυχαία”  γυναίκες που εκδίδονται, όπως η “Cookie”. Η ιστορία  διαδραματίζεται σε 3 χώρες: Ηνωμένες Πολιτείες, Σιγκαπούρη και Φιλιππίνες, θέλοντας να δηλώσει ότι η καθημερινότητα του καθένα διαδραματίζεται δια-εθνικά, μεταξύ πολλών εθνών-κρατών. Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι είναι το ίδιο εύκολο για τον κάθε ήρωα να διαπεράσει τα  εθνικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και οικονομικά σύνορα. Οι περισσότερες ηρωίδες είναι καθημερινές γυναίκες που ζουν και εργάζονται σκληρά, είτε στο σπίτι, είτε στα σπίτια Άλλων, είτε στο δρόμο, είτε σε πιο “κανονικούς” χώρους εργασίας, χώρους που προσφέρουν “κανονικό” ωράριο και μισθό, κοινωνική ασφάλιση, συγκεκριμένα καθήκοντα. Η ταινία τελειώνει με την επιστροφή της Gloria στην πατρίδα της, αφού όμως έχουν προκύψει σειρά απο ζητήματα και για την ίδια, αλλά και για τη δυτική οικογένεια, τα οποία κάνουν τους χαρακτήρες να διαπραγματευτούν τις πολλαπλές τους ατομικές και συλλογικές ταυτότητες.

Παρακάτω θα αναλυθούν μια σειρά από ζητήματα που η ταινία αναδεικνύει, όπως η δια-εθνική μητρότητα και το θέμα της οικογένειας, η μετανάστευση, οι σχέσεις εργοδότριας – οικιακής βοηθού – ανήλικου παιδιού που φροντίζει – σχέση που δεν μπορεί να περιγραφεί μόνο από το δίπολο κεφάλαιο-εργασία. Η ταινία τελειώνει με την επιστροφή της Gloria στην πατρίδα της, αφού όμως έχουν προκύψει σειρά απο ζητήματα και για την ίδια, αλλά και για τη δυτική οικογένεια, τα οποία κάνουν τους χαρακτήρες να διαπραγματευτούν τις πολλαπλές τους ατομικές και συλλογικές ταυτότητες.

Για την οικιακή εργασία

Η ταινία επεξεργάζεται έναν κατεξοχήν θηλυκοποιημένο χώρο εργασίας όπως είναι η οικιακή εργασία και οι εργασίες φροντίδας. Εργασίες όπως ο καθαρισμός ή η φυλαξη των παιδιών και των ηλικιωμένων έχουν δύο πυρηνικά χαρακτηριστικά: α) συνεχίζουν να θεωρούνται “μη εργασία” σε κυρίαρχες οικονομικές προσεγγίσεις και ανήκουν στη σφαίρα του άτυπου και β) έχουν φυσικοποιηθεί ως γυναικείες. Η οικιακή εργασία εντάσσεται στη σφαίρα της άτυπης εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η εργασία, δεν μπορεί να προσεγγίστει μόνο με όρους απασχόλησης/αμοιβής, καθώς δίπλα στην ασφαλή απασχόληση με συμβάσεις εργασίας, παροχές και επιδόματα – η οποία στην τρέχουσα συγκυρία ολοένα τείνει να εκλείψει- συμβαδίζουν πιο ευέλικτες, εποχιακές και ευκαιριακές μορφές εργασίας, που συχνά υπάγονται σε οικογενειακά δίκτυα. Οι δραστηριότητες αυτές αν και δεν αποτελούν “εργασία” για τις επίσημες στατιστικές, αποτελούν “εργασία” για τα ίδια τα υποκείμενα. Γίνεται αντιληπτό ότι η ίδια η έννοια της δουλειάς μπορεί να διαφέρει από τόπο σε τόπο, διαχρονικά και ανάλογα με τις συνθήκες.

Η οικιακή εργασία δεν έχει έναν συμπαγή ορισμό, όπως έχει γίνει παραδοσιακά από οικονομολόγους με τη διάκριση σε παραγωγική και μη παραγωγική: πχ. η δραστηριότητα του σιδερώματος απο μόνη της χωρίς να είναι γνωστές οι κοινωνικές σχέσεις μέσα στις οποίες πραγματοποιείται δεν επιτρέπει να προσδιορίσουμε αν πρόκειται για εργασία ή όχι: Μπορεί να γίνεται από τη νοικοκυρά ως προσφορά στην οικογένεια, αλλά και από κάποια άλλη γυναίκα που εργάζεται στο νοικοκυριό.

Από τη νοικοκυρά στη μετανάστρια που “βοηθάει” και πάλι πίσω λόγω κρίσης;

Τα οικιακά καθήκοντα που προσφέρονταν απλήρωτα απο την γυναίκα ως “αγάπη, προσφορά και φροντίδα” στο πλαίσιο της οικογένειας, επιτελούνται τώρα με αμοιβή, από μια άλλη γυναίκα. Έτσι, οι ντόπιες ελέγχουν τον καθημερινό τους χρόνο περισσότερο προς όφελός τους και οι μετανάστριες εξασφαλίζουν το απαραίτητο εισόδημα. Η ανακατανομή πάντως διαδραματίζεται εντός της γυναικείας σφαίρας, ενώ οι άνδρες παραμένουν αμέτοχοι στις ανακατατάξεις που λαμβάνουν χώρο στο νοικοκυριό (Βαϊου κ.ά. 2007). Η αναδιάρθρωση του νοικοκυριού εγγράφει μέσα της έντονες αντιφάσεις, καθώς εργασίες που η εργοδότρια κάνει μόνη της, για χρόνια και απλήρωτα, τις αναθέτει σε μια άλλη γυναίκα επί πληρωμή. Παράλληλα, η μετανάστρια αναλαμβάνει τις ίδιες δουλειές εντός της οικογένειάς της σαν προσφορά, ενώ κάνοντας τις ίδιες ακριβώς δουλειές έχει αμειφθεί σε άλλο πλαίσιο. Η παλινδρόμηση μεταξύ γυναικείας προσφοράς και γυναικείας εργασίας είναι έντονη και διαμορφώνει το πλαίσιο των έμφυλων σχέσεων μεταξύ γυναικών. Οι έμφυλες ανισότητες μετατοπίζονται εις βάρος γυναικών άλλης φυλής και εθνότητας.

Η μητρότητα και οι διαφορετικές ερμηνείες της

Αξίζει, στο σημείο αυτό, να επισημανθούν οι διαφορετικές εννοιολογήσεις της μητρότητας που σταχυολογούνται αδρομερώς στην ταινία. Παρουσιάζονται μια σειρά από διαφορετικές μητέρες: η Gloria, μητέρα μετανάστρια που ζει και εργάζεται μακριά από τα παιδιά της για να τους εξασφαλίσει μια οικονομικά πιο “άνετη” ζωή, η σύζυγος της δυτικής οικογένειας με υψηλό βιοτικό και εκπαιδευτικό επίπεδο, η οποία λόγω της δουλειάς της χρειάζεται κάποια άλλη γυναίκα για τη φροντίδα της κόρης της. Επίσης, υπάρχει ο χαρακτήρας της γιαγιάς που μεγαλώνει τα παιδιά της εσωτερικής μετανάστριας. Το ιδανικό της βιολογικής μητέρας που μεγαλώνει το παιδί της και στην περίπτωση της εργοδότριας και στην περίπτωση της μετανάστριας – αλλά και σ΄όλες τις υπόλοιπες εκδοχές-, διαρρηγνύεται αμφιπλεύρως. Και οι δύο γυναίκες βασίζονται σε άλλες για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, είτε με πληρωμή, είτε με γυναίκες της διευρυμένης οικογένειάς τους. Δεν υπάρχει το κυρίαρχο μοντέλο ή το θεωρητικό ιδεώδες που συνδέει άρρηκτα τη μητέρα με τα παιδιά και τους απομονώνει στον οικιακό χώρο 24 ώρες το 24ωρο. Στη θέση του βρίσκουμε μια πλούσια γκάμα διαφορετικών καταστάσεων, πάντα όμως η ανατροφή των παιδιών παραμένει στη γυναικεία σφαίρα.Το πολιτισμικό ιδανικό, βέβαια, για τη Gloria είναι η αποκλειστική σχέση της μητέρας με τα παιδιά της καθ΄όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Εννοιολογήσεις της παιδικότητας

“Μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα μικρές αποκλίσεις υπήρχαν ανάμεσα στα παιγνίδια πού διασκέδαζαν τα παιδιά και στα παιγνίδια πού διασκέδαζαν ενηλίκους, δηλαδή υπήρχαν ελάχιστες απολαύσεις της παιδικής ηλικίας που οι ενήλικοι θεωρούσαν οτι στερούνται ενδιαφέροντος. Κούκλες με καλοδουλεμένες ενδυμασίες ενδιέφεραν ανθρώπους κάθε ηλικίας. Ανθρώπους κάθε ηλικίας ετερπναν επίσης τα στρατιωτάκια. Ο λόγος που μοιράζονταν τα ίδια παιγνίδια, κούκλες και αθύρματα, ήταν ακριβώς ότι τότε δεν υφισταντο κάθετοι διαχωρισμοί ανάμεσα στα στάδια της ζωής. Αφού, το νεαρό πρόσωπο ήταν αρτιφανής ενήλικος απο νεαρότατη ηλικία, οι διασκεδάσεις του δεν χρειάζονταν να είναι αυτοτελείς.” Σένετ Ρ., Η Τυραννία της Οικειότητας, 1977

Οι κυρίαρχες δυτικές εικόνες παρουσιάζουν τα παιδιά στα πρώτα στάδια της ηλικίας τους να παίζουν με σχετική φαιδρότητα, σταδιακά το παιχνίδι μετατρέπεται σε εκπαιδευτική διαδικασία στο σχολείο μέχρι τα 18, όταν και θα δουλέψουν ή θα συνεχίσουν τις σπουδές τους σε ό,τι αυτά αποφασίσουν- το επάγγελμα του αστρονόμου στην περίπτωση της κόρης της οικογένειας. Παρόλ΄ αυτά, οι κάθετοι διαχωρισμοί ανάμεσα στα στάδια της ηλικίας δεν υπάρχουν σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες κάποιων κοινωνιών. Στην ταινία παρουσιάζονται, λόγου χάρη, παιδιά με πολύ διαφορετικούς τρόπους ζωής, με διαφορετικές συγκροτήσεις της παιδικής τους ταυτότητας: παιδιά ρακοσυλλέκτες, παιδιά που δουλεύουν στην παιδική πορνεία, παιδιά που βγάζουν χρήματα για τις οικογένειές τους, παιδιά που κλέβουν. Το τι θεωρείται, λοιπόν, παιδί ποικίλει ανάλογα με το πολιτισμικό, οικονομικό και χωρικό συμφραζόμενο και δεν ερμηνεύεται με ένα συμπαγή ορισμό. “Τι είναι το παιδί”, αναρωτιέται ο θεατής παρακολουθώντας την ταινία; Ένα μέλος της οικογένειας που πρέπει οι “μεγάλοι” να προστατεύσουν ή ένα μέλος από το οποίο εξαρτάται η επιβίωση των γηραιότερων;

Ανάπτυξη-υπανάπτυξη

Το καθεστώς ευημερίας στις δυτικές χώρες και η συγκέντρωση του πλούτου συνυπάρχει με- και ευθύνεται για- καθεστώτα απόλυτης φτώχειας στις Φιλιππίνες και την Ταϋλάνδη. Παρά το καθεστώς ευημερίας και το υπάρχον δίπολο ανάπτυξη-υπανάπτυξη, υπάρχουν αρκετές στιγμές στην ταινία που το δίπολο αυτό μοιάζει να ανατρέπεται. Έτσι, παρά την αφθονία των υλικών παροχών και τεχνολογικών επιτευγμάτων της δυτικής κοινωνίας, οι άνθρωποι της πόλης παρουσιάζονται να αναζητούν χωρικές ποιότητες που έχουν απολεσθεί, ενώ η πιο “υποανάπτυκτη” κοινωνία της ανατολικής Ασίας διατηρεί, και επιδιώκουν να τις αναπαράγουν τεχνητά. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή με την Αμερικανίδα εργοδότρια γιατρό Ellen που προσπαθεί να κοιμηθεί ακούγοντας από το ραδιόφωνό της ήχους φάλαινας, επιδιώκοντας να επιστρέψει μέσα από τεχνολογικά τέλειες διόδους στη φυσική κατάσταση του ύπνου. Ο σκηνοθέτης στο σημείο αυτό φαίνεται να ασκεί κριτική στην καταναλωτική κοινωνία, επικαλούμενος αυτό που ο Λεφέβρ γράφει χαρακτηριστικά: “Η καταναλωτική κοινωνία μεταφράζεται σε τάξη, τάξη των ωρών ευτυχίας” (Lefebvre 2007). Μέσα από την καταστολή και την πειθώ -διαφήμιση, ιδεολογία όπου ο σκηνοθέτης επίσης αναφέρεται-, την πληροφορία και τις επιχειρήσεις συγκεντρώνονται όλοι οι όροι μιας τέλειας κυριαρχίας, μιας εκμετάλλευσης ανθρώπων σε πολλαπλά επίπεδα: ως παραγωγοί, καταναλωτές προϊόντων και καταναλωτές χώρου. Οι φαινομενικά άπειρες επιλογές του ζεύγους δεν περιορίζονται μόνο στο υλικό κομμάτι, όπως διαφαίνεται από την προτροπή της μητέρας προς την κόρη σε μια συζήτηση επαγγελματικού προσανατολισμού: “Honey, you can be anything you want to be.. Okey! I want to be an astronomer!”, (μτφ: “Γλυκιά μου, μπορείς να γίνεις ό,τι επιθυμείς. Εντάξει, θα γίνω αστρονόμος!”). Ο δυτικός άνθρωπος, στο σημείο αυτό, παρουσιάζεται να διαλέγει τρόπο ζωής με την ίδια ευκολία που επιλέγει τα λαχανικά του από το μανάβικο. Στον αντίποδα βρίσκονται οι Φιλιππίνες και η Ταϋλάνδη. Τα ρολόγια και είδη ρουχισμού “μαϊμού” είναι ενδεικτικά της κατάστασης, μιας χώρας που προσπαθεί να μπει με άλλους όρους στη διεθνή οικονομική και πολιτική αρένα, το οποίο συχνά καταλήγει σε δυτικές εταιρείες να προβαίνουν σε μηνύσεις επικαλούμενες πνευματικά δικαιώματα-παρά το ότι υπάρχουν κατηγορίες στον τύπο ότι πολλά από τα προϊόντα “μαϊμού” κατασκευάζονται με διμερή συμφωνία μεταξύ δυτικής εταιρείας και ασιατικής. Μεγάλο μέρος του αναπτυξιακού προτύπου της κινεζικής εκβιομηχάνισης στηρίζεται σε διαεθνικές επιχειρήσεις που έρχονται στην Κίνα για να μειώσουν το κόστος παραγωγής και στους Κινέζους κατασκευαστές που θα “κλέψουν” τις ιδέες τους. Όλο αυτό δημιουργεί ένα σύνθετο πλαίσιο του αναπτυγμένου και “υποανάπτυκτου” τεχνολογικά, οικονομικά, κοινωνικά.

Η ταινία αποδεικνύει ότι οι ανατρεπτικές συμπεριφορές μπορούν να αναπτυχθούν ακόμα και μέσα στο πλαίσιο ουσιοκρατικών αντιλήψεων και στερεοτυπικών τρόπων ζωής. Το σημαντικό, λόγω χάρη, δεν είναι να αναδείξουμε τα πολιτισμικά στερότυπα της Gloria, αλλά να δούμε εκείνες τις – ακόμα και- σημειακές πράξεις της που υποσκάπτουν καθιερωμένες διχοτομίες και αποτελούν μικρές και καθημερινές διεκδικήσεις.

* το παρόν κείμενο είναι βασισμένο σε φοιτητική εργασία στα πλαίσια του μαθήματος “Έμφυλες πολιτισμικές προσεγγίσεις του αστικού χώρου” του ΔΠΜΣ Πολεοδομία -Χωροταξία, Αρχιτεκτονική Σχολή ΕΜΠ

Share

Συμβίωση: μια αόρατη καθημερινότητα…

της Φλώρας Νικολιδάκη

Η συμβίωση ορίζεται ως η συνύπαρξη στον ίδιο χώρο, είτε ατόμων, είτε κοινωνικών ομάδων, είτε κρατών.

Η συμβίωση μπορεί να είναι αναγκαστική, ως απορρέουσα από κοινωνικούς και νομικούς κανόνες- έγγαμοι, γονείς-παιδιά μέχρι την ενηλικίωση τους, κλπ. Μπορεί να είναι όμως και εθελοντική  με κίνητρο τον έρωτα, τη φιλία, την υγεία, την ηλικία, ή απλώς τα στενά οικονομικά.

Η θέση των γυναικών στη συμβίωση μέχρι και τον 19ο αιώνα είναι θέση υποχρεωτική. Η γυναίκα συμβιώνει στην πατριαρχική οικογένεια, με τον άνδρα της, με την πεθερά της ως χήρα ή διαζευγμένη ξανά με την πατριαρχική οικογένεια. Ως ερωμένη «σπιτώνεται» με τον εραστή, ως πόρνη «σπιτώνεται» με την τσα-τσα.

Από τον 20ο αιώνα η κοινωνία αποδέχεται τη μονογονεική οικογένεια, την εργένισσα και τον εργένη. Οι φοιτήτριες αρχίζουν να συγκατοικούν όταν σπουδάζουν μακριά από το σπίτι, η γυναίκα εργαζόμενη που δεν έχει παντρευτεί ακόμα, μπορεί πλέον να νοικιάζει σπίτι και να ζει μόνη ή συγκατοικώντας. Το στερεότυπο σιγά-σιγά σπάει. Η σημερινή κοινωνία αποδέχεται σε μεγάλο βαθμό όλων των ειδών τις συμβιώσεις: ετερόφυλων χωρίς γάμο, ομόφυλων λόγω φιλίας ή έρωτα, ετερόφυλων και ομόφυλων για οικονομικούς και ηλικιακούς λόγους.

Τα «τυπικό δείγμα», ανδρόγυνο, παιδιά, σπίτι, αυτοκίνητο, σκύλος, πεθερικά, στην εποχή μας χάνει την αίγλη του και ειδικά μετά την πρόσφατη οικονομική κρίση. Μπορούμε να πούμε ότι μέσα στη δίνη των μνημονίων, οι τυπικοί κοινωνικοί ρόλοι δέχονται αλλεπάλληλα χτυπήματα και οι φορείς αυτών των ρόλων συχνά έχουν το αίσθημα της αυτοπαγίδευσης.

Τα άτομα που έχουν επιλέξει έναν άλλο τρόπο ζωής νοιώθουν δικαιωμένα από τις εξελίξεις. Κατά τη γνώμη μου τα στοιχεία αυτά θα φέρουν σύντομα αλλαγές στη συνείδηση των γυναικών κυρίως, οι οποίες στην πλειοψηφία τους στήριξαν άνευ όρων το μοντέλο του «American beauty».

Με τα άτομα να απελευθερώνονται από τα δεσμά των τυπικών μορφών συμβίωσης, δημιουργείται εύφορο έδαφος για να μπολιαστεί η ριζοσπαστική αριστερά της εποχής μας με τις θέσεις, τις γνώσεις, τις εμπειρίες και τις ικανότητες των γυναικών αυτών που πάλεψαν συνειδητά, μέσα από τις ποικίλες μορφές του φεμινιστικού κινήματος, μέσα κι έξω από τα κόμματα, τις κοινωνικές συμβάσεις.

Αυτός είναι ένας από τους βασικότερους λόγους που το φεμινιστικό κίνημα σύντομα πρέπει να επεξεργαστεί νέους κανόνες ύπαρξης των γυναικών και ένα νέο πλαίσιο ηθικής για τη θέση της συνειδητοποιημένης γυναίκας στην κοινωνία που μάχεται κατά του καπιταλισμού αλλά και των δομών της πατριαρχίας που έχουν πλέον συνδεθεί άρρηκτα με τις δομές της εξουσίας του κεφαλαίου.

Share