Subscribe via RSS Feed

Tag: "σπίτι"

Οι Οικιακές Τεχνολογίες και η περίπτωση της προώθηση τους στην Ελλάδα την περίοδο του μεσοπολέμου

gender and technology1

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

της Γεωργίας Μάρκου

Η κυρίαρχη άποψη σε ότι άφορα τις οικιακές τεχνολογίες είναι πως μείωσαν τον χρόνο των οικιακών καθηκόντων και έκαναν το έργο της νοικοκυράς πιο ξεκούραστο. Στις διαφημίσεις ηλεκτρικών συσκευών βλέπουμε συνήθως να απεικονίζονται όμορφες και ξεκούραστες νεαρές νοικοκυρές, οι οποίες με το πάτημα κουμπιών εκτελούν άνετα τις εργασίες τους. Μάλιστα τα κουμπιά αυτά στις διαφημίσεις  πολύ συχνά  αναφέρονται ως μαγικά. Πίσω όμως από αυτές τις εικόνες της άνεσης και της εξοικονόμησης χρόνου που θεωρητικά προσφέρει η οικιακή τεχνολογία, μπορούμε να διακρίνουμε την αόρατη γυναικεία εργασία.

Οι ηλεκτρικές οικιακές συσκευές άρχισαν να χρησιμοποιούνται ευρέως στην Αμερική τη δεκαετία του 1920. Η μελέτη της Cowan για την οικιακή τεχνολογία στην Αμερική την περίοδο αυτή, υπήρξε διαφωτιστική. Στο άρθρο της με τίτλο Η Βιομηχανική Επανάσταση στο Σπίτι: Οικιακές Τεχνολογίες και οι Κοινωνικές Αλλαγές του 20ου αιώνα που κυκλοφόρησε το 1976[1], αναλύει τις βαθιές αλλαγές που συντελέστηκαν στα σπίτια στις αρχές του 20ου αιώνα  με την εισαγωγή διαφόρων τεχνολογιών. Αλλαγές που άλλαξαν όλη τη δομή του νοικοκυριού, καθώς η  χρήση οικιακών τεχνολογιών εντατικοποίησε τη γυναικεία εργασία στο σπίτι, ενώ συμπεριέλαβε και το αίτημα για αύξηση της αποδοτικότητας. Ο όρος αποδοτικότητα κέρδιζε συνεχώς έδαφος στις αρχές του 20ου αιώνα  και ήταν εμπνευσμένος από τις ιδέες του Τέιλορ γύρω από το επιστημονικό μάνατζμεντ και το αίτημα για εξορθολογισμό στη ροή της εργασίας. Τα προτάγματα αυτά αρχίζουν να εφαρμόζονται πέρα από το χώρο του εργοστασίου και στο σπίτι, στη διαχείριση του νοικοκυριού, όπου οι γυναίκες καλούνται να εγκαταλείψουν τις ακατάστατες συνήθειες εργασίας και να ταυτιστούν με τη σταθερή κανονικότητα της αυτόματης συσκευής. Πολύ χαρακτηριστικά αξίζει να αναφέρουμε  το βιβλίο της Christine Frederick The New Housekeeping: Efficiency Studies in Home Management, το οποίο κυκλοφορεί το 1914.  Σε ένα απόσπασμα στο βιβλίο της η Frederick γράφει: «George» είπα στον άνδρα μου, «μου φαίνεται πως αυτή η ‘αποτελεσματικότητα’ που έχει γίνει της μόδας τελευταία, έχει μεγάλη σχέση με το σύγχρονο νοικοκυριό. Ξέρεις, λέω να εφαρμόσω τις αρχές εδώ στο σπίτι μας. Δε θα κάτσω να βλέπω εσάς τους άντρες να ασχολείστε με όλα τα σπουδαία πράγματα. Θα κοιτάξω να βρω πως κάνουν τις έρευνές τους αυτοί οι ειδικοί και όλα τα άλλα, και μετά θα μπορώ να τα εφαρμόσω κι εγώ στο εργοστάσιό μου, στην επιχείρηση μου, στο σπιτικό μου».

Αυτό που τελικά συντελέστηκε με την εισαγωγή της οικιακής τεχνολογίας ήταν πως ο χρόνος των οικιακών καθηκόντων δεν μειώθηκε, απλά έγινε διαφορετικός καταμερισμός τους.[2] Η μηχανοποίηση δημιούργησε μια νέα σειρά εργασιών που, αν και δεν ήταν σωματικά απαιτητικές, ήταν εξίσου χρονοβόρες με τις εργασίες που αντικατέστησαν. Αυτή η αλλαγή στη δομή του νοικοκυριού συνοδεύτηκε και από αλλαγές στην ιδεολογία περί νοικοκυροσύνης. Η ανάπτυξη την εποχή αυτή της επιστήμης της οικοκυρικής, η επιστημονική μητρότητα και οι διάφορες θεωρίες περί μικροβίων και αρρώστιας, οδήγησαν σε νέα απαιτητικά πρότυπα γύρω από το νοικοκυριό και τη φροντίδα των παιδιών. Τέλος η μηχανοποίηση αυτή  είχε μικρή επίδραση, διότι είχε συντελεστεί σε ιδιωτικό πλαίσιο και για το νοικοκυριό μιας μόνο οικογένειας.

Η περίπτωση της Ελλάδας

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ξεκινά τη λειτουργία της η Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών Πειραιώς (ΗΕΑΠ). Από την αρχή της ίδρυσής της η εταιρεία δίνει μεγάλα βαρύτητα στην επέκταση της χρήσης του ηλεκτρισμού στην ιδιωτική ζωή, καθώς μέχρι  τότε η οικιακή χρήση περιοριζόταν μόνο σε λάμπες φωτισμού. Ωστόσο η ΗΕΑΠ, από το πρώτο έτος της λειτουργίας της προπαγανδίζει τη χρήση του ηλεκτρισμού για την κάλυψη πρόσθετων οικιακών αναγκών.

Από πολύ νωρίς η εταιρεία βάζει στην ατζέντα της την εντατική προώθηση ηλεκτρικών συσκευών. Διαφημίσεις της εταιρείας φιλοξενούνται σε εφημερίδες και περιοδικά, εισάγει το οικονομικό τιμολόγιο T3, που παρέχει τη δυνατότητα στους χρήστες ηλεκτρικών συσκευών να πληρώνουν πολύ χαμηλότερο ηλεκτρικό ρεύμα, έχει σταθερές και μόνιμες εκθέσεις ηλεκτρικών ειδών σε περιοχές της Αθήνας και των προαστείων. Προωθεί το σύστημα πωλήσεων με δόσεις και, τέλος, δίνει τη δυνατότητα δωρεάν εγκατάστασης και δοκιμαστικής χρήσης ηλεκτρικών συσκευών. Σε μια περίοδο λοιπόν με χαμηλά ποσοστά κατανάλωσης ρεύματος για ιδιωτική χρήση, η ΗΕΑΠ προωθεί πολύ εντατικά τις ηλεκτρικές συσκευές προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο ομοιόμορφη κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος καθόλη τη διάρκεια της ημέρας.

Η επιχειρηματολογία της εταιρείας σε ότι αφορά το γιατί οι γυναίκες έπρεπε να υιοθετήσουν τις νέες τεχνολογίες βασίζεται κυρίως σε τρεις πτυχές. Πρώτον, η αντικατάσταση των παλαιών οικοκυρικών μεθόδων από τις νέες τεχνολογίες ήταν απαραίτητη καθώς συνέβαλε στην οικιακή υγιεινή και κατά συνέπεια στην ευδαιμονία όλης της οικογένειας. Δεύτερον, οι οικιακές τεχνολογίες μείωναν το χρόνο του νοικοκυριού, καθώς επίσης το έκαναν και πιο ευχάριστο, με αποτέλεσμα οι μητέρες να έχουν στην διάθεσή τους περισσότερο χρόνο για να αφιερώσουν στη φροντίδα και ανατροφή των παιδιών τους. Τέλος, ένα σπίτι το οποίο διέθετε ηλεκτρικές συσκευές ήταν ένα μοντέρνο σπίτι, όπου τα πάντα γίνονταν απλά με το πάτημα μαγικών κουμπιών και χωρίς καθόλου κόπο. Να αναφέρουμε πως η έννοια  του μοντέρνου υπήρξε πολύ κεντρική σε όλη αυτή την περίοδο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Βλέπουμε από την παραπάνω επιχειρηματολογία πως οι ηλεκτρικές συσκευές συμβάλλουν στο να κατασκευαστεί μια νέα εικόνα για το νοικοκυριό το οποίο μεταβάλλεται από απεχθές έργο σε μια εργασία ευχάριστη και εύκολη, σε ένα «συναισθηματικό ταξίδι» όπως λέει η Cowan, καθώς η γυναίκα μέσο του νοικοκυριού της εκφράζει την στοργή και την φροντίδα της προς την οικογένειά της.

Η καμπάνια της χρήσης ηλεκτρικών συσκευών είχε ευρεία απεύθυνση, ωστόσο την περίοδο αυτή μόνο κάποιες αστικές οικογένειες είχαν την ευχέρεια να αποκτήσουν ηλεκτρικές συσκευές. Από τα αρχεία του Βελισσάριου Φρέρη[3], ο οποίος διετέλεσε μάνατζερ της εταιρείας την περίοδο 1937-1939 και επιμόρφωνε το προσωπικό σε θέματα διαφήμισης, μαθαίνουμε πως η ΗΕΑΠ εισήγαγε το 1931 την πρώτη ηλεκτρική κουζίνα, η οποία ήταν άγνωστη ως συσκευή στην Αθήνα ως τότε και ήταν κουζίνες των εταιρειών ΑEG και Magnet. Σε έγγραφο του λέει «το 1931, δηλαδή κατά το πρώτο έτος της εφαρμογής του ειδικού αυτού τιμολογίου, του γνωστού πλέον σήμερον Τιμολογίου Τ3, εγκατεστάθησαν στας Αθήνας και τον Πειραιά 124 ηλεκτρικές κουζίνες. Εις το τέλος της επόμενης διετίας ο αριθμός των έφθασε τας 738, εις το τέλος του 1935 έφθασεν τας 1966, εις το τέλος του 1938 ανήλθεν εις τας 7193 και την στιγμήν που τυπώνεται το βιβλιαράκι αυτό περισσότερες από…». Από το παραπάνω απόσπασμα του Βελισσάριου Φρέρη βλέπουμε πως η χρήση ηλεκτρικών συσκευών υπήρξε αρκετά περιορισμένη. Από την πλευρά της εταιρείας, το ενδιαφέρον εστιαζόταν σε μεγάλο βαθμό πέρα από την βραχυπρόθεσμη χρήση  ηλεκτρικών συσκευών, στην μακροπρόθεσμη καθιέρωση της χρήσης τους και στην μετατροπή τους από αγαθά πολυτελείας που ήταν αρχικά σε αγαθά πρώτης ανάγκης. Να σημειώσουμε πως την περίοδο αυτή, οι ηλεκτρικές συσκευές αποτελούν είδη πολυτελείας ενώ από την δεκαετία του 1960 και ύστερα άρχισε να διευρύνεται σημαντικά η χρήση τους.

Σε ότι αφορά τις χρήστριες της οικιακής τεχνολογίας στην Ελλάδα, ήδη από την δεκαετία του 1920 ξεκινά να γίνεται λόγος  για τη χρήση ηλεκτρικών συσκευών στο σπίτι.  Έτσι, με αφορμή μια έκθεση ηλεκτρικών ειδών στη Νέα Υόρκη το 1924,  το περιοδικό Ελληνίς φιλοξενεί άρθρο  υπό τον τίτλο Το ηλεκτρικό σπίτι, όπου η συγγραφέας αναφέρεται στο παράδειγμα των Αμερικανίδων οι οποίες έχουν στη διάθεση τους μηχανές οικιακής χρήσης αγορασμένες με δόσεις και μπορούν να κάνουν εύκολα τις δουλειές τους χωρίς την ανάγκη υπηρέτριας.[4]

Οι γυναίκες οι οποίες ανοίγουν τη συζήτηση που αφορά στη μηχανοποίηση του σπιτιού  προέρχονται κατά βάση από την αστική τάξη και είναι ενταγμένες στο φεμινιστικό κίνημα της περιόδου. Το φεμινιστικό κίνημα του μεσοπολέμου αποτελείται κυρίως από δυο οργανώσεις.  Τον Σύνδεσμο για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και το Εθνικό Συμβούλιο των Ελληνίδων. Πρόκειται για ένα κίνημα ταξικά και χωρικά οριοθετημένο. Από τα περιοδικά των δυο αυτών οργανώσεων, βλέπουμε πως η επιστημονικοποίηση του νοικοκυριού και εισαγωγή της οικιακής τεχνολογίας είναι κοινός τόπος[5] καθώς θεωρούν πως τα δυο αυτά συμβάλλουν στην αποτελεσματικότερη διαχείριση του. Το σημείο στο οποίο διαφοροποιούνται είναι το γιατί επιθυμούν την χρήση ηλεκτρικών συσκευών. Στο περιοδικό του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της γυναίκας φιλοξενούνται άρθρα για την εισαγωγή στο νοικοκυριό κανόνων τύπου μανατζμεντ και τη χρήση ηλεκτρικών συσκευών προκειμένου να μπορέσει η γυναίκα να συνδυάσει την οικιακή εργασία με την εξωοικιακή. Προτάσσουν μια πιο δίκαιη κοινωνική πολιτική και προκρίνουν το μοντέλο των εργατικών κατοικιών της Ευρώπης οι οποίες διαθέτουν δημόσιες παροχές όπως δημόσια πλυντήρια και  οι οποίες απαλλάσσουν τις εργαζόμενες από τα δύσκολα οικιακά τους καθήκοντα. Κύριο μέλημα τους είναι το δικαίωμα όλων των γυναικών στην εργασία, ανεξαρτήτου κοινωνικής τάξης ως μέσο κοινωνικής καταξίωσης και βλέπουν στις οικιακές τεχνολογίες το μέσο για να συνδυαστεί η οικιακή εργασία με το επάγγελμα.

Το Εθνικό  Συμβούλιο αντίθετα, προτάσσει έναν συντηρητικό λόγο και διαβάζει την οικιακή τεχνολογία και την επιστημονικοποίηση του νοικοκυριού ως μέσο για την καλύτερη φροντίδα της οικογένειας και την ανύψωση της νοικοκυράς μέσα στο σπίτι της, μέσο της αναβάθμισης των οικιακών της καθηκόντων. Η νοικοκυρά ανυψώνεται καθώς το οικιακό έργο παύει να είναι ταπεινό και γίνεται μια «πολύπλοκος επιστήμη». Σε ότι μάλιστα αφορά την γυναικεία  εργασία εκτός του σπιτιού  θωρείται επιθυμητή μόνο εφόσον συμβάλλει στην ευημερία της οικογένειας. Εφόσον όμως οι γυναίκες επιθυμούν να διεισδύουν σε παραδοσιακά αντρικές σφαίρες όπως είναι η ενασχόληση με την πολιτική και την κοινωνία, τότε λειτουργούν επιβαρυντικά για την οικογένεια και το έθνος τους. Χαρακτηριστικά σε τεύχος του περιοδικού Ελληνίς του έτους  1921 διαβάζουμε «Το ταπεινό νοικοκυριό  που περικλείει δια κάθε γυναίκα το βασίλειο της συνεχούς δράσεως της, έγεινεν αντικείμενον παρατηρήσεως και μελέτης, από ιατρούς, υγιεινολόγους, χημικούς, ιστορικούς, κοινωνιολόγους, καλλιτέχνας κτλ και έδωκεν αφορμήν εις όλους να ιδούν, ότι το «Νοικοκυριό» εκείνο που δεν στηρίζεται εις τα επιστημονικά θεμέλια χωλαίνει και έτσι ως επι το πλείστον η γυναίκα ή το εγκαταλείπει και φεύγει ζητώσα έξω την εργασίαν και την ευχαρίστησην η δι έλλειψιν γνώσεων του παρεμποδίζει την αποτελεσματικήν λειτουργίαν του. Και τότε εμφανίζεται η άθλια εικών , το Νοικοκυριό, το ανοικοκύρευτο, το ακάθαρτο που μαζεύει και μεταδίδει την αρρώστια, την φυματίωση, τον αλκοολισμό και θνησιμότητα των παιδιών, ή το ασυλλόγιστο που προδίδει μια άγονη προσπάθεια, όχι σπάνια εκείνο που μεταδίδει την σπατάλη και τον εκφυλισμό.»

Οι διαφορετικές αυτές τάσεις νοηματοδοτούν διαφορετικά και την κοινωνική σημασία της οικιακής τεχνολογίας. Υπάρχει μια ερμηνευτική ευελιξία ως προς το πώς αντιλαμβάνονταν  οι ίδιες οι γυναίκες την οικιακή εργασία και την οικιακή τεχνολογία. Ωστόσο αν κάνουμε ένα βήμα παραπέρα θα δούμε πως η χρήση ηλεκτρικών συσκευών στο σπίτι ουδέποτε αμφισβήτησε ότι ο χώρος της γυναίκας μέσα στο σπίτι είναι η κουζίνα. Αντίθετα, αυτό που έγινε είναι πως οργανώθηκε η απομονωμένη και απλήρωτη γυναικεία εργασία σαν να ήταν βιομηχανική. Ο επιστημονικός εξ ορθολογισμός πρόσθεσε στην οικιακή εργασία μια επαγγελματική διάσταση που εξωράιζε την εικόνα της. Οι οικιακές τεχνολογίες έχουν έναν έμφυλο χαρακτήρα, ο οποίος διαβάζεται και πάνω στα ίδια τα τεχνουργήματα. Είναι γυναικείες τεχνολογίες που συνέβαλλαν στο να ισχυροποιηθεί ο ρόλος της γυναίκας ως νοικοκυράς και να ορισθεί το σπίτι ως ο τόπος εργασίας των γυναικών και ως ο τόπος χαλάρωσης των αντρών.  Η απόδοση επιστημονικών χαρακτηριστικών στην οικιακή εργασία, ήταν μια νέα ματιά πάνω στους παραδοσιακούς θεσμούς της, ήταν ο εκμοντερνισμός της παράδοσης.

 

[1] The ‘’Industrial Revolution’’ in the Home: Household Technology And the Social Change in the 20th Century, Ruth Schwartz Cowan, Technology and Culture, Vol. 17, N.1 (Jan., 1976), pp.1-23

[2] Time spent in Housework, Vanek, Joann, Scientific American, Vol.231, Issue 5 (Nov., 1974)

[3] Αρχείο ΕΛΙΑ

[4] Αγνή Στικούδη, «Το ηλεκτρικό σπίτι», Ελληνίς Δ’8-9(1924)

[5] Αβδελά, Ε., Ψαρρά, Α., Ο Φεμινισμός στην Ελλάδα του μεσοπολέμου, εκδ. Γνώση 1985

 

Share

Χώρος και έμφυλοι ρόλοι: η ελάχιστη κατοικία και «ορθολογική» κουζίνα της Margarete Lihotzky

gender and technology

Προερχόμενοι και προερχόμενες από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, οι συγγραφείς των παρακάτω κειμένων συναντηθήκαμε ως συμφοιτητές και συμφοιτήτριες του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, διατμηματικού μεταπτυχιακού μεταξύ των τμημάτων Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Κατά το εαρινό εξάμηνο της χρονιάς 2016-2017, παρακολουθήσαμε το σεμινάριο Φύλο και Τεχνολογία, με καθηγήτρια την κ. Μαρία Ρεντετζή. Έχοντας μελετήσει, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, ποικιλία άρθρων σχετικά με το ζήτημα, επέλεξε ο καθένας και η καθεμιά μας το θέμα της εξαμηνιαίας εργασίας του. Εξαίρεση αποτελεί η Θέμις Κανετάκη, της οποίας το θέμα αποτελεί μέρος διπλωματικής εργασίας. Οι εργασίες αυτές παρουσιάστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2017 σε ημερίδα που διοργανώθηκε στη σχολή ΙΦΕ και είχε τίτλο Σουτιέν, Γυναικολογικές Καρέκλες και Πλυντήρια: Τι σχέση έχει το φύλο με την τεχνολογία. Περιλήψεις των εργασιών αυτών παρουσιάζονται στα παρακάτω κείμενα.

***

του Λουκά Φρέρη

Εισαγωγή

Στην παρούσα εργασία θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τη σχέση που έχει ο σχεδιασμός της κατοικίας με τον καθορισμό των έμφυλων ρόλων. Πιο συγκεκριμένα, θα μελετήσω το παράδειγμα του οικιστικού προγράμματος των κοινωνικών κατοικιών της Φρανκφούρτης, που υλοποιήθηκε την περίοδο του μεσοπολέμου. Μέσα από τη μελέτη του χώρου της κουζίνας, που είχαν αυτές οι κατοικίες, θα επιχειρήσω να αναδείξω σε ποιο βαθμό τα χωρικά χαρακτηριστικά συμμετέχουν στην κατασκευή ή/και στην ενίσχυση των έμφυλων διαχωρισμών και ταυτόχρονα πώς οι ίδιες έμφυλες σχέσεις επηρεάζουν τελικά τον σχεδιασμό της κατοικίας.

Από τον «Κύκλο της Βιέννης» στο Bauhaus

Το φιλοσοφικό ρεύμα του Λογικού Θετικισμού[1] ήταν ουσιαστικά η απόρροια των συζητήσεων και των αναζητήσεων μιας ομάδας φιλοσόφων στη Βιέννη (Κύκλος της Βιέννης), κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Τα µέλη του πρώτου πυρήνα, ήδη πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ο φυσικός Philipp Frank (1884-1966), οι μαθηματικοί Hans Hahn (1879-1934) και Richard von Mises (1883-1953) και ο οικονομολόγος και κοινωνικός επιστήμονας Otto Neurath (1882-1945).

Το 1926 στην ομάδα προστέθηκε ο Rudolf Carnap (1891-1970) και το 1929 ο Herbert Feigl (1902-1988). Η μοναδική γυναίκα στις συναντήσεις αυτές ήταν η Olga Hahn-Neurath. «Η άνοδος του ναζισμού και ο συνακόλουθος πόλεμος διέλυσε τη φιλοσοφική κοινότητα στην Αυστρία και στη Γερμανία, αναγκάζοντας τα περισσότερα μέλη της να μεταναστεύσουν στις ελεύθερες αγγλόφωνες χώρες και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ»[2].

Οι λογικοί θετικιστές είχαν ως πρότυπο τις φυσικές επιστήμες, τη λογική και τα μαθηματικά και προσδοκούσαν πως, εφαρμόζοντας τις μεθόδους τους, θα μπορούσαν να επιτύχουν στη φιλοσοφία, τη σαφήνεια, την ακρίβεια και τη βεβαιότητα που αυτές έχουν. Απώτερος στόχος τους ήταν να εξαλείψουν τη διάκριση μεταξύ φυσικών επιστημών και επιστημών του πνεύματος φτάνοντας στην ενιαία επιστήμη. Αυτή η τάση για εξορθολογισμό φαίνεται και πιο παραστατικά στην Bauhaus αρχιτεκτονική.

Το κίνημα του Bauhaus αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της βαθιάς επιρροής που άσκησε η τεχνολογία και η επιστήμη στη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης[3]. Βασική αρχή του κινήματος, αποτελούσε η λειτουργικότητα, η αποτελεσματικότητα και ορθολογισμός στη κατασκευή. Το Bauhaus ιδρύθηκε ως μία σχολή εφαρμοσμένων τεχνών στην Βαϊμάρη της Γερμανίας το 1919. Οι διευθυντές ήταν: ο Walter Gropius ως το 1925, ο Hannes Meyer έως το 1932 και ο Ludwig Mies van der Rohe έως το 1933 όπου η σχολή θα παύσει οριστικά τη λειτουργία της μετά από τις πιέσεις των ναζί.

Μετά το 1922, το Bauhaus αναζήτησε λύσεις στα προβλήματα της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας με έναν ορθολογικό και άμεσο τρόπο. Η έμφαση στη διακόσμηση και τη λεπτομέρεια αντικαταστάθηκε από έναν λειτουργικό σχεδιασμό. Αυτή η νέα τάση μπορεί να φανεί και στο ίδιο τη κτήριο που στέγαζε τις δραστηριότητες του Bauhaus, το κτίριο στο Dessau, το οποίο σχεδίασε ο Walter Gropius. Η έντονη σχέση, τόσο σε φιλοσοφικό όσο και διαπροσωπικό επίπεδο, που είχαν τα μέλη του κύκλου της Βιέννης με αυτά του Bauhaus φαίνεται και από το ότι στα εγκαίνια του κτηρίου αυτού μίλησε ο Feigl ενώ προσκλήθηκαν επανειλημμένα και έδωσαν ομιλίες ο Neurath, ο Carnap, ο Frank και ο Reichenbach[4].

Το 1928 τον Gropius διαδέχθηκε ο Hannes Meyer.

«Στόχος του Meyer, με βάση το πολιτικό και ιδεολογικό του υπόβαθρο, ήταν η μεγάλη αύξηση της παραγωγής. Επιθυμούσε να παραχθούν αντικείμενα φθηνά και εύχρηστα, για τις ανάγκες του λαού».[5]

Αντίστοιχα, ο Neurath, του κύκλου της Βιέννης, πίστευε ότι το Bauhaus θα μπορούσε να συμβάλλει σε μία ευρύτερη «επανάσταση» προς μία καλύτερη ζωή, όχι για την «ελίτ» αλλά για τους «πολλούς». Η αίσθηση λοιπόν ότι η βελτίωση των συνθηκών ζωής μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα από την ορθολογικοποίηση ήταν κοινή και για τα δύο κινήματα[6].

«Ο κύκλος της Βιέννης απέδωσε μια αύρα επιστημονικότητας στο Bauhaus και το Bauhaus απέδωσε μια εικόνα προοδευτισμού και μεταπολεμικής μεταρρύθμισης στον Κύκλο της Βιέννης».

Η τυπική λογική δηλαδή ήταν το επιστημονικό υπόβαθρο του Bauhaus. Ταυτόχρονα, οι λιτές γραμμές και ο λειτουργικός-ορθολογικός χαρακτήρας των κτιρίων της Bauhaus αρχιτεκτονικής ήταν η απόδειξη που χρειάζονταν οι θετικιστές φιλόσοφοι ότι η θεωρία τους είναι άμεσα εφαρμόσιμη.

Το οικιστικό πρόγραμμα του Ernst May και η κουζίνα της Φρανκφούρτης

Μετά το τέλος του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, οι γερμανικές πόλεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με έντονη φτώχεια καθώς και με ένα μεγάλο στεγαστικό ζήτημα. Εκείνη την εποχή, κατοχυρώθηκε το συνταγματικό καθήκον του κράτους να παρέχει σε κάθε Γερμανό πολίτη υγειονομική περίθαλψη καθώς και κατοικία που θα ήταν συμμορφωμένη, με τους τότε κανόνες υγιεινής[7]. Υπό αυτές τις συνθήκες ο Δήμος της Φρανκφούρτης ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Ernst May (1885-1970), την εντατική κατασκευή κοινωνικών κατοικιών, ο οποίος μέσα από ένα δεκαετές πρόγραμμα, έχτισε περίπου 10.000 κοινωνικές κατοικίες.

Ο May δημιούργησε την «γειτονιά» Römerstadt βορειοδυτικά της Φρανκφούρτης. Σύνδεσε την πόλη με τον νέο οικισμό μέσω ηλεκτροκίνητων τραμ, λεωφορείων και τρένων. Υπήρξε επίσης μελέτη για τη δημιουργία σχολείων, νοσοκομείων, καθώς και για την ταυτόχρονη ενίσχυση της τοπικής βιομηχανίας και κατ’ επέκταση της τοπικής οικονομίας[8].

Την εποχή εκείνη παράλληλα εμφανίστηκε στην Ευρώπη και στην Αμερική το φεμινιστικό ιδεατό της «Νέας Γυναίκας» (New Woman). Η «Νέα Γυναίκα» ήταν εργαζόμενη, μητέρα, διεκδικούσε ανώτερη εκπαίδευση και οικονομική ανεξαρτησία. Στην περίοδο 1890 με 1920, εμφανίστηκαν γυναίκες που έμπαιναν σε, μέχρι τότε, αυστηρά ανδρικά επαγγέλματα. Η μεγάλη αυτή αλλαγή μπορεί να γίνει πιο κατανοητή λαμβάνοντας υπόψιν τα στοιχεία που λένε ότι μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι γυναίκες που φοιτούσαν στα πανεπιστήμια υπερέβαιναν τους άνδρες κατά 2,5 εκατομμύρια. Τόσο οι σοσιαλδημοκράτες όσο και οι πιο συντηρητικοί πολιτικοί πίστευαν ότι το νέο αυτό «μοντέλο γυναίκας» αντιπροσωπεύει μια δύναμη αλλαγής που θα κατέστρεφε την οικογένεια και μαζί της τον ηθικό ιστό της χώρας, οδηγώντας στην οικονομική και πνευματική καταστροφή της Γερμανίας[9].

Για την αντιμετώπιση αυτής την νέας κατάστασης, το κράτος άσκησε μια πολιτική που ονομάστηκε «επανένταξη των γυναικών στο σπίτι» (female redomestication).[10] Η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης δηλαδή, επιδίωξε να ανασυντάξει τη «γυναικεία σφαίρα». Το ιεραρχικό σύστημα των «χωριστών σφαιρών» (separate spheres) συγκροτείται βάσει ενός δυισμού. Έχουμε δηλαδή από τη μία την «ανδρική σφαίρα», τον κυρίαρχο ανδρικό κόσμο της παραγωγής (η πόλη), και τη «γυναικεία σφαίρα» από την άλλη, έναν υποδεέστερο ιδιωτικό κόσμο της αναπαραγωγής (το σπίτι)[11].

Στα πλαίσια αυτού του προγράμματος, οι αντιπρόσωποι του κράτους και η Φιλελεύθερη πτέρυγα του γυναικείου κινήματος διαμόρφωσαν ένα ιδεώδες νοικοκυριού, ως «επαγγελματικό χώρο των γυναικών», που έχρηζε αντίστοιχης έρευνας με αυτή που γινόταν για τον επαγγελματικό χώρο των ανδρών, όσον αφορά την παραγωγικότητα και την τυποποίηση. Ο σκοπός ήταν να καταστήσουν το σπίτι μια προέκταση του (Φορντικού) εργοστασίου. Στο σχολικό πρόγραμμα προστέθηκε το υποχρεωτικό μάθημα οικιακής οικονομίας για τα κορίτσια και ιδρύθηκαν επαγγελματικά γυμνάσια θηλέων, στα οποία οι μαθήτριες εκπαιδεύονταν πάνω στον τομέα «παροχής οικιακών υπηρεσιών»[12].

Σε αυτό το κοινωνικό υπόβαθρο πραγματοποιήθηκε και ο σχεδιασμός της κοινωνικής κατοικίας. Ένας από τους σημαντικότερους στόχους του μοντερνιστικού κινήματος ήταν μέσα από τον ορθολογικό σχεδιασμό να περιοριστεί ο οικιακός μόχθος. Ο περιορισμός αυτός στόχευε τόσο στην μείωση του χρόνου που θα περνούσε μια νοικοκυρά κάνοντας δουλειές όσο και στην ελαχιστοποίηση της σωματικής κόπωσης που χρειάζονταν οι δουλειές αυτές. Ένας δεύτερος στόχος ήταν το κάθε σπίτι να πληροί μια σειρά από προϋποθέσεις που αφορούσαν στις συνθήκες «σωστής» διαβίωσης. Οι απαραίτητες προϋποθέσεις ήταν ο ηλιασμός, ο αερισμός και οι εγκαταστάσεις υγιεινής καθώς και, η θερμομόνωση, η ηχομόνωση και η ασφάλεια της ιδιοκτησίας.

Για την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών εισήχθη η ιδέα της «ελάχιστης κατοικίας». Η «ελάχιστη κατοικία» ήταν μία από τις προτάσεις του Bauhaus και επιδίωκε την οικονομία και τον ορθολογισμό στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, ούτως ώστε η ικανοποιητική διάταξη της κατοικίας να συνδυαστεί με την ανάγκη μείωσης του κόστους παραγωγής. Το  διαμέρισμα μιας εργατικής – κοινωνικής κατοικίας δεν θα ήταν δυνατό να προκύψει απλά ως μικρογραφία του διαμερίσματος της αστικής κατοικίας καθώς οι ανάγκες και τα ζητούμενα ήταν τελείως διαφορετικά. Η απάντηση που έδωσε το μοντερνιστικό αρχιτεκτονικό κίνημα αποτυπώθηκε σχεδιαστικά στη μετατόπιση του κέντρου του σπιτιού. Ενώ δηλαδή στις παλαιότερες προβιομηχανικές περιόδους, η «καρδιά του σπιτιού» ήταν η κουζίνα – τραπεζαρία, τώρα το βάρος πέφτει σε έναν ευρύ χώρο διημέρευσης για όλη την οικογένεια (καθιστικό), και η κουζίνα περιορίζεται στον κύριο λειτουργικά ρόλο της, αποκλειστικά δηλαδή στην ετοιμασία και διαχείριση του φαγητού[13].

Το μεγάλο πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας το οποίο εφαρμόστηκε στη Φρανκφούρτη, και υλοποιήθηκε κάτω από την εποπτεία του Ernst May, ήταν από τις πλέον χαρακτηριστικές εφαρμογές της «ελάχιστης κατοικίας». Το σχεδιασμό της κουζίνας στις κατοικίες αυτού του προγράμματος ανέλαβε το 1925 η Margarete Schütte – Lihotzky, η μοναδική γυναίκα αρχιτέκτων στην ομάδα του May. Στην πρώτη της εκδοχή, η κουζίνα της Lihotzky, είχε εμβαδό επιφάνειας 6.43 τ.μ., το οποίο μειώθηκε σε 5.50 τ.μ. στην πορεία του προγράμματος κοινωνικών κατοικιών.

Η κουζίνα στο μοντέρνο κίνημα σχεδιάστηκε, περισσότερο από κάθε άλλο μέρος της κατοικίας, με βάση τον ορθολογισμό και τον λειτουργισμό της μηχανής. Στην κουζίνα δηλαδή εγγράφονται σε πολύ μεγάλο ποσοστό οι απαιτήσεις των λογικιστών και των Bauhaus αρχιτεκτόνων. Τα μοντέλα κουζίνας που χρησιμοποίησε η Lihotzky ως πρότυπα ήταν μακριά από τις παραδοσιακές κουζίνες και γενικότερα εκτός της οικιακής σφαίρας: την ενέπνευσαν τα μαγειρεία πλοίων, η τροχήλατη κουζίνα, η τραπεζαρία των τρένων, και το βαγόνι γεύματος.[14] Οι κατεξοχήν χώροι δηλαδή, που ενσωματώνουν εξολοκλήρου το πρόταγμα του λειτουργισμού και του ορθολογισμού.

Η κουζίνα της Φρανκφούρτης, στην πιο διαδεδομένη εκδοχή της είχε διαστάσεις 1,96Χ3,44 τ.μ., ήταν φωτεινή και αεριζόταν καλά, αντίθετα με την κλασική κουζίνα των κατοικιών της εργατικής τάξης. Ο φούρνος τοποθετήθηκε στη μία γωνία και ο νεροχύτης στη άλλη. Το τραπέζι του φαγητού, που ήταν έξω από την κουζίνα – εργαστήριο, δεν έπρεπε να απέχει πάνω από τρία μέτρα από τον πάγκο της κουζίνας. Η νέα κουζίνα παρέπεμπε σε βιομηχανική κατασκευή και ουσιαστικά ήταν η πραγματοποίηση της κουζίνας ως μηχανή. Όλη η διάταξη είχε προκύψει μετά από συγκεκριμένες μετρήσεις και χωρομετρικούς υπολογισμούς. Για παράδειγμα, η Lihotzky υπολόγισε ότι σε μια παλιά εργατική κουζίνα, η συνολική απόσταση που θα έπρεπε να κάνει μια νοικοκυρά για να μεταφέρει τα πιάτα από την τραπεζαρία στον νεροχύτη και από εκεί στα ντουλάπια ήταν 19 μέτρα. Η ίδια απόσταση στην κουζίνα της Φρανκφούρτης υπολογίστηκε 8 μέτρα[15].

Η κουζίνα της Lihotzky υπερτερούσε σε σχέση με κάθε άλλη Bauhaus κουζίνα για δύο λόγους. Κατ’ αρχάς ικανοποιούσε περισσότερο από όλες τις άλλες κουζίνες την απαίτηση για τον εξορθολογισμό των οικιακών εργασιών. Επίσης η Lihotzky έδωσε στην κουζίνα το στάτους ενός προϊόντος προς κατανάλωση.[16] Δημιούργησε έναν προκατασκευασμένο θαλαμίσκο, η τοποθέτηση του οποίου γινόταν με γερανό στο χώρο της κουζίνας. Δημιουργήθηκαν περίπου 10000 τέτοιες προκατασκευασμένες κουζίνες. Με λίγα λόγια η Lihotzky κατάφερε να θέσει σε λειτουργία μια γραμμή παραγωγής «κουζίνας».

Μια ακόμη καινοτομία της κουζίνας αυτής, που συνδέεται και με την γενικότερη τάση των κρατών για εκσυγχρονισμό στην περίοδο του μεσοπολέμου, ήταν η άμεση «εξάρτηση» της κουζίνας από τις νέες τεχνολογίες. Στη Φρανκφούρτη υπήρχε η ικανότητα να παραχθεί ενέργεια, πολύ μεγαλύτερη από τις ανάγκες της υπάρχουσας αγοράς. Η υπερκάλυψη αυτή ισορροπήθηκε από την εισαγωγή όλων αυτών των νέων εξ-ηλεκτρισμένων κατοικιών του οικιστικού προγράμματος.[17]

Η λειτουργικότητα και ο ορθολογισμός στον σχεδιασμό υποτίθεται ότι θα βοηθούσαν τις γυναίκες να αποδεσμευτούν από την ολοήμερη φροντίδα του σπιτιού. Παρατηρούμε όμως τελικά ότι ο σαφής διαχωρισμός της κουζίνας από το υπόλοιπο σπίτι σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη ταύτιση της «γυναικείας σφαίρας» με τον χώρο της κουζίνας, οδήγησε τη νοικοκυρά στην απομόνωση. Μέσα στην κατοικία, η σφαίρα της γυναίκας εμποδιζόταν να εισβάλλει στην ηρεμία των άλλων σφαιρών, για να μην διαταράσσει, με τις θορυβώδεις δραστηριότητες, την ισορροπία του υπόλοιπου σπιτιού. Οι οικιακές εργασίες δηλαδή καθίστανται αόρατες και εσωτερικές, σε αντίθεση με τα εξωτερικά καθήκοντα του συζύγου.

Μέσα από αυτόν τον απόλυτο διαχωρισμό του χώρου της κουζίνας από τους υπόλοιπους χώρους του σπιτιού παρατηρούμε ότι η νοικοκυρά – εργάτρια «εντοιχίζεται» μαζί με τα έπιπλα της κουζίνας της Φρανκφούρτης, της πρώτης εντοιχισμένης κουζίνας. Έξω από την κουζίνα υπάρχει η σύζυγος, η μητέρα, η φίλη. Μέσα στην κουζίνα υπάρχει η νοικοκυρά – εργάτρια του σπιτιού. Η κουζίνα δηλαδή στις εργατικές κατοικίες της Φρανκφούρτης είναι ένα «μαύρο κουτί»,[18] όπου κάθε διαδικασία που συμβαίνει εντός του, παρουσιάζεται ως συντελεσμένο αποτέλεσμα δίχως αναφορά στις διαδικασίες παραγωγής του. Ό,τι συμβαίνει στην κουζίνα, αρχίζει και τελειώνει εντός της.

Επίλογος

Είδαμε ότι η ορθολογική οργάνωση και η οικονομία του χώρου επιχείρησαν να καταστήσουν, ως μέτρο του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού της κατοικίας, τις δυνατότητες και τις ανάγκες του ίδιου του ανθρώπου. Η οργάνωση της κατοικίας ως ένα ενιαίο σύνολο αλλά και κάθε επιμέρους χώρου, με γνώμονα τις διαστάσεις και τις βιολογικές ανάγκες των κατοίκων (ελάχιστη κατοικία), για την περίοδο του μεσοπολέμου ήταν περισσότερο από μια απλή καινοτομία. Ήταν ουσιαστικά η υλοποίηση των επιδιώξεων μιας ολόκληρης εποχής, που αποκρυσταλλώθηκε στη φιλοσοφία του «Κύκλου της Βιέννης». Οι αρχιτέκτονες του Bauhaus προσπάθησαν μέσα από την επιστημονικοποίηση της αρχιτεκτονικής, να εδραιώσουν έναν λειτουργικό σχεδιασμό ο οποίος στόχευε στο κοινό, το τυπικό και το καθολικά εφαρμόσιμο.

Μελετώντας το παράδειγμα της κουζίνας της Φρανκφούρτης είδαμε πως ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός καθορίζει τις έμφυλες σχέσεις και διαφορές, και ταυτόχρονα πως τα έμφυλα πρότυπα καθορίζουν τον σχεδιασμό της κατοικίας. Η λειτουργικότητα και ο ορθολογισμός, έννοιες που αποτέλεσαν την ιδεολογική βάση του σχεδιασμού της ελάχιστης κατοικίας την περίοδο του μεσοπολέμου, επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της οικογένειας και τον μετασχηματισμό της οικιακής εργασίας σε απομονωμένη, αναπαραγωγική, απλήρωτη εργασία.[19] Ταυτόχρονα οι αρχιτέκτονες, ταυτίζοντας την διαχείριση των οικιακών εργασιών με τη «γυναικεία φύση», διαίρεσαν την κατοικία με βάση τη θεωρία των «χωριστών σφαιρών», αντιστοιχίζοντας τον χώρο της κουζίνας με τη «γυναίκεια σφαίρα». Η «ανδρική σφαίρα» δεν «χωρούσε» πλέον στην μικρή κουζίνα της Φρανκφούρτης. Ο σχεδιασμός αυτός λοιπόν κατέστησε τις οικιακές εργασίες αόρατες και εσωτερικές, σε αντίθεση με τα εξωτερικά ανδρικά καθήκοντα.

 

Βιβλιογραφία

[1] Galison, P., Aufbau/Bauhaus: Logical Positivism and Architectural Modernism, στο: Critical Inquiry, Vol. 16, No. 4, Summer, 1990.

[2] Henderson, S., A revolution in the woman’s sphere: Grete Lihotzky and the Frankfurt Kitchen, στο Coleman, D., Danze, E., Henderson, C., (ed.), Architecture and Feminism, New York: Princeton Architectural Press, 1996.

[3] Heßler, Μ., The Frankfurt Kitchen: The Model of Modernity and the “Madness” of Traditional Users, 1926 to 1933, στο Oldenziel, R., Zachmann, K., (ed.), Cold War Kitchen: Americanization, Technology, and European Users, Massachusetts: MIT Press, 2009.

[4] Roberts, Μ., Living in a Man-Made World: Gender Assumptions in Modern Housing Design, [ελεύθερη μετάφραση των κεφαλαίων 2 έως 8 του βιβλίου από τη Σαλώμη Χατζηβασιλείου, λέκτορα στο Ε.Μ.Π., διαθέσιμη στο http://iktinos2.arch.ntua.gr], London: Routledge 1991.

[5] Αλεξάκη, O., Γούβαλη, O., Ο ρόλος των έμφυλων σχέσεων στον σχεδιασμό της κατοικίας Παραδείγματα από το Μοντέρνο Κίνημα, αδημοσίευτη διάλεξη, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών – Τομέας Ι, Αθήνα: ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: http://www.arch.ntua.gr/lectures, 2012.

[6] Γκιοτσαλίτης, Κ., Οι προσφυγικές πολυκατοικίες του ’30, αδημοσίευτη διάλεξη, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Αθήνα: ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: http://www.arch.ntua.gr/lectures, 2013.

[7] Κιντή, Β., Από τον προοδευτικό Κύκλο της Βιέννης στον αντιδραστικό Λογικό Θετικισμό, Cogito 07, 2007.

[8] Λαδά, Σ., Μύθοι και πραγματικότητες, το ‘ιδανικό σπίτι’, ο ρόλος της κατοικίας στην κατά φύλα διαίρεση του χώρου, στο: Λαδά, Σ., (επιμ.),  Μετα-τοπίσεις: Φύλο, διαφορά και αστικός χώρος, Αθήνα: future, 2009.

[9] Μπαλτάς, Α., Πρόλογος στην ελληνική έκδοση, στο: Ρεντετζή, Μ., (επιμ.),  Ο χώρος του Επιστημονικού εργαστηρίου, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 2011.

[10] Πανουτσόπουλος, Γ., Επιστήμη, Τεχνολογία και Νεορομαντισμός στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, αδημοσίευτη διπλωματική εργασία, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Ιστορία και Φιλοσοφία της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, Αθήνα: ΕΚΠΑ, ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: https://uoa.academia.edu/GrigorisPanoutsopoulos, 2011.

[11] Τσιαμπάος, Κ., H αρχιτεκτονική επιστήμη: Η επίδραση του λογικού θετικισμού στην ελληνική πολεοδομία και αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα, (μεταδιδακτορική έρευνα), Αθήνα: ΕΜΠ. Διαθέσιμη στο: https://ntua.academia.edu/KostasTsiambaos, 2011.

[12] Τσιτσάνης, Δ., Η κοντινή μας Βαϊμάρη: Τέχνη και πολιτική στο Bauhaus, [άρθρο στο διαδίκτυο], διαθέσιμο στο: https://akea2011.com/2011/10/03/ikontinimasvaimari/, 2011.

 

Σημειώσεις:

[1] Τα ιστορικά στοιχεία για τον Κύκλο της Βιέννης και τον Λογικό Θετικισμό τα δανείζομαι από την Κιντή, 2007, σελ. 78-82.

[2] Μπαλτάς, 2011, σελ. xiii.

[3] Πανουτσόπουλος, 2013 σελ. 59.

[4] Galison, 1990, σελ. 709.

[5] Τσιτσάνης, 2011, http://akea2011.wordpress.com/2011/10/03/ikontinimasvaimari/.

[6] Τσιαμπάος, σελ. 15, επίσης Galison, 1990, σελ. 716.

[7] https://en.wikipedia.org/wiki/Weimar_Constitution

[8] Αλεξάκη, Γούβαλη, 2012, σελ. 27.

[9] Henderson, 1996, σελ. 221-223.

[10] Ό.π, σελ. 223.

[11] Λαδά, 2009, σελ. 18-19.

[12] Henderson, 1996, σελ. 227.

[13] Γκιοτσαλίτης, 2013, σελ. 89-91.

[14] Henderson, 1996, σελ. 235.

[15] Heßler, 2009, σελ. 171.

[16] Ό.π, 171-172.

[17] Henderson, 1996, σελ. 239.

[18] Το «μαύρο κουτί» χρησιμοποιείται όπως ορίζει την έννοια  ο Bruno Latour στο έργο του Science in Action. Σύμφωνα με τον Latour, ένα «μαύρο κουτί» είναι ουσιαστικά το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας χωρίς να γίνεται αναφορά στον τρόπο που αυτή παράχθηκε.

[19] Λαδά, 2009, σελ. 26.

 

Διαβάστε ακόμα

Η κομμουνίστρια που επινόησε την εντοιχισμένη κουζίνα

 

Share

Καλή νοικοκυρά είναι εκείνη που μαγειρεύει συλλογικά

Kitchen-Getty

της Δήμητρας Σπανού

Ανήμερα Χριστούγεννα έκανα το μοιραίο λάθος να ανοίξω την τηλεόραση μετά από πολύ καιρό, για να πέσω πάνω σε εκπομπές μαγειρικής.

Μεγάλη γκλαμουριά. Άντρες και γυναίκες σεφ, μόνοι ή με παρέα, χτυπάγανε φαγώσιμα σε υπερσύγχρονα μίξερ και βουτυρώνανε ταψιά, για να φτιάξουν είτε κάτι με περίεργο όνομα είτε “σύγχρονες εκδοχές κλασικών φαγητών” ή κάτι “εύκολο και γρήγορο για όλη την οικογένεια”. Οι κουζίνες πεντακάθαρες, τακτοποιημένες, μοιάζανε λες και μπορείς να φας από το πάτωμα. Ευρύχωρες, με πάγκους που πάντοτε περισσεύουν και ποτέ δεν γεμίζουν και έναν νεροχύτη που ποτέ δεν έχει άπλυτα. Με πανάκριβο εξοπλισμό και “πρώτες ύλες” που συνήθως δεν βρίσκεις στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς. Πρωταγωνιστές είναι άλλοτε κυρίες με λουκ κομμωτηρίου και άλλοτε κύριοι με εξίσου ακούνητο το μαλλί-χωρίστρα, που όλα τα βρίσκουν θεϊκά και εύκολα και δίνουν οδηγίες στις νοικοκυρές με την άνεση της βαθιάς σοφίας τους γύρω από το φαΐ. Ψεύτικο σκηνικό, ψεύτικη χαρά. Ένα γλαστράκι στο φόντο ή κάποιο στολίδι, μέρες που είναι, προσπαθεί να σπάσει την αίσθηση του σκηνικού.

Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω σε ποιά σπιτικά ζουν αυτές οι χαρωπές νοικοκυρές. Κι όμως, βλέπω φίλες κατά καιρούς να προσπαθούν να μετουσιωθούν σε Βέφες του 21ου αιώνα. Με τάμπλετ και ποδιές με χαριτωμενιές, βέβαια. Που ξυπνάνε χάραμα για να φτιάξουν τα καπκέικ για το κυριακάτικο μπρέκφαστ με τον καλό τους- και τη Δευτέρα χτυπιούνται στο ελλειπτικό για να τα χάσουν. Που εφευρίσκουν τρόπους για να μην χαλάει το νύχι όταν πλένουν τα ζαρζαβατικά και προσπαθούν να τελειοποιήσουν την τέχνη του να είναι περιποιημένες ενώ κάνουν τις νοικοκυρές. Σε στενόχωρες κουζίνες, με τα μαχαίρια του ΙΚΕΑ.

Ακόμα και σήμερα που αποκτήσαμε πια συλλογικές εμπειρίες από το δρόμο, που ενώσαμε τις φωνές μας ενάντια σε κυβερνήσεις και μέτρα, που δακρύσαμε και χαρήκαμε σε πλατείες και συνελεύσεις, στο τέλος της μέρας γυρνάμε καθεμιά στο δικό της σπίτι. Κι όταν η πόρτα κλείνει οι νέες συλλογικές εμπειρίες καλούνται να αναμετρηθούν με την πεζή ρουτίνα – ψώνισε, καθάρισε, μαγείρεψε, πλύνε. Και όλα αυτά χαμογελαστή και περιποιημένη. Λες και ο αγώνας είναι άλλος πλανήτης από τις καθημερινότητές μας. Δυστυχώς τα εγχειρήματα που επιδιώκουν να ανατρέψουν αυτή την κυρίαρχη εικόνα με πολιτικούς όρους είναι ακόμα πολύ λίγα.

Έτσι λοιπόν, αυτά που θυμάμαι πραγματικά με μεγάλη αγάπη και στα οποία ανατρέχω, είναι εκείνα τα “συλλογικά” τραπέζια με φίλους. Εκείνα όπου καθένας και καθεμιά βάζει ό,τι μπορεί- καμιά φορά ό,τι πρόλαβε να βρει μετά τη δουλειά. Μαγείρεμα μαζί, γέλιο, χαβαλές. Στο τέλος πάντα κάποιος ή κάποια προθυμοποιείται και πλένει. Μοιρασιά στη δουλειά, μοιρασιά στην ανταμοιβή, χωρίς μεζούρες. Κι έτσι δεν παύω να αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν αυτό δεν ήταν μια στο τόσο. Αν ήταν μέρος της καθημερινότητας. Χωρίς το μέτρο της “πιο καλής μαγείρισσας” και της “νοικοκυράς”, χωρίς “δούλα και κυρά”, ντεκαπάζ και ιλουστρασιόν χαμόγελα κάτω από τόνους μακιγιάζ. Χωρίς άπιαστα και κουραστικά πρότυπα, αλλά όπως νιώθουμε πιο άνετα με τους εαυτούς μας. Εύχομαι τη χρονιά που έρχεται αυτές οι εμπειρίες να αποτελέσουν αφετηρίες ώστε να φανταστούμε νέες ρουτίνες, βασισμένες στη συντροφικότητα, το σεβασμό και την αλληλοβοήθεια.

 

Share

Καθένας με το ταίρι του 

Egon_Schiele_016

της Coral Herrera

Στοιχηθείτε ανά δύο παρακαλώ. Και αν είναι δυνατόν με άτομο του άλλου φύλου. Ευχαριστώ.

Η ιδέα του έρωτα που κληρονομήσαμε από την αστική τάξη του 19ου αιώνα θεμελιώνεται στον πιο αδίστακτο ατομικισμό: δεν είναι τυχαίο ότι από παιδιά μας γανώνουν το κεφάλι με την ιδέα ότι πρέπει να βρούμε ένα ταίρι. Η παρακμή των θρησκευτικών και πολιτικών ουτοπιών έφερε μια νέα ουτοπία, αυτή του ρομαντισμού, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα μας. Καθώς δεν πιστεύουμε πια ότι μπορούμε να σωθούμε όλοι μαζί, ως κοινωνία, ας περάσουμε τη ζωή μας ψάχνοντας να βρούμε κάποιον που να μας αγαπάει, και αφού μπήκαμε στη διαδικασία, κάποιον με τον οποίο να αναπαραχθούμε, να μοιραστούμε τους λογαριασμούς και να λύσουμε τα προβλήματά μας.

Ο πατριαρχικός ρομαντισμός βασίζεται στη φιλοσοφία “ο σώζον εαυτώ σωθήτω”, διαιωνίζεται από τα παραμύθια που μας διαβάζουν όταν είμαστε παιδιά, για να εγκατασταθεί στο υποσυνείδητό μας, εκεί που δεν φτάνει η λογική ανάλυση. Μέσα από ταινίες και τραγούδια, μέσα από τα στερεότυπα και τους πατριαρχικούς ρόλους που βλέπουμε παντού γύρω μας, απορροφούμε αυτή την ηγεμονική ιδεολογία. Με βάση αυτές τις αξίες χτίζουμε την αρρενωπότητα και τη θηλυκότητά μας και μιμούμαστε προκάτ μοντέλα ερωτικών σχέσεων. Το αποτέλεσμα της επικράτησης του “μαγικού ρομαντισμού” σε κάθε πτυχή της ζωής μας, είναι να πιστεύουμε τελικά ότι η αγάπη είναι η σωτηρία μας. Αλλά μόνο για τους εαυτούς μας, για σένα και για μένα, οι υπόλοιποι να κόψουν το λαιμό τους.

Η σύγχρονη ρομαντική αγάπη μας προσφέρει μια εξατομικευμένη λύση στα προβλήματα της πραγματικότητας. Όσο χτίζονται φωλίτσες αγάπης, τόσο αδειάζουν οι πλατείες γιατί εμείς ψάχνουμε το άλλο μας μισό καταναλώνοντας χάπι έντ. Ο ρομαντισμός του “ο σώζον εαυτώ σωθήτω” χρησιμεύει στο να υιοθετούμε ένα τρόπο ζωής βασισμένο στο ζευγάρι και την πυρηνική οικογένεια. Χρησιμεύει στο, κυρίως εμείς οι γυναίκες, να ξοδεύουμε τις οικονομίες μας, τον χρόνο και την ενέργειά μας, αναζητώντας το έτερο μας ήμισυ. Έτσι δεν αφοσιωνόμαστε σε άλλους στόχους, πιο δημιουργικούς ή χρήσιμους.

Ο καθένας (πνίγοντας τον πόνο του) με το ταίρι του. Οι πολιτιστικές και κτηματομεσιτικές βιομηχανίες μας πουλάνε ρομαντικούς παραδείσους για να κλειστούμε σε ευτυχισμένα σπιτικά. Νομίζω ότι αυτό αποτελεί μεγάλο μέρος της αιτίας που η πλειοψηφία του κόσμου παραμένουν κοιμισμένοι και αποδέχονται την απώλεια δικαιωμάτων και ελευθεριών, αποδίδοντας τα προβλήματά τους στην κακοτυχία ή διαμαρτυρόμενοι μέσα στα σπίτια τους μπροστά από την τηλεόραση, περιμένοντας να περάσει η μπόρα.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ποτέ δεν προωθούν την κοινωνική αγάπη, παρά μόνο όταν είναι να μας πουλήσουν Ολυμπιάδες ή ασφάλειες ζωής. Αν όλοι αγαπιόμασταν πολύ, το σύστημα θα κλονιζόταν, γιατί θα μπορούσαμε να οργανωθούμε για να υπερασπίσουμε τα δικαιώματά μας και να διαχειριστούμε τους πόρους μας, και αυτό θα ήταν επικίνδυνο. Για αυτό και προτιμούν να ενώνουμε τις ζωές μας δύο-δύο και όχι είκοσι-είκοσι: ένα ζευγάρι απογοητεύεται και παραιτείται πολύ πιο εύκολα από ότι μια μεγάλη ομάδα, είναι πιο εύκολο να αναπτυχθεί απογοήτευση  και παραίτηση σε ένα ζευγάρι παρά σε ομάδες ανθρώπων.

Το πρόβλημα του έρωτα είναι ότι τον αντιμετωπίζουμε σαν να είναι προσωπικό θέμα, παρόλο που κάνει εκατομμύρια άτομα στον κόσμο δυστυχισμένα. Αν έχεις βαρεθεί να είσαι μόνη, αν ο/η σύζυγός σου θέλει διαζύγιο, αν ερωτευτείς τρελά χωρίς ανταπόκριση, αν ανέχεσαι υποτιμητική συμπεριφορά και ταπεινώσεις, αν ο/η σύντροφός σου σε απατάει, είναι δικό σου το πρόβλημα.

Κι όμως, τα ίδια συμβαίνουν σε πολλά εκατομμύρια ανθρώπων. Αν το να υποφέρεις για τον έρωτα είναι κάτι παγκόσμιο, τότε δεν είναι ένα ατομικό πρόβλημα, αλλά συλλογικό. Για κάποιους ο έρωτας είναι πρόβλημα επειδή δεν τον έχουν και για άλλους επειδή πίστεψαν στον πατριαρχικό ρομαντισμό και έχτισαν σπιτικές κολάσεις με βάση τη λογική κυρίαρχου/κυριαρχούμενου. Αυτή η λογική κυριαρχίας και υποταγής δημιουργεί ανελέητες μάχες για εξουσία στο εσωτερικό τον σπιτιών και διαιρεί τους άντρες και τις γυναίκες σε δυο πλευρές που αντιπαρατίθενται ως την αιωνιότητα. Πρόκειται για καθημερινές μάχες των φύλων που μας εξαντλούν και επιδεινώνουν την ποιότητα ζωής μας: τη δική μας και των γύρω μας.

Το προσωπικό είναι πολιτικό και ο τρόπος που ερωτευόμαστε μας είναι πατριαρχικός, παρόλο που δεν θέλουμε να μιλήσουμε για αυτό, γιατί τα συναισθήματα μας δεν είναι “σοβαρό” θέμα για ασχοληθούν με αυτό συνέδρια και συνελεύσεις. Οι ερωτικές μας σχέσεις μας κάνουν να υποφέρουμε και είναι απίστευτα συγκρουσιακές: κι όμως, συνεχίζουμε αγκιστρωμένοι στα καθιερωμένα μοντέλα ερωτικής συμπεριφοράς, γιατί η πατριαρχία κυλάει στις φλέβες μας.

Κάνουμε αναλύσεις γύρω από την ελευθερία, την γενναιοδωρία, την ισότητα, τα δικαιώματα, την αυτονομία… αλλά στο κρεβάτι και στο σπίτι δεν είναι τόσο εύκολα τα πράγματα: δεν μπορούμε να μοιράσουμε ισότιμα τις δουλειές τους σπιτιού, να αντιμετωπίσουμε τη ζήλεια μας, να επικοινωνήσουμε με ειλικρίνεια, να αντιμετωπίσουμε τους φόβους μας, να χωρίσουμε με στοργή.  Πρέπει να τολμήσουμε να σπάσουμε τις παλιές συνήθειες για να μάθουμε να αγαπιόμαστε καλά, να δημιουργούμε όμορφες σχέσεις, να νοιαζόμαστε για πολλούς ανθρώπους και όχι μόνο για το ταίρι μας.

Για να αλλάξουμε ή να βελτιώσουμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε, πρέπει να αντιμετωπίσουμε πολιτικά το θέμα του έρωτα και δημιουργήσουμε δεσμούς στοργής πέρα από το ζευγάρι. Πρέπει να αποδομήσουμε και να ξανασκεφτούμε τον έρωτα για να βελτιώσουμε τις εργασιακές μας σχέσεις, τις σχέσεις μας με τους γείτονες, με τους φίλους μας, για να μπορέσουμε να φτιάξουμε πιο ισότιμες και διαφορετικές σχέσεις, για να βελτιώσουμε τη συνύπαρξη μεταξύ των λαών. Δείχνοντας εμπιστοσύνη στους άλλους, αλληλοεπιδρώντας στους δρόμους, φτιάχνοντας δίκτυα αλληλεγγύης και συνεργασίας. Δουλεύοντας ενωμένοι για να κτίσουμε μια ισότιμη, οριζόντια και πιο αγαπημένη κοινωνία.

Πρέπει λοιπόν, να δώσουμε περισσότερο χώρο στον έρωτα στη ζωή μας, να μην τον περιορίζουμε μέσα στο ζευγάρι, και να μάθουμε να αγαπάμε καλά και να αγαπάμε πολύ. Πόσο πολύ το χρειαζόμαστε…

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα el diario και μπορείτε να το βρείτε εδώ 

μετάφραση: Ιουλία Λειβαδίτη

 

 

Share

Ο Χώρος και ο Χρόνος των γυναικών

της Φλώρας Νικολιδάκη

Έχετε σκεφτεί ποτέ πόσος είναι ο χώρος των γυναικών στον πλανήτη γη?

Μη βιαστείτε να απαντήσετε: όλος, ή, ο μισός.

Θα θέλατε να ζείτε στην Αφρική? Όχι βέβαια ως λευκή, υγιής και πλούσια. Αλλά ως  μια μέση γυναίκα. Με πιθανότητες 98% η ζωή σας να ήταν μια ολοήμερη προσπάθεια για την επιβίωση των παιδιών σας σε συνθήκες που είναι δύσκολο να αντιληφθούμε στην Ευρώπη, ακόμη και της χειρότερης οικονομικής κρίσης. Μια σοβαρή πιθανότητα θα ήταν να πολεμάγατε με το όπλο στο χέρι, ενώ μια καθόλου ευκαταφρόνητη πιθανότητα θα ήταν να ήσασταν αιχμάλωτη του κυκλώματος αναγκαστικής πορνείας, φορέας του aids, φυλακισμένη ή τοξικομανής.

Θα θέλατε να ζείτε στην Ασία? Γυναίκα ενός «νόμιμου» ή άτυπου χαρεμιού? Σύζυγος μεγιστάνα κλεισμένη σε χρυσό κλουβί? Με μπούργκα, μαντήλα, στολή?

Ασφαλώς θα μπορούσατε να ζήσετε στην Αυστραλία, στη Β. Αμερική, στη Νότιο Αμερική, προσωπικά θα μου άρεσε η Μόσχα και φυσικά όλες μαζί θα αναφωνήσουμε ότι ναι, θέλουμε να ζήσουμε στην Ευρώπη.

Άρα, ο κόσμος για μας είναι απελπιστικά πιο μικρός.

Με το χρόνο τι γίνεται?

Ένα έτος είναι 52 εβδομάδες. Άρα και 52 Σαββατοκύριακα. Δηλ. 104 ημέρες. Κάτι λιγότερο από το 1/3 του χρόνου.

Για τις 261 ημέρες του χρόνου δεν γεννάται θέμα. Άνδρες και γυναίκες, αν δεν τους έχει πέσει το λαχείο, δεν πήραν μεγάλη κληρονομιά και στην άχαρη ζωή τους δεν συναντήθηκαν με κανένα Χριστοφοράκο, δεν έπεσαν πάνω σε κάποια μίζα, η κατάσταση είναι πανομοιότυπη: τρέξιμο με άγχος, τρέξιμο με στυλ, τρέξιμο αθλητικό, τρέξιμο στο ρελαντί κλπ. κλπ. Πάντως τρέξιμο. Καλά που εφευρέθηκε από παλιά και το διπλό συζυγικό κρεβάτι, η νυφική παστάδα, ο τάφος του ινδού (δικός μου ο όρος), και έχει έναν τόπο συνάντησης το ερωτευμένο ζευγάρι του σύγχρονου προλεταριάτου, που κατέκτησε βέβαια την ελευθερία στον έρωτα, αλλά δεν έχει χρόνο να τον κάνει.

Αυτή τη ζώνη λοιπόν των 261 ημερών την αφήνω για το μέλλον όταν θα αλλάξει το σύστημα.

Μένουμε στις 104 ημέρες του Σ/Κ.

Εχουμε:

  1. Εξωσχολικές δραστηριότητες παιδιών το πρωί, παιδικά πάρτι το απόγευμα.
  2. Φαγητό με τη μητέρα, πεθερά.
  3. Επισκέψεις για γιορτές, νοσοκομεία.
  4. Μια-δυό κηδείες, θα πέσουν σίγουρα.
  5. Βδομαδιάτικες εργασίες στο σπίτι.
  6. Ψώνια.

Σύνολο = 64 ημέρες το χρόνο.

Τυχερούλες, έχουμε 40 ολόκληρες μέρες το χρόνο για να τα πούμε, να γίνουμε ωραίες, να γνωρίσουμε την πέραν ημών ανθρωπότητα, να εκπολιτιστούμε.

Και είμαστε και καλά, γιατί είμαστε στην Ευρώπη.

Share

Συμβίωση: μια αόρατη καθημερινότητα…

της Φλώρας Νικολιδάκη

Η συμβίωση ορίζεται ως η συνύπαρξη στον ίδιο χώρο, είτε ατόμων, είτε κοινωνικών ομάδων, είτε κρατών.

Η συμβίωση μπορεί να είναι αναγκαστική, ως απορρέουσα από κοινωνικούς και νομικούς κανόνες- έγγαμοι, γονείς-παιδιά μέχρι την ενηλικίωση τους, κλπ. Μπορεί να είναι όμως και εθελοντική  με κίνητρο τον έρωτα, τη φιλία, την υγεία, την ηλικία, ή απλώς τα στενά οικονομικά.

Η θέση των γυναικών στη συμβίωση μέχρι και τον 19ο αιώνα είναι θέση υποχρεωτική. Η γυναίκα συμβιώνει στην πατριαρχική οικογένεια, με τον άνδρα της, με την πεθερά της ως χήρα ή διαζευγμένη ξανά με την πατριαρχική οικογένεια. Ως ερωμένη «σπιτώνεται» με τον εραστή, ως πόρνη «σπιτώνεται» με την τσα-τσα.

Από τον 20ο αιώνα η κοινωνία αποδέχεται τη μονογονεική οικογένεια, την εργένισσα και τον εργένη. Οι φοιτήτριες αρχίζουν να συγκατοικούν όταν σπουδάζουν μακριά από το σπίτι, η γυναίκα εργαζόμενη που δεν έχει παντρευτεί ακόμα, μπορεί πλέον να νοικιάζει σπίτι και να ζει μόνη ή συγκατοικώντας. Το στερεότυπο σιγά-σιγά σπάει. Η σημερινή κοινωνία αποδέχεται σε μεγάλο βαθμό όλων των ειδών τις συμβιώσεις: ετερόφυλων χωρίς γάμο, ομόφυλων λόγω φιλίας ή έρωτα, ετερόφυλων και ομόφυλων για οικονομικούς και ηλικιακούς λόγους.

Τα «τυπικό δείγμα», ανδρόγυνο, παιδιά, σπίτι, αυτοκίνητο, σκύλος, πεθερικά, στην εποχή μας χάνει την αίγλη του και ειδικά μετά την πρόσφατη οικονομική κρίση. Μπορούμε να πούμε ότι μέσα στη δίνη των μνημονίων, οι τυπικοί κοινωνικοί ρόλοι δέχονται αλλεπάλληλα χτυπήματα και οι φορείς αυτών των ρόλων συχνά έχουν το αίσθημα της αυτοπαγίδευσης.

Τα άτομα που έχουν επιλέξει έναν άλλο τρόπο ζωής νοιώθουν δικαιωμένα από τις εξελίξεις. Κατά τη γνώμη μου τα στοιχεία αυτά θα φέρουν σύντομα αλλαγές στη συνείδηση των γυναικών κυρίως, οι οποίες στην πλειοψηφία τους στήριξαν άνευ όρων το μοντέλο του «American beauty».

Με τα άτομα να απελευθερώνονται από τα δεσμά των τυπικών μορφών συμβίωσης, δημιουργείται εύφορο έδαφος για να μπολιαστεί η ριζοσπαστική αριστερά της εποχής μας με τις θέσεις, τις γνώσεις, τις εμπειρίες και τις ικανότητες των γυναικών αυτών που πάλεψαν συνειδητά, μέσα από τις ποικίλες μορφές του φεμινιστικού κινήματος, μέσα κι έξω από τα κόμματα, τις κοινωνικές συμβάσεις.

Αυτός είναι ένας από τους βασικότερους λόγους που το φεμινιστικό κίνημα σύντομα πρέπει να επεξεργαστεί νέους κανόνες ύπαρξης των γυναικών και ένα νέο πλαίσιο ηθικής για τη θέση της συνειδητοποιημένης γυναίκας στην κοινωνία που μάχεται κατά του καπιταλισμού αλλά και των δομών της πατριαρχίας που έχουν πλέον συνδεθεί άρρηκτα με τις δομές της εξουσίας του κεφαλαίου.

Share