Subscribe via RSS Feed

Tag: "εργασία"

Γυναίκα και βιομηχανία πορνό: Μια νέα εποχή;

της Λίτσας Στέρπη

Το γνωρίζουμε καλά. Το διαδίκτυο έχει αναδειχτεί σε ένα πανίσχυρο χώρο επικοινωνίας και εμφανίζεται πλέον ως αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης δραστηριότητας, προσφέροντας  τα πάντα –σχεδόν- δωρεάν. Μια από τις αμφιλεγόμενες αλλά ωστόσο  ιδιαίτερα δημοφιλείς υπηρεσίες είναι και η δωρεάν διακίνηση πορνογραφικού υλικού. Ποτέ άλλοτε δεν ήταν πιο εύκολη η χρήση και παρουσίαση «ερασιτεχνικού» πορνό, από ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Χιλιάδες σάιτς οργώνουν το διαδίκτυο και προσφέρουν δωρεάν άφθονο πορνογραφικό υλικό πάσης φύσεως.

Αυτή η απρόσμενη μέχρι πριν λίγα χρόνια εξέλιξη, είχε ένα επίσης μη αναμενόμενο αποτέλεσμα. Γιγαντιαίες εταιρείες  που δραστηριοποιούνται στο χώρο της επαγγελματικής και κάποτε σούπερ προσοδοφόρας βιομηχανίας του πορνό,  πλήττονται  πλέον σοβαρά.

Η κρίση του… «κλάδου» ανέδειξε άλλη μια ενδιαφέρουσα πτυχή. Για πρώτη φορά η βιομηχανία του πορνό έλαβε σοβαρά υπόψη της  τον γυναικείο παράγοντα. Οι γυναίκες πια, διεκδικούν ίση αντιμετώπιση με τους άντρες ακόμα και στον –άβατο έως τώρα- χώρο της βιομηχανίας πορνό. Οι «σκληρές σκηνές» που συνήθως, υποδηλώνουν πλήρη υποταγή της γυναίκας στον άντρα, αντικαθιστώνται με άλλες,  ηπιότερου σεξ, όπου οι γυναίκες έχουν ίσο αν όχι πιο ενεργό ρόλο.

Η νέα αυτή πραγματικότητα γεννά ένα άλλο ενδιαφέρον ερώτημα:  Μπορεί πια να γίνει κοινωνικά αποδεκτό το επάγγελμα της πορνοστάρ;

Εδώ οι απόψεις διίστανται και η απάντηση δεν είναι εύκολη. Πολλοί υποστηρίζουν πως το συγκεκριμένο «επάγγελμα» υποβιβάζει τον ρόλο της γυναίκας, ενώ οδηγεί τους θεατές στο συμπέρασμα πως η ίδια δεν έχει καμιά εξουσία στο σώμα της, εμφανίζοντας την σαν ένα αποκλειστικά σεξουαλικό αντικείμενο. Μέσω αυτού του ρόλου η γυναίκα υποβιβάζεται σε εικόνα, εμφανίζεται ως προϊόν και τελικά λειτουργεί ως μηχανή παραγωγής χρημάτων.

Και ο αντίλογος

Στον αντίποδα βρίσκεται η άποψη, πως αυτό το “επάγγελμα” οδηγεί την γυναίκα στο να ανακαλύψει τον εαυτό της και την σεξουαλικότητα της, ενώ αποδέχεται και αγαπάει το σώμα της.

Αμερικανοί επιστήμονες στα πλαίσια έρευνας  για την σεξουαλική συμπεριφορά και την βιομηχανία πορνό, συμπέραναν ότι οι  γυναίκες «πορνοστάρς» έχουν λιγότερα ψυχολογικά προβλήματα από τις υπόλοιπες… θνητές . Στη ίδια έρευνα υποστηρίζεται ότι η δουλειά που κάνουν αναπτερώνει το ηθικό τους, καθώς αποκτούν περισσότερη εκτίμηση για τον εαυτό τους και το σώμα τους, αποσπώντας τον θαυμασμό των ανδρών. Με βεβαιότητα επίσης, οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι τα ζευγάρια που παρακολουθούν μαζί μια ερωτική ταινία θα βελτιώσουν σημαντικά την σεξουαλική τους ζωή .

Την ίδια ώρα, ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί η αυξανόμενη παρουσία πολλών γυναικών στη βιομηχανία του πορνό θεάματος, όχι μόνο από την θέση της «ηθοποιού». Δεκάδες είναι πια οι γυναίκες που εμφανίζονται στη θέση του σκηνοθέτη ή φωτογράφου ακόμα και παραγωγού των ταινιών. Χωρίς να διαφαίνεται ότι οι «σκληρές» ταινίες πορνό θα αποτελέσουν παρελθόν, είναι εμφανής η στροφή στη περισσότερο «ερωτική» ταινία που αποστασιοποιείται από την κυριαρχία του χυδαίου.  Άλλη μία ένδειξη της προσπάθειας που καταβάλλεται να απενοχοποιηθεί το επάγγελμα της πορνοστάρ.

Πηγή: the insider

 

 

Share

Νέες αρμοδιότητες για τον Συνήγορο του Πολίτη

Αλιεύει η Σοφία Βογιατζή

Διευρύνονται οι αρμοδιότητες του Συνηγόρου του Πολίτη. Η ανεξάρτητη Αρχή θα εξετάζει πλέον αν παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ γυναικών και ανδρών και στους αυτοαπασχολούμενους εργαζόμενους, όταν δέχεται καταγγελίες για διακρίσεις λόγω φύλου σε εργασιακά θέματα.

Συγκεκριμένα, ο ΣτΠ έχει οριστεί ως φορέας παρακολούθησης της εφαρμογής των ρυθμίσεων του νέου νόμου 4097/2012, που στοχεύει στην εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ γυναικών και ανδρών που ασκούν αυτοτελή επαγγελματική απασχόληση. Σημαντική καινοτομία του νόμου είναι η δυνατότητα χορήγησης επιδόματος μητρότητας στις αυτοαπασχολούμενες μητέρες, που επιτρέπει την προσωρινή διακοπή του επαγγέλματός τους λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας για τουλάχιστον 14 εβδομάδες. Η ανεξάρτητη Αρχή αναμένει την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης που θα ορίζει ποιος είναι ο αρμόδιος φορέας για τη χορήγηση του επιδόματος, τον τρόπο, τη διαδικασία, αλλά και το ύψος του.

Πηγή: Αυγή

Share

300 καθαρίστριες στο δρόμο: άλλο ένα αίσχος της κυβέρνησης

της Σίσσυς Βωβού

Το υψηλό κόστος των αμοιβών τους, ύψους 325 ευρώ το μήνα, επικαλέστηκε η κυβέρνηση για την απόφασή της να απολύσει 300 καθαρίστριες εφοριών και άλλων υπηρεσιών του υπουργείου Οικονομικών! Οι καθαρίστριες εργάζονταν με συμβάσεις έργου 4ωρης απασχόλησης, περιορισμένης διάρκειας.

Σε σημερινή ερώτηση βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, διαβάζουμε ότι  «Οι καθαρίστριες αυτές – στη μεγάλη τους πλειοψηφία γυναίκες μεγάλης ηλικίας και με αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις- εργάζονται κάτω από συνθήκες κυριολεκτικά τριτοκοσμικές. Οι εργαζόμενες αυτές δουλεύουν αδιαλείπτως επί χρόνια σε ομηρία και υπό καθεστώς συνεχούς ανασφάλειας, καθώς αναγκάζονται να υπογράφουν συμβάσεις μερικής απασχόλησης, οι οποίες έχουν εξαιρετικά περιορισμένη χρονική διάρκεια. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις οι συμβάσεις αυτές διαρκούν μόλις ένα μήνα! Στο περιεχόμενό τους αναφέρεται ρητά ότι οι εργαζόμενες δεν δικαιούνται κανονική άδεια, γονική άδεια καθώς επίσης και δώρα (Χριστουγέννων, Πάσχα)».

Όπως είναι φυσικό, οι εργαζόμενες αυτές έχουν περιέλθει σε απόγνωση από την συνεχιζόμενη εργασιακή τους ομηρία, ενώ τώρα απειλείται να τελειώσει η ομηρία τους με την «τελική λύση». Δηλώνουν την αντίδρασή τους. Από τη μεριά μας, θεωρούμε ότι μόνο η αλληλεγγύη των μονίμων εργαζομένων αλλά και του συνδικαλιστικού κινήματος γενικότερα, μπορεί να αποτρέψει μια ακόμα εγκληματική πράξη της κυβέρνησης.

 

Share

Τα χωριά SOS ζητούν μητέρες επί πληρωμή

Καλό για τα παιδιά, καλό για άνεργες γυναίκες. Δημοσιεύοντας αυτή την ανακοίνωση, κατανοούμε ότι ο οργανισμός αυτός έχει τις δικές του αρχές και κριτήρια, τα οποία μπορεί και να μην συμπίπτουν με τα δικά μας, ιδιαίτερα στα σημεία που αναφέρονται στο μητρικό πρότυπο ή στο γεγονός ότι δεν καλούν άνδρες να προσφέρουν ανάλογες υπηρεσίες. Πάντως μέσα στην κρίση η παροχή τέτοιου είδους υπηρεσιών σίγουρα προσφέρει κατάλληλες διεξόδους σε ενήλικες και παιδιά, που βρίσκονται σε δύσκολη θέση.

Φ.Σ.

 

Τα Παιδικά Χωριά SOS Βάρης, βλέποντας να αυξάνεται ραγδαία ο αριθμός κάνει έκκληση για πλήρη απασχόληση ζευγαριών και μαμάδων που θα αφιερωθούν στη φροντίδα και την ανατροφή αυτών των παιδιών.

Σύμφωνα με τον διευθυντή του Παιδικού Χωριού SOS στη Βάρη, τα παιδιά που φιλοξενούνται γενικά στα Χωριά είναι είτε θύματα της οικονομικής κρίσης, είτε ορφανά, είτε εγκαταλελειμμένα ή και κακοποιημένα ακόμη.Η υποψήφια μητέρα πρέπει να διαθέτει εκτός από το μητρικό πρότυπο, να προσπαθεί για την ενσωμάτωση των παιδιών στην οικογένεια όπου θα βιώσουν την αποδοχή, την ασφάλεια και τη συλλογικότητα.

Υποκαθιστώντας τη φυσική μητέρα, αναλαμβάνει την κάλυψη των πρακτικών, παιδαγωγικών και ψυχοσυναισθηματικών αναγκών των παιδιών και διασφαλίζει το ζεστό οικογενειακό κλίμα.

Σημαντικό καθήκον και ευθύνη της Μητέρας των χωριών SOS είναι να διαπαιδαγωγήσει τα παιδιά που της έχουν ανατεθεί, ακολουθώντας σύγχρονες παιδαγωγικές μεθόδους με την άμεση υποστήριξη του Παιδαγωγικού προσωπικού προκειμένου τα παιδιά να προσαρμοστούν στην πραγματικότητα της ζωής και να ενσωματωθούν δημιουργικά στην κοινωνία.

Η καταλληλότητά της κρίνεται βάσει συγκεκριμένης διαδικασίας αξιολόγησης όπου εκτιμώνται οι διανοητικές, συναισθηματικές και πρακτικές της ικανότητες μέσα στα πλαίσια της εκπαίδευσης και πρακτικής της στον χώρο του Παιδικού Χωριού SOS.

Γι’ αυτό το λόγο λειτουργεί ανά τακτά διαστήματα Σχολή Μητέρων.

  • Αν αγαπάτε τα παιδιά και θέλετε να ασχοληθείτε με την ανατροφή τους
  • Είστε μεταξύ 32-45 χρονών
  • Χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις
  • Με καλή σωματική και ψυχική υγεία
  • Απόφοιτη Λυκείου

Με δυνατότητα συνεχούς παρουσίας σε ένα από τα Παιδικά Χωριά SOS στην Αθήνα ή Θεσσαλονίκη ή Αλεξανδρούπολη. Τα χωριά SOS προσφέρουν:

  • Ικανοποιητικό μισθό, ασφάλιση, άδεια και 8 ρεπό το μήνα.
  • Διαμονή σε σύγχρονη κατοικία
  • Συνεχή εκπαίδευση και επιμόρφωση
  • Συνεργασία και πλαισίωση από την Παιδαγωγική Ομάδα του Χωριού
  • Συναισθηματική ικανοποίηση με την ενασχόληση με παιδιά

Οι ενδιαφερόμενες μπορούν να απευθύνονται στο τηλέφωνο: 210 8650111 e-mail: soshr@sos-villages.gr

 

 

Share

Δίκαιη εργασία και «βιώσιμη ζωή»: Η υπόθεση της Ευρώπης

Η Christa Wichterich, θεωρητικός και ακτιβίστρια του φεμινισμού, συγγραφέας του βιβλίου «Η παγκοσμιοποιημένη γυναίκα: Καταγραφές από ένα μέλλον ανισότητας» (The Globalised Woman: Reports From A Future Of Inequality), 2000, μελετά τις εργασιακές σχέσεις όπως διαμορφώνονται σε συνθήκες κρίσης του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος. Παρουσιάζοντας μία συνολική θεώρηση των πολύπλευρων κοινωνικών συνεπειών και της κοινωνικής ανισότητας, που οι νέες κυρίαρχες μορφές επισφαλούς εργασίας δημιουργούν -ειδικότερα από τη σκοπιά της αναπαραγωγής διακρίσεων φύλου και της φυλής-, προτείνοντας ένα ριζοσπαστικό μοντέλο που θα ανατρέψει τις κυρίαρχες σχέσεις εργασίας συνδεόμενο με τα χειραφετησιακά προτάγματα του φεμινισμού, αλλά και του αντιρατσιστικού κινήματος.

Μετάφραση του κειμένου: Αλίκη Κοσυφολόγου, Χρυσάνθη Χειμώνα

 

της Crista Wichterich

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με το φαινόμενο της αναδιάρθρωσης της εργασίας εξαιτίας των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Η ιδέα της ασφαλούς και αξιοπρεπούς εργασίας και της πλήρους απασχόλησης (η οποία ήταν προορισμένη για τους άντρες που κερδίζουν το ψωμί και όχι για τις γυναίκες) ήταν συνδεδεμένη με το διάσημο ευρωπαϊκό μοντέλο του κοινωνικού κράτους, το οποίο σταδιακά εξαφανίζεται.

Σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, σε διαφορετικό βαθμό, οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με τη συρρίκνωση της αγοράς εργασίας, την ισοπέδωση της εργατικής νομοθεσίας και της κοινωνικής προστασίας. Οι λόγοι γι’ αυτά είναι:

Α. Εξαιτίας των υψηλών ρυθμών παραγωγικότητας και της τεχνολογίας, όλο και λιγότεροι άνθρωποι χρειάζονται για την παραγωγή μεγάλου αριθμού προϊόντων. Ακόμα και στις χώρες όπου είναι υψηλά τα ποσοστά της ανάπτυξης, η ανάπτυξη αυτή είναι κυρίως ανάπτυξη χωρίς εργασία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας να αντισταθμίσει τις απώλειες θέσεων εργασίας που προέκυψαν από την αποβιομηχανοποίηση, ενισχύοντας τον τομέα της γραφειοκρατίας και της παροχής υπηρεσιών. Όμως, όπως φαίνεται, κάτι τέτοιο δεν πραγματοποιήθηκε.

Β. Ο αναπτυξιακός ανταγωνισμός στην παγκόσμια αγορά και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές της απορρύθμισης, καθώς και οι ιδιωτικοποιήσεις, άσκησαν μεγάλη πίεση με σκοπό τη μείωση του κόστους εργασίας. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει σε αύξηση της ανασφάλιστης, περιστασιακής και επισφαλούς εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των μισθολογικών περικοπών και του παγώματος των μισθών και σε συνδυασμό με την ολοένα και λιγότερη κοινωνική προστασία. Αρχικά οι μετανάστες και οι γυναίκες αποτέλεσαν την εφεδρεία για την εργασιακή επισφάλεια. Αλλά σήμερα και οι άντρες, και οι υψηλά ειδικευμένοι/ες επιστήμονες – άντρες και γυναίκες – πλήττονται από την ευελιξία και από την επισφάλεια, όπως επίσης έντονα θίγεται η μορφωμένη νεολαία.

Γ. Βεβαίως, η περικοπή των δαπανών είναι κύρια, αιτία για τη διάλυση του δημόσιου τομέα, που έχει οδηγήσει στη μείωση των θέσεων εργασίας και την υποβάθμιση της κοινωνικής πολιτικής. Η νέα μορφή δημόσιας διοίκησης αναπτύσσει τις αρχές του βιομηχανικού εξορθολογισμού στην ανάπτυξη των μη βιομηχανικών τομέων και των κοινωνικών υπηρεσιών που δίνουν προτεραιότητα στην ποσότητα σε βάρος της ποιότητας. Οι δημόσιες υπηρεσίες και υποδομές, από τις μεταφορές μέχρι την παροχή νερού σε νηπιαγωγεία και παιδικούς σταθμούς, έχουν ιδιωτικοποιηθεί. Οι πολιτικές λιτότητας οδηγούν σε περαιτέρω περικοπές στις επενδύσεις στα δημόσια αγαθά και στις κοινωνικές υπηρεσίες.

Δ. Το αυξανόμενο έλλειμμα στις αναδιανεμητικές πολιτικές, σε συνδυασμό με την κατάρρευση της κοινωνικής προστασίας και ένα φορολογικό σύστημα που απαλλάσσει από τα βάρη τους πλούσιους και τα μετακυλίει, στους φτωχούς πλαισιώνεται από μια αγοραία αντίληψη περί ατομικής ευθύνης: ο καθένας και η καθεμία επιχειρούν ατομικά στη ζωή τους. Αυτός ο αυξανόμενος κοινωνικός ανταγωνισμός, η καθόλου αναδιανομή και η όλο και λιγότερη αλληλεγγύη έχουν ως αποτελέσματα τον πολλαπλασιασμό των κοινωνικών ανισοτήτων, την εκτώχευση μεγάλων μερίδων του πληθυσμού και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό μιας κοινωνικής μειοψηφίας, σε πρωτοφανή επίπεδα μέσα στην κρίση.

Ε. Ολόκληρη η οικονομία της αγοράς λειτουργεί επειδή εκτός της αγοράς, τα νοικοκυριά και οι κοινότητες, οι άνθρωποι – πλειοψηφία εκ των οποίων είναι οι γυναίκες – φροντίζουν για την κοινωνική αναπαραγωγή. Η Ευρώπη, αντιμετωπίζει μία σειρά κρίσεων στην κοινωνική αναπαραγωγή: διαρκώς αυξανόμενη ανάγκη για τους μεγαλύτερους, έλλειψη των υποδομών για τη φροντίδα των παιδιών, ένας ολοένα και αυξανόμενος αριθμός ανέργων που υποφέρουν από κατάθλιψη για κοινωνικούς λόγους, ανασφάλεια των συντάξεων και το υψηλό κόστος των υπηρεσιών κ.ά. O διαρκώς αυξανόμενος αριθμός του μεταναστευτικού εργατικού πληθυσμού κάλυψε τα κενά στη φροντίδα των ηλικιωμένων στην Ευρώπη δημιουργώντας μία υπερεθνική αλυσίδα φροντίδας η οποία βασίζεται στην ανεπίσημη, επισφαλή και ακραία κακοπληρωμένη απασχόληση. Οι άνθρωποι από την Πολωνία έρχονται στη Δυτική Ευρώπη με σκοπό την εργασία, όταν γυναίκες από την Ουκρανία πηγαίνουν στην Πολωνία για να καλύψουν, με τη σειρά τους, τα κενά στη φροντίδα, τοποθετούμενες σε μία ακόμη πιο χαμηλή μισθολογική κλίμακα.

ΣΤ. Η κρίση έχει διογκώσει όλες αυτές τις τάσεις. Δε τις δημιούργησε. Η κρίση που πυροδοτήθηκε σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Ισπανία έχει οδηγήσει σε μία ανησυχητική αύξηση των επιπέδων της ανεργίας στις χώρες αυτές. Το 25% του πληθυσμού είναι άνεργοι, το 50% εκ των οποίων είναι νέοι/ες. Το 1/3 του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Επίσης αυξάνεται διαρκώς το φαινόμενο της υπεραπασχόλησης σε δύο ή τρεις «μικροδουλειές».

Ζ. Η κρίση έχει προκαλέσει πολλαπλασιασμό του παράπλευρου κοινωνικού κόστους υπονομεύοντας καταλυτικά το επίπεδο της ποιότητας της ζωής. Η κατάσταση που τείνει να παγιωθεί «απαιτεί» περισσότερη απλήρωτη εργασία, κυρίως από τις γυναίκες, έτσι ώστε να αντισταθμιστεί η απώλεια των θέσεων εργασίας, του εισοδήματος και της κοινωνικής προστασίας.

Το γενικό αίσθημα που έχει δημιουργήσει η συγκεκριμένη κρίση, ακόμη και σε χώρες που δεν έχουν πληγεί τόσο βαριά από τις συνέπειες, είναι ανασφάλεια και επισφάλεια της εργασίας, της ποιότητας ζωής και της κοινωνικής προστασίας.

Η δικαιοσύνη στον άδικο κόσμο της εργασίας

Προχωρώντας στη σκιαγράφηση της έννοιας της δίκαιης εργασίας, θα διερευνήσω τα κριτήρια της δικαιοσύνης στην εργασία σε σχέση με την εργασία των γυναικών, η οποία έχει κοινά σε μεγάλο βαθμό με την εργασία των μεταναστών. Η τοποθέτησή μου αφορά τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο είναι θεμιτό να γίνουν κάποιοι συσχετισμοί με την κατάσταση που έχει επικρατήσει στον ευρύτερο χώρο της Ασίας.

1. Το πρώτο κριτήριο για τη δικαιοσύνη είναι η διανομή εργασίας και απασχόλησης και συγκεκριμένα σε σχέση με τον έμφυλο καταμερισμό της εργασίας. Είναι ακόμη γεγονός ότι οι άντρες κάνουν τα 2/3 της έμμισθης εργασίας και το 1/3 της απλήρωτης εργασίας στην κοινωνία, όταν οι γυναίκες κάνουν το 1/3 της έμμισθης εργασίας. Οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ισότητα των φύλων στοχεύουν σε ένα μοντέλο «ενήλικου» εργαζόμενου. Ο στόχος μέχρι το 2010, ο οποίος τελικά επιτεύχθηκε, ήταν να πλησιάσει η γυναικεία απασχόληση το ποσοστό του 60%, ενώ ο επόμενος στόχος για το 2020 είναι το 75%.

Τις περασμένες δεκαετίες, οι γυναίκες στη δυτική και στη νότια Ευρώπη εισέρχονταν μαζικά στην αγορά εργασίας, ωστόσο, εξαιτίας της απορρύθμισης και της νεοφιλελευθεροποίησης, η ευέλικτη και ανεπίσημη εργασία αυξήθηκε και το μοντέλο της εργασίας του άνδρα – κουβαλητή επανεμφανίστηκε. Στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης – εκτός από τη Σκανδιναβία, την Ανατολική Ευρώπη και τη Γαλλία, έγινε μία παράδοξη ενσωμάτωση και συμπερίληψη με άδικους και άνισους όρους. Η γυναικεία εργασία στο μεγαλύτερο μέρος της είναι περιστασιακή και εποχική ημιαπασχόληση, αρκετές απ’ αυτές τις θέσεις εργασίας προέρχονται από τον κακοπληρωμένο τομέα των υπηρεσιών φροντίδας, όταν η γυάλινη οροφή προς διευθυντικές – στελεχικές θέσεις παραμένει. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εργασίας (ΙLO), οι γυναίκες αποτελούν το 70% των φτωχών εργαζομένων. Δεν υπήρξε μεγάλη αλλαγή αναφορικά με τον έμφυλο καταμερισμό της εργασίας, ούτε με το χάσμα των πληρωμών πάλι με έμφυλα κριτήρια, το οποίο παραμένει κατά μέσο όρο στο 15%, ενώ στη Γερμανία και στη Αυστρία κυμαίνεται στο 23%.

Με στόχο να επιτρέψουν τη “συμφιλίωση” της έμμισθης εργασίας και της παροχής υπηρεσιών φροντίδας στο σπίτι, η Ε.Ε. διαμόρφωσε στους αποκαλούμενους “στόχους” της Μπαρτσελόνα, το ότι το 2010 όλες οι υπηρεσίες που αφορούν την φροντίδα των παιδιών – για το 1/3 των παιδιών κάτω των τριών ετών και για το 90% όλων των παιδιών προσχολιικής ηλικίας- πρέπει να παρέχονται δωρεάν. Στη δυτική και τη νότια Ευρώπη ποτέ δεν πλησίασαν στην υλοποίηση αυτού του στόχου. Εξαιτίας των πολιτικών λιτότητας, των περικοπών στις κοινωνικές υπηρεσίες και τις περαιτέρω ιδιωτικοποιήσεις, οι κοινωνικές παροχές θα συρρικνωθούν ακόμη περισσότερο, πράγμα που σημαίνει: θα ασκηθεί ακόμη μεγαλύτερη πίεση στο νοικοκυριό και ειδικότερα στις γυναίκες να υπαναχωρήσουν σε σχέση με τις πιο δίκαιες μορφές καταμερισμού εργασίας στο σπίτι, τις οποίες μπορεί να έχουν κατακτήσει.

2. Το δεύτερο κριτήριο δικαιοσύνης που θα ήθελα να διερευνήσω είναι το εξής: Πώς η δουλειά αξιολογείται και αποτιμάται; Η κρίση έφερε στην επιφάνεια με αποκαλυπτικό τρόπο τις τεράστιες διαφορές μεταξύ μισθών και εισοδημάτων στην Ευρώπη. Από τη μία μεριά, σκανδαλώδεις αμοιβές και μπόνους για τραπεζίτες και μεσάζοντες και, από την άλλη μεριά, επισφαλής απασχόληση, περιστασιακή εργασία και χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας στον τομέα της καθαριότητας, της φροντίδας των ηλικιωμένων καθώς και στον τομέα της οικιακής εργασίας. Η περισσότερη από αυτή την εργασία είναι εργασία μεταναστών. Το 2009, σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. επενδύθηκαν τεράστια ποσά για τη διάσωση των τομέων που χαρακτηρίζονται ως “κομβικοί’ για το σύστημα (ή απλώς πολύ μεγάλοι για να αποτύχουν), όπως συγκεκριμένα οι τράπεζες και οι εξαγωγικές βιομηχανίες. Στην κορυφαία στιγμή της κρίσης, οι εργαζόμενες/οι στα νηπιαγωγεία της Γερμανίας, των οποίων η εργασία είναι κακοπληρωμένη και δεν φτάνει στα επίπεδα ούτε του βασικού μισθού, κατέβηκαν σε απεργία με το ερώτημα της σχέσης της δουλειάς τους με την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος.

Αυτό πυροδότησε μία πρωτόγνωρη φεμινιστικοποίηση των εργατικών αγώνων: αυξημένες κοινωνικές λειτουργοί, οικονόμοι, μαίες και δασκάλες που διαμαρτύρονται και απαιτούν αναγνώριση και καλύτερη πληρωμή για την εργασία τους, η οποία είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή της κοινωνίας και την οικονομία. Στην Ισπανία και την Πορτογαλία, επισφαλείς εργάτριες διαφόρων τομέων -από την οικιακή εργασία μέχρι τη σεξουαλική εργασία και τις τηλεφωνήτριες- οργανώθηκαν και εξερεύνησαν νέους, εκτός σωματείων τρόπους να διαμαρτυρηθούν ώστε να αποκτήσουν ορατότητα και αναγνώριση.

Αυτές οι διαμαρτυρίες επισημαίνουν ότι η εργασία φροντίδας θεωρείται χαμηλής αξίας επειδή θεωρείται τυπικά γυναικεία, όπου δεν είναι δυνατή μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας, εννοώντας ότι είναι επικερδής μόνο όταν πληρώνονται χαμηλοί μισθοί. Οι διαμαρτυρίες και οι απεργίες των κοινωνικών λειτουργών τονίζουν την ανάγκη να επαναξιολογηθούν η εργασία και οι οικονομικοί τομείς.

3. Εργασία εκτός αγοράς, στο νοικοκυριό και την κοινότητα, για επιβίωση και κοινωνική αναπαραγωγή, απλήρωτη και εθελοντική, δεν θεωρείται «σωστή» δουλειά. Η εργασία φροντίδας εκλαμβάνεται ως μη παραγωγική και μη δημιουργούσα αξία, απλώς μίας «φυσική» γυναικεία δεξιότητα. Ακόμη και στο μέλλον, η απλήρωτη και εθελοντική εργασία θα είναι απαραίτητη για την κοινωνική αναπαραγωγή και τη λειτουργία της οικονομίας. Η αύξηση σε ελαστικές και επισφαλείς μορφές εργασίας κάνει αδύνατο να σχεδιαστούν διαχωριστικές γραμμές μεταξύ επίσημης και ανεπίσημης, ασφαλούς και ανασφαλούς, πληρωμένης και απλήρωτης εργασίας.

Η εθελοντική και η εργασία αλληλεγγύης αποτελούν αναντικατάστατη στρατηγική επιβίωσης και υποστήριξης -ιδιαίτερα σε κατάσταση κρίσης. Μπορεί να είναι πυρηνική για άλλα οικονομικά παραδείγματα που οδηγούν σε μια οικονομία αλληλεγγύης. Γι’ αυτό είναι προϋπόθεση και θέμα δικαιοσύνης το να εκτιμούμε όλες τις μορφές εργασίας, εκτός αγοράς, είτε πρόκειται για απλήρωτη φροντίδα είτε εθελοντική εργασία στην κοινότητα, ως παραγωγική και αξίας επειδή παράγουν, διατηρούν και αναπαράγουν τη ζωή και διασφαλίζουν την κοινωνική προστασία.

Προτάσεις

Σε αυτήν την πολλαπλή κατάσταση κρίσης -κρίση επικερδούς εργασίας και κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής- οι κοινωνίες πρέπει να ξαναοργανώσουν και να αναδιαμορφώσουν τα συστήματα εργασίας και χρειάζονται νέες ιδέες εξασφάλισης βιοπορισμού, βασικών αναγκών, βασικού εισοδήματος και κοινωνικής ασφάλισης. Από φεμινιστική οπτική, μια στροφή στην ευρωπαϊκή Ιστορία, στην αποκαλούμενη πλήρη απασχόληση και τη μισθωτή εργασία που βασίζεται στο κοινωνικό σύστημα ευημερίας δεν είναι ούτε εφικτό ούτε επιθυμητό, επειδή οι γυναίκες και οι μετανάστες/ριες εξαιρούνταν σε μεγάλο βαθμό.

Όταν συντάσσουμε πρόχειρα πολιτικές προτάσεις για την εργασία και τον βιώσιμο βιοπορισμό, πρέπει να σκεφτούμε έντονα και πολύ περισσότερο έξω από το «κουτί», ακόμη και πηγαίνοντας πέρα από συμβατικές απαιτήσεις, οι οποίες επικεντρώνονται μόνο στην αγορά και τη μισθωτή εργασία.

Η φροντίδα και η κοινωνική αναπαραγωγή δεν είναι ιδιωτικά, αλλά πολιτικά ζητήματα επειδή σχετίζονται με την επιβίωση της κάθε κοινωνίας. Η εργασία εκτός αγοράς πρέπει να εκτιμηθεί και να επαναξιολογηθεί. Ένας κοινός παρονομαστής των Γερμανών υπαλλήλων στους παιδικούς σταθμούς και των επισφαλών στην Ισπανία, οι οικιακοί εργαζόμενοι/ες σε όλον τον κόσμο που συνέταξε τη σύμβαση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας για την οικιακή εργασία και το δίκτυο των γυναικών της νοτίου Ασίας που εξέφρασε πρόσφατα στη διακήρυξή του στο Νεγκόμπο: «όλες οι γυναίκες είναι εργάτριες και δικαιούνται κοινωνική ασφάλεια» σημαίνει ότι η εργασία φροντίδας -πληρωμένη, απλήρωτη ή εθελοντική- θα έπρεπε να αναγνωρίζεται ως κανονική εργασία, ως άξια και παραγωγική δουλειά. Δύο συγκεκριμένα αιτήματα συνδέονται με αυτό: α) η απλήρωτη φροντίδα και εργασία επιβίωσης θα έπρεπε να δικαιοδοτεί σε κοινωνική προστασία β) η κατάργηση της επισφάλειας της εργασίας φροντίδας σημαίνει πλήρη εργασιακά δικαιώματα για τις εργάτριες που πληρώνονται, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστριών.

Οι πολιτικές θα έπρεπε να εξισορροπούν την παραγωγή και την κοινωνική αναπαραγωγή, την αγορά και τις οικονομίες των νοικοκυριών και να μην αφήνουν την υποχρέωση του ισοσκελίσματος στα ιδιωτικά νοικοκυριά, συγκεκριμένα στις γυναίκες. Μια λογική πολιτική ίσων ευκαιριών πρέπει να φτάσει την αγορά και τα νοικοκυριά, πέραν της πληρωμένης και της απλήρωτης οικονομίας. Οικονομικά προσιτές και προσβάσιμες δημόσιες υποδομές για την κοινωνική αναπαραγωγή αποτελούν ένα παγκόσμιο κοινωνικό δικαίωμα. Ιδρύματα φροντίδας συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων εκπαίδευσης και υγείας θα έπρεπε να είναι δημόσιες και να μην υπόκεινται στη νεοφιλελεύθερη λογική της απόδοσης, εννοώντας: Όχι στην ιδιωτικοποίηση των σχολείων και της παροχής νερού. Όχι στην εμπορευματοποίηση των αγαθών, αλλά ανάκτηση των αγαθών στα δημόσια χέρια.

Αν θέλουμε να αλλάξουμε το σύνολο του άδικου συστήματος της αξιολόγησης και της κατανομής της εργασίας, θα πρέπει να απευθυνθούμε και στις δύο πλευρές. Κατώτατοι μισθοί για τις μίζερα πληρωμένες εργάτριες φροντίδας είναι αναγκαίοι, αλλά όχι αρκετοί. Θα έπρεπε να υπάρχει όχι μόνο «πάτος» στους μισθούς αλλά επίσης και κορυφή στο εισόδημα, μέγιστοι μισθοί μέσω ενός προοδευτικού φορολογικού συστήματος χρειάζεται να ανταποκρίνονται στους κατώτατους μισθούς ώστε να γίνει το σύνολο του συστήματος αξιών πιο ισορροπημένο και η κοινωνική ανισότητα να περιοριστεί. Δεν υπάρχει δικαιοσύνη στη δουλειά χωρίς δίκαιη φορολογία.

Αν απαιτούμε ίσες ευκαιρίες και ίση πληρωμή για τις γυναίκες στην αγορά εργασίας, θα έπρεπε να ζητήσουμε ίσες ευκαιρίες και ίση πληρωμή για τους άντρες στην οικονομία φροντίδας, με γυναίκες στις αίθουσες συνεδριάσεων και άντρες να αλλάζουν πάνες και να φροντίζουν τους ηλικιωμένους γονείς τους. Το δικαίωμα στη φροντίδα σημαίνει: πληρωμένη άδεια σε όλους/ες τους/ις υπαλλήλους, συμπεριλαμβανομένης μη μεταφερόμενης άδειας πατρότητας στους πατέρες. Ένας μηχανισμός λογικών πολιτικών ισότητας θα ήταν μια ανακατανομή της πληρωμένης και της απλήρωτης εργασίας μεταξύ των φύλων και μεταξύ των κοινωνικών τάξεων εμφυτευμένο σε ένα εκτενές δημόσιο σύστημα φροντίδας. Πληρωμένη και απλήρωτη εργασία φροντίδας πρέπει να μοιραστούν πιο ίσα μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ ατόμων και κοινοτήτων, σπάζοντας έτσι τα έμφυλα στερεότυπα και τους μηχανισμούς απαξίωσης των γυναικών, των μεταναστών/ριών εργατών/ριών και της εργασίας φροντίδας. Δεν υπάρχει εργασιακή δικαιοσύνη χωρίς έμφυλη δικαιοσύνη.

Συνοψίζοντας: υπάρχει επείγουσα ανάγκη για μια αντίληψη που να σχετίζεται με την εργασία η οποία να υπαινίσσεται έναν επανορισμό, μια επαναξιολόγηση και μια ανακατανομή της εργασίας που να βασίζεται σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Γι’ αυτό απαιτούμε μια αλλαγή στις πολιτικές, αλλά χρειαζόμαστε μια αλλαγή της νοοτροπίας μας εξίσου. Είναι χρέος μας ως οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών να εργαστούμε, να διαπραγματευτούμε και να αγωνιστούμε για τέτοια νέα κοινωνικά συμβόλαια, τα οποία περιλαμβάνουν και αξιοποιούν όλη την εργασία που χρειάζεται κάθε κοινωνία.

* Η Crista Wichterich είναι θεωρητικός και ακτιβίστρια του φεμινισμού, συγγραφέας του βιβλίου «Η παγκοσμιοποιημένη γυναίκα: Καταγραφές από ένα μέλλον ανισότητας» (The Globalised Woman: Reports From A Future Of Inequality), 2000

Πηγή: Αυγή


Share

Έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για το ποσοστό φτώχειας στη χώρα: θύμα τα μονογονεϊκά νοικοκυριά

της Δήμητρας Σπανού

Σύμφωνα με ανακοίνωση της Στατιστικής Αρχής, το 21,4% του συνολικού πληθυσμού της Χώρας απειλείται από τη φτώχεια, όπως προκύπτει από τη δειγματοληπτική έρευνα εισοδημάτων και συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών για το έτος 2011. Επίσης, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας μαζί με όλες τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (κοινωνικά επιδόματα, συντάξεις) ανέρχεται σε 24,8%. Αν όμως αυτά κοπούν, τότε ανέρχεται στο πραγματικά εντυπωσιακό 44,9%. Στη μείωση του ποσοστού φτώχειας συμβάλλουν κυρίως οι συντάξεις, με ποσοστό 20,1%, τις οποίες οι κυβερνήσεις του μνημονίου κάνουν ειλικρινή αγώνα για να εξαφανίσουν.

Μερικά από τα στοιχεία που ξεχωρίζουν:

Σύμφωνα με την έρευνα, το κατώφλι του κινδύνου φτώχειας ανά άτομο βρίσκεται στα 6.591,00 ευρώ και για νοικοκυριά με δυο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών στα 13.842,00 ευρώ. Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 901.194 και τα μέλη τους σε 2.341.400.

Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά ηλικίας 0-17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 23,7% και είναι υψηλότερος κατά 2,3 ποσοστιαίες μονάδες από το αντίστοιχο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού.

Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών υπολογίζεται σε ποσοστό 23.6% και είναι αυξημένος κατά 2,3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2010.

Ο πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται σε 3.403.000 άτομα.

Ο πληθυσμός που διαβιεί σε νοικοκυριά που δεν εργάζεται κανένα μέλος ή εργάζεται λιγότερο από 3 μήνες συνολικά το έτος ανέρχεται σε 837.300 άτομα, ενώ στο προηγούμενο έτος (2010) ανερχόταν σε 544.800 άτομα.

Ο πληθυσμός που απειλείται από τη φτώχεια είναι κυρίως:

– Άνδρες άνεργοι (48,4%)
– Μονογονεϊκά νοικοκυριά με, τουλάχιστον, ένα εξαρτώμενο παιδί (43,2%)
– Λοιποί μη οικονομικά ενεργοί (εκτός συνταξιούχων (30,0%)
– Νοικοκυριά με έναν ενήλικα ηλικίας 65 ετών και άνω (29,7%)
– Μονοπρόσωπα νοικοκυριά με μέλος θήλυ (25,8%)
– Παιδιά ηλικίας 0-17 ετών (23,7%)

Μερικά πρώτα σχόλια

Όλα τα παραπάνω στοιχεία είναι εντυπωσιακά και μιλούν από μόνα τους. Ειλικρινά προσπαθώ να καταλάβω ποιές ομάδες δεν κινδυνεύουν από τη φτώχεια. Όμως το πιο λυπηρό είναι τα ποσοστά φτώχειας για τα παιδιά και για τους ηλικιωμένους. Δύο ομάδες ευαίσθητες και ευάλωτες, που χρειάζονται τη φροντίδα και την πρόνοια,  αν και για πολύ διαφορετικούς λόγους. Είνια κρίμα για την κοινωνία μας αυτές οι ομάδες να υποφέρουν.

Έπειτα θα πρέπει να σημειωθεί πως αν και, όπως φαίνεται και παραπάνω, οι γυναίκες που μένουν μόνες βρίσκονται ανάμεσα στις ομάδες υψηλού κινδύνου, τα ποσοστά κινδύνου σε σχέση με τους άντρες έχουν μικρή διαφορά. Συνολικά για τις γυναίκες φτάνει το 21,9% ενώ για τους άντρες το 20,9% και για τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά 25,8% και 24,% αντίστοιχα.

Το μεγάλο πρόβλημα εντοπιζεται στα μονογονεϊκά νοικοκυριά καθώς ο κίνδυνος φτώχειας ανέρχεται σε 43,2%, τη στιγμή που για τις οικογένειες με δύο γονείς και ένα παιδί ανέρχεται σε 17,7%. Για αυτή την εξέλιξη δύο σύντομες σκέψεις: από τη μια η συντριπτική πλειοψηφία των μονογονεϊκών οικογενειών έχει γυναίκα αρχηγό. Δεύτερον, όσο προχωράει η κρίση ουσιαστικά τιμωρούνται κάποιες άλλες επιλογές πέρα από την παραδοσιακή οικογένεια – ασχέτως φύλου. Το διαζύγιο ή η επιλογή ανατροφής παιδιών εκτός γάμου, παρά τα όποια προβλήματα, όπως τα αυξημένα βάρη, αποτελούν μια συνειδητή επιλογή ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Μέσα από την έρευνα συμπεραίνουμε πως η μείωση των εισοδημάτων, η ανεργία, οι περικοπές, η απουσία κράτους πρόνοιας και οποιασδήποτε παρόμοιας δομής φαίνεται πως έχει χτυπήσει ασύμμετρα αυτή την επιλογή. Άραγε, αυτές οι οικογένειες πώς επιβιώνουν;

 

 

Share

Η κρίση ως πρόκληση για τις φεμινίστριες

της Μαρίας Καραμεσίνη*

Ζούμε στην Ευρώπη τη μεγαλύτερη από το 1929 δομική κρίση του αναπτυγμένου καπιταλισμού, οι δε λαοί των χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας τη ζουν με ιδιαίτερα δραματικό τρόπο. Αυτή η κρίση είναι ακόμη σε εξέλιξη, εφόσον τα δομικά της αίτια δεν έχουν αντιμετωπιστεί ακόμα. Ανάμεσα στους κύριους πόλους της παγκόσμιας οικονομίας, η ΕΕ αποτελεί το κύριο προπύργιο της μονεταριστικής και νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας. Μετά από μία διετία μεγάλης ύφεσης 2008-2009 και μία σύντομη περίοδο ανάκαμψης, οι πολιτικές λιτότητας και διάλυσης του κοινωνικού κράτους, που εφαρμόζονται σήμερα στις περισσότερες χώρες μέλη της, έχουν βυθίσει την ΕΕ σε νέα ύφεση από το τέλος του 2011. Η επανεμφάνιση της ύφεσης έχει ως αποτέλεσμα την άνοδο της ανεργίας, την επιδείνωση της κρίσης χρέους και τον κλυδωνισμό της ευρωζώνης που κινδυνεύει με διάλυση.

Στο πλαίσιο αυτό, η ορθότητα της συνταγής της δημοσιονομικής εξυγίανσης αμφισβητείται όχι μόνο από τους πληττόμενους λαούς και τα κοινωνικά κινήματα, αλλά από έναν ολοένα αυξανόμενο αριθμό διανοοουμένων και πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο. Πουθενά η αποτυχία της συνταγής και η ανάγκη για πολιτική εναλλακτική λύση δεν είναι πιο εμφανής από ό, τι στην Ελλάδα, με το τεράστιο κοινωνικό κίνημα διαμαρτυρίας των δύο τελευταίων χρόνων και το θεαματικό αποτέλεσμα του ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες εκλογές. Η ανάγκη για προοδευτική εναλλακτική λύση υπαγορεύεται επίσης – με αρνητικό τρόπο – από την απειλητική εκλογική άνοδο της ναζιστικής άκρας δεξιάς.

Ένα εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο εξόδου από την κρίση δεν διαπνέεται εξ ορισμού από ένα όραμα για μια κοινωνία ισότητας των φύλων και γυναικείας απελευθέρωσης από όλες τις μορφές ανδρικής καταπίεσης στην ιδιωτική και δημόσια σφαίρα. Ούτε εμπεριέχει οπωσδήποτε προτάσεις άμεσου ή μακροπρόθεσμου πολιτικού, ιδεολογικού, οικονομικού και κοινωνικού μετασχηματισμού προς αυτή την κατεύθυνση. Για παράδειγμα, η φεμινιστική οπτική έλειψε από το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ στις δύο πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις, για λόγους που συνδέονται με την υποβάθμιση της ισότητας των φύλων και της απελευθέρωσης των γυναικών μεταξύ των στόχων του πολιτικού σχεδίου της ριζοσπαστικής αριστεράς και με την περιθωριοποίηση των φεμινιστριών στους κόλπους του.

Σε τί μας χρησιμεύει η οπτική του φύλου για την ανάλυση της κρίσης; Ποιες είναι οι διαφορετικές επιπτώσεις της ελληνικής κρίσης σε άνδρες και γυναίκες; Ποιες είναι οι προκλήσεις της εποχής μας για τις φεμινίστριες γενικά και τις αριστερές φεμινίστριες της Ευρώπης ειδικότερα; Αυτά είναι τα ζητήματα που θα επιχειρήσω να προσεγγίσω στη συνέχεια.

Ελληνική κρίση και διάσταση/οπτική του φύλου

Από τον Μάιο 2010, η Ελλάδα εφαρμόζει το πιο αυστηρό πρόγραμμα οικονομικής και δημοσιονομικής προσαρμογής στην ΕΕ και ένα από τα πιο αυστηρά που έχει ποτέ επιβάλει το ΔΝΤ στην ιστορία του. Η «θεραπεία σοκ» έχει οδηγήσει σε σωρευτική μείωση του ΑΕΠ κατά 17% μέσα σε δυόμισι χρόνια. Η ανεργία έχει φτάσει το 24,5% (επίσημα στοιχεία), οι ονομαστικοί μισθοί στον ιδιωτικό τομέα έχουν ήδη μειωθεί κατά περίπου 20%, ενώ στο δημόσιο τομέα κατά 35% περίπου, ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων δεν καλύπτεται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και υπηρεσίες υγείας και δεν ασφαλίζεται για σύνταξη και υγεία, η επισφαλής κατάσταση των μεταναστών έχει χειροτερέψει δραματικά – όχι μόνο από οικονομική άποψη – ενώ η φτώχεια επεκτείνεται ραγδαία.

Πριν την κρίση, η ανεργία των γυναικών ανέρχονταν στο 12%. Σήμερα έχει φθάσει στο 28%. Το ανδρικό ποσοστό ανεργίας ανέβηκε από το 5% στο 22%. Η ανεργία στις νέες γυναίκες 15-24 ετών ανέρχεται σήμερα στο 61% έναντι 46,5% στους νεαρούς άνδρες. Μια πραγματική κοινωνική καταστροφή, ενώ η ελληνική νεολαία συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει μέλλον γι ‘αυτήν στη χώρα. Η ανεργία των γυναικών δεν τροφοδοτείται μόνο από απολύσεις. Πολύ μεγάλος αριθμός γυναικών, στις ηλικίες των 30, 40 και 50, που προηγουμένως δεν αναζητούσαν εργασία, μπήκαν στην αγορά εργασίας για να ενισχύσουν το συρρικνούμενο οικογενειακό εισόδημα. Οι περισσότερες εντάχθηκαν τις στρατιές των ανέργων.

Όσον αφορά την καταστροφική εξέλιξη της απασχόλησης, ενώ η κρίση ξεκίνησε από την οικοδομή και τη μεταποίηση, με πρώτο θύμα την ανδρική απασχόληση,  η τεράστια μείωση των εισοδημάτων που προέκυψε από την άνοδο ανεργίας και τις πολιτικές άγριας λιτότητας, περικοπών και φορολόγησης οδήγησε στη συρρίκνωση του τομέα των υπηρεσιών, που συγκέντρωνε το 79% των εργαζόμενων γυναικών πριν την έναρξη της κρίσης. Αυτή η συρρίκνωση έβαλε τη γυναικεία απασχόληση στο μάτι του κυκλώνα. Στο δημόσιο τομέα, οι απολύσεις συμβασιούχων έπληξαν πολύ περισσότερο τις γυναίκες απ’ ότι τους άνδρες, ο δραστικός περιορισμός των προσλήψεων έθαψε τις επαγγελματικές προοπτικές χιλιάδων νέων μορφωμένων γυναικών που επικρατούσαν έναντι των ανδρών στις προσλήψεις κατά τη δεκαετία του 2000, ενώ οι αλλαγές στο συνταξιοδοτικό σύστημα ώθησαν πρόωρα στη σύνταξη πολλές γυναίκες υπαλλήλους μέσης ηλικίας.

Η γυναικεία απασχόληση έχει μειωθεί κατά 14% από την αρχή της κρίσης, ενώ το ποσοστό του γυναικείου πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας που απασχολείται από 49% σε 42%. Αν και οι αντίστοιχες μειώσεις στους άνδρες ήταν ακόμα μεγαλύτερες, αυτό που έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία να τονίσουμε είναι ότι η τρέχουσα κρίση στην Ελλάδα και οι καταστροφικές πολιτικές που ακολουθούνται από το 2010 στο όνομα της εξόδου απ’ αυτήν όχι μόνο έχουν αντιστρέψει την τάση διαρκούς ποσοτικής και ποιοτικής βελτίωσης της συμμετοχής των γυναικών στην αμειβόμενη εργασία, που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, αλλά έχουν οδηγήσει σε ραγδαία οπισθοδρόμηση. Όσον αφορά τις μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις, οι άνδρες πλήττονται περισσότερο από τις μειώσεις στις υψηλές κλίμακες, ενώ οι γυναίκες από τις μειώσεις στις κατώτατες κλίμακες όπως και από τις θεσμικές αλλαγές που ρυθμίζουν τις κατώτατες αποδοχές: μείωση κατώτατου μισθού και βασικών μισθών συλλογικών συμβάσεων, αναστολή της επέκτασης συλλογικών συμβάσεων σε μη συνδικαλισμένους κλπ.

Διαφορετικές επιπτώσεις ανά φύλο παρατηρούνται επίσης και στις θεσμικές αλλαγές και περικοπές στους τομείς της ασφάλισης, της υγείας, της κοινωνικής φροντίδας. Ο κύριος στόχος της τελευταίας μεταρρύθμισης του συστήματος συντάξεων ήταν η αντιμετώπιση της οικονομικής του κατάρρευσης, με τη δραστική περικοπή των δικαιωμάτων των συνταξιούχων. Ενώ αυτές οι περικοπές αφορούν και τα δύο φύλα, η αύξηση της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης θα είναι πολύ μεγαλύτερη στις γυναίκες, ενώ το νέο σύστημα υπολογισμού του ύψους της σύνταξης με βάση τις αποδοχές ολόκληρου του εργάσιμου βίου τις τιμωρεί περισσότερο, διότι αυτές έχουν κατά μέσο όρο πολύ βραχύτερο ιστορικό εργασίας και ασφάλισης από τους άνδρες (υψηλότερος κίνδυνος και μεγαλύτερης διάρκειας ανεργίας, αποχωρήσεις από το εργατικό δυναμικό λόγω ανατροφής παιδιών, μεγαλύτερη συμμετοχή στην ανασφάλιστη εργασία κλπ.). Οι αναθεωρήσεις της λίστας φαρμάκων και διαγνωστικών εξετάσεων και της συμμετοχής των ασφαλισμένων είχαν σημαντικές επιπτώσεις για τις γυναίκες. Για παράδειγμα, η συμμετοχή των εγκύων στις εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου αυξήθηκε από 0% στο 25% και όλων των γυναικών για υπέρηχο μαστού και μικροβιολογικές εξετάσεις κολπικού υγρού από 0% στο 100%.

Από την άλλη, τα αλλεπάλληλα πακέτα μέτρων υπονομεύουν τη διαθεσιμότητα, προσβασιμότητα και ποιότητα των κοινωνικών υπηρεσιών για μια σειρά από λόγους: μειωμένη χρηματοδότηση, δραστικός περιορισμός του αριθμού των συμβασιούχων παντού, των αναπληρωτών και ωρομισθίων καθηγητών στα σχολεία, μη αντικατάσταση των μονίμων υπαλλήλων που βγαίνουν στη σύνταξη,  συγχωνεύσεις δημόσιων σχολείων και νοσοκομείων, καθυστέρηση πληρωμής προμηθευτών ιατρικού και υγειονομικού υλικού στα νοσοκομεία, περικοπή εφημεριών γιατρών κλπ. Οι δημόσιες υπηρεσίες φροντίδας παιδιών απειλούνται λόγω της δραστικής περικοπής των οικονομικών πόρων των δήμων, σε μια εποχή όπου οι μεσαίου εισοδήματος οικογένειες δεν μπορούν πλέον να αγοράσουν ιδιωτικές υπηρεσίες φροντίδας και αναζητούν μια θέση σε δημόσιο βρεφονηπιακό σταθμό ή νηπιαγωγείο. Μετατόπιση της κοινωνική ζήτησης από ιδιωτικές σε δημόσιες υπηρεσίες παρατηρείται και στον τομέα της εκπαίδευσης και της υγείας.

Η μείωση του εισοδήματος των μεσαίων τάξεων έχει αρνητικές επιπτώσεις και στην απασχόληση των γυναικών μεταναστριών ως καθαρίστριες και φροντίστριες παιδιών και ηλικιωμένων, ενώ είναι βέβαιο ότι οι υπηρεσίες υποκαθίστανται με απλήρωτη οικιακή εργασία και ότι το μεγαλύτερο μέρος της το επωμίζονται οι γυναίκες. Οι ίδιες κυρίως καλούνται να τα φέρουν βόλτα με το μειωμένο οικογενειακό εισόδημα και να απορροφήσουν τις τριβές, εντάσεις και την ενδοοικογενειακή βία που προκύπτουν από τη μακροχρόνια ανδρική ανεργία και την κρίση που αυτή επιφέρει στην ανδρική ταυτότητα. Ως εκ τούτου, η κρίση ενισχύει τη σημασία της καθολικής πρόσβασης στη δημόσια υγεία, εκπαίδευση και κοινωνική φροντίδα ως καθοριστικό δίχτυ προστασίας των φτωχότερων και των υπό εκπτώχευση κοινωνικών στρωμάτων από όλα τα αρνητικά επακόλουθα της δραστικής μείωσης των εισοδημάτων.

Αξίζει να θυμίσουμε ότι η ισότητα στην εκπαίδευση και την αμειβόμενη εργασία, η απασχόληση στο δημόσιο τομέα και η κοινωνική φροντίδα αποτέλεσαν ιστορικά και συνεχίζουν να αποτελούν κοινές για όλες τις χώρες προϋποθέσεις για την οικονομική ανεξαρτησία και την απελευθέρωση των γυναικών από την ανδρική εξουσία και καταπιεστικούς κοινωνικούς ρόλους και πρότυπα. Οι κατακτήσεις αυτές δεν ήταν το φυσιολογικό προϊόν μιας γενικής κοινωνικής εξέλιξης και των κοινωνικών αγώνων αλλά αποτέλεσμα μακρόχρονων αγώνων του γυναικείου κινήματος και των ίδιων των γυναικών για αλλαγή νοοτροπιών, εξουσιαστικών πρακτικών και καταπιεστικών θεσμών. Η σημερινή καταστροφική πορεία της απασχόλησης και η συντελούμενη διάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων, του δημόσιου τομέα και του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα δεν προκαλεί μόνο γενική κοινωνική οπισθοδρόμηση. Υπονομεύει και τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίχθηκε τα τελευταία χρόνια η πρόοδος των γυναικών ως προς την οικονομική ανεξαρτησία και τον αυτοπροσδιορισμό.

Όπως και στην Ελλάδα, έτσι και στις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. η οικονομική κρίση έχει μέχρι σήμερα πλήξει περισσότερο την ανδρική απασχόληση, αλλά οι γυναίκες εξακολουθούν να βρίσκονται σε πολύ χειρότερη θέση στην αγορά εργασίας απ’ ότι οι άνδρες. Επίσης, παντού, η κρίση αντέστρεψε την τάση συνεχούς βελτίωσης της θέσης των γυναικών στην αγορά εργασίας, που παρατηρήθηκε τις προηγούμενες δεκαετίες. Οι γυναίκες κατά κανόνα πληρώνουν περισσότερο από τους άνδρες τις περικοπές στο κοινωνικό κράτος και τη συρρίκνωση της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα, ενώ η ενδοοικογενειακή βία εις βάρος τους αυξάνεται – φαινόμενο γνωστό και από προηγούμενες κρίσεις

Προκλήσεις για τις φεμινίστριες

Αν ο φεμινισμός ως κίνημα στοχεύει στην ανατροπή των εξουσιαστικών σχέσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών και της εκμετάλλευσης, καταπίεσης και υποτίμησης που υφίστανται οι γυναίκες μέσα στις ανδροκεντρικές-πατριαρχικές κοινωνίες, η σύγχρονη φεμινιστική σκέψη είχε ενσκήψει τις τελευταίες δεκαετίες στη μελέτη της διαπλοκής φύλου-τάξης-φυλής/εθνικής προέλευσης και των διαφορετικών εμπειριών καταπίεσης, εκμετάλλευσης και υποτίμησης που έχουν οι διαφορετικές ομάδες γυναικών από την ιδιωτική και δημόσια πατριαρχία. Η τρέχουσα παγκόσμια κρίση, προϊόν της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, οξύνοντας στο έπακρο τις ταξικές αντιθέσεις, τείνει να υπαγάγει τις αντιθέσεις φύλου στις τελευταίες.  Αποτελεί μία νέα πρόκληση όχι μόνο για τη φεμινιστική σκέψη αλλά και τη φεμινιστική πρακτική.

Στην τρέχουσα κρίση, η επίθεση στο δημόσιο τομέα και το κοινωνικό κράτος απειλεί καίρια της κατακτήσεις των γυναικών στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στις χώρες που εφαρμόζουν τις πιο σκληρές πολιτικές λιτότητας. Με αφορμή την κρίση χρέους της χώρας της, η αργεντίνα φεμινίστρια οικονομολόγος Βαλέρια Εσκιβέλ έγραφε ότι, σε συνθήκες δομικής κρίσης, θα πρέπει πρώτα να δημιουργηθεί ο αναγκαίος «πολιτικός χώρος» και «χώρος πολιτικής» ώστε οι όποιες εναλλακτικές λύσεις να καταστούν εφικτές. Εννοούσε ότι μόνο η κοινωνική και πολιτική παρέμβαση των μαζών μπορεί να διευρύνει τα κατεστημένα όρια άσκησης πολιτικής και να εκβάλει σε ριζοσπαστικές λύσεις. Το ερώτημα είναι αν φεμινίστριες στην Ευρώπη είναι σήμερα πρόθυμες να συμμετάσχουν, μαζί με άλλα προοδευτικά κοινωνικά κινήματα και πολιτικές δυνάμεις, στη δημιουργία αυτών των χώρων και στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων.

Η πρόκληση για τις αριστερές φεμινίστριες είναι να δείξουν ότι σε καιρούς δομικής κρίσης του καπιταλισμού, δεν μπορεί να υπάρξει μέλλον για την ισότητα των φύλων και τη γυναικεία απελευθέρωση εν απουσία ενός εναλλακτικού σχεδίου εξόδου από αυτήν. Είναι επίσης πρόκληση να πείσουν ότι αυτή η εναλλακτική λύση θα πρέπει να περιλαμβάνει την πλήρη αναδιοργάνωση όχι μόνο της παραγωγής, αλλά και της κοινωνικής αναπαραγωγής, καθώς και την αναμόρφωση των σχέσεων των δύο φύλων, των ρόλων φύλου και των αξιών στην οικογένεια, την οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική ώστε η εναλλακτική λύση να είναι προς όφελος γυναικών και ανδρών.

Ήδη, πέραν της καταγγελίας των καταστροφών που προκαλούν οι νεοφιλελεύθερες συνταγές εξόδου από την κρίση, πάρα πολλές φεμινίστριες διεθνώς συγκλίνουν στην ανάγκη ενσωμάτωσης στα εναλλακτικά προγράμματα εξόδου από την κρίση της πρότασης δημιουργίας μιας «οικονομίας φροντίδας» μέσα από δημόσιες επενδύσεις στις κοινωνικές υποδομές. Ιδέα που θεμελιώνεται στην αρχή της «οικονομίας των αναγκών» και έρχεται να αντιμετωπίσει τις αυξανόμενες ανάγκες φροντίδας των ηλικιωμένων σε κοινωνίες με γρήγορη δημογραφική γήρανση. Άλλες φεμινίστριες εργάζονται πάνω στο τρόπο που προώθηση της «πράσινης οικονομίας» θα ευνοεί εξίσου άνδρες και γυναίκες. Όπως και τα υπόλοιπα κινήματα, στη κρίση που ζούμε, το φεμινιστικό κίνημα αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις. Η μεγαλύτερη είναι να δείξει ότι η ισότητα των φύλων δεν είναι είδος πολυτελείας για καιρούς οικονομικής άνθησης, αλλά απαράγραπτος στόχος πάλης στο σήμερα, στο όνομα των αρχών που θέλουμε να διέπουν την κοινωνία που επιδιώκουμε να οικοδομήσουμε.

*Ευρωπαϊκή Αριστερά, Θερινό Πανεπιστήμιο
Πορταριά, 17 -22 Ιουλίου 2012
Ημέρα για το Φύλο: Εναρκτήρια Ομιλία – 17 Ιουλίου 2012
Share